Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ναυαγοί στον Πειραιά (διήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2018


Κυκλοφόρησε πρόσφατα, από τις εκδόσεις Δρόμων, η συλλογή διηγημάτων «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα» του αγαπημενου μου συγγραφέα Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956), σε επιμελεια του φιλόλογου Στέλιου Φώκου. Περιέχει περίπου 60 διηγήματα του συγγραφέα, τα περισσότερα σύντομα, με εξαίρεση το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, το οποιο ξεπερνάει τις 30 σελίδες.

Κάποια απο τα διηγηματα ειχαν δημοσιευτεί όσο ζούσε ο Κοτζιούλας σε λογοτεχνικά περιοδικά (Νέα Εστία, Μπουκέτο, Ελληνικά Γράμματα κτλ) αλλά τα περισσότερα ειναι ανέκδοτα, από το αρχείο του Κοτζιούλα. Ο τόμος περιέχει διηγήματα γραμμένα απο το 1929 ως το 1955, από το πρώτο πεζό που δημοσίευσε ο Κοτζιούλας ως σχεδόν τον θάνατό του. Μετά τον θάνατο του Κοτζιούλα ειχε εκδοθεί ένας τόμος με διηγήματά του, ενώ πριν απο τέσσερα χρόνια, με τη φροντίδα του γιου του, του φιλου Κώστα Κοτζιούλα, και σε επιμελεια Σωτηρίας Μελετίου είχε κυκλοφορησει ένας άλλος τόμος με πεζα, που τον παρουσιάσαμε εδώ, η Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα. Με τον παρόντα τόμο, ολοκληρώνονται τα λογοτεχνικά πεζά του Κοτζιούλα.

Ο Κοτζιούλας στα περισσότερα πεζά του αυτοβιογραφείται και ο επιμελητής της έκδοσης εύστοχα επισημαίνει τις συσχετίσεις με τη ζωή του και με πρόσωπα που εμφανίζονται και σε άλλα έργα του. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσες τις περιγραφές του αττικού τοπίου και των ανθρώπων του (στη δεκαετία του 30 ο Κοτζιούλας, φυματικός τότε, πέρασε αρκετόν καιρό ζώντας σε παράγκες στην Πεντέλη και στην Πάρνηθα με συντροφιά του διάφορους ανέστιους και πλάνητες) ενώ συμπληρώθηκαν κάποια κενά που ειχα για τη ζωή του συγγραφέα. Όμως και κάποιος που δεν έχει γνωρίσει σε βάθος το έργο του ποιητή, νομίζω ότι θα χαρεί τις αφηγήσεις του.

Σημειώνω ότι κάποια από τα αφηγήματα διαδραματίζονται στην Ήπειρο και περιέχουν ιδιωματικές λέξεις (που εξηγούνται στο Γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου) αλλά αυτά ειναι τα λιγότερα.

Το βιβλίο του Κοτζιούλα θα παρουσιαστεί τούτη την Πέμπτη, 10 Μαΐου, στην αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών αλλά δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ και ούτε καν να σας προτρέψω να πάτε, διότι, κατά πολύ άβολη σύμπτωση, ακριβώς την ίδια μέρα και ώρα, γίνεται η παρουσίαση του βιβλίου «Αστυνομικά», που εχω επιμεληθεί, στη Γεννάδειο.

Θα παρουσιάσω ομως ένα διήγημα από τη συλλογή του Κοτζιούλα. Διάλεξα ένα αφήγημα «αστικό», γραμμένο τον Μάιο του 1941, λίγο μετα την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Ναυαγοί στον Πειραιά, είναι ο τίτλος, εννοεί δε τους στρατιώτες που κατάγονταν από νησιά και οι οποιοι, μετά τη συνθηκολόγηση, είχαν κατέβει όπως όπως στην Αθήνα όπου παρέμεναν εγκλωβισμένοι, αδυνατώντας να βρουν πλοίο για τα νησιά τους. Βλέπετε, πέρα από τη γενικότερη αποδιοργάνωση, το λιμάνι ειχε καταστραφεί από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Ξέρουμε τον πολύνεκρο βομβαρδισμό του Πειραιά τον Γενάρη του 1944 από τους συμμάχους αλλά και οι γερμανικοί βομβαρδισμοί, ιδίως στις 6-7 Απριλίου 1941, είχαν προκαλέσει όχι λίγα θύματα και πολύ εκτεταμένες ζημιές.

Παραθέτω το διήγημα χωρίς καμιά αλλαγή.

ΝΑΥΑΓΟΙ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Κατεβαίναμε τρεις άνθρωποι στον Πειραιά.

Οι άλλοι δυο βαστούσανε ζεμπίλια. Είχαν την ελπίδα να τύχουν εκεί τίποτε φαγώσιμα, είτε για τον εαυτό τους είτε για να τα ξαναπουλήσουν, επειδή στην πρωτεύουσα δεν έβρισκες τίποτε να φας εκείνες τις ημέρες.

Είχαμε στριμωχτεί ανάμεσα στους απολυμένους στρατιώτες, που ανεβοκατέβαιναν με το σιδηρόδρομο χωρίς να πληρώνουν ακόμα εισιτήριο. Κοντά σ’ αυτούς περνούσανε γι’ απόστρατοι κι άλλοι, που δεν είχαν φορέσει το χακί. Αν μάλιστα τύχαινε να ’χεις πάθει από μικρός στο πόδι σου, ας πούμε, η κουτσαμάρα αυτή μπορούσε αξιόλογα να νομιστεί απόδειξη ηρωισμού. Ποιος είχε όρεξη, μέσα σ’ εκείνη την αναμπουμπούλα, να εξετάσει ποιοι είχαν σακατευτεί από τα βλήματα του αντιπάλου και ποιοι, άδοξα, πεζά, στην καθη­μερινή ζωή! Μα και χωρίς να έχεις ελάττωμα σωματικό έφτανε να μουρμουρίσεις, κάπως απότομα, τη λέξη φαντάρος για να μη σου γυρέψει κανένας εισιτήριο.

Ο τρίτος της παρέας μας, ο Ισίδωρος, μας είχε διηγηθεί τι σκαρφίστηκε για να μην τον στείλουν στην πρώτη γραμμή, όταν ήρθε η σειρά των μεταγωγικών να παν κι αυτοί μπροστά. Εκεί που γύριζε με το μουλάρι του στις ερημιές, του είχαν μπει πολλές φορές αγκάθια στα χέρια, μα τα έβγαζε νωρίς κι έτσι δεν πάθαινε τίποτε. Αυτό του έδωσε την ιδέα ν’ αγκυλωθεί μοναχός του, μήπως γλυτώσει λίγες μέρες. Έχωσε λοιπόν μια αγκίδα στο αριστερό του χέρι, κάτου από το νύχι, ώσπου πρήστηκε το δάχτυλο κι έμασε έμπυο και χρειάστηκε να το ανοίξουν. Τρεις τον κρατούσαν εκεί που τραβούσε ο γιατρός με την τανάλια του το νύχι. Του ξερίζωσε το μισό και πόνεσε πάρα πολύ, μα ήταν αποφασι­σμένος να υποφέρει κάθε πόνο. Ακόμα κι ως τον αγκώνα, ως τις πλάτες να του κόβανε το μπράτσο, πάλι θα ’μενε ευχαριστημένος, αρκεί να μην άφηνε το τομάρι του στην Αλβα­νία. Είχε κρεμάσει από τη χλαίνη του κι ένα μαντήλι, όπου βαστούσε επίτηδες το πονεμένο μέρος, όλο βαμπάκια και γάζες, για να φαίνεται του θανατά.

— Όταν το δάχτυλο άρχισε να θρέφει και πήρε να πετσιάζει, τότε σοφίστηκα μια άλλη δουλειά. Πήρα μια ρέγκα βρώμικη, από μέρες πολλές, κι έτριψα την άκρη του χεριού μου, αφού την ερέθισα πρώτα αρκετά, για να πιάσει η αρμύρα. Και για να ’μαι ακόμα πιο σίγουρος, βρήκα μια λακκούβα με παγωμένο νερό κι άφησα μέσα κει ως μια ώρα το δά­χτυλό μου. Έλεγα πως θα πρηστεί πια και θα τουμπανιάσει, να πάρω άλλη άδεια, μα έγινε το αντίθετο. Η πληγή ψήθηκε εκεί, σα να την είχα βουτήξει σε φάρμακο. Ήμουν χαμένος τώρα, δε χωρούσε δεύτερη κατεργαριά. Σε δυο τρεις μέρες όμως άρχισε η υποχώρηση κι έτσι γλυτώσαμε.

Ο Ισίδωρος έδειχνε γελαστός το μεσιανό δάχτυλο του αριστερού του χεριού, όπου πολεμούσε να σκάσει νέο νύχι. Το ασήμαντο αυτό σημάδι του θύμιζε νύχτες σε χιο­νισμένα βουνά, πορείες χωρίς κουραμάνα, λέρα και ψείρες. Αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά είχε γυρίσει ζωντανός κοντά στη γυναικούλα του, στο παιδάκι του, που δεν είχε άλλη προ­στασία. Το σώμα του αισθανόταν τώρα διπλή χαρά κάτου απ’ τα ρούχα του πολίτη, που του φαίνονταν σα να μην τα ’χε φορέσει και πέρσι.

— Να ιδούμε όμως, έλεγε σ’ όλον το δρόμο. Θα πετύχουμε πουθενά τίποτε λάδι, λίγη ζάχαρη, καμιά κονσέρβα; Μ’ αυτή την πολυκοσμία που πλάκωσε στην Αθήνα, κοντεύου­με να πεθάνουμε απ’ την πείνα…

Προχωρώντας απ’ το σταθμό κατά την παραλία, είδαμε να περιφέρουνται στην προ­κυμαία μπουλούκια στρατιωτών. Ο ήλιος έκαιγε, η ατμόσφαιρα ήταν όλο σκόνη, ακόμα κι η θάλασσα ανάδινε κατιτί το πνιγηρό. Οι φαντάροι ωστόσο γυρνούσαν ξεσκούφωτοι δίπλα στις βάρκες ή κάθουνταν απάνω σε μεγάλες τετράγωνες πέτρες και κοίταζαν μακριά.

Έβλεπες εκεί λογής λογής σουλούπια. Αξύριστοι οι περισσότεροι, μ’ έκφραση χαύνη, έσερναν τις αρβύλες τους έξω από τα γκρεμισμένα χτίρια, βαστώντας κανένα τσουβάλι με τα πράματά τους ή έχοντας παραμάσκαλα μισό ψωμί. Περπατούσαν χωρίς σκοπό δεξιά κι αριστερά, διασταυρώνονταν αδιάφοροι ο ένας με τον άλλον, σαν τα μελίσσια μπροστά στην κυψέλη. Άλλοι φορούσαν μόνο χοντρές μάλλινες φανέλες κατάσαρκα, άλλοι διατη­ρούσαν και τους μαντύες των. Του ενός τα τσουράπια φτάναν ως το γόνα, ο διπλανός είχε και μπότες πέτσινες απάνω απ’ τα παπούτσια του. Σακίδια κρέμουνταν από τον ώμο, κου­βέρτες διπλωμένες έδειχναν πιο έντονη την καμπύλη της ράχης. Και στη μέση βροντού­σαν, άχρηστα πια, τα παγούρια.

Όλος αυτός ο στρατός, που είχε μείνει χωρίς αρχηγούς, που είχε πετάξει το στέμμα, τριγύριζε απολυμένος εκεί στην προκυμαία, με ξεκούμπωτα σακάκια, με τρύπιες σκελέες. Τους είχαν εγκαταλείψει κι είχαν παρατήσει επιπλέον κι οι ίδιοι τον εαυτό τους. Τι ζητού­σαν εκεί κάτω; Να φύγουνε για την πατρίδα τους, για τα νησιά. Μα από κανένα σημείο του ορίζοντα δε φαίνονταν καράβια.

Ο χαλασμός που έχει πάθει το λιμάνι απ’ τ’ αεροπλάνα δεν άφησε τίποτε στη θέση του. Μονάχα οι τοίχοι, άδειοι, απομένουν ορθοί. Ανάμεσά τους βλέπει κανείς ξύλα καμέ­να, σίδερα που λύγισαν, τσατμάδες που έχουν πέσει. Μόνο οι επιγραφές δείχνουν τι γρα­φεία, τι αποθήκες, τι καταστήματα ήταν εκεί μια φορά.

Σε μια τέτοια ερειπωμένη οικοδομή, χωρίς σκεπή, βλέπει κανείς μαζεμένους απ’ την απέξω μεριά, σε δυο κάμαρες γειτονικές, στρατιώτες και πολίτες. Είναι σκυμμένοι, χωρι­σμένοι σε μικρές συντροφιές, και με τα κεφάλια προς τα μέσα δίνουν την εντύπωση πως καταγίνουνται με κάτι σοβαρό. Καθώς μάλιστα σωπαίνουν, θα ’λεγε κανείς πως έχουν αφοσιωθεί σε κάποια απόκρυφη ιεροτελεστία, σε μια προσευχή που την κρύβουν απ’ τους άλλους.

— Για πάμε να δούμε τι κάνουν αυτοί, προτείνει ένας από μας.

Πλησιάζουμε προφυλαχτικά, να μην τους διακόψουμε απ’ την ασχολία τους, κι ακουμπάμε, τάχα κουρασμένοι, στο ντουβάρι. Ω, η μάζωξη αυτή δεν έχει τίποτε από μυστικοπάθεια. Παίζουν, απλούστατα, μπαρμπούτι. Ρίχνουν τα ζάρια, τα ξαναμαζεύουν, αυτή η δουλειά γίνεται. Τα χρήματα των παιχτών, συγκεντρωμένα σε μικρούς σωρούς, δίφραγκα, τάλιρα και χαρτιά τσαλακωμένα, πολλαπλασιάζονται ή λιγοστεύουν, ανάλογα με την τύχη του καθενός. Εδώ δεν έχει πέραση η κατεργαριά, γιατί όλοι τους —το βλέπεις καθαρά- είναι τσιράκια του Διαβόλου.

Στέκουν εκεί, χωρίς να κάθουνται ούτε να ’ναι ορθοί, με τα γόνατα λυγισμένα, με το στήθος ν’ αγγίζει απάνω τους, σε μια στάση λιγότερο κουραστική απ’ ό,τι φαίνεται, και παίζουνε το ριζικό τους. Με τις πλάτες γυρισμένες προς τους περαστικούς, δε δίνουν απευθείας στόχο στο διαβάτη, σα να σέβουνται την απαγόρευση που παραβαίνουν. Δε λαβαίνουν όμως και καμιάν άλλη προφύλαξη, παρά παίζουν εκεί, μπρος στα μάτια του

κόσμου, χωρίς να φοβούνται κανέναν. Ούτε σκιά εξάλλου από χωροφύλακα δε διακρίνεται τριγύρω.

Είναι ο στρατός που έχει γυρίσει από το μέτωπο. Ποιος τολμά να τους μιλήσει. Ασύ­δοτοι, πεινασμένοι, αγριωποί, τριγυρνούν σ’ αυτή την ελληνική παραλία με την έμμονη ιδέα της επιστροφής.

Παραπέρα ένας άλλος έχει κόψει μισή φημερίδα, χάραξε απάνω της κάτι αριθμούς και μαζεύει φραγκοδίφραγκα.

– Εμπρός, βάλτε κι αναχωρούμε! φωνάζει.

Τι, κλήρωση πρόκειται να κάμει; Και για ποια αναχώρηση μιλεί; Σοβαροί, με ανεξι­χνίαστη έκφραση, γδύνουν τους συντρόφους των από τα τελευταία μικρά τους αποθέματα και τους αναγκάζουν, άμα τα τελειώσουν, να ζητιανεύουν στο σταθμό. Ξαπλώνονται εκεί, μες στις σκόνες, μαζεύουν τα πόδια τους, πληγωμένα ή γερά, και μεταχειρίζουνται το πη­λήκιο για δίσκο. Κάπου κάπου βρίσκεται κανένας να πετάξει στους χτεσινούς ήρωες κάτι. Όταν καμιά κυρία πονετική τους ρίξει περισσότερα, ένα δεκάρικο, τότε περιμένουν να φύγει και τα βασανισμένα, όλο γένια πρόσωπά τους χαμογελούν συνθηματικά, με ύφος πονηρό. Γελούν ίσως με την ευπιστία της περαστικής. Άλλοι θ’ αγοράσουν με τα προϊό­ντα της φιλανθρωπίας ψωμί, άλλοι θα παν να τα πετάξουν.

Ο Έλληνας δεν ξεχνά ούτ’ εδώ το εμπορικό του πνεύμα. Μερικοί φαντάροι αγόρασαν με τις οικονομίες των φιστίκια και τα πουλούνε σε μικρά χωνιά. Μπορεί να ξαναγύρισαν στο πρώτο επάγγελμά τους, μπορεί να το βρήκαν πρόχειρο κι απάνω στην ανάγκη τους.

Εμείς εξακολουθούμε το σεργιάνι μας στην προκυμαία, στο πέταλο του λιμανιού. Τεράστια αγκωνάρια, λίγο πιο δώθε απ’ το νερό, έχουν μετακινηθεί σαν από σεισμό, σχη­ματίζοντας ανάμεσά τους κενά. Μεγάλα σίδερα ριζωμένα στο χώμα, για να δένουν τις ά­γκυρες από κει, έχουν πεταχτεί έξω. Μια μεγάλη μαούνα χτύπησε μ’ ορμή στο μουράγιο κι έμεινε εκεί σαν καρφωμένη, λοξά, χωρίς να ξαναπέσει στο υγρό στοιχείο. Οι φαντάροι ζυγώνουν στο από κάτω μέρος του σκάφους και κατουρούν, τρεις και τέσσερες μαζί, χω­ρίς να χαμπαρίζουν κανέναν. Ουρητήρια έχουν γίνει και τα περισσότερα απ’ τα ετοιμόρ­ροπα μαγαζιά της παραλίας.

Τι απογύμνωση, τι καταστροφή! Παντού χαλάσματα, παντού αποκαΐδια. Οι σιδερέ­νιες σκάλες κρέμουνται τώρα στο κενό, οι ασβέστες των τοίχων έχουν ξεφτίσει, τα τζάμια και τα γυαλικά συντριφτήκαν. Ό,τι δεν πρόλαβε το τράνταγμα, το αποτελείωσε η φωτιά. Τα κεραμίδια έχουν σωριαστεί, οι καθρέφτες έγιναν κομμάτια, τα πατώματα κι οι κάμα­ρες χάσκουν. Εκεί που άλλοτε ήταν εταιρίες, τράπεζες, εμπορικά, τώρα δεν απόμειναν παρά χρηματοκιβώτια αδειανά και καρέκλες ψηλές για τον ταμία. Οι πέτσινες πολυ­θρόνες, αναποδογυρισμένες, κλαίνε τους παλιούς των κυρίους. Όπου έμπαινες πριν με συ­στολή, με σκυμμένο το κεφάλι, προχωρείς πια σαν αφεντικό και περνώντας μες απ’ τα σα­νίδια της πρόχειρης εισόδου κάνεις, άμα σ’ έσφιξε η χρεία, και κάτι παραπάνω.

Τα ρολά έχουν μαζευτεί, ζουμπώσει, σα να ’ταν καμωμένα από χαρτί. Παντού σε σταματούν ανορθόγραφες ειδοποιήσεις να βαδίζεις μακριά απ’ το πεζοδρόμιο, για να μην το βρεις από κανένα γκρέμισμα αργοπορημένο. Περνάς, κοιτάς κι η εικόνα του πέν­θους απλώνεται ως πέρα. Δεν έχουν ανοίξει ακόμα παρά κάτι κουτσομάγαζα. Οι άλλοι, φευγάτοι, πανικόβλητοι, τ’ αφήσανε στο έλεος του Θεού και στη διάθεση των πλιατσικολόγων. Πώς άδειασαν έτσι μονομιάς όλ’ αυτά τα πλούσια καταστήματα, που τώρα έπεσαν το ένα πάνω στ’ άλλο, μια μάζα μπερδεμένη;

Σ’ ένα απ’ αυτά, κάπως διατηρημένο, βηματίζουν σκεφτικοί δυο ηλικιωμένοι. Αλλά­ζουν εδώ κι εκεί καμιά φράση, κοιτάν το δρόμο, κοιτάν το εσωτερικό, είναι σα να μην πι­στεύουν τα μάτια τους. Μόνο ένα ημερολόγιο του τοίχου έχει διασωθεί απ’ τη θεομηνία.

Θα είναι παλιοί συνέταιροι, Αδελφοί Τάδε, υφασματέμποροι, πώλησις χονδρική και λιανική.

— Το περίμενες αυτό; αναρωτιούνται νοερά. Ο πόλεμος… Μα γιατί, γιατί; Κι από πού ν’ αρχίσουμε τώρα;

Τίμιοι εμπορευόμενοι, εργάζονταν με νόμιμο κέρδος, εξυπηρετώντας το σύνολο της κοινωνίας. Ακόμα και στους ζητιάνους έδιναν κάθε Σάββατο τ’ ανάλογό τους. Γιατί, Θεέ μου, να πληρώσουν αυτοί τα σπασμένα του πολέμου;

Μα οι ζημίες είναι ακόμα μεγαλύτερες στο αντικρινό μέρος του λιμανιού, εκεί που α­ποθηκεύανε το στάρι. Πελώριοι σιδερένιοι σκελετοί, όμοιοι με δαυλιασμένα κλαδιά, σαν από δέντρο αστραποκαμένο, υψώνουνται στον ουρανό. Και στη ρίζα τους έχουν σωρια­στεί αμέτρητα συντρίμμια. Θανάσιμη ησυχία βασιλεύει εκεί τριγύρω.

Η θάλασσα έχει πήξει κοντά στην προκυμαία. Βούλες καφετιές, κοκκινωπές σκε­πάζουν πυκνά την επιφάνεια και μια μυρουδιά λιπαρή, από χυμένα λάδια και πετρέλαια, έρχεται όλη την ώρα. Εδώ κι εκεί πλέουν, απάνου σ’ αυτά τ’ ακάθαρτα νερά, πεταμένα πλεμόνια, ακέφαλα σκυλιά, παλιοκόφες και τενεκέδες. Από ένα ολόκληρο υπερωκεάνειο δεν απόμεινε παρά η μετάλλινη αρματωσιά του: ξεβαμμένα φουγάρα, καταστρώματα α­γνώριστα, μηχανές χάρβαλα. Με τι μεγαλοπρέπεια κι αταραξία πορευόταν άλλοτε μες στους αφρούς του ωκεανού αυτό το καταπληγωμένο πια θαλασσοπούλι!

Δίπλα σ’ ένα άλλο καράβι μικρότερο, βουλιαγμένο κι αυτό, με μόνη την καμπίνα του πλοιάρχου απέξω, έχουν κολλήσει τρεις άνθρωποι με βάρκα. Μοιάζουν με όρνια που έ­πεσαν απάνω σε αγρίμι σκοτωμένο. Κοιτάνε ν’ αρπάξουν ό,τι μπορούν. Έχουν στείλει στο βάθος ένα βουτηχτή, που από καιρό σε καιρό σημειώνει την παρουσία του δίπλα στο πλεούμενο, ενώ αυτοί τραβούνε σανίδες και πόμολα. Δεν ήξερα πως υπάρχουν και τυμ­βωρύχοι του πελάγους!

Γυρνώντας απαντούμε έναν ψαρομάλλη στρατιώτη που ζητάει τη φωτιά μας. Δίπλα του κάτι άλλοι παζαρεύουν χλαίνες, γελέκα, πουκάμισα.

— Από πού είσαι, πατριώτη;

— Απ’ τη Μυτιλήνη, που να μην ήμουνα ποτέ! Είκοσι μέρες τώρα περιμένουμε πέντε χιλιάδες νομάτοι νά ’ρθουν να μας πάρουν. Όλο το νησί ξεσηκώθηκε, φωνάζουν γυναίκες και γερόντοι, κατέβηκαν να πνίξουν το Δεσπότη. Μα ακόμα δε στείλαν οι προκομμένοι να μας κουβαλήσουν.

— Και τι κάνετε στο μεταξύ;

— Δε βλέπετε; Πεθαίνουμε! Χτες πέθαναν δυο απ’ την πείνα, σήμερα άλλος ένας. Τους βρίσκουν το πρωί παγωμένους μέσα στις μαούνες. Όποιος έχει τρώει, οι άλλοι κοιτούν. Και να θέλεις να κάμεις καλό, σου περισσεύει; Τι να δώσει ο κρύος στον παγωμένο, που λέει ο λόγος! Όσοι έχουν κουράγιο, τραβούν και παραμέσα. Ξαπλώνουνται μπρος στα σπίτια, ζητιανεύουν, αρπάζουν. Άλλοι πουλάν τα ρούχα τους, μένουν με το πουκάμισο και με το παντελόνι. Μα ως πότε να φτάσουν κι αυτά! Οι μέρες περνούν και καράβια δεν έρχουνται. Μας πιάνει τότε το παράπονο, καθόμαστε στο μουράγιο και κλαίμε. Όσοι ντρέπουνται, ασυνήθιστοι να γυρεύουν, αυτοί παν! Δε μπορεί ν’ απλώνει το χέρι του ο καθένας, έχει φιλότιμο. Έτσι που καταντήσαμε σήμερα, κανένας δε μας λογαριάζει. Αλλά πού να ξέρει ο άλλος τι είμασταν στην πολιτική μας ζωή, τι επάγγελμα είχε ο καθένας. Εγώ…

Η φωνή του είχε ραγίσει καθώς, βγάζοντας ένα βιβλιάριο καταθέσεων, έδειξε ιδιαίτε­ρα σε μένα, την παλιά του ιδιότητα: παντοπώλης. Έκαμα στους άλλους δυο νόημα να μη ζητήσουν εξηγήσεις.

— Κι από ύπνο πώς τα βολεύετε;

— Όπου βρούμε ο καθένας. Άλλοι κοιμούνται στα χαλάσματα, άλλοι στην προκυμαία. Κάμποσοι το στρώνουν μες στις βάρκες. Όταν γίνει τη νύχτα συναγερμός, οι μισοί τρέ­χουν στα σοκάκια τρομαγμένοι, οι άλλοι μισοί δεν το κουνάνε καθόλου. Προχτές το βράδυ, επειδή δεν είχα κουβέρτες, πήγα να ξαπλωθώ μες σε μια εκκλησιά. Ήταν γεμάτη φαντάρους, αλλά δεν ήταν να σταθείς και πουθενά από την ψείρα. Ψες ανέβηκα να κοιμη­θώ ψηλά στο καμπαναριό. Κακονύχτισα κι εκεί, μην τα ρωτάτε. Όλοι τα ίδια τραβάμε. Απόψε έχω σκοπό ν’ ανεβώ στην Αθήνα. Μου έδωσαν τη σύσταση κάποιου γνωστού, αν βρίσκεται ακόμα εκεί, καλά την έχω. Να πού φτάσαμε, αδέρφια μου, να γυρνάμε στους δρόμους πεινασμένοι, ψειριασμένοι, σαν τα σκυλιά. Ο πόλεμος δεν ήταν τίποτε. Αυτό που μας βρήκε τώρα είναι το χειρότερο. Να ’χουμε σπίτια με όλα τα καλά μας και να πεθαίνουμε της πείνας, χωρίς να ξέρουν από κει το χαμό μας…

Τα μάτια του νησιώτη είχαν βουρκώσει. Το παράπονό του, απλό και μεγάλο, ερχόταν απ’ τα κατάβαθα ενός προδομένου λαού που, αφού τον άφησαν να πιστέψει στη νίκη, τώ­ρα περιφέρει τα κουρέλια του στους δρόμους.

— Εχτές το βράδυ ήρθε ένα καΐκι να πάρει κάμποσους από μας. Δε χωρούσε παρα­πάνω από διακόσιους. Αλλά μόλις το είδαν, ενώ μας είχαν γράψει όλους με τη σειρά μας, όσοι πρόφτασαν ρίχτηκαν μέσα σπρώχνοντας και τσαλαπατώντας τους άλλους. Όποιοι εί­χαν έδωσαν από ’να κατοστάρικο στις βάρκες και τους πήγαν κρυφά από πίσω. Τρεις τέσσεροι πέσανε με τα ρούχα στο νερό κι όταν ανέβηκαν έσταζαν κατράμια. Επειδή όμως οι άλλοι που είχαν μείνει απέξω βάλαν τις φωνές, το καΐκι δεν έφυγε. Μα ούτε κι εκείνοι που είναι μέσα θέλησαν να βγουν. Κάθουνται εκεί περιμένοντας κι ο ήλιος τους ζεματάει απ’ το πρωί. Να, εκεί πέρα στέκουν ακόμα, πάμε να τους δούμε…

Καθώς τραβούσαμε προς τα δεξιά της παραλίας, μια βουή ανάκατη ακούστηκε άξα­φνα από πίσω μας. Στο βάθος, κάτου απ’ το πανύψηλο Ρολόγι, μαζευόταν ολοένα πλήθος που ανακατεύονταν και θορυβούσε. Τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι εκεί πέρα, τι τους σέρνει όλους μαζί; Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για διαδήλωση, αλλά πέρασε εκείνος ο και­ρός.

Αφήνουμε το στρατιώτη και γυρίζουμε, να δούμε τι συμβαίνει. Ξεχωρίζουμε τώρα έ­ναν ψηλό, ξεμανίκωτο, παιδί της αλητείας, που κρατεί στον αέρα κάτι μαύρο, μακρύ, σα μεγάλη γουστέρα, που το κουνάει ολοένα κι η μάζωξη αλαλάζει. Προχωρούν, λιτανεία παράξενη, απάνω στο πλακόστρωτο κι άλλοι τρέχουν στο μεταξύ, από τις γειτονικές πα­ρόδους, από το λιμάνι, από τα στενά, από παντού, να ενωθούν μαζί τους και να προσθέ­σουν στην οχλοβοή νέες κραυγές.

Αλλά δεν είχαμε τύχη να ιδούμε κι εμείς από κοντά το λάβαρο εκείνο, το κέντρο και την αιτία της αναταραχής. Πρόλαβε νά ’ρθει στο μεταξύ η αστυνομία και τους το πήρε διαλύοντάς τους.

— Ένας κροκόδειλος ήταν, μας εξήγησε κάποιος διαβάτης. Όχι ζωντανός φυσικά, ποιος να τολμούσε να τον πιάσει; Τον είχαν φέρει απ’ την Αίγυπτο πριν εκατό χρόνια και τον φύλαγε ένας ράφτης στο κατάστημά του, τον είχε κρεμασμένο για γούρι. Ήταν καρκανιασμένος πια, εγώ τον χτύπησα με το μπαστούνι μου και δε λυγούσε το πετσί του. Το ραφείο αυτό γκρεμίστηκε, άδειασε μαζί με τ’ άλλα κι είχε μείνει μονάχα ο κροκόδειλος. Κάτι μάγκες λοιπόν, που ήθελαν να κλέψουν ακάθαρτο πετρέλαιο από μια αποθήκη, σο­φίστηκαν να τον βγάλουν τώρα έξω για ν’ απασχολήσουν τους φρουρούς. Οι Γερμανοί, ξεγελασμένοι, άφησαν τη βάρδια τους κι οι άλλοι κάμαν στο μεταξύ τη δουλειά τους. Τι σου είναι, αλήθεια, ο Ρωμιός!

Η διήγηση αυτή φαίνεται πως ήταν αληθινή, γιατί κι εγώ ο ίδιος είχα δει πριν από λί­γες στιγμές να ξεπροβάλλει απ’ τα ερείπια ένας φαντάρος, με το πουκάμισό του όλο λα­διές, που κουβαλούσε βιαστικά προς τα μέσα δυο τενεκέδες βαριούς, ενώ άλλοι όμοιοι του τρέχαν προς τα κει απ’ όπου είχε ξετρυπώσει.

— Κι ο κροκόδειλος τι απόγινε; ρωτήσαμε.

— Τον κατάσχεσε η αστυνομία.

— Κρίμα! είπε ένας από μας στους άλλους δυο. Αν είχε ’ρθει κι ο Δημητρός μαζί μας, ήταν ικανός να τον αρπάξει και να κάμει την τύχη του. Μπορούσε να γυρίσει όλη την Ατ­τική μ’ αυτόν, να τον δείχνει στον κόσμο και να μαζεύει φραγκάκια. Ήταν άτυχος σήμερα ο Δημητρός.

Ύστερ’ απ’ αυτό χωρίσαμε κι εμείς. Αυτοί τραβήξαν προς τα μέσα, στις φτωχοσυνοικίες, στους προσφυγικούς συνοικισμούς, μήπως πετύχουν κανένα πλιάτσικο φτηνό, κι εγώ, πληρώνοντας κανονικά το εισιτήριό μου (τιμιότητα που δεν εννοούσαν οι άλλοι να μου τη συχωρέσουν), ανέβηκα στο δωμάτιό μου για να γράψω τις εντυπώσεις μιας πλούσιας ημέ­ρας.

Advertisements

75 Σχόλια to “Ναυαγοί στον Πειραιά (διήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)”

  1. Καλημέρα

    Εγώ ιστορικός δεν είμαι αλλά έχω διαβάσει…

    16 τ’ Απρίλη, νύχτα μπασμένη, συσκότηση πήχτρα και τα παιδιά στις ταράτσες βλέπανε τ’ αεροπλάνα κατάσ τον Πειραιά ν’ αμολάνε κάτι φωτοβολίδες μ’ αλεξίπτωτα, που να φεγγοβολάει ο τόπος μέχρι Ψυττάλεια. Φουντάσρανε νάρκες μαγνητικές στο λιμάνι μέσα και το παγώσανε. Κι από κοντά τα βομβαρδιστικά να βουτάνε στο φέγγο της νύχτας και να ρίχνουνε θάνατο Το Τρίτο Ράιχ έδειχνε τα σιδερένια δόντια του …
    …την αυγή κοπήκαν οι βομβαρδισμοί. Το φως της ημέρας έδειχνε το λιμάνι ερείπιο σε χάλι άθλιο, κακό. Ούτε που συνήλθε πια.

    Εχουμε δέκα μέρες διαφορά, βλέπεις…

  2. Καλημέρα,
    Μεγάλη η καθυστέρηση σήμερα. Τα ρολόγια δεν συντονίζονται 🙂

  3. Να προσθέσω πως στο λιμάνι ήταν τέσσερα πλοία φορτωμένα πολεμοφόδια και εκρηκτικά που αρχισαν να τινάζονται στον αέρα με τους βομβαρδισμούς και ήταν η αιτία της τεράστιας καταστροφής

  4. Δε νομίζω ότι έχω ξαναδιαβάσει ιστορία σαν αυτή του Ισίδωρου, φαντάρου που αυτοτραυματίζεται για να μην πολεμήσει (στον συγκεκριμένο πόλεμο εννοώ) – σίγουρα θα υπήρξαν πολλοί βέβαια! Ενώ αφηγήσεις με τον ηττημένο στρατό υπάρχουν σχεδόν όσες και για το νικητή (μέχρι και του Καββαδία το μόνο στεριανό γραπτό, αν δεν κάνω λάθος).

  5. Εξαιρετική περιγραφή της καταστροφής και της παρακμής και τρομερό το «…Οι πέτσινες πολυ­θρόνες, αναποδογυρισμένες, κλαίνε τους παλιούς των κυρίους…». Πολύ ωραίο Νίκο, ευχαριστούμε.
    Καλή Κυριακή.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  6. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα

    — Κι ο κροκόδειλος τι απόγινε; ρωτήσαμε.

    Είχαμε και εκείνον, τον μακαρίτη, τον Σήφη… τον Κροκοδηλάκη… 🙂

  7. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χαλάλι η κοπάνα την πρώτη ώρα, Νικοκύρη, συνηθισμένο φαινόμενο στους εφήβους (κάθε ηλικίας). 😊 Μας αποζημίωσες με ένα συγκλονιστικό αφήγημα.
    Αποδεικνύεται για άλλη μια φορά πως η λογοτεχνία σε κάνει να νιώσεις όσα δεν κατορθώνει να μεταδώσει η ιστορία. Τόσες χιλιάδες νεκροί στην τάδε μάχη, σε πληροφορεί η ιστορία, αλλά μόνο η λογοτεχνία, σε κάθε της μορφή, μέσω του άξιου αφηγητή, μπορεί να σε μεταφέρει νοερά στο σφαγείο. Αυτό το πετυχαίνει ο Κοτζιούλας:
    «Τα μάτια του νησιώτη είχαν βουρκώσει. Το παράπονό του, απλό και μεγάλο, ερχόταν απ’ τα κατάβαθα ενός προδομένου λαού που, αφού τον άφησαν να πιστέψει στη νίκη, τώ­ρα περιφέρει τα κουρέλια του στους δρόμους.»
    Με το χαμόγελο στα χείλη, παν οι φαντάροι μας μπροστά, λέει το προπαγανδιστικό τραγουδάκι…Αλλά δεν λέει τίποτα για τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και χαίρομαι που σας άρεσε το διήγημα.

    4 Για τον συγκεκριμένο πόλεμο ούτε εγω έχω ακούσει αλλη ανάλογη ιστορία. Ενώ για τον πρώτο ΠΠ υπάρχει άφθονο υλικό (πχ στον Σβέικ)

  9. 8 Στην ελληνική λογοτεχνία, στην ξένη υπάρχει π.χ. το Catch-22 που αρέσει και στον Σκύλο μας.

  10. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ δῶ.

    Ἁπλό, ρεαλιστικό, ἀφτιασίδωτο· παρουσιάζει τὴ σκληρὴ πραγματικότητα ὅπως ἦταν, χωρὶς ὑπερβολές.

    Μοῦ θύμισε τὴν ἀφήγηση ἑνὸς λεβεντόγερου στὴ Σάμο· στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿90.
    Ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς στὴν Ἀλβανία, κατέβηκε μὲ τὰ πόδια στὸν Πειραιὰ καὶ τελικὰ ἔφτασε, ἀφοῦ ἔκανε «σκυταλοδρομία» ἀνάμεσα σὲ διάφορα νησιὰ τοῦ Αἰγαίου μὲ περαστικὰ καΐκια, στὴ Σάμο.

    Ὅμως δὲν ἔκατσε ἥσυχος. Μὲ καναδυὸ ἄλλους πέρασαν ἀπέναντι, στὶς Μικρασιατικὲς ἀκτές, μὲ μιὰ βάρκα μὲ πανί. Τοὺς ἔπιασαν οἰ Τοῦρκοι, ἔμειναν γιὰ κάποιο διάστημα στὶς τούρκικες φυλακές, μέχρι ποὺ μεσολάβησε ὁ Ἄγγλος πρόξενος καὶ τοὺς φόρτωσαν σ᾿ ἔνα φορτηγὸ τραῖνο (ποὺ πρίν κουβαλοῦσε ζῶα) καὶ τοὺς ἔστειλαν στὴν Αἴγυπτο.

    Πολέμησε στὸ Ἐλ Ἀλαμέιν, στὴν Ἰταλία κι ἔφτασε, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, μέχρι τὸν Ρουβίκωνα.

    Ἡ διήγησή του ἦταν συγκλονιστική· μὲ ὀνομασίες μονάδων, τοποθεσιῶν καὶ λεπτομέρειες ποὺ καταλάβαινες πὼς τὰ εἶχε ζήσει. Φαινόταν γραμματιζούμενος καὶ χρησιμοποιοῦσε τὴν καθαρευουσιάνικη στρατιωτικὴ ὁρολογία.
    Ὅταν τελειωσε, τὸν ρώτησα ἂν τὰ ἔχει γράψει ἢ ἂν σκοπεύει νὰ τὸ κάνει στὸ μέλλον.

    Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ἀφοπλιστική:

    «Ξέρεις πόσοι ἄλλοι πέρασαν τὰ ἴδια καὶ χειρότερα;»

  11. Παναγιώτης Κ. said

    Ο Κοτζιούλας καταφέρνει να μας μεταφέρει τη φρίκη του πολέμου!

    Ναι! Υπήρχαν αυτοτραυματισμοί προκειμένου να γλυτώσουν τα χειρότερα οι αυτοτραυματισμένοι. Ο αυτοτραυματισμός όμως σε έστελνε στο στρατοδικείο!

    Κοντινός άνθρωπος -μακαρίτης τώρα-με συμμετοχή και δράση κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία μου περιέγραψε πως γινόταν ο αυτοπυροβολισμός χωρίς να αφήσει ίχνη. Πάνω στο χέρι έβαζαν μια κουραμάνα και μετά πατούσαν την σκανδάλη του όπλου. Η κουραμάνα δεν άφηνε τα ίχνη της πυρίτιδας να αποτυπωθούν στο δέρμα και να φανεί ότι πρόκειται για αυτοτραυματισμό.
    Ο ίδιος άνθρωπος είχε πάρει αρκετά παράσημα αλλά εξόρκιζε τον πόλεμο με όλη τη δύναμη της ψυχής του!

  12. Παναγιώτης Κ. said

    «Τίμιοι εμπορευόμενοι, εργάζονταν με νόμιμο κέρδος, εξυπηρετώντας το σύνολο της κοινωνίας».
    Αυτά συνέβαιναν τον Μάη του ΄41 λίγο μετά την είσοδο τον Γερμανών. ( Απρίλης του ΄41).
    Ακολούθησε η σχεδόν τετράχρονη Κατοχή με την άνθηση της μαύρης αγοράς και την δράση των ταγματασφαλιτών οπότε τα ήθη εξαγριώθηκαν.
    Τελείωσε κάποτε ο πόλεμος αλλά τα…εξαγριωμένα ήθη παρέμειναν ως τέτοια. Εξαγριωμένα! Και ενώ υπήρχε παλαιότερα η έννοια της αισχροκέρδειας και διωκόταν έπαψε πια να ισχύει κάτι τέτοιο!
    Τις τιμές των εμπορευμάτων τις καθόριζαν οι νόμοι της αγοράς πλην λίγων αγαθών που ήταν στη διατίμηση. Οι έμποροι έκαναν ό,τι τους συνέφερε.
    Γνώρισα την εποχή όπου γίνονταν παζάρια στις τιμές όπως επίσης είχα την εμπειρία από την γείτονα όπου το παζάρια καλά κρατούν. (Προς μεγάλη μου έκπληξη!)

  13. Theo said

    Ευχαριστώ, Νικοκύρη.

    Συγκλονιστικός και με βαθιά ανθρωπιά ο Κοτζιούλας.

    @4:
    Πεζά ο Καββαδίας, εκτός από το Του Πολέμου. Στο άλογό μου, έχει γράψει και τη Βάρδια και τη Λι.

  14. Theo said

    Συγγνώμη, λάθος 🙂

    Εδώ το Του Πολέμου. Στο άλογό μου.

    Κι εδώ η Βάρδια.

  15. Είπα «στεριανά γραπτά», όχι «πεζά» 🙂

  16. Theo said

    @15:
    Ω, συγγνώμη!

  17. Πέπε said

    > > Ο πόλεμος δεν ήταν τίποτε. Αυτό που μας βρήκε τώρα είναι το χειρότερο. Να ’χουμε σπίτια με όλα τα καλά μας και να πεθαίνουμε της πείνας, χωρίς να ξέρουν από κει το χαμό μας…

    ασχολίαστο…

  18. Εξαιρετικό διήγημα!

  19. atheofobos said

    Για την επιστροφή από την Αλβανία μετά την κατάρρευση του μετώπου είχα ακούσει αρκετές ιστορίες από τον πατέρα μου και την δική του επιστροφή στην Αθήνα την έχω γράψει στο
    Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ ΓΙΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ!
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2008/03/blog-post_14.html
    Δεν είχα όμως ξαναδιαβάσει για όλα αυτά που τράβηξαν οι νησιώτες για να επιστρέψουν στα νησιά τους μέχρι σήμερα που διάβασα αυτό το συγκλονιστικό διήγημα.
    Είναι και αυτό από τα ανέκδοτα του ή είχε στην εποχή του δημοσιευτεί κάπου;
    Μου έκανε εντύπωση ότι σαν να έχει αυτολογοκριθεί προσέχοντας να μην γράψει κάτι κατά των κατακτητών.
    Πχ Χωρίς κανένα χαρακτηρισμό: Ο χαλασμός που έχει πάθει το λιμάνι απ’ τ’ αεροπλάνα δεν άφησε τίποτε στη θέση του.

  20. Η συμμορία των πέντε…

    http://www.sdna.gr/sites/default/files/styles/main_photo_default/public/pairotz1.jpg?itok=FDjVsKE0

  21. Πέπη said

    Πότε πρωτοδημοσιεύτηκε αυτό το διήγημα του κ. Κοτζιούλα; Αποκλείεται να δημοσιεύτηκε επί Κατοχής, γιατί υπήρχε λογοκρισία. Αλλά και μετά την Κατοχή, αποκλείεται να υπήρξε έντυπο που να δέχτηκε να δημοσιέψει ένα διήγημα, όπου επιδοκιμάζεται ο αυτοτραυματισμός των φαντάρων για να μήν πολεμήσουν και υμνείται το κατούρημά τους έξω από τις πόρτες των σπιτιών.
    Αν πάλι το είχε στο αρχείο του ο κ. Κοτζιούλας και το βρήκαν οι κληρονόμοι του, πώς ξέρουμε ότι γράφτηκε τον Μάη του 1941; Αναφέρεται στον Μάη του 1941, αλλά μπορεί να το έγραψε αργότερα. Γιατί δεν αναφέρει τίποτα ο επιμελητής του βιβλίου;

  22. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεοτερα!

    19 (και 21….)
    Το διήγημα δεν δημοσιεύτηκε πουθενά, βρέθηκε χρονολογημένο στο αρχείο του ποιητή.

  23. 4/8 Πχ η (πιθανότατα φρικαλέων αποτελεσμάτων) ένεση με πετρέλαιο υπάρχει και στον Μυριβήλη και στον Χάσεκ.

  24. Παναγιώτης Κ. said

    Η πείνα το ΄41-΄42 έπληξε την Αθήνα αλλά και άλλες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Γιατί ειδικά αυτή την περίοδο δεν βρήκα προς το παρόν εξήγηση.
    Αντιθέτως, στις αγροτικές περιοχές της χώρας οι άνθρωποι δεν δοκιμάστηκαν όσο δοκιμάστηκαν οι κάτοικοι των αστικών κέντρων.
    Για τα Γιάννενα έχουν να λένε ότι τους έσωσε η λίμνη. Παρείχε ψάρια.
    Η μάνα μου που έχει την εμπειρία αυτής της περιόδου έχει να θυμάται τα ζόρια της περιόδου του Εμφυλίου και όχι της Κατοχής. Τότε ένιωσαν στερήσεις επειδή το χωριό ήταν αποκλεισμένο. (Περιοχή βορείως της Κόνιτσας). Μια από τις μεγαλύτερες στερήσεις ήταν το…αλάτι!

  25. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η υπέροχη απλή γραφή του Κοτζιούλα με την τόση δύναμη. Χτυπάει στη φλέβα ή χτυπάει σαν ζεστή φλέβα με πραγματικό αίμα από τη ζωή της στιγμής που περιγράφει. Έμεινα να κυκλοφορώ μες τα ερείπια του λιμανιού με τους μισογκρεμισμένους ανθρώπους. Τρελάθηκα με τη σκηνή του κροκόδειλου!Τους βλέπω,τους ακούω…
    Ευχαριστούμε Γιώργο Κοτζιούλα. Ευχαριστούμε Νικοκύρη!

  26. Νομίζω λόγω βαρύ χειμώνα. Αυτό για τις αγροτικές περιοχές το νόμιζα κι εγώ, μέχρι που άκουσα ιστορίες από μικρό, αγροτικότατο χωριό της Σάμου – και μάλιστα επί ιταλοκρατίας.

  27. το 26 πήγαινε στο 24

  28. Χωρίς να είμαι ειδικός, για το λιμό της Αθήνας του 1941-42 έφταιγε και ο ιδιαίτερα βαρύς χειμώνας, και οι επιτάξεις των κατακτητών (που είχαν επισήμως απαιτήσει και πάρει μεγάλες ποσότητες τροφίμων από τις αποθήκες), και ο αγγλικός ναυτικός αποκλεισμός (η Ελλάδα ποτέ δεν ήταν αυτάρκης σε τρόφιμα, εξαρτιόταν ζωτικότατα από εισαγωγές), και φυσικά η διατάραξη των συγκοινωνιών, εσωτερικών και διεθνών. Η σχετική ανακούφιση που σημειώθηκε αργότερα οφείλεται και σε κάποια χαλάρωση του αγγλικού αποκλεισμού, και σε κάποιον περιορισμό των γερμανικών απαιτήσεων, και στην επέμβαση του Ερυθρού Σταυρού, και στην… καλύτερη οργάνωση της μαύρης αγοράς, που όσο να’ναι, έφερνε στην Αθήνα τρόφιμα που ίσως αλλιώς να μην έρχονταν.
    Σαφώς στα άλλα ηπειρωτικά αστικά κέντρα η πέινα ήταν λιγότερο τρομερή, έστω και μόνο γιατί οι γύρω εξοχές, απ’ όπου ο αγρότης μπορούσε και με το γαϊδουράκι του να φέρει τρόφιμα να τα πουλήσει, ήταν πολύ πιο κοντά και μπορούσαν να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών. (Ακόμα και στην Αθήνα, το κρασί δεν ξέρω να έλειψε, διότι… τα Μεσόγεια ήταν δίπλα.)
    Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά, που η γεωργική τους παραγωγή ήταν ελάχιστη και οι κατακτητές απαγόρευαν ή περιόριζαν αυστηρά για λόγους ασφάλειας ακόμα και την παράκτια αλιεία — και αυτό σε όλη την Κατοχή, όχι μόνο τον πρώτο χειμώνα. Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…

  29. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πείνα στον Πειραιά το χειμώνα του 1941-1942
    http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2018/01/peina1941-1942.html

    Ο μεγάλος λιμός στην Ελλάδα 1941-1944
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1


    Η Ακτή Ξαβερίου πλήρως κατεστραμμένη. Τα ωστικά κύματα των εκρήξεων διέλυαν τα σπίτια
    http://pireorama.blogspot.gr/2012/11/clan-fraser.html

  30. Spiridione said

    Στην άρθρο της αγγλικής βίκης για τον μεγάλο λιμό, υπάρχει μια εντυπωσιακή περιγραφή της κατάστασης από το ημερολόγιο κάποιου Αμερικάνου (28-4-1941)
    https://en.wikipedia.org/wiki/Great_Famine_(Greece)#First_months_of_occupation

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    Την πιο ολοκληρωμένη εξήγηση για τον λιμό στην κατοχή την έχω βρει στο βιβλίο του Μαζάουερ «Στην Ελλάδα του Χίτλερ». Εδώ το σχετικό απόσπασμα:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://paterikakeimena.blogspot.com/2010/10/mark-mazower.html%3Fm%3D1&ved=2ahUKEwiggdWOo_HaAhVEjywKHRChCkoQFjABegQICRAB&usg=AOvVaw0GBG6TeFZj2Tfk6GccYMhb

  32. Ριβαλντίνιο said

    @ 28 Αγγελος

    Βάλε και τους επαρχιώτες παραγωγούς που έκρυβαν την παραγωγή τους για να την πουλήσουν ακριβότερα. Το τι τράβηξε ο Τσολάκογλου και η Ελληνική Πολιτεία για να ταΐσουν τους αστούς και τους δημοσίους υπαλλήλους δεν περιγράφεται .

  33. 9 ❤

    Στην αερομαχία Βρετανών-Γερμανών τον Φλεβάρη του '41 πάνω από τον Σαρωνικό συμμετείχε και ο (μετέπειτα διάσημος συγγραφέας) Ρόαλντ Νταλ

    https://en.wikipedia.org/wiki/Roald_Dahl#Fighter_ace

  34. Παναγιώτης Κ. said

    @28. Έχουν να λένε ότι η ρετσίνα από τα Μεσόγεια έπαιξε ευεργετικό ρόλο στη διατροφή των Αθηναίων.

    Υπάρχει κάποια έκφραση «πολιτικά ορθή» αλλά δεν μου έρχεται τώρα στο νου. Το νόημά της είναι ότι με τον λιμό αυτό εξαφανίστηκαν τα αδύνατα μέλη της κοινωνίας.
    Όταν τη διάβασα σκέφτηκα αμέσως την ψυχρότητα του επιστημονικού λόγου!

  35. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κοινωνικός δαρβινισμός, Παναγιώτη. 😯 Δεν είναι αυτή η έκφραση, αλλά είναι η ουσία.

  36. giorgos said

    Οί Βρετανοί -οχι οί Γερμανοί -Αίτιοι τής πείνας στήν κατοχή.
    http://terrapapers.com/i-alithini-etii-tou-limou-stin-katochi/

  37. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σωστά, Γιώργο. Και οι αντάρτες ήταν υπεύθυνοι για τα αντίποινα και τις εκτελέσεις που με πόνο ψυχής έκαναν οι φίλοι μας, οι Γερμανοί ναζιστές.

  38. giorgos said

    Τί νά κάνουμε…παιχνιδάκι στά χέρια τών μεγάλων δυνάμεων είμασταν πάντα.

  39. Corto said

    Συγχαρητήρια για την ανάρτηση αυτού του σπουδαίου κειμένου.
    Υπό μίαν έννοια θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και χρονογράφημα ή ρεπορτάζ. Σε κάθε περίπτωση δίνει έναυσμα για διερεύνηση πάρα πολλών ζητημάτων.

    Περί βομβαρδισμών:
    Η πρώτη πόλη της Ελλάδος η οποία βομβαρδίστηκε στον πόλεμο ήταν η Πάτρα (28 Οκτωβρίου 1940). Το πρώτο σημείο όπου έπεσαν οι ιταλικές βόμβες ήταν στην προτεσταντική εκκλησία του Αγίου Ανδρέα (όχι ο γνωστός ορθόδοξος ναός) στην βορειοανατολική άκρη της οδού Αγίου Ανδρέου (προέκταση οδός Αγίου Διονυσίου). Κατά τραγική ειρωνεία ανάμεσα στους νεκρούς υπήρχαν και Ιταλοπατρινοί.

    Δεν γνωρίζω αν υπήρξε κάποια λογοτεχνική καταγραφή όλων αυτών των γεγονότων για την Πάτρα (πόλεμος και κατοχή). Αν κάποιος γνωρίζει κάποιο έργο, θα με ενδιέφερε ιδιαιτέρως.

  40. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μπράβο, ΑΕΚ! 🏀🏆

  41. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    36 Η ουδέτερη Ελλάδα μπορεί να πάθαινε πολύ περισσότερα.

  42. Γιάννης Κουβάτσος said

    Η Αθηνά Κακούρη γράφει στην αυτοβιογραφία της για το θέμα αυτό, Corto:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.politeianet.gr/books/9789601636191-kakouri-athina-patakis-me-ta-cheria-stauromena-196848&ved=2ahUKEwjp94Op7PHaAhVCAZoKHQWIBx8QFjAIegQIBxAB&usg=AOvVaw1xO3R8BLm7Zr2hxgBt3lO8

  43. Corto said

    42:
    Γιάννη σε ευχαριστώ πολύ! Η Κακούρη είναι σημαντική συγγραφέας. Θα το αναζητήσω με την πρώτη ευκαιρία. Βρίσκω στο διαδίκτυο και «το ημερολόγιο της Μαργαρίτας» της Μαρίας Μανωλάκου.
    Βέβαια και οι δύο (Κακούρη και Μανωλάκου) ήταν παιδιά, όταν έγινε ο βομβαρδισμός της Πάτρας. Αναρωτιέμαι μήπως υπήρξε κάποιος αντίστοιχος Κοτζιούλας, που να έζησε τα γεγονότα ως ενήλικος.

  44. Γιάννης Κουβάτσος said

    Υπάρχει κι αυτό, αλλά δεν είναι λογοτεχνία:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://www.independent.gr/%25CE%25B2%25CE%25B9%25CE%25B2%25CE%25BB%25CE%25AF%25CE%25BF/353-%25CE%25B7-%25CF%2580%25CE%25AC%25CF%2584%25CF%2581%25CE%25B1-%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B7%25CE%25BD-%25CE%25BA%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25BF%25CF%2587%25CE%25AE-%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B9-%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B7%25CE%25BD-%25CE%25B1%25CE%25BD%25CF%2584%25CE%25AF%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B1%25CF%2583%25CE%25B7&ved=2ahUKEwjTnPnj7fHaAhXEkCwKHUEdCloQFjAIegQIBxAB&usg=AOvVaw0UtNoK5dIjEyteeJ-3F-l-

  45. Corto said

    44:
    Πολύ ενδιαφέρον, σε ευχαριστώ και πάλι!
    Αναφέρθηκα στην Πάτρα, επειδή θεωρώ ότι συνέβησαν πολύ σημαντικά γεγονότα εκεί κατά τον πόλεμο (και την Κατοχή), αλλά σε μεγάλο βαθμό παραμένουν άγνωστα.

  46. Corto said

    Αν και είναι για τον βομβαρδισμό του Πειραιά από τους συμμάχους το ’44, αξίζει να θυμηθούμε και το τραγούδι του Μιχάλη Γενίτσαρη «επιδρομή στον Πειραιά»:

  47. Alexis said

    Πολύ ωραίο το διήγημα, μεταφέρει με ωμό ρεαλισμό την εικόνα του διαλυμένου στρατού μετά τη συνθηκολόγηση.
    Βρίσκω όμως λίγο άστοχο το παρακάτω απόσπασμα:

    Το παράπονό του, απλό και μεγάλο, ερχόταν απ’ τα κατάβαθα ενός προδομένου λαού που, αφού τον άφησαν να πιστέψει στη νίκη, τώ­ρα περιφέρει τα κουρέλια του στους δρόμους.

    Ποιοί «τον άφησαν να πιστέψει στη νίκη»; Θεωρώ ότι ο ελληνικός στρατός το 40-41 πολέμησε με ηρωισμό και αξιοπρέπεια έως εκεί που μπορούσε. Μέχρι κάποια στιγμή νικούσε. Η νίκη δεν ήταν παραμύθι, ήταν χειροπιαστή πραγματικότητα. Το ότι κάποια στιγμή δέχτηκε και δεύτερη επίθεση και φυσιολογικά κατέρρευσε δεν σημαίνει ότι κάποιοι τον πρόδωσαν.
    Η φράση θα ταίριαζε πολύ καλύτερα π.χ. στον πόλεμο της Μικρασίας παρά στον πόλεμο του 40-41, που, ας μην το ξεχνάμε, ξεκίνησε ως αμυντικός πόλεμος της Ελλάδας απέναντι σε ξένο εισβολέα.
    Ο πόλεμος, ακόμα και ο νικηφόρος, ποτέ δεν είναι καλός και ευχάριστος. Αφήνει πίσω του συντρίμμια και ρημαγμένες ζωές. Ας μην τα ισοπεδώνουμε όμως όλα. Το ότι μετά την κατάρρευση του μετώπου τα απομεινάρια του στρατού βρίσκονταν σε κατάσταση εξαθλίωσης και διάλυσης δεν σημαίνει ότι όλα έγιναν άσκοπα…

  48. ΚΩΣΤΑΣ said

    Λένε ακόμη κάποιοι ότι η μόνη πόλη που δεν βομβάρδισε ο Χίτλερ, ήταν η Αθήνα, επειδή θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό. Έχει κάποια δόση αλήθειας αυτό ή είναι ακόμη ένα παραμύθι φιλοναζιστικών κύκλων; Ξέρει κανείς αν υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία για τους βομβαρδισμούς της Αθήνας;

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    13 Απριλίου του 1941,στην Πρωία, γράφει ο Βάρναλης στο «Φύσις και πόλεμος» *
    «Ο νους του (του φυσιολάτρη των παλαιών ημερών) είναι βαρύς από την αϋπνία του χθεσινού ολονύχτιου συναγερμού και η ψυχή του γεμάτη από τη λάμψη των τριών εχθρικών αεροπλάνων ,που χτυπηθήκανε και πέσανε με τα μούτρα απάνω σ΄αυτήν την ωραία γης, που ήρθανε να τη ρημάξουν »
    *Για όλο το 1941, ο Βάρναλης έχει γράψει μια εβδομηντάδα χρονογραφήματα στην Πρωία όπου βρίσκουμε πάμπολλες στιγμές από τη καθημερινή /κατοχική ζωή στην Αττική,φυσικά στο επιτρεπτό πλαίσιο της περίστασης. Περιλαμβάνοντα στη συλλογή
    «Αττικά»-εκδόσεις Αρχείο σε επιμέλεια Νίκου Σαραντάκου – Νικοκύρη 🙂 https://sarantakos.wordpress.com/2016/12/07/varnalis-8/

  50. Μαρία said

    48
    Στο 2ο τόμο διάβασε το άρθρο του Φλάισερ.
    http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/8/a/4/metadata-454-0000000.tkl?dtab=m&search_type=simple&search_help=&display_mode=overview&wf_step=init&show_hidden=0&number=10&keep_number=&cclterm1=&cclterm2=&cclterm3=&cclterm4=&cclterm5=&cclterm6=&cclterm7=&cclterm8=&cclfield1=&cclfield2=&cclfield3=&cclfield4=&cclfield5=&cclfield6=&cclfield7=&cclfield8=&cclop1=&cclop2=&cclop3=&cclop4=&cclop5=&cclop6=&cclop7=&isp=&search_coll%5Bmetadata%5D=1&&stored_cclquery=&skin=&rss=0&lang=el&ioffset=1&offset=1

  51. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έναν βομβαρδισμό έκαναν, 3 μέρες πριν ξεκουμπιστούν:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://www.enikos.gr/society/86204/9-oktovriou-tou-1944&ved=2ahUKEwiy5aDRivLaAhULkywKHaapC4wQFjAJegQIABAB&usg=AOvVaw07z3eEyOMfkCcSeyeGLLRs

  52. ΚΩΣΤΑΣ said

    50 Προσπαθώ να το κατεβάσω αλλά δεν…

    Βρίσκω αυτό σε λινκ, αλλά δεν ξέρω πόσο αξιόπιστο είναι

    https://books.google.gr/books?id=2TJRDQAAQBAJ&pg=PT768&lpg=PT768&dq=%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%BB%CE%B5%CF%81+%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%B9+%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82&source=bl&ots=8Al4MrutKl&sig=TNFtFgChRpwSURz0ILIjoYU6ntU&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwj49POdivLaAhWMhiwKHa-6BxIQ6AEIWDAE#v=onepage&q=%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%BB%CE%B5%CF%81%20%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%B9%20%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82&f=false

  53. Μαρία said

    52
    Κλικ οτι … δεν είσαι ρομπότ 🙂 και σου ‘ρχεται στο πιάτο.

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αθήνα «ανοχύρωτη πόλη»
    … Ο φανατικός αυτός αξιωματικός των Ενόπλων SS ήταν αποφασισμένος να εκτελέσει τη διαταγή του Φύρερ και να καταστήσει την Αθήνα όχι απλώς ανοχύρωτη αλλά ακατοίκητη πόλη.
    10-10-2012, 12:05 AM Earion #13
    https://lexilogia.gr/forum/showthread.php?12233-%CE%92%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BA%CE%B5-%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%B7-%CE%91%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1&p=160984&viewfull=1#post160984

  55. 48 Άλλο Αθήνα, άλλο Πειραιάς.

  56. spiral architect 🇰🇵 said

    [..] Στο βάθος, κάτου απ’ το πανύψηλο Ρολόγι, μαζευόταν ολοένα πλήθος που ανακατεύονταν και θορυβούσε. […]
    Το ιστορικό ρολόι του Πειραιά [1873-1968]

  57. # 47

    Ναι βρε Αλέξη, πολύ»‘αμυντικός» ήτανε… (όπως και στην Σμύρνη και του Αλέξανδρου στην Ινδία…). Ο Ελληνας φιλοπόλεμος διαχρονικά ήτανε και ευκαιρίας δοθείσης, βουρ) το θέμα στον ελληνοϊταλικό ήτανε πως υπήρχε προειδοποίηση του Χίτλερ πως θα επέμβει αν τρωθεί το γόητρο της Ιταλίας κι ενώ ο Μεταξάς κοίταζε να συμμαζέψει τα πράγματα οι Εγγλέζοι επιθυμούσαν την εμπλοκή της Γερμανίας για να ελαφρώσουν αυτοί. Τελικά και σύμφωνα με φήμες τον Μεταξά τον «στείλανε» ιατρικώς μόλις κρυολόγησε, κάνανε τα χατήρια των Εγγλέζων και προκάλεσαν την επέμβαση του Χίτλερ. Ο γνωστός ΓΑΒ το σχολίασε «τώρα θα τα βάλουμε με δυο αυτοκρατορίες», βάζελος θα ήτανε…

  58. sarant said

    54 Πολυ χρησιμο!

  59. Πέπη said

    (52) σοβαρολογείς; Δεν ξέρεις πόσο αξιόπιστος είναι ο Ian Kershaw, ο κατά κοινή ομολογία κορυφαίος βιογράφος του Χίτλερ; Στο λέει ξεκάθαρα ο χριστιανός (Βρετανός ρωμαιοκαθολικός είναι για την ακρίβεια ο Ian Kershaw), τί κάθεσαι και ψάχνεις για τον Χάγκεν Φλάϊσερ που ειδικεύεται μόνο στο Ολοκαύτωμα;

    ΛΕΕΙ Ο KERSHAW: «He forbade the bombing of Athens, and regretted having to fight against the Greeks. If the British had not intervened there (sending troops in early March to assist the Greek struggle against Mussolini’s forces), he would never have had to hasten to the help of the Italians, he told Goebbels.»

    Μήν το ψάχνεις το βιβλίο στα GoogleBooks, κατέβασέ το από δώ στα αγγλικά. Είναι όλοι οι τόμοι μαζί από τα Penguin Books. Πήγαινε στη σελ. 633 και διάβασε όλο το στόρυ από τις σελίδες που δεν αναρτάνε τα GoogleBooks

  60. Πέπη said

    Και μια απορία για τον αείμνηστο κ. Κοτζιούλα: Από τις εδώ αναρτήσεις του κ. Σαραντάκου, αλλά και από τη βιογραφία που έγραψε για τον Άρη, προκύπτει ότι υπήρξε πάντα αριστερός. Πώς γίνεται να του διαφημίζει (1938) η βασιλομεταξική «Καθημερινή» τα βιβλία που βγάζει και μάλιστα τις ποιητικές του συλλογές; Το 1938 ο Κοτζιούλας ήταν 29 χρονών. Ποιος σημερινός 29χρονος (αν δεν είναι ο γιός του Βαρδινογιάννη ή του Λάτση) θα μπορούσε να διανοηθεί ότι κάποια μεγάλη εφημερίδα θα του διαφημίσει την ποιητική του συλλογή;

    Κάτι ανεξήγητο συμβαίνει με τον κ. Κοτζιούλα, αν σκεφτούμε ότι πάντοτε είχε άριστες σχέσεις ΚΑΙ με την Εκκλησία, η οποία πρίν 4 χρόνια (Ιούνιος 2014) του έκανε και φιλολογικό μνημόσυνο στο οποίο παρέστη ΚΑΙ ο Αρχιεπίσκοπος… Για να μην τα πολυλογώ, να τι έγραψε η Στήλη «80 χρόνια Πρίν» της χτεσινής «Καθημερινής»

  61. Corto said

    Πλωτή κερδοσκοπία

    Ογδοήντα περίπου έφεδροι απολυθέντες, εκ Σίφνου καταγόμενοι, ευρήκαν εις τον Πειραιά ιστιοφόρον το οποίον εδέχθη να τους μεταφέρη εις την νήσον των. Ο ιδιοκτήτης όμως, και πλοίαρχος του ιστιοφόρου εζήτησεν από τον καθένα ως ναύλον 1200 δραχμάς. Ο θαλασσινός αυτός επιχειρηματίας εσκέφθη φαίνεται ότι του παρουσιάζεται ευκαιρία ταχέος πλουτισμού δια της εκμεταλλεύσεως των περιστάσεων. Διότι εκατόν περίπου χιλιάδες δραχμαί διά ταξίδιον από Πειραιώς εις την Σίφνον με ένα καΐκι, τα έξοδα της κινήσεως του οποίου αναλαμβάνουν οι άνεμοι είνε ποσόν πραγματικώς μυθώδες. Νομίζομεν, όμως, ότι και αυτού του είδους η πλωτή αισχροκέρδεια πρέπει να παταχθή. Η ανάγκη της ταχείας αποσυμφορήσεως της περιφερείας της πρωτευούσης και της επανόδου των εφέδρων εις τας εστίας των δια την επανάληψιν του κανονικού ρυθμού της ζωής και την εργασίαν της ανοικοδομήσεως συνεπάγεται και την ανάγκην της διευκολύνσεως της μετακινήσεως των εις τας νήσους επανερχομένων εκ των απολυθέντων. Και εφ’ όσον εν ιστιοφόρον αναλαμβάνει να μεταφέρη απολυθέντας εις νήσον, καλόν είνε να γνωσθή ότι δεν πρέπει να εκληφθή τούτο ως ευκαιρία κερδοσκοπικού εκβιασμού.

    (εφημερίδα Πρωία, Πέμπτη 8 Μαΐου 1941)

  62. sarant said

    61 Πολύ ωραίο εύρημα!

    60 Προς καλόπιστους αναγνώστες: Το 1938 η ποίηση είχε μεγαλύτερη βαρυτητα απ’ό,τι σημερα και οι εφημερίδες αφιέρωναν στις φιλολογικές τους σελίδες περισσότερο χώρο σε ποιητικά έργα, ιδίως όταν ήταν απο γνωστούς λογίους. Ο Κοτζ. το 1938 είχε ήδη μια δεκαετία στα γράμματα.

    Προς «Πέπη»: Καλύτερα να μην ξαναγράψετε εδώ, σας καταλάβαμε.

  63. spyridos said

    Λαμαρίνα πλοίου καρφωμένη σε πεύκο μπροστα και δεξιά (κοιτάζοντας προς τη θάλασσα) από τον Αγιο Σπυρίδωνα. Φωτογραφία μέσων δεκαετίας του 90.
    Από τον Εγγλέζικο βομβαρδισμό.

    Βαθιά πληγή, παλιά πληγή

  64. Πέπη said

    (62) Γιατί να μήν ξαναγράψω; Απαγορεύονται οι απορίες σε αυτό το ιστολόγιο;

  65. sarant said

    64 Αποθαρρύνεται η πλαστοπροσωπία και η χρήση πολλαπλών ψευδωνύμων

  66. leonicos said

    Συνταρακτικός ο Κοτζιούλας

    Βράσ’ τον, ρε Νοικ. Και που γραφει;

  67. venios said

    Νομίζω ότι το καλύτερο είναι να επιτραπεί στον αιμυλο και σπουδαιομυθο να γραφει, αντι να αναλωνομαστε σε ντετεκτιβικες ασχολιες. Ψευδωνυμα υπαρχουν δυναμει απειρα.

  68. Γιάννης Ιατρού said

    (65, 66β), 67: Venios
    Να χρησιμοποιεί τότε το πραγματικό του όνομα, αν θέλει να έχει το θάρρος της γνώμης του. Του το ΄γραψα/συνέστησα και πρόσφατα.
    Δεν μπορεί να κάνει 2-3 πλαστοπροσωπίες την εβδομάδα και μάλιστα να οικειοποιείται ονόματα σοβαρών κατά τ’ άλλα σχολιαστών/συγγραφέων/ερευνητών/κλπ. και μάλιστα να προτρέπει να τους γράψουμε/επικοινωνήσουμε μαζί τους κλπ. κλπ., μόνο και μόνο για να μπορέσει να κάνει μετά την πλάκα του!

    Ναι μεν εμείς τον παίρνουμε πρέφα, αλλά να ΄ναι σίγουρος πως κάποιος από αυτούς, των οποίων το όνομα ψευδώς χρησιμοποιεί, θα του την κάνει την μήνυση, και δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα βρεθεί εμπρός σε δικαστήριο ή/και θα καταδικαστεί για τέτοια θέματα!

    Εγώ προειδοποίησα πάντως, ας διαλέξει!

  69. ΣΠ said

    Ας του επιτραπεί τότε να γράφει ως Βάτ…λος.

  70. sarant said

    Και όταν με το σταθερό του ψευδώνυμο συκοφαντήσει κάποιον επώνυμο συσχολιαστή (όπως τον Χρήστο Δ. που από αυτό έφυγε) ή κάποιον δημιουργό που δεν ζει πια;

  71. ΣΠ said

    70
    Ναι, σωστά. Ξεπέρασε ακόμα και τα όρια που γενναιόδωρα του είχες παράσχει.

  72. Μαρία said

    O Βένιος δεν πρέπει να πήρε είδηση τις πλαστοπροσωπίες.
    Προτείνω στον Βάτμαν να γράψει με το … ψευδώνυμο Ευγένιος Αγγελόπουλος 🙂

  73. Πέπε said

    @69:

    > > Ας του επιτραπεί τότε να γράφει ως Βάτ…λος.

    Του έχει απαγορευτεί να γράφει εδώ. Η απαγόρευση δε διευκρινίζει «ως Βάτ..λος» ή «ως Ηπειρώτης, Πέπη, Αρχαιοελληνιστής, Μαίρη Μποντίλα», αφορά τον πραγματικό άνθρωπο που γράφει με οποιοδήποτε ψευδώνυμο. Τεχνικά βέβαια μόνο ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο μπορεί να μπαναριστεί, αλλά επί της ουσίας η απαγόρευση είναι γενική. Η τήρησή της πέραν του συγκεκριμένου επωνύμου επαφίεται στο φιλότιμο του τρολ. ( 🙂 🙂 🙂 )

    Και δίκαιη.

    Λοιπόν, τη στιγμή που ο ίδιος την παραβαίνει κάθε τρεις και λίγο, για τον ίδιο λόγο που τα σκυλιά γλείφουν το πουλί τους (τουτέστιν επειδή μπορεί), εμείς θα προτείνουμε να αρθεί και το τυπικό μπαν του συγκεκριμένου ψευδωνύμου; Ε όχι, πάει πολύ το θράσος του.

  74. sarant said

    72 Μη δίνεις ιδέες 🙂

    73 Συμφωνώ με όσα λες, αλλά κάποτε βαριέμαι και κάποτε το σχόλιο έχει χρήσιμο περιεχόμενο. Μαλλον θα πρεπει να μην καταπίνω το δόλωμα.

  75. Νέο Kid said

    Λευτεριά στον Καπετάνιο! Είναι ντροπή να μπανάρεται ο καπετάνιος όταν κυκλοφορούν ελεύθεροι γουσούδες και πεντιά…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: