Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Γιατί την περνάμε κοτσάνι;

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2018


Ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη είναι το «Τα βάσανα μες στη ζωή», που κυκλοφόρησε το 1953 σε πρώτη εκτέλεση με τον Τσιτσάνη, τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Αθαν. Γιαννόπουλο αν και είναι πιο γνωστό με τη δεύτερη εκτέλεσή του, με τη Μαρίκα Νίνου και τον συνθέτη.

Να θυμηθούμε την πρωτη εκτέλεση:

Αξίζει να προσέξουμε τους στίχους, που είναι κι αυτοί του Τσιτσάνη:

Τα βάσανα μες στη ζωή
θα τα περάσουμε μαζί
μαζί τις πίκρες, τις χαρές,
μαζί και τις αναποδιές.
Θα τη βγάλουμε αντάμα
πότε γέλιο, πότε κλάμα.

Θα μανουβράρουμε μαζί
την ακατάστατη ζωή
μια σφαίρα είναι ο ντουνιάς
και θα γυρίσει και για μας.
Σε παλάτια, σε τσαντίρια
θα τα πιούμε τα ποτήρια.

Θα ξημερώσει και για μας,
μην είσαι άπιστος Θωμάς
τα μονοπάτια τα παλιά
θα τα περάσουμ’ αγκαλιά.
Πίκρες και χαρές χαρμάνι
θα τη βγάλουμε κοτσάνι.

Κατά τη γνώμη μου, το τραγούδι είναι χαρακτηριστικό της μεταβατικής εποχής από το ρεμπέτικο προς το νεότερο λαϊκό τραγούδι, μια και εκφράζει στους στίχους του αξίες πολύ διαφορετικές, για να μην πω διαμετρικά αντίθετες, από εκείνες του προπολεμικού, ιδίως του πειραιώτικου, ρεμπέτικου. Το ζευγάρι του τραγουδιού αισιοδοξεί ότι η (ολοφάνερα, κι ας μη δηλώνεται, έγγαμη) σχέση τους θ’ αντέξει μέσα στις φουρτούνες της ζωής και τις δοκιμασίες της βιοπάλης, ότι στις χαρούμενες και στις δύσκολες στιγμές θα μείνουν μαζί. Από το προπολεμικό ρεμπέτικο η οικογενειακή/έγγαμη συμβίωση σχεδόν απουσιάζει, κι όταν η μόρτισσα συμπαραστέκεται στον μόρτη, αυτό το κάνει μπάζοντας νταμίρα στη φυλακή.

Ακόμα, οι στίχοι του τραγουδιού, γραμμένοι από τον σπουδαγμένο Τσιτσάνη, χαρακτηρίζονται, θα έλεγα, όχι μόνο από τεχνική αρτιότητα αλλά και από (λαϊκή) λογιοσύνη, με καλομελετημένες αντιθέσεις εννοιών, αρκετές λαϊκές εκφράσεις αλλά και καναδυό λογιότερες λέξεις -δεν θυμάμαι, ας πούμε, σε άλλο τραγούδι του ρεμπέτικου να έχει χαρακτηριστεί «ακατάστατη» η ζωή. (Tο έψαξα και στα google books -τη φράση «ακατάστατη ζωή» τη βρήκα στον Τσιτσάνη και σε χρονογράφημα του Δροσίνη!) Ο προπολεμικός ρεμπέτης δεν ήταν λάτρης της κανονικότητας.

Αλλά εμείς εδώ δεν ρεμπετολογούμε, ή μάλλον δεν θα ρεμπετολογήσουμε σήμερα· κάποιες παρόμοιες σκέψεις έχω κάνει σε ένα νεανικό μου κείμενο περί ρεμπέτικου, το οποίο το έχω αναδημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο και μόλις διαπίστωσα ότι δεν το έχω παρουσιάσει εδώ, οπότε επιφυλάσσομαι να το δημοσιεύσω εδώ στο άμεσο μέλλον -αν και γκουγκλίζεται, καλό θα ήταν να μην το συζητήσουμε σήμερα.

Διότι σήμερα, με αφορμή το τραγούδι του Τσιτσάνη, θα λεξιλογήσουμε.

Στους στίχους του τραγουδιού, που τους έχω παραθέσει πιο πάνω, το τελευταίο δίστιχο κάθε στροφης (με πλάγια στοιχεία) τραγουδιέται δυο φορές, όπως τα ρεφρέν, αλλά δεν επαναλαμβάνεται. Και το τρίτο από αυτά τα δίστιχα θα μας δώσει το θέμα για όσα θα γράψουμε πιο κάτω:

πίκρες και χαρές χαρμάνι
θα τη βγάλουμε κοτσάνι

Στίχος εξαιρετικός, αλλά θα μας απασχολήσουν μονο οι τελευταίες λέξεις: θα τη βγάλουμε κοτσάνι.

Εδώ η λέξη «κοτσάνι» έχει θέση επιρρήματος. Η έκφραση φυσικά λεξικογραφείται: την περνώ κοτσάνι ή τη βγάζω κοτσάνι, σημαίνει «περνάω πολύ ωραία, εξαιρετικά».

Την έκφραση τη βρίσκουμε και στη λογοτεχνία. Για παράδειγμα, στο «Νερό της βροχής» του Καραγάτση, λέγεται για κάποιον ότι «Ήξερε να γίνεται συμπαθητικός, χαριτωμένος, απαραίτητος. Να μαλαγρεύει τον κόσμο -αρσενικό και θηλυκό-, να γοητεύει, να καταφέρνει … Και πάντα την περνούσε κοτσάνι.»

Και σε πιο κοντινό σε μας απόσπασμα:

… αποφάσισα τις ελλείψεις της ζωής να τις συμπληρώνω με τη φαντασία, και την περνάω κοτσάνι, σε  βεβαιώ. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Η κυρία Κατάκη).

Το κοτσάνι, να πούμε επιτροχάδην, είναι λέξη δάνεια ή από τα τουρκικά (koçan) ή από τα σερβικά ή τα βουλγαρικά, αφού και η τουρκική λέξη φαίνεται να έχει σλαβική αρχή. Το γενικό λεξικό Μπαμπινιώτη, στην πρώτη έκδοση ετυμολογεί τη λέξη από το αμάρτυρο *κοψάνιον, αλλά στις μεταγενέστερες αναφέρει και τη σερβική προέλευση, ενώ στο Ετυμολογικό Μπαμπινιώτη διατηρείται μόνο η σερβική αρχή.

Γιατί όμως «την περνάμε κοτσάνι»; Η έκφραση δεν εξηγείται εύκολα. Το κοτσάνι δεν είναι ούτε το νοστιμότερο ούτε το πιο χυμώδες τμήμα των οπωρικών και των λαχανικών -το αντίθετο μάλιστα, συνήθως το πετάμε (αν και θα υπάρχουν  και εξαιρέσεις με τα λαχανικά). Μάλιστα, το slang.gr καταγράφει και σημασία «κοτσάνι = δουλειά χωρίς καλή πληρωμή» με την επεξήγηση ότι το κοτσάνι δεν τρώγεται. Επίσης, σε διάφορα έργα αναφοράς καταγράφεται η έκφραση «τρώει/έφαγε και τα κοτσάνια» που λέγεται για αδηφάγους και πλεονέκτες. Μόνο ο αδηφάγος τρωει και τα μη φαγώσιμα κοτσάνια -πώς λοιπόν την περνάει κοτσάνι;

Η εξήγηση είναι πως η λέξη «κοτσάνι» εχει και άλλη σημασία, που δεν καταγράφεται στα σημερινά λεξικά. Όπως λέει ο Άνθιμος Παπαδοπουλος στα «Φρασεολογικά» του: Στα τουρκικά, koçan σημαίνει, εκτός από το κοτσάνι, το στέλεχος διπλοτύπου αποδείξεως και τον τίτλο κυριότητος ιδιοκτησίας. Επομένως, «την περνάει κοτσάνι» σημαίνει «ζει χωρίς να δουλεύει, καρπούμενος την περιουσία του».

Ο Παπαδόπουλος ήξερε καλά τουρκικά, αλλά στα σημερινά τουλάχιστον λεξικά η λέξη koçan βρίσκεται με τη σημασια «μίσχος, κοτσάνι» και «στέλεχος, κουπόνι» αλλά όχι με τη σημασία «τίτλος ιδιοκτησίας». Ωστόσο, η σημασία υπάρχει στα σημερινά κυπριακά. Για παράδειγμα, στην Κλείδα της κυπριακής νομοθεσίας γίνεται λόγος για «Κοτσάνια διά την πώλησιν ή την υποθήκευσιν κτήματος» ενώ σε σχετικά πρόσφατο άρθρο διαβάζουμε ότι τα κοτσάνια (δηλ. οι τίτλοι ιδιοκτησίας) των προσφύγων στα κατεχόμενα ειναι σιδεροκέφαλα -δηλαδή ασφαλή.

Πέρα από τα κυπριακά, η σημασία κοτσάνι = τίτλος ιδιοκτησίας υπήρχε και στα μικρασιατικά ελληνικά, ενώ έχω την εντύπωση ότι η ίδια σημασία πρέπει να υπήρχε και σε ελλαδίτικες διαλέκτους -ίσως με τα σχολια βοηθήσετε να τεκμηριωθεί.

Αυτό είναι και το μοναδικό ψεγάδι που βρίσκω στην εξήγηση του Παπαδόπουλου, ότι λείπουν ελλαδίτικες καταγραφές της σημασίας «κοτσάνι = τίτλος ιδιοκτησίας». Κατά τα άλλα, νομίζω πως είναι απόλυτα εύλογη. Ο εισοδηματίας την περνάει κοτσάνι, ο ραντιέρης, που ζει από την πρόσοδο των ακινήτων του. Θυμίζω βέβαια ότι η έκφραση φτιάχτηκε σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε ΕΝΦΙΑ!

 

 

Advertisements

172 Σχόλια to “Γιατί την περνάμε κοτσάνι;”

  1. Corto said

    Χαίρετε!

    «Σερέτης είμαι χασικλής, κοτσάνι τη περνάω
    και σα μου λάχει νταβαντζής, τότε την αμολάω»

    Ο σερέτης, στίχοι – μουσική: Ιάκωβος Μοντανάρης (1935)

  2. Είναι πάντως περίεργο ότι η έκφραση δεν μοιάζει να λεξικογραφείται στα τουρκικά (ούτε στα οθωμανικά δηλαδή).

  3. Γς said

  4. leonicos said

    Την είχα στημένη… και με π΄ρολαβε ο Γς.

    Καλά οι άλλοι δυο είναι καλοί σχολιαστές. Μπορείς να το περιμένεις.

    Αλλά ο Γς; Και ο Γς;

    Πού καταντήσαμε λοχία! Να μας περνάει κι ο Γς!

  5. Avonidas said

    Καλημέρα.

    Και οι κοτσάνες από πού βγαίνουν;

  6. leonicos said

    κοτσάνι, το στέλεχος διπλοτύπου αποδείξεως

    πού είναι οι κύπριοι να μας πουν ότι αυτό ακριβώς σημαίνει εν Κύπρω;

  7. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Καλημέρα,
    ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα στὰ δύο ἀπὸ τὰ τρία παραδείγματα (Τσιτσάνης Καρυτσιάνη) δὲ μοῦ φαίνεται νὰ σημαίνει ὅτι τὴν περνάω ὡραία καὶ καλὰ ἀλλὰ ὅτι τὰ βγάζω πέρα, ὅτι τὰ καταφέρνω. Στὸν Καραγάτση δὲν εἶναι τόσο σαφές, τὸ νόημα «περνάω καλά» ταιριάζει. Σκέφτομαι,μήπως τὸ κοτσάνι στἲς δύο ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς περιπτώσεις δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τίτλους ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ ἡ ἔκφραση νὰ σημαίνει μεταφορικὰ ὅτι θὰ μπορέσεις νὰ σταθεῖς, νὰ κρατηθεῖς ὅπως τὸ κοτσάνι κρατάει τὸ φυτὸ στὸ ἔδαφος. Ὑπόθεση κάνω

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρωτα σχόλια!

    5 Η κοτσάνα ισως απο το μεγάλο κοτσάνι, κάτι άχρηστο και άγαρμπο.

  9. leonicos said

    Βιάστηκα όπως πάντα, πριν διαβάσω όλο το άρθρο.

    Πάντως, το κοτσάνι, στα κυπραίικα που ξέρω, όσο τα ξέρω, από αγάπη παλιά, είναι το μπλοκάκι με τ’ αντίγραφα ασχέτως τι αντίγραφα είναι.

    Όμως, τώρα που τα ξαναφέρνω στο νού μου, κοτσάνια λένε και τα συμβόλαια

  10. Γς said

    Κι η δικιά μου τώρα:

    -Στη κύπρο τι λέτε κοτσάνι;

    -Ο τίτλος ιδιοκτησίας. Κοτσανιάζω σημαίνει βουλώνω το σπίτι μου

    -Και βουλώνω;

  11. leonicos said

    @7 ΑΑ

    Τι σημαίνει ‘την περνάω κοτσάνι’ δεν σηκώνει συζήτηση κατά τη γνώμη μου.

    Το ερώτημα όμως παραμένει αν η εξήγηση που δόθηκε στο άρθρο, ‘τρώει τα έτοιμα και δεν εργάζεται, δεν κοπιάζει’ είναι πειστική.

    Μπορεί να είναι σωστή, δεν έχω εναλλακτικά τίποτα να πω, ούτε να υποθέσω, αλλά δεν με ικανοποιεί πλήρως

  12. Υπάρχεικι η απλή εξήγηση : θα την βγάλουμε κοτσάνι= θα φάμε όλο το φρούτο μέχρι το κοτσάνι, δηλσδή μακρόχρονη σχέση

  13. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρα !
    Πρώτη φορά ακούω αυτή την έκφραση, την ισοδύναμη των πιο γνωστών «την περνάω φίνα» (πανεύκολα εξηγήσιμη) «την περνάω ζάχαρη» (εύκολα εξηγήσιμη) και «την περνάω τζάμι» (ομοίως…ανεξήγητη !) Τώρα βεβαίως, πράγματι από τα συμφραζόμενα, το κοτσάνι δε φαίνεται να σημαίνει ακριβώς το ίδιο με τα υπόλοιπα τρία, πάει πιο πολύ προς το «τη βγάζω καθαρή», «τη σκαπουλάρω».

  14. leonicos said

    Βλέπεις, ο Γς τώρα μαθαίνει τα κυπραίικα

    Καλή μαθητεία Γς!

  15. leonicos said

    @13 ΠμΠ Νο! «την περνάω φίνα» «την περνάω ζάχαρη» ==== την περνάω κοτσάνι
    την περνάω τζάμι = χωρίς προβλήματα, ίσια, λεία

  16. leonicos said

    Άντε ρε Γς!

    Μας άφησες ξεκρέμαστους

    Πές μα ςκαι το βουλώνω!

  17. Πάνος με πεζά said

    Και στην «Πύλη για την ελληνική γλώσσα» το ερμηνεύει σαν «την περνάω φτηνά, τζάμπα». Αυτό βεβαίως είναι εύκολα εξηγήσιμο, και έχει βάση στη φτώχεια. Αντί να βρω το φρούτο, βρίσκω το κοτσάνι του αλλά τα βολεύω, από το ολότελα.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B2%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89

  18. Γς said

    10:

    Δεν μου απαντάει.

    Ομως βρήκα εδώ σε μας την Λ που λέει:

    https://sarantakos.wordpress.com/2010/03/19/dizikirik/#comment-212330

    κοτσανιάζω λέμε μεταβιβάζω (τον τίτλο ιδιοκτησίας) ή εγγράφω (αλλά ακόμη και γράφω)

  19. sarant said

    10 Μάλλον το κυπριακό βουλωνω δεν θα πει βουλώνω 🙂

    17 Πάνο, προσοχή, κάνεις λάθος. Το ΛΚΝ δεν λέει ότι «τη βγάζω κοτσάνι» σημαινει «τη βγάζω καθαρή» ή «τη βγάζω τζάμπα».

    Η αναφορά, που έχει αστερίσκο στις λέξεις, σημαίνει παραπομπή στα λήμματα «κοτσάνι», «καθαρή», «τζάμπα»

    Κι αν πας στο λημμα κοτσάνι θα δεις «πολύ ωραία, εξαιρετικά»
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B9&dq=

  20. Μυλοπέτρος said

    Ο Τσιτσανης ενιοτε φιλοσοφει. Θυμιζω το στιχο, «της κοινωνιας η διαφορα, φερνει στον κοσμο μεγαλη συμφορα» που αποτελει την επιτομη της διαλεκτικης στα κοινωνικα φαινομενα.
    Ο ορος τωρα, ακαταστατη, περιγραφει το απροβλεπτο της ζωης, που οφειλεται ακριβως στην απειρια των παραγοντων που καθοριζουν την εξελιξη της. Διατυπωσε πολυ πριν μια αρχη της θεωριας του χαους.

  21. Μυλοπέτρος said

    Ο Τσιτσανης ενιοτε φιλοσοφει. Θυμιζω το στιχο, «της κοινωνιας η διαφορα, φερνει στον κοσμο μεγαλη συμφορα» που αποτελει την επιτομη της διαλεκτικης στα κοινωνικα φαινομενα.
    Ο ορος τωρα, ακαταστατη, περιγραφει το απροβλεπτο της ζωης, που οφειλεται ακριβως στην απειρια των παραγοντων που καθοριζουν την εξελιξη της. Διατυπωσε πολυ πριν μια αρχη της θεωριας του χαους.

  22. Alexis said

    Καλημέρα.
    Είναι απολύτως συνώνυμο με το «περνάω φίνα» και σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει «τη σκαπουλάρω»

  23. Νέο Kid said

    Δύτη, kocanli (ή περίπου έτσι ) είναι το «στέλεχος» τουρκιστί. Από κεί υποθέτω καθιερώθηκε Παγκύπρια το κοτσιάνι για τον τίτλο ιδιοκτησίας. Τίτλος χωρίς στέλεχος και χαρτί…ίσον άτιτλος (σαν τημπανάθα ένα πράμα)

  24. Γς said

    19:

    Το βρήκαμε (Σχ. 18).

    βουλώνω – κοτσανιάζω.

    στο σχόλιο της Λ εδώ στο ιστολίογιο.

    Οπου και το:

    «Έμεινα με το κοτσάνι στο χέρι»

    και δεν είναι αυτό που νομίσατε:

    > Έχω στο όνομα μου Κοτσάνι για σακοράφι νερού (δικαίωμα προμήθειας νερού μέχρι και 27 τόνων τη διμηνία χωρίς καταβολή τέλους) αλλά δυστυχώς αυτό το προνόμιο καταργήθηκε το 2012.Έμεινα με το κοτσάνι στο χέρι.

  25. Κιντ, δε λέω για τη σημασία κοτσάνι=στέλεχος, λέω για την έκφραση «την περνάω κοτσάνι» που δεν εμφανίζεται στα τούρκικα.

  26. βουλώνω μάλλον από την βούλα, την σφραγίδα. Το λέμε κι εμείς θα το πάρω με την βούλα, επισήμως, με χαρτιά

  27. # 27

    εξυπακούεται και επί καρπουζίων…

  28. Γς said

    26:

    Προφανώς.

    Αχ, ρε Βούλα…

  29. Γς said

    28:

    Κι έτσι λέγανε την πρώτη μακαρίτισσα του δίσχηρου [προσχώς τρίσχηρου] Γς

  30. sarant said

    26 Ναι, αυτό πρέπει να είναι

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Πολὺ μ᾿ ἀρέσει τὸ σημερινό. Νὰ ξεφύγουμε καὶ λιγάκι ἀπὸ τὴν μιζέρια τῆς ἐπικαιρότητας.

    Μιᾶς καὶ ἀναφέρθηκε ὁ Νικοκύρης στὸ λόγιο στοιχεῖο τῶν στίχων τοῦ σπουδαγμένου Τσιτσάνη, θὰ σημειώσω μιάν ἀπροσδόκητην ὁμοιοκαταληξία στὸ τραγούδι ὁ Χρῆστος (κάτσε ν᾿ ἀκούσεις μιὰ πενιά):

    κι ἂν δὲ σ᾿ ἀρέσουν ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ σοῦ ᾿χα πεῖ πρωτίστως
    ὁ ἀργιλὲς* εἶν᾿ ἕτοιμος ἔχει τὸ λόγο ὁ Χρῆστος.

    *τὸ ζεμπεκάκι στὴ λογοκριμένη ἔκδοση.

    Πόσο ὄμορφα ταίριασε ὁ Χρῆστος μὲ τὸ λογιώτατο πρωτίστως.

  32. Νέο Kid said

    25. A οκ. Παρανόησα τι εννόγαγες 😛

  33. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα. Σημασίες (χώρια η φυτολογία) του κοτσανιού στα σημερινά τούρκικα:

    1. Η δεμένη πλάτη ενός στελέχους εγγράφων μετά την αποκοπή τους (μοιάζει με κοτσάνι)
    2. Γραπτή άδεια.
    3. Τίτλος ιδιοκτησίας

    http://www.tdk.gov.tr/index.php?option=com_gts&kelime=KO%C3%87AN

  34. Γς said

    30:

    Τώρα που είχα πάει στα ιδιαίτερα δώματα της και τις βεράντες της [που άπλωνε την μπουγάδα] της είπα:

    -Τελικά βουλώνω σημαίνει μεταβιβάζω

    -Μπράβο. Αυτό ήθελα να θυμηθώ.

    [Καλή είναι κατά βάθος. Μόνο που τσαντίζεται όταν της λέω ότι θα τις κάνω μια κηδεία να γλείφει τα δάχτυλά της..]

  35. spatholouro said

    Η εντύπωσή μου είναι ότι καμμία σχέση δεν τεκμηριώνεται με τη σημασία του τουρκικού «κοτσάν» ως τίτλο ιδιοκτησίας (που όντως είναι η τέταρτη σημασία στο λεξικό «TURKCE SOZLUK»), διότι παραείναι περιφερειακή σημασία για να αποκτήσει τέτοια κοινολεκτούμενη καθολικότητα στα καθ’ ημάς.

    Απλούστερη μου μοιάζει η εξήγηση.
    «Κοτσάνι» είναι ο «μίσχος των καρπών, φυτών, ενίοτε και ο καυλός των λαχάνων», και επίσης «κοτσάνι» λέγεται και ο «υγιής και μη κυφός γέρων» («Νεοελληνικά Ανάλεκτα περιοδικώς εκδιδόμενα» 1874). Επίσης, «κοτσανάτος/κοτσονάτος» είναι ο ανθηρός/ρωμαλέος» (Ηπίτης «Ελληνογαλλικόν»), δηλ. αυτός που είναι θαλερός όπως θαλερό είναι το κοτσάνι.

    Κατά συνέπεια, αρκούντως εύλογο μου φαίνεται ότι η έκφραση «την περνάω κοτσάνι» σημαίνει διάγω ανθηρά και θαλερά όπως τέτοιο είναι και το κοτσάνι/μίσχος των φυτών και των καρπών.

  36. 35 Μ’ αυτή τη λογική δεν θα ήταν πιο φυσικό να λέγαμε «την περνάω λουλούδι»; Ανθηρά και θαλερά λες και μόνος σου.

  37. Γς said

    34:

    Και κλείνει κάπου 6 μήνες δω μέσα. Δικαιούται άλλη μία ολιγοήμερη άδεια για την Κύπρο. Σαν τον Κουφοντίνα

    Να πάω κι εγώ στην Αγία Νάπα να δω αν έφυγε το Ιταλικό γεωτρύπανο από το ΟικόπεδοΝο3, που είναι δίπλα.

  38. Πάνος με πεζά said

    @ 19 κ.ε. : Ναι, έχετε δίκιο, το διάβασα βιαστικά.

  39. leonicos said

    @12 Τζι

    Στο κοίλο ημισφαίριο τα πας καλύτερα.

  40. leonicos said

    @35 Σπαθόλουρε

    «την περνάω κοτσάνι» σημαίνει διάγω ανθηρά και θαλερά

    Μάλλον προσεγγίζω τη θέση σου, για να μη πω συνυπογράφω

  41. leonicos said

    @36 ΔτΝ

    Μ’ αυτή τη λογική δεν θα ήταν πιο φυσικό να λέγαμε «την περνάω λουλούδι»;

    Γιατί δεν το λέμε; Το λέμε

  42. leonicos said

    Όχι συχνά, ίσωα να μη φαίνεται πολύ ‘μαγκέ’ αλλά το λέμε. Το έχω ακούσει μαζί με το ζάχαρη

  43. spatholouro said

    #36
    Μπα, εάν αναλογιστούμε για λίγο τι αίσθηση δίνει το «λουλούδι» και τι το «κοτσάνι», θαρρώ πως θα εννοήσουμε γιατί ο λαός επέλεξε να πει για «κοτσάνι» και για «κοτσΑνάτο». Άλλο να επικεντρώνεις σε κάτι εξ ορισμού θαλερό/ακμαίο (=μίσχος/καυλός) και άλλο να αναφέρεσαι εν γένει στο λουλούδι…

    Και πάντως ο λαός επέλεξε να την περνάει «κοτσάνι»!

  44. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    41 Όχι εμείς, οι Τούρκοι το λένε, gül gibi geçinmek, την περνάω σαν τριαντάφυλλο (με κάποιον).

  45. (29) Σκάσε, βρε γρουσούζη! Πώς τολμάς; Εγώ θα σου ‘φερνα το τηγάνι στο κεφάλι!

  46. Σχετικά με το στέλεχος των αποδείξεων:
    Στη δεκαετία του 50, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, σχίζαμε τις άγραφες σελίδες των τετραδίων και τις δίναμε στον τυπογράφο της γειτόνιάς να μας τις «κοτσώσε騻 δηλαδή να τις δέσει μεταξύτους και έτσι να έχουμε ένα νέο τετράδιο αποτελούμενο από τις σελίδες αυτές.
    Ίσως να έχουν σχέση μεταξύ τους το κοτσάνι με το κοτσώνω.

  47. Γς said

    -Και πως λέτε στην Κύπρο περνάω κοτσάνι;

    -…;

    -Τι κάνεις; Πολύ καλά.

    -Ιντα που κάμνεις; Σhiσιν καστραμπούλι. Δηλαδή πολλά ωραία

  48. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Μήπως και το «θα σου κοτσάρω…» (μια μήνυση/μια αναφορά/μια καταγγελία) που σημαίνει θα σε στιγματίσω, μεταφορικά δηλ θα σου κολλήσω/επισυνάψω σχετίζεται επίσης;

  49. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @43. Spatholouro said:

    «…Άλλο να επικεντρώνεις σε κάτι εξ ορισμού θαλερό/ακμαίο (=μίσχος/καυλός) και άλλο να αναφέρεσαι εν γένει στο λουλούδι…

    Και πάντως ο λαός επέλεξε να την περνάει «κοτσάνι»! «

    Τὸ πιάσαμε τὸ ὑπονοούμενο. 😉

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και σε ρεμπέτικο τραγούδι η έκφραση:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://www.stixoi.info/stixoi.php%3Finfo%3DLyrics%26act%3Ddetails%26song_id%3D40309&ved=2ahUKEwj79d2IornZAhWSsKQKHcvuB0gQFjAFegQIARAB&usg=AOvVaw0kwdfeyVdNk4INI78E6dr3

  51. spatholouro said

    #50
    Γιάννη πες αλεύρι
    ο Corto σε γυρεύει! (βλ. σχ. 1)

  52. BLOG_OTI_NANAI said

    Με έχει βάλει στην περιέργεια το άρθρο και είμαι και μακριά από τα κιτάπια μου…
    Καμιά φορά σκέφτομαι τους ταλαίπωρους ξένους που ζουν στην Ελλάδα και θα ρωτήσουν «τι σημαίνει την περνάω κοτσάνι;» και θα πάρουν απάντηση, «σημαίνει την περνάω τζάμι» ή «την περνάω ζωή και κότα» ή «βρήκα το μήνα που θρέφει τους έντεκα» ή «την περνάω πασάς» και θα τραβάει τα μαλλιά του να καταλάβει…

  53. nikiplos said

    Να προσθέσουμε και τον τρισμέγιστο Ζαμπέτα:

    Μια τσιγγάνα γυρολόγα
    όταν είδε το φλιτζάνι
    χίλια τέρμενα μου είπε
    θα περάσουμε κοτσάνι

    Από το τραγούδι «Χίλιες και μία νύχτες»

  54. Λεύκιππος said

    Οι Θρακιώτες παπούδες μου και οι συγχωριανοί τους κοτσάνι αποκαλούσαν το τμήμα εκείνο του καρπού του καλαμποκιού που έμενε όταν έβγαζες τους σπόρους. Επειδή μιλάμε για μεγάλες ποσότητες κοτσανιών το χρησιμοποιούσαν σαν καύσιμη ύλη τον χειμώνα στις σόμπες.

  55. nikiplos said

    Την έκφραση «την περνώ κοτσάνι» την έχω ακούσει μόνο υπονοώντας εξαιρετικά. Να προσθέσω πως την έχω ακούσει μόνο για πεπερασμένα χρονικά διαστήματα. Θα την περάσουμε κοτσάνι εκεί το Σαββατοκύριακο. Δλδ θα περάσουμε πολύ ωραία. Το «Ζωή και κότα» το έχω μόνο ακουστά ως αρχοντικά, πλουσιοπάροχα. Άλλωστε ποιος τα παλαιά τα χρόνια έτρωγε εύκολα κότα?

  56. Τσούρης Βασίλειος said

    Καλημέρα σας
    33 ΣτοΔγιαλοΧτηνος
    .
    .
    3. Τίτλος ιδιοκτησίας
    Έχω ταπί εγώ έλεγε ο μακαρίτης Π. Α όταν τσακώνονταν με γείτονά του για ένα χωράφι ( η περιοχή μας απελευθερώθηκε το 1912-13) και η λέξη ταπί ακούγεται ακόμα στα μέρη μας.
    Και βέβαια οι περισσότεροι Έλληνες έμειναν ταπί 😉

  57. Τσούρης Βασίλειος said

    54.Λεύκιππος
    Τσ(ι)όκαλο σε μας μάλλον απ΄το κότσιαλο. Ο ξέφλος (ξεφλούδισμα ) στην αρχή και μετά το ξεσπύρισμα ήταν σαν γιορτή και μαζεύονταν οι γυναίκες και τα παιδιά για τη δουλειά αυτή.
    Κακό τσιόκαλο στον κώ.. το λέμε ακόμα στο χωριό

  58. Niki Reppou said

    @9. Σ΄αυτή τη χρήση το κυπραίικο «κοτσάνι» μου θυμίζει τη λέξη «στέλεχος» π.χ. αποδείξεων. Σαν να χρησιμοποιούν τη λαϊκή λέξη στη θέση της λόγιας!;

    κοτσονάτος

  59. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    35 Είναι κι αυτή μια εξήγηση που παίζει, αν δεν βρούμε ελλαδίτικες με κοτσάνια ακινήτων.

    47 Ρώτα την τώρα τι είναι το καστραμπούλι.

  60. Corto said

    35 (Spatholouro):
    «παραείναι περιφερειακή σημασία για να αποκτήσει τέτοια κοινολεκτούμενη καθολικότητα στα καθ’ ημάς»

    Πολύ εύστοχη η παρατήρηση αυτή, και μάλιστα ίσως πρέπει να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι στο οθωμανικό κράτος η γαιοπρόσοδος σπανίως βρισκόταν στα χέρια Ελλήνων. Συνεπώς γίνεται ακόμα πιο απίθανη η προέλευση της έκφρασης από τις ελληνικές κοινότητες εκτός ελληνικού κράτους.

    Για τους ελλαδίτες πάλι, σε ένα κράτος άνευ κτηματολογίου, η είσπραξη ενοικίων δεν σχετίζεται υποχρεωτικά με την κατοχή τίτλων ιδιοκτησίας…(μειδίαμα!)

  61. spatholouro said

    #59/35
    Και να βρεθούν τέτοια ελλαδίτικα «κοτσάνια», πάλι παραμένει πολύ αδύνατη η συγκεκριμένη ερμηνεία, κατ’ εμέ.

    Εάν συγκρίνει δηλ. κανείς τις δύο ερμηνευτικές εκδοχές (υπό την προϋπόθεση ότι θα βρεθεί ικανό συγχρονικό ελλαδικό υλικό κυπρο- «κοτσανίων») από την άποψη της καθολικής ή μη διάχυσης της μίας ή της άλλης εμηνευτικής καταγωγής, δεν είναι νομίζω εύλογο να αναμένει κανείς ότι στο στόμα του λαού μπήκε η έκφραση από την κυπριακή αναγωγή, διότι ποιος τα ήξερε και σε ποια πλαίσια ήταν σε τόση χρήση που να δικαιολογεί τη συζητούμενη έκφραση.

  62. Παναγιώτης Κ. said

    Φάγανε όλο τον καρπό και μείναν τα κοτσάνια…

  63. ΚΩΣΤΑΣ said

    «Την περνάω κοτσάνι», το γνωρίζω με τη σημασία τα βολεύω, τα καταφέρνω χωρίς κόπο και έξοδα. Καθότι Θετταλός, με αυτή τη σημασία νομίζω ότι το χρησιμοποιεί και ο Τσιτσάνης.

  64. ΣΠ said

    Κύλησε ο τέντζερης – 1962

    Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης
    Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
    Ερμηνεία: Στράτος Παγιουμτζής – Άννα Χρυσάφη

    Μαζί κι οι δυο που μπλέξαμε,
    μικρό μου βασανάκι,
    εκύλησε ο τέντζερης
    και βρήκε το καπάκι,
    μαζί κι οι δυο που μπλέξαμε,
    μικρό μου βασανάκι.

    Ώπα, ώπα, ώπα, σ’ αγαπώ και σ’ το `πα,
    ώπα, ώπα, ώπα, σ’ αγαπούσα και σου το `πα.

    Τα τρώμε μέχρι τάληρο,
    κοτσάνι την περνούμε,
    ανάβουν σφιχτοχέρηδες,
    να μην αβασκαθούμε,
    τα τρώμε μέχρι τάληρο,
    κοτσάνι την περνούμε.

    Ώπα, ώπα, ώπα, σ’ αγαπώ και σ’ το `πα,
    ώπα, ώπα, ώπα, σ’ αγαπούσα και σου το `πα.

    Μαζί κι οι δυο που μπλέξαμε
    και στήσαμε κονάκι,
    εκύλησε ο τέντζερης
    και βρήκε το καπάκι,
    μαζί κι οι δυο που μπλέξαμε
    και στήσαμε κονάκι.

    Ώπα, ώπα, ώπα, σ’ αγαπώ και σ’ το `πα,
    ώπα, ώπα, ώπα, σ’ αγαπούσα και σου το `πα.

  65. spatholouro said

    Να κι ένα «κοτσάνιον» περί τα ιδιοκτησιακά:

    Ευθύς λοιπόν ώς ήκουσεν ο μακαρίτης, ότι ό τότε Νομάρχης Ικονίου και πρώην Μέγας Βεζύρης Φερήτ-πασάς ενεργεί περί εκδόσεως Αυτοκρατορικού Φιρμανίου, άπαγορεύοντος την πώλησιν οικοπέδων εν τή θέσει εκείνη, νυχθημερόν αναζητήσας μεταξύ τών εγγράφων πάντων των εχόντων σχέσιν μετά τής Κοινότητος προυχόντων, ζώντων τε και τεθνεώτων, άνεύρε το κοτσάνιον, και μετά πολλούς κόπους τή βοηθεία της Α. Σ. του Αγίου Ικονίου κατώρθωσε να αναγνωρισθή και επικυρωθή .

    (Ι.Α.Ακακιάδου,Η Καρβάλη Ναζιανζού και ο Βίος Γρηγορίου του Θεολόγου,Εν Αθήναις 1928)

  66. spatholouro said

    Κι εδώ κάποια «κοτσάνια» εκ βιβλιοδεσίας:

    Επειδή όμως, καθώς φαίνεται εύκολα, το μισό ακριβώς είχε μείνει άγραφο ο συγγραφέας (ή ο συμβολαιογράφος) έκοψε τα λευκά φύλλα, πού ήταν από τη μέση του τετραδίου ώς το τέλος, κι άφησε τα κοτσάνια τους γιά νά μη διαλυθεί το τετράδιο. Έτσι το τετράδιο σήμερα άποτελείται από 13 φύλλα (χαρτιού εποχής ) διαστάσεων 22Χ16 , 5 έκ ., δηλαδή 26 σελίδες, σύν τά κοτσάνια.

    (Π. Σκουζές, «Απομνημονεύματα. Η τυραννία του Χατζή-Αλή Χασεκή στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα (1772-1796), επιμ.-εισαγ.-σχόλια: Θανάσης Χ. Παπαδόπουλος, Κέδρος, 1975.)

  67. ΣΠ said

    Ο παντρεμενάκιας

    Στίχοι: Γιώργος Γιαννακόπουλος
    Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ
    Ερμηνεία: Σπύρος Κορώνης – Γιάννης Φίλανδρος

    Για κοίτα πώς μπερδεύτηκα και πήγα και παντρεύτηκα
    δε μ’ άρεσε που είμουν ελεύθερο πουλάκι
    χωρίς να `χω κανένανε νταβά στο κεφαλάκι

    Και το `κανα το σφάλμα χωρίς ποτέ να ξέρω
    πως βάζω στη ζωή μου για πάντα συνεταίρο
    και τώρα μουρμουράω και βράδυ και πρωί
    καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

    Για κοίτα πώς μπερδεύτηκα και πήγα και παντρεύτηκα
    ενώ με συμβουλέψαν πολλά παιδιά τζιμάνια
    ελύσσαξα ο άμυαλος για βέρες και στεφάνια

    Και κάνω κι άλλο σφάλμα ξηγιέμαι ντήπ μελάτα
    κι απ’ την αρχή βρε βλάκα δεν έσκιζες τη γάτα
    κουλούρα όποιος βάζει σκληρά μετανοεί
    καλύτερα μιάς ώρας ελεύθερη ζωή

    Για κοίτα πώς μπερδεύτηκα και πήγα και παντρεύτηκα
    την πέρναγα κοτσάνι αγάπη και κρεπάλη
    στη μια αγκαλιά κοιμόμουνα και ξύπναγα στην άλλη

    Μα να που `χω ξεχάσει της λεφτεριάς τη θέα
    και μπρος μου τύφλα νά `χεις δεσμώτη Προμηθέα
    βαρέθηκα να τρώω το ίδιο το φαΐ
    καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

  68. leonicos said

    @65,66 Σπαθόλουρε, εξαιρετικές συμμετοχές.

    @64 ΣΠ Ομολογω ότι το τραγούδι του Τσιτσάνη μου αρέσει περισσότερο

  69. spatholouro said

    Βλέπω στο Αρχείο Δήμου Σύμης απόκειται μεταξύ άλλων χειρογράφων και εγγράφων:

    Βιβλίον Εγγυήσεων Κοτσανίου Σπογγαλιείας 1901-1902 (τουρκικά έντυπα συμπληρωμένα)

    (ΚΝΕ, ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 2: Καταγραφή εγγράφων, χειρογράφων, εντύπων Ρόδου και Σύμης, Αθήνα 1982)
    files.ekt.gr/n020020.pdf

  70. ΣΠ said

    Μαγκιόρος

    Στίχοι: Μανώλης Χρυσαφάκης
    Μουσική: Μανώλης Χρυσαφάκης
    Ερμηνεία: Ρίτα Αμπατζή

    Είμαι ασίκης και μαγκιόρος,
    μάγκας, φίνος μερακλής,
    με τις δούλες εξηγιέμαι,
    γιατί είμαι σεβνταλής.

    Ε ρε, πώς περνάς σαν έχεις,
    γκομενίτσα δουλικό.
    Σε περνά μέσ’ στην κουζίνα,
    βουρ, σου λέει, στο ψητό.

    Ώπα, γεια σου Φιστιξή!

    Κι όταν έλθει η τριμηνία,
    της τσιμπάω τα ψιλά
    και της λέω, εις την άλλη,
    να μου φέρνει, πιο πολλά.

    Κι έτσι την περνώ, κοτσάνι,
    εγώ με το δουλικό
    κι όταν θέλω χαρτζιλίκι,
    παίρνει από τ’ αφεντικό.

    – Γεια σου Ογδοντάκη!

    – Γεια σου βρε Ρίτα μάγκισσα!

  71. ΣΠ said

    Μαχαραγιάς αν ήμουνα

    Στίχοι: Χρήστος Βασιλειάδης
    Μουσική: Νίκος Γούναρης
    Ερμηνεία: Νίκος Γούναρης

    Μαχαραγιάς αν ήμουνα
    ο κόσμος να με τρέμει
    το πιο μαγγιόρο θ’ άνοιγα
    στο ντουνιά χαρέμι.

    Θα είχε ανατολίτισσες,
    φραντζέζες κι αραπίνες
    που ‘ναι τεχνήτρες στο χορό
    και στην αγάπη φίνες.

    Θα ‘μουν ντυμένος στα χρυσά
    και ξάπλα στο ντιβάνι
    καθόλου δεν θα μ’ ένοιαζε
    θα πέρναγα κοτσάνι.

  72. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    70 συνειρμικώς πως…

  73. 55, … «την περνώ κοτσάνι»
    …«Ζωή και κότα» …

    Άντε και

    «ζωή και κότσι»

    (όσο πιο σιγανοψημένο
    όσο μπούκο)

  74. Γιάννης Κουβάτσος said

    51: Να τι κάνει η απρόσεκτη ανάγνωση. Δάσκαλε, που δίδασκες… 😊

  75. Υπάρχει και επώνυμο
    Κοτσ(ι)ανάς,
    αλλά δεν ξέρω την προέλευσή του.

    Το γκουγκλ βγάζει περισσότερο το
    Κουτσιανάς,
    απομακρύνοντάς το από το κοτσάνι.

  76. voulagx said

    Θυμαμαι οτι λεγαμε στα βλαχικα την εκφραση: «ου τρικούι κουτσιάνου» = την περασα καλα, μπέικα, αραχτος κι ετσι.
    Δεν την θυμαμαι στα ελληνικα.

  77. 36, … «την περνάω λουλούδι» …

    Όπως λέμε, πχ, «Μού έκανες την καρδιά ανθισμένο κήπο/περιβόλι.»

  78. BLOG_OTI_NANAI said

    Σκεφτόμουν ότι μερικές φορές θυμάμαι να χρησιμοποιείται συνεκδοχικά το «κοτσάνια» για τα τσαμπιά σταφύλι: «έλα κόψε μερικά κοτσάνια» και εννοούσαν πάρε μερικά τσαμπιά. Μήπως «την περνάω κοτσάνι» είναι η εικόνα του τύπου που καλοπερνάει αραχτός:

  79. Γιάννης Ιατρού said

    Κοτσάνι με την έννοια του δεσίματος/στελέχους κλπ.
    Να έχει σχέση με τον κοτσαδόρο που έχει το αυτοκίνητο για να σέρνει π.χ. το τρέϊλερ, ή με το «κοτσάρω» (προσθέτω κάτι, δένω κλπ.);

  80. ΣΠ said

    Σύμφωνα με το ΛΚΝ, κοτσαδόρος και κοτσάρω συνδέονται αλλά δεν έχουν σχέση με το κοτσάνι.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89&dq=
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82&dq=

  81. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένας όμορφος στίχος του Ελύτη από τη «Γέννηση της μέρας»:
    Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της
    κι ανοίξει όλα τα χρώματα πάνω στη γη…

  82. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    Νάσαι καλά Σταύρο με τα τραγούδια, δεν τα ήξερα όλα!

    76 Το σκέτο κουτσιάνου σημαίνει κοτσάνι; μίσχος;

  83. nessim said

    @79 για τους κουμπάρους και βέβαια έχει σχέση, είναι ο κοτσαδόρος!
    https://www.bazaraki.com/el/adv/1801302_–/

    (ενδιαφέρον και το «καραβάνι»)

  84. Γς said

    59 @ Sarant

    >Ρώτα την τώρα τι είναι το καστραμπούλι

    Λέει ότι δεν σημαίνει κάτι άλλο απ το «πολλά ωραία», ότι δεν είναι συνδυασμός δύο λέξεων και ότι πρέπει να είναι δάνειο από άλλη γλώσσα. Δηλαδή τζίφος.

    Μήπως η Λ θα μπορούσε να βοηθήσει;

    Ή κάποιος άλλος

  85. sarant said

    Δεν γκουγκλίζεται κιόλας

  86. Ξενοφών Τζαβάρας said

    Στην Ίμβρο επίσης ο τίτλος ιδιοκτησίας είναι «ταπού» και «κουτσάν’ » (τα κουτσάνια) και τα 2 τουρκικής προελεύσεως. πχ: Για τα δυο τα λιουστάσια απού ‘νι απ’ ντου παππού μ’ δεν έχου κουτσάνια. Μό’ για του σπίτ’ ιμ’ έχου κουτσάν’

  87. nessim said

    @84 φαίνεται όχι και τόσο «πολλά ωραία»..
    «…a forme come castrabuli, detto di una ragazza ‘di
    dubbia moralità’ (Rossi 1992)…»
    http://www.aracneeditrice.it/pdf/9788854807174.pdf
    σελ. 86

  88. Γς said

    85:

    Οχι. Το έψαξα και νε διάφορες μορφές στα τούρκικα.

    Καστραμπούλι;

    Αγιούτο χριστιανούτσι!

  89. Γιάννης Ιατρού said

    80: Ναι μεν δίνει το ιταλικό cozzar(e), αλλά πως συμπεραίνεις πως δεν έχει (κι αυτό;) σχέση με το κοτσάνι. Θα το ερευνήσω να δώ, αν ξέρει κανείς να μας το πει,

  90. ΣΠ said

    89
    http://www.etimo.it/?term=cozzare

  91. Γς said

    87:

    Ας το δει κάποιος δεινός ιταλομαθής για να μας πει τι σημαίνει. Δεν γκουγκλίζεται περαιτέρω το castrabuli

  92. Γς said

    91:

    Μήπως τα @@ που δεν έχει ένας ευνούχος

  93. Γς said

    92:

    Κι ένα τελευταίο:

    Παρανόησα. Πολλά ωραία είναι η πρώτη λέξη της έκφρασης
    «Σhiσιν καστραμπούλι».

    Νομίζω λοιπόν ότι είναι μια σκωπτική απάντηση στην ερώτηση «Πως πάμε;»
    του τύπου:

    Πολύ καλά, @@!

  94. Μανούσος said

    Σε αγιορείτικη (Μονή Αγίου Παύλου) οικονομική αλληλογραφία του 1890+ υπάρχει ακριβώς η έννοια κοτσάνι όπως την περιγράφεις δηλαδή τα στελέχη των τραπεζικών κουπονιών, συνήθως ομολόγων, με τα οποία γινόταν η είσπραξη των τοκομεριδίων. Συνεπώς κι εγώ πιστεύω ότι η εξήγησή σου είναι σωστή.
    Το εν λόγω μοναστήρι ήταν τότε επανδρωμένο κατά κύριο λόγο από Κεφαλλονίτες αλλά και άλλους Επτανήσιους, αλλά επειδή ήταν εντός οθωμανικής επικράτειας, ίσως υιοθέτησαν και οι ίδιοι τον όρο εκεί.

  95. voulagx said

    #82: Ναι, κατά λέξη μετάφραση: «ου τρικούι κουτσιάνου» = την πέρασα κοτσάνι

  96. ΓιώργοςΜ said

    79 Άμα είναι κανείς (48) μπροστά από την εποχή του, δεν του δίνει σημασία ουδείς… 🙂

  97. sarant said

    95 Μερσί.

  98. geobartz said

    10, 18, 24:
    #Παρ’ ημίν κο-τσια-νί-ζω=κόβω άγαρμπα (π.χ.τον δυόσμο) αφήνοντας μόνο τα κοτσιάνια. Επίσης, «την κοτσιάντ’σαν την κερασούδα»=μάζεψαν άγαρμπα τα κεράσια (μαζί με πολλούς νεαρούς βλαστούς κλπ)
    Επίσης, κοτσιανάτος=ευσταλής

    54 (ίδε και 57) Λεύκιππος said: «Οι Θρακιώτες παπούδες μου και οι συγχωριανοί τους κοτσάνι αποκαλούσαν το τμήμα εκείνο του καρπού του καλαμποκιού που έμενε όταν έβγαζες τους σπόρους. Επειδή μιλάμε για μεγάλες ποσότητες κοτσανιών το χρησιμοποιούσαν σαν καύσιμη ύλη τον χειμώνα στις σόμπες».
    #Ταύτα παρ’ ημίν καλούνται κομπακόξυλα

  99. BLOG_OTI_NANAI said

    Ένας ιδιωματισμός με το κοτσάνι:
    «το’ κοψε κοτσάνι» = πήγε με τα πόδια:

  100. BLOG_OTI_NANAI said

    Σε μια παροιμία (Λαογραφία 36) τα «κοτσάνια» με την έννοια που λέμε «τα παλούκια», δυσκολίες:

  101. BLOG_OTI_NANAI said

    100: Βέβαια εδώ η λέξη που ακούγεται είναι «λίκια», απλά σημαίνει «κοτσάνια».

  102. Πέπε said

    100, 101:
    Σχεδόν το ίδιο με το «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά». Θα ήταν ακριβώς το ίδιο αν λέγαμε «η πίσω αχλάδα έχει την ουρά», αλλά δεν το λέμε γιατί σαν κυριολεξία δε στέκει, ενώ το «πίσω έχει η αχλάδα…» στέκει (πίσω σε σχέση με το πώς αρχίζεις να τρως).

  103. BLOG_OTI_NANAI said

    102: Σωστά, και αυτό διάβαζα τώρα στον Λουκάτο, ότι το αρχικό μοτίβο ήταν η ουρά του φιδιού, και το «φίδια» έγινε κάποια στιγμή «απίδια» (ενώ ο Κουκουλές έλεγε το αντίστροφο). Και από τη στιγμή που μπήκε στην παροιμία το απίδι, ήταν θέμα χρόνου να μπει και το αχλάδι / αχλάδα:

  104. ΚΩΣΤΑΣ said

    Πέρα από το «την περνάω κοτσάνι» λέγεται και το «την έβγαλα κοτσάνι». Ένα παράδειγμα: Έστω μια παρέα αποφασίζει μια εκδρομή στην εξοχή. Όλοι παίρνουν και κάτι για να φάνε μαζί τους, κάποιος δεν παίρνει τίποτα γιατί νόμιζε ότι εκεί υπάρχει ταβέρνα. Την ώρα του φαγητού κάποιος του δίνει έναν κεφτέ, άλλος ένα κομμάτι κρέας, πίτα, ντολμαδάκι κλπ. Τότε λέμε, αυτός την έβγαλε κοτσάνι.

    Λέω τώρα εγώ, όταν τρώμε το φρούτο πετάμε το κοτσάνι, που σίγουρα περιέχει κάποιο ποσότητα απ’ τη σάρκα του φρούτου. Μήπως εξ αυτού, μεταφορικά, σημαίνει βολεύομαι από αυτό που περισσεύει από τους άλλους, όπως το κοτσάνι, άρα την έβγαλα κοτσάνι;

  105. cronopiusa said

  106. BLOG_OTI_NANAI said

    Στην Καστοριά υπάρχει η παροιμία αλλά δεν δίνεται εξήγηση:

  107. BLOG_OTI_NANAI said

    Στο Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών έχει μια αναφορά, αλλά το προφέρει «γοτσάνι / γοσάνι»:

  108. sarant said

    103 Δεν την ήξερα αυτή την εξηγηση. Απο τη Λαογραφία είναι;

  109. BLOG_OTI_NANAI said

    Κοτσάνια = τίτλοι ιδιοκτησίας Ιεροσόλυμα:

  110. BLOG_OTI_NANAI said

    108: Είναι από τα «Ελληνικά» τ. 15: http://www.ems.gr/analytikos-katalogos-ekdoseon/ellinika/ellinika-15.html
    Είναι το άρθρο με τίτλο: Λουκάτου Δημ. Σ., Πιθανοί αρχικοί τύποι σε τρεις παροιμίες ( http://media.ems.gr/ekdoseis/ellinika/Ellinika_15/ekd_peel_15_loukatos.pdf )

  111. BLOG_OTI_NANAI said

    «το μοναδικό ψεγάδι που βρίσκω στην εξήγηση του Παπαδόπουλου, ότι λείπουν ελλαδίτικες καταγραφές της σημασίας «κοτσάνι = τίτλος ιδιοκτησίας»»

    Πράγματι, αυτό είναι μια δυσκολία. Είδαμε την ερμηνεία ως «τίτλος ιδιοκτησίας» στην Τουρκία, σε τουκοκρατούμενες περιοχές, στη Μικρασία, στα Ιεροσόλυμα αλλά εδώ δεν την πολυβλέπουμε. Αντιθέτως, στο 99,9% των ευρημάτων, το κοτσάνια είναι το άχρηστο, το υπόλειμμα, αυτό που κόβουμε, αυτό που πετάμε, είναι τροφές για ζώα κλπ. κ.λπ. Κανένας απολύτως συσχετισμός με καλοπέραση.

  112. sarant said

    110 Nάσαι καλά! Ο Λουκάτος ειναι πολύ σοβαρός.

  113. Ας την περάσουμε κοτσάνι τώρα που μπορούμε γιατί σύντομα μπορεί να διαταραχθεί η ειρήνη.

    (συγγνώμη σκάω)

  114. BLOG_OTI_NANAI said

    112: Τίποτα, κι εσύ! Έχω δει ότι στα θέματα αυτά τον επικαλούνται διαρκώς.

  115. BLOG_OTI_NANAI said

    113: Μπορεί;;;!!!!

  116. Γιώργος Τ said

    Θα μπορούσε το κοτσάνι να είναι και ευφημισμός.
    Στην κατοχή ή και παλιότερα ο κόσμος έβραζε τα κοτσάνια από κουνουπίδια κλπ για να χορτάσει.
    Τώρα μπορεί να λέω και κοτσάνα.

  117. sarant said

    113 Mπορει, δεν λέω!

  118. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    26. Tζη >>βουλώνω μάλλον από την βούλα, την σφραγίδα. Το λέμε κι εμείς θα το πάρω με την βούλα, επισήμως, με χαρτιά
    Βουλωμένο γράμμα (διαβάζεις) 🙂

    54>>κοτσάνι αποκαλούσαν το τμήμα εκείνο του καρπού του καλαμποκιού που έμενε όταν έβγαζες τους σπόρους.
    Ρουκάνι σ΄εμάς

  119. Κ. Καραποτόσογλου said

    «Hierher passt auch das neugriechische Wort κοτσάνι ‘Stengel’, lt. ΛΚΝ
    ‘dünner Stengel, der ein Blatt, eine Blüte oder eine Frucht mit dem Hauptspross
    verbindet’. κοτσάνι wird im ΛΚΝ von sl. kocan -i (sic!) abgeleitet. Laut Vasmer
    ЭСРЯ russ., ukr., bulg. кочáн ‘Kohlkopf’, skr. кòчâн ‘Stengel, Kohlstrunk’,
    sloven. kocên (sic!) ‘Kohlstrunk’. Auch das sl. Wort *kočanъ kommt nach
    ЭССЯ wie koča von *kočь, mit der gemeinsamen S e m a n t i k von etwas sich Erhebendem (= ψυχαγωγικός), Herausragendem (= εξέχων, διαπρεπής), Festem (= σταθερός) und Hartem (σκληρός, στέρεος) . In Bulgarien und Griechenland gibt es zahlreiche Ortsnamen, die auf dieses Wort zurückgeführt warden können: Кочан, Кочана, Кочане, Кочани, Κότσανα, Κότσανη, Κοτσιανά.
    Mit der Zurückführung auf sl. *kočь ist für das griechische Wort κότσι eine
    lautlich einwandfreie Etymologie gegeben, die ohne die Annahme von sporadischem
    Lautwandel auskommt. Die Bedeutung des Lemmas *kočь in der
    serbokr. dialektalen Version ‘große Nuss in einem so genannten Nussspiel für
    Kinder’, also etwas Kleines, Hartes zum Spielen, entspricht dem gr. ‘Knöchelspiel’.
    Die anderen Bedeutungen, nämlich von etwas Gekrümmtem und Herausragendem
    (Hügel, Insel, Beule, Haufen, Bein- und Armstumpf, Holzhammer),
    entsprechen dem gr. ‘Knöchel’, ‘Schwellung des Knochens’, von etwas Verdicktem
    den weiteren angeführten Bedeutungen ‘Warze, harte Haut, knochenartige
    Verhärtung der Haut, Hühnerauge’».

    Elisabeth Skach, «Zur Etymologie des neugriechischen Wortes κότσι», Studia Etymologica Cracoviensia 7 (2002) 127-132, ιδιαίτ. σ. 130.

    Πιθανότατα η φράση: την περνάω κοτσάνι συνεχίζει τις παραπάνω αρχικές σημασίες.

  120. 113,
    Κινδυνεύουμε από
    ειρηνικό όλεθρο!

  121. Γς said

    116:

    >Στην κατοχή ή και παλιότερα ο κόσμος έβραζε τα κοτσάνια από κουνουπίδια κλπ για να χορτάσει.

    Και τρία τέσσερα χρόνια μετά την κατοχή όταν ερχόταν ο πατέρας μου, που ταξίδευε συνεχώς, η πρώτη του δουλειά ήταν να πάει στον μπακάλη και να μου πάρει μερικές φέτες σαλάμι.

    Κι άρχιζε η μυσταγωγία. Τις έπαιρνα μία μία και με προσοχή αφαιρούσα την πέτσα [την φλούδα, πως λέγεται;] την έβαζα στην άκρη και έτρωγα την φέτα.

    Οταν τις τελείωνα. έτρωγα και τις πέτσες!

  122. BLOG_OTI_NANAI said

    119: Δηλαδή να ήρθε από τα σλάβικα στην Ελλάδα με την έννοια της ψυχαγωγίας; Όποιος μπορεί ας δώσει μια περίληψη.

    120: 🙂

  123. Γς said

    118 @ ΕΦΗ – ΕΦΗ

    Και πως σου φάνηκε κι ερμηνεία που έδωσα στο «τι κάνεις;» «καστραμπούλι» από το

    castra = ευνουχισμένα ζώα
    και
    boli = αρχίδια

    κάτι σαν

    γάμησέ τα, κολοκύθια με τη ρίγανη, μαλακίες, σκατά, αρχίδια

  124. Γς said

    123:

    Δεν πρέπει να είναι έτσι.

    Αγιούτο Κριστιάνοι!

    Eίναι μάλλον από το από το «bullo»

    https://www.google.com/search?lr=&hl=en&as_qdr=all&ei=s52PWtbpAYapsAHZu7GgCg&q=parola+bullo&oq=parobullo&gs_l=psy-ab.1.0.0i7i30k1l3.581157.582643.0.592586.4.4.0.0.0.0.136.394.0j3.3.0….0…1c.1.64.psy-ab..1.3.392…0i7i10i30k1j0i10k1j0i8i7i30k1j0i8i7i10i30k1.0.gWv1xPIEIdY

  125. # 113

    Μα….γίνεται ποτέ πόλεμος εν καιρώ ειρήνης ;;;;;;

  126. spiral architect 🇰🇵 said

    @113, 120, 125: Αλήθεια, επιμένετε ότι είμαστε ανεξάρτητη χώρα; Λυπάμαι αλλά σας έχω άσχημα νέα:

  127. spiral architect 🇰🇵 said

    @126: Τι χρώμα έχει το απολυτήριό σας;
    (κοτσάνι θα την περάσουμε εμείς οι ντακότες)

  128. # 126

    Μην ανησυχείς… κι εμείς παραβιάζουμε το δικό τους στα πλασίσια της «ετοιμότητας» που μας επιβάλλουν οι μεγάλοι της συμμαχίας. Ολα αυτά είναι οικονομικής σημασίας- περισσότερες λεπτομέρειες στον Λάμπρο. Μόνο αν έχεις δικό σου στην γραμμή των επεισοδίων να ανησυχείς τόσο όσο όταν ταξιδεύει με πλοίο συμφερόντων Βαρδινογιάννη.

  129. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στη μεγάλη, τη δυνατή Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε τον χρυσό καιρό της, οι «ελεύθεροι πολίτες» περνάγανε κοτσάνι με φακή, κρασάκι και κριθαρένιο ψωμί. Αραιή και γιορταστική ήτανε η καλοφαγία. Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε «ο νους», η σκέψη, το πνεύμα.
    Νίκος Τσιφόρος /Ελληνική Μυθολογία

    123. Α, και ο (ευνούχος) Καστράτο ! 🙂

  130. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    120, >> 113, Κινδυνεύουμε από ειρηνικό όλεθρο! 🙂

    Φωνή από την άλλη άκρη του πειρηνικού ωκεανού.

  131. 129α

  132. spatholouro said

    #119
    Ευχαριστούμε!
    Όλο το τεύχος (και ολόκληρο το άρθρο) εδώ:
    http://www2.filg.uj.edu.pl/ifo/kjasis/sec/contents.php?by=details&cite=Skach02

  133. Alexis said

    Μοι προκαλεί αλγεινοτάτην εντύπωσιν ότι επί σχεδόν 23 ώρας εις τον ουρανόν του διαδικτύου ουδείς εκ των χριστιανούληδων αναγνωστών παρετήρησεν ότι εις το βίδδεον που ανήρτησεν ο κ. Σαραντάκος δεν υπάρχει η επίμαχος έκφρασις.

  134. sarant said

    119-132 Ευχαριστούμε!

    133 Δεν υπάρχει στο τέλος;

  135. sarant said

    133-134 Δικιο έχεις -προστέθηκε στη δεύτερη εκτέλεση της Νίνου ο στίχος αυτός!

  136. spatholouro said

    #46
    Παραπλήσιες αναμνήσεις έχω από το σχολείο στο δημοτικό, όπου μας έλεγαν «αυτά τα τετράδια να είναι κοτσωμένα», εννοώντας «δεμένα», δηλ. με σκληρά εξώφυλλα και πανόδετα ας πούμε (όπως κάποια βιβλία πρωτοκόλλου π.χ. σε δημόσιες υπηρεσίες).

    Πάντως σχέση κοτσάνι/κοτσώνω δεν μου φαίνεται να υπάρχει.

    Αντιγράφω από τον Σταματάκο (που είναι από τους ελάχιστους που λημματογραφεί το ρήμα):
    Κοτσώνω: κότσωσα/κοτσώθηκα/κοτσωμένος: εξιγκούμε, φουσκώνω, «κοτσώνουν πολύ οι τσέπες».
    Κοτσωμένος: κορδωμένος/επηρμένος, κοτσωτός

  137. spatholouro said

    εξιγκούμε=εξογκούμαι

  138. BLOG_OTI_NANAI said

    Δύο ακόμα υποθέσεις. «Κοτσάνι» από το «Κότσικα» τάξιμο σε γάμο, και κάτι νομίζω σχετικό με του κ. Καραποτόσογλου, «Κοτσάνι» από την ανεμελιά που έχει ένα παιχνίδι όπως τα «Κότσια» (μια που αυτά υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο):

  139. sarant said

    136 Κοτσωμένα… Ομολογώ πως δεν το θυμάμαι, οι δικοί μας δάσκαλοι δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη.

  140. voulagx said

    #95: Νικο, διορθωνω το #95, ου γαρ ερχεται μονον:
    «ου τρικούι κουτσιάν’ου» = την πέρασα λάχανο
    Μαλλον το «κουτσιάν’ου=λάχανο» είναι σλαβικής προέλευσης.

  141. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @133. Ἀλέξη, ποῦ τὸ πρόσεξες ρὲ θηρίο;
    Μιλᾶμε, δὲν ὐπάρχει!!!

  142. spatholouro said

    Α, ακόμα κοτσωμένα τα λένε σε μαγαζιά:
    https://www.e-jumbo.gr/scholika/tetradia-chartika/blok-enilikon/enilikon-kotsomena-a6/blok-simeioseon-a6-80f_274818

  143. Alexis said

    Με κοτσάκια φανερώνω της καρδούλας μου τον πόνο…

    όπου κοτσάκια=στιχάκια, βεβαίως

  144. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Ἐμένανε πάντως,
    μοὶ προκαλεῖ ἀρίστην ἐντύπωσιν ὅτι μετὰ παρέλευσιν εἰκοσιτετραώρου ἀπὸ τῆς ἀναρτήσεως τοῦ παρόντος νήματος οὐδεὶς ἀνεφέρθη εἰς τὴν τρέχουσαν ἐπικαιρότητα.

    ΕΥΓΕ!

  145. sarant said

    140 Εμ τότε αλλάζει 🙂

  146. Alexis said

    #141: Δημήτρη, μπήκα χτες το πρωί πολύ βιαστικά και άφησα ένα σχόλιο, χωρίς να πολυπροσέξω το βίντεο. Μετά έτρεχα όλη μέρα για δουλειές έξω και όταν γύρισα στο σπίτι το βράδυ δεν είχα όρεξη όχι για ιντερνέτι αλλά ούτε για να …σύρω τα πόδια μου…
    Σήμερα το πρωί το άκουσα με την ησυχία μου και διαπίστωσα ότι στην τρίτη στροφή επαναλαμβάνεται το τελευταίο δίστιχο της δεύτερης…

  147. Γς said

    127 @ Spiral Architect

    >Τι χρώμα έχει το απολυτήριό σας;

    Λοιπόν τη μέρα που κηρύχτηκε η Γενική επιστράτευση το 1974 και γινόταν της κακομοίρας έξω από το Φρουραρχείο (;) στο σταθμό Λαρίσης, μας πλησιάζει ένας και δείχνοντάς μας το Απολυτήριο – Φύλλο Πορείας του:

    -Που πάω εγώ ρε παιδιά;

    -Δεν πας πουθενά τυχεράκια. Είναι άσπρο. Θα μείνεις εδώ. Να φυλάς τις γυναίκες μας. Και φρόνιμα ε;

    Και το απογευματάκι, που μας είχαν όλη μέρα στο περίμενε βλέπουμε πάλι τον ίδιο τύπο να ρωτάει μια άλλη παρέα δείχνοντας το λευκό φύλλο πορείας, που θα πάει τάχα μου και τέτοια
    Τον βουτάω.

    -Ελα δω μωρή κουφάλα. Δεν σου είπαμε το πρωί ότι δεν πας πουθενά; Τι ρωτάς;

    -Το ξέρω μωρέ. Αλλά μου αρέσει να το ακούω…

  148. Γς said

    127 @ Γς

    >Eίναι μάλλον από το από το «bullo»

    Εντάξει κατάλαβα: «τομπούλο»

    Με γράψατε κανονικά.

    Αϊ σαλ ρετέρν

  149. ΚΩΣΤΑΣ said

    138
    Μπλογκ, ξέρεις ποιο παιχνίδι λένε γρούνα; 🙂

  150. Λ said

    Καλημέρα,
    Η Έφη το βρήκε, βούλλα(μεταξύ άλλων και τίτλος ιδιοκτησίας), βουλλώνω (μεταβιβάζω περιουσιακό στοιχείο), βουλλωτίτζια (τέλη μεταβίβασης)
    Παράλληλα, κκοτσιάνι, κκοτσιανιάζω, κκοτσιανιάτικα.

  151. Γς said

    150 @ Λ

    >Η Έφη το βρήκε

    Βουλώνω:

    Εθεσα το ερώτημα Σχ 10, και το απάντησα στο Σχ.18, 24 χάρη σε παλιά σου ανάρτηση εδώ.

    Επικαλέστηκα τη βοήθειά σου για το «καστραμπούλι» στο Σχ.64.

    Ξέρεις κάτι;

  152. Κ. Καραποτόσογλου said

    κοτσονάτος

    Ο Ν. Κοντοσόπουλος, «Ετυμολογικά, βούρδουλας, κοτσονάτος, ρούχο»,
    Λεξικογραφικόν Δελτίον 21 (1998) 61 – 67, κυρίως σ. 63-64, αναφέρει:
    «κοτσονάτος = ακμαίος, καλοστεκούμενος. Λέξις συνηθισμένη στην
    κοινή νεοελληνική, μαρτυρείται υπό τον τύπο αυτόν στο αρχείο του Κέντρου
    συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών από λίγες περιοχές
    του ελληνικού χώρου και συγκεκριμένα από τις εξής: Κρήτη, Μάνη, Ιθάκη,
    Σύρο, Πήλιο, Μεσσηνία, Δημητσάνα, Καστοριά, Δαμασκηνιά Κοζάνης
    (κουτσουνάτους) και μερικά χωριά της Ηπείρου. Υπό τον τύπο κοτσιονάτος
    μαρτυρείται από τα Μέγαρα, ενώ υπό τον τύπο κοτσανάτος φέρεται από τη
    Ζάκυνθο, τη νήσο Ερεικούσα, την Κλειτόρια Αχαΐας, τη Λιχάδα Ευβοίας
    και τη Σμύρνη. Στο λεξικό τής μεσαιωνικής δημώδους ελληνικής του Εμμ.
    Κριαρά δεν υπάρχει λήμμα κοτσονάτος.
    Έχουν προταθή οι εξής δύο ετυμολογίες της λέξεως:
    α) από τη λ. κοτσάνι (=μίσχος καρπού ή και φύλλο δέντρου), οπότε η
    αρχική σημασία του κοτσονάτος είναι «χυμώδης» και κατ᾽ επέκτασι γερός,
    ανθεκτικός, ακμαίος.
    β) από τη λ. κότσια (τά) λαμβανομένη υπό την μεταφορική της σημασία,
    δηλ. ως «σωματικές δυνάμεις», οπότε και πάλι έχομε κοτσονάτος = δυνατός,
    ακμαίος.
    Κατά τη γνώμη μας, και οι δύο αυτές ετυμολογίες είναι άστοχες. Ως
    προς την πρώτη μάλιστα παρατηρούμε ότι στηρίχτηκε στον τύπο κοτσανάτος,
    τον οποίο θεωρούμε ως εκ παρετυμολογίας παραφθορά του κοτσονάτος, ως
    φωνητική προσαρμογή του τελευταίου προς την γνωστότερη λέξι κοτσάνι εκ
    μέρους των κατοίκων των τόπων όπου το κοτσανάτος επιχωριάζει.
    Στην πραγματικότητα το κοτσονάτος προέρχεται από το βενετσιάνικο
    Cogion (4) (πρόφ. κοτζόν) = όρχις (ιταλ. coglione). Είναι δηλ. συνώνυμο της
    ελληνικής ετυμολογίας λέξεως αρχιδάτος, μέ τη διαφορά ότι η δεύτερη χρησιμοποιείται
    σε μεταφορικές χρήσεις (π.χ. επί ατόμου με εξαιρετικά προσόντα ή
    έξοχες ικανότητες, βλ. Ιστορικό Λεξικό στη λ. αρχιδάτος), ενώ η πρώτη
    μόνο επί σωματικής ρώμης ή ευεξίας και όχι μόνο επί ανδρός, αλλά και επί
    γυναικός . Είναι επίσης, εν μέρει ως προς την χρήσι, συνώνυμος της λατινογενούς
    λέξεως βαρβάτος (βλ. Ιστορικό Λεξικό στη λέξι): το κοτσονάτος δηλώνει
    απλώς κατάστασι του ούτω χαρακτηριζομένου, στό βαρβάτος υπονοείται και
    πράξις, ενέργεια πού προκύπτει από την ιδιότητα αυτήν».

    4. Από το cogion προέρχεται και το ρ. cogionar της βενετσιάνικης διαλέκτου (=περι-
    παίζω, κοροϊδεύω), εξ ού το κογιονάρω των Επτανησίων. Πρβλ. καί το γαλλικό συνώνυμο
    ρήμα couilloner.

  153. Γς said

    Ωχ, στο Σχ. 84!

  154. Γς said

    153 για την Λ Σχ.151

  155. BLOG_OTI_NANAI said

    148: Γς προσωπικά έψαξα, αλλά δυστυχώς δεν βρήκα ούτε μία φορά τη λέξη «καστραμπούλι».

    149: «Γρούνα» ε; Δε νομίζω να το ‘χω ακούσει ποτέ. Ξέρεις να μου πεις ή να το ψάξουμε;

    152: Ευχαριστούμε, πολύ χρήσιμα όπως πάντα!

  156. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @152. Χωρὶς νὰ εἶμαι εἰδικὸς, τὴ βρίσκω πειστικὴ τὴν ἐτυμολογίαν αὐτή.
    Σίγουρα πάντως διαθέτει cogion-ια. 🙂

  157. sarant said

    152 Πολύ ενδιαφέρον -βεβαια οι Επτανήσιοι, όπως λετε, λένε «κογιονάρω», όχι κοτζονάρω.

  158. Λ said

    Ούτε κι εγώ ξέρω τη λέξη καστραμπούλι. Λέμε shishi ποϊνοραμμα που σημαίνει τέλειο και ακριβές όπως η ραφή τη ποϊνας/ποδίνας/μπότας

  159. Κ. Καραποτόσογλου said

    γρούνα – γουρούνα – καστραμπελί ?

    1) Παιδιά παιζομένη ως εξης: Πέριξ ευρέος λάκκου, χρησιμεύοντας δια κατοικίαν, παραμονήν της γουρούνας, ανοίγονται λακκίσκοι σχημ-ατίζοντες πέριξ αυτού κύκλον. Έκαστος των παικτών φυλάσσει τον λακκίσκον του δια ράβδου, ενώ ο εκλεγείς ως βοσκός τής γουρούνας, προσποιούμενος την φωνήν του χοίρου και μετακινών δια ραβδίου την γουρούναν εκ του κεντρικού λάκκου, προσπαθεί ή να κτυπήση δι’ αυτής τινα των παικτών ή να καταλάβη λακκίσκον τινά αφύλακτον και τοποθετήση εντός αυτής την γουρούναν. Οι συμπαίκται προσπαθούν να ματαιώσουν πάντα ταύτα, κτυπώντες την γουρούναν δια του άκρου της ράβδου των καί προσπαθοϋντες να άπομακρύνουν αυτήν. Εάν ο βοσκός επιτύχη ενός των επιδιωκομένων υπ’ αυτού σκοπών, αναφωνεί την λέξιν ά λ λ α γ ή και προσπαθεί δια της ράβδου του να καταλάβη λακκίσκον αφύλακτον. Οί παίκται τότε οφείλουν να αλλάξουν θέσιν και ο εξ αυτών απολέσας τον λακκίσκον αναλαμβάνει τα καθήκοντα του βοσκού και η παιδιά συνεχίζεται πολλαχ.: Συνών. γ κ ο ύ ι ζ α 1, γ ο υ ρ ο υ ν ά κ ι 12, γ ο υ ρ ο υ ν ο π ο ύ λ α 1, γ ο ύ τ σ ο ς, π ί κ ο ς, σ κ ά φ η,
    σ κ ρ ο φ ί τ σ α, σ τ ρ ί γ γ λ α, τ ζ ί τ ζ ι ρ α ς, χ ε λ ώ ν α.

    2) Μήπως πρόκειται για την κυπριακή λέξη:
    καστραμπελλί = ποδοσφαιράκι.

  160. spatholouro said

    Κοντοσόπουλος:«Στην πραγματικότητα το κοτσονάτος προέρχεται από το βενετσιάνικο
    Cogion (4) (πρόφ. κοτζόν)κλπ»

    Θα έλεγα ότι δεν συμμερίζομαι τη βεβαιότητα με την οποία φθέγγεται ο Κοντοσόπουλος. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα μας είχει προκύψει το «κογιονάτος»; Άλλωστε στο Συμπλήρωμα του ελληνογαλλικού του Ηπίτη (1920) λημματογραφούνται ακριβώς τα «κογιόνια»: ξεν. coion (όρχις) και όχι τα «κοτζόνια»…

    Ούτε αληθεύει ότι το «κογιονάρω» είναι μονομερώς επτανησιακό. Οιονεί πανελλήνιο θα το έλεγα (μικρασιατικό οπωσδήποτε), όπως υποδηλώνει και το ότι απαντά και στο γνωστό λαϊκό τραγουδάκι «Ώφ αμάν»:
    Με τουμπάρανε, ωφ αμάν
    Και με κογιονάρανε

  161. ΚΩΣΤΑΣ said

    155β – 159

    Είναι το αριστοκρατικό γκολφ. Οι τσοπάνηδες με τις γκλίτσες ή ματσούκια χτυπάνε ένα τενεκεδάκι, κονσερβοκούτι να το βάλλουν στις τρύπες, όπως περιγράφει ο κ. Καραποτόσογλου.

    Παλιά στα χωριά μας όταν έβλεπαν τον Καραμανλή (τον μεγάλο), να παίζει γκολφ, φώναζαν: Α! ρα, γκολφ τ’ λιεν τώρα τ΄γρούνα;.

  162. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @160. Τὸ κογιονάρω ὑπάρχει καὶ στὴ θερμιώτικη ντοπιολαλιά.
    Πάντως ἐννοιολογικὰ ταιριάζει τὸ Cogion.
    Ὅσο γιὰ τὴν διαφορά τῆς προφορᾶς (κοΤΣονᾶτος- κοΓιονάρω) ἂς ἀποφανθοῦν οἱ εἰδικοί.

    Γιὰ νὰ πῶ κι ἐγὼ τὴν κοτσάνα μου, μήπως οἱ δυὸ λέξεις ἦρθαν μὲ διαφορετικὲς πορεῖες;

    Τὸ cogionar-couilloner μοῦ θύμισαν τὰ σχόλια ποὺ ἔγιναν γιὰ τὸ τραβαγιάρω τῆς θερμιώτικης ντοπιολαλιᾶς.

  163. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @162. Τὸ Cogion ταιριάζει ἐννοιολογικὰ μὲ τὸ κοτσονᾶτος.

  164. BLOG_OTI_NANAI said

    159: Εξαιρετικές πληροφορίες, ιδέα δεν είχα για το παιχνίδι αυτό!

    161: Καλό 🙂

  165. Λ said

    Η γουρούνα στα κυπριακά είναι λόττα. Επικράτησε όμως η λεξη γουρούνα για το μισητό (μισησμένο)ποδήλατο quad (ενώ ο αρσενικος χοίρος, σοίρος, είναι ο εκσκαφέας)

    Υγ.Αν αποκτήσω ποτέ απολυτη εξουσία το πρώτο πράμα που θα κάνω πριν σώσω τον πλανήτη θα είναι να βγάλω εκτός νόμου τα κουοντ και τα τζετ σκι.

  166. Κ. Καραποτόσογλου said

    160

    Ο Ν. Κοντοσόπουλος αναφέρει:«Στην πραγματικότητα το κοτσονάτος προέρχεται από το βενετσιάνικο Cogion (4) (π ρ ό φ. κ ο τ ζ ό ν) = όρχις (ιταλ. coglione)»· παρέχει την ακριβή προφορά της ιταλικής λ., ενώ στην υποσημείωσή του παρατηρεί:«Από το cogion προέρχεται και το ρ. cogionar της βενετικής διαλέκτου (= περιπαίζω, κοροϊδεύω), εξ ού το κογιονάρω των Επτανησίων. Πρβλ. και το γαλλικό συνώνυμο ρήμα couilloner».

    Ο Ν. Κοντοσόπουλος, «Διάγραμμα της φωνητικής της βενετικής διαλέκτου», Θησαυρίσματα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, 2 (1963) 143-153, κυρ. σ. 147, παραθέτει:«Προφορά των φθόγγων č, ǧ (ιταλ. γραφή č + e, i, και g + e, i) ως τα ελληνικά τσ, τζ αντιστοίχως. Π. χ. piacere (χαίρειν) ιτ. προφ. pjačere, βεν. pjaτσere, ciao (ο χαιρετισμός «γειά σου») ιτ. προφ. čao, βεν. τσao, giorno (ημέρα) ιτ. προφ. ǧorno, βεν. τζorno, passaggio (δίοδος, διάβασις) ιτ. προφ. pas-saǧ-ǧo, βεν. paσaτζο».

    Κ. Καραποτόσογλου

  167. sarant said

    166 Συμφωνω ότι το cogion προφερόταν κοτζόν, αλλά και το cogionar δεν θα προφερόταν κοτζονάρ;

  168. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    165,Λ. Η γουρούνα στα κυπριακά είναι λόττα.
    λούτα, στην Κρήτη

  169. Γς said

    161:

    > όταν έβλεπαν τον Καραμανλή (τον μεγάλο), να παίζει γκολφ

    Στο Γκολφ Γλυφάδας απέναντί απ το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού.

    Τώρα όμως στο νέο αεροδρόμιο Ελ Βενιζέλος;

  170. Γς said

    Ηταν στην αρχή του διαδρόμου από την πλευρά του γκολφ που πήγαινε ο Καραμανλής του τότε αεροδρομίου στο Ελληνικό. Λίγο υπερυψωμένο από το δρόμο και χωρίς περίφραξη γιατί καμιά φορά τα αεροπλάνα κατέβαιναν πάρα πολύ χαμηλά εκεί στη προσγείωση.
    Ηταν μάλιστα και τσιμενταρισμένη η άκρη αυτή του διαδρόμου.

    https://www.google.gr/maps/@37.874428,23.7368526,1951m/data=!3m1!1e3

    Ε, εκεί ξαπλώναμε με τα πιτσιρίκια μου και χαζεύαμε τα μεγαθήρια που ερχόντουσαν κατά πάνω μας για να προσγειωθούν.
    Και έτρεμαν τα σωθικά μας από το θόρυβο και τον τρόμο βλέποντας την τεράστια ατσαλένια άτρακτο να περνά ξυστά από πάνω μας.
    Μπαμπάς να σου πετύχει…

  171. spatholouro said

    #166
    Ευχαριστώ για το σχόλιο, ωστόσο παραμένω με τις απορίες του τύπου που διατυπώνει και ο Νίκος (σχ. 167)

    Θεωρώ πως, όσο η ερμηνευτική εκδοχή περί cogion μένει εκεί, είναι και αυτή μία εκδοχή (για μένα όχι πιθανή).
    Όταν όμως συνδέεται με το «κογιονάρω», παραμένει η απορία γιατί στο στόμα του λαού δεν έγινε «τζ» (αλλά και στον Ηπίτη είδαμε τους όρχεις «κογιόνια»…)

  172. Foufoytos Xeskoufotos said

    Βγάζω το δικό μου συμπέρασμα με την εξής σειρά σκέψεων …
    Κοτσάνι είναι το στέλεχος των φυτών, δλδ η βάση αντοχής, αυτό που στηρίζεται όλο το φυτό (ακόμη και η ρίζα που έχει την έννοια της υποδομής) …
    Έτσι κοτσάνι έγινε το στέλεχος των συμβολαίων πάσης φύσης. Δλδ το μέρος που μένει σε φύλαξη, που αποτελεί το συμβόλαιο με τη σημερινή έννοια και το προσέχει με ζήλο ο ενδιαφερόμενος …
    Τώρα, ‘την περνάω κοτσάνι’ σημαίνει ότι θα με προσέχουν σαν τα μάτια τους κάποιοι. Θα με έχουν μη στάξει και μη βρέξει. Όπως προσέχουν τα πάσης φύσεως συμβόλαια θα προσέχουν και εμένα ….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: