Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018


Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

76 Σχόλια to “Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Κι αρχίζω να διαβάζω… Νίκο Τσιφόρο

    Πάμε παρα κάτω

  2. Ανδρεας Τ said

    Καλημέρα. Έχω ένα μικρό πρόβλημα με το γλωσάρι. Για μένα στου Σαπόρτα βρίσκεται επί της Θηβών στην Αγία Σωτήρα στη Παλιά Κοκκινιά, κοντά στο τούρκικο νεκροταφείο. Καμμία σχέση με το Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Υπάρχει ειδήμων στην παρέα για περισσότερες εξηγήσεις; Η πρόκειται για αναχρονισμό του λογοτέχνη;

  3. Γς said

    >και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα

    https://caktos.blogspot.com/2013/02/blog-post_9143.html

  4. Ωραίο – αλλά, δεν ξέρω, μιλούσε κανείς έτσι πια το ’04;

  5. Γς said

    >Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

    https://caktos.blogspot.com/2014/03/c4i.html

  6. Πέπε said

    Μμμ…

    Αν θεωρήσουμε, κατά σύμβαση, ότι αυτός ο κουτσαβοειδής – σταυρακοειδής – τσιφοροειδής μάγκας αποτελεί έναν υπερχρονικό λογοτεχνικό τύπο, που θα μπορούσε να αφηγείται και αρχαίες ή βυζαντινές ιστορίες με την ίδια γλώσσα και την ίδια οπτική, τοτέ εντάξει.

  7. gpoint said

    Εχοντας διαβάσει Τσιφόρο από το γλωσσάρι μου ήταν άγνωστηλέξη μόνο το Κουτσουκάρι, καθότι γκάγκαρος
    Διαβάζεται ευχάριστα, ωραία η πλοκή αλλά η γλώσσα σε κάποια σημεία δεν μου μοιάζει εντελώς φυσική

  8. Πέπε said

    > > στο γκαφενέ του Γιακουμή / το Μπελέ / τη γκαρβουνόσκαλα / τη γκαψουρεύεσαι / στη γκωλότσεπη…

    Πολύ ενοχνητική αυτή η γραφή. Υποτίθεται ότι αποδίδει μια ιδιαίτερη προφορά, η οποία όμως ούτε ιδιαίτερη (και μάλιστα μάγκικη) είναι, αλλά κοινότατη, ούτε χρειάζεται ειδική γραφή αφού ακριβώς έτσι προφέρεται και το κανονικό «τον κ__», «τον π__».

    (Το ίδιο ενοχλητικό και όταν κάποιοι γράφουν «χέργια» ή «πόδγια», λες και χωρίς το -γ- προφέρεται αλλιώς.)

  9. atheofobos said

    Χαριτωμένο το διήγημα σε στυλ Τσιφόρου.
    Άγνωστες ονομασίες μόνο το Κουτσουκάρι και το νοσοκομείο του Σαπόρτα.
    Απ΄ότι είδα ο Κορυδαλλός αποτελούσε το κέντρο ενός μεγάλου τσιφλικιού, που ανήκε στον Εμμανουήλ Κουτσικάρη, ο οποίος έδωσε το όνομά του σε όλη τη περιοχή (Κουτσικάρι). Από τον επόμενο ιδιοκτήτη, η περιοχή πήρε το όνομα Παχύ.
    Το 1937 αποφασίζεται από το Υπουργείο Υγείας η ανέγερση νέου Νοσοκομείου δύναμης 300 κλινών με την επωνυμία “Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά” στη θέση που βρίσκεται σήμερα . Μέχρι την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ανέγερση του Νοσοκομείου είχε ολοκληρωθεί με το 2ο όροφο της Α΄ Πτέρυγας και τον 1ο όροφο της Β΄ Πτέρυγας.
    Κατά τη διάρκεια του πολέμου το Νοσοκομείο μετεγκατεστάθηκε σε κτίριο αποθήκης καπνού της “Κομμέρσιαλ Κόμπανι” και με κατάλληλες τροποποιήσεις και κτιριακές παρεμβάσεις διέθετε 210 κλίνες. Το Νοσοκομείο αυτό ήταν γνωστό ως Νοσοκομείο “Σαπόρτα” και κατάφερε να ανταποκριθεί στις δυσμενείς συνθήκες της περιόδου καθώς και στις επείγουσες, έκτακτες και τακτικές ανάγκες υγείας του πληθυσμού.
    Με τη λήξη του πολέμου το Νοσοκομείο συνεχίζει να λειτουργεί στις ίδιες εγκαταστάσεις αφενός και αφετέρου, λίγα χρόνια αργότερα (1948), επαναλαμβάνονται οι εργασίες ανέγερσης του αρχικά σχεδιαζόμενου νοσοκομείου, αφού προηγουμένως είχε αναθεωρηθεί η μελέτη σύμφωνα με την τρέχουσα τεχνογνωσία. Το 1952 το Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά, όπως ονομάζεται πλέον, θεσμοθετήθηκε ως ΝΠΔΔ και άρχισε να λειτουργεί κανονικά, επεκτεινόμενο σταθερά
    http://www.nikaia-hosp.gr/19F0768A.el.aspx

  10. Antonislaw said

    Καλημερα σας! Πολυ ωραιο το διηγημα και για οσους ζησαμε την Ολυμπιαδα το 2004 στην Αθηνα αποδιδει και το κλιμα » παμε να δουμε οποιοδηποτε αγωνα για να λεμε οτι πηγαμε», τη μαυρη αγορα, τη μιλιουνια των παρδαλοφορεμενων εθελοντων (θυμαμαιτην ατακα της Κνε τοτε, λεγανε δεν ειμαστε εθελοντες αλλα » δεθελωντες» επειδη δε συμμετειχαν τα μελη της στο πανηγυρακι), συμμετειχε κι η αφεντια μου τοτε γιατι δινανε 20 μερες τιμητικη στους φανταρους που πηγαιναν εθελοντες, μεγαλη υποθεση! Θυμαμαι και την πανταχου παρουσα Γιαννα να ακκιζεται και να μοιραζει χαμογελα στους εθελοντες, ολα οπως τα λεει το διηγημα!
    Μια ερωτηση μονο απο το λεξιλογιο, τζιμανι και g-man; Μπορει να δοθει καποια περαιτερω διευκρινηση;

  11. 9 Έτσι έμαθα και κάτι. Νοσοκομείο «Σαπόρτα» γιατί τις καπναποθήκες της Κομμέρσιαλ τις είχε φτιάξει ο Ισαάκ Σαπόρτα, αρχιτέκτονας με συμμετοχή στο κίνημα του μεσοπολεμικού μοντερνισμού που έφυγε μετά τον πόλεμο (από τους Γερμανούς γλίτωσε όντας αντάρτης του ΕΑΜ) στην Ατλάντα. Και θείος της γιαγιάς μου 🙂
    https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3748641

  12. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Μόλις ἐπέστρεψα ἀπὸ τὰ Θερμιὰ καὶ ξαναμπαίνω στὰ γνωστὰ λημέρια.

    Κι ἐγὼ εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς διάβαζα Τσιφόρο σήμερα.

    Δὲν μέ χάλασε πάντως. Τὸ ἀντίθετο, μοῦ ἄρεσε.

    Μπορεῖ νὰ μὴ μιλάει κανεὶς ἔτσι σήμερα, ἤ νὰ μή μιλοῦσε ἔτσι τὸ 2004, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἰδίωμα εἶναι ζωντανὸ στὴ μνήμη τοῦ συγγραφέα ποὺ τό ᾿μαθε
    » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50.

    Μήπως τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει μὲ πολλὲς ντοπιολαλιές;
    Οἱ νέοι τὶς ἀγνοοῦν καὶ ζοῦν μόνο στὴ μνήμη τῶν πιὸ παλιῶν.

  13. Γς said

    4:

    >δεν ξέρω, μιλούσε κανείς έτσι πια το ’04

    Ντάξει μωρέ, έβαλε ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης παλιό δίσκο [πλάκα] στο γραμμόφωνο.

    Μόνο που καμιά φορά εκείνες οι βελόνες κολλάγανε και έλεγαν τα ίδια και τα ίδια.

    Συγνώμη, για τη πλάκα μου, αλλά ένιωσα
    σαν τότε. Να θέλω να σπρώξω το χερούλι του γραμμοφώνου για να ξεκολλήσει.

    Πάντως ωραίο. Ειλικρτινά

  14. Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια (όπως θα έλεγε και ο απουσιάζων Νικοκύρης). Καλημέρα σε όλους.
    1. Όντως. Τα παιδιά της πιάτσας και τα παλιόπαιδα τα ατίθασα είχα κατά νουν όταν το έγραφα.
    2. Μιλάμε για το ίδιο. Όρα #9.
    4. Μιλούσε αλλά όχι βέβαια σε τέτοια ακραία μορφή.
    5. Τελικά, το Ζέπελιν εμπνέει…
    6. Μα στο λογοτέχνημα, και στην τέχνη γενικότερα, πάντοτε δεν υπάρχει μία σύμβαση, σε αντίθεση με το χρονικό;

  15. cronopiusa said

  16. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χαριτωμένο διήγημα. Όντως το γλωσσάρι δεν ήταν απαραίτητο τελικά, αφού συχνάζουμε αρκετοί τσιφορικοί εδώ μέσα. Επειδή έχω ζήσει και δουλέψει κάποια χρόνια σ’ αυτές τις περιοχές, ναι, άκουγες ακόμα κάποιους ηλικιωμένους με μουστάκι-ποντικοουρά να εκφράζονται σε ήπια αργκό.

  17. cronopiusa said

  18. Corto said

    Χαίρετε!
    Ευχαριστούμε τον κ. Γαβριηλίδη για το ενδιαφέρον διήγημα.

    Θα ήθελα να ρωτήσω γιατί ο Μητσάρας υποτίθεται ότι δεν έχει αρχαίο όνομα (θεά Δήμητρα, Δημήτριος ο Πολιορκητής κλπ).

    Για το τζιμάνι έχουμε στο παρελθόν αναλύσει ότι δεν έχει σχέση με το g-man, αλλά με το τζεμάλι.

    Το Κουτσουκάρι γνωστότατο από το τραγούδι του Μπαγιαντέρα «Για μια Κουτσουκαριώτισσα» (1938).

    Για την μάγκικη αργκό υπάρχει κατά την γνώμη μου κενό στην λαογραφία μας και θα ήταν ευχής έργο να υπάρξει κάποτε μία ολοκληρωμένη μελέτη του θέματος, ώστε να ξεκαθαριστούν οριστικά τα αυθεντικά περιθωριακά ιδιώματα από τις γραφικές απομιμήσεις τους (βλ. Τσιφόρος).

  19. ΣΠ said

    10
    https://en.wikipedia.org/wiki/G-Man_(slang)

  20. Γουστόζικο, πράγματι, και θυμίζει πολύ Τσιφόρο. Αυτό το θεωρώ έπαινο — σημαίνει ότι είναι πετυχημένο.
    Την παρατήρηση του Πέπε θα την έκανα εγώ.. αν δεν με είχε προλάβει εκείνος.
    Μήπως ο Αρίστος, ο σπουδαγμένος της γειτονιάς και ξάδερφος του αφηγητή… είναι ο συγγραφέας; Κάτι σαν τον Χίτσκοκ, που εμφάνιζε κάπου τον εαυτό του σε όλες του τις ταινίες, ακόμα και σ´εκείνη με τους ναυαγούς 🙂

  21. Corto said

    Η συζήτηση για το τζιμάνι εδώ (από σχ.129 και μετά):

    https://sarantakos.wordpress.com/2016/02/15/gemelli/#comment-336493

    Εκτενής ανάλυση της ετυμολογίας του στο σχ.162 (Καραποτόσογλου)

  22. Πέπε said

    Πάντως διαπιστώνω ότι η αναφορά είναι πάντα ο Τσιφόρος.

    Σαν τον Τσιφόρο είχαν γράψει πολλοί πριν τον Τσιφόρο, και πολλοί και μετά. (Μάλιστα, ενώ όταν πρωτοδιάβασα Τσιφόρο, μου φάνηκε ότι το πρότυπό του και γενικά το αρχέτυπο του μάγκα πρέπει να ήταν ο Σταύρακας του θεάτρου σκιών, ωστόσο μάλλον τελικά οι πρώτοι ευθυμογράφοι εφημερίδων, επιθεωρησεογράφοι κλπ. που έβγαλαν αυτό τον τύπο πρέπει να είχαν το ίδιο πρότυπο όπως ο Σταύρακας, δηλαδή τους πραγματικούς, σύγχρονους τότε, κουτσαβάκηδες.)

    Τέλος πάντων, συνεχίζω, πολλοί και πριν και μετά τον Τσιφόρο αλλά σ’ όλους μας ο Τσιφόρος έχει μείνει. Πλέον το στοίχημα είναι να τον ξεπεράσει κανείς, και μάλιστα με αρκετή απόσταση, αλλιώς πάντα κινδυνεύει να θεωρηθεί μιμητής.

    (Δεν είναι υπονοούμενο για τον σημερινό συγγραφέα, είναι απλώς μια σκέψη.)

  23. cronopiusa said

    INFO-WAR Να πας και εσύ εθελοντής…

  24. ΣΠ said

    Θυμήθηκα και αυτή την στήλη.

  25. 20. Άγγελε, το βρήκες! Πράγματι, είμαι εγώ, «παίζοντας» με τον προσεκτικό αναγνώστη,΄όπως εσύ. Εμφανίζομαι με διαφορετιικά προσωπεία και σε άλλα διηγήματά μου. Άλλωστε, η λογοτεχνια, σε τελευταία ανάλυση, μια οιονεί αυτοβιογραφία δεν είναι;

    Στο ίδιο πνεύμα, και ο Αθανασόπουλος ο διεθυντής φυλακών Κορυδαλλού, είναι ο παλιός μου συμμαθητής και συμφοιτητής με το ίδιο όνομα και επάγγελμα.

    Ευχαριστώ για τον έπαινο.

  26. 8. Ο ξάδελφός μου, ο Μπάμπης, μακαρίτης από ετών, μεταξύ άλλων, την τηλεόραση την έλεγε «ντελεόραση», όχι για πλάκα, απλά έτσι την έλεγε. Αν τον έκανα ήρωα σε διήγημα θα έπρεπε να τον βάζω να λέει ¨»τηλεόραση» για να μην ενοχλεί;

  27. Πέπε said

    26:
    Εντάξει, ορισμένοι άνθρωποι όντως προφέρουν έτσι ορισμένες λέξεις. Ίσως επειδή η «τηλεόραση» του παραδείγματος δεν έχει για όλους ετυμολογική διαφάνεια (γι’ αυτό άλλωστε και πολύ περισσότεροι τη λένε τελεόραση).

    Με την ίδια λογική, να δεχτώ τον Μπελέ – αλλά ανεξαρτήτως του άρθρου που προηγείται, δηλ. και «ο Μπελέ», αν κάποιος έτσι το ‘πιασε το όνομα (πρβλ. μπέναλντι κ.ά.).

    Όχι όμως για να αποδοθεί η προφορά b – d – g σε λέξεις που, μόνες τους, ο ομιλητής τις προφέρει με p – t – k. Και αιτιολογώ το «όχι» επειδή όλοι μας, όταν προηγείται τελικό -ν (υπό κάποιους όρους τέλος πάντων) τις προφέρουμε με b – d – g, και αυτό γράφεται με π – τ – γ.

  28. Πέπε said

    27: Με π – τ – κ εννοούσα!

    (Και «καναμπές» έχω ακούσει. Φυσικά, με μπ θα το γράψουμε αν θέλουμε να αποδώσουμε την ιδιαίτερη ομιλία κάποιου.)

  29. Ιερόδουλος said

    Απορία: Για ποιον Άρη Γαβριηλίδη πρόκειται; Τι βιβλίο έχει δημοσιεύσει πρόσφατα;

  30. Πέγκυ said

    Επειδής όλοι οι αναγνώστες του ιστολογίου διψούν για καλή Ποίηση, καλώ τον φίλο κ. Άρη Γαβριηλίδη να μάς δώσει τους κωδικούς των τριών ποιητικών του συλλογών («Εφηβικό Όνειρο», «Ώριμα Στάχυα», «Μονοκοτυλήδονα») για να μπορέσουμε να τις απολαύσουμε. Κατεβαίνουν τα αρχεία word, αλλά μετά σού ζητάει κωδικό για να τα ανοίξεις

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Παράλειψή μου ποὺ δὲν εὐχαρίστησα τὸν Ἄρη Γαβριηλίδη γιὰ τὸ σημερινὸ διήγημα καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ δημοσίευσή του.

    Εὐχαριστῶ· περιμένουμε κι ἄλλα.

    Σχετικὰ μὲ τὴ μάγκικη διάλεκτο, τώρα.

    Εἶχα κι ἐγὼ κάποιους φίλους Πειραιῶτες ποὺ μιλοῦσαν μάγκικα, χωρὶς νὰ χρησιμοποιοῦν μεγάλο ἀριθμὸ λέξεων ποὺ ἦταν ἄγνωστες στοὺς πολλούς. Εἶχαν ὄμως τὴν ἰδιαίτερη ἐκφορὰ τοῦ λόγου καὶ κυρίως τὸ ὕφος.

    Ὅπως εἶχα ἀκούσει ἀπὸ τὸν πατέρα μου, ποὺ πέρασε τὰ γυμνασιακά του χρόνια στὴ Σύρα τοῦ μεσοπολέμου, ἀνάλογο – μάγκικο – ὕφος στὴν ὁμιλία εἶχαν καὶ οἰ Συριανοί· πρᾶγμα ποὺ δὲν μᾶς παραξενεύει ἄν λάβουμε ὑπόψη μας τὰ κοινὰ κοινωνικοπολιτιστικὰ στοιχεῖα τῶν δυὸ περιοχῶν (λιμάνια, ἐργατόκοσμος κλπ) ποὺ γέννησαν τὸ ρεμπέτικο.

  32. Corto said

    22 (Πέπε):

    Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.
    Εν πάση περιπτώσει για την κατανόηση της δημιουργίας του θεατρικού/λογοτεχνικού τύπου του μάγκα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι κάποιοι από τους πρώτους καλλιτέχνες (ηθοποιοί, καραγκιοζοπαίχτες, στιχουργοί, αλλά ενδεχομένως και επιθεωρησιογράφοι) που διαμόρφωσαν αυτόν τον τύπο ήταν και οι ίδιοι μάγκες.

    Ο Τσιφόρος βέβαια δεν ήταν μάγκας, ούτε εξάλλου ο Σκαρίμπας, ο Μαλακάσης ή ο Αλέξανδρος Πάλλης. Αυτό το στοιχείο είναι μάλλον καθοριστικό για την αξιολόγηση των υποτιθέμενων «μάγκικων» που έγραψαν οι συγκεκριμένοι.

  33. Παναγιώτης Κ. said

    Το συγκεκομμένο «Κλης» έχει ποικίλη προέλευση.
    Ηρακλής, Περικλής, Κλεάνθης, Θεμιστοκλής.
    Όπως βλέπουμε, όλα τα ονόματα είναι αρχαία.

  34. Παναγιώτης Κ. said

    Νομίζω ότι τα μάγκικα του Τσιφόρου είχαν μια…ποιητικότητα λόγω των πολλών μεταφορών που χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας.

  35. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>στο ντοίχο των εθνώνε.
    η μόνη φωτό μου που έχω από τους Ολυμπιακούς είναι κάτω από κείνα τα διασταυρωμένα ψαροκόκκαλα γιγάντιου καρχαρία, όπως τα είπαμε με την αδελφή μου και γελάγαμε με τα ψαθάκια μας κάθιδρες στη λάλα του ολυμπιακού καύσωνα. Κάτι ψωραλέα δεντράκια-πλατάνια κιόλας! μες το καταήλι καθόριζαν δεξιά κι αριστερά το διάδρομο σαν συνέχεια του τείχους ή (ν)τοίχο ; των Εθνών 🙂 .
    Οπως σωστά προβλέψαμε,με την ατυχέστατη τελευταίας ώρας επιλογή, δεν επιβίωσαν τα ήδη καψαλισμένα εκείνα δέντρα που έστεκαν στη σειρά περίλυπα κι ετοιμοθάνατα.

  36. cronopiusa said

  37. Ευχαριστώ για τα νεότερα (έτσι δεν θα έγραφε ο Νικοκύρης)

    9. Κουτσικάρης-Κουτσικάρι-Κουτσουκάρι, Περιστέρης-Περιστέρι, Λιόπεσης-Λιόπεση, Κουκάκης-Κουκάκι αλλά Γουδής, Γουδί και πάλι Γουδής!

    18. Ο ίδιος ο Μητσάρας όμως δεν το ξέρει…

    24. Μικρός, είχα εντρυφήσει και εγώ σε αυτή τη στήλη του Ρομάντζου…

    29. Τα βιβλία μου αλλά και όλο εικαστικό μου έργο (Αρης-τουργήματα) παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα μου http://www.arisgavriilidis.gr (βγαίνει και ότανπατήσετε πάνω στο όνομά μου, όταν γράφω σχόλιο.
    Ετοιμάζω τρία ακόμη βιβλία: «Ο ηδονοβλεψίας» και άλλα διηγήματα (περιλαμβάνει το παρόν), «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ΄50» με αναμνησιακό υλικό της εποχής εκείνης και «Πώς να διαπρέψεις στην καριέρα σου (100 χρυσές συμβουλές από ένα βετεράνο μάνατζερ), που θα εκδοθούν οσονούπω.

  38. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κύριε Γαβριηλίδη, μου άρεσε, και πολύ, το αφήγημα! το βρήκα χτισμένο μια χαρά και λογοτεχνικά/γλωσσικά και κουμπωμένο καλά στη συγκυρία ! Χρονικά δε η δημοσίευση-ευχαριστούμε Νικοκύρη- σε καλήν ώρα! Υπόμνηση του θεόρατο τζέπελι/φούσκας του 2004 !Να τα θυμόμαστε αυτά-θα λέγαμε. 🙂
    Εκτός από το τζέπελι, που δεν πήγε ο νους μου, οι εκφράσεις όλες μου είναι οικείες και χρησιμοποιούμενες.Το όλο ύφος και οι συστοιχία με τα πρόσωπα και τα γεγονότα ,όπως στην ιστορία αυτή, είναι που δίνουν τον αέρα μαγκιάς/κουτσαβακισμού. Μου θύμισε στιγμές στιγμές, κάτι τύπους γειτονόμαγκες που σπουδαιολογούσαν κάπως έτσι, στο ραφείο του μπάρμπα μου,τη δεκαετία του ΄70. Άσε που κάνανε κι ανάλογες μικροκομπίνες. Μακάρι να συγκεντρώσω το μυαλό μου κάποτε να τα γράψω έστω κι απλοϊκά,να υπάρχουν.
    Μα φάγανε το ταψί με τα δυο κοτόπουλα,ενώ είχαν στείλει ταψί με ένα, στον παραπάνω φούρνο. Έρχονταν και τα παινεύονταν μετά στο ράφτη! 🙂

    Κρόνη, τέλειες οι υπενθυμίσεις σου! Γελοέκλαψα. Σε φιλώ μ΄ενθουσιασμό!

  39. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το τζέπελι / Ζέμπελιν / βλέπελιν /
    το ρουφιανόπλοιο
    https://athens.indymedia.org/post/254158/

  40. 29. Α, ξέχασα, έγραψα και μια θεατρική κωμωδία, «Η πρόβα» που παίχθηκε σε επτά παραστάσεςι από την ερασιτεχνικη ομάδα «Πόλις» σε σκηνοθεσία Γιώργου Τσιδίμη, στα δημοτικά θεατράκια Αγίου Ιωάννη Ρέντη και Κερατσινιου. Είναι ανεβασμένα στο διαδίκτυο εδώ: https://youtu.be/RScw0KXP884. Χωρίζεται σε εννέα τμήματα 10-15 λεπτών για πιο άνετη παρακολούθηση.

    27. Αγαπητέ Peppe ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις σου.΄Όμως εδώ η περίπτωση είναι ιδιάζουσα: γράφοντας το διήγημα σε πρώτο πρόσωπο θέλω να δώσω στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση ότι ακούει πράγματι τον ήρωα να μιλάει. Ιδανικά, θα ήθελα να βάλω κάποιον ηθοποιό (σαν τον Φέρμα ή τον Μάνεση) να το διαβάζει αποδίδοντας τον μάγκικο τρόπο εκφοράς του λόγου. Αν έλεγε π.χ.»τον Πελέ» αντί «τον Μπελέ» θα χάλαγε όλη η φτειάξη (που θα έλεγε και ο Τσιφόρος)…

    30. Αγαπητή Πέγκυ, σε ευχαριστώ ειλικρινά για το ενδιαφέρον σου για την ποίηση μου, όμως δεν υπάρχουν κωδικοί. Όλη η ποιητικη μου συλλογή είναι αναρτημένη στην ιστοσελιδα μου όπου μπαίνουν όλοι και την διαβάζουν ελεύθερα. Με την επισήμανσή σου όμως διαπίστωσα ότι κάπου έχει κολλησει το σύστημα και δεν ανοίγουν οι σελιδες με τα ποιήματα. Σπεύδω να μιλήσω με τον κομπιουτερά μου για να το διορθώσουμε. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος να σε ευχαριστήσω.

    31. Αγαπητή ΕΦΗ ΕΦΗ, θα είχε πράγματι μεγάλο ενδιαφέρον κείμενο σου με τις αναμνήσεις αυτές. Όμως, ιστορίες με πουλερικά συνάιβαιναν και «εις Παρισίους». Θυμάμαι κάπου είχα διαβάσει για ένα περιστατικό όπου φίλοι του Παπαδιαμάντη, στο Κολωνάκι, κλείδωσαν μια παραστρατημένη γαλοπούλα πλανόδιου πωλητή (απο εκείνους τους παλιούς, με το καλάμι) παραμονές Χριστουγέννων και ανήμερα την έψησαν κάνοντας το τραπέζι και στον μπάρμπ’ Αλέξανδρο…

  41. Corto said

    37:
    Ευχαριστώ για την απάντηση! Εύλογη εξήγηση.

    «Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής…»

    Η παραφθορά της λέξης «διευθυντής» αποτελεί ένα μάλλον προνομιακό πεδίο κάποιων εκδοχών λαϊκής γλώσσας:

    διαφεντής (Σώτος Πετράς)

    και διαφυντής (Κώστας Τζόβενος)

  42. Γιάννης Κουβάτσος said

    Στον στρατό είχα ακούσει και το «ο κύριος διοικητάς» από φαντάρο Πειραιώτη. Ήμασταν πολλοί του 101 ΣΓ Πειραιώς στο κέντρο εκπαιδεύσεως και ακούγονταν αρκετές μόρτικες εκφράσεις (να σπατσάρουμε κλπ).

  43. Corto said

    42:
    Ο δίκας και ο υπόδικας (διοικητής και υποδιοικητής), νομίζω εν χρήσει στον στρατό ακόμα και σήμερα.

    Πάντως επ’ ουδενί λόγω ο Πειραιάς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί (κατά τον εικοστό αιώνα) ως η κοιτίδα της λαϊκής/περιθωριακής γλώσσας, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο η Σμύρνη, η Πόλη, του Ψυρρή, το Μεταξουργείο, ο Κοπανάς κ.ο.κ.

  44. Γιάννης Ιατρού said

    30, 40γ: Μιά χαρά ανοίγουν τα έγγραφα. Αν υπάρχει πρόβλημα, δώστε σήμα να τα ανεβάσω.

    κ. Γαβριηλίδη, Ευχαριστώ κι εγώ για την ωραία ανάρτηση σήμερα

  45. Γιάννης Ιατρού said

    Εδώ και τα τρία μαζί, σε πιντιέφι (Ώριμα Στάχυα – To εφηβικό Όνειρο – Μονοκοτυλήδονα)

  46. leonicos said

    Ωραιότατο κείμενο, εξαιρετικόο διήγημα, προβλέψιμη αργκό, δεν με δυσκόεψε

    νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

    Νομίζω ότι αντιστοιχεί αλλά δεν είναι το ίδιο κτήριο. Απλώς, με βάση το κάποτε Νοσοκομείο Σαπόρτα (δωρεά ή ιδιωτικό;) έγινε το κρατικό

  47. gpoint said

    Για όσους καταλαβαίνουν από ποδοσφαιρικούς αγώνες το α[οτέλεσμα σήμερα κρίθηκε στα 10 πρώτα λεπτά όταν οι Κροάτες κατάλαβαν πως αν έκαναν τα προηγούμενα κόλπα τους ο ιδιαιτητής θα τους έστελνε στον πάγκο. Οπότε ήταν δεδομένο πως θα έτρωγαν 3-4 γκολ χωρίς τα ατιμώρητα τσεκουρώματα που έκαναν στα άλλα παιχνίδια.
    Δεν νομίζω πως η Κροατία ήταν καλύτερη ομάδα από την Σερβία π.χ, ΄έφτασε μεχρι εκεί γιατί είχε Μόντριτς που μποροούσε μόνος του να φανεί (ποιός Ράκιτιτς ;;) όταν η διαιτησία «έχτιζε» την άμυνα της Κροατίας και φυσικά τεράστια εύνοια της τύχης

    Από την άλλη ήταν πλέον καιρός να σηκώσει το τρόπαιο του μουντιάλ μια αφρικάνικη ομάδα έστω ενισχυμένη με δυο-τρεις ευρωπαίους…

  48. Λεύκιππος said

    Γενικά πάω τους Γάλλους πιο πολύ από τους Κροάτες. Αλλά σε ένα ματς που, παρά το σκορ κρίθηκε στη λεπτομέρεια, αυτή ήταν υπέρ των Γάλλων. Το φάουλ απ’ όπου ήρθε το αυτογκόλ μόνο φάουλ δεν ήταν. Όσο για το πέναλτυ, πόσα τέτοια δεν δίνονται, και ειδικά όταν είσαι ήδη μέσω την ενδοσυνεννόησης ενήμερος, για την πατάτα που έκανες σχετικά με το φάουλ στον Griezmann. Βέβαια άποψή μου, ίσως προκατειλημμένη.

  49. Λεύκιππος said

    Και αμέσως….

  50. leonicos said

    @ 11 Δύτη, έχει λίγο έστω εβραίικο αίμα;

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    40 Α.Γαβριηλίδης >>παραστρατημένη γαλοπούλα πλανόδιου πωλητή

    Βέβαια! Δυο γαλοπούλες φαγώθηκαν λάθρα εκεί στο Κολωνάκι.:) Αναψε και γερός φιλολογικός καυγάς στη μια περίπτωση ,στην άλλη ελαφρός οικογενειακός μόνο : 🙂

    «..ένα πεζογράφημα του κ, Μ. Μαλακάση με τον τίτλο «Ένα γεύμα κλπ.», όπου αναφέρεται και τ’ όνομά μου ότι δήθεν συνέφαγα μια κλεμένη γαλοπούλα μαζί με τους διηγηματογράφους Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα κλπ. https://sarantakos.wordpress.com/2013/12/29/galopoula/
    ***
    «Τόνε φάαμε το λάλο.»
    Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
    https://sarantakos.wordpress.com/2014/12/25/ppd/

    Αλλά την ιστορία με τα 2 ξένα κοτόπουλα στο ταψί με κριθαράκι-αξέχαστα, που τα πήρε ζόρι ζόρι απ το φούρναρη,και καλά πως αυτά πήγε η κυρά του, κι όχι εκείνο με το μονό πουλερικό ο ψευτόμαγκας, το θυμήθηκα χάρη στο δικό σας διήγημα.Προφανώς η φιγούρα και το λεξιλόγιο του ήρωά σας ήσαν πιο κοντινά σ΄εκείνα της μνήμης μου.
    Ευχαριστώ ιδιαίτερα.

  52. leonicos said

    @2 Ανδρέα Τ

    δες το 46

  53. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κρίμα, ρε Τζι, που χαραμίζεις τις σοφές αναλύσεις σου στο σαραντακέικο. Αν ήσουν Άγγλος, θα είχες φάει το ψωμί του Λίνεκερ. Έχεις το χάρισμα να αναλύεις το ξένο ποδόσφαιρο με οπτική ελληνικού πρωταθλήματος. 👍

  54. leonicos said

    @2 μου επιβεβαίωσες ότι επρόκειτο για άλλο κτήριο, καθώς και γιατί ονομάστηκε Σαπόρτα

  55. Αγγελος said

    Για το «Νοσοκομείο Σαπόρτα» μας τα εξήγησαν διεξοδικά ο Αθεόφοβος και ο Δύτης. Διαβάστε τα σχετικά σχόλια και τις εκεί παραπομπές. Είναι (ήταν) άλλο κτίριο από το σημερινό Γενικό Νοσοκομείο, αλλά το ίδιο ίδρυμα.

  56. gpoint said

    # 53

    Τι να γίνει ρε φιλάρα εσύ μεγάλωσες με ΠΑΟ και τόβρισκες φυσιολογικό να σε σπρώχνει η διαιτησία ενώ εγώ αντέδρασα κι άλλαξα ομάδα γιατί έπαιξα μπάλα και ήξερα πως το μισό ενός παιχνιδιού είναι θέμα ψυχολογίας και το μισό και παραπάνω της ψυχολογίας μπορεί να στο δώσει ή να στο πάρει ο διαιτητής΄
    Οσο υπήρχε παράγκα κόκκινη ο Μποτία ήταν σεντερμπάκ κλάσεις. Χωρίς παράγκα είναι για να φεύγει από τον ΟΣΦΠ. Βέβαια υπάρχουν και βλάκες ποδοσφαιριστές που δεν καταλαβαίνουν και δεν εκμεταλλεύονται τις εύνοιες
    Μήπως είδες το ΠΑΟΚ-Αεκ με ξένο διαιτητή τι διαφορά είχε από τα άλλα ματς των δύο ομάδων ;;;
    Οι αντιδράσεις των Κροατών στα πρώτα φάουλ που τους σφύριξε ο διαιτητής με δικαίωσαν πλήρως

  57. gpoint said

    # 48

    Φίλε βλέπε μπάλλα και μην ακούς τους σπήκερς. Το ριπλέη ξεκινάει με τον Μμπαπέ να βρίσκεται στον αέρα (λες από μόνος του;) μαστορικά κομμένο και ραμμένο… στη συνέχεια φυσικά δεν υπάρχει φάουλ
    Οσο για «λεπτομέρειες» αν δεν έκανε την γκάφα-δώρο ο Γιορίς το ματς θα ήταν 4-1 κι εγώ στο ταμείο

  58. sarant said

    Καλησπέρα τώρα πια, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα, δεύτερα, τρίτα και τέταρτα σχόλια. Ήμουν στη Σαμαριά και δεν ε’ίχε , σήμα, αλλά με αναπλήρωσε επάξια ο Άρης;, που τον ευχαριστώ και πάλι για το διήγημα.

    Θυμάμαι πως όταν είχα στείλει στον εκδότη την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου, η ετυμηγορία ενός κριτή ήταν «καλός, αλλά γράφει τσιφορέικα».

    41 Κόρτο, μερσί για τα ετυμολογικά του τζιμανιού. Νομίζω όμως πως το «διαφεντής» είναι αυθεντικός λαϊκός/αργκοτικός τύπος.

  59. Πέπε said

    @40:
    > > Αγαπητέ Peppe ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις σου.΄Όμως εδώ η περίπτωση είναι ιδιάζουσα: γράφοντας το διήγημα σε πρώτο πρόσωπο θέλω να δώσω στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση ότι ακούει πράγματι τον ήρωα να μιλάει. Ιδανικά, θα ήθελα να βάλω κάποιον ηθοποιό (σαν τον Φέρμα ή τον Μάνεση) να το διαβάζει αποδίδοντας τον μάγκικο τρόπο εκφοράς του λόγου. Αν έλεγε π.χ.»τον Πελέ» αντί «τον Μπελέ» θα χάλαγε όλη η φτειάξη (που θα έλεγε και ο Τσιφόρος)…

    Μα ακριβώς εδώ είναι η ένστασή μου:

    Συμφωνώ ότι θέλεις, καθώς διαβάζουμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του μάγκα ήρωα, να τον «ακούμε» κιόλας κατά το δυνατόν. Όμως, ο ήχος [togafene] γράφεται «τον καφενέ» κι όχι «το γκαφενέ» και τούτο διότι όλοι, μάγκες και μη, προφέρουμε το «τον καφενέ» ως [togafene] (ή έστω, κάποιοι, ως [tongfene]). Κανείς δεν προφέρει ξεχωριστά το τελικό -ν από το αρχικό κ- (ή π- ή τ-), δηλαδή [tonkafene], μόνο οι ξένοι και ο Notis Σφακιανάκης.

    Όλοι πάντα λέμε τη Μπόλη, τη μπόρτα, το μπατέρα, το γκόζμο, και όλα αυτά γράφονται με -ν_π- ή -ν_κ- κλπ., χωρίς περιθώριο σύγχυσης ότι εννοούμε άλλη προφορά, αφού άλλη δεν υπάρχει.

  60. Alexis said

    Πολύ καλό το διήγημα.
    Νομίζω πως πράγματι δεν μιλούσε κανείς έτσι το 2004, αλλά τι σημασία έχει; Μπορούμε να θεωρήσουμε, όπως λέει και ο Πέπε, ότι το διήγημα είναι η αφήγηση ενός παλιού μάγκα που διηγείται μια εμπειρία του, στη γλώσσα που έχει μάθει να μιλάει από μικρός.
    Πάντως μέχρι τη δεκαετία του ’70, αρχές ’80 άκουγες σε γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά ανθρώπους να μιλάνε περιστασιακά σαν τον ήρωα του διηγήματος.
    Ωραίο και το φινάλε με τα σχέδια του έγκλειστου μόρτη για …αποκατάσταση της Γιάννας! 🙂

  61. gpoint said

    # 60

    βρε Αλέξη τι είναι αυτό που τρώει (δεν τις κόβει απλά ) τις κορφές από τις πεπονιές μου ; τις έχει ρημάξει !

  62. Corto said

    58 (Sarant):

    Και εγώ αυτό πιστεύω, ότι δηλαδή το «διαφεντής» είναι αυθεντικός λαϊκός/αργκοτικός τύπος.
    Το έχουμε καταγράψει στο άρθρο για τον Τζογέ του Σώτου Πετρά.

    Ο δε τύπος διαφυντής εμφανίζεται στο τραγούδι του επίσης αθηναίου Κώστα Τζόβενου «βρε μάγκες δυο στη φυλακή».

    Τόσο ο Σώτος Πετράς όσο και Κώστας Τζόβενος ήταν Αθηναίοι (όχι Πειραιώτες), αν αυτό δείχνει κάτι για την γεωγραφική εμβέλεια ή και προέλευση αυτού του είδους αργκό.

  63. ΚΩΣΤΑΣ said

    Αγαπητέ Άρη Γαβριηλίδη, απολαυστικό το διήγημά σου, συγχαρητήρια, ευχαριστίες και στον Νικοκύρη για την δημοσίευση και την προβολή νέων συγγραφέων.

    Όπως και κάποιος προηγούμενος σχολιαστής επισήμανε, εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία είναι ο τρόπος εκφοράς του λόγου και η γλώσσα του σώματος, όταν ακούς τέτοιους λαϊκούς μάγκες. Έχω μαγνητοσκοπήσει έναν τέτοιο τύπο στην Θεσσαλονίκη. Μεγάλη φάση. Πολυτεχνίτης – ερημοσπίτης, τσιλιαδόρος σε πορνομπάρ και χαρτοπαικτικές λέσχες, πωλητής διεγερτικών υγρών – πουλούσε στο Βαρδάρη μπουκαλάκια από ενέσεις γεμάτα νερό στους χωριάτες – έκανε φυλακή και αναδείχτηκε λόγω άγνοιας κινδύνου σε αρχιμαφιόζο. Έκανε με τα αδέρφια του εργολαβική εταιρεία, ο ένας αδερφός τούς ξεγέλασε και πήρε πληρεξούσιο να υπογράφει και για τους άλλους, πήρε προκαταβολές για διαμερίσματα και την έκανε για Σουηδία. Οδηγήθηκε στο δικαστήριο και απαλλάχθηκε λόγω βλακείας;;; είναι αληθινό, υπάρχει δικαστική απόφαση. Φανατικός ηρακλειδέας, – κολόγρια – προσπάθησε ανεπιτυχώς να γκρεμίσει το άγαλμα του Ιβανώφ, έκανε εικονική απόπειρα αυτοκτονίας για τον αδικηθέντα από την διαιτησία Ηρακλή…. γενικώς βίος και πολιτεία.

    Να μην λέω πολλά, θα σας δώσω ένα μικρό αυτούσιο απόσπασμα του λόγου του:
    «Πήγαμε με τον Σταμάτη στο λιμάνι (άλλο ρεμάλι, φίλος του). Ειδοποιήσαμε πρώτα τον Μπούζα (αθλητικογράφος στη Θεσσαλονίκη}. Αρχίσαμε να βγάζουμε τα ρούχα, εγώ έμεινα με το σλιπάκι. Βλέπω τον Σταμάτη ολόγυμνο. Τί κάνεις ρε μαλάκα, του λέω. Ρε συ, οι άνθρωποι όταν αυτοκτονούν δεν βγάζουν το βρακί. Μόνο μπάνιο κάνουν γυμνοί. Άμα σε δουν γυμνό δεν θα μας πιστέψουν ότι πήγαμε να αυτοκτονήσουμε στ’ αλήθεια….»

    Τα δισκάκια αυτά, θα τα αφήσω κληρονομιά στα παιδιά μου, με την παραίνεση κάποτε να τα παραδώσουν στο Κέντρο Ιστορίας.

  64. Πέγκυ said

    Πρίν από λίγο γύρισα από μία εκδρομή που είχα πάει και διάβασα την απάντηση του κ. Γαβριηλίδη (40). Τον ευχαριστώ για τα καλά του λόγια και ιδίως γιατί απελευθέρωσε τα αρχεία word και μπορέσαμε να διαβάσουμε τις τρείς ποιητικές του συλλογές. Μού άρεζαν ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ τα ποιήματά του. Τα πιό πολλά είναι σαν τα επιγράμματα του Νικολά Σαμφόρ.

    Από τη συλλογή «Μονοκοτυλήδονα» του κ. Γαβριηλίδη πιό πολύ μού άρεζαν αυτά

    Πολύ ευχαριστήθηκα και το ποίημα «Παχυδερμίες» από την πρώτη νεανική ποιητική συλλογή του κ. Γαβριηλίδη «To εφηβικό Όνειρο»

    Από την ίδια συλλογή είναι και το ποίημα για τους καταπιεσμένους μαύρους των ΗΠΑ, που ο κ. Γαβριηλίδης έγραψε τον Ιούνη του 1968, αμέσως μετά τη δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ από ακροδεξιούς παρακρατικούς. Είναι κι αυτό πολύ ωραίο, αν σκεφτούμε ότι ο κ. Γαβριηλίδης ήταν τότες μόνο 19 χρονών. Ας το αφιερώσουμε στους Γάλλους που κέρδισαν απόψε το Μουντιάλ, έχοντας στη σύνθεσή τους 6 παίχτες από την Αφρική, ενώ οι Κροάτες ήσαντε όλοι λευκοί, λόγω της ρατσιστικής νοοτροπίας που υπάρχει σε αυτή τη χώρα (κατάλοιπα της συνεργασίας με τους Ναζί)

    « Τζον Κέννεντυ – Μάρτιν Λούθερ Κινγκ – Ρόμπερτ Κέννεντυ

    Μαύροι, τι κάθεστε λοιπόν παράμερα και κλαίτε;
    Σας πήραν και τον Τρίτονε κι’ εσείς κοιμάστε ακόμη
    τον ύπνο που σας πότισε τ’ αφιόνι του τυράννου;
    Ξεσηκωθείτε το λοιπόν κάντε τα χέρι’ αξίνες
    πέτρα στην πέτρα όρθια καμία να μη μείνει.
    Βάλτε φωτιές πελώριες, σκάψτε στη γης λακκούβες
    τάφοι να γίνουν των θεριών που θένε να μας φάνε.
    Μπήξτε τα δόντια σε λαιμούς, τα δάχτυλα στα μάτια
    ξεσκίσετε τα σωθικά των πορωμένων γκάνγκστερ
    βορά να γίνουν των σκυλιών, τροφή για τα σκουλήκια.
    Συγχώρεσέ με, Μπόμπυ μου, αν κόντρα σου πηγαίνω
    μα ο λογισμός μου θόλωσε απ’ τ’ αίματα τα τόσα!
    Άλλωστε, μάθαμε καλά, μας το ‘παν οι Αιώνες
    η βία πως πατάσσεται μονάχα με τη ΒΙΑ.

    (γραμμένο την ημέρα της δολοφονίας του Ρόμπερτ Κένεντυ)

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    58. Πάντα γερός πάντα άξιος Νικοκύρη! Είσαι δεινός πεζοπόρος βέβαια αλλά τέτοιο πέρασμα δεν ξέρω αν το σιμοκοντεύεις μ΄αλλο!

    -Διεφνητής ο διευθυντής κατά λαϊκή εκφορά. Και διαφθυντής συναντάται…
    -Ο διευθυντάς, ειρωνικά τάχα της μεγαλοπρέπειας, όπως πρόεδρας .

  66. Alexis said

    #61: Κάποια μεγάλη κάμπια ίσως;;;

  67. Ευχαριστώ και πάλι όλες και όλους για τα σχόλια και τα καλά σας λόγια και ιδιαίτερα τον Νικοκύρη για την φιλοξενία.

  68. gpoint said

    # 66

    Δεν πιστεύω γιατί λείπουν πάνω από 10-20 εκατοστά του βλαστού κάθε φορά, δεν τρώει μόνο το μπαλάκι στην άκρη ! Κοίταξα για σκαντζόχοιρο αλλά δεν βρήκα

  69. Γς said

    «διαφεντής»

    κι «εφέτης»

  70. Γς said

    Κι έκανα πλάκα κύριε Άρη Γαβριηλίδη, ο ζηλιάρης, με την παλιά πλάκα στο γραμμόφωνο [Σχ 13].

    Συγχαρητήρια

    Με τον ίδιο δάσκαλο καθίσαμε, μόνο που εσείς μάθατε τα τέτοια γράμματά του καλύτερα

  71. leonicos said

    Εκτός από τη γλώσσα, ένα άλλο στοιχείο είναι πολύ ενδιαφέρον στο διήγημα του Άρη.

    Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω.

    Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε.

    Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια.

    Ο Μητσάρας, εξηντάρης, περιμένοντας να πάει φυλακή για κάμποσα χρόνια, διατηρεί την αισιοδοξία του αιώνιου νέου, λες και δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ. Νομίζω ότι αυτό ήταν ένα επιπλέον κοινωνιολογικό στοιχείο του υπόκοσμου (ας το πούμε έτσι)

  72. leonicos said

    Και μια και αναφερθήκαμε στην αισιοδοξία του αιώνιου νέου, που δεν βλέπει τον εαυτό του να γερνάει

    το μυαλό μας φυσικά θα παει στον Γς, τον τηνέιτζερ

    Έμαθα από σίγουρη δε πηγή τα εξής:

    Το τραγουδι ‘η αγάπη θέλει δύο για να ζεσταθεί, να παλαέψει με το κρύο κλπ’

    αρχικά γράφτηκε ‘η αγάπη θέλει έξι για να ζεσταθεί, να κρατάει όσο να φέξει /ή / κάθε ώρα μια μέχρι τις έξι.. κλπ
    και ήταν γραμμένο για τον Γς, αλλά το έκοψε η λογοκρισία.

    Η Φωτεινή μού απαγόρευσε ν’ αποκαλύψω τον πληροφοριοδότη μου

  73. leonicos said

    @59 Πέπε

    Όλοι πάντα λέμε τη Μπόλη, τη μπόρτα, το μπατέρα, το γκόζμο, και όλα αυτά γράφονται με -ν_π- ή -ν_κ- κλπ., χωρίς περιθώριο σύγχυσης ότι εννοούμε άλλη προφορά, αφού άλλη δεν υπάρχει.

    Έχεις δίκιο, αλλά σ’ ένα λογοτεχνημα μπορεί κάποιος να το γράψει έτσι που να το τονίσει. Αν έγραφε τον καφενέ, δεν θα χτύπαγε μάγκικα.

    Νομίζω;

    Πώπω…. μάγκεψε και ο Λεώνικος.

    Είναι να μη χαλάσουν οι πεπονιές του Τζι;

  74. leonicos said

    Και δεν έχω καθόλου κέφι. Άλλαξα λάπτοπ, και πάνω που συννενοήθηκα με το Γουόρντ, μόλις ανοίξω αρχαίο, μου πέφτει.

    Ξέρει κανείς τι πρέπει να κάνω;

  75. cronopiusa said

    Η επέλαση της Airbnb ξεσπιτώνει τους μόνιμους κατοίκους της Αθήνας

    Ποιός νομοθέτησε airbnb και »συνοδούς»;

  76. Γερμανοφιλλανδοαγγλοαμερικανοεβραιοτσολιάς said

    Συνώνυμο του σένιος που, επίσης, αρχίζει από σ (και τελειώνει σε ς): σωραίος!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: