Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χριστούγεννα στον ύπνον μου (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 23 Δεκέμβριος, 2018


Προπαραμονή σήμερα, οπότε το διήγημα που θα βάλουμε θα είναι χριστουγεννιάτικο. Συνηθίζουμε στο ιστολόγιο αυτές τις μέρες τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, όμως ένας φίλος μού ζήτησε, αν γίνεται, να βάλουμε ένα διήγημα του άλλου Αλέξανδρου της Σκιάθου και των γραμμάτων μας, του Μωραϊτίδη, που είναι άλλωστε ξάδερφος του Παπαδιαμάντη. Διάλεξα λοιπόν ένα διήγημα του Μωραϊτίδη, που έχει μιαν ιδιομορφία: ότι ανάμεσα στα πρόσωπα εμφανίζεται και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Το διήγημα υπάρχει στο Project Gutenberg αλλά έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (εκδόσεις Στιγμή) και εντόπισα αρκετές διαφορές.

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Ακρόπολι στις 25 Δεκεμβρίου 1898 -πριν από 120 χρόνια! Το διήγημα ξεκινάει ως αθηναϊκό, αφού οι δυο εξάδελφοι, ο Μωραϊτίδης που αφηγείται και ο Παπαδιαμάντης, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα παρέα με τον φίλο τους τον ιεροψάλτη του Νεκροταφείου, αλλά στο τέλος μετατρέπεται σε σκιαθίτικο, αφού ο αφηγητής περιγράφει ένα όνειρο που είδε.

Ορισμένα σημεία του διηγήματος, όπως η αντίθεση μεταξυ παραδοσιακών και νεωτεριστών σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, μού είναι εντελώς ξένα κι έτσι δεν θα επιχειρήσω να τα εξιχνιάσω. Υπάρχει και κάποιο αθηναιογραφικό ενδιαφέρον στις περιγραφές -ας πούμε, η «εκκλησία του αγίου Δανιήλ» με τους εργάτες των ελαιοτριβείων είναι σχεδόν σίγουρα στον Βοτανικό.

Στο τέλος σχολιάζω πεντέξι λέξεις -αφήνοντας και μιαν απορία. Πάντως, αν και δεν θέλω να σας επηρεάσω, εμένα ο Παπαδιαμάντης με συγκινεί περισσότερο.

Χριστούγεννα στον ύπνον μου

Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;

Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος». Οι πολυέλαιοι κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς  — Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — Ήχοι καθ’ εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!

Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το άστρον της Ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο Αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός! Ηκροαζόμην. Ούτε κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. Πώς λάμπει ο Αστέρας, το άστρον της Ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.

Είχον ακόμη ελπίδας. Ανεμέτρουν ακόμη τα επίλοιπα της χαράς. Μετά την θείαν λειτουργίαν θα είνε νύκτα ακόμα, έλεγα. Τότε θα χαράζη. Οι φούρνοι θα είνε ανοικτοί, θα έχουν έτοιμον την λιπαράν και γλυκείαν μπογάτσαν. Θα έχουν λουκουμάδες. Πρόγευμα εωθινόν εν τω οίκω. Ανάπαυσις κατόπιν ψυχική και σωματική. Οποία τρυφή!

Απαυδήσας τέλος εκ της μακράς ελπίδος, — πόσον κουράζει η ελπίς! — εβυθίσθην εντός της θερμής κλίνης μου ανάπλεως οργής.

Η σελήνη ήτο εις το τέλος της και εξαπατά, τον χειμώνα. Μου ήλθεν ύπνος. Πρέπει να εκοιμήθην αρκετά. Διότι είδον και όνειρα· Όνειρα τερπνά και όνειρα φοβερά. Όνειρα ευώδη και όνειρα βρωμερά. Είδον την όρθριον ακολουθίαν υπέρλαμπρον, πανευφρόσυνον. Και είδον πάλιν τους ναούς κλειστούς, σκοτεινούς. Είδον ιερείς λαμπροφορεμένους ως αγγέλους, και είδον ιερείς μαύρους ως κόρακας.

Και τότε μόλις ηκούσθη ο κώδων του γειτονικού μου ναού, εκεί επάνω εις τους Αέρηδες, με φωνήν όμως βραχνήν, ως σπασμένην. Εσήμαινεν ώραν πολλήν πένθιμα και άνοστα· και μου εφαίνετο ως να έλεγε:

— Τώρα πλια Χριστούγεννα! Τώρα πλια Χριστούγεννα!

Το Άστρον της Ανατολής έσβυσε πλέον. Οι μάγοι με τα δώρα — τα τρία σύννεφα — εγύρισαν οπίσω σαν να έχασαν τον δρόμον.

Είχεν εξημερώσει.

Διαταγή του νέου Μητροπολίτου είχε καταργηθή η νυκτερινή ακολουθία των Χριστουγέννων διά παντός.

Ήλθαν και μου είπαν:

— Όχι μέσα εις τα σκότη! Με τον ήλιο! Αι κατακόμβαι δεν υπάρχουν πλέον! . .

Απεφάσισεν ο νέος Μητροπολίτης, Θεός σχωρέσ’ τονε — ένας ωχρός δεσπότης ως νεκρός, μ’ εσβεσμένην όψιν ως όψιν νεκρού, και με πλέον εσβεσμένην φωνήν, ως φωνήν νεκρού. Βεβαίως και με νεκράν την καρδίαν.

Ο κώδων εσήμαινεν ακόμη τρέμων ως σπασμένος.

— Τώρα πλια Χριστούγεννα! Τώρα πλια Χριστούγεννα!

Η ημέρα έλαμπε πλέον επί των παραθύρων μου.

— Πάνε λοιπόν και τα Χριστούγεννα! Τα ‘φαγαν και αυτά! Να ιδούμε τι άλλο έμεινε να φάγουν οι φαγάδες!

Έχανε το μεγαλείον της η έκλαμπρος εορτή. Μετεβάλλετο εις συνήθη Κυριακής λειτουργίαν. Το υψηλόν εκείνο της Ε’. ωδής, το εκ του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐου· «Εκ νυκτός ορθρίζοντες δοξολογούμεν σε» το έπαιρνεν από μπρος η ημέρα κι έχανεν ούτως όλην του όρθρου την μυστικήν ευωδίαν.

— Και εις την Πόλιν, οπού είναι Τουρκιά, νύκτα — όρθρου βαθέος — σημαίνουν αι εκκλησίαι! είπον με πικρόν παράπονον, το οποίον εκτύπησεν εις τον ψυχρόν τοίχον του δωματίου μου ως σάπιο λεμόνι.

***

Και ήμην όλην την ημέραν εκείνην κατηφής και λυπημένος.

Μου εφάνη πώς δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος.

Ότε περί την εσπέραν έρχεται ο αχώριστος φίλος μου, ο Αλεξανδρής [Εννοεί τον Αλ. Παπαδιαμάντη] και μου λέγει:

— Τον καταφέραμε! Απόψε ο κυρ Στρατής μας έχει το γουρνόπουλο.

Ο φίλος μου εξασκεί πάντοτε ιδιάζουσαν επιρροήν επ’ εμού. Όσον μεγάλην θλίψιν και αν έχω, μόλις τον ίδω, πραΰνομαι. Είναι συντροφιά καλή τέλος πάντων, και η συντροφιά η καλή ιλαρύνει το πνεύμα, εν ώ η μοναξία το εξαγριώνει. Έπειτα ήλθε κομίζων είδησιν καλήν. Δείπνον Χριστουγεννιάτικον. Αφού εχάσαμεν την Χριστουγεννιάτικην νυκτερινήν Ακολουθίαν τουλάχιστον ας κερδήσωμεν ένα καλόν Χριστουγεννιάτικον δείπνον.

Έπειτα ο φίλος μου συνήθιζε μετά το φαγητόν να ψάλλη πάσαν την τυχούσαν Ακολουθίαν, παρηγορούμενος, διότι ως διανυκτερεύων δημοσιογράφος δεν είχε καιρόν διά την Εκκλησίαν — αυτή η δημοσιογραφία κοντεύει να κάμη όλους τους εργάτας της αθέους. Εγνώριζεν ευτυχώς από στήθους όλας τας πανηγυρικάς του ενιαυτού ακολουθίας. Και έτσι, έλεγα, θα ψάλωμεν τα ωραία των Χριστουγέννων άσματα. Έπειτα ο κυρ Στρατής ήτο αξιόλογος άνθρωπος και αξιολογώτερος φίλος. Θα δυσηρεστείτο, αν ηρνούμην. Το είχε τάξει. Και ημείς εδώσαμε τον λόγον μας. Εγνωρίσθημεν εις την Εκκλησίαν. Και όσοι γνωρίζονται εν τη εκκλησία και διά της εκκλησίας είναι οι καλύτεροι φίλοι. Ούτω λοιπόν με αυτά και με εκείνα επραΰνθην.

— Θα είναι και άλλοι; ηρώτησα.

Εφοβούμην μη κληθώσι και άλλοι· και τότε ο φίλος μου θα ηρνείτο να ψάλη.

— Όχι· μοι απήντησεν. Ο κυρ Στρατής, εγώ και συ.

Και μετ’ ολίγον επανέλαβεν:

— Όχι. Εξέχασα. Θα είναι και αι δύο γειτόνισσές του, αι δύο . . . πώς τις λένε; πες τες ντε . . . αι δύο . . . χιλιάρικες!

Συνήθιζεν ο φίλος μου τοιαύτα αστεία, εις τα οποία πολύ επετύγχανε με το λεπτόν εκείνο σαρκαστικόν του πνεύμα, πατρικήν του κληρονομίαν.

— Το ‘μαθες; μου λέγει κατόπιν. Η πρώτη λειτουργία ετελείωσεν εις τας 8 1/2, η δευτέρα εις τας 10 1/2 . . Νομίζω, κάπου, κάμανε και τρίτην. Μη χειρότερα! Ήκουσα ότι εις τον άγιον Γεώργιον, θαρρώ, ήθελαν και τετάρτην. Γιατί μερικοί, λέει, ήσαν χθες — παραμονή — στο θέατρο, και άργησαν, λέει, ξεύρω ‘γώ.

Και προσέθηκε γελών:

— Και του χρόνου, Δεσπότη μου!

— Δεν βλέπουν τους συμπολίτας μας τους Δυτικούς; είπον εγώ. Εις παροικίαν είναι και όμως φυλάττουν την διάταξιν της Εκκλησίας και το έθιμον της πατρίδος των. Αυτοί οι Γάλλοι Weihnachten αποκαλούσι την εορτήν ταύτην. Να το ξεύραμε να πάμε προχθές εις την φράγκικην!

— Όχι, καημένε, να πηγαίναμεν εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα Ελαιοτριβεία.

— Πώς; είπον έκθαμβος.

— Ναι. Εις τον άγιον Δανιήλ. Ο παπα-Στουπής, φίλε μου, μόλις του πάνε την διαταγήν του Μητροπολίτου «Τι έκαμε λέει;» εφώναξε με την άγρια, βραγχνιασμένην φωνάραν του από τον ταραμά, ένας καλός εφημέριος εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα ελαιοτριβεία, και άρχισε από τα μεσάνυχτα, σαν εις το Μέγα Πάσχα να σημαίνη· την έσπασε την καμπάνα, φίλε μου. «Τι έκαμε λέει;» επανελάμβανε και εκτύπα, κρεμασμένος εις την καμπάνα, με θυμόν. Σήμερον τα ‘μαθα. Και εώρτασαν λαμπρά τα Χριστούγεννα εκεί έξω σαν καλοί χριστιανοί.

— Να μη το μάθωμεν! είπον μετά λύπης.

— Δεν είμεθα άξιοι, φαίνεται. Είπε και ο φίλος μου εν θλίψει.

Και εξηκολούθησεν:

— Εώρτασαν ωραία. Έξω-έξω, εις την άκρη της πόλεως. Είναι μια ήσυχη γειτονιά, σαν χωριαδάκι. Και η εκκλησία μικρούτσικη. Ο κυρ-Χριστόφιλος, πού το μυρίσθη; Λες και είνε γάτος εις μερικά πράγματα. Τους έβαλε ανάγνωσιν από τον «θησαυρόν» του Δαμασκηνού, οπού υπάρχει περίληψις λαμπρά, εις απλήν γλώσσαν, από τον περίφημον λόγον του Γρηγορίου του Θεολόγου «Χριστός γεννάται δοξάσατε!» Και ευχαριστήθησαν όλοι, ιδίως «οι ταλιαγρήται», οι εργάται των ελαιοτριβείων. Τους έψαλε και τον πολυέλαιον κατόπιν καλογερικά, φίλε μου. Και εις το τέλος οι ταλιαγρήται είχον τηγανίτες με το καλύτερο λάδι, και τσίπουρο ντόπιο, και μη ρωτάς. Μόνον ένα λάθος έκαμε, κουρασθείς πλέον. Εις το «Χριστός γεννάται» κατά το έθος, έπρεπε να κινήση σταυροειδώς τον πολυέλαιον, εις ένδειξιν χαράς, αλλ’ ελησμόνησαν να τον ανάψουν εγκαίρως, ο δε κυρ-Χριστόφιλος, νομίζων ότι είνε αναμμένος, τον εκίνησε σβησμένον. Δεν πειράζει όμως. Παν ό,τι γίνεται με καλήν καρδιά, είναι καλόν.

Και είπον πάλιν μετά θλίψεως.

— Να μη το μάθουμε και ημείς!

— Ε! το βράδυ, θα ψάλωμεν όλον τον «Κανόνα», με παρηγόρησεν ο φίλος μου. Θα έλθω να σε πάρω.

***

Ο κυρ-Στρατής, ένας κοντός και χονδρός ανθρωπάκος, με μίαν κεφαλήν φαλακράν και στρογγύλην ως κολοκύνθην, και με πρόσωπον κατακόκκινον ως κόκκινην κολοκύνθην, με δύο μάτια μεγάλα ως κάστανα, ήτο ιεροψάλτης του Νεκροταφείου, αρχαίος φίλος μας. Ουδείς εγνώριζε να ψάλη τόσον κανονικά και τόσον κατανυκτικά το «Μετά των αγίων ανάπαυσον.» Ουδείς όσον αυτός, συνεκίνει τους χριστιανούς, όταν έψαλλε το «Θρηνώ και οδύρομαι». Έκλαιεν όλος, από κεφαλής μέχρι ποδών. Πρώτον άρχιζε να κλαίη η φωνή του, με ένα τρόμον ιδιαίτερον, σαν φυσικόν· φωνή στερεά και ακλόνητος άλλως. Κατόπιν εγέμιζαν δάκρυα τα δύο μεγάλα ως κάστανα μάτια του. Έπειτα εβρέχοντο υαλίζουσαι, ως δροσισμένα μήλα, αι δύο κατακόκκιναι παρειαί του, και τέλος ήρχιζε να συγκινήται το μακρύ-μακρύ παλτό του, τρέμον, ως αεριζόμενον υπό ελαφρού πνεύματος, με μίαν λαδιάν, μεγάλην-μεγάλην δεξιά, και μίαν άλλην ομοίαν αριστερά, οπού κατεστάλαζον, θαρρείς, τα δάκρυά του. Και τότε οι τελούντες το μνημόσυνον χριστιανοί μετά πολλής χαράς έδιδον δύο ρεγκίνες εις τον «πονετικόν ψάλτην» — αυτά τα νομίσματα ήσαν τότε — διά τον κόπον του».

— Ο καημένος!

Δηλαδή ήτο να κλαίη άνθρωπος, όταν έψαλλεν ο κυρ Στρατής. Τόσον, οπού ο παπα-Γιάννης, ο εφημέριος του Νεκροταφείου, ένας με πράσινα γυαλιά, το είχε βαθύ παράπονον:

— Να μη μπορώ κι εγώ να τα καταφέρω έτσι!

Ένας ευλογιοκομμένος και αυστηρός εφημέριος, με το πρόσωπον φοβερόν. Όστις, ένεκα ουλής τινος περί τα δεξιά του χείλους, εφαίνετο ως γελών πάντοτε.

Μόλις ήρχιζε να ειπή «Μετά πνευμάτων δικαίων» και η ουλή του χείλους του ήρχιζε τα γέλια, ακράτητος.

Ήτο να γελά άνθρωπος όταν έψαλλεν ο παππά-Γιάννης.

Τι είναι και τα σωματικά ελαττώματα. Γελοιογραφούν και την μάλλον συμπαθή ψυχήν.

— Κοίτα τον, κοίτα τον πώς γελά! έλεγον οι τελούντες το μνημόσυνον· και του έκοπτον το ήμισυ της αμοιβής.

***

— Έχω ένα χοιρίδιον ώς τρεις οκάδες.

Είπεν ο κυρ Στρατής εις τον φίλον μου· και έγλειφε τα δάκτυλά του, ως να το έτρωγεν ήδη — ήτο κοιλιόδουλος, ο μακάριος. — Να μου εύρης και εκείνον τον άλλον, — ούτω με απεκάλει προς τον φίλον μου· τον δε φίλον μου πάλιν προς εμέ απεκάλει εκείνος ο άλλος, ώστε και εις τους δύο έδωσε το αυτό όνομα· ίσως διά να δείξη ότι αμφοτέρους επίσης ηγάπα.

Και έγινεν άφαντος ο κυρ Στρατής, καταγινόμενος όλην την ημέραν εις την παρασκευήν του Χριστουγεννιάτικου δείπνου.

Το έπλυνε μόνος του — ήτο άγαμος ο δυστυχής — το εσπόγγισε καλά, το έθεσεν εν τω μέσω καλώς γανωμένου ταψίου. Εσταύρωσε τα ποδαράκια του, και το εποίκιλε με παντοία καρυκεύματα της οψοποιίας, το λευκόν, το παχουλόν, το τρυφερόν, ως εκ γάλακτος, χοιρίδιον.

— Εσύ μονάχα, κυρ Στρατή, ξεύρεις να γιορτάζης τα Χριστούγεννα.

Του είπεν ο φούρναρης.

Και ο κυρ Στρατής εκαμάρωνεν, ως γαμβρός, έχων δίπλα την ωραίαν νύμφην.

Μετά τούτο επανήλθεν εις τον οίκον του· και ψήσας τα τρυφερά εντόσθια του ζώου, εκουτσόπινεν, αναμένων την εσπέραν. Παν ό,τι άλλο εχρειάζετο, είχε προμηθευθή εν αφθονία.

***

Ήμην τόσον λυπημένος, είπον, ώστε δεν είχον διόλου όρεξιν δι’ επισκέψεις, πολύ περισσότερον διά γεύμα. Τα έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις την καρδίαν των ανθρώπων. Και όταν καταργώντας νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από την καρδίαν, ήτις πονεί και οδυνάται, μεταδίδουσα τον πόνον εις όλον το σώμα. Ο άνθρωπος, όστις δεν έχει το νεύρον τούτο, δεν ανήκει εις έθνος. Είναι αλλότριος αυτού. Ανήκει εις όλα τα έθνη, και εις ουδέν. Νομίζει πώς είναι εις τον κόσμον όλον και δεν είναι πουθενά. Είναι εις τον αέρα όμως. Αεροβατεί. Είναι πολίτης της «Νεφελοκοκκυγίας» του Αριστοφάνους. Εάν οι τοιούτοι άνθρωποι είναι άχρηστοι διά παν έθνος, είναι πολύ περισσότερον διά το Ελληνικόν. Είναι βλαβεροί. Το Ελληνικόν Έθνος βλέπομεν ότι φευ ολονέν εκλείπει και χάνεται, διότι εκλείπουσι και χάνονται οι έχοντες το πονετικόν νεύρον εν τη καρδία των πολίται, πληθύνονται δε οι άλλοι, οι περιφρονούντες τα πάντα, οι λέγοντες: τι είναι τούτο και τι είναι εκείνο, και τι θα πη νύκτα, και τι θα πη ημέρα· και άλλα, τα οποία συνοψίζονται εις το κατάψυχρον, ως μπάλα χιόνος, «δεν βαριέσαι!» . .

Ενύκτωσε πλέον και ο φίλος μου ήλθε να με παραλάβη.

Εξήλθομεν. Υγρά η ατμόσφαιρα. Προ δύο ημερών είχε χιονίσει και ήδη η πόλις εκόλλησεν εν βορβόρω, ως αγριόπαπια. Αι οδοί πλήρεις λάσπης. Τα πεζοδρόμια ρυπαρά, ως πλάκες ελαιοτριβείου γλιτσασμέναι. Ένας φανοκόρος, ανάπτων την ώραν εκείνην τους φανούς, κατέπεσεν εν τη σπουδή του και έθραυσε τον κάλαμον τον φωτοφόρον. Τα παντοπωλεία ήσαν κλειστά και τα άλλα μαγαζεία. Ολίγος κόσμος εφαίνετο έξω. Μόλις ήρχιζαν την ώραν εκείνην, κρυφά-κρυφά, ν’ ανοίγουν μερικά υπόγεια, τα οποία εν Αθήναις είναι επτάψυχα, σαν την επτάψυχη γυναίκα, που πότε πεθαίνει και πότε ανασταίνεται.

Δύο-τρεις παράγκαι μανάβηδων ημιάνοιξαν μίαν σανίδα, διά να ψωνίσουν οι αμελείς τα σαλατικά των και τας οπώρας των· και έλαμπε κλεισμένη μέσα η διακόσμησίς των η εντελής, ως νύμφη κρυμμένη. Οπώραι βαρακωμέναι, όρνιθες παχείαι με ταινιοστόλιστα ράμφη, ορμαθοί μπεκατσών, μέσα εις εικόνας και σημαίας και μύρτα και δάφνας, ξηροί καρποί, πορτοκάλια, αχλάδια της Κυνουρίας, δροσερά σαλατικά, όλα ευωδιάζοντα πανήγυριν και χαράν!

Ένας παχύς, καταστρόγγυλος παντοπώλης, ήνοιξε παρακάτω, προς στιγμήν, το παντοπωλείον του, έμβασε μέσα μίαν παρέαν φίλων, ων είς εκράτει εις χείρας κυδώνιον, και πάλιν έκλεισε.

Παρακάτω ένας γέρων, βαστάζων μίαν χιλιάρικην, εκτύπα την θύραν οινοπωλείου να τω ανοίξουν, και τους οδόντας του κρυώνων, με ένα κοντό του Ρετσίνα σακκάκι.

Παρέκει άλλη παρέα διεσκέδαζεν, εξαγριώνουσα προς λυσσώδη πάλην δύο χασάπικους κύνας, περί ους συνεκεντρώθησαν και παίδες —λούστροι — και απέφραττον την διάβασιν, ενώ δύο αστυφύλακες, με τα κράνη των, άνοιγαν έν καφενείον διά να χαρτοπαίξουν.

Σημαίαι τινές βρεγμέναι αερίζοντο βαρείαι εδώ κι εκεί· και ένας λοταρτζής εφώναζεν ακόμη κατάμονος εις μίαν γωνίαν: πέντε δίνετε, πέντε παίρνετε, δέκα δίνετε, δέκα παίρνετε. Ενώ το αληθές είναι ότι οι άνθρωποι έδιδον και ο λοταρτζής έπαιρνε.

Και δεν γνωρίζω, πώς ένας λουκουματζής κατώρθωσε, παραβαίνων την αστυνομικήν διάταξιν, να φωνάζη έως την ώραν εκείνην: ζεστοί-ζεστοί, χωρίς ανασασμόν, παγωμένος εκεί εις την θύραν του μαγαζείου του, εντός του οποίου εχόρευον οι τέσσαρες άνεμοι, ως να είχε παγίδα να συλλάβη κανένα νεοσύλλεκτον μεταβαίνοντα εις τον στρατώνα του.

Εις τα βάθη υπογείου τινός της οδού Καλαμιώτου, οπού τα κρεοπωλεία και οπωροπωλεία ήσαν πλουσιώτατα και θαυμασίως εστολισμένα, ηκούοντο άσματα μεθυόντων, οίτινες εις μάτην εδοκίμαζον να ψάλλουν και το «Η γέννησίς σου» καταλήγοντες πάντοτε εις το «Χριστός ανέστη». Ενώ δύο άλλοι γέροντες απόμαχοι, παρακάτω, κύπτοντες εις έν παράθυρον, ανεζήτουν τον φίλον των οινοπώλην, να τους ανοίξη· και μη βλέποντες αυτόν, ηρίθμουν από του παραθύρου, τα εν τω υπογείω βαρέλια, υπό τι φως λυχναρίου, φαινόμενα, εκεί κάτω, ως εν τω βυθώ της θαλάσσης κήτη, βόσκοντα κατά σειράν, με τας μεγάλας κοιλίας των.

Κατωτέρω κατάκλειστος, με τας μεγάλας υψηλάς πόρτας της, σιωπηλή ως έρημος, εφαίνετο η μεγάλη Σαντορινιά ταβέρνα του Καλαμιώτη, το προσφιλές εντευκτήριον υπαλλήλων, δικηγόρων και εμπόρων, και ημών των δύο άλλων, εις της οποίας τα υπόγεια υπάρχουν δεκαπέντε ειδών κρασιά. Πόσες φορές εκεί ο Αλεξανδρής κουτσοπίνων υπέψαλε τα ωραιότερα τροπάρια εν μέσω εκλεκτής παρέας λογίων και συγγραφέων οπού τον εκαμάρωναν έκθαμβοι. Ενώ παρέκει ο μάστρο Θάνος ο σουβατζής εξετέλει ένα δυσκολώτατον στοίχημά του ενώπιον της παρέας του, κατεβάζων τον ρητινίτην εις τον λάρυγγα χωρίς να βρέξη το στόμα του.

— Τι κρύα Χριστούγεννα!

— Ημπορούσαν να γίνουν και καλύτερα!

Διήλθομεν εις την οδόν Αθηνάς. Δύο-τρεις πιστολιές, ακουσθείσαι, συνετάραξαν την συνοικίαν. Παρακάτω ηκούομεν. «Δυο στον τόπο και ένας λαβωμένος».

Πέντ’ εξ μπακαλάκια με τα Χριστουγεννιάτικά των, σαπουνισμένα και κτενισμένα, με καπέλλα, επέστρεφον από τα Πατήσια, βουτηγμένα εις την λάσπην και εις την χαράν, καμαρώνοντα το καπέλλο των και το σακκάκι των, την ύπαρξίν των αυτήν, την οποίαν δις ή τρις του έτους αισθάνονται ως ζώσαν, εκπληττόμενα και αυτά διά το θαύμα, τα έξυπνα τσακωνόπουλα.

Η μεγάλη αγορά η πολυτάραχος, η βρίθουσα κόσμου και όψων, η τρέφουσα πτωχούς και πλουσίους, εγκρατείς και λαιμάργους, η ζωή της πόλεως, η αενάως κενουμένη και πάντοτε πλήρης, οπού κατασταλάζουν όλαι αι θάλασσαι της Ελλάδος, τα βουνά και αι λίμναι της, ήτο σχεδόν έρημος. Ο κόσμος επρομηθεύθη από της παραμονής το φαγητόν του. Μόνον δύο-τρεις φραγκορράπται εξήρχοντο με γεμάτα μανδήλια, την ώραν εκείνην, πάντοτε οι τελευταίοι των άλλων πανηγυρίζοντες, παρερχομένης της εορτής, έως ου οικονομήσουν το πεντάρικο. Μόνον δύο κρεοπώλαι ητοίμαζον νωπά σφακτά, προ μικρού λαβόντες διά του σιδηροδρόμου Πελοποννήσου κόφας με αρνάκια της Ηλείας. Δύο τρεις άμαξαι μεθυόντων διέσχιζον την μεγάλην οδόν εν καλπασμώ ίππων και φωναίς αγρίαις, ενώ παρά το Μοναστηράκι ο κόσμος εκόλλησεν εις τον πολύν σχηματισθέντα βόρβορον.

— Πολύ κρύα Χριστούγεννα! επανέλαβεν ο φίλος μου εκείνος ο άλλος.

— Ημπορούσαν να γίνουν και καλύτερα!

Είπον πάλιν κι εγώ εκείνος ο άλλος.

Εισήλθομεν εις του Ψυρή.

Ο Μπάρμπα-Γιώργης ο σμυρναίος, ο καλοκάγαθος εκείνος μαγειράκος οπού δεν του έλειπον ποτέ τα λαδερά, διευκολύνων ο καλός γέρων τους νηστεύοντας, μέσα εις μίαν πόλιν οπού άρχισεν από τότε να μεταβάλλεται εις Βαβυλώνα, ήτο κατάκλειστος. Από την πόρτα του ξενοδοχείου του δεν εκρέματο πλέον ο παχύς τράγος, πάντοτε τας άλλας ημέρας εις την αυτήν θέσιν, σαν πίναξ παριστάνων τράγον εσφαγμένον. Γνωστοποίησις δε χειρόγραφος κολλημένη έλεγε: «Σήμερον Χριστούγεννα, δεν έχει φαγί».

Ώστε ένας ιεροδιάκονος εκ των πελατών, ελθών πεινασμένος και αναγνώσας την γνωστοποίησιν, είπε με αγανάκτησιν:

— Νά η ώρα να κάμω σήμερα μεγάλη Παρασκευή!

Εφθάσαμεν.

Ο κυρ-Στρατής μας υπεδέχθη, σηκώσας την λάμπαν και προβάς μέχρι της θύρας.

***

Ήτο τρισευγενέστατος ο κυρ-Στρατής. Στολισμένος, ξυρισμένος, μοσχομυρισμένος. Με άσπρο-κάτασπρο υποκάμισον. Με σακκάκι καινουργές, σκούρο, γελαστός, Χριστουγεννιάτικος.

— Άιντε ντε! Και περιμένω τόση ώρα. Πού χαζεύετε;

Και προπορευόμενος έλεγε προς τον φίλον μου,

— Πού είναι εκείνος ο άλλος;

— Εδώ είναι. Έρχεται, απήντησεν ο φίλος μου δι’ εμέ. Μα είναι λυπημένος, επανέλαβε, γιατί κατηργήθη, λέει, η νυκτερινή ακολουθία των Χριστουγέννων.

— Και δεν μ’ ερωτάς εμένα, βρε άλλε, να σου πω; είπε στραφείς προς εμέ. Η εκκλησία, επήρε και αυτή τον κατήφορο της μόδας. Πάει πλέον. Έγινε και αυτή καπέλλο. Την έκαμαν δηλαδή. Δεν ακούς οπού σήμερα, χρονιάρα μέρα, θέλανε να κάμουνε μνημόσυνο στο Νεκροταφείον;

Ετοποθέτησε την λάμπαν· ημείς εκαθίσαμεν, και ο κυρ-Στρατής ιστάμενος ενώπιόν μου, εξηκολούθει:

— Μία οικογένεια, που λες, επέμεινε σήμερα έξω να κάμη μνημόσυνον. Σπολλαέτη όμως, που ο παπάς εστάθη παλληκάρι· αν και η οικογένεια έλεγεν ότι είχεν έγγραφον από την Μητρόπολιν.

— Για να σου πω, κυρά μου, είπεν ο παπάς. Σήμερα έχομε λειτουργία για κείνους που γεννιούνται, και όχι για κείνους που πεθαίνουν. Καταλαβίγκος; Σήμερον είναι ημέρα για τους ζωντανούς. Ξεροκαταλαβίγκος; Και αμέσως, οπού λες, άλλε μου καλέ, «Χριστός Γεννάται» και παίρνει καιρό. Κι εφαίνετο το γέλιο του από δω και πέρα· ώστε γελούσε και το σημάδι του προσώπου του.

Δεν εδιάβασα τις προάλλες, — εξηκολούθησεν ο κυρ-Στρατής — πως θα μας τα κόψουν, λέει, τα πολλά ψαλσίματα; — Αμ δεν θα μας τα κόψουν;

 

***

Εν τω μέσω της αιθούσης ήτο η τράπεζα έτοιμος. Επί νεοσιδηρωμένης λευκής οθόνης, έκειντο απαστράπτοντα εκ καθαριότητος πάντα τα επιτραπέζια σκεύη, εν τάξει οικοκυρική, γυναικείας μάλλον δεξιότητος — οι άγαμοι, με τον καιρόν, αποκτούν καμμιά φορά, έξεις οικοκυράς. Οι δε τοιούτοι, μένουσι πλέον άγαμοι, έως θανάτου. — Εν μέσω ήστραπτε το ταψίον, το επιμελώς γανωμένον, με το χοιρίδιον, το εψητόν, διαχέον πανταχού ορεκτικήν ευωδίαν, ελαφρώς ροδισμένον, προκλητικώτατον. Κατελάβομεν τας θέσεις μας. Ο κυρ-Στρατής, καθίσας εν μέσω των δύο χιλιάρικων, ωμοίαζε δικαστικόν, την νύκτα δικάζοντα μεταξύ δύο αρχαίων κηροπηγίων.

— Έλα! είπεν. Αυτά τα Χριστούγεννα κανένας δεσπότης δεν θα μας τα καταργήση!

Και ήρχισε με τα χονδρά, καθαρά, δάκτυλά του, να κόπτη το χοιρίδιον, ώσπερ δαιτρός ομηρικός, «κρειών πίνακας παρτιθείς».

— Τις δαις; είπε και ο φίλος μου, μαντεύσας τας σκέψεις μου και την παρομοίωσίν μου την Ομηρικήν. «Τις δαις; τις δ’ όμιλος οδ’ έπλετο; Ειλαπίνη ηέ γάμος; Επεί ουκ έρανος τάδε γ’ εστίν».

Και ηρξάμεθα του δείπνου, τα μάλα φαιδροί, αναμένοντες εν τέλει και μολπήν. Μόνον αμφίπολοι έλειπον και δμωαί καλαί, ίνα το δείπνον μας μεταβληθή εις ομηρικόν τέλειον.

— Αυτά τα Χριστούγεννα, κανένας δεσπότης δεν θα μας τα κόψη, επανέλαβεν ο κυρ-Στρατής, πληρών τα ποτήρια εκ της δεξιάς χιλιάρικης πρώτον, διά το καλόν.

Αλλ’ αίφνης παλαιός τρόμος ηγέρθη εν τη καρδία μου. Πρέπει να εκιτρίνισε και η όψις μου. Οι συνδαιτυμόνες μου, αφιερωμένοι εις το χοιρίδιον, δεν με είδον αμέσως· διό προσεπάθουν να κρυφθώ, να χωνεύσω τον παλαιόν αυτόν τρόμον, όστις, ως κακοκλεισμένη πληγή, ήνοιξε τώρα δα, τόσον αιφνιδίως.

Μολονότι ήτο φίλος μου στενός ο κυρ-Στρατής, πρώτην φοράν εισηρχόμην εις την κατοικίαν του. Εν Αθήναις είναι πολλοί τοιούτοι φίλοι. Φίλοι των οδών και της αγοράς. Ως υπάρχουσι και πολλοί άνδρες, ούς εκλαμβάνει τις ως αγάμους, διότι ουδέποτε δρώνται δημοσία μετά των συζύγων των. — Εκεί οπού εσήκωνα το ποτήρι μου να πιω εις υγείαν του κυρ-Στρατή, ανακαλύπτω επί τινος ραφίου, υψηλά ολίγον, πέραν επί του τοίχου, πινάκιον με κόλλυβα. Επειδή δε ο κυρ-Στρατής ήτο ψάλτης του νεκροταφείου:

— Θα είναι πεθαμένα! είπον.

Εταράχθην. Διέκοψα την πρόποσιν, υποκριθείς βήχοντα·

— Χριστός και Παναγία! βρε άλλε!

Είπεν ο κυρ-Στρατής, ως άλλη μήτηρ προστάτις.

Αλλ’ ήτο αδύνατον πλέον να ησυχάσω. Όμως προσεπάθουν να κρύπτωμαι όσον το δυνατόν. Οι άλλοι έτρωγον κι έπινον.

Θέλων κατόπιν να δοκιμάσω την διάθεσίν μου, ηγέρθην να λάβω δήθεν κάποιον μανδήλιον, ότε οι οφθαλμοί μου προσκρούουν φοβερώς επί τινος νεκρικού στεφάνου, όστις, ως στόλισμα του δωματίου, εκρέματο υψηλά, από καρφιού. Νεκρικός στέφανος, μέγας, ωραίος, εκ τεχνικών λευκανθένων, με δύο λευκάς ταινίας, με χρυσά γράμματα.

Μοι εφάνη ότι ήτο αδύνατον πλέον να κρυφθώ.

— Είναι πεθαμένος! είπα.

Οι άλλοι έτρωγον κι έπινον. Αλλ’ η καρδία μου έτρεμεν ήδη ως πουλάκι εις το κλουβί.

Ίνα αποστρέψω τους οφθαλμούς μου από του ενός τοίχου, οπού έκειτο το πινάκιον με τα κόλλυβα και από του άλλου, οπού εκρέματο ο νεκρικός στέφανος, απεφάσισα να κοιτάζω προς την οροφήν. Πλην φευ! διακρίνω τότε ότι ο άνωθεν της τραπέζης μας, μικρός αναμμένος πολυέλαιος, είχε λαμπάδας του νεκροταφείου, λείψανα κηδειών και μνημοσύνων, οκτώ λαμπάδας ανομοίας, αφ’ ων φυλάττουσι πολλάς οι ψάλται· μία μάλιστα λαμπάδα είχε περιδεδεμένην μαύρην κορδέλλαν.

— Πεθαμένα κεριά! εφώναξα τρέμων. Και με ήκουσαν.

— Όχι, θα σου εύρωμε ζωντανά τώρα, του λόγου σου!

Είπεν ο κυρ-Στρατής, πειραχθείς ολίγον.

Και αμέσως, συγκρούων το ποτήριον μετά του φίλου μου, έκραξε φαιδρώς.

— Εις υγείαν των πεθαμένων!

Είχε κενωθή η μία χιλιάρικη, επλησίαζε δε και η άλλη.

Εγώ μη δυνάμενος πλέον να βλέπω μήτε εις τον ένα τοίχον μήτε εις τον άλλον, μήτε εις την οροφήν, μήτε εις το εκλείπον πλέον χοιρίδιον — μ’ εφαίνετο και αυτό ως νεκρόν — δεν έβλεπον πουθενά.

***

Δεν γνωρίζω διατί παιδιόθεν ησθανόμην άγνωστόν τινα φόβον, οσάκις έβλεπον πράγματα, υπενθυμίζοντα νεκρόν. Κατελαμβανόμην υπό μελαγχολίας και αορίστου φόβου. Ωχρίαζον οσάκις έβλεπον τους μεγάλους δίσκους των νεκρικών κολλύβων, οίτινες κατά Παρασκευήν παρετάσσοντο προ της εικόνος του Χριστού, εν τω ναώ του χωρίου μου. Ενώ δε οι λοιποί παίδες ανέμενον με αρπακτικάς διαθέσεις περί αυτούς, πότε να τα διαβάση ο εφημέριος τα κόλλυβα να διανεμηθώσι, πολλάκις δε καυγάς συνήπτετο μεταξύ εκείνων και της νεωκόρου —μιας χωλής γραίας ήτις, ως ασπίδα κρατούσα μέγιστον ζεμπίλι, τα επροστάτευε, μη διαρπαγώσιν αδιάβαστα, εγώ, μετά δέους έβλεπον τους στολισμούς των τους κομψούς, τα άνθη των τα βαρακωμένα και τα σταυρούς και κυπαρίσσους παριστώντα επ’ αυτών τρωγάλια. Πού να φάγω εξ αυτών!

— Είναι πεθαμένα! έλεγον.

Οι άλλοι πάλιν δίσκοι οι περιέχοντες τα πουλάκια, πλακούντια δι’ αγάμους και εφήβους νεκρούς, μικρά, της πρωτογενούς γλυπτικής απομιμήματα ανθρωπίσκων και πτηνών, φερόντων εις τα ράμφη των πολυχρώμους ταινίας, με απεμάκρυναν εις απόστασιν βημάτων πολλών, κάτω, προς τας πύλας του ναού.

– Είναι πεθαμένα! έλεγον.

Όταν δε έβλεπον κανέν παιδίον να τρώγη τεμάχιον από την ζεστήν και αφράτην πίτταν, εις ανάμνησιν γέροντος νεκρού διανεμομένην, μετά ιδιαζούσης θλίψεως το εθεώρουν.

Ενώ τουναντίον τα εις μνήμας Μαρτύρων παρατιθέμενα κόλλυβα έτρωγον μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης, ως και τας εξ εορτών προσφοράς οπού μου εχάριζαν η μάμμη μου η Παπαλεξανδρίνα.

Ο προς την ζωήν ακράτητος έρως μού ενεφύσησεν εν τη ψυχή περίεργον τούτο συναίσθημα; Το βέβαιον είναι ότι μετά τα θεάματα αυτά έβλεπον τρομακτικά όνειρα τας νύκτας. Φαντασθήτε τώρα την θέσιν μου εν τη τραπεζαρία του κυρ-Στρατή. Ενόμιζα πλέον ότι ήμουν εντός νεκρών κρύπτης, φοβεράς κατακόμβης, και ήρχισα ευθύς να βλέπω περί εμέ οστά και κρανία. Οι δύο φίλοι μου παρίσταντο ενώπιον μου ως σκελετοί κινούμενοι, σκελετοί ζώντες, σκελετοί τρώγοντες και πίνοντες. Αποτρόπαιον θέαμα!

Προ ώρας ήρξατο η μελωδία της πανηγύρεως. Αλλ’ εγώ δεν ήκουον πλέον. Τα ώτα μου επλήρου αλλόγλωσσος και αλλόθρους βόμβος ως από μελισσώνος «μελισσάων αδινάων», βόμβος του κάτω κόσμου, οπού οι κευθμώνες των νεκρών και των κολασμένων, τα πένθιμα «λαγούμια», κατά την ζωηράν εικόνα ενός φίλου μου.

Γινώσκων καλώς το ελάττωμά μου ο Αλεξανδρής κατώρθωσεν, αν και ανεπιτήδειος εις τας τοιαύτας εργασίας εν άλλαις στιγμαίς, να εκβάλη έξω το πινάκιον των κολλύβων, και ν’ αποκρεμάση και κατακαλύψη τον νεκρικόν στέφανον. Ο κυρ-Στρατής — επιβοηθών — αφήρεσεν εν τω άμα τα νεκρώσιμα κηρία από του μικρού πολυελαίου, τοποθετήσας επ’ αυτού εκ στέατος λαμπαδίσκους. Εξήλθε και επλήρωσεν εκλεκτού οίνου μικράν φιάλην, και εξηκολούθησεν η ψαλμωδία των μελωδικών ασμάτων του Δαμασκηνού.

— Νά που σου ηύρα ζωντανά κεριά! Λέγει προς εμέ ο κυρ-Στρατής. Δεν θα ψάλης το «Μάγοι Περσών βασιλείς;»

Και ενθαρρύνων με:

— Εις υγείαν και των ζωντανών! κράζει, συγκρούων το ποτήριόν μου με το ιδικόν του.

Ανεθάρρησα αιδούμενος μάλλον.

Έψαλα λοιπόν το λυρικώτατον τροπάριον καλά οπωσδήποτε, υπηχούντος του Αλεξανδρή, και μετά τούτο εφθάσαμεν ψάλλοντες εις τον «Κανόνα», οπού ήτο έξοχον θέαμα να βλέπη τις τον φίλον μου Αλεξανδρήν ψάλλοντα. «Όλος εξιστάμενος, έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ», ως το Σκεύος της εκλογής εν τη Μεταστάσει της Θεομήτορος, διέπρεπεν, ενθουσιών, γοητεύων, ηδύνων· έσειε τους πόδας του σείων μετ’ αυτών και την τράπεζαν, έσειε τας χείρας του ρυθμικώς, μεταδίδων την χαράν εις πάντα ακροατήν και θεατήν. Ώστε ο νους μου ο περιδεής συνήλθε πλέον τέλεον.

Επείσθην ότι ευρισκόμην εν τη ζωή, εν ώρα μάλιστα μεγάλης πανηγύρεως.

Αλλ’ ο κυρ-Στρατής, εύρων καιρόν, οπού ημείς αφηρέθημεν πλέον εν τη θεία ωδή, εξηκολούθει να πίνη, το έν κατόπιν του άλλου κενών τα ποτήρια. Του άνοιξε και η όρεξις.

Και θεωρών αυτόν ο φίλος μου όλον έκδοτον εις τον πότον τον επείραξε:

— Δεν είσαι — αλήθεια — κολοκυθοκέφαλος, κυρ-Στρατή;

— Είμαι κολοκυθοκορφάς! Μάλιστα! απήντησε. Και προσέθηκε:

— Ας πιούμε ακόμα μια για τους ζωντανούς. Και πίνων έλεγε·

— Του χρόνου διπλοί, βρε παιδιά!

— Ε, τώρα αράδα σου, κυρ-Στρατή. Θα μας ψάλης το «Δοξαστικόν!» Ετελείωσαν «οι Αίνοι».

Τα μάτια του κυρ-Στρατή, τα ως κάστανα μεγάλα, εμίκρυναν από του οίνου, αλλά διά την υπακουήν, ίνα μας ευχαριστήση, ήρχισεν. Πλην αντί να είπη πλ. β’ ήχον «Ότε καιρός» το περίφημον δόξα των Αίνων της εορτής, άρχεται αίφνης πλ. δ’ ήχον «Θρηνώ και οδύρομαι» το νεκρώσιμον γνωστόν τροπάριον. Και συγχρόνως αρχίζει να κλαίη όλος από κεφαλής μέχρι ποδών. Ευρίσκετο εις το στοιχείον του. Ο φίλος μου, ο Αλεξανδρής τον αποτρέπει, τον διορθώνει, τον ανακαλεί — να είπουμεν — εις την τάξιν, πλην αυτός κωφεύει και προχωρεί. Ετούτο όμως με επανέφερε πάλιν εις τας φοβεράς σκέψεις μου. Μου εφάνη ότι επανήλθον εις τας θέσεις των τα πένθιμα, εκείνα αντικείμενα. Κοιτάζω εις τον ένα τοίχον, και βλέπω — μου εφάνη — επί του ραφίου το πινάκιον με τα κόλλυβα. Κοιτάζω εις τον άλλον τοίχον, και βλέπω — μου εφάνη — τον νεκρικόν στέφανον με τις ωραίες γαλάζιες κορδέλλες του. Κοιτάζω και εις την οροφήν, και βλέπω — μου εφάνη— τα νεκρώσιμα πρώτα κηρία, φέγγοντα με φως αμυδρόν, μικρόν, γαλάζιον φως, φως νεκρόν. Ο κυρ-Στρατής εξηκολούθει θρηνητικώτατα το τροπάριον το πένθιμον. Ευρίσκετο ήδη εις το «πώς παρεδόθημεν τη φθορά». Ο δε φίλος μου απελπισθείς πλέον ότι ηδύνατο να τον επαναφέρη εις την τάξιν, εβοήθει και αυτός συμψάλλων. Έκλαιον και οι δύο.

Τα ώτα μου εβόμβουν χειρότερον ήδη.

— Είμαι πεθαμένος, είπα τότε τρέμων.

Και έκλεισα τους οφθαλμούς μου. Ούτε να βλέπω, ούτε ν’ ακούω, από τα σύγχρονα παράδοξα. Ανέμενον δε, ως πάντοτε μετά τοιαύτα θεάματα, φοβερόν όνειρον με νεκροκράββατα και νεκρούς και δαίμονας.

***

Και είδον όνειρον τωόντι μετ’ ολίγον.

Νεκρωθείς από της συγχρόνου γενεάς, ανέζησα εις άλλους, παλαιούς χρόνους, χρόνους ποθεινούς, χρόνους γλυκείς, αλησμονήτους χρόνους, της παιδικής μου ηλικίας τους χρυσούς καιρούς.

Και ήμην παιδίον. Εκεί επάνω εις ένα μικρό-μικρό νησάκι. Νησάκι κατάφυτον, σκιερόν νησάκι, νησάκι εύμορφον. Και τώρα ακόμη, θαρρώ πως δεν υπάρχει άλλο ευμορφότερον. Μακρόθεν, φαίνεται σαν ψεύτικο. Σαν θαλασσογραφία. Από κοντά, φαίνεται σαν αληθινό. Σαν ζωντανό. Νησάκι με ψυχήν, με πνοήν, με μάτια, με στόμα νησάκι. Όποιος είναι επάνω, θαρρεί πώς είναι εις τον Παράδεισον. Με τα άλση του, με τα ποταμάκια του, με τας λίμνας του, με της βρυσίτσες του, με τα λιμανάκια του, με τις αμμουδιές του. Και καταμεσής, μέσα εις μίαν γραφικήν, εύμορφον φάραγγα, το δένδρον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Ένα ωραίο Μοναστηράκι. Ούτε εφημερίδας εδιάβαζα. Ούτε ψήφον είχα. Ούτε από μεταρρυθμίσεις εννοούσα τίποτε, ούτε από ανακαινίσεις. Ήμουν παιδίον.

Παραμονή των Χριστουγέννων τάχα. Σαράντα ημέρας οι άνθρωποι ενήστευον. Η καλύβη, η χρησιμεύουσα ως κρεοπωλείον, είχε καταληφθή υπό τινος ναυπηγού, όστις υπ’ αυτήν εσκάρωσε πλοιάριον. Την παραμονήν το έρριψεν εις την θάλασσαν μ’ ευχάς κι ευλογίας, και ο κρεοπώλης κατέλαβε πάλιν την καλύβην, ακολουθούμενος από χοίρους, τράγους και αμνούς, όλα προς σφαγήν διά τα Χριστούγεννα.

Οι εύμορφες νησιώτισσες και οι νησωτοπούλες πλύνουν, ασπρίζουν, τακτοποιούν, σαρώνουν του χωριδίου τους οικίσκους. Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά της Ευβοίας τ’ αντικρυνά. Οι ψαροπούλες έρχονται η μια κοντά στην άλλην. Αράζουν. Ησυχάζουν. Θ’ αναπαυθούν. Θα κοιμηθούν. Οι χωρικοί, χαρούμενοι, εμβαίνουν εις την κώμην, να ξεκουρασθούν, να ξυρισθούν, να λουσθούν. Οι ψαράδες άπλωσαν τα δίκτυά των, να στεγνώσουν, και οι γεωργοί έστησαν τα άροτρα προ της αυλείου, ως τρόπαια χαρμόσυνα της εργασίας, της αληθούς εργασίας, ήτις πάντοτε θα ζη, και αιωνίως θα ζη και θα βασιλεύη. Η μόνη υπό Θεού ευλογημένη εργασία. Ο γέρων εκείνος γεωργός, ο τόσον φαιδρός επί του οναρίου του, μαζί με το άροτρόν του, δίπλα του, σαν να προηγήται θριάμβου, τροπαιοφόρος, έχει από την Λαμπρήν να εισέλθη εις την κώμην. Κι εισέρχεται τώρα, επί του οναρίου του φαιδρός, με το άροτρόν του, διά να εορτάση τα Χριστούγεννα, εν τω γενεθλίω του οίκω. Όλοι συνάζοντ’ ενωρίς. Ενωρίς θα κοιμηθούν, διότι ενωρίς — όρθρου βαθέος — θα μεταβώσιν εις τον ναόν, να εκκλησιασθώσι, να εορτάσουν, να μεταλάβουν.

Την νύκτα, με το φαναράκι, ετραγούδησα τα Χριστούγεννα εις του πάππου μου του γέροντος, του ασπρογένη του Παπαλέξανδρου. Μου έδωσε δύο εικοσιπενταράκια.

— Δεν είχε, μάννα, κανένα σφάντζικο; Παρεπονέθην έπειτα.

— Του τα πήρε ο γάτος, παιδί μου! Μου απήντησε η καλή μου μαννούλα.

Και το επίστευσα.

Ω αθωότης, αθώα αθωότης! Τι είσαι λοιπόν και χάνεσαι; Χιών είσαι και λυώνεις, καπνός και διαλύεσαι, αράχνη και σε διασπά ο άνεμος;

Την νύκτα ήλθαν εις τα σπίτι μας δύο ηλικιωμένοι, με τα βιολιά, και ετραγούδησαν τα Χριστούγεννα. Η μητέρα έφερε δύο μεγάλα χριστόψωμα και μίαν προσφοράν διά την λειτουργίαν· και αργά-αργά παρεσκεύαζε παχείαν όρνιθα, διά το εωθινόν πρόγευμα. Ο πατέρας μου έφερε καινούργιο φορεματάκι, εύμορφον, κι εκοιμήθην μαζί μ’ αυτό στην αγκαλιά μου. Ο καημένος ο πατέρας μου!

Εις τον πρώτον ακουσθέντα του κώδωνος της εκκλησίας ήχον επετάχθην. Όλοι οι κάτοικοι καθαροί, ειρηνικοί, φαιδροί συνήχθησαν εις την εκκλησίαν. Τι τάξις! τι ευπρέπεια! τι κοσμιότης!

Ο ένας εφημέριος, υψηλός, στερεός, με τα χρυσά του άμφια και την χρυσήν του στόφαν, ο γερο-Παπανικόλας ο θείος μου, οπού εις τας μεγάλας εορτάς άλλαζεν όχι μόνον τα ράσα του, αλλά και την φωνήν του και όλην την παράστασίν του εν γένει, ωμοίαζε με τον αρχιστράτηγον Μιχαήλ. Ο άλλος, κοντότερος, σεμνότερος, με το αρχαίον μωραΐτικον φαιλόνιον, του Γενάρχου μας κληρονομίαν ευσεβή, ο φιλοπαίγμων και γλυκύτατος γέρο-Παπαδιαμάντης ο αλησμόνητος και πολυσέβαστός μου ιερεύς εκείνος οπού τόσον με αγαπούσε, και τόσον τον εσεβόμην, με τον οποίον έκαμνα κατόπιν όλας τας θρησκευτικάς μου εκδρομάς, ωμοίαζε τον αρχάγγελον Γαβριήλ. Πώς να μη υπάρξη σεμνότης και ευπρέπεια, εις εκείνον τον ναΐσκον, αφού η θρησκευτική πομπή διευθύνετο από δύο τοιούτους αρχαγγέλους!

Αι γυναίκες επάνω εις τον γυναικωνίτην, χρυσοστόλιστοι, λάμπουσαι, όπισθεν από τα δρύφακτα, ως χρυσές τρέμουζες, αναδίδουσαι διακεκομμένας λαμπηδόνας, εν γραμμή μακρά, ως χρυσολάμπει, την νύκτα με την πανσέληνον, το διασχιζόμενον υπό ταχείας λέμβου κύμα, εν ηρεμαίω πόντω. Οι άνδρες με τα καλύτερά των ενδύματα, τιμώντες την ημέραν· ζώναι χρυσαί, ζώναι μεταξωταί, κεντητά γελέκια, κατάλευκοι χιτώνες μεταξωτά μανδήλια, τσόχινα επανωφόρια, πολύτιμοι ρωσσικαί γούναι, υποδήματα υψηλά του Ταϊγανίου. Τα παιδιά στολισμένα, σεμνά, αθώα, ησύχια, διά της σιωπής των δεικνύοντα το έν προς το άλλο το νέον του φόρεμα, εν υπερηφανεία. Τα φώτα τα εκλάμποντα εν μαρμαρυγαίς θαμβωτικαίς, ο καπνός του θυμιάματος, η ευωδία η άρρητος, η γλυκύτης της τελετής, η μεγαλειότης των ιερέων, αι κατάφορτοι εκ των αφιερωμάτων πανάρχαιοι εικόνες, εκείνος ο Παντοκράτωρ του Πανσελήνου ο υπερθαύμαστος, προσέδιδον εις την εορτήν μυστηριώδη γοητείαν.

Το σπίτι μας είναι εις την ακροθαλασσιάν. Ένα αρχαίον, των ιδρυτών του χωρίου, σπίτι. Και όταν εγύρισα από την εκκλησίαν έως ου ετοιμασθή ο εωθινός των Χριστουγέννων ζωμός, έβλεπον από του εξώστου τους Υδραίους σπογγαλιείς, οίτινες παρά τας μιλτοπαρείους αλιάδας των, ανειλκυσμένας έξω, ανάψαντες πυράς, ητοίμαζον το πρόγευμα το Χριστουγεννιάτικον, υπό τον έναστρον ουρανόν, όστις ηπλούτο άνω γαλήνιος και γλυκύς, ως παγκοσμίου όροφος θεάτρου, κεντητός, χρυσοκέντητος, αργυροκέντητος, αστροκέντητος, ασπροκέντητος, ενώ από του χθαμαλού λόφου, πέραν εχάραζε πλέον η Ανατολή και ηπλούτο υπό μαλακών χειρών νυμφών αοράτων, ρόδινον, πορφυρόχρουν παραπέτασμα, η εωθινή εύμορφος σημαία της εξημερωνούσης πλέον πανηγύρεως.

— Ο Καλλικάντζαρος!

Φωνάζει αίφνης ο γέρων πατήρ, όταν με χαράν επηγαίναμεν να καθίσωμεν εις την τράπεζαν, παρά την λάμπουσαν, την θερμαίνουσαν, την ασπρισμένην εστίαν μας, το ιερόν και γλυκύ του χειμώνος ενδιαίτημα.

Η φωνή αύτη μ’ εξήγειρε του ύπνου. Το όνειρόν μου έπαυσε.

***

Διότι συγχρόνως εισήρχετο εις του κυρ-Στρατή την τραπεζαρίαν ο εφημέριος του νεκροταφείου, κρατών φανάριον εις την μίαν χείρα και χιλιάρικην εις την άλλην.

— Σας ανεκάλυψα τέλος πάντων! Έτσι κρυφά λοιπόν;

Έτριβα επί ώραν τους οφθαλμούς μου. Πρώτην φοράν μετά τας πενθίμους συγκινήσεις έβλεπον τόσον φαιδρόν, τόσον γλυκύ, τόσον επιθυμητόν όνειρον, το οποίον μου έφερε γαλήνην και θάρρος εις την καρδίαν. Ήτο τόσον θερμόν το όνειρόν μου το αλησμόνητον, ώστε μου εθέρμανε, ψυχήν και σώμα. Δεν ήμουν πλέον εγώ ο ανεόρταστος, ο αλειτούργητος, ο αφωρισμένος. Εώρτασα τα τρυφερώτατα Χριστούγεννα με τόσα πρόσωπα, τα οποία δεν υπάρχουν πλέον. Χωρίς άλλο ήτο όνειρον εξ ουρανών διά την εις τα έθιμα της πατρίδος μου πίστιν ατίμητος αμοιβή. Συμμετέσχον τότε, χαίρων της χαράς του φιλικού δείπνου.

Ο Παπά-Γιάννης ο εφημέριος του Νεκροταφείου με το θάρρος οπού είχε της γνωριμίας, έλαβε πάραυτα θέσιν παρά την τράπεζαν, και ανέζησε πάραυτα πότος εκπνέων.

— Χριστός γεννάται, εκραύγασεν ο ιερεύς όλος χαρά· και εγέλα όλος. Τα μάτια του, αι παρειαί του, το στόμα του· και ιδίως η ουλή του δεξιού του χείλους.

Και επειδή νέα διάθεσις ψαλμωδίας ανεφάνη ζωηροτέρα της πρώτης, είπεν ο φίλος μου ο Αλεξανδρής με το πατροπαράδοτον σατυρικόν πνεύμα, λεπτόν ως αεράκι πεύκου γηραιού, ίνα προλάβη πάσαν του κυρ Στρατή θρηνωδίαν.

— Να σου πω, κυρ Στρατή. Εσύ να ψάλης τα πανηγυρικά μέλη, και ο παπα-Γιάννης — να ‘χωμεν την ευχίτσα του — τα νεκρώσιμα. Δεν λέω καλά, παπά μου;

Όλοι εγελάσαμεν.

 

Μερικές λέξεις:

ταλιαγρήτης: εργάτης ελαιοτριβείου, λέει ο Μωραϊτίδης

ρεγκίνες: και ρηγίνες, νόμισμα της εποχής

βαρακωμέναι: με βαράκια, δηλαδή λεπτό φύλλο χρυσού

τρέμουζες: τρέμουζα ή τρέμουσα, διακοσμητικό πετάλιο, πούλι

αλιάδες: είδος ψαρόβαρκας φαίνεται να είναι -εγώ αλιάδα μόνο τη σκορδαλιά ξέρω.

Advertisements

80 Σχόλια to “Χριστούγεννα στον ύπνον μου (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)”

  1. cronopiusa said

    Καλά Χριστούγεννα!

    Καλή σας μέρα!

  2. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν τις έχει τις αλιάδες στο γλωσσάρι των απάντων του Μωραϊτίδη ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος.
    «Πάντως, αν και δεν θέλω να σας επηρεάσω, εμένα ο Παπαδιαμάντης με συγκινεί περισσότερο.»
    Προφανώς. Ο Παπαδιαμάντης είναι μεγάλος ποιητής, ενώ ο Μωραϊτίδης καλός ηθογράφος. Σίγουρα δεν ξεπέφτει στις ασυνταξίες και την προχειρογραφία του μεροκαματιάρη της γραφής Παπαδιαμάντη, αλλά αδυνατεί να τον ακολουθήσει στις μεγάλες εξάρσεις του.

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όμως στο γλωσσάρι του τόμου με διηγήματα του Μωραϊτίδη «Με τα πανιά» των εκδόσεων «Αστήρ» αναφέρει ότι αλιάς είναι η ψαρόβαρκα. Προφανώς από το αλς-αλός ετυμολογείται.

  4. Καταργούσε από τότε ο ΣΥΡΙΖΑ τα Χριστούγεννα βλέπω 😉

    Ωραίο ήταν το διήγημα, ιδίως όταν ξέχναγε ο συγγραφέας τον εαυτό του και την γκρίνια για τα νέα ήθη! Και με διάφορες ιστορικές πληροφορίες για την Αθήνα της εποχής που θα έπρεπε να καταγραφούν.

  5. Παναγιώτης Κ. said

    Πριν από κάμποσα χρόνια είχα προμηθευτεί το δίτομο έργο του Μωραϊτίδη σε επιμέλεια Τριανταφυλλόπουλου. Διαβάζοντας το σχημάτισα την εντύπωση ότι ο Μωραϊτίδης διακατεχόταν από κάποιαν αγωνία να διακριθεί στα Γράμματα και να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο ισάξιος του ξαδέρφου του. Είναι έτσι;
    Θέτω αυτό το ζήτημα στην ομήγυρη αν και κατά πόσον ισχύει.

  6. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Δυστυχώς, με εξαίρεση την αποδελτίωση των ηθογραφικών και πραγματολογικών στοιχείων, δεν απόλαυσα το σημερινό. Το είδα σαν παλιά οικογενειακή φωτογραφία αγνώστων, που τη βλέπεις επειδή στο φόντο έχει την Αθήνα της εποχής, βλέποντας από το κυρίως θέμα ίσως τα ρούχα της τότε μόδας.
    Και τον Παπαδιαμάντη δύσκολο τον βρίσκω στην ανάγνωση, αλλά είναι τόσο ποιητικός που αξίζει τον κόπο.

  7. Γιάννης Κουβάτσος said

    5: Πάντως στη Σκιάθο έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως ο καθηγητής Μωραϊτίδης, ενώ ο καημένος ο Παπαδιαμάντης είχε τη φήμη του αχαΐρευτου. 😊

  8. Alexis said

    Ουφ, τώρα το τελείωσα, καλό αλλά τεράστιο!
    Κάποιες επισημάνσεις:
    1) Καλός ο Μωραϊτίδης αλλά κουράζει λίγο με τις ατέλειωτες, εξαντλητικές περιγραφές του. Νομίζω ότι έχει δίκιο ο Νικοκύρης που γέρνει υπέρ του Παπαδιαμάντη.
    2) Ο Παπαδιαμάντης το έτσουζε συχνά-πυκνά. Στην αρχή ψάρωσα, νόμισα ότι όντως είχαν γυναίκες στο τραπέζι, μετά κατάλαβα ότι οι δύο «γυναίκες» ήταν οι μπουκάλες με το κρασί.
    3) Τρεις οκάδες είναι εξαιρετικά μικρό για γουρουνόπουλο, δεν έχει κρέας ντιπ, που λένε και στο χωριό μ’ 🙂

  9. Aghapi D said

    Όσο κι’ αν προτιμούμε τον Παπαδιαμάντη, η περιγραφή τής Καλαμιώτου και τών γύρω δρόμων με συγκίνησε μιας και είναι από τις περιοχές που αγαπώ

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν υπάρχει άλλος ναός του Αγίου Δανιήλ στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα υπάρχει Άγιος Δανιήλ μόνο στο Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης. Περίεργο, ε; Περισσότερα (και με ένα μεζεδάκι στον τίτλο):
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://apantaortodoxias.blogspot.com/2010/04/blog-post_14.html%3Fm%3D1&ved=2ahUKEwisnM2tw7XfAhWJLFAKHRNoCIoQFjAbegQIChAB&usg=AOvVaw2mkBeFs-9zNikV1qTeTDW7&cshid=1545555240171

  11. Χαρούλα said

    Καλημέρα!
    Δικαιολογημένα αργοπορημένοι σήμερα! Τεράστιο.
    Είχα ξεχάσει την γραφή του. Στην σκιά του υπέροχου ξαδέλφου… Με την φαινομενικά ανεπιτήδευτη «απλοϊκή» γραφή.
    Αν τον κρίνω αυτόνομο, μου άρεσε. Ωραίος στην ηθογραφία, αν και εμφανές το λογοτεχνικά επιτηδευμένο στη γραφή. Σαν να έγραφε για διαγωνισμό κι όχι για να αποτυπώσει την ψυχή του.
    Μερικά δε σημεία ορθογραφικά περίεργα, σαν λανθασμένα. Έχω την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω.

  12. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και χαίρομαι που σας κίνησε το ενδιαφέρον!

    3 Α μπράβο, ίσως ο Τριανταφυλλόπουλος να μην το εξηγεί επειδή είναι λόγια λέξη.

  13. Γιάννης Κουβάτσος said

    5. Από το μελέτημα του Τέλλου Άγρα «Τα διηγήματα του Μωραϊτίδη»:
    «Διαβάζομε συνήθως Μωραϊτίδη αφού ήδη έχομε διαβάσει Παπαδιαμάντη. Κι είναι φυσικό. Δεν είναι όμως και τόσο φυσικό το ότι και ο ίδιος αποφάσισε να γράψει τις σκιαθίτικες ηθογραφίες του ύστερ’ από τον Παπαδιαμάντη. Γιατί βέβαια άρχισε κατόπι από εκείνον, από τα 1888, εσυνέχισε σε όλα τα χρόνια της μεγάλης δόξας του πρώτου κι εσταμάτησε στα 1907, ολίγο πριν από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη (…) Έτσι ο Μωραϊτίδης ευρήκε τη θέση του πιασμένη. Ο εξάδελφός του του τα είχε πάρει όλα… και τα είχε κάμει τόσο γνωστά και τα είχε πη τόσον ωραία ώστε στον Μωραϊτίδη να μη μένη πιά, παρά να γίνη ένα ομοίωμά του και να τον μιμηθή. Έτσι κανείς δεν διαβάζει Μωραϊτίδη χωρίς να θυμάται διαρκώς Παπαδιαμάντη. Ανάμεσα στο έργο των δυονών υπάρχει πάντα κάποια λανθάνουσα σύγκριση. Επάνω στις σελίδες του Μωραϊτίδη πέφτει πάντα ο ίσκιος του μεγάλου προκατόχου του που δεν ημπόρεσε να τον ξεπεράση με το ανάστημά του».

  14. Alexis said

    Αυτό που εντυπωσιάζει, εμένα τουλάχιστον, είναι ότι υπήρχαν τότε (υπάρχουν και σήμερα; ) άνθρωποι που όλη τους η ζωή και η διασκέδασή τους ακόμα ήταν άμεσα συνυφασμένη με την εκκλησία και την εκκλησιαστική ζωή.

    Αναμένομεν μνημειώδη σχόλια από το παγωμένο Σικάγο ίνα ξεστραβωθώμεν! 😆

  15. venios said

    Με δυσκολία το διάβασα. Πέρα από την παρωχημένη γκρίνια, με ενόχλησε και η γλώσσα. Έχει αρκετές διτυπίες, ιδίως στα θηλυκά – » με τας λίμνας του, με της βρυσίτσες του, με τα λιμανάκια του, με τις αμμουδιές του.», αλλού μεταφράζει στην αρχαΐζουσα καθαρεύουσα απλές εκφράσεις όπως «να εκβάλη έξω «, αλλού έχει επαναλήψεις (» ο Αστέρας, το άστρον της Ανατολής! «δύο φορές, κ.ά.), κι έχει και μια δευτερεύουσα πρόταση χωρίς κύρια: » Και όταν καταργώντας νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από την καρδίαν, ήτις πονεί και οδυνάται, μεταδίδουσα τον πόνον εις όλον το σώμα.» Όταν αυτό, τότε τί; Έχει από τη μια το ταψίον και το εψητόν, από την άλλη τις αγριόπαπιες, κι από δίπλα ομηρικές λέξεις. Φοβάμαι πως η γλωσσική του επιδειξιομανία (και ανεπάρκεια) ακυρώνει το ηθογραφικό πριεχόμενο, πόσο μάλλον όταν αυτό είναι βουτηγμένο σ’ έναν ηθικοπλαστικό λόγο.
    Καλά Χριστούγεννα όμως!!!

  16. Δεν υπάρχει σύγκριση μεταξύ τους, ο ένας το έχει, ο άλλος το προσπαθεί. Περιγράφει έναν χώρο ο Παπαδιαμάντης και τρελλαίνεσαι, περιγράφει ο Μωραϊτίδης και σε πρήζει στο κόμμα μέχρι να πέσεις σε κώμα. Θέλει τέχνη να συνδέσεις προτάσεις χωρίς κόμμα όπως κάνουμε στον προφορικό διηγηματικό λόγο κι άλλη τέχνη για τους επιθετικούς προσδιορισμούς. Το διάβασμα κι οι γνώσεις δεν βοηθάνε άμα δεν τόχεις, είναι σαν να προσπαθεί με προπόνηση ο Καλλιντζάκης να μιμηθεί τον Κούδα

  17. Alexis said

    #13: Λάθος κτγμ που ασχολήθηκε με ένα είδος και μια θεματολογία που είχε ήδη «απογειώσει» ο εξάδελφός του. Θα μπορούσε να τύχει πολύ μεγαλύτερης αναγνώρισης με άλλη θεματολογία, ίσως και με άλλο λογοτεχνικό είδος και ύφος.
    Όλα αυτά όμως τα λέμε κατόπιν εορτής και κρίνοντας εκ του αποτελέσματος…

  18. # 16

    η εικόνα που ξέχασα να ανεβάσω…

  19. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πάντως, για να μην τον αδικούμε, έχει γράψει και καλύτερα χριστουγεννιάτικα διηγήματα, ιδίως όσα διαδραματίζονται στη Σκιάθο. Από τα 30 διηγήματα που έγραψε, τα 10 είναι χριστουγεννιάτικα. Κυκλοφορούν σε έναν καλαίσθητο τόμο και σε εξαιρετική τιμή:
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.politeianet.gr/books/9789601631899-moraitidis-alexandros-patakis-christougenniatika-diigimata-146781&ved=2ahUKEwipo_zNz7XfAhWLMewKHfvBDiIQFjABegQICRAB&usg=AOvVaw0isKMh4oKIr5ulAfqaDal4

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    «είναι σαν να προσπαθεί με προπόνηση ο Καλλιντζάκης να μιμηθεί τον Κούδα»
    Ή ο Φουντουκίδης τον Ελευθεράκη. 😜

  21. atheofobos said

    Ενώ αποδίδει λάθος το Weihnachten στους Γάλλους, είναι καλός γνώστης των Ομηρικών κειμένων και έτσι μεταφέρει από την Οδύσσεια το:
    τίς δαίς, τίς δαὶ ὅμιλος ὅδ᾽ ἔπλετο; τίπτε δέ σε χρεώ;
    εἰλαπίνη ἠὲ γάμος; ἐπεὶ οὐκ ἔρανος τάδε γ᾽ ἐστίν.
    τι γλέντι είναι αυτό; τι σόι συνάθροιση; ποια η δική σου υποχρέωση; καμιά γιορτή; ή μήπως γάμος; Πάντως δεν πρόκειται για γεύμα εταιρικό· (μετάφραση Μαρωνίτη)
    και από την Ιλιάδα το: μελισσάων αδινάων= μελίσσια στριμωκτά

    Και επειδή μερικές λέξεις δεν μου ήσαν γνωστές, έψαξα και βρήκα την ερμηνεία τους.
    Ανάπλεως= πλήρης, γεμάτος
    δαιτρός=αυτός που κόβει και μοιράζει το κρέας στο τραπέζι
    Μολπή= άσμα, ωδή, τραγούδι
    αμφίπολοι= υπηρέτης, ακόλουθος
    δμωαί= γυναίκες σκλάβοι πολέμων
    κευθμώνες των νεκρών= κρύπτη, κρυψώνας, σπηλιά- ο κάτω κόσμος, ο Άδης
    Σφάντζικο= νόμισμα, από το zwanzig (είκοσι)
    χρυσές μιλτοπαρείους αλιάδας=Η μίλτος ήταν ένα χρώμα που έβαφαν τα πλοία που προερχόταν από τη Σινώπη του Εύξεινου Πόντου, απ΄όπου και το όνομα της Μίλτος η Σινωπική.

  22. Κουτρούφι said

    Τα παλιά τα χρόνια η λειτουργία των Χριστουγέννων γινόταν αξημέρωτα. Απ’ ό,τι βλέπω εδώ, στην Αθήνα, η μετάθεση της ώρας προς το πρωινό έγινε τα τέλη του 19ου αιώνα, με απόφαση του Δεσπότη. Η μετάθεση αυτή σκανδαλίζει τους παραδοσιακούς όπως τον Μωραϊτίδη και τους άλλους και του τα χώνουν στο διήγημα. Την περίοδο που δημοσιεύεται το διήγημα (Δεκ. 1898) Μητροπολίτης Αθηνών ήταν ο Προκόπιος Β’ (1896-1901). Μάλλον, δεν αναφέρονται σε αυτόν αλλά στον προηγούμενο, τον Γερμανό (1889-1896), που πέθανε σχετικά νέος (1844-1896).

    Πάντως, η τέλεση της λειτουργίας αξημέρωτα συνεχίστηκε σε αρκετές περιοχές για αρκετές δεκαετίες ακόμη σε ορισμένες περιοχές. Μπορεί να γίνεται ακόμη κάπου.

  23. takis#13 said

    22. Στο χωριό του πατέρα μου το Πυλί της Κω , μες στην μαύρη νύχτα γινόταν η λειτρουγιά την δεκαετία του ΄50.

  24. Γς said

    >ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα

    Κι ήταν μόλις πριν μερικές δεκαετίες που η Πλάκα, η Αθήνα άκουσε την πρώτη καμπάνα, που σήμανε δυνατά, πιο πέρα στο ναό του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά, όταν οι Τούρκοι, το 1833 έφυγαν απ την Αθήνα.
    Κατασκευασμένη στην Ιταλία και επί Τουρκοκρατίας φυλασσόταν σε ειδική κρύπτη καθώς η χρήση καμπανών είχε απαγορευτεί με διάταγμα του σουλτάνου

    Η ιστορική αυτή καμπάνα είναι κρεμασμένη σήμερα μέσα στην εκκλησία

  25. Παναγιώτης Κ. said

    @22. Βεβαιώνω ότι στην Ήπειρο αξημέρωτα πηγαίναμε στην εκκλησία και τα Χριστούγεννα και στην Ανάσταση.

  26. takis#13 said

    Και στο γειτονικό χωριό το Ασφενδιού ένας γύρναγε το χωριό και τους ξυπνούσε.

  27. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    » — Εώρτασαν ωραία. Έξω-έξω, εις την άκρη της πόλεως. Είναι μια ήσυχη γειτονιά, σαν χωριαδάκι. Και η εκκλησία μικρούτσικη. Ο κυρ-Χριστόφιλος, πού το μυρίσθη; Λες και είνε γάτος εις μερικά πράγματα. Τους έβαλε ανάγνωσιν από τον «θησαυρόν» του Δαμασκηνού, οπού υπάρχει περίληψις λαμπρά, εις απλήν γλώσσαν, από τον περίφημον λόγον του Γρηγορίου του Θεολόγου «Χριστός γεννάται δοξάσατε!» Και ευχαριστήθησαν όλοι, ιδίως «οι ταλιαγρήται», οι εργάται των ελαιοτριβείων. Τους έψαλε και τον πολυέλαιον κατόπιν καλογερικά, φίλε μου. Και εις το τέλος οι ταλιαγρήται είχον τηγανίτες με το καλύτερο λάδι, και τσίπουρο ντόπιο, και μη ρωτάς. […]»
    Δύο-τρεις παράγκαι μανάβηδων ημιάνοιξαν μίαν σανίδα, διά να ψωνίσουν οι αμελείς τα σαλατικά των και τας οπώρας των· και έλαμπε κλεισμένη μέσα η διακόσμησίς των η εντελής, ως νύμφη κρυμμένη. Οπώραι βαρακωμέναι, όρνιθες παχείαι με ταινιοστόλιστα ράμφη, ορμαθοί μπεκατσών, μέσα εις εικόνας και σημαίας και μύρτα και δάφνας, ξηροί καρποί, πορτοκάλια, αχλάδια της Κυνουρίας, δροσερά σαλατικά, όλα ευωδιάζοντα πανήγυριν και χαράν!

    […]
    «….Η μεγάλη αγορά η πολυτάραχος, η βρίθουσα κόσμου και όψων, η τρέφουσα πτωχούς και πλουσίους, εγκρατείς και λαιμάργους, η ζωή της πόλεως, η αενάως κενουμένη και πάντοτε πλήρης, οπού κατασταλάζουν όλαι αι θάλασσαι της Ελλάδος, τα βουνά και αι λίμναι της, ήτο σχεδόν έρημος. [….] Μόνον δύο κρεοπώλαι ητοίμαζον νωπά σφακτά, προ μικρού λαβόντες διά του σιδηροδρόμου Πελοποννήσου κόφας με αρνάκια της Ηλείας. Δύο τρεις άμαξαι μεθυόντων διέσχιζον την μεγάλην οδόν εν καλπασμώ ίππων και φωναίς αγρίαις, ενώ παρά το Μοναστηράκι ο κόσμος εκόλλησεν εις τον πολύν σχηματισθέντα βόρβορον…»

    Έξω-έξω, εις την άκρη της πόλεως στον Βοτανικο , στην περιοχη του Ελαιλωνα με ελαιοδεντρα ελαιοτριβεια, μποστανια, πολλες βιοτεχνιες όπως πλινθοποιεία, ασβεστοκαμίνα, βυρσοδεψεια,….

    Αν διαθετει καποιος ισχυρη ικανοτητα απομονωσης απο το κλιμα των Χριστουγενων και τις ..εκκλησιαστικες εμμονες του συγγραφεα, καθως και ικανοτητα συγκεντρωσης το διηγημα αποτελει εξαιρετικη ηθογραφια της Αθηνας των παλιοελλαδιτων του 1898 με πληθυσμο 130.000 κατοικους, με τροφοδοσια αγαθων και πολλους μετοικους απο την ευφορη Πελοπονησο αλλα και Στερεα Ελλαδα.

    ΥΓ Ελληνική απογραφή 1896
    Επαρχία Αττικής 224.123 Δήμος Αθηναίων 128.735

    ΥΓ2 Ελαιώνας. [….] στην αρχαιότητα αποτελούσε κατάφυτη έκταση από ελαιόδεντρα, χαρακτηριστικό που διατηρεί, σε πολύ μικρό όμως βαθμό, μέχρι και σήμερα. [….] Στο χώρο αυτό, άλλωστε, βρισκόταν και η ελιά του Πλάτωνα ενώ εμφανής ήταν και ο ιερός του χαρακτήρας. Στα βυζαντινά χρόνια, δε, δημιουργείται στην περιοχή πλήθος εκκλησιών ενώ συνεχίζεται η ενασχόληση των κατοίκων με τις αγροτικές δραστηριότητες.[1]

    Η σύγχρονη ιστορία του Ελαιώνα ξεκινά το 1830 με το Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους, οπότε ο ίδιος βρισκόταν, όπως και η υπόλοιπη απελευθερωμένη Ελλάδα, σε κατάσταση εγκατάλειψης, με τη μεγαλύτερη έκτασή του καμένη και τις καλλιέργειες κατεστραμμένες. Συγκεκριμένα, 150.000 ελαιόδεντρα αναφέρεται πως είχαν καεί από τον Κιουταχή Ρεσίτ Πασά κατά την πολιορκία των Αθηνών.

    Σημαντική άνοδος σημειώθηκε κατά τη γενικότερη ανάπτυξη της Αθήνας από το Κλεάνθη και τον Κλέντσε, με την περιοχή να δέχεται εγκαταστάσεις κατοίκων με ετερόκλητες ασχολίες και με την ίδρυση πολλών βιοτεχνιών από το 1834, όπως πλινθοποιείων και ασβεστοκαμίνων. […]

  28. ΓιώργοςΜ said

    23 Έχω ρίξει κάμποση σκοπιά στο Πυλί… 🙂 Πήρα μετάθεση Νοέμβριο όμως, δεν πρόλαβα Χριστούγεννα.

  29. ΓιώργοςΜ said

    27 Στον Κολωνό υπάρχουν (ή υπήρχαν μέχρι πριν λίγα χρόνια), μπαξέδες:
    https://www.google.gr/maps/@37.9982819,23.7073238,276m/data=!3m1!1e3
    Πριν 30 χρόνια, πολύ περισσότεροι.

  30. takis#13 said

    28. Καλά ήτανε;

  31. ΚΑΒ said

    Συγνώμη που διακόπτω τη χριστουγεννιάτικη διάθεση.

    γκομπάκ

    http://www.kathimerini.gr/1001624/gallery/epikairothta/ellada/mytilhnh-ta-agnwsta-xristoygenna-toy-1944-fwtografies

  32. 31 Ε, όχι και άγνωστα. Υπάρχουν διάφορα αφιερώματα, αυτό του αλφαβήτα το θεωρώ αρκετά πλήρες, έχει αποσπάσματα από διάφορους της εποχής, κι αντιγράφω ένα απ’ τα σχετικά ποιήματα:

    Εδγιού θα κάτσου!
    (του Στρατή Αναστασέλη)

    Γοι καμπάνις του βουγίξαν
    τσι του πήραν τα χουνιά.
    Τσνήσαμι παραμουνιάτκου (1)
    μαζουμένι μες στου χιουνιά.

    Ούλα τα χουριά χαμλώναν,
    σαν πουτάμια στου γιαλό.
    Ούλι μας είχαμ’ ένα στόμα,
    μνιαν καρδιά τσ’ ένα μιαλό.

    Ήρταν μπουγιατζμένις μούρις
    να μας πησιν κατουχή.
    Τσι θαρούσαν π’ς θα φουβθούμι
    του κρυγιόμα τσι τ’ βρουχή.

    Ρουμανιάσαν (2) τα σουκάτσα
    τς Μυτιλήνις για μια βραδιά,
    απί τσκούρια, τσιφτιδέλια,
    γιαταγάνια τσι ραβδιά.

    Τι μ’ ήρτις μ’ ιφτά παμπόρια,
    ε Τουρμπούλ, ταχτέρ ταχτέρ! (3)
    Κατά λάθους ήρτις εδγιού
    ε σι σκώνι καθόλ τ’ αγέρ.

    “Φσς του ξνόγαλου, (4) βρε Σύμαχι
    που καγεί στη μαγειριά”.
    Γιαφτού πήραμι του δρόμου
    τσι γινήκαμι θηριά.

    Νύπνους ε μας κόλα τ’ νύχτα
    γιατί κάναν δουκιμές
    νάβγιν. Φύλαγα στα μπλόκια,
    στεκουμ σα μπιτόν αρμές.

    Εδγιού, βρε διμόνι, θα κατσου
    πα στα μπλόκια μι τ’ ασκέρ.
    Σα δε ξικουπστείτι π’ εδγιού
    θα μας εβρ του καλουτσαίρ.

    Μο ντ’ Ζουρμπάδινα που θώργιουμ
    ουγδουντάρα στου πλιβρόμ,
    έπιφτα σ’ φουτγιά να σωσου
    του νησί μας απί τσ βρώμ.

    Κβάρα φιλινάδιν πήκα,
    Κατρινές τς απ’ τα χουριά
    γιατί φάγαμι αντάμα
    του φαρμάτς τσι του βουριά.

    1: Παραμονή Χριστούγεννα
    2: Έγιναν δάσος
    3: Πρωί πρωί
    4: Γιαούρτι

  33. sarant said

    14 Εύστοχη παρατήρηση για τους ανθρώπους της εκκλησιας

    20 Ευχαριστούμε!

    31-32 Και έχουμε και στο ιστολόγιο άρθρο

  34. (α) «έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση»
    # Αν και η λέξη αυτή περιλαμβάνεται σε λεξικά, το σύνηθες είναι αντιπαραβολή

    (β) «Ορισμένα σημεία του διηγήματος, όπως η αντίθεση μεταξυ παραδοσιακών και νεωτεριστών σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, μού είναι εντελώς ξένα κι έτσι δεν θα επιχειρήσω να τα εξιχνιάσω»
    # Καλά κάνεις Νοικοκύρη, διότι ο ξάδερφος του κοσμοκαλόγερου σαν …χρυσαυγίτης μου φαίνεται! Λεει: «Ο άνθρωπος, όστις … δεν ανήκει εις έθνος. Είναι αλλότριος αυτού. Ανήκει εις όλα τα έθνη, και εις ουδέν…. Αεροβατεί…. τοιούτοι άνθρωποι είναι άχρηστοι διά παν έθνος… πολύ περισσότερον διά το Ελληνικόν….» κλπ, κλπ.

    (γ) «Τώρα “πλια” Χριστούγεννα»!
    # Μπας και ήταν Μακεδόνας ο Μωραϊτίδης; (ένυ γουέι, η Σκιάθος ήταν απαραίτητος σταθμός των Μακεδόνων που επισκέπτονταν την Χαμουτζία, το πάλαι ποτε.

    (δ) «ιδίως “οι ταλιαγρήται”, οι εργάται των ελαιοτριβείων».
    # Μια εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας της Νιγρίτας είναι ότι προήλθε από τη λέξη «νεοαγροίται».

    (ε) «κρυώνων, με ένα κοντό του Ρετσίνα σακκάκι».
    # Νόμιζα ότι το όνομα του υφάσματος «ρετσίνα» (που έντυνε κόσμο και κοσμάκη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘50) προέρχονταν από το παρατσούκλι «Ρετσίνας» που είχε ο Χρήστος Ζαλοκώστας (χημικός μηχανικός, διευθυντής εργοστασίου υφασμάτων επί Κατοχής, μετέπειτα βουλευτής των Προοδευτικών του Μαρκεζίνη, συγγραφέας κλπ, κλπ)

  35. Χαρούλα said

    Και κάποια άλλα χριστούγεννα αθηναϊκά.

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ,
    “ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1948” (1952)
    Σημαία ακόμη
    τα δίκανα στημένα στους δρόμους
    τα μαγικά σύρματα
    τα σταυρωτά
    και τα σπίρτα καμένα
    και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
    του μικρού Χριστού
    το αίμα το αίμα το αίμα
    εφιαλτικές γυναίκες
    με τρυφερά κέρινα
    χέρια
    απεγνωσμένα
    βόσκουν
    στην παγωνιά
    καταραμένα πρόβατα
    με το σταυρό
    στα χέρια
    και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
    το τόπι
    ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
    το τόπι του θανάτου

  36. ΓιώργοςΜ said

    28 Μπα, ο διοικητής τότε ήταν περιπτωσάρα. Άλλαξε λίγο πριν φύγω, αλλά ήταν αργά.
    Ήμουν όμως τηλεφωνητής για κάμποσο, κι έτσι είχα ένα δωματιάκι δικό μου για 24 ώρες όταν είχα υπηρεσία, ένα ράφι σε μια βιβλιοθήκη για τα βιβλία μου, ησυχία και άπειρο χρόνο για διάβασμα τα απογεύματα. Και πάνω που θα έκανα 15μηνο, μετάθεση…

  37. ΓιώργοςΜ said

    34 ε Ρετσίνα είναι περιοχή του Πειραιά, από την ομώνυμη κλωστοϋφαντουργία.

  38. «Αυτοί οι Γάλλοι Weihnachten αποκαλούσι την εορτήν ταύτην.» Αστεία παραδρομή του συγγραφέα, που φυσικά ήξερε αρκετά γαλλικά ώστε να ξέρει πώς λέγονται τα Χριστούγεννα!

    «Μου έδωσε δύο εικοσιπενταράκια.
    — Δεν είχε, μάννα, κανένα σφάντζικο; Παρεπονέθην έπειτα.»
    Τα εικοσιπενταράκια θα περίμενε κανείς να είναι νομίσματα των 25 λεπτών (25 δραχμές ήταν μία χρυσή λίρα τότε!), που σύμφωνα τουλάχιστον με τη Βικιπαίδεια δεν υπήρχαν τότε (υπήρχαν νομίσματα των 20 λεπτών, είτε ασημένια και πολύ μικρά, είτε χαλκονικέλινα).
    Το σφάντζικο ήταν αυστριακό νόμισμα των 20 kreuzer, και κατά τον Αμπού ισοδυναμούσε περίπου με 75 σαντίμ. Επομένως ήταν πράγματι περισσότερο από 50 λεπτά.

    Η ρεγκίνα ή ρηγίνα τι να ήταν; νόμισμα που εικόνιζε βασίλισσα; και ποιαν; τη Βικτωρία; Αλλά τότε θα μπορούσε να είναι από πένα (ισότιμη με δεκάρα της εποχής) μέχρι πεντόλιρο! Ελληνικό νόμισμα με βασίλισσα πάντως δεν ξέρω να υπήρξε ποτέ.

  39. sarant said

    34ε Ο Ζαλοκώστας ήταν διευθυντής του Ρετσίνα και παντρεμένος με μια κόρη του. Και εγγονός του ποιητή.

  40. cronopiusa said

    31

    Του ΙΑΜ, του ΙΑΜ τσι γ’ ΙΠΟΝ
    μας ανοίξαν τα μάτια λοιπόν

    το θυμάμαι με την φωνή του Δημ. Σαραντάκου, δεν μπόρεσα να το βρω

  41. Και το «πεντάρικο» πάλι, που θα οικονομούσαν οι ραφτάδες; Ούτε πεντάδραχμο μπορεί να είναι — αυτό το λέγαν τάλιρο — ούτε βέβαια πεντάλεπτο, πεντάρα — τόσο πειναλέοι δεν ήταν. Μήπως είναι απλώς τυπογραφικό λάθος αντί για πενηντάρικο;

  42. Ερατοσθένης said

    Θέλω να πώ ένα μπράβο στον σχολιαστή Gpointgofview για το αριστουργηματικό σχόλιο 16. Έτσι ακριβώς είναι: Ο Μωραϊτίδης δεν θα γίνει ποτέ Παπαδιαμάντης, όπως κι ο Πέλκας δεν θα γίνει ποτέ Κρόιφ, όση προπόνηση κι αν κάνει.
    Με την ευκαιρία και επειδή είμαι άσχετος με τα λογοτεχνικά, θέλω να ρωτήσω: Αληθεύει ότι τόσο ο Παπαδιαμάντης, όσο και ο δεύτερος ξάδερφός του ο Μωραϊτίδης δεν είχαν συνουσιαστεί ποτέ με γυναίκα; Και ο μέν Παπαδιαμάντης είναι γνωστό ότι δεν είχε πιάσει ποτέ του γκόμενα και τη μόνη γυναίκα που γνώρισε, ήταν η δεξιά του χούφτα, όπως σοφά λέει ο Ηλίας Πετρόπουλος.
    Αλλά για το ΜωραΪτίδη διαβάζω στη Βικιπαίδεια ότι παντρεύτηκε το 1901 (σε ηλικία 51 χρονών) τη Βασιλική Φουλάκη, αλλά ΕΖΗΣΑΝ ΕΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑ!..
    Δηλαδή, ούτε ο Μωραϊτίδης γνώρισε ποτέ γυναίκα; Σίγουρα ο κ. Σαραντάκος ξέρει κάτι παραπάνω γι’ αυτό το σημαντικό θέμα και τον παρακαλώ να βγεί και να μάς διαφωτίσει για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα το παρόν διήγημα

  43. ΓΤ said

    @35 Ο Σαχτούρης (στχ. 2) δεν μιλάει για «δίκανα» (διότι θα ήταν «δίκαννα»), μιλάει για «δόκανα», παγίδες και οδοφράγματα.
    «Τα δόκανα στημένα στους δρόμους» είναι ο στίχος.

  44. ΓΤ said

    Δεν έχω παρά να ευχηθώ χρηματούγεννα, ιδίως για όσους θα περάσουν χρωστούγεννα.

  45. Και όμως φαίνεται ότι κόπηκαν νομίσματα των 25 λεπτών επί Όθωνος, με την ένδειξη «1/4 ΔΡΑΧΜΗΣ». Θα κυκλοφορούσαν ακόμα στα παιδικά χρόνια του Μωραϊτίδη.

  46. sarant said

    41 Πεντάρικον, τώρα το κοίταξα. Λείπει το τελικό νι αλλά μόνο αυτό.

    40 Πρέπει να τα ξανανεβάσω τα τραγούδια αυτά με τη φωνή του πατέρα μου. Τα είχα ανεβάσει κάπου αλλά ο ιστότοπος έκλεισε.

  47. Χαρούλα said

    43
    Λογικη παρατήρηση. Κόπι πάστε ήταν.
    Το βρήκα και αλλού. Όπου έχει το «χαϊδευουν»στα χερια των γυναικών και τον σιδΕρόδρομο αντί η.
    Μάλλον η 2 εκδοχη η σωστή
    Ευχαριστώ

  48. Μαρία said

    45
    http://www.nomisma.gr/ViewCoinCatalog.aspx?Id=47252

  49. ΓΤ said

    @42 Για τα ερωτικά του Παπαδιαμάντη, δείτε την εξαιρετική μονογραφία Κωστής Παπαγιώργης, «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» (Καστανιώτης, 1997), ιδίως σελ. 94-97 (και αντίστοιχα σημ. 16-20).

  50. ΓΤ said

    @47 Όχι τόσο για την ορθογραφία, Χαρούλα, αλλά έχω την αίσθηση ότι στις άγριες μέρες του 1948 άλλα ήταν τα όπλα που «μιλούσαν»… Σαφέστατα ο φανατικός του ιπποδρόμου σκουλαρικάτος Σαχτούρης μιλάει για οδοπαγίδες.

  51. atheofobos said

    Εδώ άλλα δύο ποιήματα για τα Χριστούγεννα από τον Μικέλη Αβλιχο και τον Σουρή.
    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
    http://atheofobos2.blogspot.com/2017/12/blog-post_24.html

  52. Χαρούλα said

    Αχ βρε Αθεόφοβε! Κάθε φορά που σε επισκέπτομαι, απόλαυση! Συγχαρητήρια!
    ( Και μετά αυτόβρίσιμο! Μα γιατί δεν το κάνω συχνότερα;! )

    …φυσικά δεν γνώριζα τον Μικέλη Άβλιχο. Του οποίου το χριστουγεννιάτικο δεν μπορώ να πώ, πως με ενθουσίασε. Ενώ το άλλο της αυτοκτονίας, ωραιότατο.

  53. Γιάννης Ιατρού said

    Χαιρετώ,

    επίκαιρο κι ενδιαφέρον το σημερινό άρθρο.

    49: Να βάζουμε και κανένα λίκνο, ε 🙂
    Προσφορά του υπογείου,η μονογραφία του Κωστή Παπαγιώργη, εδώ, με δυνατότητα αναζήτησης 🙂

  54. Γιάννης Κουβάτσος said

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ” (1956, γραμμενο στη Μακρόνησο το 1950)
    Snip20131225_15Παγωνιά
    στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
    στεκόμαστε στη γραμμή
    όρθιοι
    κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
    κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
    ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
    δε μιλάει
    κρυώνει
    ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
    κ’ εκείνο κρυώνει
    καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
    μια μυρουδιά μπενζίνας
    οι πόρτες που ξανακλείνουνε
    ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
    η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
    ένας – ένας
    ακούει τ’ όνομά του
    και βγαίνει
    αντίο, αντίο
    το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
    κάποιος σηκώνει το χέρι του
    τίποτ’ άλλο
    το παιδί με τα σπυριά προχωράει
    στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
    που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
    ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
    δε θα μου χρειαστεί, λέει – αντίο
    το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
    κρυώνει ακόμα.

    Ξεκινάνε τα φορτηγά.

    Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
    δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
    μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
    πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
    Έχει αρκετή θέση
    για να πεθάνεις.

    Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
    θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
    θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
    όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

    Ελάτε λοιπόν
    όλοι μαζί
    να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
    τώρα που η λάμπα μας έσβησε
    που νυστάζει η σκοπιά
    και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
    της ομίχλης.

    Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
    Του κάναμε τόπο
    άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
    και μας κοίταξε.
    Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
    και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
    Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
    μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
    πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
    Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
    η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
    μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
    μη του το πάρουν.

    Μη με λες λοιπόν σύντροφο
    έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
    κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
    σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
    σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
    ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

    Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
    Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
    την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
    εγώ σε προδίνω
    καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

    Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
    και να πεθάνει απλά
    όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
    κι αποκοιμιέται.

    Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
    μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
    Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
    καθώς
    προχωράς.

    Snip20131225_16Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
    ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
    Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
    Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
    – Θωμά, πάρε τσιγάρο
    και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
    Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
    απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
    Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
    σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
    και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομένο.

    Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
    μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
    θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

    Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
    Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
    η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
    Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
    σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
    Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
    χώσε τα χέρια σου.
    – Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

    Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

  55. ΓΤ said

    @53 Δεν μπορούσα να βάλω λινκ, πήγα στο άλλο δωμάτιο και πήρα το βιβλίο από το ράφι 🙂

  56. cronopiusa said

    53

    ευχαριστούμε

  57. Προς Κουβάτσον Ιωάννην και λοιπούς συγγενείς :

    Αρμενάκι είμαι κυρά μου, πάρε με !

  58. ΚΑΒ said

    >>Τα έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις την καρδίαν των ανθρώπων.

    «Τὸ ἐπ ̓ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ ̓ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη».

    Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος Ψάλτης

  59. ΚΑΒ said

    >>Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες

    Ἔβαλαν πλώρην διὰ τὸ μεσημβρινὸν χωρίον, ὅπου ἔφθασαν εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ― τὴν ὥραν ὅπου ἡ χαρμόσυνος κλαγγὴ τῶν κωδώνων ἐκάλει τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν νυκτερινὴν Ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων.

    Παπαδιαμάντης, το κρυφό Μανδράκι (1906)

  60. Χαρούλα said

    Και ένα ακόμη «ποτ-πουρί»
    https://www.protagon.gr/themata/flashback/oi-lekseis-twn-xristougennwn-44081001967

  61. atheofobos said

    52
    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Για τον Άβλιχο έχει γράψει στο παρελθόν και ο Σαραντάκος.
    http://www.sarantakos.com/liter/ablixos.html

  62. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  63. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας,

    Θα αναρτήσω μερικές επώνυμες κρίσεις για τον Παπαδιαμάντη και τον Μωραϊτίδη, για να αντιληφθεί και ο τελευταίος κάφρος αναγνώστης του παρόντος Ιστολογίου πόσο έξω πέφτουν στις εκτιμήσεις τους οι ειδικοί της Λογοτεχνίας…

    «Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης νομίζω πως έχει λησμονηθεί. Ο Παπαδιαμάντης επιζεί περισσότερο , χαροπαλεύοντας και τούτος, ωστόσο»
    (Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, «Αλέξανδρος και Ανδρόνικος» , πρόλογος στο βιβλίο του Α. Μωραϊτίδου, ‘’Μέ τά πανιά’’ και άλλα διηγήματα, Αστήρ, Αθήνα, 1976, σελ. 14)

    «Σήμερα [σ.σ.: 1974] ξέρουμε πως το έργο του (σ.σ.: του Παπαδιαμάντη) δεν διαθέτει όλες εκείνες τις εγγυήσεις που εξασφαλίζουν ένα απρόσκοπτο ταξίδι μέσα στον χρόνο: ούτε η προχειρογραφία, ούτε η στατικότητα, ούτε η αφέλεια αποτελούν αξίες ικανές να προστατέψουν από τις φουρτούνες, αν όχι από το ναυάγιο»
    (Π. ΜΟΥΛΛΑΣ, «Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος», εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 1974, σελ.53)

    «(Ο Παπαδιαμάντης)… διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή»
    (Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας», Εκδόσεις Ίκαρος, 1975, σελ. 384).

  64. ΚΩΣΤΑΣ said

    Κανένα δέντρο δεν μεγαλώνει στη σκιά ενός άλλου μεγάλου δέντρου. Αυτό είναι το ατύχημα του Μωραϊτίδη. Το μπέρδεμα νεκρικών ιστοριών, δεν μου άρεσε. Φυσικά και έχει γράψει άλλα πολύ πιο καλά ο Μ.

  65. 32: Ποιο alfavita, δεν ντρεπόμαστε να του δίνουμε και κλικ;

  66. Αιμ said

    Καλησπέρα και χρόνια πολλά έβρι μπάντι

    Τώρα θα διαβάσω και το διήγημα αλλά αυτή η αντιβολή από το «Το διήγημα υπάρχει στο Project Gutenberg αλλά έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (εκδόσεις Στιγμή) και εντόπισα αρκετές διαφορές» υπάρχει ή είναι αντιπαραβολή σε …περίληψη ;

  67. Αιμ said

    Τώρα είδα το 34. Κι όμως υπάρχει !

  68. nikiplos said

    Εμένα, πέρα από το γεγονός ότι πολλά κείμενα της εποχής έχουν υπέρ το δέον περιγραφές (πρέπει να ήταν must τότε), με δυσκόλεψε και η γλώσσα ως προς την ταχύτητα ανάγνωσης…

  69. Μάντις said

    Προτιμώ και γω Νικο-κύρη τον Παπαδιαμάντη αλλά και με το συγκεκριμένο αφήγημα ευθύμησα.
    Καλά Χριστούγεννα, με υγεία,ειρήνη και αγάπη για όλο τον κόσμο!

  70. Μπούφος said

    Τις δικές μου ευχές θα τις τραγουδήσω.

  71. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Επειδής από την παρούσα ανάρτηση ο ανυποψίαστος αναγνώστης βγάζει το συμπέρασμα ότι οι σχέσεις των δύο χριστιανούληδων εξαδέλφων (Μωραϊτίδη + Παπαδιαμάντη) ήσαν άριστες ή τουλάχιστον αγαστές, αναγκάζομαι να παρέμβω για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους…

    Ο Παπαδιαμάντης ζήλευε αφόρητα τον Μωραϊτίδη, επειδής είχε χρήματα, κατάφερε να τελειώσει το Πανεπιστήμιο (ενώ ο Παπαδ. υπήρξε μιά ζωή αιώνιος φοιτητής) και τα κονομούσε ως καθηγητής στα ελληνοδιδασκαλεία. Στον Άγιο Ελισσαίο δεν τον άφησε ούτε μιά φορά (ο Παπαδ. τον ΜωραΪτίδη) να ψάλει ως δεξιός Ψάλτης, τόσο καθίκι ήταν!..

    Για το φοβερό μίσος του χριστιανού Παπαδιαμάντη προς τον επίσης χριστιανό Μωραϊτίδη, ΙΔΟΥ τί γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στις σελ. 91 + 92 του βιβλίου «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» που μάς προσέφερε πετσοκομμένο ο κακόψυχος Ιατρού στο σχόλιο 53


    Τουτέστιν οι δύο χριστιανοί εξάδελφοι είχαν άγρια διαφωνία ακόμη και για το ποιός ψέλνει καλύτερα. Ενώ (όπως είδαμε ανωτέρω) στον «Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου» ο Παπαδιαμάντης περιγράφει την φωνή του ΜωραΪτίδη ως «ασθενή και τερετίζουσα», ο Μωραϊτίδης στο διήγημα «Η ιστορία μιάς τυρόπιττας» όπου περιγράφει τις ολονυχτίες τον Άγιο Ελισσαίο, ΘΑΒΕΙ με τη σειρά του τις ψαλτικές ικανότητες του Παπαδιαμάντη και την «άχρουν + ασθενικήν φωνήν του»!.. Μεταφέρω επί λέξει…

    ΑΛ. ΜΩΡΑϊΤΙΔΗΣ («Η ιστορία μιάς τυρόπιττας»): «…ὅτε ἐκυριάρχει ὁ Παπαδιαμάντης, ψάλλων μὲ τὴν ἄχρουν ἐκείνην ἀσθενικὴν φωνήν του, ἀλλὰ μὲ τὸ περιπαθὲς ἀλησμόνητον ὕφος κατορθώνων νὰ μεταδίδῃ τὸν ἐνθουσιασμόν του εἰς τοὺς ἀκούοντας, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ θέλουν τὸν παρηκολούθουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς ἁρμονικὰς κινήσεις του ἐν τῷ ψάλλειν, ὅτε ἐκινεῖτο ὅλος κ᾿ ἐχόρευε κ᾿ ἐλαφρῶς ἐκτύπα τὰς χεῖρας του ἐπὶ τοῦ ἀναλογίου καὶ τοὺς πόδας του ἐπὶ τοῦ ξυλίνου δαπέδου, χωρὶς νὰ γεννᾷ καμμίαν χασμωδίαν.»

    Στο ίδιο διήγημα («Η ιστορία μιάς τυρόπιττας»), το οποίο είναι γεμάτο με πληροφορίες για τον αγροίκο Παπαδιαμάντη και θα έπρεπε κάποια στιγμή να μάς το αναρτήσει ο κ. Σαραντάκος, ο ΜωραΪτίδης αποκαλύπτει τον τρόπο που έτρωγε την αγαπημένη του φασουλάδα ο Παπαδιαμάντης: Γέμιζε το βαθύ πιάτο με ψωμιά και έτρωγε αρπακτικά σαν όρνεο!..

    ΑΛ. ΜΩΡΑϊΤΙΔΗΣ («Η ιστορία μιάς τυρόπιττας»): «Πολλάκις τον χειμώνα, όταν κατά τας 11 μετέβαινεν (σ.σ.: ο Παπαδιαμάντης) εις του Καχριμάνη [το παντοπωλείον] να δειπνήση, τόσον αργά, αφού πλέον είχεν εξονυχίσει τας Αγγλικάς εφημερίδας, ενώ ο κυρ-Βασίλης του είχε φυλαγμένον ωραίον φαγητόν, επροτιμούσε καλύτερα μιαν φασουλάδα από το γειτονικόν υπόγειον· και γεμίζων από ψωμία το βαθύ πιάτον, έτρωγεν αρπακτικά ωσάν όρνεον, κουρασμένος, θα είπητε, από την αποκαρδιωτικήν νυκτερινήν εργασίαν οπού πολύ την εχθρεύετο, παρά πολύ, ως ο διάβολος το κηρί, το δη λεγόμενον. Επροτιμούσε δε την φασουλάδαν, καθώς μου εξεμυστηρεύετο κατά την διάρκειαν του φαιδρού μας δείπνου, διότι οι ατμοί της του ενθύμιζον χιόνια και θύελλας και τρικυμίας εκτάκτους της ωραίας πατρίδος, των οποίων την αναπαράστασιν απελάμβανεν μακαριώτατα, θερμαινόμενος σώμα και ψυχήν, τας θλιβεράς χειμερινάς των Αθηνών νύκτας, με την αχνίζουσαν φασουλάδα…»

  72. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Εκτεταμένο – ’’μακρόσυρτο’’ θα ήταν ένας χαρακτηρισμός που θα έδινα – το σημερινό διήγημα. Ενδιαφέρον ως ηθογράφημα, απολαυστικό σε μερικά σημεία του, αλλά και αδιάφορο (έως εκνευριστικό) σε κάποια άλλα.
    Ο κ. Κουβάτσος (στο #2) διατυπώνει, νομίζω, επιτυχώς τη διαφορά Παπαδιαμάντη- Μωραϊτίδη.

    Όσο πιο σύντομα μπορώ κάποια σχόλια:

    @14 Alexis κ.ά.
    Μπορεί να εντυπωσιάζει ή να είναι αδιανόητη σήμερα η τόσο στενή σύζευξη της ζωής των ανθρώπων τότε με τη εκκλησιαστική ζωή, αλλά όμως πριν από μερικές δεκαετίες ήταν απολύτως φυσιολογική και ’’κανονική’’, κυρίως στην ύπαιθρο (για τις μέρες μας μάλλον απίθανο…). Θυμάμαι ακόμα μια βάφτιση στο χωριό Αξός (στον Ψηλορείτη), γύρω στο 1980, όπου οι καλεσμένοι, ξεκινώντας στο τραπέζι να κουτσοπίνουν με τους πρώτους μεζέδες, άρχισαν να τραγουδούν/ψάλλουν – με κάποιο κέφι, βέβαια…- ψαλμωδίες της βάπτισης («Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..» και άλλα τέτοια. Δεν είμαι βέβαιος αν συνόδευε και η λύρα…

    @34 Georgios Bartzoudis
    Εντάξει, μπορεί να ήταν συντηρητικός ο Μωραϊτίδης, αλλά μην τον βγάλουμε και… φασίστα! Η κάπως ’’εθνικιστική’’ φρασεολογία αντιστοιχούσε κτγμ σε άλλα σημαινόμενα τότε.

    Γενικά:
    – βαρακωμένα: Κυριολεκτικά μεν επιχρυσωμένα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, προφανώς, καλυμμένα με χρυσόχαρτο, ως ένδειξη πλούτου, ομορφιάς, καλοτυχίας κλπ, όπως και σήμερα σε μερικά μέρη…
    – χιλιάρικη: Μπουκάλα (ή νταμιτζάνα), με περιεχόμενο 1000 δράμια (;) = 2,5 οκάδες = 3,2 κιλά (Μπράβοοο! Τα πίνανε γερά οι λογοτέχνες μας…-αν είναι έτσι)
    – Λέει κάπου ο Μωραϊτίδης ότι «ο Μπάρμπα-Γιώργης ο σμυρναίος, ο καλοκάγαθος εκείνος μαγειράκος» έχει «ξενοδοχείο», εννοώντας αυτό που σήμερα λέμε εστιατόριο ή ταβέρνα (εκτός αν επρόκειτο για χάνι). Και – στο Ηράκλειο τουλάχιστον – «ξενοδοχεία» λέγανε τα εστιατόρια που μαγείρευαν φαγητό κυρίως για εργένηδες, περαστικούς κλπ, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’60.

  73. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    Γιὰ τὴν ἐτυμολόγηση τοῦ « μελισσάων ἁδινάων»

    Σὲ προηγούμενο σημείωμα (σχ.131 στὴν ανάρτηση «Τα δίδυμα σίγμα του κλασικού» ) εἲχαμε δεῖ τὸν ἐκπληκτικῆς ἀκριβείας χαρακτηρισμό τοῦ Αἰσχύλου γιὰ τοὺς μύρμηκες , ἀήσυροι , ποὺ συνδέεται μὲ τὸ ρῆμα ἂημι (πνέω) που εἶναι ἂω εἰς τὴν ἀρχαιότερή του μορφή. Ὑπό πνοιῆς ἀνέμοιο λοιπόν , ἀεί συρόμενοι καὶ παρασυρόμενοι οἱ μύρμηγκες καὶ εξαιρετικά ἀκριβές τὸ ἐπίθετον διότι μὲ τὰ πολλαπλάσια τοῦ βάρους του βάρη ποὺ σηκώνει συχνά τὸ μυρμήγκι , ἕνας ἀπό τοὺς μεγαλυτέρους ἀντιπάλους του- ἲσως ὁ σημαντικότερος- εἶναι ὁ ἂνεμος .

    Τὸ ἐπίθετο «ἁδινάων» ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ὅμηρος γιὰ νὰ περιγράψει ἒναν ἂλλον γεμάτο μυστήριο κάτοικο τοῦ μικροκόσμου τῶν ἐντόμων , τὴ μέλισσα, κατά ἒναν περίεργο τρόπο σχετίζεται κι’αὐτό μὲ τὸ ἲδιο «μίνι» ἢ «μικροσκοπικό » σὲ ἒκταση ρῆμα ( ἐάν ὑποτεθεῖ πὼς εἶναι δόκιμοι οἱ ὅροι ), μὲ μιὰν ἂλλη σημασία του ὅμως , αὐτή τοῦ χορτασμοῦ , κορεσμοῦ , [ἂω σημαίνει καί χορταίνω ] .
    Ἡ συνάφεια διαπιστώνεται μέσω τοῦ ἐπιρρηματικοῦ τύπου τοῦ ἂω ποὺ εἶναι «ἅδην», ἀπό τὸ ὁποῖον ἅδην σύμφωνα μὲ τοὺς σχολιαστές τοῦ Ὁμήρου προκύπτει τὸ ἐπίθετο «ἁδινῶν»(γεν.πληθ.) τὸ ὁποῖον μὲ τὴ σειρά του κατ’ἒκτασην αἰολικήν δίνει τὸ ἁδινάων , ποὺ μεταφράζεται ἀθρόοων , ἀφθόνων, δασέων , πυκνών . [ Σκεπτέον δὲ πὼς πυκινός (ποιητικῶς)/πυκνός σημαίνει καὶ φρόνιμος , συνετός καὶ αὐτό λέει καὶ πάλι πολλά γιὰ τὴ σοφία τῆς ἐργατικῆς μέλισσας . ] Μὶα έναλλακτική ἐτυμολογική πρὀτασις : ἀπό τὴ ρίζα -διν- καὶ τὴν περιδίνιση τῶν μελισσῶν.
    Δῖνος ἡ συστροφή , ὁ τόρνος , ἀλλά καὶ ἀρχαϊκόν εἶδος ὀρχήσεως . Ἲσως … κάτι σὰν τὸν ὂμορφο χορό ποὺ κάνουν οἱ μέλισσες .

  74. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    @73

    ποὺ μεταφράζεται :

    σύνηθες σφάλμα ποὺ προκύπτει συχνά ἐκ παραδρομῆς , εξ΄ἀιτίας ἐκτεταμένης χρήσεως τοῦ λεξικοῦ / λεξικῶν.Ἡ ὀρθή ἐπιλογή φυσικά εἶναι :

    ποὺ ἀποδίδεται , ποὺ σημαίνει

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλότατη η επιλογή, στο πλαίσιο των γιορτών.
    Ο Μ. δεν έχει/αποπνέει την τρυφερότητα του Ππδ για την ανθρώπινη συνθήκη. Η ειρωνία του δεν έχει τη γλύκα του άλλου, του μεγάλου ούτε η γλώσσα του.

    >> εκείνος ο άλλος.
    «Εσύ σαι μωρέ ή ο αδελφός σου; »
    -ο αδελφός μου…
    -α κι εγώ εθάρρου πως είσα συ!
    (Γέλια)
    Σώζεται ενδοοικογενειακά κι ανανασταίνεται συχνά στις κουβέντες μας, από κάποια στιχομυθία του παρελθόντος-απ τον παππού μου ακόμη- για δίδυμους συγχωριανούς.

  76. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ και ευχαριστώ για τα ουσιαστικά 3-4 τελευταία σχόλια

  77. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    @38 και 41 Αγγελος
    +46 Sarant

    – Η ρεγγίνα ήταν το αργυρό τάλιρο της Μαρίας Θηρεσίας της Αυστρίας ή τάλιρο της Βασιλίσσης (της έκδοσης του 1780) που έμεινε στην κυκλοφορία και μέχρι τις αρχές του 20ου αι.
    http://www.emarket.gr/resize_image.php?image=uploaded/35291218.jpg&w=266

    – Το ’’πεντάρικο(ν)’’ θα πρέπει να ήταν πεντάδραχμο (και όχι βέβαια πενηντάρικο). Ακούγεται και σήμερα αντί ’’πεντάευρο’’, όπως επίσης ακούγεται και το ’’τάλιρο’’ (διαχρονική λέξη…)

    Δεν μπορώ όμως να κατανοήσω τι ακριβώς σημαίνει όλη η σχετική πρόταση: «… φραγκορράπται εξήρχοντο με γεμάτα μανδήλια» κλπ.

    @15 Venios
    Θα συμφωνήσω με όλα τα γραφόμενά σας, εκτός από το ότι υπάρχει δευτερεύουσα πρόταση χωρίς κύρια. Νομίζω ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος στο ’’καταργώντας’’, το οποίο έπρεπε να γραφεί ’’καταργώνται’’. Οπότε μια χαρά στέκουν οι προτάσεις:
    «Και όταν καταργώνται (τα έθιμα) νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από την καρδίαν, ήτις πονεί και οδυνάται, μεταδίδουσα τον πόνον εις όλον το σώμα».

    Επίσης τυπογραφικά λάθη πρέπει να είναι και τα :
    – ’’δρύφακτα ’’ αντί του σωστού ’’δρύφρακτα’’
    – ’’λευκανθένων’’ αντί του σωστού ’’λευκάνθεμων’’ ή ’’λευκανθέων’’(;)

    @53 Γιάννης Ιατρού
    Ευχαριστούμε! Διάβασα 2-3 σελίδες και φαίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον.

    ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ σε όλους!

  78. ΓΤ said

    @77 το «δρύφακτο» είναι ξύλινο κιγκλίδωμα, οπότε είναι ΟΚ ο Παπαδιαμάντης 🙂

  79. Theo said

    Ευχαριστώ και για το διήγημα του Μωραϊτίδη.

    Δεν είναι από τα καλύτερά του και πλατειάζει αρκετά ενώ κι η γκρίνια του δεν έχει μέτρο.
    (Γκρινιάζει κι ο Παπαδιαμάντης αλλά όχι στο σημείο που να κουράζει.)
    Έχει πολλές ωραίες σελίδες ο Μωραϊτίδης, και θα είχε καλύτερη θέση στα γράμματά μας, αλλά η συγκυρία να έχει ένα ξάδελφο που να ασχολείται με τα ίδια θέματα και να γράφει το ίδιο νησί αναπόφευκτα τον έβαλε στη σκιά του, δυστυχώς.

  80. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    @78, ΓΤ : Έχεις μερικώς δίκιο (μιλάμε για ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ…)
    Θυμόμουν πολύ καλά τα ’’δρύφρακτα’’ (μπάρες σε διασταύρωση με σιδηροδρομική γραμμή) κάποιας ερώτησης σε εξετάσεις οδήγησης (του περασμένου αιώνα…). Και – για να βεβαιωθώ – έριξα μια ματιά και στον Μπαμπι. (Ετυμ. Λεξικό, 2011, σ. 388) όπου πράγματι υπάρχει το λήμμα ’’δρύφρακτο’’ < δρυς+φράσσω). Αλλά τώρα είδα ότι αναφέρει και τον τύπο ’’δρύφακτο’’ (με ανομοίωση).

    Επίσης είδα τώρα και το:
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%B4%CF%81%CF%8D%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF&sin=all

    Για τον ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, δεν μπορώ να ξέρω ποια λέξη χρησιμοποιούσε: Σε διαφορετικές εκδόσεις (π.χ. Γ. Βαλέτα και Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου) βρίσκονται και οι δύο τύποι.

    Να’σαι καλά! Καλές γιορτές!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: