Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2018


Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Όταν περνούσε το κεφάλι το τυρί από τη σάλα για να το πάει στην κουζίνα η μυρωδιά του απλωνόταν σα δίχτυ πάνω απ τις τάβλες κι όλοι όσοι ήταν μέσα πιανόταν στα βρόχια του. Ο (Σωτη)Ράκι ο τσομπάνης έλεγε πως του θύμιζε την αγάπη του τη Μαϊλίντα στην πρώτη άνοιξη, πριν ακόμα πλυθεί για το Πάσχα.  Κι όταν το ‘φερνε ψημένο και το σερβίριζε, καινούργιο δίχτυ τους μάγκωνε, τα μάτια μισόκλειναν και τα σάλια τους τρέχαν αδιάντροπα. Ο μπεκρής καλόγερος ο Ιωασάφ, που του ζωγράφιζε έναν Αι Δημήτρη στο ενδιάμεσο του τρέμουλου της έλλειψης και του τρέμουλου του μεθυσιού, είπε μια φορά πως τούτος ο μεζές κρύβει την πονηριά του κάτω κόσμου έτσι μαυλιστικός που ήτανε.

Μα τώρα φτάνανε κακά χαμπέρια. Κάτι λέει Ιταλοί, μια φάμπρικα Adoro, έβγαλε λένε ένα τυρί που θα χτυπούσε την νοστιμιά του δικού του στο γανάκι. Πουλούσε πολύ, κι άκουγε καλά λόγια για τις ευκολίες του έμπορα. Παράγγειλε να του φέρουνε μισό κεφάλι, να δει κι ο ίδιος τι σόι πράμα είναι αυτό που θα τολμούσε να μετρηθεί με το δικό του το καμάρι.

Ήτανε πια η ώρα να ‘ρθουνε κι είχανε κιόλας αργήσει. Και δώστου πάνω κάτω ο Μήτρο(ς), και να μούτζες στη φωτιά και να κοιτάζει κάθε τόσο την πόρτα. Κάποτε άνοιξε και μπήκε ο άνθρωπός του μ΄ένα καλοτυλιγμένο πακέτο. Με φούρια του το άρπαξε απ’ τα χέρια κι έτρεξε στο κουζινάκι. Έδιωξε τον παραγιό κι άρχισε να κόβει, να δοκιμάζει, να τηγανίζει, να ψήνει, να βλαστημά και να παλεύει με τα τηγάνια και τα κουρκούτια. Κοντά μια ώρα μετά βγήκε μ’ ένα χαμόγελο ικανοποίησης κι ένα πιάτο με κομματάκια τυρί ψημένο σά γανάκι κι έπιασε να μοιράζει για δοκιμή στο προσωπικό και τους πελάτες. Κι όσο έβλεπε τα μούτρα τους να στραβώνουν, από τη μυρωδιά κιόλας, κι άκουγε τα «Όχι» και τα «Jo» τόσο πλάταινε το χαμόγελό του.

Η καρδιά του αναγάλλιασε. Είχανε δρόμο, πολύ δρόμο να κάνουνε μέχρι να τον πλησιάσουν. Γέμισε μια κανάτα κόκκινο Mavrud από την Οχρίδα, τράβηξε μια πολυθρόνα στο τζάκι κι ένα σκαμνί μπροστά της, απλώθηκε κι άρχισε να πίνει αργά μουτζώνοντας με χέρια και πόδια τη φωτιά στο ξόρκι του χουζουρέματος. Καθώς το κρασί κι η ευχαρίστηση τον χαλάρωναν, έκανε πως θα ξυστεί, για να χαδέψει άλλη μια φορά στα κρυφά τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι και θυμήθηκε το γιό του που μάθαινε – άκου να δεις – εγγλέζικα(!). «Fuck Adoro» μουρμούρισε και τότε ήτανε που πήρε την απόφαση: Θα τον έκανε χρυσοχόο.

 

Μπύρα! του Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος σημειώνει:

Τὸ μικρὸ αὐτὸ ἀφήγημα γράφτηκε τὸ βράδυ τῆς Τετάρτης, τρεῖς τοῦ Ὀκτώβρη τοῦ ᾿18, μὲ ἀφορμὴ τὸ ἄρθρο τοῦ Ν. Σαραντάκου «Μπίρα με φιστίκια ή το επίμονο ύψιλον».

Μπύρα!

Ὁ Νικολὸς ἤτανε πεντέξι χρονῶν ὅταν ἄνοιγαν τὸ πηγάδι στὸ καμπί, μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους. Τὸ χῶμα μαλακό, τό ᾿σκαβαν μὲ τὶς ἀξίνες καὶ πετοῦσαν τὰ μπάζα ἔξω μὲ τὰ φτυάρια. Μέχρι νὰ σουρουπώσει τό ᾿χαν κατεβάσει πάνω ἀπὸ ἕνα μπόι.

Τὸ ἄλλο πρωὶ ἔστησαν μαγγάνι πάνω ἀπ᾿ τὴ μπούκα τοῦ πηγαδιοῦ. Ὄχι γιὰ νὰ βγάζουν τὸ νερὸ ποὺ δὲν εἶχαν βρεῖ ἀκόμα, ἀλλὰ γιὰ τὰ μπάζα ποὺ δὲν ἔφταναν νὰ τὰ πετᾶνε μὲ τὰ φτυάρια. Ἕφτιαξαν δυὸ τρίποδα μὲ καδρόνια γιὰ νὰ στερεώσουν τὸ καρούλι τοῦ μαγγανιοῦ, βάλανε καὶ δυό γερὰ μαδέρια γιὰ νὰ πατᾶνε μὲ ἀσφάλεια, ὅταν ἀνέβαζαν τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ μπάζα καὶ ξεκίνησαν τὴ δουλειά.

Ἔσκαβαν μὲ τὶς ἀξίνες καὶ μετὰ φτυάριζαν τὰ μπάζα στὸ ζεμπίλι ποὺ ἦταν δεμένο μ᾿ ἕνα γερὸ σκοινὶ μέχρι τὸ μαγγάνι. Μόλις γέμιζε τὸ ζεμπίλι, οἱ ἀπὸ κάτω φώναζαν: «Ἕτοιμοι! Βίρα!» καὶ οἱ ἀπὸ πάνω ἀνέβαζαν τὸ ζεμπίλι μὲ τὸ μαγγάνι καὶ ἄδειαζαν τὰ μπάζα.

Ὁ μικρὸς νόμιζε πὼς τὸ πηγάδι θὰ ᾿βγαζε ἄλλο πράμα· ὄχι νερό. Γι᾿ αὐτὸ παραξενεύτηκε ὅταν εἶδε νά ᾿ρχεται τὸ ζεμπίλι γεμάτο χῶμα. Δὲν ἀπογοητεύτηκε ὅμως καί, ὅλος προσμονή, φώναζε: «Μπύρα!» κάθε φορὰ ποὺ ἄκουγε τοὺς σκαφτιάδες νὰ φωνάζουν: «Ἕτοιμοι!»

Περπατοῦσε στὰ δεκατέσσερα, ὅταν ἡ Κοινότητα ἔφερε ξένους πηγαδᾶδες γιὰ ν᾿ ἀνοίξουν ἕνα πηγάδι κοινοτικό. Εἶχε ἀρχίσει νά ᾿ρχεται κόσμος τὰ καλοκαίρια καὶ τὸ νερὸ δὲν ἔφτανε. Ὁ πατέρας του ἤτανε κοινοτικὸς σύμβουλος κι ἔτρεξε νὰ βοηθήσει ἀπὸ τοὺς πρώτους. Ἀπὸ κοντὰ κι ὁ Νικολός.

Εἶχαν φέρει καὶ κάποιον ποὺ θά ᾿βρισκε τὸ νερό. Ραβδοσκόπο τὸν λέγανε. Κρατοῦσε μιὰ διχάλα ἀπὸ κλαδὶ ἐλιᾶς καὶ περπατοῦσε δίπλα στὴν κοίτη τοῦ ξεροπόταμου ποὺ ἔκοβε στὰ δυὸ τὴ μικρὴ κοιλάδα. Ἔκανε πολλὲς διαδρομὲς, πάνω-κάτω, ἀριστερὰ-δεξιά, μέχρι ποὺ κάποια στιγμὴ σταμάτησε, χλώμιασε, σὰν κάτι νά ᾿παθε καὶ εἶπε βαριανασαίνοντας: «Ἐδῶ!»

Οἱ πηγαδᾶδες εἶχαν μαζί τους τὸν ἀπαραίτητο ἐξοπλισμό: Κομπρεσέρ, πιστολέτα, ἀναβατόριο κι ἕνα μικρὸ φορτηγὸ γιὰ τὸ κουβάλημα. Γκρέμισαν, βέβαια, κάποιους τοίχους χωραφιῶν γιὰ νὰ περάσουν, ἀλλὰ κανένας δὲν παραπονέθηκε. Τὸ νερὸ ἦταν πάνω ἀπ᾿ ὅλα.

Ἡ δουλειὰ προχώρησε γρήγορα καὶ βρῆκαν νερὸ σὲ σχετικὰ μικρὸ βάθος, ἐκεῖ ποὺ τέλειωνε τὸ χῶμα κι ἄρχιζε ὁ βράχος. Ὅμως ἔπρεπε νὰ λαξέψουν τὸ βράχο γιὰ νὰ νὰ φτιὰξουν τὸν καζανέ, ἕναν χῶρο ποὺ μαζεύει τὸ νερὸ στὸ βάθος τοῦ πηγαδιοῦ. Ἀπὸ ᾿κεῖ θὰ τό ᾿στελναν μὲ ἀντλία στὴ δεξαμενή.

Ὁ βράχος ἦταν σκληρὸς κι ἔπρεπε νὰ τὸν σπάσουν μὲ φουρνέλα. Οἱ πηγαδᾶδες εἶχαν ὅλα τὰ χρειαζούμενα: δυναμίτη, καψούλια, φυτίλι καὶ ἄδεια ἀπὸ τὴν ἀστυνομία. Ἄνοιξαν τρύπες στὸ βράχο μὲ τὸ κομπρεσέρ κι ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζουν τὰ ἐκρηκτικά. Ξαφνικὰ ὁ ἐργολάβος χτύπησε τὸ κούτελο μὲ τὴν παλάμη του.

«Φτοῦ! Ξεχάσαμε τὶς καπότες!»

Ὁ Νικολὸς ἦταν ἀπίκου· τὸν εἶχε ἀφήσει ὁ πατέρας του γιὰ νὰ τοὺς εἰδοποιήσει ἂν χρειάζονταν κάτι οἱ πηγαδᾶδες. Κοκκίνησε μόλις ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ ἐργολάβου. Κάτι εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τὰ ξαδέλφια του ποὺ εἶχαν πάρε-δῶσε μὲ τουρίστριες. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί τά ᾿θελε αὐτὰ τὰ πράματα ὁ ἐργολάβος· στὸ φούλ τῆς δουλειᾶς μάλιστα!

Ὁ ἐργολάβος τὸ κατάλαβε κι ἔβαλε τὰ γέλια.

«Τὰ θέλω γιὰ νὰ μήν βραχοῦν στὸ νερὸ τὰ ὑλικὰ τοῦ φουρνέλου» τοῦ ἐξήγησε.

Στὰ δεκαεφτά του βρέθηκε στὴν Ἀθήνα· ἐργάτης στὶς οἰκοδομές. Δὲν ἤξερε ἀπὸ τεχνικὲς δουλειές, χτισίματα, σοβαντίσματα καὶ τέτοια, ἀλλὰ ἤτανε μαθημένος στὶς δουλειὲς τοῦ χωραφιοῦ καὶ εἶχε τὸ φτυάρι καὶ τὸν κασμὰ γιὰ παιχνιδάκι. Γρήγορα ἔμαθε καὶ τὸ κομπρεσέρ. Ὁ ἐργολάβος ὅμως ἤτανε ἀχόρταγος. Εἶδε πὼς ἄντεχε στὴ δουλειὰ καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ πάρει ἀνάσα. Τὸν ἔβαλε κι ἔκανε δυὸ δουλειές· ἔσκαβε μὲ τὸ κομπρεσέρ καὶ μετά φτυάριζε τὰ μπάζα. Κι ὅταν δὲν ἄκουγε νὰ δουλεύει τὸ κομπρεσὲρ καὶ δὲν τὸν ἔβλεπε νὰ φτυαρίζει μπάζα, τοῦ ᾿βαζε τὶς φωνές.

Ὁ Νικολὸς ἤτανε φιλότιμος καὶ δὲν ἔλεγε τίποτα. Χαζὸς ὅμως δὲν ἤτανε. Εἶχε βρεῖ τὸν τρόπο νὰ τὸν ξεγελᾶ καὶ νὰ παίρνει κάποιες ἀνάσες. Εἶχε βρεῖ ἔνα κομμάτι χοντρό λάστιχο ἀπὸ τὸ σωλῆνα τοῦ κομπρεσέρ, τὸ σφήνωνε στὸ χερούλι τοῦ πιστολέτου, κάρφωνε τὸ πιστολέτο στὸ χῶμα κι αὐτὸ δούλευε συνέχεια. Δὲν τὸ ᾿κανε παντοῦ· μόνο ὅταν ἦταν πίσω ἀπὸ μπάζα καὶ δὲν τὸν ἔβλεπε τὸ ἀφεντικό. Ὅμως, μ᾿ αὐτὰ καὶ μ᾿ αὐτά, ἡ καρδιά του εἶχε κρυώσει καὶ ἀποφάσισε νὰ φύγει. Μὰ πρὶν φύγει ἤθελε νὰ τοῦ σκαρώσει ἕνα χουνέρι.

Ἡ εὐκαιρία τοῦ δόθηκε ὅταν ἔσκαβαν λάκκους  γιὰ τὰ πέδιλα τοῦ σκελετοῦ μιᾶς καινούργιας οἰκοδομῆς. Ὁ λάκκος ποὺ ἔσκαβε ἦταν ἀρκετὰ βαθύς, εἶχαν μαζευτεῖ τὰ μπάζα γύρω-γύρω καὶ δὲν μποροῦσε κανένας νὰ δεῖ τί γινόταν στὸ βάθος του· ἀκόμα κι ἂν ἀνέβαινε στὰ μπάζα μὲ κίνδυνο νὰ κατρακυλίσει στὴν τρύπα.

Κάποια στιγμὴ ὁ Νικολὸς σταμάτησε νὰ δουλεύει καὶ περίμενε ν᾿ ἀκούσει τὶς φωνές τ᾿ ἀφεντικοῦ. Μόλις τὸν ἄκουσε νὰ φωνάζει, πλησιάζοντας πρὸς τὸ μέρος του, ἔβαλε μπρὸς τὸ πιστολέτο, βάζοντας τὸ λάστιχο στὸ χερούλι του, τὸ κάρφωσε στὸ χῶμα καὶ ταυτόχρονα ἄρχισε νὰ φτυαρίζει τὰ μπάζα.

Τὸ ἀφεντικὸ εἶχε σκυλιάσει· προσπαθοῦσε νὰ φτάσει στὴν ἄκρη τῆς τρύπας μὲ κίνδυνο νὰ γκρεμοτσακιστεῖ. Τὸν ἔτρωγε ἡ περιέργεια πῶς τὰ κατάφερνε αὐτὸ τὸ χωριατόπαιδο νὰ κάνει καὶ τὶς δυό δουλειές μαζί.

Κι ὁ Νικολός συνέχιζε νὰ φτυαρίζει ἀτάραχος. Ἔβλεπε τὴ σκιὰ τοῦ ἄλλου ποὺ πήγαινε πέρα-δῶθε στὴν κορφή τοῦ λάκκου καὶ ἀπολάμβανε τὴ μικρή του ἐκδίκηση.

 

Και κλείνουμε με….

Κυριακάτικο (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

Από το απόγευμα του Σαββάτου ο Κυριάκος Κοντογιώργος ρεγότανε ψαράκι. Δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα τί, φτάνει να ‘τανε φρέσκο ψάρι. Έβαλε το ξυπνητήρι να χτυπήσει χαράματα, παράβλεψε τη γκρίνια της γυναίκας του «μια Κυριακή έχουμε να χουζουρέψουμε λίγο κι εσύ έβαλες το διάβολο να χτυπάει από τη μαύρη νύχτα. Το γάλα  θα μοιράσεις;» ντύθηκε, ήπιε καφέ στο φτερό και κίνησε για το μόλο. Ήθελε να προλάβει τους ψαράδες μόλις που θά ‘δεναν  για βρει και να διαλέξει «το καλό».

Κατηφόρισε σχεδόν τρέχοντας μέχρι το παλιό μουράγιο κι έφτασε ξέπνοος, χωρίς κουράγια για να δει στη θάλασσα τις βάρκες και τα καϊκάκια  να πλησιάζουν. «Πρέπει να κόψω το τσιγάρο» σκέφτηκε κι άναψε ένα μέχρι να δέσει ‘ο δικός του’.

Μετά από μερικά λεπτά, που η λαχτάρα του τά ‘κανε να μοιάζουν ώρες, πήγε δίπλα στη βάρκα για να δει πως όλη κι όλη η ψαριά ήτανε μια κασέλα μαζί με τον πάγο. Χάρηκε «το πρόλαβα το καλό. Θα πήγαινε μάτια μάτια κι ούτε που θα το ‘βλεπα αν αργούσα λίγο», αλλά φύσει καχύποπτος, σήκωσε και το μάγουλο του ψαριού. Βλέπει τα βράγχια και του ‘ρθε μια λύπη. Το χρώμα τους δεν…

Γύρισε κι έφυγε φουρκισμένος. Ούτε που θέλησε να κοιτάξει τους άλλους ψαράδες μήπως κι έβρισκε τίποτα της προκοπής σ’ εκείνους. Την Κυριακή αυτή θα του ‘λειπε το ψάρι που λαχταρούσε.

Περπάτησε λίγο μέχρι που βγήκε στην ακροθαλασσιά. Τα βότσαλα άσπρα γυάλιζαν κάτω απ’ τον ήλιο με ιριδισμούς καθώς στέγνωνε πάνω τους το αλάτι. «Έ τους γύφτους!» μουρμούρισε «Τους γύφτους, μου χαλάσανε την καρδιά Κυριακάτικα».

Κλώτσησε ένα βότσαλο και τον πόνεσε το δάχτυλό του μέσα από το παπούτσι. Τηλεφώνησε στη γυναίκα του ότι δε βρήκε ψάρι, για ν’ ακούσει πως θα βγάλει κιμά να ξεπαγώνει για το μεσημεριανό. Τώρα που του φταίγαν όλα «Σκατά, τι με σώνει απ΄ τη χοληστερίνη, όλο κρέατα κρέατα…».

Τριγύριζε σα χαμένος με τα βότσαλα να τρίζουν κάτω απ΄ τα παπούτσια του, ώσπου μεσημέριασε και τράβηξε για το σπίτι.

Η κυρά ήταν κατά βάθος χαρούμενη. Δεν πολυσυμπαθούσε τα ψάρια ούτε στο καθάρισμά τους ούτε στο φάγωμα, που για να τα ξεκοκαλίσει ήθελε γυαλιά (που αρνιόταν να φορέσει). Και την απουσία του από το σπίτι, όλο το πρωί της Κυριακής, την είδε δώρο εξ ουρανού. Είχε φτιάξει κεφτέδες, είχε και κάτι χόρτα πού ‘στειλε η μάνα της, αλλά εκείνος ήταν μνημόσυνο. Τσίμπησε δυό τρείς και τα παράτησε. Εκείνη έτρωγε με όρεξη, και στο τέλος του σκάει και το μυστικό: «Δεν πάμε μια βολτίτσα μέχρι την παραλία ‘τη δικιά μας’ με την άμμο, να χωνέψουμε; Είναι κι ωραίο απομεσήμερο, γλυκούρα…». Του φάνηκε πως του ‘κλεισε και το μάτι…

Ανόρεχτα σηκώθηκε, ανόρεχτα βγήκε απ’ το σπίτι, με κέφια γύρισε πίσω. Πήγε στους κρύους κεφτέδες με τα χόρτα και τους τσάκισε. Από το βάθος ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του «Έβαλα το θερμοσίφωνα. Η άμμος μπαίνει παντού…».

«Καλά έκανες. Μπαίνει παντού, δεν είναι βότσαλο» και έπιασε να σκαρώνει στιχάκια στη χαρτοπεσέτα μέχρι να γίνει το νερό.

Advertisements

184 Σχόλια to “Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)”

  1. Πολύ ωραία ευτραπελισθήκαμε πρωί Κυριακής και σας ευχαριστούμε.Η παρομοίωση της οσμής με την πρώτη αγάπη του τσοπάνη στην πρώτη διήγηση είναι εξαιρετική.
    Πάντα τέτοια.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  2. Καλά αν και σύντομα…καλό τα χρυσαφικά φασόν της φάκα ντ’ όρο αλλά στα ψάρια έχεις λάθος, ξεροσφύρη
    Υπάρχουν τεχνικές όπου τα βράγχια μοσχομυρίζουν και έχουν ότι χρώμα επιθυμείς, το ίδιο και για ο ψρώμα, στα ιχθυοπωλεία είναι θέμα φροντισμένου φωτισμού..
    Για να μαθαίνετε κάνω προσφορά στο ιστολόγιο (ούτε η …Φανή Μ. να ήμουνα ) πως ξεχωρίζουμε τα φρέσκα ψάρια- αν μας αφήσει ο ψαράς, αν δεν μας αφήσει πάμε σε άλλον : Κλείνουμε τα μάτια μας και ακουμπάμε αντίχειρα και δείκτη στα δυο βλέφαρα πιέχοντας πολύ ελαφρά. Εν συνεχεία πιάνουμε από τα μάτια με αντίχειρα και δείκτη το ψάρι. Αν έχουμε την ίδια αίσθηση το ψάρι είναι φρέσκο αλλιώς στο ψάρι θα μείνουν δυο βαθουλωμένα μάτια όπως είναι σε όλα τα πολυκαιρισμένα ψάρια.

  3. jesus said

    @ ντράυχάμμερ : καλό σαββατοκύριακο

    https://podolagnoia.blogspot.com/2013/04/blog-post_267.html

  4. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ ᾿δῶ.

    Πολὺ χαίρομαι ποὺ σήμερα συγκατοικοῦμε στὸ ἱστολόγιο μὲ τὸν διαδικτυακὸ φίλο Ξεροσφύρη.

    Μὲ τὴν εὐκαιρία θέλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν Νικοκύρη ποὺ ἀνοίγει φιλόξενα τὸ ἱστολόγιο γιὰ νὰ φιλοξενήσει τὴ πνευματικὴ πραμάτεια μας.

  5. Επίσης, Ξεροσφύρηκάτι δικό μου , μου θύμισες !

  6. Παναγιώτης Κ. said

    Ό,τι πρέπει για πρωινό Κυριακής τα σημερινά διηγήματα!
    Να αναπλάθονται οι εικόνες της αφήγησης και η φαντασία καλπάζει!

  7. # Μακάρι να μπορούσα να πω ότι μου άρεσαν τα διηγηματάκια. Αλλά …περί ορέξεως κολοκυθόπιτα!
    # Αυτό πάντως που λέει ο …Ξηροσφύρης, ότι «τὸ χῶμα μαλακό, τό ᾿σκαβαν μὲ τὶς ἀξίνες», δεν το βλέπω πολύ σόι. Επικαλούμαι ως μάρτυρα τον …Μαρτίνο, που … «εἶχε τὸ φτυάρι καὶ τὸν κασμὰ γιὰ παιχνιδάκι». Νομίζω ότι η αξίνα μπορεί να αποδοθεί ως κασμάς, που βέβαια είναι χρήσιμος για σκληρό έως σκληρότατο ή και βραχώδες υλικό. Για «χώμα μαλακό» χρησιμοποιούν φτυαράκι του Θεού, απανταχού της Γης!

  8. 7 Μακεδονούδι 🙂
    Ο Μαρτίνος είναι που μιλάει και γι’ αξίνες και για κασμάδες. Πάντως, με φτυάρι σκάψιμο είδα πολύ μεγάλος και σ’ άλλα μέρη (για κήπους και τέτοια). Στο χωριό, για οικοδομή τσαπί (τη λεγόμενη παρ’ άλλοις(!) αξίνα κι αν πέφτανε (πέφταμε) σε πετρολασιά, δούλευε κασμάς ή άλλα πιο ειδικά εργαλεία (καλέμια, βαριοπούλες κλπ).

  9. Καλημέρα είπα; Εμ δεν είπα! Καλημέρα σας.

  10. Παναγιώτης Κ. said

    «Φτυάρι και κασμάς για παιχνίδι».
    Δεν πρόκειται για απλό…λογοτεχνικό σχήμα.
    Οι φίλοι μου, τα μαστόρια, μου έχουν πει ότι υπάρχουν οι διάφορες περιοχές της χώρας και η κάθε μια βγάζει ειδικούς σε ένα τομέα.
    Π.χ οι (Ν)αξιώτες είναι πολύ καλοί στο «κόψιμο» των θεμελίων και γενικώς στις εκσκαφές.

  11. Σ said

    5. Πολύ μου άρεσε το κάτι δικό σου που σου θύμισε ο Ξεροσφύρης. Μου θύμισε κι εμένα, η ατμόσφαιρα γενικά, η ψυχή και η χαμπερίστρα, το Βασιλιά της Ασίνης του Σεφέρη

  12. Παναγιώτης Κ. said

    Όση ώρα έσκαβε ο άλλος για να ανοίξει πηγάδι εγώ είχα την…αγωνία μήπως ξεκοπούν τα χώματα και τον πλακώσουν!
    Θυμήθηκα την εμπειρία φίλου μου ΟΤΕτζή που τον πλάκωσαν μεν τα χώματα αλλά…γλύτωσε. Ο ίδιος μετά σχολίαζε: «Τότε κατάλαβα γιατί στον νεκρό… εύχονται να είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει» 🙂

  13. dryhammer said

    Καλημέρα.
    Ευχαριστώ το Νικοκύρη για τη φιλοξενία και τον Δημήτρη για τη συγκατοίκηση.

    Το απόγευμα θα δώσω και διευκρινιστικά tips (άτσα!) για όσους αναγνώστες δεν τα πάρουν γραμμή ως τότε.

  14. νεσσίμ said

    7. κ. Μπαρτζούδη αυτό που δεν βλέπετε «πολύ σόι» είναι μάλλον από αγνή αφράτη άγνοια, διότι και το πιό «μαλακό» από προσχώσεις χώμα, ειδικά για πηγάδι, αρχαίο χώμα αδούλευτο, δεν μιλάμε για φρεσκοκουβαλημένο κηπόχωμα,
    δεν σκάβεται χωρίς αξίνα/κασμά, αν μάλιστα δεν υπάρχει χώρος χρησιμοποιούμε λοστό. Ο συγγραφέας ακριβολογεί!

  15. 14 Λοστό. Ναι. Αυτό προσπαθούσα να θυμηθώ με το κλπ μετά τα κελέμια 🙂

  16. Παναγιώτης Κ. said

    Χάνια, γέφυρες και πηγάδια συναντούμε συχνά στις λαϊκές αφηγήσεις που αναφέρονται στα παλιά χρόνια, στο δημοτικό στίχο και φυσικά στην λογοτεχνία.
    Μια διαδρομή την μετρούσαν με βάση των αριθμό των χανιών που θα περνούσε ο κιρατζής για να φτάσει από την αφετηρία του π.χ τα Γιάννενα έως την Πόλη που ήταν το τέρμα.
    Δεν έχω την εμπειρία κάποιου χανιού. Έχω όμως την εμπειρία Κέντρου Διερχομένων στον στρατό και δη αυτού της Θεσσαλονίκης. Κατά ένα δικό μου τρόπο νομίζω ότι τα χάνια και τα κέντρα διερχομένων έχουν πολλά κοινά σημεία με τα χάνια να είναι πιο υποφερτά.
    Η αρνητική εμπειρία από το κέντρο διερχομένων Θεσσαλονίκης είχε και κάτι το θετικό. Κατάλαβα τι σημαίνει η (αρνητική) έκφραση: «Τι το περάσαμε! Κέντρο Διερχομένων;»

  17. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ νεώτερα.

    @Georgios Bartzoudis (#7). Εἶναι ὅπως τὰ λέει ὁ Νεσσίμ (#14).
    Ἡ συγκεκριμένη ἐκσκαφὴ γινόταν σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μικρές κοιλάδες τοῦ νησιοῦ μὲ προσχωσιγενὲς ἔδαφος, ποὺ εἶναι ἀρκετὰ συμπαγὲς γιὰ νὰ σκαφτεῖ μόνο μὲ φτυάρι. Συνήθως ἡ ἀξίνα εἶναι ἀρκετή, ἐνῶ ὀ κασμάς συνήθως χρειάζεται γιὰ τὰ πιὸ σκληρὰ ἐδάφη στὶς πλαγιές.

  18. Κουτρούφι said

    Συγχαρητήρια και στους δυο.
    Περί «καποτών».
    Στις αρχές της δεκαετίας του 70 σε ερευνητικό εργαστήριο γινόταν πειράματα σε χαμηλές θερμοκρασίες (υγρό άζωτο, υγρό ήλιο). Καμιά φορά, χρησιμοποιούσαν προφυλακτικά για να ρυθμίζουν την πίεση του αερίου στις διατάξεις αυτές. Έχουν διασωθεί διάφορα ευτράπελα όπως το προσωπικό καθαριότητας να βρίσκει το πρωί πεταμένα προφυλακτικά στο εργαστήριο και να σοκάρεται («τι έγινε πάλι απόψε εδώ;») ή να πηγαίνει κάποιος σε φαρμακείο και να ζητά προφυλακτικά «γιατί κάνουν ένα πολύ σημαντικό πείραμα».

  19. leonicos said

    @8 πετρολασιά

    πολύ ωραία λέξη με εγγενή ποιητικότητα.

    Ίσως δείχνει (πρόχειρα μιλάω) ότι η λέξη λας δεν πέθανε.

  20. Triant said

    Καλημέρα.

    Ξεχάσαμε την τσάπα. Το πιο κατάλληλο εργαλείο για την περίπτωση.

  21. leonicos said

    Συγχαρητήρια και στους δυό σας και στον Νοικοκύρη

    Ήταν και τα τρία απολαυστικά. Πολύ σύντομα, μια αρετή που δεν διαθέτω, και στοχευμένα.

    Πηγάδι με φτυάρι ανοίγςι; μόνο ατην αμμουδιά, όσο να πετύχεις χώμα.

    Έχω ακούσει πηγαδά να λέει: σιγά τη γη θα φοβηθούμε;

    Έχω δει και πηγαδάδες να δουλεύουν. λοστός ή αξίνα και φτυάρι.

  22. leonicos said

    @18

    Κουτρούφι

    Σήμερα έμαθα άλλες δυο χρήσεις των προφυλακτικών. Γηράσκω αεί διδασκόμενος

  23. Πέπε said

    22:
    Επίσης, ένα προφυλακτικό με κομμένη άκρη χρησιμοποιείται ως βαλβίδα στις τσαμπούνες. Δηλαδή ως αυτό που εμποδίζει τον αέρα να βγει από το ασκί όταν σταματάς το φύσημα και βγάζεις το επιστόμιο από το στόμα σου.

    Αλλά όλα αυτά δε νομίζω να συγκρίνονται με τις χρήσεις του συνδετήρα… 🙂

  24. nestanaios said

    19.
    Δεν πέθανε αλλά είναι ενταφιασμένη.

  25. Γιάννης Κουβάτσος said

    Γεια στα χέρια σας, μαστόροι! Καλά τα μαστορέψατε.
    Μου άρεσε πολύ η γενική «του Βουνακιού του Κάστορα». Δεν την ξέρω την περιοχή, αλλά υποθέτω πως λέγεται το «Βουνάκι του Κάστορα». Είναι υποκοριστικό του βουνού; Αν ναι, δείχνει τη γλωσσική άνεση του λαού που δεν διστάζει να κλίνει το βουνάκι-του βουνακιού, ενώ οι γραμματιζούμενοι ακόμη ερίζουν γι’αυτό το θέμα.

  26. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Κυριακάτικο (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)
    […]

    «…. Είχε φτιάξει κεφτέδες, είχε και κάτι χόρτα πού ‘στειλε η μάνα της, αλλά εκείνος ήταν μνημόσυνο. Τσίμπησε δυό τρείς και τα παράτησε. Εκείνη έτρωγε με όρεξη, και στο τέλος του σκάει και το μυστικό: «Δεν πάμε μια βολτίτσα μέχρι την παραλία ‘τη δικιά μας’ με την άμμο, να χωνέψουμε; Είναι κι ωραίο απομεσήμερο, γλυκούρα…». Του φάνηκε πως του ‘κλεισε και το μάτι…

    Ανόρεχτα σηκώθηκε, ανόρεχτα βγήκε απ’ το σπίτι, με κέφια γύρισε πίσω. Πήγε στους κρύους κεφτέδες με τα χόρτα και τους τσάκισε. Από το βάθος ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του «Έβαλα το θερμοσίφωνα. Η άμμος μπαίνει παντού…». »

    «Καλά έκανες. Μπαίνει παντού, δεν είναι βότσαλο» και έπιασε να σκαρώνει στιχάκια στη χαρτοπεσέτα μέχρι να γίνει το νερό. »

    Ο ήρωας, ενα πεισματαρικο παιδακι που οταν δεν γινει το δικο του σκοτεινιαζει και μονον οταν η μητερα-γυναικα του δωσει το …γλυκο 🙂 του, αλλαζει η διαθεση του.

  27. Γιάννης Ιατρού said

    Ξεροσφύρη, Δημητρη,
    Νά είστε καλά και να μας δίνετε τα ωραία δείγματα γραφής και τις τόσες λέξεις από τα μέρη που ζήσατε/μεγαλώσατε,
    Ευχαριστούμε πολύ. Το απογεματάκι, όταν πέσει ο ήλιος, περισσότερα, μιας κι έχω αρκετές αγροτικές ενασχολήσεις αυτήν την εποχή (έφαγα γμτ%#$% και τόση ώρα να διαβάζω κάτι σεντόνια στο άλλο νήμα … 🙂 )

  28. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε Νοικοκύρη, Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνε

    Καλή σας μέρα!

  29. Jane said

    Το γέλιο που έριξα με τον τυροκόμο φάκ αντόρο πρέπει να τ’ άκουσε η μισή γειτονιά. 🙂

    Συγχαρητήρια σε όλους όσους γράφουν και μας προσφέρουν συναισθήματα, εικόνες, συνήθειες και λέξεις από άλλα μέρη κι άλλες εποχές.

    Προσωπικά, αυτά τα μικρά διηγήματα (οι Άγγλοι τα λένε flash fiction) μου αρέσουν πάρα πολύ. Νομίζω είναι και πιο δύσκολα για τους συγγραφείς , γιατί πρέπει να αποδώσουν την εποχή , τους χαρακτήρες και το γκραν φινάλε (διδακτικό ή σκωπτικό) μέσα σε λίγες λέξεις.

    Ευχαριστούμε για τη δημοσίευση, κ. Σαραντάκο.

  30. Alexis said

    Όμορφα τα διηγηματάκια!
    Μάθαμε λοιπόν πώς ξεκίνησε και η φίρμα κοσμημάτων FaCad’oro και γιατί ονομάστηκε έτσι! 🙂

  31. Pedis said

    Πολύ όμορφα και τα τρία διηγήματα μινιόν!

    Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας

    σε τομάρι από αγέννητο τραγί … χαχαχα

    με τι μελάνι;

  32. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  33. Πέπε said

    @31:
    > > σε τομάρι από αγέννητο τραγί … χαχαχα

    Και αυτό υπάρχει:

    Το τομάρι από αγέννητο κατσίκι (δε νομίζω ότι λαμβάνεται υπόψη το φύλο) χρησιμοποιείται για τη μεμβράνη κάποιου κρουστού, δε θυμάμαι σε ποια χώρα…

  34. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Μόλις τώρα τα διάβασα για χωνευτικό.☺
    Μπράβο παιδιά, ειδικά το πρώτο του Dryhammer, είναι υπέροχο.
    Πάντα τέτοια.☺

  35. Αιμ said

    31. Από έμβρυο δηλαδή

  36. Χαρούλα said

    Καλημέρα, με όμορφα αναγνώσματα! Όλους ευχαριστώ. Απολαυστικά για το πρωί της Κυριακής.
    Έως το σχόλιο 13! Εμφανίζεται ο Ξεροσφίρης, γνωστός …παίκτης των λέξεων και εισάγει δαμόνια!😅
    Τί κρύβουν λοιπον οι λέξεις; Τι θέλει να πει ο …ποιητής. Και ψάχνομαι.
    Εντάξει το(ν) Κασκαβάλ-ι γνωστο τυρί στο ΒΑ Αιγαίο. Το σα+γανάκι κάνει μπαμ, όπως και το χάνι της Γραβιέρας! Αλλα το βουνάκι; Στα σλάβικα=Κορυτσά! Και απο την Ντούρες; Δυρράχιο. Και πως έγραψε την συνταγή; Εντυπωσιακό ανακάτεμα! Και ο Ρακί εμφανής. Αλλά Μαϊλίντα;(γκουγκλαρα,Κελμέντι, μια διασημη αλβανίδα τζουντόκα από το Κόσοβο). Κι ο Ιωάσαφ; Άντε πάλι γκουγκλ! Όσιος γιος Ελληνοσέρβου βασιλειά της Ηπείρου. Και πίνουν mavrud. Ποικιλία ηπειρώτικη που κάνει καρριέρα στην Θράκη και δίνει διάσημο Βουλγάρικο κρασί. Και όλοι αυτοί απέναντι στον μεγάλο Ιταλο ανταγωνιστη adoro.

    Και λέω τώρα εγώ. -Παρακαλώ μην με κοροϊδέψετε.- Η ποικιλία των Βαλκανίων σε ιστορία, κουλτούρα, φαγητό, μυστικά, ορθώνει ανάστημα απέναντι στην Δυτική υπερδύναμη, προσωρινά νικά και fuck την Adoro, αλλά στο τέλος το παιδί-μέλλον το κερδίζει το χρήμα(χρυσοχόος) και όχι η παράδοση(τυράς)!

    Είπα νωρίτερα, μην γελάσετε σας παρακαλωωωωώ!☺️😩

  37. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ νεώτερα.

    Μέχρι τὸ ἀπόγευμα ποὺ θὰ ἐπιστρέψει ὁ «συγκάτοικος» Ξεροσφύρης, δίνω ἐγὼ κάποιες ἀπαντήσεις. Τοῦ κεφαλιοῦ μου. 🙂

    @ 31. » …με τι μελάνι; »

    Ἀπὸ θηλυκὴ σουπιά. 🙂

    @25. » …Μου άρεσε πολύ η γενική «του Βουνακιού του Κάστορα». »

    Σκέψου τὴ γενικὴ «τοῦ Βουνακιοῦ τοῦ Κατινακιοῦ»
    🙂

  38. Χαρούλα said

    36 ω, ναι! Σάλεψα! Ξεροσφύρης φυσικά!

  39. Avonidas said

    Καλησπερα

    Τρελό γέλιο το αγέννητο τραγί 😋

    Από έμβρυο δηλαδή

    Γεννημένο τον no έμβρυο 😉

  40. ΣΠ said

    Μου άρεσαν τα διηγήματα-μινιατούρες. Ξέρουμε άλλωστε από προηγούμενες αναρτήσεις ότι ο Ξεροσφύρης και ο Δημήτρης έχουν ελκυστικό τρόπο γραφής. Στα σημερινά έδειξαν και το χιούμορ που διαθέτουν.

    Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει.
    Αυτό μου θύμισε το ευφυολόγημα για την σαρανταποδαρούσα που είπε ο Τσακαλώτος στην βουλή.

  41. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Σοβαρὰ τώρα, σχετικὰ μὲ τὸ δέρμα τοῦ ἀγέννητου τραγιοῦ.
    Κάπως ἔτσι ἔφτιαχναν περγαμηνές ὑψηλῆς ποιότητας.
    Κατὰ τὴ Βικιπαίδεια:
    «Οι περγαμηνές που παρασκευάζονταν από μεμβράνη εμβρύου μόσχου εθεωρούντο εξαιρετικής ποιότητας.»

  42. Pedis said

    Dry Martini 🙂 , η ζωή σας έκλεψε μια υπέροχη ιδέα …

    http://www.efsyn.gr/arthro/orgi-sti-napoli-gia-elliniki-zahari-me-mafioziko-perityligma

    μα κε κολιόνι!!

  43. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    36 τέλος – Δεν είναι για γέλια Χαρούλα, αυτή είναι η πικρή αλήθεια και είναι για κλάματα. Έχουν χαθεί το μέτρο και αληθινές αξίες κι οι άνθρωποι έχουν γίνει εξαρτημένοι από τα αντικείμενα και τα χρήματα.
    Πόσοι μπορούν να ζήσουν χωρίς λεφτά;

  44. Τρίβλαξ said

    Συγχαρητήρια και στους δυο συγγραφείς και από μένα και ευχαριστίες στον κο Σαραντακο που μας τους παρουσίασε.

    Δημήτρη, μια παρατήρηση για την ραβδοσκοπία. Υπάρχουν ακόμη πολλοί που πιστεύουν σε αυτήν, συμπεριλαμβανομένων και ραβδοσκόπων οι περισσότεροι των οποίων δεν είναι απατεώνες. Στην γειτονιά μου στα Θερμιά, γείτονας έριξε πρόσφατα μερικές χιλιάδες ευρώ σε σημείο που του υπέδειξε ραβδοσκόπος (της σχολής ταλαντευομένων κλειδιών) χωρίς αποτέλεσμα—αν και φυσιολογικά έπρεπε με βρει νερό, μια και το πηγάδι ήταν χαμηλά, δίπλα σε κοίτη ρεματιάς. Ίσως και γιαυτο το υπέδειξε και ο «ραβδοσκοπος».

    Φυσικά το θέμα δεν έχει αποδειχθεί ποτέ επιστημονικά. Αρκετα πειράματα έχουν γίνει, επιστημονικά οργανωμένα, που απέρριψαν τις διεκδικήσεις «ραβδοσκόπων» για το βραβείο $1,000,000 που χρηματοδότησε ο James Randi («Amazing Randi» επαγγελματίας «μάγος», και συνιδρυτής του SCICOP—Scientific Committee for the Investigation of Claims of the Paranormal).

    Αυτά. Συγχαρητήρια και πάλι.

  45. Μπράβο ρε παίδες. Ειδικά το πρώτο ήταν and fuck (adoro).

    Για τους αγέννητους αμνούς και τη σφαγή τους: https://en.wikipedia.org/wiki/Karakul_sheep

  46. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Pedis (#42). Πολὺ γέλασα μὲ τὸ συμπεριληπτικὸ χρηστώνυμο, Dry Martini, ποὺ μᾶς ἔδωσες. 🙂 🙂 🙂

    Ὅσο γιὰ τὴ ζάχαρη μὲ τὸ μαφιόζικο περιτύλιγμα, ὁ τύπος εἶναι πολὺ μπροστά.
    Προειδοποιεῖ τοὺς καταναλωτὲς γιὰ τὶς βλαβερὲς συνέπειες τοῦ προϊόντος του.
    Ὅπως ἔγινε μὲ τὰ τσιγάρα.
    Μόνο ποὺ αὐτὸς τὸ ἔκανε αὐτοβούλως. 🙂

  47. Pedis said

    -> 42 – υπάρχει δύο, τουλάχιστον, προφανέστατοι λόγοι που θίχτηκαν οι ναπολετάνοι …

  48. Pedis said

    # 46 – σωστοοός!

  49. Τρίβλαξ said

    «…πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί»

    Ο ορισμός της περγαμηνής.

    Ωραίο!

  50. nikiplos said

    Καλημέρα κι από μένα… πολύ ωραία διηγήματα… Εκείνο το μεσαίο του ΔΜ μου φάνηκε πως τελειώνει απότομα… θα περίμενε κανείς τη συνέχεια… έπεσε το αφεντικό στο λάκκο?

  51. Τρίβλαξ said

    Δεν είχα δει την παρατήρηση σου στο 41 Δημητρη. (Τα μεγάλα πνεύματα…)

  52. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ νεώτερα.

    @Τρίβλαξ (#44). Οἱ ραβδοσκόποι πρέπει νὰ ἔχουν κάποια εὐαισθησία στὶς μεταβολές τῶν ἠλεκτρομαγνητικῶν πεδίων. Μόνο ποὺ αὐτές μπορεῖ νὰ μήν ὀφείλονται (μόνο) στὴν ὕπαρξη ὑπόγειων ρευμάτων νεροῦ.

    @ΣτοΔγιαλοΧτηνος (#45). Οἱ γοῦνες αὐτὲς παλιότερα ἦταν γνωστὲς ἐδῶ μὲ τὸ ρώσικο ὄνομά τους,ἀστρακάν*. Πρέπει νὰ ἦταν κάποτε στὴ μόδα, πρὶν ἀπὸ καμιὰ πενηνταριὰ χρόνια, μπορεῖ καὶ περισσότερα.

    *ἀπὸ ἐκεῖ πρέπει νὰ πῆρε τ᾿ ὄνομά του ὁ Ἀστραχάν, τὸ ἄλογο τοῦ ἱπποδρόμου ποὺ ἀναφέρει ὁ Τσιφόρος σὲ κάποιο διήγημά του.

  53. mitsos said

    Ξεροσφύρη , Δημήτρη , Νίκο
    Ευχαριστώ.
    Μου χαρίσατε ένα απολαυστικό απομεσήμερο ( εκεί μάλιστα που έλεγα «ωχ τα νεύρα της έχει πάλι η κυρά», και ετοιμαζόμουν για τα χειρότερα )
    ….
    Αμ πέρα στο καμπί … το ξ’νάρ θα διάλεγα
    και το φτιάρ ( αυτά είναι όλα της ίδιας κλίσης με το γμαρ … δηλαδή του ξναριού … κ.τ.λ. )

  54. Τρίβλαξ said

    42 : Dry Martini.

    Παραθέτω πρόσφατο πόνημα για Αγγλομαθείς Μαθηματικούς, λάτρεις της κουλτούρας των διανοουμένων της δεκαετίας του 1920 στην Νέα Υόρκη (Βένιο;)

    Tanqueray: four. Noilly Prat: one. Olive. Up.

    Once, in the mid-nineties,
    I stayed a few days in the Algonquin.
    In town for a meeting of the Math Society,
    My grant afforded me a room in fancier venues—
    But to pass up the chance of meeting on their turf
    The ghosts of those who sculpted the twenties
    Would be in my mind inexcusable.

    The squalor of Times Square far from repelled me—
    The savor of the city’s hub
    Teeming round the clock
    With hustlers, hookers, homeless,
    Piqued my interest as denizen of pristine Raleigh,
    Named that same year best place to live in the U.S.,
    Its center hollow at night, sanitized of people
    Flung to the fringes with centrifugal urge,
    Home shortly after five—in time for cocktails.

    Sunflower seeds is my nut of choice
    To salt the savor of martini.
    The work put out to crack the shell,
    Sprouted a theory claiming energy expended
    Offsets caloric gain from ingested seeds—
    A theory I suspect
    That leading horticulturists probably think nuts.

    In the Algonquin I caught a glimpse of Dorothy Parker
    Soaked in gin, well into a martini lunch.
    Prohibition long scuttled as travesty of decorum,
    She held forth before a rowdy Round Table
    Waving her glass around
    —half-full, to raise a tempest of conic sections
    Euclid no doubt could soberly enumerate
    —half-empty, to lubricate the comic wit
    That cracked the Vicious Circle up.

    Shells sheltering seeds of a kind,
    One may expect to look alike—
    And pretty much alike they are indeed.
    Only a few stand out—
    Conjoined, it turns out, Siamese twins
    Sprung at the junction of rival spirals
    Swirling clock- or counterclock-wise
    In neighboring Fibonacci numbers—
    Midsize flowers sporting sets of 34 and 55.

    Miss Parker knew martini math well:
    One, under the table; two, under the host.

    CAS
    7/2018

    (Φτού! Πάλι το σύστημα δεν μου βγάζει τα bold και italics—και δεν ξέρω πως να επέμβω από το τάμπλετ.)

  55. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @50. Ἔχεις δίκιο γιὰ τὸ τέλος, Νίκιπλε.
    Ἔτσι ὅμως τελείωνε τὸ πραγματικὸ περιστατικό· χωρὶς κάποια κορύφωση, ὅπως γίνεται συνήθως στὴ ζωή.

    Τὰ τρία περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρω εἶναι πραγματικά. Ἡ μόνη μου παρέμβαση εἶναι ὅτι τὰ ἑνοποίησα σὲ ἕνα πρόσωπο.

  56. dryhammer said

    Από το πρωί είμαι παρών και διαβάζω τα σχόλια περιμένοντας να παρέλθει εξάωρο από τη δημοσίευση πριν δώσω

    ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
    α) Στο Χάνι

    >Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο … στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» .
    Βρίσκεται δηλαδή στη no mans land ανάμεσα στο Τελωνείο της Κρυσταλλοπηγής και τη Dogana της Trebeshina, στο δρόμο Κορυτσάς (σωστά Βουνάκι) – Καστοριάς, περίπου εκεί που έχει το duty free shop (KAE). Όπως σε όλα τα παραμεθόρια που προέκυψαν από τεμαχισμό μεγαλύτερου κράτους, καθένας την περιοχή που είναι στην άλλη πλευρά τη θεωρεί δική του «χαμένη πατρίδα» και φέρνει συχνά για απόδειξη τα κοινά ονόματα. Για αυτό και ο Mitro Kaçkavall είναι ανέτως και Μήτρος Κασκαβάλης ανάλογα από ποια πάντα των συνόρων (θέλεις να) στέκεις. Δικός μας ολονών.

    Το κασκαβάλι είναι η παραδοσιακή γραβιέρα της περιοχής, σε ακτίνα 100 χιλιομέτρων τουλάχιστο και κάνει και ωραίο (αλμυρό) σαγανάκι. Η διαφήμιση έκανε πιο γνωστή τη Λημνιά, αλλά στην κατοχύρωση ΠΟΠ είναι «όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε»… Το τυρί, μ’ αυτό το όνομα, το πρωτόμαθα από (μάλλον αρβανίτη) μπακάλη στον Παράδεισο Αμαρουσίου το 1973 (ναι! παιδάκι ήμουνα).

    > Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει.

    Οι αρμπερέσοι είναι οι αρβανίτες της (Κάτω) Ιταλίας, με καταγωγή (και) από κείνα τα μέρη (Ντόσκηδες). Οπότε λόγω περιοχής, ο Μήτρος θα μπορούσε να ξέρει αρμπορέζικα και να μην τον ξενίζει το Κυριλλικό αλφάβητο. Η περγαμηνή βεβαίως βεβαίως προσδίδει κύρος κι αν ήξεραν το φύλο του εμβρύου κατσικιού πριν γεννηθεί, τι να κλάσει ο υπέρηχος…. Το τραγί βέβαια είναι πιo macho.

    Όλη αυτή η μυστικότητα καθώς και η επόμενη παράγραφος με τη μυρωδιά, παραπέμπουν στο «Δίχτυ» των Ξαρχάκου – Γκάτσου.

    Raqi είναι το χαϊδευτικό του Sotiraq, κι έτσι λένε τον κουνιάδο μου, που είχε παλιά μια Μαϊλίντα (που δε θα πλενόταν ποτέ ειδικά για το Πάσχα μια και είναι μουσουλμανικό όνομα).

    Ένας μέθυσος καλόγερος και αγιογράφος Ιωάσαφ υπήρξε παλιά στη Χίο, που ισχυριζόταν πως, όταν έφερνε την εικόνα από τη σκήτη του στον πελάτη, σκόνταψε και τού ‘φυγε από τα χέρια αλλά πέφτοντας στάθηκε όρθια, σημάδι πως είναι θαυματουργή από τα γεννοφάσκια της κι ας είναι κι αδιάβαστη. Ο ηπειρώτης όσιος είναι σύμπτωση.

    Ένα ωραίο Mavrud (σωστή κι εδώ η Χαρούλα) έβρισκα κι έπινα στη Κορυτσά, εμφιαλωμένο στην Ochrid της ακατονομάστου συνγείτονος.

    Τα άλλα είναι προφανή, και τα πολιτικο-πολιτισμικο-οικονομικά δικά σας. Το μυαλό μου δεν πήγε ως εκεί, αλλά χάρηκα που βρέθηκαν και τέτοια.

    Αφορμή για την ιστοριούλα ήταν το λογοπαίγνιο με τον Alexis για το Μπάκ-ιν-χαμ τις προάλλες.

    β) Κυριακάτιοκο

    Πριν λίγο καιρό, βρέθηκα κάπου όπου ένας αηδός εκτελούσε στα 6 μέτρα με Ση-μύτεια προφορά τη «Γύφτισσα Μέρα» των Γιώργου Κοντογιώργου – ΚυριΆκου Δασκαλόπουλου.

    Και ακούγοντας «βλέπω τα βράΝχια, και έχω μια λύπη» σκέφτηκα «μπαγιάτικο ψάρι του φέραν οι γύφτοι και την πλερώνουμε εμείς;»

    Αργοτερότερα, πήρα τους στίχους και, αφού συνευρέθηκα με τη μητέρα τους, έκανα το ανωτέρω πεζό προσπαθώντας να ταιριάξω όσο μπορούσα πιο πολλές ατόφιες εκφράσεις στο κείμενο. Στο τέλος τον βάζω να γράφει ο ίδιος τους στίχους…

    BONUS TRACK!!-BONUS TRACK!!-BONUS TRACK!!

    Ο Αρχιμήδης τσαλαβουτούσε στη γούρνα που είχε για να παίρνει το λουτρό του. Η θεραπαινίδα κουβαλούσε κανατιές με ζεστό νερό μουρμουρίζοντας που δεν ξεμπέρδευε με το πλύσιμο, μόνο έπαιζε κάνοντας σχέδια με το νύχι στο σκεμπέ του και την είχε ξεκολιάσει στο πήγαιν’ έλα να του κουβαλά ζεστό νερό από την κουζίνα. Παραδίπλα ένας σωρός τα άπλυτά του περίμεναν ζέχνοντας να τα πάρει η πλύστρα.

    Κάποια στιγμή πέρασε κι η γυναίκα του να δεί μην πνίγηκε, τόση ώρα στο μπάνιο.
    Κοίταξε το σωρουδάκι τα ρούχα, τα ανακάτεψε με το πόδι και του είπε: «Ν’ αλλάζεις πιο συχνά. Τά ΄χεις κάνει όλο φρεναρισιές» και βγαίνοντας είπε στη νεαρή πλύστρα που έμπαινε να τα πάρει; «Να βάλεις ΕΥΡΗΚΑ μπας και ξεγαριάσουνε»

    Η κοπέλα δεν κατάλαβε καλά. «Τι είπε η κυρία;» τον ρώτησε.
    «ΕΥΡΗΚΑ, ΕΥΡΗΚΑ να βάλεις στο πλύσιμο» φώναξε και καθώς η μικρή έσκυψε να τα μαζέψει, ανασηκώθηκε ο κοντός χιτώνας της κι ο Αρχιμήδης ανακάλυψε το νόμο της άνωσης…
    The rest os History που λένε και οι υπέρ-πόντιοι.

  57. Γιάννης Ιατρού said

    30, 45: Ο ιδιοκτήτης της ομώνυμης εταιρίας είναι (ήταν, τώρα μόνο τα παιδιά του…) γείτονάς μου εδώ στο ερημητήριο.

  58. cronopiusa said

    η τέχνη του «πηγαδά» στη « γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά» του Ορχάν Παμούκ

  59. Γιάννης Ιατρού said

    Όπως πληροφορούμαι από το επιτελείο, προσοχή στο δρόμο (Δημήτρη, ειδικά εσύ που πέφτεις κοντά…), μόλις βγήκε ο Λάμπρος από το κρησφύγετο του… με λυμένο το ζωνάρι 🙂 🙂 https://www.youtube.com/watch?v=wdZP_frqZNk

  60. dryhammer said

    Για τη Χαρούλα που ασχολήθηκε, ένα χαϊκού

    Εγώ κι ο Raqi,
    γίναμε πάλι ράκη.
    Ήπιαμε ρακή.

  61. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μὲ ἀφορμὴ τὶς «ἑρμηνευτικὲς σημειώσεις» τοῦ Ξεροσφύρη (#56), ἀπευθύνομαι στὴ συλλογικὴ σοφία τοῦ ἱστολογίου.

    Γίνεται κι ἀλλοῦ αὐτὸ ποὺ κάνουμε ἐδῶ;

    Ἐννοῶ τὴν συνομιλία δημιουργῶν-ἀναγνωστῶν γιὰ τὰ διηγήματα ποὺ δημοσιεύονται· μὲ στοιχεῖα ποὺ ἀναφέρονται στὶς πηγές, στὴν ἔμπνευση ἢ σὲ τυχὸν ὑπόγεια νοήματα.

    Μποροῦμε νὰ τὸ χαρακτηρίσουμε διαδραστικὴ ἢ ἀμφίδρομη λογοτεχνία;

  62. ΣΠ said

    56
    Δεν είχε πάει ο νους μου στην «Γύφτισσα μέρα». Ξαναδιάβασα το διήγημα και πράγματι βρήκα στίχους μέσα στο κείμενο. Ας βάλουμε λοιπόν το τραγούδι.

    Γύφτισσα μέρα, στο παλιό μουράγιο
    βλέπω την θάλασσα χωρίς, κουράγιο
    βλέπω τα βράχια, και έχω μια λύπη
    την Κυριακή αυτή, κάτι μου λείπει

    Άσπρα βότσαλα στον ήλιο
    και στη θάλασσα
    την καρδιά μου
    κυριακάτικα την χάλασα

    Γύφτισσα τύχη, πες μου τι με σώνει
    το απομεσήμερο για δες, ζυγώνει
    Γύφτισσα μέρα, στο γυμνό κορμί σου
    στην αμμουδιά να κυλιστώ μαζί σου

  63. Χαρούλα said

    56
    ….ξέφυγα πολύ. Το ήξερα, το ένοιωθα. Καλά, την γεωγραφία της περιοχής δεν την ήξερα καθόλου, αλλά για το κασκαβάλι ήμουν σίγουρη ότι είναι Σαμοθρακίτικο και Λημνιό. Όσο για τον Ιωάσαφ δεν είχα ακούσει ποτέ. Παρότι ο ένας παππούς ήταν Καλλιμαςιώτης που άφησε νέος το νησί και κάποια ακούσματα(όπως παροιμίες και λέξεις που αναφέρεις κατα καιρούς) έχω.
    Ωραίο και το μπόνους!

    55
    Εγώ πάντως πρέπει να είμαι πολύ κακιασμένη! 😻 Το έκανα εικόνα κατευθείαν ότι έπεσε και ως …άχρηστος, δεν βγήκε ποτέ!

    Ευχαριστώ και πάλι! Μην «χαζολογάτε»😅, γράφετε! Νικοκύρη ευχαριστώ επίσης.

  64. nikiplos said

    @56, πολύ καλό αυτό με το «γύφτισσα μέρα»… (apropos το τίτλο σήμερα θα τον λέγαμε political correct?)
    αντίστροφο δλδ

  65. Alexis said

    #61: Στην εποχή του διαδικτύου πιθανότατα γίνεται και αλλού.
    Είναι πολλοί πλέον αυτοί που δημοσιεύουν κείμενά τους διαδικτυακά και συζητούν με τους αναγνώστες.
    Είναι η σύγχρονη εκδοχή μιας παλιάς ιστορίας: έπαιρνες το βιβλίο, το διάβαζες και αν είχες απορίες, ερωτηματικά, παρατηρήσεις έστελνες γράμμα στον συγγραφέα…

  66. Χαρούλα said

    62
    Ναι! Μπράβο!
    Αλλά ας μην αφήσουμε και «το δίχτυ» παραπονεμένο…

  67. Γιάννης Κουβάτσος said

    65:Τώρα μπορείς να κουβεντιάσεις μέσω ιμέιλ με τον συγγραφέα. Αν δηλαδή έχει όρεξη για κουβέντα, εκτός από τα τυπικά ευχαριστήρια στα δικά σου συγχαρητήρια.

  68. Λεύκιππος said

    64 Όχι βέβαια. Το political correct είναι «γυφτισσα νύχτα»….. (Χαμόγελο γμτ)

  69. dryhammer said

    61,65,67.
    Όχι! Φόρα παρτίδα όλα!
    Συχνά τα σχόλια διορθώνουν-συμπληρώνουν το περιεχόμενο, κι άμα γράφω παπαριές, να μου το λένε, να το ξέρω. Μη θαρρέψω πως…
    «Κουνιούνται τα σιδερικά, κουνιούνται κι οι βελόνες» παροιμία από τη μάνα μου.
    Έτσι κι αλλιώς φέτος δεν έχει Νόμπελ λογοτεχνίας.

  70. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γιάννη (#65) καὶ Ἀλέξη (#67) εὐχαριστῶ γιὰ τὶς ὰπαντήσεις σας.
    Ἕχετε ὑπόψη σας συγκεκριμένα ἱστολόγια, ὅπου γίνονται τέτοιες δημοσιεύσεις-συζητήσεις;

  71. Alexis said

    #69: Εντάξει, έτσι κι αλλιώς δεν ήσουνα για Νόμπελ φέτος, θέλεις λίγη δουλίτσα. Του χρόνου ίσως… 😆

  72. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @70. Ἕγραψα ἀνάποδα τοὺς ἀριθμούς τῶν σχολίων, ἀλλὰ δὲν πειράζει, ἐσεῖς καταλάβατε. 🙂

    @69. dryhammer said:

    » …Έτσι κι αλλιώς φέτος δεν έχει Νόμπελ λογοτεχνίας. »

    Νὰ βάλουμε κοινὴ ὑποψηφιότητα γιὰ τοῦ χρόνου. 🙂

  73. ΣΠ said

    72
    Ε, ναι. Άλλωστε του χρόνου θα δοθούν δύο. Για το 2019 και για το 2018, που δεν δόθηκε φέτος.

  74. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @71. Ἀλέξη, μὲ πρόκανες.

    Σᾶς ἀφήνω προσωρινά.
    Ἔχουμε ἔξοδο μὲ τὴν κυρά.
    Θὰ τὰ ποῦμε ἀργότερα,
    ἀλλὰ χωρὶς τὰ κότερα

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μπράβο σας αγόρια! Μαγκίτικα αυτά τα διηγηματάκια-στιγμιότυπα. Νοστιμότατα και για δεκατιανό και για απογευματινό…Απόλαυση! 🙂
    Ευχαριστίες και στους δημιουργούς και στο …μπουφετζή που μας τα τράταρε.
    Το ιστολόγιο γεννά. Ξαναμπράβο.

    25. >>Βουνάκι του Κάστορα
    Γουνάκι ακούω εγώ! ε; 🙂 🙂

  76. Χαρούλα said

    Ωχ! Τώρα είδα το 60.
    Σ’ευχάριστώ!
    Συγχώρεσε με, αλλά δεν τα καταφέρνω να συνεχίσω.

  77. Γιάννης Κουβάτσος said

    70:https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.forums.gr/forum/%25CF%2588%25CF%2585%25CF%2587%25CE%25B1%25CE%25B3%25CF%2589%25CE%25B3%25CE%25AF%25CE%25B1-%25CE%25B4%25CE%25B9%25CE%25B1%25CF%2583%25CE%25BA%25CE%25AD%25CE%25B4%25CE%25B1%25CF%2583%25CE%25B7/%25CE%25BB%25CE%25BF%25CE%25B3%25CE%25BF%25CF%2584%25CE%25B5%25CF%2587%25CE%25BD%25CE%25AF%25CE%25B1&ved=2ahUKEwjHtJncrYbeAhWmw4sKHeTGDr4QFjACegQICRAB&usg=AOvVaw01DJQ7j5OykXb9GJCxTMF_&cshid=1539534893140

  78. Γιάννης Κουβάτσος said

    70:https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://www.logoclub.gr/forums.html&ved=2ahUKEwjHtJncrYbeAhWmw4sKHeTGDr4QFjADegQICBAB&usg=AOvVaw2MdxhsyxGaapHtW5urkeu1&cshid=1539535000867

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Βρήκα κομμάτια(ως προς το πραγματολογικό μέρος) από τη ζωή μου και στα τρία.

    -Του τυριού δε χρειάζεται να πω ότι ένιωσα και μυρίστηκα την ατμόσφαιρα, αφού αρμέγω, πήζω, ξεραίνω τυρί άμα λάχει. Έχω εικόνα από τρία τουλάχιστον μικρά τυροκομιά που διατηρούν και ταβερνείο μαζί και την επικρατούσα κατάσταση έναντι των ανταγωνισμών με τις πανίσχυρες αλυσίδες προϊόντων γάλακτος (τί γάλατος ή γαλάτου θα πω τώρα;).

    -Του πηγαδιού,
    βγάλαμε ένα πηγάδι 8 μέτρων (με τσιμεντοκουλούρες) ένα καλοκαίρι οι τρεις μας:ο πατέρας μου,ο αδελφός μου 18 κι εγώ 10. Ο μπαμπάς έσκαβε κάτω (με κασμά και φτυάρι) κι εμείς από πάνω με το μαγγάνι ανεβάζαμε το χώμα στο χείλος.Ο αδελφός μου άδειαζε παρέκει το γεμάτο ζεμπίλι. Λοφάκο σχημάτιζε το ανασυρμένο χώμα. Ο μόνος καημός που μου έμεινε απ΄αυτό είναι που φόρεσα στο πηγάδι, η ανεβάσταγη, τα καινούργια παπούτσια παραμονή του 15Αύγουστου, κάτι άσπρα γοβάκια, και τα λάσπωσα. Δεν μ’ έπαιρνε η ώρα και πήγα από το σκάψιμο απευθείας στον εσπερινό και τα σκούπιζα στο δρόμο με τα σαλιωμένα δάχτυλά μου!

    -Του άμμου (χωρίς λόγια),
    τίναξα τα μαλλιά μου 🙂

  80. Γιάννης Κουβάτσος said

    70:https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://www.xn--ixauk7au.gr/forum/&ved=2ahUKEwigx6yWsYbeAhXGo4sKHfY0C-IQFjABegQIBxAB&usg=AOvVaw0BhJE6d5D7OzBOMh0_XJLM&cshid=1539535673674

  81. ΓιώργοςΜ said

    Καλησπέρα! Με καθυστέρηση οι ευχαριστίες, αν και τα διάβασα από το πρωί.
    Είχα τελειώσει τον καφέ, δεν την ξαναπατάω 🙂

    61 Μερικές φορές έχει η διαδραστικότητα οδηγήσει και σε πολύ πετυχημένα από εμπορική άποψη τουλάχιστον, βιβλία, πχ Μετρο 2033

  82. alexisphoto said

    Απολαυστικότατα και τα δύο,
    Σας ευχαριστούμε

  83. Baladimas Dimitris said

    07. Όταν σκάβεις κάτω από το μισό μέτρο το χώμα είναι σκληρό σαν τσιμέντο και θέλει και κασμά και λοστό και φτυάρι και λισγάρι. Πολύ καλή περιγραφή.

  84. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για όλα τα σχόλια και να με συμπαθάτε που σήμερα ήμουν απών.

    Ευχαριστώ και τους Ξεροσφύρη και Δημήτρη Μαρτίνο που μας πρόσφεραν τα διηγήματα!

    18 Καλό!

    42 Πολύ καλός ο συνδυασμός Dry Martini!

    65 Πάντως αυτός ο εκδημοκρατισμός της δημοσίευσης είναι κάτι καινούργιο.

    83 Το σχόλιο είχε κρατηθεί λόγω της απουσίας μου, συγγνώμη.

  85. ATM said

    #70:

    Στο reddit υπήρχε ολόκληρο φόρουμ συγγραφέων, όπου διάφοροι ερασιτέχνες της γραφής ανέβαζαν διηγήματα, αλλά και εκτενέστερα κείμενα, συχνά σε συνέχειες (τουλάχιστον μέχρι το ’14, που παρακολουθούσα διάφορες ενότητες του συγκεκριμένου ιστοχώρου). Κάποιοι απ’ αυτούς δημοσίευσαν μετά κείμενα τους σε βιβλία, έντυπα και ηλεκτρονικά – θεωρητικά, είχαν ήδη φτιάξει κοινό, το οποίο σχολίαζε και έκανε προτάσεις (ή, σε άλλες περιπτώσεις, έκραζε) με τρόπο ανάλογο του παρόντος ιστολογίου.

    Δεν ξέρω τι γίνεται τώρα, αλλά το ίδιο το reddit συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά, αν και προσωπικά δεν το πολυεπισκέπτομαι πλέον.

  86. To αμίμητο «σα γανάκι» μου θύμισε τα «σαν φιστικ» που λέει η Θεσσαλονικιά γυναίκα μου και που μας έχει εξηγήσει ο Νικοκύρης την ετυμολογία τους.

  87. nikiplos said

    @56, bonus track,

    Σωστή «Παλινόστηση των Κενταύρων» που πωλούσε παλαιότερα ο έτερος τηλεβιβλιοπώλης της παρέας…

    Πάντως ο Άρχος θα είχε ανακαλύψει και τον απειροστικό λογισμό, αν δεν έκανε τη μλκ του ο Ρωμαίος…

  88. Alexis said

    #70: Παλιότερα παρακολουθούσα την Καλύβα ψηλά στο βουνό του Πάνου Ζέρβα (έχει σχολιάσει κάποιες φορές κι εδώ) και τα «Μπουκάλια στο πέλαγος» (δεν βρίσκω ενεργό λινκ).
    Δεν ήταν λογοτεχνικά ιστολόγια αλλά συχνά-πυκνά οι διαχειριστές τους ανέβαζαν εξαιρετικά λογοτεχνικά κείμενα, και ο σχολιασμός ήταν ελεύθερος.
    Δυστυχώς έχουν σταματήσει τη δραστηριότητά τους προ πολλού.

    Ευχάριστη έκπληξη: Κάποια στιγμή έλαβα ένα μέιλ από τον δημιουργό του «Μπουκάλια στο πέλαγος» και μου έλεγε ότι όλα τα λογοτεχνικά κείμενα του ιστολογίου τα έχει συγκεντρώσει σε μορφή e-book.
    Βάζω λινκ και όποιος ενδιαφέρεται ας ρίξει μια ματιά:
    https://free-ebooks.gr/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF/3a4V/%CE%BF-%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE%CF%82

  89. Πέπε said

    @56:
    > > …περίμεναν ζέχνοντας…

    Λοιπόν, δεν ξέρω, του καθενός η αίσθηση του χιούμορ είναι διαφορετική, αλλά…

    Μπορεί αλλού να χαμογέλασα, στ’ αλήθεια ή από μέσα μου, αλλού να γέλασα κανονικά από μέσα μου, αλλού να σκέφτηκα «χα, καλό!», αλλού να μη μου άρεσαν κλπ. Η συγκεκριμένη φράση είναι η μόνη, απ’ όλη τη σελίδα στην παρούσα μορφή της, όπου γέλασα δυνατά, εδώ ολομόναχος που διαβάζω!

  90. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    88. Αν και ειχα δει προηγουμενως την ιστοσελιδα , αρχισα να γραφω καθημερινα στην Καλυβα με την δημοσιευση αυτου του συντομου διηγηματος

    Η Ελλάδα στον αστερισμό του σοσιαλισμού.

    Μαρτίου 16, 2012 in σχολιαστής, Να (θα) γελάσουμε;

    Οτι ακολουθεί είναι φανταστικό.
    […]

    https://panosz.wordpress.com/2012/03/16/sxoliasths-no-pasaran/#comment-305677

  91. Φανή Μ. said

    Τώρα που νύχτωσε, νομίζω ότι μπορούμε να πούμε την αλήθεια, χωρίς φόβο και πάθος: Και οι δύο συγγραφείς (Ξεροσφύρης + Μαρτίνος) είναι εμφανώς ατάλαντοι. Τους λείπει το προσωπικό στύλ, ο στόχος, η κεντρική ιδέα, ακόμη και η στοιχειώδης γνώση των θεμάτων που διαπραγματεύονται (βλέπε σχόλιο 2). Το αποτέλεσμα είναι πως και οι 3 ιστορίες κουράζουν: Διαβάζονται με πολύ μεγάλη δυσκολία από τον σημερινό αναγνώστη… Μπροστά τους, τα δύο συκοφαντημένα διηγήματα του Παοκτζή κ. Gpoint, η «Σίντυ» και η «Θεία» φαντάζουν σαν πραγματικά αριστουργήματα…

    Μή έχοντας την παραμικρή πρωτοτυπία, Μαρτίνος + Ξεροσφύρης μιμούνται τις χειρότερες ιδιότητες της Γενιάς του 30, μπάς και παρασύρουν κάποιον αδαή που θα πιστέψει πως είναι φτασμένοι λογοτέχνες, επειδή χρησιμοποιούν την φιαχτή παλαιοδημοτική ενός Φώτη Κόντογλου κι ενός Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου… Η καλύτερη συμβουλή που μπορούμε να τους δώσουμε είναι να αποσυρθούν οριστικά από την Λογοτεχνία και να ξοδέψουν τα πολύτιμα τελευταία χρόνια της ζωής τους σε επωφελέστερες ασχολίες

  92. sarant said

    Μην τσιμπάμε, είναι προ-φανής η αιτία του σχολίου

  93. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Συνέχεια ἀπὸ τὸ #74.

    Τώρα εἶναι ἀργότερα
    ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀργὰ
    καὶ ὅσο γιὰ τὰ κότερα
    αὐτὰ ψηλὰ ἀρμενίζουν
    μὲς στοῦ καιροῦ τὰ νέφελα
    καὶ πίσω δὲν γυρίζουν.

    Μόλις γυρίσαμε στὸ σπίτι ἀπὸ κάποια πρωτοποριακὴ παράσταση. Δὲν λέω ποιά· φύγαμε πρίν τὰ μισά. Μπορεῖ νὰ φταίγαμε κι ἐμεῖς.
    Θυμήθηκα τὴν ἀτάκα τῆς «μάνας» ἀπὸ κάποια παρλάτα τοῦ Χάρυ Κλύν:

    «Γιατί βαρᾶνε τοὺς τενζερέδες, παιδάκι μου;»

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια καὶ γιὰ τὶς πληροφορίες ποὺ μοῦ δώσατε, ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημά μου στὸ #61.

  94. Γιάννης Κουβάτσος said

    Που πραγματεύονται, Φανούλα, όχι που διαπραγματεύονται. Είσαι και κλασικίστρια.

  95. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    90. Στο ιδιο ιστολογιο χρονια πριν (2007) ξεκινησε η σειρα χελιδόνα.

    Με αρχη, τη μητέρα – χελιδόνα:

    https://panosz.wordpress.com/2007/03/01/helidona-3/

    Οπως εγραφε ο Καλυβαρχης :

    Φαίνεται ότι το δημιούργημα της αχαλίνωτης έμπνευσης του θείου Ισίδωρου

    εκτός από παρελθόν έχει και μέλλον… 🙂

    Ήταν μια πολύ μακρινή εποχή που στα μπλογκ περνάγαμε καλά. Ο Θανάσημος είχε μιαν ιδέα, να γράψουμε ένα συνεργατικό αφήγημα, όπου ο ένας συγγραφέας θα διαδεχόταν τον άλλον, παίρνοντας τη σκυτάλη. Ιδού τι προέκυψε!

    ΥΓ Δυστυχως την σειρα την γνωρισα το 2012, αλλα ειμαι πολυ ευτυχης που την γνωρισα.

  96. sarant said

    95 Tο έχω ξαναπεί, αλλά θέλω να κάνουμε κι εδώ μια Χελιδόνα, μόνο που με δυσκολεύει η διαδικασία.

  97. loukretia50 said

    96. γιατί όχι ένα χωριστό νήμα ειδικά γι αυτό?
    Να συμπληρώνεται αποκλειστικά και να μένει ζωντανό για όσο τραβάει?

  98. 8, Γιάννης Μαλλιαρός said: …
    14, νεσσίμ said: ….
    15, Γιάννης Μαλλιαρός said: ….
    17, Δημήτρης Μαρτῖνος said: ….

    # Επεσήμανα ένα λάθος, όχι πολύ σημαντικό, αλλά καταλαβαίνω ότι Ξηροσφύρης δεν είναι μοναδικός …φταίχτης.
    # Λοιπόν, μας λεει για «χῶμα μαλακό». Δεν λεει «αρκετά συμπαγές» (προσχωσιγενές ή μη) που μάλλον κύριε Μαρτίνε έχεις υπόψη σου κάτι διλουβιακό και όχι αλλουβιακό =προσχωσιγενές). Τώρα τον λοστό τί τον αναφέρετε (νεσσίμ και Μαλλιαρέ). Άλλες χρήσεις έχει ο καημένος!
    # Όσο για την τσάπα ή τσαπί (Μαλλιαρέ). Ναι. Τσάπα θα μπορούσαμε να πούμε και τον κασμά, πλην όμως ειδική τσάπα για πολύ σκληρά εδάφη κλπ. Αν πας όμως να σκάψεις πηγάδι με τσάπα, μάλλον θα σε δείρουν οι συν-εργάτες!
    # Φτυαράκι λοιπόν. Και δυο είναι τα κυριότερα είδη φτυαριού, που για (χειρονακτικό) άνοιγμα πηγαδιού σε «χῶμα μαλακό», χρησιμοποιούνται και τα δύο. Το ένα (όπερ μακεδονιστί το λέμε λισγάρι) «σκάβει». Με το άλλο πετάχνουμε ή φορτώνουμε το σκαμμένο χώμα. Αυτό το δεύτερο είναι απαραίτητο και όταν σκάβουμε (πηγάδι σε σκληρό έδαφος) με κασμά (πολύ επίπονη δουλειά!)
    # Όσο για την αξίνα=κασμάς και nothing else! Ταύτα λέγουσι και …λεξικά τινα της ελληνικής γλώσσας (που τόσο πολύ αρέσουν στον νοικοκύρη μας!).
    # Συγγνώμη που επανέρχομαι αλλά να: Είναι η αγνή σκληρή άγνοια!

  99. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @92. Πάντως ἄν οἱ Dry Martini χάσουμε τὸ ἑπόμενο Νόμπελ λογοτεχνίας θὰ ξέρουμε ποιός φταίει. 🙂

  100. Αλέξανδρος said

    cascaval λέγεται και στα ρουμάνικα είδος τυριού.
    Ημίσκληρο κίτρινο τυρί από αγελαδινό ή πρόβειο γάλα, που παίρνει το όνομά του από το ιταλικό “caciocavallo”.
    Είναι παρόμοιο με το Ελληνικό κασέρι και το Τουρκικό ksara, ενώ παράγεται και σε πολλές άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία (kashkaval) και η ΠΓΔΜ, αλλά και στον Λίβανο και τη Συρία. Είναι πικάντικο και αλμυρούτσικο με πλούσια γεύση όπου ενίοτε διακρίνει κανείς νότες ελαιολάδου.

  101. Φανή Μ. said

    Αγαπητέ κ. Σαραντάκο (92),

    τώρα που γυρίσατε από την Γάνδη, κι επειδή έχει ξεσπάσει ήδη διαμάχη στο Twitter (κάποιοι αναζητούν ήδη να επέμβη ο ειδήμων Σαραντάκος…) που θα γίνει μεγάλο θέμα τις επόμενες ημέρες, παρακαλώ απαντήστε στο ερώτημα που σάς έθεσα χθές για το χρονογράφημα της κυρίας Έλενας Ακρίτα στα «Νέα» του Μαρινάκη:

    ΓΡΑΦΕΙ η κ. ΑΚΡΙΤΑ: «Στον λαθραναγνώστη λαθραίο είναι το βιβλίο όχι ο αναγνώστης. Στον λαθροκυνηγό λαθραίο είναι το θήραμα, όχι ο κυνηγός. Και όσον αφορά τον λαθρεπιβάτη που δεν έχει πληρώσει εισιτήριο, λαθραία είναι η πράξη του όχι ο ίδιος. Για να μην το κουράζουμε, ένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ λαθραίος, τέρμα.…»

    ΕΡΩΤΗΣΗ: Από καθαρά γλωσσική άποψη, στέκει ή όχι το επιχείρημα της κ. Ακρίτα; Το γεγονός ότι ΟΥΔΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ έχει τολμήσει να απαντήσει στο ερώτημά μου εδώ και 34 ώρες, δείχνει πως η κ. Ακρίτα διέπραξε μνημειώδη γκάφα. Αλλιώς, θα είχαν επέμβει εδώ και ώρες για να με αποστομώσουν ο κύρ Γιάννης ο Κουβάτσος (που δεν κουράστηκε να με διορθώσει στο 94 για το (δια)πραγματεύονται), ο σοφός Νέστωρ του Ιστολογίου κ. Άγγελος, ο κ. Λεώνικος, ο κ. Πέπες, και βεβαίως ο κ. Ιατρού.

    Απαντήστε κ. Σαραντάκο, και μήν αποφεύγετε τα δύσκολα: Γλωσσικά στέκει το επιχείρημα της κ. Ακρίτα;

  102. Πέπε said

    @91:
    > > Η καλύτερη συμβουλή που μπορούμε να τους δώσουμε είναι να αποσυρθούν οριστικά από [συμπληρώστε] και να ξοδέψουν τα πολύτιμα τελευταία χρόνια της ζωής τους σε επωφελέστερες ασχολίες

    Φανή, διάβασε τι έγραψες (αφαίρεσα μία λέξη και διάλεξα ένα απόσπασμα χωρίς ονόματα) και σκέψου αν σου δίνει καμιά ιδέα.

  103. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι, πολύ σωστά. Μπράβο στην κυρία Ακρίτα που το διακηρύσσει από τις στήλες της εφημερίδας του Μαρινάκη.

  104. Πέπε said

    101
    Μας σκότισες. Αν είχε κανείς όρεξη να απαντήσει, θα είχε απαντήσει, είτε από τη Γάνδη είτε από οπουδήποτε.

  105. Πέπε said

    @93:
    > > «Γιατί βαρᾶνε τοὺς τενζερέδες, παιδάκι μου;»

    Πάμε να φύγουμε παιδάκι μου, θα μας φάει η μαϊμού!

  106. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Λαθραία είναι η ανάγνωση. Ούτε ο άνθρωπος ούτε το βιβλίο.

  107. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @98. Κύριε Μπαρτζούδη. Κατ᾿ ἀρχὰς τὰ τοῦ Ξεροσφύρη τῷ Ξεροσφύρῃ καὶ τὰ τοῦ Μαρτίνου τῷ Μαρτίνῳ. 🙂

    Γιὰ τὸ σκάψιμο τοῦ πηγαδιοῦ ἔγραψα ὁ ἴδιος καὶ ὄχι ὁ Ξεροσφύρης.
    Συνεπῶς τὰ ὅποια λάθη εἶναι δικά μου.

    Περιγράφω τὸ σκάψιμο ἐνὸς πηγαδιοῦ σὲ κάποια μικρὴ κοιλάδα τῆς Κύθνου, δημιούργημα τῶν προσχώσεων τῶν χειμάρρων.
    Δέν ἔχω παρακολουθήσει πῶς σκάβουν τὰ πηγάδια στὴν Μακεδονία.
    Τὸ συγκεκριμένο πηγάδι τῆς Κύθνου, πάντως, ἔτσι τὸ ἔσκαβαν. Σὲ ἄλλα μέρη τοῦ νησιοῦ, ὅπου τὸ ἔδαφος ἦταν διαφορετικό, χρησιμοποιοῦσαν ἄλλα μέσα (σφυρὶ, παραμίνα καὶ ἐκρηκτικά).

  108. Γιάννης Ιατρού said

    98: Να παρατηρήσω πως τόσο τα αναφερόμενα εργαλεία όσο και οι τεχνικές απαντούν έτσι μόνο σε βαθιά παγωμένα εδάφη (π.χ. βορείων περιοχών 🙂 ). Στα υπόλοιπα εδάφη, με πιο εύκρατα κλίματα στην περιοχή, είναι όπως τα περιέγραψαν οι συγγραφείς του σημερινού δημοσιεύματος 🙂 🙂

  109. Φανή Μ. said

    Εύγε στην κ. Έφη (106), που τόλμησε να επισημάνει το πρώτο λάθος της κ. Ακρίτα. Λαθραία είναι η ανάγνωση και όχι το βιβλίο όπως γράφει η ίδια, προφανώς από βιασύνη

  110. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @105. Ἐμεῖς στοὺς τεντζερέδες φύγαμε· τὴ μαϊμοῦ δὲν τὴν εἴδαμε. 🙂

  111. cronopiusa said

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    96. Αν βάλουμε μια μέρα της εβδομάδας ή κάθε δυο εβδομάδες που θα είναι της Χελιδόνας; Με κάποιους κανόνες έστω χαλαρούς (φροντίδι νοταρίου :)) γιατί θα μπαίνουν τ΄ ασβούδια γι΄ ανακατοσούρα.

  113. sarant said

    104 Έτσι!

    96-112 Το θέμα είναι πως όσοι δεν έχουν όρεξη/έφεση για στιχουργική εκείνη τη μέρα θα είναι αποκλεισμένοι. Θέλει σκέψη.

  114. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    113β. θα συμπληρώνουν την επόμενη

    20. Στα βαθιά του πηγαδιού,όταν έχει βρεθεί το νερό κι έχει πολλά μάτια, η τσάπα είναι απαραίτητη. Σκάβει πια σε ολόγρο χώμα, μέσα στα νερά. Είναι η φάση που ενεργοποιείται η απορρόφηση/απάντληση για να μπορεί να δουλέψει αυτός που σκάβει. Στις πρώτες τσιμεντοκουλούρες, που καταλήγουν πατήτικες βέβαια, αφήνουμε οπές γύρω γύρω για να μπαίνει το νερό από το έδαφος μέσα στο μπετονένιο πηγάδι. Όσο κατεβαίνει/βαθαίνει ακούγονται να κελαηδούν τα νερά μέσα από αυτά τα ανοίγματα, που γίνονταν από κονσερβοκούτια στρογγυλά «διαμπερώς» τοποθετημένα στο καλούπι πριν χυθεί το μπετό.

  115. Alexis said

    #112: Κάθε δεύτερη βδομάδα να υπάρχει μια μέρα αφιερωμένη στους λαϊκούς στιχοπλόκους, ποιητάρηδες, ριμαδόρους κλπ.
    Τα καλύτερα της χρονιάς θα μαζεύονται στο τέλος σε σπέσιαλ εορταστική ανάρτηση και ειδική κριτική επιτροπή (λέγε με Νικοκύρη) θα απονέμει τα βραβεία «παρα-ποίησης» 2018-19 κ.ό.κ.
    Την όλη διαδικασία θα εποπτεύει από το σκοτεινό υπόγειο ο γνωστός χωροφύλαξ…

  116. Alexis said

    #113β: Θα μπορούν να σχολιάζουν ελευθέρως βεβαίως και άνευ στίχων.

  117. Γιάννης Ιατρού said

    114b Συνήθως από (τετραγωνικής διατομής) καδρονάκια, 5Χ5 ή 10Χ10 Βγαίνουν πιό εύκολα μετά, τα κουτάκια σφηνώνουν και μετά μπορεί να βγάζουν σκουριές, αν μείνουν μέσα (και να έχουμε «ιαματικά» νερά απ΄το πηγάδι).

  118. loukretia50 said

    116. Noμίζω πως το καλύτερο είναι η αλληλεπίδραση. Δηλαδή κόντρες – διάλογοι, πάνω σε μια βασική ιστορία σε συνέχειες, παραλλαγές σε θέματα / λέξεις- κλειδιά που θα δίνονται και θα την ανατροφοδοτούν, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα να μπορεί να αναρτήσει κάποιος ένα συμπλήρωμα, σε άλλη χρονική στιγμή…
    Τόσοι υπάρχουν που μπορούν να συμμετέχουν, αρκεί να θελήσουν.

  119. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    117. Όοι! Δεν τ΄άφηνε βέβαια να μείνουν να σκουργιάσουν! Τα έβγαζε με την πένσα . Λυγίζουν και «ξεκουπίζουν» εύκολα. Τα καδρόνια μπορεί να «πιουν» και να φάνε ώρα να βγουν ξερωγώ. (Υποθέτω τώρα-απ΄όσα είδα.)

  120. loukretia50 said

    Dry/Martini
    Condimenti / linguini
    Vino brusco / fettuccini

    Soutzucckini!

    Ευχαριστούμε!

  121. 107, Δημήτρης Μαρτῖνος said: ….
    # Καλά, γιατί κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; Η κουβέντα γίνεται για το «χῶμα μαλακό» του Ξεροσφύρη και όχι για Κύνθο, μύνθο κλπ, κλπ!

    108, Γιάννης Ιατρού said: ….
    # Ούτε συ διάβασες το «χῶμα μαλακό»; Τί τα …θέλουμε τα παγωμένα και τον…Βόρειο παγωμένο ωκεανό;

  122. Για την ευγένεια μακεδονιστί δεν έχετε λέξη φαντάζομαι 🙂

  123. Alexis said

    Μισό λεπτό κ. Μπαρτζούδη γιατί μας έχεις πρήξει από χθες το πρωί με τα τσαπιά, τις αξίνες, τους κασμάδες, τα φτυάρια, τα λισγάρια και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο θα θυμηθείς.
    Σε κανένα μέρος του κόσμου και σε κανενός είδους χώμα δεν χρησιμοποιούμε το φτυάρι για να σκάψουμε. Το σκάψιμο γίνεται με τον κασμά, την τσάπα, το τσαπί, την αξίνα, το σκαλιστήρι, το λισγάρι, το μπέλι, αλλά όχι με το φτυάρι.
    Το φτυάρι (το λέει και τ’ όνομά του) το χρησιμοποιούμε για να φτυαρίζουμε, να μαζεύουμε δηλαδή και να απομακρύνουμε τα προϊόντα της εκσκαφής.
    Αυτό που θέλησες να μας πεις στο σχόλιο 98 ότι χρησιμοποιείται για σκάψιμο, λέγεται λισγάρι (ξηρομεριστί) ή μπέλι (ηπειρωτιστί).
    Κανένας από αυτούς που το χρησιμοποιούν δεν το λέει «φτυάρι»:

    Αλλά και «φτυάρι» να το πεις ή ακριβέστερα «είδος φτυαριού», δεν σκάβεις με αυτό, ούτε ανοίγεις πηγάδια σε ακατέργαστο έδαφος.
    Προσπάθησε να σκάψεις πηγάδι με το λισγάρι και άμα τα καταφέρεις να μου τρυπήσεις τη μύτη.
    Το λισγάρι χρησιμοποιείται αποκλειστικά για βαθιά αναμόχλευση του εδάφους σε κήπους, περιβόλια κλπ., και απαραίτητη προϋπόθεση είναι το έδαφος να είναι αρκετά μαλακό, να έχει προηγηθεί βροχή ή να το διαβρέξεις καλά πριν.

  124. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Georgios Bartzoudis (#121).

    Κύριε Μπαρτζούδη.

    Ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μήν προσέξατε καλά, σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ «χῶμα μαλακό» ὑπάρχει μόνο στὸ δικό μου ἀφήγημα καὶ ὄχι σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ δύο διηγήματα τοῦ Ξεροσφύρη.

    Πρὸς ἐπίρρωσιν παραθέτω τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα, ὅπως δημοσιεύεται.
    (Ἕχω τονίσει τὰ σημεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν τὸν προηγούμενον ἰσχυρισμό μου).

    » Μπύρα! του Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος σημειώνει:

    Τὸ μικρὸ αὐτὸ ἀφήγημα γράφτηκε τὸ βράδυ τῆς Τετάρτης, τρεῖς τοῦ Ὀκτώβρη τοῦ ᾿18, μὲ ἀφορμὴ τὸ ἄρθρο τοῦ Ν. Σαραντάκου «Μπίρα με φιστίκια ή το επίμονο ύψιλον».

    Μπύρα!

    Ὁ Νικολὸς ἤτανε πεντέξι χρονῶν ὅταν ἄνοιγαν τὸ πηγάδι στὸ καμπί, μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους. Τὸ χῶμα μαλακό, τό ᾿σκαβαν μὲ τὶς ἀξίνες καὶ πετοῦσαν τὰ μπάζα ἔξω μὲ τὰ φτυάρια…»

    Ἐπὶ πλέον, ἀκόμα καὶ στὸ δικό σας σχόλιο, τὸ «χῶμα μαλακό» εἶναι γραμμένο σὲ πολυτονικό, ἐπειδὴ προφανῶς τὸ ἀντιγράψατε καὶ τὸ ἐπικολλήσατε ἀπὸ τὸ πρωτότυπο κείμενο.

    Στὴν συγκεκριμένη ἀνάρτηση μόνο τὸ δικό μου διήγημα εἶναι γραμμένο σὲ πολυτονικό.

    Ὁ Ξεροσφύρης γράφει σὲ μονοτονικό.

    Τέλος τὸ ὄνομα τοῦ νησιοῦ καταγωγῆς μου εἶναι Κύθνος καὶ ὄχι Κύνθος, ὅπως γράφετε στὸ σχόλιό σας.

  125. loukretia50 said

    124. Το «Κύνθος» είναι προφανώς επιρροή από άλλο τοπωνύμιο, πχ
    «Ανασκαφική έρευνα στο νεολιθικό οικισμό Κολοκυνθού, Δήμου Αλιάκμονα Καστοριάς» https://www.culture.gr/el/service/SitePages/view.aspx?iID=1404

    Εκτός αν παίζει αυτό :

  126. loukretia50 said

    123 Κανένας από αυτούς που το χρησιμοποιούν δεν το λέει «φτυάρι»

    Θα ήταν κάζους «μπέλι»?

  127. Γιάννης Ιατρού said

    Αμάν ρε σεις, πέσατε όλοι να τον φάτε τον άνθρωπο 🙂
    123: Αλέξη, έχει κι ένα με ίσια μύτη, σαν αυτό της φωτογραφίας. Σκάβεις (σε μικρό βάθος βέβαια, 30-40 πόντος) και μ΄ αυτό σε μαλακό χώμα (και σε βρεμμένο πηλό).

  128. voulagx said

    #123 @Alexis: Ναι! Εμεις το λισγαρι το λεμε πατητο και το χρησιμοποιω για να σκαψω τον κηπο.

  129. Γιάννης Ιατρού said

  130. sarant said

    Και πού να είχαμε και άρθρο για το φτυάρι.

    Απαγορεύεται το πτύειν, πάντως!

  131. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μη μαλώνετε, άλλοι αλλού λένε αλλιώς άλλα!

    πχ. Παλάμη λέμε εμέις το σύνηθες φτυάρι («μερδικές παλαμιές χώμα παίρνομε και φεύγομε από τούτο το γκόσμο» 🙂 ) .
    Φτυάρι (φτυγιάρι) λέμε το φουρνιστήρι, εκείνο το πλακουτσό με το μακρύ βραχίονα που μπαινοβγάνουν ψωμιά και ταψιά στους ξυλόφουρνους.

  132. loukretia50 said

    Προσοχή΄με τα φτυαράκια…

  133. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Λέμε κάτω,
    σκαπέτι τη σκαλίδα, σκαπετάκι το σκαλίδι ,αλλά το σκαλιδάκι,σκαλιδάκι 🙂
    Μανάρα(η) το τσεκούρι, μανάρι το μέτριο τσεκούρι, μαναράκι το τσεκουράκι.
    Μαναροσκαλίδα ή μαναροσκάπετο* (από τη μια τσεκούρι,από την άλλη σκαλίδα), η αρχαία αξίνη.
    Κι εγώ αξίνα (επειδή δεν τη λέγαμε στο χωριό) μου είχε κολλήσει ότι είναι η τσουγκράνα ( μάλλον επειδή … ξύνει η αξίνη; 🙂 ) . Εδώ τα ξεκαθάρισα 🙂 .
    https://sarantakos.wordpress.com/2013/02/05/7kalokairia-27/#comment-156885

    * υπάρχει και μπικοσκάπετο , σκαλίδα και μυτερή σκαλίδα από την άλλη

  134. dryhammer said

    124. Έχεις ιδέα από βουργαροκέφαλους; (Ακόμα και οι Αλβανοί, αλλά και οι Αρβανίτες, υποκλίνονται στην ξεροκεφαλιά τους)

  135. 122, Δύτης των νιπτήρων said: « Για την ευγένεια μακεδονιστί δεν έχετε λέξη φαντάζομαι»
    # Όχι. Την αγένεια πάντως τη βρίσκουμε κάνοντας βουτιά στους νεροχύτες (έτσι είναι μακεδονιστί το …επώνυμό σου!)

    123, Alexis said…
    # Ξηρομερίτη, κοίταξε μην μείνεις αφτυάριαστος εφόρου ζωής! Και μην …πρήζεσαι διότι θα σκάσεις!

    124, Δημήτρης Μαρτῖνος said…..
    # Εντάξει, και με το μπαρντόν. Ότι λεω για τον Ξηροσφύρη ισχύει για σένα! Στην ουσία αλλάζει τίποτα;;

    134, dryhammer said: «Έχεις ιδέα από βουργαροκέφαλους; …
    # Ώπα! Τα βρήκαμε τα …χαμουτζίκια …ξηροκρούστη!

  136. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κύριε Μπαρτζούδη, και με το μπαρδόν, οι πιο πολλοί στραβώνουμε και αρπαζόμαστε κάποιες φορές εδώ μέσα, αλλά εσείς έχετε μια μόνιμη ξινίλα. Είναι αυθόρμητη ή είναι στυλ και ύφος που τα έχετε δουλέψει με μεγάλη, ομολογώ, επιτυχία; 👍

  137. ΣΠ said

    122
    Πώς, έχουν. Είναι учтивост.

  138. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @135γ. Georgios Bartzoudis said:

    » 124, Δημήτρης Μαρτῖνος said…..

    # Εντάξει, και με το μπαρντόν. Ότι λεω για τον Ξηροσφύρη ισχύει για σένα! Στην ουσία αλλάζει τίποτα;; »

    Χαίρομαι ποὺ μετὰ ἀπὸ δύο λεπτομερεῖς καὶ τεκμηριωμένες ἀπαντήσεις μου (#107 καὶ #124) τοὐλάχιστον μοῦ ἀποδώσατε τὴν πατρότητα τοῦ γραπτοῦ μου. 🙂

    Χρειάστηκε ἀρκετὴ προσπάθεια ἐκ μέρους μου νὰ σᾶς πείσω γιὰ τὸ προφανές, ὅπου μιὰ ἁπλῆ ἀνάγνωση τοῦ κειμένου ἦταν ἀρκετή.

    Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐλπίζω νὰ σᾶς πείσω γιὰ κάτι ποὺ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, δηλαδή, πῶς ἔσκαψαν τὸ συγκεκριμένο πηγάδι στὸ συγκεκριμένο σημεῖο τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας μου.
    Βλέπετε δὲν ἔχω κάποιο πειστήριο (βίντεο, φωτογραφίες κλπ), παρὰ μόνο τὸν λόγο μου.

    Προφανῶς ἐσεῖς ξέρετε καλύτερα.

  139. Εντάξει, πείστηκα όσον αφορά το ερώτημά μου. Τουλάχιστον αυτοί που ξέρω εγώ, είτε λαλούν ελληνιστί είτε, τέλος πάντων, σλαβιστί είναι από φυσικού τους ευγενέστατοι.

  140. loukretia50 said

    «Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα».

    Η δική μου γιαγιά έλεγε κάποιες φορές ότι «μιλάει η φωτιά» άρα θα έχουμε νέα.
    Μούτζα δε θυμάμαι, πιθανό να περίμεναν να ακούσουν πρώτα τι έγινε…

  141. Γιάννης Ιατρού said

    140: χαχα, τα κακά πνεύματα

  142. νεσσίμ said

    Στα «χαμουτζίδικα» πάντως αυτό το «σκαπτικό» φτυάρι το λένε πατόφτυαρο
    (με τα διάφορα ντόπια ονόματα άρχισα να αμφιβάλλω :))

  143. 138, Δημήτρης Μαρτῖνος said:…

    # Μαρτίνε, μια και επιμένεις να μην δέχεσαι ένα ΛΑΘΟΣ που βγάζει μάτι («τὸ χῶμα μαλακό, τό ᾿σκαβαν μὲ τὶς ἀξίνες», για ν’ ανοίξουν πηγάδι), θα στα πω πιο χύμα:
    Δεν αμφισβητώ την πληροφορία σου ότι «είδες με τα μάτια σου» να σκάβουν με αξίνα (κασμά) ένα πηγάδι στην πατρίδα σου. Έτσι σκάβουν πηγάδια (και όχι μόνο) στα σκληρά ή πετρώδη εδάφη. Εσύ όμως, ατυχώς, στο διηγηματάκι σου έχεις βάλει «χῶμα μαλακό».
    Αν εξακολουθείς να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, σε προτρέπω να κάνεις μια …άσκηση (με τη βοήθεια κανενός …Ξηρομερίτη): Πάτε να σκάψετε πηγάδι σε «χῶμα μαλακό». Και άιντε, ξεχάστε τον κασμά και πάρτε μια κοινή τσάπα (έχει τέτοιες ο Ξηρομερίτης). Μόνο που, όταν φτάσετε σε βάθος μεγαλύτερο από …10 πόντους, αφήστε την τσάπα και πιάστε φτυάρι (φτυάρι κοινό και όχι λισγάρι. Το «χῶμα μαλακό» γαρ!). Πετάξτε λέω την τσάπα, διότι οι συν-εργάτες Ξηρομερίτες είναι …Ρουμελιώτες παλλικάρια αλλά είναι και ολίγον τι αψείς. Θα σας ξυλοφορτώσουν! (Καλά, ψάχνω να βρω αυτόν που γράφει …ευγενικά, αλλά δεν τον βρίσκω).
    Κατά τα λοιπά, όταν μπερδεύεσαι με (χαμουτζίδικα) ξεροσφύρια, πρέπει να περιμένεις μπερδέματα!

    # Για τους …νεροχυτοβουτηχτάδες. σιγμαπίδες και νεσσίμιδες (σχόλια137, 139, 142) έχω να πω ότι είναι καλοί στα τσιπρομακεδόνικα, αλλά το όποιο πρόβλημα τους είναι …δικό τους!

    # Μας ξίνισε κι ο Κουβάτσος (σχόλιο 136) αλλά …δάσκαλε τί να κάνουμε; Εσύ όταν συναντάς κανένα μαθητή ανεπίδεκτο μαθήσεως τί κάνεις; Ξινίζεις ή …γλυκίζεις;

  144. dryhammer said

    Κον ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΤΙΝΟ:

    Δημόσια πια μη μου μιλάς.
    Με πρόγραψε ο Παύλος Μελάς.
    Τι κι αν κρυφτείς στο Άγιονόρος,
    χαρακτηρίστηκες συνοδοιπόρος

    Σαν θάρθουν τούμπα οι καιροί
    κι εκείνος θριαμβεύσει
    το πονεμένο σου κανί
    κανείς δεν θα θωπέυσει.

    Στον τοίχο πριν με στήσουνε
    για να με τουφεκίσουνε,
    Να μ΄ αποκηρύξεις! Βιάσου!
    Σκέψου πια, και τα παιδιά σου!

    Το πτώμα θα σκυλέψουνε
    στον τάφο μου θα χέσουνε.
    Τέτοια τ΄ανθέλληνα η θανή
    (προσυπογράφει κι η Φανή)

    Διαπρύσιος ευχέτης υμών
    Dryhammer
    o επί ξηρών κεφαλών (ματαίως) κρόυων

  145. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @143. Τὸ εἶχα προβλέψει ἀπὸ τὸ προηγούμενο σχόλιό μου (#138).

    Δὲν συνεχίζω γιὰ νὰ μήν κουράσω τοὺς ἀναγνῶστες μὲ μιάν ἀνούσια διαφωνία.

    Καλή σας μέρα.

  146. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Dryhammer (#144).

    Καὶ νὰ τὸ θέλω δὲν μπορῶ
    μαζί σου νὰ μήν συνομιλῶ.
    Φαίνεται πὼς μᾶς δένει κάποιο κάρμα
    νὰ σκεπτόμαστε μαζὶ τὸ ἴδιο πράγμα.*

    * Σχεδὸν ταυτόχρονα ἀπαντήσαμε σήμερα, σχεδὸν ταυτόχρονα γράψαμε μικρά, εὐτράπελα διηγήματα· κι ἄς μὴν ἔχουμε συναντηθεῖ ποτὲ ἀπὸ κοντά.

    Τυχαῖο; Δὲ νομίζω

  147. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κύριε Μπαρτζούδη, εδώ δεν μιλάμε για μαθητές ανεπίδεκτους μαθήσεως, ούτε καν μεταφορικά.Ο γλυκός ο τρόπος είναι καλύτερος και στη διαφωνία. Και σας το λέω εγώ που έχω λογοφέρει χοντρά αρκετές φορές, αλλά ποτέ με ανθρώπους σαν τον Δημήτρη Μαρτίνο και τον Ξεροσφύρη.

  148. ΓιώργοςΜ said

    147 Η γιαγιά μου έλεγε «Αν κάποτε έχεις άδικο, φώναζε πιο δυνατά, μπορεί να περάσει το δικό σου».

    Για την ουσία της διαφωνίας, όποιος έχει δουλέψει φτυάρι, πατόφτυαρο, τσάπα και κασμά ξέρει πως οτιδήποτε πιο πυκνό από καλά βρεγμένο χώμα ή άμμο χρειάζεται κάτι παραπάνω από φτυάρι, και αντιπαρέρχεται μετά θυμηδίας. Κρίνω εξ ιδίων.

    Για το ύφος, Κλαζομενές… Ίσως κάποια υποαποικία Βορείου Ελλάδος 🙂

  149. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μὲ τὸ ψαλίδι.
    Ἕνα θαλασσινὸ παραμύθι

    Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἤτανε δυὸ ἀδέλφια. Καλὰ παιδιά, προκομμένα. Ποτὲ δὲ φοβηθήκανε τὴ δουλειά.

    Μοναχὰ ἕνα κακὸ εἴχανε· δὲ συμφωνοῦσαν σὲ τίποτα. Ἄσπρο ὁ μεγάλος, μαῦρο ὀ μικρός· μέχρι νὰ κουραστεῖ ὁ μεγάλος καὶ νὰ κάνει πίσω.

    Κάθε μέρα πηγαίνανε γιὰ ψάρεμα μὲ τὴ βάρκα τους. Μὲ τὰ κουπιά· κι ἄν βοηθοῦσε ὁ καιρὸς κάνανε τὸ πανάκι,

    Ἕνα πρωί, πάνω ποὺ σηκώνανε τὰ δίχτυα, χάλασε ὀ καιρός. Ὁ μικρὸς σήκωνε στὴν πλώρη κι ὁ μεγάλος στὰ κουπιά· μὲ τὸ ζόρι κρατοῦσε τὴ βάρκα πάνω στὸν καιρό.

    Κάποια στιγμὴ τὰ δίχτυα μπλέχτηκαν στὸ βυθὸ καὶ δὲν ἀνέβαιναν μὲ τίποτα.
    «Πιάσε τὸ μαχαίρι καὶ κόψε τα!» φώναξε ὁ μεγάλος, δείχνοντας μὲ μιὰ κίνηση τοῦ κεφαλιοῦ τὸ μαχαίρι ποὺ εἶχαν καρφωμένο στὴν κουπαστή, δίπλα στὸν μικρό, γιὰ τέτοιες καταστάσεις.

    «Ὄχι τὸ μαχαίρι, θὰ τὰ κόψουμε στραβὰ καὶ δὲν θὰ μποροῦμε νὰ τὰ ματίσουμε· πιάσε τὸ ψαλίδι!» ἀπάντησε ὁ μικρὸς.

    «Δέν μπορῶ ν᾿ ἀφήσω τὰ κουπιά· θὰ μᾶς διπλαρώσει καὶ θὰ μᾶς πνίξει!» ἀπάντησε ὁ μεγάλος.

    «Μὴ φοβᾶσαι, θὰ τὴν κρατήσω ἐγὼ τὴ βάρκα· ἀπὸ τὰ δίχτυα!» ἀπάντησε ὁ μικρός, τυλίγοντας τὸ δίχτυ στὸ χέρι του.

    Ὁ μεγάλος ἤξερε πὼς δὲν θὰ τοῦ ἄλλαζε γνώμη μὲ τίποτα. Ἄφησε τὰ κουπιὰ κι ἔσκυψε στὸ ἀμπάρι νὰ πιάσει τὸ κασελάκι μὲ τὰ ἐργαλεῖα.

    Ὅμως τὸ κακό δὲν ἄργησε νὰ γίνει. Μιὰ χοντρὴ θάλασσα καβάλησε τὴν πλώρη καὶ πῆρε μαζί της τὸ δίχτυ μαζὶ μὲ τὸν μικρὸ ποὺ εἶχε τυλίξει τὸ ἕνα χέρι του μ᾿ αὐτό.

    Τὸ μόνο ποὺ πρόλαβε νὰ δεῖ ὁ μεγάλος, πρὶν ἡ θάλασσα καταπιεῖ τὸν ἀδελφό του, ἦταν τὸ ἄλλο χέρι του μὲ τὰ δυό δάχτυλα ν᾿ ἀνοιγοκλείνουν σὰν ψαλίδι.

  150. sarant said

    149 Ωραίο Μήτσο, σαν τις παλιές λαϊκές διηγήσεις

    «Μια χοντρή θάλασσα», ε;

  151. Pedis said

    # 149 – ωραία η ιστορία και διδακτική …

    πάντως, εδώ το φτυάρι θα έκανε δουλειά: να τού δώσει μια στο κεφάλι να τού το ξεκουνήσει λιγάκι, αντίθετα, φαντάζομαι, η αξίνα δεν ενδείκνυται.

  152. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    151β. 😉

  153. νεσσίμ said

    149. Τι ωραίο!

  154. giorgos said

    Oί ίστορίες τού Dryhammer καί τού Δ.Μαρτίνου ,είναι απ’ αυτές πού πρώτα λές εύχαριστώ καί μετά τίς διαβάζεις .
    149 .Πολύ ωραίο .

  155. giorgos said

    Kαί είσαι 100% σίγουρος πώς δέν έχεις κάνει λάθος .

  156. 147, Γιάννης Κουβάτσος said: «εδώ δεν μιλάμε για μαθητές ανεπίδεκτους μαθήσεως…»

    # Όπως, μπορείς να διαπιστώσεις, από την αρχή (πρώτο ή δεύτερο σχόλιό μου) είπα ότι πρόκειται για λαθάκι, που δεν το θεωρώ και σημαντικό. Άλλοι το σήκωσαν. Δεν γνωρίζω τους δυο κυρίους που λες. Ευθαρσώς και κοσμίως είπα εξαρχής ότι δεν μου άρεσαν τα διηγηματάκια τους. Επίσης, γνωρίζω, ότι όποιος γαργαλά αυτιά κάνει κακό στον …γαργαλούμενο!

    148, ΓιώργοςΜ said…
    # Συνονόματε, «έξεστι …και ασχέτοις ασχημονείν»!

    149, Δημήτρης Μαρτῖνος said:…
    # Ωραία ιστορία. Θα έλεγα όμως, «δάσκαλε που δίδασκες και λόγον δεν εκράτεις»!

    151, Pedis said….
    # Να ένας …ευγενικός που αναζητούσε κάποιος! (πώς λέγεται αυτός-η-ο που δεν αντέχει στο λόγο;;). Άιντε …καλή προκοπή και στα ριγκ!

  157. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @156. Κύριε Μπαρτζούδη, σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴ βοήθειά σας νὰ ξεπεραστοῦν τὰ 150 σχόλια (ἀριθμὸς ἀξιοπρεπέστατος) γιὰ τὰ τρία διηγηματάκια μας, ποὺ δὲν σᾶς ἄρεσαν κιόλας.

    Ἐπὶ πλέον μοῦ δώσατε τὴν ἔμπνευση νὰ γράψω μιὰ μικρήν ἱστορία (στὸ σχόλιο 149) ποὺ κι ἐσεῖς τὴ βρήκατε ὡραία.

    Σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοηθᾶτε νὰ γίνομαι καλύτερος.

  158. Νάχεις σταματήσει το διάβασμα στο 97 και να σου απαντάνε στο 98! Αυτό κι αν είναι.
    Λοιπόν, για τα δικά μας χωριά (και για όσο υπάρχουν οι εικόνες):
    Κασμάς
    Τσαπί
    Τσάπα
    Φτυάρι
    Αξ’ναρ (= μικρή αξίνα, το τσαπάκι). Από κει και πέρα υπάρχει σε παραλλαγή το δικέλι (με δυο δόντια απ’ τη μια) ή το σκαληστήρι.

    Αυτά ξέρω, αυτά μολογώ.

  159. 149 Τι μου θύμισες τώρα! Μια παρόμοια ιστορία πούλεγ’ ο πατέρας μου, μόνο που ήταν για ξεροκέφαλη γυναίκα. Δεν την καλοθυμούμαι και δεν ξέρω αν την προσάρμοσες για να είναι «πολιτίκαλι κορέκτ» 🙂

  160. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @159. Ἔτσι ἀκριβῶς, Γιάννη. 🙂

  161. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    157 – Χαρά στο κουράγιο σου Δημήτρη. 🙂 Μαλακά χώματα υπάρχουν αρκετά, είναι η άμμος, το αφράτο του κήπου σκάβεται πατητά με μυτερό φτυάρι σαν πτυοσκάπανο (το θυμάται κανείς; 🙂 ) είναι κι αυτό που με μιά τσαπιά ή κασμαδιά βγαίνει μεγάλο κομμάτι, ΣΚΑΒΕΤΑΙ εύκολα δηλαδή. Προφανώς στο μέρος που έσκαβαν οι εργάτες με κασμά για το πηγάδι το χώμα ήταν τέτοιο, αλλιώς θα το φτυάριζαν από την αρχή, (τα φτυάρια δίπλα τα είχαν) εκτός κι αν ήταν από την Μακεδονία που όλα τα μαλακά χώματα τα φτυαρίζουν. 🙂

    159 – Kι εγώ με ξεροκέφαλη γυναίκα το ξέρω, που της κόψανε την γλώσσα.

  162. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @162α. Ἐξόρυξη σχολίων (comment mining, ὅπως λέμε data mining) κάνω, Λάμπρο μου. Μὲ τὸ κομμάτι (τὸ σχόλιο) πληρωνόμαστε. :).

  163. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Διόρθωση τοῦ 162: @162α. Ἐξόρυξη σχολίων (comment mining, ὅπως λέμε data mining) κάνω, Λάμπρο μου. Μὲ τὸ κομμάτι (τὸ σχόλιο) πληρωνόμαστε. :).

    @161α. Ἐξόρυξη σχολίων (comment mining, ὅπως λέμε data mining) κάνω, Λάμπρο μου. Μὲ τὸ κομμάτι (τὸ σχόλιο) πληρωνόμαστε. 🙂

  164. Ειρήνη ημίν!

  165. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δεν πήρα χαμπάρι τον εδώ ξετυλιγμένο «διάλογο» κι ούτε τον όμορφο παραμυθιόμυθο του κου Μαρτίνου. Ανοίγοντας αργά αργά. έπεσα πρώτα πάνω σ΄αυτό (από ανεξήγητη επιλογή του πισί 🙂 ) και, φανταστείτε δεν πρόσεξα ότι είναι χθεσινό κι ούτε ότι ήταν στο λογοτεχνικό νήμα. Νόμιζα γράφτηκε σήμερα, για τα σημερινά…
    Αυτό φανερώνει και τη δύναμη της μικρής ιστορίας. Ευχαριστούμε!

  166. Γιάννης Ιατρού said

    Παρακαλώ, το θέμα να τεθεί (με την προσήκουσα εισήγηση) στην προσεχή γενική συνέλευση 🙂 🙂

  167. loukretia50 said

    149. Όμορφη ιστορία με πικρό τέλος… όπως συχνά η ζωή. Όπως και η ΕΦΗ- ΕΦΗ, μόλις τώρα την είδα, χωρίς να διαβάσω τα σημερινά και τα προηγούμενα. Αυτό που εγώ ένοιωσα – μόνο ο ευγενής Δον Μαρτίνεζ θα μας πει, αν θέλει – είναι η αγάπη των δύο αδελφών, παρά τις συνεχείς αντιθέσεις. Ο μεγάλος πίστευε πως είναι σίγουρα λάθος, αλλά δέχτηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή του μικρού. Μπορούσε να μην το κάνει, η ώρα ήταν κρίσιμη,
    Ο μικρός, ακόμα και την ώρα που χανόταν, πίστευε πως έχει δίκιο και ήθελε ο αδελφός του να σώσει τουλάχιστον τα δίχτυα…για το αύριο, για τη ζωή μετά…
    Λάθος, ναι, όμως δεν το βλέπω σαν απλό, επίμονο κόλλημα, πέφτω τόσο πολύ έξω?

  168. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γιαννη, Γ.Σ; Και δεν έχω δικά μου ρακόκρασα γμτ! Ο πατέρας μου από πέρυσι δεν καζανεύει πια . Οι αποδέλοιποι της οικογένειας δεν ενδιαφέρονται για το θέμα. Για αγορασιμιά, άλλο καπέλο 🙂

    161α Λάμπρο, μεταξύ μας, άμα πηγαίναμε να σκάψουμε πηγάδι, υπήρχε περίπτωση να μην έχουμε μαζί και αξίνα και φτυάρι και τσαπί και και ; 🙂 🙂 . Δε θέλω να μ΄απαντήσει κανένας άλλος -ούτε κι ο Λάμπρος -αλλά στο βολικόνε το λέω 🙂

    167 Λου, Σωστό κι αυτό, αφού δεν κατάφεραν να συντονιστούνε, για να κάνουν μαζί τη σωτήρια επιλογή,τη σωστή στιγμή 😦

  169. loukretia50 said

    κ.Μπαρτζούδη
    «Ειρήνη Υμίν» ? εσείς απ΄έξω?
    το «βάζω φωτιά και φεύγω» πώς το λέτε μακεδονιστί?

  170. loukretia50 said

    Ω! η προχωρημένη ώρα!
    κ.Μπαρτζούδη, παρασύρθηκα!
    Συγνώμη , είδα το «η» σαν «υ» ! Και ούτε καν μοιάζουν!

  171. Πέπε said

    Σαν την ιστορία με το ψαλίδι έχω διαβάσει (σε βιβλίο με παραμύθια της Λέσβου) μια παρόμοια, που ο γέρος θέλει να πάνε να θερίσουν με το δρεπάνι κι η γριά με το ψαλίδι. Κάπως καταλήγει η γριά να πνίγεται (την πέταξε σε κάνα πηγάδι ο γέρος επειδή τον έσκασε; …δε θυμάμαι) και η τελευταία της «κουβέντα» ήταν η χειρονομία με το ψαλίδι.

  172. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    171 Πέπε. Ναι ! (βλ. και σχ.159/160) Πόσο μαστόρικα το προσάρμοσε όμως ο κ.Μαρτίνος!

    Από την πτυχιακή εργασία
    «Η γιαγιά στο λαϊκό παραμύθι ως αφηγήτρια
    και ως δρων πρόσωπο.»
    http://ir.lib.uth.gr/handle/11615/13187
    ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ (12)
    Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά και εφιλονικούσαν πάρα
    πολύ. Λοιπόν ήρτε καιρός όπου θέριζαν και ο γέρος έλεγε της
    γριάς, ότι οι άνθρωποι θερίζουν με το κοφτερόν (1). Αυτή του ­
    λεγε πως είναι άμυαλος και πως δεν θερίζουν με το κοφτερόν παρά
    μόνον με το ψαλίδι και ο γέρος εθύμωσε και της ξανάπε πως δεν θερίζουν με το ψαλίδι αλλά με το κοφτερόν.Η γριά όμως εχτυπούσε τους γρόθους της κι εφώναζε «με το ψαλίδι θερίζουμε, με το ψαλίδι» και έτσι ο γέρος οργίστη και έπιασε και την έδεσε και την κατέβασε μες το πηγάδι και τη βούτησε μες στο νερόν και της έλεγεν απ’ επάνω να πει την αλήθεια αλλά αυτή εφώναζε το ίδιον, και έπιασε και την έχωσε μεσ’ στο νερό όλην, αλλά πάλι αυτή, το γουδί και το γουδοχέρι και έξω πρόβαλε το χέρι της απ’ το νερό και τού ‘δείχνε το ψαλίδι.
    Ο γέρος ο καμένος εφοβήθη να μη πνιγεί και την ανέσυρε απάνω και ήθελε και δεν ήθελε εδάγκανε τα χείλια του και δεν έλεγε της γριάς πλια τίποτε.
    1.το δρεπάνι

  173. Alexis said

    #149, 159, 172: Η έκφραση «με το ψαλίδι» ήταν σχεδόν παροιμιακή στην οικογένειά μου, την έλεγαν συχνά οι γονείς μου όταν κάποιος επέμενε πεισματικά σε κάτι εντελώς παράλογο.
    Κι εγώ με αντρόγυνο την ξέρω την ιστορία, έτσι όπως την είχα ακούσει από τη μάνα μου, αρκούντως …φαλλοκρατική και καθόλου …πολιτικά ορθή για τα σημερινά δεδομένα. Αλλά έτσι ήταν πολλές από τις παλιές λαϊκές διηγήσεις, παραμύθια, παροιμίες κλπ.
    Η ιστορία, έτσι όπως την ξέρω εγώ:

    Ήταν ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο που το μοναδικό του πρόβλημα ήταν ότι τσακώνονταν συχνά για ασήμαντες αφορμές γιατί η γυναίκα ήταν πολύ επίμονη και ξεροκέφαλη (οι γυναίκες φταίνε για όλα ως γνωστόν 🙂 )
    Μια μέρα γύρισε ο άντρας απ’ τη δουλειά και βρήκε τη γυναίκα στην κουζίνα που έκοβε κάτι χόρτα για να φτιάξει πίτα με το ψαλίδι.
    -Βρε γυναίκα γιατί δεν παίρνεις το μαχαίρι; Πού έχεις ξαναδεί να κόβουν τα χόρτα με το ψαλίδι;
    -Με το ψαλίδι τα κόβουν! (Είναι και γλωσσούδες οι γυναίκες, γνωστό κι αυτό 🙂 )
    -Με το ψαλίδι;
    -Με το ψαλίδι!
    Μια και δυο ρίχνουν έναν καβγά όπου ο άντρας έλεγε «με το μαχαίρι» και η γυναίκα επέμενε «με το ψαλίδι». Τσαντίζεται στο τέλος ο άντρας, την πιάνει και τη δένει από τη μέση και την κατεβάζει στο πηγάδι.
    -Με το ψαλίδι τα κόβουν; τη ρωτάει από πάνω.
    -Με το ψαλίδι!
    Την βουτάει παρακάτω και της φτάνει το νερό στο λαιμό.
    -Με το ψαλίδι;
    -Με το ψαλίδι!
    Την βουτάει ακόμα παρακάτω και σκεπάζεται όλη από το νερό.
    -Με το ψαλίδι;
    Κι αυτή επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει έβγαλε το χέρι της πάνω απ’ το νερό και του έκανε με τα δάχτυλα το σχήμα του ψαλιδιού.

  174. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    173 Αγεια σου,Αλέξη!
    Διότι το ψαλίδι ως γνωστόν σχηματίζει το ν (νίκη) ή το V ,πάλι νίκη/
    Αφησα να σχολιαστεί η (πεπατημενη) φαλοκρατική αντίληψη από άντρα.

  175. 169, 170 and …so on:

    # Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα …υμνείτε αλλήλους!

  176. Πέπε said

    @173:
    > > Κι εγώ με αντρόγυνο την ξέρω την ιστορία, έτσι όπως την είχα ακούσει από τη μάνα μου, αρκούντως …φαλλοκρατική και καθόλου …πολιτικά ορθή για τα σημερινά δεδομένα.

    Ε τώρα, φαλλοκρατική… Σιγά.

    Οι ήρωες πρέπει να είναι αντρόγυνο για να βγει η ιστορία. Φυσικά πεισματάρηδες ανθρώπους μπορεί κανείς να συναντήσει οπουδήποτε, θα το παρατηρήσατε άλλωστε, αλλά μέσα στο ζευγάρι είναι που και ο ένας μπορει να γίνει πολύ πιο πεισματάρης παρά οπουδήποτε αλλού, και τον άλλον να τον σκάσει περισσότερο παρά αν δεν ήταν σύζυγοι, και ο ακροατής να νιώσει …οικείες καταστάσεις. Οπότε, αν δεν ήταν η γυναίκα η πεισματάρα, θα ήταν ο άντρας, μία η άλλη.

    Όσο για πολιτικά ορθή, μια χαρά τη βρίσκω. Στη δική μου εκδοχή η γριά πνίγηκε κανονικά μέχρι θανάτου! 🙂

  177. Γιάννης Ιατρού said

    175: Απότομα το έκοψες, έχει και συνέχεια 🙂 [Ιωαν, 13,35] ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις 🙂

  178. Για την βάρκα πάντως υπάρχει η (σοφή) παροιμία «στην βάρκα ο ένας δεν φτουρεί κι ο δεύτερος περσεύει» την οποίαν λέω και εξηγώ ΠΑΝΤΟΤΕ όταν παίρνω κάποιον πρώτη φορά στη βάρκα μου

  179. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @159,161,167,171,172,173.

    Εἶχα ἀκούσει τὴν ἱστορία στὰ Θερμιά, στὰ μικράτα μου. Μιλοῦσε γιὰ μιὰ πεισματάρα γυναίκα, ποὺ διαφωνοῦσε μὲ τὸν ἄντρα της: «Μὲ τὸ μαχαίρι», αὐτός, «μὲ τὸ ψαλίδι» αὐτή· μέχρι ποὺ τὴν ἔπνιξε (στὴ θάλασσα, στὸ ποτάμι, στὸ πηγάδι, δὲν θυμᾶμαι).

    Αὐτὸ ποὺ εἶχε μείνει στὸ μυαλό μου, ἦταν ἡ τελευταία εἰκόνα μὲ τὰ δάχτυλά της ποὺ ἀνοιγόκλειναν, πρὶν ἐξαφανιστεῖ τὸ χέρι της κάτω ἀπὸ τὸ νερό.

    Μιᾶς καὶ δὲν θυμόμουνα τὶς λεπτομέρειες ξανάπλασα μιὰν ἱστορία, προσαρμοσμένη στὰ σημερινὰ ἤθη.

    Ἄλλωστε «τὰ στραβὰ ψωμιὰ δὲν τὰ φτιάχνουν οἱ γυναῖκες»· τοὐλάχιστον ὄχι πάντα.

  180. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    179 Ε, αφού πληρώνεστε με το κομμάτι να βάλω και γω ένα σχόλιο να φτουρήσει το πράμα. Αλλά θα κεράσεις το ταβερνείο 🙂 και σύντομα.

  181. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    179.Δ.Μ. Γιαόνομα! Μην απηλογάσαι! Συνέχισε και μ΄άλλα, τέτοια κι άλλα 🙂
    Το ίδιο προζύμι κάνει ψωμιά, βασιλοπίτες, φανουρόπιτες, γαμοκούλουρα και και …
    » ‘Ολα τα στραβά κουλούργια,η νύφη τα ΄πλαξε » 🙂 λέμε μεις

    Xχτήνος στη μπρωτεύουσα μένεις;

  182. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    181 Ουί μαντάμ 🙂
    (μπονζούρ)

  183. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @181. Δὲν ἀπηλογᾶμαι· ἁπλῶς ἀναφέρω τὶς πηγές τῆς ἔμπνευσής μου.

    Ἄλλωστε αὐτὸ ἔκαναν καὶ διάφοροι ἀρχαῖοι συνάδελφοί* 🙂 μου· ἔμπνέονταν ἀπὸ ἀρχαιότερους μύθους.

    *Ὅπως ἔγραφε καὶ ἡ «Φωνὴ τῆς Ἄνω Ραχούλας»:

    » …συμφώνως πρὸς τὴν ἔγκριτον συνάδελφον «Οὐάσιγκτων Πόστ». »

    @180. Κερνάω βέβαια. Ἀλλὰ τὸ μεγάλο κέρασμα τὸ χρωστάω στὸν κ. Μπαρτζούδη.

    Μιλάω σοβαρὰ τώρα.

    Κύριε Μπαρτζούδη, ὅποτε κατεβείτε στὴν Ἀθήνα θὰ ἤθελα νὰ πιοῦμε μαζὶ ἕνα κρασί, οὖζο, τσίπουρο, ὅ,τι σᾶς ἀρέσει. Αὐτὰ ποὺ γράφονται ἐδῶ εἶναι καλοπροαίρετα καὶ μὲ τὸ χιοῦμορ ποὺ πάντα ὑπάρχει σὲ μιὰ καλὴ ἑλληνικὴ παρέα.

  184. ΚΑΒ said

    Ευχαριστώ, Νικοκύρη. Έμαθα 2 λέξεις: λισγάρι και μπέλι. Το πρώτο είναι και αρχαίο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: