Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018


Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

αγρίτσι, το: το άγριο ζώο ή πουλί. Στην περιοχή Τυρνάβου αγρίτσι είναι το ήμερο περιστέρι που περιήλθε και πάλι σε άγρια κα­τάσταση.

άκλουθο, το: ο πλακούντας, το ύστερο που αποβάλλεται μετά τον τοκετό.

αλάβρυσον: (έκφραση ευχής) μακάρι, είθε (πιθανώς παραφθορά από το τούρκικο Αλλάχ βερσέν!: ο Θεός να δώσει!).

άλατος, ο: στον Τύρναβο, ο αποσβολωμένος, ο κατάπληκτος (επί­θετο από την έκφραση «στήλη άλατος»), π.χ.: απόμεινε άλα­τος να με κοιτάει.

αλετρόπιασμα, το: η χειρολαβή του αρότρου, το αλετρόχερο.

αλιτζές, ο: ξανθότριχος, αναφέρεται σε άλογα.

ανάκαρα, το: κουράγιο (εκφρ: «δεν έχω άλλα ανάκαρα να σηκω­θώ, να δουλέφω, να μιλήσω»).

άναρος, ο: στην περιοχή Τυρνάβου, το αντίθετο του ονείρου, η υπαρκτή πραγματικότητα (αντίστοιχο του αρχαίου «ύπαρ»).

ανεμίδα, η: τα περιβλήματα δημητριακών που απομένουν ανακατω­μένα με το φτενό άχερο ή τους σπασμένους σπόρους (τα σκύ­βαλα) και τα παίρνει ο αέρας όταν λιχνίζουμε.

 

Γ

γαλίκα, η: πλατύ και σχετικά άβαθο καλάθι από πλεκτό καλάμι ή λυγαριά, πανέρι, κάνιστρο. Στη γαλίκα έστελνε η πεθερά τα πρώτα δώρα στη νύφη.

γάνα, η: 1. η πράσινη σκουριά που σχηματίζεται στα αγάνωτα χάλ­κινα σκεύη. 2. η καπνιά που δημιουργείται εξωτερικά στα μα­γειρικά σκεύη από τη φωτιά. // μουντζούρα, και στη λαογρα­φία το μουντζούρωμα του προσώπου εκείνων που ήθελαν να διαπομπέψουν. 3. οι λεκέδες που σχηματίζονται στους παλιούς καθρέφτες. 4. το λευκό επίχρισμα της γλώσσας (πρβλ.: με γάνιασες!).

γκιόλια, τα: τα στριφογυριστά ρυάκια που κυλούν μέσα από τα βράχια ή τις μεγάλες πέτρες και καταλήγουν συνήθως σε ένα μεγαλύτερο ρυάκι ή σε μια μπίτσκα (μια μεγάλη γούβα).

γκουστέρα, η: η σαύρα.

γομάρι, το: το φορτίο (αλλά κατ’ επέκταση και το ζώο που κουβα- νεί το φορτίο, το γαϊδούρι).

γριντώνομαι: πέφτω μονοκόμματος στο κρεβάτι, οριζοντιώνομαι (από το γριντιά: το βαρύ οριζόντιο δοκάρι που στηρίζει τη σκεπή).

Δ

διάδιαρος, ο: ο υδράργυρος.

δρακούλα, η: αβάφτιστο νεογέννητο κορίτσι (θηλ του δράκος: αβά­φτιστο νεογέννητο αγόρι ).

 

Ζ

ζαμπέτι, το: η νυφίτσα.

ζάρη, η: τα αναμμένα κάρβουνα λίγο πριν σκεπαστούν από τη στά­χτη, τα κάρβουνα που «ζαρώνουν» καθώς σιγά σιγά πάνε να σβήσουν.

I

ίγγλα, η (κίγγλα και γίγγλα): ζώνη, λουρί που συγκρατεί τη σέλα στη ράχη του αλόγου: δύο ίγγλες τον κίγγλωσε το μαύρο του.

Κ

καταμήνια, τα: τα έμμηνα των γυναικών.

καταχανάς, ο: ο βρικόλακας, αυτός που είναι καταχωνιασμένος,

κατιό, το: η κατοικία, το σπίτι, το μέρος που κάθομαι.

κενώνω (στο πιάτο): βάζω φαγητό στο πιάτο από την κατσαρόλα, κλάδος, ο: το κλάδεμα (αλλά και η εποχή του κλαδέματος)

κλίφι, το: η θήκη που περιέχει το μαλλί, το βαμβάκι ή γενικά το περιεχόμενο του μαξιλαριού, η μαξιλαροθήκη, [από το αρχ. κελύφιον ( κέλυφος)].

κοπάνα, η: ξύλινη σκάφη [1. σκάφη του ζυμώματος (σκαφίδι) 2. σκάφη του πλυσίματος των ρούχων 3. σκάφη που κρατάει το νερό στις βρύσες για να ξεδιψούν τα κοπάδια των ζώων (ποτίστρα)].

κορυφάδα, η: το μέρος του αφαλού που εξέχει.

κούδα, η: ομάδα χτιστάδων οι οποίοι κατεβαίνουν οργανωμένα από τα μαστοροχώρια της Ηπείρου για αναζήτηση δουλειάς.

κουδαραίοι, οι: οι χτιστάδες που κατεβαίνουν ομαδιαστά συνήθως από τα μαστοροχώρια της Ηπείρου για να βρουν δουλειά στα κατώμερα.

κουλουκιά, η: πρόχειρη στρωμνή για τα κουτάβια.

κυρατζής, ο: αυτός που είχε μουλάρια και αναλάμβανε αγώγια για την μεταφορά εμπορευμάτων (κυρατζίδικο, το: η δουλειά του αγωγιάτη).

 

Λ

λάφτω: πίνω νερό σαν το σκύλο με τη γλώσσα έξω.

λεπτεπίλεπτα, τα: υποδιαιρέσεις του αστρόλαβου, οργάνου που χρησιμοποιούν οι αστρολόγοι, δες στη λέξη ράμπλι.

λικιάζω: δοκιμάζω, βάζω στο στόμα μου (συνήθως με άρνηση: δε λικιάζει γάλα: δεν του αρέσει καθόλου το γάλα, δεν λίκιασε τίποτα: δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του).

λότζια, η: η πλατεία, συνήθως το κοινωνικό κέντρο του χωριού (π.χ. η Λότζια στο Πεντάλοφο Βοΐου Κοζάνης, υπάρχει και χορός με το ίδιο όνομα).

 

Μ

μαγνήτη, το: τριγωνικό φυλαχτό επενδυμένο με μεταξωτό ύφασμα που περιείχε κάτι που πιστεύαν ότι αποτρέπει το κακό. Αυτό μπορεί να ήταν μια μαγική ευχή, ένα νόμισμα, ένας λίθος (γαγάτης, αιματίτης, μαγνητίτης…), ένας κεραύνιος λίθος ή κάποιο βοτάνι.

μαϊλίκι, το, συνήθως στον πληθυντικό, μαϊλίκια: τα υλικά ή και οι ενέργειες που χρησιμοποιούν οι μαΐστρες για να «πιάσουν» τα μάγια τους (συνήθως λέγεται υποτιμητικά για τα λογής μαντζούνια των πρακτικών ή ακόμα και για τα φάρμακα που δί­νουν οι γιατροί: δεν με πιάνουν εμένα τέτοια μαϊλίκια!).

μόρα, η: ο βραχνάς, [σλαβ. mora = θανατικό]

μούσγκα, η: η βαριά υγρασία.

μπαίνω εις μπέσα: υπόσχομαι, δίνω το λόγο μου.

μπαΐρι, το: χωράφι που απόμεινε ακαλλιέργητο για αρκετό διάστημα και έγινε πλέον αγρός, παρατημένο χωράφι.

μπακάμι, το: το αιματόξυλο ή καμπεχιανό ξύλο από το οποίο παράγεται η χρωστική ουσία αιματοξυλίνη η οποία επίσης λέγεται μπακάμι.

μπάμπαλα, τα: στην περιοχή Τυρνάβου, τα μικρά σκουπίδάκια: μπήκαν μπάμπαλα στα μάτια μ’ και δακρύζω.

μπίτσκα, η: μεγάλη γούβα με ανανεούμενο νερό που τροφοδοτείται από τα ρυάκια που κατεβαίνουν από τα βουνά (όχι σπάνια η μπίτσκα είναι τόπος για μπάνιο και βουτιές). Αντίθετα, η μπάρα είναι μεγάλη γούβα με νερό που δεν ανανεώνεται.

 

Ν

νεραγώι, το: το αυλάκι.

νταγιαντώ, -άω και νταγιαντίζω: υπομένω, αντέχω, αναλαμβάνω από αρρώστια: δεν νταγιάντιζε άλλο τη μιζέρια.

νταϊρές, ο: είδος τυμπάνου που αποτελείται μόνο από έναν ξύλινο κυλινδρικό σκελετό, με τη μία βάση του καλυμμένη με δέρμα. Δεν διαθέτει τα μικρά κύμβαλα που κρέμονται γύρω από το ντέφι, είναι μεγαλύτερος από αυτό και βγάζει υπόκωφο ήχο.

ντάμι, το: ο αχυρώνας.

νταμουζλούκι, το: 1. ζώο που χρησιμοποιείται ως επιβήτορας 2. η πράξη του επιβήτορα, το βάτεμα.

ντελβές, ο: το κατακάθι στο φλιτζάνι του τούρκικου καφέ.

ντορός, ο: τα ίχνη που αφήνει το θήραμα.

ντραόρατα, τα: τα μακρινά βουνά (η έκφραση «πήρε τα ντραόρατα»: έφυγε μακριά, τον έπιασε μανία και έφυγε μακριά).

ντριστέλα, η: το υδροτριβείο (συνήθως εκεί πλένουν τα μάλλινα).

ξάνθισμα, το: εξάνθημα, ο ερεθισμός της επιφάνειας του ανθρώπι­νου δέρματος.

ξαστρίζομαι: βγαίνω έξω και κάθομαι να παρατηρώ τα αστέρια.

 ξεμισκέλι, το: μόσχευμα φυτού που παίρνεται από μίσχο, π.χ, σπάσε ένα ξεμισκέλι μήπως και πιάσω γαρδένια σαν τη δίκιά σου.

Ο

ομιλίες, οι: οι παρέες (από το αρχαίο όμιλος).

ουζούν χαβάς, ο: η μακρόσυρτη μελωδία, το μακρόσυρτο τραγούδι [τουρκ. uzunhava].

Π

παϊβάνι, το: σκοινί με το οποίο δένουν τα δύο μπροστινά πόδια του αλόγου ώστε να μπορεί μεν να μετακινηθεί αλλά όχι να καλπάσει.

πατλιά, η, και πατουλιά: φράχτης από βάτα.

πελεκάνος, ο: ο επικεφαλής της κούδας των μαστόρων, ο αρχιμάστορης που πελεκάει την πέτρα.

πέρπυρο, το, και πέρπερο: το βυζαντινό νόμισμα υπέρπυρον· η έκ­φραση έχει πολλά πέρπυρα σημαίνει είναι πλούσιος.

πετσώνω: (στην οικοδομική) γεφυρώνω με σανίδες τα κενά των λοξών ξύλων της στέγης που διαμορφώνουν την κλίση, για να τα επιστρώσω με κεραμίδια, (μτφ. στην περιοχή Τυρνάβου, πετσώνω μια ιστορία: ταιριάζω μια ιστορία).

πηγούλα, η: το μέρος πάνω στο κεφαλάκι του μωρού που είναι μα­λακό γιατί ακόμα δεν έχουν κλείσει τα οστά του κρανίου.

πικαστάνος, ο: (στην περιοχή Τυρνάβου, ειρωνικά) η αυθεντία, ο σοφός δάσκαλος, αυτός που κάνει πως τα ξέρει όλα.

πρέμνος, ο: κορμός χωρίς κλαριά.

πύρεξη, η: ο πυρετός.

πυρπαλάμης, ο: ο επιδέξιος άντρας, αυτός που έχει ικανότητα στα χέρια, ο δεινός κατασκευαστής.

Ρ

ράμπλι, το: κυκλικό όργανο που χρησιμοποιούν οι αστρολόγοι (τους οποίους στον Τύρναβο τους χαρακτήριζαν ως μαθηματι­κούς). Το όργανο αυτό ονομάζεται αστρόλαβος και ωροσκό­πιο. Πάνω του είναι ζωγραφισμένα τα ζώδια ή οι εφτά πλανή­τες. Ο κύκλος του οργάνου διαιρείται σε δώδεκα μέρη, τους τόπους, και κάθε τόπος διαιρείται σε τριάντα ωροσκοπικές μοί­ρες, τα λεπτά, και τέλος κάθε λεπτό διαιρείται σε εξήντα μέ­ρη, τα λεγόμενα λεπτεπίλεπτα. Οι αστρολόγοι κατέγραφαν ακριβώς την ώρα που γεννήθηκε το παιδί και παρατηρούσαν τη στιγμή της γέννησης σε ποιο σημείο του ζωδιακού κύκλου βρίσκεται ο ωροσκοπούμενος αστέρας, προσπαθώντας να βρουν ποια σχέση είχε κατά τη στιγμή εκείνη με τους απλανείς. Μέ­σα από τους υπολογισμούς τους μπορούσαν να «μιλούν με τα άστρα».

ράχτα, τα: τα βράχια μιας ακτής, η βραχώδης ακτή (ίσως από το ελληνιστικό επίθετο ρακτός: απόκρημνος).

ρεβένια, τα: χωράφια με χώμα κατάλληλο για καλλιέργεια καπνού ανώτερης ποιότητας.

ριζάρι, το: φυτό που καλλιεργούνταν για την κόκκινη χρωστική ου­σία που περιέχουν οι ρίζες του (τα Αμπελάκια, ο Τύρναβος και η Τσαριτσάνη πλούτισαν κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα από την κόκκινη βαφή και γι’ αυτό άνοιξαν εμπορικές σχέσεις με την Αυστρία, τα Βαλκάνια και τις Παρευξείνιες χώρες).

ροδοκάλλια, τα: όσα εξαιρετικά διαθέτει η μορφή μιας νέας κοπέλας, τα ιδιαίτερα κάλλη της, τα πλεονεκτήματά της.

Σ

Σαλαμπριάς, ο: ο Πηνειός ποταμός.

σαρή, η: αυτή που έχει το χρώμα της ανοιχτής ώχρας, η υποκίτρινη (ο σαρής: ο κιτρινιάρης, στα τούρκικα σαρί: ποικιλία κα­πνού με κίτρινα φύλλα).

σβόλια, τα: πληθ. του ο σβόλος: μικρή μάζα ξεραμένης λάσπης από χώμα: σπάω τα σβόλια με τη σβάρνα.

σγαρδέλι, το: η καρδερίνα: Έστησε ξόβεργες για να πιάσει σγαρδέλια [ιταλ. cardello].

σκαπετώ: το βάζω στα πόδια.

σόιλα, η, και ο σόιλας: ο κύκλος (και ως επίρρημα, σόιλα: κυκλι­κά, ολόγυρα).

σταβάρι, το: μέρος του αρότρου, ο ρυμός, «το τιμόνι» του αρότρου, αρχ. ο ιστοβοεύς.

στια, η: η πυροστιά, η εστία, το τζάκι.

σώσμα, το: 1. αυτό που απομένει στο τέλος 2. η τελευταία ποσότητα του κρασιού που παίρνουμε από το βαρέλι 3. το σώσιμο, η ενέργεια του σώνω— το τέλειωμα, η εξάντληση. Στην περιο­χή Τυρνάβου χρησιμοποιείται ως ιδιότυπη προστακτική του «σώνω»: «σώσμα το λοιπόν!» — άιντε και τελείωνε, απόσω­νε.

Τ

ταγιαδόρος, ο, και ταλιαδόρος: ξυλογλύπτης, ο κατασκευαστής ξύ­λινων κοσμημάτων και τέμπλων εκκλησιών.

τεκέ-Μπαμπάς: μουσουλμανικό μοναστήρι των Μπεκτασήδων στην περιοχή των Τεμπών (ό,τι απόμεινε από αυτό μπορεί ο σημε­ρινός ταξιδιώτης να δει ακριβώς κάτω από τα διόδια πριν μπει στην κοιλάδα των Τεμπών).

τζαμπούνα και τσαμπούνα: 1. λαϊκό πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από ένα δερμάτινο ασκό στον οποίο είναι προσαρ­μοσμένοι οι αυλοί για την παραγωγή ήχου που είναι συνεχής καθώς ξεφουσκώνει ο ασκός 2. μεταφορικά: ο συνεχής, ο ασταμάτητος: τσαμπούνα η μύτη μου = η μύτη μου αιμορρα- γεί ασταμάτητα.

τριότα, η: η τρίλιζα, παιδικό παιχνίδι για δύο παίκτες, όπου ο κα­θένας μετακινεί πιόνια επάνω σε ορθογώνιο τετράγωνο, έτσι ώστε να σχηματίζουν κάθετες, οριζόντιες ή διαγώνιες σειρές ανά τρία.

τρουβάς, ο (τορβάς, ντορβάς, τουρβάς και ντουρβάς): πάνινη ή υφα­ντή σακούλα που χρησιμοποιούν οι χωρικοί για να βάζουν: α. την τροφή τους· ταγάρι, β. την τροφή των ζώων· ταΐστρα.

τσάγαλο, το: ο καρπός οπωροφόρου δέντρου όταν είναι ακόμη χλω­ρός και έχει πρασινωπό σαρκώδες περίβλημα.

τσαΐρι, το: χωράφι που απόμεινε για καιρό ακαλλιέργητο κι έγινε λιβάδι.

τσάμπουρο, το: το κεντρικό κοτσάνι του τσαμπιού με τις διακλαδώ­σεις του 2. (στον πληθυντικό) τσάμπουρα, τα: τα λιανοστάφυλα που απομένουν απάνω στο κούτσουρο μετά τον τρύγο (τα κορφάδια).

Φ

φιμός, ο: η σιωπή (στον Τύρναβο συνήθως ως προσταγή: φιμός! = σιωπή!, μη βγάλετε άχνα!).

φουκαλίζω και φουκαλνάω: σκουπίζω, σαρώνω (φουκάλι, το = η σκούπα).

φούστα, η: παλαιότερο στενόμακρο ιστιοφόρο με κουπιά: Πειρατική φούστα [ιταλ. fusta].

φτίνα, η: λεπτό πήλινο δοχείο στο οποίο φύλαγαν γλυκό ή τουρσί ή έπηζαν γιαούρτι.

X

χέρι της Παναγιάς: μινιατούρα χεριού από ασήμι ή τσίγκο που χρησιμοποιούσαν για αποτρεπτικό του κακού. Μ’ αυτό οι μα­μές ράντιζαν κατά τη διάρκεια δύσκολων τοκετών.

χόχλος, ο: το κόχλασμα, ο κοχλασμός: η σούπα πήρε τον πρώτο χόχλο.

 

Advertisements

117 Σχόλια to “Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα”

  1. Αγάπη said

    Καλημέρα
    ζάρι, η – δέν γράφεται με ήτα;

  2. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  3. cronopiusa said

    Νταγιάντα χαιδεμένο μου, πέντ’ έξε μέρες μόνο

    Ευχαριστούμε…

  4. Καλημέρα,
    Κάμποσες οι γνωστές λέξεις σε μένα με την ίδια ή παρόμοια σημασία.
    Κενώνω = αδειάζω. Το κατσαρόλι τι πιο συνηθισμένο.
    Μπαϊρι = η κορυφή του λόφου και κατ’ επέκταση το χωράφι που βρίσκεται εκεί

    Η φτίνα σε μας βτίνα (ή βκίνα) και το φουκαλνάω είναι φρουκαλώ.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Να που βρέθηκε και λέξη που αρχίζει από βτ!

    1 Κανονικά ναι. Περιέργως έτσι το έχει στο βιβλίο -μάλλον από τον κορέκτορα. Θα το διορθώσω.

  6. 5 Από το βουτώ θάλεγα, Και βασικά σε μας η βκίνα είναι μεγάλη (εκεί π.χ. αποθήκευαν το λάδι για φαΐ, τα κιούπια είναι πιο μεγάλα που τα είχαν για να μένει για καιρό), τα μικρά είναι βκνάρια (για λαδοτύρι, ελιές) και βκναρέλια τα ακόμα μικρότερα (π.χ. για τουλομοτύρι)

  7. gpoint said

    Αλλες γνωστές, άλλες κοινές με τα στερελλαδίτικα, κάμποσες κατανοητές και μπόλικες πρωτάκουστες

  8. loukretia50 said

    ‘ Μέρα! – που λεν’ και στο χωριό μου!

    Δηλαδή από την τσαμπούνα έχουμε το : τι μου τσαμπουνάς τώρα?

    Από τα τσάμπουρα δε βγαίνει το τσίπουρο ή η τσικουδιά?

  9. sarant said

    8 Ναι, τσαμπουνάω από την τσαμπούνα, η οποία, όπως έχουμε γράψει, είναι αντιδάνειο απο ιταλ. zampogna, που ανάγεται στη… συμφωνία!

  10. loukretia50 said

    Απόσωσε : αποτελείωσε
    Είναι πολύ συνηθισμένο κατά Ρουμελη μεριά, όπως οι περισσότερες λέξεις
    Κόπιασε ν’ αποσώσουμε το κολατσιό
    Δεν απόσωσε το γιόμα και ραχατεύει η ζεβζέκω
    και
    Δεν έχει σωσμό τούτο το ξεπεταρούδ’

  11. Αγάπη said

    8 … και περιέργως (αν και αμφισβητούμενο) ο ταμπουράς > Πανδώρα (πανδούρα δηλαδή, το γνωστό αρχαίο όργανο ) 🙂

  12. «τυρναβιστί» θα έπρεπε να γράφει 🙂

  13. loukretia50 said

    Γάνα : υπήρχαν οι γανωματήδες, συνήθως περιπλανώμενοι, που γυάλιζαν τα χαλκινα σκεύη που μαύριζαν.
    Εχω ακούσει και το γανωμένη με την έννοια ατιμασμένη (υπόληψη).
    Βέβαια μπορεί ό βαρύς τύπος που το έλεγε να ήταν λίγο ποιητής.

  14. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Αρκετές λέξεις είναι ευρύτερα γνωστές, και θαρρώ πως βλέπω και κάποιες που τις έχουμε ξανασυζητήσει εδώ.

    > > ανάκαρα, το: κουράγιο (εκφρ: «δεν έχω άλλα ανάκαρα να σηκω­θώ, να δουλέφω, να μιλήσω»).

    (Κατ’ ατρχήν, κάποιο τυπογρ. λάθος υπάρχει με το άρθρο. Προφανώς «τα», αν και φανταζόμουν ότι είναι θηλυκό, «η».) Υπερτοπική λέξη / έκφραση. Έχω την εντύπωση ότι πρέπει να συνδέεται με τους ανακαράδες.

    Ανακαράδες ονόμαζαν οι Βυζαντινοί ένα ζεύγος μεγάλων τυμπάνων, ημισφαιρικού σχήματος, παρόμοιων με τα τύμπανα της σημερινής κλασικής ορχήστρας που το καθένα δίνει διαφορετικό τόνο (θυμηθήτε την εμβληματική αρχή από το «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα», με το μπουμ-μπούμ μπουμ-μπούμ). Τους ανακαράδες τούς χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων στη στρατιωτική μουσική, και τους έπαιζε ένας καβαλάρης που τους κρέμαγε δεξιά και αριστερά από τη σέλα του, αλλά βέβαια παίζονταν και χωρίς άλογο:

    Από εκεί λοιπόν η λέξη πέρασε σε διάφορα τοπικά ιδιώματα για να δηλώσει διάφορα είδη κρουστού, που δεν είναι κατ’ ανάγκην σε ζευγάρια. Στα τούρκικα λέγονται nakkare (ή κουντούμ). Στη Ζάκυνθο όμως, στην παλιά ζυγιά ζουρνά-νταούλι, υπάρχει το νιάκαρο που δεν είναι το νταούλι (τύμπανο) αλλά ο ζουρνάς. Αν λοιπόν αυτή η μεταπήδηση, από κρουστό σε πνευστό (που όμως συνδέεται αναπόσπαστα μ’ ένα κρουστό, πρβλ. «τα νταούλια» = «δυο ζουρνάδες κι ένα νταούλι», όπως λέγεται λίγο πολύ σ’ όλη την Ελλάδα) έγινε κι αλλού εκτός από τη συγκεκριμένη περίπτωση της Ζακύνθου, τότε υποψιάζομαι ότι η φρ. «δεν έχω ανάκαρα» πρέπει να ξεκίνησε με την έννοια «δεν έχω ανάσα να φυσήξω τον ζουρνά». Ο ζουρνάς πράγματι απαιτεί πολύ κόπο στο φύσημα. Ίσως πάλι να υπόκειται κάποια σύνδεση των ανακαράδων-τυμπάνων (και ειδικά αυτών, όχι οποιουδήποτε άλλου τυμπάνου) με ρυθμικές εργασίες, θυμηθείτε τον τυμπανιστή των κωπηλατών στις γαλέρες στον Αστερίξ, οπότε η έκφραση θα σήμαινε ότι έχω χάσει τον ρυθμό της δουλειάς, έχω μείνει πίσω και ξέπνοος, έχω εξαντληθεί, δεν έχω κουράγιο να συνεχίσω.

  15. loukretia50 said

    Περήφανη η κοιλίτσα φουσκώνει της Μαριώς
    Τηνε φουσκωνει ο δρακος, του Γιάννη ο πρώτος γιος

    Αρλέτα – Ο Γιάννης και η Μαριώ

  16. Πέπε said

    @9: > > Ναι, τσαμπουνάω από την τσαμπούνα, η οποία, όπως έχουμε γράψει, είναι αντιδάνειο απο ιταλ. zampogna, που ανάγεται στη… συμφωνία!
    @11: > > και περιέργως (αν και αμφισβητούμενο) ο ταμπουράς > Πανδώρα (πανδούρα δηλαδή, το γνωστό αρχαίο όργανο )

    Όλα όσα θέλατε να ξέρατε για τα ονόματα των οργάνων: http://karpathiandiaries.blogspot.com/2010/03/blog-post.html

    Το «τσαμπουνάω» πρέπει να έχει σχέση με το ότι η τσαμπούνα έχει ελάχιστη ποικιλία και άπειρη επανάληψη στο τι παίζει. Ή, μπορεί πιο απλά να είναι ανάλογο με το «τι τραγουδάς;» (=τι χαζά κάθεσαι και λες;), που είναι μια προφανής μεταφορά, λέγεται λ.χ. και στα γαλλικά.

    Η τυρναβίτικη έκφραση «τσαμπούνα πάει η μύτη του» μου είχε κάνει εντύπωση από τότε που διάβασα το Μαράν Αθά. Η εξήγηση του Ψύρρα είναι πολύ εύλογη, γιατί πράγματι το συνεχόμενο και αδιάκοπο του ήχου της τσαμπούνας (χωρίς ανάσες, αφού έχει το ασκί) είναι το πιο έντονο χαρακτηριστικό της. Αλλά στη Θεσσαλία ούτε παίζονται τσαμπούνες ούτε μαρτυρείται ποτέ να έπαιζαν (ενώ έπαιζαν γκάιντες, και τις ονόμαζαν γκάιντες). Η λέξη τσαμπούνα υπάρχει και σε μέρη που το όργανο δεν είναι γνωστό, και σημαίνει διάφορα παρεμφερή οργανάκια ή τμήματα οργάνων, που όμως δεν έχουν τη συγκεκριμένη ιδιότητα.

    Οπότε, η φράση του Ψύρρα εγείρει εθνομουσικολογικά ερωτήματα!

  17. Πέπε said

    @15 (δράκος):

    Η κοπέλα η Μαριγώ
    μια δουλειά σωστή δεν κάνει.
    Την κουζίνα της ξεχνάει
    και θυμάται το χωριό.

    Τα χεράκια της εδώ,
    το μυαλό της εκεί κάτω.
    Πέφτει κι έσπασε το πιάτο…
    Μαριγούλα, Μαριγώ!

    Φέρνει το νερό στον ώμο,
    μα θυμήθηκε ξανά:
    «Ποιος το δράκο μας κουνά;»
    Χύνει το μισό στο δρόμο.

    « Η άσπρη κότα τι να κάνει;
    Το γουρούνι είναι γερό;
    Ο παππούς να μην πεθάνει;…»
    Μαριγούλα, Μαριγώ!

    « Θάβγαλε χηνάκια η χήνα,
    θάναι κίτρινα, σταχτιά,
    θα τρυγάνε αυτόν τον μήνα,
    θα με πόνεσε η γιαγιά ».

    « Τι έχεις σύννεφο στα μάτια,
    τι έχεις αναφιλητό;
    Κι άλλο πιάτο είναι κομμάτια,
    Μαριγούλα, Μαριγώ »;

    Πάρε τ΄ άσπρο γιορτινό σου,
    Τις ποδιές που σου φορώ.
    Στο χωριό σου, στο χωριό σου
    Μαριγούλα, Μαριγώ ».

    Ζ. Παπαντωνίου

  18. Πέπε said

    Α, και μια διόρθωση που ξέχασα:

    Τα λήμματα από Ξ δεν ξεχωρίζουν, έχουν ανακατευτεί με τα από Ν.

  19. Alexis said

    Πολύ ενδιαφέρον, όπως όλα τα σχετικά με τις ντοπιολαλιές!
    Αρκετές λέξεις μου είναι γνωστές, κάποιες είναι πανελλήνιες (όπως η γάνα) και κάποιες κοινές με άλλες περιοχές της Ελλάδας.

  20. Alexis said

    μπάμπαλο: Στο Ξηρόμερο ο φαφλατάς και πολυλογάς άνθρωπος, αυτός που μιλαει συνέχεια και ασκόπως: «Πάψε πια ρε μπάμπαλο, μας τρέλανες!», και μπαμπαλίζω το φαφλατίζω, μιλάω ακατάπαυστα και βλακωδώς…

    πρέμνο, το: Στη αμπελουργία το φυτό του αμπελιού, το κλήμα.

  21. Παναγιώτης Κ. said

    Επί του όλου 25 γνωστές σε μένα.

    Το κλίφι στην Ήπειρο το λέμε κλιούφι…. Προέρχεται από το κελύφιο! Δεν το ήξερα.
    Μούσγκα λέμε και τον πηλό.
    Πικαστάνος ή απικαστάνος.

    Ντορός=ίχνη
    Μου αρέσει πολύ η παροιμία που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για οφθαλμοφανή πράγματα: Τον λύκο τον βλέπουμε, τον ντορό ψάχνουμε;

    Ομιλίες=παρέες (από το όμιλοι).
    Εξ ου και το κλασικό θέμα των μαθητικών μας χρόνων: Φθείρουσι ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί.

    Σβόλια οι χωμάτινοι σβώλοι.
    «Πάρε ένα σβώλο Μήτρο / και διώξε εκείνα τα σκυλιά που μου χαλούν το φύτρο»
    από το γνωστό ποίημα του Βαλαωρίτη «Ο Φωτεινός».

    Ριζάρι
    «Σαν ριζάρι τριανταφυλλί θέλω-θέλω κάθε σου φιλί»
    έγραψε ο Κώστας Βίρβος και τραγούδησε ο Α.Κιτσάκης.
    Είναι από τα σχετικώς λίγα αξιοπρεπή δημοτικοφανή που κυκλοφορούν.

  22. Παναγιώτης Κ. said

    Γάνα και… η σχετική παροιμία «Δεν έχει ανάγκη η γύφτισσα από γάνες» ή σε ερωτηματική μορφή, «έχει ανάγκη η γύφτισσα από γάνες;»

    Το λέμε στην περίπτωση που κάποιος-κάποια δεν ντρέπεται για πράγματα που θεωρούνται της ντροπής και τα έχει κάνει κατ΄εξακολούθηση.

  23. spiridione said

    Το κλίφι είναι τούρκικο
    https://en.wiktionary.org/wiki/k%C4%B1l%C4%B1f

  24. loukretia50 said

    σαρής ¨= κιτρινιάρης : συνηθέστατο επώνυμο , πιθανόν από παρατσούκλι. Η ελονοσία θέριζε.
    κογιονάρω = κοροϊδεύω
    Οπως κι αν το λένε…

    τα απολεγούδια : το έχω ακουσει με την έννοια :ξεδιαλεγμένα, παραπεταμένα
    (όποιος αργει πολύ, παίρνει τα απολεγούδια

    αγκούσα ( angossa /angoisse) ?

    ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ
    Ασφάλαχτέ μου(?), τι κεντάς; βάτε μου, τι αγκυλώνεις;
    εκεί που δε σε θέλουνε τι πας και ξεφυτρώνεις;
    ………………………………………………………………………….
    έχασα τοις ελπίδες μου σαν του δεντρού τα φύλλα,
    οπού τα παίρνει ο άνεμος και μένουνε τα ξύλα.
    …………………………………………………………………………..
    Όλα τα δέντρα την αυγή δροσιά είναι γιομισμένα,
    και μένα τα ματάκια μου με δάκρυα βουρκωμένα.
    ………………………………………………………………………..
    Αλίμονος τα πράγματα ‘ς τον κόσμο πως περνούνε,
    άλλοι μερώνουν τα πουλιά κι’ άλλοι τα κυνηγούνε.
    …………………………………………………………………………….
    Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο να πολεμούν τα μάτια,
    χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γένουνται κομμάτια;

    Η ζωή σου φωνάζει … » – 4o Δ Σ Τυρνάβου

    γαλίκα = κάνιστρο / παρ΄ημίν η κανίστρα

  25. spiridione said

    Πρέπει να υπάρχουν δύο ξεχωριστές λέξεις ‘ανάκαρα’. Η σημ. του κουράγιου μάλλον προέρχεται από το ανακαρώνω (αρχ. καρώ, απ’ όπου και το κακαρώνω)

  26. sarant said

    23-25 Σε αρκετές λέξεις του καταλόγου χρειάζονται ετυμολογικές διευκρινίσεις-διορθώσεις αλλά δεν προλάβαινα να το κάνω.

  27. Πολλές λέξεις κοινές με την παρ’ ημίν ομιλουμένην Μακεδονικήν γλώσσαν, ήτοι:
    αγκίδα, άκλουθο, γάνα (και γάνιασα, γάνιασες), διάδιαρος, ζάρη (παρ’ ημίν ο ζιαρός και τα ζιαριά), ίγγλα, κενώνω, κλάδος, κοπάνα (κουπάνα), μπαΐρι (με την έννοια ότι ένα χωράφι γέμισε από άγρια βλάστηση, όπως το μπαϊρι=βουνό), μπάμπαλα, μπάρα, νταγιαντώ(=σταματώ), νταϊρές(=ντέφι. Υπάρχει και επωνυμο Δαϊρετζής και δη Δήμαρχος!), νταμουζλούκι (…και για τα θηλυκά ζώα), σαρής, σβόλια (και σβώλος), σταβάρι, τριότα, τρουβάς, τσαΐρι (τσιαϊρι), τσάμπουρο, φουκαλίζω και φουκαλνάω,

  28. Andreas said

    Να που έμαθα τί είναι η περίφημη ίγκλα! Κι ας χρησιμοποιώ χρόνια την εξαιρετικά παραστατική λέξη «ξεΐγκλωτος» με την σωστή σημασία (νομίζω).

  29. Πάνος με πεζά said

    Ανάκαρα;

  30. Γς said

    Μόλις μπήκα. Από το Νοσοκομείο.
    Αλλαγή ρουτίνας σ εκείνη την πληγή στο πόδι που με τυραννάει 2 χρόνια.
    Μια κλείνει μια ξανανοίγει.

    Σήμερα όμως οι ακτινογραφίες έδειξαν άλλα πράγματα

    -Amputation

    -Τι λέτε ρε παιδιά;

    -Μερική

    -Τι μερική; Τα ξέρω αυτά. Μερτκή μερική και στο τέλος ολική. Δεν σηκώνει τίποτα άλλο;

    -Είναι αργά!

    Τελικά τη Δευτέρα το πρωί θα κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια αλλά…

    -Δεν θα βοηθήσει

    [που να φάτε τη γλώσσα σας]

    Κανονικά έπρεπε να πω εκείνο το:

    Και τι έγινε; Και πάλι μάγκες!

    Αυτή τη φορτά όμως δεν μου βγαίνει γμτ.

  31. Πάνος με πεζά said

    Τι λες τώρα ρε φίλε !

  32. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δε έχω ακόμη προλάβει να διαβάσω,νήμα και σχόλια.
    Λοξά είδα το ανε(α)καρώνω,όπως το λέμε εμείς αν και δε λέμε την ανάκαρα.
    Το μαραμένο φυτό (και η καρδιά) ανεκαρώνει με λίγο δροσερό νερό.

  33. Αὐγουστῖνος said

    Γς, ἐλπίζω νὰ ἀστειεύεσαι, ἂν καὶ φοβᾶμαι πὼς ὄχι. Κουράγιο, φίλτατε!

  34. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    -ξεμισκέλι,
    ξεμασκαλίζω αποσπώ/σπω από την αμασκάλη/μασχάλη,για κλαδιά λουλουδιών/δέντρων
    -μούσγκα, η: η βαριά υγρασία.
    Μούσγα όνομα σε δυο πηγές(μεγάλη και μικρή μούσγα) στην Αρκαδία
    -πηγούλα, η: το μέρος πάνω στο κεφαλάκι του μωρού που είναι μα­λακό γιατί ακόμα δεν έχουν κλείσει τα οστά του κρανίου.
    τ΄απαλό (ουσιαστικό) σ΄εμάς

  35. Πολύ ενδιαφέρον ειδικά για μένα το γλωσσάρι όπου βρήκα κάποιες λέξεις κοινές με του χωριού μου.
    αγκίδα, η: τη λέμε και στη Χίο με την ίδια ακριβώς σημασία. Χωρίς όμως δ. αγκία. Τα τ δ θ ανάμεσα σε φωνήεντα δεν προφέρονται σπι, φι κλπ. Το αγκάθι το λέμε αγκύλι.
    αλετρόπιασμα, το: Στο χωριό την λέμε έ(γ)χερη. Ο Αλ. Πασπάτης στο «Χιακόν γλωσσάριον» παραπέμπει στον Ησύχιο ο οποίος αναφέρει: «Εγχειρίδια, σκεύη και όργανα σκευών, ήγουν δόρα-τα και τα εν χειρί». Από το «εν χειρί» αυτό πρέπει με αλλαγή του γένους, να προέρχεται η έ(γ)χερη. Ίσως αρχικά να σήμαινε κάθε τι το οποίο μπορούσε να το χρησιμοποιήσει εύκολα, με το που απλώς το κρατούσε στο ένα του χέρι ο κάτοχός του
    κούδα, η: από εκεί βγαίνουν λοιπόν τα κουδαρίτικα ι. η ιδιωματική γλώσσα των μαστόρων.
    κουλουκιά, η: ο πάππους μου όταν είμαστε μικρά και δε φορούσαμε ρούχα μας έλεγε κουλούκα-ρους.
    μόρα, η: το λέμε και στη Χίο. Όταν είμαστε μικροί για να μην κλαίμε να μας πάρουνε στη Χώρα, μας λέγανε ότι εκεί ήτανε η Μόρα μια γριά και όσα παιδιά πηγαίνανε για πρώτη φορά τα υποχρέωνε να της φιλούνε τον κώλο κα τους έδινε σιμίτι.
    νεραγώι, το: το λέμε και στο Χωριό, νεραγώγι όμως με γ.
    νταϊρές, ο: υπάρχει και τραγούδι: βάρα νταγερέ.
    ριζάρι, το: στη Χίο υπάρχει περιοχή Ριζάρι. Κάπου κοντά στον Ξεροσφύρη. Δεν ξέρω τι σχέση έχουνε το ένα νε το άλλο.
    σαρή, η: Τούρκικο και σημαίνει το ξανθό. (την ξανθή εδώ. Υπάρχει η φυλή Σάρι Ουϊγούροι. Το επώνυμο Σαρόγλου θα το μεταφράζαμε σε Ξανθόπουλος
    φουκαλίζω και φουκαλνάω: Στη Χίο έχουμε τη φροκαλιά. ΤΟ σκουπίζω το λέμε φροκαλώ. Τα φρόκαλα ‘είναι τα σκουπίδια, που μαζεύει η φροκαλιά.

  36. sarant said

    30: Κουράγιο ρε συ!

  37. cronopiusa said

    Κουράγιο, Γς!

  38. Λευκιππος said

    Άλλη μαγεία πάντως τα νησιά κι άλλη εικόνα ο Τύρναβος.

  39. Πέπε said

    @25: > > Πρέπει να υπάρχουν δύο ξεχωριστές λέξεις ‘ανάκαρα’. Η σημ. του κουράγιου μάλλον προέρχεται από το ανακαρώνω (αρχ. καρώ, απ’ όπου και το κακαρώνω)

    Α, όπως «αποκαρωμένος»;
    Ναι, λογικό.
    Κρίμα όμως. Μου καταρρίπτεις έναν προσφιλή μύθο…

  40. loukretia50 said

    Γουσου,
    μην ανησυχείς, η θέση θυροφύλακα δεν απαιτεί τρέξιμο, μόνο σιωπή. Θάχεις αφιερώσεις επί πόνου.

    Μην απογοητεύεσαι από τώρα, οι πιθανότητες πάντα παίζουν.

    Κι αν έχει ωραίες νοσοκομες, θα ξυπνήσει ο Μπένυ Χιλ μέσα σου και θα φύγεις τρέχοντας.

  41. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Ντοπιολαλιὰ πάλι. Ἀπὸ τ᾿ ἀγαπημένα μου θέματα.
    Θὰ σχολιάσω ἀργότερα.

    Πρῶτα θὰ εὐχηθῶ στὸν Γς.

    Γιάννη καλὴ δύναμη. Εἶμαι σίγουρος πὼς θὰ τὸ ξεπεράσεις. Μὲ τὸ ἠθικὸ ψηλὰ· ξέρεις ἐσύ.

  42. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    αλετρόπιασμα, το: η χειρολαβή του αρότρου, το αλετρόχερο.
    Ἕχερη στὰ Θερμιά.
    Ὅσο πατεῖς τὴν ἔχερη, τ᾿ ἀλέτρι χαμηλώνει
    κι ὅσο φιλεῖς τὴν κοπελιά, τόσο κοντὰ ζυγώνει.

    ανάκαρα, το: κουράγιο
    Τὸ ἴδιο στὰ Θερμιά. Τὸ ρῆμα ἀνακαρώνω καὶ ανεκαρώνω: δυναμώνω, ζωντανεύω.
    Χαρακτηριστικὴ ἡ ἔκφραση ἄναψε κι ἀνεκάρωσε γιὰ κάποιον ποὺ θύμωσε ὑπερβολικά.

    γομάρι, το: το φορτίο (αλλά κατ’ επέκταση και το ζώο που κουβα- νεί το φορτίο, το γαϊδούρι).

    Τὸ ἴδιο καὶ στὰ Θερμιά.

  43. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @24. loukretia50 said:

    Ασφάλαχτέ μου(?), τι κεντάς; βάτε μου, τι αγκυλώνεις;

    Μᾶλλον ἀναφέρεται στὸν ἀσπάλαθο.

  44. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @42. Ἐτυμολογία: γομάρι < μεσαιωνική ελληνική γομάρι(ο)ν < υποκοριστικό του αρχαίου ελληνικού γόμος (=φόρτωμα) <γέμω

  45. Αιμ.Παν. said

    @ 30 Ευχές για την καλύτερη εξέλιξη της υγεία σας.

    @ 13 Το γάνωμα είναι απαραίτητη επικάλυψη του εσωτερικού των χάλκινων μαγειρικών σκευών, με κασσίτερο εν θερμώ, που επαναλαμβάνεται/επιδιορθώνεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα (από τους γανωματήδες, κάποτε περιφερόμενους, συχνά «γύφτους» ). Η προετοιμασία τροφών, ειδικά όξινων (τομάτες, λεμόνια, ξύδι κλπ), διαλύει την επιφάνεια του χαλκού και προκαλεί δηλητηρίαση.
    Ισως κάποιοι να μην το γνωριζουν… (μάλλον απίθανο σ’ αυτό το ιστοχώρο…)

    «χέρι της Παναγιάς: μινιατούρα χεριού από ασήμι ή τσίγκο που χρησιμοποιούσαν για αποτρεπτικό του κακού. Μ’ αυτό οι μα­μές ράντιζαν κατά τη διάρκεια δύσκολων τοκετών.»

    Το βρίσκουμε και στις άλλες θρησκείες της «γειτονιάς» μας

    https://en.wikipedia.org/wiki/Hamsa

    αλλά πρώτη φορά ακούω ότι χρησιμοποιήθηκε και στον ελλαδικό χώρο…

    Ευχαριστώ τον οικοδεσπότη μας και τους σχολιαστές για τις γνώσεις.

  46. sarant said

    42 Αυτή η έχερη να προέρχεται τάχα από κανένα έγχειρον;

  47. Triant said

    Γιάννη καλή τύχη. Η καλύτερη ευχή που έχω.

  48. dryhammer said

    Κατ’ αρχήν:

    30. Γουσού, αγάντα! Μή γουσουριάζεσαι! Ψηλά το ηθικό και ψηλότερα το ανήθικο! Don’t chew!

    Να συμπληρώσω στο 35 μερικά:

    Την αγκίδα που τη λέμε αγκύλι (το) κι αγκύλα (η). «Να ‘μουνα στη γης βελόνι που πατάς και σ’ αγκυλώνει». Θυμάμαι, ως τώρα να ’τανε, το γέρο αχινοπώλη, οπού ‘μοιαζε με μια παλιά φιγούρα του Σπαθάρη, ορθόν πλάι σ΄ ένα τρίκυκλο γεμάτο ως τα μπούνια, να διαλαλεί γκαρίζοντας το εμπόρευμα με χάρη: «100 φράγκα οι αχινιοί! Χαρτιά δίνετε, αγκύλια παίρνετε».

    Αγκούσα, μόρα, νταγιαντώ, ντάμι, ντελβές, τρουβάς, με την ίδια σημασία.

    Το άκλουθο, αν βγαίνει από το ακόλουθο, είναι μετάφραση στα νεώτερα του ύστερου.

    Ανεμίδα, η. Το λίχνισμα το λέμε (Χιαστί) ξανέμισμα.

    Τη γάνα τη λέμε γανάδα.

    Κουλούκι και κουλουκάκι το κουτάβι.

    Τη λότζια τη λέμε λότζα.

    Για τους πελεκάνους να σημειώσω πως δούλευαν πολύ το ξεροσφύρι στη Χίο. Οι πέτρες της τοιχοποιίας ήταν διάφορων σχημάτων (μη τετραγωνισμένες) και προέκυπταν χτυπώντας τεχνηέντως τη μεγαλύτερη για «να σπάσει στα νερά της».

    Το ριζάρι είναι περιοχή του κέντρου της πόλης της Χίου, όπου σύμφωνα με τη μάνα μου μιλιούνταν τα «Καταχιώτικα» αλλά σχέση με το φυτό ούτε εγώ βρήκα.

    Τσάγαλο λέμε ιδιαίτερα το άγουρο αμύγδαλο

    Χόχλος έχω ακούσει να λέγεται ο θόρυβος του κοχλασμού. Το ρήμα χοχλακώ.

    45. Στη Χίο ερχόταν γανωματάδες από την Ήπειρο. Γι αυτό και τα μακρόσυρτα τραγούδια τα λέγαν περιφρονητικά «γανωματάδικα»

  49. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @46. Τὸenacademic δίνει :
    «έχερη
    και όχερη, η
    το μέρος τού αρότρου που κρατά ο γεωργός για να κατευθύνει το ζευγάρι, η εχέτλη*.
    [ΕΤΥΜΟΛ. < εν + χέρι (< χέρι-ον, υποκορ. τού αρχ. χειρ, χειρός)].

    ἐχέτλη=(ekhétlē) f (genitive ἐχέτλης); first declension

    a plough-handle

  50. loukretia50 said

    Ευχαριστώ πολύ!
    Eίναι το πιο πιθανό. Και με την ευκαιρία έμαθα κάτι που βρήκα ενδιαφέρον. Το μοιράζομαι :

    Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με τους ασπαλάθους χτυπούσαν και τιμωρούσαν του τυράννους στον Άδη. Σε αυτήν την ιστορική αναφορά βασίζεται το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης , το οποίο ονομάζεται «Επί Ασπαλάθων».

    Γαλήνη
    -Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
    Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
    τ’αυλάκια.
    τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
    δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
    Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
    «τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
    «τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
    τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
    απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
    και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι».
    Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
    Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

  51. spiridione said

    Geomancy, from Ancient Greek geōmanteía translates literally to «foresight by earth»; it is a translation of the Arabic term ‛ilm al-raml, or the «science of the sand». Earlier Greek renditions of this word borrowed the word raml («sand») directly, rendering it as rhamplion or rabolion. Other Arabic names for geomancy include khatt al-raml and darb al-raml
    https://en.wikipedia.org/wiki/Geomancy

  52. 51 Για το ράμπλι είναι αυτό, ε; Δεν είχα προσέξει τη λέξη (να πω την αλήθεια δεν είχα διαβάσει το γλωσσάρι…) και είναι ενδιαφέρον ότι χρησιμοποιούν τη λέξη της γεωμαντείας για τον αστρολογικό πίνακα. Από το ραμλ βγαίνει και το ελληνικό ρεμάλι (ραμμάλ ο γεωμάντης), παρεμπιπτόντως.

  53. spiridione said

    52. Και το ρεμάλι ε; κοίτα να δεις!

  54. Παναγιώτης Κ. said

    Γς σε θεωρώ καλό σκαρί οπότε όλα θα πάνε καλά!

  55. Γιάννης Ιατρού said

    Γς, μας έκανες την καρδιά περιβόλι!
    Εύχομαι να σου πάνε καλά τα πράγματα !

  56. Theo said

    Καλή δύναμη, Γς!

  57. Παναγιώτης Κ. said

    Είναι γνωστό πως όταν θέλουμε να αποδοκιμάσουμε λέμε: Ντροπή!
    Αν όμως θέλουμε να επιτείνουμε την αποδοκιμασία τότε λέμε:
    «Ντροπηηή! Ντροπή και γάνα! 🙂

  58. Κύριε ελέησον, Γς! Δεν ήξερα ότι γίνονται και σήμερα τέτοια πράματα, εκτός σε περιπτώσεις σοβαρού τραυματικού στραπάτσου. Από ζάχαρο είναι ο δικός σου μπελάς ή από άλλα κυκλοφοριακά προβλήματα; Και τι εγγυάται ότι άμα κόψουν ό,τι κόψουν, η νέα πληγή θα κλείσει; Κουράγιο και καλή τύχη!

  59. Γς, καλή δύναμη μωρέ!

  60. sarant said

    52 Είναι κάτι ρεμάλια αυτοί οι αστρολόγοι….

  61. ΓΤ said

    @30> Κουράγιο!

  62. Πολλές από τις λέξεις (αγκούσα, γάνα, γουστέρα…) μου φαίνονται κι εμένα της κοινής νεοελληνικής, αλλά συχνά απλώς απαρχαιωμένες (η ‘δρακούλα’ π.χ., που εγώ τουλάχιστον από τον Νικοκύρη την έμαθα), ενώ άλλες αναφέρονται εδώ με μια συγκεκριμένη σημασία, ασυνήθιστη στην ΚΝΕ (η ‘αγκίδα’ π.χ. με τη σημασία της μικρής ποσότητας).

  63. ΣΠ said

    Ωχ, Γς! Τι ήταν αυτό που διάβασα; Σου εύχομαι το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σ’ αυτή την περιπέτειά σου.

  64. Jane said

    Βρήκα κάποιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι γονείς και οι παππούδες μου.

    Οι γαλίκες ονομάζονταν και γαλίκια. Τα γαλίκια που θυμάμαι εγώ, δεν ήταν αβαθή , είχαν ύψος περίπου 50-60 εκ. και χρησιμοποιούνταν για τον τρύγο.
    Τα αβαθή καλάθια με μεγάλη διάμετρο τα ονόμαζαν «κανίστρες» και τα έβαζαν κάτω από τα ντιβάνια, όπου αποθήκευαν κυρίως εσώρουχα και κάλτσες.

    Γκουστέρα ή γουστέρα ή γουστερίτσα, η μικρή πράσινη σαύρα που βλέπουμε στους λαχανόκηπους.

    Ντάμι έλεγαν και τον στάβλο, που ήταν συνήθως κολλητά στο υπόλοιπο σπίτι ή στο ισόγειο.

    Σχετικά με τα μπάμπαλα, θυμάμαι μια ιστορία.
    Ήταν ένας δάσκαλος που χρησιμοποιούσε όλο καθαρεύουσα . Πήγε λοιπόν μια μέρα εκδρομή το σχολείο και φυσούσε πολύ. Και λέει ο δάσκαλος στα παιδιά:
    «Ω, τι σφοδρός αήρ! Εγέμισαν οι οφθαλμοί μου μπάμπαλα!» Μας την έλεγε ένας καθηγητής για να σατιρίσει τους αρχαιόπληκτους.

    Τριότα τη λένε και τώρα στα χωριά της Θεσσαλίας αλλά δεν είναι η γνωστή τρίλιζα με τις γραμμές που τέμνονται κάθετα. Είναι ένα τετράγωνο με διαγώνιες.
    Είχα αρπάξει κάτι ψιλές από τη μάνα μου , γιατί σχεδίασα τριότα με σπασμένο κεραμίδι στο φρεσκοασβεστωμένο κατώφλι. 🙂

  65. ΣΠ said

    Το μαγνήτη; Ουδέτερο με κατάληξη -η; Δεν θα έπρεπε να είναι το μαγνήτι;

  66. sarant said

    65 Θα έπρεπε πράγματι

  67. Γιάννης Ιατρού said

    κι τι α κανς; α κατσ α μαλώις;

  68. gpoint said

    Αν έχουμε κανένα του δικαστικού μάλλον θα τον είχε ακουστά…

    Σήμερα εορτάζει ο άγιος Σώζων…

    Είχα ένα φίλο με το όνομα Σώζων. Το παιδί που αντί πορτοκαλάδα και παγωτό το κερνάγαμε ένα αβγό να φάει. Το παιδί που τελείωσε Ναυτικό Λύκειο κι έδωσε εξετάσεις στη Νομική διαβάζοντας μόνος του λατινικά (ο μαθηματικός τον είχε απαλλάξει από το δικό του μάθημα για συμπαράσταση κι αισθανότανε ένα κενό στη μόρφωσή του όπως μούλεγε στις βόλτες μας).
    Πάντα πρώτος στις προαγωγές στο δικαστικό σώμα, εφαρμόζω τον νόμο, ο θεός αποδίδει δικαιοσύνη έλεγε.. Ο κοινός μας φίλος, ο ιατροδικαστής, είπε πως το έμφραγμα ήταν δυο εκατοστά από την καρδιά, δεν τον προλάβανε και δεν πρόλαβε να πενηνταρίσει.
    » Γίνεται ρε πόλεμος εν καιρώ ειρήνης», η περιβόητη φράση του, όλη η απελπισία για όσα γίνανε το καλοκαίρι του 74

    Φανατικός παναθηναϊκός είχε αρνηθεί την θέση του αθλητικού δικαστή όταν τον πρότεινε ο «καπετάνιος»…Μετά θα μου ζητάς να μεροληπτήσω του είπε, Είχα χαρεί που είχαμε την ίδια άποψη για τον Ακη Πάνου, ήταν και στην Θράκη το επίμαχο διάστημα : ¨Καλά έκανε.Τελική λύση για το παιδί του, ο ίδιος δεν είχε ζωή»

    Συγγνώμη, μου βγήκε

  69. ΣΠ said

    Ίσως είμαι σχολαστικός αλλά σκάλωσα σε εκείνο το «ορθογώνιο τετράγωνο» στον ορισμό της τριότας.

  70. cronopiusa said

  71. gpoint said

    # 30

    Γιάννη τώρα το είδα κουράγιο και περίμενε την Δευτέρα

  72. cronopiusa said

  73. gpoint said

    Εγραφε ο Λάμπρος πως δεν μας μάθανε να γίνουμε εκατομμυριούχοι, μας διαβάζουν στο Αμέρικα κι έσπευσαν να συμπληρώσουν το κενό,,,

    https://money-web.eu/30/no-tnhxbv1/

  74. sarant said

    67 🙂

    68 Έχει και πανηγύρι εδώ, στην Πέρδικα.

    72 Έτσι…

  75. Γιάννης Ιατρού said

    73: Ρε Γιώργο, δεν υποψιάστηκες που είναι ο καθηγ. Lamb Ros αυτές τις μέρες (που δεν έχει φανεί απ΄εδώ);;; 🙂

  76. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    74 >>68 Έχει και πανηγύρι εδώ, στην Πέρδικα.
    Τ΄ακούσαμε! 🙂

  77. Αγάπη said

    Ναι, ξαναβάλατε τραγούδι με το ίδιο συγκρότημα αλλά αυτό είναι πολύ αγαπημένο 🙂

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Βασική παράλειψη, ξερο(σφύρι) το λεξιλόγιο του Τυρνάβου; περί του ούζου του δεν αναμνηστήκαμε κι ούτε για το Μπουρανί του είπαμε. Τύρναβος το Γαλατικό της Θεσσαλίας 🙂

    Η φράση «Μαράν Αθά» προέρχεται από την πρώτη επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους, κεφάλαιο 16, παράγραφος 22.
    Εδώ μια δαγκωμουσιά απ΄το βιβλίο για όσους δεν το ΄χουμε διαβάσει 🙂
    https://annabooklover.com/2009/01/02/maranatha/

    >>γκιόλια, τα: τα στριφογυριστά ρυάκια που κυλούν μέσα από τα βράχια…κλπ
    Γκιόλι έκαμα τσι λεμονιές (τις καλοπότισα) λέμε κάτω και ο Δύτης μου έμαθε πως απ το γκιόλ, λίμνη στα τούρκικα.

  79. Αγάπη said

    Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρα­τούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνει, ανάκαρα δεν έχει να κινηθεί. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Σμυρνιά)
    Θα το ξέχναγα εντελώς αν δέν το εύρισκα εδώ https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1

    Και εδώ ανάκαρα σε απροσδόκητη (;) μορφή στη γκιόστρα τού Ερωτόκριτου, όπου περιγράφεται ο «αφέντης τής Κορώνης» Ακούστηκαν, λέει, σάλπιγγες με τις νιάκαρες, βούκινα και κτυπούσι

    Και από τον Καπιτάνιο τού Μυριβήλη:

    Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    52 Από το ραμλ βγαίνει και το ελληνικό ρεμάλι
    αλλά όχι το ραμολί ε;

    Λότζια Ηρακλείου*το σημερινό Δημαρχείο
    τον καιρό της ενετοκρατίας ήταν χώρος συγκέντρωσης ευγενών και αρχόντων που συζητούσαν για διάφορα θέματα οικονομικά, εμπορικά, πολιτικά που απασχολούσαν την πόλη.

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CF%8C%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1_(%CE%97%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF)

  81. ΓΤ said

    @78> Σκέψου δηλαδή τι αναθεματισμένο ίδρυμα είναι το Maranatha University (https://www.maranatha.edu/) 🙂

  82. Πέπε said

    @79:
    > > Και εδώ ανάκαρα σε απροσδόκητη (;) μορφή στη γκιόστρα τού Ερωτόκριτου, όπου περιγράφεται ο «αφέντης τής Κορώνης» Ακούστηκαν, λέει, σάλπιγγες με τις νιάκαρες, βούκινα και κτυπούσι

    Αυτές οι νιάκαρες είναι οι ανακαράδες του #14, τύμπανα. Βλ. και το εύστοχο #25.

  83. Χαρούλα said

    Γς πώς θέλω να σου στείλω νοσοκόμα απ’αυτές που σου αρέσουν, να σου φέρει τις ευχές!!! Μα ούτε φωτό δεν τολμώ να ανεβάσω… Μην με πιάσουν από …το ηθών!😂
    Όλα θα πάνε καλά! Θα δεις! Άλλωστε το σημαντικό είναι, Μυαλό μην μας αφαιρέσουν.

  84. Αγάπη said

    79 Ναι, απλώς βρήκα την αφορμή να βάλω τον στίχο 🙂

  85. ΚΩΣΤΑΣ said

    Γς, από καρδιάς, περαστικά και πάντα γερός και δυνατός.

    Αξιόλογη προσωπικότητα ο Θ. Ψύρρας, δεν έχω διαβάσει το προαναφερόμενο μυθιστόρημά του. Το γλωσσάρι του δεν με παραπέμπει αποκλειστικά στον Τύρναβο και κάποιες λέξεις τις βρίσκω εξεζητημένα επιλεγμένες, δεν είναι τόσο κοινές στην καθημερινότητα των Τυρναβιτών, έτσι νομίζω.

    Σαλαμπριάς, είναι το παλιό όνομα του Πηνειού και όχι τυρναβίτικος ή άλλος ιδιωματισμός.
    Γαλίκα ή γαλίκι: το βαθύ πανέρι, όπως λέει και η Jane στο 64.

  86. Χαρούλα said

    67
    κ. Ιατρού αυτά σκαρώνετε στα υπόγεια, αντί να ψάχνετε απαντήσεις;;;😹
    Υπέροχο!
    Ακόμη κ.Κουβάτσε; Ελάτε πιά; Κάποιος λείπει απο την παρέα….

  87. Χαρούλα said

    Τελικά οι λέξεις του Τυρνάβου μάλλον δεν είναι και τόσο αποκλειστικές! Και από τον Έβρο μήνυμα, πως χρησιμοποιούνται πολλές.
    Τελικά η ιδιαιτερότητα και η δυσκολία των θεσσαλικών, μάλλον είναι τα …εξαφανισμένα φωνήεντα! Αυτά τα «χαμένα» κάνουν την ντοπιολαλιά δυσνόητη!

  88. Πέπε said

    Μωρέ για κάτσε! Με βάζει σε σκέψεις το #85 του Κώστα.

    Λέει πουθενά ρητά ο ίδιος ο Ψύρρας ότι το γλωσσάρι του είναι τυρναβίτικο; Διότι το ιδίωμα του βιβλίου είναι σίγουρα «πολύ προσωπικό» – μάλιστα, αν θυμάμαι καλά, εναλλάσσονται δύο ιδιώματα, διακριτά και σχεδόν εξίσου ιδιαίτερα.

    > > Αξιόλογη προσωπικότητα ο Θ. Ψύρρας, δεν έχω διαβάσει το προαναφερόμενο μυθιστόρημά του.

    Δεν ξέρω να ‘χει γράψει άλλο. Από πού αλλού ξέρεις για την προσωπικότητά του Κώστα;

    _________

    Edit: Λάθος, έχει γράψει κάμποσα: http://www.biblionet.gr/author/27655/%CE%98%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%A8%CF%8D%CF%81%CF%81%CE%B1%CF%82 Αλλά σίγουρα το εν λόγω είναι το πιο γνωστό του. Και έναν (σχετικό βέβαια) πάταγο έκανε ως μυθιστόρημα, και παίχτηκε πολλές σεζόν στο θέατρο. Την παράσταση είχα σχολιάσει στην ανάρτηση εις μνήμην του Κηλαηδόνη.

  89. Γιάννης Ιατρού said

    86: Χαρούλα,
    Πάνω, στο Studio (δενδρόσπιτο 🙂 ), στο υπόγειο έχει βουρκόλακες

  90. ΚΩΣΤΑΣ said

    88 Πέπε, ο Θ.Ψ. έχει γράψει αρκετά βιβλία, είναι φιλόλογος, αρθρογραφεί στον λαρισαϊκό και θεσσαλικό τύπο, ασχολείται με τα κοινά, διετέλεσε βουλευτής της ΔΗΜΑΡ….

  91. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Ὑπάρχει καὶ ἐπώνυμο Μαραμαθάς· πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ «μαράν ἀθά».

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    σβόλια, τα: πληθ. του ο σβόλος: μικρή μάζα ξεραμένης λάσπης από χώμα
    Αντίστοιχοι οι βόλοι,χωμάτινες «μπάλες» αν λέμε για χωράφι,(γιατί και βόλοι/βολαράκια χλωρού τραχανά) με το πρώτο όργωμα που ακολουθεί το βολοκόπημα(σπάσιμο των βόλων,στρώσιμο του εδάφους) αν είναι για καλλιέργεια φυτών.
    Βολιάζει η κρέμα λέμε κάτω,όχι σβολιάζει.
    Σβολώνω όμως (συχνή/ζωντανή χρήση) είναι χτυπώ άσχημα ή και σκοτώνω,τον άλλον.
    Κάτσε καλά μη σε σβολώσω.Κάτσε καλά μη σβολωθείς.
    Εσβολώθηκα, χτύπησα άσκημα(έπεσα,έκοψα το χέρι μου κλπ.)
    Ήρθε σβολωμένος, ήρθε κατασκοτωμένος/χτυπημένος/τραυματισμένος (είτε από πέσιμο είτε τον έδειραν είτε τραυματίστηκε από κάτι.)

  93. sarant said

    85-88-90 Το γλωσσάρι έχει λέξεις που χρησιμοποιούνται στο μυθιστόρημα. Δεν είναι γλωσσάρι της τουρναβίτικης διαλέκτου.

  94. ΚΩΣΤΑΣ said

    93 Ναι, τώρα συμφωνώ. Έκανα μια αναζήτηση για το μυθιστόρημα αυτό και είδα ότι η κύρια δράση του ξετυλίγεται στον Κίσαβο και στην περιοχή Αγιάς, οπότε δεν είναι αποκλειστικά γλωσσάρι του Τυρνάβου. Ο τίτλος του άρθρου μου φαίνεται κάπως παραπλανητικός.

    Το βιβλίο αυτό, πλέον, μπήκε στη λίστα των προς ανάγνωση προσεχώς.

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ριζάρι/ ερυθρόδανο το βαφικό
    Στη μνήμη της Πολίτισσας φίλης μου που μου το έμαθε (έφτιαχνε φυτικές βαφές) και την κηδεύουμε αύριο, μετά από άσχημο οικιακό ατύχημα (πέσιμο από σκάλα).
    http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/99-15.pdf

  96. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Όσοι ζωγραφίζετε, το κόκκινο αλιζαρίν, είναι το χρώμα του ριζαριού.

  97. Alexis said

    Να ευχηθώ κι εγώ καλή έκβαση στην περιπέτεια της υγείας του Γς.

  98. dryhammer said

    92. > βολοκόπημα(σπάσιμο των βόλων,στρώσιμο του εδάφους)

    Όταν (παραδοσιακά) γίνεται με το χέρι (χωρίς μηχάνημα δηλαδή) είναι από τις επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες και μοιάζει ατελείωτο. Έτσι στη Χίο έχουμε το ρήμα βολοδέρνω για την εμπλοκή σε εργασία ή διαδικασία που απαιτεί χρόνο και κόπο με όχι σίγουρη τη θετική έκβαση.
    πχ «Δυό χρόνια βολοδέρνω με τη σύνταξη κι όλο στο περίμενε και στο ξαναπέρνα»
    ή
    «Άδεια ώρα με το μηχανάκι βολοδέρνει. Θέλει λέει να του κάνει αναπαλαίωση μόνος του.»

  99. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    98 ναι,βολοδέρνει, νομίζω πανελλαδικό (;) ,ταλαιπωρείται πηγαίνοντας εδώ κι εκεί ενώ
    «καμπογυρίζει» αντίθετο του ,πλανάται αμέριμνος.

    ανεμίδα, η: τα περιβλήματα δημητριακών που απομένουν ανακατω­μένα με το φτενό άχερο ή τους σπασμένους σπόρους (τα σκύ­βαλα) και τα παίρνει ο αέρας όταν λιχνίζουμε.
    Μαζί και τα άγανα,μουστάκια του σταριού,κριθαριού,βρώμης κλπ
    (άλλο γάνα άλλο άγανα 🙂 )
    Τα λεπτά υπολείματα.τρίμματα χόρτων φύλλων κλπ, όπως η ανεμίδα,
    φρύσαλα σ΄εμας.
    φινόκαλα τα σκουπίδια και φινοκαλίδα η σκούπα

    Καλημέρα!

    Α, ο Τύρναβος/Τούρναβος/Τίρναβος έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία
    Ονομασία της πόλης

  100. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    99 *περιπλανιέται αμέριμνος

  101. Alexis said

    #98-99: Α, ώστε από κει βγαίνει το «βολοδέρνω»;
    Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ!

    Να πω κάτι εδώ και για το ρήμα «πετσώνω» που αναφέρεται στο άρθρο.
    Το έχω ακούσει με 3 διαφορετικές σημασίες:

    1) «Τον πέτσωσε στο ξύλο» συνήθιζε να λέει ο πατέρας μου ή απλά «τον πέτσωσε», εννοώντας τον έκανε μαύρο στο στο ξύλο, τον έδειρε αγρίως. Νομίζω ότι είναι τοπική σημασία της ιδιαίτερης πατρίδας του (Ηλεία).
    2) Στην Ήπειρο το έχω ακούσει ως συνώνυμο του γνωστού ρήματος από «γ»
    «Την πέτσωσε» σημαίνει «την πήδηξε», «της έκανε τη δουλειά» τέλος πάντων…
    3) Στην οικοδομική, με μάλλον πανελλήνια σημασία, αυτό που λέει το άρθρο, δηλαδή το γεφύρωμα των δοκαριών της στέγης με σανίδια.

    Αν προσθέσουμε και το «πετσώνω μια ιστορία»=»ταιριάζω μια ιστορία» που λέει το γλωσσάρι, τότε έχουμε και 4η διαφορετική σημασία για την ίδια λέξη.

  102. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

  103. dryhammer said

    101. Και στη καραβο-ναυπηγική το πετσώνω σημαίνει γεφυρώνω – γεμίζω το κενό μεταξύ των νομέων με ξύλα σχηματίζοντας το εξωτερικό περίβλημα του σκάφους.

  104. Αιμ said

    101. «Την πετσώσαμε», σακάτω, σημαίνει φάγαμε καλά. Συνώνυμο του την τηλώσαμε.

  105. νεσσίμ said

    30. αγαπητέ Γς, εύχές για την καλυτερη εξέλιξη

  106. Γιάννης Ιατρού said

    Δεν είδα να τό ΄χει βάλει κανείς, μόνο η Έφη στο #78 αναφέρει το ούζο.
    Λοιπόν, «…φέρτε ούζο του Τυρνάβου …» 🙂

  107. ΓΤ said

    @104> αφού η κοιλιά γίνεται νταούλι, τούμπανο, και προεξέχει, αισθάνομαι πως είναι «την τΥλώσαμε» 🙂

  108. Αιμ said

    107. Μάλλον δίκιο έχεις αν και είναι ωραία η … Τήλος 🙂

  109. Γς said

    Ευχαριστώ για τις ευχές τους όλους τους φίλους.
    Να είστε καλά
    Και να προσέχετε γμτ

  110. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    106. Τουρναβίτης και ο αγαπημένος τραγουδοποιός Θανάσης Παπακωσταντίνου-νόμιζα από Ελασσόνα και «μου την είπε» μεταφυσικά το …νόμισμά μου με το να πέσω πάνω σε κουιζάκι για τις λέξεις στα τραγούδια του. Βέβαια οι Σαραντακιστές δε …μασάμε. Μια δυο ίσως χάσει κανείς αν τις διαβάσει χωρίς το «περιβάλλον» του συγκεκριμένου τραγουδιού.
    Οι δώδεκα λέξεις από τα τραγούδια που βάνει το τεστάκι(ήδη viral λέει) είναι
    Ερυθρελάτης,Θρακιάδες, Κιούγκια, Μαργώνω,Μαρμαρυγές, Λειχήνες, Ρέλια, Γκιόσα. Ροχούδι, Σιμούν, Τσιουγκάρι, Πεχλιβάνης
    http://provocateur.gr/out-about/16457/poso-kala-gnwrizeis-tis-shmainoyn-oi-lekseis-sta-tragoydia-toy-thanash-papakwnstantinoy

  111. Γιώργος Δημητρακόπουλος said

    Νικοκύρη, έχεις στα χέρια σου ένα βιβλίο με 1001 λέξεις για την Κρανιώτικη (Κρανιά Ελασσόνας) ντοπιολαλιά που σου είχα στείλει πέρσι το καλοκαίρι. Ειδικός δεν είμαι, ούτε Θεσσαλός. Νομίζω ότι έχει να κάνει με τη Θεσσαλική ντοπιολαλιά. Εκεί μέσα έχει κι ένα αφιέρωμα για τα Κουδαρίτικα, τη γλώσσα των μαστόρων. Μάλιστα ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έχει γράψει στίχους στα Κουδαρίτικα και τη μουσική στο όχι και τόσο γνωστό τραγούδι με τίτλο: Το ματσιφτάρι. Στο γιουτιουμπάκι που ακολουθεί υπάρχουν οι στίχοι και στα σχόλια μια έμμετρη μετάφραση που ζήτησα από τον φίλο που έχει γράψει για την Κρανιώτικη ντοπιολαλιά. https://www.youtube.com/watch?v=gnt8wJe9YrM
    Στις συναυλίες δε, το λέει στα Κουδαρίτικα και κάποιος από την ομάδα, μεταφράζει.

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    111 Να πούμε και για τα Κρανιώτικα,ψηφίζω! 🙂
    Για το τραγούδι του Θ.Π και τα κουδαρίτικα άλλων περιοχών έδώ,σχ.49 κ.ε
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/10/19/syntexnies/#comment-85634

  113. Πέπε said

    @104, 107, 108:

    τυλώνω [tilóno] Ρ1α μππ. τυλωμένος : (λαϊκ.) παραφουσκώνω την κοιλιά μου με φαγητό, συνήθ. στην έκφραση την τύλωσα (καλά / γερά), έφαγα υπερβολικά.
    [αρχ. τυλ(ῶ) `κάνω κτ. σκληρό σαν κάλο΄ -ώνω]
    ΛΚΝ

    Κατά σύμπτωση, την ίδια μέρα που ανταλλάσσατε τα παραπάνω σχόλια μου ‘ρθε στο μυαλό αυτή η λέξη και αναρωτιόμουν αν έχουμε κάποιο βάσιμο λόγο που τη γράφουμε με -υ- ή απλώς παρασυρόμαστε, παρετυμολογικά φυσικά, από το στυλώνω, το οποίο όμως εμπλέκεται σε όλη τη γνωστή παρανόηση μεταξύ στύλου και στήλης.

    Τελικά ναι, γράφεται με -υ- για ανεξάρτητους, δικούς του λόγους.

  114. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    113 τύλωσα , την έκανα ταράτσα. Πατίκωσα πολύ φαϊ μέσα της. 🙂

  115. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    (ξέχασα πριν)
    104 την πετσώσαμε ,τσίτωσε το δέρμα της κοιλιάς απο το φαϊ-φαντάζομαι 🙂

    Καλημέρα καλημέρα.Τρέχουμε τώρα… 🙂

  116. Κιγκέρι said

    Η μάνα μου όταν τη ρώτησα τι διαφορά έχουν τα μπαΐρια απ´ τα τσαΐρια, μου είπε ότι είναι και τα δύο ακαλλιέργητες εκτάσεις όπου έχουν φυτρώσει αγριόχορτα, μόνο που τα μπαΐρια είναι σε ύψωμα ενώ τα τσαΐρια πεδινά.
    Ο πατέρας μου χρησιμοποιούσε τη λέξη μπαΐρι και για άξεστους, ακαλλιέργητους ανθρώπους «αυτός είναι ντιπ μπαΐρι».
    Η μάνα μου πάλι, όταν της γκρινιάζαμε πολύ, έλεγε «πάψε επιτέλους! Μου γάνωσες τ´αυτιά!»

  117. sarant said

    116 Σωστή η μητέρα σου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: