Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο χορός των μεταμφιεσμένων (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 27 Μαΐου, 2018


Ο φίλος μας ο Τζι ή Gpointofview, που πριν από 3-4 μήνες είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο διήγημά του, μου έστειλε τις προάλλες ένα «αλλιώτικο» διήγημά του όπως λέει.

Όπως θα καταλάβατε ίσως από τον τίτλο, το διήγημα είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη όπερα του Βέρντι -στο πρωτότυπο Un ballo in maschera. Ο Τζι είναι φανατικός βερντιστής και αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι η αγαπημένη του βερντική όπερα -κοκκινίζοντας ομολογώ πως μια-δυο φορές την έχω ακούσει και όχι προσεχτικά.

Ο Τζι έχει μεταφερει τα βασικά πρόσωπα της όπερας και την υπόθεση στην εποχή μας και στο καρναβάλι της Πάτρας αλλά εχει αλλάξει την πλοκή εντελώς, δεν πρόκειται δηλαδή για απλή μεταφορά.

Δεν ξέρω αν η οπερα του Βέρντι έχει ανεβεί εκσυγχρονισμένη, κάτι που είναι πάντως πολύ συχνό. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε δει στη Λυρική Σκηνή τον Ριγολέτο μεταφερμένο στη φασιστική Ιταλία του μεσοπολέμου, ενώ υπάρχει και ενα γνωστό ανέβασμά του με μεταφορά στον κόσμο της νιουγιορκέζικης Μαφίας.

Η ίδια η όπερα του Βερντι πέρασε απο σαράντα κύματα. Το λιμπρέτο του Antonio Somma, που μελοποίησε ο Βέρντι, ήταν διασκευή  από λιμπρέτο του Eugène Scribe, που είχε γραφτεί για την όπερα Γουσταύος ο 3ος του Daniel Auber, εμπνευσμένο από πραγματικό περιστατικό, τη δολοφονία του βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύου του 3ου το 1792 σε χορό μεταμφιεσμένων στη Στοκχόλμη. Για να μπορέσει να περάσει τους σκοπέλους της λογοκρισίας, που δεν ήθελε να βλέπει βασιλιάδες να δολοφονουνται επί σκηνής, ο Βέρντι μετέφερε την υπόθεση στην αποικιακή Βοστώνη και αλλαξε το όνομα του Γουσταύου σε Ρικάρντο.

Αλλά αυτά είναι απλώς εγκυκλοπαιδικά, ας δούμε τώρα το διήγημα του Τζι:

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

Το αεράκι φύσαγε απαλά στην παραλία της Πάτρας κι ανακάτευε τα μαλλιά του Ρικάρντο. Καθισμένος άκομψα στη πολυθρόνα του, με τη μάσκα στα μάτια και το κεφάλι της στολής του ακουμπισμένο σε μιά καρέκλα δίπλα, ένοιωθε υπερβολικά βαρύς. Είχε ένα βάρος ανυπόφορο στο στήθος – τι ειρωνεία – το βάρος της εντελώς άδειας καρδιάς.
Σκεφτόταν μελωδικά την Αμέλεια – άλλη ειρωνεία το όνομά της, ας προτιμούσε ν’ αγαπήσει την Εμμέλεια- μα η καρδιά του αλλιώς κτύπαγε τότε, κανείς δεν αγάπησε με το μυαλό ή με τ’ αφτί, μα με κριτήρια περισσότερο ευάλωτα στην όραση και την αφή. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, δεν τα κατάφερε. Απ’ την αρχή το ‘ξερε πως ήταν παντρεμένη με τον Ρενάτο, τον φίλο και υπάλληλό του, νόμιζε πως αν ακούσει το «σ’ αγαπώ» απ’ τα χείλια της θα ήταν ευτυχής και ικανοποιημένος. Τ’ άκουσε, μα τότε μόνο ακόρεστα πεινασμένος ένοιωσε, ο πλατωνικός του έρωτας έγινε ανυπόφορα σαρκικός και απαιτητικός.

Αρχισε να στέλνει τον Ρενάτο σε πολυήμερες αποστολές για νάναι μαζί της μα δεν χόρταινε, την ήθελε όλο και περισσότερο, σε σημείο που την τρόμαζε και δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Την σκεπτότανε συνέχεια ακόμα και στον ύπνο του ακόμα κι’ όταν ήταν δίπλα του ξαπλωμένη. Μόνο όταν ήταν στην αγκαλιά της ησύχαζε, τότε αναπλήρωνε τα κενά του ύπνου του και χώνευε τις απαντήσεις της στα ανεξάντλητα ερωτήματά του. Τότε ήταν που της είπε γιά πρώτη φορά πολύ ήρεμα κι’ απλά, όπως λέμε καλημέρα, πως αν τον αφήσει την τρίτη φορά που θα την  συναντήσει, θα την σκοτώσει. Γέλασε και χάϊδεψε το στήθος του με τα μαλλιά της. «Δεν κάνεις γιά δολοφόνος» του είπε αλλά αμέσως το βλέμμα της σκοτείνιασε από την πιθανότητα να’ λεγε την αλήθεια. Της είχε πει πως μέχρι τότε είχε σκοτώσει δύο ανθρώπους, αλλά δεν τον πίστεψε. Μετά το ξέχασε, μετά χωρίσανε, μετά συναντηθήκανε δυό φορές και σήμερα θα’ ταν η τρίτη, στο Καρναβάλι της Πάτρας. Με τις στολές και τις μάσκες τους βέβαια, μα οι κάποτε ερωτευμένοι βρίσκονται και με τη μυρουδιά.
Ο Ρικάρντο στράφηκε στον άλλο υπάλληλό του, τον Όσκαρ που τον συνόδευε :

– Δεν σε χρειάζομαι άλλο Όσκαρ, πήγαινε καμμιά βόλτα, θα σε δω το βράδυ στο χορό των μεταμφιεσμένων.

Ο Όσκαρ σηκώθηκε. Γι’ αυτόν ο μεγαλύτερος χορός των μεταμφιεσμένων ήταν η κοινωνία, ειδικά των καλοβολεμένων. Ηξερε για τη σχέση του αφεντικού του με την Αμέλεια. Δεν ήξερε βέβαια τα αισθήματα του Ρικάρντο, νόμιζε πως είναι μιά συνηθισμένη σχέση στα πλαίσια της διοικητικής υπεροχής, το αφεντικό πηδάει τη σύζυγο του υπαλλήλου, ευτυχώς ο ίδιος ήταν ανύπαντρος. Πολλές φορές σκεπτότανε να πετάξει μια μπόμπα, τη δική του μπόμπα στους μασκαρεμένους ταγούς της κοινωνίας αλλά ξεθύμαινε μόλις άρχιζε να σκεφτότανε πώς φιάχνουνε μια μπόμπα. Μισούσε ιδιαίτερα τις καλοντυμένες και καλοστολισμένες κυρίες της «καλής κοινωνίας» με τα σινιέ ρούχα, το μαλλί απ’ το κομμωτήριο και το μόνιμο ερώτημα αν είναι ωραιότερες από το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Σκεφτότανε ακόμη να βάλει μια μπόμπα σ’ ένα μουσείο, ούτως ή άλλως όλοι οι βολεμένοι, μεταμφιεσμένοι σαν αγάλματα ήταν για τον Όσκαρ, άμα δεν μπορείς να κτυπήσεις τον γάϊδαρο, βαράς το σαμάρι. Αυτή η σκέψη τον ηρέμησε κάπως, θα ήταν μια καλή εκδίκηση στην μασκαρεμένη «καλή κοινωνία». Είχε δυο-τρεις ώρες καιρό μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός. Πήγε μέχρι το σταθμό και χάζευε τα τραίνα, το λιμάνι πάντοτε του ’φερνε άσχημες σκέψεις.

 

Η Αμέλεια δεν ήξερε πως κι ο Ρικάρντο ήτανε στην Πάτρα, σε αντίθεση με τον άντρα της που ήξερε τις κινήσεις του αφεντικού του. Είχε μάθει τελευταίος, όπως γίνεται με τους απατημένους συζύγους, ότι κάτι έτρεχε με τους δυο τους και μάλιστα όταν ήταν πολύ αργά – είχανε ήδη χωρίσει. Του είπε ότι είχε λήξει η υπόθεση χωρίς να γίνει τίποτε σοβαρό, δεν την πίστεψε αλλά της είπε πως δεν ασχολείται με τελειωμένες υποθέσεις, του υποσχέθηκε ότι θα κοιτάζει μόνο το σπίτι της στο εξής και συνέχισαν να ζούνε τη ζωή τους κάτω από την καθημερινή μάσκα της ευτυχίας των, όπως γίνεται σ’ όλη την γκάμα των παντρεμένων. Περιμένανε απλά τις Απόκριες για ν’ αλλάξουν μάσκα.

Κανείς τους δεν θυμότανε το πώς αλλά αποφασίσανε να πάνε χωριστά στο χορό. Παρ’ όλες τις αλληλοϋποσχέσεις για κοινό και ήσυχο βίο η πιθανότητα μιας εφήμερης γνωριμίας τους συγκινούσε αρκετά και η μέρα το επέτρεπε.

Η Αμέλεια ξόδευε ασυλλόγιστα ώρες μπροστά στον καθρέπτη της φροντίζοντας την ομορφιά της που θα την σκέπαζε βεβαίως η μάσκα κι’ η στολή. Ο Ρενάτο ξάπλωσε κοιτάζοντας την στολή του. Ήταν μια στολή ιππότη. Αναρωτήθηκε τι στολή θα φορούσε το αφεντικό του, δεν μπόρεσε όμως να βρει ικανοποιητική λύση και τα παράτησε. Σιγά-σιγά τα βλέφαρά του έγειραν και όταν ξύπνησε ήταν μόνος στο δωμάτιο. Είχε πια σκοτεινιάσει και η Αμέλεια είχε φύγει γιά τον χορό. Καμιά εικοσαριά στολές της ήταν απλωμένες παντού. Προσπάθησε με την μέθοδο του αποκλεισμού να καταλάβει ποια φόρεσε αλλά δεν τα κατάφερε. Θύμωσε με τον εαυτό του. Βρισκότανε σε μειονεκτική θέση απέναντί της, αυτή θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει, αυτός όχι. Ύστερα το ξανασκέφτηκε. Διαλέγοντας κομμάτια από τις στολές της Αμέλειας έφιαξε την δική του αμφίεση. Ντύθηκε τραβεστί αλλά κάτω από τα ρούχα διατήρησε τον οπλισμό του ιππότη. Ήταν σίγουρα μη αναγνωρίσιμος.

 

Ο Όσκαρ δεν προβληματιζότανε. Όντας μόνος και μοναχικός δεν είχε τίποτε να κρύψει από κανένα. Δεν του χρειαζότανε η ανωνυμία της στολής, μια μάσκα τού ήταν αρκετή. Παράτησε τα τραίνα και ξεκίνησε για τον χορό. Το μυαλό του γύριζε στην παιδική του ηλικία όταν ήταν ανέμελος και πραγματικά απολάμβανε τις Αποκριές. Μετά οι επιλογές στη ζωή του και η φυσική του δειλία τον οδήγησαν στην εργένικη υπαλληλική ζωή. Δεν είχε σχέδια για το μέλλον, δεν τον ενδιάφερε ν’ αποκτήσει σχέσεις. Παρακολουθούσε τις ζωές των άλλων, έβλεπε τα παθήματά τους και μακάριζε τον εαυτό του που έμεινε κλεισμένος στο καβούκι του. Φυσικά δεν έβλεπε τις στιγμές ευτυχίας των άλλων, είχε καταντήσει ασεξουαλικός εδώ και πολλά χρόνια. Η εταιρία που δούλευε και το αφεντικό του ήταν τα μόνα ενδιαφέροντά του, για όλα τα άλλα είχε ένα καλά θαμμένο μίσος που δεν έβγαινε εύκολα στην επιφάνεια. Η αιτία φυσικά ήταν η εκούσια μη ενεργή συμμετοχή του στη κοινωνική ζωή. Ο χορός ήταν μια ευκαιρία να ξεφύγει λίγο απ’ την ανία του, κυρίως η μουσική. Του άρεσαν πολύ τα κομμάτια που είχαν κάτι το παιδικό και ένα τέτοιο ακριβώς έπαιζαν όταν μπήκε στην αίθουσα του χορού. Ένα ζευγάρι – μαρκήσιος και μαρκησία- το χόρευε με αργές κινήσεις περασμένων αιώνων. Θύμιζαν έντονα το χορό που έκαναν τα αγαλματάκια σε κάτι ρολόγια αντίκες. Ο Όσκαρ μαγεμένος πλησίασε και παρακολουθούσε, το ζευγάρι στροβιλιζότανε αργά και ρυθμικά. Είχε μια έντονη αθωότητα ο χορός τους, τόσο έντονη που ο Όσκαρ αισθάνθηκε να ξυπνάνε τα δολοφονικά του ένστικτα. Θυμήθηκε τον εαυτό του πιτσιρίκι όταν έβλεπε τα αθώα νεογέννητα κλωσσοπουλάκια και από την αγάπη του τα στραγγάλιζε ώστε να μείνουνε πάντοτε μικρά, να μη γίνουν μεγάλες σιχαμερές βρώμικες κότες και κοκόρια, αυτή η σκέψη τον εξόργιζε και όπλιζε τα χεράκια του με μίσος. Άρχισε να ψάχνει με το μάτι του ένα γύρω μήπως βρει κάτι για δολοφονικό όργανο. Δεν βρήκε τίποτε και το μίσος του ξεφούσκωσε. Παρακολουθούσε τώρα το ζευγάρι πιο χαλαρά κι απολάμβανε τον χορό του.
– Όσκαρ εσύ δεν είσαι ;
– Κι εσύ είσαι ο Ρενάτο !
Ο Ρενάτο ένοιωσε απογοητευμένος. Τόση προσπάθεια για μεταμφίεση πήγε χαμένη, ο Όσκαρ τον γνώρισε με την πρώτη.
– Μα πώς με βρήκες ;
– Απ’ τη φωνή.
Ο Ρενάτο συνήλθε. Η στολή του ήταν καλή, απλά δεν θα ’πρεπε να μιλάει.
– Όσκαρ, τι στολή φοράει το αφεντικό, ξέρεις ;
– Ξέρω, μα δεν σου λέω. Έχει τους λόγους του να μη θέλει να τον γνωρίζουν.
– Όσκαρ πρέπει να μου πεις !
– Δεν βλέπω τον λόγο.
Ο Ρενάτο σήκωσε μερικά από τα γυναικεία ρούχα του. Ένα ξίφος, συμπλήρωμα της στολής του ιππότη, φάνηκε ολοκάθαρα. Στο μυαλό του Όσκαρ ξαναγύρισαν οι δολοφονικές σκέψεις…
– Εκεί, αριστερά, με τη μαύρη κάπα, αυτός είναι.
– Δεν τον ξεχωρίζω.
– Αυτός με τη κόκκινη μάσκα, αυτός είναι.
– Είσαι σίγουρος ;
– Δεν βλέπεις την Αμέλεια κοντά του ;

Η ομορφιά της Αμέλειας δεν ήταν δυνατόν να κρυφτεί πίσω από μάσκες και στολές. Μια αύρα την τύλιγε ειδικά αυτή την στιγμή που προσπαθούσε να σαγηνεύσει ξανά τον Ρικάρντο και να τον κάνει να ξεχάσει τον σκοπό του. Είχε διακρίνει την αποφασιστικότητα στο βλέμμα του και θυμήθηκε τα απειλητικά λόγια του αμέσως μόλις τον συνάντησε. Αγωνιζότανε με όπλο την γοητεία της να επιβιώσει. Τα χέρια του Ρικάρντο ήταν ακουμπισμένα στο στέρνο της, τα δάχτυλά του τύλιγαν τρυφερά το λαιμό της, κρατώντας το κεφάλι της ακίνητο. Θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να την φιλήσει ή να την πνίξει. Τα λόγια της γλύστραγαν στο μέρος όπου κάποτε είχε καρδιά και χάνονταν αλλά το σώμα του σπαρταρούσε στο πλησίασμά της. Η Αμέλεια το ’νιωσε. Σταμάτησε τον χείμαρρο των λέξεων και άφησε το στόμα της μισάνοιχτο, έτοιμη να δεχθεί το φιλί του. Τα χέρια του έσφιξαν λίγο περισσότερο τον λαιμό της. Ήταν λάθος τακτικής απ’ τη μεριά της αυτή η ηθελημένη παράδοση. Το σταμάτημα της ομιλίας απελευθέρωσε το μυαλό του κι’ αυτό νίκησε το πάθος του σώματος. Μια λάμψη στα μάτια της του απέσπασε στιγμιαία την προσοχή και χαλάρωσε λίγο το σφίξιμο:

– Θυμήσου, πρόλαβε να του πει. Μα ο Ρικάρντο δεν είχε τίποτε πιά ευχάριστο στην μνήμη του, την θυμότανε συχνά με κακία και παράπονο, πάντοτε σκεφτότανε πώς θα εκδικηθεί. Μόνο στα όνειρά του, σ’ αυτά τα περίεργα όνειρά του, πότε με κλειστά και πότε μ’ ανοικτά τα μάτια ήταν πραγματικά ευτυχισμένος μαζί της. Τότε ήταν κοντά του πρόσχαρη όπως παλιά, ένοιωθε την σάρκα της και τα μαλλιά της στα χέρια του, την γλύκα των φιλιών της στα χείλια του. Ποτέ σ’ αυτά τα λεπτά δεν κατάλαβε αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος, δεν είχε όμως κενά μνήμης ότι άλλο συνέβαινε καταγραφότανε στο μυαλό του σαν να το ζούσε κανονικά. Θυμότανε παραδείγματος χάρη την εξέλιξη ενός αγώνα και την ίδια ώρα έκανε έρωτα με την Αμέλεια, την δική του Αμέλεια, αυτή που έτρεφε στην φαντασία του και την λάτρευε όσο τίποτε άλλο. Οταν έβγαινε από το όνειρο τσεκάριζε τα γεγονότα που είχε ζήσει, η εξέλιξη του αγώνα ήταν πραγματική, ίσως με την Αμέλεια όταν βρισκότανε να ήταν σε κάποια άλλη διάσταση. Σε κατάσταση πλήρους ελέγχου όμως ήταν πάντοτε θυμωμένος μαζί της :

– Θυμάμαι, της απήντησε κι έσφιξε περισσότερο τον λαιμό της. Σφυρίζοντας βγήκε ο αέρας από το στήθος της μα καινούργιος δεν μπήκε. Το πρόσωπό της άρχισε να σκουραίνει πίσω απ’ την μάσκα. Τέλεια διχασμένος ο Ρικάρντο με τα χέρια έσφιγγε το λαιμό της και την ίδια στιγμή στο όνειρό του, πανευτυχής δεχότανε τα χάδια της και την αποδοχή της, τον ελαφρό αναστεναγμό της καθώς έμπαινε μέσα της. Και το δικό του πρόσωπο πίσω απ’ την μάσκα άρχισε να σκουραίνει.

Ο Όσκαρ ακολουθούσε από κοντά τον Ρενάτο που πάλευε μέσα στο πλήθος να πλησιάσει τον Ρικάρντο και την Αμέλεια. Είχε μετανιώσει ελαφρά που πρόδωσε τ’ αφεντικό του αλλά η θέα του ξίφους ξύπνησε όλα τα καταπιεσμένα απωθημένα του γιά την Αμέλεια. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ το θάρρος για μια τέτοια πράξη, μόνο την σκεπτότανε. Ήθελε τώρα να δει αν ο Ρενάτο είχε το θάρρος να το κάνει. Από την άλλη μεριά μισούσε την Αμέλεια, η ομορφιά της ήταν άχρηστη γι’ αυτόν και αιτία τόσων συμφορών· στην ηθική του, η τιμωρία της ήτανε δίκαιη. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο Ρενάτο τον Ρικάρντο ήθελε να σκοτώσει μέχρι που άκουσε την κραυγή του :
– Άτιμε άντρα !
Ο Ρικάρντο είχε φθάσει στην κορύφωση του οργασμού του και η Αμέλεια ένα σκαλοπάτι πριν απ’ το θάνατο. Το βλέμμα του, άδειο, έπεσε πάνω στον τραβεστί με την γνωστή φωνή. Μετά συνέχισε την ονείρωξή του και το τελειωτικό σφίξιμο. Το σώμα της Αμέλειας λύθηκε κι’ ο Ρενάτο τράβηξε το σπαθί του.

– Εγώ ! ούρλιαξε ο Όσκαρ και του πήρε το σπαθί απ’ το χέρι. Ο Ρενάτο τον άφησε να κάνει την βρώμικη δουλειά ενώ ο Ρικάρντο στον κόσμο του απολάμβανε τα χάδια και τα φιλιά μετά την κορύφωση. Με μια απότομη κίνηση ο Όσκαρ κάρφωσε το σπαθί στο στήθος του απορημένου Ρενάτο.

– Η εταιρία πάνω απ’ όλα, έσκουξε περήφανος ο Όσκαρ, πρώτη φορά στη ζωή του έκανε κάτι.

Ο Ρενάτο έπεσε κάτω ψυχορραγώντας. Ο Ρικάρντο άφησε την Αμέλεια που σωριάστηκε νεκρή πάνω στον Ρενάτο. Ψύχραιμος και ήρεμος ο Ρικάρντο έβγαλε τη μάσκα του τραβεστί:

– Ρενάτο !

– Μη λές τ’ όνομά μου, σε παρακαλώ. Πιστά σε υπηρέτησα κι εσύ ξελόγιασες την γυναίκα μου, δεν σεβάστηκες τ’ όνομά μου.

– Μόλις την έπνιξα, Ρενάτο.

– Τότε να ’σαι καλά, σε συγχωρώ. Αυτήν ήθελα να σκοτώσω μα κάτι μ’ έπιασε και τα ’βαλα μαζί σου. Σε συγχωρώ και σένα Όσκαρ, και τους δυο σας συγχωρώ.

Ο Όσκαρ ήθελε να του κλείσει τα μάτια μα δεν ήταν γεννημένος να ολοκληρώσει μια δουλειά. Ήταν γεννημένος βοηθητικός και σήμερα είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Ο Ρικάρντο με ολύμπια ψυχραιμία έκλεισε τα μάτια του υπαλλήλου του σαν ανταπόδοση γιά την συγγνώμη του. Υστερα έριξε μια τελευταία ματιά στο πτώμα της Αμέλειας. Του φάνηκε τόσο ξένο χωρίς την αύρα της γοητείας του, ήταν σαν να μην την ήξερε ποτέ. Τ’ αφτιά του πλημμυρίσανε από το φινάλε της όπερας un ballo in maschera. Πάντα του άρεσε πολύ.

«Σε αφήνω, τώρα Αμέλεια» σκέφτηκε «Αντίο »

Το πλήθος των μεταμφιεσμένων είχε κάνει ένα κύκλο γύρω απ’ τη σκηνή του δράματος. Κάποιος φώναξε » Ω, νύχτα γεμάτη τρόμο»

Ο Ρικάρντο του έριξε μια αδιάφορη ματιά.

– Πάμε Όσκαρ, είπε, ο χορός τελείωσε.

Δεν ονειρεύτηκε ποτέ ξανά.

Advertisements

98 Σχόλια to “Ο χορός των μεταμφιεσμένων (διήγημα του gpointofview)”

  1. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    ..Μόνο στα όνειρά του, σ’ αυτά τα περίεργα όνειρά του, πότε με κλειστά και πότε μ’ ανοικτά τα μάτια ήταν πραγματικά ευτυχισμένος μαζί της. ..

  2. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για το πρώτο σχόλιο. Θα λείψω για μερικές ώρες, πάω μια βόλτα πριν αρχίσει η καταιγίδα εδώ.

  3. Γς said

    Μπράβο Τζί

    Ανεβασμένα πράγματα σήμερα

  4. Μια περίληψη της υπόθεσης για όσους δεν την ξέρουν

    Ο Ρενάτο, πιστός σύμβουλος του Ρικάρντο είναι στα χνάρια μιας συνομωσίας εναντίον του βασιλιά του που είναι ερωτευμένος με την γυναίκα του. κατηγιρεί την Ουλρίκε σαν μάγισσα αλλά ο θαλαμηπόλος του Οσκαρ πείθει τονΡικάρντο να την επισκεφτεί μασκαρεμένος. Εκεί ο Ρικάρντο μαθαίνει πως και η Αμέλεια τον αγαπά και πως θα σκοτωθεί από τον Ρενάτο που φυσικά δεν το πιστεύει και γελά. Συναντάται ένα βράδυ με την Αμέλειακαι ακούει το περιβόητο σάγαπώ από τα χείλη της και αποφασίζει να την στείλει μακριά με τον σύζυγό της για να μην την ατιμάσει. Ηαμέλεια όμως στην πιστροφή συλαμβάνεται από τους συνομώτες και ο Ρενάτο μη πιστεύοντας στην αθωότητα της Αμέλειας προσχωρεί στην ομάδα τους και στον αποχαιρετιστήριο χορό μεταμφιεσμένων σκοτώνει τον Ρικάρντο

  5. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Ο Τζι είναι φανατικός βερντιστής»…Και στην όπερα φανατικός; Έλεος! 😊

  6. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα, πού ωραίο!

  7. cronopiusa said

    πολύ ωραίο!

  8. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Μπράβο Gee, όταν δεν μιλάς για ποδόσφαιρο και ξεφεύγεις από τα κολλήματά σου, γίνεσαι δημιουργικός. Ωραίο διήγημα και περιγραφικό της ζωής όσων αντί απλά να συμμετέχουν σ΄αυτήν, την ονειρεύονται παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων και ικανοποιούνται που δεν είναι διαφορετική από την μίζερη δική τους ή φθονούν όσους απολαμβάνουν αυτά που οι ίδιοι ονειρεύονται.

    Αυτό που διέκρινα, είναι η έντονα ατομική ματιά στην φανταστική ιστορία που την επισκιάζει και αφαιρεί μεγάλο μέρος των χρωμάτων της.

    «και συνέχισαν να ζούνε τη ζωή τους κάτω από την καθημερινή μάσκα της ευτυχίας των, όπως γίνεται σ’ όλη την γκάμα των παντρεμένων.»
    Δεν είναι έτσι, η ζωή δεν είναι απόλυτη ούτε ασπρόμαυρη, δεν είναι η παντρειά που σκοτώνει την ευτυχία αλλά η από πρίν σκλαβωμένη σκέψη κι ο φόβος της ελευθερίας. Οι σκλάβοι είτε παντρεμένοι είτε ανύπαντροι, σκλάβοι είναι.

  9. Η όπερα αυτή είναι η τελευταία «ιταλική που έγραψε ο Βέρντι κσαι είναι η αποθέωση του μπελκάντο. Είναι συνεχής, δεν έχει άριες που θα μείνουν έντονα στην μνήμη, είναι ένα ονειρεμένο ταξίδι στον κόσμο της μελωδίας. Κάποτε έγραψα πως όποιος δεν την έχει ακούσει δεν δικαιούται είσοδο στον Παράδεισο..
    Μετά από αυτήν ο Βέρντι έγινε «Ευρωπαίος» με την «δυναμη του πεπρωμένου» στην αγία Πετρούπολη, Ιβηρας με τον ΔονΚάρλο και αργότερα παγκόσμιος με την Αΐντα στην Αίγυπτο. Πόν από δυο-τρεις όπερες τον χρόνο έγραφε μίακάθε τρία με πέντε χρόνια πριν επανέλθει με κενό 16 χρλονων (!) με τον σαιξπηρικό Οθέλλο και το κύκνειο άσματου με τον επίσης σαιξπηρικό Φάλσταφφ άλλα 8 χρόνια αργότερα. Μετά από τόσα δράματα Οθέλλος είναι δράμα αλλά με χαρούμενη μουσική (!) και ο Φάλσταφφ κωμωδία δείχνοντας έτσι και την φιλοσοφία που απέκτησε με την πάροδο του χρόνου ο συνθέτης.

  10. Νέο Kid said

    Από όπερες δεν κατέω πολλά ,αλλά από σαπουνόπερες κι οπερέτες συστήνω ανεπιφύλακτα την:
    Ο Μέγα-Τζης και το κατηραμένο ΠΟΚ

  11. # 5

    Ναι ρε φίλε είμαι φανατικός του ωραίου και του καλού. Και με την Ρεάλ γιατί αυτό που θα θυμάσαι από το φετεινό τσουλου δν θάναι τόσο ποιός το πήρε αλλά τα ψαλίδια του Ρονάλντο και του Μπέηλ γιατί μόνο η Ρεάλ πληρώνει παίκτες για να βάζει συχνά τέτοιας ομορφιάς γκολ. Εσύ κοίτα τις γκριμάτσες του Ρονάλντο που σε χαλάνε…

  12. Νέο Kid said

    Εγώ ξέρω πάντως ότι στην Πάτρα στα Μπουρμπούλια κουνέλια σκοτώνονται…δια πνιγμού.

  13. Ευχαριστώ όσους σχολίασαν (παντοιοτρόπως)

  14. # 8

    Λάμπρο όλοι μάσκες φοράμε. σε μερικούς που δεν αλλάζουν μάσκα αυτή γίνεται ένα με το πρόσωπό τους και νομίζουν πως δεν φοράνε. Απόδειξη γι αυτό που σου γράφω είναι τα όνειρά σου όπου ποτέ δεν βλέπεις το πρόσωπό σου κι αν τυχόν το δεις ποτέ, ξυπνάς από τον τρόμο νομίζοντας πωςθα πεθάνεις.
    Οταν συνειδητοποιήσεις πως φοράς μάσκα και το δεχθείς κερδίζεις πολλά χρόνια ωριμότητας παραμένοντας παιδί.

  15. Ατυχώς δεν χαμπαριάζω από όπερες, αν και μερικές φορές μ’ αρέσει ν’ ακούω. Θα κρίνω μόνο το διήγημα του Τζι: Τρεις χαρακτήρες ανώμαλοι-εγκληματικοί και μια γυναίκα …σαν όλες τις άλλες!

  16. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλογραμμένη διασκευή, αλλά » … Η αιτία φυσικά ήταν η εκούσια μη ενεργή συμμετοχή του στη κοινωνική ζωή.» Λάθος να φανερώνει ο συγγραφέας τα κίνητρα των ηρώων του. Αυτό είναι δουλειά του αναγνώστη. Ο συγγραφέας και ο ποιητής γράφουν και δημιουργούν, ο αναγνώστης ερμηνεύει και αποκωδικοποιεί.

  17. Κάποτε μικρός άκουσα αυτό το τραγούδι

    Μετά από κάποια χρόνια το ξανάκουσα από τον Ντύλαν εντελώς διαφορετικό, όπως νόμιζε αυτός πως θα έπρεπε να είχε γραφτεί.Αυτή ήταν η βασική ιδέα γιατο κείμενο που έγραψα. Προς θεού δεν σκέφτηκα τίποτε για την μουσική της όπερας.

  18. ΚΑΒ said

    >>– Η εταιρία πάνω απ’ όλα, έσκουξε περήφανος ο Όσκαρ

    Τ’ αφεντικά νάν’ καλά κι εμείς σκλάβοι τους! Τι ωραία που είναι η μίζερη ζωή μας!

  19. Ευχαριστώ για τα νεώτερα σχόλια

    # !5

    Με τους καλούς γράφεις μόνο παραμύθια !

  20. nikiplos said

    Ωραίο διήγημα με απρόβλεπτο τέλος. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι λιμπρέτο όπερας… Θα πρότεινα στον Τζι να το σκεφτεί… γιατί πρέπει ν’ αλλάξουν λίγο τα λόγια…

    Και ο τίτλος να είναι «μπουρμπούλια» ή κάτι τέτοιο… (Σας φαίνεται πεζός αλλά για τους γνωρίζοντες τα της παλαιάς Πάτρας δεν είναι).

    Η μουσική αφήνεται σε συνθετικά μυαλά… Εμένα μου άρεσε πάντοτε το προγκρεσίφ του συμπατριώτη μας Ντίνου Κωνσταντινίδη…

    καλημέρα σας…

  21. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    14 – Αυτή είναι η δική σου άποψη που ενδεχομένως να την ζείς κι όλας, δεν είναι όλοι έτσι όμως, είναι λάθος να κρίνουμε τα πάντα εξ ιδίων. Απόδειξη η δική σου «απόδειξη» δεν έχω ξυπνήσει ποτέ από φόβο μη πεθάνω γιατί δεν φοβάμαι τον θάνατο, έχω συμφιλιωθεί από μικρός μαζί του κι είναι ο καλύτερος σύμβουλος στην ζωή μου, είναι αυτός που στις πολύ δύσκολες στιγμές μου λέει χαμογελώντας, μη τα παρατάς, ΖΗΣΕ, κι είναι αυτός που στις όποιες στιγμές έπαρσης, υπερηφάνειας κι αλαζονείας, μου κλείνει το μάτι πάντα χαμογελώντας και του λέω, ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΙΟ.
    Είναι η αρρωστημένη θεοποίηση της ζωής κι η διεστραμμένη δαιμονοποίηση του θανάτου που κάνουν τελικά τους ανθρώπους άβουλους παρατηρητές της ζωής που φοβούνται να ζήσουν τρέμοντας μην πεθάνουν.

  22. # 21

    Εγραψα κάτι που ισχύει για τον πολύ κόσμο, το να μη φοβάσαι τον θάνατο είναι προσωπική σου υπόθεση. Το ζουμί όμως είναι αλλού.: αν δεις το πρόσωπό σου σε όνειρό σου θα τρομάξεις γιατί είναι άγνωστο στα όνειρά σου και το άγνωστο προκαλεί εγγενή φόβο.
    Απ όσα έχω βιώσει μπορώ να ξεχωρίσω ποιά αφορούν εμένα προσωπικά και ποιά αναφέρονται στον κοινό, τον μέσο άνθρωπο, Το τελευταίο το μαθαίνεις όταν μιλάς ανοικτά και ειλικρινά με όλους τους ανθρώπους γιατί κάποιοι θα ανταποκριθούν…άλλοι απλά (και στενόμυαλα) το εκμεταλλεύονται.

  23. # 20

    Ευχαριστώ

    το όνειρό μου ήταν να γράψω μια όπερα κι αυτό ήταν η αιτία να ασχοληθώ γενικά με το γράψιμο. Από μουσική δεν ξέρω, είχα βγάλει κάποιες μελωδίες για τραγουδάκια και κάποιους στίχουςπου μελοποίησε ένας συνάδελφος καλός μουσικός αλλά παρ’ όσα είπε ουδέποτε αποφάσισε να δουλέψουμε πάνω σ’ αυτά που είχα στα σκαριά οπότε πέρασαν τα χρόνια κι ο ενθουσιασμός μαζί και τα παράτησα

  24. spiral architect 🇰🇵 said

    Πολύ καλό, μπράβο!

  25. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένα ωραίο ποίημα, από έναν γλυκύτατο ποιητή, για τον φίλο Λάμπρο:
    ΠΙΕ ΣΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ (Λάμπρος Πορφύρας)

    Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,
    σε μι’ άκρη, τώρα π’ αρχίσαν ξανά τα πρωτοβρόχια,
    πιε το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,
    μ’ ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.

    Πιε το. Η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει
    που αν έρθει η Mοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,
    καημοί καινούργιοι αν έρθουνε να πεις να πιουν κι εκείνοι,
    κι αν έρθει ο Xάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.

  26. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    22 – » θα τρομάξεις γιατί είναι άγνωστο στα όνειρά σου και το άγνωστο προκαλεί εγγενή φόβο.»
    Η κατανόηση του αγνώστου, είναι που εξαλείφει τον οποιονδήποτε φόβο του, η κατανόηση και η αυτογνωσία του θανάτου μας κάνει αληθινά ανθρώπινους και δημιουργικούς, παύουμε να ζούμε παθητικά για τις μεγάλες στιγμές (που όσοι τις έζησαν ανακάλυψαν πως δεν είναι και τόσο μεγάλες, μάλλον ασήμαντες αποδεικνύονται) και ζούμε γεμάτα και καθημερινά με ανοιχτές αισθήσεις και συναισθήματα κι αυτό είναι το νόημα της ζωής για μένα.
    Είναι οι σταγόνες ζωής της καθημερινότητας που δεν μας αφήνουν να διψάσουμε γι΄αυτήν, ξεχνάμε όμως να τις γευτούμε προσδοκώντας να πιούμε το γεμάτο ποτήρι για να ξεδιψάσουμε, μόνο που τότε τελειώνει η ζωή μας και πεθαίνουμε τελικά και φοβισμένοι και διψασμένοι.

  27. # 26

    βρε Λάμπρο έχεις σκεφτεί ποτέ σου γιατί δεν βλέπεις τον εαυτό σου στα όνειρά σου ; μάλλον όχι από αυτά που γράφεις. Οταν δεις το πρόσωπό σου στα όνειρά σου θα τρομάξεις και λέγε ό,τι θέλεις. Το μεγαλύτερο θαύμα είναι ο άνθρωπος και ξέρεις γιατί ; Γιατί ενώ ΞΕΡΕΙ πως θα πεθάνει συμπεριφέρεται σαν αθάνατος. Αυτή είναι μια μάσκα που φοράμε όλοι αλλιώς πεθαίνουμε αυτοστιγμεί, θα υπάρχει ίσως καποια εξαίρεση…
    Μάθε για την ζωή και την σκέψη του Μπίμα που (στην μυθολογία) μπορούσε να επιλέξει την ημέρα που θα πέθαινε δηλαδή πρακτικά μπορούσε να είναι αθάνατος, θα σου ανοίξουν κάποιοι δρόμοι.

  28. Γς said

    Κι όπου Πάτρα στο λιμπρέτο της όπεραςτου Τζι διάβαζε Patrasso.
    Για το Γαλαξίδι το πήγαινε ο Πεσκατόρε (Πσαράς)

  29. # 28

    Πατράσσο

    Και ήμουνα στο Ρίο (το δικό μας) όταν με ρώταγε η γαλλιδούλα :

    – Νοπάκ ?
    – Κομμάν ?
    – Νοπάκ ?

    κι έκανα πολλή ώρα να καταλάβω πως ήθελε να πει Ναύπακτο…

  30. Ριβαλντίνιο said

    Λέω και εγώ, δεν σκεφτόταν ο λαλάκας ο Όσκαρ ότι θα έμενε άνεργος.
    Ωρε τι άρλεκιν ήταν αυτό ; G , αν έγραφες με γυναικείο ψευδώνυμο θα χεζόσουν στα φράγκα !!!

  31. sarant said

    Επανήλθα και βλέπω ότι ο Τζι δικαιωματικά με αντικατέστησε στα οικοδεσποτικά΄μου καθηκοντα οποτε τον ευχαριστω και εσάς για τα σχόλια!

  32. nikiplos said

    Αγαπητέ Τζι, η όπερα είναι για μένα το υπέρτατο είδος μουσικής σύνθεσης. Ίσως και το υπέρτατο είδος. Ως συναισθησιακός, μπορώ να βάλω και χρωστήρα με χρώματα που βλέπω, αλλά αυτό δεν αφορά παρά μόνο την μειοψηφία μας… Μια όπερα είναι το κυρίως θέμα, αλλά ύστερα είναι τα μέρη της, τα επιμέρους θέματατα, τα τραγούδια που μπορεί να είναι ευφυή και να κάνουν ΤΗΝ αφαίρεση κλπ. Φυσικά πάνω και πέρα από τα τραγούδια, πάνω κι από τα επιμέρους θέματα που μπορεί μια όπερα να περιλαμβάνει (δια την επίδειξη του συνθέτου βεβαίως βεβαίως· είναι κι οι φιγουρατζήδες βλέπεις). Ο Βέρντι Δωριεύς και ήταν υπερράνω όλων. Δεν συγκρίνεται με κανέναν κατά τη γνώμη μου…

    Από τα λόγια – το λιμπρέτο – την σύνθεση (τον χρωστήρα των χρωμάτων – συναισθημάτων, με τις διαφωνίες τους δλδ τις αταίριαστες συγχορδίες, ή συγχορδίες με ηθελημένα φάλτσα), τους κανόνες εισόδου εξόδου μουσικών θεμάτων που μπορεί να πηγαίνουν κόντρα στο κυρίως μέλος – συχνά ακούγονται ως «αντιδιαδήλωση», και τέλος το πιο σημαντικό, την ενορχήστρωση: Τα τροπαιοφόρα πνευστά που πρέπει να ανεβάζουν την αδρεναλίνη στα κρεσέντο, το κλάμα των εγχόρδων, την ηρεμία των βιολοτσέλων και των ευφώνιων κλπ…
    Θα μπορούσα να γράφω μέρες για τούτα όλα…
    Κάνω πάντα την αρχή στους αδαείς λέγοντας: Ακούστε το «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» του Σαββόπουλου και εναρμονιστε το. Οι περισσότεροι κάνουν κλασσικά λάθη φυσικά… Είναι αυτά τα φάλτσα που ηθελημένα έχει βάλει στο τραγούδι ο Νιόνιος…
    Αλλά ένα τραγούδι είναι μόνο το 1/100 μιας όπερας….

  33. nikiplos said

    Ίσως και το υπέρτατο είδος –> Τέχνης εννοούσα… 🙂

  34. # 32

    Συμφωνώ. η όπερα σαν συνέχεια της τραγωδίας είναι ό,τι το ανώτερο δημιούργησε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Κι αν οι τραγωδίες δεν έχουν ξεπεραστεί μετά από πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια είναι γιατί δεν εξελίχθηκε ακόμα στο επίπεδό τους η κοινωνία. Και μουσικά ο Βέρντι δεν ξέρω πόσα χρόνια θα κάνει να ξεπεραστεί. Το la donna e mobile -ήδη 165 ετών- ακούγεται σαν να γράφτηκε χθες και συγκινεί από μωρά μέχρι γέρους !
    Το μεγάλο πλεονέκτημα της μουσικής του Βέρντι είναι η ενορχήστρωση. Είναι γνωστό πως γινότανε δια ζώσης στις πρόβες πάνω στις μελωδίες που είχε γράψει και είναι αυτό που διαχωρίζει την μουσική του από τις άλλες σαν μια χειροποίητη ανάμεσα στις βιομηχανοποιημένες.

    κατά την γνώμη μου το καλύτερο κομμάτι της όπερας δτην καλύτερη εκτέλεση που το έχω ακούσει…

  35. Μικρό λάθος, εξαιρετική και η προηγούμενη εκτέλεση αλλά προστέθηκε κατά λάθος. Εδώ η σωστή :

  36. Πάνος με πεζά said

    Θα το διαβάσω με την ησυχία μου !

  37. ΣΠ said

    Ωραίο. Διήγημα με έντονες εικόνες και συναισθήματα.

    Μικρή διόρθωση. Αλλάξτε το «άρχιζε να σκεφτότανε» σε «άρχιζε να σκέφτεται».

  38. sarant said

    37 Σωστή η διόρθωση.

    35 Αυτό το ξέρω και είναι εξαιρετικό. Ξεκινάει σαν Τροβατόρε βέβαια 🙂

  39. Και κατά σύμπττωση ο Ρικάρντο ( Ρικιάρντου βραζιλιάνικα) μόλις τερμάτισε πρώτος στις φόρμουλες στο Μονακό !!

  40. # 38

    Νίκο, αν μελετήσεις τον Ομπέρτο, την πρώτη του όπερα θα βρεις τις ιδέες γιά τις περισσότερες όπερες του μέχρι και τον χορό των μεταμφιεσμένων. Ηταν το υλικό που είχε στο μυαλό του γι αυτό και τις έγραφε δυο-δυο και τρεις-τρεις.
    Μετά άλλαξε τρόπο γραφής επηρεασμένος ίσως από τις επιτυχίες του Βάγκνερ

  41. # 37, 38

    Εχετε δίκιο

  42. Ιερόδουλος said

    Τι κομμάτι! Πάντα με συγκινούσαν τα Σεξπυρικά κείμενα! (πάντα σας διαβάζω…Χάθηκα, λόγω φόρτου εργασίας στο …μαγαζί!)

  43. ΓιώργοςΜ said

    Δεν είμαι θιασώτης της όπερας και ίσως για το λόγο αυτό δεν το απόλαυσα όσο του άξιζε, το απόλαυσα όμως! Πολλές ευχαριστίες!

  44. loukretia50 said

    Gpoint :
    Γράφετε πολύ όμορφα, πραγματικά το χάρηκα και το υπέροχο απόσπασμα είναι μια αφορμή να δώσω μια νέα ευκαιρία στη συγκεκριμένη όπερα.
    Όμως αναρωτιέμαι αν είστε όντως ο ίδιος. Τελικά ποιά είναι η δική σας μάσκα?
    Διαφωνώ όμως με το σχόλιό σας :
    «‘Οταν συνειδητοποιήσεις πως φοράς μάσκα και το δεχθείς κερδίζεις πολλά χρόνια ωριμότητας παραμένοντας παιδί.»
    Αυτό δεν ισχύει. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από μάσκα, παρά μόνο για παιχνίδι. Αν συνειδητά την καθιερώσουν, δεν είναι πια παιδιά.
    Οι μεγάλοι τη χρειαζόμαστε, την επιλέγουμε ή μας επιβάλλεται και τελικά τη συνηθίζουμε. Μας απελευθερώνει, μας προστατεύει ή γινόμαστε θύματα της εικόνας μας.

    26 Λάμπρος
    Παραδόξως σήμερα συμφωνώ μαζί σας σε όλα.
    Αν και νομίζω πως είστε αθεράπευτα ρομαντικός για τον πλανήτη μας, εύχομαι να νοιώθετε αυτά που γράψατε και μακάρι να υπήρχαν αρκετοί σαν εσάς.

    Κι εγώ έχω δει τον εαυτό μου σε όνειρα – όχι συχνά βέβαια – αλλά ήταν μια ιδανική και νεότατη βερσιόν που με έκανε χαρούμενη. Μ’ αγαπώ υπερβολικά γιατρέ μου?

  45. sarant said

    Ξαναλέω ότι τη συγκεκριμένη όπερα δεν την έχω σε σιντί και ίσως την εχω ακούσει 2-3 φορές απρόσεχτα απο το γιουτούμπ, ενώ έκανα άλλα πράγματα. Τώρα που την ξανακούω, περιέργως μού είναι εξαιρετικά οικεία.

  46. ΚΩΣΤΑΣ said

    Όπερες, κλασσικές μουσικές, ετσετερά, δεν το κατέω το είδος, είναι ίδιον τοις αρστοκρασί.

    Ο Τζι είναι ανήσυχο πνεύμα και πολύπλευρο ταλέντο, όχι μόνο μπαοκτζής, 🙂 που κι εκεί κάποια δίκια έχει…

    Μ΄ άρεσε το διήγημα, έρωτες, μίση, φόνοι στα σαλόνια της εξουσίας. Μπαλ μασκέ στην Πάτρα. Καλύτερα, για μένα, θα ήταν στον Τύρναβο, με ήρωα του Μπουρανή, αλλά… γούστα είναι αυτά. 🙂

    Συγχαρητήρια Τζι και ευχαριστούμε!

  47. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλησπέρα κι ἀπὸ μένα.

    Εὐχαριστοῦμε τὸν Πσαρὰ γιὰ τὸ σημερινὸ διήγημα καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ δημοσίευση.

    Χαίρομαι νὰ βλέπω συνεργασίες ἀπὸ ἀναγνῶστες τοῦ ἱστολογίου. Αὐτὸ ἀποδεικνύει πὼς κάνει καλὴ δουλειὰ καὶ μᾶς βοηθάει νὰ βγάζουμε τὴ δημιουργικὴ πλευρά μας.

  48. leonicos said

    μα οι κάποτε ερωτευμένοι βρίσκονται και με τη μυρουδιά.

    Ατάκα αθάνατη

  49. leonicos said

    ο μεγαλύτερος χορός των μεταμφιεσμένων ήταν η κοινωνία, ειδικά των καλοβολεμένων

    κι αυτή γερή, αλλα όχι σαν την πρώτη την αθάνατη

  50. leonicos said

    κάτω από την καθημερινή μάσκα της ευτυχίας των

    μαζεύω ατάκες προς το παρόν

  51. leonicos said

    η πιθανότητα μιας εφήμερης γνωριμίας τους συγκινούσε αρκετά

    νάμπερ φορ

  52. leonicos said

    Θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να την φιλήσει ή να την πνίξει.

    αμέτρητες. ενδεικτικά μόνο

  53. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

  54. Ευχαριστώ για τα νεότερα σχόλια…

    Λεώνικε με κολακεύεις με τις ατάκες γιατί μου δείχνεις πως τόση ασχολία με τον Ντύλαν δεν πήγε χαμένη. Mια από τις κορυφαίες του για σένα :

    ever gone in the big way ?
    ever done the opposite of what the experts say ?
    ( tell me )

    από ερωτική εξομολόγηση είναι !

  55. leonicos said

    Δεν μπαίνω στην ουσία, διότι παρέλκει να πω αν μου αρέσει η όπερα ή όχι, αν μου είναι οικεία, το είδος εννοώ, και πόσο.

    Το μεγαλειώδες κατ’ εμέ είναι ότι δημιουργήθηκε ένα εξαιρετικό κείμενο, και αφήγημα επίσης, που θα μπορούσε όντως να μελοποιηθεί. Ή ν’ αναπτυχθεί σε λιμπρέτο και να γινει όπερα.

    Ωραίο στοιχείο επίσης είναι η ‘υψηλού επιπέδου’ κόντρα Λάμπρου – Τζι. Δεν ξερω αν καταλαβα τι σημαίνει ‘το να βλέπεις τον εαυτό σου στα όνειρά σου’ (επειδή τον βλέπω συχνά και σε διάφορες καταστάσεις) και αμφιβάλλω αν και αυτοί οι δυο καταλάβαιναν τι ακριβώς λένε και ‘πού’ διαφωνούν. Αλλά μαλώνουν ωραία.

    Τελικά

    Εξαιρετικό έργο Τζι! Συγχαρητήρια

  56. leonicos said

    Τζι

    δεν είχα σκοπό να σε κολακεύσω.

    Είναι εξαιρετικό διήγημα. Επιπλέον είναι ένα είδος γραφής που εγώ δεν το ξέρω ή τουλάχιστον δεν το υπηρετώ, (έχετε μερικά δείγματα από μένα εδώ, και μόλις θυμήθηκα ότι σου είχα υποσχεθεί τα διηγήματά μου αλλά δεν ξαναβρεθήκαμε από την Καθαρή Δευτέρα) και γι αυτό μπορώ να το δω πιο ψύχραιμα.

    Βέβαια, θέλει επιμέλεια. Αλλ’ αυτό είναι άλλο θέμα

  57. # 55

    Εννοώ πως δεν βλέπουμε το πρόσωπό μας Λεώνικε, ακριβώς όπως στο ξύπιο μας όταν δεν έχουμε καθρέπτη. Αλλά στα όνειρα το πρόσωπό μας δεν υπάρχει κι αν το δούμε θα πει πως έφυγε από το σώμα μας κι αυτό μας τρομάζει

  58. Πάνος με πεζά said

    Μου άρεσε, Τζι, μπράβο ! Βέβαια, μέχρι τώρα δύο στα δύο τελειώνουν με θάνατο, αλλά έτσι κι αλλιώς ο θάνατος είναι το πρώτο τέλος που μας έρχεται στο μυαλό ! 🙂

  59. # 58

    Ευχαριστώ Πάνο.

    …έτσι κι αλλιώς ο θάνατος είναι το πρώτο τέλος που μας έρχεται στο μυαλό … ο Ντύλαν διαφωνεί, εδώ το τραγούδι με τους΅ Γουότερμπόϋς

  60. Corto said

    Συγχαρητήρια στον Gpoint για το ωραιότατο διήγημα. Δυνατή πλοκή, ανατρεπτικό τέλος και απέριττη γραφή, χωρίς φλυαρίες.

    Θα ήθελα να ρωτήσω γιατί οι ήρωες δεν έχουν ελληνικά ονόματα, αφού τοποθετείται στην Πάτρα.

  61. Γς said

    46:

    >Ο Τζι είναι ανήσυχο πνεύμα και πολύπλευρο ταλέντο, όχι μόνο μπαοκτζής, 🙂 που κι εκεί κάποια δίκια έχει…

    Ο Τζι πάντα έχει δίκιο.
    Κι αν καμιά φορά έχει άδικο, δικαίως το έχει!

  62. Ιερόδουλος said

    60 Corto
    Καλή απορία. Και μένα μου δημιουργήθηκε, αλλά…είχα δουλειά , και ξέχασα να την γράψω.

  63. ΚΩΣΤΑΣ said

    42 > … Χάθηκα, λόγω φόρτου εργασίας στο …μαγαζί!)
    62 > … αλλά…είχα δουλειά

    Σε καιρούς ανεργίας, τόση δουλειά, μεγάλη τύχη 🙂

  64. Γς said

    48:

    >οι κάποτε ερωτευμένοι βρίσκονται και με τη μυρουδιά

    Αχ αυτή η τεστοστερόνη [που έχει κάργα ο Γς] και τα οιστρογόνα που για να πάρουν μπρος χρειάζονται τις φερομόνες.

    Κι ήταν η μουρλή Βουλγάρα μου, που ήθελε «ντα μιρίσατ» [να μυρίζει] τα ρούχα μου όταν έλειπα.

    Οσο για μια άλλη γυρίζω στον κοιτώνα που μέναμε και δεν την βρίσκω, μέχρι που ακούω κάτι περίεργους θορύβους στην [μεγάλη Αμερικάνικη] ντουλάπα και την πόρτα της ν ανοίγει από μόνη της.

    -Τι κάνεις μωρή κει μέσα;

    -Μύριζα τα ρούχα σου

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τζη, λογοτεχνικά έχει αρετές, καλά πας 🙂 , αλλά οι ήρωες είναι όλοι αντιπαθητικοί.
    Το τέλος ανατρεπτικό μεν αλλά ιδεολογικά απεχθές με τ΄αφεντικό εξολοθρευτή/θριαμβευτή!
    Ο χορός των συφοριασμένων.

  66. # 60

    E, από όπερα είναι, στην όπερα όλα είναι στην ιταλική κι ο Δυσσέας, Ουλίσε

  67. # 65

    Αν το καλοσκεφτείς, πέρα από τον κύκλο των φίλων και γνωστών σου, οι περισσότεροι αντιπαθητικοί είναι ! Η παρουσία αντιπαθητικών και συμπαθητικών χαρακτήρων σ’ ενα έργο είναι θέμα αναλογίας πραγματικότητας και φαντασίας. Στις χολυγουντιανές ταινίες από το 60 περίπου και μετά ο κανόνας είναι πως ο συμπαθητικός τύπος πεθαίνει πολύ πριν το τέλος του έργου (νομίζω πρώτη φορά στο Easy Rider), εδώ όμως ακολουθώ την πεπατημένη της όπερας ( drama con musica ). Πριν από τον χολυγουντιανό κανόνα οι καλοί χαρακτήρες υπάρχουν στα παραμύθια, με καλούς δεν γίνεται δράμα ούτε στις παρωδίες του όπως είναι το κείμενό μου.

  68. sarant said

    60-66 Είναι ένα προβληματάκι τα ιταλικά ονόματα αλλά το κάνει πιο εύκολο να δούμε τις αντιστοιχίες με τα πρόσωπα της όπερας (που οι περισσότεροι δεν την ξερουμε απέξω).

  69. Γς said

    69:

    Πρόβλημα ξεπρόβλημα έτσι ήθελε, και καλώς, ο Τζί να τα κρατήσει.
    Εκείνο όμως το Άι Πατράι τι το ήθελε; Ας το κάνει τουλάχιστονPatrasso για να ταιριάζει με τα ιταλικά ονόματα.

  70. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Αν το καλοσκεφτείς, πέρα από τον κύκλο των φίλων και γνωστών σου, οι περισσότεροι αντιπαθητικοί είναι !»
    Μα αν κανείς εξαιρεί τους φίλους και τους γνωστούς του, τότε όλοι οι άνθρωποι είναι συμπαθητικοί, αφού όλοι καποιανού είναι γνωστοί και φίλοι. Εκτός αν εννοείς ότι μόνο οι δικοί σου φίλοι και γνωστοί είναι συμπαθητικοί.
    «Πριν από τον χολυγουντιανό κανόνα οι καλοί χαρακτήρες υπάρχουν στα παραμύθια»
    Δηλαδή, στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίξπηρ, στο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα δεν υπάρχουν «καλοί»;

  71. nikiplos said

    @67, σωκρατικώς ειπείν, κακοί δεν υπάρχουν… Σήμερα στα μιλένιουμ, γνωρίζουμε πως υπάρχουν ψυχικά πορρωμένοι και διαταρραγμένοι, οπότε, είναι σχεδόν βέβαιο πως ο Σωφρονισμός του 21ου αιώνα θα γίνεται σε … (ειδικά) ψυχιατρεία με κοκτέηλ ουσιών, που δεν καταστέλουν, αλλά απλά απονευρώνουν… 🙂 aka κουρδιστό πορτοκάλι.

    Στα έργα βέβαια, ο ρόλος του κακού ήταν ανέκαθεν ο πιο δύσκολος. Φυσικά δεν μιλάμε για το μανιχαϊστικό Χόλυγουντ ή τον παλιό ηθικοπλαστικό ελληνικό κινηματογράφο, αλλά για σοβαρή απεικόνιση μιας ηθογραφίας. Ο κακός είναι ο πιο δύσκολος χαρακτήρας. Κακία χωρίς αιτία ίσον μη κακία, οπότε μιλάμε για πόνο, για στέρηση, για φλογερό πάθος/έρωτα αλλά ανεκπλήρωτο κλπ. Η απόγνωση, είναι η πρώτη εικόνα που μπορεί κανείς να δώσει σε έναν κακό και πλήθος έργων έχουν αυτήν την αφετηρία.

    Στις σύγχρονες κοινωνίες ενυπάρχει και το μίσος – βλέπε Ματιέ Κασοβίτσ ομώνυμη ταινία – που στην ουσία δεν αντικατοπτρίζει τίποτε άλλο παρά έναν εκ προοιμίου αποκλεισμό του μισούντος από όσα η κοινωνία του επιβάλλει ως σπουδαία (aka χλιδή, φράγκα, γκόμενες).

    (Πάλι οι φυλακές έχουν αποδειχθεί αποτυχημένο πρότζεκτ, η νευροεπιστήμη λέει ότι δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση, οπότε πεδίον δόξης λαμπρόν για τους μελλοντικούς ψυχιάτρους… 🙂 )

  72. # 60,66,68,69

    Για μένα περισσότερο από όλα η διατήρηση των ονομάτων είναι σεβασμός προς το κείμενο από το οποίο εμπνεύστηκα. το ίδιο έχω κάνει και με τους χαρακτήρες του Σουρή στα θεατρικά μου και χαίρομαι που σήμερα έμαθα πως το Aντιγονάκι κιη Ζηνοβία και τα άλλα ονόματα που χρησιμοποιεί ο Βάρναλης είναι πραγματικά, δείχνει σεβασμό προς την παρέα από την οποία εμπνεύσθηκε το τραγούδι.

    Το όνομα Amelia το απέδωσα Αμέλεια για να γίνει λογοπαίγνιο με την σημασία του (πραγματικού) ονόματος Εμμέλεια

  73. dryhammer said

    Τώρα που κατάκατσε η σκόνη των σχολίων, να δώσω κι εγώ τα συγχαρητήρια για το όμορφο κείμενο. Άσχετος ων περί όπερας το απόλαυσα σαν αυτοτελές διήγημα. Μετά σκέφτηκα να μαζέψω τις ατάκες που μού ‘καναν εντύπωση (όπως έκανε ο Λεώνικος), αλλά προτίμησα να αναφερθώ στην πρώτη που με τράβηξε για να το διαβάσω όλο -αλλιώς θα το παρατούσα.

    > Είχε ένα βάρος ανυπόφορο στο στήθος – τι ειρωνεία – το βάρος της εντελώς άδειας καρδιάς.

    Βαρύ το γαμημένο το κενό – κι ας λένε…

    Απορία μου (νά ‘χουμε να λέμε):

    Τι θα ήτανε πιο καλό για τη συγγραφή,
    α) να απομονωθεί ο Τζί κάμποσο καιρό χωρίς καθόλου μπάλα, ούτε αναφορά ούτε τίποτα ή
    β) το εντελώς ανάποδο, να βλέπει και να μιλά γι αυτήν συνέχεια μα συνέχεια (άχρι κόρου)

    και μετά να γράψει

  74. Γς said

    73:

    Τα ποτά και τα τσιγάρα [κι η μπάλα]

  75. # 73

    Φίλτατε (ευχαριστώ για το σχόλιο)

    Επαγγελματική διαστροφή (τόσα χρόνια καθηγητής) η καταπολέμηση της αδικίας. Οπου αδικία και η φωνή μου ! Ο ΠΑΟΚ με τα πολλά έφιαξε μια καλή ομάδα που δεν δικαιώθηκε φέτος. Νομοτελειακά σε ν-1 χρόνια θα πάρει το πρωτάθλημα και δεν θάχει νόημα να γράφω σε ελληνικά σάϊτ για την αδικία , οπότε θα γράφω σε ευρωπαϊκά για την αδικία μέχρι την κατάκτηση κάποιου ευρωπαίκού τίτλου !!

  76. dryhammer said

    75. και το γδί Νικολή

  77. Corto said

    72:
    Ευχαριστώ για την απάντηση. Εύστοχη η συσχέτιση με τα ονόματα της όπερας. Σκέφτηκα ότι και η αντίφαση μπορεί να λυθεί, π.χ. αν φανταστούμε ότι το διήγημα διαδραματίζεται προπολεμικά και οι ήρωες είναι Ιταλοπατρινοί.

  78. Πέπε said

    > > …της νιουγιορκέζικης Μαφίας

    Νεοϋορκέζικης λέμε. Προφέρουμε με τόλμη τέσσερα φωνήεντα στη σειρά, ακριβώς όπως κάνουμε και όταν λέμε «Νέα Υόρκη».

    Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου η γλώσσα μας αποφεύγει τη χασμωδία, αλλά δεν την απαγορεύει και γενικά!

  79. sarant said

    Στη Νέα Υόρκη σταματάμε ανάμεσα στις δυο λέξεις. Υπάρχουν ΄μερικές τετοιες χασμωδίες αλλά δεν ειναι κάτι το ωραίο. Τέλος πάντων, εγώ το νιουγιορκέζος το χρησιμοποιώ από τότε που μετάφραζα Χάμετ πριν απο 30 χρόνια, δεν θα το αλλάξω τώρα.

  80. Πέπε said

    Συγγνώμη που το πρώτο μου σχόλιο δεν αφορούσε, ως ώφειλε, την ιστορία του Τζι.

    Εύγε για την πρωτοβουλία να μιλήσεις με δικά σου λόγια για κάτι που τόσο αγαπάς, το οποίο αποτελείται από «λόγια» (συμπεριλ. της μουσικής) άλλων. Ευχαριστούμε που μας το χάρισες.

    Δε γνωρίζω το πρωτότυπο ώστε να καταλάβω την αναλογία που δίνεις στο #17 (Ρόι Πίτερσον > Μπομπ Ντίλαν), αλλά …τα τραγούδια του #17 δεν είναι το ίδιο τραγούδι! Υπάρχει απλώς ένας στίχος κοινός, το όνομα της κοπέλας κοινό, και ;ίσως μια γενική αίσθηση ρυθμού του λόγου που είναι κοινή. Από κει και πέρα, άλλα λόγια με άλλη μουσική. Άλλωστε, το τραγούδι του Ρόι Πίτερσον είναι από εκείνα που δε θα είχε νόημα να παιχτούν αλλιώς, αφού η πρωτοτυπία τους δεν έγκειται ούτε στη σύνθεση ούτε στους στίχους αλλά στην εκτέλεση. Πράγματι, το παλιό τραγούδι, από λόγια δεν είναι παρά μια ανακύκλωση στερεότυπων στίχων της εποχής -και δεν το λέω μειωτικά, ήταν ένα μουσικό είδος που περιλάμβανε αυτή την ανακύκλωση στους κανόνες του- ενώ του Ντίλαν είναι πιο ποιητικό.(Παρά ταύτα βλέπω ότι στα κρέντιτς ο Ντίλαν το δίνει ως «adapted & arranged» από τον εαυτό του – χωρίς όμως να αναφέρει τους δημιουργούς του πρωτοτύπου.)

  81. Πέπε said

    Συγγνώμη που το δεύτερό μου σχόλιο αγνοεί το #79, που απαντά στο πρώτο μου, αλλά δεν το είχα δει! 🙂

    Νίκο, αν το χρησιοποιείς τόσο πολύ καιρό θα το έχεις συνηθίσει. Εμένα μου ακούγεται φτιαχτό. Όσο για το ωραίο, ομολογώ ότι δε βρίσκω το «νεοϋορκέζικο» ιδιαίτερα ωραία λέξη, αλλά όταν πρέπει να βγει ένα μονολεκτικό πατριδωνυμικό από ένα όχι μονολεκτικό τοπωνύμιο τα πράγματα στενεύουν (πώς λέγεται άραγε όμορφα ο κάτοικος των Άνω Νέων Λιοσίων;).

    Καλό ή κακό όμως, το έχω συνηθίσει κι εγώ από την πλευρά μου.

    Νομίζω πάντως ότι έχεις υποστηρίξει (και αν ναι, συμφωνώ μαζί σου – αν όχι, συμφωνώ μόνος μου 🙂 ) τα εξελληνισμένα ονόματα ξένων πόλεων, όταν είναι καθιερωμένα, π.χ. Νέα Υόρκη αντί Νιου Γιορκ.

  82. Πέπε said

    #80 > > Ρόι Πίτερσον…

    *Ρέι* (Δύο φορές!)

  83. Γς said

    72:

    >Το όνομα Amelia το απέδωσα Αμέλεια για να γίνει λογοπαίγνιο με την σημασία του (πραγματικού) ονόματος Εμμέλεια

    «Η Amelie είναι σερβιτόρα στο bistrot «Δύο Ανεμόμυλοι» στη γραφική περιοχή της Μονμάρτης. Στην πολυκατοικία της δεν γνωρίζει κανένα αλλά αυτό σύντομα θα αλλάξει. Βρίσκει στο διαμέρισμά της ένα κρυμμένο κουτί με διάφορα αντικείμενα. Αντικείμενα που όπως φαίνεται είχε κρύψει κάποιο παιδί πριν από πολλά χρόνια. Αποφασίζει λοιπόν να βρει αυτόν τον άνθρωπο και να του επιστρέψει τις αναμνήσεις του. Μετά από αυτό η ζωή της θα αλλάξει για πάντα.»

  84. Γς said

    Κι αυτό το βλέμμα της…

  85. # 80

    Πέπε, αν δεν γνωρίζεις το πρωτότυπο…θυσίασε 2 ώρες και κάτι να το απολαύσεις, δεν θα μετανοιώσεις. Θα σου πρότεινα την παρακάτω εκτέλεση που πλησιάζει την καλύτερη(*) που έχω δεί που δεν υπάρχει στο γιουτιούμπ κι έχει και αγγλικούς υπότιτλους γιατί ούτε Ιταλός δεν βγάζει τα λόγια στις όπερες.
    (*)Την είχα γράψει σε σιντί πριν από αρκετά χρόνια αλλά απομαγνητίστηκε με τα χρόνια

  86. # 48

    Αντε, ας το γράψω…

    Ο Λεώνικος έχει απίθανη μύτη, αν ισχύει η μετεμψύχωση σε ζώα τότε κάποτε θα ήταν λαγωνικό…μα οι κάποτε ερωτευμένοι βρίσκονται και με τη μυρουδιά…
    Δεν το φαντάστηκα, το έζησα σε εποχή που ήμουνα (αλληλο- σκέτο δεν γίνεται)κτυπημένος από (ερωτικό) κεραυνό. Είπαμε να περάσουμε λίγες μέρες χώρια, είχα δυο μέρες να την δω, στα πρόθυρα της τρέλλας, δεν είχα αέρα να αναπνεύσω. Τηλέφωνο στο καφενείο του χωριού να την φωνάξουν «θα ξαναπάρω σ’ ένα τέταρτο». Ποκίστα, ένα περίπου χωριό με καμιά δεκαριά σπίτια ατάκτως ερριμμένα, ορεινή Ναυπακτία, αρχές του 90, καλοκαίρι.
    » Ελα το απόγευμα στη Ναύπακτο»
    Ούτε ώρα, ούτε μέρος, ούτε τι ώρα είχε λεωφορείο για Ναύπακτο σκέφτηκα να ρωτήσω. Στις 6 ξεκίνησα από Γαλαξίδι, στις 7 έφτασα και πάρκαρα. Περπάτησα λίγο και βρήκα μια θέση σ’ ένα πεζούλι που μου άρεσε και κάθισα να την περιμένω, γαλήνιος.
    Σε δυο-τρία λεπτά την είδα νάρχεται…

  87. Γς said

    Δεν το κατάλαβα. Σε βρήκε απ την όσφρηση; Για τη λαχτάρα σου το καταλαβαίνω.

  88. Γς said

    Εν πάσει περιπτώσει μου θύμισες αυτό που είχα γράψει εδώ:

    https://sarantakos.wordpress.com/2015/08/11/axtos-48/#comment-305189

    Μια μέρα που τα είχα κοπανήσει για καλά [τον καιρό που έπινα] με κάλεσε ξαφνικά το καθήκον:
    Με πήρε τλφ η φίλη μου η Α. από την Πάτρα.

    Σε χρόνο μηδέν βρέθηκα στα διόδια της Ελευσίνας, όπου με πλησιάζει ένα γεροντάκι και με ρώτησε αν μπορώ να τον πάρω μέχρι την Πάτρα.

    -Βάλε ζώνη! Κρατήσου καλά.

    Με χίλια!

    Στην αρχή η αναπνοή του, μετά οι σφυγμοί του, τα δόντια του έτριζαν, τα μάτια του που κοιτούσαν με τρόμο την άσφαλτο.

    Και σαν φτάσαμε άρχισε να τρέχει. Μάλλον για τουαλέτα

  89. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως ήμουνα σίγουρος πως θα με βρει ή θα την έβρισκα εγώ. Με πρόλαβε.

  90. Γς said

    >Ξέρω μόνο πως ήμουνα σίγουρος πως θα με βρει ή θα την έβρισκα εγώ.

    Ρε συ, με έκανες και ανατρίχιασα,

    Είχα χαθεί για καλά με την δικιά μου στη Λιλ. Σκαστή απ τον άντρα της αυτή, στον κόσμο μου εγώ.

    Και δεν μας έπιασε πανικός. Βρεθήκαμε. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο ξαφνικά σε άσχετο σημείο της μεγάλης πόλης

  91. Γς said

    Καμιά φορά όμως η όσφρηση δεν βοηθάει και τόσο

    https://caktos.blogspot.gr/2010/12/1988-jfk.html

  92. # 90

    Εσύ είσαι του γκολ κι εγώ του ωραίου παιχνιδιού, το καθένα έχει την (διαφορετική) χάρη του. Μερικά πράγματα δεν λειτουργούν μέ όλους. Το πρώτο ραντεβού με την πρώην μου ήτανε μεσημέρι στο Σύνταγμα, στην στάση ττου τρόλλεϋ κι οι δυο Κυψέλη μέναμε. Πήρα το τρόλλεϋ, κατέβηκα στου τότε Παπασπύρου και περίμενα. για τρία τέταρτα. Δεν ήρθε και ανέβηκα προς τον Εθνικό Κήπο να πάρω το τρόλλεϋ της επιστροφής οπότε την βλέπω να περιμένει στην στάση. Είχε πάει πρώτα στο Παγκράτι και γυρίζοντας περίμενε στωικά στην στάση του τρόλλεϋ στο Σύνταγμα, από την άλλη μεριά…
    Μικρός ήμουνα για να αξιολογήσω κάποια πράγματα, όχι πως δεν πέρασα καλά κάποια χρόνια μαζί της, αλλά να, βλέπεις τα λόγια δεν φτάνουν για να συνενοηθείς με έναν άνθρωπο μερικές φορές και με κάποιον άλλον ακόμα και τα βλέμματα περισσεύουν !

  93. nikiplos said

    1987 και εγώ με παπί τρικάβαλο, αυτή με ΚΤΕΛ. Ραντεβού στα Μάλια-Χερσόνησος. (Σκέφτηκα ότι θα είναι κάποιο χωριό, τι διάολο στο κεντρικό καφενείο θα αφήνει…Κανείς μας δεν είχε ξαναπάει, για να δώσουμε ραντεβού σε σταθερό σημείο). Και βρέθηκα να γυρίζω απεγνωσμένα τα Μάλια, το απέραντο μέρος από το ένα άκρο στο άλλο, με σωστή διαδήλωση από Τουρίστες, πιωμένους κλπ, μέρα μεσημέρι. Λέω να χαθήκαμε τελικά… Σε μια ακόμη βόλτα την είδα που περπατούσε σε ένα απίθανο στενό…

    Αλήθεια το αντίθετο σας έχει συμβεί? Να δώσετε ραντεβού σε κάποιο μπαρ ας πούμε και να είστε μέσα για πάνω από μια ώρα, χωρίς να γνωρίζετε ο ένας ότι ο άλλος έχει έρθει?

  94. Γς said

    93:

    Νίκιπλε, αυτό που σου άφησαπροχτες, το είδες;

  95. nikiplos said

    @95, όχι τώρα το είδα! Ευχαριστώ για την ειδοποίηση…

  96. Γς said

    95:

    Εννοώ για τη διόρθωση του ονόματος

  97. nikiplos said

    Αγαπητέ Γσ, Σωστά! Το Αίζενχάουερ βλέπεις…
    Και φυσικά (μικρός που είναι ο κόσμος) στο Παρίσι είχα (τυχαία) γνωρίσει και την «έτσι» του κου Μπακόπουλου, την οποία όμως δεν παντρεύτηκε. Κι αυτή το είχε παράπονο… Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία… Για μένα υπήρξε μεγάλος δάσκαλος..

    splines για interpolation?

  98. loukretia50 said

    ΛΑΜΠΡΟ,
    Μόλις τώρα, με αφορμή τη σημερινή συζήτηση και
    την πολύ επιφυλακτική στάση σας, ξαναδιάβασα το σχόλιο 44 και συνειδητοποίησα ότι έχετε δίκιο αν ενοχληθήκατε. Η διατύπωση ήταν βιαστική και κατέληξε άστοχη , γιατί αφήνει περιθώρια να νομίσετε πως αμφισβητώ την ειλικρίνειά σας, ή – ακόμα χειρότερα – σας ειρωνεύομαι. Δεν είχα καμιά τέτοια πρόθεση. Το αντίθετο ακριβώς, γιατί αυτό που ήθελα να πω ήταν:
    «Εφόσον νοιώθετε αυτά που γράφετε, μακάρι να υπήρχαν αρκετοί σαν εσάς.»
    Δεχθείτε παρακαλώ τη συγνώμη μου και … πετάξτε ελεύθερα !

    ΥΓ1 Δεν έχω αρκετή εμπειρία από διαδικτυακές συζητήσεις. Πήρα φόρα λοιπόν, καλώς ή κακώς, αλλά δεν έχω συνηθίσει να είμαι διαρκώς συνδεδεμένη. Το αποτέλεσμα ήταν , για δεύτερη φορά (κι εύχομαι να μην τριτώσει !), με μια τυχαία, ανεπαίσθητη κίνηση να …φύγει το κείμενο πριν προλάβω να το ξαναδώ. Πήρα το μάθημά μου.

    ΥΓ2 Υποψιάζομαι πως έπαθα ό,τι με τη μητέρα μου…. Θύμωνε και δε μου μιλούσε μέχρι να συνειδητοποιήσω το λάθος μου. Απλά έκοβε παροχή. Δεν υπήρχα. Στην κοσμάρα μου κι εγώ , συνήθως αργούσα να καταλάβω τι φταίει. Και ήταν αρκετές οι φορές που ζητούσα συγνώμη για κάτι και αποδεικνύονταν πως όχι μόνο δεν είχε θυμώσει γι΄αυτό, αλλά της έδινα κι άλλη αφορμή, χειρότερη!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: