Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2018


Ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού εστειλε ένα καινούργιο διήγημά του -το παρουσιάζω σημερα με χαρά, όχι μόνο επειδή το βρίσκω αξιόλογο αλλά και επειδή, όπως θα δείτε από τον πρόλογο, το έναυσμα για να γραφτεί το διήγημα δόθηκε από σχόλιο εδώ στο ιστολόγιο. Πολύ χαίρομαι.

Δεν θα πω πολλά, παραθέτω το διήγημα οπως ακριβώς μού το έστειλε ο Δημητρης. Αν ήταν άλλος θα το μονοτόνιζα, αλλά οι φίλοι έχουν προνόμια. Να πω μόνο δυο λόγια για την ορθογραφία του τίτλου. Πρόκειται βέβαια για παρατσούκλι για κάποιον που χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «Ξέρω γω» (κατάφαση, όχι ερώτηση). Βλέπω ότι στο slang.gr το γράφουν «Ξερωγώς«. Νομίζω πως η επιλογή του Δημήτρη είναι σωστή. Ναι μεν το παρατσούκλι προέρχεται «εκ συναρπαγής» από τη φράση «Ξέρω γω» αλλά υπερισχύει να αποτυπωθεί σωστά το «τέρμα» της λέξης και η νέα ελληνική δεν εχει τέρμα αρσενικών ουσιαστικών σε -ώς. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε Βασίλης και όχι Βασίλεις (όπως ήθελε ο Γ. Χατζιδάκις με το επιχείρημα ότι παράγεται από το Βασίλειος).

Δίνω τον λόγο στον Δημήτρη:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ διήγημα αὐτὸ ἦταν ἔνα σχόλιο τοῦ Ἄγγελου στὸ διήγημα τοῦ Κοτζιούλα «Ναυαγοὶ στὸν Πειραιά»:

«Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά…σε όλη την Κατοχή…Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…»

(σχ.28)

Ἂν καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, οἱ συνθῆκες ποὺ περιγράφω εἶναι ὅπως τὶς ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν τὴν Κατοχὴ μὲ ὄλες τὶς συνέπειές της.

 

 Ὁ Ξερωγὸς

«Μόλις βγεῖς ἀπὸ τὸν κάβο κρατήσου γιαλό1, δυὸ καϊκιὲς2 ἀπὸ τὰ βράχια. Μὴ φοβᾶσαι, τὰ νερὰ εἶναι καθαρά· δὲν ἔχουνε ξέρες. Τώρα ποὺ γρεγάρησε3 μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀέρα, τὸν κατεβάζουν οἱ στεριές· ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι στρωτή, ταξιδεύεται. Τράβα μὲ τὴ μηχανὴ στὶς μισὲς στροφές, ἴσαμε τρία μίλια κατά τὸ βοριὰ καὶ μετὰ σημάδεψε τὸ νοτινὸ κάβο τοῦ ἀπέναντι νησιοῦ· κάνε καὶ τὸ φλόκο4 γιὰ νὰ σὲ κρατάει ἀπὸ τὸ μπότζι5. Θὰ τὸ περάσεις τὸ μπουγάζι6 ἀχολομάνιστα.»

Μὲ ὕφος ποὺ δὲ σήκωνε ἀντίλογο ὁ Γιώργης ὁ Ξερωγὸς ἐξηγοῦσε στὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ πῶς νὰ περάσει τὸ μπουγάζι μὲ τὸ φρέσκο μελτέμι. Ρούφηξε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸν καφέ του κι ἔκλεισε τὴν κουβέντα μὲ τήν ἀγαπημένη του ἐπωδό:

«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω! Ξέρω ᾿γώ!»

Σ᾿ αὐτὴν χρωστοῦσε ἄλλωστε καὶ τὸ παρατσούκλι ποὺ τοῦ ᾿χαν δώσει. Γιατί, ὅπως σὲ κάθε μικρὸ μέρος, τὰ παρατσούκλια ἦταν ἀνάγκη. Μὲ τόσα ἴδια ὀνοματεπώνυμα, καμιὰ φορὰ ἔπρεπε νὰ πεῖς ὁλόκληρο τὸ γενεαλογικὸ δέντρο γιὰ νὰ ξεχωρίσεις κάποιους. Σιγὰ-σιγὰ ἡ ἀνάγκη ἔγινε κάτι σὰν ἔθιμο κι ἔφτανε μιὰ συνήθεια, μιὰ ἔκφραση, ἕνα χούι τελοσπάντων γιὰ νὰ σοῦ τὸ κολλήσουν. Ἔτσι ὁ γιὸς τοῦ Σιφνιοῦ ἔγινε ὁ Γιάννης ὁ Μαρέσης, γιατὶ ἔλεγε σὲ κάθε κοπελιὰ ποὺ πήγαινε νὰ ψωμώσει7:

«Μ᾿ ἀρέσεις! Πολὺ μ᾿ ἀρέσεις!».

Κι ὁ Κωστάκης τῆς κυρα-Φρόσως, μικρὸ παιδί, μόλις εἶχαν πρωτόρθει ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὴν ἀρχὴ τῆς Κατοχῆς, χτύπησε στὸ παιχνίδι καὶ φώναζε «πονάω!». Τί ἦταν νὰ τὸ πεῖ; Τοῦ τὸ κόλλησαν: ὁ Πονάος. Ἐπειδὴ τό ᾿λεγε ἀθηναίικα· τὰ ντόπια παιδιὰ λέγανε «πονῶ».

Τὸ Γιώργη τὸν ἔφερε στὸ νησὶ ἡ ζωὴ μὲ τὰ παράξενα τερτίπια της. Πολυτεχνίτης κι ἐρημοσπίτης, ἤτανε σ᾿ ὅλα μέσα καὶ τίποτα δὲν ἔκανε σωστά. Πρὶν τὸν Πόλεμο δούλευε στὶς οἰκοδομές, στὴν Ἀθήνα κι εἶχε ψευτομάθει πῶς φτιάχνουν τὰ μπετά. Ἔκοβε τὸ μυαλὸ καὶ τὸ μάτι του, ὅμως τοῦ ᾿λειπε ἡ ὑπομονὴ καὶ τοῦ περίσσευε ὁ ἐγωισμός. Τὸ ἐργατιλίκι τοῦ ᾿πεφτε λίγο καὶ θέλησε νὰ κάνει τὸ μάστορα. Οἱ ἐργολάβοι γρήγορα τὸν κατάλαβαν καὶ τὸν ἔκαναν πέρα. Δὲ φτάνει ποὺ τά ᾿ξερε στραβά, ἤθελε νὰ περνάει καὶ τὸ δικό του. Κι ἄρχισαν οἱ ἀναδουλειές· σαραντάρης, μὲ γυναίκα καὶ δυὸ παιδιά στὴν πλάτη. Σ᾿ αὐτὴ τὴ δύσκολην ὥρα βρέθηκε μπροστά του ὁ καπετάνιος. Ἔψαχνε μάστορα γιὰ νὰ χτίσει τὸ καινούργιο του σπίτι στὸ νησί. Ὁ Γιώργης ἦταν μεγάλος μάστορας στὰ λόγια.

«Ἔτσι ποὺ θὰ σοῦ τὸ φτιάξω ἐγώ, δὲ θὰ ὑπάρχει ἄλλο στὸ νησί. Ὅλοι θὰ τὸ ζηλεύουν.»

Τὸ σπίτι χτίστηκε μὲ πέτρα. Ὄμορφο· δίπατο μὲ τετράριχτη κεραμοσκεπή. Χτιστάδες εἶχε μπόλικους τὸ νησὶ. Ὅλοι μάθαιναν νὰ χτίζουν τὴν πέτρα ἀπὸ παιδιά· ἔπρεπε νὰ συντηροῦν τὶς ξερολιθιὲς ποὺ κρατοῦσαν τὸ λιγοστὸ χῶμα στὶς πλαγιὲς καὶ χώριζαν τὰ χωράφια. Ὅμως αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Γιώργης δὲν τό ᾿χε κάνει κανένας στὸ νησὶ μέχρι τότε. Ἀντὶ γιὰ μεσοπάτωμα μὲ ξύλινα δοκάρια καὶ τάβλες, ἔριξε πλάκα πάνω ἀπὸ τὸ κατώι καὶ μάλιστα ἔβγαλε τσιμεντένιο μπαλκόνι στηριγμένο σὲ μπετονένια δοκάρια. Τὰ νέα μαθεύτηκαν σ᾿ ὁλόκληρο τὸ νησί.

«Τὰ μάθατε, ὁ καπετάνιος ἔφερε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἕναν μάστορα ποὺ κρέμασε τὴ λάσπη ἀπὸ τὰ ξύλα!»

Μέχρι τότε γιὰ «λάσπη» ἤξεραν τὰ κονιάματα γιὰ χτίσιμο καὶ σοβάντισμα ποὺ τά ᾿φτιαχναν μὲ ντόπια ὑλικά: ἄμμο ρεματίσια, ἀσβέστη κι ὅ,τι ἄλλο ἦταν διαθέσιμο. Δὲν εἶχαν ξαναδεῖ, ἀντὶ γιὰ μεσοπάτωμα, νὰ πέφτει «λάσπη» – γι᾿ αὐτοὺς «λάσπη» ἦταν καὶ τὸ μπετόν – σὲ ξύλινα καλουπώματα.

Ἔτσι ἔγινε πρῶτος μάστορας στὸ νησί, ὁ μονόφθαλμος στοὺς τυφλούς, ἔφερε καὶ τὴ φαμελιά του ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ τὰ βόλευαν μιὰ χαρά· μέχρι πού ᾿ρθε ὁ Πόλεμος κι ἡ Κατοχὴ καὶ ποιὸς νὰ χτίσει τέτοιες ὧρες;

Οἱ ντόπιοι τὰ φέρνανε βόλτα. Εἴχανε χωραφάκια, εἴχανε καὶ ζωντανά, ἄλλος λιγοστά, ἄλλος πιὸ λίγα, κανένας πολλά· κάτι βάζανε στὸ τραπέζι τους. Φτωχὸς τόπος· οἱ βροχὲς λιγοστὲς, ἡ γῆ ἄγονη, μοναχὰ κριθάρι φύτρωνε κι αὐτὸ χρονιὰ παρὰ χρονιά. Καὶ στὶς μικρές κοιλάδες, πίσω ἀπὸ τὶς ἀμμουδιές ἀμπέλια καὶ συκιὲς ποὺ φύτρωναν παντοῦ μοναχές τους.

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ νησιοῦ εἴχανε μάθει γενιὰ μὲ τὴ γενιά, αἰῶνες τώρα, νὰ ζοῦν ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ πολὺν ἀγώνα καὶ κόπο· ὅμως μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμὸ γιὰ τὴ γῆ τους καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα μ᾿ ἀλληλοβοήθεια. Κάθε χρόνο ἔσπερναν τὰ μισὰ χωράφια· τὴ μιὰ χρονιά, τὴν «πάνω καιριά», αὐτὰ ποὺ ἦταν πιὸ κοντὰ στὸ χωριό καὶ τήν ἄλλη, τὴν «κάτω καιριά», αὐτὰ ποὺ ἤτανε στὴν κάτω ἄκρη τοῦ νησιοῦ. Ἔτσι ἦταν ὁλοι κοντὰ καὶ μποροῦσε νὰ βοηθᾶ ὁ ἔνας τὸν ἄλλον ὅποτε ἤτανε ἀνάγκη. Χωρὶς πληρωμή, μόνο τὸ φαΐ·  μεροκάματο σοῦ ᾿κανα, μεροκάματο θὰ μοῦ κάνεις. Σ᾿ ὅλες τὶς δουλειές· στὸ θέρος, στὴ σπορά, στὸ σκάψιμο τῶν ἀμπελιῶν καὶ πιὸ πολὺ στὸ χτίσιμο. Οἱ ἀτέλειωτες ξερολιθιές, αὐτὲς ποὺ κρατοῦσαν τὸ χῶμα στὶς πλαγιὲς κι αὐτὲς ποὺ χώριζαν τὰ χωράφια, ἤθελαν συχνὲς ἐπισκευές· ἄλλες ἔπεφταν ἀπὸ τὰ νερὰ ποὺ κατέβαζαν οἱ δυνατὲς νεροποντὲς κι ἄλλες ἀπὸ τοὺς ἀέρηδες κι ἀπὸ τὰ χρόνια.

Αὐτὴ ἦταν ἡ μισὴ δουλειά, ἡ γεωργική, ποὺ δὲν ἔφτανε γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος. Γιὰ συμπλήρωμα εἶχαν καὶ τὴν κτηνοτροφία· κυρίως αἰγοπρόβατα, ὅσα μποροῦσαν νὰ ζήσουν στὰ χωράφια ποὺ ἔμεναν χέρσα γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν. Βοσκοῦσαν στὰ τοιχογυρισμένα χωράφια χωρὶς νὰ χρειάζονται ἐπιτήρηση καὶ ἡ κοπριά τους γινόταν λίπασμα. Εἶχαν λιγοστὲς γελάδες, πιὸ πολὺ γιὰ τὸ ὄργωμα, γαϊδούρια καὶ μουλάρια γιὰ ὑποζύγια καὶ οἰκόσιτα γουρούνια καὶ κότες γιὰ τ᾿ ἀποφάγια. Τίποτα δὲν πετοῦσαν.

Μὲ τὴν Κατοχὴ τὰ πράματα δυσκόλεψαν. Πρῶτα σταμάτησε τὸ ἐμπόριο. Προπολεμικὰ στέλνανε μὲ τὰ καΐκια στὴν Ἀθήνα ὅ,τι ἔβγαζε τὸ νησί· κριθάρι, ἀρνιά, κατσίκια, τυρί, σῦκα, σταφύλια, κρασί· κι ἔφερναν ἀλεύρι, λάδι, σαπούνι, ζάχαρη, παστὸ μπακαλιάρο, σαρδέλες, ρέγγες, χαλβὰ κι ἄλλα εἴδη μπακαλικῆς. Τὰ λεφτὰ ξεφτιλιστίκανε καὶ τὰ ταξίδια στὴ θάλασσα ἤτανε κίνδυνος – θάνατος. Στὸν πόλεμο ποὺ συνεχιζόταν στὸ Αἰγαῖο δὲν ἤξερες ἀπὸ ποῦ θὰ σοῦ ᾿ρθει· ἀπὸ ἀδέσποτη νάρκη, ἀπὸ ὐποβρύχιο, ἀπὸ ἀεροπλάνο, ἀπὸ Γερμανοὺς ἣ ἀπὸ Ἐγγλέζους. Ἄσε ποὺ μαζεύτηκε πολὺς κόσμος στὸ νησί. Μὲ τὴν πείνα ποὺ ἔπεσε στὴν Ἀθήνα, γύρισαν ὅλοι οἱ ξενητεμένοι μὲ τὶς φαμίλιες τους κι ὁ πληθυσμὸς  σχεδὸν διπλασιάστηκε.

Πιὸ δύσκολα ἦταν γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν γῆ καὶ περίμεναν νὰ ζήσουν ἀπὸ τὸ μεροκάματο. Τί νὰ κάνει ὁ Γιώργης, ἔριξε τὸν ἐγωισμό του καὶ πήγαινε γιὰ δουλειὰ ὅπου ἔβρισκε. Ἡ πληρωμὴ σὲ εἶδος· ἀλεύρι κρίθινο, τυρί, σῦκα ξερά. Οἱ πιὸ πολλοὶ τὸν παίρνανε ἀπὸ λύπηση γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὴ γυναίκα του· ἤθελε βλέπεις  νὰ κάνει κουμάντο καὶ τοὺς ἔκανε ἄνω-κάτω. Στὰ χωράφια, ἐκεῖ ποὺ χτίζανε τὶς γκρεμισμένες ξερολιθιές, τὶς βουλιάχτρες ποὺ λέγανε οἱ ντόπιοι, σκαρφιζόταν δικές του πατέντες  καὶ κάποιες φορὲς ὁ τοῖχος ἔπεφτε. Τὸ χειρότερο ἦταν πὼς μετὰ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει ὅτι ἔφταιγαν οἱ ἴδιοι, ἐπειδὴ δὲν ἀκολούθησαν πιστὰ τὶς ὁδηγίες του. Λές καὶ δὲν ἔκαναν αὐτὴ τὴ δουλειὰ ἀπὸ παιδιά.

Μετὰ πῆγε μὲ τὶς τράτες· κάτι μεγάλες ψαρόβαρκες μὲ κουπιὰ καὶ λατίνι, ἕνα τριγωνικὸ πανί ποὺ τό ᾿βαζαν γιὰ τὸ ταξίδι, ὅποτε εἶχε εὐνοϊκὸ καιρό, ἀλλὰ τό ᾿βγαζαν ὅταν ψάρευαν γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐμποδίζει. Εἶχαν ἑφτὰ-ὀχτὼ ἄτομα πλήρωμα πού, ὅταν δὲν βόλευε ὀ ἀέρας, τραβοῦσαν κουπί γιὰ νὰ πᾶνε στὸν προορισμό τους. Ἔριχναν τὴν τράτα σὲ ἀμμουδεροὺς ὅρμους, κάνοντας ἕνα μεγάλο ἡμικύκλιο καὶ μετά τὴν τραβοῦσαν μὲ τὰ χέρια στὴν ἄμμο. Ἡ πληρωμὴ ἦταν σὲ ψάρια ποὺ τότε ἦταν ἄφθονα. Τά ᾿διναν κι ἔπαιρναν ἄλλα φαγώσιμα ἀπὸ τοὺς ἀγρότες. Ὅποτε βοηθοῦσε ὁ καιρός καὶ πήγαιναν σὲ κοντινὰ νησιά ποὺ εἶχαν λιόδεντρα, ἔδιναν ψάρια κι ἔπαιρναν λάδι, τὸ πιό πολύτιμο ἀγαθό.

Οὔτε κι ἐκεῖ στέργιωσε ὁ Γιώργης μὲ τὸ κακό του χούι. Στὴ θάλασσα μονάχα ὁ καπετάνιος κάνει κουμάντο, ἀλλιῶς πᾶνε ὅλοι φοῦντο. Ἔτσι βρέθηκε ξέμπαρκος κι ἀναγκάστηκε ἡ Μαρία, ἡ γυναίκα του, νὰ πάει ὑπηρέτρια στὸ σπίτι τοῦ γιατροῦ.

Ὁ γιατρός, ἀπὸ παλιὸ σόι, φράγκικο, ζοῦσε σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Στὸν τοῖχο, πάνω ἀπὸ τὴν μπροστινὴ πόρτα ἦταν χτισμένο ἕνα κομμάτι μάρμαρο σκαλιστό· πρέπει νά ᾿ταν πολὺ παλιό, γιατὶ τὰ σκαλίσματα δὲν ξεχώριζαν καθαρά· μόνο τὸ ὄνομα τῆς φαμίλιας ξεχώριζε στὸ κάτω μέρος, χαραγμένο μὲ φράγκικα γράμματα. Μέσα τὰ ταβάνια ἦταν ζωγραφιστὰ καὶ στοὺς τοίχους εἶχε κρεμασμένα κάδρα μὲ βαριὲς σκαλιστὲς κορνίζες. Εἶχε χηρέψει πρὶν ἀπὸ χρόνια καὶ ζοῦσε μὲ δυό γριές ὑπηρέτριες πού, ἔχοντας μάθει τὰ χρειαζούμενα κοντά του, ἔκαναν καὶ τὶς νοσοκόμες. Στὴν ἀρχὴ φώναζαν τὴ Μαρία ἀραιὰ καὶ ποῦ γιὰ τίποτα βαριές δουλειές κι ὅταν πέθανε ἡ πιό μεγάλη, τὴν πῆραν μόνιμα στὸ σπίτι. Δούλευε ἀπὸ τὸ χάραμα μέχρι ἀργὰ τὴ νύχτα. Ὁ γιατρὸς ἦταν παράξενος καὶ τά ᾿θελε ὅλα στὴν ἐντέλεια. Κι ὅ,τι δὲν ἔβλεπε ὁ γιατρὸς τό ᾿βλεπε ἡ Καλλίτσα, ἡ γριὰ ὑπηρέτρια ποὺ τὴ ζήλευε κιόλας. Ὅμως ἔκανε ὑπομονὴ γιὰ τὴ φαμίλια της· ζοῦσαν ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ περίσσευαν ἀπ᾿ τὸ τραπέζι τοῦ γιατροῦ.

Λίγο μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση πέθανε ὁ γιατρός. Τὰ πράματα ἦταν ἀκόμα δύσκολα, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τοὺς περιορισμοὺς τῆς Κατοχῆς. Τώρα μποροῦσαν νὰ σφάξουν – ὅσοι εἶχαν – ἕνα ζωντανό, χωρὶς τὸ φόβο νὰ τοὺς πιάσει ἡ Φινάντσα, ἡ οἰκονομικὴ ἀστυνομία τῶν Ἰταλῶν ποὺ τὰ μετροῦσε ἕνα-ἕνα στὴν Κατοχή. Ἄρχισε δειλὰ καὶ τὸ ἐμπόριο, μὲ τὰ καΐκια νὰ κουβαλᾶνε τὰ προϊόντα τοῦ νησιοῦ καὶ νὰ φέρνουν τὰ χρειαζούμενα, μαζὶ καὶ τρόφιμα ἀπὸ τὴ βοήθεια τῆς Οὔνρα8. Στὴ στεριανή Ἑλλάδα ἡ κατάσταση ἦταν ἄσκημη. Δεκεμβριανά, Βάρκιζα κι ἀργότερα ὁ Ἐμφύλιος· σκοτωμοί, φυλακές, ἐξορίες. Στὸ νησὶ δὲν πῆραν χαμπάρι. Μοναχὰ ὅ,τι μάθαιναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ πήγαιναν στὴν Ἀθήνα γιὰ δουλειές ἢ γιὰ φαντάροι.

Ὁ Γιώργης ξανάρχισε τὴν παλιά του δουλειά, κάτι ἐπισκευές δηλαδή, ποῦ λεφτὰ γιὰ καινούργια σπίτια. Τὰ παιδιά εἶχαν μεγαλώσει – δεκάξι ὁ μεγάλος, ὁ μικρὸς στὰ δεκατέσσερα – καὶ βοηθοῦσαν μιὰ χαρά. Πάνω ποὺ πήγαιναν νὰ ὀρθοποδήσουν ἀρρώστησε ἡ Μαρία· καλπάζουσα φυματίωση εἶπαν οἱ γιατροὶ στὴ «Σωτηρία» ποὺ τὴν πῆγαν. Τῆς βγῆκαν μαζεμένες οἱ κακουχίες τῆς Κατοχῆς· πολλὴ κούραση, λίγος ὕπνος, λίγο φαΐ – φύλαγε καὶ τὴ μπουκιά γιὰ τὰ παιδιὰ – πόσο ν᾿ ἀντέξει; Πέθανε σὲ λίγους μῆνες. Οἱ κακιές γλῶσσες λέγανε πὼς τὴ χτίκιασε ὁ Ξερωγὸς μὲ τὴν κακογλωσσιὰ καὶ τὴν ξεροκεφαλιά του.

Μετὰ τὸ θάνατο τῆς Μαρίας ἡ κατάστασή του χειροτέρεψε. Ἕβριζε τὰ παιδιά του χωρὶς λόγο καὶ τὰ χτυποῦσε μὲ τὸ παραμικρό. Ἄντεξαν ἔτσι δυὸ χρόνια καὶ μετὰ πῆραν τῶν ὀμματιῶν τους. Μπαρκάρησαν μὲ τὰ καράβια καὶ δὲν τοῦ ᾿στειλαν οὔτε γράμμα. Χρόνια μετὰ ἔστειλαν γράμμα στὸν παπὰ τοῦ χωριοῦ κι ἀπ᾿ αὐτὸν ἔμαθε πὼς εἶχαν βγεῖ λαθραῖα στὴν Ἀμερικὴ καὶ πὼς δούλευαν στὴν κουζίνα ἑνὸς  ἑλληνικοῦ μαγαζιοῦ. Μέσα εἶχαν καὶ δέκα δολάρια γιὰ νὰ κάνει ὁ παπάς μνημόσυνο  τῆς μάνας τους.

Σὰν νὰ μήν τοῦ ᾿φταναν αὐτά, ἄρχισε νὰ πίνει κιόλας. Μιὰ μέρα ἔχτιζε τὸν τοῖχο τῆς αὐλῆς τοῦ σχολείου καὶ τὸν ἔκανε θεόστραβο. Ὁ δάσκαλος τοῦ τό ᾿πε ὅσο πιὸ εὐγενικὰ μποροῦσε.

«Ἐσύ, δάσκαλε, νὰ κοιτᾶς τὴν πένα σου» τοῦ ἀπάντησε ἄγρια.

Ἕνας περαστικός, ὁ Γιάννης ὁ βιολιτζής, θέλησε νὰ πάρει τὸ μέρος τοῦ δάσκαλου.

«Κι ἐσύ, βιολιτζή, νὰ κοιτᾶς τὸ δοξάρι σου!»

Γιὰ καλή του τύχη τὸν περιμάζεψε ὁ Παντελὴς ὁ Φουρνιάτης, ἐκεῖ στὸ πενηντακάτι. Εἶχε μαγαζί στὸ λιμάνι κι ἔβλεπε νά ᾿ρχεται κόσμος στὸ νησί. Πρῶτα οἱ  κυνηγοί ποὺ ἔρχονταν κατοσταριές, μόλις ἄνοιγε τὸ κυνήγι τῆς πέρδικας. Ἔρχονταν καὶ κάποιοι παραθεριστὲς τὸ καλοκαίρι κι ἔφευγαν, ἐπειδὴ δὲν ἔβρισκαν δωμάτια. Ἀποφάσισε νὰ χτίσει μερικὰ δωμάτια καὶ σκέφτηκε τὸν Ξερωγό. Τοῦ ᾿κανε, ὅμως, καθαρὴν ἐξήγηση.

«Θὰ πίνεις μοναχὰ νερό· καφέδες ὅσους θέλεις ἀπὸ τὸ μαγαζί μου, φαΐ καὶ ὕπνο τσάμπα. Θὰ δουλέψεις μεροκάματο καὶ κάθε πρώτη  τοῦ μήνα θὰ στέλνω τὰ λεφτά σου στὴν τράπεζα μὲ τηλεγραφικὴ ἐπιταγή.»

Ὁ Γιώργης δέχτηκε· φῶς  δέν ἔβλεπε ἀπὸ πουθενὰ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Ἔπιασε κι ὄρκο βαρὺ στὴν ψυχὴ τῆς μακαρίτισσας· καὶ τὸν κράτησε, δὲν ξανάβαλε πιοτὶ στὸ στόμα του. Ὁ Παντελὴς τοῦ βρῆκε τοὺς πιὸ βολικοὺς ἐργάτες γιὰ βοηθούς, τοὺς ἔκανε καὶ τὴ σχετικὴ κατήχηση, «πετάει ὁ γάιδαρος; πετάει», κι ὅλα πῆγαν μιὰ χαρά.

Ὅταν τέλειωσε ἡ δουλειά τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν κράτησε στὸ μαγαζί.

«Κάτσε μέχρι νὰ βρεῖς  καμιὰν ἄλλη δουλειά. Φαΐ καὶ ὕπνο τσάμπα καὶ θά ᾿χεις τὸ νοῦ σου στὸ μαγαζί, ὅποτε λείπουμε.»

Ὅλα πήγαιναν ρολόι. Μονάχα τὸ ἐλάττωμα νὰ λέει σὲ ὅλους πῶς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους δὲν ἔλεγε νὰ κόψει. Βλέπεις ἐκεῖνος «ἤξερε» καλύτερα. Ὅπως τώρα μὲ τὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ· ποὺ εἶχε περάσει τὸ μπουγάζι χίλιες φορές – ποὺ λέει ὁ λόγος – μὰ δὲν τοῦ ᾿πε τίποτα τοῦ Ξερωγοῦ. Τὸν εἶχε μάθει πιά.

Στὸ μαγαζὶ τοῦ Παντελῆ μαζεύονταν ψαράδες, ναυτικοὶ ἀπὸ τὰ περαστικά καΐκια, ἀπόμαχοι τῆς θάλασσας κι ὁ τελώνης ποὺ ἔκανε καὶ χρέη λιμενάρχη. Ὁ Γιώργης μὲ τὸν τελώνη παίζανε χαρτιὰ κάθε μέρα. Τὰ συνηθισμένα· ξερή, κολτσίνα, ἑξηνταέξι κι ἂν ἔβρισκαν τρίτον, καμιὰ πρέφα. Μάλωναν ταχτικά – καὶ οἱ δυὸ ἤθελαν πάντα νὰ κερδίζουν – ἀλλὰ τὰ ξανάφτιαχναν γρήγορα· κάποιες μέρες τοῦ χειμώνα ἦταν μοναχὰ οἱ δυό τους στὸ μαγαζί.

Ἡ σχέση του μὲ τὸν τελώνη ἦταν ἡ αἰτία ποὺ οἱ ψαράδες δὲν εἶχαν πολλή ἐμπιστοσύνη στὸ Γιώργη καὶ δὲν μιλοῦσαν μπροστά του γιὰ δυναμίτες ἢ ἄλλα παράνομα ψαρέματα. Κάποιες φορές κάτι ἔπιανε τ᾿ αὐτί του· ὅμως ἄλλαζαν κουβέντα μόλις παίρνανε χαμπάρι πὼς κρυφακούει. Τὶς ἄλλες, ὁ Μιχάλης ὁ Σοροκάδας ἦρθε φορτωμένος μαγιάτικα· εἴπανε πὼς τὰ πιασε στὴν τράτα. Ποῦ νὰ τὰ κρατήσει δίχτυ τέτοια θερία, δέκα-δεκαπέντε ὀκάδες τὸ καθένα; Ὅλοι ξέρανε καὶ κανένας δὲ μίλησε. «Οὐδεὶς ἀναμάρτητος».

Τότε ἦταν ποὺ τοῦ κόλλησε ἡ ἰδέα νὰ «κάψουνε9» κι αὐτοὶ τὰ μαγιάτικα. Ὁ Παντελὴς εἶχε μιὰ ψαρόβαρκα, κληρονομιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του ποὺ ἤτανε ψαράς. Εἶχε κληρονομήσει κι ὅλα τὰ ἐργαλεῖα· δίχτυα, παραγάδια, καμάκια, συρτές. Ὅποτε δὲν εἶχαν πολλὴ δουλειά, πήγαιναν μὲ τὸ Γιώργη κι ἔριχναν τὸ ἀθερινόδιχτο. Ἔκαναν τὸ γοῦστο τους κι ἔφερναν μεζὲ γιὰ τὸ μαγαζί. Κάποιες φορές πέφτανε τὰ μαγιάτικα γιὰ νὰ φᾶνε τὶς ἀθερίνες, ὅμως τὸ ἀθερινόδιχτο δὲν μποροῦσε νὰ τὰ κρατήσει. Τότε ἦταν ποὺ εἶπε τοῦ Παντελῆ:

«Νὰ τὰ κάψουμε!»

«Μὰ ἐμεῖς δὲν ξέρουμε πῶς νὰ φτιάξουμε τὶς φωτιές10», ἀποκρίθηκε ὁ Παντελής.

«Ξέρω ᾿γώ», ἀπάντησε  ὁ Γιώργης. «Φέρε μου δυναμίτη καὶ φυτίλι καὶ θὰ τὶς φτιάξω».

«Καλά», εἶπε ξερὰ ὁ Παντελὴς καὶ δὲν συνέχισε τὴν κουβέντα. Ὅμως τοῦ μπῆκε μιὰ ἰδέα. Τὴν ἄλλη μέρα πῆρε κατὰ μέρος τὸ Μιχάλη τὸ Σοροκάδα καὶ τοῦ ζήτησε ὑλικά. Ἔτσι, ὅπως τοῦ τά ᾿πε ὁ Γιώργης. Τὸ ἴδιο βράδυ πῆγε καὶ τὰ πῆρε ἀπὸ ᾿κεῖ ποὺ τοῦ τά ᾿χε ἀφήσει ὁ Μιχάλης. Μόλις ἔφυγε ὁ τελευταῖος πελάτης, κλείδωσε τὴν πόρτα καὶ φώναξε τὸ Γιώργη στὸ ἰδιαίτερο.

«Ἐδῶ τά ᾿χω!»

Ὁ Γιώργης ταράχτηκε. Ἰδέα δὲν εἶχε ἀπὸ δυναμίτες. Θυμήθηκε  κάτι ἀπὸ τὶς παλιές ταινίες ποὺ εἶχε δεῖ προπολεμικὰ στήν Ἀθήνα· τὶς  στρακαστροῦκες  μὲ τὸ φυτίλι ποὺ κάπνιζε κι ἔσκαγαν στὰ μοῦτρα τοῦ κωμικοῦ. Πῆρε σπάγγο, ἔδεσε καλά τὸ φυτίλι σ᾿  ἕνα μασούρι δυναμίτη καὶ μετὰ ἔδεσε μαζὶ καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Ἕκρυψαν τοὺς δυναμίτες μέσα στὸ ἀθερινόδιχτο καὶ τράβηξαν γιὰ τὴ βάρκα. Πῆγαν στὸ γνωστὸ μέρος, ἀφοῦ ἔριξαν πρῶτα ἕνα δίχτυ μανωμένο11, γιὰ νὰ ποῦνε πὼς – καὶ καλὰ – μ᾿ αὐτὸ πιάσανε τὰ μαγιάτικα. Μετὰ ἔριξαν τὸ ἀθερινόδιχτο καὶ περίμεναν νὰ φέξει γιὰ νὰ δοῦν ἂν μαζεύτηκαν τὰ ψάρια. Μόλις ἔφτασαν πάνω ἀπό τὸ δίχτυ εἶδαν τὶς ἀστραψιές τους καθὼς ὁρμοῦσαν στὸ κοπάδι τῆς ἀθερίνας. Ὁ Παντελὴς ἔπιασε τὸ δυναμίτη μὲ χέρια τρεμάμενα καὶ πρόσταξε:

«Βάλε φωτιά!»

Ὁ Γιώργης, τρέμοντας κι αὐτός, τοῦ ἄναψε τὸ φυτίλι.

Ἐκεῖ ἦταν πού ᾿πεσε ὁ δυναμίτης ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Παντελῆ μέσα στὴ βάρκα. Τὸ φυτίλι κάπνιζε δίπλα στὰ πόδια του, αὐτὸς ἔκανε νὰ τὸ πατήσει γιὰ νὰ σβήσει κι ὁ Γιώργης σαλτάρισε στὴ θάλασσα.

Εἶδε κι ἔπαθε νὰ συνέλθει ἀπὸ τὰ γέλια ὁ Παντελής. Μετὰ τράβηξε δυὸ τρεῖς κουπιὲς καὶ πῆγε νὰ τὸν μαζέψει.

«Αὐτὸ ἦταν γιὰ νὰ μάθεις πὼς δὲν τὰ ξέρεις ὅλα ἐσύ! Ὁ δυναμίτης δὲν κάνει μπὰμ χωρὶς καψούλι.»

Ἀργότερα, ὅποτε ὁ Γιώργης τὸ παράκανε μὲ τὶς ὁδηγίες, ὁ Παντελῆς ἔκανε κρότο μ᾿ ὅ,τι εἶχε πρόχειρο· ποτήρι, φλυτζάνι, μπρίκι, κουτάλι ἤ ἔλεγε «μπά».  Κι ὁ Γιῶργης ἄλλαζε τὴν ἐπωδό:

«Ἐσεῖς, ὅμως, τὰ ξέρετε πιὸ καλά. Τί νὰ ξέρω ᾿γώ;»

16/05/2018

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

1 γιαλό: κοντὰ στὴ στεριά.

2 δυὸ καϊκιές: δυὸ μήκη καϊκιοῦ.

3 γρεγάρησε: φύσηξε βορειοανατολικὸς ἄνεμος (γρέγος).

4 κάνε τὸ φλόκο: ἄνοιξε τὸ μπροστινὸ τριγωνικὸ πανί.

5 μπότζι: τὸ κούνημα τοῦ σκάφους ἀριστερὰ – δεξιά, διατοιχισμός.

6 μπουγάζι: θαλάσσιο στενό, πορθμός.

7 ψωμώνω: φλερτάρω, στὴ ντοπιολαλιὰ τῆς Κύθνου.

8 Οὔνρα: UNRRA (Ὀργανισμὸς Περιθάλψεως καὶ Ἀποκαταστάσεως Ἠνωμένων Ἐθνῶν). Προσέφερε ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

9νὰ «κάψουνε» τὰ ψάρια: νὰ τὰ σκοτώσουν μὲ δυναμίτη

10«φωτιὲς»: δυναμίτες ἔτοιμοι γιὰ χρήση ἀπὸ ψαράδες

11δίχτυ μανωμένο: δίχτυ μὲ τρεῖς στρώσεις· ἡ μεσαία ἔχει «μάτια» κανονικοῦ μεγέθους καὶ οἱ ἄλλες  πολὺ μεγάλα. Ἔτσι πιάνει καὶ μεγάλα ψάρια.

 

Ο φίλος μας ο Δημήτρης παραλείπει να εξηγησει τη λέξη «αχολομάνιστα» που χρησιμοποιεί στην αρχή του διηγήματος ο Ξερωγός. Ίσως καταλαβαίνουμε τι σημαίνει. Πάντως η λέξη, βρίσκω, δεν γκουγκλίζεται αλλά την έχει το Ιστορικό Λεξικό και την ερμηνεύει «χωρίς λύπη, χωρίς αγωνία».

Advertisements

173 Σχόλια to “Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Εύγε Δηήτρη

    >Μ᾿ ἀρέσεις!

    Πως σου αρέσει; που λένε κι οι ελληνοαμερικάνοι.

    Και το Γιου λάικ μι [=μου αρέσεις]των καμακιών

  2. Ευχαριστούμε Δημήτρη!

    Καλή σας μέρα!

  3. Καλημέρα,
    Ευχαριστούμε Δημήτρη. Καλόόόό. Μ’ άρεσε κι η ανατροπή.

    Έχει γλωσσάρι για τα θαλασσινά (που τάξερα ή τα κατάλαβα και χωρίς αυτό) αλλά το «ἀχολομάνιστα» δεν το ξέρω. Ρίξε φως!

  4. sarant said

    Καλημέρα από το Ροτερντάμι (που τωρα σας εξήγησε ο Γιάννης Μ τι είναι).

    3 Μετά το γλωσσάρι, λέω εγω κάτι Γιάννη 🙂

  5. Πάνος με πεζά said

    Kαλημέρα ! Πόσο θέλω να το διαβάσω… αλλά προς το παρόν είμαι συνδεδεμένος με το γραφείο, και δουλεύω, ο ξεφτίλας…

  6. Γς said

    Παγματικά όμορφο, στρωτό, ήρεμο. και με πολλά πιασήματα.

    «Ξέρω ᾿γώ»

  7. sarant said

    6 Εγω πριν το διαβάσω νόμιζα πως το «ξέρω γω» ήταν ερωτηματικό.

    Θα τα πουμε το βράδυ, πάω στη Φριζία.

  8. Λ said

    Καλημέρα

  9. atheofobos said

    Ευτυχώς διαβάζοντας το ωραίο αυτό διήγημα κατευνάστηκε λίγο η αγανάκτηση και ο θυμός που με κατέχει από χθες το βράδυ μετά τις αθλιότητες των ανεγκέφαλων πατριδοκάπηλων που έγιναν στην Θεσσαλονίκη.
    ΟΥΣΤ ! ΓΕΛΟΙΟΙ ΠΑΤΡΙΔΟΚΑΠΗΛΟΙ!
    https://atheofobos2.blogspot.gr/2018/05/blog-post_20.html

  10. ΚΑΒ said

    Ευχαριστούμε για το νησιώτικο. Εξαιρετικό με πολλά θέματα που τάχω γνωρίσει και τάχω καταγράψει, αλλά παραμένουν στον υπολογιστή.

    . Δεν ήταν λίγοι που είχαν χάσει δάχτυλα ή και ολόκληρη την παλάμη από τους δυναμίτες.Κάποιοι σκοτωμένοι παρουσιάζονταν και με συγκατάθεση της αστυνομίας ότι ήταν θύματα ανατίναξης της μηχανής.

  11. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Θέλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ φιλοξενία ἑνὸς ἀκόμη γραφτοῦ μου, τὸν Ἄγγελο ποὺ τὸ σχόλιό του ἦταν ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὸ γράψω καὶ ὅλους ὄσοι τὸ διάβασαν ἤ θὰ τὸ διαβάσουν. Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ πρῶτα σχόλια καὶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.

    Τὸ χολομανῶ σημαίνει στενοχωριέμαι, παρόμοιο μὲ τὸ χολοσκάω· ἀχολομάνιστα σημαίνει χωρὶς νὰ στενοχωρηθεῖς, χωρὶς νὰ ζοριστεῖς.

  12. Άσχετος said

    καλημέρες κι από μένα. ωραίο το κείμενο 🙂

  13. Γς said

    11 α:

    Τι λες; Αποκάλυψη.[Τωρα!]

  14. Κουτρούφι said

    Πατριώτη, υπέροχο!
    Το χολομανώ γκουγκλίζεται.
    Από κάλαντα ενός πιτσιρικά τη δεκαετία του 50 περίπου:
    Ο πάπφους μου χολομανεί
    και για να δούμε πού θα βγει
    με το Γιώργη* τι θα κάμει
    που χαλά και φτιάχνει γάμοι

    (*ήταν αδελφός του πατέρα του πιτσιρικά. Εκείνη την περίοδο αρραβωνιαζόταν και χώριζε αμέσως)

    Έχω κι άλλα. Αργότερα, ίσως.

  15. Γς said

    10:

    Ναι πραγματικά ήταν ό,τι πρέπει μετά τα χθεσινοβραδυνά. Τονωτικό
    Ισως γι αυτό το χαρακτήρισα «ήρεμο» στο Σχ. 6

  16. ΚΑΒ said

    ψωμώνω = φλερτάρω, άγνωστη αυτή η σημασία. Αυτό που ήξερα ήταν το μεστώνω. Αυτός είναι ψωμωμένος: καλοθρεμμένος.

  17. 4β Ήταν απ’ την αρχή. Ε, ο καφές δεν ήταν αρκετός 🙂

    Ευχαριστώ αμφότερους και τους τρεις(sic!) για τις διευκρινίσεις.

  18. 18 πάλι τα ίδια. Άκλειστο το λίνκι (αλλά εδώ δεν μπερδεύεται με άλλα). Πρέπει επειγόντως να βγω να ξελμανίσω (=να βγω απ’ το σπίτι ν’ αλλάξω παραστάσεις) λίγο

  19. Άσχετος said

    πφφφ τί θυμήθηκα τώρα… την πρώτη μου πετονιά μου την χάρισε μια »ψαρού», μαζί με αγκιστράκια και βαρίδια και στριφτάρια. με είχε δει η γυναίκα που ψάρευα 9 χρονών γαρίδες με κουβαδάκι… και με ρώτησε μαζεύεις για δόλωμα; ναι της λέω (ψέμα, τις χάζευα στο κουβαδάκι και στο τέλος τις έτρωγα ωμές). μου λέει η ψαρού, ξέρεις να ψαρεύεις; ναι αμέ, κάνω εγώ (κι άλλο ψέμα), αλλά δεν έχω πετονιά. μου λέει: την επόμενη φορά που θα έρθω προς τα εδώ θα σου αφήσω μια σε μια σακούλα.

    κάθε μέρα πήγαινα κι εγώ στο βράχο όλο ανυπομονησία, τίποτε. στο τέλος μ έπιασε η απογοήτευση, αλλά συνέχισα να τσεκάρω κάθε μέρα. και ξαφνικά ωωω η πετονιά μου! έδεσα τα αγκίστρια, έβαλα το βαρίδι. με το στριφτάρι δεν είχα ιδέα τί να κάνω, οπότε το άφησα. πήρα και τις γαρίδες μου και πήγα για ψάρεμα.

    στο πρώτο ρίξιμο έπιασα δυο χειλούδες ταυτόχρονα μια στο κάθε αγκίστρι (δεν ξανάγινε ποτέ έκτοτε). στο δεύτερο ρίξιμο σφήνωσε το βαρίδι στα βράχια, ήρθε ένας μεγάλος και με τα πολλά κατάφερε να το σώσει. βλέπει τα αγκίστρια στη μισινέζα. με ρωτάει χαμογελώντας εσύ έφτιαξες την πετονιά; (με σταυρόκομπο παρακαλώ)
    όχι του λέω …

  20. Ωραίος Δημήτρη, μπράβο. Καλημέρα.

  21. ΚΑΒ said

    >>τὶς γκρεμισμένες ξερολιθιές, τὶς βουλιάχτρες ποὺ λέγανε οἱ ντόπιοι, σκαρφιζόταν δικές του πατέντες καὶ κάποιες φορὲς ὁ τοῖχος ἔπεφτε.

    .βουλιάχτρα ωραία λέξη. Την έχει και το ΙΛΑ. Βουλίστρ(ι)α συνώνυμη λέξη.

    .Ο Γιώργης έφτιαξε όμορφο σπίτι στον καπετάνιο, αλλά στην ξερολιθιά δεν τα κατάφερνε. Αυτό ἐλεγαν όλοι οι παλιοί χτίστες. Με το υλικό όλοι γίνονται μαστόροι!

  22. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όχι επειδή είναι του φίλου μας και πλέον εκλεκτού σαραντακιστή Δημήτρη, αλλά το καταφχαριστήθηκα το διήγημα. Πολλά πραγματολογικά στοιχεία, χιούμορ, ωραία γραφή και πετυχημένη σκιαγράφηση του Γιώργη του Ελληνάρα. Στο ύψος του Κόντογλου και του Καρκαβίτσα και δεν τα παραλέω καθόλου. Θα έλεγα και του Παπαδιαμάντη, αλλά μη γίνουμε και ιερόσυλοι. 😊
    Ευχαριστούμε, Δημήτρη, περιμένουμε κι άλλα τώρα το καλοκαίρι.

  23. Μπετατζής said

    Το ΄χει ο κ. Μαρτίνος. Ήρεμη δύναμη.

    Μικρό πραγματολογικό σχόλιο :

    Χωρὶς πληρωμή, μόνο τὸ φαΐ· μεροκάματο σοῦ ᾿κανα, μεροκάματο θὰ μοῦ κάνεις. Σ᾿ ὅλες τὶς δουλειές· στὸ θέρος, στὴ σπορά, στὸ σκάψιμο τῶν ἀμπελιῶν καὶ πιὸ πολὺ στὸ χτίσιμο.

    Τα ανωτέρω ήταν σχεδόν θεσμοί στην αγροτική ζωή, πιστεύω και πριν την Κατοχή (δεν τα γέννησε δηλαδή η Κατοχή, μπορεί και να προϋπήρχαν). Στην Κρήτη το λέγανε ορτακιά (κάτι σαν αγροτική κοινοπραξία). Σήμερα έχει γεμίσει ο τόπος καφενεία με αυτό το μάλλον πιασάρικο όνομα, αλλά ο θεσμός πρέπει να έρχεται από πολύ παλιά.

    Σχετικό Γλωσσάρι http://www.eleto.gr/download/Conferences/9th%20Conference/Presentations/9th_21-SotiropoulouEirini_Presentation.pdf

  24. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Πολλές ευχαριστίες· καλομαθημένος από τα κείμενα του Δημήτρη έχω μεγάλες προσδοκίες, αλλά δεν απογοητεύομαι ποτέ-ούτε σήμερα.

    Για τους δυναμίτες, να πω κι εγώ (αν και ίσως τα ‘χω ξαναπεί) την εμπειρία μου: Φαντάρος στην Κω (υγειονομικό), είχαμε καθε τρεις και λίγο διακομιδές (το Νοσοκομείο δεν είχε ασθενοφόρο ή δεν ήταν διαθέσιμο συχνά) Μαστιχάρι-Αεροδρόμιο, τραυματισμένων Καλύμνιων από δυναμίτες. Εκεί, εκτός από το ψάρεμα, δυναμίτες έριχναν (ρίχνουν;) και σε γάμους, γιορτές κλπ, αντί για μπαλωθιές. Με καναδυό ποτήρια κανάτια παραπάνω, ακόμη κι αυτοί που ξέρουν, κάνουν λάθη…

  25. Κουτρούφι said

    «Τὸ ἐργατιλίκι τοῦ ᾿πεφτε λίγο καὶ θέλησε νὰ κάνει τὸ μάστορα»
    Νομίζω έχει ενδιαφέρον από πλευράς ορισμών. Στα συνεργεία οικοδομών υπάρχουν διακριτοί ρόλοι. Αυτοί που κτίζουν ή σοβαντίζουν είναι οι «μάστορες». Εκείνοι που φτιάχνουν τη λάσπη ή κουβαλούν τα υλικά είναι οι «εργάτες». Ο δεύτερος ρόλος θεωρείται υποδεέστερος. Δεν ξέρω αν έπαιρναν και λιγότερο μεροκάματο τότε.

  26. dryhammer said

    Νάσαι καλά ΜΑΣΤΟΡΑ.

  27. Μπετατζής said

    «Αιώνες τώρα», όπως ακριβώς το λέει το κείμενο του συγγραφέα.

  28. Πέπε said

    Καλημέρα σας.

    Ευχαριστούμε Δημήτρη. Ωραιότατο, ποιητικό. Μπράβο. Περιμένουμε έκδοση, να ξέρεις. (Παίρνω το θάρρος να βάλω α’ πληθυντικό γιατί …ξέρω ‘γώ.)

    Χαίρομαι που ο τύπος τελικά ούτε τα ‘καψε τα ψάρια ούτε ακρωτηριάστηκε ή πέθανε. Αλλά οπωσδήποτε λυπάμαι για τη σιωπηρή αποδοχή του δυναμίτη από τις νησιώτικες κοινωνίες.

    #3: > > Έχει γλωσσάρι για τα θαλασσινά (που τάξερα ή τα κατάλαβα και χωρίς αυτό) …

    Λίγο πολύ κι εγώ. Δε χρειάζονται, λέω, τόσες υποσημειώσεις, ιδίως που ‘ναι συγκεντρωμένες απανωτά μέσα σε λίγες αράδες. Και χωρίς να καταλάβουμε ακριβώς τις οδηγίες (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι αυτό το ζητούμενο), το ότι μιλάει περισπούδαστα στην ειδική γλώσσα όσων γνωρίζουν περί τα ναυτικά το πιάσαμε όλοι.

    Χολομανίζω: υποθέτω, εκ του χολιώ (στεναχωριέμαι, λυπάμαι) και μανίζω (θυμώνω). Και τα δύο, λέξεις με πλούσια και γοητευτική ιστορία. Η χολή συνδέεται με ψυχικά πάθη τουλάχιστον από την εποχή των μάγων του Μεσαίωνα (πρβλ. μελαγχολία: το συναίσθημα που προκαλείται από την περίσσεια μέλαινας χολής). Το μανίζω, και η μάνητα (οργή), και το κοινό σημερινό μανιασμένος, από το μαίνομαι (παραφρονώ), μανία.

    Και γιατί δε μ’ άνοξες
    παρά μου χολομάνισες;

  29. Πέπε said

    @25:
    > > (ρίχνουν;)

    Βεβαιότατα. Και σε κηδείες, και σε σημαντικά γκολ. Και κατά το εκεί κοινώς λεγόμενο, και όποτε γεννάει η κατσίκα τους.

  30. Πέπε said

    @24:
    > > Στην Κρήτη το λέγανε ορτακιά (κάτι σαν αγροτική κοινοπραξία).

    Στην Κάρπαθο υπάρχει η λέξη εργαδιά (=εργατιά στα κατωκαρπάθικα) που σημαίνει, συγκεκριμένα, το «ρίξιμο ταράτσας», που μέχρι τουλάχιστον το ’90 ήταν απόλυτος κανόνας να γίνεται συνεργατικά από φίλους και γειτόνους.

  31. Πέπε said

    > > «Ἔτσι ποὺ θὰ σοῦ τὸ φτιάξω ἐγώ, δὲ θὰ ὑπάρχει ἄλλο στὸ νησί. Ὅλοι θὰ τὸ ζηλεύουν.» […] Ἔτσι ἔγινε πρῶτος μάστορας στὸ νησί, ὁ μονόφθαλμος στοὺς τυφλούς, …

    Εδώ ομολογώ ότι έμεινα με μιαν απορία. Τελικά, καλά το ‘χτισε το σπίτι, ή;

  32. ΚΑΒ said

    26. Ο μάστορας και ο πουργός : που πουργεύγει, ο βοηθός του χτίστη, που κάνει τη λάσπη.

    Πάντοτε ο εργάτης έπαιρνε μικρότερο μεροκάματο από τον μάστορα.

  33. 33 Υπουργός δηλαδή. Σε ναξιώτικα έγγραφα υπάρχει ήδη από τον 18ο αιώνα.

  34. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλά το ‘φτιαξε, Πέπε, για να τον ανακηρύξουν πρώτο μάστορα, καλά θα το ‘φτιαξε. Πολύ καλύτερα, σίγουρα, από κάποιους επαγγελματίες που κτίζουν σχολικά κτίρια. Θυμάμαι νεόδμητο σχολείο, κουκλί εμφανισιακά, να πλημμυρίζει στην πρώτη βροχή, αφού το πάτωμα είχε κλίση προς το κέντρο των αιθουσών, όπου και λίμναζαν τα νερά. Ενώ σ’ αυτό που είμαι εδώ και χρόνια, όλα φτιαγμένα άψογα, 86 χρόνια κτίριο, απ’ τα σχολεία του Βενιζέλου. Το ‘χτισε ο Κούλης Παναγιωτάκος, βλέπετε (μπλε πολυκατοικία Εξαρχείων κλπ).

  35. Ωραία κι η ιστορία, τώρα τη διάβασα!

  36. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νέα σχόλια.

    @ΚΑΒ(#17). Τὸ ψώμωμα (φλέρτ) ἦταν πολὺ σημαντικό, ὅπως τὸ ψωμὶ ἦταν ἡ βάση τῆς διατροφῆς· ἐξάλλου εἶναι (τὸ φλέρτ) ἡ ἀφετηρία γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς νέας ζωῆς.

    @Μπεταζής(#24). Πράγματι, ὅλα αὐτὰ ὑπῆρχαν καὶ πρίν ἀπὸ τὴν Κατοχή· αἰῶνες ἴσως. Στὰ Θερμιὰ ἐπιβίωσαν μέχρι τὴν μαζικὴ μετανάστευση στὴν Ἀθήνα, τὴν δεκαετία τοῦ ᾿60. Τὰ πρόλαβα στὰ παιδικὰ μου χρόνια, τὴ δεκαετία τοῦ ᾿50.
    Ξέρεις τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης «ὀρτακιά»; Μήπως ἀπὸ τὸ τούρκικο orta: μέση;

    @Πέπε(#29).
    «…Περιμένουμε έκδοση, να ξέρεις.»

    Ὅπως ἔχω ξαναγράψει, δὲν θέλω νὰ βάλω σὲ ἔξοδα κάποιους ἀνθρώπους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ ἐκδώσουν τὰ γραφτά μου, ἰδιαίτερα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δύσκολους καιρούς. Μοῦ φτάνει ποὺ μπορῶ νὰ ἐπικοινωνῶ μαζί σας, χάρη στὴν φιλοξενία τοῦ Νικοκύρη· μάλιστα χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ πληρώσετε γιὰ νὰ διαβάσετε τὶς ἱστορίες μου. Κι ἐγὼ τὶς ἄκουσα χωρὶς νὰ πληρώσω.
    «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεάν δότε.»

  37. 37β από το τούρκικο ortak, μεσιακός, συνέταιρος.

  38. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Πέπε(#32).

    «…Εδώ ομολογώ ότι έμεινα με μιαν απορία. Τελικά, καλά το ‘χτισε το σπίτι, ή;»

    Τὸ σπίτι καλὰ τό ᾿χτισε· τὸ πρόβλημα ἦταν τὸ στόμα του ἢ μᾶλλον τὸ μυαλό του.

    Πάντως αὐτὸ τὸ «κρέμασε τὴ λάσπη ἀπὸ τὰ ξύλα» ἔχει εἰπωθεῖ γιὰ κάποιον μάστορα ποὺ ἔριξε πλάκα ἀπὸ μπετόν, γιὰ πρώτη φορὰ στὸ νησί.

  39. Πέπε said

    @37:
    > > Ὅπως ἔχω ξαναγράψει, δὲν θέλω νὰ βάλω σὲ ἔξοδα κάποιους ἀνθρώπους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ ἐκδώσουν τὰ γραφτά μου, ἰδιαίτερα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δύσκολους καιρούς.

    Μα θα τα πάρουν πίσω!

    > > …χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ πληρώσετε γιὰ νὰ διαβάσετε τὶς ἱστορίες μου…

    Δεκτό αυτό, αλλά και πάλι: Εγώ ευχαρίστως θα πλήρωνα για να τις έχω σε χαρτί, με μια ωραία γραμματοσειρά που να ευνοεί το πολυτονικό σου (γιατί αυτή εδώ δεν το ευνοεί), τυπωμένο σε αράδες φυσιολογικού μήκους (γιατί εδώ είναι διπλάσιες), για να το στολίσω στη βιβλιοθήκη μου, να το ξανανοίγω όποτε θέλω αντί να ψάχνω μία μία τις ιστορίες στο ίντερνετ, για να το χαρίσω, κλπ κλπ..

    …Μα τι κάθομαι και λέω; Εξηγώ σ’ εσένα τι ωραίο πράγμα που είναι το βιβλίο;

  40. Spiridione said

    Μπράβο Δημήτρη, ωραίο.

  41. raf said

    Πανέμορφο! Ευχαριστούμε, Δημήτρη.

  42. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @38. Εὐχαριστῶ, Δύτα μ᾿. Κοντὰ ἔπεσα πάντως.

  43. Πολύ κοντά βέβαια, μια και το ortak βγαίνει φυσικά από το orta!

  44. # 29

    …Αλλά οπωσδήποτε λυπάμαι για τη σιωπηρή αποδοχή του δυναμίτη από τις νησιώτικες κοινωνίες…

    Μάλλον δεν έχεις πολλή σχέση με το ψάρεμα. ο δυναμίτης χρησιμοποιότανε σε βραχωμένα ή μαλαγρωμένα κοπάδια και στοίχησε πολλά δάκτυλα, χέρια και ζωές. Η επιφανειακή θεώρηση πως κάνει κακό στα ψάρια γιατί καταστρέφει τον γόνο είναι αστεία αν σκεφτεί κανείς πως από τις δεκάδες χιλιάδες αυγά ενός ψαριού αρκεί να μεγαλώσουν δυο για να έχουμε ισορροπία. Η ίδια η θάλασσα δεν μπορεί να τα θρέψει, δεν είναι ίδια η παραγωγική διαδικασία με της στεριάς όπου οι χιλιάδες γίνονται (πολύτιμες) μονάδες. Η ζημιά του δυναμίτη στην θάλασσα είναι μικρή και ελάχιστης διάρκειας
    Το κυνήγι των ψαριών δεν άλλαξε, τα εργαλεία άλλαξαν. Τα χημικά που βγήκαν αντικατέστησαν γρήγορα τον δυναμίτη, η ζημιά όμως που κάνουν είναι μεγάλη και μόνιμη γιατί μολύνουν την θάλασσα και μαζί με τα απορρυπαντικά που πέφτουνε στις θάλασσες έχουν αλλάξει τον βυθό στις ακρογιαλιές σε μεγάλο βαθμό όπως ξέρουν όσοι τον γνώριζαν πριν μάθουν την χλωράσβεστο οι ψαράδες το 50 και πριν έρθει το Tide στην Ελλάδα να διώξει το σαπούνι το 60.

    Δημήτρη πολύ καλό, συνέχισε γιατί…είναι γνωτόν πως ο Χεμινγουέη αυτοκτόνησε όταν διεπίστωσε πως δεν μπορούσε να γράψει πλέον !

  45. Γιάννης Κουβάτσος said

    40: Συμφωνώ απολύτως και για τους ίδιους λόγους. Δημήτρη, δεν γίνεται, οφείλεις να εκδοθείς. 😊

  46. Κουτρούφι said

    #33, #34. Στα σιφνέικα συνεργεία αγγειοπλαστών ο βοηθός ήταν ο «πεσπερέτης». Ο «μάστορας» ήταν αυτός που καθόταν στον τροχό.

  47. Πολύ ωραίο. Εύγε, υψηλότατε.

  48. Πέπε said

    @45:
    Πράγματι, δεν έχω καμία. Αλλά δε με πείθεις εύκολα να αποδεχτώ τη λογική «σκοτώνω ό,τι βρίσκεται σε μια άλφα ακτίνα για να μαζέψω μόνον ορισμένα ψάρια». Ότι υπάρχουν και χειρότερα, δεν το αμφισβητώ.

  49. William T. Riker said

    Υπέροχο διήγημα, πολλά συγχαρητήρια στον συγγραφέα!
    Όταν ήμουν μικρός, όπως άκουγα τη λέξη από την πρεβεζιάνα γιαγιά μου, νόμιζα ότι ούν(τ)ρα ήταν κάποιο είδος κίτρινου τυριού, συνώνυμο σχεδόν του γκούντα, πχ. μαζί με τη φέτα, να πάρεις και λίγη ούν(τ)ρα.

  50. 24 Σε μας οι ανταλλαγές εργασίας είχαν το πολύ πιο απλό όνομα «δαν’τσές» (δανεικές δηλ. μέρες εργασίας). Κι ένα μαζουχ’κό μεροκάματο (μαζεύτρας, τότε που η ελιά έπεφτε στη γη και μετά τη μαζεύανε μία μία) ισοδυναμούσε με δυο ραβ’σκά (ραβδιστικά). Κι αυτό, όχι σαν διαφορά γυναικείου – ανδρικού μεροκάματου (αφού κατά κανόνα μαζόχτιργις ήταν γυναίκες, οι μαζουχκίδις ήταν λίγοι) αλλά λόγω διαφοράς σε επιδεξιότητα, δύναμη και αποτέλεσμα (τις ελιές που έριχνε ένα ραβδιστής χρειάζονταν αρκετά χέρια να τις μαζέψουνε).

  51. 25 Σε μας χέρια έφευγαν χωρίς δυναμίτες, από παραγεμισμένα φυσέκια του Πάσχα. Δούλευε το φιτίλι και δεν έσκαγε, τόπαιρν’ ο άλλος να το ελέγξει, έσκαγε στα χέρια του με δραματικά αποτελέσματα.

  52. 26 Σαφώς κι ήταν διαφορετικό το μαστορικό μεροκάματο απ’ το μεροκάματο του εργάτη. Πάνω από 50% η διαφορά (τότε που ήμουν νέος και δούλευα κι οικοδομή – μάστορας ήταν ο πατέρας μου).

  53. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλιά σας.

    @40, 46. Συμφωνῶ πὼς τίποτα δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ βιβλίο. Ὅμως δὲν ξέρω ἂν θὰ βγάλει τὰ ἔξοδά του ὁ ἐκδότης ποὺ θ᾿ ἀποφασίσει νὰ τὰ ἐκδόσει. Πάντως μπορῶ νὰ τὰ στείλω ἠλεκτρονικὰ σὲ ὅποιον θέλει νὰ τὰ ἔχει μαζεμένα. Ἀρκεῖ νὰ μοῦ στείλει ἠλεμήνυμα στὸ dimitrisτελείαmartinosπαπάκιgmailτελείακομ.

  54. ΚΑΒ said

    55. Στο νησί πάντα το μεροκάματο του εργάτη ήταν γύρω στο 70 % του ημερομίσθιου του τεχνίτη λ.χ. στα ασβεστοκάμινα ο εργάτης έπαιρνε ένα καντάρι ασβέστη, δηλ. 44 οκάδες, ενώ ο μάστορας 60 οκάδες.

  55. Theo said

    Απολαυστικό και με τη σπάνια ευαισθησία που σε χαρακτηρίζει, Δημήτρη.👏
    Ευχαριστώ πολύ 😊

  56. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αμ, το θέμα είναι να το ‘χουμε στο ευλογημένο χαρτί, Δημήτρη. 😊 Ίδια το βιβλίο με αυτά τα κατασκευάσματα του διαβόλου και τις οθόνες τους; Πάντως, έχεις δίκιο, είναι δύσκολοι καιροί για τις εκδόσεις, κάπου είχα δει ότι το 70% των βιβλίων που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά δεν πουλάει ούτε ένα αντίτυπο. Εσύ βέβαια θα ήσουν στο 30%. Αλλά είναι κρίμα να μην εκδίδονται τόσο ωραία κείμενα και να εκδίδονται κάποιων επαγγελματιών της γραφής, βουτηγμένα στη μανιέρα, την επανάληψη, την ανία, προϊόντα συμβολαίων και προθεσμιών.

  57. ΣΠ said

    Μπράβο, Δημήτρη. Πάντα ευχαριστιέμαι τα διηγήματά σου.

  58. # 49

    Ούτε χρησιμοποιώ, ούτε επικροτώ- εξ άλλου αυτά είναι για επαγγελματίες (φανερούς και κρυφούς). Απλά τα γράφω μήπως διαμορφώσω συνειδήσεις γιατί για να ρίξεις δυναμίτη θες ερημιές και μάλλον κάλυψη γιατί με το μπαμ γεμίζει γλάρους ο τόπος και το ψυλλιάζονται οι λιμενικοί (αν υπάρχουν) ενώ βλέπεις κάποιον που κάνει αθώες βόλτες με την βάρκα του στα ρηχά, ρίχνει την σκονίτσα του, μαζεύει τα ψάρια του και βρίσκεις όσα του ξέφυγαν να επιπλέουν με την κοιλιά επάνω γιατί φυσικά δεν τα είχε πρώτα μαζέψει. Κι αν τον πιάσουν και δεν έχει άλλη σκόνη επάνω του, λέει πως τα βρήκε ψόφια και τα μάζεψε κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Πόσες φορές έχετε διαβάσει πως γέμισε η ακτή ψόφια ψάρια όταν κάτι έτυχε και δεν πρόλαβαν να τα μαζέψουν ;

  59. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @45.gpointofview said:

    «…συνέχισε γιατί…είναι γνωτόν πως ο Χεμινγουέη αυτοκτόνησε όταν διεπίστωσε πως δεν μπορούσε να γράψει πλέον !»

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε ὁ παραλληλισμός. 🙂

    Ἤ ὅπως ἔγραφαν καὶ «Τὰ Νέα τῆς Ἄνω Τραχανοπλαγιᾶς»:

    >> Σύμφωνα μὲ τὴν ἔγκριτη συνάδελφο «Νιοὺ Γιόρκ Τάιμς»…

    Δὲν θέλει καὶ πολὺ ὀ ἄνθρωπος… 🙂

  60. Παναγιώτης Κ. said

    Όμορφο, στρωτό, ήρεμο και με πολλά πιασίματα όπως εξέφρασε την ποιότητα του διηγήματος ο Γς!
    Δεν είχε σημασία που κάποιοι από μας είναι από την ηπειρωτική Ελλάδα.Ο έρωτας για τα Ελληνικά νησιά είναι ένα συναίσθημα διαρκείας! Βοήθησαν σε αυτό και οι γκραβούρες στα αναγνωστικά του δημοτικού με θέματα νησιώτικα, οι επισκέψεις σε καμιά 20-ριά από αυτά, η δεκάμηνη παραμονή στη Νάξο ως μέρος της στρατιωτικής θητείας και φυσικά ο…Ελύτης!

    Μεταφερθήκαμε νοερά στη θάλασσα που περιβάλλει το νησί, στα σπίτια του, στις ξερολιθιές και τα μικρά του χωράφια!

    Πράγματι στα μικρά μέρη οι άνθρωποι προσδιορίζονται με παρατσούκλια τα οποία συνήθως δεν δίνουν…πόντους στον φέροντα αυτά.
    Δεν είχα όμως δει αυτή την πλευρά. Ότι δηλαδή εξυπηρετούν την ανάγκη του γρήγορου και εύκολου προσδιορισμού.

    «Όμορφο δίπατο με τετράριχτη κεραμοσκεπή»
    Όλα σχεδόν τα άνετα σπίτια ακολουθούσαν αυτή τη γραμμή.

    «Οι…ξερολιθιές, ήθελαν συχνές επισκευές, άλλες έπεφταν από τα νερά που κατέβαζαν οι δυνατές νεροποντές και άλλες από τους αέρηδες και τα χρόνια»
    «Στα χρόνια» εκτός από την λεγόμενη φθορά του χρόνου, να περιλάβουμε την σεισμικότητα του εδάφους καθώς και τις μικρές μετακινήσεις του.
    «(Γ)κυλιέται ο τόπος» άκουγα τους γεροντότερους να λένε για να ερμηνεύσουν τα διάφορα σκασίματα αλλά και τα εξογκώματα των τοίχων του σπιτιού μαζί βεβαίως με τις υγρασίες.

    «Λάδι το πιο πολύτιμο αγαθό»
    Αν έχω λάδι και αλεύρι και βρίσκομαι στο χωριό δεν έχω ανάγκη, λέει η μάνα μου! (91)

  61. Παναγιώτης Κ. said

    @39. Το πρόβλημα ήταν το στόμα του, Δ η λ α δ ή το μυαλό του.
    Χωρίς «μάλλον». 🙂

  62. Πέπε και άλλοι

    πριν από κάνα δυο χρόνια έβγαινε στο φέησμπουκ ή στο γιουτιούμπ κάποιος Γιώργος (νομίζω) φωτογραφίες με μπουκάλες που συνέχεια ήταν με τεράστιους ροφούς και άλλά βυθόψαρα, έσερνε και κάτι μπουζουκογκόμενες μαζί του και κορόιδευε τους πάντες λέγοντας μάλιστα που θα ψαρέψει τις επόμενες μέρες. Επεσαν λοιπόν καταγγελίες και κάπου στα Επτάνησα τον έψαξε το λιμενικό και βρήκε δυο ροφούς…αλλά δεν βρήκε ψαροτούφεκο ούτε ήταν καμακωμένοι οι ροφοί !! Ο τύπος που βούταγε με μπουκάλες και φακούς έβγαλε ένα τιμολόγιο πως τους είχε αγοράσει από…ψαροταβέρνα !. Εχω την εντύπωση πως δεν του κάνανε τίποτε. Προφανώς τους εντόπιζε και μετά τους έριχνε σκονίτσα, αυτά γίνονται όταν δεν έχεις συνείδηση.

  63. Παναγιώτης Κ. said

    @19. Να ξελμανίσω!
    Να αλαμανίσω λέμε εμείς στην περιοχή της Κόνιτσας (με το ίδιο νόημα).

  64. giorgos said

    Οπως καί τό προηγούμενο διήγημα , έτσι κι’ αύτό . Πολύ ώραίο!

  65. Παναγιώτης Κ. said

    @26. Ο εργάτης στην οικοδομή κάνει την χαμαλίστικη δουλειά.
    Η αμοιβή του είναι πιο μικρή από αυτή του τεχνίτη (μάστορας).
    Στη δεκαετία του ΄70, αν θυμάμαι καλά, ήταν 5 προς 8 ίσως και 5 προς 10.

  66. Παναγιώτης Κ. said

    @65. Αυτό μου άρεσε περισσότερο από το προηγούμενο!

  67. Πέπη said

    Πολύ μου άρεζε το διήγημα του κυρίου Μαρτίνου και είναι πραγματικά αξιέπαινος που καταγράφει τα ήθη του νησιού του. Ο μπαμπάς μού έλεγε πως κι εμείς στη Χιμάρα είχαμε κάποιον σαν τον Ξερογό που νόμιζε πως τα ξέρει όλα και ήταν σκράπας. Επειδής είμαι μικρή (27) και δεν διδάχτηκα πολυτονικό, έκανα ένα πείραμα: Έβαλα το κείμενο του κύρ Δημήτρη σε έναν παλιό πολυτονιστή που έχω και διαπίστωσα μερικά λάθη, τα οποία θα έπρεπε να του διορθώσει ο κ. Σαραντάκος, αφού ξέρει από πολυτονιστές λόγω επαγγέλματος.

    Για παράδειγμα, ο κύρ Δημήτρης βάζει οξεία στην «πείνα», στον «αγώνα», στο «αλεύρι», στο «κατώι» στη «γυναίκα» κλπ. ενώ θέλουν περισπωμένη, βάζει περισπωμένη στο «λαθραία» ενώ θέλει οξεία, γράφει το ξεφτιλιστ(ί)κανε με γιώτα ενώ θέλει ήτα, τον «Παντελή» τον γράφει με περισπωμένη στη γενική και με οξεία στην ονομαστική, ενώ θέλει παντού περισπωμένη κλπ

    Επειδής εχτιμώ πολύ τον κύριο Μαρτίνο, θα τον συμβούλευα στις δύσκολες εποχές που ζούμε να μήν εκδώσει τα διηγήματά του σε χαρτί, γιατί το βιβλίο θα μείνει απούλητο και θα πάει για ανακύκλωση. Να μήν πιστεύει κάποιους πονηρούς σχολιαστές (Πέπες 29, Κουβάτσος 57 κλπ) που τον παροτρύνουν να το εκδώσει κι ότι θα πάνε να τ’ αγοράσουν. Στην εποχή του ίντερνετ, κανείς δεν αγοράζει βιβλία με διηγήματα και ποιήματα.

    Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω την εμμονή του κύρ Δημήτρη με το πολυτονικό, τη στιγμή που δηλώνει προοδευτικός αριστερός και αγωνιστής του πολυτεχνείου. Για το πολυτονικό αγωνίστηκαν οι ήρωες του πολυτεχνείου, κύρ Δημήτρη μου;

  68. ΓιώργοςΜ said

    Να προσθέσω μερικά πραγματολογικά για να βρίσκονται:
    -Η ανταλλαγή εργασίας υπήρχε σίγουρα μέχρι τα νιάτα μου (ογδόνταζ). Θειοι, θειες κλπ μας βοηθούσαν να μαζέψουμε τις ελιές (δεν ήταν και πάρα πολλές, συνήθως τελειώναμε σε ένα τριήμερο πάνω-κάτω), κι εμείς βοηθούσαμε το καλοκαίρι, στα αχλάδια και τα σύκα. Δε θυμάμαι την τοπική ορολογία, θυμάμαι όμως κάποιον, που όταν του το περιγράψαμε είπε «Α, κάνετε κι εσείς δανεικαριές!»
    -Οι πέτρες είναι κοινό γνώρισμα στα περισσότερα χωράφια της χώρας, αν και δεν υπάρχει σύγκριση με την κατάσταση στα κυκλαδονήσια. Ένα χωράφι, ένα στρέμμα περίπου, που ο παπούς μου το είχε αμπέλι τω καιρώ εκείνω, ήταν γεμάτο μεγάλες πέτρες, που ο πατέρας μου όταν ήταν μικρός κουβαλούσε με ζεμπίλι στα όρια του χωραφιού, κάθε φορά που οργωνόταν το χωράφι. Δεκαετίες μετά, το χώμα μέσα στο χωράφι ήταν αρκετά καθαρό.
    Πάντα έβλεπα με θαυμασμό τους αγρότες στις Κυκλάδες, όπου τα χωράφια είναι λίγα δράμια χώμα, όσο δεν παίρνει ο αέρας, πασπαλισμένο πάνω σε βράχια.
    -Για το μάστορα και τον εργάτη, την ίδια εντύπωση έχω κι εγώ, μια διαφορά της τάξης του 50%.

  69. ΓιώργοςΜ said

    Φτου, μετά τον ακατανόμαστο βρέθηκα…

  70. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Έχω πεθάνει στα γέλια Δημήτρη με το τόσο όμορφο και τόσο ανθρώπινο διήγημά σου, μου θύμισε τόσα πολλά από πολλούς ξερωγώδες που έχω συναντήσει, όπως τον Φώτης πρίν πολλά χρόνια που κάναμε μαθήματα ιστιοπλοϊας, όλα τα ήξερε και διόρθωνε μάλιστα και τον δάσκαλο-καπετάνιο τον Βασίλη Μηλιώτη (πολύ καλός εκπαιδευτής, όποιος θέλει να μάθει η σχολή είναι στο Πόρτο Ράφτη). Ήμασταν ανοιχτά προς Κάρυστο και κάναμε μάθημα με την μηχανή, στο τιμόνι ο Φώτης, – βάλε ανάποδα – αριστερά το τιμόνι ο Φώτης, γύρναγε το σκάφος – όχι αριστερά το τιμόνι ρε, βάλε ανάποδα – δεξιά το τιμόνι ο Φώτης, γύρναγε το σκάφος απ΄την άλλη, – ΡΕ ΑΣΕ ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ, ΠΙΣΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΣ – τι μου λές ανάποδα τότε, όπισθεν έπρεπε να πείς – τι όπισθεν ρε, αυτοκίνητο στο δρόμο είναι; δεν τα λέγαμε την προηγούμενη βδομάδα στα θεωρητικά; – δεν το θυμάμαι, αλλά είναι λάθος το ανάποδα, δεν κάνεις σωστά το μάθημα, να το αλλάξεις γιατί μας μπερδεύει. 🙂
    Είναι και το άλλο με την καντηλίτσα, μαθαίναμε ναυτικούς κόμπους και θα ξεκινούσαμε με την γνωστή στους ναυτικούς και ειδικά στους αναρριχητές καντηλίτσα, ρωτάει ο Γιώργος τον Φώτη (οι τρείς μας ήμασταν από το Γέρακα) τον ξέρεις τον κόμπο ρε; – ναι ρε εύκολος είναι (τραπεζικός υπάλληλος ο Φώτης, ούτε που είχε κάποια σχέση με ιστιοπλοοϊα) γιά δείξε μου πως να τον κάνω – να ρε έτσι, φέρνεις την μιά ακρή απο εδώ και μετά……; – τι έγινε ρε; – κάτσε μια στιγμή, αλλιώς είναι, το πάμε από εδώ γυρνάμε από κει……; – σκασμένος στα γέλια ο Γιώργος, τι έγινε ρε μαλάκα, ξέρεις ή όχι; – μαλακίες λένε, δεν είναι καντηλίτσα αυτός ο κόμπος -και τι είναι ρε, αφού το δείχνει στο σχέδιο – έχουν κάνει λάθος – εγώ καθόμουν παραδίπλα και γέλαγα, η καντηλίτσα ήταν από τα λίγα ιστιοπλοϊκά πράγματα που ήξερα, την είχα μάθει στον στρατό στο ανέβα κατέβα τα βράχια, – ρε Λάμπρο έλα δώ θα με τρελάνει αυτός, λέει πως είναι λάθος ο κόμπος – έλα εδώ, είναι πολύ απλός, θέλει λίγη προσοχή στο δίπλωμα του σχοινιού και πώς ξαναπερνάς την άλλη άκρη στον βρόγχο, 1, 2, 3, 4 έτοιμο. – Φώτης, α ναί ρε πρέπει να το ξαναπεράσουμε από μέσα και να τραβήξουμε, – Γιώργος, άϊ παράτα μας ρε, πές και μια φορά ότι δεν ξέρεις. 🙂

    Με τα μαγιάτικα (πολύ νόστιμο ψάρι) θυμήθηκα πρίν σαράντα χρόνια σχεδόν (σα να έχω αρχίσει να γερνάω μου φαίνεται 🙂 ) τo 1979 ανοιχτά του αη Στράτη, κάναμε βαθύ ανοιχτό ψαροντούφεκο με τον φίλο μου τον Μιχάλη (τότε μάθαινα τα μυστικά, ο πατέρας του Μιχάλη είχε εταιρεία καθαρισμού πλοίων και ανέλκυσης μικρών ναυαγίων και μας είχε πάρει μαζί του για μιά ανέλκυση) κι εκεί που είχα βουτήξει καμιά δεκαριά μετρα και κοίταγα δεξιά κι αριστερά, είδα ξαφνικά μια ψαρούκλα που μού κοψε το αίμα, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά, τόσο που που την καταλάβαινα στις καρωτίδες, λίγο ο φόβος, λίγο το δέος, λίγο η αγωνία και η χαρά με όπλισαν με δύναμη και τα μουδιασμένα μου δάχτυλα πάτησαν την σκανδάλη, το καμάκι όμως καρφώθηκε λίγο επάνω και προς την μέση του ψαριού που άρχισε να κολυμπάει δυνατά και μέχρι να ανέβω επάνω, είχε ξετυλίξει την πενηντάμετρη μεσινέζα μου και τότε άρχισε να με σέρνει σαν σημαδούρα, δεν ήξερα τι να κάνω κι άρχισα να φωνάζω ΕΔΩ, ΕΔΩ ΕΔΩ, για καλή μου τύχη δεν πήγε προς τα βαθιά γιατί θα το παράταγα, ήρθαν οι μεγάλοι με το φουσκωτό κι έδεσαν ένα μπαλόνι στο σκοινί και περιμέναμε να εξαντληθεί, πέρασε σχεδόν μισή ώρα μέχρι να σταματήσει και τότε το τραβήξαμε επάνω, γέμισε την βάρκα (21 κιλά το ζυγίσανε μετά) κι εγώ καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι από τα μπράβο που έλεγαν όλοι για το κατόρθωμά μου, μόνο ο κυρ Αντρέας (ο πατέρας του Μιχάλη) μου είπε, μπράβο γιέ μου αλλά μη καμαρώνεις, τα ψάρια να τα σέβεσαι και να σκοτώνεις μόνο όσα θα φάς, η ζωή δεν είναι τρόπαιο, πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε, μέχρι να συναντήσω τον όμορφο, για να καταλάβω την σοφία του.

  71. Pedis said

    μπράβο!

  72. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια, τὶς πληροφορίες γιὰ ἀντίστοιχες συνήθειες σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδας καὶ τὶς διορθώσεις, ἀκόμα κι ὅταν προέρχονται ἀπὸ κάποια μετάλλαξη τοῦ ἀκατανόμαστου.
    Ὅποτε δὲν ἀσχημονεῖς, μπορεῖς νὰ δίνεις χρήσιμες πληροφορίες, κυρ-Θόδωρε.

  73. Γιάννης Κουβάτσος said

    Φυσικά την είπε τη βλακεία του ο Θόδωρος από τη Χιμάρα του Ιλινόι. Ανάγνωση ποίησης σε οθόνη, ρε Θόδωρα; Πόσο ξενέρωτος και τσιγκούνης παίζει να ‘σαι;

  74. Πέπε said

    @61:
    > > Πράγματι στα μικρά μέρη οι άνθρωποι προσδιορίζονται με παρατσούκλια τα οποία συνήθως δεν δίνουν…πόντους στον φέροντα αυτά.
    Δεν είχα όμως δει αυτή την πλευρά. Ότι δηλαδή εξυπηρετούν την ανάγκη του γρήγορου και εύκολου προσδιορισμού.

    Βέβαια. Ακόμη και στην ταχυδρομική διεύθυνση είναι προτιμότερο να βάζεις και το παρατσούκλι, που ο ταχυδρόμος λογικά θα το ξέρει, ειδάλλως όλοι οι συνονοματεπώνυμοι (και συμπατρώνυμοι συχνά) έχουν επιπλέον και την ίδια διεύθυνση, «Ταδεχώρι»!

    Όσο για τους πόντους, αυτό ποικίλλει κατά το νησί. Δεν είναι πάντοτε σκωπτικά. Επίσης, δεν είναι πάντοτε ατομικά, μερικές φορές πάνε σόι, οπότε υποκαθιστούν πλήρως το επώνυμο.

    Στη Νάξο λένε: «πώς λέγεσαι;», δηλαδή ποιο είναι το παρατσούκλι σου, και «πώς γράφεσαι;», δηλαδή πώς είναι το κανονικό σου (το επίσημο) επώνυμο;

    Ωστόσο, απ’ όσο έχω δει, σε γενικές γραμμές τον περισσότερο κόσμο τον φωνάζουν με το κανονικό του μικρό όνομα. Το παρατσούκλι είναι πιο πολύ όταν αναφέρονται σ’ αυτόν παρά όταν του απευθύνονται άμεσα.

  75. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    37τέλος – Εγώ συμφωνώ μαζί σου και προσπαθώ να συμβαδίσω με την τεχνολογική εξέλιξη και η συγκεκριμένη έχει εκπληκτικές δυνατότητες. Το σημαντικό είναι να εκφράζεσαι κι αφού μπορείς να το κάνεις γράφοντας δωρεάν και θέλεις να το μοιραστείς, κάν΄το δωρεάν, θα σωθούν κι ένα σωρό δέντρα. Είναι κουτό να έχεις εκατοντάδες βιβλία σε μια βιβλιοθήκη, φετίχ θα έλεγα 🙂 ενώ μπορείς να έχεις χιλιάδες σε ένα τάμπλετ, απλά εμείς μεγαλώσαμε μ΄αυτά και δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε στις ηλεκτρονικές αλλαγές, τα νέα παιδιά δεν έχουν τέτοια «παλαιολιθικά» 🙂 προβλήματα. Το σημαντικό, είναι μεγάλοι και μικροί να διαβάζουν καλά βιβλία σε οποιαδήποτε μορφή, αλλά αυτό όλο και λιγοστεύει, η εικόνα είναι κυρίαρχη κι η φαντασία είναι είδος προς εξαφάνιση.

  76. giorgos said

    67. Εμένα δύο διηγήματα τού Δ.Μαρτίνου πού έχω διαβάσει ,μού άρεσαν καί τά δύο .Επίσης μού άρεσαν πολύ, ένα τού G.Point , άλλο ένα τού Dryhammer καί δύο τού Δ.Σαραντάκου. Τά έχω έκτυπώσει καί τά προσφέρω σάν δώρο σέ συγγενείς καί φίλους στίς γιορτές . Πιστεύω ότι …δέν κάνω καμιά παρανομία.

  77. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν είναι μόνο φετίχ και συνήθεια, Λάμπρο. Είναι αδυναμία. Προσωπικά, αδυνατώ να διαβάσω βιβλίο σε οθόνη. Μακάρι να μπορούσα. Αισθητικά με απωθεί, αλλά είναι όντως πολύ πρακτικό να έχεις σε τόσο μικρό χώρο συγκεντρωμένα τόσο πολλά βιβλία.

  78. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @75. «Πῶς γράφεσαι;» Τὸ λένε καὶ στὰ Θερμιά, ὅταν ρωτοῦν γιὰ τὸ (ἐπίσημο) ἐπώνυμο. Ὅσο γιὰ τὸ τί τράβαγαν οἱ ταχυδρόμοι μὲ τὶς συνωνυμίες, μὴν τὰ ρωτᾶς. Τὸ χειρότερτερο εἶναι στὸ πάρε-δῶσε μὲ τὸν κρατικὸ μηχανισμό. Ἕνας θεῖος μου βρέθηκε νὰ ἔχει στὸ ποινικό του μητρῶο καταδίκη ἐνὸς ξαδέρφου του μὲ ἴδια ὀνοματεπώνυμο, πατρώνυμο καὶ χρονολογία γέννησης· μόνο στὸ μητρώνυμο διέφεραν κι ἔτσι τὸν «ξεχρέωσαν».

  79. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @77. Γιῶργο, τοὐλάχιστον τὰ δικά μου μπορεῖς νὰ τὰ τυπώνεις καὶ νὰ τὰ χαρίζεις ἐλεύθερα. Ἂν θέλεις κι ἄλλα δικά μου στεῖλε μου ἠλεμήνυμα στὸ dimitrisτελείαmartinosπαπάκιgmailτελείακομ (τὸ γράφω ἔτσι γιὰ νὰ μὴν μὲ πιάσει ἡ σπαμοπαγίδα) καὶ θὰ σοῦ τὰ στείλω.

  80. giorgos said

    80. Ωραία , εύχαριστώ πολύ.

  81. Μιας και το γύρισε η κουβέντα στους δυναμίτες αλλά και στα παρατσούκλια, θυμήθηκα μια ιστοριούλα.

    Τους δυναμίτες για το ψάρεμα (αλλά και τα μεγάλα φυσέκια που έγραφα παραπάνω στο 52) τους λέγανε τριπίλια. Το σχήμα των πρώτων δεν το ξέρω (δεν πέτυχα πουθενά) αλλά των δεύτερων σίγουρα ήταν τριγωνικό, αλλά γεμάτο, κάτι σαν τα γλυκά τα τρίγωνα. Και μιας και τα παρατσούκλια ήταν συνηθισμένα (και) στο χωριό, κάποιος που το κεφάλι του ήταν κάπως περίεργα μυτερό, κονόμησε το παρατσούκλι Τριπίλα. Έτσι τον ήξεραν όλοι, εντάξει και το Γρηγόρης κάπου ακουγότανε, αλλά το επίθετο χάθηκε (και προσπαθώντας να το θυμηθώ και τώρα, δεν τα καταφέρνω). Το επάγγελμά του, εκτροφέας τράγων! Απαραίτητος στην εποχή του (σε κάνα μήνα από τώρα και μετά).
    Τον χρειαζόταν κι η γιαγιά μου, να κανονίσουν ένα «ραντεβού» για την κατσίκα (ή τις κατσίκες) της. Οπότε, τον φωνάζει: «Ε Τριπίλα, εεεε τι σε λέγουν….». Για δουλειά ήτανε, δεν παραξηγήθηκε καθόλου, κανονίστηκε η δουλειά.

  82. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    78 – Δεν διαφωνώ πως είναι αδυναμία Γιάννη, ειδικά εγώ που έχω 3000 ένσημα στο ΤΑΤ-ΜΓΤ και πολλά από τα πάνω από 1000 βιβλία που έχω, τα έχω φτιάξει με τα ίδια μου τα χέρια (κάποια με καλλιτεχνική βιβλιοδεσία). Τα έχω κουβαλήσει σαν τυπογραφικά, τα έχω συνθέσει, ράψει, κολλήσει, κόψει, 3χω φτιάξει τα καλύμματά τους τα έχω πρεσάρει και τα έχω ξανακουβαλήσει έτοιμα στα βιβλιοπωλεία. Έχω κοιμηθεί νύχτα πάνω σε «κοψίδια» γιατί καθόμασταν μέχρι τις 11 το βράδυ υπερωρία για να βγεί η δουλειά, τα αγαπαω τα βιβλία όσο λίγοι και πάντα μαγεύομαι αν τα δω σε πάγκους και ειδικά αν δω καμιά φορά σκονισμένα σε κάποια βιβλιοθήκη σε κάνα παλιό σπίτι, λές κι ανακαλύπτω θησαυρό (που είναι για μένα) αλλα βλέπω και τις εκπληκτικές δυνατότητες του τάμπλετ, κακα τα ψέματα, δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις όλα τα βιβλία του κόσμου σε μια συσκευούλα, και να διαλέγεις αμέσως όποιο θέλεις όποτε θέλεις όπου θέλεις για να μη πούμε για την οικονομία χώρου ειδικά σε μικρά σπίτια.

    Μετά, είναι και το οικονομικό, οι μόνοι χαμένοι ουσιαστικά, είναι οι εκδότες που οι περισσότεροι, είναι μεσάζοντες αεριτζήδες γιατί ο κάθε συγγραφέας θα μπορεί να δημοσιεύει δωρεάν τα έργα του.
    Αυτό που πρέπει να γίνει, είναι να βρεθεί ένας τρόπος να προστατεύονται τα πνευματικά δικαιώματα των συγγραφέων και για κάθε κατέβασμα να πληρώνονται το ποσοστό που θα έπαιρναν από τον εκδότη (ή και πιο μικρό μια και δεν θα έχουν έξοδα χαρτιού και μελάνης όταν το γράφουν) όχι όμως πάνω από πέντε χρόνια, είναι ντροπή αυτό που συμβαίνει σήμερα, ειδικά με την μεταβίβαση των δικαιωμάτων στους κληρονόμους, αλλά ας το αφήσουμε αυτό γιατί θα ανοίξουμε τους ασκούς του Αιόλου.☺

  83. # 77

    Την στιγμή που είναι δημοσιευμένα στο διαδίκτυο, χωρίς σημάνσεις και δεν τα πουλάς δεν νομίζω πως παρανομείς… το να βγάζεις βιβλίο είναι λίγο…φασιστικό !
    Ο συγγραφέας λέει, λέει, λέει χωρίς αντίλογο και την μόνη διαφορετική επιλογή που έχει ο αναγνώστης εκτός από το να συμφωνεί σιωπηρώς είναι να το κλείσει-πράγμα που κάνει μόνο σπάνιες φορές. Η διαφωνία του αναγνώστη δεν έχει κανένα νόημα.

  84. Κουτρούφι said

    Παρατσούκλια. Αν ο Σιφνιός σου, πατριώτη, ήταν στη Σίφνο το πιθανότερο ήταν να έλεγε «Μου ‘ρέσεις». Μάλιστα το «ε» θα το έλεγε παρατεταμένα τραγουδιστά, παιχνιδιάρικα.
    Ένας βιολιτζής (ήκμασε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα) είχε τη συνήθεια όταν έπαιζε στα γλέντια, να λέει «Όπα κι όπα κι όπα..». Του έμεινε παρατσούκλι: Το Πακιό. Το παρατσούκλι συνοδεύει και όλους τους απογόνους του μέχρι και σήμερα.

  85. Γιάννης Κουβάτσος said

    Λάθος, Τζι. Το λογοτεχνικό έργο είναι έργο τέχνης, δεν είναι παράθεση άποψης, ώστε να διαφωνήσεις ή να συμφωνήσεις με τον δημιουργό, να τον διακόψεις και να τον «διορθώσεις». Άρα, δεν έχει καμιά σημασία αν θα το διαβάσεις στο διαδίκτυο ή σε τυπωμένο βιβλίο, αφού και στις δύο περιπτώσεις θα φτάσει στα χέρια σου ολοκληρωμένο. Αν εννοείς ότι στο διαδίκτυο υπάρχει η δυνατότητα κριτικής (επί του ολοκληρωμένου έργου, επαναλαμβάνω), όπως έν προκειμένω με το διήγημα του Δημήτρη, και με το τυπωμένο βιβλίο έχεις αυτή τη δυνατότητα. Σχεδόν όλοι οι συγγραφείς έχουν ιμέιλ, ιστοσελίδα ή φέισμπουκ, όπου μπορείς να τους γνωστοποιήσεις την άποψή σου.

  86. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καινούργια σας σχόλια.

    86. Πατριώτη, τὰ παρατσούκλια εἶναι ἕνα ξεχωριστὸ κεφάλαιο τοῦ λαϊκοῦ μας πολιτισμοῦ. Μάλιστα, κάποια εἶναι ἰδιαιτέρως εὑρηματικά.
    Δὲν ξέρω ἂν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ ἔχουν ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὸ θέμα. Τί λένε οἱ γνωρίζοντες;

  87. # 82

    Απ’ όσα ξέρω φουσέκια λέγανε τους δυναμίτες των μεταλλείων που τους ενώνανε δυο ή τρεις μαζί και τους αποκαλούσαν «γαλλικιά»- μάλλον γιατί τα μεταλλεία τους προμηθευότουσαν από Γαλλία. Οι αυτοσχέδιοι μηχανισμοί γίνότουσαν από νίτρο που αγόραζαν από τον έμπορο ή έβγαζαν οι τολμηροί από καμιά ξεβρασμένη νάρκη (μια τέτοια;ξεβράστηκε πριν δυο-τρία χρόνια στα νερά μας, θάλειωσε η αλυσίδα που την βάσταγε δεμένη απ΄τον βυθό)
    υπήρχαν από ψιλοφωτιές επιφανείας μέχρι γκαζοντενεκέδες (!) που πέφτανε σε αποχές.

  88. Αιμ said

    Εξαιρετικό γίγαντα. Σαν να ‘χεις πένα μου φαίνεται

  89. # 87

    Αγαπητέ δεν καταλαβαίνεις το αυτονόητο : είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς, είτε το σχολιάσεις είτε όχι είτε συζητήσεις με τον συγγραφέα με οποιονδήποτε τρόπο το ΚΕΙΜΕΝΟ θα παραμείνει το ίδιο εκτός και το αλλάξει ο ίδιος ο συγγραφέας αλλά τότε μιλάμε για ΑΛΛΟ βιβλίο
    Αυτά είναι άσχετα με το αν το βιβλίο είναι λογοτεχνικό έργο ή όχι

  90. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    90 – Μόνο μία; πένες να δούν τα μάτια σου, και για μπουζουκάκι και για κιθαρούλα και για μπαγλαμαδάκι,☺ κινητό καλλιτεχνικό (και όχι μόνο) αδαμαντορυχείο είναι ο Δημήτρης, όρεξη νάχεις να σκάβεις και θα πνιγείς στους θησαυρούς του. Είναι ο Άνθρωπος που έψαχνε ο Διογένης με το φανάρι μεσημεριάτικα.☺

  91. giorgos said

    84. Οχι ούτε τά πουλάω , ούτε τά πλασάρω σάν δικά μου…Απλά μέ αφορμή κάποια συζήτηση ή κάποια γιορτή τά προσφέρω δωρεάν σέ κάποιους φίλους . Τίποτε άλλο .

  92. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    93 – Να μη ξεχνάς να βάζεις και το όνομα του συγγραφέα.

  93. giorgos said

    94.Ναί ρέ φίλε έννοείται. Οτι πληροφορία μού ζητηθεί καί γνωρίζω , τήν παρέχω ! Δέν έχω σκοπό ούτε νά εκμεταλλευθώ , ούτε νά πουλήσω μούρη…Εγώ λεφτά από εδώ μέσα έβγαλα μόνο από τόν κύριο Νικολάου ό όποίος έν γνώσει του -καί τόν εύχαριστώ πολύ (1700 ευρώ φέτος τό Χειμώνα κέρδισα)- μού είχε υποδείξει τόν τρόπο μέ τόν όποίο θά γνώριζα τά τελευταία φύλλα στήν Δηλωτή . Τίποτα αλλο.

  94. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    95 – Δεν το είπα γι’ αυτό ρε Γιώργο μην αρπάζεσαι, απλώς να μη το ξεχνάς (πολλοί το κάνουν, το ξέρω από διάφορα μέηλ που μου στέλνουν) γιατί δεν είναι στην επικεφαλίδα. Αφού μας αρέσει κάτι και είναι δωρεάν, ας κάνουμε το ελάχιστο για τον δωρητή.

    Υ.Γ – Πιστεύω να του έστειλες κάνα μελομακάρονο του Μιχάλη.☺

  95. Νέο Kid said

    Ό,τι νά’ναι…

  96. Spiridione said

    88. Ένα παλιό άρθρο του Κριαρά
    http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/em_kriaras/scanned_new/index.html?id=219

  97. 82 Τους δυναμίτες για το ψάρεμα […] τους λέγανε τριπίλια

    Μάλλον από την τορπίλη. Στη Ζωή εν Τάφω ο Μυρ. αναφέρει τα τορπιλίσια (= μπουμπουνισμένα) ψάρια.

  98. ΚΩΣΤΑΣ said

    Καταρχάς συγχαρητήρια, Δημήτρη.

    Βγήκα χθες το απόγευμα, μακριά από τηλεοράσεις και διαδίκτυο, και επέστρεψα αργά το βράδυ. Μόλις είδα αυτά με τον Μπουτάρη, ψυχαπλακώθηκα και δεν είχα διάθεση ούτε το πρωί να ασχοληθώ με τίποτα.

    Σε διάβασα τώρα και καταφχαριστήθηκα, έφυγε από από πάνω μου και η χθεσινή μελαγχολία. Στρωτά, ωραία με ρέοντα λόγο, με ειρμό και με μπόλικο συναίσθημα. Μωρέ, πως να το πω, από την αρχή τον συμπάθησα και τον λυπήθηκα τον καημένο τον Ξερωγό. Πολλά βάσανα και δυσκολίες συνάντησε.Και που να ξέρω ‘γω, και ξανά ψυχοπλακώθηκε, ότι ο Ξερωγός όχι μόνο θα γλυτώσει από τους δυναμίτες, αλλά θα του δοθεί η ευκαιρία να ξέρει ότι τίποτα δεν ξέρει. Ουφ, ανακουφίστηκα, ξαναβρήκα τη χαρά μου!

    Ευχαριστίες πολλές και στον Νικοκύρη για τη δημοσίευση.

  99. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια.

    @98. Πολὺ ἐνδιαφέρον αὐτὸ ποὺ παραθέτεις, Σπύρο. Εὐχαριστῶ.

    @99. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς λένε καὶ «τορπιλιτζῆδες» αὐτοὺς ποὺ ψαρεύουν μὲ δυναμίτη. Τὸ πιὸ συνηθισμένο πάντως εἶναι τὸ «φουσεκᾶς».

  100. Εκρηκτικό υλικό παίρνανε και από τις θαλάσσιες νάρκες. Έκοβαν την αλυσίδα που τις συνέδεε με την άγκυρα, την ρυμουλκούσαν (με κουπιά) στο νησί, την άνοιγαν με καλέμι κι έβγαζαν περί τα 300 κιλά εκρηκτική ύλη. Τα μπρούντζα είτε τα πούλαγαν στη Σύρα, είτε τους έδιναν ειρηνικότερες χρήσεις.

    http://valiacaldadog.blogspot.gr/2007/01/blog-post_1798.html

  101. Πέπε said

    @76:
    > > Είναι κουτό να έχεις εκατοντάδες βιβλία σε μια βιβλιοθήκη, φετίχ θα έλεγα 🙂 ενώ μπορείς να έχεις χιλιάδες σε ένα τάμπλετ,…

    Δεν είναι ακριβώς έτσι Λάμπρο. Από τραγούδια, ξέρεις πόσα έχω στον υπολογιστή μου; Όχι, ε; Ούτε εγώ. Όταν ξεκίνησε να γίνεται της μόδας αυτό το σύστημα, κάθε τόσο ερχόταν κι από ένας και μου έλεγε «να σου δώσω να περάσεις τόσα γίγα ρεμπέτικα, τόσα τέρα τζαζ, τόσα δεγξερωτί παραδοσιακά». Και φόρτωνα αβέρτα. Συχνά χωρίς στοιχεία (καλλιτέχνες, δίσκους, μην πω για χρονιές).

    Η απόκτηση ενός υλικού αντικειμένου που συνήθως έχει ένα κόστος, εκτός αν σ’ το ‘χουν χαρίσει ή το έχεις κερδίσει (τυχερός) ή το ‘χεις βρει στον δρόμο (ακόμη πιο τυχερός) ή το ‘χεις κλέψει ή το ‘χεις φτιάξει μόνος σου, είναι ένα γεγονός που αναπόφευκτα απαιτεί την προσωπική σου συμμετοχή. Οπότε, σ’ έναν εύλογο βαθμό θυμάσαι τι έχεις σε δίσκους, σιντί, και φυσικά σε κασέτες που έχεις γράψει μόνος σου.

    Ανάλογα ισχύουν και με τα βιβλία.

    Μάλιστα, ενώ έχω τη συνήθεια να γράφω σε κάθε μου βιβλίο, στην πρώτη σελίδα, το όνομά μου και τη χρονιά (και τον μήνα μάλιστα) καθώς και την πόλη όπου το απέκτησα, και ακόμη, αν είναι δώρο, από ποιον είναι, μέμφομαι μονίμως τον εαυτό μου που δεν την τηρώ σχολαστικά και έχω βιβλία χωρίς «ταυτότητα».

  102. dryhammer said

    82. Τα τριγωνικά πασχαλιάτικα βαρελότα στη Χίο λέγονται (λέγονταν γιατί όλοι πια αγοράζουν τα κινέζικα δυναμιτάκια) «αρακαδάκια», αγνώστου (σε μένα) ετύμου. Παλιότερα τα έφτιαχναν με ένα μείγμα από νίτρο, χλωρική και αντιμόνιο, ανάκατα με ψιλό βοτσαλάκι, το έσφιγγαν καλά (με τα χέρια γύρω από ένα δέντρο ώστε αν σκάσει στο σφίξιμο, να πάρει μόνο χέρια) και το πετούσαν με δύναμη κάτω για να σκάσει με ανάφλεξη του μείγματος από την τριβή (γι αυτό και οι πετρούλες που εκτοξεύονταν γύρω κι όποιον πάρει ο χάρος). Συχνά δεν έσκαγε αμέσως, αλλά λίγο μετά όταν κάποιος το σήκωνε για να το ξαναρίξει. Αργότερα τα έφτιαχναν με μπαρούτι και φιτίλι από
    μπαμπακερό σπάγο εμποτισμένο σε ένα μείγμα από ξίδι και μπαρούτι. Ίσως σε κάποια σημεία να κάνω λάθος γιατί πάνε 40+ χρόνια από τότε που έπιασα στα χέρια μου το τελευταίο αρακαδάκι.

  103. ΓιώργοςΜ said

    99, 101 «Τορπίλια» το θυμάμαι από κάποιο διήγημα. Γκουγκλίζεται με λίγα αποτελέσματα, αυτό αναφέρεται σε κείμενο του Μυριβίλη, άρα είναι ορολογία 100 χρονών περίπου.

  104. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @105. Νομίζω πὼς τὰ «τορπίλια» τὰ ἀναφέρει ὁ Μυριβήλης στὴ «Δασκάλα μὲ τὰ χρυσᾶ μάτια». Δυστυχῶς, δὲν ἔχω πιὰ τὸ βιβλίο γιὰ νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσω.

  105. Τον έπιασε με τα τέσσερα δάχτυλα τ’ αριστερού του χεριού. (Το μικρό του δαχτυλάκι είναι κομμένο σύρριζα από ένα τορπίλι στο ψάρεμα).

    Μυριβήλης, ΖεΤ.

  106. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένας από τους ήρωες του Μυριβήλη στην «Παναγιά τη Γοργόνα» έχει σακατευτεί από τους δυναμίτες:
    «Ο Γιωργής τ’ αποδέλοιπο είχε αναστατώσει τα νερά της Ανατολής με τους δυναμίτες του και τώρα έκανε το ίδιο σε τούτα τ’ ακρογιάλια, κέρδισε το παρανόμι του ύστερα από τα σακατέματα που ‘παθε το’να πίσω απο τ’ άλλο. Πρώτα έχασε το δεξί του το μάτι, μαζί του’ φυγε και το μισό τ’ αυτί από την ίδια μεριά. Κατόπι ένα καψύλι αναμμένο πριν από την ώρα του, πήρε το ζερβί του χέρι και το πέταξε στη θάλασσα κομμένο από την παρακλείδωση.»

  107. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τί ωραίο διήγημα και τί ωραία τα σχόλια επίσης!
    Μπράβο μπράβο κι ένα μικρό μπραβάκι! 🙂

    υ.γ. Σας διαβάζω αλλά …θάπτω. 😦

  108. Γς said

    104:

    >Αργότερα τα έφτιαχναν με μπαρούτι και φιτίλι από
    μπαμπακερό σπάγο εμποτισμένο σε ένα μείγμα από ξίδι και μπαρούτι

    Εγώ με μανό και κόκκους μπαρούτι

    Και καιγόταν αργά. Κι εκείνη η περίεργη γάτα που πήγε να δει τι είναι:

    https://caktos.blogspot.gr/2016/04/

  109. Γς said

    110:

    Ωχ, εδώ η ιστορία της περίεργης γάτας

    https://caktos.blogspot.gr/2016/04/blog-post_8.html

  110. Νέο Kid said

    102, Τι ωραίο Σκύλε!

  111. Corto said

    Δημήτρη συγχαρητήρια για το καταπληκτικό διήγημα! Σκιαγράφησες την εποχή και τα πρόσωπα με μεγάλη ζωντάνια, αλλά συγχρόνως με τρόπο αξιοθαύμαστα απέριττο.

    «Στὸν πόλεμο ποὺ συνεχιζόταν στὸ Αἰγαῖο δὲν ἤξερες ἀπὸ ποῦ θὰ σοῦ ᾿ρθει· ἀπὸ ἀδέσποτη νάρκη, ἀπὸ ὐποβρύχιο, ἀπὸ ἀεροπλάνο, ἀπὸ Γερμανοὺς ἣ ἀπὸ Ἐγγλέζους.»

    Αξίζει να σημειωθεί ότι στα νερά της Κύθνου βυθίστηκαν δύο τουλάχιστον επίτακτα πλοία κατά την γερμανική εισβολή, τον Απρίλιο του 1941, το «Άγιος Νικόλαος» (άγνωστη η ακριβής ημερομηνία) και το «Λατώ» (στις 28-4-1941).

    Έχει καταγραφεί ότι στην αρχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939, η Ελλάδα είχε 583 μεγάλα πλοία (επί το πλείστον ποντοπόρα). Με την είσοδο της χώρας μας στον πόλεμο η κυβέρνηση επέταξε τα 229. Προς το τέλος του πολέμου, τον Απρίλιο του 1945, είχαν απομείνει μόλις 150 μεγάλα πλοία. Αν και υπάρχουν κάποιες μικρές αποκλίσεις στις διάφορες καταγραφές, κατά πάσα πιθανότητα η καταστροφή του εμπορικού μας στόλου ξεπερνούσε το 74%. Αντιστοίχως από τα 1800 περίπου πλοιάρια (ιστιοφόρα, πετρελαιοκίνητα κ.α.) χάθηκαν τα 691. Τα μεγαλύτερα εξ αυτών των πλοιαρίων (713 τον αριθμό) καταστράφηκαν σε ποσοστό άνω του 66%.

    Οι παραπάνω πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο «Εθελοντές στα κονβόι του θανάτου», του Νίκου Πηγαδά, εκδόσεις «το Ποντίκι», 2007 (σελ.244-249)

  112. Γς said

    113:

    >Με την είσοδο της χώρας μας στον πόλεμο η κυβέρνηση επέταξε τα 229 [πλοία]

    Επίταξε!

    [δεν τα μπορώ τα πλοία τα πεταμένα]

  113. Πάνος με πεζά said

    Τελικά τα κατάφερα και το διάβασα, πολύ ωραίο και «του συναφιού»… Πολύ όμορφο, σύντομο αλλά μεταφέρει έναν ολόκληρο κόσμο και πολλές διαφορετικές εποχές ! Συγχαρητήρια στο Δημήτρη ! Και τη συμπάθεια του συναφιού στον αυτοανακυρηγμένο μηχανικό, τον Ξερωγό ! Τί θα πει στραβός τοίχος, ο τύπος άνοιξε δρόμους !

    Έχουν πλάκα και τα ψευδώνυμα – κυρίως γιατί προδίδουν αμέσως το πώς γεννήθηκαν (κατα το «Ο Μπάμπης ο σουγιάς, ο Στέλιος ο Λεπίδας» 🙂 )

    Και φυσικά, συνειρμικά μου ήρθε και ο «Ξαναπές» του Άσιμου…

  114. Corto said

    114 (Γς):
    Πες το όπως θες, δεν χαλάμε τις καρδιές μας δια περί τα φιλολογικά…
    (μειδίαμα!)

  115. Γς said

    116:

    Ναι.

    Και μια που ο λόγος περί επιτάξεως:

    https://caktos.blogspot.gr/2013/02/blog-post_9835.html

  116. ΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛΛ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    αρχίζει να δημιουργείται μια παράδοση…η ομάδα που αποκλείει στα πλέηοφφς τον ΠΑΟ με μειονέκτημα έδρας σηκώνειτο κύπελλο της Γιουρολίγκας !!!!

  117. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα σχόλια και να με συμπαθάτε για την ολοήμερη απουσία!

    12 Μπράβο, χωρις ζορι.

    31 Έτσι ηταν και στη Μήλο, ντοκουμενταρισμενο.

    57 Έχει πλέον καθιερωθεί από τους περσότερους εκδοτικούς οίκους να ζητάνε συνεισφορά (και στο 100% συχνά) από τον συγγραφέα.

    73 Όχι και πολύ χρήσιμες, ως προς τον τονισμό, διότι ο κανόνας άλλαξε το 1979.

    82 Τριπίλια -από την τορπίλα άραγε;

    88 Δεν έχω ακούσει κάποια γενική μελέτη, μόνο σε κατα τόπους συλλογές γλωσσικού υλικου.

    98 Α, ο Σπύρος βρήκε!

    99 Σωστά λοιπόν το υπέθεσα.

  118. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δημήτρη Μαρτίνο, ζηλεύγω σου την τέχνη.
    Με μεγάλη ισορροπία μοίρασες τους χαρακτήρες και τα συμβαίνοντα και διέτρεξες δεκαετίες με μαστοριά. Οι ανθρώπινοι τύποι αναγνωρίσιμοι απόλυτα. Και οι εποχές πώς ζωντάνεψαν! Η Κατοχή,η ανέχεια, η λιτή στα αγαθά ζωή και τόσο κοπιώδης ο αγώνας για να εξασφαλιστεί κι αυτό το λίγο.

    >>ἄμμο ρεματίσια
    Γιατί σ΄έναν τόπο θαλασσινό βάνανε στα χτισίματα άμμο ρεματίσια;
    Κι εγώ πρόλαβα να παίρνουμε από τον ποταμό το λεγόμενο αμμοχάλικο, στο ορεινό χωργιό. Από την παραλία φέρνανε τον άμμο για σοβάντισμα και τον ψιλό άμμο για γυαλιστερή όψη σε χαμοταράτσα ή αυλιδάκια «βελούδινα».

    102 Σκύλε, ωραιότατο! Άλλη χρήση: απ΄το στρογγυλό πέρασμα μ΄ένα σύρμα (θηλειά) γίνεται τσακωτό τ΄αγριοκούνελο (αν έχει ο τόπος) 🙂

  119. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ορτακιά*
    ορταγιά τη λέμε ανατολικά και σημαίνει συντροφιά,παρέα για δουλειά και είναι νομίζω, σε πιο επίσημο ύφος αυτή η συμφωνία αλληλοβοήθειας/ σύμπραξης.
    Συνήθως λέμε στην καθημερινή δανεικούς, «κάνομε δανεικούς» π.χ. με τους συμπεθέρους κάθε χρόνο στς ελιές.

    Ε ταξιδιάρη λογισμέ
    με το κορμί μου ορτάκη*
    στον κόσμο μην αφήσετε
    αγύριστο σοκάκι
    έγραψε ο Μήτσος Σταυρακάκης σε μουσική Ρος Ντέιλι και τραγούδησε ο Βασίλης Σταυρακάκης (Αλμπουμ «Ονείρου τόποι»)

  120. Πέπε said

    @119.δ (>73):
    Ορισμένοι από αυτούς τους κανόνες δεν υπήρξαν ποτέ (και επομένως δεν άλλαξαν).

  121. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια καὶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.

    @Corto(#113). Ἕνα ἀπὸ τὰ πλοῖα αὐτὰ τὸ βούλιαξαν τὰ γερμανικὰ στούκας στὸ κεντρικὸ λιμάνι τοῦ νησιοῦ, τὸν Μέριχα. Ἔχω ζωντανὲς στὴ μνήμη μου τὶς διηγήσεις αὐτοπτῶν μαρτύρων ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ σπίτια τους καὶ κρύφτηκαν πίσω ἀπὸ τὶς ξερολιθιὲς τῶν χωραφιῶν στοὺς γύρω λόφους. Τ᾿ ἀεροπλάνα, ὁρμοῦσαν κατακόρυφα, οὔρλιαζαν οἱ σειρῆνες κι ἔπεφταν οἱ βόμβες ποὺ ἔμοιζαν μὲ λαήνια, κατὰ τὶς περιγραφές. Καί, παρά τὰ ὅσα λέγονται γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς Λουφτβάφε, οἱ περισσότερες ἔπεσαν στὸ νερό. Ἕκαναν ἀρκετὲς ἐπιθέσεις γιὰ νὰ βουλιάξουν ἕνα ἀκίνητο φορτηγό καράβι, χωρὶς κανενὸς εἴδους ἄμυνα.

    Θυμᾶμαι τὴν ἀνέλκυση τοῦ καραβιοῦ στὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿50. Τὸ ἔκοψαν μὲ δυναμίτες καὶ τὸ βγάλανε κομμάτι-κομμάτι. Ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ἔχει γράψει ὁ ἀδελφός μου στὸ πρῶτο του βιβλίο, «Τὰ δέκα κύματα» (Ἐκδόσεις Ἁρμὸς, 1995).

    Τὸ ἄλλο καράβι τὸ βούλιαξαν στὸν Ἅγιο Στέφανο, ἕναν μικρὸ ψαράδικο οἰκισμὸ στ᾿ ἀνατολικὰ τοῦ νησιοῦ. Ἦταν φορτωμένο μὲ στάρι κι ἔσωσε πολλοὺς ἀπὸ τὴν πείνα. Μάζεψαν ὅσο βγῆκε στὴν ἐπιφάνεια καὶ τὸ στέγνωσαν λιάζοντάς το σὲ αὐλές, μπαλκόνια, πεζοῦλες καὶ δώματα.

    Μόλις τέλειωσε ἡ μάχη τῆς Κρήτης, ἐπιτάξανε καὶ τὸ καΐκι τοῦ παπποῦ μου στό λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Ἦταν ἕνα δικάταρτο καραβόσκαρο ἑξήντα τόνων μὲ μηχανή· εἶχε καὶ πανιὰ γιὰ ὥρα ἀνάγκης. Εἶπε στὸ διερμηνέα «πάω γιὰ τσιγάρα» καὶ δὲν ξαναγύρισε. Τὸ καΐκι βούλιαξε στὴ διάρκεια τοῦ πολέμου καί, ὅταν βγῆκε ἡ ἀποζημίωση μετὰ τὸν πόλεμο, δὲν πῆγε στὴ Σύρα νὰ τὴν εἰσπράξει· θὰ ξόδευε πιὸ πολλὰ σὲ ναῦλα καὶ ξενοδοχεῖα.

  122. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Eπιστρέψαμε από το Γεωπονικό που είχε μια πολύ ωραία εκδήλωση το μουσικό εργαστήρι με θέμα την θάλασσα, τραγούδησε η υπεύθυνη της χορωδίας Παναγιώτα Κουτσούλη, γνωστή του Γς αλλά και των λοιπών «Kορινθίων» κι η μικρή μου κόρη Δανάη ενώ ανάμεσα στα τραγούδια διαβάστηκαν ποιήματα και κείμενα από διάφορους ποιητές και συγγραφείς όπως ο Καββαδίας κι ο Καρυωτάκης, μέσα σ΄αυτούς κι ο Νίκος Μαρτίνος, αδερφός του δικού μας Δημήτρη, σόϊ πάει το βασίλειο. 🙂

    103 – Πέπε αυτή είναι η δική μου άποψη και ισχύει για μένα, δεν είναι απαραίτητα σωστή κι ούτε την επιβάλλω σε κανένα γούστα είναι αυτά, απλά έκανα σύγκριση την δική μας με την νέα γενιά (εσύ είσαι η ενδιάμεση 🙂 ) και έβγαλα αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα για το διάβασμα, μπορεί να είναι λάθος.

    «Η απόκτηση ενός υλικού αντικειμένου που συνήθως έχει ένα κόστος, εκτός αν σ’ το ‘χουν χαρίσει ή το έχεις κερδίσει (τυχερός) ή το ‘χεις βρει στον δρόμο (ακόμη πιο τυχερός) ή το ‘χεις κλέψει ή το ‘χεις φτιάξει μόνος σου, είναι ένα γεγονός που αναπόφευκτα απαιτεί την προσωπική σου συμμετοχή. Οπότε, σ’ έναν εύλογο βαθμό θυμάσαι τι έχεις σε δίσκους, σιντί, και φυσικά σε κασέτες που έχεις γράψει μόνος σου.
    Ανάλογα ισχύουν και με τα βιβλία.»
    Δεν θα τόλεγα, πιο πάνω είχα πεί για 1000 βιβλία αλλά μετά έκατσα και σκέφτηκα πόσα μπορεί να έχω και τα έβγαλα πάνω από 2000 γιατί στην σοφίτα κάτω από τα κρεβάτια που είναι χτιστές αποθήκες, πρέπει να είναι τουλάχιστον 1000, τελικά δεν ξέρω πόσα έχω και πού είναι κάποια που θυμάμαι κατά καιρούς πως έχω. Για να βρώ ένα παλιό μου βιβλίο, αν είμαι τυχερός και είναι στην βιβλιοθήκη, πρέπει να κοιτάξω σε 1000 βιβλία, βάλε και τα σκόρπια σε διάφορα έπιπλα και συρτάρια, (μόνο στα κομοδίνα και σ΄ένα επιπλάκι στην κρεβατοκάμαρα μέτρησα 63) χάος, αν είναι στην κρεβαταποθήκη ούτε γι΄αστείο να το ψάξω. Ένας μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να έχει τόσα βιβλία γιατί χρειάζονται μεγάλο χώρο αλλά και πολύ χρόνο και μεγάλο κόπο για να τα αρχειοθετεί και να τα συντηρεί πέρα από το οικονομικό, ενώ με ένα τάμπλετ καθάρισε, υπό αυτή την έννοια λέω πως είναι φετίχ. 🙂
    Όπως είπα, το σημαντικό είναι να διαβάζουν μεγάλοι και μικροί κάτι που φθίνει με γρήγορο ρυθμό και πολύ φοβάμαι πως σε μιά δεκαετία θα είναι πολύ σπάνιο.

    Ένα από τα τραγούδια της εκδήλωσης.

  123. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για τα παρατσούκλια:
    Τον Πατούχα,του ομώνυμου έργου του Κονδυλάκη, που η Σπυριδολενιά του μυθιστορήματος εμπνεύσθηκε το όνομα από τα πλατιά του πόδια,Μανώλη τονε λέγανε κανονικά.
    Στην Αρκαδία δεινοπαθώ ακόμη να βρω άκρη με τα παρατσούκλια και τα ονόματα. Έχω κάνει και γκάφες μ΄αυτά π.χ. είπα έναν κύριο με το παρατσούκλι του (μοιάζει με επώνυμο επίσης) που όμως τους το κόλλησαν από το επώνυμο κάποιου με τον οποίο η γιαγιά τους φερόταν ότι έκανε «εργολαβία» 🙂 .

  124. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @120. ΕΦΗ – ΕΦΗ said:

    «…Γιατί σ΄έναν τόπο θαλασσινό βάνανε στα χτισίματα άμμο ρεματίσια;»

    Ἔβαζαν καὶ ἄμμο θαλασσινὴ, ἀλλὰ ξερνοῦσε ἁλάτι.

    Νικοκύρη, καλῶς ὅρισες.
    Ὥρα γιὰ σκάντζα βάρδια.

    Θερμὲς εὐχαριστίες σὲ ὅλους καὶ καλή σας νύχτα.

  125. Πέπε said

    @124:
    Ναι, αλλά άμα σου πω έναν τίτλο το πιθανότερο είναι να ξέρεις αν το έχεις ή όχι.

    Το πού το έχεις είναι άλλο θέμα, σάματις στους ηλεκτρονικούς φακέλους ξέρουν όλοι τι έχουν; Η δυνατότητα βέβαια υπάρχει, από κει και πέρα καθείς κι απάνω του.

    Για το ζήτημα του χώρου συμφωνώ βέβαια, αλλά ποτέ δεν άκουσα άνθρωπο να παραπονιέται για τον χώρο που του πιάνουν τα βιβλία (σ’ όποιον δεν αρέσει, προφανώς δε θα γεμίσει τον χώρο του με βιβλία).

    Το σημαντικότερο όμως δεν το έθιξες:

    Πότε επιτέλους θα βγει νόμος να τυπώνονται όλες οι ράχες βιβλίων προς την ίδια κατεύθυνση; Αυχενικό θα βγάλουμε!

    (Στα σιντί, που η μορφή τους είναι πολύ πιο τυποποιημένη, κάνω την αβαρία και τα γυρνάω έτσι ώστε όλες οι ράχες να διαβάζονται ίδια όταν τα ‘χω στο ράφι τους. Αλλά σε βιβλίο θα ήταν μεγάλη καφρίλα!)

  126. Πέπε said

    @125:
    Όταν η μαμά στο σχολείο ζητάει να δει έναν καθηγητή και τον λέει με το παρατσούκλι που τον αναφέρει το παιδί της γιατί δεν ξέρει (η μαμά) ότι είναι παρατσούκλι; 🙂

  127. sarant said

    127 Σωστό αυτό με τις ράχες!

  128. Πέπε said

    @123:
    > > Καί, παρά τὰ ὅσα λέγονται γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς Λουφτβάφε, οἱ περισσότερες [βόμβες] ἔπεσαν στὸ νερό.

    Στους Οθωνούς υπάρχει ένας βράχος στη θάλασσα που οι Γερμανοί τον είχαν βομβαρδίσει ένα σωρό φορές, λέει, επειδή η κάτοψή του από ψηλά μοιάζει με υποβρύχιο.

  129. Πέπε said

    @129:
    Οι δύο τρόποι ονομάζονται κάπως (αγγλικός και αμερικάνικος ή κάτι τέτοιο). Η σωστή λογική είναι να τυπώνεται από πάνω προς τα κάτω (γέρνω την κεφαλή δεξιά για να διαβάσω), επειδή έτσι, όταν το βιβλίο είναι σε οριζόντια θέση (στο τραπέζι π.χ.) με το εξώφυλλο προς τα πάνω, διαβάζεται και η ράχη. Άλλωστε, ούτως ή άλλως το από πάνω προς τα κάτω είναι πιο λογικό.

    Υποθέτω ότι ο αγγλικός τρόπος θα είναι ο άλλος. 🙂

  130. Πέπη (68), ούτε εγώ «καταλαβαίνω την εμμονή του κύρ Δημήτρη με το πολυτονικό». αλλά οι συμβουλές σου είναι κατά το πλείστον άστοχες. Ναι, οι αιτιατικές «την γυναίκα» και «τον αγώνα» γράφονταν με περισπωμένη στην καθαρεύουσα, όπως και η «πείνα», αλλά ήδη η κρατική Νεοελληνική Γραμματική («του Τριανταφυλλίδη») του 1941 τα έγραφε αυτά με οξεία. Άλλο ζήτημα ότι για αρκετό διάστημα μεταπολεμικά οι κανόνες της δεν εφαρμόζονταν ούτε καν στα μέρη εκείνα των σχολικών βιβλίων που ήταν γραμμένα στη δημοτική… Ευτυχώς, έκανε και μερικά καλά το ΠΑΣΟΚ 🙂 και μεταξύ άλλων εδώ και 35 χρόνια γλιτώσαμε από αυτόν τον πονοκέφαλο!

  131. Triant said

    Ευχαριστώ πολύ Δημήτρη.

    Τα τρίγωνα (που έφτιαχνα κιι εγώ το Πάσχα) τα λέγαμε τριγωνιάκια (στο Μαρινάκι στην Ηλεία).
    Για τους δυναμίτες άκουγα ιστορίες χειμώνα στην Ηρακλειά και ο φίλος μου ο Άκης (ακτιβιστής του κερατά, Παπασαράντης για όσους ξέρουν) μου έλεγε μην πεις τίποτα, είναι αλλοιώς εδώ.
    Για τα παρτατσούκλια, αν θες να γελάσει ένα νησί, ζήτα τον Δημήτρη τον Γαβαλά στην Ηρακλεια. Παρεμπιπτόντως, είναι το αγαπημένο μου νησί και όποιος έχει πάει, ξέρει γιατί.

  132. Corto said

    123:
    Δημήτρη εντυπωσιακές οι μαρτυρίες που καταθέτεις!
    Νομίζω ότι η ιστορία (και η εποποιία) που έγραψε ο εμπορικός μας στόλος και οι ναυτικοί μας κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μάλιστα πριν* τις 28/10/1940, δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε.
    Πάντως στο βιβλίο που προανέφερα (του Νίκου Πηγαδά) μεταφέρεται η γνώμη ενός άλλου μελετητή της ναυτικής ιστορίας, του Κωνσταντίνου Παΐζη-Παραδέλλη («το τίμημα του πολέμου», εταιρεία μελέτης ελληνικής ιστορίας, 2004), σύμφωνα με τον οποίο για την καταστροφή του εμπορικού στόλου κατά την εισβολή των Γερμανών τον Απρίλη του ’41, πρέπει να αποδοθούν «ιστορικές ευθύνες στην τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία». Δεν διαθέτω το βιβλίο του Παΐζη-Παραδέλλη για να καταλάβω το συλλογιστικό του, αλλά εικάζεται ότι πολλά εμπορικά πλοία θα μπορούσαν να είχαν γλυτώσει από τους βομβαρδισμούς.

    *Μπορούμε να αναφερθούμε π.χ. στον 22χρονο δόκιμο πλοίαρχο Λευτέρη Κ. Χιονή, από το Νέο Φάληρο, που σκοτώθηκε στις 9 Ιουνίου 1940, όταν το πλοίο του βομβαρδίστηκε στο λιμάνι της Ρουέν.

  133. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    127-129- Άλλο ένα πλεονέκτημα του τάμπλετ, γλυτώνεις το αυχενικό.☺

    Και τι να πούν κι οι αηπ που χρειάζονταν ολόκληρο μαρμαράδικο για βιβλιοθήκη☺ αυτοί θα το εκτιμούσαν καλύτερα το τάμπλετ.☺

  134. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    126α ω ναι το αλάτι! Σ΄ευχαριστώ!

    Το πάθημα του Ξερωγού μου θύμισε μια ιστορία/ανέκδοτο που την λέμε κάτω,κατά την περίσταση:
    Μια καλονοικοκερά ήρθε φρέσκια νύφη σ΄ένα χωριό κι όποιο φαγητό σκόπευε να μαγειρέψει ρώταγε τη γειτόνισσα πώς το φτιάχνει κι όταν της έλεγε, εκείνη απαντούσε «έτσι το φτιάχνω κι εγώ αλλά ρώτησα μήπως εδώ το κάνετε αλλιώς». Μια,δυο,πέντε, η γειτόνισσα πήρε χαμπάρι ότι η άλλη δεν είχε ιδέα από μαγειρική κι από πάνω ήταν ψωροεγωίστρια κι εύκολη στην ψευτιά οπότε όταν τη ρώτησε πώς κάνει χοχλιούς γιαχνί με τις πατάτες, της είπε ότι τους κοπανάει στο χαβάνι (γουδί) και τους ρίχνει στο τσικάλι.
    Τις άρπαξε λοιπόν από τον σύζυγο που του σέρβιρε «αμμοχάλικο» κι έτσι χαμήλωσε η μύτη της 🙂

  135. Πέπε said

    Για τους αηπ, και γενικά όλους τους προ Γουτεμβέργιου, δεν έχω πολυκαταλάβει πώς καταρτίζονταν οι προσωπικές βιβλιοθήκες:

    Έστω έμαθα ότι ο Δημήτρης Μαρτίνος έβγαλε ένα ωραίο βιβλίο. Θα το παραγγείλω σ’ έναν αντιγραφέα. Ο αντιγραφέας πού θα το βρει -πώς θα ξέρει πού να το βρει- για να μου βγάλει (μετά από χρόνια) μια κόπια; Και ας πούμε ότι ο αντιγραφέας, με κάποιο τρόπο, μαθαίνει ότι το ‘χεις εσύ. Θα σου το δανειστεί για όλο αυτό το διάστημα; Ή θα έρθει να κατσικωθεί σπίτι σου μαζί με όλα του τα εργαλεία;

  136. Πέπε said

    #136
    > > ψωροεγωίστρια

    Να, κάτι τέτοια είναι που παρατηρώ με πολύ ενδιαφέρον στο κρητικό ιδίωμα. Εδώ εγωιστή λένε (μεταξύ άλλων) τον περήφανο, είτε αυτό λέγεται για καλό είτε για κακό.

    Το να μη θέλεις (όπως η εν λόγω) να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις κάτι είναι βέβαια θέμα εγωισμού, αλλά με την αθηναϊκή μου προϋπηρεσία ποτέ δε θα έβαζα τη λέξη εγωιστής, ή έστω ψωροεγωιστής, σ’ αυτό το συμφραζόμενο.

    Ανάλογα παράξενη είναι και η χρήση του «προσβάλλω», που μπορεί να σημαίνει κάτι σαν «αποκαλύπτω κάτι που εκθέτει τον άλλον». Λένε π.χ. «μην πας αδιάβαστος και σε προσβάλει ο δάσκαλος», χωρίς να εννοούν βέβαια κανένα δάσκαλο από εκείνους που φοράγαν στους μαθητές το καπέλο με τα γαϊδουρινά αφτιά!

  137. Πέπε (127δ), έχεις ΠΟΛΥ δίκιο. Η κατάσταση έιναι πράγματι απαράδεκτη. Πόσο δύσκολο θα ήταν να συνεννοηθούν όλοι οι Έλληνες εκδότες να υιοθετήσουν έναν από τους δύο προσανατολισμούς;
    Στα γαλλικά βιβλία, ο τίτλος γράφεται πάντοτε από κάτω προς τα πάνω. Στα αγγλικά βιβλία, πάντοτε από πάνω προς τα κάτω. Έχω την εντύπωση ότι ο γαλλικός τρόπος επικρατούσε σαφώς (αν και όχι 100%) στα ελληνικά βιβλία μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, σήμερα όμως διαδίδεται ενοχλητικά και ο αγγλικός, «ενοχλητικά» όχι γιατί ο ένας είναι καλύτερος από τον άλλον, αλλά γιατί όταν έχεις βιβλία και των δύο προσανατολισμών ανάκατα στο ίδιο ράφι, στραβολαιμιάζεις…
    Πάντως, δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο. Πέντε ιταλικά βιβλία έχω όλα κι όλα στην εδώ βιβλιοθήκη μου, τα τρία είναι με το γαλλικό σύστημα, τα δύο (που είναι δύο τόμοι διηγημάτων του ίδιου συγγραφέα) με το αγγλικό!

  138. Πέπε, κι εγώ ότι «εγωιστής» μπορεί να σημαίνει και «(ψωρο)περήφανος» το έμαθα στα 30+ μου, από μια συνάδελφο που μου έλεγε «Μην είσαι εγωιστής» όταν προσπαθούσα να βρίσκω μόνος το σωστό δρόμο σε ταξίδια που κάναμε μαζί αντί να ρωτάω…

  139. spiral architect 🇰🇵 said

    Port of Amsterdam David Bowie & Ute Lemper

  140. Alexis said

    Μπράβο Δημήτρη, πολύ ωραίο!
    Τώρα το πρωί το διάβασα και μου άρεσε πολύ!

    #88: Τα παρατσούκλια στα χωριά είναι ολόκληρη ιστορία. Στο χωριό που είχα κάτσει οχτώ χρόνια είχα ακούσει πάρα πολλά και πολύ ευρηματικά και είχα σκεφτεί να κάτσω να τα καταγράψω.
    Όμως δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Πέρα από την …παροιμιώδη τεμπελιά μου 🙂 αυτό που με «φρέναρε» ήταν κυρίως ότι είναι μια ιστορία λίγο ευαίσθητη με τα προσωπικά δεδομένα. Όταν μιλάμε για ανθρώπους υπαρκτούς και εν ζωή, ο χειρισμός του θέματος θέλει πολλή προσοχή, ειδικά για παρατσούκλια που κάποιοι δεν τα αποδέχονται και τα θεωρούν μειωτικά.

  141. Γς said

    140:

    >να βρίσκω μόνος το σωστό δρόμο σε ταξίδια που κάναμε μαζί αντί να ρωτάω…

    Α, εγώ πάντα ρώταγα. Οπου κι αν είμαστε.
    Και καράφλιαζαν οι ερωτώμενοι. Οσο και καλή διάθεση να είχαν για να βοηθήσουν δεν καταλάβαιναν ότι έκανα πλάκα,

    Να μην έχεις δει την ταμπελίτσα ότι είναι αδιέξοδο το δρομάκι και να σταματάς στην αυλή της κυρα Κατίνας. Να βγαίνει η φουκαριάρα έκπληκτη κσι νσ την ρωτάς:

    -Για την Πάτρα, καλά πάμε;

    Η ίδια πάντα ερώτηση. Στα πιο απίθανα μέρη.

    Ανεβαίνοντας στην Πάρνηθα και στην καλντέρα της Σαντορίνης.

  142. Γς said

    Καλά την είχα ψιλιαστεί τη δουλειά Ούφο μου, ουπς, Πσαρά μου.

    !An Insane Paper Tests The Limits of Science by Claiming Octopuses Came From Space

    Don’t laugh. It’s serious.

  143. Γς said

    142:

    >Τα παρατσούκλια στα χωριά

    Και στις πόλεις.

    Κι αναρωτιόμουνα μικρός γιατί μούτρωνε ο ταβερνιάρης όταν με έστελνε ο μπάρμπας μου να του πάρω κρασί.

    -Πιάσε το μπουκάλι και τράβα μέχρι το Σπανό να σου το γεμίσει από το κοκκινέλι.

    -Κύριε Σπανέ μου είπε θείος μου να…

    -Πες του θείου σου ότι πολλά ξέρει.

    Δεν είχε το όνομα. Μόνο τη χάρη.

  144. Γς said

    145:

    Κι αυτό το παρατσούκλι:

    Χτυπάει η πόρτα, ανοίγω και βλέπω το αφεντικό το μπαμπάκα μου.

    –Μπαμπά ο κύριος Μαντζαβίνος!

    Θεοχάρη τον έλεγαν. Απόστολο Θεοχάρη.
    Ο Μαντζαβίνος, ο Γεώργιος Μαντζαβίνος ήταν ο Διευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος από το 1946 έως το 1955.
    Όλα τα χαρτονομίσματα είχαν το όνομά του και φαρδιά φαρδιά την υπογραφή του.

    –Α, έτσι με λέει ο πατέρας σου;

    Του άρεσε όμως και μου έδωσε κι ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα με το όνομα και την υπογραφή του κανονικού Μαντζαβίνου.

  145. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κωστήδες και Ελένες εδώ, χρόνια πολλά!
    Καλά σχόλια κι αναρτήσεις 🙂

  146. Χρόνια πολλά στους Κώστηδες, τους Κών/νους, στις Ελένες …

    Και για τους φίλους βάζελους ιδού η απορία : επέτειος ή μνημόσυνο αυτή η ιστορία ;

    http://www.pagenews.gr/143779/to-telos-mias-epoxis-10-xronia-ap-tin-istoriki-synenteyksi-typoy-toy-gianni-bardinogianni-vid

  147. Γς said

    Χρόνια πολλά στους Κωνσταντίνους Κώστηδες [κι στις coast και στα Λα Κοστ γενικώς. Και στο Κώστος της Πάρου]

    Και στις Ελένες. Ολες. Κι εκείνη την αδελφή του Φ. [Ποιου Φου;]

  148. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Χρόνια πολλὰ στὶς ἑορτάζουσες καὶ τοὺς ἑορτάζοντες.

  149. sarant said

    Kαλημέρα από εδώ, χρόνια πολλά σε όσες και όσους γιορτάζουν!

  150. leonicos said

    Πολύ λυπάμαι και δεν είδα χτες, που έλειπα, το υπέροχο αυτό διήγημα.

    Συγχαρητηρια

  151. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @152. Λεώνικε, σ᾿ εὐχαριστῶ.

  152. Χρίστος Δάλκος said

    132 «Ευτυχώς, έκανε και μερικά καλά το ΠΑΣΟΚ και μεταξύ άλλων εδώ και 35 χρόνια γλιτώσαμε από αυτόν τον πονοκέφαλο!»

    Ὑποθέτω ὅτι οἱ θιασῶτες τῆς «λύτρωσης από τον πονοκέφαλο» τοῦ πολυτονικοῦ θά πανηγύριζαν ἄν ἐξωμοιώνονταν ὀρθογραφικά ὅλα τά i, τά o κ.λπ. Καί τί χαρᾶς εὐαγγέλια ὅταν θά υἱοθετοῦνταν τό λατινικό ἀλφάβητο, τί τεράστια εὐκολία καί ἀπουσία πονοκεφάλων, σέ σημεῖο νά ἀρχίσῃς νά ὑποθέτῃς ὅτι τά ἐγκεφαλικά κύτταρα εἶναι νεκρά.

    Ἐν τῷ μεταξύ, οὔτε πού μᾶς περνάει ἀπ’ τό μυαλό ὅτι αὐτή ἡ πνευματοκτόνα ἐπιχείρηση, πού φέρει τήν σφραγίδα τῆς φιλοσοφίας τοῦ ἀμερικάνικου πραγματισμοῦ, ἀποξενώνει ἕναν λαό ἀπό τό σημαντικώτερο συγκριτικό του πλεονέκτημα, πού τό ‘χει βάλει χρόνια στά ἀζήτητα, τήν γραμματειακή / πνευματική του παράδοση.

    Ἔ, δέν ἔγινε καί τίποτα πού οἱ Ἕλληνες μετά 50 χρόνια ὄχι ἁπλῶς δέν θά καταλαβαίνουν ἀλλά οὔτε θά μπαίνουν κἄν στόν κόπο νά διαβάζουν Παπαδιαμάντη! Ἐξ ἄλλου, μήν ξεχνᾶμε, «ἕνα βρυχώμενο αὐτοκίνητο εἶναι ὡραιότερο ἀπό τήν Νίκη τῆς Σαμοθράκης».

    Γειά σου Δημήτρη Μαρτῖνο μέ τό παρωχημένο πολυτονικό σου, μέ τόν παρωχημένο Ξερωγό σου καί μέ τά ἀκόμα πιό παρωχημένα Θερμιά σου! Ὁ πνευματικός πολιτισμός ἦταν πάντα -πόσῳ μᾶλλον σήμερα- μιά ὑπόθεση ἀβάσταχτα παρωχημένη!

  153. sarant said

    154 Χαίρε Χρήστο, χαίρομαι που μας διαβάζεις κι ας χρησιμοποιείς τον παρωχημένο τύπο του «πόσω» μάλλον. Όσο για τη σύνδεση μονοτονικού και ορθογραφικής απλοποίησης, κάνεις φάουλ (αφού μας διαβάζεις) διότι σε αυτό εδω το ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα ταχθεί εναντίον κάθε σκέψης για λατινικό αλφάβητο/φωνηματική ορθογραφία.

  154. Ἔ, δέν ἔγινε καί τίποτα πού οἱ Ἕλληνες μετά 50 χρόνια ὄχι ἁπλῶς δέν θά καταλαβαίνουν ἀλλά οὔτε θά μπαίνουν κἄν στόν κόπο νά διαβάζουν Παπαδιαμάντη!
    ———————
    Δεν είναι όμως λίγο οξύμωρο να διαβάζουμε αυτό το σχόλιο σε ένα ιστολόγιο μονοτονιστή που αποδεδειγμένα, όπως και οι σχολιαστές του, μονοτονιστές οι συντριπτικά περισσότεροι, όχι μόνο διαβάζουν αλλά και ανατρέχουν διαρκώς στον Παπαδιαμάντη; 😉

  155. sarant said

    156 Ναι, αλλά σε πενηντα χρόνια θα έχουμε γεράσει και δεν θα μπορούμε να ανατρεχουμε!

  156. Γιάννης Ιατρού said

    Δεν είχα σχολιάσει εδώ χθες, αλλά σήμερα το διάβασα και το ευχαριστήθηκα, μπράβο Δημήτρη.

    Χαιρετίζω και τον Χρίστο Δάλκο που έκανε την εμφάνισή του, καιρός ήταν. Και να παρατηρήσω, πως εδώ, σε μια γνωστή μονοτονική «σφηκοφωλιά», το σχόλιό του είναι το ίδιο θαρραλέο, όπως κι απόφαση του Δημήτρη να γράφει σε πολυτονικό.

    Δεν έχω την ίδια γνώμη (#154, τέλος) για την ικανότητα να διαβάζουμε/καταλαβαίνουμε στο μέλλον τον Παπαδιαμάντη, αφού (όσο) το κείμενο παραμένει το ίδιο, είτε γραμμένο πολυτονικά είτε μονοτονικά. Και μετά από +50 χρόνια, η κατανόησή του νομίζω πως θα είναι συγκρίσιμα καλή, με αυτή που είχαμε (σαν λυκόπουλα 🙂 ακόμη) προ 50 ετών για τα κείμενα της εποχής του ΄21 και λίγο μετέπειτα.

  157. spiral architect 🇰🇵 said

    Δημήτρη κλπ επίδοξοι συγγραφείς για ρίξτε μια ματιά στον Οσελότο. Που ξέρεις …

  158. gpoint said

    # 154

    Θιασώτης του ατονικού με τεράστια προβλήματα σαν μαθητής όταν εφάρμοζα τα πιστεύω μου πριν 50+ χρόνια στο σχολείο,προσχώρησα στους μονοτονικούς όταν οι μαθητές μου δεν μπορούσαν να διαβάσουν τα θεατρικά κείμενά μου χωρίς τόνους, ήταν και αλλοδαποί οι περισσότεροι.
    Μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως είμαι πολέμιος -όπως και οι περισσότεροι μονοτονιστές πιστεύω- της απλούστευσης της γραφής των διαφόρων -ι- και -ε- και κατά μείζονα λόγο της εφαρμογής του λατινικού αλφάβητου.
    Η πραγματικότητα δίδασκε πως οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν με λάθη τα πνεύματα και τους τόνους ενώ η χρησιμότητά τους είχε λήξει αιώνες πριν και η φύση απορρίπτει ό,τι είναι περιττό.
    Ωραία είναι αισθητικά τα βιβλία που ήταν γραμμένα στο πολυτονικό, κανείς δεν είπε να τα κάψουμε άλλο όμως το πως γράφουμε σήμερα. Και τα πέτρινα τριώροφα αρχοντικά σπίτια ωραία είναι- από ένα τέτοιο σου γράφψ- κανείς λογικός δεν τα γκρεμίζει αλλά ούτε και κτίζει τέτοια σπίτια σήμερα

  159. Χρίστος Δάλκος said

    155-160
    Νομίζω ὅτι δέν ἔγινε κατανοητό τό νόημα τῆς παρέμβασής μου. Δέν μιλοῦσα ἁπλῶς ἤ τόσο γιά τό πολυτονικό -πού ἐν τέλει εἶναι μιά παρωνυχίδα- ὅσο γιά τίς πνευματικές / φιλοσοφικές προϋποθέσεις πού ὁδηγοῦν στήν κατάργηση καί τοῦ πολυτονικοῦ. Κι αὐτές εἶναι ἡ λατρεία τοῦ βραχυπρόθεσμου κέρδους εἰς βάρος τοῦ μακροπρόθεσμου ὀφέλους, πού εἶναι ἐν τέλει μιά «ἰδεολογία» κομμένη καί ραμμένη στά μέτρα καί τίς ἀπαιτήσεις τοῦ σύγχρονου καπιταλισμοῦ.

    Αὐτή ἡ «ἰδεολογία» τοῦ μίσους γιά τό παρελθόν ἔσκασε μύτη στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα μέ τίς φουτουριστικές διακηρύξεις τοῦ Μαρινέττι , ὁ ὁποῖος ἔγραψε: «Δηλώνουμε ὅτι ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ κόσμου πλουτίστηκε μ᾿ ἕνα νέο κάλλος: τὸ κάλλος τῆς ταχύτητας […] ἕνα βρυχώμενο αὐτοκίνητο ποὺ καλπάζει μαινόμενο εἶναι ὡραιότερο ἀπὸ τὴ Νίκη τῆς Σαμοθράκης.»

    Μικρή λεπτομέρεια: ὁ Μαρινέττι ἦταν φασίστας. Χωρίς νά ὑποστηρίζουμε ὅτι οἱ ποικιλώνυμοι «προοδευτικοί» εἶναι φασίστες, θεωροῦμε, σέ ὅ, τι ἀφορᾷ τήν γλῶσσα, ὅτι ἡ ἀπόλυτη συνηγορία τους ὑπέρ τῆς συγχρονίας καί ἡ ἀπέχθειά τους γιά τήν διαχρονία εἶναι τῆς ἴδιας τάξης μέ τίς διακηρύξεις τοῦ Μαρινέττι. Οἱ ἐκλεκτικές ἄλλωστε συγγένειες ἑνός τμήματος τῆς «προοδευτικῆς» διανόησης μέ αὐτό τό εἶδος τοῦ ὑφέρποντος ὁλοκληρωτισμοῦ ἀναδεικνύονται τόσο ἀπό τήν δήλωση τοῦ μπολσεβίκου ὑπουργοῦ πολιτισμοῦ Λουνατσάρσκυ, ἐν ἔτει 1921, ὅτι «στήν Ἰταλία ὑπάρχει μόνο ἕνας ἐπαναστάτης διανοούμενος καί αὐτός εἶναι ὁ Filippo Tomaso Marinetti», ὅσο καί ἀπό τήν δήλωση Ρώσσων φουτουριστῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Μαγιακόφσκυ, ὅτι «Κάτω ἀπό τήν ὀνομασία “ρῶσοι φουτουριστές” συγκεντρώνεται ἕνας ἀριθμός ἀνθρώπων πού ἔχουν σάν κοινό τους στοιχεῖο τό μίσος γιά τό παρελθόν…».

    Αὐτή τήν πνευματική στάση τήν ἐκφράζει καίρια ὁ Gpoint μέ τήν φράση «η φύση απορρίπτει ό,τι είναι περιττό». Καί βέβαια ἡ χρησιμοθηρική ἀντίληψή του ἀνταμώνει μέ τίς διακηρύξεις τοῦ βιβλίου τῆς Ἔκφρασης – Ἔκθεσης πού εἰσήγαγε ἐσπευσμένα τό ΠΑΣΟΚ λίγο πρίν τό 1989: «Πρέπει να φτάσει κανείς σε διαστρεβλωμένη αντίληψη της γλωσσικής λειτουργίας, όπως με τη νεοελληνική καθαρεύουσα, για να θεωρηθεί επιθυμητή η ύπαρξη απόλυτων συνώνυμων, που δεν διαφοροποιούν σε τίποτα το νόημα, και αυτό να ονομαστεί “πλούτος” (π.χ. “μάτιον – ομμάτιον – όμμα – οφθαλμός”, “ψωμίον – άρτος” και μάλιστα με αποκλεισμό των μόνων πραγματικών λέξεων: “μάτι, ψωμί”). Πρόκειται για “πλούτο” που στην πραγματικότητα είναι σαβούρα, βλαβερή επιβάρυνση της μνήμης».

    Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι αὐτή ἡ «σαβούρα», ἡ «βλαβερή ἐπιβάρυνση τῆς μνήμης» εἶναι τό ὄχημα μέσῳ τοῦ ὁποίου μποροῦμε ὡς λαός νά οἰκειωθοῦμε τήν γραμματειακή μας παράδοση καί νά κάνουμε θαύματα, βοηθοῦντος βεβαίως καί τοῦ σημαντικώτερου συγκριτικοῦ μας πλεονεκτήματος πού εἶναι ἡ οἰκεία σέ μᾶς νεοελληνική γλωσσική παράδοση.

    Τό ᾿χω πεῖ καί σ’ ἄλλες περιπτώσεις καί θά τό ξαναπῶ: Μοιάζουμε σάν τούς ἀνόητους πού διαθέτουν πλουσιώτατα κοιτάσματα πετρελαίου, κι αὐτοί χρησιμοποιοῦν τό πετρέλαιο γιά ἐντριβές!

  160. spiral architect 🇰🇵 said

    Ταπεινή γνώμη ενός μονοτονιστή: Αυτός που θέλει να διαβάσει, θα διαβάσει, είτε σε μονοτονικό. είτε σε πολυτονικό, τολμώ δε να πω δε ακόμα και σε γκρίκλις, Οι πραγματικά μορφωμένοι σε όλες τις ιστορικές περιόδους ήταν η μειοψηφία ανάμεσα στους γραμματιζούμενους αλλά οι πρώτοι ήταν η ατμομηχανή του πνευματικού πολιτισμού.
    Πολλά πράγματα δεν διδάσκονται, αλλά μια αφορμή σε κάνει να ανακαλύψεις ότι «το’ χεις».

  161. Νέο Kid said

    Μια άλφα ρομέο σε πάει παντού! Ενώ με τη νίκη της Σαμοθράκης πού να πας; Το πολύ πολύ από το πλατύσκαλο να βρεθείς στον πάτο της σκάλας. Δίκιο είχε ο μαρινέτι.

  162. Παναγιώτης Κ. said

    «Ξέρω εγώ!» Βεβαιότητα αλλά και υπεροψία.
    «Ξέρω εγώ;» Αμφιβολία
    «ήταν…ξέρω γω…» …δεν το έψαξα πολύ…

  163. sarant said

    161 Μου γεννήθηκε η περιέργεια να δω αυτό το βιβλίο Εκθεσης-Έκφρασης.

  164. Γιάννης Ιατρού said

    165: Αυτό;;; http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C130/601/3948,17590/

  165. gpoint said

    # 161

    Αλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε…

    Το πως η φύση απορρίπτει ό,τι είναι περιττό μπορείς να το δεις στις μασχάλες σου όταν γεράσεις που δεν σου χρειάζονται πια οι τρίχες εκεί και να κατηγορήσεις τότε την φύση ως (ή σαν 😉 φασίζουσα…

    Ξέρεις καλύτερα από μένα γιατί εφευρέθηκαν τα «σκουληκάκια» και ποιά ήταν η χρησιμότητά τους ΤΟΤΕ. ΤΩΡΑ ουδεμία χρησιμότητα έχουν.
    Εδώ στο σπίτι μου έχω μια ρυθμιστική αντίσταση από την εποχή της «Ηλεκτρικής» που η τάση του ρεύματος που παρείχε ήταν ό,τι νάναι και ήταν απαραίτητη για την καλή λειτουργία των ηλεκτρικών συσκευών αλλά και την φωτεινότητα των λαμπτήρων. Μετά ήρθε η ΔΕΗ λύθηκε το πρόβλημα αλλά εγώ δεν την πέταξα σαν φασίστας όπως υποθέτεις αλλά την έκανα αντίκα να σπάω πλάκα με αυτούς που δεν έχουν ξαναδεί και νομίζουν πως είναι ωρολογιακή βόμβα !

  166. Χρίστος Δάλκος said

    167 Δέν πρόκειται, βέβαια, γιά τήν φύση πού ἀπορρίπτει ὅ,τι εἶναι περιττό, ἀλλά γιά τήν κοινωνία, καί μάλιστα γιά ἕνα τμῆμα τῆς κοινωνίας αὐτῆς πού θεωρεῖ περιττά στοιχεῖα «μή κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος».

    Ἀλλά δέν σᾶς θεωρῶ φασίστα. Ἁπλῶς νομίζω ὅτι στά πνευματικά ζητήματα δέν μποροῦμε νά συμπεριφερώμαστε ὡς μικρομπακάληδες. Πολλά πού θεωροῦμε περιττά μπορεῖ νά ἔχουν μιά ἀπώτερη, δυσδιάκριτη χρησιμότητα.

  167. sarant said

    166 Μια χαρά το βρίσκω αυτό αν και δεν εντόπισα το επίμαχο απόσπασμα

    168 «ως» ή «σαν» μικρομπακάληδες; Δεν ισχύει τελικά η περίφημη αυτή διάκριση; Ή είναι μπακάλης ο Τζι; Εγώ για πσαρά τον ξέρω.

  168. Μαρία said

    166
    Όχι. Στης Β Λυκείου εδώ: Λειτουργικότητα του λεξιλογίου http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB105/435/2901,11269/
    Πετρούνιας είναι. Εξαιρετικό απόσπασμα.

  169. Γιάννης Ιατρού said

    170: Α, μάλιστα. Στο μέρος «Λειτουργικότητα του λεξιλογίου», λίγο πιό κάτω από το μέσον στην ανάρτηση.

  170. Μαρία said

    171
    Με αναγκάζεις να κάνω κάτι που δεν μ’ αρέσει. Να προσθέσω την παράγραφο που προηγείται.
    Εφόσον υπάρχει λόγος, προσθέτονται συνώνυμα. «Συνώνυμα» όμως δε σημαίνει λέξεις ταυτόσημες. Οι λέξεις: «έξυπνος, πονηρός, σπίρτο, σαΐνι, ατσίδα, ράτσα… » δε δηλώνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, γι’ αυτό και υπάρχουν. Απόλυτα συνώνυμα δηλαδή λέξεις ταυτόσημες, είναι σπάνιο φαινόμενο στις φυσικές γλώσσες, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αντιοικονομικό (πόσες θα μπορούσαμε να βρούμε στην κοινή Νεοελληνική; ‘απίδι-αχλάδι, καλαμπόκι-αραποσίτι’: ή έστω και μόνο με διαφορά στη μορφή: ‘στρόγγυλος-στρογγυλός, ακόμη-ακόμα’· δε μιλάμε βέβαια για αντίστοιχες λέξεις που μπορεί να υπάρχουν σε διαφορετικές διαλέχτους: δες «ισόγλωσσα» 5.1.1). Αν υπάρχει λόγος, μπορεί να διαφοροποιηθεί η σημασία ενός από τα συνώνυμα, ώστε να καλύψει νέες ανάγκες. Αχρηστες λέξεις απλούστατα πεθαίνουν.

  171. Γιάννης Ιατρού said

    172: Ε, αφενός για ευκολία, όσο έπιανε η οθόνη δηλαδή ρε Μαρία, αφετέρου περιείχε το απόσπασμα που έβαλε ο Χρίστος στο 161 και κίνησε την περιέργεια του Νίκου στο 162.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: