Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2018


Πριν από ένα χρόνο, τέτοια εποχή, είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τις αναμνήσεις του φίλου μας του Dryhammer από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ναυτικός το 1994. Πρόσφατα, συζητήσαμε στο ιστολογιο για την Κίνα, κι αυτή η συζήτηση θύμισε στον Dryhammer το ταξιδι που είχε κάνει στην Κίνα αμέσως μετά το Μούρμανσκ, και του έδωσε το ερέθισμα να καταγράψει τις αναμνήσεις του -κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας αφήγημα, που με πολλή χαρά το παρουσιάζω.

Ο Dryhammer ξέρει να αφηγείται, κάνει ευστοχες παρατηρησεις, αλλά και φροντίζει να εξηγήσει, στο τέλος του αφηγήματος, τις δύσκολες ναυτικές λέξεις. Καθώς μου έστειλε και τις συνοδευτικές εικόνες, ο δικός μου ρόλος στο σημερινό άρθρο είναι διακοσμητικός -καθολου δεν με πειράζει αυτό, αφού βρίσκομαι κι εγώ σε ένα μικρό ταξίδι, πολύ πιο κοντά όμως. Έβαλα δυο ετυμολογιες και θυμίζω πως τα γκρένια είναι οι γερανοί (cranes) που φορτώνουν τα καράβια.

 

Η ΚΙΝΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ

To Μ/V ΝΙΚΟΛΑΣ, 45άρι bulk carrier, είχε αποπλεύσει από το Μούρμανσκ της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, φορτωμένο με 42000 τόνους σίδερα για την Κίνα. Ήτανε τέλη Ιούνη του ’94 και λογαριάζαμε πως σε 38 – 40 μέρες (μέσα Αυγούστου) θα μπαίναμε στα κινέζικα νερά. Λιμάνι κατάπλου η Huangpu (ή Whampoa).

Καβατζάραμε το Βόρειο Ακρωτήριο κι όλο Νότια ανοιχτά της Νορβηγίας, περάσαμε τη Μάγχη με την κίνησή της από εμπορικά και φέρι, περάσαμε και το Μπέι ήσυχα παρά την κακή του φήμη και μπήκαμε από τα στενά του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Άλλος ουρανός, άλλος ήλιος, άλλα νερά. Δικά μας. Από το Γιβραλτάρ ως έξω από την Κρήτη βρήκαμε θάλασσα (λόγω μελτεμιών κυρίως) αλλά όλα φαίνονταν οικεία και πιο εύκολα. Έξω από τον Αγ. Νικόλα αγκυροβολήσαμε για λίγο για φρέσκα(2), εξωτικά καρπούζια και ροδάκινα και ντουγρού για Πορτ Σάιντ να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ. Περάσαμε  και το Σουέζ, ψηθήκαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, καβατζάραμε και το Άντεν, περάσαμε νότια απ’ τη Σοκότρα (όπου, κατά τους παλιούς και τον Καββαδία, είχε πειρατές κανίβαλους που πριν φάνε τους αιχμάλωτους ναυτικούς, τους σφυρίζαν κι έναν για να μαλακώσει το κρέας τους) και βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ για Σιγκαπούρη. Άγκυρα στη ράδα της Σιγκαπούρης, μπόνκερ(1), στόρια(2), λεφτά για το βαπόρι και το πλήρωμα, μπομπότηδες(3), ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη) και μετά από 6 – 7 ώρες, φουλ αχέντ(4)  για Κίνα.

Σ’ όλο το δρόμο από το Μούρμανσκ, η πιο συχνή συζήτηση ήταν για το τι θα βρούμε εκεί. Οι περισσότεροι δεν είχαν ξαναπάει ενώ μερικοί μεγαλύτεροι που πήγαν κάποτε, ήτανε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, και διηγόταν ιστορίες ζοφερές για το σκληρό καθεστώς, τα εκατομμύρια ποδήλατα, τις πόρνες της Σαγκάης που τις έριξε ο Μάο από τ΄ αεροπλάνο, τις στολές που φορούσαν όλοι, την κομουνιστική πειθαρχία κι άλλα τέτοια με θαυμασμό ή με φρίκη, ανάλογα με την ιδεολογία του καθενός. Πάντως τα ίδια έλεγαν όλοι πάνω κάτω, στην επίγευση διαφωνούσαν. Πρόσφατα δεν είχε πάει κανείς, ούτε ήταν ακόμα γεμάτη η αγορά από προϊόντα φτιαγμένα εκεί είτε από γνωστές φίρμες είτε από κινέζικες. Τα ψώνια τους ήταν σετ φλιτζάνια, μεταξωτά και κλουαζονέ βάζα όπως και την εποχή του Μάρκο Πόλο. Εγώ ήξερα κάτι ολίγα από κάνα σπάνιο ντοκιμαντέρ από κείνα που είτε εκθείαζαν την φιλοσοφία και την επιστήμη της αυτοκρατορικής, αρχαίας και μεσαιωνικής, Κίνας είτε καυτηρίαζαν την καταπίεση στο Θιβέτ. Ά και την Κίνα του Αντονιόνι πού είδα φοιτητής 10-12 χρόνια πριν, με τους χαρούμενους Κινέζους, όλους με κάποιας μορφής στολή, να δουλεύουν σε χωράφια κι εργοστάσια. Είχα και τις εντυπώσεις από το Μούρμανσκ της μετασοβιετικής Ρωσίας νωπές και δεν ήξερα τι να περιμένω. Κυριακή κοντή γιορτή όμως, σε μια βδομάδα – δέκα μέρες από τη Σιγκαπούρη, όλες οι απορίες θα λύνονταν.

Πριν ακόμα σηκώσουμε άγκυρα από τη Σιγκαπούρη, νύχτα πια, άρχισαν οι αντιπειρατικές προετοιμασίες. Επειδή το βαπόρι και το πλήρωμα είχαν πάρει λεφτά (οι Έλληνες έστελναν έμβασμα στο σπίτι μέσω της εταιρίας κάθε μήνα, ενώ οι ξένοι έπαιρναν τα οφειλόμενα στο χέρι και κανόνιζαν εκείνοι πώς και πόσα θα στείλουν) και λεγόταν ότι οι πειρατές είχαν τις άκρες να το ξέρουν, υπήρχε ο φόβος πιθανής επίθεσης. Όπλα στο πλοίο δεν υπήρχαν και καλύτερα δηλαδή, οπότε οι άμυνες ήταν αυτοσχέδιες. Μάνικες με τα ρουξούνια προς τα έξω σε καίρια σημεία, φώτα γύρω γύρω στο κατάστρωμα σαν επιτάφιος, κι ο Θεός βοηθός. Βάρδιες και στα δυό φτερά, τα ραντάρ δούλευαν έτσι κι αλλιώς, γιατί από τη Σιγκαπούρη περνάνε τα μισά πλοία της παγκόσμιας εμπορικής ναυτιλίας κι όλοι στην τσίλια.

Οδηγίες και συμβουλές: Μην κάνεις το μάγκα, μην το παίξεις άντρας. Εσύ έχεις μόνο τα χέρια σου κι αυτοί μαχαίρια κι αυτόματα. Άσε 100-150 δολάρια στο συρτάρι να τα πάρουν και να φύγουν και χώσε τα υπόλοιπα.  Όχι καθόλου, ούτε μόνο 10-20 γιατί θα σε σφάξουν για να τους πεις πού τά ‘χεις.

Απορίες: Και πώς θ’ ανέβουν στο βαπόρι 10-12 μέτρα πάνω απ το νερό, με ελικόπτερο; Είναι λέει κάτι βαρκάκια δήθεν ψαράδικα δεμένα πλώρη με πλώρη μ’ ένα σκοινί 60-100 μέτρα, χαλαρό κάτω απ το νερό. Το σκοινί το πιάνει η μπάλα(5) του βαποριού κι όπως κινείται τα παρασύρει και κολλάνε μόνα τους στα πλάγια του. Τότε σκαρφαλώνουν με γάντζους στην κουβέρτα κι αν δουν και κανένα κεφάλι να κουνιέται ή και προειδοποιητικά ρίχνουν και καμιά ριπή. Άμα είναι ξύλινα δεν τα πιάνει το ραντάρ, γι αυτό και οι βάρδιες και τα φώτα και ίσως τους αποτρέψει η πίεση του νερού που ανοιγοκλείνει και ρυθμίζεται από μέσα.

Ευτυχώς δεν συνέβη τίποτα και συνεχίσαμε το ταξίδι χωρίς να διαπιστώσουμε την αποτελεσματικότητα των μέτρων.

Δυό μέρες μετά τη Σιγκαπούρη, μας ήρθε το μαντάτο πως θα ξεφορτώναμε ένα μέρος του φορτίου στην Xiamen γιατί στη Huangpu δεν μας παίρναν τα νερά κι έπρεπε να ξαλαφρώσουμε, να σηκωθεί το βαπόρι(6). Οι ναυλωτές το ξέρανε βέβαια από την αρχή αλλά μας φόρτωσαν όσο μας έπαιρνε για να μην έχουμε πρόβλημα στο Σουέζ, κι είχαν ένα μήνα μπροστά τους για να βρούνε λύση. Την Xiamen την θυμόμουνα από τις ειδήσεις, που είχε πάει ο Σαρτζετάκης επίσημη επίσκεψη το ’88 και γύρισε με ένα κοντέινερ πράματα. Η αλλαγή λιμανιού δεν έφερνε ιδιαίτερες αλλαγές στην πορεία γιατί θα συνεχίζαμε στην ίδια, αλλά θα προσπερνούσαμε την Huangpu και κάπου απέναντι στην Taiwan, ήταν η Xiamen.

Τώρα πια πλέαμε ανοιχτά των κινέζικων ακτών. Τα νερά θολά κίτρινα γιατί εκβάλλουν ποτάμια, οι ακτές αμμουδερές κι αμπάσες(7), τη μέρα κάτι λίγα πλοία κυρίως εμπορικά αλλά μόλις σκοτείνιαζε… Εκεί, λόγω μικρού πλάτους, σκοτεινιάζει γύρω στις έξι κι έξι το πρωί φέγγει πάλι. Με το που κάνει ο ήλιος να πέσει, εμφανίζονται από το πουθενά χιλιάδες ψαράδικα. Μικρά σαν τα καΐκια τα δικά μας, ξύλινα κατά κόρον και, αν δε ρίχνουν ή μαζεύουν, σκοτεινά.  Βάρδια στη γέφυρα με τον άλτη(8) στο χέρι και τα ραντάρ ανοιχτά. Όσα χτυπάει το ραντάρ, γιατί δεν τα πιάνει όλα, κάνουν την οθόνη σα να καθαρίζεις φακές. Αν έχεις τόπο τα αφήνεις από τη μεριά της στεριάς αλλιώς κάνεις  ζικ ζακ ανάμεσά τους ενώ παρακαλάς να μην έχει ομίχλη γιατί δεν θα πάρεις χαμπάρι πότε τον έβαλες από κάτω. Και μόλις κάνει πως χαράζει,  χάνονται όπως εμφανίστηκαν. Ά ναι, κι όλη τη νύχτα κάποιος τραγουδάει κινέζικα στο 16 του VHF περιμένοντας να του την πουν, για ν’ αρχίσει τα φακοφίκια(9) σε αγγλικά πιο φρικτά κι απ’ το τραγούδι του.

Νύχτα φτάσαμε στη ράδα της Xiamen. Το πορτ-κοντρόλ, οι λιμενικές αρχές να πούμε, μας είπε να βρούμε όπου έχει τόπο, μια και είχε κάμποσα πλοία στην άγκυρα, και να φουντάρουμε. Κοιτάζαμε τα βάθη στο χάρτη, να βρούμε που μας παίρνει στο βύθισμα, σε απόσταση ασφαλείας από τα άλλα βαπόρια αλλά και την ακτή, βρήκε ο καπετάνιος κάπου παράμερα και φούντο. Αρχές για το πρατιγάρισμα(10) θα έρχονταν την επομένη ίσως, μπουνάτσα, φτάσαμε επιτέλους, ας καλμάρουμε γι απόψε και, με της μέρας τα μάτια, θα βλέπαμε τι είναι εδώ. Οι παλιότεροι άρχισαν πάλι τις ιστορίες για την Κίνα που γνώρισαν, έτσι για να σπάσει η λαχτάρα για στεριά μετά από 40τόσες μέρες ταξίδι και να εξάψουν και την περιέργεια στους άλλους  για τον εξωτικότερο των προορισμών, με μόνιμη επωδό (ιδίως των παλιών κομμουνιστών) «εδώ δεν είναι σαν τη Ρωσία» που είχε «ξεπέσει» από τα ιδεώδη, «εδώ έχει τάξη κλπ κλπ». Η τηλεόραση έπιανε κάνα δυό κανάλια, φυσικά κινεζόφωνα, που είχαν ειδήσεις, κάποια ιστορική σειρά (υποθέτω, μια και δεν έπιανα, ούτε και κάνας άλλος δηλαδή, Χριστό απ’ τα λεγόμενα, αλλά όλοι φορούσαν ρούχα εποχής- ποιάς; – και μάλωναν με σπαθιά και κοντάρια). Οι Φιλιππινέζοι κι οι Ινδονησιάνοι έβρισκαν παράξενα τα ιδεογράμματα, μιας κι έχουν λατινικά αλφάβητα στα μέρη τους κι όταν με ρώτησαν τους απάντησα σοφά: “These no letters, ρε, this is chicken scratching”. Αργότερα ανακάλυψα πως, σύμφωνα με την παράδοση, ο σοφός τάδε εμπνεύστηκε την γραφή αυτή από τις πατημασιές των πουλιών στην αμμουδιά μιας λίμνης. Η ηλιθιότητα συνάντησε την μεγαλοφυΐα (από αντίθετες κατευθύνσεις βεβαίως βεβαίως) και βγήκε σωστό.

Βάρδια της ράδας.  Άμα δεν έχει καιρό ή ρεύματα να φοβάσαι μην ξεσύρεις, ο ανθυποπλοίαρχος στη γέφυρα απλά περιμένει μήπως ακούσει κάποιο κάλεσμα στο VHF για το βαπόρι, βάζει καμιά φωνή κι αυτός μήπως έχει κανέναν Έλληνα να πιάσει κουβέντα, να μάθει τίποτα για τις ιδιαιτερότητες του τόπου και του λιμανιού, κάνα νέο εκτός του επίσημου δελτίου από την πατρίδα. Καμιά φορά βρίσκεις πατριώτες, γνωστούς, φίλους μέχρι και συγγενείς. Για την ώρα κυριαρχούσαν  τα άθλια τραγούδια στα κινέζικα και κανένα κάλεσμα στα Φιλιππινέζικα.

Τα βαπόρια δεν μένουν ακίνητα. Περιστρέφονται γύρω από την άγκυρα με τις μεταβολές του αέρα  και των ρευμάτων γι αυτό και θέλεις απόσταση από τους γύρω. Αλλού είναι η πλώρη στο φουντάρισμα κι αλλού μετά από κάποιες ώρες. Το επόμενο όμως πρωί, η πλώρη μας έβλεπε εκεί που την είχαμε αφήσει και τα γύρω βαπόρια βλέπανε αλλού. Αμάν! Την κάτσαμε, στην κυριολεξία. Στις αμμούδες τα βάθη δεν είναι και πολύ πολύ σταθερά, οι χάρτες δεν ήταν και τόσο φρέσκοι με νέες βαθομετρήσεις, γιατί μάθαμε για την  Xiamen μετά τη Σιγκαπούρη όπου θα μας φέρνανε καινούργιους, και η βάρδια της γέφυρας δεν το πήρε χαμπάρι πως με την άμπωτη σφήνωσε η πλώρη. Το σκαντάγιο(11) έδειχνε  πως όντως πέσαμε σε ρηχά. Από τους πίνακες και τα βιβλία, το μεσημέρι θα ανέβαιναν τα νερά και με τη βοήθεια και της μηχανής θα ξεκολλούσαμε. Πράγματι, τα νερά άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στη ώρα τους, σηκώσαμε την άγκυρα και με φουλ αστέρν(12) ξεκολλήσαμε με γέλια και καντήλια και πήγαμε να φουντάρουμε αρκετά πιο ανοιχτά, μακριά απ’ όλους, μιας και καήκαμε στο χυλό. Ευτυχώς που ήταν ο βυθός άμμος και τη βγάλαμε χωρίς ζημιά στο βαπόρι, παρά μόνο στο ναυτικό γόητρο.

Την άλλη μέρα ήρθαν οι αρχές κι ένας πιλότος που μας οδήγησε σε κάποιο σημείο παραμέσα όπου ξαναφουντάραμε. Θα ξεφορτώναμε στη μέσα ράδα, σε μαούνες, με τα γκρένια του πλοίου. Και το βραδάκι θα βγαίναμε. Θα πατούσαμε στεριά επιτέλους.

Η Xiamen (που τη λέγαμε Ξιαμέν αλλά προφέρεται (χ)Σιάμεν) είναι ένα νησί μέσα σ’ έναν κόλπο, που με τις γέφυρες έχει γίνει  σχεδόν χερσόνησος. Γύρω έχει κι άλλα νησάκια μικρότερα και στο κανάλι ανάμεσα στο κυρίως νησί και τη στεριά διάφορα πλοία  φορτώνουν και ξεφορτώνουν. Στην απέναντι ηπειρωτική ακτή τίποτα. Μόνο πάνω στο νησί φαίνονταν κτίρια και δραστηριότητα κι όχι πολλά πολλά λόγω θολούρας.

Μαζί με τις αρχές ήρθαν και τα συνεργεία για την εκφόρτωση. Μας πλεύρισαν καμπόσες λάντζες  κι άρχισε να ανεβαίνει κόσμος. Αλλά πολύς κόσμος. Λαός. Πάνω από 100 άτομα. Οι χειριστές των γκρενιών,  εργάτες που θα έβαζαν τα σίδερα στο γκρένι για να τα σηκώσει, βοηθοί, εποπτεύοντες, άτομα με σκούπες που καθάριζαν, μέχρι κάποιες γυναίκες με τσουκάλια γεμάτα με το κολατσό των εργατών (κάποιο είδος σούπας με χορταρικά και νούντλς) που το σέρβιραν σε μπολάκια. Το πρώτο σοκ ήταν το πλήθος. Ήταν πολλοί. Ιδίως για μας που μάθαμε να είμαστε εμείς κι εμείς. Το δεύτερο ήταν η μυρωδιά. Μια έντονη μυρωδιά σαν σκόρδο αλλά όχι ακριβώς, που απλώθηκε μαζί τους. Αυτή η «κινεζίλα» ήταν το σήμα κατατεθέν όποτε έπιασα Κίνα κι έχει να κάνει με τη διατροφή τους, επειδή όπου συνάντησα Κινέζους εκτός Κίνας που τρώνε άλλα πράματα, δεν υπήρχε. Την ξαναβρήκα 20+ χρόνια μετά όταν σε μια άλλη δουλειά, ξεσφραγίζοντας ένα κιβώτιο με βαζάκια κινέζικης κατασκευής, τυλιγμένα σε εφημερίδες για προστασία, ξεχύθηκε από μέσα. Όταν οι άλλοι σούφρωσαν τη μύτη, ανακάλυψα πως εγώ την ρουφούσα με ανοιχτά ρουθούνια με (αηδή) νοσταλγία λέγοντας «Αχ, κινεζίλα» και σούφρωσαν και το στόμα τους. Το τρίτο έχει να κάνει με την περιέργεια. Των Κινέζων. Είχαν απλωθεί παντού στο βαπόρι κι όχι μόνο στους χώρους που είχαν δουλειά. Στο κομοδέσιο(13) μέχρι πάνω τη γέφυρα και τον ασύρματο, στους αλλουέδες(14), άνοιγαν πόρτες, ντουλάπια, ψυγεία, δεν άγγιζαν τίποτα αλλά ήθελαν να τα δουν όλα. Δεν είχε να κάνει με έρευνα για λογαριασμό των αρχών αλλά με περιέργεια για το άλλο. Το συνδύασα στο μυαλό μου με τον απομονωτισμό ή ίσως με την ανάγκη για συγκρίσεις. Δεν είχα ακόμα βγει έξω να τους δώ στον τόπο και τον χώρο τους και ένιωθα από επιφυλακτικός μέχρι ενοχλημένος. Αφού όταν κάποια στιγμή με ρώτησε ο καπετάνιος, τι γίνεται, πως πάμε, του απάντησα πως έχει Κινέζους παντού. «Ανοίγω το συρτάρι, Κινέζους βλέπω μέσα. Το καζανάκι τραβώ, Κινέζοι πέφτουνε, καπετάνιο». «Έτσι είναι Γιώργη, γέλασε, είναι περίεργοι για όλα» αλλά έβαλε κι ένα ναύτη να κάνει λίγο το μπάτσο, να μην τους αφήνει να πηγαίνουν όπου νά ‘ναι και να τσεκάρει πως όπου πρέπει είναι κλειδωμένα. Πάντως τους παίρναμε χαμπάρι πριν τους δούμε, από τη μυρωδιά.

Κι ήρθε το απόγευμα. Θα ερχόταν η λάντζα να βγούμε. Λαχτάρα. Χτυποκάρδι λες κι ήταν πρώτο ραντεβού. Ούτε φαί δε φάγαμε. Θα φάμε έξω. Μπάνιο, στόλισμα, η τσέπη γκαστρωμένη, άντε, αργούμε. Μπήκαμε στη λάντζα. Προσέχαμε πού θα κάτσομε να είναι καθαρά, οι γαμπροί, και μετά από 10  λεπτά  η λάντζα μας έφερε και πλεύρισε σ’ ένα πλοίο δεμένο στο μόλο που ήταν ψηλός για κείνη. Ήταν πλωτό (δεμένο όμως) εστιατόριο. Το διασχίσαμε και πατήσαμε στεριά. Φάτσα κάρτα ένα επιβλητικό κτίριο, με κόκκινα και χρυσά στολίδια (άλλο σήμα κατατεθέν των απανταχού Κινέζων) που έγραφε με λατινικό αλφάβητο Lujiang Hotel και δίπλα του να μας καλωσορίζει, 4-5 μέτρα ψηλός, o κούκλος – κλόουν των Mc Donalds που κουνούσε το χέρι του. Όντως, εδώ δεν είναι Ρωσία.  Στη φαρδιά λεωφόρο που μας χώριζε από τα κτίρια, κόσμος πολύς έκανε τις βόλτες του, οικογένειες, παρέες, ζευγαράκια. Λίγα αυτοκίνητα, ένα ή δυό ποδήλατα, πού και πού κάνας μπάτσος με στολή, απόγεμα προς σούρουπο, αύρα να σπάει την πολλή ζέστη, όμορφα όλα. Ήχοι από άγνωστη γλώσσα στ’ αυτιά μας, τα μάτια ορθάνοιχτα σε όλα, στα κτίρια, στους ανθρώπους, στα αυτοκίνητα και φυσικά στις Κινεζούλες. Μην ξεχνάμε πως το μακρύ ταξίδι, ο εγκλεισμός κι η μοναξιά του βαποριού,η εμπειρία του Μούρμανσκ, η ηλικία, το κλίμα, σε κάνουν να βλέπεις παπά και να τον περνάς για χήρα, τέτοιο χάλι. Όλες ήταν όμορφες, κι η πιο άσκημη, χαριτωμένη. Και δεν είναι, γενικά, από τις όμορφες λατσιόνες. Από τους απωανατολίτες, σε φυσικό κάλλος και για τα γούστα μας πάντα,  οι πιο ωραίοι είναι οι Γιαπωνέζοι, μετά οι Κορεάτες και μετά οι Κινέζοι. Από την άλλη οι δύο πιο όμορφες γυναίκες που είδα στη ζωή μου, ζωντανά, όχι σε οθόνη, ήταν Κινέζες. Η μια στην Κίνα, στο Τσιγουαντάο (άλλο λιμάνι στο Βορρά), στο διπλανό τραπέζι ενός εστιατόριου που έτρωγε με τον συνοδό της, μ’ ένα δέρμα λευκό και λεπτό, εύθραυστη σαν αυγότσοφλο, ντυμένη μ’ ένα φούξια ταγέρ και μου κρέμασε το σαγόνι και μου βγήκαν τα μάτια. Με ξεκόλλησε ο σερβιτόρος που μου ανήγγειλε δείχνοντάς τους “They speak Mandarin!”. Χέστηκα τι they speak. Στα μάτια μου φαινόταν τόσο όμορφη πού να ξεπερνά την σεξουαλικότητα (και μ΄ αρέσουν οι σκούρες, ίσως λόγω κοντράστ), έφτυσα να μην την ματιάσω και γύρισα στο πιάτο μου και στο μηλόκρασο όπου έπλεε στο ποτήρι. Η άλλη στο Βανκούβερ στον Καναδά, στο δρόμο, κινεζοαμερικάνα, λουρί δίμετρο, σκουρωπή, με κατάμαυρη αλογοουρά σε μήκος ουράς αλόγου, πανέμορφη και εύχυμη και περήφανη σαν άλογο ράτσας. Τη σύγκρινα με τις Κινέζες των αμερικάνικων παραγωγών που εξολοθρεύουν τους κακούς μ’ ένα χτύπημα αλλά στο πιο μανεκενάτο. Χάθηκε στη συγκοινωνία, κι άφησε την αύρα της να με βαστά απ’ το λαιμό μαζί με της άλλης της μαρεγκένιας, 25 τόσα χρόνια μετά. Τώρα σκέφτομαι πως πιο πολύ τις καμάρωσα, παρά τις πόθησα και γλίτωσα και το πιθανό ξενέρωμα της γνωριμίας κλπ κλπ.

Αλλά και για τους Κινέζους ήμαστε αξιοθέατο. Οι Κινέζοι της νότιας Κίνας είναι κοντοί. Κιτρινομελάχρινοι όπως οι Φιλιππινέζοι, αλλά πιο σκιστομάτηδες από κείνους κι άτριχοι. Εμείς, είχαμε κάνει μια παρέα 4 άτομα που ο πιο κοντός ήμουν εγώ, 1.80+, με γένια 2-3 μηνών, με προβιά στο στήθος και γούνα στα χέρια και στα πόδια (λόγω ζέστης ήμαστε με κοντά) άλλη ράτσα ανθρώπου. Τέσσερεις γορίλλες να περιφέρονται στην παραλιακή λεωφόρο της Xiamen ένα κεφάλι πάνω από τον κόσμο,  αξιοθέατο που να μας δείχνουν οι γονείς στα παιδάκια κι εκείνα να ανοίγουν τα μάτια. Με παραξένεψε γιατί σε λιμάνι ήμαστε και τουριστικό (από πιο παλιά) προορισμό. Δεν είχαν ξαναδεί Καυκάσιο; Όταν συνηθίσαμε λίγο το χώρο, ψάχναμε πού αλλάζουν δολλάρια. Να ψάξουμε για κάμπιο ή τράπεζα; Να πάμε απέναντι στο Lujiang Hotel που κι αν δεν άλλαζαν θα μας πληροφορούσαν; Να πάμε να πληρώσουμε με δολάρια;  Μη μπλέξουμε; Εκεί συνεδριάζαμε νά ‘σου ένας Κινέζος “Change dollars? One dollar, ten yuan”. Η επίσημη ισοτιμία ήταν 8,5 περίπου γιουάν στο δολάριο (με 1$ κάπου 250-260 δραχμές) και πιστέψαμε ότι, όπως κι αλλού, κάποιοι στα αλλάζουν με πιο πολλά ντόπια στη μαύρη για να μαζέψουν συνάλλαγμα για τους όποιους λόγους τους. Άνετα αλλάξαμε από καμιά 100στη δολάρια ο καθένας και με τη χαρά του έξυπνου κέρδους είπαμε να πάμε ως το ξενοδοχείο για κάνα καφέ, για τηλέφωνο και για πληροφορίες μια που εκεί θα μιλούσαν αγγλικά.  Μπήκαμε, πήγαμε στην καφετέρια, παραγγείλαμε, πάμε να πληρώσουμε και “This, no China money” Ωχ! Και τι money είναι δηλαδή; “This, Taiwan money”. Μας τη φόρεσε ο Κινέζος κανονικά. Είδαμε χαρτονομίσματα με κινέζικα γράμματα πάνω, με κάποιου Κινέζου τη μούρη, πού να φανταστούμε πως είναι ταϊβανέζικα, που μας τα άλλαξε το ξενοδοχείο για 3 τέτοια στο γιουάν. Μετά κοιτούσαμε τα γιουάν απ’ όλες τις πάντες για να τα γνωρίζουμε και να μην την ξαναπατήσουμε. Εντύπωση μου έκανε που εκτός από  κινέζικα και λατινικά, υπήρχαν άλλα 8-9 αλφάβητα πάνω στο κάθε χαρτονόμισμα, ακόμα και στα άσπρα περιθώρια. Λογικό. Κάτω απ τη σημαία της Λαϊκής Κίνας έχει (είχε τότε) κοντά 1,3 δις ανθρώπους, ο ένας στους τέσσερεις, όλοι ίδια φάρα είναι κι όλοι ίδια γλώσσα μιλάνε; Εμείς εδώ που είμαστε μια χούφτα κι ο καθένας λέει πως είναι άλλος κι αλλιώς, όχι εκείνοι, άλλο που η απόσταση κι οι εμφανισιακές διαφορές ανάμεσα σ’ εμάς κ αυτούς, τους κάνουν να μας φαίνονται όλοι ίδιοι.

Μετά την ψυχρολουσία, ξεφούσκωσε τελείως κι ο μύθος, το λιμάνι είναι λιμάνι ό,τι σημαία κι αν κυματίζει κι ο πελαγίσιος, καυλωμένος για όλα κι άσχετος, υποψήφιο θύμα. Τέλος. Πάμε να βρούμε τίποτα να φάμε; Τι να φάμε, πού, και πώς να το γυρέψουμε;  Το φαγητό στην Κίνα είναι, για τα δικά μας δεδομένα πάντα, περίεργη ιστορία. Όπου είχα μέχρι τότε διαβάσει, λέγανε πως οι Κινέζοι τρώνε τα πάντα. Η πρώτη επαφή έγινε στην Xiamen, αλλά ήταν μόνο οπτική. Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους, βλέπαμε σε σακιά έξω από τα μαγαζιά αποξηραμένα ψαράκια και μικρές γαρίδες να πουλιούνται με το κιλό σαν πασατέμπος.  Μικρά εστιατόρια – τρύπες που σέρβιραν διάφορες σούπες με ό,τι βάλει ο νους σου σε μπολάκια πορσελάνινα. Στο πλωτό εστιατόριο που μας ξεμπάρκαρε η λάντζα, είχαν απέξω σε κάτι κλουβάκια όπως των δικών μας πετ-σοπ  φίδια ζωντανά, στο ένα μαύρα στο άλλο πράσινα. Σε άλλα μαγαζιά περασμένα στο καλαμάκι σαν σουβλάκια κάτι μυστήρια που μου φαίνονταν έντομα. Το χειρότερο ήταν πως η μυρωδιά που έβγαινε από τα μαγειριά λειτουργούσε στη μύτη μου μάλλον αποτρεπτικά παρά ελκυστικά, παρόλο που με είχε κόψει πείνα. Έκανα την ανάγκη φιλότιμο και μπήκα στο Mc Donalds με σπαραγμό ψυχής. Στα σίγουρα. Έχουν και φωτογραφία τα πιάτα και δεν χρειάζεται να προσπαθείς να συνεννοηθείς. Δείχνεις τι θέλεις, δείχνεις και την ποσότητα, η ταμειακή σου δείχνει το ποσό και καθάρισες. Ά! Και δεν χρειάζονται ξυλάκια. Ιδιαιτερότητα των εκεί Mc Donalds, ότι πρωτόδα fish burger. Πήρα το δισκάκι μου κι έκατσα να φάω. Φυσικά ένοιωθα όλα τα βλέμματα πάνω μου. Σε μια μεριά ήταν μαζεμένες καμιά δεκαριά πιτσιρίκες, μαθήτριες από τη στολή που φορούσαν, μπλε φούστα άσπρο πουκάμισο, φουλάρι, που κοίταζαν και τιτίβιζαν σχολιάζοντας τον εξωτικό τουρίστα ενώ έτρωγαν το αγαπημένο τους, έμαθα, σνακ. Τηγανιτές πατάτες που τις βουτούσαν στην κρέμα παγωτό που το είχαν για ντιπ, πίνοντας ροζ μιλκ σέικ. Πόφαγα και βγήκα, και επιτέλους το πρώτο φαγώσιμο κινέζικο στη γωνιά του δρόμου. Ένας τύπος πουλούσε τέταρτα ανανά περασμένα στο καλαμάκι που στο βουτούσε σ’ έναν κουβά με πάγο να δροσίσει (και να ξεπλυθεί από τη σκόνη του δρόμου). Τριγύριζα χαζεύοντας τα μαγαζιά, οι Κινέζοι χάζευαν εμένα, πιτσιρίκια κολλιτσίδες να θέλουν να μου πουλήσουν με το ζόρι κάτι μπρελόκ που αναβόσβηναν σε διάφορα χρώματα, και πήγε η ώρα 10 και μισή και θα έπρεπε να πάμε στο εστιατόριο – μόλο να πάρουμε τη λάντζα για την επιστροφή.  Εκεί ήρθε και η χαριστική βολή στο θέμα φαγητό. Η κουζίνα, ψησταριά να την πω, ήταν στο ισόγειο για να προσελκύει τους πελάτες, και τα τραπέζια στο πάνω ανοιχτό κατάστρωμα. Δίπλα στα κλουβιά με τα φίδια ήταν στημένος ο πάγκος του μάγειρα και ένα πετρογκάζ για το ψήσιμο. Ανοίγει το κλουβί ο μάγειρας, αρπάζει ένα φίδι, το βάζει στο ξύλο του πάγκου, του κόβει με τη μία το κεφάλι, του ανοίγει την κοιλιά και με την ίδια τέχνη, ταχύτητα και τεχνική που στην Ελλάδα καθαρίζουν τους γαλέους, το γδέρνει σαν να βγάζεις κάλτσα κι ενώ εκείνο ακόμα σπαρταρούσε, το κόβει μουρέλα και το πετάει στο γουόκ ενώ έριχνε διάφορα υγρά και στερεά καρυκεύματα και ψιλοκομένα χορταρικά. Μας είδε που κοιτούσαμε, και γύρισε με καμάρι να μας δείξει το περιεχόμενο ρωτώντας, υποθέτω, αν θέλαμε να κάτσουμε στο μαγαζί να μας σενιάρει ένα σπέσιαλ. Παρόλο που πίστευα και πιστεύω πως όλα τρώγονται, και είναι θέμα συνήθειας και κουλτούρας το ποιο φαγώσιμο είναι καλό και ποιο όχι, εκείνη τη στιγμή, αν με έβαζαν να διαλέξω, με χαρά θα έτρωγα το ιδρωμένο παπούτσι μου για να μη φάω το φίδι. Μπήκα στη λάντζα με ανακούφιση, μουρμουρίζοντας «Δυο φίδια μαυροκέφαλα, μου τηγανίσαν κι έφαγα».

Πίσω στο βαπόρι, ανασκόπηση και εντυπώσεις από την πρώτη μέρα σε κινέζικο έδαφος. Οι αναμνήσεις από την Κίνα του Μάο και των διαδόχων είχαν γίνει σκόνη από την πραγματικότητα. Φαστφουντάδικα αμερικάνικα, κοκακόλα,  μαγαζιά και μαγαζάκια ιδιωτικά κυριλέ και μη, μεγάλα μοντέρνα κτίρια μερικά έτοιμα, άλλα υπό κατασκευή (γι αυτά δεν προοριζόταν το φορτίο μας;), ρούχα δυτικής μόδας, κανένας με στολή εκτός από τους μαθητές και τους επαγγελματίες ένστολους, αρκετά αυτοκίνητα γιαπωνέζικα και ευρωπαϊκά, ελάχιστα ποδήλατα, ζητιανάκια, απατεώνες, τι έγινε ρε παιδιά; Άλλοι απογοητευμένοι «Εχάλασε κι η Κίνα»,  άλλοι μετριοπαθώς ευχαριστημένοι «βρίσκουν κι αυτοί το δρόμο τους», άλλοι έκαναν αναλύσεις «αν η Ρωσία άφηνε σιγά σιγά κανένα μαγαζάκι ν’ ανοίξει δε θα διαλυόταν έτσι». Οπότε αλλαγή πλεύσης. «Να κάνουμε ψώνια».  «Τώρα που άνοιξε κι η Κίνα, πουτάνες έχει;». Υπολογισμοί. Τόσες δραχμές στο δολάριο, τόσα γιουάν στο δολάριο, ένα γιουάν 30 – 31 δραχμές, να ξέρουμε τι συμφέρει να αγοραστεί σε σχέση με την Ελλάδα.

 Τότε ήμουν ακόμα ναύτης που σημαίνει πως, άμα δεν είχα βατσιμανιλίκια(15), μπορούσα να βγαίνω κάθε απόγευμα και  Κυριακή από το πρωί, αν δεν είχε συγκεκριμένες δουλειές στο βαπόρι. Εκφόρτωση ήτανε, δεν έχει πολλά να προσέχεις κι έτσι τις έξη μέρες που κάτσαμε στη ράδα της Xiamen, μεσολαβούσε και μια Κυριακή, έβγαινα κάθε μέρα. Βρήκαμε και λάντζα που έκανε γύρο κάποια από τα πλοία της ράδας και σ’ έβγαζε έξω με πέντε δολάρια το κεφάλι, η κυκλοφορία των ναυτικών επιτρεπόταν μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε δώστου φωτιά. Έτσι, την συργιάνισα καλά την Xiamen. Πρώτο ζήτημα η γλώσσα συνεννόησης. Ελάχιστοι Κινέζοι ήξεραν αγγλικά και φυσικά κανείς μας κινέζικα. Ακόμα αυτό το «ρο» που το προφέρουν «λάμδα», που το γνώριζα ως το μόνιμο αστείο σε κόμικς με Κινέζους, είναι γεγονός, παρόλο που έχουν λέξεις με «ρο» στη γλώσσα τους. Αναφέρονταν ανέκδοτα με κινέζικο πλοίο που γύρεψε μέσω ατζέντη (μαζί με τα άλλα στόρια) ψωμί, το παράγγειλε από το VHF ως «μπλεντ» και τους έφεραν μια κούτα ξυραφάκια (μπλέιντς  blades) σε ανθρώπους που δεν ξυρίζονται. Μα τρώνε ψωμί οι Κινέζοι; Φτιάχνουν και τρώνε ψωμί του τοστ αλλά σαν γλύκισμα. Το χρησιμοποιούν σε γλυκά περίπου όπως εμείς το παντεσπάνι ή απλά αλείφουν πάνω κάποια κρέμα. Αυτό το είχα δει μέσα στο βαπόρι από τους Φιλιππινέζους και Ινδονησιάνους, που όταν στις ζέστες έβγαινε παγωτό, έπαιρναν ψωμί, που δεν το τρώνε συνήθως αφού έχουν ρύζι, και άλειφαν το παγωτό πάνω του για να το φάνε έτσι.Με το φαγητό, μια και το Mc Donalds ήταν μόνο για την ανάγκη, βρέθηκε η λύση σε ψάρια και γαρίδες ψητά και μόνο, ψωμάκι του τοστ από το μαγαζί με τα γλυκά, για να παπαριάσουμε στις σάλτσες και μπύρα να τα σβήσει.

Κουτσά στραβά βρισκόταν η άκρη. Οι Κινέζοι είναι έμποροι από τη φύση τους. Ίσως πρώτα έμποροι και μετά Κινέζοι. Έμποροι όμως όχι απλά κλέφτες. Θέλουν να ξαναπάς και να φέρεις κι άλλους. Στις υπαίθριες αγορές (τύπου παζάρι με πάγκους και τα πάντα πάνω τους) σηκώνει παζάρεμα και περνάει και το δολάριο. Το παζάρεμα γινόταν γραπτά. Έγραφε μια τιμή, του την έσβηνες κι έγραφες τη δικιά σου, σου την έσβηνε κι έγραφε άλλη μέχρι να καταλήξετε κάπου. Οι τιμές σε σχέση με Ελλάδα εξευτελιστικές. Τα προϊόντα αυτά που λέμε εδώ κινέζικα; Όχι απαραίτητα. Ισχύει το «ό,τι  πληρώνεις παίρνεις». Υπήρχαν τα πολύ φτηνά και φτηνιάρικα που προορίζονταν για πανέρι της Κίνας. Υπήρχαν ακριβότερα που ήταν για το πανέρι της Αμερικής. Υπήρχαν και μπουτίκ με ακριβά για τους Κινέζους, ακόμα φτηνά για μας αλλά εφάμιλλα πολλών «καλών» κι επώνυμων. Μαϊμούδες δεν βρήκα, οι μάρκες ήταν κινέζικες. Κάποια στιγμή πήγα στο ρετιρέ ενός καινούργιου κτιρίου 14 ορόφων, τo International Bank, όπου λειτουργούσε κάτι σαν μπουτίκ (το υπόλοιπο ήταν γραφεία).  Αλλά εκεί είχαν απ’ όλα εκτός από τρόφιμα. Από γλυπτά σε ξύλο μικρά ως τεράστια, ρούχα, υφάσματα, κομψοτεχνήματα, της παναγιάς τα μάτια. Οι τιμές ήταν μαρκαρισμένες, εκεί δεν είχε παζάρια. Γυρνούσες δολάρια σε γιουάν σ’ ένα ταμείο δίπλα στο κανονικό, και πλήρωνες σε γιουάν. (Έτσι έβγαζαν και το κομίσιο από την αλλαγή νομίσματος). Ό,τι πήρα από κει ακόμα υπάρχει, όχι μόνο κάτι μπλουζάκια που δεν φθάρηκαν δεν ξεθώριασαν ούτε «μπιμπίκιασαν» στη δεκαπενταετή χρήση που τους έκανα, αλλά και πιο χρηστικά αντικείμενα. Πήρα ένα μπαλτά και κάτι μαχαίρια που υπάρχουν και δουλεύουν ακόμα στην κουζίνα μου, μόνο που όπως είδα μετά ήταν ατσάλι made in Japan. Στην Ιαπωνία πάντως που πήγα αργότερα,  δεν βρήκα made in Japan. Επισκέφτηκα κι ένα κουρείο. Είχε πολλή ζέστη για να κρατήσω γένια και μαλλιά. Ένα φωτεινό μαγαζί με τον κομμωτή και 4-5 μικρές για βοηθούς κλπ. Επειδή θα μ’ έλουζε έκανα το λάθος κι έβγαλα το πουκάμισο. Πάνω που ξεπέρασαν την πρώτη έκπληξη που είμαι γαλανομάτης, είδαν την ξανθωπή προβιά κι έπαθαν πλάκα. Μια μ’ έλουσε κι οι άλλες με τσιμπούσαν όπου έχει τρίχες, στο στήθος, στην πλάτη, στα χέρια μέχρι πού άρχισα να φωνάζω να με αφήσουν. Όσο με κούρευε ο μετρ, φώναξαν και κοπέλες από τα δίπλα μαγαζιά να δουν τη μαϊμού που κουρεύεται. Διότι το εξωτικό δεν είναι πάντα γοητευτικό. Ανακάλυψα με λύπη πως η έντονη τριχοφυΐα μάλλον τις απωθούσε και προτιμούσαν τα πιο γυαλιστερά σώματα. Πάντως εκεί είδα τον πρώτο και μόνο κουρέα που κούρευε καθιστός. Και δεν ήταν μπάρμπας. Είχε ένα σκαμπό ψηλό όπως των μπαρ, το έφερνε από τη μια πλευρά και κούρευε καθιστός και μετά το πήγαινε από την άλλη για να τα πάρει κι από κει. Με τα γένια όμως τι γίνεται που δεν είχαν ξυραφάκια καν αφού δεν έχουν τρίχες στο σβέρκο να θένε καθάρισμα. Μισά αγγλικά μισά νοηματικά, του είπα να πάρει με τη μηχανή τα γένια όσο πιο κοντά μπορεί, να αλφαδιάσει τις φαβορίτες και θα ξυριζόμουν στο βαπόρι.

Ψώνισα πολλά και διάφορα τότε από την Xiamen. Μόνο γυναίκα δεν ψώνισα μιας και οι μεν κοπέλες απωθούνταν από τις τρίχες (ίσως κι από τη φήμη για τη διαφορά μεγεθών μεταξύ ευρωπαίων και απωανατολιτών που όμως δεν έδωσαν στον εαυτό τους την ευκαιρία να ανακαλύψουν πόσο ευσταθούσε), πορνεία δε, δεν υπήρχε. Υπήρχαν μπαρ με κοπέλες που έρχονταν στο τραπέζι για κονσομασιόν, κάτι καραόκε μπαρ με δωματιάκια για καραόκε αλλά «όλο λάδι, λάδι λάδι και τηγανίτα τίποτα». Αλλά και οι Φιλιππινέζοι και Ινδονησιάνοι που δεν έχουν προβλήματα ούτε με την τρίχα ούτε με το μέγεθος, άπραγοι γύρισαν. Καμάρωσαν οι «μαοϊκοί» του βαποριού. «Είδες; Αυτό το κρατήσανε». Έτσι τι μένει; Στροφή στην ποιότητα. Ψώνια για υπαρκτά και ανύπαρκτα πρόσωπα στην Ελλάδα (γιατί ποτέ δεν ξέρεις), επισκέψεις σε μέρη που δείχνουν ενδιαφέροντα, κάνα ψιλοφλερτάκι μπάς και, μα πιο πολύ για την αίσθηση της επικοινωνίας με το άλλο φύλο, και την Κυριακή πρωί εκδρομή στο απέναντι νησάκι (το Gulangyu έμαθα σήμερα) μαζί με οικογένειες Κινέζων, νεαρά ζευγάρια και παρέες. Το νησάκι είναι όλο ένα πάρκο – μουσείο με διαμορφωμένους κήπους, λιμνούλες, αγάλματα και ναούς, με επιγραφές και πληροφορίες μόνο στα κινέζικα οπότε το ποιος, τι, που, πότε μού έμεινε άγνωστο. Χάρηκα το πράσινο, τα δέντρα, το χώμα, τα λουλούδια(16), την τέχνη, την ιστορία κλπ κλπ και το απόγευμα επιστρέφοντας στην πόλη ήθελα να πιώ του χαμού…

Η Κυριακή στην Xiamen είναι αργία. Τουλάχιστον έτσι έδειχνε ο κόσμος που σιργιάνιζε από το πρωί. Δεν είδα εργοστάσια ή εργοτάξια να δω τι γίνεται και οι εργαζόμενοι έδειχναν υπάλληλοι διαφόρων βαθμίδων. Κάποια μαγαζιά ήταν κλειστά και απ’ ότι έμαθα από ατζέντηδες κι άλλους σκέπτονταν να κάνουν και δοκιμαστικά πενθήμερο δυο φορές το μήνα σ’ εκείνη την περιφέρεια.  Επίσης η λήξη της άδειας επίσκεψης τα μεσάνυχτα για τους ναυτικούς ίσχυε μόνο στα χαρτιά. Το παζάρι και κάποια μικρομάγαζα δούλευαν κάθε μέρα και μέχρι αργά αν είχα πελάτες. Έτσι μπορούσες να ξεμείνεις και μέχρι τις δύο πίνοντας μπύρες και μετά να ψάχνεις για τσιγάρα. Και από το πουθενά σαν μιλημένη εμφανίζεται μια γριά κοντή, ακόμα και για Κινέζα του νότου, φαφούτα μονόδοντη, με πακέτα τσιγάρα στον ταβλά. Είχε κάποιες μάρκες κινέζικες και τρία πακέτα ίδια Marlboro με χαρτάκια πάνω με την τιμή. Στα Marlboro στάθηκε το μάτι γιατί τα γνώριζα και γιατί είχαν διαφορετική τιμή το καθένα, 8, 10, και 12 γιουάν. “Why this 8, this 10 and this 12?”  “This (8) Singapore, this (10) Malaysia, this (12) American and this fifteen” και μου εμφανίζει κι ένα αμερικάνικο 100άρι. Το λαρτζιλίκι της ώρας επέβαλε να πάρω το 100άρι. Πάντως ότι έλεγε για τιμή και ποιότητα ίσχυε, ενώ μπορούσε κάλλιστα να μου τη φορέσει λόγω ώρας και κατάστασης.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασαν έξη μέρες, το βαπόρι ξαλάφρωσε και σηκώσαμε άγκυρα να πάμε στην Huangpu.

H Huangpu ή Whampoa που την προφέραμε Χοαμπόα είναι λιμάνι μέσα σε ποτάμι, δυο τρείς μέρες ταξίδι από την Xiamen. Για την ακρίβεια είναι ένα από τα λιμάνια, ίσως το μεγαλύτερο της Guangzhou, πρώην Καντόνας, που είναι ένα μεγάλο βιομηχανικό κέντρο πιο βαθιά στον ποταμό Zhujiang ο οποίος εκβάλλει μεταξύ Χονγκ Κονγκ και Μακάο, κι έχει διάφορα λιμάνια εκατέρωθεν μέχρι τις εκβολές, ψαράδικα κι εμπορικά. Στο δρόμο μάθαμε από την τηλεόραση ότι κάποιοι Κινέζοι μιλούν βραζιλιάνικα (δεν υπάρχει πορτογαλική γλώσσα) και άλλοι αγγλικά. Πάντως είναι λιμάνι που πέφτεις δίπλα, κατεβαίνεις το γκάγκουε(17) και περπατάς στη στεριά. Διεθνές λιμάνι, άρα ευκολότερη συνεννόηση αλλά που θέλει και περισσότερη προσοχή.

Πράγματι το λιμάνι ήταν λιμάνι. Με φαρδιούς άνετους ντόκους για τα φορτία, με γκρένια σε ράγες, με γραμμές τρένου μέχρι το φορτίο, με χώρους ανάμεσα στα φορτία για να κινούνται φορτηγά, με πύλη. Στο μόλο μας κόλλησε ρυμουλκό, ένα μεγάλο σε πλάτος (κυρίως) και μήκος αλλά ρηχό, ποταμίσιο. Πρώτη πρώτη δουλειά των Κινέζων μόλις πρατιγάραμε, να βάλουν ένστολο σκοπό στην άκρη του γκάγκουε να ελέγχει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Μετά τις πρώτες δυο μέρες έμαθαν τις φάτσες μας και απλά χαιρετιόμαστε. Κι εκεί έβγαινα σχεδόν κάθε βράδυ κι έμαθα άλλα πράματα για την Κίνα, μια κι η Guangzhou ήταν βιομηχανικό κέντρο με εργάτες,  σε σχέση με την τουριστική (για τους Κινέζους τότε) και πιο δυτικότροπη Xiamen. Εκεί δούλευαν σε 12ωρες βάρδιες, κάθε μέρα τόσο στα εργοστάσια όσο και στις οικοδομές. Σε κάποιο κτίριο, του λιμανιού υποθέτω, που χτιζόταν κοντά στο βαπόρι και περνούσαμε από κοντά του για να βγούμε, οι εργάτες, άντρες  γυναίκες, δούλευαν μέρα νύχτα. Η μια βάρδια δούλευε στα ψηλά ενώ η άλλη κοιμόταν στους έτοιμους (στα τούβλα) ορόφους στα χαμηλά. Εσωτερικοί μετανάστες. Έβλεπες μια Κινέζα που ζήτημα αν ήταν 45 κιλά να τσιμπάει το καρότσι με τα τούβλα και να το ανεβάζει από το σανιδένιο διάδρομο της σκαλωσιάς 6 – 7 ορόφους απνευστί. Κι έχτιζαν παντού. Κι όλο ανέβαιναν οι όροφοι έτσι που σε δυο βδομάδες η διαφορά ήταν ορατή.  Κι όλο κουβαλούσαν σίδερα οικοδομής από διάφορα λιμάνια της Ρωσίας (κυρίως). Αυτή τη μεταφορά πρώτων υλών για την οικοδομή και τη βιομηχανία, την έκαναν πλοία που πολλά από αυτά ήταν ελληνικής πλοιοκτησίας οπότε είχαν επαφές με  Έλληνες ναυτικούς. Μάλιστα ένα μπαρ είχε ονομαστεί Μακεδονία (με Ελληνικά γράμματα παρακαλώ και τον ήλιο της Βεργίνας) από κάποιους πατριώτες ναυτικούς που βρέθηκαν εκεί το ‘92 (μάλιστα έμαθα αργότερα 4 ότι ήταν από το ίδιο το ΝΙΚΟΛΑΣ, που τότε λεγόταν NIKOLAS με σημαία Παναμά) και με αποδεικτικό Ελληνικότητας πως ήταν το μόνο μπαρ στην Κίνα που είχε και σέρβιρε Bacardi, καμάρωνε σε σπαστά ελληνικά η μάνατζερ. Σε άλλες εποχές, πριν το Μάο ή μερικά χρόνια αφότου πήγα, θα ήταν μαμασά(18) φοβήσιμη. Τώρα, είχε όλα τα χαρακτηριστικά, εκτός απ’ τα κορίτσια. Αλλά σε πουλούσε και σ’ αγόραζε προτού καν της πεις καλησπέρα. Φυσικά στο κασετόφωνο έπαιζε ελληνικά σκυλάδικα και Καζαντζίδη, οπότε η πρώτη επίσκεψη ήταν κι η τελευταία. Δε βρέθηκα στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρω την ατμόσφαιρα μπάρας γ΄ διαλογής του  Πειραιά.

Εστιατόρια με γαρίδες και ψάρια που έφερναν ψωμί από το δίπλα μαγαζί και πλαστικά μαχαιροπήρουνα, μπύρα Tsingtao αλλά και μαύρη Guinness σε κουτάκι φτιαγμένη στην Κίνα, τσιγάρα Camel επίσης κινέζικα.  Οι Κινέζοι καπνίζουν πολύ όπως όλοι οι απωανατολίτες. Και τα κινέζικα τσιγάρα καπνίζονται. Ήταν και φτηνά κι αγόραζα απέξω και δοκίμαζα μάρκες. Μου έχει μείνει ακόμα η μάρκα Double Happiness πού έμοιαζε γευστικά με το  Καρελάκι  αλλά κυρίως επειδή είχε στα κινέζικα δυο φορές το ίδιο ιδεόγραμμα, για την ευτυχία εις διπλούν. Εκτός από τα τσιγάρα και τις μπύρες έμαθα πως η Ελλάδα λέγεται Σιλά,  και το ευχαριστώ σάσα με παχύ το «σ» όπως της Xiamen. Οι Κινέζοι της Guangzhou πιο μαθημένοι σε ξενομερίτες, δεν μας κοίταζαν σαν εξωγήινους όπως στην Xiamen, αλλά σαν κινούμενο πακέτο με δολάρια που όλοι θα ήθελαν να τσιμπήσουν μερικά. Με το καλό ή και όχι. Παντού  πιτσιρίκια αλλά και μεγαλύτεροι να πουλάνε μπιχλιμπίδια και λουλούδια με επιμονή ενοχλητική έως και αφόρητη καμιά φορά. Ένα βράδυ, επιστρέφοντας στο πλοίο, πήγα σε μια σκοτεινή γωνιά να επιστρέψω λίγη μπύρα στο χώμα της χώρας της και ξαφνικά εμφανίζεται ένα πιτσιρίκι να θέλει να μου πουλήσει αναπτήρες με χρωματιστά φωτάκια. Στο τσακ δεν τον έβρεξα όπως γύρισα όλος μαζί ξαφνιασμένος από τα φώτα που αναβόσβηναν και τη φωνή του κι αυτό επειδή ήταν σβέλτος και πήδησε πίσω. Άλλοι όμως ήταν πιο άτυχοι, παρόλο που για μένα τά ‘θελε ο κώλος τους. Ένας λαδάς βγήκε να κάνει το γαμπρό με μια βιντεοκάμερα που είχε αγοράσει από τη Σιγκαπούρη και τον βρήκαν τα μεσάνυχτα στο δρόμο με την κάμερα στο χέρι. Σε λιμάνι που το καλό μηνιάτικο είναι 50 δολάρια, δε βγαίνεις με εργαλείο των 250-300 δολαρίων στο χέρι και νύχτα. Πέρασε ένα μηχανάκι από δίπλα του, του κοπάνησαν μια και του πήραν την κάμερα. Όταν γύρισε στο βαπόρι με το καρούμπαλο πήγε να παραπονεθεί στο σκοπό στη σκάλα. Δεν ξέρω πως είναι στα κινέζικα το «ας πρόσεχες μαλάκα» αλλά μάλλον κάτι τέτοιο του είπε ο σκοπός αν κρίνω από τη γλώσσα του σώματος. Πονηρεμένος εγώ από τον ξυλοδαρμό του Φιλιππινέζου στο Μούρμανσκ, είχα και φορούσα ένα ρολόι Casio των 10 δολαρίων με κάποιες πιτσιλιές από μπογιά, που κανείς δεν το ρεγόταν.

Από την άλλη  οι νεότεροι Κινέζοι έψαχνα αφορμή να μιλήσουν με τους ξένους για να επιδείξουν αλλά και να εξασκήσουν τα αγγλικά που μάθαιναν. Οπότε, όταν βρέθηκα Σαββάτο μεσημέρι σε ένα τηλεφωνείο για να πάρω τη μάνα μου, σε ανθρώπινη ώρα για την Ελλάδα, ήταν εκεί κάμποσοι νεαροί, σπουδαστές κάποιας στρατιωτικής ή κάτι τέτοιο σχολής, γιατί φορούσαν στολές με νούμερα στις επωμίδες, που μάλλον βγήκαν έξοδο κι ήθελαν να τηλεφωνήσουν στους δικούς τους κι όλοι έψαχναν τρόπο να με ρωτήσουν κάτι, να ανοίξουν κουβέντα. Είναι και η κινέζικη περιέργεια που λέγαμε στη μέση. Μετά το τηλεφώνημα, κρατούσα κι ένα γράμμα στο χέρι, που δεν ήξερα πού να το στείλω, μια και άλλο το ταχυδρομείο κι άλλο το τηλεφωνείο. Οπότε ας ρωτήσω κι εγώ “Where can I post this letter?” “Light, light” μου απαντάνε. Λέω κι εγώ, θα ‘χει κανένα φωτεινό σινιάλο σαν τα δικά μας με την τσαμπούρνα και το φάκελο και γύριζα γύρω γύρω αλλά τίποτα, ώσπου ξαναβρέθηκα έξω από το τηλεφωνείο και στον τύπο που μου έδωσε τις οδηγίες. “I went all around, but not see any light” και κουνούσα και τον φάκελο οργισμένα. “No, no! Tuln light” και μου δείχνει με το χέρι πως έπρεπε να κάνω δεξιά. «Ω, γαμώ το θεό σας» τον ευχαρίστησα κι έστριψα δεξιά, τράβηξα ίσια και βρέθηκα στο Seamen’s Club(19) όπου μια παχουλή νεαρή μου έδειξε πού θα πάω να το δώσω εκεί μέσα και άλλες οδηγίες. Μ’ αυτή συνέβαινε το ανάποδο, δηλαδή από φόβο μην πει «λάμδα» αντί για «ρο»,  έβαζε «ρ» κι εκεί που σωστά είχε «λ», όπως ότι μπορούσα να διανυκτερεύσω στο Club που είναι “very crean”.

Εξ ανάγκης αγνός, γίνεσαι τουρίστας. Ποδαρόδρομος στους τεράστιους φαρδιούς δρόμους των 4 λωρίδων σχεδιασμένων για να βγαίνουν την ίδια ώρα χιλιάδες ποδήλατα που θα πηγαινοέφερναν τον κόσμο από και προς τα εργοστάσια, αλλά χωρίς τα ποδήλατα, μόνο λεωφορεία και λίγα γιωταχί, μηχανάκια πολλά, αρκετά τρίκυκλα που έκαναν και το ταξί, ασιατική κυκλοφοριακή αναρχία, μαγαζιά που νόμιζα πως είναι σαν τα δικά μας με βοτάνια, καρυκεύματα και μπαχαρικά όπως έβλεπα τα σακιά με τα χορταρικά, αλλά που ήταν τα φαρμακεία τους, κάποιοι ναοί με αγάλματα έντονα βερνικωμένα κι απόξω μια κορνιζαρισμένη ταμπέλα να λέει το τι και πώς, παντού γιαπιά. Το πρωί, 6 – 7 η ώρα, στις πλατείες και τα πάρκα, οι Κινέζοι έκαναν τη γυμναστική τους με χορευτικές κινήσεις πριν σκορπίσουν στις δουλειές τους, όπως και όσοι είχαν μεσημεριανό διάλειμμα ή στο σχόλασμα το απόγευμα. Περισσότερο οι πιο μεγάλοι, οι νεώτεροι  το βαριούνταν, δεν ήταν αρκετά δυτικότροπο (= αμερικάνικο) γι αυτούς, ήταν πολυτιμότερος ο χρόνος τους, δεν ξέρω.

Πιο βράδυ έσκαγε  και κάνας λαθρέμπορος κοντά στο βαπόρι να πουλάει προϊόντα κλεμμένα από τα εργοστάσια ή από φορτία όπως πχ μποτάκια Alpe, που φτιάχνονταν ήδη εκεί , ευρωπαϊκών προδιαγραφών, πολύ καλής ποιότητας ιδίως σε σχέση με την τιμή τους. Κάποια δεν βρίσκονταν στα εκεί μαγαζιά, ούτε και στα ακριβά, έφευγαν απευθείας έξω, για τις (κυριλέ) βιτρίνες της Δύσης. Άλλοι, από τους εργάτες που ανέβαιναν στο πλοίο, ζητούσαν να ανταλλάξουμε διάφορα είδη με “polno movies” που ως φαίνεται ήταν αγαθό σε ανεπάρκεια, ή με τσιγάρα «εισαγωγής».

Κάποια στιγμή, τελείωσε η εκφόρτωση και αποπλεύσαμε μετά από έρευνα (των αρχών αλλά καί δική μας) για λαθρεπιβάτες, με πορεία “Vancouver Orders”, δηλαδή πάρε πορεία να διασχίσεις τον Ειρηνικό σαν να πηγαίνεις προς Βανκούβερ, και στο δρόμο βλέπουμε, ανάλογα τι ναύλο θα σου βρει η εταιρεία.  Διότι η Κίνα, όπως και η Ιαπωνία και η Κορέα, εισάγει χύμα πρώτες ύλες και εξάγει προϊόντα σε κοντέινερ, άρα δεν έχει φορτία για μας.

Όπως συνήθως φεύγοντας από ένα λιμάνι, οι πρώτες μέρες του μετά τον απόπλου περνάνε με σχόλια, εντυπώσεις και ιστορίες για όσα έγιναν στο λιμάνι, σε σχέση τόσο με τη δουλειά του βαποριού, όσο και με τα της εξόδου, αθώα, πονηρά και άσχετα. Από την αλυσίδα που βγήκε από τη θέση της και δεν ξέρω τί, μέχρι πως το ‘κανε η ΧΧΧΧΧΧ. Μετά σιγά σιγά ξεθυμαίνουν και χάνονται στο μακρύ ταξίδι στον ωκεανό, μέρα πίσω ώρα μπρός(20), ουρανός και θάλασσα μέσα και γύρω από το βαπόρι. Άγαμοι όντες σε Xiamen και Guangzhou, τι να πεις, για τη βαλίτσα που ψώνισες; Αφού όλοι ψώνισαν βαλίτσες. Αλλά όσα δε φτάνει η αλεπού… «Θυμάσαι εκείνες τις δυό έξω απ’ το φαρμακείο, που …» «Έλα μωρέ με τις Κινέζες τα σιλιγούδια(21), σκιστά ματάκια, μυτερά δοντάκια, μυρίζανε και σκόρδο, σα γαλεάκια ήτανε… Πιο πολύ σού ‘κανε όρεξη για κάνα ούζο, παρά για πήδημα.» «Καλά, ας καθότανε και σού ‘λεγα… κι ας ήτανε και σα μπακαλιαράκια. Είχαμε πάει που λες  με τον ΧΧΧ τον ΨΨΨ και …το 19.. στου ΖΖΖ στη Φρεαττύδα κι είχε κάτι μπακαλιαράκια, φόβος … …» και να γράφεις μίλια.

Πήγαμε και Βανκούβερ, φορτώσαμε σιτάρι για Qingdao (που προφέρεται Τσιγκτάο, απ’ όπου και η μπύρα), αργότερα ξαναπήγαμε Βανκούβερ,  πάλι σιτάρι για  Qinhuangdao (Τσιχουαντάο), πιο μετά ουρία από Kenai, Alaska για Dalian (Ντάλιαν). Στο μεταξύ άλλαζε το πλήρωμα, άλλαξε ο καπετάνιος αλλά εγώ εκεί, καραμάνι(22). Αφού μ’ άρεσε να γυρίζω τον κόσμο. Είχα γίνει και ανθυποπλοίαρχος, που σημαίνει λιγότερη χειρονακτική δουλειά, περισσότερη ενασχόληση με το ταξίδι παρά με το βαπόρι, καλύτερος μισθός, δεν έβρισκα ακόμα λόγο για να γυρίσω.

Και οι τρείς πόλεις λιμάνια (Qingdao, Qinhuangdao, Dalian), άμα έχεις γνωρίσει πχ την Guangzhou, δεν έχουν μεγάλες διαφορές. Βιομηχανικές πόλεις, Φαρδιοί δρόμοι για τα ποδήλατα που δεν κυκλοφορούνε και τόσο πια, λίγα σχετικά αυτοκίνητα, ράγες τρένου μέχρι το μόλο σχεδόν, ταξί τρίκυκλα  με σανιδένιο κάθισμα στην καρότσα να σου μελανιάζει τα κωλομέρια στις λακκούβες και στις ράγες που διέσχιζε, κλειστή ή ανοιχτή την κουκούλα ανάλογα το κρύο, Κινέζοι που ψάχνουν τρόπο να σου αποσπάσουν το δολάριο. Και παντού κτίρια και εγκαταστάσεις υπό κατασκευή. Οι διαφορές είναι στο ίδιο το λιμάνι και στους ανθρώπους.

Η Κίνα του ’94 –’95 ήταν όπως την έβλεπα, στην κορύφωση της προετοιμασίας γι αυτό που γνώρισε σιγά σιγά ο κόσμος από τότε και μετά. Έφτιαχναν κι έχτιζαν πυρετωδώς. Εμείς με τα μέσα επικοινωνίας της εποχής και το γλωσσικό φράγμα, ξέραμε ότι βλέπαμε κι ότι ακούγαμε. Τι γινόταν παραμέσα, ο θεός κι η ψυχή τους. Μαθαίναμε πως οι Γιαπωνέζοι είχαν ναυπηγεία κι έχτιζαν βαπόρια στην Κίνα. Μαθαίναμε πως ετοίμαζαν να στείλουν πύραυλο και δορυφόρο κινέζικο. Πως τα πολεμικά πλοία κι αεροσκάφη τους φτιάχνονταν εκεί από Κινέζους. Δεν είδαμε κάτι από αυτά, αλλά αυτά που φαίνονταν μας έπειθαν ότι έτσι είναι. Τα λιμάνια που δέναμε, ήταν από λίγο ως πολύ καινούργια ή ανακαινισμένα. Μπάζωναν τη θάλασσα και μεγάλωναν οι ντόκοι και τα βυθίσματα που δέχονταν. Με το μεγαλύτερο μέρος των ακτών να είναι αμμουδερές,  πιο εύκολα μπάζωναν μέχρι να φτάσουν στο επιθυμητό βάθος νερών, παρά να βαθύνουν και τους έμενε και η μπαζωμένη έκταση, φρέσκια στεριά για απλόχωρους κι άνετους ντόκους, πολύ πιο φαρδιούς από της Ευρώπης, Αμερικής ή Ιαπωνίας. Καταστροφή και αλλοίωση του περιβάλλοντος;  «Μα τι ‘ναι αυτά που λες; Δουλειές ανοίγονται, μεροκάματα». Μ’ αυτή τη δικαιολογία άλλωστε, σ’ όλες τις χώρες που είναι σε ανάπτυξη (ή και σε «ανάπτυξη»),  δεν γαμούν ότι βρεθεί στο δρόμο τους και μετά πετάνε κι ένα κοκαλάκι για να προστατεύσουν ότι γλίτωσε; Κι έβλεπες στους καινούργιους ντόκους,  κατακαίνουργια γκρένια και σαλίγκαρους για τα σιτηρά, με διπλές κάμερες και υδραυλικά κυκλώματα και αλάρμ, σχεδόν αθόρυβα, πολύ πιο μπροστά τεχνολογικά από τα αντίστοιχα που μας φόρτωσαν σε Αμερική και Καναδά. Οι Κινέζοι βεβαίως καμάρωναν, μέχρι που κάποιος μας έσκασε και το μυστικό. Παραγγείλαμε λέει, και μας έφτιαξαν οι Γάλλοι ένα λιμάνι, “state of the art” που λένε και σ’ εκείνα τα μέρη, και μετά το αντιγράψαμε μέχρι πέτρα, μέχρι βίδα, σε άλλα δώδεκα που χτίσαμε εμείς. Μπαζώνοντας έχεις τόπο και τα κάνεις όπως θέλεις.

Οι Κινέζοι, όσο πηγαίναμε βορειότερα, άλλαζαν κι εκείνοι. Γίνονταν ψηλότεροι, αποκτούσαν γένια, άλλαζαν χρώμα. Ήταν ή χλωμά λευκοί σαν καλαμάρια ή σκούροι αλλά με το μογγολικό σκούρεμα αντί του Φιλιππινέζικου. Με το πλάτος φυσικά αλλάζει και το κλίμα. Από υποτροπικό  στο Νότο, περνάει σε πιο κρύο όσο πας βορεινά, πιο ηπειρωτικό παρόλο που είσαι δίπλα στη θάλασσα, γιατί από πάνω απλώνεται αχανής στεριά και βουνά και Σιβηρία κι άμα κατεβάζει ο Βοριάς, κατεβάζει ψόφο το χειμώνα και λάβρα το καλοκαίρι.

Με πιο χοντρά ρούχα λοιπόν, τζην από Αμερική και Καναδά αντί για κοντομάνικα, μας λέγανε ότι είμαστε Αμερικάνοι γιατί είχαμε λέει μεγάλες μύτες. Ότι είμαστε πιο αδύναμοι γιατί κρυώναμε και ντυνόμαστε πιο βαριά από τους ντόπιους κι άλλα τέτοια περίεργα. Οι αρχές θυμήθηκαν το παρελθόν μια φορά όταν ενώ κατέβαζα το απόγευμα την Ελληνική σημαία στην πρύμη, ανέβηκε ο προϊστάμενος του σκοπού της σκάλας και με αυστηρό ύφος ζήτησε να κατεβάσω και την Κινέζικη από πάνω δεξιά, που έτσι κι αλλιώς θα κατέβαζα αμέσως μετά. Μια φορά είδα κι έναν γεράκο που σκούπιζε τους ντόκους με τη στολή του Μάο, τον μοναδικό. Μου τον έδειξε ο μάγειρας, ένας θαλασσοδαρμένος άνθρωπος που πριν έρθει στο βαπόρι μας είχε περάσει 14 χρόνια ναυτομάγειρας σε τράτα, χώρια τα μπάρκα πριν το καΐκι. Ένας άνθρωπος που ενώ δεν ήξερε καμιά γλώσσα, ή ίσως εξαιτίας αυτού μπορούσε να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε σε κάθε γλώσσα. Του έστειλαν παραμάγειρα – καμαροτάκι τον Ινδονησιάνο που δεν μπορούσε ούτε με τους δικούς του να συνεννοηθεί και σε μια βδομάδα κουβέντιαζαν και έλεγαν κι αστεία σε μια δικιά τους γλώσσα. Τον είδα να ξεκινά και να πιάνει κουβέντα, να ψωνίζει και να κάνει παζάρια οπουδήποτε έπιασε το βαπόρι. Ξεκινούσε με το «Ρε μαι φρεντ» κι αν τον έπαιρνε,  αγκάλιαζε από τους ώμους το συνομιλητή του και με ένα μίγμα νοηματικής δικής του,ελληνικών, αγγλικών, ισπανικών κι ίσως κι άλλων γλωσσών που αγνοώ, έβρισκε την άκρη παντού, έκανε γνωριμίες, έλεγε αστεία κι όλοι απορούσαν και θαύμαζαν μα πιο πολύ οι «γλωσσομαθείς» του πλοίου.

Στο Seamen’s Club του Qinhuangdao, καθόμαστε και περιμέναμε πίνοντας καφέ τη σειρά μας για τηλέφωνο, όταν είδαμε από το βάθος της (μεγάλης) αίθουσας να πλησιάζει αργά ένας γέρος σχεδόν παχουλός με τη μετωπική φαλάκρα του Μάο, με ένα γκρι σακάκι-πουκάμισο αλα Μάο επίσης. Ο πρώτος μηχανικός που είχε ξανάρθει  πριν αιώνες, φάνηκε να τον γνωρίζει και μουρμούρισε «Ζει ακόμα;». Ο μπάρμπας πλησίασε κι άρχισε να μας λέει τους χρόνους του ρήματος στα ελληνικά, ρωτώντας στο τέλος «Τα θυμάμαι σωστά;». Μείναμε άναυδοι, κι εκείνος συνέχισε να ρωτάει για μας, το βαπόρι, την Ελλάδα στα ελληνικά σε ελαφρά καθαρεύουσα. Είχε σπουδάσει τα ελληνικά 6 χρόνια στα Τίρανα (τότε που τά ‘χαν καλά Χότζας και Μάο) και ήξερε και ρώσικα. Μετά από λίγο χαιρέτησε κι έφυγε. Ο πρώτος, που τον γνώρισε είπε «Αυτός είναι εδώ από πάντα». Η δουλειά του ήταν, γνωρίζοντας Ελληνικά και Ρώσικα να παρακολουθεί τις συζητήσεις των ναυτικών μεταξύ τους και να ραπορτάρει. Γι αυτό λέγανε οι παλιότεροι ότι επί Μάο, ακόμα και στο φίλο σου αν έλεγες κάτι ενάντια στο καθεστώς σε δένανε. Τώρα απόστρατος ρουφιάνος, τριγύριζε ακόμα στο Seamen’s Club κι έπιανε κουβέντα, σαν τον κλέφτη που άμα δεν έχει τι να κλέψει, τα παίρνει λίγα λίγα από την μια τσέπη και τα βάζει στην άλλη, για να μη ξεχνά την τέχνη του.

Εκεί είδα ανάμεσα στα άλλα σουβενίρ κινεζικής τέχνης να πουλάνε και γούνες από ερμίνα, πάλλευκες εκτός από την άκρη της ουράς που ήταν σκούρη, για 180 δολάρια, καθώς και κάτι κοσμήματα από άσπρο κόκαλο που έλεγαν (και το υποστήριζε και η τιμή πώλησης) ότι είναι ελεφαντόδοντο. Το μεγάλο όμως σουβενίρ ήταν η εκδρομή. Μέσω ατζέντη και Seamen’s Club, κανόνισε ο καπετάνιος κι ήρθε ένα πρωί, νομίζω Κυριακή ήταν, ένα λεωφορειάκι και μας πήρε όσους δεν είχαν δουλειά ή βάρδια (και ήθελαν να πάνε) να μας πάει εκδρομή στο Σινικό τείχος. ‘Έξω από το Qinhuangdao, είναι το σημείο που μια διακλάδωση του Σινικού τείχους καταλήγει στη θάλασσα. Το λεωφορείο μας άφησε σ’ ένα τέρμα για τουριστικά, έξω από μια στολισμένη (ανακαινισμένη ή καινούργια δεν ξέρω) πύλη, όπου έμπαινες και ανεβαίνοντας φαρδιά σκαλοπάτια έφτανες σε μια πλατφόρμα κι ένα σκι λιφτ σε τσίμπαγε και περνώντας πάνω από δυο τρείς από κείνες τις μυτερές κινέζικες βουνοκορφές(23) σε άφηνε, ή μάλλον το άφηνες, δίπλα σ’ ένα φυλάκιο του τείχους σε μια κορφή και μπορούσες να κατηφορίσεις με τα πόδια 2-3 χιλιόμετρα πάνω στο τείχος, μέχρι την πύλη που ανεβήκαμε, κι άλλα 2-3 μέχρι το στολισμένο με σημαίες της παλιάς Κίνας, καστράκι στην παραλία. Το τείχος φαινόταν ανακατασκευασμένο για τις ανάγκες του τουρισμού, ξεχώριζαν τα (ίδια με τα παλιά πάντως) καινούργια τούβλα και αγκωνάρια, τουριστομάγαζα στην ενδιάμεση και την τελική πύλη, μπιχλιμπιδοπώλες παντού και το πουλμανάκι να περιμένει για να μας γυρίσει στο Seamen’s Club, όπου ακολούθησε γεύμα. Μας έβαλαν σε μια αίθουσα εστιατόριο με ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, σερβίτσια κανονικά κι όχι μπολάκια, μαχαιροπήρουνα μεταλλικά όχι πλαστικά ή ξυλάκια, και στη μέση ένας μεγάλος διώροφος περιστρεφόμενος  μπουφές (έτσι λέγεται αυτό το πράμα;) με καμιά δεκαριά είδη πιάτων απ΄ όπου έπαιρνες κατά βούληση κι όταν κάτι άδειαζε το ξαναγέμιζαν. Δεν ξέρω τι έφαγα, όχι φίδι πάντως, εκτός αν ήταν τόσο μάγκας ο μάγειρας, φαινόταν κάτι από χοιρινό, σε σούπα, σε τηγανητό, κάτι πουλερικά, πάπια, περιστέρι, κοτόπουλο μικρό, όλα, δεν κατάλαβα, με διάφορα χόρτα και καρυκεύματα και σάλτσες. Σαν γευστικό αποτέλεσμα γενικά μ’ άρεσε, μόνο που τα ζουμιά και οι σάλτσες είχαν μια πιο γλοιώδη υφή από αυτά που είχα συνηθίσει, αν και πιστεύω ότι ήταν γεύμα προσαρμοσμένο στα πιο δυτικά γούστα.  Μετά μας γύρισαν στο βαπόρι και μια δυό μέρες μετά ήρθαν και πήραν κι εκείνους που δεν μπορούσαν να έρθουν στην πρώτη εκδρομή. Κόστος όλα μαζί, καμιά 15αριά δολάρια το κεφάλι.

Στο Dalian βρήκαμε στη ράδα ένα ελληνικό βαπόρι, που όπως μάθαμε από το VHF, είχε ξεμείνει εκεί λόγω κάποιου χρέους του πλοιοκτήτη προς τους Κινέζους, που το ξεφόρτωσαν κανονικά, το έβγαλαν στη ράδα και δεν του έδιναν clearance από το λιμεναρχείο να φύγει, και περίμεναν 20 τόσες μέρες. Αγόραζαν τρόφιμα και πόσιμο νερό από την τσέπη τους που άδειαζε κι αυτή, και μας ζήτησαν να τους στείλουμε αν έχουμε αυγά για να κάνουν Πάσχα. Κάναμε κουμάντο με μια λάντζα και στείλαμε. Κάτσαμε 10 μέρες εκεί κι όταν φύγαμε, ακόμα εκεί ήταν και περίμενε.

Εκεί ήταν που είδα και μια Κινέζα με ένα ξύλινο σταυρουδάκι στο λαιμό κι όταν τη ρώτησα γι αυτό ένωσε τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπο σαν να προσεύχεται, υπονοώντας ότι είναι χριστιανή. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν  ότι έχει ορθόδοξους, αλλά εγώ δεν προχώρησα σε λεπτομέρειες αφενός γιατί δεν μ’ ενδιέφερε κι αφετέρου γιατί είχα άλλες έννοιες τότε. Στο Βορρά γινόταν κουμάντο με γυναίκες, αλλά ιεροκρυφίως και με διάφορα ζόρια και κόλπα και κονέ, που, απ’ όσο κατάλαβα στο τέλος, είχαν για μόνο σκοπό ν’ ανεβάσουν την ταρίφα. Ίσως κι ο σταυρός να ‘παιζε το ρόλο του.

Στο Qingdao, τριγυρνώντας ένα κρύο βράδυ, βρεθήκαμε έξω από κάτι δημόσια ουρητήρια που τα τιμήσαμε βεβαίως με αντίτιμο μια δεκάρα του γιουάν, και βγαίνοντας συναντήσαμε μια Κινέζα που πήγαινε να μπει. Μάλλον ψηλή, με αέρα, από κείνες τις Κινέζες που αν δεν ασπρίσουν τα μαλλιά τους θα είναι ίδιες από τα 20 ως τα 60+, σταμάτησε και μας έπιασε κουβέντα.  Διάκοψε για να μπει και βγαίνοντας μας συστήθηκε ως Πέι-πέι. Είχε κι ένα μαγαζάκι για φαγητό και ποτό εκεί  κοντά. Αργότερα έμαθα ότι Πέι-πέι ήταν το όνομα μια μυθικής πριγκίπισσας και μιας Κινέζας σταρ του σινεμά.  Ίσως να είναι και πιο εύκολο για ξενόγλωσσους από το κανονικό της, που όπως είδα σε μια κάρτα που μας έδωσε μετά, ήταν άλλο. Αναρωτιέμαι αν πχ η Αργυρώ με το καφενεδάκι πίσω απ’ τα μανάβικα, θα συστηνόταν ως Μελίνα στους τουρίστες, αλλά το ψάρεμα δολαρίων θέλει και τέχνη και δόλωμα.

Μη έχοντας και τίποτα καλύτερο να κάνουμε, πήγαμε ως εκεί. Μια τρύπα των 4-5 τραπεζιών, με μια κουζινίτσα ήταν το μαγαζί. Πίσω απ’ τον πάγκο μια μικρή εκπάγλου ασχημίας μας χαμογελούσε (τη βαφτίσαμε Σελήνη από την ηρωίδα του Φώσκολου)και ο λαντζέρης κοίταζε τους ξένους πού έφερε η αφεντικίνα που μας έκανε κονσομασιόν. Στη γωνιά τρείς Φιλιππινέζοι έπιναν τσάι(;) που το κρατούσε ζεστό μια λάμπα ηλεκτρική βυθισμένη στην κανάτα με τα μεγάλα φύλλα να κολυμπούν. Δεν ξέρω πως τα κατάφερνε χωρίς να βραχυκυκλώσει. Εμείς πήραμε μπύρες. Μας έφερε Tsingtao, σε μπουκάλι των 640ml, μεγάλο σαν μωρό. Μας άνοιξε κουβέντα, κι όταν είπαμε πως είμαστε από Σιλά , πλάτυνε το χαμόγελο της Σελήνης και ο λαντζέρης έβγαλε το κεφάλι από την τρύπα του πάσου για να μας πει πως “China, Sila, India, Egypt, we are the four old”. Αφού λοιπόν βγήκαμε και σοϊλήδες, πήραμε από άλλο ένα μωρό ο καθένας κι αυτό ήταν. Μας έγινε το κεφάλι καζάνι, και πήραμε ένα ταξί τρίκυκλο που μας κοπανούσε ως το βαπόρι όπου πέσαμε για ύπνο ξεροί. Ξυπνήσαμε από μόνοι μας στις 6 χωρίς παρενέργειες και φυσικά ούτε και ξαναπήγε κανείς στης Πέι-πέι.

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ γύριζε τον κόσμο και κάποτε βρέθηκε στο Gladstone της Αυστραλίας, όπου φορτώσαμε κάρβουνο, ναι! για την Xiamen. Έντεκα μήνες μετά την πρώτη επίσκεψη, ήμουν ο μόνος που είχε μείνει από εκείνο το πλήρωμα. Κάπου χάρηκα που ξαναπήγαινα, ήξερα το μέρος, μου άρεσε σε σχέση με τα άλλα λιμάνια της Κίνας, θα είχε και λιγότερη ζέστη. Έτσι κι αλλιώς από Αυστραλία δεν είδα τίποτα, μια μέρα ήταν όλη η φόρτωση(24), ήμουν βάρδια το βράδυ εκείνο, την επομένη το μεσημέρι θα φεύγαμε, ίσα που κατέβηκα στο μόλο να πάρω το βύθισμα κι έκανα ένα τσιγάρο καθισμένος στο γρασίδι δίπλα στο βαπόρι, όσο για να πω πως πάτησα στο χώμα και της Αυστραλίας.

Αυτή τη φορά προχωρήσαμε πιο βαθιά στο κομμάτι του κόλπου δυτικά του νησιού, γιατί θα πέφταμε δίπλα. Περάσαμε κάτω από μια γέφυρα που ένωνε το νησί με την ηπειρωτική ακτή, μ’ ένα μικρό νησάκι στη μέση της για να πατάει. Εκεί είχε μια ράδα γεμάτη παλιά βαπόρια που όμως οι Κινέζοι τα δούλευαν, ενώ αλλού θα τα είχαν κόψει από χρόνια. Εκεί είδα ας πούμε βαπόρι με δυο κομοδέσια, που το είχα δει μόνο φωτογραφία σε παλιά βιβλία ναυτιλίας μιας και είχαν εξαφανιστεί πολλά χρόνια πριν από τις θάλασσες, στα όρια μεταξύ κάρβουνου και fuel. Δέσαμε λοιπόν σ’ ένα ντόκο όχι τόσο φαρδύ όσο αλλού στην Κίνα, με απλωμένα μπλόκια από γκρίζο, μπεζ και κόκκινο γρανίτη στη μέση, για να στολίσουν τα πολυτελή κτίρια που χτίζονταν συνέχεια. Πίσω απ΄ αυτά οι γραμμές του τρένου που θα ‘παιρνε το φορτίο. Ήρθε κι ο ατζέντης με τις αρχές, και τους πήγα στον καπετάνιο όπου άρχισε ο ατζέντης να ρωτά για να συμπληρώσει κάποια έντυπα. “Last Port of Call?” (Λιμάνι απόπλου 😉 “Gladstone, Australia” “Hi-hi-hi, Happy stone!”  Το προπεράσαμε, ο Γλάδστων μεταγύρισε και ρωτήσαμε πόσο θα μέναμε. 12 με 15 μέρες, ανάλογα πόσο συχνά θα ερχόταν το τρένο να φορτώσει. Ωραιότατα!. Τα αμπάρια κλειστά, το τρένο δεν είχε έρθει ακόμα, σκοπό δεν έβαλαν στο γκάγκουε, δεν υπήρχε περιορισμός στη ώρα ούτε στα χαρτιά, μόλις ήρθε 5 η ώρα, έξω.

Μια και το βράδυ στη Αυστραλία ήμουν βάρδια, το πρώτο βράδυ  θα ήταν μέσα ό άλλος ανθυποπλοίαρχος, ούτε για φαί δεν έκατσα, δρόμο. Το κέντρο ήταν 5 – 6 χιλιόμετρα από το ντόκο κι αποφασίσαμε κάποιοι να πάμε ποδαράτα, από τη μια για να περπατήσουμε λίγο στη στεριά, κι από την άλλη για να δούμε αυτά που δεν βλέπεις με το ταξί. Χρόνος υπήρχε, πάμε σιγά σιγά. Διαπίστωσα πως μετά από  13-14 μήνες μπάρκο, περπατούσα με τα πόδια ανοιχτά, γέρνοντας δεξιά αριστερά σα βάρκα. Βγήκαμε στη λεωφόρο, πιάσαμε το σκιερό πεζοδρόμιο και προχωρήσαμε χαζεύοντας. Κάνα τέταρτο παρακάτω, βλέπω σ’ ένα κλουβάκι δυο γατιά. Ένα ασπρόμαυρο μαλλιαρό κι ένα γκριζόασπρο. Πήγα να τα χαδέψω, και βγαίνει από το μαγαζί ένας Κινέζος με ποδιά μάγειρα κι ένα μαχαίρι να μου γνέφει κάτι σαν «να το βάλω πάνω;». “No, no!!” είπα με τρόμο κι έφυγα σχεδόν τρέχοντας, πριν το κάνει πράξη. «Τι έπαθες;» ρωτούσαν οι άλλοι που χάζευαν πιο πέρα μια βιτρίνα με ωραία πωλήτρια. Τους είπα. «Γαμημένοι Κινέζοι» συμφώνησαν.

Μας έφαγε κοντά δυό ώρες μέχρι να κατεβούμε στο κέντρο με το πάσο μας. Τα περισσότερα κτίρια στη διαδρομή ήταν καινούργια. Στον σχεδόν ένα χρόνο που είχε περάσει, οι αλλαγές στην Xiamen ήταν αισθητές. Είχε αποκτήσει ένα αέρα πιο δυτικά μοντέρνο, στα αυτοκίνητα, στα φώτα, στα μαγαζιά, στο ντύσιμο, στους ανθρώπους. Κανείς δε μας έβλεπε πια σαν εξωγήινους, τα αμάξια σταματούσαν στα φανάρια, οι νεαροπαρέες νοιάζονταν μόνο για την πάρτη τους, χιτάκια της εποχής ακούγονταν, περισσότερες πολυεθνικές, ξενοδοχεία, άλλη πόλη πιο τουριστική, αλλά όχι μόνο για Κινέζους. Κάτι τράπεζες και εταιρείες είχαν ήδη πενθήμερο, ως κι η κινεζίλα μου φαινόταν πιο ξεθυμασμένη. Γιαπωνέζικα αυτοκίνητα, κάτι ακριβά γερμανικά, αλλά και κινέζικα στους δρόμους, σίγουρα πιο πολλά από πριν.  Στο κέντρο συναντήσαμε κάτι Έλληνες από άλλο βαπόρι, που ήταν εκεί ήδη μια βδομάδα και μας έδωσαν πληροφορίες. Ποιος είπε ότι δεν υπάρχει πορνεία; Στη τάδε γειτονιά κοντά στους ντόκους, όλα τα κουρεία  και τα μασατζίδικα που βλέπεις, αυτά που σου βγάζουν και τραπεζάκι με μπίρα κουτί για να κάτσεις απόξω, στο πατάρι είναι μπουρδελάκια.  Από την άλλη πάντα των ντόκων έχει κανονική γειτονιά πορνείων, μη βλέπεις που στο τουριστικό κέντρο (εκεί που μας έβγαλε η λάντζα την πρώτη φορά) κάνουν όλοι τις παρθένες, λόγω οικογενειακού τουρισμού των Κινέζων.  Μπες στο ταξί, πες του ταξιτζή, γκέρλς γκέρλς, ή φίκι-φίκι και ξέρει εκείνος. Μόνο με τις τρίχες των μεσογειακών είχαν πρόβλημα και με τα καυκάσια μεγέθη. Καλά που οι γερο-κομμουνιστές είχαν ξεμπαρκάρει.

Δυο βράδια μετά είπαμε να πάμε για ποτό κάπου πιο κυριλάτα και να μην πιούμε μπύρα. Βγήκαμε λίγο πιο αργά στη λεωφόρο να βρούμε ταξί. Και σιγά σιγά προχωρούσαμε προς το κέντρο. Πέρασα από το μαγαζί που είδα τα γατιά. Το ασπρόμαυρο έλειπε. Ακόμα στα μάτια μου το ‘χω. Βρήκαμε ένα ταξί,  του εξηγήσαμε και μας κατάλαβε και μας πήγε στο Holiday Inn της Xiamen. Απόξω παρκαρισμένες κάτι BMW σειράς 6 και 7, κάτι Mercedes μεγάλα νούμερα, φτώχεια καταραμένη. Μέσα άστα να πάνε. Εκεί να δεις λούσο. Μάρμαρα και γρανίτες και χρυσά και νερά να φοβάσαι να πατήσεις. Τέλος κατεβήκαμε στο μπαρ κλαμπ του ξενοδοχείου, όπου μια ορχήστρα Κινέζων έπαιζε και τραγουδούσαν all time classics. Η αίθουσα μισογεμάτη από μικτές παρέες.  Πήραμε καλά  ποτά, πάλι φτηνά μας ερχόταν, και χαζεύαμε την ορχήστρα και γύρω. Σε λίγο εμφανίζεται μια κομψοντυμένη Κινέζα, έρχεται στο τραπέζι και μας ρωτάει αν μένουμε στο ξενοδοχείο. Της είπαμε ναι , πως ήρθαμε σήμερα από Ελλάδα «για δουλειές». Αφού είμαστε ένοικοι λοιπόν, θα μπορούσε να μας κανονίσει  για 250 δολάρια, να έρθει κοπέλα στο δωμάτιο. Όσο προχωρούσε η κουβέντα και της το παίζαμε μπίζνεσμεν, ανέβαζε και την ταρίφα. Εκεί στα 500 είπαμε να γυρίσουμε στο βαπόρι.

Τελικά το μόνο κομμουνιστικό που βρήκα στην Κίνα ήταν πως τα βαπόρια ήταν κρατικά, της Cosco, που μετά τη μάθαμε κι εδώ, κι είχαν 40 άτομα πλήρωμα, εκεί που τα δικά μας είχαν 20 – 25. Κατά τα άλλα, με το ζήλο του νεοφώτιστου και το DNA του έμπορου, πιο καπιταλιστής πεθαίνεις. Ήδη τότε έφτιαχναν σχεδόν τα πάντα αντιγράφοντας  και τώρα πια φτιάχνουν τα πάντα σε δικά τους σχέδια. Όσο για τα κινέζικα, που λέμε εννοώντας  τα φτηνιάρικα, εκεί μπορούν να φτιάξουν και πολύ φτηνά. Έχουν πολλές κατηγορίες ποιότητας – τιμής κι ό,τι τους παραγγείλεις σου φτιάχνουν. Αν δέχεσαι να τους το πληρώσεις σαν Κορεάτικο, θα σου το φτιάξουν εφάμιλλο αν όχι πιο καλό από Γιαπωνέζικο. Αλλά άμα θες πχ ρολόι που να κοστίζει 50σεντς για να το πουλήσεις 10 ευρώ, θα είναι των 50σεντς. Άμα το πληρώσεις 2 ευρώ θα είναι ποιότητας πολλών επώνυμων που έχουν τους ίδιους μηχανισμούς. Αυτά τα είδα και αργότερα, που στη στεριανή δουλειά είχα πακιαριστεί με πολλά είδη made in PRC κι όχι μόνο με ότι πουλούν οι Κινέζοι της Ελλάδας στα μαγαζιά τους.  Απλά, τα φτηνά τους είναι πολύ φτηνά και γι αυτό και φτηνιάρικα.

Όμως κάποτε τελείωσε κι αυτή η εκφόρτωση και έπρεπε να φύγουμε με “Vancouver Orders”. Στο πέλαγο πήρα τηλέφωνο σπίτι. Έλειπα καιρό κι η έρμη η μάνα μου έψαχνε να μου πει κάτι που να με κάνει να ξεμπαρκάρω. «Ρωτά  ο… , η… για σένα, τι γίνεται, πότε θα ‘ρθεις» «Δωσ’ τους χαιρετίσματα». Τότε έβγαλε τον τελευταίο άσο απ’ το μανίκι. «Γεννήσαν οι γάτες κι έχει γεμίσει η αυλή γατάκια που τρεχοβολάνε παντού». Στο επόμενο λιμάνι ξεμπάρκαρα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Μπόνκερ (bunker)= Κυριολεκτικά ανθράκευσις (sic). Η προμήθεια καυσίμων για το πλοίο. Φούελ (Fuel Oil, IFO 180) καύσιμο για την κύρια μηχανή και ντίζελ για τις ηλεκτρομηχανές (ηλεκτρογεννήτριες).
  2. Στόρια = οι προμήθειες του πλοίου σε τρόφιμα, μπογιές, ανταλλακτικά, εργαλεία κλπ. Όχι σε καύσιμα. Υποκατηγορία τα «φρέσκα» που είναι φρέσκα φρούτα και  λαχανικά.
  3. Μπομπότηδες = Οι παντός είδους μικροέμποροι που ανεβαίνουν στα πλοία όταν είναι στη ράδα ή όταν περνούν κανάλια. Έρχονται με βάρκες, ανεβαίνουν και πουλούν ό,τι ζητιέται. Στη Σιγκαπούρη (τότε) κυρίως τηλεοράσεις, βιντεοκάμερες, στερεοφωνικά, ρολόγια κλπ. Αλλά γενικά φέρνουν και πουλάνε σουβενίρ, καλλυντικά, μπαταρίες, ρούχα, φρούτα, ψάρια, πορνοταινίες και περιοδικά, μαριχουάνα, ό,τι νομίζουν πως μπορεί να πουληθεί στον ναυτικό. Οι μπομπότισσες, άμα τα βρεις στην τιμή, μπορεί να μπουν και στην καμπίνα…
  4. Φουλ αχέντ (Full ahead)= πρόσω ολοταχώς
  5. Μπάλα του πλοίου (bulbous bow)= Το προεξέχον βολβώδες κομμάτι στην πλώρη του πλοίου, κάτω από την ίσαλο γραμμή, που ο σχεδιασμός του επιδρά σημαντικά στην υδροδυναμική απόδοση του πλοίου (δηλ στην αντίσταση του πλοίου στα κύματα).
  6. Για να περάσει το πλοίο από κάποιο σημείο (λιμάνι, κανάλι ή στενό – στο πέλαγος δεν έχει νόημα) πρέπει το βύθισμά του (δηλ. η απόσταση από την επιφάνεια του νερού μέχρι το κατώτερο σημείο της καρένας μέσα στο νερό – αυτά τα ανάγλυφα νούμερα που βλέπουμε στις πλώρες και τις πρύμες των βαποριών) να είναι πιο μικρό από το ελάχιστο βάθος του νερού στο σημείο εκείνο τουλάχιστο κατά 1 ποδάρι. Αλλιώς θα τριφτεί και θα «κάτσει» κι αν ο βυθός είναι βραχώδης μπορεί και να κάνει τρύπα ή και σκίσιμο με ό,τι συνεπάγεται. Το βύθισμα του πλοίου εξαρτάται εκτός από την ποσότητα του φορτίου και από το είδος του νερού. Στα γλυκά νερά (ποτάμια και κανάλια) είναι μεγαλύτερο, λόγω μικρότερης πυκνότητας του νερού άρα και μικρότερης άνωσης.
  7. (α)μπάσες ακτές= ακτές χαμηλές που σβήνουν στη θάλασσα, συνήθως αμμώδεις. Τα νερά σε ικανή απόσταση ρηχά, η ακτογραμμή αδιόρατη και το ραντάρ δεν τη χτυπάει. Στην οθόνη βλέπεις ακτή αρκετά πιο μέσα στη στεριά από την πραγματική όπου χτυπήσει εμπόδιο (λόφους, κτίρια)
  8. Άλτης= Προβολέας χειρός για να κάνεις οπτικά σινιάλα ή να φέξεις σε συγκεκριμένο σημείο.
  9. Φακοφίκια ή/και φοκιλίκια= εκ του fuck off, οι αγγλόφωνες βρισιές. Πρβλ τα δικά μας γαμοσταυρίδια
  10. Πρατιγάρισμα (free pratique)= ελευθεροκοινωνία. Όταν ένα πλοίο που καταπλέει στο λιμάνι έχει τελειώσει τις διατυπώσεις με τις αρχές και έχει πάρει τις άδειες να αρχίσει η φόρτωση ή η εκφόρτωση αλλά κυρίως μπορούν οι ναυτικοί να βγουν στη στεριά.
  11. Σκαντάγιο= βολίδα. Ένας μεταλλικός κώνος δεμένος σε βαθμονομημένο σκοινί για τη μέτρηση του βάθους των νερών.
  12. Φουλ αστέρν (Full astern)= πίσω ολοταχώς
  13. Κομοδέσιο= η υπερκατασκευή πάνω στο κατάστρωμα των πλοίων, όπου στεγάζονται τα ενδιαιτήματα των ναυτικών, σαλόνια, κουζίνα κλπ και πάνω πάνω η γέφυρα. [από αγγλ. accomodation]
  14. Αλλουέδες= Οι διάδρομοι του κομοδέσιου, ανάμεσα στις καμπίνες. [απο αγγλ. hallway]
  15. Βατσιμανιλίκι= η βάρδια του βατσιμάνη (watchman). Στο λιμάνι, έξι το βράδυ με έξη το πρωί, έχουν βάρδια στην κουβέρτα ένας ανθυποπλοίαρχος κι ένας ναύτης, ο βατσιμάνης. Δουλειά τους είναι να προσέχουν γενικά την φόρτωση ή εκφόρτωση, να τεζάρουν τους κάβους, τη σκάλα που συνδέει με τη στεριά κλπ. Στη ράδα που δεν έχει κάβους, κοιτάνε το δέσιμο της μαούνας πάνω στο πλοίο, μην σηκώσει καιρό και ξεσύρεις και τέτοια. Ο ανθυποπλοίαρχος είναι βράδυ παρά βράδυ, κι ο βατσιμάνης ανά βδομάδα. Συνήθως, γιατί άμα το βαπόρι έχει πολλές μέρες πλεύσιμες και λίγες στο λιμάνι, μπορεί να αλλάζει βατσιμάνης κάθε δυό τρείς μέρες για να γράψουν όλοι ώρες.
  16. «…και πες του κάτω από ένα δέντρο να μας φέρει…» Γιατί άραγε οι ναυτικοί αγαπάνε τα λουλούδια και φτιάχνουν κήπους στα σπίτια τους;
  17. Γκάγκουες (gangway)= η πλαϊνή σκάλα που ενώνει το πλοίο με τη στεριά.
  18. Μαμασά Δες https://www.slang.gr/lemma/25062-mamasa. Τζάμπα τά ‘γραφα στο σλανγκρ;
  19. Seamen’s Club= Στα λιμάνια του κόσμου, από παλιά υπήρχε μια «λέσχη ναυτικών» όπου ο ναυτικός μπορούσε να τηλεφωνήσει, να πιεί ένα καφέ,μια μπύρα ή ένα αναψυκτικό, να πάρει πληροφορίες, να ψωνίσει κάποια απαραίτητα (πχ ξυραφάκια , σαμπουάν, σουβενίρ) στην ανάγκη να διανυκτερεύσει σε κάποια αν ξέμενε, σε φτηνές τιμές. Κάποια έβαζαν και λεωφορειάκι που πήγαινε από τα πλοία ως εκεί (ήταν πιο κοντά ή και μέσα στο κέντρο της πόλης). Στην Ευρώπη, Αμερική κλπ τα λειτουργούν οι (προτεστάντες) παπάδες. Σε Ρωσία, Κίνα κι άλλα κομμουνιστικά (τότε) καθεστώτα ήταν κρατικά. Στη Ν. Αφρική, από το φόβο του AIDS κυρίως, στη είσοδο σε υποδεχόταν μια πανέρα γεμάτη προφυλακτικά που μπορούσες να πάρεις όσα θέλεις δωρεάν. [Εκεί είχε πάρει κάμποσα ο καπετάνιος και, το επόμενο μεσημέρι στην τραπεζαρία των αξιωματικών, είχε κι από ένα φακελάκι, σε κάθε πιάτο, ως ορντέβρ.]
  20. Μέρα πίσω ώρα μπρός = Διασχίζοντας τον Ειρηνικό από Ασία (Δυτικά) προς Αμερική (Ανατολικά) περνάς ζώνες ώρας και βάζεις +1ώρα καθώς κινείσαι ανατολικά αλλά διασχίζοντας τον 180ο μεσημβρινό βρίσκεσαι χθες. Η βδομάδα έχει πχ δύο Τετάρτες που η μία είναι τζάμπα, εφόσον είσαι με το μήνα, ο μάγειρας ψάχνει εναλλακτικά μενού (λέμε τώρα) εκτός εδεσματολογίου αλλά εντός αποθεμάτων (σε είδη). Τα ανάποδα όταν πηγαίνεις από Αμερική προς Ασία.
  21. Σιλιγούδι= Μικρή σαύρα των χωραφιών.
  22. Καραμάνι= Στα παλιότερα πλοία το καραμάνι ήταν ένα μασίφ κυλινδρικό σίδερο, διαμέτρου ξύλινου στύλου της ΔΕΗ αλλά μήκους 1,5 -2 μέτρα που χρησίμευε σαν έμβολο – εξολκέας στο μηχανοστάσιο, περίπου όπως ο πολιορκητικός κριός. Το έβαζε ο κατασκευαστής και έβγαινε όταν πήγαινε το βαπόρι για σκράπ. Από κει κι αυτοί που μπάρκαραν και ξεχνούσαν να ξεμπαρκάρουν, αποκαλούνται καραμάνια.
  23. Όπου στην Κίνα είδα βουνό, από μακριά ή κι από πιο κοντά, έμεινα με την εντύπωση πως τα βουνά τους είναι πιο «μυτερά», δηλαδή η βάση του κώνου είναι πιο στενή από τα δικά μας και τα άλλα σε σχέση με το ύψος τους, εντύπωση, που τα ντοκιμαντέρ που είδα έκτοτε, την ενίσχυσαν.
  24. Θα είχαμε φορτώσει τους 35.000 τόνους γρηγορότερα, η δυναμικότητα του σιλό ήταν πολύ μεγαλύτερη, αλλά είχε μπει όριο στη μέγιστη ταχύτητα φόρτωσης, επειδή όταν φόρτωναν στο φουλ, τα βαπόρια που απέπλεαν δεν προλάβαιναν να απορροφήσουν το απότομο στρεσάρισμα από τη γρήγορη φόρτωση, κι αν συναντούσαν καιρό στα ανοιχτά, πράγμα όχι σπάνιο, κόβονταν στα δυο. Αφού κόπηκαν καμιά δεκαριά βαπόρια, οι ασφαλιστικές αποφάσισαν να κατέβει η ταχύτητα φόρτωσης κι έτσι αντί για 8 ώρες κάναμε 20.

101 Σχόλια to “Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)”

  1. Νέο Kid said

    Το μισό διάβασα, το άλλο μισό αργότερα.
    Dryhammer, είσαι Θεός! Εκπληκτικά γράφεις. Μπράβο!
    Φεύγω ,με την Κινεζιλα στο ρουθούνι, κι αδημονώ να διαβάσω και το υπόλοιπο.

  2. Πέπε said

    Κι ένα Double Happiness από την προσωπική μου συλλογή: http://syllogi-apo-paketa-tsigaron.blogspot.com/search/label/Double%20Happiness

    (Μικρός χαιρετισμός πριν διαβάσω το κείμενο, αφού είδα τις εικόνες)

  3. sarant said

    Καλημερα, ευχαριστώ για τα πρωτα σχολια και θα τα πούμε πιο αναλυτικά το βράδυ!

  4. cronopiusa said

    Μας ταξίδεψες Dryhammer, να σαι καλά!

    και γράφε…

  5. giorgos said

    Υπέροχη ίστορία . Μέ ταξίδεψες σέ μιά χώρα πού πιθανότατα τά δικά μου μάτια δέν θά δούν ποτέ .

  6. Νέο Kid said

    Τώρα το απόσωσα.Έπρεπενα προλάβω το δωράκι της Κολομβίας στο 1.65 γαρ…
    Φίλε , είσαι ο νέος Καββαδίας !
    Αν μεταφράσεις τα κείμενά σου στα εγγλέζικα ,θα γίνουν παγκόσμιο Μπεστ σελερ. Αν χρειαστείς βοήθεια με το εγγλέζικο , βοηθάω.

  7. Κ. Καραποτόσογλου said

    Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί τη φράση: full steam = πάσῃ δυνάμει, ολοταχώς, ενώ ο Γ. Ρήγας, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός, τ. 4, σ. 281-82, μας πληροφορεί:« Αν δεν κατορθώσουν με το τράβηγμα των παλάγκων να σύρουν το πλοίο, μεταχειρίζονται και τον κ α ρ α μ ά ν η. Ο κ α ρ α μ ά ν η ς είναι ένα πολύ χονδρό ξύλο, β ο υ β ό. Σέρνεται στη σκάρα της πρύμνης και χτυπά με ορμή τα βάζα. Έτσι υποβοηθεί να ξεκινήση το σκάφος. Όταν σέρνουν τον καραμάνη, λέγουν: — Γειά σου, καραμάνη.
    Αφού πέση το πλοίο στη θάλασσα, τρέχουν όλοι όσοι έλαβαν μέρος στο τράβηγμα, ποιος να πρωτοαρπάξη τον πλοίαρχο και να τον ρίξη στη θάλασσα. Και ο πλοίαρχος δέχεται με ευχαρίστηση αυτό το λουτρό».

    Η λ. κ α ρ α μ ά ν η ς = χονδρό ξύλο, προέρχεται από το τουρκικό k a r a m a n = (ναυτ.) drop hammer =
    σφύρα μηχανική πρoς σφυρηλάτησιν μετάλλων (Redhouse 603), αλλά η λ. κ α ρ α μ ά ν η ς όπως χρησιμοποιείται στον Παπαδιαμάντη προσδιορίζει το τσοπανόσκυλο· ο Παύλος Ξιούτας, Κυπριακή λαογραφία των ζῴων,, σ. 125, αναφέρει:«Εκ του τόπου καταγωγής του σκύλου ή χαρακτηριστικών ιδιοτήτων του ή της συνήθους διαίτης του είναι και ο κ α ρ α μ α ν ί τ η ς (2) μεγαλόσωμος και επιθετικός. (2) Ο Κ α ρ α μ α ν ί τ η ς σκύλλος και κ α ρ α μ ά ν ο ς ή κ α ρ α μ α ν ή ς (ο)».

    Εξαιρετική η εργασία του Dryhammer.

    Κ. Καραποτόσογλου

  8. dryhammer said

    Σας ευχαριστώ όλους για τα καλά σας λόγια.
    1,6 Σ’ ευχαριστώ ιδιαίτερα, αλλά κόψε κάτι.

  9. gpoint said

    Εχοντας ακούσει πάμπολλες αφηγήσεις ναυτικών-ευδοκιμούν στο Γαλαξίδι- χαίρομαι που απέφυγες τις συνηθισμένες τερατολογίες τους, όσα διηγήθηκες μοιάζουν να είναι αληθοφανή αν μη τι άλλο. Ο καπετάνιος αδερφός της μάνας μου ταξίδευε με αμερικάνικα τανκερ (any gross, any sea έγραφε το δίπλωμα του) μέχρι το ογδοντατόσο, Ρωσία, Ιαπωνία, Βιετνάμ αλλά για Κίνα δεν μου είχε μιλήσει ποτέ, μάλλον τότε δεν είχαν παρτίδες ανοίξει ακόμα. Ετσι είδα την εξαίρεση στον κανόνα πως πάντα στα λιμάνια υπάρχει τουλάχιστον ένα μπαρ ή μπουρδέλλο όπου μιλάνε ελληνικά !
    Πληροφοριακά από την χρονιά που δίδαξα στην Ωρολογοποιΐας-Αργυροχρυσοχοΐας (πριν τριάντα χρόνια…) όλα τα ηλεκτρονικά ρολόγια έχουν μηχανισμό σε τρεις ποιότητες, του μισού ευρώ -χάνει περί τα 6 δεύτερα την ημέρα (;)-, των κάποιων ευρώ -χάνει 1 δευτερόλεπτο- και των πολλών ευρώ- πρακτικά δεν χάνει καθόλου.

  10. Καλημέρα,
    Το κατάφερα! Καταπληκτικό, έκανα κάποια διαλείμματα για να διαβάσω αποσπάσματα στη σύζυγο! Βέβαια, όπως όλα τα καλά έχει κι αυτό ένα τέλος (και να μη μου πει ο Γς για τα λουκάνικα πούχουν δύο, το εμπέδωσα 🙂 ).

    Άγνωστες λέξεις:

    κλουαζονέ (βάζα)
    λατσιόνες
    μουρέλα
    ουρία από Kenai
    πακιαριστεί

    Αυτά το ξέρω (που δεν τόχει στο λεξιλόγιο) κομίσιο = προμήθεια
    και λίγο διαφορετικά (μάλλον δεν έμαθα ποτέ την αρχική έννοια) σιγλιγούδια στα παρ’ ημίν οι μικρολιχουδιές (γλυκιές)

    μπομπότηδες Αυτό υπάρχει, δεν τόξερα, αλλά τους είχα γνωρίσει στην πράξη σε κρουαζιέρα στο Νείλο. Κατεβαίναμε απ’ το Ασουάν στο Λούξορ και σε κάποιο σημείου έπρεπε να μπούμε σε δεξαμενή για κατέβασμα. Εκεί λοιπόν το βαπόρι αναγκαστικά πήγαινε πολύ αργά (ή και περίμενε σε μια πρωτότυπη ποταμίσια ράδα, ευτυχώς απ’ τη δικιά μας μεριά δεν είχε πολλή κίνηση, απ’ την άλλη είδαμε καμιά15αριά πλεούμενα να περιμένουν, ούτε ξέρω πόσες ώρες). Εκεί λοιπόν μας πλεύριζαν βαρκάκια, κάναν παζάρι για σάλια κυρίως, τους έριχνες το χρήμα και σου πέταγαν το εμπόρευμα με καταπληκτική ακρίβεια, να φτάνει μέχρι το κατάστρωμα!

  11. dryhammer said

    κλουαζονέ (βάζα)= Διακοσμητικά (όχι για λουλούδια) ορειχάλκινα βάζα, με επισμαλτωμένο διάκοσμο
    λατσιόνες = φυλές ανθρώπων
    μουρέλα = κυλινδρικά κομμάτια (συνήθως ψαριού)
    ουρία από Kenai= λευκή κρυσταλλική, σκόνη, υποπροϊόν (κυρίως) του πετρελαίου, που χρησιμοποιείται για λίπασμα. Το Kenai είναι λιμάνι της Αλάσκας.
    πακιαριστεί= συναναστραφεί

    το σιλιγούδι είναι σαυρίτσα. Το συ-γλιγούδι είναι λιχουδιά (μπινελίκι).

  12. Μπράβο! Συγκράτησα ιδιαίτερα τον απόστρατο ρουφιάνο 🙂
    Μια και λεξιλογούμε, πρόσεξα και τη λέξη «φοβήσιμος». Την έχω ξανακούσει μόνο από τον πεθερό μου, που κατά σύμπτωση είναι κι αυτός ναυτικός και τη χρησιμοποιεί για να περιγράψει τον καιρό. Να είναι ναυτική ιδιόλεκτος; Την έχει ξανακούσει κανείς;

  13. 11 Ευχαριστώ. Α, ώστε έχει διαφορά το σιλιγούδι με το συγλιγούδι. Και μου ταίριαζε συσχετισμός λόγω μεγέθους!

  14. Πράγματι, εξαιρετικό.
    Ο πατέρας μου πήγε στην Κίνα επίσημα, με ομάδα Ελλήνων δημοσιογράφων, το 1978. Τους είχαν ελληνόφωνο διερμηνέα, που είχε σπουδάσει ελληνικά στην Αλβανία κι αυτός, αλλά τα είχε εξασκήσει κυρίως εξυπηρετώντας Έλληνες ναυτικούς στο Τιεντσίν, οπότε είχε μάθει… και μερικά ακόμα, και τους έλεγε π.χ. ότι η χήρα του Μάο ήταν «πολύ πουτάνα». Θυμάμαι τον πατέρα μου να το διηγείται, μιμούμενος την προφορά του διερμηνέα…

  15. ΓιώργοςΜ said

    Τώρα αξιώθηκα να το τελειώσω. Το ρουφηξα απνευστί, όπως και τα άλλα του συγγραφέως. Ξεροσφύρη, χωρίς να μπω σε συγκρίσεις του Νεοεριφίου (που σκανδαλίζουν αντιδράσεις μετριοφροσύνης), συντάσσομαι. Έχω διαβάσει πολύ υποδεέστερα, με διθυραμβικές κριτικές. Αν θες να κάνεις το μπεστσελεριτζή* μπορείς, αν όχι και θες να γράφεις για την εδώ παρέα, πάλι κέρδος (μας) είναι, γράφε πάντως, δεν είναι χάσιμο χρόνου!

    *η σημερινή συμβολή για τα 6 εκ. 😀

  16. Ευχαριστώ, υπέροχο.

  17. Λεύκιππος said

    Το διάβασα όλο με την ησυχία μου γι’ αυτό άργησα να το σχολιάσω. Απίθανο

  18. Παναγιώτης said

    Το καραμάνι για τους ναυτικούς είναι ο καραβόσκυλος, ο συνάδελφος που δεν αγαπάει τη στεριά.Well done κύριε Ξηροσφύρα, δεν έχει ανώτερα!

  19. Antonislaw said

    Εξαιρετικο το αφηγημα! Σε συνεπαιρνει! Βρηκα χρονο ξεκλεβοντας απο τα μωρα- κανονικα μωρα, νηπια-και το ρουφηξα! Πολλα συγχαρητηρια για το υφος γραφης, το μετρο στα αναφερομενα- το ειπε καποιος προλαλησας ελλειψη τερατολογιων, το πληθος των πληροφοριων! Και εις αλλα!!!

  20. Ιστοριοδίφης said

    Εξαιρετική εργασία, χίλια μπράβο στον κ. Ξεροσφύρη, αν και τα περισσότερα απ’ όσα περιγράφονται είναι «μουσειακά», με την έννοια ότι τα πάντα έχουν αλλάξει από το 1994. Επειδή ταξίδευα κι εγώ εκείνη την εποχή (δεκαετίες 1980 και 90) ας με συχωρέσει που θα του επισημάνω ένα πραγματολογικό λάθος:

    Το 1994 που ταξίδεψε στην Κίνα ο κ. Ξεροσφύρης, δεν υπήρχε τόσο μεγάλη στέρηση της γυναίκας στους ναυτικούς («σε κάνουν να βλέπεις παπά και να τον περνάς για χήρα», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Ξ.) για τον απλούστατο λόγο ότι από το 1990 και μετά σε όλα τα ελληνικά πλοία υπήρχαν βίντεο (με τις παλιές βιντεοκασέτες) και όλοι βλέπαμε τσόντες κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Επομένως, αποκλείεται να έβλεπε ο οποιοσδήποτε ναυτικός σαν ΘΕΕΣ τις Κινέζες πουτάνες, διότι επί μήνες απολάμβανε καθημερινά στο βίντεο τις πολύ ομορφότερες πορνοστάρ να τα κάνουν όλα.

    Κάτι ακόμα, που νομίζω ότι θα έπρεπε να καταγραφεί σε ένα τέτοιο αφήγημα: Εμείς οι Έλληνες ναυτικοί (γενικά οι λευκοί) θεωρούμασταν κάτι σαν ημίθεοι από τις πουτάνες της Ανατολικής Ασίας (Κορέας, Κίνας, Ιαπωνίας κλπ.) για έναν απλό λόγο: Λόγω μεγέθους μορίου… Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι το μέσο μέγεθος των Ανατολικοασιατών είναι τουλάχιστον 30% μικρότερο από το μέσο μέγεθος των Λευκών και φυσικά των Μαύρων. Θυμάμαι ότι το πρώτο που μάς έλεγαν οι Γιαπωνέζες, Κινέζες, Κορεάτισσες κλπ. πουτάνες με τα αστεία αγγλικά τους ήταν πόσο ευτυχισμένες ήσαντε που απολαμβάνουν ένα μέγεθος της προκοπής. Μάλιστα, θυμάμαι πως όσοι από το πλήρωμα είχαν μόριο πάνω από 17 πόντους, δυσκολεύονταν να πηδήξουν ανατολικοασιάτισσα, καθώς το μισό πέος έμενε έξω από τον κόλπο λόγω χώρου.

    ΘΥΜΙΖΩ ότι με αυτό ακριβώς το επιχείρημα των πορνών της Ανατολικής Ασίας κατάφερε η πανέξυπνη Γιαπωνέζα, Γιόκο Όνο, να κάνει τον μεγάλο Τζόν Λέννον να την ερωτευτεί. Ο Λέννον ήταν γνωστός μικροψώλης κι όποτε πήγαινε με λευκή είχε πρόβλημα, αφού οι λευκές είναι συνηθισμένες σε μεγαλύτερα μεγέθη. Η Γιόκο Όνο ήταν η πρώτη γυναίκα που έπεισε τον Λέννον ότι ήταν φυσιολογικός και απολάμβανε το σέξ μαζί του, γιατί εκατοντάδες εκατομμύρια Ασιατών ήσαν «μικρότεροί» του. Ο Λέννον ανέβηκε ψυχολογικά, ερωτεύτηκε μέχρι τα μπούνια την απατεώνισσα την Όνο και τα υπόλοιπα είναι Ιστορία

    ΥΓ: Και μιά τελευταία ερώτηση στον κ. Ξεροσφύρη, για να δώ αν έχει ταξιδέψει Ιαπωνία: Γιατί, μέχρι και σήμερα που μιλάμε, τα Γιαπωνέζικα πορνό (αλλά και τα αμερικανο-ευρωπαϊκά που προβάλλονται στην Ιαπωνία) λογοκρίνουν πάντα το ανορθωμένο πέος (συνήθως βάζουν «χιόνι»), ενώ δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δείχνουν το αιδοίο μέχρι μέσα, το σπέρμα, τα στήθη και τα υπόλοιπα; Η απάντηση είναι απλή κι αν δεν βρεθεί κάποιος να την απαντήσει, θα το κάνω εγώ το βράδυ

  21. loukretia50 said

    Καταπληκτικό !
    Απολαυστικό, ταξιδιάρικο, σε μεταφέρει σ΄ένα διαφορετικό κόσμο.
    Έχετε το χάρισμα να αναφέρεστε σε δύσκολες συνθήκες και καταστάσεις που αποπνέουν μιζέρια, με περιγραφή λεπτομερή, λιτή και πολύ ζωντανή, με αμεσότητα και χιούμορ, ενώ παρουσιάζετε τον εαυτό σας μ΄ένα τρόπο ελαφρά σαρκαστικό αλλά και ποιητικό ταυτόχρονα. :“These no letters, ρε, this is chicken scratching”…Η ηλιθιότητα συνάντησε την μεγαλοφυΐα (από αντίθετες κατευθύνσεις βεβαίως βεβαίως) και βγήκε σωστό». Άπαιχτο!
    ’κι άφησε την αύρα της να με βαστά απ’ το λαιμό μαζί με της άλλης της μαρεγκένιας…»’.
    Οι χαρακτήρες ζωντανεύουν , τους γνωρίζουμε.
    Συνεχίστε να γράφετε, αξίζει να τα δημοσιεύσετε.
    Ευχαριστώ το Νικοκύρη που σας έδωσε την ευκαιρία.

    ΥΓ το ασπρόμαυρο γατάκι…. Δε με σηκώνει η Κίνα μάλλον! Κι ας με γοήτευε πάντα..

  22. Ευάγγελος said

    Εξαιρετικό το σημερινό.
    Dryhammer ευχαριστούμε πολύ.
    Περιμένω κάτι και από Νότια Αμερική…..Ξέρεις εσύ…Μπραζίλια , Αργεντίνα κλπ
    @12 Δύτη.
    Φοβήσιμος…Πρέπει να είναι της Χιώτικης ντοπιολαλιάς
    Την έχω ακούσει μόνο από Χιώτες και όχι απαραίτητα ναυτικούς.
    Την χρησιμοποιούν και για τον άσχημο (δύσμορφο) άνθρωπο, όπως επίσης και για ένα κακό όνειρο , γενικώς για κάτι που είναι ικανό να σε φοβίσει.

  23. loukretia50 said

    Μια ιδέα για μακρινά λιμάνια (δεν ξέρω πόσο αντικειμενική) παίρνουμε από την ταινία Λι, που είναι βασισμένη στο έργο του Καββαδία https://youtu.be/ywYWE3clugU

  24. dryhammer said

    20.
    α) Χίλια μανεκέν στην οθόνη, κάνουν για μια κόφα ζωντανή;
    β) Έχω πάει Ιαπωνία, δεν είδα τσόντα εκεί ούτε έμαθα γιατί.
    Τα κομπλιμέντα τα επαγγελματικά τα πιστεύεις μόνο όταν δεν έχεις ακούσει άλλα ή/και τά ‘χεις ανάγκη. Αλλιώς στο πρόσωπό σου βλέπουν ή τον Οδυσσέα Γκραντ ή τον Βενιαμίν Φραγκλίνο.

    22. Σε ένα μέρος της Ν. Αμερικής πήγα, στο λίγο που ταξίδεψα, κι εκεί μιλούσαν Αγγλικά και Ινδικά. (Πρώην Βρετανική) Γουιάνα.

  25. Γιωργής said

    Dryhammer πολύ το ευχαριστήθηκα!! Καιρό είχα να διαβάσω κάτι και να γελάσω «δυνατά» ενώ είμαι μόνος. Αυτό για τα δικά μου κριτήρια είναι δείγμα άριστης γραφής!
    Πρέπει να πω οτι ξεκίνησα το διάβασμα κρατόντας πολύ μικρό «καλάθι» κι όταν τέλειωσε, ήθελα να έχει κι άλλο.
    Εύγε και μπράβο σου που λένε…..
    Θα το κρατήσω αρχείο, το κείμενο.

  26. loukretia50 said

    Between the devil and the deep blue sea
    για σας τους πολυταξιδεμένους
    υπάρχει στο https://youtu.be/EvAYISgLqzM

  27. aerosol said

    Εξαιρετικό, για άλλη μια φορά. Ελπίζω πραγματικά να έχεις διάθεση και ιστορίες να γράψεις πολλά ακόμα και να τα χαρούμε.
    Ναι, άνετα θα τα έβλεπα και σε βιβλίο.

  28. spiral architect 🇰🇵 said

    Μπράβο Ξεροσφύρη!

  29. Πολύ ωραίο, Ξεροσφύρη! Γράφε, γράφε!

  30. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πολύ ωραίο, πολύ εξωτικό. Διάδοχος του Καββαδία και, κυρίως, του Σουρούνη. Θα πρότεινα κι εγώ έκδοση σε βιβλίο, αλλά το ‘χουμε ξανασυζητήσει, δεν είναι κατάλληλοι καιροί για τέτοια εγχειρήματα. Αν και βλέπουμε να κυκλοφορούν αρκετές νέες συλλογές με διηγήματα, που δεν τα πάνε κι άσχημα.

  31. Tomás de Torquemada said

    Πολύ ωραίο! Ευχαριστούμε.

    Καραμάνα είναι και ράτσα προβάτου, με μαύρο το γύρο από τα μάτια.

    Με τη γυναίκα μου έχουμε βγάλει μια φράση για τη μυρωδιά που αναδύεται από τα κινέζικα μαγαζιά (που μάλλον πλαστικίλα είναι, αλλά πολύ ιδιαίτερη) και τη λέμε «the sweet smell of China*»… 🙂

    * https://en.wikipedia.org/wiki/Sweet_Smell_of_Success

  32. cronopiusa said

  33. cronopiusa said

  34. cronopiusa said

  35. Γς said

    «Είχαμε ζαλιστεί από αυτά που βλέπαμε. Παρακολουθούσαμε την ξενάγηση στα έγκατα του πλοίου όταν ξαφνικά σ ένα διάδρομο άνοιξε ένα φιλιστρίνι και κάποιος Ελληνας, επισκέπτης κι αυτός, μας λέει ήρεμα (για να μην τον υποπτευθούν τα τζονάκια) να προσέχουμε και να μην εντυπωσιαζόμαστε από δαύτους. Είμαστε Έλληνες πατριώτες κλπ.»

    Να ήταν ο Dryhammer;

    Αποκλείεται. Δεν είχε γεννηθεί ακόμα.

  36. loukretia50 said

    Dryhammer
    Υπάρχει σήμερα εδώ επαγγελματίας κριτικός – σχολιαστής ?
    (γιατί ερασιτεχνικά όλοι κάνουμε κριτική)
    Εκτός αν εννοείτε «συναδελφικά» σχόλια.
    Αν και άλλη εξειδίκευση διέκρινα … όχι για σας βέβαια…
    «Αραλίκι στο ναυτικό»

    Οδυσσέας Γκραντ λόγω γενειάδας , επειδή ο «General Grant breaks up the party himself at 4 in the morning» όπως γράφανε http://www.timesfreepress.com/news/life/entertainment/story/2012/oct/21/whiskey-and-the-war-civil-war/90673/
    ή απλά λόγω μπέρμπον (Grant’s favorite) – άντε και σκωτσέζικου Grant’s?

  37. dryhammer said

    36. Τον Ο. Γκραντ έχει το 50δόλαρο και τον Β. Φραγκλίνο το 100άρικο

  38. dryhammer said

    37 συνέχεια, Τα «επαγγελματικά κομπλιμέντα» είναι εκείνα που κάνουν οι επαγγελματίες στον πελάτη (όλα αναφορικά με το 20 – ακολουθεί «Χίος γέλως»)

  39. Μπράβο, πολύ το φχαριστήθηκα. Κάποιοι ναυτικοι είναι πολύ καλοί στις διηγήσεις, προφορικές ή γραπτές. Μου θύμισε ελαφρά Τσιφόρο και Καββαδία.

  40. sarant said

    Τωρα που επανήλθα στη βάση μου να σας ευχαριστησω για τα πολυ καλά σας σχολια και τον Dryhammer για το διήγημα.

    Το τραγούδι του 32 μου αρέσει πολύ.

    Όσο για το λατσιονες, που έγινε ερώτηση, ειναι φαντάζομαι από το νατσιόνες με την τροπή ν->λ. Αυτη η τροπή εμφανίζεται και στο λατρόνι (από νατρόνι) ίσως και αλλού.

  41. mitsos said

    Μήτε ειδικός είμαι μήτε φιλόλογος .

    Μόνο φίλος του λόγου και τον καλό μου λόγο αισθάνομαι υποχρέωσή μου να τον πω.

    Εκείνο που ξέρω είναι ότι το απόλαυσα ξεροσφύρι …αλλά καλό

    Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες που δεν είχα μέχρι σήμερα.

    Αναρωτιέμαι αν ήσουν διάσημος τι θα σου έσουρναν ; … Βλέπεις πρόσφτα έγινε μεγάλος ντόρος για τις ρατσιστικές λένε απόψεις για τους κινέζους που περιέχονται σε κάποιο αδημοσίευτο ημερολόγιο του Einstein . Πήραν όμως και συνεντεύξεις από κινέζους σήμερα και φαίνεται πως αντιμετώπισαν με κατανόηση τις περιγραφές του Εινστείν για την Κίνα του (?) τότε . Μάλλον οι Κινέζοι κατέκτησαν την αυτοπεποίθησή τους και πάλι …
    http://www.cnn.gr/news/kosmos/story/134544/oi-kinezoi-pros-yperaspisi-toy-ainstain

  42. IrVa said

    Μπράβο και από μένα! Αποτέλεσε την ιδανική παρέα γι’ αυτό το βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Αν τύχει και σας εμπνεύσει η ‘παραγγελιά’, πολύ θα ήθελα να διάβαζα στο μέλλον τις αναμνήσεις σας από την Ιαπωνία.

  43. Theo said

    Ευχαριστώ πολύ, Νικοκύρη και Ξεροσφύρη.
    Τα θερμά συγχαρητήριά μου👌👍👏

    Χειρίζεσαι πολύ καλά τη γλώσσα κι εκφράζεις γλαφυρά τα βιώματά σου.
    Συνέχισε και θα γίνεις ο νέος Καββαδίας 😊

  44. Δημήτρης Λιναράς said

    Ενα μεγάλο ευχαριστώ για το ταξίδι

  45. Γιάννης Ιατρού said

    Τώρα, δηλ. προ ολίγου το διάβασα. Ξεροσφύρη, ΑΞΙΟΣ!
    Ευχαριστούμε πολύ και να σε ξαναδιαβάζουμε τακτικά!

  46. mitsos said

    Α!
    Και ένα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ στους πατεράδες.
    Να χαίρεστε κόρες γυιούς και εγγόνια κι ας μη θυμήθηκε κανείς τους τούτη τη μ’ερα
    ( δεν είναι γιορτή τόσο ξακουστή σαν της μητέρας )
    αλλά ένα γιουτιουμπάκι θα ήταν καλό :

  47. Γς said

    Σιγκαπούρη και τέτοια

    Ούτε στα όνειρά μας εμείς

    Απογειωθήκαμε και πάνω απ τα στρέιτς της Σίνγκαπουρ είπα να πάω για πιπί μου.
    Ανάβω το φως και βρέθηκα στη …Ραφήνα.
    Γμτ!

  48. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

  49. odinmac said

    Πάρα πολύ καλό Ξεροσφύρη, όπως και το προηγούμενο, αν και αυτό εδώ ήταν μεγάλο και δεν το διάβασα ξεροσφύρι 🙂
    Γράφεις ωραία, τόχεις!
    Μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες σαν αυτές εδώ (ναυτικός κι αυτός ο οποίος φωτογραφίζει και γράφει κάτι…σουρεαλιστικά χάικου να τα πω;):

    http://radionowhere.typepad.com/radio_nowhere/φωτογραφία/

  50. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Μόλις το τελείωσα και μπορώ να πώ πως είναι το καλύτερο αφήγημα που έχω διαβάσει στο ιστολόγιο (ίσως μόνο ένα παλίο του Σκύλου είναι ισάξιό του) και πολύ καλύτερο από κάποια διηγήματα νέων συγγραφέων που έχει δημοσιεύσει ο Νικοκύρης αλλά και νεόκοπων. Μπράβο Dryhamer, πολύ όμορφη κι ανθρώπινη γραφή, μόνο το τέλος μοιάζει κάπως απότομο και ξεκομμένο από την όλη αφήγηση αλλά προσωπικό αφήγημα είναι, όχι λογοτεχνικό βιβλίο.☺

    29 – Τεμπελόσκυλο, άσε τις προτροπές στους άλλους «γράφε,γράφε» και κοίτα να κάτσεις, να γράψεις, να γράψεις.☺

    46 – Εμένα με θυμήθηκε η μικρή μου κόρη και μούφερε ένα παγωτό για δώρο.☺

  51. Γς said

    Τελικά ο Μεγαλέξανδρος έφτασε στα σύνορα της Κίνας, αλλά με Κινέζους δεν είχε παρτίδες.

    Ο Οδυσσέας όμως, έτσι και ζούσε ο Χότζα θα είχε συναντηθεί με τους Κινέζους που είχε φέρει στην Αλβανία. Απέναντι απ το νησί των Φαιάκων.

    Και τι ωραίος τίτλος για το τραγούδι του Σταμάτη Σπανουδάκη για τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου:

    Αλέξανδρος ΙΙ. Δρόμοι Που Δεν Περπάτησες

    http://www.youtube.com/watch?v=hZKPGRDcw-E

    Για τον Οδυσσέα θα ταίριαζε:

    Οδυσσέας ΙΙ. Η Κινέζα που δεν πήδηξες

    Και λέω ν αρχίσω να γράφω το

    Η Κίνα όπως δεν την είδα (αφήγημα του Γς)

  52. # Δεν είχα πάει στην Κίνα, και μου δόθηκε αφορμή να τη γνωρίσω!

    «ένα μπαρ είχε ονομαστεί Μακεδονία (με Ελληνικά γράμματα παρακαλώ και τον ήλιο της Βεργίνας) από κάποιους πατριώτες ναυτικούς που βρέθηκαν εκεί το ‘92».
    # Τί σύμπτωση! Σήμερα οι «Έλληνες» των Αθηνών τα βρήκαν με τους «Μακεδόνες» των Σκοπίων. Καλή μας κατηφόρα!

  53. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    @Dryhammer

    Πάρα πολύ καλό , ίσως κατάλληλο και για έκδοση βιωματικών ταξιδιωτικών εμπειριών ενός ελληνα ναυτικού (ή συλλογικό*) . Αυτά που πότε δεν τα γράφουν οι οδηγοί, όσο «ψαγμένοι» και αν είναι.

    *θα υπάρχουν και αλλοι

  54. sarant said

    Καμαρώνει το ιστολόγιο για τα καλά λόγια.

  55. Γς said

    52:

    >Καλή μας κατηφόρα!

    гамисета, тон ипиаме

  56. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Άσχετο, αλλά η χαρά μου είναι μεγάλη.

    Περιττό να σας πω ότι ήμουν στο γραφείο και μόλις συνδέθηκα με την ERTlive μετά από ένα λεπτό το Μεξικό σκόραρε.

    Οποια χαρά! Deutschland unter alles !

    ΥΓ Για τους κοσμοπολιτες ποδοσφαιροφιλους :

    Οι αμόρφωτοι (και όχι μόνον) Γερμανοί, πολέμιοι των μεταναστών γιατί υποστηρίζουν την εθνική τους ομάδα όταν 6 στους 23 είναι από μικτούς γάμους και δυο Τουρκικής καταγωγής ;

    Antonio Rüdiger Rüdiger’s father, Matthias Rüdiger, is German, while his mother Lily is originally from Sierra Leone

    Jérôme Boateng an Afro-German and was born to a German mother named Martina Boateng and Ghanaian father

    Sami Khedira His father is Tunisian and his mother is German.

    Mesut Özil a third-generation Turkish-German,

    İlkay Gündoğan was born in Gelsenkirchen to Turkish parents

    Mario Gómez is of German-Spanish descent; his father, José «Pepe» Gómez García, is a Spaniard from Albuñán, Granada, and his mother, Christel Roth, is German. He has dual citizenship and opted to play for Germany.
    Ενω απο τους λοιπους κληθεντες 13 στην Εθνικη τους τους τελευταίους 12 μηνες οι μισοί είναι επίσης αλλοεθνοι ή από μικτούς γάμους.

    Jonathan Glao Tah is a German footballer . His mother is German and his father is Ivorian.[2]
    Shkodran Mustafi Born in Bad Hersfeld, Hesse, to an Albanian family, originally from Gostivar, Macedonia

    Benjamin Henrichs

    Leroy Sané is the son of former German rhythmic gymnast, the 1984 Summer Olympics bronze medalist Regina Weber and former footballer and Senegalese international Souleymane Sané

    Emre Can Born in 1994 to Turkish parents in Frankfurt

    Amin Younes Born in Düsseldorf, to a Lebanese father and a German mother,

    Serge Gnabry was born in Stuttgart, Baden-Württemberg to an Ivorian father and a German mother.

  57. ΚΩΣΤΑΣ said

    Dryhammer, γράφω τώρα σχόλιο γιατί τώρα το τέλειωσα, διαβάζοντας κομματιαστά. Έχεις καλή ροή γλώσσας και δυνατό περιγραφικό ταλέντο. Εκείνο το «σε κάνουν να βλέπεις παπά και να τον περνάς για χήρα», μου θύμισε λίγο Ξενοφώντα, κάθοδο των μυρίων, έβλεπαν άμμο και φώναζαν «θάλαττα, θάλαττα». Προχώρα… αλλά αν είναι να ξαναγράψεις για το ιστολόγιο, να είναι πιο σύντομο. 😉

  58. gpoint said

    # 46

    Εύγε !

  59. Γς said

    >κάποιο είδος σούπας με χορταρικά και νούντλς

    Και μ έστειλες!

    Στα ντουλάπια μου στην κουζίνα.

    Κάπου είχα κάτι νούντλς. Τα πέταξα όμως φαίνεται, Σαν πολυκαιρισμένα.

    Και δεν είναι μακριά και πολύ αργά για το κινέζικο της γειτονιάς.

    Ασε όμως, αύριο θα φροντίσω να υπάρχουν για κάτι τέτοιες ώρες που φαντάζουν και σαν φοιτητικές

  60. loukretia50 said

    Γς
    Προ ημερών ψάχνατε ένα παλιό τραγούδι. Κοιτάξτε στο νήμα με τη βελόνα αν είναι αυτό. Στα ελληνικά υπάρχει με τη Μαίρη Λω.
    Eδώ ταιριάζει πιο πολύ Γ.Κούτρας & Θ.Μικρούτσικος – Μαρέα (ανέκδοτη ηχογράφηση) https://youtu.be/WGVb97xkgH4?list=RDWGVb97xkgH4

    Και μια κινεζούλα σε πίνακα Chinese girl in traditional red dress https://render.fineartamerica.com/images/rendered/search/print/images/artworkimages/medium/1/red-dress-shaina-lee.jpg

    Καλό ξημέρωμα

  61. Γς said

    >Τώρα σκέφτομαι πως πιο πολύ τις καμάρωσα, παρά τις πόθησα

    Και να σου λέει

    -Τιντσιτά! Βο σόουσάνγκα

    [停止它。 我受傷了]

  62. Πέγκυ said

    Δεν πρόλαβα να διαβάσω το διήγημα του κ. Ξεροσφύρη γιατί είμαι πολύ κουρασμένη, αλλά από τα σχόλια είμαι βεβαία πως θα είναι πολύ καλό γιατί όλοι το υμνούν. Μπήκα στο ιστολόγιο για να καταθέσω το εξής…

    Χτές Σαββάτο, στη γειτονιά μας (μένω δίπλα στην Πανεπιστημιούπολη Ιλισίων) η ΚΝΕ είχε διήμερο πάρτυ στα πάνω κτήρια της Πανεπιστημιούπολης μέχρι τις 3.30 το πρωΐ. Γυρίζοντας με τον σύζυγο από νυχτερινή διασκέδαση, ακούσαμε από τα μεγάφωνα τα τραγούδια και λέμε… δεν πάμε να δούμε τί γίνεται; Ανεβαίνουμε, λοιπόν, πάνω από τον Στίβο (θα ήταν λίγο μετά τις 2.30 τα ξημερώματα) να κόψουμε κίνηση. Ώ της κωλοφαρδίας, ήταν η ώρα που σταματάγανε τα κανονικά τραγούδια και αρχίζανε τα αντάρτικα, ύμνος του ΕΛΑΣ, μαύρα κοράκια, με καθοδήγηση λαμπρή του αρχηγού μας Βελουχιώτη και τέτοια…

    Εγώ δεν είμαι ΚΚΕ, αλλά νόμιζα πως τα ξέρω όλα τα αντάρτικα τραγούδια. Ε, λοιπόν, αποδείχτηκε πως δεν τα ήξερα. Άκουσα για πρώτη φορά «Τα οχυρά της Νάουσας» και ενθουσιάστηκα από τον ρυθμό, τη μουσική και τους στίχους. Όπως μάς είπαν οι τραγουδιστές, το τραγούδι αυτό ήταν το αγαπημένο του Χαρίλαου Φλωράκη και περιγράφει τη «Μάχη της Νάουσας» (Γενάρης του 1949), όταν οι κομμουνιστοσυμμορίτες του Δημοκρατικού Στρατού μπούκαραν στην Νάουσα και την κατέλαβαν, στέλνοντας στον αγύριστο τους μοναρχοφασίστες. Μετά το τέλος του τραγουδιού σείστηκε η Πανεπιστημιούπολη από τα χειροκροτήματα και τις φωνές των νεολαίων της ΚΝΕ, είναι αδύνατον να σάς περιγράψω το τί έγινε… Ενθουσιάστηκε ο σύζυγος, ενθουσιάστηκα ακόμη κι εγώ που τ’ άκουγα για πρώτη φορά και δεν είμαι κουκουΐνα…

    Μέρα που’ ναι σήμερα (Συμφωνία για το Μακεδονικό στις Πρέσπες, όπου έγινε και η περίφημη 5η Ολομέλεια) σκέφτηκα να βρώ το υπέροχο αυτό τραγούδι στο YouTube και να το αναρτήσω εδώ για να το μάθουν και άλλοι αναγνώστες της ηλικίας μου (είμαι 35άρα) που το αγνοούν, γιατί είναι καταπληκτικό. Απολαύστε στίχους…

    «Μια βραδυά στην Νάουσα με αστροφεγγιά
    μπήκανε αντάρτες, βάλανε φωτιά
    έεεεεεεεε, βάλανε φωτιά, έεεεεεεεε βάλανε φωτιά…

    Κάψανε την Τράπεζα κι όλα τα χαρτιά
    για να ξεχρεώσουν τη φτωχολογιά
    έεεεεεεεε, τη φτωχολογια, έεεεεεεεε τη φτωχολογιά…

    Έβαλαν τα πάντσερ, και τ’ αυτόματα
    κι όλοι οι μπουραντάδες πέσαν πτώματα
    έεεεεεεεε, πέσαν πτώματα, έεεεεεεεε πέσαν πτώματα…

    Τα οχυρά της Νάουσας δεν υπάρχουν πια
    τα μετέτρεψαν οι αντάρτες σε ερείπια
    έεεεεεεεε, σε ερείπια, έεεεεεεεε σε ερείπια…

    Δεν τα έχασε κανένας τα (άγνωστη λέξη) σκυλιά
    που γυρίζαν και ληστεύαν όλα τα χωριά
    έεεεεεεεε, όλα τα χωριά, έεεεεεεεε όλα τα χωριά…

    Τα οχυρά της Νάουσας δεν υπάρχουν πια
    μπήκανε αντάρτες, βάλανε φωτιά
    έεεεεεεεε, βάλανε φωτιά, έεεεεεεεε βάλανε φωτιά…

  63. loukretia50 said

    chinese dragon art

  64. Γς said

    60:

    Δεν υπάρχει δυστυχώς κάτι με την Μαίρη Λω

    >στο νήμα με τη βελόνα

    Δλδ;

  65. Γς said

    Σίγουρα κάνεις πλάκα προβοκατόρισσα

    Κι οι δικοί μου:

  66. loukretia50 said

    Γς ελάτε μια βόλτα από κει.

  67. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ευχαριστώ! Τόσο μα τόσο ωραίο! Έχει και ψυχή και λογοτεχνικές αρετές. Άσε την πληθώρα των πληροφοριών …
    Μπράβο Dryhammer! Άξιος!
    Για σένα αυθόρμητα, από το ντόκο που με πάει και με φέρνει στη μικρή πατρίδα
    (στα γκρένια)

  68. Γς said

    61:

    Και για τις γιαπωνέζες;

    Του έλεγα του γιου μου, όταν έφευγε για μερικά χρόνια στην Ιαπωνία ότι θα ακούει συχνά τη λέξη «ιτάϊ»
    Και όντως μου είπε ότι είχα δίκιο.Ψωμοτύρι την έχουν οι γιαπωνέζες.

    痛い.

    Κάνει και ρίμα στα ελληνικά:

    Ιτάϊ – Πονάει

    Στενότητη γαρ

  69. Γς said

    66:

    Από που καλέ;

  70. Alexis said

    #62: Ενθουσιάστηκε ο σύζυγος, ενθουσιάστηκα ακόμη κι εγώ που τ’ άκουγα για πρώτη φορά και δεν είμαι κουκουΐνα…

    Ποτέ δεν είναι αργά για να το «γυρίσεις». Άλλωστε 35άρα είσαι ακόμη.
    Κοπέλα πάνω στα καλά της, που λένε και στο χωριό μου…

  71. Alexis said

    Ξεροσφύρη να με συμπαθάς αλλά δεν το διάβασα, πριν από λίγο μπήκα στο νήμα και είναι τεράστιο. 😦
    Αύριο το πρωί ίσως, με ησυχία…

  72. Γς said

    62:

    Υπάρχουν ακόμα μαλακισμένα που δεν κατάλαβαν τι κακό έκανε ο «Δ»ΣΕ στην Ελλάδα και στον εαυτό του.

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ
    Τα στενά της Μαλάκας και ο Si Malakas
    https://sarantakos.wordpress.com/2014/03/13/simalakas-2/

  74. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Πριν ακόμα σηκώσουμε άγκυρα από τη Σιγκαπούρη, νύχτα πια, άρχισαν οι αντιπειρατικές προετοιμασίες.
    Μάιος 2018
    Τρία περιστατικά πειρατικών επιθέσεων έχουν σημειωθεί από τον Ιανουάριο μέχρι σήμερα στα στενά της Malacca και της Σιγκαπούρης

  75. lafiatis said

    Tsingtao – Qingdao άλλος ματωβαμένος τόπος – Η κυριότερη γερμανική αποικία στην κίτρινη θάλασσα και πρακτικά στην άπω ανατολή απέναντι από το ρωσικό (τότε) Port Arthur .Γιαπωνέζοι, γερμανοί , εγγλέζοι, ρώσοι συναγωνίζονταν ποιός να πρωτοαρπάξει το καλύτερο κομμάτι της Κίνας. https://en.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Tsingtao

  76. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Να ΄σαι καλά μάστορα. Ξαναγράψε όποτε σου κάνει κέφι.

  77. Alexis said

    Ουφ, τώρα το τελείωσα…
    Ωραίο ήταν, το διάβαζα με διαλείμματα γιατί διάφοροι …ενοχλητικοί μου υπενθύμιζαν ότι έχουμε και δουλειές και με διέκοπταν… 😆

  78. Alexis said

    Η λαχτάρα για γυναίκα στο πρώτο λιμάνι και η …γριά φαφούτα αυτόματα μου έφεραν στο μυαλό και το σχετικό ανεκδοτάκι:

    Ένας ναυτικός έχει μήνες να πατήσει στεριά και έχει τρελαθεί για γυναίκα. Κάποια στιγμή στο πλοίο, μέσα στην απελπισία του, γυρνάει προς το εικόνισμα του Αι-Νικόλα που είχε στην καμπίνα του και λέει:
    -Άγιε μου Νικόλα, κάνε να βγω γρήγορα στη στεριά και σου κάνω όρκο βαρύ πως την πρώτη γυναίκα που θα συναντήσω μπροστά μου, όσα δόντια έχει στο στόμα της τόσες φορές θα της το κάνω!
    Με τα πολλά, πιάνουν λιμάνι κι ο ναυτικός βγαίνει έξω, και η πρώτη γυναίκα που συναντάει είναι μια γριά 100 χρονών, φαφούτα. Αλλά τι να κάνει, ήτανε και θρήσκος, βαρύ όρκο είχε κάνει και έπρεπε να τον κρατήσει. Οπότε πιάνει τη γριά και της λέει «γιαγιά το και το, πρέπει να κρατήσω τον όρκο μου». «Ε, παιδάκι μου» του λέει αυτή πονηρά «δεν πειράζει, να το κάνουμε αφού έχεις ορκιστεί, εγώ δεν σε παρεξηγάω» 🙂
    Ανοίγει το στόμα της η γριά, του δείχνει το ένα και μοναδικό δόντι που της είχε απομείνει, οπότε κάθεται αυτός και κάνει το …καθήκον του και ξεκινάει να φύγει.
    Η γριά όμως που είχε γλυκαθεί τον αρπάζει απ’ το μανίκι:
    -Στάσου παιδάκι μου, που πας, έχω και μια ριζούλα εδώ από πίσω!

  79. Alexis said

    Ανέκδοτο με ναυτικό νούμερο 2, σχετικό με τα …μεγέθη αυτό:

    Ένας τύπος που έχει μπαρ σε κάποιο λιμάνι έχει αναδουλειές, οπότε για να «τονώσει» την πελατεία του φέρνει ένα άλογο μες στο μαγαζί και βάζει μια ταμπέλα που γράφει: «Όποιος κάνει το άλογο να γελάσει κερδίζει 1000 δολάρια». Άρχισε κοσμοσυρροή στο μαγαζί, διάφοροι περίεργοι πήγαιναν κι έρχονταν, άλλοι από περιέργεια για να δουν το άλογο, άλλοι για να δοκιμάσουν την τύχη τους και φυσικά κανείς δεν μπορούσε να κάνει το άλογο να γελάσει.
    Κάποια στιγμή μπαίνει κι ένας ναυτικός (ο μύθος λέει ότι ήταν Έλληνας αλλά ελέγχεται ως ανακριβής 🙂 ) βλέπει το άλογο και την ταμπέλα, σκύβει στο αυτί του αλόγου και του ψιθυρίζει κάτι και το άλογο αυτομάτως ξεκαρδίζεται στα γέλια!
    Έκπληκτοι οι θαμώνες δεν μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους, ο ιδιοκτήτης του μετράει κανονικά τα 1000 δολάρια και ο τύπος φεύγει.
    Αφού ξεθύμανε πια το αστείο πιάνει ο μαγαζάτορας και αλλάζει την ταμπέλα και γράφει «Όποιος κάνει το άλογο να κλάψει θα κερδίσει 1000 δολάρια». Ξανά κοσμοσυρροή στο μαγαζί, πλάκα ατελείωτη και φοβερές προσπάθειες να κάνουν το άλογο να κλάψει, αλλά τίποτα, το άλογο ανέκφραστο. Οπότε σκάει πάλι ο ίδιος ναυτικός και λέει στον ιδιοκτήτη: «Μπορώ να δοκιμάσω πάλι, αλλά αυτή τη φορά θέλω να πάρω το άλογο για λίγο έξω». «Φυσικά» λέει αυτός, παίρνει ο τύπος το άλογο έξω και σε μισό λεπτό επιστρέφουν με το άλογο να κλαίει με μαύρο δάκρυ!
    «Θα σου δώσω πάλι τα λεφτά και χαλάλι σου» λέει με βαριά καρδιά ο μαγαζάτωρ, «αλλά θέλω να μου πεις πώς τα κατάφερες και τις δύο φορές;»
    «Είναι πολύ απλό» λέει ο τύπος, «την πρώτη φορά του είπα ότι την έχω πιο μεγάλη από αυτό και ξεράθηκε στα γέλια, και τη δεύτερη φορά του την έδειξα!»

  80. Γς said

    79:

    Πως το λένε εκείνο το μαραφέτι;

    Την γαργαλιέρα καλέ!

  81. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Μετὰ ἀπὸ μιὰ βδομάδα ἀπουσίας (στὰ Θερμιὰ, χωρὶς ἴντερνετ) ξαναμπῆκα στὸ ἱστολόγιο σήμερα καὶ καταχάρηκα.
    Πρῶτα ἐπειδὴ εἶδα γραφτὸ τοῦ (παλιοῦ, ἀπὸ τὸ σλάνγκρ) διαδικτυακοῦ φίλου μου Ξεροσφύρη. Ἕπειτα, διαβάζοντὰς το, ταξίδεψα νοερὰ σὲ μέρη ἄγνωστα.

    Ἡ γραφὴ τοῦ Ξεροσφύρη εἶναι ζωντανή, σπαρταριστή· καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἀληθινή. Δὲν ξεπέφτει στὸν εὔκολο ἐντυπωσιασμό, οὔτε στὸν ἐξωτισμό, μολονότι τὸ θέμα εἶναι τέτοιο ποὺ εὔκολα σὲ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ κεῖ.

    Συμφωνῶ μὲ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντες γιὰ τὴ λογοτεχνικὴ ἀξία τοῦ ἀφηγήματος.

    Δὲν θὰ κάνω συγκρίσεις μὲ ἄλλους, καταξιωμένους λογοτέχνες. Γιὰ μένα δὲν ἔχουν νόημα.

    Πιστεύω ἀκράδαντα πὼς τὸ γραφτὸ τοῦ Ξεροσφύρη ἔχει θέση σὲ κάποιαν ἀνθολογία ναυτικοῦ διηγήματος, ὅποτε ἐκδοθεῖ. Ὁ Νικοκύρης – τὸν εὐχαριστοῦμε θερμὰ γιὰ τὴ δημοσίευση – ἴσως μπορεῖ νὰ μάθει κάτι σχετικὸ ἀπὸ τοὺς ἐκδοτικοὺς κύκλους ποὺ γνωρίζει καλύτερα.

    Ἀπ᾿ ὅ,τι ξέρω, ὑπάρχει καὶ βραβεῖο Καββαδία* γιὰ λογοτεχνικὰ ἔργα ναυτικῶν.
    Νομίζω πὼς τὸ γραφτὸ τοῦ Ξεροσφύρη τὸ ἀξίζει.

    *Ἄν κάποιος ξέρει κάτι περισσότερο, ἂς μᾶς πληροφορήσει.

    Μπράβο φίλε! Περιμένουμε κι ἄλλα.

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>κλουαζονέ

  83. giorgos said

    Μιά συλλογή διηγημάτων πού έχουν γραφτεί έδώ από διαφορετικούς συγγραφείς , δέν θά μπορούσε νά έκδοθεί?

  84. 62, Πέγκυ said….
    Πανομοιότυπο σχεδόν ήταν το τραγούδι που λέγαμε (χωρίς να ξέρουμε τί λέμε) όταν μπήκαν οι αντάρτες στη Ζηλιάχοβα (Νέα Ζίχνη). Εδώ, πρωταγνιστής ήταν ο Βασίλης Ραφτούδης, ήρωας της Αβανίας με 2 χρυσά μετάλλια ανδρείας, διακεκριμένος καπετάνιος του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Τον εκτέλεσαν οι σύντροφοι το 1949 ως προδότη του λαού! (Άραγε, κάτι τέτοια τα διδάσκουν στα παιδάκια της ΚΝΕ;;;)

  85. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Δυστυχῶς, τὰ διάφορα προσωπεῖα τοῦ διαδικτυακοῦ παρενδυτικοῦ ἐξακολουθοῦν νὰ ρυπαίνουν τὸ ἱστολόγιο. Καλὸ θὰ εἶναι νὰ μήν τσιμπᾶμε.

  86. Μανιατολεσβιος said

    ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη)
    εχει σημασια ο μηνας οταν εισαι πανω στον Ισημερινο?

  87. Triant said

    86: Υποθέτω πως έχει. Στις ισημερίες ο ήλιος είναι ντάλα από πάνω στις 90 μοίρες ενώ στα ηλιοστάσια είναι στις 66-67.

  88. Νέο Kid said

    87. 86. Επίσης, μπορεί η θερμοκρασία να μην έχει μεγάλες διάφορες ασχέτως μήνα του χρόνου, αλλά η υγρασία ΕΧΕΙ! Έτσι , ειδικά στη θάλασσα, δεν μιλάμε για το Κιλιμαντζαρο, μπορεί να έχει π.χ 25 β. Κελσίου αλλά με την υγρασία στο 100% feels like 35.

  89. sarant said

    83 Θα μπορούσε αν και δεν το είχα σκεφτεί.

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>από κείνες τις μυτερές κινέζικες βουνοκορφές(23)
    πόσο δίκιο μου φάνηκε πως έχεις καθώς θυμήθηκα σε κείνη την παλιά εκπομπή της τηλεόρασης που έκανε μαθήματα ζωγραφικής ο Bob Ross, κάποιος ανάμεσά μας έκανε σχόλιο και γελάσαμε «όλο κινέζικα βουνά μας δείχνει να ζωγραφίζουμε» 🙂

  91. Γς said

    90:

    >όλο κινέζικα βουνά μας δείχνει να ζωγραφίζουμε

    Οχι σαν τονάλλον

  92. Γς said

    90:

    Φτού!

    Οχι σαν τονάλλον

  93. Γς said

    90:

    φτου, φτου, φτού!

    τρίτη και φαρμακερή

    αυτόν:

    https://sarantakos.wordpress.com/2018/02/08/monin/#comment-483947

  94. Titivillus said

    Μπράβο ξεροσφύρη ή ό, τι άλλο. Τις μπομπότησες της Σιγκαμπούρης τις λέγαμε και κόκα-κόλες γιατί με το πρόσχημα ότι ανέβαιναν στο πλοίο για να πουλήσουν αναψυκτικά εξυπηρετούσαν και άλλες ανάγκες. Με το αζημίωτο φυσικά.

  95. Εξαιρετικό!!!

  96. Γς said

    60, 64 @ Loukretia50

    Ούτε και το είχα προσέξει αυτό το νήμα-βελόνι.

    Σήμερα όμως που το σκέφτηκα…
    πήγα!

    Μ Π Ρ Α Β Ο !!!!

    Είσαι σπουδαία, Chapeau!

  97. loukretia50 said

    Γς : Χαίρομαι !! Με ενθουσιάζει να ψάχνω δύσκολα, στη μουσική και στη λογοτεχνία, αλλά μόνο σε θέματα που μ΄ενδιαφέρουν.
    Δεν είμαι σεμνότυφη, αλλά οποιαδήποτε εμμονή σε προσωπικά και ευαίσθητα (κατά τη γνώμη μου) δεδομένα, ή σε εξειδικευμένα θέματα τάχα γλωσσολογικού ενδιαφέροντος, με βρίσκει αντίθετη και με ενοχλεί αφάνταστα. Άλλωστε είναι άλλου παπά ευαγγέλιο…

    Αν κανείς ενδιαφέρεται για την παραδοσιακή Κίνα, προτείνω ένα κόμικς : «Τα μπανταρισμένα πόδια»
    http://www.biblionet.gr/book/199117/Li_Kunwu/Τα_μπανταρισμένα_πόδια

  98. Γς said

    97:

    >Άλλωστε είναι άλλου παπά ευαγγέλιο…

    Αλλου Πάπα, Λουκρητία;

  99. geobat said

    Απολαυστικό διήγημα. Παράπονο τοχω ότι ο πατέρας μου δε μου ειπε ποτε τέτοιες ιστορίες από τα ταξίδια του. Αν εχεις παιδιά να τους λες ιστορίες να ταξιδεύουν.

    #6 κουβάς ο νέος.

  100. Νέο Kid said

    99. Όντως. Ας είναι καλά τα καγκουρά σήμερα που με ανέβασαν!

  101. […] is real, I got it from a sailor’s first person narrative. He didn’t witness it in action, but he was warned about it as his cargo ship was leaving the […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: