Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Γκόλιος, ο Ζάρκος κι ο Τσιπλάκης

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2018


Θ’ αναρωτηθείτε, τι σχέση έχουν τα τρία επώνυμα που παραθέτω, σε αλφαβητική σειρά, στον τίτλο του άρθρου. Ποιοι είναι αυτοί, τέλος πάντων, οι συμπολίτες μας και γιατί μας ενδιαφέρουν;

Να ξεκαθαρίσω από την αρχή πως δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένα πρόσωπα που φέρουν τα επώνυμα αυτά. Θα μπορούσα μάλιστα να γράψω τις λέξεις με πεζό το πρώτο τους γράμμα: γκόλιος, ζάρκος και τσιπλάκης και ίσως έτσι να’τανε καλύτερα.

Αλλά, θα ρωτήσετε, υπάρχουν τέτοιες λέξεις στη γλώσσα μας; Γκόλιος, ζάρκος και τσιπλάκης;

Υπάρχουν, μα δεν θα τις βρείτε στα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, και ίσως όχι άδικα αφού, κακά τα ψέματα, στις μέρες μας μονο σε ιδιώματα χρησιμοποιούνται -ενώ βεβαίως έχουν επιβιώσει και ως επίθετα, όπως θα πεισθείτε αν γκουγκλίσετε τις λέξεις.

Δυο από τις λέξεις αυτές (τον ζάρκο και τον τσιπλάκη) τις έχω συμπεριλάβει στο παλιό μου βιβλίο «Λέξεις που χάνονται». Τον γκόλιο τον κρατάω για το σίκουελ, αν αξιωθώ να το γράψω 🙂

Το κοινό στοιχείο που έχουν αυτές οι τρεις λέξεις είναι πως σημαίνουν το ίδιο πράγμα, είναι δηλαδή συνώνυμες. Και οι τρεις σημαίνουν «γυμνός» ενώ έχουν πάρει μεταφορικά τη σημασία «φτωχός, κακομοίρης».

Και οι τρεις λέξεις είναι δάνειες, πράγμα που εξηγεί για ποιο λόγο υπάρχουν τόσα πολλά ακριβή συνώνυμα της ίδιας έννοιας. Στα Συνώνυμα & Συγγενικά ο Βλαστός, στη λέξη «γυμνος» δίνει συνώνυμο το γδυτός, το ξεγυμνωμένος και άλλα ομόρριζα, το τσίτσιδος και το πίπιλος, το ζάρκος και ζόρκος. Δεν έχει τον γκόλιο και τον τσιπλάκη.

Ο γκόλιος είναι δάνειο από σλάβικη ρίζα που όμως έχει περάσει και στα κουτσοβλάχικα, όπου golu θα πει επίσης γυμνός. Ακούγεται κυρίως στη Βόρεια Ελλαδα, Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη αλλά και στη Θεσσαλία. Στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών βλέπω ότι έχει πάρει και τη μεταφορική σημασία «φτωχός», ενώ η λέξη χρησιμοποιείται επίσης για τις γυμνόλαιμες ράτσες πουλερικών, για τις οποίες υπάρχει επίσης το παράγωγο «γκόλιαβος».

Στο ίδιο λεξικό βρίσκουμε κάμποσα παράγωγα της λέξης όπως γκολιάβαρος, γκόλιαβος, γκολιαρίδα, γκόλιαρος, γκολιόγκλαβος (ο ασκεπής), γκολιοκέφαλος, γκολιομούνω (αυτή που δεν φοράει κιλότα), γκολιόπιτα (πίτα χωρίς φύλλο στο πάνω μέρος, η φίλη μας η Μαρία καπως αλλιώς μας την είχε πει), γκολιοπόδαρος, γκολιοσάνι (ο άπτερος νεοσσός).

Το επίθετο Γκόλιος δεν είναι πολύ συχνό και σύμφωνα με το «Από πού κρατάει η σκούφια σου» εντοπίζεται στη Χρυσούπολη και στο Ασβεστοχώρι. Πολύ συχνότερη είναι η παραλλαγή Γκόλιας, ένα επώνυμο που κατα το ίδιο σάιτ το βρίσκουμε σε πολλά μέρη με πρώτο την Κάτω Μηλιά Πιερίας αλλά και την Τερψιθέα Αιτωλοακαρνανίας.

Κατά τον Τριανταφυλλίδη (και την ημιτελή του εργασία για τα οικογενειακά μας ονόματα) από την ίδια ρίζα είναι και το επώνυμο Γκολέτσης, όχι όμως το Γκολέμης.

Ο ζάρκος είναι λέξη για την οποία έχουμε ξαναγράψει στο ιστολόγιο. Όπως είπαμε, ζάρκος είναι ο γυμνός, είναι και ο φτωχός. Η λέξη ακούγεται στην Ήπειρο και στη Δυτική Θεσσαλία, ενώ στα Επτάνησα ακούγεται η παραλλαγή ζόρκος. Η ετυμολογία της είναι άγνωστη -δεν έχω βρει κάποια πειστική εξήγηση.

Με την πρώτη σημασία της λέξης, ο Κρυστάλλης έγραψε πως όποιος περπατάει τη νύχτα σ’ έρημα μέρη μπορεί να τύχει να δει τις νεράιδες «να λούζουνται στα ρέματα με ζάρκα τα κορμιά τους», γυμνές δηλαδή. Σαν ένδειξη εγκατάλειψης, πάλι ο Κρυστάλλης: «Οι άλλοι μείναμαν ζάρκοι κι έρμοι». Με τη σημασία του πάμφτωχου: «Ζάρκος λαός ως πότε, φώναξα, θα σκύφτει;» (Κοτζιούλας). Καμιά φορά, σημαίνει ελαφρά ντυμένος: «Πώς πολεμάει η κλεφτουριά το τούρκικο τουφέκι / πώς πολεμούν οι Έλληνοι ζάρκοι και στο γελέκι».

Ένα ηπειρώτικο δημοτικό λέει

Ποιος είδε ήλιο το βραδύ, άστρι το μεσημέρι
ποιος είδε την Ηλιόγεννη
να περπατεί στους δρόμους
ζάρκα και γυμνοκέφαλη, κακά σιγουρεμένη.

Για την επτανησιακή παραλλαγή, ζόρκος, κάποιοι πιστεύουν (κακώς) ότι προέρχεται από το ζόρικος. «Όποιος λέει πάντ’ αλήθεια, ζόρκος γλήγορα θα μείνει» έγραψε, μεταφράζοντας γαλλική παροιμία, ο Σκιαδαρέσης. Και μια κεφαλλονίτικη: «Που γράφει ζόρκονε ο Θεός βρακί δεν αποτάζει».

Υπάρχει και τοπωνύμιο Ζάρκο, σε γυμνά από βλάστηση μέρη. Όσο για το επώνυμο, θα περιμέναμε να επιχωριάζει στην Ήπειρο, ενώ ο Βαγιακάκος στην εργασία του για τα επώνυμα το εντοπίζει σε Αθήνα και Στερεά Ελλάδα. Ωστοσο, σύμφωνα με το σάιτ της Σκούφιας οι μεγαλύτερες εστίες του βρισκονται στην Κορινθία: Σούλι, Κιάτο, Βέλο. Η παραλλαγή ζόρκος δεν φαίνεται να έχει δώσει επώνυμα.

Διάσημος με το επώνυμο αυτό ήταν ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος (1902-1967) που κάποτε πρέπει να τον παρουσιάσουμε.

Ο τσιπλάκης, και πάλι, έχει διπλή σημασία. Είναι ο γυμνός, αλλά πιο συχνά χρησιμοποιείται με τη μεταφορική έννοια: φτωχός, κακομοίρης. Πρόκειται για δάνειο από τα τουρκικά (çιplak, επίσης με τις δύο έννοιες) και ακούγεται κυρίως στη Μακεδονία και Θράκη. Ο Βαγιακάκος μας πληροφορεί ότι çιplak εκαλούντο και οι Τούρκοι ναύτες επειδή είχαν ελαφρά στολή, κοντομάνικα γιλέκα και κοντά παντελόνια.

Σε χρονογράφημά του, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης έγραψε ότι «κανείς δεν υποχρεώνει ένα σωρό τσιπλάκηδες, που την είδαν ξαφνικά Νιάρχοι, να δανείζονται ένα κάρο λεφτά». Πολύ παλιότερα, ο Πολίτης ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, κορόιδεψε την κυράτσα Κρουσταλλένια, που «με την τσούρμα τα παιδιά της και τον άνδρα τον τσιπλάκη, και με μύδια στο πινάκι, εις τες εξοχές πηγαίνει…».

Σαν επώνυμο, έχουμε διάφορες παραλλαγές: Τσιπλάκης, Τσιπλάκος, Τσιπλακίδης, Τσιπλάκογλου, κτλ. Μπορεί και κάποιοι Γυμνόπουλοι ή Γυμνίδηδες να είναι εξελληνισμένοι Τσιπλάκογλου, αν είχαν εθνογλωσσικά δραστήριο ληξίαρχο. Το 1744-50 διετέλεσε δάσκαλος στη Σχολή του Τυρνάβου (που ήταν βεβαίως φανερότατη και ακμάζουσα, διότι τα περί κρυφού σχολειού είναι παραμύθια για μικρά παιδιά) ο Δημήτριος Τσιπλάκογλου-Γυμνίδης.

Το επώνυμο Τσιπλάκης είναι συχνό στον Έβρο: Λάβαρα, Πέπλος, Φέρες αλλά και στις Σέρρες, όπως θα πούμε και πιο κάτω. Υπήρχε και βουλευτής Σερρών της ΝΔ με αυτό το επώνυμο. Ο Τσιπλάκος είναι πολύ σπανιότερος -μεγαλύτερη εστία στο Λεβίδι Αρκαδίας.

Ο χαρακτηρισμός «τσιπλάκηδες» είναι βέβαια μειωτικός, ιδίως αν σκεφτούμε ότι προέρχεται από άτομα που είναι ή θεωρούν εαυτούς εύπορους, ωστόσο υπήρξε στο παρελθόν μια περίπτωση που κάποιοι αποδέχτηκαν αυτή την ονομασία: στα τέλη του 19ου αιώνα, στα Σέρρας επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Έλληνες της πόλης διαιρέθηκαν σε δυο μερίδες, τους «τσιπλάκηδες» και τους «τσορμπατζήδες», δηλαδή τους πλούσιους γαιοκτήμονες που ήταν «αυθαίρετοι και αποκλειστικοί εν τη διοικήσει των κοινών». Τελικά η σύγκρουση έληξε με νίκη των «τσιπλάκηδων», που πέτυχαν την αποπομπή του δεσπότη. Νικούν καμιά φορά κι οι τσιπλάκηδες –αν και οι συγκεκριμένοι ήταν μορφωμένοι αστοί, όχι πραγματικοί φουκαράδες.

 

 

Advertisements

187 Σχόλια to “Ο Γκόλιος, ο Ζάρκος κι ο Τσιπλάκης”

  1. LandS said

    Κρυάδα αλέρτ-Κρυάδα αλέρτ-Κρυάδα αλέρτ

    Δεν θα πάρεις κύπελο ποτέεε, Πάσπαλιεεε, Πάσπαλιέεε
    Και έμεινε Ζάρκος.

  2. LandS said

    Καλημέρα σας, σας χαιρέτισα; Δεν σας χαιρέτισα.

  3. Αὐγουστῖνος said

    Καλημέρα.
    Τὴ λέξη «γκόλιος», μὲ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ «γυμνός», τὴν πρωτοσυνάντησα στὰ Ἀμπελάκια Θεσσαλίας. Ὑποψιάστηκα τὴν βλάχικη προέλευση, ἀλλὰ δὲν τὸ πολυέψαξα. Χαίρομαι ποὺ τὴν ξανασυναντῶ στὸ μπλόγκ, μαζὶ μὲ ἄλλη μία γνωστή («ζάρκος», τὴν ἤξερα ἀπὸ ἐπώνυμο γνωστοῦ καὶ τὴ σημασία της μοῦ τὴν εἶπε κοινὸς φίλος μὲ καταγωγὴ ἀπὸ Γιάννενα) καὶ μία παντελῶς ἄγνωστη (τσιπλάκης ἢ τσιπλάκος, ὅπως τὴν ἔχω συναντήσει σὰν ἐπώνυμο;)

  4. Γς said

    Καλημέρα

    >Πολύ συχνότερη είναι η παραλλαγή Γκόλιας […]
    Κατά τον Τριανταφυλλίδη

    Σωκράτης Γκιόλιας. Μάκης Τριανταφυλλόπουλος.

    Συνηρμοί άσχετοι.

  5. Γς said

    >Στο ίδιο λεξικό βρίσκουμε κάμποσα παράγωγα της λέξης όπως γκολιάβαρος, γκόλιαβος, γκολιαρίδα, γκόλιαρος, γκολιόγκλαβος

    γκούλιβερ ή έστω γκάλιβερ;

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Να μας πει κάποιος σλαβομαθής τι σημαίνει το όνομα Ζάρκο, κάτι θα σημαίνει Την ομοιοτητα την είχε προσέξει και ο Νικ. Πολίτης.

    4 Αλλη ρίζα πρέπει να είναι ο Γκιόλιας.

  7. Γς said

    γκιούλιβερ
    [τι θέλω και ανακατέβουμε;]

  8. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Καλημέρα

    στὰ ρωσικὰ жарко (ζάρκα προφέρεται μὲ παχὺ ζ) σημαίνει τὴν πολὺ ζέστη. Θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει πάρει τὴν ἔννοια ἐπειδὴ στὴν πολὺ ζέστη τσιτσιδωνόμαστε;

  9. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    8 τὴν πολλὴ…

  10. Γς said

    7:

    ανακατεύομαι

    Ωχ!

  11. ΚΩΣΤΑΣ said

    Καλημέρα!
    Συνώνυμο του γκόλιος και το ξεμπλέτσωτος. Παρ΄ημιν 🙂 Θεσσαλία, υπάρχει και η έκφραση: Που πας ντιπ ξεζάρκωτος; δηλ πολύ ελαφρά ντυμένος.

  12. sarant said

    8 Nαι μπράβο, και το είχα δει τις προάλλες. Θα ελεγα πως δεν έχει σχέση.

  13. Γς said

    >Μπορεί και κάποιοι Γυμνόπουλοι ή Γυμνίδηδες να είναι εξελληνισμένοι Τσιπλάκογλου

    Και κάποιοι Τσιπλασιάλαγκες [αν υπάρχουν] να είναι Γυμνοσάλιαγκες

    ———-
    Τι είπε ο Γυμνοσάλιαγκας στο Σαλιγκάρι;

    -Πλήρωνε τώρα ΕΜΦΙΑ μαλάκα

  14. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    «Γκόλιος» Μου θύμισες την μάνα μου (είναι από το Σοφικό μετά το Διδυμότειχο) που όταν ήμουν μικρούλης και μ’ έβαζε γυμνό στην σκάφη για μπάνιο με έλεγε γκολιόμπαρο. Μετά από μισόν αιώνα ξαναβλέπω την λέξη αλλά θα πρέπει να περιμένω πότε θα αποφασίσεις να γράψεις το σίκουελ για να μάθω περισσότερα γι’ αυτήν.
    Θα περιμένω όμως.☺

  15. nikiplos said

    Καλημέρα… Κι εγώ το Ζάρκος από τον Διευθυντή της Καρδιολογικής του Ευαγγελισμού το ξέρω… Τα δισύλλαβα είναι κατευθείαν ύποπτα για Ηπειρώτικα. Πχ Τσίπρας. (Αλήθεια τι να σημαίνει το επώνυμο του κ. πρωθυπουργού?)

  16. @11 Ξεμπλέτσωτος ή ξεμπλετσωμένος ή σκέτο μπλέτσ(ι)ος (σχετικά κοινό επίθετο). Γι᾽ αυτό κι η «γκολιόπιτα» λέγεται και μπλατσαριά ή μπλατσάρα.

  17. Theo said

    Καλημέρα!
    Κι ο Βόλος προέρχεται από το Γκόλος=γυμνός, χωρίς βλάστηση, αν δεν κάνω λάθος.

  18. Theo said

    @11, 16:
    Μπέλτσιος, ο γιατρός που με χειρούργησε, με καταγωγή από την ‘Ήπειρο, και Βλάσης, ένας φίλος, πανεπιστημιακός στο Μόναχο, με καταγωγή από ορεινή Πιερία. Και οι δύο μου είπαν πως το επώνυμο τους σημαίνει γυμνός.
    Κι ένας Ζάρκος γνωστός από Στιμάγκα Κορίνθου.

  19. nikiplos said

    Τσίπερε στα αρβανίτικα σημαίνει το από πάνω, μεταφορικά τον επικεφαλής. Γκόλια είναι και το στόμα στα αρβανίτικα. Γκολέμης είναι ο λαίμαργος. (κάποιες σημασίες που θυμήθηκα)…

  20. Theo said

    Πάλι ο κορρέκτορας😡
    Βλέτσης έγραψα και το έκανε Βλάσης😂

  21. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρα !
    Δεν τις ήξερα τις προελεύσεις, και για να πω την αλήθεια, δε θα τις υποπτευόμουν κιόλας. Ειδικά ο Τσιπλάκης θα με πήγαινε στις τσίμπλες, σε αυτόν που δεν βλέπει καλά, κάτι τέτοιο…

  22. Theo said

    15:
    Τσίπρας από το Τσίπουρας.

  23. divolos said

    καλημέρα,

    κατά τον παππού μου, Γκόλιος ήταν το αρχικό επώνυμο του προπάπου μου, γεννημένου περί το 1880, αλλά αναγκάστηκε να το αλλάξει, καθώς είχε κάτι προβληματάκια με τις αρχές επί τουρκοκρατίας. Πιθανόν όμως κι αυτό να ήταν παρατσούκλι, καθώς το μόνο που γνωρίζουμε γι’ αυτόν, ήταν ότι ήρθε ορφανός, παιδί ακόμη, από την περιοχή της Κόνιτσας (προφανώς χωρίς τίποτα, γκόλιος) και δούλεψε σαν παραγιός/ψυχοπαίδι σε χασάπη σε χωριό της δυτικής Μακεδονίας. Πρόλαβε μάλιστα και άλλαξε άλλα τρία τέσσερα επώνυμα, πριν καταγραφεί με το σημερινό μας επώνυμο, από το Ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση της Δυτικής Μακεδονίας. Μερικά από αυτά είχαν και χιούμορ καθώς ήταν περιπαιχτικά για τις τουρκικές αρχές, που υποτίθεται δεν καταλάβαιναν την κοροϊδία, μη γνωρίζοντας καλά Ελληνικά. Θυμάμαι το παππού μου να λέει ότι ο προπάππους, που εντωμεταξύ είχε γίνει κτηνοτρόφος και νομάς, προκειμένου να ξεγλιστρά από τις τουρκικές αρχές, αλλού χρησιμοποιούσε το Γιάννης Συριέλας (σύρε-έλα), αλλού το Γιάννης Σκαπετοράχης (σκαπέτησε, πέρασε την ράχη), αλλού το Νίκος Κατσακούμπας (κάτσε κι ακούμπα) κι άλλα τέτοια γλαφυρά. Με έκπληξη διαπίστωσα, ψάχνοντας στο σάιτ «από που κρατάει η σκούφια σου», ότι το Σκαπετοράχης υπάρχει και σήμερα.
    Κι ένα τελευταίο:
    – Γκούχου, γκούχου, γκούχου.
    – Τι έπαθες, γκόλιος κοιμήθ’κες;

  24. spiral architect 🇰🇵 said

    Καλημέρα.

    @1: Ενας από τους τελευταίους της μεγάλης των πλάβι σχολής, ο Ζάρκο Πάσπαλι(ε)
    (όπως τον φώναζε ο σχωρεμένος ο Συρίγος)
    Žarko Paspalj

  25. (α) «γκολιόπιτα (πίτα χωρίς φύλλο στο πάνω μέρος, η φίλη μας η Μαρία καπως αλλιώς μας την είχε πει)»
    # Παρ’ ημίν λέγονταν «γκολιάρα» η πίτα χωρίς καθόλου φύλλο, ούτε πάνω ούτε κάτω. Είχε μόνο «γιόμο» από κολοκύθα (ακόμα την φτιάχνουν κάποιες παλιές νοικοκυρές). Επίσης:
    Γκολιομπαρίζομαι=ξεγυμνώνομαι,
    γκολιαρούδια=τα άπτερα νεογέννητα πουλάκια (που όταν έβγαζαν φτερά τα λέγαμε «πετακανάδια»),
    γκολιάρια=τα μικρά παιδιά (που το πάλαι ποτε κυκλοφορούσαν εντελώς γυμνά).
    Επίσης υπάρχουν και τα επώνυμα Γκόλιαρης και Γκόλιας.

    (β) «τα περί κρυφού σχολειού είναι παραμύθια για μικρά παιδιά»
    # Κοπυπαστάρω μια παλιά δημοσίευση στο Φ/Β:
    ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΟ ΞΥΛΟΤΡΟ
    Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία κατάφερνε να παίρνει άδεια και να ιδρύει σχολεία, όταν διέθετε το απαιτούμενο «μέσον», χρήματα για μπαχτσίσια κλπ. Έτσι ιδρύθηκαν σχολεία σε αρκετές πόλεις, όπως στις Σέρρες, τη Νιγρίτα κλπ. Σε φτωχά χωριά όμως, όπως το Ξυλότρο, δεν υπήρχαν τέτοιες προϋποθέσεις ενώ οι ανάγκες της εκκλησίας (και όχι μόνο) ήταν επιτακτικές: Οι Δεσποτάδες χρειάζονταν παπάδες, και αυτοί με τη σειρά τους χρειάζονταν ψαλτάδες!
    Ο παπα-Μάλαμας Φραντζανάς, ο παλιότερος γνωστός παπάς του Ξυλότρου (η «θητεία» του ίσως να άρχισε γύρω στα 1850), όλη τη μέρα όργωνε με τα βουβάλια και το βράδυ έπιανε το Ψαλτήρι για να διαβάσει κάποια «κολυβογράμματα» στους μαθητές του, που δεν ήταν περισσότεροι από 5-6.
    Στα μάτια των Τούρκων του χωριού, αυτή η δραστηριότητα ήταν συνυφασμένη με τη θρησκεία των «γκιαούρηδων». Άλλωστε, και αυτοί έκαναν ακριβώς το ίδιο: Στο τζαμί, που βρίσκονταν ακριβώς εκεί που είναι το σπίτι του Γκούντα, ο ιμάμης-χότζιας μάθαινε στα Τουρκάκια κάποια «κολυβογράμματα» από το Κοράνιο.
    Το σχολείο του παπα-Μάλαμα ήταν άτυπο, αφανές και ΚΡΥΦΟ: Ήταν λαθραίο, αφού δεν είχε καμιά «άδεια» από κανέναν. Ο παπάς δεν μπορούσε και δεν τολμούσε να έχει περισσότερους μαθητές διότι τότε θα τραβούσε τις υποψίες των αγάδων. Φυσικά δεν το χρηματοδοτούσε κανένας. Ένα ξύλο που έφερνε κάθε μαθητής για τη σόμπα της εκκλησίας, ένα μπαχτσίσι από τους γονείς, μια κερένια κουλούρα που κρατούσε κάθε μαθητής για να φέγγει το ψαλτήρι, ήταν όλη κι όλη η αμοιβή του παπά. Δεν είχε και πολλά έξοδα. Η παπαδιά του, καταγόμενη από το Σκούταρι (τότε Κίσκεπι) δεν του είχε χαρίσει παιδιά.
    Αυτό ήταν το Κρυφό Σχολειό του Ξυλότρου, όμοιο με εκείνο που ύμνησε ο Ι. Πολέμης και αποθανάτισε σε πίνακα ο Ν. Γύζης, πριν 120 και πλέον χρόνια.
    Οι παλιοί διηγούνταν ότι ο παπα-Μάλαμας ήταν αθυρόστομος(!): Όταν κάποτε πέρασε από έναν σόμπορο γυναικών και άκουσε κάποια να βήχει, σταμάτησε και την επέπληξε: «Εσείς οι γ’ναίκες δεν φυλάγεστε αφέντω μ’. Δεν κηδεύεστε αφέντω μ’. Με συγχωρείτε αφέντω μ’ από κάτ’ παίρν΄τι αέρα»!
    Όμως, αθυρόστομος ή μή, δίδαξε γύρω στα 50 χρόνια, όχι μόνο το ψαλτήρι αλλά και στοιχειώδεις γνώσεις αριθμητικής, κάποια γεωγραφία, κάποιες ιστορίες για την Πόλη με τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά, για τον Μεγαλέξανδρο κλπ. Από τα χέρια του βγήκαν ψαλτάδες, δημογέροντες, επίτροποι της εκκλησίας, ενοικιαστές της δεκάτης και πολλοί άλλοι «αξιωματούχοι» του χωριού!
    Παρόλα αυτά, δεν αναφέρεται σε καμιά γραπτή πηγή. Τον μνημόνευε όμως στη δεκαετία του ’50 ο παπα-Γιάννης: «Δημητρίου, Μάλαμα, των προκατόχων ιερέων». Ίσως το όνομα παπα-Μάλαμας να είναι παρατσούκλι. Ίσως να ταυτίζεται με τον παπα-Απόστολο, εντελώς άγνωστο στους παλιούς, που όμως εμφανίζεται να έχει τελέσει έναν γάμο το 1882, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Πασχάλης Β. Αγγελόπουλος.
    Ο χώρος που είχε το σχολείο του ο παπα-Μάλαμας, ταυτίζονταν με την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που τότε βρίσκονταν κάπου εκεί που σήμερα είναι η κουζίνα (και οι τουαλέτες) της «Αίθουσας Δεξιώσεων». Η σημερινή εκκλησία θεμελιώθηκε το 1888 και άρχισε να λειτουργεί από το 1894.
    Ο γηραιός παπάς, φαίνεται ότι πρόλαβε να δει τη νέα εκκλησία, αλλά μάλλον δεν ευτύχησε να κάνει μαθήματα και σ’ αυτήν. Αρκετά χρόνια πριν, τον είχαν βρει τα γεράματα και ο Δεσπότης των Σερρών είχε φροντίσει να του φέρει παρέα. Ήδη από το 1880, ίσως και παλαιότερα, συλλειτουργούσε μαζί του ο παπα-Δημήτρης, που κατάγονταν από τη Νιγκοσλάβη και λέγονταν Μανάφης. Ήταν νέος, δραστήριος και επιβλητικός. Οι Τούρκοι του Ξυλότρου του κόλλησαν το παρατσούκλι παπα-Δάρης. Αυτός πήρε τη σκυτάλη και ανέλαβε το «κρυφό σχολειό» του χωριού μέχρι τη δεκαετία του 1900 που άρχισε να φουντώνει ο Μακεδονικός Αγώνας. Τότε κτίστηκε το πρώτο (αναγνωρισμένο) σχολείο του χωριού, περίπου στη θέση του σημερινού, και προφανώς με την στήριξη του Μακεδονικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου που από το 1870 είχε ιδρυθεί στις Σέρρες.

  26. Πάνος με πεζά said

    Από το «Γκόλιας» και την παραλλαγή Γκιόλιας φυσικά θυμόμαστε τον αδικοχαμένο Σωκράτη Γκιόλια του «Τρωκτικού» (δολοφονία που έχει μπει στο αρχείο…), ενώ από κει και πέρα υπάρχουν οι παραλλαγές Γκέλιας και Γκέλης (αυτό το τελευταίο με βάση τα Μέγαρα), που δε φαντάζομαι να έχουν την ίδια ρίζα…

  27. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα.
    25 Τα πετακανάδια ίσως σχετίζονται με το τουρκ. kanat = φτερό.

  28. Μαρία said

    1
    Το όνομα του Πάσπαλι είναι υποκοριστικό του Ζάρο απ’ το žar. https://www.behindthename.com/name/z18arko
    Ζαρό λέγαμε τα αναμμένα κάρβουνα στο σίδερο (για σιδέρωμα).
    Την ίδια ετυμολογία δίνει κι ο Συμεωνίδης για το Ζάρκο Μαρίου, τώρα Πηνειάδα, απ’ το όνομα του Σέρβου ηγεμόνα Ζάρκο.
    Ο Ζάρκος όμως Τρικάλων απ’ τον ζάρκο/ζόρκο γυμνό, ξερό.

  29. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα, απλώνεται ωραία το δίχτυ των λέξεων.
    Μου λένε από το ΦΒ ότι στην ανύπαρκτη γλώσσα κάτι σαν ζάρκο σημαίνει την αποφλοίωση.

    28 Για την πίτα όμως δεν μας είπες πως τη λέγατε.

  30. cronopiusa said

    Γκόλιο, Θρακιώτικη συνταγή ξεσκέπαστης κολοκυθόπιτας

    Καλή σας μέρα!

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.
    Νά ᾿μαστε πάλι στὰ δικά μας, τὰ λεξιλογικά. Γιὰ ν᾿ ἀραιώνουν καὶ οἱ κάθε λογῆς παρείσακτοι. 🙂
    Πολὺ ἐνδιαφέρον τὸ σημερινό· καὶ διδακτικὸ συνάμα. Ἕμαθα καὶ λέξεις ποὺ δὲν ἤξερα, παρὰ μόνο σὰν ἐπώνυμα.

  32. Παναγιώτης Κ. said

    Γκόλιο ονομάζεται μια από τις κορυφές της Πίνδου στα ελληνοαλβανικά σύνορα . Αναφέρεται τόσο στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο όσο και στον Εμφύλιο. Την έχω δει. Πρόκειται για ένα εντελώς γυμνό από δένδρα βουνό.

    Το «τσιπλάκης» το άκουσα αλλά δεν ήξερα την πραγματική του σημασία.
    Το άκουσα ως τσιπλάκι (ουδέτερο) στη Ν.Ζίχνη Σερρών. Αυτός που το χρησιμοποιούσε δεν το έλεγε με… συμπονετική διάθεση απέναντι στον…τσιπλάκη σε αλλά με επιθετική. Επιτίθετο στον άνθρωπο που…μεγαλοπιάνεται χωρίς να έχει…τα προσόντα.

    Ενώ το γκόλιος το γνώριζα εξ΄υπαρχής το ζάρκος το έμαθα με καμιά δεκαπενταριά χρόνια καθυστέρηση παρά την ηπειρωτική καταγωγή μου.

  33. Τσούρης Βασίλειος said

    – Όλο ζαρκόκωλες δείχν(ει) η τηλεόρασ(η), έλεγε η μακαρίτισσα η βάβω μ΄

  34. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    16 Γι αυτή τη χορτόπιτα ξέρω την εκδοχή μπατσαριά, πάντα από Ήπειρο.
    31 (άσχετο) Γειά σου Δημήτρη!

  35. Μαρία said

    29
    κολομπαρίνα

  36. sarant said

    33 Γεια σου Βασίλη!

  37. Παναγιώτης Κ. said

    @11. Πολύ σωστά!
    Άκουσα το «ξεμπλέτσωτος» ή «ξεμπλέτσκωτος» (;)από τον παππού από κάποιο χωριό της Καρδίτσας (;) .Πρόλαβε και είπε την εμπειρία του, (διότι μετά από λίγες μέρες πέθανε) , από τη συμμετοχή του στην άμυνα του ΕΣ που κατείχε το ύψωμα 741 στην Αλβανία (δες μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα).Υπάρχει το σχετικό βίντεο στο ΥΤ. Θυμάμαι την αφήγησή του και συγκινούμαι!
    Ο ανηλεής βομβαρδισμός του υψώματος από τους Ιταλούς ( δεν είναι πια…741! Ίσως 738) κατά την αφήγηση του παππού άφησε κατάλοιπα στον ψυχισμό του και κάποιο βράδυ μετά από πολλά χρόνια βγήκε «ξεμπλέτσωτος» από το σπίτι του γιατί τον ξύπνησαν οι μνήμες και ο φόβος.
    Μια και το έφερε η κουβέντα, ας αναφερθεί και το όνομα του ταγματάρχη Κασλά διοικητή της μονάδας που είχε την ευθύνη διατήρησης του υψώματος.

  38. Παναγιώτης Κ. said

    @31. Γεια σου Δημήτρη και από μένα. 🙂

  39. dryhammer said

    Εδώ στο νησί (μια και οι λέξεις είναι της ηπειρωτικής – παλιάς Ελλάδας), μόνο το γυμνός / γδυμνός και το τσίτσος / τσίτσιδος και τις (#33) τσιτσόκωλες έχομε.

  40. Παναγιώτης Κ. said

    @15,22. Τσίπρας από το Τσίπουρας και…Τσίπουρας ή Τσιπουράς από τα τσίπουρα (αυτό που μένει στο «βαένι» μετά από καμιά εικοσαριά μέρες από το πάτημα των σταφυλιών, αφού αφαιρέσουμε το κρασί)
    Τσίπουρο από τα τσίπουρα, τσικουδιά από τα τσίκουδα στην Κρήτη και ζιβανία στην Κύπρο.

  41. Παναγιώτης Κ. said

    @25. «Μάθε παιδί μου να ψάλλεις. Όποιος αποκτά σχέσεις με την Εκκλησία εξασφαλίζει καλό χαρτζιλίκι».
    Προτροπή πατέρα θεολόγου και ψάλτη συνάμα προς τον γιο του!

  42. MA said

    Καλημέρα σας,
    Βρε τι έμαθα πάλι σήμερα!

    Τις δυο πρώτες λέξεις δεν τις έχω ξανακούσει. Όσο για την τρίτη, η γιαγιά μου (μικρασιάτισσα) έλεγε —και το λέμε και εμείς στην οικογένεια— για κάποιον που έβγαινε χειμώνα καιρό ελαφρά ντυμένος: πού πας σαν το τσιρτσιπλάκι;

  43. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @ΣτοΔγιαλοΧτηνος (34), Παναγιώτης Κ.(38).

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

  44. sarant said

    42 Να μας πει και ο Δύτης ή όποιος άλλος αλλά νομίζω ότι στο τσιρτσιπλάκης το τσιρ είναι επιτατικό.

  45. Alexis said

    Καλημέρα.
    Σε Ξηρόμερο, Πρέβεζα, Λευκάδα λένε μόνο «ζόρκος» κάποτε μάλιστα και «ζόρικος» με εμφανές το ι. Την εκδοχή «ζάρκος» δεν την έχω ακούσει ποτέ, πιθανόν να λέγεται στα ενδότερα της Ηπείρου.
    Στο Ξηρόμερο επίσης έχω συναντήσει τα επώνυμα Γκόλιας και Κόλιος (που πιθανόν να είναι εξευγενισμένος Γκόλιος 🙂 )
    Ο ξεμπλέτσωτος νομίζω ότι δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τα άλλα τρία, σημαίνει γυμνός από τη μέση και πάνω, ή ξεμανίκωτος.
    Το «τσίτσιδος» δεν είναι ιταλικής προέλευσης; (Τσιτσιολίνα κλπ.)

    Ο Τσιπλάκος είναι πολύ σπανιότερος -μεγαλύτερη εστία στο Λεβίδι Αρκαδίας.

    Σπανιότερος γιατί; Υπήρχε και ο Αριστείδης Τσιπλάκος, επί χρόνια βουλευτής της ΝΔ στη Βοιωτία και υφυπουργός το 1990-93

  46. Pava said

    Ευχαριστούμε πολύ για την ανάλυση!Καθώς το σημερινό κείμενο με αφορά ιδιαίτερα λόγω επωνύμου να αναφερω μόνο πως οταν μια καλή φίλη απο την Τουρκία έμαθε το πλήρες ονοματεπωνυμο μου ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

  47. ΚΩΣΤΑΣ said

    > Το 1744-50 διετέλεσε δάσκαλος στη Σχολή του Τυρνάβου …. ο Δημήτριος Τσιπλάκογλου-Γυμνίδης.

    Νικοκύρη, πόθεν η πληροφορία; Ξέρω μόνο για Τζάρτζανο και Πέζαρο και κάποιους λιγότερο γνωστούς, όχι όμως με το όνομα αυτό.

  48. Γς said

    32:

    >Γκόλιο ονομάζεται μια από τις κορυφές της Πίνδου […] Πρόκειται για ένα εντελώς γυμνό από δένδρα βουνό.

    Λίγο Μουσόργκσκι;

    Νύχτα Στο Γκόλιο Βουνό

  49. 44 çırılçıplak, επιτατικό

  50. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    44 çırılçıplak = ολόγυμνος, επιτατικό όπως τα (ter)temiz = πεντακάθαρος, (bem)beyaz = κάτασπρος, (bom)bok = σκατά κι απόσκατα 🙂 κλπ.

  51. ΚΩΣΤΑΣ said

    Το τσιπλάκης εγώ το έμαθα στη Μακεδονία, δεν το ήξερα πριν. Το ξεμπλέτσωτος κυκλοφορούσε και σαν αστείο με τις καραμέλες. Αυτές που δεν είχαν περιτύλιγμα τις λέγαν καραμέλες ξεμπλέτσωτες.

  52. Μαρία said

    47
    http://dlab.phs.uoa.gr/index.php/scholes-tou-genous/details/1/318

  53. sarant said

    45 Το τσίτσιδος θεωρείται ηχομιμητικό. Η Τσιτσιολίνα δεν σήμαινε γδυτή, άσχετο αν γδυνόταν, αλλά παχουλούλα.
    Η σπανιότητα βάσει τηλεφωνικού καταλόγου.

    46 🙂

    47 Να, εδώ:
    http://dlab.phs.uoa.gr/index.php/scholes-tou-genous/details/1/318

  54. plintirio said

    Το ξεμπλέτσωτος μου θυμίζει το κρητικό ξεμπέτωτος ή ξεχαμπετωμένος που σημαίνει το να έχεις γυμνό το στήθος, το να είσαι πολύ ελαφριά ντυμένος ή
    να είσαι σχεδόν γυμνός στη περιοχή του στήθους.

  55. Γς said

    26:

    Τον Σωκράτη Γκιόλια τον ανέφερα ήδη στο Σχ. 4, Πάνο.

  56. Πάνος με πεζά said

    Άρα ο Μπλέτσας τί είναι;

  57. Μαρία said

    53
    Της παιδικής γλώσσας αλλά όχι ηχομιμητικό http://www.treccani.it/vocabolario/ciccia_(Sinonimi-e-Contrari)

  58. ΚΩΣΤΑΣ said

    52 – 53
    Νικοκύρη και Μαρία, ευχαριστώ.

  59. ΓιώργοςΜ said

    Η γιαγιά μου έλεγε «τσιτσάνικος» για το γυμνός. Αν δεν κάνω λάθος, «τσιτσία» είναι τα βυζιά στα Ποντιακά. Δεν ήμουν σίγουρος, όμως ο γούγλης..http://www.syllogos-pontion-amarantos.com/lexiko.htm#TT.
    Για το επώνυμο «Ζάρκος»: Θυμήθηκα ένα συμμαθητή με παρόμοιο επώνυμο, Ζαρκιάς, και το έψαξα στην ίδια σελίδα, με ελάχιστα (2-3) αποτελέσματα. Ίσως είναι παραφθορά;

  60. LandS said

    Με τον Ζάρκο τον πολύ ελαφριά ντυμένο, το μυαλό μου πέταξε στο γνωστό ουίσκι Cutty-Sark και το ομώνυμο όμορφο καράβι της ετικέτας του (πώς λέγεται το είδος ιστιοφόρου «clipper» στα ελληνικά; ) και το χαριτωμένο του ακρόπρωρο που παριστάνει τη μάγισσα Κάτι-Σαρκ ή ένα κορίτσι που φοράει ένα μικρό πουκάμισο (μισοφόρι; ), που στα σκωτσέζικα το λένε cutty-sark και ακούγεται βολικά κοντά στο δικό μας «κατάσαρκο» (αν υπάρχει) 🙂

    Στο etymoline λοιπόν:

    sark (n.)
    «shirt, body garment of linen or cotton for either sex,» late Old English serc «shirt, corselet, coat of mail,» surviving as a Scottish and northern dialect word, from Old Norse serkr, cognate with Old English serk (see berserk). But Gordon lists it as a loan-word from Latin sarcia; other sources are silent on the point. Lithuanian sarkas «shirt,» Old Church Slavonic sraka «tunic,» Russian soročka, Finnish sarkki «shirt» perhaps are all from Germanic.

  61. 53α, 57: Ciccio λένε και τον Πασχάλη (της γιαγιάς Ντακ) στα ιταλικά.

    https://www.google.gr/search?q=ciccio+disney+nonna+papera&oq=ciccio+disney&aqs=chrome.1.69i57j0l3.8276j0j7&client=ms-alps-full_konka6735_65u_l570s_l1-gr&sourceid=chrome-mobile&ie=UTF-8#imgrc=QrfxGLkswI3LDM:

  62. LandS said

    28 Είχα βάλει αλερτ Μαρία. Κρύο αστείο έκανα!

  63. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    60 > στα σκωτσέζικα το λένε cutty-sark και ακούγεται βολικά κοντά στο δικό μας «κατάσαρκο»

    Αμ δε…

    https://www.slang.gr/definition/17072-dekatesar

  64. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>γκολιόπιτα
    αβράκωτη μου την είπε η ξαδέλφη.Αλλά δεν είναι παραδοσιακή μας ,ούτε η πίτα ,ούτε τ΄ όνομα.Τώρα που το κοίταξα στη θεία Γκούγκλη, μάλλον από την τηλεοραση καθιερώθηκε κι ως τις νότιες εσχατιές.

    >>ζάρκος
    Ντρέπονται, λεν οι άτιμοι, να βλέπουν σ’ ένα ζάρκο
    με τ’ άγριο το λιοντάρι του κλειστόν τον Αϊ-Μάρκο.
    Αριστ.Βαλαωρίτη/Φωτινός/Άσμα Τρίτον 240
    http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=3&text_id=326

    Τσιπλακούδης συναντιέται στην Πιερία.

    Γκιόλι (άσχετο, όχι γκόλιο) : Επότισα τσι λεμονιές, τσι ΄καμα γκιόλι. Γερό πότισμα δηλαδή, πλημμάρισε το χώμα.

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    64β Ωχ, Φωτεινός

  66. Έφη, το γκιόλι είναι τούρκικο, göl=λίμνη.

  67. Πάνος με πεζά said

    Kαι ο Γκαστ Αβράκωτος.
    Δεν ξέρω «κατάσαρκο», αλλά ξέρω το «Πότε πρόλαβες και καπίνησες τέσσερα Μαλίμπορα;»

  68. ‘κολομπαρόπιτα’ λέγεται και στη Χαλκιδική η πίτα χωρίς φύλλο.
    Και γνωστή μας εκπαιδευτικός που είχε υπηρετήσει σ’εκείνα τα μέρη είχε δει σε μαθητική έκθεση «Ητανε φθινόπωρο και τα δέντρα ήταν κολόμπαρα» (=χωρίς φύλλα).

  69. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    68 😉

  70. voulagx said

    #30: Η γκολιο μου θυμιζει την πασπαλισμενη πιτα (=pitâ pâshpâglitâ, το gl συμβολιζει το λ της Αμαλιας) αλλα μονο με τυρι, χωρις κολοκυθια.

  71. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @60. LandS said:
    «…
    πώς λέγεται το είδος ιστιοφόρου «clipper» στα ελληνικά;
    »

    Κλίππερ. 🙂

    Πρώτη μέρα τοῦ Μαγιοῦ
    πάει τὸ κλίππερ τοῦ τσαγιοῦ

    ἀπὸ τὸ «Νανούρισμα γιὰ μωρὰ καὶ γέρους» τοῦ Νίκου Καββαδία.

  72. Emphyrio said

    Αρα και το επιθετο Ζαρκαδας και Ζαρκαδουλας στην Καρδιτσα προερχονται απο τον Ζαρκο ή τον ζαρκο και οχι απο το ζαρκαδι;

  73. spatholouro said

    Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος («Λεξικόν της καθ’ ημάς ελληνικής διαλέκτου», 1835):

    ΓΥΜΝΟΠΟΔΗΣ. ίδ. Ξυπόλυτος. (συνεκδ. και μεταφορ. άνθρωπος του όχλου, κακοήθης, ο Τουρκ. μπαλδίρ-τσιπλάκης)

  74. Μυλοπέτρος said

    Τσιτσιολινα σημαινει την καλοκρεατωμενη. Απο το τσιτσι (;). Το γυμνο υποτιμητικα τονε λεγανε στο χωριο μου κοουκαρο. Σαν να λεμε ξεβρακωτος. Πιθανον να προερχεται απο το κουλουκι. Το σκυλακι στα τουρκικα.

  75. Πάνος με πεζά said

    Ο γυμνός σα Ποντιακά εν «τσάτσαλος».

  76. Μυλοπέτρος said

    Κοουκαρο. Κουλουκαρο.

  77. Μυλοπέτρος said

    Καλοκρεατωμενη και ορθοκαπουλη. Νομιζω αυτες τις δύο λεξεις τις χρησιμοποιει μαζι ο Καζαντζακης.

  78. MA said

    Νικοκύρη, Δύτη, ευχαριστώ

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    66. Πολύ σ΄ευχαριστώ! Μπορεί και να μου το ξαναείπες,όταν το ξανάφερε η κουβέντα ,αλλά δεν καταγράφει πια το νιονιό. 🙂

    74. Τσιτσόνα νόμιζα πως λένε τις κοπέλες τις τροφαντούλες αλλά ιδίως τις με πλούσιο στήθος οι φίλοι μου οι ιταλοσπούδαχτοι (Γς,πληζ μη βάλεις τη γνωστή φωτό) και τσιτσιολίνα το χαϊδευτικό, φαντάστηκα.

  80. Χρίστος Δάλκος said

    Γιά τό «ζάρκος» παραθέτω μιά σημείωση ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ἀπό τό Ἀρχεῖο τοῦ ΚΕΝΔΙ-ΙΛΝΕ:

    «Η λ. θεωρείται σλαβικής ή αλβανικής προελεύσεως, πβ. «Κατά τους μέσους χρόνους συνδέεται το όνομα τούτο προς το του Σέρβου ηγεμόνος Ζάρκου…» Λαογρ. 6, 236 [Επειδή πολλές λέξεις αναφερόμενες στην γύμνια φαίνεται να σχετίζωνται με το ζαρκάδι, πβ. ζαρκάδι ΙΙ (= γυμνό πουλί) ζαρκάδα (= «γυμνή» λαχανόπιττα, ζαρκόπιττα) ζαρκαδιάς (= πάμπτωχος, «γυμνός»), ζαρκαδοπαφίλι, ζαρκαδοπαφίλης, ζαρκοπαφίλης (= μεταξύ άλλων: φτωχός) κ.λπ., είναι πιθανό ότι το επίθ. ζάρκος προέρχεται κατά μεταφοράν εκ του ζαρκάδι – όπως έχει επισημανθή και από άλλους (πβ. «ζάρκος και ζόρκος, ζορκάς και ζόρξ παρά τοις αρχ., αντί δορκάς και δόρξ» … επειδή και το ζαρκάδιον είνε γυμνόν μεγάλων τριχών ή μαλλίου» Συλλ. 8) -, πβ. ζάρκα γίδα. Την ετυμολόγηση αυτή φαίνονται να επιβεβαιώνουν οι τύποι ντόρκος (= γυμνός, ξεσαμάρωτος, ελεύθερος), ντορκεύω (= αφήνω ελεύθερο, κυρίως ζώο) κ.λπ.]

    Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ, μπορεῖ κάποιος ἐπαΐων νά μᾶς πληροφορήσῃ τί τό ἰδιαίτερο ἔχει ὁ κῶλος τοῦ ζαρκαδιοῦ, ὥστε νά περιλαμβάνεται στήν παροιμιώδη εὐχή «Σάν τούν κόλου τ᾿ ζαρκάδας ν᾿ ἀσπρίσ᾿ν κί νά γιράσ᾿ν»;

    Γιά τό «τσιπλάκης» καί «τσιρτσιπλάκι» εἶναι φανερό ὅτι ἡ ἐσωτερική σύγκριση μπορεῖ νά ἐφαρμοσθῇ καί στήν περίπτωση τῆς τουρκικῆς ἡ ὁποία, πλήν τοῦ çıplak καί τοῦ çırçıplak διαθέτει καί τόν ταυτόσημο τύπο çırılçıplak. (Ἐκτενής ἀναφορά στό ἄρθρο τοῦ ὑποφαινομένου «Κυπρ. κουρτουμπέλ-λα – κ.ν.ἑ. κουτρουβάλα: Ἐνδοσυγκριτικές συσχετίσεις καί προεκτάσεις», Νεοελληνική Διαλεκτολογία, τ. 5).

    Κατά τήν γνώμη μου δέν πρόκειται γιά ἐπίταση, ἀλλά μᾶλλον γιά ἁπλοποίηση, πρβλ. καί τά ν.ἑ. τσίτσι – μπλάκι, τσιτσιμπλάκ, τσιτσιμπλάκι, τσιτσί – πλακάκι, τσιτσιμπλέτσης, τσιτσιμπλέτσι, τσίτσ᾿ μπλ΄έτς, τσίτσιμπλος, τσ΄ούτσ΄ουπλος, τσιτσιπλάκ᾿ς, τσ΄ίρ τσ΄ιμπλάγους, τσίρ τσιπλάκ᾿ς, τσίτσιπλο, τσέτσιπλος, τσιτσιπλή, τσ΄ίτσ΄ικα πουλλάτσια (;) κ.λπ.

    Δέν μπορεῖ νά ἀποκλεισθῇ μιά σχέση τοῦ α΄ συνθετικοῦ μέ τό ἑλληνικό τίτιρος καί τίτσιρος καί τσίτσιρος καί τσίτσιδος [ἠχοποίητο ἐκ τοῦ τουρτουρίζω, ταρταρίζω, σουρσουρίζω κ.λπ., πρβλ. «διὸ καὶ Τάρταρος οὗτος͵ ὑπὸ ψυχρότητος͵ κέκληται (δηλοῖ δὲ καὶ Ἡσίοδος εἰπὼν Τάρταρά τ᾿ ἠερόεντα) καὶ τὸ ῥιγοῦντα πάλλεσθαι καὶ τρέμειν ταρταρίζειν.» Πλουτ. 2. 948F, ποντ. τσάτσαλος ἤ τζάτζαλος (= γυμνός), τζίτζιλος (= ὁλόγυμνος), σουρσουρέας (= ὁ εὐαίσθητος εἰς τό ψῦχος καί τρέμων) κ.λπ.]

    Τέλος, γιά τό τοπωνύμιο Γόλος / Βόλος ὑπάρχει μιά παλιά διαμάχη μεταξύ Χατζιδάκι – Τσοποτοῦ (βλ. καί Γ. Χατζιδάκι, Γλωσσολογικαὶ Ἔρευναι, τ. Β΄, σ. 545-551), ὅπου ὁ μέν Χατζιδάκις ὑποστήριζε τήν σλαβική προέλευση τοῦ τοπωνυμίου, ὁ δέ Τσοποτός τήν ἑλληνική.

    Μή νομίσουμε, ὅμως, πώς ὁ Χατζιδάκις τό ἔκανε ἀπό ἀντεθνικιστική διάθεση, ἁπλούστατα, δέσμιος τῆς νεογραμματικῆς θεωρίας, δέν ἤθελε νά παραδεχθῇ ὡς ἀρχαιοελληνική τήν ἐναλλαγή β/γ. Βέβαια, καί μόνο ἡ ἐναλλαγή στό ἀρχαῖο καί νέο ἑλληνικό βουνός / γουνός τόν διαψεύδει.

  81. ΣΠ said

    Το όνομα του Ζάρκο Πάσπαλι πράγματι προέρχεται από το žar που στα σερβοκροατικά σημαίνει αναμένα κάρβουνα.

    Το «τσιπλάκης» το έχω ακούσει από την μικρασιατικής καταγωγής μητέρα μου. Έτσι με έλεγε όταν κυκλοφορούσα μέσα στο σπίτι μόνο με ένα σορτσάκι.

  82. spatholouro said

    #80
    Μήπως επειδή η ζαρκάδα, λέει, έχει ένα άσπρο μπάλωμα στον πισινό;

    Δέν έχει ουρά, ούτε ο ζάρκος, ούτε ή ζαρκάδα. Ό πισινός του έχει ένα άσπρο μπάλωμα. «Ή ουρά τής δορκάδος σχεδόν αόρατος σημειούται μέ μιά λευκή κηλίδα» γράφει ή ζωολογία.

    https://www.google.gr/search?q=%CE%B4%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%82+%CE%B6%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CE%B4%CE%B1&client=firefox-b&dcr=0&source=lnms&tbm=bks&sa=X&ved=0ahUKEwjZzOPE4fDYAhUQZlAKHXGOBscQ_AUIDygA&biw=1024&bih=588

  83. Το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη said

    Για τον ελαφρά ντυμένο υπάρχει και το «ξεζάρκωτος».

  84. divolos said

    80
    Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ, μπορεῖ κάποιος ἐπαΐων νά μᾶς πληροφορήσῃ τί τό ἰδιαίτερο ἔχει ὁ κῶλος τοῦ ζαρκαδιοῦ, ὥστε νά περιλαμβάνεται στήν παροιμιώδη εὐχή «Σάν τούν κόλου τ᾿ ζαρκάδας ν᾿ ἀσπρίσ᾿ν κί νά γιράσ᾿ν»;

    Χωρίς να είμαι επαΐων, απλά είναι κάτασπρος. Γκουγκλάρισε «ζαρκάδι φωτογραφίες» και θα το διαπιστώσεις.

  85. divolos said

    Με πρόλαβε το 82.

  86. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    80. «διὸ καὶ Τάρταρος οὗτος͵ ὑπὸ ψυχρότητος͵ κέκληται
    Λέτε να είναι από τον «συγκοπτόμενο» Τάρταρο ο κρητικός ταρός =ανεμος,αέρας.
    «Μαζωξε τα ρούχα θα τα σηκώσει ο ταρός»
    «Που να σε πάρει ο ταρός! » λάιτ διολόστελμα ή «το πήρε ο ταρός» για κάτι που εξαφανίστηκε ξαφνικά σαν να το πήρε ο άνεμος

  87. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χρησιμοποιούσαν (και) οι παλιοί κάτω το ολόγδυμνος αλλά και το ολοτσίτσιδος ή τσιτσίδι

  88. Γιάννης Ιατρού said

    60/63 cutty-sark
    Δεν μου τα λέτε καλά, άλλα λέει ο λαός 🙂

  89. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88 γλώσσα λαού:
    «Μην πασαλείβετε τη λεκάνη με ακαθαρισίες»
    (Από τουαλέτα δημόσιας υπηρεσίας)

  90. spatholouro said

    #86
    Εδώ κάτι λέει ο Κ. Μηνάς:

    ταρός ‘άνεμος’ και το ρ. πιάνω ‘λαμβάνω’210. ταρός, ο, πάντα στην επιρρηματική φρ. αλλού ταρού Κάρπ. (Έλ.). Φρ. Ήπιασετ τα χαρκιά/τα ρούχα του και τα ‘ριξεν/τα σκόρπισεν αλλού ταρού (= εδώ και εκεί). Από τη λ. ταρός ο ‘άνεμος’ Κρήτη211 και Λάστα Πελπν.212, που ανάγεται στο «ταρόν ταχύ» του Ησυχίου, το οποίο ο Α. ΤΗιιιτιο., ΗεΙΙ., 91 ανάγει στο (ο)τρ^ρος>δωρ. *τραρός και το σχετίζει με το επίσης Ησυχιανό «τρηρόν έλαφρόν». Πβ. και ταρός, ο ‘καιρός, εποχή’ Καππαδ. Λαογραφία …

    https://www.google.gr/search?q=%22%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82%22&client=firefox-b&dcr=0&tbm=bks&ei=OJ1oWszIL8mMkgX4oK4I&start=0&sa=N&biw=1024&bih=615&dpr=1

  91. Α, ακριβό το έχει το Κατεσάρ το μπακάλικο.

  92. Χρίστος Δάλκος said

    82 (Spatholouro) 84 (Divolos) Αὐτό εἶναι. Εὐχαριστῶ

  93. 23, … από την περιοχή της Κόνιτσας … ο προπάππους, που εντωμεταξύ είχε γίνει κτηνοτρόφος και νομάς, προκειμένου να ξεγλιστρά από τις τουρκικές αρχές, αλλού χρησιμοποιούσε το Γιάννης Συριέλας (σύρε-έλα), αλλού το Γιάννης Σκαπετοράχης

    Σκαπετοράχης ήταν και κρεοπώλης σε Ελαιώνα Αχαΐας (δίπλα στο Διακοφτό), παλιός οικογενειακός φίλος των θείων μου. Δεν θυμάμαι την καταγωγή του, αλλή ξέρω πως υπήρχαν ηπειρώτες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή.

  94. 89: Να γραπωθώ από την ευκαιρία, και να πω για μία λεπτή εννοιολογική διαφορά στην μετάφραση, που καθιστά όμως την χρήση της τουαλέτας αδύνατη από αγγλόφωνους. Σε πινακίδα που είδα σε τουαλέτα:

    Ελληνικά: «ΜΗΝ ΡΙΧΝΕΤΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΛΕΚΑΝΗ».

    Αγγλικά: «DON’T THROW ANYTHING IN THE TOILET.»

    (Η υπογράμμιση δική μου).

  95. Στην Θεσσαλία και το επώνυμο «Γκούλιος».
    Δεν ξέρω την προέλευσή του.

  96. 94: Τώρα που το ξαναβλέπω, τα labels στις γλώσσες ήταν μάλλον άχρηστα! 😛

  97. sarant said

    Μάθαμε και για τον πισινό της ζαρκάδας 😉

  98. niki reppou said

    @93 Υπάρχει και Συρεγγέλας και το Σουρταφέρτας

  99. niki reppou said

    @16,34
    Ανατολική πεδινή Θεσσαλία:
    α) μπλατσαρώνω = επιχρίω επιφάνεια κακότεχνα, χωρίς επιμέλεια, πετώντας το ρευστό επίχρισμα (ασβέστη ή λάσπη, τότε) άτσαλα και με χαρακτηριστικό θόρυβο: (Μ)πλάαατς! Ίσως γι΄αυτό και η πιτα χωρίς φύλλο, που δεν χρειάζεται ιδαίτερη τέχνη, να λέγεται μπλατσαριά και μπλατσάρα. Αν και εμείςεδω τη λέμε κουρκουτόπιτα ή μπατζίνα.

    β) Το μπατσαριά τείνω να το συσχετίζω με το μπάτσος ή μπάτσα, σφαλιάρα συνήθως στο μάγουλο ή το σβέρκο, που κι αυτή ρίχνεται με ανάλογο τρόπο (παλάμη) και κάνει ανάλογο θόρυβο: Μπ(λ)ααατς.

    Για το μπάτσος=χωροφύλακας δεν ξέρω!

    @45 Συμφωνώ: ξεμπλέτσωτος=ξεμανίκωτος και με ανοιχτό το ρούχο στο στήθος

    ξεμπλετσώνομαι, ξεγκολιάζομαι (Αρά, τι ξιγκουλιάσκεις ιετσι, θα κρυώεις. Ντιπ ξιγκούλιατους βγήκι όξου.

    Αντίθετο: μπουμπουλώνομαι = ντύνομαι βαριά, τυλιγομαι μέχρι το κεφάλι για το κρύο.

    Απο τη μπουρμπούλα, μεγάλη μαντήλα– μέρος της φορεσιάς– που οι γυναίκες τύλιγαν με επιμέλεια γύρω από το κεφάλι τους ώστε να καλύπτει και την περιφέρεια του προσώπου, καμμιά φορά ακόμη και το στόμα και τη μύτη. Μας θυμίζει κάτι;

  100. sarant said

    Ευχαριστούμε!

  101. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    98. και Σαπέρας και Σακάτος 🙂

  102. Βόνης Παπασεραφείμ said

    Υπάρχει και τρίτος βουλευτής της Ν.Δ. με σχετικό επίθετο, εκτός των Τσιπλάκου και Τσιπλάκη, ο βουλευτής Χαλκιδικής Τσιουπλάκης. Το επίθετο Τσιουπλάκης, προέρχεται όμως από το τσιπλάκης;

  103. sarant said

    102 Με επιφύλαξη ναι

  104. Γς said

    97:

    >Μάθαμε και για τον πισινό της ζαρκάδας

    Να μάθουμε και για το μπροστινό του ζαρκαδιού.

    Η λέξη musk προέρχεται από σανσκριστικά και σημαίνει όρχις.

    Κάπου εκεί [στο κατώτερο τμήμα του στεατοπυγικού συστήματος(!) του αρσενικού ζαρκαδιού] είναι ο αδένας που παράγει τον βασιλιά των αρωμάτων τον Μόσχο.

    » Όλοι έχουν ακούσει για το άρωμα του Mόσχου, όλοι χρησιμοποιούν τη λέξη μοσχοβολάω , αλλά λίγοι είναι αυτοί που τον έχουν μυρίσει.
    Αναδύει ευωδιές που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν με ευκολία όσες λέξεις και αν επιστρατεύσουμε.

    Ο μόσχος ήταν ένα δημοφιλές άρωμα ήδη στη αρχαία Ελλάδα. Όμως το κυνήγι του μικρού ζώου έχει πλέον απαγορευτεί και οι αρωματοποιοί προχώρησαν στη χρήση συνθετικού μάσκ.

    Συστατικό πολλών φημισμένων αρωμάτων, ο μόσχος συχνά προστίθεται σε σαπούνια, αφρόλουτρα, καλλυντικά και αρωματικές κρέμες σώματος.

    Όταν είναι γνήσιος (γιατί υπάρχει και συνθετικός), έλκει θαυμάσια τα θηλυκά ζαρκάδια μοσχοδορκάδες (Moschus moschiferus), αφού πρόκειται για τις φερομόνες με τις οποίες το αρσενικό ζώο σηματοδοτεί την επικράτειά του.

    Χρησιμοποιείται από αρχαιοτάτων χρόνων ως μυρωδικό για το σώμα αποτελώντας ένα πανάκριβο ζωικό προϊόν που θεωρείται ότι ξετρελαίνει τις γυναίκες, όπως ακριβώς και τα ζαρκάδια

    Άρωμα μυστηριώδες, λιμπιντικά εξωτικό… Δεν μπορεί να περιγραφτεί επειδή έχει κάτι το πολύ προσωπικό και κάτι το αρχέγονο. Είναι η βαθιά ιστορία της φύσης και της ζωής. Αυτήν η υπέροχη ουσία είναι ο στυλοβάτης της βιομηχανίας αρωμάτων.
    Βαριά μυρωδιά, στέρεη, μας δίνει νότες βάσης στα αρώματα. Όταν στη σύνθεση ενός αρώματος προστεθεί ο μαύρος Mόσχος, το άρωμα είναι περιζήτητο, δημοφιλές, αλλά και πιο ακριβό από τα υπόλοιπα.
    Η αξία του μαύρου μόσχου είναι αρκετά μεγαλύτερη από ένα ακόμα σπάνιο υλικό ζωικής προέλευσης, το ελεφαντοστό , ο Mόσχος είναι ακριβότερος και από το χρυσό».

    Βίκη

  105. ΚΩΣΤΑΣ said

    99
    > Αρά, τι ξιγκουλιάσκεις ιετσι, θα κρυώεις. Ντιπ ξιγκούλιατους βγήκι όξου

    Γειά σου πατρίδα! 🙂

  106. Φαρμακωμενο Πιονι said

    Στα Καρδιτσιωτικα επιθετα να προσθεσω το παρομοιο «Ζαρκινος», και για το «Σαπερας» υπαρχει οπωσδηποτε σαν παραλλαγη το «Σιαπερας» (οπως ο πασιγνωστος Τριανταφυλλος).

    Το «ξεμπλετσωτος» οντως σημαινει «ημιγυμνος», αν και χρησιμοποιειται μαλλον καθ’ υπερβολην.

  107. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    104 !
    η βιομηχανία των αρωμάτων προτιμά να χρησιμοποιεί για τα αποκαλούμενα «ανδρικά» αρώματα βάσεις ζωικής προέλευσης και κυρίως τον μόσχο (προέρχεται παραδοσιακά από τη μοσχογαλή) και για τα γυναικεία κάτι πιο ελαφρό συνήθως κοντά στο άρωμα της πορτοκαλιάς.
    http://www.tovima.gr/science/article/?aid=435999

  108. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μόσχος Musk. Είναι το όνομα που δόθηκε αρχικά στην ουσία με δριμεία οσμή που λαμβάνεται από τον γεννητικό αδένα των αρρένων μοσχοδόρκας. Η ουσία έχει χρησιμοποιηθεί ως δημοφιλές σταθεροποιητικό άρωμα από αρχαιοτάτων χρόνων και είναι από τα πιό ακριβά προιόντα ζωικής στον κόσμο. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ο μόσχος χρησιμοποιούντο ευρέως στην αρωματοποιία μέχρι οικονομικά και ηθικά κίνητρα οδήγησαν στην κατσκευή συνθετικών μόσχων. Η σύγχρονη χρήση του φυσικού μόσχου περιορίζεται στην παραδοσιακή κινέζικη ιατρική.
    http://titanis.pblogs.gr/tags/moschogali-gr.html

  109. Πάνος με πεζά said

    Πάντως λέγεται ότι τα δισύλλαβα «κοντά» επώνυμα, ιδίως και με το «ου» στην πρώτη συλλαβή (Μπούρας, Γκούρας, Μπούτας κλπ.) είναι ηπειρώτικα ή πάλι, από την άλλη μεριά της Πίνδου (ορεινή Θεσσαλία ή πρόποδες Πίνδου).

  110. Γς said

    Είπαμε. Φερομόνη.

  111. Γς said

    110->108

  112. Μαρία said

    103
    Ανεπιφύλαχτα. Υπάρχει κι ο τύπος τσιουπλάκ’ς. Ο βουλευτής βέβαια βρίσκεται στα θυμαράκια εδώ και πολλά χρόνια.

  113. Μαρία said

    μαρμάαααγκα

  114. Με το συγγραφέα Γιώργη Ζάρκο, όπως και άλλους πολλούς θεωρούμενους ελάσσονες (έως και ουτιδανούς που έλεγε και ο Γιάννη Βαρβέρης), ασχολείται ο φοβερός Διαμαντής Καράβολας των εκδόσεων και του βιβλιοπωλείου «Φαρφουλάς».

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  115. 108, … των αρρένων μοσχοδόρκας …

    Αυτές οι αρρένες με μοσχοδόρκες
    – (ζευγ)άρωμα μόσχου με δόρκα –
    έχουν αφήσει ιστορία που κρατάει χρόνια!

  116. 27 ΣτοΔγιαλοΧτηνος said: «25 Τα πετακανάδια ίσως σχετίζονται με το τουρκ. kanat = φτερό».

    #Ολοφάνερο είναι, νομίζω, ότι προέρχεται από το ρήμα «πετώ». Άλλωστε το λέγαμε για τα πουλάκια (συνήθως σπουργιτάκια) που μόλις έβγαζαν φτερά και δοκίμαζαν να πετάξουν. Μερικές φορές μάλιστα αποτύγχαναν και καθηλώνταν στο έδαφος. Τα μαζεύαμε τότε και τα ξαναβάζαμε στη φωλιά τους.

  117. 97,

    Της μαϊμούς δεν είναι που βγάζει μάτι;
    (Δεν βάζω φωτογραφία.)

  118. Μαρία said

    112
    παντρεύτση έναν τσιουπλάκ’ τσι ψουφά στ’ πείνα 🙂
    https://www.google.gr/search?client=firefox-b&dcr=0&ei=xdNoWqfVJsmKsAHzqqHwDg&q=%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BA&oq=%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BA&gs_l=psy-ab.3..35i39k1l2.14493.16669.0.18302.3.3.0.0.0.0.171.498.0j3.3.0….0…1c.1.64.psy-ab..0.3.496….0.ZWb7TEDQf3M

  119. sarant said

    114 Πράγματι, είχε βγάλει τους Λιβέλους του

  120. Μαρία said

    117
    Για το δέρμα που κοκκινίζει απ’ τον ήλιο έχουμε την παρομοίωση «σα μαϊμουνόκωλος».

  121. Πέπε said

    @26: > > Από το «Γκόλιας» και την παραλλαγή Γκιόλιας…
    @6: > > Αλλη ρίζα πρέπει να είναι ο Γκιόλιας.
    @66: > > Έφη, το γκιόλι είναι τούρκικο, göl=λίμνη.

    Τα Γκιόλια, πιθανώς η ίδια λέξη που αναφέρατε, λίμνες, τα ξέρω ως είδος μικροτοπωνυμίου στον Θεσσαλικό κάμπο. Υπάρχει εκεί -ίσως και αλλού- μια συνήθεια που αν την έχω καταλάβει σωστά (κάνας ντόπιος εδώ θα βοηθήσει) είναι ως εξής:

    Ονοματίζουν τα χωράφια μ’ ένα «προσωπικό» όνομα. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται γι’ αυτές τις ονομασίες είναι στην πραγματικότητα τοπογραφικές περιγραφές, γίνονται όμως σχεδόν ονόματα από την άποψη ότι ένα χωράφι αναφέρεται πάντοτε με μία συγκεκριμένη λέξη, όχι με άλλη συνώνυμη. Έτσι, γνωστοί μου έχουν χωράφια με τα ονόματα Αμμούδα, Μεριάς και Γκιόλια – αλλά και άλλοι έχουν χωράφια με τα ίδια ονόματα, όπως έχει πολλούς Γιάννηδες και Μαρίες. (Δε λένε όμως ποτέ «ένας μεριάς», λένε πάντα «ο Μεριάς».)

  122. 117, 120 έβλεπα πρόσφατα ένα ντοκυμανταίρ γι’ αυτό το άσκημο μαϊμούδι

    πήγε ο (βρετανός) να καλαμπουρίσει και ο ντόπιος του απάντησε πως το αποκαλούν «βρετανό τουρίστα»

    https://en.wikipedia.org/wiki/Red-faced_spider_monkey

  123. 120, 😀

    Δεν το ´χα ακούσει μονολεκτικά!

  124. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Ο ζάρκος έχει για μένα ετυμολογηθεί πειστικά. https://sarantakos.wordpress.com/2012/12/07/zanzarzeb/#comment-147992

  125. Πέπε said

    @99:

    > > [?]Ανατολική πεδινή Θεσσαλία:

    μπουμπουλώνομαι = ντύνομαι βαριά, τυλιγομαι μέχρι το κεφάλι για το κρύο. Απο τη μπουρμπούλα, μεγάλη μαντήλα– μέρος της φορεσιάς– που οι γυναίκες τύλιγαν με επιμέλεια γύρω από το κεφάλι τους ώστε να καλύπτει και την περιφέρεια του προσώπου, καμμιά φορά ακόμη και το στόμα και τη μύτη. Μας θυμίζει κάτι;

    Πώς βγαίνει το μπουμπουλώνω από την μπουρμπούλα; Μήπως σχετίζεται με το κοινό μπαμπουλώνω; Το ΛΚΝ λέει:

    μπαμπουλώνω [babulóno] –ομαι Ρ1 : (λαϊκότρ.) τυλίγω με κάλυμμα, συνήθ. μαντίλα, κασκόλ κτλ., το κεφάλι ή και μέρος του προσώπου, συνήθ. για να προφυλαχτώ από το κρύο: Έτσι μπαμπουλωμένη που κυκλοφορείς δεν μπόρεσα να σε γνωρίσω.

    Το παράγει δε, κάπως επιπόλαια κτγμ, από τον «μπαμπούλα».

    Όσο για το τελευταίο ερώτημα, ναι, φυσικά μας θυμίζει. Και στην Κάρπαθο, όπου τα ήθη είναι τόσο συντηρητικά ώστε οι ηλικιωμένες φορούν ακέραιη την παραδοσιακή τους φορεσιά, και στην Κρήτη όπου είναι λίγο πιο μπροστά τα πράγματα, έχω δει σήμερα ακόμη γυναίκες να φοράνε, ουσιαστικά, φερετζέ ή μαντίλα. Φαντάζομαι σε όλη την επαρχία. (Δεν είναι σε καμία περίπτωση μουσουλμανική ιδιαιτερότητα. Μουσουλμανική ιδιαιτερότητα είναι η πλατιά διαδεδομένη εμμονή στη διατήρηση μιας πολύ ευρύτερης, παλιότερα, συνήθειας, που εδώ -ορθόδοξοι Έλληνες- έχει χαθεί από το προσκήνιο αλλά όχι και από προσώπου γης.)

  126. Tah ala tahalasa said

    Δεν ξέρω αν το είπε κανείς Ζάρκο είναι κι ένα αρκετά μεγάλο χωριό ανάμεσα σε Τρίκαλα κ Λάρισα.
    Άλλη έκφραση που ξέρω για ελαφριά ντυμένο είναι το » στα γιλεκια» ( επίσης μπορεί κάποιος να το είπε)

  127. Πέπε said

    @126:
    Καλά κάνεις και το αναφέρεις.

    Σαφώς και το είπε κάποιος, συγκεκριμένα υπάρχει στο άρθρο: > > «Πώς πολεμάει η κλεφτουριά το τούρκικο τουφέκι / πώς πολεμούν οι Έλληνοι ζάρκοι και στο γελέκι». 🙂 Αλλά το ότι πρόκειται για ειδική έκφραση δεν το ξέραμε (τουλάχιστον εγώ).

  128. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Κι αυτό που ήταν εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2012/12/07/zanzarzeb/#comment-148006 και δεν υπάρχει πια:

    [IMG]http://i63.tinypic.com/14uyk5w.jpg[/IMG]

  129. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Ή μήπως αυτό το λινκ;

  130. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Α ωραία! Τώρα φαίνεται…
    Και το υπόλοιπο του λήμματος:

  131. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Κι επειδή εδώ και 5 χρόνια χρωστάω μια απάντηση στο φίλο Βασίλη και το σχόλιό του εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2012/12/07/zanzarzeb/#comment-148004 ορίστε και το μπλέτσι (συγγνώμη Βασίλη…):

  132. ΚΩΣΤΑΣ said

    121 Πέπε
    > Αμμούδα, Μεριάς και Γκιόλια
    αμμούδα: περιοχή αμμουδερή, πιθανόν και παραποτάμια.
    μεριάς ή περιφέρεια: κοινόχρηστη περιοχή, κοντά σε κάθε χωριό, με χρήση κυρίως ως βοσκότοπος- πρόβατα, αγελάδες, άλογα – για παλιά μιλάμε, τώρα άλλαξαν κάπως τα δεδομένα.
    γκιόλα ή γκιόλες: μέρος που λιμνάζει βρόχινο νερό.

  133. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Ο Γκόλιας, θα μπορούσε να είναι και Κόλιας ( τον Γκόλια > ο Γκόλιας.

  134. Μαρία said

    125
    Μπαρμπούλα σε μας είναι μόνο η μαύρη μαντίλα που φορούσαν οι βαρυπενθούσες.

    129
    Σκέτους παφίλ’ς τι θα πει;

  135. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    129 >>ζαρκολαίμα κότα
    γδαρολαίμα όρνιθα ,γδαρολαίμης πετεινός

    121 .Ναι ,Αμμούδα, Αμμουδάρα (γκουκλ ιτ 🙂 ) και αμμούτσες ,παραθαλάσσια κτήματα με έδαφος υφάλμυρο εννοείται.

  136. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    134. κι εγώ αναρωτήθηκα για τον παφίλς 🙂
    Λέγαμε μπαφίλους τα κυνηγετικά φυσίγγια όταν ήταν άδεια.Στον κάθε μπάφιλο,στον πάτο, εφάρμοζαν το καψούλι με ένα εργαλειάκι σαν πένσα και μετά μ΄ενα σεσουλάκι μικροσκοπικό σαν δαχτυλήθρα,τα γεμίζαμε με μπαρούτι και σκάγια και στο τέλος μ΄ένα άλλο εργαλείο(πώς διάτανο λεγόταν;) εφάρμοζαν πιεστά την τάπα. Κι αν έχω γεμίσει μπαφίλους τέτοιους.Τους πουλάγαμε και γεμάτους και άδειους.Όπως και μπαρούτι και σκάγια με τα γραμμάρια στη ζυγαρίτσα.

  137. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #134β
    Πάφ(ι)λας πάντοτε νόμιζα ότι είναι κάποιο μεταλλικό υλικό, φτηνιάρικο. Έχω στο μυαλό μου τη φράση «ο πολυέλαιος δεν αξίζει τίποτα, είναι παφλένιος». Πότε δεν το έψαξα. Πάω να δω αν υπάρχει κάτι και, αν προκληθώ, θα προβώ σε αποκαλύψεις! 🙂

  138. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Έχει ο Μπόγκας (γλωσσικά ιδιώματα ηπείρου, σ. 299): παφίλι=τενεκές (Πρέβεζα), στα Γιάννενα, πάφλας είναι ο γυαλισμένος στη μια επιφάνεια τενεκές.

    Δηλαδή, παφίλης είναι μεν τενεκές, αλλά όχι ξεγάνωτος, γανωμένος! 😀

  139. ΓιώργοςΜ said

    >ζαρκολαίμα κότα, γδαρολαίμα όρνιθα
    Τσιτσανολαίμα το θυμάμαι εγώ (μου έρχονται οι μνήμες σε δόσεις, πάνε και καμμιά τριανταπενταριά χρόνια που έχω να το ακούσω).

  140. Μαρία said

    138
    🙂
    Ο Αραβαντινός, που δεν είδα πρωτύτερα απο τεμπελιά, έχει τα παφύλια: αι εκ κιτρίνου λευκοσιδήρου (τενεκέ) ζώναι του καρυοφυλλιού.

  141. Spiridione said

    υπάρχει και στο ΛΚΝ
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%82&sin=all

  142. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #138
    Στον άλλο τόμο, ο Μπόγκας λέει ότι ζορκοπαφίλης είναι ακριβώς ο ξεγάνωτος τενεκές. 🙂

  143. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #141
    Φαίνεται τελικά να είναι πανελλήνια (;) λέξη, κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.

  144. leonicos said

    Τι να πω κι εγώ τέτοιαν ώρα για λέξεις που δεν ήξερα και σημασίες που δεν είχα φανταστεί.

    Τι θέλω και ανακατεύομαι…. που λέει και ο μέντοράς μου

  145. spatholouro said

    Για πανελλήνια ξέρω τον πάφιλα. Ο δέ Σταματάκος αφιερώνει 9 αράδες στον πάφιλα και 7 αράδες στο παφίλι

  146. Γιάννης Ιατρού said

    131: Γρηγόρη, αυτά είναι από τούτο ‘δώ;

  147. Μαρία said

    142
    Λογικό. Παφίλης ο γανωμένος, ζαρκο… ο ξεγάνωτος.

  148. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    παφίλι
    και παφύλλι και μπαφίλι, το [πάφιλας]
    1. τεχνολ. μικρό τεμάχιο από ορείχαλκο
    2. ορειχάλκινο κόσμημα στο κοντάκι ή σε άλλα ξύλινα τμήματα τών παλαιών όπλων
    3. ορειχάλκινο δοχείο κρασιού χωρητικότητας 100 δραμιών, το κατοστάρι, το κατοσταράκι. http://greek_greek.enacademic.com/127892/%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B9

  149. BLOG_OTI_NANAI said

    Γκόλιους τσίτσιρους = Ολόγυμνος

    Έμαθι γκόλιους, ντρέπιτι ντυμένους

  150. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #146
    Ναι, ακριβώς. Συγγνώμη, ξέχασα να βάλω τον τίτλο.

  151. Γιάννης Ιατρού said

    150: 🙂

  152. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    124κε Ξεχνάω Γρηγόρη, ξεχνάω!

    Ο πάφιλας είναι όντως πανελλήνιος. Και η έκφραση «αγαπάει τον πάφιλα» για τους μεθύστακες επειδή τα καρτούτσα ήταν από πάφιλα.

  153. Γς said

    7, 10 @ Γς

    >τι θέλω και ανακατεύομαι

    144 @ Λεώ

    >Τι θέλω και ανακατεύομαι…. που λέει και ο μέντοράς μου

    Λεώ Γς

  154. O Ρήγας στο Σύνταγμα («Νέα Πολιτική Διοίκησις…») της Ελληνικής Δημοκρατίας που οραματιζόταν ορίζει να φορούν όλοι οι πολίτες το εθνόσημο, «ας είναι και από πάφιλον». Μόνον εκεί είχα δει ως τώρα τη λέξη.

  155. Στο χωριό μου (Γριζάνο Τρικάλων) ένας γυμνός λόφος φέρει το όνομα Γκόλιας. Υπάρχει και το επίθετο γκολιεσιάν(ι)κος=γυμνός. Το δίπλα χωριό ονομάζεται Ζάρκο – είναι χτισμένο στα ριζά ενός γυμνού βουνού.

  156. sarant said

    Κι έτσι έχετε και τις δυο λέξεις μαζί 🙂

  157. Γς said

    152:

    >«αγαπάει τον πάφιλα» για τους μεθύστακες επειδή τα καρτούτσα ήταν από πάφιλα.

    Δεν τα προλάβαμε αυτά τα τενεκεδένια καρτούτσα.

    ———————-

    Μεταπτυχιακός φοιτητής, παρακολουθούσα ένα άτυπο μάθημα «κλασσικής μουσικής».

    Ο πυροβολημένος που μας το δίδασκε, αντί να αρχίσει με εύπεπτα κομμάτια της εποχής Μπαροκ, Μπαχ κλπ ή τουλάχιστον κανα Τε Ντέουμ του Μακ-Αντουάν Σαρπαντιέ:

    μας έβαζε κάτι προ-προ-προ κλασσικής εποχής. Λαντίνι, Ars nova και τέτοια.

    Δεν το πιστεύαμε. Μας κοίταζε μάλιστα με ένα περίεργο σοβαρό ύφος από την έδρα.
    Οπότε ψαχνόμασταν.

    Και γυρίζω και τους λέω:

    -Μάγκες μερακλώθηκα! Νά΄χαμε κι ένα καρτούτσο.

    Λοιπόν, ένας άρχισε να γελάει, συνέχεια. Το πήρε ο διάολος και το σήκωσε το μάθημα και για ώρες (αλήθεια λέω) προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν.
    Ηταν ξαπλωμένος και απάνω που είχε ηρεμήσει μπαίνω μέσα να δω πως είναι και … φτου απ την αρχή. Ασταμάτητα γέλια.

    Μετά από 30 χρόνια μπουκάρω ξαφνικά στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
    Με το που με είδε τον έπιασε το ίδιο νευρικό γέλιο. Οπως τότε!

  158. Γς said

    155:

    Πετάς μετά κύριε πρόεδρε πάλι λίγο Μουσόργκσκι ή δεν πετάς; [Σχ. 48]

    Πετάς!

  159. Γς said

    Who’s Afraid of Virginia Woolf?

    Μπλόφα ήταν για να προσέξετε αν δεν έχετε browser Chrome, ότι η Google σήμερα τιμά τη σπουδαία μυθιστοριογράφο

    Και πενήντα χρόνια πίσω. Ελίζαμπεθ Τέιλορ,
    Ρίτσαρντ Μπάρτον.

  160. 136, … μ΄ένα άλλο εργαλείο(πώς διάτανο λεγόταν;) εφάρμοζαν πιεστά την τάπα. …

    Νομίζω το εργαλείο ήταν η ρελιάστρα, που έφτιαχνε το ρέλι πάνω στην τάπα παραμορφώνοντας την άκρη του φυσιγγιού, τυλίγοντας την περιφέρεια προς τα μέσα.
    Επ’ ευκαιρία, τα ρέλια τα έλεγε κι η γιαγιά μου που έραβε καλύμματα για έπιπλα – ήταν η ενίσχυση στις άκρες/ακμές, για να αντέχουν.

  161. spatholouro said

    Sarant: «επειδή τα καρτούτσα ήταν από πάφιλα»

    Κι έχει και παράδειγμα ο Σταματάκος «Κάπελα πιάσε ένα παφίλι»

  162. Alexis said

    #63, 88: Ε, από το «κατεσάρ» στο «δεκατεσάρ» μια γουλιά δρόμος είναι!
    Χοντροκομμένα πάντως τα γράφει το slang.gr στο λίκνο του #63. Δεν ξέρω αν το ανέβασε Βονιτσάνος αλλά δεν υπάρχει ζωοπανήγυρη στο Μοναστηράκι της Αγίας Παρασκευής, ούτε καν πανηγύρι.
    Το πανηγύρι στο Μοναστηράκι είναι από τα πιο γνωστά και ξακουστά στην Αιτωλοακαρνανία, είναι τριήμερο (!!!) και γίνεται 18, 19 και 20 Αυγούστου.
    Επίσης καταγγέλλω την προσπάθεια να περάσει η εντύπωση ότι τα αγνά τέκνα της ελληνικής επαρχίας πίνουν ουίσκια από τις 10 το πρωί! 🙂

    Παφίλι (και) στο Ξηρόμερο, ο τενεκές, η παλιολαμαρίνα, αλλά και σκεύος φτιαγμένο από τενεκέ, π.χ. «πιάσε ένα παφίλι να βάλω λίγο καρπό στα ζωντανά», ή «σκέπασε πρόχειρα την τρύπα από το σπασμένο τζάμι μ’ ένα παλιοπαφίλι».

    Το κανάτι του κρασιού όμως όχι, δεν το λένε ποτέ παφίλι, έχουν άλλες λέξεις γι αυτό, αλλά δεν μου ‘ρχονται τώρα στο μυαλό…

  163. Γς said

    162:

    >Το κανάτι του κρασιού όμως όχι, δεν το λένε ποτέ παφίλι, έχουν άλλες λέξεις γι αυτό,

    Ε, όχι και κανάτι

    >αλλά δεν μου ‘ρχονται τώρα στο μυαλό…

    ούτε μ ένα κατρούτσο;

  164. spiral architect 🇰🇵 said

    @161, 162: Πάφιλα: Χαλύβδινες, μπρούτζινες ή και χάλκινες ροδέλες και προσθήκες μικρορύθμισης αποστάσεων για συσφίξεις ακριβείας σε διάφορα πάχη μικρότερα του 1mm γνωστά στη μηχανολογία και ως φίλερ.

  165. Γς said

    A, φίλερ ιν δε ρουφ!

  166. Γς said

    ον δε ρουφ

  167. Alexis said

    Ο πατέρας μου όταν ήθελε να πει ότι κάποιος είναι ολόγυμνος χρησιμοποιούσε μια ωραία περίφραση: «αυτός φοράει το κρεατί του κουστούμι».
    Προφανώς δεν την είχε επινοήσει ο ίδιος, κάπου την είχε ακούσει, αλλά δεν έχω ακούσει να λέγεται από άλλους.

    Γνωρίζει κάποιος ή έχει ακούσει την παραπάνω φράση;

  168. Γς said

    167:

    >«αυτός φοράει το κρεατί του κουστούμι».

    Κρεατί κοστούμι και φόρμα.

    Και την πρώτη φορά που κοιμήθηκα με τη [δεύτερη] μακαρίτισσα ξυπνάω ξαφνικά όταν σηκώθηκε και άνοιξε ένα συρτάρι. Και είπα:

    Μα αφού αυτή εδώ ήταν γυμνή, πότε πρόλαβε και φόρεσε αυτό το μαύρο κορμάκι [φόρμα].

    Αυτό το ωραίο χρώμα της. Ο μαύρος άγγελος κει πάνω

  169. leonicos said

    Πού είσαι, ρε νοικοκύρη, σήμερα που ανοίγω και ξανανοίγω; Σε λίγο θα φύγω!

    Φταίει ο Γς, αμέσως πιο πάνω, που ξεχνάει με ποια κοιμήθηκε αποβραδίς; Κοιμάται με μαύρη και περιμένει να έχει ασπρίσει μέχρι το πρωί;

  170. Νέο Kid said

    Παφίλια λέμε στη Ρούμελη και τα ελαφριά και μικρής μηχανικής αντοχής και παθητικής ασφάλειας αυτοκίνητα . Ένα απ τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός παφιλιού είναι η τζούφια κι ελαφριά πόρτα (που θέλει και 2-3 βαρέματα για να κλείσει).
    Χαρακτηριστικό παφίλι που θυμάμαι ,το Σιτροέν Σαξό. Άπαξ και στούκερνες, πάενες για άλλο (αν την είχες σκαπουλάρει…)

  171. leonicos said

    Απαρ’αδεκτη καθυστέρηση

    Μάλλον ο Γς σού είπε να με αποκλείσεις!

    Θα το ελέγξω!

  172. leonicos said

    Ο Νεο-Κιδ έμεινε στην Παφίλια. Τι να κάνει ο άνθρωπος;

  173. Niki Reppou said

    @105 Πούθι εισι συ, γιε/αμ;

  174. Τσούρης Βασίλειος said

    131
    Ευχαριστώ Γρηγόρη
    Η προγιαγιά μου Μαρία (που ήρθε νύφη στο Λοζέτσι από σάς τα σφαλλάγγια 🙂 πήρε το επίθετο Μπλέτσου. Το πατρικό της θαρρώ πως ήταν Καραούζα.

  175. leonicos said

    Και μια απορία

    Αυτή εκεί πάνω, που υποτίτλιζε πορνό, γιατί υποτίτλιζε μόνο πορνό;

    Ήταν η μ’όνη που ήξερε την ορολογία

    ή δεν ήξερε άλλες λέξεις παρά αυτές που είναι κατάλληλες για πορνό;

    Σε παρακαλώ, απάντησέ μου τουλάχιστον σε αυτό

  176. Χρίστος Δάλκος said

    131 (Γρηγόρης Κατορτσινός): Σχετικά μέ τό μπλετσώνω (= τρώω κατά κόρον), νομίζω πώς πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψει οἱ τύποι πλιτσώνω (= τρώω καλά, χορταίνω) Μακεδ. καί βέβαια τό κοινό «τήν πετσώνω», ἐνν. τήν κοιλιά (= τρώω κατά κόρον), πρβλ. «τήν ἔκανα πετσούνι» (= ἔφαγα καλά) Πελοπν., τά ὁποῖα παραπέμπουν στό κ.ν.ἑ. πέτσα (= ἐπιδερμίδα), κ.τ.τ.

    Δέν ξέρω ἄν μποροῦμε νά ὑποθέσουμε πτώση τοῦ ὑγροῦ, κατά τό σχῆμα *μπλέτσα > πέτσα, πάντως ὑπάρχουν τύποι πού ἑρμηνεύονται βάσει αὐτοῦ τοῦ σχήματος: μπρατσαλίδες (= πέτσες κρέατος), πριτσαλίθρα (= πολύ λεπτή φέτα, μεμβράνη), φλέτσα (= ἡ μεμβράνη τοῦ αὐγοῦ), φλέdζα (= ὁ ἐπίπαγος τοῦ γάλακτος, πέτσα), φέρσα / φέρτσα (= πέτσα), πρβλ. ξώπετσα, ξώφαλτσα, ξώφαρτσα, ξώφαρσα, ξέφορτσα, ξώφορσα, ξώφερσα, ξώφαρτα, ξώφρασα, ξώφρυσα, ξέρφα, ξώπεκα, ξώπετα κ.λπ.

    Σχετικά μέ τό (δυσετυμολόγητο) μπουρμπούλα, μπου(ρ)μπουλώνομαι, κ.λπ. παραθέτω πρός ἐνημέρωση τούς διάφορους ἐναλλακτικούς τύπους τοῦ ρήματος:

    bουρbουλώνου, bουρπ᾿λώνου, bουbουλώνω bουb᾿λώνου, bαρbουλώνω, bαbουλώνω, bουλώνω, bουρbουλώνουμι, bουρb᾿λώνουμι, bαρbουλώνουμι, bαρb᾿λώνομαι, bουbουλώνομαι, bουbουρώνουμι, bαbουλώνομαι, bαbουκλώνομαι, μουμ᾿λώνουμ᾿, bουλώνομαι.

    Νομίζω πώς μιά συσχέτιση μέ τό «πάπλωμα» εἶναι πιθανή.

  177. dryhammer said

    #159. Από την επαφή μου (από την τηλεόραση, γιατί ήμουν μικρός ή αγέννητος όταν βγήκαν) με τις ταινίες που έκαναν μόνοι ή μαζί, είχα την αίσθηση πως ήταν απλά ωραίοι που έγιναν σταρ (ιδίως για την Τέιλορ), μέχρι που είδα αυτήν την ταινία και… κρέμασε το σαγόνι μου. Τότε κατάλαβα πως ήταν Ηθο-ποιοί.

  178. Alexis said

    #175: Έχω κι εγώ αυτή την απορία Λεώνικε. Προφανώς ήταν πολύ καλή στο να μεταφράζει τα διάφορα Aaaahhhh! Oh Yeeees! κλπ. 😆

  179. sarant said

    167 Εμείς στην οικογένεια, τότε που ήταν στη μόδα να μένει ο αφαλός ακάλυπτος λέγαμε «φοράς ζώνη χρώματος δερματί»

  180. Niki Reppou said

    @125 Πέπε

    Συγγνώμη, μπουρμπουλώνω/-ομαι Ξέχασα το ρ. Όσο για το αν μας θυμίζει κάτι, εννοούσα ως εικόνα που παραπέμπει–τουλάχιστον για όσους έχουν ανάλογα βιώματα και μνήμες–σε μια μάλλον κοινή της εποχής και του τόπου αντίληψη των δυο θρησκειών και πολιτισμών για την εμφάνιση (δλδ ενδυμασία) της γυναίκας. Μετά φυσικά καθένας πήρε το δρόμο του. Άρα συμφωνούμε, σωστά;
    Το μπαμπουλώνω μηπως έχει να κάνει με το μπαμπω (γιαγια, γριά), γιατί αυτές ίσως κουκουλώνονταν πιο πολύ για διάφορους λόγους, φυσικούς, κοινωνικούς κ.α. (ερασιτεχνική εικασία, χεχεχε)

    Το ? στο Ανατολική πεδινή Θεσσαλία; Πού είναι; Εκτείνεται μεταξύ Λάρισας και Βόλου, κυρίως, και χωρίζεται από το δυτικό θεσσαλικό κάμπο με χαμηλούς ορεινούς όγκους.

    @134

    Εσάς με τη μαύρη μπΑρμπούλα, ποιός είναι ο τόπος σας; Πάντως στο μπΑ μπΟΥ κοντά είμαστε.

    @135

    Όχι μόνο τα παραθαλάσσια αλλά και τα παραποτάμια και όπου αλλού αν έχει αμμουδερό έδαφος για όποιο λόγο.

    @155.

    Και το παραδίπλα, κάπου εκεί, Χάρη, ονομαζόταν Ζαρκ(ο) Μαρί. Τώρα είναι Πηνειάδα, νομίζω;

  181. ΓΙΩΤΗΣ said

    Καλημέρα. Ένα σχόλιο με μια μέρα καθυστέρηση. Στο νέο δρόμο Ιωαννίνων – Αντορρίου πριν την Άρτα όπως ερχόμαστε από Γιάννενα αριστερά, υπάρχει έξοδος για το χωριό Αμμότοπος. Δίπλα στον Αμμότοπο υπάρχει το χωριό Γυμνότοπος. Τα δυό χωριά παλιά ονομαζόταν Κουμτζιάδες ο Αμμότοπος και Γκουλιάδες ο Γυμνότοπος. Δεν ξέρω για τους Κουμτζιάδες αλλά τους Γκουλιάδες φαίνεται σωστά να τους απέδωσε ο αρμόδιος υπάλληλος.

  182. 181 Και οι Κουμτζιάδες σωστοί είναι, κουμ είναι η άμμος κι η αμμουδιά. Έβγαζε άμμο το χωριό;

  183. Κι ακούω σήμερα το πρωί στο ραδιόφωνο πως στη ρύθμιση του ήχου είναι ο Νίκος Τσιπλάκης!

  184. sarant said

    183 Αλλά δεν παρουσίαζε βιβλίο του Ζάρκου! 🙂

  185. Για τη ζωή του ποιητή και της Εύας στο νησάκι, έγραψε ο Τ. Μαμαλούκας το 1951 (έτος που πέθανε ο Σικελιανός) στην τοπική εφημερίδα «Λευκάς»:

    «Ο Σικελιανός με τη γυναίκα του ζούσαν χειμώνα καλοκαίρι σε μια σκηνή μια ζωή ροβινσώνων. Μια ανιψιά του Σικελιανού, μια υπηρέτρια, 3-4 ψαράδες – ιπποκόμοι και ένας μαύρος ήταν η συντροφιά και το προσωπικό τους. Ψάρεμα με τα δύο μονόξυλα, κυνήγι στην απέναντι Ακαρνανία και έφιπποι περίπατοι πάλι στην Ακαρνανία με τα δυο ταχύτατα Σέρβικα άλογά τους. Η Εύα δεινή αμαζόνα, αληθινή της εποχής εκείνης αμαζόνα με τη χλαμύδα της που κυμάτιζε στον αέρα. Γιατί η Εύα ζούσε σαν αρχαία Ελληνίδα και έτσι ντυνότανε. Χλαμύδα που κρατούσε μια πόρπη στη μέση, σανδάλια και τα πλούσια κόκκινα μαλλιά της συγκρατούσε μια ταινία με μαιάνδρους. Ο κόσμος τους αγαπούσε και τους σέβονταν, μα όταν περνούσε η Εύα η περιέργεια κατανικούσε το σεβασμό και τρέχανε όλοι να την δουν. «Τρεχάτε η «ζόρκα» (γυμνή)».

  186. Πέπε said

    185:
    Κατά σύμπτωση, μόλις σήμερα διάβαζα ένα άρθρο γι’ αυτό το νησάκι (Άγιος Νικόλαος) της Λευκάδας και για τον Σικελιανό και την Εύα Π.:
    http://news247.gr/eidiseis/viral/to-epipedo-paradeisenio-ellhniko-nhsi-poy-einai-olo-paralia-ekei-poy-etrexe-gymnh-h-eua.5059087.html
    (Θαυμάστε παραπλανητικό τίτλο! 🙂 )

  187. sarant said

    185 Ευχαριστούμε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: