Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η νεράιδα και το αγρίμι (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 11 Νοέμβριος, 2018


Την Κυριακή έχουμε καθιερώσει θέμα λογοτεχνικό ή φιλολογικό, οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ενα διήγημα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Λεώνικος. Θα θυμίσω ότι άλλες δύο φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του διηγήματα στο ιστολόγιο (εδώ το δεύτερο από αυτά, που έχει και λίκνο προς το πρώτο).

Η νεράιδα και το αγρίμι

Τα τραγούδια της δεν ήσαν ίσως σε όλων το στόμα, γιατί δεν ήσαν από τα πιο εύκολα, ούτε ιδιαιτέρως ‘γλεντζέδικα’ και με κάποιες επισημάνσεις που φανέρωναν βαθύτερο στοχασμό. Επομένως ήταν μάλλον δημοφιλής παρά διάσημη· χαμηλών τόνων ως προς την προσωπική της ζωή, πάντα νέα και ωραία, βρέθηκε ξαφνικά στο χωριό.

«Το έσκασα απ’ όλους και απ’ όλα! Θα ξεκουραστώ… θα χαλαρώσω κι ελπίζω να επιστρέψω πιο δυνατή!» δήλωσε σε κάποιον δημοσιογράφο που την ξετρύπωσε σχεδόν κατά τύχη.

Στο χωριό όμως με τους διακόσιους, κατοίκους, μαζί με τους περιστασιακούς, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Φυσικά όλοι έτρεξαν να τη δουν στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο όπου έπινε καφέ, κι εκεί αποδείχτηκε πολύ καταδεχτική· μιλούσε με όλους, χάιδευε τα παιδιά, τάιζε τα ζωντανά, και τη λάτρεψαν· αλλά μάταια της ζήτησαν να τραγουδήσει. «Άλλη φορά! Άλλη φορά!» έλεγε διαρκώς, αν κι έκανε κάποιες μικρές παραχωρήσεις μ’ ένα δυο τραγούδια, ποτέ παραπάνω, στα σπίτια που την καλούσαν για φαγητό.

Άγνωστο πώς, μάλλον η κόρη του είχε μεσολαβήσει, φιλοξενήθηκε αρχικά στο σπίτι του κοινοτάρχη, ενός απλοϊκού καλοσυνάτου ανθρωπάκου που είχε εμπορικό. Και μια μέρα την είδαν ακόμα και στο μαγαζί, να πουλάει κόσκινα, λιβάνι, λουκούμια, σαπούνι, παντούφλες και γυαλιά για λάμπες πετρελαίου.

Έτσι απομυθοποιήθηκε. Και πριν περάσει η εβδομάδα, μια κι είχε καλοκαιριάσει πια για τα καλά, ήρθαν συγγενείς κι έπρεπε να μετακομίσει.

Ο Κοτρώνης, ιδιοκτήτης του ανταγωνιστικού παντοπωλείου κι εξέχον επίσης μέλος της τοπικής κοινωνίας, την διεκδίκησε. Αλλ’ ούτε αυτός είχε δωμάτια πολλά. Φόρτωσε τις δυό του κόρες εννιά κι έντεκα χρονώ στην πεθερά του, για να την φιλοξενήσει. Αλλ’ εκείνη πήρε χαμπάρι ότι η γριά την πήρε με κακό μάτι, έβαζε πολλά με το νού της, σουρτούκω την ανέβαζε, σουρτούκω την κατέβαζε, και δεν ξημέρωσε σπίτι του ούτε μια φορά.

Μετά από μερικές προτάσεις που αποδείχτηκαν αβάσιμες, είτε γιατί τα σπίτια ήσαν σ’ ελεεινή κατάσταση είτε επειδή περίμεναν μουσαφιραίους, κάποιος μίλησε και για τις χήρες.

«Στις χήρες; Είσαι καλά; Είναι οι χήρες για να φιλοξενήσουν άνθρωπο;» τον αντίσκοψε ένας άλλος με ύφος σα να είχε να κάνει με χαζό.

«Γιατί δεν τους το λέμε;» επέμεινε ο πρώτος· «Σπίτι καλό έχουν… ζώα δεν έχουν… και μουσαφίρηδες ποτέ δεν περιμένουν.»

«Μα είναι μπιτ ακοινώνητες. Αν δεν είχαν τον πιτσιρικά που πάει σχολείο… θα είχαν ξεχάσει να μιλάνε. Όταν είναι μόνες, είναι ζήτημα αν βγάζουν καμιά κουβέντα από το στόμα τους. Θα βάλουν την τραγουδίστρια στο σπίτι τους;»

«Γιατί να μην τη βάλουν; Πληρώνει στο κάτω κάτω το κορίτσι! Εμείς της είπαμε ‘άσ’ το!’ Αυτή ζήταγε να νοικιάσει· όχι φιλοξενία!»

«Και θ’ ανεβοκατεβαίνει, η γυναίκα, στο ψήλωμα; Ήρθε να ξεκουραστεί· όχι ν’ αγιάσει!»

«Σιγά, μωρέ! Πόσο θα μείνει; Θα της πούμε πως έχει και θέα!»

«Μάνα, κόρη κι εγγονός! Τρεις γενιές αζύγιαστες! Πώς ν’ αντέξει!»

«Ξέρεις εσύ τις αντοχές της;»

Κατ’ αρχή το πρότειναν στις χήρες. Η κόρη, πενηντάρα στο νερό, πήγε να το κουβεντιάσει. Φοβήθηκε πως ‘είναι πολύ περπατημένη’ και θα τις αναστατώσει. Αλλά η μάνα, στα εβδομήντα σχεδόν, είχε άλλη γνώμη.

«Άσε, μωρή, να μπει στο σπίτι μας ένας άνθρωπος, να μάθουμε δα πώς ζει εκεί έξω ο κόσμος! Από τότε που τούμπαρε το τρακτέρ και μας άφησαν χρόνους οι άντρες μας… μόνο με τ’ άστρα μιλάμε!» είπε, και οι αντιρρήσεις της κόρης της παρακάμφθηκαν ασυζητητί.

Τον γιο κι εγγονό, μαθητή δευτέρας προς τρίτη Λυκείου, δεν τον ρώτησαν. “Τι να πει το χαϊβάνι; Σάμπως νογάει;”

Κατόπιν το είπαν στην ίδια. Τρίτο ξεσπίτωμα σε μια μιάμιση βδομάδα ακούγεται πολύ, αλλά δεν την ένοιαξε. Ίσως να το διασκέδαζε κι όλας.

Η μετακόμιση έγινε αυθημερόν. Η γυναίκα είχε ελάχιστα πράγματα, επιστρατεύθηκε κι ένα γαϊδουράκι επειδή, όσο λίγα και να ήταν, το σπίτι ήταν λίγο παράμερα, βρέθηκαν και δυο πρόθυμα αντρίκεια χέρια, και τέλειωσαν όλα στο πι και φι.

Τη βάλανε στο μουσαφιριό, που δεν είχε δει ποτέ μουσαφίρη, ένα μεγάλο δωμάτιο με μπαλκόνι και θέα στο ποτάμι, το δάσος, μέχρι πέρα το αντικρινό βουνό. Καλύτερη επιλογή δεν υπήρχε.

«Θα έχεις την ησυχία σου! Κανείς δεν ανεβαίν’ δαπάν’ κουρίτσι μ!» τόλμησε να πει η γριά, βλέποντάς την ευχαριστημένη· «Και άμα ρέγεσαι κόσμο, κατεβαίνεις στον οντά! Πάντα εκεί καθόμαστε! Εκεί τρώμε, εκεί κοιμόμαστε, εκεί ζούμε! Το κούτσικο το έχουμε πίσω, στην αυλή, να μη βλέπει κόσμο, να διαβάζει!»

Τόσα δεν είχε πει ούτε και θα ξανάλεγε στη ζωή της. Και τα είπε μονομιάς, με μιαν ανάσα.

Ο οντάς ήταν ακριβώς από κάτω, αλλά για να τις δει δεν χρειαζόταν να κάνει τον κόπο να κατέβει. Οι σανίδες, μονές και πολυκαιρισμένες, είχαν σκεβρώσει και παρείχαν απρόσκοπτη θέα και άπλετη επικοινωνία οσμών, ψιθύρων, αναστεναγμών και κάθε είδους κουτσομπολιών. Ο όροφος είχε άλλα τρία δωμάτια γεμάτα παλαιικά έπιπλα, σαλόνι και κρεβατοκάμαρα μ’ έναν πελώριο βενετσιάνικο καθρέφτη, τη νυφιάτικη της κόρης προφανώς, που δεν τη χάρηκε ομολογουμένως.

Το ‘κούτσικο’, ένα λεπτό, πανέμορφο δυνατό αγόρι στα δεκαεφτά και λίγο κάτω από το ένα κι ενενήντα, που περίμενε πώς και πώς να ξεσκολίσει και να δει τι θα κάνει, γιατί δε θα καθόταν να βόσκει πρόβατα και ας μην το είχε πει σε κανέναν ακόμα, είχε χαρεί ιδιαίτερα με τις εξελίξεις.

Την είχε δει, όπως όλοι, από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι της στο χωριό, στην πλατεία, είχε ακούσει να μιλάνε γι’ αυτήν, και φυσικά την ήξερε από τα τραγούδια της. Αλλ’ αυτό που του έδινε την πιο πολλή χαρά ήταν ότι, μόλις θα ξανάνοιγαν τα σχολεία, θα είχε να λέει και να λέει στους άλλους, που θα πρωτάκουγαν με το στόμα ανοιχτό, αφού Λύκειο δεν είχε το χωριό, ότι ολόκληρο το καλοκαίρι είχε μια τέτοια βεντέτα σπίτι του. Και δεν θα ήταν παραμύθι… μπορούσαν να το βεβαιώσουν όλοι.

Το βράδυ φάγανε όλοι μαζί κι έπειτα κάθισαν στο παραγώνι. Πήρε την κιθάρα της κι αυτή και άρχισε να τραγουδάει.

«Πολύ την κοιτάει ο χαλβάς!» ψιθύρισε η γιαγιά στη μάνα του με νόημα.

«Ποια θα κοιτάξει, ρε μάνα… εσένα ή εμένα;» ήταν η φυσική απάντηση της μάνας του.

«Μωρή… την τρώει με τα μάτια!»

«Με τα μάτια δε βαρυστομάχιασε κανείς!»

Και είπε πολύ περισσότερα από τα δυο τραγούδια που συνήθιζε· κι αν δεν τους πήρε το πρωί, η βραδιά τους κράτησε αρκετά μέχρι που άρχισαν οι δυο γυναίκες να γέρνουν. Τραγούδησε μάλιστα κι αυτός… και πολύ τους άρεσε. Δεν τον είχαν ξανακούσει να τραγουδάει, ούτε τον είχαν ξαναδεί τόσο χαρούμενο. Κι εκείνη, που ξέρει απ’ αυτά… του είπε πως έχει φωνή. Και τη συμπάθησαν.

 

Οι μέρες πέρναγαν αργά, αγροτικά, συμπαθητικά, με κουβέντα και τραγουδάκια στο παραγώνι, εφόσον δεν ήταν κάποιος τρίτος μπροστά…

Η κοπέλα έπαψε να κατεβαίνει στο καφενείο. Παίρνανε πρωινό και καφέ όλοι μαζί, και προτιμούσε να πηγαίνει βόλτες μαζί του, πότε στις πηγές, πότε στα μελίσσια, πότε στις αμπολές, πότε στο ποτάμι, πότε στον νερόμυλο και τις νεροτριβές… παρακολουθώντας τις βερβερίτσες να πηδάνε ανάμεσα στις καρυδιές και τις χελώνες ν’ αργοσαλεύουν, έχοντάς τον πάντα μαζί, φύλακα άγγελο και οδηγό, αφού δεν ήξερε τα κατατόπια.

Καθώς το καλοκαίρι προχωρούσε και είχε πια μαζευτεί αρκετή νεολαία, το βραδάκι πήγαιναν όλοι μαζί στην αλάνα, όπου εκείνη έπαιζε κιθάρα και τραγούδαγε ενώ οι υπόλοιποι στήνανε χορό, εκτός από κείνον που έμενε πάντα δίπλα της. Κι όταν κουράζονταν κι από αυτό, μαζεύονταν γύρω της τραγουδώντας, με τ’ αγόρια ν’ αντροκαλιούνται το ένα το άλλο, επειδή όλα την είχαν βάλει στο μάτι, αν και δεν είχε δώσει κανένα δικαίωμα, και τα κορίτσια να τη ζηλεύουν και να τη λατρεύουν συνάμα χωρίς να τολμάνε να το δείξουν, αφού δεν μπορούσε καμιά τους να της παραβγεί.

Αλλά το καλοκαίρι δεν κρατάει πολύ… ούτε κι ο χειμώνας θα μου πεις, αλλά ποιος το συλλογιέται, και οι παρέες άρχισαν ν’ αραιώνουν, ενώ το αεράκι γινόταν όλο και πιο ψυχρό, ιδίως το βράδυ, και τα σύννεφα πύκνωναν.

Η κοπέλα άρχισε τα τηλεφωνήματα, ατζέντης, ραντεβού, δουλειές, εμφανίσεις, συνεργασίες, και για πρώτη φορά από τότε που είχε έρθει, οι δυο γυναίκες κι αυτός, την άκουγαν να μιλάει και να μην καταλαβαίνουν τι λέει.

«Ήρθ’ ο καιρός της να φύγει…» είπαν ξαφνικά μεταξύ τους, σιγά και χωρίς χαρά.

Δεν ήταν για τα λεφτά… ποιος τα βράζει! Της πρότειναν μάλιστα και να τη ‘διευκολύνουν’ αλλά εκείνη γέλασε. “Πληρώνω όσο δυο εισιτήρια για να με ακούσεις μια φορά! Κι εγώ εδώ σας τραγουδάω κάθε μέρα… από αγάπη!” είπε και τις σκλάβωσε ξανά. Και ακούγοντας τη λέξη ‘αγάπη’ κατάλαβαν γιατί ήθελαν να την κρατήσουν. Ενώ απέφευγε, όπως κι οι ίδιες, το χωριό, και δεν ικανοποίησε καμιά προσδοκία, ούτε κάθισε  στο πανηγύρι… τόσο περισσότερο γινόταν δικιά τους. “Λες κι είχαμε μια κόρη κάπου ξεχασμένη… και δεν το ξέραμε!” ψιθύριζαν κοιτάζοντάς την.

«Την άλλη βδομάδα… μας αφήνει γεια!» είπε η μάνα του στη γιαγιά δαγκώνοντας το χείλι της. Και δεν είπαν άλλη κουβέντα όλο το βράδυ, μην τις πάρουν τα κλάματα. Την είχαν αγαπήσει.

Το είπαν πολύ σιγά… μην ακουστεί μπας και δεν γίνει. Αλλά τις άκουσε αυτός κι ένιωσε στο στήθος του μαχαιριά. Μα δεν πόνεσε πιο πολύ απ’ όσο πονούσε ήδη, επειδή ήξερε πως κάποτε θα φύγει. Και είχε αρχίσει να πονάει πολύ πιο πριν.

«Θα φύγετε!» της είπε απότομα και στον πληθυντικό, που τον είχαν κόψει από καιρό, και πρώτη φορά χωρίς να την κοιτάει στα μάτια.

«Α… έχω ακόμα καιρό!» του απάντησε γελώντας ψευτοανέμελα.

«Αλλά θα φύγετε… και δε θα σας ξαναδώ!»

«Ω… μη με σκας! Του χρόνου πού θαρρείς θα κάνω τις διακοπές μου; Δεν είδες τι ωραία που πέρασα εδώ; Και βέβαια θα ξανάρθω!»

«Αλλά μπορεί να έχω φύγει εγώ!»

Ήταν χαμηλά στο ποτάμι, στο αυτοσχέδιο φραγματάκι που σηκώνει κάθε καλοκαίρι όλο το χωριό και μαζεύει νερό για τα μποστανικά του.

«Μη λες ανοησίες…» τον μάλωσε πιάνοντάς τον εύθυμα από το χέρι, «όπου κι αν είσαι θα έρθεις… και θα ξανατραγουδήσουμε… και θα ξαναχορέψουμε! Αλήθεια!» είπε πιο σοβαρά· «Δεν σε είδα ποτέ να χορεύεις… και λένε πως είσαι πρώτος στον χορό! Καθόσουν πάντα δίπλα μου!»

«Μ’ άρεσε πιο πολύ να σε ακούω! Άλλωστε ούτε κι εσύ χόρεψες καμιά φορά!»

«Μα με ζητούσαν όλοι… με ποιον να πρωτοχορέψω; Άσε που πέταγαν υπονοούμενα!»

«Όταν δεν τους άκουγες… χειρότερα!»

«Γιατί δεν χορεύουμε τώρα που είμαστε οι δυό μας;» είπε και τον έπιασε από το χέρι. Και άρχισαν να χορεύουν· και όσο χόρευαν η χαρά τούς πλημύριζε και τους έκανε να χορεύουν πιο πολύ… Ώσπου το τοιχάκι δεν άντεξε. Μια πέτρα έγειρε… και βρέθηκαν μαζί στο νερό.

Πάγωσαν αλλ’ ανάμεσά τους ήταν ζεστά. Χώρια πέσανε στο νερό, αλλά βγήκαν μαζί, με τα πόδια λασπωμένα, τα ρούχα να στάζουν, τα μαλλιά γεμάτα κολλιτσίδες και μισοσαπισμένα φύλλα. Και τους έπιασαν κάτι γέλια… «Είσαι πολύ όμορφη!» της είπε πρώτη φορά γέρνοντας πάνω της. «Κι εσύ… ακόμα πιο ωραίος!» του απάντησε. Κι έμειναν εκεί, μαζί, τρέμοντας και γελώντας.

Βγήκαν να τους αναζητήσουν αλλά δεν τους ξαναείδε κανείς! Μ’ ένα ‘βρουμ!’ το αμάξι της χάθηκε από την πλατεία. Τι είχαν να χάσουν; Αυτή άφησε πίσω δυο βρακιά κι αυτός άλλο ένα.

 

Advertisements

114 Σχόλια to “Η νεράιδα και το αγρίμι (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Α, ρε Λεώ.
    Πασιάρικο το θέμακι αν το΄γραφα εγώ θα είχε στενάξει.
    Κι όλοι, που θια το διάβαζαν

  2. Νέο Kid said

    Μα αυτό είναι εμφανώς το πρήκουελ (prequel, pre-sequel) της Αστέρως!

  3. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  4. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Κρίμα που είμαι πολύ μεγάλος για να ταυτιστώ με τον ήρωα.

    2 Αν το δει κανένας Φωσκολοειδής σεναριογράφος, προβλέπω 132.427 επεισόδια τουλάχιστον 🙂

  5. Γς said

    >Το κούτσικο το έχουμε πίσω, στην αυλή, να μη βλέπει κόσμο, να διαβάζει!»
    […] παρείχαν απρόσκοπτη θέα και άπλετη επικοινωνία οσμών, ψιθύρων, αναστεναγμών και κάθε είδους κουτσομπολιών.

    και θυμήθηκα το δικό μου δωμάτιο που διάβαζα «των ψιθύρων, αναστεναγμών και κάθε είδους κουτσομπολιών»

    https://caktos.blogspot.com/2014/02/blog-post_8044.html

  6. Αὐγουστῖνος said

    Καλημέρα στὸν Νικοκύρη καὶ σ’ ὅλους· καὶ καλὴ Κυριακή – καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι, μὲ μιὰ τέτοια ἱστορία νὰ σὲ περιμένει νὰ τὴν ἀπολαύσεις μαζὶ μὲ τὸν δεύτερο καφὲ τῆς ἡμέρας; Λεώ, ἕνα «εὐχαριστῶ» δὲν φτάνει. Θὰ ἔλεγα ὅτι ἐπιφυλάσσομαι, ἀλλὰ κομμάτι δύσκολο ν’ ἀνταμώσουμε καὶ νὰ τὰ ποῦμε ἀπὸ κοντά. Καὶ θά ‘θελα πολὺ νὰ σὲ γνωρίσω, ὅπως καὶ ἀρκετοὺς ἄλλους ἀπὸ δῶ μέσα…

  7. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,
    Λεώ μας έφτιαξες το πρωινό! Νά ΄σαι καλά

  8. Λεύκιππος said

    Καλημέρα. Πολύ καλό, όπως ο Λεώ.

  9. Γς said

    >Φυσικά όλοι έτρεξαν να τη δουν στην πλατεία

    και θυμήθηκα τη βοσκοπούλα τη Μαριγούλα, που κι αυτήν όλοι τρέχανε να τη δούνε στην πλατεία.

    https://caktos.blogspot.com/2015/07/la-jeune-bergere.html

  10. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  11. Πολύ καλό Λεώνικε, και αγωνία μέχρι το τέλος αν και ψυλλιάστηκα πως ήταν τεκνατζού η ντιζέζ. Δίνεις όμως την λύση με τέχνη και εξαιρετικό τρόπο. Μου θύμισες γκάφες του Πήτερ Σέλερς όπου καταλάβαινες τι θα γίνει αλλά γέλαγες με τον τρόπο του.
    Ασε που με το κούτσικο μου θύμισες τα αξεπέραστα λικέρ και τα κάποια VSOP που μου είχε δώσει ο κουμπάρος μου (προμηθευτής του σε εσάνς και χρωστικές)

    Και μια παρατήρηση επαγγελματικής διαστροφής :

    Με παραξένεψε η σύνταξη στην φράση …Τα τραγούδια της δεν ήσαν ίσως σε όλων το στόμα… με τσάκισμα μετά το ‘ήσαν’ θύμιζε απαγγελία αλλά δεν συνεχίστηκε έτσι. Μου ακούγεται απλούστερα το ‘δεν ήσαν ίσως στο στόμα όλων ‘

  12. Λεύκιππος said

    Γς, μ’ αυτά και μ’ αυτά σε βλέπω κι εσένα στην πλατεία σε λίγο….. (καλοπροαίρετα)

  13. Γς said

    12:

    Α, σε παρακαλώ.

    Αντγε να μην βάλω κανένα βρακάκι κι εγώ [από αυτα του χέπι εντ του Λεώ] και πάω στην διασταύρωση πιο πάνω στη Μαραθώνος και μπώ μέσα στους δρομείς που τρέχουν τώρα.

    Θα με δείξει κι η ΤιΒι

    Τελικά ήθελα ν ακιο’ύσουμε και τον Τζωρτζ Μπρασέν στο Του λε γκαρ, του λε γκαρ ντι βιλάζε…

  14. Παναγιώτης Κ. said

    Ευχάριστη κυριακάτικη ανάγνωση με το προτέρημα της συντομίας!

    αμπολή=…;

  15. Χαρούλα said

    Καλημέρα!
    Ωραιιιίο! Ευχαριστούμε Λεω+Νικο!
    Παρά το σκαμπρόζικο φινάλε, μια γνήσια ηθογραφία. Για μένα εντυπωσιακό ακόμη το γεγονός πως, δεν κατάλαβα χρονολογία δράσης. Τότε; Χθες; Σήμερα; Παντός χρόνου.

  16. dryhammer said

    Καλημέρα.
    Αν και σχεδόν αναμενόμενο το τέλος από τον τίτλο, το ζητούμενο, δλδ να ρέει στην ανάγνωση, με στρωτή γλώσσα και (κυρίως για μένα) να αφήνει ωραία επίγευση (που λεν κι οι γκουρμεδιαρέοι) επετεύχθη. Πάντα τέτοια.

    Όσο για το #9, Can çıkmayınca huy çıkmaz, που λεν κι οι καρσινοί.

  17. Πέπε said

    Μα τι ωραίο! Μπράβο Λεώνικε!

    Ευχαριστούμε.

  18. # Ωραία ιστοριούλα, με …αναμενόμενο τέλος!

    «Κανείς δεν ανεβαίν’ δαπάν’ κουρίτσι μ!»
    # Αν βγάλουμε το «κανείς» και βάλουμε το «κανένας», τότε έχουμι μια μακιδουνίσια ζμπουριά!

    «είναι μπιτ ακοινώνητες»
    # Εν Μακεδονία «ντιπ» αντί «μπιτ»

    «γυαλιά για λάμπες πετρελαίου»
    # Μακεδονιστί, το συντομεύουμε σε «λαμπουγυάλια»

    «Τη βάλανε στο μουσαφιριό»
    # «ουντούδ(ι)» εκαλείτο παρ’ ημίν ο μουσαφίρ-ουντάς

    «Ο οντάς ήταν ακριβώς από κάτω, αλλά για να τις δει δεν χρειαζόταν να κάνει τον κόπο να κατέβει. Οι σανίδες, μονές και πολυκαιρισμένες, είχαν σκεβρώσει και παρείχαν απρόσκοπτη θέα και άπλετη επικοινωνία οσμών, ψιθύρων, αναστεναγμών και κάθε είδους κουτσομπολιών»
    # Κάποιος εξ ημών διανυκτέρευσε κάποτε σε έναν ανώγειο μουσαφίρ-οντά ένθαπερ ο κάτω «οντάς» φιλοξενούσε βοοειδή και άλλα κατοικίδια! [ήταν σε ένα …προάστιο του Μπαϊραμλί. Ο ευρών το …στίγμα αμειφθήσεται!]

  19. Χαρούλα said

    18
    Μήπως να κάνατε μια επαναθεώρηση;
    Αυτή η ντοπιολαλιά πιθανόν είναι Σερραίικη. Στην Δυτική Μακεδονία τα λένε διαφορετικά, και φυσικά οι Πόντιοι της Μακεδονίας μακεδοποντιακά! Για ποιά Μακεδονική γλώσσα(;) μιλάτε. Στου τόπου σας απλά την διάλεκτο είναι αυτά. Το οποίο ναι, είναι ενδιαφέρον!

  20. sarant said

    Καλημέρα, σας ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα και τα δεύτερα σχόλια!

    Ευχαριστώ φυσικά τον Λεώνικο για το διήγημα!

    Η αμπολή, από το αρχ. εμβολή, είναι το αυλάκι για το πότισμα, πάνω-κάτω

  21. Γς said

    20:

    >είναι το αυλάκι για το πότισμα, πάνω-κάτω

    απστερς-νταουνστερς

  22. Theo said

    Καλημέρα κι από ‘δω!

    Ωραίο το διήγημα. Την έχεις την τέχνη της αφήγησης, Λεώνικε. Και εις άλλα με υγείαν!

    Κι ένα ευχαριστώ στον Νικοκύρη που μας το προσφέρει.

  23. cronopiusa said

    Καλημέρα Λεώνικε!

    Καλή σας μέρα!

  24. # 18, 19

    Μια πόλη ; ΟΧΙ
    Ενας νομός ; ΟΧΙ
    Μια περιφέρεια ; ΟΧΙ
    Μια χώρα ; ΟΧΙ
    Μια ήπειρος ; ΟΧΙ
    Μια… τερ αντιέρ ? ΟΥΙ !!

  25. Γιάννης Ιατρού said

    12 (9): Εμ, αφού του λείπει και η «καλή μαρτυρία» και ο «πρότερος έντιμος βίος» (εδώ στο μπλογκ εννοώ, μην το μεγαλοποιήσουμε…) 🙂

    19 Χαρούλα, έτσι, μαχητική! Γιατί ο σχολιαστής με την συνεχή υιοθέτηση/χρήση των μεθόδων του Κικέρωνα προσπαθεί να μας πείσει πως υπάρχει Μακεδονική γλώσσα, ενώ πρόκειται περί ιδιώματος/διαλέκτου της Ελληνικής γλώσσας. 🙂

  26. Χαρούλα said

    25 Εεεεεε, κουράστηκα πιά….
    Την καλημέρα μου!

  27. leonicos said

    Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλιά σας
    Ευχαριστώ και τον Νίκο για τη δημοσίευση

    Η τοπολαλιά είναι (ίσως όχι ακριβώς) της Αρτοτίνας (στα βουνά πάνω από το Λιδωρίκι και την Πανταγιού) όπου έκανα αγροτικό ιατρείο, αλλά το σημείο μου δεν είναι αυτό.

    Είναι δημοσιευμένο, σε αυτή τη μορφή, στη συλλογή μου ‘Διηγήματα της Άλλης Αγάπης’ μαζι με μερικά άλλα στο τμήμα «Διηγήματα Απλά», οπου κάνω ένα ευρύ σχόλια για το τι σημαίνει απλό, και ότι απλό δεν σημαίνει χωρίς απαιτήσεις, γλωσσικές, μορφολογικές, νοηματικές, κοκ

    Αυτό έγινε διότι στο προηγούμενο μυθιστόρημά μου «Ένα βιολί στο φως του φεγγαριού» η ιστορία αυτή επαναλμβάνεται πληρέστερη. Είναι το διήγημα που έστειλε ο εραστής στην αγαπημένη του, πολύ καιρό αφού είχαν εξ ανάγκης και λόγω των συνθηκών, χωρίσει.

    Σας ευχαριστω και πάλι πάρα πολύ

    Χαίρομαι που ξαναβλέπω τον Γς

  28. leonicos said

    @11 Τζι

    Με παραξένεψε η σύνταξη στην φράση…..

    Τζι, είσαι απίστευτος. Για να το πιάσεις αυτό, πρέπει να έχεις αυτό που έχω κι εγώ, που ακούω συναισθησιακά αυτό που γράφω.

    Όντως, γράφω με το αφτί. Κι εκεί μιλάει η γλώσσα και σε καθοδηγεί να γράφεις όμορφα.

  29. leonicos said

    @23 Κρόνη

    σ’ ευχαριστώ για τον Μπαχ

  30. leonicos said

    @13 Γς

    πολύ διασκέδασα και με τον γατο της Μαργκό

    ήσουνα κι εσύ υποθέτω la la la la / la la la la

  31. Λεύκιππος said

    27 Λεώνικε, όταν πριν από χρόνια ταξίδευα Καλαμάτα-Θεσσαλονίκη από Ρίο-Αντίρριο και βρισκόμουν νότια από το Λιδωρίκι, άφηνα την φαντασία μου να οργιάζει για το πως μπορεί να είναι ο κόσμος εκεί που έκανες το αγροτικό σου. Η μάλλον δεν την άφηνα, η φαντασία μου έπαιρνε τους δρόμους. Νάσαι καλά που μούφερες αυτή τη γεύση ξανά στον νου.

    ΥΓ Ο κορρέκτορας διορθώνει το Λιδωρίκι σε Λιδορίκι, εντάξει, μην τα απλοποιήσουμε όλα, η ομορφιά βρίσκεται βασικά και στην ποικιλία.

  32. # 28

    Γιατί ; γράφουνε κι αλλιώς ; χωρις να ακούνε από μέσα τους αυτό που γράφουνε ; κρίνοντας από μένα, δεν ξέρω άλλο τρόπο

  33. Jane said

    Τι ωραίο διήγημα!
    Και το τέλος , all the money που λεν και στα χωριά μας. 🙂 Λιτόν και περιεκτικότατον.

    «Μ’ ένα ‘βρουμ!’ το αμάξι της χάθηκε από την πλατεία. Τι είχαν να χάσουν; Αυτή άφησε πίσω δυο βρακιά κι αυτός άλλο ένα».

    Ευχαριστούμε. 🙂

  34. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα! Γεια σου Λεώνικε με την Αρτοτίνα των νιάτων σου!

  35. Γς said

    25 α:

    μου λείπει η «καλή μαρτυρία» Ντοcteur Ζαντάρμ;
    Μαρτυριάρη!

    Κι αν θέλεις να μάθεις άνοιξε το λινκ να δεις ότι δεν είναι δικό μου αλλά της ΕΦΗς-ΕΦΗς!

    Το είχε αναρτήσει εδώ.

    Εγώ απλώς με τούτο και με άλλα προσπαθώ να προκαλέσω μπας και ζωντανέψει το μπλογκ όταν σέρνεται

  36. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε τὸ διήγημα τοῦ Λεώνικου. Ἁπλὸ χωρὶς πολλὰ φτιασιδώματα καὶ μὲ μιὰ γλύκα στὸ τέλος.

    Κι ἐκεῖ πού, παρασυρμένος ἀπὸ τὸν τίτλο καὶ τὶς νεραϊδοιστορίες μὲ τοὺς ἀτελείωτους χορούς, ποὺ ἄκουγα μικρὸς στὸ νησί, περίμενα ἕνα τραγικὸ τέλος, ἔρχεται ἡ γλυκειὰ ἀποδραματοποίηση μὲ τὴ φυγή τους, τὸ «βροὺμ» τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τὰ βρακιά τους ποὺ ἄφησαν πίσω.

    Εὐχαριστοῦμε Λεὼ καὶ Νικοκύρη γιὰ τὸ ὄμορφο ξεκίνημα τῆς Κυριακῆς.

  37. Γιάννης Ιατρού said

    35: Γιάννη, μη συνεχίζεις. Και τότε και σήμερα, εσύ έβαλες την εικονίτσα. Αυτό σου λέω, αλλά δεν θέλεις να καταλάβεις κι εμπλέκεις κι άλλους. Άστο, να χαρείς!

  38. <mode Λάμπρος>κάναμε την πείνα τέχνη…</mode>

  39. # 35

    Αν θες να ζωντανέψει το μπλογγ γράψε κάτι ανάντια στον ΠΑΟ . Καραδοκιμασμένο !!!

  40. cronopiusa said

  41. Γς said

    37:

    > Γιάννη, μη συνεχίζεις. Και τότε και σήμερα, εσύ έβαλες την εικονίτσα. Αυτό σου λέω, αλλά δεν θέλεις να καταλάβεις κι εμπλέκεις κι άλλους. Άστο, να χαρείς!

    Ντοcteur να πας να σε δει κανας Docτέρ!

    Τι έπαθες μωρέ;

    Με τον Ζωρζ Μπρεσό και με την θαυμάσια απεικόνιση της Brave Margot;

    Κλεμμένη από εδώ:

    https://vnottas.blog/2013/03/18/%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1-%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD/

    Διάβασέ το, έχειμ διάφορα σχετικά. Μια Αφρικάνικη εκδοχή λ.χ. κλπ

  42. sarant said

    35 Δεν χρειάζεται ενέσεις για να ζωντανέψει το μπλογκ. Ιδίως από υπότροπους.

  43. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Τὸ διάβασα στὴ Δέσποινα καὶ πολὺ τῆς ἄρεσε. Μεταφέρω τὰ συγχαρητήριά της στὸν Λεώνικο.

  44. Γς said

    42:

    >Δεν χρειάζεται ενέσεις για να ζωντανέψει το μπλογκ

    Μαλάξεις; Εδώ χρειάζεται φυσικοθεραπευτής [στην ανάγκη Ντοκτέρ]

    Εγώ πάντως μόνο ενέσεις ξέρω. Ειδικότης μου. Κτηθείσα στο πλυσταριό που έκανα το αγροτικό μου

  45. ΓιώργοςΜ said

    Ειδικά από μαλάξεις χορτάσαμε.

  46. Χαρούλα said

  47. Κιγκέρι said

    Τώρα στη Βουλή τηλεόραση εκπομπή για τον Μποστ- μιλάει και ο Νικοκύρης!

  48. leonicos said

    Κατ’ αρχήν σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλιά σας και την Κρόνη για το δεύτερο γιουτουμπάκι

    Ελπίζω ναη το αφήσε τε να εκτραπεί στα της Μαργκώ. Προσέξετε

    Το πιο σημαντικό που συμβαίνει σ’ ένα κείμενο που αναρτάται εδώ, δεν είναι το γεγονός ότι αναρτάται. Εκατό το διάβασαν και στο βιβλίο, εκατό θα το διαβάσουν κι εδώ, έστω κι αν έτσι γίνονται διακόσιοι. Δεν είμαι διάσημος συγγραφέας.

    Το σημαντικότερό είναι ότι δίνεται η ευκαιρία στον συγγραφέα να έχει άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη, και ανταλλαγή απόψεων.

    Έχω την εντύπωση ότι το διηγηματάκι διαβαστηε σε κάποιο βαθμό λάθος.

    Γράφτηκε ότι η καντατρίς ήταν τεκνατζού, ότι το τέλος ήταν προβλεπόμενο, παρα τα καλά στοιχεία του ως διηγήματος, αναφέρθηκε μάλιστα και κάτι για την Αστέρω, που δεν το κατάλαβα.

    Πρώτον, δεν είμαι τόσο αφελής που να βαλω ένα ‘προβελεπόμενο τέλος’. Θα μπορούσε να του πνιγεί και αυτός ν’ αυτοκτονήσει, να πνιγούν και οι δυο μαζί, να τους φάει ένας λύκος, να τους σκοτώσει ένας μανιακός, κοκ

    Δεύτερον δεν ηταν τεκνατζού, γιατί αυτοπροστατευόταν από τις προκλήσεις των άλλων αγοριών στις παρέες, και δεν φαίνεταιπουθενα ότι ο εν λόγω ήταν ο πιο άντρακλας απ’ όλους τους άλλους. Θα υπήρχαν και τριαντάρηδες πολύ πιο κατάλληλοι για μια τεκνατζού. Και τι θα της έκαναν αν έβγαινε ένα βράδυ με κάποιον απ’ όλους; το πολύ πολύ, αν το έπαιρναν χαμπάρι, να της έλεγαν πως ‘ακούστηκε το σπίτι’ και να την έδιωχναν.

    Θα ήθελα περισσότερο να επισημάνω την προσοχή σας στο πώς η γυναίκα κατορθώνει να τοποθετηθεί σταδιακά σε τρία αφιλόξενα και ανοίκεια περιβάλλοντα, της πρωτης φιλοξενείας, του χωριού και της τελικής φιλοξενείας με πολύ όμορφο τρόπο. Αγαπήθηκε παντού, αλλά πάντα ήταν μετρημένη και δεν επιδεικνυόταν. Ξανοίχτηκε μόνο στο τελευταίο σπίτι που την περιβάλλανε με αγάπη, όπως φάνηκε και από τη λύπη τους που θα έφευγε. Αυτό νοίζω ότι το έχω πετύχει καλά (Τεχνικά μιλάω)

    Το δήθεν ‘προβλεπόμενο τέλος’ δεν είναι ότι ‘τον βούτηξε κι έφυγαν για να το πάει αλλού να…. κλπ’.

    Στο κάτω κάτω δεν λέω σαφώς ότι συνέβη κάτι μεταξύ τους. Μπορεί να βγαίνει σαν φυσικό ή λογικό συμπέρασμα, αλλά προσέξτε ότι μερικά ‘λογικά συμπεράσματα’ είναι απλώς αυτόκλητα και όχι κατ’ ανάγκην λογικά.

    Το τέλος, δεν είναι το πήδημα (αν συνεβη) αλλά το βρουμ….. είναι μια μούτζα σε ό,τι ήταν ώς τότε γι’ αυτόν ο κόσμος, ένα χωριό. Είναι μια νίκη και για τους δυο. Αυτός έφευγε από τη μοίρα της χωριάτικης μιζέριας του και αυτή συνεβαλε σ’ αυτό.

    Στο βιβλίο απ’ όπου είναι παρμένο το αππλοποιημένο αυτό κομμάτι, απλοποιημένο για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω, η πρώτη επίσκεψη στη λιμνούλα έχει ως εξής (και λυπάμαι που θα καταχραστώ το χώρο του Νοικοκύρη αλλά δνε γίνεται αλλιώς)

    «Αυτό που γυα­λί­ζει ε­κεί κά­τω… στην ί­δια ευ­θεία με το δά­χτυ­λό μου!»
    «Α… η λάκ­κα! Νε­ρό εί­ναι!»
    «Νε­ρό εί­ναι αυτό; Λι­μνού­λα δη­λα­δή;»
    «Νε­ρό! Έ­χουν κλεί­σει τη νε­ρο­συρ­μή μ’ έ­να τοι­χα­λά­κι για να πο­τί­ζουν! Το λέ­με φρά­γμα!»
    «Εί­ναι μα­κριά;»
    «Ό­χι και τό­σο… Α­πό το μο­νο­πά­τι φυ­σι­κά!»
    Έ­νιω­σε να του σφίγ­γει το χέ­ρι, και ό­λο της το σώ­μα τα­νύ­στη­κε πα­ρορ­μη­τι­κά α­πό την ε­πι­θυ­μία. «Με πας;» εί­πε σι­γά αλλά ξα­ναμ­μέ­να.
    «Συ­γγνώ­μη;» α­πά­ντη­σε αυτός πα­σχί­ζο­ντας να κα­τα­λά­βει αν α­κού­ει κα­λά.
    «Πή­γαι­νέ με, σέ πα­ρα­κα­λώ!» ε­πα­νέ­λα­βε το­νί­ζο­ντας το ‘σε­’ με τον πιο μαυ­λι­στι­κό τό­νο στη φω­νή της, σφίγ­γο­ντάς του το χέ­ρι και κοι­τά­ζο­ντάς τον στα μά­τια, με βλέμ­μα και φω­νή να μαρ­τυ­ρούν ε­ξί­σου πό­σο πο­λύ το ή­θε­λε.
    Κοκ­κί­νι­σε α­πό ευ­χα­ρί­στη­ση και ντρο­πή. Ό­χι και να τον πα­ρα­κα­λέ­σει! Θα την πή­γαι­νε ό­χι μό­νο αν του το ζη­τού­σε ή αν μπο­ρού­σε να μα­ντέ­ψει την ε­πι­θυ­μία της, αλλ’ α­κό­μα κι αν τον διέ­τα­ζε να πέ­σει στα γό­να­τα και να την πάρει στην πλά­τη.
    «Μη φα­ντα­στεί­τε κά­τι ει­δυλλια­κό! Μια λα­σπό­λακ­κα εί­ναι· βούρ­κος. Το τοι­χά­κι εί­ναι α­πό μπε­τό. Το χω­μα­τέ­νιο γκρε­μι­ζό­ταν με την κατεβασιά του Απρίλη, και πλημύ­ρι­ζε τα μπο­στά­νια, κι έπρεπε κάθε χρόνο να το ξαναφτιάνε!» εί­πε για να με­τριά­σει τις προσ­δο­κίες της για μια πρα­γμα­τι­κά ρο­μα­ντι­κή λί­μνη.
    «Πά­με!» εί­πε με την α­ψιά πει­θώ της γυ­ναί­κας που ξέ­ρει πως ‘κά­νει αυτή κου­μά­ντο’ και ξε­κί­νη­σε τρα­βώ­ντας τον α­πό το χέ­ρι.

    Πή­ραν το πρώ­το μο­νο­πά­τι, σβέλ­τα και σκυ­φτά μην τους πά­ρει κα­νέ­να μά­τι α­πό το σπί­τι, με το α­θώ­ο χτυ­πο­κάρ­δι των παι­διών που κά­νουν σκα­ντα­λιά α­πλώς για τη σκα­ντα­λιά ό­ταν η α­πό­λαυ­ση του κιν­δύ­νου ξε­περ­νά­ει το φό­βο της τι­μω­ρίας. Μπρο­στά αυτός ν’ α­νοί­γει τον δρό­μο, πί­σω αυτή, πια­σμέ­νοι χέ­ρι χέ­ρι μη χα­θούν. Ού­τε τολ­μού­σε να κοι­τά­ξει πί­σω του, σα να έ­βγα­ζε την Ευ­ρυ­δί­κη α­πό τον Ά­δη. Αλλ’ ε­νώ ο Ορ­φέ­ας α­νέ­βα­ζε μια γυ­ναί­κα στον κό­σμο, αυτός τρα­βού­σε, με την ί­δια λα­χτά­ρα, μια γυ­ναί­κα έ­ξω α­πό τον κό­σμο. @@@ Πο­τέ δεν εί­χε ε­πι­θυ­μή­σει κά­τι τό­σο πο­λύ, ό­σο το να την πά­ρει για λί­γο μα­κριά α­π’ ό­λους και ό­λα, να την έ­χει κα­τα­δι­κή του. Δεν χω­ρού­σε τί­πο­τε άλλο στον νού του πέ­ρα α­πό το να βρε­θούν μό­νοι και μα­ζί· ού­τε κά­ποιος άλλος να τους πα­ρα­τη­ρεί ού­τε να υ­πάρ­χει γι­’ αυτούς άλλος, και να τον βλέ­πουν. Λί­γο ή πο­λύ δεν έ­χει σημα­σία α­φού η στι­γμή πλάι της έ­παιρ­νε βά­ρος και α­ξία αιω­νιό­τη­τας. Αλλά κι αν μπο­ρού­σε να βά­λει κά­τι ‘πιο α­ντρί­κειο’ στον νού του, δεν προ­λά­βαι­νε να το σκε­φθεί. Το να την πά­ει κά­που κρυ­φά, χω­ρίς σκο­πό, τον εί­χε συ­νε­πά­ρει. Κοί­τα­ζε με διε­σταλ­μέ­να μά­τια, σαν να τον κυ­νη­γού­σαν μα­νια­σμέ­νοι διώ­χτες κι αυτός μ’ έ­να θη­σαυ­ρό στα χέ­ρια, να μην ξέ­ρει πού να κρυ­φτεί. Θά­μνοι, βρά­χια, σκιές, φυλλω­σιές, ό­λα έ­παιρ­ναν, για μια στι­γμή, μορ­φές τρο­μα­κτι­κές κι έ­πρε­πε να το ξε­πε­ρά­σει πριν ε­κεί­νη το α­ντι­λη­φθεί, ι­δίως ό­ταν α­να­δύ­ο­νταν α­πει­λη­τι­κά κι ε­πι­κρι­τι­κά τα πρό­σω­πα της μά­νας του και της για­γιάς. Μό­λις συ­νει­δη­το­ποιού­σε πως ή­ταν πλά­σμα­τα της φα­ντα­σίας του α­να­στέ­να­ζε με α­να­κού­φι­ση, χάι­δευ­ε το χέ­ρι της μέ­σα στο δι­κό του και α­να­ρω­τιό­ταν αν ή­ταν αυτός ο ί­διος και αν ό­λη αυτή η ευτυ­χία ή­ταν ό­ντως δι­κή του.

    Το μο­νο­πά­τι ή­ταν κα­τη­φο­ρι­κό και η λί­μνη χά­θη­κε ξα­φνι­κά α­πό τα μά­τια τους. Αυτός συ­νέ­χι­σε να βα­δί­ζει στον ί­διο ρυ­θμό, σε αμ­φί­βο­λα γι­δό­στρα­τα με την ό­σφρη­ση και την α­κο­ή πιο πο­λύ, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας κλη­μα­τσί­δες, βά­τα και κα­λα­μιές· δεν τον εν­διέ­φε­ρε τό­σο το ‘να φτά­σει­’ ό­σο το ‘να φύ­γει­’. Αυτή τον α­κο­λου­θού­σε τυ­φλά, πει­θή­νια σαν αρ­νί, αν και κα­τά­λα­βε ό­τι άλλα­ξε πολλές φο­ρές κα­τεύ­θυν­ση, ό­τι ξα­να­περ­νού­σαν α­πό τα ί­δια σημεία ή πέ­φτα­νε σε βούρ­κο. Του­λά­χι­στον εί­χαν έ­να α­διά­ψευ­στο κρι­τή­ριο ό­τι πλη­σιά­ζουν· ε­κτός α­πό την υ­γρή βα­ριά μυ­ρου­διά του ξύ­λου που σα­πί­ζει, το κό­α­σμα των βα­τρά­χων γι­νό­ταν ό­λο και πιο δυ­να­τό. Ή στα­μα­τού­σε για λί­γο και, μό­λις προ­σπερ­νού­σαν, ξα­νάρ­χι­ζε δυ­να­τό­τε­ρο, για ν’ α­να­πλη­ρώ­σει το χα­μέ­νο.
    Κι έπρεπε, γιατί τα ε­πό­με­να πέ­ντε ή δέ­κα βή­μα­τα ή­ταν τα πιο σκο­τει­νά. Το μο­νο­πά­τι χα­νό­ταν κι έ­να δά­σος α­πό κλημα­τσί­δες, βά­τα και κα­λά­μια κά­θε ύ­ψους και πά­χους μπλέ­κο­νταν χα­ο­τι­κά στα πό­δια τους. Αλλά κα­νέ­να φυ­σι­κό ε­μπό­διο δεν θα ή­ταν ι­κα­νό μπρο­στά στη θέ­λη­σή του να πε­ρά­σει. Μπο­ρεί τα ρού­χα του ν’ ά­φη­ναν μα­κριές κλω­στές και κομ­μα­τά­κια στ’ α­γκά­θια και τις σκλή­θρες, μπο­ρεί η σάρ­κα του, α­πό τα δά­χτυ­λα και τις πα­λά­μες ώς τους ώ­μους και α­πό τους μη­ρούς ώς τις πα­τού­σες να γέ­μι­ζαν πλη­γές και γδαρ­σί­μα­τα, αλλ’ αυτή δεν εί­χε ού­τε γρατζου­νιά. Τον α­κο­λου­θού­σε κρα­τώ­ντας τον σφι­χτά, με τα δυό της χέ­ρια σαν πο­δη­λά­τη, νιώθοντας τη σπαρ­γή και τη ρώ­μη των μυ­ώνω­ν στις πα­λά­μες της και το λου­χτού­κι­σμα της καρ­διάς του στις ά­κρες των δα­χτύ­λων της.
    Και με μια τε­λευταία κί­νη­ση που θύ­μι­ζε γί­γα­ντα που τσά­κι­ζε με­μιάς τους κίο­νες του αρ­χαίου να­ού… ι­δού το θαύ­μα! Η λί­μνη! Μια κε­χρι­μπα­ρέ­νια σπη­λιά με λα­ζου­ρέ­νια στέ­γη και, για δά­πε­δο, μια μο­νιά νε­ρού που το ρυτί­δω­νε ανεπαίσθητα η αύ­ρα. Α­πό τη μια τέ­λειω­νε σα μι­σο­φέγ­γα­ρο μ’ έ­να πέ­τρι­νο σα­μα­ρά­κι που συ­γκρα­τού­σε το αυτο­σχέ­διο φρά­γμα, ε­νώ α­πό την άλλη χα­νό­ταν στο σκο­τά­δι μέ­σα στις κα­λα­μιές. Η σιω­πή α­πό­λυτη, κα­τα­νυ­κτι­κή· τό­σο που το μό­νο που α­κου­γό­ταν ή­ταν η στα­γό­να που έ­σειε ρυ­θμι­κά τη φτέ­ρη με­τρώ­ντας επιμελώς αλλ’ ά­σκο­πα τον χρό­νο, πε­ρι­γε­λώ­ντας το στι­γμιαίο θρόι­σμα των φύλλων στις αι­φνί­διες ρι­πές του α­νέ­μου, στο ο­ποίο α­πο­κρι­νό­ταν ο φλοί­σβος του κύ­μα­τος, το χού­για­σμα των κα­λα­μιών, το θρόισμα της φυλλωσιάς και ο πα­φλα­σμός ε­νός τρο­μα­γμέ­νου βα­τρά­χου. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρία του, που το σύ­μπαν κα­τά­πι­νε τον χρό­νο… και μά­λι­στα μπρο­στά στον άν­θρω­πο. Ε­κτός αν ο έ­ρω­τας κά­νει τον άν­θρω­πο κά­τι άλλο, ι­κα­νό α­κό­μα και για μια τό­σο με­γα­λειώ­δη συ­μπα­ντι­κή ε­κτρο­πή… μιαν ά­πει­ρης εμ­βέ­λειας συ­μπα­ντι­κή α­μαρ­τία!
    Οι βά­τρα­χοι που τρό­μα­ξαν και σώ­πα­σαν, άρ­χι­σαν πά­λι, έ­νας ε­δώ, άλλος εκεί, κά­ποιοι άλλοι πα­ρα­κά­τω, να ξε­θαρ­ρεύ­ουν και σε λί­γο χά­λα­γαν τον κό­σμο ξα­νά.
    Η γυ­ναί­κα κοι­τού­σε γύ­ρω της σαν μα­γε­μέ­νη· λες και εί­χε πε­ρά­σει μέ­σα α­πό λα­γού­μι πει­ρα­τών και εί­χε βγει στην αι­γλή­ε­σα αί­θου­σα του θρό­νου πα­ρα­μυ­θέ­νιου βα­σι­λιά. Ο όρ­θιος βρά­χος λα­μπο­κο­πού­σε, κά­θε του κό­χη και μαρ­γα­ρι­τά­ρι· και μπρο­στά του έ­να τεί­χος α­πό λυ­γε­ρές κα­λα­μιές με τρε­μου­λιά­ρικες φού­ντες, που τις χρύ­σω­νε το φεγ­γά­ρι, σείο­νταν στο α­ε­ρά­κι σκορ­πώ­ντας γύ­ρω τους ρι­πές φω­τός σα να τις έ­ψαυ­αν άυ­λες χορ­δές. Και από πά­νω έ­νας α­στρό­σπαρ­τος σκουρογάλαζος θό­λος, που θα έ­λε­γες πως εί­ναι ο ου­ρα­νός αν δεν ή­ταν τό­σο χα­μη­λά που ν’ α­κου­μπά­ει α­νά­λα­φρα στον βρά­χο. Και ό­λα αυτά πί­σω α­πό μια λε­πτε­πί­λε­πτη α­χλύ, σα να βρί­σκο­νταν στα υ­πο­θα­λάσ­σια πα­λά­τια του Πο­σει­δώ­να και της Αμ­φι­τρί­της.
    «Μπή­κα σ’ αί­θου­σες κι αίθουσες… τέ­τοια ο­μορ­φιά δεν εί­δα!» ψι­θύ­ρι­σε εκ­στα­τι­κή η γυναίκα σα να φο­βό­ταν μή­πως η φω­νή της τα­ρά­ξει την α­γλα­ή νή­φη του τό­που.
    @@@@
    Αλλά… προ­δό­θη­κε! Ί­σως το πέ­δι­λο, ί­σως το βό­τσα­λο, ί­σως η ώ­ρα, ί­σως το ξω­τι­κό της λί­μνης, ή α­κό­μα κά­τι πιο δυ­να­τό α­πό τα ξω­τι­κά ό­πως η ‘μοί­ρα’, που δεν εί­ναι πα­ρά η ‘ριψο­κίν­δυ­νη ε­ρω­το­τρο­πία με το εν­δε­χό­με­νο, το α­πρό­ο­πτο ή και την υ­πέρ­βα­ση του επιθυμητού κα­μιά φο­ρά’, τη σκού­ντη­σαν· και με μια κο­ρι­τσί­στι­κη δια­πε­ρα­στι­κή κραυ­γή έ­πε­σε στο νε­ρό. Το φό­ρε­μα ά­νοι­ξε πέ­φτο­ντας και α­πλώ­θη­κε γύρω της καθώς στά­θη­κε ορ­θή, με το νε­ρό ώς τον λαιμό. Τρομαγμένος αυτός και ξαφνιασμένος μαζί, έ­σκυ­βε με το χέ­ρι τε­ντω­μέ­νο να την σύρει έ­ξω ενώ εκείνη, με τα μαλλιά πε­σμέ­να στο πρό­σω­πο και μουσκεμένα πλα­τα­νό­φυλλα κολλημέ­να πά­νω της, έ­τρε­με τσιρίζοντας ασυγκράτητα και γε­λού­σε στά­ζο­ντας νε­ρά. Αλλά καθώς άπλωσε το χέ­ρι να την τραβήξει, βρέθηκε κι αυτός στο νερό. Η παγωνιά τούς έκανε να χοροπηδάνε τσιρίζοντας και τους έ­φε­ρε α­συ­γκρά­τη­το γέ­λιο. Γε­λού­σαν και προ­σπα­θού­σαν να χο­ρέ­ψουν με τα πό­δια ώς τον α­στρά­γα­λο στη λά­σπη. Αυτός, μπρο­στά στο βρε­γμέ­νο ρού­χο που κόλλα­γε πά­νω της α­να­δει­κνύ­ο­ντας τις γλυ­φές του κορ­μιού της, εί­χε αλλο­φρο­νή­σει. Μολονότι το βλέμ­μα του δεν μπο­ρού­σε φυσικά να ει­σχω­ρή­σει κά­τω α­πό την ε­πι­φά­νεια του νε­ρού, μό­νο που φα­ντα­ζό­ταν το κορ­μί της ν’ α­να­δεύ­ει από κά­τω σχε­δόν γυ­μνό, ή­ταν αρ­κε­τό. Μή­πως τόσον και­ρό τον ε­μπό­δι­ζαν τα ρού­χα να το δει; Το ή­ξε­ρε με κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια, ί­σως καλύτερα κι από την ί­δια, ενώ το υγρό στοιχείο ανάμεσά τους, πολύ πιο πυκνό από τον αέρα αλλ’ όχι και αδιαπέραστο σαν τοίχος, τους έφερνε σε κάποια ιδιότυπη επαφή.
    «Βγαίνουμε!» ψέλλισε ανάμεσα στα δόντια της που κροτάλιζαν από το κρύο κα­θώς στή­ρι­ζε τα χέ­ρια της στο πέ­τρι­νο σα­μα­ρά­κι και α­νέ­βαι­νε μ’ έ­να πη­δα­ρά­κι. Έτρεμε τόσο πολύ δεν που δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει δεύτερη λέξη.
    Αυτός πα­ρα­κο­λού­θη­σε με κομ­μέ­νη την α­νά­σα το κορ­μί της ν’ α­να­σύ­ρε­ται α­πό το νε­ρό στά­ζο­ντας και με το α­νά­λα­φρο ρου­χα­λά­κι κολλημέ­νο πά­νω της να έ­χει πά­ρει το σχή­μα και το χρώ­μα της, και θόλωσε. Εκείνη, με την ί­δια κί­νη­ση, αλλά και ι­διαί­τε­ρη χά­ρη, γύ­ρι­σε το κορμί της και κάθισε στο σα­μα­ρά­κι με τα πό­δια προς το νε­ρό· και βλέ­πο­ντάς τον να την κοι­τά­ζει με πυ­ρω­μέ­να μά­τια σαν έ­τοι­μος να την κα­τα­σπα­ρά­ξει, άρ­χι­σε να τον πι­τσι­λά­ει με τα πό­δια της γε­λώ­ντας.
    @@@@ Επιστροφη στο σπιτι χωριςνα συμβει κάτι

    Μι­λού­σε βια­στι­κά και στα­κά­τα προ­σπα­θώ­ντας να ε­λέγ­ξει το λε­πτό τρέ­μου­λο α­πό το κρύ­ο στο σα­γό­νι της, και μπέρ­δευ­ε τις συλλα­βές· αλλά και αυτός την πα­ρα­κο­λου­θού­σε με δυ­σκο­λία κα­θώς τα χεί­λια της εί­χαν λε­πτύ­νει α­πό το σφί­ξι­μο και τα χέ­ρια της εί­χαν πε­τρώ­σει πά­νω στο κορ­μί της.
    «Θα ξεπαγιάσετε!» εί­πε κοι­τώ­ντας τη στορ­γι­κά ε­νώ τουρ­τού­ρι­ζε και ο ί­διος.
    «Δεν έ­πρε­πε να βρα­χώ! Δεν φα­ντα­ζό­μουν αυτή την ε­πο­χή τέ­τοιο κρύ­ο!» εί­πε ε­νώ έ­σπα­γε η α­ντί­στα­σή της κι έ­τρε­με σύ­γκορ­μη.
    «Το νε­ρό έρ­χε­ται α­πό πη­γές πιο ψη­λά… έ­χει και ρεύ­μα εδώ!» ψι­θύ­ρι­σε κοι­τά­ζο­ντάς την α­μή­χα­να. Ή­ξε­ρε να τη ζε­στά­νει αλλ’ ού­τε να σκε­φτεί δεν τολ­μού­σε ό­τι θ’ ά­πλω­νε τα χέ­ρια πά­νω της. Έ­στυ­ψε το φτη­νό κα­ρό που­κά­μι­σό του με την ε­λα­φριά μυ­ρου­διά καρ­βου­νί­λας, για­τί η για­γιά το έ­πλε­νε μό­νο με α­λι­σί­βα, και το έ­ρι­ξε πά­νω της μέ­νο­ντας μι­σό­γυ­μνος. Το τ­ζιν ας στράγ­γι­ζε πά­νω του.
    Κοί­τα­ξε το ρού­χο του πά­νω της, έ­ρι­ξε μια γρή­γο­ρη μα­τιά στο πα­νω­κόρ­μι του και του χα­μο­γέ­λα­σε μ’ ευ­γνω­μο­σύ­νη. Η χει­ρο­νο­μία του τη ζέστανε περισσότερο από το πουκάμισο και ά­ξι­ζε με το παραπάνω την ε­πι­δο­κι­μα­σία της.

    Στη δεύτερη επίσκεψη στη λίμνη, έχει πανσέληνο, αυτή παίζει βιολί και το φεγγάρι κατεβαίνει και τους παίρνει

    Και ο καθένας συμπληρώνει κατά το δοκούν

  49. cronopiusa said

  50. Λεώνικε, μια που το θέμα με αφορά-εγώ ανέφερα την λέξη, θα πρέπει να διευκρινήσω πως το τεκνατζού δεν αναφέρεται σε εύκολες γυναίκες αλλά σε αυτές που έχουν προτίμηση σε έφηβους, τελείως αντίστοιχα με τους άνδρες που ορέγονται τηνέητζερς. Φυσικά η λέξη προτίμηση δεν σημαίνει ούτε αποκλειστικότητα ούτε κυνήγι του είδους. Υπάρχουν όμως και άνδρες και γυναίκες που έχουν απορρίψει αυτές τις επιλογές χωρίς να σημαίνει πως είναι ηθικότεροι ή ο,τιδήποτε άλλο από τους εφηβεραστές και τις εφηβεράστριες αν ενοχλεί η λέξη τεκνατζού.

  51. # 50

    Να προσθέσω ακόμα πως μου θύμισε έντονα δυο διηγήματα του Τσιφόρου, το ‘βαθρακός στη χαβούζα’ και το ‘ταράτσα στη θάλασσα’ το πρώτο για την όμορφη γυναίκα στο χωριό και το δεύτερο για σχέση γυναίκας με έφηβο οπότε μου ήρθε εύκολα το κάπως τσιφορικό τεκνατζού

  52. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλώ τον αξιαγάπητο κ. Λεώνικο να είναι φειδωλός στα σχόλιά του στο παρόν νήμα, ώστε να μή ξεπεράσει το πλαφόν του 10% που συνηθίζεται για όσους γράφουν διηγήματα στο παρόν Ιστολόγιο, ώστε να μή κατηγορηθούν ότι γράφουν σχόλια για να αυγατιστούν τα Σχόλια και να παραπλανηθούν κάποιοι ότι το διήγημα ενθουσίασε τους αναγνώστες

    Ήδη ο κ. Λεώνικος έχει γράψει 5 σχόλια σε σύνολο 52, τουτέστιν βρίσκεται στο όριο του 10% για να μή τον περιλάβουν οι κακεντρεχείς, που – δυστυχώς – παρεπιδημούν ΚΑΙ σε αυτό το Ιστολόγιο. Θυμίζω στον κ. Λεώνικο ότι το ρεκόρ όλων των εποχών σχολίων στο Ιστολόγιο για να αυγατιστούν τα Σχόλια δικού του διηγήματος το έχει ο συνταξιούχος Παοκτζής κ. Gpoint με ποσοστό 21%: Στο ενδιαφέρον διήγημά του «Σίντυ» που μέσα σε 15 μήνες συγκέντρωσε 142 Σχόλια, τα 30 από αυτά τα σχόλια τα έγραψε ο ίδιος ο κ. Gpoint (ποσοστό 21%) σε μιά απέλπιδα προσπάθεια να αυγατίσει τα Σχόλια.

    Στην 2η θέση βρίσκεται ο γνωστός ατάλαντος διηγηματογράφος από τα Θερμιά, κύρ Δημήτρης Μαρτίνος, από τον Μάη του 2017: Όταν τον Απρίλη του 2017 δημοσιεύτηκε το αποτυχημένο διήγημά του «Για τον Μανώλη μας δεν ξέρω» που εισέπραξε μόλις 108 σχόλια σε 18 μήνες, τα 19 από αυτά τα σχόλια ήσαντε δικά του (ποσοστό 18%).

  53. Γς said

    51:

    αντε κι η δικιά μου τεκνατζού [πάλι]

    https://caktos.blogspot.com/2013/05/blog-post_16.html

  54. cronopiusa said

  55. mitsos said

    Καλησπέρα
    Λεώνικε απόλαυσα το διήγημα σου
    Σε ευχαριστώ ( και τον Νίκο που το επέλεξε )
    Διέτρεξα και τα σχόλια
    Δεν είμαστε μόνο εκατό … μάλλον πολύ παραπάνω. Και τα σχόλια δείχνουν νομίζω πως το κείμενο μάγεψε αρκετούς.

    Το καλοδουλεμένο απόσπασμα για τις λεπτομέρειες της επίσκεψης στην …»λιμνούλα » που διάβασα στο τελευταίο σχόλιο του Λεώνικου μάλλον είναι μια άλλη ιστορία . Διαβάζοντάς το ένιωσα σαν να είναι μια όμορφη επίδειξη της τεχνικής … Τεχνικής που ξεπερνά κατά πολύ τις δυνατότητές μου να κρίνω.
    Θέλω να πω πως το διήγημα που αναρτήθηκε ήταν κάτι άλλο. Υπήρχε ένα γενικό κάδρο που έδινε το περιθώριο στον αναγνώστη να φτιάξει εικόνα δική του… Ας πούμε λίγο πιο κάτω, στην Κάτω Μουσουνίτσα με μια άλλη κοπέλα και ένα άλλο κελάρυσμα σε άλλες ροές… Σε ένα τέτιοιο ερωτικό παιχνίδι δύσκολα βρίσκεις ποιο είναι το τέλος … είναι μια γεύση που ο όποιος επίλογος καλό είναι να μην την περιορίζει. Και ο δικός σου ήταν όσο επρεπε αόριστος …

    Να σαι καλά.

  56. cronopiusa said

  57. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    1) Η είδηση της Χρονιάς, όπως την μετέδωσε προ ολίγου το Ρόιτερς: Ο γεροντόφιλος Μακρόν είπε μπροστά στον Τράμπ ότι ο Εθνικισμός είναι η Προδοσία του Πατριωτισμού. Ως γνωστόν, στις 22 Οκτωβρίου σε μεγάλη συγκέντρωση των Ρεπουμπλικάνων στο Τέξας, ο Τράμπ είχε δηλώσει πως είναι Εθνικιστής.

    Επειδή ζώ εδώ στις ΗΠΑ και ξέρω την νοοτροπία του Ντόναλντ (είναι «καμήλα», με την έννοια ότι πάντα εκδικείται αυτούς που τον προσβάλλουν) προαναγγέλλω ότι θα την πατήσει άγρια ο γεροντόφιλος Μακρόν και μαζί του ολόκληρη η Γαλλία. Ήδη η Λεπέν άρχισε να εκμεταλλεύεται την ιστορική προσβολή που υπέστη ο Πλανητάρχης από τον γεροντόφιλο Πρόεδρο της Γαλλίας

    2) Ο Άδωνις έκανε 5 ώρες 36 λεπτά στον σημερινό Μαραθώνιο της Αθήνας και πανηγυρίζει… Αγνοώντας ο κάφρος ότι με ένα γρήγορο περπάτημα σαν κι αυτά που κάνει κάθε τόσο ο κ. Σαραντάκος στα δάση του Λουξεμβούργου (7,5 λεπτά το χιλιόμετρο) κάνεις τον Μαραθώνιο σε 5 ώρες 17 λεπτά. Άνθρακες ο θησαυρός κ. Άδωνι. Δεν έτρεχες: Περπατούσες επί 5,5 ώρες

  58. Χαρούλα said

    Συμφωνώ με τον Mitsos (55).το αρχικό, λιτό, απέριττο, τόσο π´μορφο και γλυκό, όσο χρειαζεται για να περγράψει τα περιστατικά και την ανάπτυξη της αγάπης.
    Η συνέχεια-συμπλήρωση, σαν να το βάρυνε. Υπερβολική κατά την γνώμη μου προσπάθεια για στολίδια. Ο καθείς με το γούστο του…

  59. Γιάννης Ιατρού said

    52: Να ήξερες και να μετράς και να μην μπερδεύεις μήνες και εβδομάδες, καλά θα ήταν. Τι 15 μήνες από την δημοσίευση του Σίντυ του Τζι ρε συ, φέτος, στις 12 Αυγούστου το έβαλε!

  60. nikiplos said

    καλησπέρα (ως φαίνεται εκ της ώρας)…

    Το διήγημα το διάβασα από το μεσημέρι…

    Το ξαναδιάβασα και έβγαλα το συμπέρασμα ότι μου άρεσε πάρα πολύ. Χωρίς φορτικές περιγραφές ανασύστασε τα αναγκαία της επαρχίας, τα θέσφατα των «αρχών» τους (που ενίοτε έπαιρναν «εντολές» από τις συζύγους, πενθερές ή τα «μπατζανάκια» που «είχαν τα μέσα» κλπ). Την απλοϊκότητα αλλά και την καθαρότητα. Τον φόβο για τις ατυχίες και τις δυστυχίες. Το τρίτο σπίτι το έχει βρει μια τελείως ανεπάντεχη δυστυχία ας πούμε… Την επίγνωση της φθαρτότητάς των που κάθε μέρα που ξημερώνη η φύση τους το υπενθυμίζει με τον κύκλο της ζωής τροπαιοφόρο… Την δική τους ιστορικότητα και αναδίφηση του χρόνου ( – Αυτός είναι από το σόϊ τςνύφς του Κουτσολιάκου, θυμάσαι? -Ναι τότε δεν είχαμε τον Παπα-Κώστα?), αλλά και του χώρου (Μπρε θα κάνεις ότι σου λέμε, εδώ είναι Κατσαρέϊκα, δεν πα ναν κι ο Θεός ο ίδιος Βασιλιάς!). Ο Λεώνικος τα ανασύστασε βιωματικά από την περίοδο του αγροτικού του, όμως όσοι έχουν περάσει καλοκαίρια σε ορεινά απομονωμένα χωριά, μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ…

    Έναν τόπο του οποίου την κοινότητα ισοπέδωσε και διέλυσε όσο κανείς άλλος ο εμφύλιος πόλεμος… Έναν τόπο χωρίς Δίκιο, χωρίς δίκαιο… Παρά μόνο με αθύρματα άγραφων ενδεδειγμένων τρόπων συμπεριφοράς… («Μην κάνεις μπίζνα με τα κουμούνια/τσι φασίστες ποτέ δεν κρατάν το λόγο τους»)… Ένας τόπος δλδ που κάθε ελιά είχε να διηγηθεί μια ιστορία, όχι τόσο βουκολική (ο Λιάκος Μπουρνόβας και η Τασούλα), αλλά άδικη και δυσεξήγητη… Θυμάμαι έντονα στα 80ς και 90ς που πεζοπόρησα την περιοχή και αναζητούσαμε τότε «ιστορικές διαδρομές» μου είχε πει ένας Παππάς, ότι καλό είναι αυτά παιδί μου να τα ξεχάσουμε και να αφήσουμε το θεό να μας συγχωρήσει… για όλους μας πάει αυτό!

    Ο Λεώνικος, κατάφερε να δώσει την περιγραφή εξαφανίζοντας τελείως το στοιχείο των εμφύλιων σημαδιών, στην άχρονη τρόπον τινά, ιστορία του…

    Το τέλος φάνηκε απλό σε κάποιους που δεν έχουν ζήσει επαρχία… Αν ο νέος δεν έκανε το χρέος του, να «πουληθεί σκλάβος» και παράλληλα να γηροκομήσει τις γυναίκες του, στο σπίτι του, όπου αυτό άνοιγε θα έπεφτε κατάρα. Ίσα, ίσα αν οι ατυχίες έβρισκαν τους κοντινούς συγγενείς, αυτοί είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν το λόγο… Κι αν έβγαινε και κάνα ξώγαμο και το φόρτωνε λόγω ατυχίας (ακαματοσύνη το λέγανε παλιά εκ του ασφαλούς), στο χωριό, εκεί να δεις… Στον Ζορμπά δεν είναι τυχαίο που ο Καζαντζάκης από μια απλή πρόληψη βάζει τους κατοίκους να πυρπολήσουν τη χήρα…

    Τέλος οι χήρες στα παλαιά χρόνια είχαν και άλλον ένα σταυρό να κουβαλήσουν… Το ερωτικό «βόλεμμα» των βαρεμμένων από την Ανία παντρεμένων «αρχών» του χωριού… Ο εκβιασμός ήταν τέτοιος ώστε να υποπέσουν θέλουν δεν θέλουν σε αυτό το «έργο»… Αν αρνούνταν να το κάνουν, ποιός θα τους προστάτευε? Αν δεν υπήρχε αδερφός να ξεπλύνει το κρίμα με τα κουμπούρια, εκεί να δεις τι γινόταν… σωστό ντόγκβιλ… Γι’ αυτό πολλές ξαναπαντρεύονταν γρήγορα τον πρώτο τυχόντα (τρελλό του χωριού, στραβό ή κουτσό) ώστε να μην «δίνουν δικαιώματα»…

    Ο Λεώνικος αυτό το αφήνει να υφέρπει ως μύθος… Δεν ήταν πολυσύχναστο μέρος, κάτι σαν στοιχειωμένο ας πούμε… για πρακτικούς λόγους φυσικά γιατί αν ήταν πολυσύχναστο, βράς τα…

    Επομένως καθόλου δεν έπρεπε αγαπητέ κ. Λεώνικε να προσθέσετε το επίσης όμορφο παράθεμα, γιατί είναι στοιχείο από μια άλλη οπτική γωνία της (ίδιας) ιστοριας, δλδ είναι από άλλη στην ουσία ιστορία…

    Καθόλου λοιπόν προβλέψιμο το τέλος (η επανάσταση και των δύο: το κούτσικο να μην κάνει το χρέος του και αυτή να πάει με έναν καράβλαχο)… Κι η ζωή ενίοτε περιλαμβάνει εκπλήξεις…

  61. nikiplos said

    11@ Ντιζέζ? Δεν ήταν Σσαντέζ? 🙂

  62. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Πανηγυρίζουν οι Αλβανοί και οι Παναθηναϊκάκηδες Ριβαντίνιο, κυρ Γιάννης Κουβάτσος και Νεογίδιος: Ο Αλβανός Κάτσε άνοιξε προ ολίγου το σκόρ στο Φάληρο: Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός 0-1

  63. nikiplos said

    Επιτρέψτε μου στο προηγούμενο σεντόνι, να προσθέσω πως η «αυτοκτονία» ή ο αλληλοσκοτωμός των δύο εραστών, συχνά πυκνά δεν προέκυπτε από οργή ή υπερβολικό ρομαντισμό, αλλά από την επίγνωση για τα κρίματα που θα έδερναν σε κείνους που έμεναν πίσω (οικογένειες, παιδιά κλπ)… Τα κριματα, η μεροληψία, η απομόνωση από τους υπόλοιπους κατοίκους… Ο Θάνατος (συνήθως σκηνοθετούταν σαν ατυχές συμβάν) ξέπλενε τα κρίματα και δεν περνούσε στους υπόλοιπους… Έτσι αν ‘ακουγόταν το σπίτι’ ανάλογα τον τόπο και τα έθιμα, ποινή ήταν η άκληρη εξορία ή ο θάνατος. Συχνά, εκείνα τα χρόνια η πρώτη εξασφάλιζε τη δεύτερη τύχη…

    Στους Αρβανίτες της Αττικοβοιωτίας αν ένα σπίτι ακουγόταν έπρεπε να ξεπληρώσει χρέος σε ένα άλλο που θίχτηκε, ανάλογα το αδίκημα… Μέχρι να ξεπληρωθεί το χρέος κανείς μουσαφίρης δεν πατούσε στο μαγαρισμένο σπίτι, γιατί αυτό σήμαινε συμφωνία με τον εχθρό… Ακόμη και ο διαμεσολαβητής, συνήθως κάποιος σεβάσμιος δημογέροντας καθόταν σε τραπέζι έξω από παράθυρο, σε εμφανές σημείο – να φαίνεται ότι δεν μπήκε.

  64. Πέπε said

    Όχι πως καλώ τον Νικοκύρη να σβήσει το βρωμερό σχόλιο #52, αλλά αν κατά σύμπτωση το αποφάσιζε από μόνος του δε θα διαμαρτυρόμουν.

  65. Μπούφος said

    Ο κύργιος Λεώ με σκλάβωσε με το λεπτεπίλεπτα κεντημένο γράψιμό του. Της υπομονής άνθρωπος. Αχ! έναν τέτοιο μακάρι να βρισκα να νοικοκυρευτώ…..αγριεύτηκα λίγο στο σημείο που «αντροκαλιούνται» -τι λέξη κι αυτή-αλλά… στο φινάλε το διασκέδασα. Το τέλος με τα βρακιά… επικό!

  66. Γιάννης Ιατρού said

    Δεν ξέρω αν είδατε στις ειδήσεις το 13χρονο κοριτσάκι που βγήκε πέμπτο στον σημερινό Μαραθώνιο (10χλμ.) με χρόνο 37′ 41. Εντυπωσιάστηκα από την ευχέρεια λόγου που είχε, τις συγκροτημένες και αυθόρμητες απαντήσεις του κλπ. Υπάρχει ελπίδα…. Να το χαίρονται οι γονείς του.

  67. sarant said

    64 Bρομερό ή φθονερό;

  68. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Πανάσχετε Ιατρού (66),

    μή χαίρεσαι τόσο πολύ για την Γλυκερία Σκάρκου. Το κορίτσι είναι κάργα ελληνόψυχο, προέρχεται από γνωστή οικογένεια ελληνολατρών επιστημόνων και οι ρητορικές της ικανότητες στην Θεία Ελληνική Γλώσσα είναι κατά πολύ ανώτερες του αναμφισβήτητου ταλέντου της στο τρέξιμο.

    Μάλιστα, η 13χρονη Γλυκερία χρησιμοποιεί στην ομιλία της πολλές δύσκολες ελληνικές λέξεις (καθαρευουσιάνικες), που αν τις άκουγε ο κ. Σαραντάκος και οι λοιποί μαλλιαροί του Ιστολογίου θα έφριτταν από αηδία…

  69. leonicos said

    @60 Νίκηπλε σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ..

    Ήταν χούντα τότε, 1973, και ο Ρουφογάλης αρτοτινός. Το μόνο που άκουσα ότι τους έστειλαν όλους στο Σλε = Σουλέ = Ευπάλιο

    την άλλη εκδοχή, που είναι πολύ πιο ερωτική, [χωρίς σεξ πάντως] την παρέθεσα για να στηριξω την άποψή ου ότι η γυναίκα δεν πήρε το μανάρι από το χωριό απλώς για το κρεβάτι της.

  70. leonicos said

    @ Μήτσο 55 Ευχαριστώ πολύ

  71. leonicos said

    @58 Χαρούλα

    Σ’ ευχαριστώ πολύ

    Δεν είναι δυνέχεις, είναι άλλο κείμενο.

  72. ΚΩΣΤΑΣ said

    Γεια σου Λεώνικε με τα ωραία σου και ευχαριστίες στον Νικοκύρη που μας δίνει την ευκαιρία να απολαμβάνουμε πνευματικές δραστηριότητες σχολιαστών.

    Ως έχων νεανικά βιώματα από επαρχία, αντιλαμβάνομαι πολύ καλά τα ήθη, έθιμα και το κοινωνικό στάτους εκείνης της εποχής – τοποθετώ τα δρώμενα του διηγήματος κάπου στη δεκαετία του 1970. Η αοιδός, ντιζέζ, δεν μου μοιάζει για επαγγελματίας τεκνατζού. Οι πολύπαθες γυναίκες της τότε εποχής, ιερόδουλες, καμπαρετζούδες, τραγουδίστριες σε επαρχιακούς πανηγυρτζήδικους θιάσους, γνώριζαν και κατανοούσαν την ψυχολογία και την σεξουαλική στέρηση των νέων της επαρχίας. Και λειτουργούσαν με έναν τρόπο αγάπης για να δώσουν βοήθεια και χαρά σε νέους που προσέφευγαν σ΄αυτές. Έτσι βλέπω εγώ τη λειτουργία της «νεράιδας» στο συγκεκριμένο διήγημα.

  73. leonicos said

    @56 Καλά εσένα δεν σ’ ευχαριστω πλέον

    Είσαι υπεροχη

  74. leonicos said

    @52 Ιάκωβε, αγάπη μου

    Άσε τους κακεντρεχεις και τους ατάλαντους και κοιτα τη δουλειά σου

    Σ’ ευχαριστώ πάντως που μου επεσήμανες το 10%. Θα βαλω μερικού να γράψουν κάτι για να μπορώ να γράψω κι εγώ χωρίς να περάσω το όριο.

  75. leonicos said

    @50

    Ρε Τζι, σ’ εμ’ενα καθισες να εξηγήσεις; Δεν υπάρχει πρόβλημα μεταξύμας. Άλλοι εχουν προβλημα

    Εμεις ξέρουεμ ποιοι είμαστε. Απ’ έξω περνανε πολλοί και λένε τα δικά τους.

    Εγώ δεν θ απαρεξηγήσω εσενα1!!

  76. leonicos said

    @54 Κρόνη

    Επιμένω να μη σου λέω πλέον ευχαριστώ

    Σε λατρεύω

    (διαβάζω τα σχόλια ανάποδα

  77. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Κύριε Λεώνικε (74),

    έχετε γράψει ήδη 12 σχόλια σε σύνολο 76, πετυχαίνοντας ποσοστό 15,79%. Με μία μικρή προσπάθεια ακόμη, θα σπάσετε το ρεκόρ (σχολίων σε δικό μας διήγημα, προκειμένου να αυγατίσουν τα Σχόλια…) όλων των εποχών του Ιστολογίου που είναι 21%. Ανήκει στον κ. Gpoint και επετεύχθη τον περασμένο Αύγουστο στο διήγημα «Σίντυ».

    Το διήγημα διηγείται τα χούγια της Σίντυς που στα 50τόσα της θύμιζε την Μπριζίτ Μπαρντό στα 40τόσα της και ξεπαρθενεύτηκε από έναν σοβατζή σε μία αποθήκη, κάνοντας τον κ. Gpoint να ζηλέψει αφόρητα που δεν την ξεπαρθένεψε αυτός

  78. Να ρίξω και το καρφάκι μου (πρόκα 45άρα) : πολλοί θα στενοχωρήθηκαν σήμερα γιατί έχασε η Vidi στο ουγγαρέζικο πρωτάθλημα…

  79. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Κύριε Gpoint (78),

    αντί να αερολογείτε, κάντε μας μιά ουσιώδη δήλωση για να καταχωρηθεί στο Ιστολόγιο, ώστε να μπορέσουμε να την ανασύρουμε τον προσεχή Μάη…

    Αν ο μΠΑΟΚ χάσει το φετεινό πρωτάθλημα, θα δικαιούμαστε εμείς οι υπόλοιποι να εικονογραφήσουμε τα λήμματα «κρετίνος» + «χέστης» της έγκυρης Βικιπαίδειας με το σήμα του ένδοξου μΠΑΟΚ;

  80. 19, Χαρούλα said…
    24, gpointofview said…
    25, Γιάννης Ιατρού said…
    26, Χαρούλα said…

    # Γλώσσα και Γλωσάρα είναι φίλτατοι Χαρούλα και Ιατρού και gpointofview και …δεν μπορεί παρά να σας πείσω. Εδώ πεισθήκατε ότι είναι γλώσσα τα …βουλγάρικα τσιπρομακεδόνικα, δεν θα πεισθείτε από τα δικά μου τα …καθεαυτού μακεδονικά;;; (που τα ήξερε και ο …Κικέρωνας!). Και εν πάσει περιπτώσει …δεν πειράζει που κουράζεστε. Τα αγαθά κόποις κτώνται!

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γεια σας!
    Ωραίο Λεώνικε! Ευχαριστούμε.
    Μια ανάποδη ρεμπέτικη ιστορία στα βουνά. Ομόρφηνε την κουρασμένη μέρα μου.

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    (Επειδή μετά τα μεσάνυχτα βγαίνουν οι νεράιδες)

  83. Pedis said

    δηλαδή, η τεκνατζού, όχι μόνο έκανε το κομμάτι της στους χωριάτες, πέρασε ψιλοτζάμπα διακοπές, επιπλέον, διπλάρωσε και τον πιτσιρικά και στο τέλος … κονόμησε και αυτοκίνητο
    (συγγραφική αδεία;) … μεγάλο σουξέ!

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κάτι μου ξεφεύγει σ΄αυτή τη φράση και στη συνέχειά της:
    “Πληρώνω όσο δυο εισιτήρια για να με ακούσεις μια φορά! Κι εγώ εδώ σας τραγουδάω κάθε μέρα… από αγάπη!”

  85. # 84
    Πλήρωνε για τη διαμονή της όσο κοστίζουν δυο εισιτήρια στις παραστάσεις της και υπερκαλύπτε το χρέος της με το καθημερινό τραγούδι που τους προσφέρει οπότε τι να της κάνει η ‘διευκόλυνση’ που της πρότειναν δηλαδή να μην πληρώνει τίποτε για να παραμείνει περισσότερο όταν έμαθαν πως θα φύγει. Υπήρχε διαφορά οικονομικών μεγεθών μεταξύ τους.

  86. Μάντις said

    Ιάκωβος ο αδελφόθεος και ο Τζι ένα και το αυτό πρόσωπο.
    Μεγάλα ταλέντα.

  87. # 86

    Α ρε ΠΑΟΚάρα, τους έχεις κάνει όλους να παραμιλάνε !!

    (ή μήπως φταίει ο 4,7 -καθημερινός- δεισμός στη Ζάκυνθο ; )

  88. ΓιώργοςΜ said

    80 Θα μπορούσε να είναι, αν δημιουργηθεί το κράτος της (Νότιας) Μακεδονίας. Ως κυρίαρχο κράτος, θα μπορούσε να ορίσει το όνομα της γλώσσας του.
    Αν και στην Κύπρο, που η διάλεκτος είναι πολύ πιο ξεχωριστή, Ελληνική την ονομάζουν.

  89. 88, ΓιώργοςΜ said…
    Κάπου …έχασες το δρόμο: Οι Κρητικοί που μιλάνε Κρητικά και οι Πόντιοι που μιλάνε Ποντιακά έχουν δικό τους κράτος;; Θεέ και Κύριε!

  90. Πέπε said

    @80

    Γιώργο Μπαρτζούδη, τα ‘χουμε ξαναπεί, ξέρω ότι δε σ’ ενδιαφέρει πώς τεκμηριώνεται το ότι έχεις λάθος, όπως δε σ’ ενδιιαφέρει και να στηρξεις την άποψή σου πέρα από το να την επαναλαμβάνεις τρις την ώρα, αλλά επειδή διαβάζουν και άνθρωποι που μπορεί να μην ξέρουν τις παλιότερες συζητήσεις μας, πάμε πάλι:

    Δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα με την έννοια που λες. Είναι ελληνική γλώσσα, ιδίωμα κάποιας περιοχής της Μακεδονίας. Με όλα αυτά που λες, θες ίσως να δείξεις ότι είναι υπαρκτό; Δεκτό (κανείς δεν το αμφισβήτησε). Ότι είναι ντόπιο μακεδονικό; Δεκτό (ομοίως). Ότι όμως δεν είναι ελληνική γλώσσα, δεν είναι δεκτό, πρώτον, γιατί ούτως ή άλλως δεν ισχύει και δεύτερον γιατί δεν έχεις φέρει το παραμικρό επιχείρημα (που τυχόν να μας διε΄φευγε μέχρι τώρα) που να στηρίζει κάτι τέτοιο.

    Επιπλέον δεν ξέρω αν έχεις παρατηρήσει ότι ενώ γενικά εδωμέσα υπάρχει σεβασμός σε κάθε άποψη, και όποιος τη βρίσκει λανθασμένη επιχειρηματολογεί, ειδικά με σένα και με αυτό το ζήτημα έχει πέσει πολύ κράξιμο από πολλούς. Δεν είναι για την άποψή σου. Είναι για την εμμονή σου να την επαναλαμβάνεις συνέχεια, κολλάει – δεν κολλάει με ό,τι συζητείται, (σαν λ.χ. τα ποδοσφαιρικά του G που κι αυτός έχει φάει κράξιμο), και επιπλέον με τρόπο προκλητικό, αγενή (κάτι που δεν έχει βέβαια κάνει ο G).

    Λοιπόν: λες «δεν μπορεί παρά να σας πείσω». Δεν έχεις πείσει κανέναν μέχρι τώρα, και έχεις πρήξει πολλούς. Κόφ’ το κάποια στιγμή. Πάρ’ το απόφαση ότι ακόμη κι αν το πιστεύεις αυτό το πράγμα (που δε νομίζω – ένα πείσμα είναι), εδώ είναι μάταιο να το λες και να το ξαναλές.

  91. Μάντις said

    87
    καμία σχέση με Ζάκυνθο! 😉

  92. sarant said

    90 Αν συζηταμε σοβαρά και όχι έχοντας κάποιον άλλο σκοπό, θα λέγαμε ότι δεν υπάρχει ούτε καν ενιαίο ελληνικό μακεδονικό ιδίωμα. Υπάρχει η ευρύτερη γλωσσική ποικιλία η γνωστή ως «Βόρεια ιδιώματα», υπάρχουν και επιμέρους ιδιώματα (πχ του Ρουμλουκιού) αλλά όχι κάτι που να μπορεί να αποκληθεί διάλεκτος όπως τα κρητικά (έστω και καταχρηστικά κατά Κοντοσόπουλο) ή τα ποντιακά.

    Χώρια δηλαδή που αρκετοί γλωσσολόγοι δεν αναγνωρίζουν την έννοια του ιδιώματος.

  93. # 90

    Πέπε ήσουνα ο μόνος που έπιασες το Σίντυ- c.d. στο διήγημά μου. Πιστεύω να μην είσαι ο μόνος που θα καταλάβει πως ο ΠΑΟΚ είναι κοινωνικό φαινόμενο, το καλοκαίρι- αν όλα πάνε καλά.

  94. Πέπε said

    @93:

    G, συγγνώμη που αναφέρθηκα σ’ εσένα, και μάλιστα με τον συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς να έχεις ξεκινήσει σχετική κουβέντα, αλλά δεν είχα την πρόθεση να εννοήσω τίποτε κακό, που να «καλεί» σε εξηγήσεις. Έφερα απλώς ένα παράδειγμα της περίπτωσης «κάνει κάτι που δε μας αρέσει – του λέμε ότι δε μας αρέσει», έτσι σαν απλή αχρωμάτιστη διαπίστωση.

    Δεν υπάρχει ελπίδα να καταλάβω τίποτε σχετικά με τον ΠΑΟΚ. Απέχω από οποιαδήποτε παρακολούθηση αθλητικών σε βαθμό που δεν ξέρω αν τον φαντάζεσαι καν. 🙂

  95. Σωτήρς said

    94 και προηγούμενα: Έζησα περίπου ένα χρόνο στη βόρεια Χαλκιδική (Αρναία και πέριξ) και πραγματικά εντύπωση μου έκανε ότι η προφορά των ντόπιων μου θύμιζε τα δικά μου μέρη στη Φωκίδα. Μιλούσαν σα ρουμελιώτικα, ο τονισμός και η προφορά ίδια, ούτε άγνωστες λέξεις είχα όπως λχ στα ποντιακά ή κρητικά. Μου φαίνεται λίγο κωμικό το όλο θέμα.

  96. Γιάννης Ιατρού said

    90: Πέπε
    Έτσι ακριβώς, ad nauseam ονομάζουν την μέθοδο του Γ. Μπ.

    89: Γ. Μπαρτζούδη,
    και τα Κρητικά και τα Ποντιακά κι αυτά όλα διάλεκτοι/ιδιώματα της Ελληνικής γλώσσας είναι. Αλλά τα εξήγησε ο Πέπε στο 90

  97. Πέπε said

    89 κλπ.:

    Άλλωστε οι Πόντιοι, ιστορικά, είχαν μιαν εποχή δικό τους κράτος. Κι αυτό είναι ένας από τους λόγους (όχι ο κυριότερος) που συνέβαλαν στο να είναι η διάλεκτός τους τόσο διαφορετική από τα υπόλοιπα ελληνικά.

  98. Γς said

    07:

    >είχαν μιαν εποχή δικό τους κράτος. Κι αυτό είναι ένας από τους λόγους (όχι ο κυριότερος) που συνέβαλαν στο να είναι η διάλεκτός τους τόσο διαφορετική από τα υπόλοιπα

    Μπορεί και το αντίθετο, αλλά καμία σχέση νομίζω.
    Κι ο κυριότερος λόγος;

  99. Γς said

    98-97

  100. Πέπε said

    Ο κυριότερος λόγος είναι ο προφανής: ότι επί αιώνες ζούσαν μακριά από τους άλλους ελληνόφωνους χώρους και είχαν μικρή γλωσσική αλληλεπίδραση μαζί τους. Και ήταν και πολλοί, αρκετοί ώστε ο καθένας να βρίσκει κόσμο να τον καταλάβει! 🙂

    Και σήμερα, οι πιο βαριά ιδιωματικές ντοπιολαλιές απαντούν στα πιο μακρινά και δυσπρόσιτα μέρη. Σε νησιά που δεν είναι μακρινά και δυσπρόσιτα, το ιδίωμα είναι πιο έντονο στα μικρά ορεινά χωριά. Αν κάπου εντοπίζεται καμιά εξαίρεση, τόπος με εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία που ωστόσο να διατηρεί σχετικά έντονους ιδιωματισμούς (π.χ. οι μεγάλες πόλεις της Κρήτης), είναι επειδή είναι πολύς ο πληθυσμός κι ο καθένας βρίσκει κόσμο να τον καταλάβει.

  101. Pedis said

    Λέω, δεν θα είδες το #83, το αυτοκίνητο στο τέλος από πού ξεφύτρωσε;

  102. Γιάννης Ιατρού said

    101: Με τα πόδια έφτασε στου χουργιό ρε πέδη; Κοτζάμ ντίβα κλπ.; Στο δημοτικό πάρκινγκ το είχε 🙂

  103. nikiplos said

    Μα ούτε αυτοκίνητα χρειάζονταν… Με ένα τηλέφωνο και το ταξί έφθανε στο πιτσ φιτίλι όπου αυτοί ήθελαν και τους παραλάμβανε… Και δεν μιλάμε για το τοπικό ταξί της κοντινής πιάτσας, αλλά για τον οδηγό της εμπιστοσύνης τους… Ένας μπάρμπας παλιός, είχε τον προσωπικό του φίλο ιδιοκτήτη ταξί. Στα «καλά χρόνια» για τους εμπόρους (τέλη 50ς αρχές 70ς), τον έπαιρνε αγώϊ, πήγαιναν στο Στενό, έπαιζαν χαρτιά ως το πρωί και ξαναγύριζε στη βάση του την άλλη μέρα… Άλλοτε πήγαιναν στην Πάτρα για ποδόγυρο… Κι ο συγκεκριμένος οδηγός μετέπειτα έγινε και συγγενής εξ’ αγχιστείας…

    Προφανώς η Ντίβα θα πήρε τον οδηγό της και θα πήγε διακριτικά και θα τους μάζεψε…

  104. Γιάννης Ιατρού said

    Παλιά τηλέφωνο στο χωριό; Μπορεί, ένα-δύο, π.χ. στο καφενείο ή σε κάποιο δημόσιο κτίριο, κατά μιά έννοια δημοσίας χρήσης 🙂

  105. Pedis said

    # 102 – έλεγα κι εγώ … με το γαιδουράκι που τους έκανε τη μετακόμιση θα το σκάγανε …;!

  106. Γιάννης Ιατρού said

    105: Εμ τα έρμα αυτά, ανεβαίνουν και σκαλιά, στενοσόκακα κλπ.

  107. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν το χάνει ο Μπάοκ το φετινό πρωτάθλημα, αλλά πρέπει να φάει πολλά ψωμιά ακόμα για να γίνει Βίντι. Ως Βιντεότον, έπαιξε στον τελικό του κυπέλλου κυπελλούχων το 1985. Ο Μπάοκ πού έχει παίξει;

  108. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @107. Ἔχει πάρει τὸ κυπελλούχων.

    Στὸ μπάσκετ. 🙂

  109. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Πάντως, γιὰ νὰ λέμε τοῦ ἔχοντος προβλήματα ὁράσεως (σίκ, προέχει ἡ πολιτικὴ ὀρθότητα) τὸ δίκιο, ἡ ἑλληνικὴ ὁμάδα μὲ τοὺς περισσότερους εὐρωπαϊκοὺς τίτλους σὲ ὁμαδικὰ ἀθλήματα εἶναι ὁ Ὀλυμπιακός.

    Ἔχει πάρει τίτλους στὸ μπάσκετ, στὸ βόλλεϋ καὶ στὸ γουότερ πόλο ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.

  110. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Ἄσχετο μὲ τὸ θέμα, ἀλλὰ τὸ βάζω στὸ νῆμα τῆς Κυριακῆς ἐπειδὴ τότε συνέβη.

    Παρακολούθησα τὸν πρῶτο τελικὸ τοῦ Κόπα Λιμπερταδόρες (Μπόκα Τζούνιορς-Ρίβερ Πλέιτ 2-2). Ἕνας ἀπὸ τοὺς περιγράφοντες τὸν ἀγώνα εἶχε κόλλημα μὲ τὰ ὀδοντικά. Τὰ ἔβαζε ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπήρχαν. (Πῶς τὸ λένε αὐτό, ὀδόντωση;)

    Ἕτσι τὸν Μπενεντέττο (Benedetto) τὸν ἔλεγε ΜπενετέΝτο (Benedento)· δηλαδὴ ἀπὸ Εὐλογημένο τὸν ἔκανε Καλοδόντη.

    Στὴν ἀνάπαυλα πρέπει νὰ τοῦ τὸ εἶπαν· στὸ δεύτερο ἡμίχρονο τὸ ᾿λεγε σωστά.

    Αὑτὸ ποὺ δὲν διόρθωσε ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ ἄλλου σκόρερ τῆς Μπόκα, τοῦ Ἄμπιλα (Abila). Τὸν ἔλεγε Ambila ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος.

  111. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @110. Τὸ μὶ καὶ τὸ νὶ εἶναι ρινικά, βέβαια. Τώρα πὼς μοῦ ἦρθε καὶ τὰ κατέβασα λίγο πιὸ χαμηλὰ, στὰ δόντια, εἶναι μυστήριο καὶ γιὰ μένα.

    Εὐτυχῶς δὲν τὰ κατέβασα τὸσο χαμηλά, ὥστε νὰ παραβῶ τὰ ὅρια τῆς εὐπρέπειας τοῦ ἱστολογίου καὶ νὰ δῶ καμμιὰ κόκκινη κάρτα καὶ ἡ ἀφεντιά μου. 🙂

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η νεράιδα και το αγρίμι.
    Σύμπτυξη για το φινάλε της ιστορίας: «κλεφτήκανε» !
    «Τον έκλεψε» δε λέγεται βλέπεις 🙂
    Μόνο «την» έκλεψε υφίσταται -και αν,πλέον!

  113. loukretia50 said

    Είναι πολύ όμορφο στην απλότητά του, χωρίς να λείπει η τεχνική που κάνει την ανάγνωση να ρέει αβίαστα, και όντως αφήνει μια γλύκα. Αν και με ξένισαν λίγο τα βρακιά σε ρομαντική αφήγηση, είναι το στοιχείο της έκπληξης που δίνει μια ξεχωριστή νότα και τονίζει αυτό που θέλεις να πεις για την επανάστασή τους.
    Για να μην επαναλαμβάνω όσα θετικά προαναφέρθηκαν, συμφωνώ με το Μitsos (55) και τον Nikiplos (60), τόσο για το αρχικό διήγημα, όσο και για το δεύτερο που παρατέθηκε, που είναι πολύ καλογραμμένο, αλλά μπορεί να σταθεί μόνο του σαν μια διαφορετική ιστορία. Δεν έχει να προσθέσει κάτι στο αρχικό, το νόημά του νομίζω ήταν σαφέστατο.

    Αυτό με το αυτοκίνητο που κάποιους προβλημάτισε, για μένα είναι αυτονόητο. Το σπίτι ήταν σε ψήλωμα – δηλ.κατσάβραχα- γιαυτό και σχολιάστηκε πως δε θα μπορεί η γυναίκα ν΄ανεβοκατεβαίνει. Λογικό να είχε πάει στο χωριό με το αυτοκίνητό της η νεαρή ντίβα και μετά να το άφησε στην πλατεία.

    Απορία : Ήταν απαραίτητη η ανατροπή στο παγωμένο νερό? Και με τα πόδια βουτηγμένα στη λάσπη?
    Αυτό αποκλείει (κατά τη γνώμη μου) κάθε άμεση… εμπλοκή στη συνέχεια, ενώ αργότερα η μαγεία μπορεί να χαθεί.
    Νομίζω θα πήγαινε καλύτερα σε ευθυμογράφημα, γιατί διαλύει την όμορφη φαντασίωση που τόσο περίτεχνα έχεις πλάσει. Ο αναγνώστης συμμετέχει μέχρι εκεί και μετά…αποστασιοποιείται!
    Φυσικά είναι μόνο η προσωπική μου άποψη – δεν είμαι ακριβώς παιδί της φύσης!

  114. loukretia50 said

    Αφιέρωση – ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: