Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Γιώργος Ιωάννου: Η μόνη κληρονομιά. Και το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2019


Τις Κυριακές βάζουμε κάτι λογοτεχνικό κι έτσι σήμερα θα δημοσιεύσω ένα αγαπημένο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα: Το διήγημα «Η μόνη κληρονομιά» του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) από την ομότιτλη συλλογή, που κυκλοφόρησε το 1974.

Είναι ένα διήγημα που πάντα με συγκινεί σαν το διαβάζω. Δυστυχώς στην περίπτωση του Ιωάννου η δοξασία για τη μόνη κληρονομιά επαληθεύτηκε -έφυγε κι αυτός πριν τα εξήντα του χρόνια, όπως όλοι οι αρσενικοί στο σόι του.

Το διήγημα αυτό το είχα δημοσιεύσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο. Σήμερα δημοσιεύεται και σε μια άλλη γωνιά του ελληνόφωνου Διαδικτύου, στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο.

Το Λογοτεχνικό ιστολόγιο ξεκινάει σήμερα το ταξίδι του στον κυβερνοχώρο, όμως έχει πίσω του μια μικρή ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν απέκτησα κι εγώ προσωπική σελίδα στο Διαδίκτυο, τον Απρίλιο του 1998, ήταν να φτιάξω έναν κατάλογο με συνδέσμους προς τα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που υπήρχαν στο Διαδίκτυο -ελάχιστα τότε.

Σιγά σιγά, ο κατάλογος πύκνωνε, τα ονόματα των λογοτεχνών πλήθαιναν, αλλά πάντοτε τα ονόματα και τα έργα που έλειπαν ήταν πολύ περισσότερα. Έτσι, άρχισα να πληκτρολογώ ή να σκανάρω ποιήματα και σύντομα πεζά που μου άρεσαν και να τα προσθέτω στον κατάλογο.

Τα χρόνια περνούσε, η συλλογή μου όλο και πλουτιζόταν, αν και κάθε τόσο κάποιοι σύνδεσμοι έπαυαν να λειτουργούν, κάποιοι ιστότοποι καταργούνταν.

Όταν απέκτησα ιστότοπο στο όνομά μου, www.sarantakos.com, με περισσότερο διαθέσιμο χώρο, άρχισα να προσθέτω περισσότερο υλικό. Κάποια στιγμή είχα την ιδέα να ζητήσω τη βοήθεια εθελοντών, που ανέλαβαν να πληκτρολογούν κείμενα που τους έστελνα σκαναρισμένα. Την πρωτοβουλία αυτή την ονόμασα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ.

Έτσι μπορέσαμε να ανεβάσουμε πολλά εκτενή πεζά λογοτεχνικά κείμενα: Παπαδιαμάντη, Βουτυρά, αρκετά μυθιστορήματα, ανθολογίες διηγημάτων. Όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες προσπάθειες, αρκετοί ήταν εκείνοι που εκδήλωσαν προθυμία, λίγοι ήταν οι πιο ταχτικοί συνεργάτες. Οφείλω να εξάρω ιδίως τρεις, τον Σφραγιδονυχαργοκομήτη, τη Μαρία Μ. και τον Γιάννη Π. Ο Γιάννης, μάλιστα, εφαρμόζοντας κάποιες πανέξυπνες πατέντες, μπόρεσε να επιταχύνει πολύ την ψηφιοποίηση πολυτονικών κειμένων (σε μονοτονικό φυσικά).

Τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ λειτούργησαν όλο το 2008 και το πρώτο μισό του 2009. Σταμάτησαν για δύο λόγους. Ο ένας, ότι από τον Φλεβάρη του 2009 άρχισε να λειτουργεί τούτο εδώ το ιστολόγιο που απορροφούσε πλέον όλον τον ελεύθερο χρόνο μου. Ο άλλος, ότι ο ιστότοπος sarantakos.com είχε πια εξαντλήσει τον διαθέσιμο χώρο του. Έτσι, η πρωτοβουλία σταμάτησε -αν και κατά καιρούς έπαιρνα γράμματα επισκεπτών που δήλωναν πρόθυμοι να συμμετάσχουν.

Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια. Το ιστολόγιο στο μεταξύ συνέχισε να λειτουργεί ακατάπαυστα -την τελευταία πενταετία, όπως ξέρετε, δεν έχει περάσει μέρα χωρίς καινούργιο άρθρο. Στις αρχές του 2019, ο Γιάννης Π., ο παλιός καλός συνεργάτης, έριξε την ιδέα να μετατρέψουμε τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ σε ιστολόγιο, κι έτσι να ξεπεράσουμε τα προβλήματα χωρητικότητας και ενδεχομένως να αρχίσουμε να προσθέτουμε και νέο υλικό.

Προς το παρόν έχει μεταφερθεί στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο ο κύριος όγκος των κειμένων που υπήρχαν στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ, με εξαίρεση κάποια έργα που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκει κανείς σε ειδικούς έγκυρους ιστότοπους όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Σε δεύτερη φάση θα μεταφερθούν επίσης άλλα λογοτεχνικά κείμενα από τον παλιό μου ιστότοπο και από το παρόν ιστολόγιο ενώ θα προστεθεί και καινούργιο υλικό -ο Γιάννης έχει κατά νου τον Βλαχογιάννη.

Η νέα μορφή επιτρέπει και σχόλια, αλλά δεν θα είναι αυτός ο βασικός χαρακτήρας του εγχειρήματος. Σκοπός είναι να μείνει ένα αποθετήριο ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων που δεν υπάρχουν αλλού στο Διαδίκτυο.

Θα υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση με το εδώ ιστολόγιο, με την έννοια ότι κάποια κείμενά του θα δημοσιεύονται και εδώ, ενώ και κάποια διηγηματα που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο θα φιλοξενηθούν και εκεί. Όμως είναι δυο διαφορετικά εγχειρήματα -άλλωστε το Λογοτεχνικό ιστολόγιο είναι συλλογικό και, για αντικειμενικούς λόγους, ο Γιάννης Π. θα είναι πιο κοντά στην καθημερινή διαχείρισή του.

Μετά από αυτή την απαραίτητη παρένθεση, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου:

Η μόνη κληρονομιά

Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.


Μιλούσαν και για τους άντρες τους καμιά φορά, τους παππούδες μου, μ’ όλον εκείνον τον εξαγνισμό που φέρνουν τα πολλά τα χρόνια κι ο θάνατος. Αν δεν ήταν τα παιδιά τους, θα ’λεγε κανείς πως σχέση ερωτική δεν είχαν αυτές με τους αντράδες τους. Κι όμως κάποιες κιτρινισμένες και σπασμένες στις άκρες φωτογραφίες, μέσα στις φτωχικές μαύρες τσάντες τους, μαζί με τρίμματα από αντίδωρο, σταυρολούλουδα και πενηνταράκια για το δίσκο της εκκλησίας, έδειχναν κάτι παλίκαρους, που θα πρέπει να ’χαν ξεσηκώσει στον καιρό τους ακατανίκητα πάθη και να ’χαν αποδώσει πολύ ερωτικά.

Τους παππούδες μου δεν τους πρόλαβα εγώ. Ούτε με χάρηκαν ούτε κι ένιωσα ποτέ μου την ανάγκη να τους κλάψω. Είχαν πεθάνει κι οι δυο τους, αρκετά χρόνια προτού γεννηθώ. Και θάνατος που δεν τον έζησες, δε σε πονάει. Μου δώσαν τ’ όνομα του ενός, αποκλείεται όμως να πήρα και τις χάρες. και δεν είμαι καθόλου βέβαιος, αν το τίμησα ως τώρα, όπως πρέπει. Πάντως, είμαι σίγουρος πια πως το όνομα αυτό εγώ σε κανέναν άλλον δε θα το κληροδοτήσω. Εκτός κι αν βρεθεί κάποιος φίλος σπλαχνικός, που να μ’ αγάπησε πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορώ εγώ να πιστέψω, και βάλει στο αγοράκι του τ’ όνομά μου, φέρνοντας στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή την ταλαιπωρημένη όσο κι αστεία ύπαρξή μου. Αλλά ποιος θα θελήσει να διακινδυνέψει τόσο πολύ για μένα;

Θέλω να πω πως για να σε πουν παππού, πρέπει να σε πουν πρώτα πατέρα. Κι όταν δεν έχει γίνει το δεύτερο, και τα χρόνια έχουν κάπως περάσει, αποκλείεται φυσικά ν’ ακούσεις το πρώτο. Δεν είναι όμως ούτε και τότε τα πράγματα σίγουρα. Πολλοί είναι οι πατεράδες, που δεν προφταίνουν ν’ ακούσουν τη λέξη «παππού», κι όχι λίγοι εκείνοι, που δεν ακούν ούτε τη λέξη «πατέρα» – πεθαίνουν προτού γεννηθεί το παιδί τους. Αφήνω πια εκείνους, τους πάμπολλους, που τα παιδιά τους δεν παντρεύονται ή αποδεικνύονται στείρα. Οι δικοί μου πήγαν ίσως με το παράπονο πως πεθαίνουν νέοι και δεν πρόλαβαν. Μα κι αν ζούσαν, δεν επρόκειτο ν’ ακούσουν τίποτε παραπάνω. Ο θάνατος σώζει από πολλές πίκρες.

Απ’ όσο ξέρω, ένας προπάππος μου πέθανε από καλαγκάθι, από κακό σπυρί. Γυρνώντας ξαφνικά απ’ τα πρόβατα κατακόκκινος απ’ τον πυρετό, έπεσε στο στρώμα. Φώναξε τη νύφη του να τον κοιτάξει στην πλάτη. Η γιαγιά μου ταράχτηκε βλέποντας στη λεβέντικη πλάτη το κακό σπυρί, που το γνώριζε κι από άλλες συμφορές, δεν είπε όμως λέξη. Έτρεξε, πήρε σκόρδο, το ’κοψε κόντρα στα δυο κι έτριψε μ’ αυτό, όσο μπορούσε πιο δυνατά, το αγριεμένο σπυρί για να το κάψει. Δεν κατάφερε όμως τίποτε. Ως το πρωί ο άνθρωπος τέλειωσε κατάμαυρος απ’ τη μόλυνση.

Για τον άλλο προπάππο μου τα κουρελάκια της μνήμης μου είναι ακόμα πιο φτωχικά. Πήγε, πάντως, κι αυτός πολύ νέος. «Τον πόνεσε ξαφνικά η κοιλιά του», είπαν. Του έβαλαν κομπρέσες, σπιρτόπανα, του έδωσαν άφθονα ζεστά να πιει, μα εκείνος σε λιγάκι πέθανε κουλουριασμένος απ’ τους πόνους. Ένας θεός ξέρει τι ακριβώς είχε. Τώρα πια κάθε διάγνωση είναι μάταιη.

Αυτοί τουλάχιστο πέθαναν στις πατρίδες τους, έγιναν ένα με το χώμα των προγόνων τους. Μα, για τα παιδιά τους, τους παππούδες μου, τι να πει κανείς, που πέθαναν ακόμα πιο νέοι και μάλιστα στην προσφυγιά; Ο ένας πέθανε γρήγορα γρήγορα, στο δρόμο της προσφυγιάς, προτού μπορέσει να εγκαταστήσει κάπου τη φαμελιά του, από τις κακοπάθειες μα κι απ’ το μαράζι. Δεν άντεξε στον ξεριζωμό και στην κλοτσοπατινάδα της αλλοσούσουμης κοινωνίας με την οποία ξαφνικά έμπλεξαν. Είχε πουλήσει όσο όσο τα πρόβατα, κτήματα και σπίτια στην Τουρκία κι έφυγε οικογενειακώς για να ησυχάσουν απ’ τις καθημερινές λαχτάρες. Οι άνθρωποι του γκουβέρνου τους πήγαν πρώτα στο Δεδέαγατς, τους έριξαν σε κάτι σιταποθήκες και τους παράτησαν. Οι ξενηστικωμένοι εκείνοι Ελλαδίτες ήταν αδύνατο να φανταστούν με τι ξεπεσμένους αρχοντάδες είχαν να κάνουν. Αυτοί έβλεπαν μονάχα τα τουρκομερίτικα ρούχα και μουρμούριζαν. Οι δικοί μας είδαν κι απόειδαν, ναύλωσαν ένα καΐκι, φόρτωσαν τα πράγματα και φύγανε για τη Σαμοθράκη. Στο ταξίδι έκανε ένα καιρό τρομαχτικό. Τέτοιο στράψιμο και τέτοιο μπουμπουνητό δεν είχε ξαναδεί αυτός κι ας ήταν χρόνια τσέλιγκας. Το καΐκι ήταν μικρό, αμπάρι δεν είχε. Σκέπασε παιδιά και γυναίκα με την κάπα του κι αυτός απόμεινε να τον δέρνει η βροχή και το χαλάζι. Στην πατρίδα, όταν ο κατακλυσμός τον έβρισκε μακριά από τη στάνη, έστρωνε την κάπα σε πουρνάρια χαμηλά, πλάγιαζε απάνω και σκεπαζόταν με την άλλη μισή. Έτσι ούτε φόβο να τον πάρει το νερό είχε ούτε να τον κάψει αστραπή. Εδώ όμως τι να κάνει, είχε και τα παιδιά. Η Σαμοθράκη έρημος τόπος, άγονος, καλός για αγριοκάτσικα. Πού μπορούσαν αυτοί να κάνουν, που είχαν έρθει απ’ τον παράδεισο. Άρχισαν τότε να καταλαβαίνουν για καλά, τι είχαν πάθει. Ο Τούρκος δεν ήταν το μόνο θεριό. Σαν καταλάγιασε ο αέρας, με το ίδιο αυτό καΐκι τράβηξαν για την Καβάλα. Ταχτοποιήθηκαν εκεί κάπως ανθρωπινότερα. Μα, δουλειά πουθενά. Άλλωστε, τι δουλειά μπορούσε να κάνει; Όσο έβλεπε τις μπαγκανότες να σώνονται απ’ το πουγκί, σώνονταν η ψυχή του. Πήγαινε απ’ τον καφενέ στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στον καφενέ. «Δεν είναι ζωή αυτή, γυναίκα».

Το τελευταίο Πάσχα έσφαξαν για τ’ αντέτι αρνί. Πού εκείνα τα γεροδεμένα αρνιά με τις παχιές ουρές, που είχαν στην πατρίδα. Ωστόσο κοίταξε ανόρεχτα την πλάτη του αρνιού για να προμαντέψει. Μόλις την εξέτασε στο φως, μουρμούρισε κατακίτρινος: «Πολλά έχεις ακόμα να τραβήξεις, γυναίκα». Και κατέβασε απελπισμένα μια κούπα με κρασί. Με αυτή τη φράση έκλεινε αργότερα τις διηγήσεις της η γιαγιά μου, όταν εξιστορούσε τα πάθια της. «Πολλές αμαρτίες είχα», έλεγε ταπεινά. Σαν να μην έφτανε ο ξεριζωμός, οι φιάκες που κυβερνούσαν το ρωμέικο, παράδωσαν την ανατολική μεριά της Μακεδονίας στους Γερμανοβουργάρους. Η πείνα απλώθηκε πέρα για πέρα. Το καλαμποκίσιο αλεύρι, αλεσμένο μάλιστα στο χερόμυλο, πήγε μια χρυσή λίρα το κιλό. Ο παππούς πήρε να καταρρέει. Απόφευγε, φαίνεται, και να τρώει, για να ’χουν κάτι παραπάνω τα παιδιά. Βγήκε κι εκείνη η πούντα της Σαμοθράκης κι έγινε γερός συνδυασμός. Έγειρε σε λίγο ο τσέλιγκας. Και πρέπει να τέλειωσε με τρόπο φριχτό, μα την περιγραφή αυτή ποτέ μου δεν την έχω ακούσει. Κι όμως λίγον καιρό πιο ύστερα τα πράγματα πήραν ν’ αλλάζουν. Οι Βούλγαροι έγιναν μαλακότεροι και τέλος, μια ωραία πρωία, χάθηκαν μαζί με τους συμμάχους τους από προσώπου γης. Είχε γίνει ανακωχή κι οι εχθροί μας διασκορπίστηκαν νικημένοι. Η χήρα ανάπτυξε τότε όλη της τη δραστηριότητα. Αποδείχτηκε πως κάτω από κείνο το φακιόλι κρυβόταν πολλή τόλμη και εξυπνάδα. Πήρε πρώτα τα κορίτσια της και τα πήγε στη Σαλονίκη. Αφού τα ταχτοποίησε κοντά σε πατριώτες, κίνησε με τα πόδια για την απελευθερωμένη πατρίδα. Φτάνοντας, βρήκε ευτυχώς, το σπίτι απείραχτο. Μια γειτόνισσα Τουρκάλα το προστάτευε. Δούλεψε εκεί για μήνες παλικαρίσια. Συμμάζεψε το σπιτικό, έκανε σοδειά, έβγαλε πουλιά και παπιά, ετοίμασε τραχανάδες, γιουφκάδες, ρετσέλια – χαμπάρι δεν είχε για τον κόσμο ούτε και την ένοιαζε. Πάει μια μέρα ένας ξάδερφός της και της λέει: «Γρήγορα, ξαδέρφη, έρχονται οι τσέτες». Δεν τον ρώτησε τίποτα. Φόρεσε τα ρούχα της τα καλά, έβαλε στις κότες νερό, έριξε μια ματιά στο στάρι και στο καλαμπόκι, που ανέβαινε ως το ταβάνι στα κάτω δωμάτια, και τράβηξε οριστικά την πόρτα. Ούτε ένα σπυρί δεν μπόρεσε να πάρει από κείνα τα αλησμόνητα πλούτη. Ήταν σπουδαία η σοδειά τη χρονιά της Καταστροφής. Έφερε το κλειδί του σπιτιού και το ’χουμε ακόμα κρεμασμένο στον τοίχο. Έζησε χρόνια και χρόνια, χωρίς να παραδεχτεί ποτέ της την εξαθλίωση. Σαν πέθανε, δεν ξέραμε τι ηλικία να βάλουμε στο μνήμα της, δεν είχε ποτέ της κανένα χαρτί, ούτε ήξερε πότε ακριβώς γεννήθηκε. Στην Τουρκιά δεν τους γράφαν σε κανένα τεφτέρι. Θυμηθήκαμε πως μας έλεγε ότι την είχε βαφτίσει ένας Ρώσος αξιωματικός, γι’ αυτό άλλωστε την έλεγαν και Μόσχα. Εμείς, βέβαια, τα εγγόνια της, πάντοτε Μόσχω τη δηλώναμε. Ανοίξαμε βιβλία για να δούμε πότε έγινε η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, τότε που το ξανθό γένος είχε κατεβεί μέχρι τα πρόθυρα της Βασιλεύουσας. Βγήκε ένα μεγάλο νούμερο, μα αυτό θα ’ταν η αλήθεια. «Τα χρόνια της να ’χουμε», είπαμε γελαστά. Πεθαίνοντας, θυμάμαι, τραγουδούσε σπασμένα: «Ο κυρ-Βοριάς παράγγειλε σε όλα τα καράβια…». Είχαμε ανοίξει τα παράθυρα γιατί ήθελε αέρα κι έβλεπε τις άσπρες κουρτίνες που πετούσανε μες στο δωμάτιο. Όχι· αυτά τα κόκαλα ήταν για άλλα χώματα, πιο δικά μας.

Ο δεύτερος παππούς πέθανε λίγο αργότερα απ’ τον πρώτο. Δε συνδέονταν, βέβαια, ακόμα μεταξύ τους. Αυτό συνέβη μετά θάνατο. Με χίλια βάσανα είχε καταφέρει ν’ ανοίξει γιαουρτσίδικο στη Σαλονίκη, που γρήγορα έγινε ξακουστό μια κι έφκιανε γιαούρτι καλό, θρακιώτικο. Όσο να πει όμως «Δόξα τω Θεώ», έγινε η μεγάλη πυρκαγιά του δεκαεφτά και στάχτη το γιαουρτσίδικο. Ευτυχώς, καθώς η φωτιά ήταν ακόμα μακριά, αυτός πήγε κι έσωσε τα σύνεργά του. Άρχισε να πουλάει γιαούρτι στο δρόμο. Έβγαζε τις τσανάκες σε μια γωνιά κι έτρεχε η γειτονιά με τα πιάτα να πάρει. Καμιά φορά, όταν τον έπιανε το παράπονο, πήγαινε στο ρημαγμένο μαγαζί και κάτω απ’ τη μισοκαμένη ταμπέλα πουλούσε γιαούρτι στους λιγοστούς ανθρώπους εκείνης της γειτονιάς. Αυτουνού το όνομα έχω εγώ σαν πρωτότοκος. Ήταν πολύ ωραίος αυτός και με τα σημερινά κριτήρια ωραίος. Ένας τρυφερός ταύρος. Από κείνους που δεν πιστεύεις πως θα πεθάνουνε ποτέ. Κι όμως, αφότου έγινε η πυρκαγιά, τον πήρε το μαράζι και στο τέλος τον ξεκούνησε. Ούτε κι αυτουνού το τέλος γνωρίζω καλά. Κάτι τέτοιες περιγραφές πολύ αποφεύγονται στο σπίτι. Αυτοί που τα είδαν, τα κρατάνε για τον εαυτό τους. Χρειάζεται όμως να τα παλεύουν συχνά τις μαύρες νύχτες.

Η γυναίκα του, η άλλη γιαγιά μου, έζησε τουλάχιστο σαράντα χρόνια ακόμα κι όταν έσβησε, κι εκείνο από αμέλεια δική της, τα τέσσερα αγόρια της είχαν προ πολλού πεθάνει. Δεν το ήξερε όμως αυτό, της το είχαμε κρύψει, από αγάπη, για να μην της κάψουμε την καρδιά. Εκείνη ήξερε μόνο για τους δυο πρώτους. Κι όχι πως ήταν καμιά αδύναμη γυναικούλα, κάθε άλλο. Για τα μάτια αυτηνής της νταρντάνας είχε γίνει το φονικό στην πατρίδα. Ο παππούς είχε μαχαιρώσει έναν Τούρκο, που τη γυρόφερνε άσχημα. Αυτό ήταν, άλλωστε, η αιτία που έφυγαν άρον άρον αποκεί. Μια φορά το συζητήσαμε αυτό, όταν είχαν αρχίσει αλλεπάλληλα χτυπήματα στην οικογένεια. Πάντως, ετούτη η γιαγιά όταν χήρεψε, αντιμετώπισε την κατάσταση πολύ καλύτερα απ’ την άλλη. Στη Σαλονίκη, άλλωστε, ήταν οι Αγγλογάλλοι, δεν υπήρχε αποκλεισμός, έπεφτε χρήμα. Οπωσδήποτε όμως θα ’ταν δύσκολα και γι’ αυτούς τα πράγματα, αν δεν είχαν διασωθεί πάνω στη φευγάλα, μέσα στα πλούσια στήθια της γιαγιάς, τα κοσμήματα της προγιαγιάς, εκείνης που ο άντρας είχε πεθάνει πρόωρα από κοιλόπονο. Της τα είχε χαρίσει ένας πασάς, όταν για ένα διάστημα την είχε κάνει ευνοουμένη του. Ομολογώ πως δεν εξέτασα, αν αυτό με τον πασά έγινε πριν ή μετά τη χηρεία της. Ούτε άλλωστε και με πολυνοιάζει.

Απ’ τα παιδιά της γιαγιάς μου πρώτος πέθανε ο δευτερότοκος, γύρω στα πενήντα του. Πήγε από φυματίωση, μα έπινε κιόλας πολύ, μη ακούοντας ούτε τους συγγενείς ούτε τους ξένους. Δεν πήγα στο νοσοκομείο ούτε στην κηδεία. Ήμουν μικρός και ήθελαν να με προφυλάξουν από τα μικρόβια. Οι μεγάλοι φαντάζονται πάντοτε πολύ τρυφερά και αγνά τα παιδικά σπλάχνα. Κι όμως ο μακαρίτης μ’ αγαπούσε ιδιαίτερα κι από νωρίς φρόντιζε να με εμποτίσει με τις ιδέες του. Εγώ τον άκουγα με προσοχή κι αυτό τον γέμιζε ενθουσιασμό. Λίγο πριν το θάνατό του με είχε πάρει στην υποδοχή του βασιλιά, όταν ο τελευταίος αυτός είχε γυρίσει ύστερα από το σκάρτο εκείνο δημοψήφισμα. Ο θείος αυτός ήταν ο μόνος βασιλόφρονας στην οικογένεια και εκτός αυτού καθαρευουσιάνος. Ως τις τελευταίες στιγμές του δεν εννοούσε να παρατήσει την καθαρεύουσα, που την είχε μάθει στο δημοτικό. «Ζωμόν εξ όρνιθος» ζητούσε στο παραμιλητό του. Τρομάξαμε να καταλάβουμε τι μήνυμα θέλει να μας αφήσει. Αλλά και στην υποδοχή εκείνη ούτε είδα ούτε κατάλαβα τίποτα. Το μόνο που μου έμεινε στη μνήμη από τις ιστορικές εκείνες στιγμές ήταν τα καλοταϊσμένα άλογα του ιππικού, που ανασηκώνοντας λιγάκι τις ουρές τους αμολούσαν κάτι ξεγυρισμένες κοπριές ακόμα και μπροστά στους επισήμους. Γυμνασμένοι οδοκαθαριστές με σκούπες και φαράσια έτρεχαν σκυφτοί και μάζευαν τις κοπριές με βιασύνη. Με τα κατουρήματα όμως δεν υπήρχε τρόπος να γίνει τίποτε. Ο θείος, βέβαια, δεν έβλεπε τις καβαλίνες, αυτός κοίταζε ψηλά, ενθουσιασμένος που είχε επιστρέψει το ίνδαλμά του.

Κάποτε, όταν συζητούσανε ζωηρά τ’ αδέρφια για τα κομματικά, άκουσα απ’ τον μεγάλο θείο μια φράση που μου έμεινε. «Οι τελευταίοι δικοί μας βασιλιάδες ήταν ο Σεύθης κι ο Σιτάλκης», έλεγε γελώντας τρανταχτά. Ενώ ο πατέρας μου, που υποκύπτοντας στις πιέσεις του δεύτερου είχε κρυφοψηφίσει «ναι» στο δημοψήφισμα, επαναλάβαινε συνεχώς για να ικανοποιήσει και τον πρώτο: «Ωχ, τι έχουμε να πληρώσουμε τώρα σε πρίγκιπες και πριγκιπόπουλα, τι έχουμε να πληρώσουμε!» Αργότερα διαβάζοντας τον Ξενοφώντα, που ο Σεύθης ήθελε να τον κάνει γαμπρό και να του δώσει για προίκα τον τόπο μας, πολύ σταμάτησα στη φράση: «Κλέαρχος επολέμει τοις Θραξί τοις υπέρ Ελλήσποντον οικούσι και ωφέλει τους Έλληνας…» Θαρρούσα πως άκουγα τις ιαχές των προγόνων μου. Ο καημένος ο μεγάλος θείος, σε πολλά είχε δίκαιο.

Αυτός ο θείος πέθανε πριν απ’ τον πόλεμο και μάλιστα σε κάποιο ξερονήσι. Δεν ήξερα και πολλά γι’ αυτόν, τον κρατούσαν επίμονα κάπως μακριά απ’ το σπίτι, ώσπου μια μέρα, καθώς πήγαινα σχολείο, τον είδα λίγο πιο κει από τον Άγιο Δημήτρη, στο σταυροδρόμι, αλλαγμένο και νευρικό, να μοιράζει βιαστικά κάτι χαρτιά, μαζί με μια σβέλτη γυναίκα, στους εργάτες που κατέβαιναν κατά μάζες από τις πάνω συνοικίες για τις δουλειές τους. Οι εργάτες, κάνοντας τον αδιάφορο, έπαιρναν τις προκηρύξεις και τις έβαζαν αμέσως στις τσέπες τους. «Θείε, θείε», του φώναξα, μα δε με κοίταξε καθαρά, έκανε μόνο μια χειρονομία σαν να μ’ έλεγε να απομακρυνθώ αμέσως. Στάθηκα και τον καμάρωνα μέσα στο πρωινό φως, που ήταν ακόμα χρυσότερο απ’ τη σκόνη που σήκωνε με τα γρήγορα πόδια της η αμίλητη εργατιά, ώσπου ξαφνικά τον έχασα απ’ τα μάτια μου, καθώς και τη γυναίκα. Από ένστικτο δεν είπα τίποτε ούτε στο σπίτι ούτε σε άλλον κανένα.

Τον είδα για τελευταία φορά, όταν με τις χειροπέδες τον πέρασαν ξαφνικά απ’ το σπίτι μας. Ήταν λίγο μετά τις μεγάλες απεργίες, τότε που σκοτώθηκαν πολλοί. Ο θείος είχε πρωτοστατήσει, είχε γίνει παρανάλωμα, στο τέλος κλείστηκε μαζί με άλλους μέσα στο καπνομάγαζο. Όταν αναγκάστηκαν να παραδοθούν, ήταν στημένοι διάφοροι ειδικοί στην εξώπορτα. «Εσύ φύγε, εσύ φύγε», λέγανε, καθώς οι εργάτες έβγαιναν ένας ένας. «Εσύ έλα δω» είπαν στο θείο και τον μπαγλάρωσαν. Πάλι καλά που δε σκοτώθηκε τότε. Θυμάμαι τους τάφους φορτωμένους μαγιάτικα τριαντάφυλλα, απ’ αυτά που κάμναμε γλυκό. Κρυφά απ’ τα σπίτια μας πήγαμε μια παρέα παιδιά στο νεκροταφείο λίγη ώρα μετά τις ομαδικές κηδείες. Στεφάνια άπειρα, χειροποίητα, με τριαντάφυλλα, ζαμπάκια, παπαρούνες, σκυλάκια και κατιφέδες ήταν κρεμασμένα ή ακουμπισμένα στα δέντρα. Όλα τους είχαν συγκινητικές επιγραφές με δοξολογίες ή κατάρες. Κανένας δε μας εμπόδισε να πλησιάσουμε τους τάφους, επικρατούσε σύγχυση.

Στοίβες από πέταλα λουλουδιών ήταν ανακατεμένα με το φρέσκο χώμα. Τα τσαλαπατημένα λουλούδια μύριζαν δυνατά. Μέσα απ’ τα δέντρα, απ’ τη μεριά του τμήματος των απόρων, έφτανε μισοσβησμένο το πένθιμο εμβατήριο. Μη ξέροντας τότε τι να κάνω και τι να προσφέρω, έγειρα το σταμνί και πότισα ορισμένους τάφους με «αθάνατο νερό», που το είχα πάρει λίγο πρωτύτερα απ’ την ομώνυμη κοντινή πηγή στη Βαγγελίστρα. Αυτή τη δικαιολογία, άλλωστε, είχα χρησιμοποιήσει για να μ’ αφήσουν να βγω έξω εκείνη την κρίσιμη ώρα. Το σταμνί, που βεβαίως το ξαναγέμισα, μου φάνηκε ιδιαίτερα βαρύ ώσπου να το πάω σπίτι. Απ’ το αθάνατο αυτό νερό εγώ δεν έπινα, έπινε κάποιος άλλος, που δεν έκανε να πίνει απ’ το νερό της βρύσης. Ακόμα και σήμερα, καθώς βαδίζω αφηρημένος με τη βαριά σαν τη μνήμη μου τσάντα, συχνά κυριεύομαι απ’ την ιδέα, πως κουβαλώ όχι την τσάντα, μα το σταμνί εκείνο με το αθάνατο νερό, απ’ το οποίο εγώ ποτέ μου δεν ήπια.

Την εποχή εκείνη τους κρατούμενους, όταν τους μετάφερναν, δεν τους πήγαιναν με αυτοκίνητο αλλά με τα πόδια. Κι επειδή ακριβώς τους πήγαιναν περπατώντας, γι’ αυτό τους φορούσαν πάντοτε χειροπέδες, έστω κι αν ήταν χρεοφειλέτες απλοί. Αν τύχαινε να βρίσκεσαι στον τόπο σου, σε αναγνώριζε κόσμος και κοσμάκης και ύστερα είχε να το λέει. Αν ο χωροφύλακας ήταν μαλακός και είχε μόνο εσένα, μπορούσες να πιάσεις με τους γνωστούς σου και κουβέντα ακόμα. Έτσι κι ο δικός μας άνθρωπος, έπεισε το χωροφύλακα να περάσουν ένα λεπτό από το σπίτι. Μέναμε τότε σε ισόγειο κι είχαμε εκείνη την ώρα επισκέπτες, κάτι γνωστές μας κυρίες. Κάποια στιγμή ανασηκώθηκε από δυο ενωμένα χέρια η κουρτίνα, κι όλοι είδαμε στο ανοιχτό παράθυρο το θείο να μας φωνάζει γελαστά: «Γεια σας, με μεταφέρουν αλλού». Και προτού προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε οτιδήποτε, η κουρτίνα έπεσε και μείναμε αποσβολωμένοι. Ασφαλώς θα ’φυγε γιατί είδε τον ξένο κόσμο. Εντούτοις σκάνδαλο μέγα δημιουργήθηκε, καθώς οι σουσουράδες εκείνες αποδείχτηκαν κορακοζώητες. Τα κόκαλα του ανθρώπου προ πολλού έχουν λιώσει, και τα κόκαλα των αντράδων τους έχουν λιώσει, ακόμα και των παιδιών τους, μα αυτές όταν συνάζονται την ορισμένη μέρα τους, εξακολουθούν να λένε: «Ακούς εκεί, ο αναρχικός, ο τεμπέλαρος!» Περιττό να πω πως ο μνημονευόμενος πέθανε σε λίγο από κάτι το στηθικό, πνευμονία ίσως. Έτσι μας είπαν. Δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια κι έτσι ο σχετικός φάκελος μπήκε στο αρχείο.

Ο τρίτος γιος πέθανε σ’ ένα τρελάδικο του Παναμά, όπου είχε μεταναστεύσει προτού εγώ γεννηθώ. Δούλευε σαν εργάτης ή επιστάτης εκεί στη διώρυγα – δεν ήταν ξεκάθαρος στα γράμματά του. Στον Παναμά φαίνεται ότι γινόταν κακό, όλη η άφρα της οικουμένης ήταν μαζεμένη. Γεγονός, πάντως, είναι πως μας έγραψε ότι θα στείλει λεφτά να πάρουμε ένα μεγάλο σπίτι για όλη την οικογένεια, μα ξαφνικά έπαψε ν’ απαντάει. Το γράμμα εκείνο ακόμα το ’χουμε και απορώ πώς δε το κάναμε κορνίζα. Μαζί με τη χαρά, μας είχε δημιουργήσει κάποια οικογενειακή αναταραχή, γιατί ο ξενιτεμένος, καθώς είχε ξεχάσει ή αγνοούσε μερικά θέματα, έθετε σαν όρο να συγκατοικούν στο σπίτι όλοι οι συγγενείς μαζί. Ίσως όμως να ήθελε να τους συμφιλιώσει. Και φαίνεται ότι τότε έλαβε μερικά γράμματα, κρυφά σταλμένα από ορισμένους, που φοβούνταν πως τελικά θα μείνουν έξω απ’ τον πύργο αυτό της Βαβέλ. Πάντως το γράμμα του είναι η μόνη απόδειξη πως πλησιάσαμε κι εμείς κάποτε τ’ όνειρό μας να ριζώσουμε στους νέους τόπους. Καθώς μάθαμε αργότερα, την εποχή εκείνη περίπου έβαλαν τον δόλιο το θείο στο τρελοκομείο, όπου και πέθανε. Τον έθαψαν στον Παναμά, στα χώματα της διώρυγας. Ήταν πολύ όμορφος και τον κυνηγούσαν ιδιαίτερα οι γυναίκες. Εδώ, πιστεύω, πρέπει να αναζητηθεί η αιτία της τρέλας, της ερημιάς και του θανάτου του.

Δεν πρόκειται να εξιστορήσω πώς πέθανε ο πατέρας μου. Πέθανε, βέβαια, νέος κι αυτός, αλλά ξαφνικά, πράγμα που είναι κάτι για μένα. Και ήταν απ’ όλα τ’ αδέρφια ο πιο καλά χρονολογημένος. Είχε γεννηθεί τότε που έγινε στην Τουρκία το «Χουριέτ». Ο κόσμος έξω αγκαλιασμένος τραγουδούσε «Γιασασίν Χουριέτ…» κι αυτός αγωνιζόταν να βγει στο φως: «Γουρλίδικο παιδί», είπαν όλοι.

Τα παιδιά της γιαγιάς μου, λοιπόν, ακολουθώντας τους παππούδες και τον μπαμπά τους, πήγαν όλα από φυσικό θάνατο, με μια εξαίρεση ίσως. Και όλοι τους ανάμεσα στα πενήντα με εξήντα. Ως τα πενήντα τους ήταν όλοι μια χαρά, από γιατρούς δεν ήξεραν. Μόλις όμως καβατζάρανε τον μισό αιώνα, άρχιζε ραγδαία η φθορά. Αν μερικοί τουλάχιστο είχαν πάει από βίαιο θάνατο, θα μου έμενε κάποιο περιθώριο να πιστεύω πως είχαν πολλή ζωή ακόμα μέσα τους, μα βγήκε εκείνο το καταραμένο δυστύχημα, η δολοφονία, ο ξυλοδαρμός, τα βασανιστήρια, και τους την έκοψε απότομα. Εδώ όμως τα πράγματα είναι σαφή· όλοι τους ανάμεσα στα πενήντα με εξήντα.

Παλιότερα, οι πρόωροι αυτοί θάνατοι είχαν συναισθηματική μόνο σημασία για μένα. Κληρονομιές δεν είχαμε για να μαλώνουμε ούτε και να χαιρόμαστε. Κάτι βυζαντινές εικόνες που υπήρχαν, ούτε ξέρω τι απέγιναν τελικά. Κι εγώ, φυσικά, τίποτε δεν πρόκειται να κληροδοτήσω. Άλλωστε, και να είχα κάτι, σε ποιον θα το άφηνα; Από την άλλη κιόλας μέρα τα βιβλία και τα χαρτιά μου θα πεταχτούνε έξω απ’ το νοικιασμένο σπίτι. Μακάρι να ξαφριστούνε και μερικά από τίποτε νεαρούς. Θέλουν να πούνε, πως όταν κλέψεις εικόνα, αυτή αμέσως γίνεται θαυματουργή. Για να την κλέψεις, πάει να πει πως πολύ την αγαπούσες. Ίσως το ίδιο να γίνεται και με τα βιβλία. Βέβαια, τα παραπάνω είναι γνώμες των παλιών ανθρώπων.

Περπατώ στους δρόμους και κοιτώντας τα ατέλειωτα σπίτια, τα άπειρα διαμερίσματα, όλο κάτι τέτοια συλλογίζομαι: «Σε ποιον ανήκουν όλα αυτά; και πώς, τέλος πάντων, τα έχουν αποχτήσει; και ποιοι είναι αυτοί οι ευτυχισμένοι, που θα τα κληρονομήσουν;» Εγώ για διαμέρισμα, ακόμα και ημιυπόγειο, έχω πια εντελώς απελπιστεί. Θα πρέπει να βάλω δάνειο, που θα εξοφληθεί στο διπλάσιο, μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια. Μα, πού να βρω τόσα λεφτά και προπάντων τόσα χρόνια; Κι αν με διώξουν απ’ τη δουλειά ή αν πάθω κάτι, ποιος θα το εξοφλήσει; Βλέπω ξεκάθαρα πως θα το καταπιεί και πάλι η τράπεζα και τα χαρτιά μου δε θ’ αποφύγουνε τη μοίρα του πεζοδρομίου. Ονειρεύομαι καμιά φορά πως έχω κτήμα. Κτηματάκι βαθυπράσινο, όπου αναπαύεται η ψυχή. Και σχηματίζεται στο μυαλό μου η γελοία σκέψη: «Κάτι κατέχω κι εγώ απ’ αυτόν τον πλανήτη». Σίγουρα είμαι για δέσιμο.

Πηγαίνοντας για την Κασσάνδρα σε μια ήμερη πλαγιά είναι ένα υποστατικό γεμάτο μυγδαλιές και γύρω κυπαρίσσια. Κάτω απ’ τα δέντρα βρίσκεται ένας τάφος, αγνοώ τι γράφει η ταφόπετρα – πάντοτε τη βλέπω απ’ το λεωφορείο. Όταν διαθέτεις τέτοιο τάφο έχεις ηρεμία ψυχική. Μπορείς να είσαι σίγουρος όχι μονάχα για την αθανασία της ψυχής, μα ακόμα και για τη Δευτέρα Παρουσία. Θα χρειάζονται όμως διατυπώσεις για να ταφείς στο κτήμα σου. Τα σπουδαία πράγματα δεν είναι ποτέ εύκολα. Κι ύστερα, τι κάθομαι κα συζητάω; Στεγαστικά δάνεια για αγροκτήματα δε χορηγούνται.

Είχα μυριστεί την κατάσταση και τις δυσκολίες. Ταράχτηκα εντούτοις πολύ, όταν πριν από καιρό έπιασα μια ακαδημαϊκή δήθεν συζήτηση μ’ ένα φίλο γιατρό, σπουδαγμένο στα ξένα. Απέξω απέξω έφερα την κουβέντα και στην κληρονομικότητα του θανάτου. «Τι να σου πω», μου είπε. «Τ’ αγόρια κληρονομούν συνήθως την ηλικία του πατέρα τους». Βουβάθηκα. Να, λοιπόν, η κληρονομιά μου. Και τα ’λεγε αυτά, και άλλα χειρότερα, με μεγάλη πεποίθηση. Αυτουνού ο πατέρας ζει ακόμα, ένα χούφταλο.

Έφυγα κουρελιασμένος, μολονότι δεν περίμενα πολύ διαφορετική απάντηση. Έλπιζα πως θα μου έλεγε ότι μπορεί να κληρονομήσω τις γυναίκες, που είναι σχεδόν αιωνόβιες. Ένα πλήθος πράγματα, που δεν είχα την ετοιμότητα να τα ρωτήσω, έβραζαν μέσα μου. Το μόνο που γλύκαινε απαλά, ήταν πως εγώ δε θα κληροδοτούσα σε κανέναν τη λουλουδένια αυτή ζωούλα. Τη νύχτα με συνεπήρε ο θυμός για τη σιγουριά του γιατρού, μα και για τη δικιά μου ευπιστία. Πολλά παραδείγματα ανθρώπων, που οι πατεράδες τους πέθαναν νέοι, ενώ αυτοί έζησαν πολύ, χάιδευαν τρυφερά την ψυχή μου. Σε γενικές γραμμές όμως σαν να είχε δίκαιο ο φίλος γιατρός. «Καλύτερα ν’ αρχίσω να προετοιμάζομαι», συλλογίστηκα. «Να βάζω πάντα με το νου μου το χειρότερο, για να μην πέσω έξω. Οι πρόγονοί μου πέθαναν όλοι νωρίς και ήταν και λεβέντες. Εγώ τι πρέπει να πάθω, που ούτε πρόβατα βόσκησα, ούτε αμπέλια έσκαψα, ούτε καΐκια κυβέρνησα, ούτε καν κολύμπι ξέρω;»

Μα, δε βαριέσαι, γίνονται καμιά φορά και θαύματα.

 

Advertisements

145 Σχόλια to “Γιώργος Ιωάννου: Η μόνη κληρονομιά. Και το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.”

  1. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Μια πικρή τρυφερή νοσταλγία μου φέρνει το διήγημα του Ιωάννου, ιστορίες από τους παππούδες τους πρόσφυγες («τότε, στην πατρίδα» έλεγε η γιαγιά και ζωγράφιζε τον παράδεισο που άφησε «κι άθρωπο να βάλεις, πιάνει» στα χώματά τους – «Που γεννηθεί στη φυλακή, τη φυλακή θυμάται» σκεβόμουν ιερόσυλα εγώ) και ολίγο από φόβο στο τέλος γιατί ο πατέρας μου πέθανε στα 72 («νεώτατος» έλεγαν οι άνω των 75 του σογιού). Ίσα που προλαβαίνω να ξοφλήσω το στεγαστικό κι ίσως να πάρω και σύνταξη, αν μέχρι τότε δεν ανεβάσουν κι άλλο το όριο.

  2. alexisphoto said

    καλημέρα,
    Υπέροχος.
    Καλή Κυριακή

  3. Aghapi D said

    Και περιμένεις, λέει, να πεθάνεις, βέβαιος πως θα πας νωρίς και λίγο παραπονεμένος. Ή πολύ.
    Ο Ιωάννου είχε, έχει, κληρονόμους: εμείς είμαστε
    Καλημέρα

  4. Λευκιππος said

    Έζησα κάτι παρόμοιο με τους παππούδες. Δεν τους ρωταγα όσο ήταν ζωντανοί, και τώρα μετανοιωσα. Είχα τόσα να ρωτησω

  5. Πάρα πολύ ωραίο ήταν αυτό.

  6. sarant said

    Καλημέρα,ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και χαίρομαι που το διήγημα συγκίνησε κι εσάς.

  7. Avonidas said

    Καλημέρα.

    Ενα λαθάκι:

    Τα χρόνια περνούσε, η συλλογή μου όλο και πλουτιζόταν

  8. dryhammer said

    Έχω την αίσθηση πως, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πέρασε κι ένα χρόνο από τη Χίο σε κάποιο Λύκειο. Όταν πέθανε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και θυμάμαι το αγγελτήριο του θανάτου του (τοιχοκόλλημα Χιαστί) σε κάποια γειτονική πολυκατοικία στην αρχή της Αγ. Δημητρίου (δίπλα σ’ ένα σινεμά που μου διαφεύγει το όνομα).

  9. Τσούρης Βασίλειος said

    Καλημέρα σας
    Στου σογιού μου τα σοκάκια με ταξιδέψατε σήμερα.
    Ευχαριστώ

  10. Ανδρέας Τ said

    Υπέροχο.

  11. Χαρούλα said

    Καλημέρα από το τότε Δεδέαγατς!

    Ταξίδεψα στο οικογενειακό παρελθόν! Πόσες ομοιότητες σε περιστατικά! Τα δύσκολα χρόνια….
    Ευχαριστώ για το δώρο!

  12. Γς said

    Πολύ όμορφο..

    Μια μικρή όμως παρένθεση [έτσι για πλάκα από επαγγελματική διαστροφή] εδώ στα σχόλια – επηρεασμένος κι από τα Ντιενέγια του Ξενοφώνττα Μουσά στο ΦΒ που λέγαμε σε άλλο νήμα.

    > το όνομα αυτό εγώ σε κανέναν άλλον δε θα το κληροδοτήσω

    Μπορεί να κληροδοτείται το όνομα από παππού στον εγγονό, γιαγιά – εγγονή και να επιβιώνει στους αιώνες.
    Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα γονίδια. Τα εγγόνια έχουν μόνο το 1/4 του DNA του παππού ή της γιαγιάς τους που πήραν το όνομα. Και αυτό το 1/4 γίνεται 1/16, 1/64 … στην αλυσίδα παππούς εγγονός ή γιαγιά εγγονή μέχρι πρακτικά να μηδενίζεται μετά μερικές γενιές. Κι έτσι μένει μόνο το όνομα, αλλά όχι και τo DNA.

    Με μία μόνο εξαίρεση. Το ίδιο το χρωμόσωμα Υ του παππού, που ταξιδεύει σφιχτοαγκαλιασμένο με το όνομα στους αιώνας των αιώνων αμήν.

    Από … -> Γς-παππού -> Γς -> Γς-τζούνιορ -> …

  13. ΚΑΒ said

    Μου άρεσε!

    >>Μα, δε βαριέσαι, γίνονται καμιά φορά και θαύματα.

    Δυστυχώς δεν έγινε το θαύμα.

  14. sarant said

    13 Δυστυχώς…

    7 Ευχαριστώ!

  15. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα σας.

    Συγκινητικὸ τὸ σημερινό.

    Σὰν νὰ προαισθανόταν ὅτι κι ὁ ἴδιος δὲν θὰ ἑξηντάριζε.

    Καὶ οἱ ἐρωτήσεις ποὺ δὲν κάναμε, ὅσο ἦταν ζωντανοί.

  16. Καλημέρα

    Πριν 60 χρόνια που είχαμε πάει στην Αλεξανδρούπολη για διακοπές το Δεδέαγατς ακουγότανε ακόμα, σήμερα πολλοί δεν θα κατάλαβαν που είναι. Σημαδιακή μέρα ανέβηκε στο ιστολόγιο το διήγημα. Θυμήθηκα και μια φράση από τον Τσιφόρο «ο αποκτών υιόν ουδέποτε αποθνήσκει», η αλήθεια είναι αρκετά μακριά από την φράση.

  17. ΠανΚουρ said

    Στην πρόβεψη για το νοικιασμένο σπίτι του, έκανε λάθος. Οι συγγενείς του το φύλαξαν για πολλά χρόνια όπως το άφησε.

  18. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Νικοκύρη, καλοτάξιδο τὸ νέο ἱστολόγιο. Πέρασε κιόλας στοὺς σελιδοδεῖκτες.

    Καὶ μιὰ ἐρώτηση ἰατρικοῦ περιεχομένου.
    Τὸ «κακὸ σπυρὶ» ἢ «καλαγκάθι», ἀπὸ τὸ ὁποῖο πέθανε ὁ προπάππος του εἶναι ὁ ἄνθρακας;

  19. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @11. Χαρούλα, πολὺ ὡραία ἡ φωτογραφία μὲ τὰ ἱστιοφόρα καὶ τ᾿ ἁπλωμένα γιὰ στέγνωμα πανιά τους.

    Μοῦ θύμισε πλάνα ἀπὸ τὸ «Θωρηκτὸ Ποτέμκιν» τοῦ Ἀϊζενστάιν, μὲ τὰ ἱστιοφόρα στὸ λιμάνι τῆς Ὀδησσοῦ.

  20. Jane said

    Πρώτα ένα μεγάλο μπράβο για το Λογοτεχνικό ιστολόγιο. Καλοτάξιδο και πολυδιαβασμένο! Τέτοιοι ιστότοποι χρειάζονται.
    Είδα και τον Σταφίδα του Βάρναλη, που είχα διαβάσει στο βιβλίο του Κακαβάνη, «Αϊ Στράτης : Θυμήματα εξορίας». Φοβερό βιβλίο, το συστήνω σε όποιον δεν το έχει διαβάσει.
    Συγχαρητήρια και στον κύριο Γιάννη Π. που συμβάλλει στη δουλειά.
    ……………………………………………………………………….
    Το διήγημα του Ιωάννου μου δίνει την αφορμή να αναφέρω κάτι που έζησα πρόσφατα, πριν κάποιους μήνες. Πολλές φορές το σκέφτηκα να το γράψω εδώ , που γίνεται συνέχεια λόγος για βιβλία αλλά δεν έτυχε να είναι ταιριαστό με το άρθρο κι έπειτα ήμουν σχετικά πρωτάρα ως σχολιάστρια και δίσταζα.

    Λοιπόν, ένα κυριακάτικο πρωινό που πήγα για περπάτημα , καλή ώρα σαν και σήμερα, είδα ριγμένα έξω από έναν κάδο (όχι ανακύκλωσης, τον πράσινο για τα σκουπίδια) δυο μεγάλα πλαστικά σακιά από κείνα που βάζουν τις ελιές, ξεχειλισμένα από βιβλία.
    Κοίταζα δεξιά-αριστερά μην με δει κανείς άλλος και με προλάβει αλλά μπα…η γειτονιά κοιμόταν. Πήρα όσα μπορούσα στα χέρια και σε δέκα λεπτά γύρισα με τ’ αμάξι και φόρτωσα σαν τον κλέφτη όλη τη λεία μου.. Και τι δεν είχε!
    Βρήκα τον Νώε του Κουμανταρέα, το Φωτιά και τσεκούρι του Τοσίτσα , τον Γκοντό του Μπέκετ, τον Γκρέκο του Καζαντζάκη, δυο τόμους του Μεγάλου Ανατολικού , κάποια βιβλία τοπικής ιστορίας, βιβλία κοινωνιολογίας και κάποια βοηθητικά για μαθητές. Πάνω από εκατό βιβλία! Ανάμεσα στ’ άλλα το Ομηρικό λεξικό του Κοφινιώτου , το επίτομο λεξικό του Δημητράκου και το Λεξικό λαϊκής σοφίας του Νατσούλη, που τον έμαθα από δω μέσα. 🙂

    Φεύγοντας είδα και το κηδειόχαρτο στην κολώνα. Ήταν ένας συνταξιούχος καθηγητής Γυμνασίου, που δεν είχε παιδιά. Τα ανίψια που κληρονόμησαν το σπίτι, είχαν προλάβει να βάλουν και πωλητήριο, αφού βέβαια το «καθάρισαν» από τα «άχρηστα». Έμαθα πως είχαν πετάξει κι άλλα την προηγουμένη, που ευτυχώς, τα μάζεψαν περίοικοι για τα παιδιά τους. Ευτυχώς δεν κατέληξαν στη χωματερή… Ευτυχώς δεν έβρεχε. Πολλά ευτυχώς.

    Παρόμοια περίπτωση μου έτυχε στην Αθήνα προ δεκαπενταετίας μεσημεριάτικα. Αλλά εκεί κατεβήκαμε σαν τα κοράκια από τις γύρω πολυκατοικίες και δεν αφήσαμε ούτε σελιδοδείχτη.

    Αυτό ήθελα να μοιραστώ. Δεν ξέρω, τι μυαλό κουβαλάνε αυτοί που πετάνε βιβλία ενώ μπορούν να τα χαρίσουν. Υπάρχουν τόσοι τρόποι και τόσοι που ενδιαφερόμενοι.
    …………………………………………………………………..
    Τέλος , τη λέξη «καλαγκάθι» στο διήγημα του Ιωάννου την ήξερα για το φυτό μόνο. «Κακό σπυρί» ή «άνθρακα» ονόμαζαν αυτή την κακοήθεια στη Θεσσαλία κι από αυτό πέθανε ο πατέρας της μάνας μου στα 36 του μέσα σε λίγες μέρες αφήνοντας τέσσερα ορφανά.
    Συγγνώμη για το διπλοσέντονο και πάλι συγχαρητήρια για το Λογοτεχνικό ιστολόγιο.

  21. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα, το διάβασα από το πρωί αλλά δεν πρόλαβα να ευχαριστήσω.

    ‘Ο,τι πρέπει για μας τους 50+ που παίρνουμε την κατιούσα…

  22. Σ said

    Ευχάριστα τα νέα για το λογοτεχνικό ιστολόγιο. Πολύ ωραίο και το αφήγημα.
    Μια παρατήρηση: η δεύτερη πρόταση στη φράση «Η Σαμοθράκη έρημος τόπος, άγονος, καλός για αγριοκάτσικα. Πού μπορούσαν αυτοί να κάνουν, που είχαν έρθει απ’ τον παράδεισο.» στην 7η παράγραφο είναι σωστή;

  23. Χαρούλα said

    16 Τζι, ακόμη και σήμερα οι καταγωγή Αλεξανδρουπολίτες, λέμε το Δεδέαγατς με καμάρι ως όνομα του πρώτοι οικισμού. Οι νεότεροι κάτοικοι(πολλοί καταγώμενοι από τον λοιπό Έβρο), δεν το λένε είτε από άγνοια, είτε από φόβο μην τους πουν οι νότιοι …τούρκους!

    Στο βιντεοκλίπ αρχή-αρχή, φαίνεται στο πλαϊνό του τρένου το Δεδέαγατς, ως ενδιάμεσος σταθμός.

  24. sarant said

    17 Σας ευχαριστώ πολύ για την πληροφορία!

    20 Ωραία ιστορία, αγαπητή. Κι αλλού έχω δει ανάλογες περιπτώσεις. Πάντως, για να πω κάτι, δεν είναι πάντοτε εύκολο να χαρίσεις οτιδήποτε βιβλία. Στη γειτονιά μου η δημοτική βιβλιοθήκη κάποτε δεχόταν ό,τι της πήγαινες, μετά άρχισε να μη δέχεται τα ξενόγλωσσα.

  25. sarant said

    22 Ρωτάτε για τη φράση
    Πού μπορούσαν αυτοί να κάνουν, που είχαν έρθει απ’ τον παράδεισο.

    Δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο του Ιωάννου. Αν το έχει κανείς («Η μόνη κληρονομιά») ας το ελέγξει, να το διορθώσουμε και στο Ιστολόγιο.

  26. νεσσίμ said

    εξαιρετικό το σημερινό..

    10. στο βιβλίο του «Ομόνοια» έγραφε (από μνήμης γράφω),
    «πολλές συμφορές μας διεκδικούνε, να δούμε ποιά θα μας πρωτοπάρει»

  27. Κάποιο μπέρδεμα υπάρχει με τις ταλαιπωρίες του ενός παππού, αυτουνού που πέθανε στην Καβάλα. Προφανώς, «είχε πουλήσει όσο όσο τα πρόβατα, κτήματα και σπίτια στην Τουρκία κι έφυγε οικογενειακώς για να ησυχάσουν απ’ τις καθημερινές λαχτάρες» στον Α’ Π. Π. ή και πιο πριν, αν η αιτία της φυγής δεν ήταν τα αμελέ ταμπουρού παρά κάποιο φονικό για ερωτικούς λόγους, όπως υπαινίσσεται ο συγγραφέας παρακάτω. Οπότε πώς «οι άνθρωποι του γκουβέρνου τούς πήγαν πρώτα στο Δεδέαγατς», την Αλεξανδρούπολη δηλαδή, που προσαρτήθηκε στην Ελλάδα μόλις το 1919, αφού όλη τη Δυτική Θράκη την πήραν οι Βούλγαροι με τους Βαλκανικούς Πολέμους;

  28. Χαρούλα said

    Για όποιον έχει κάποιο επιπλέον ενδιαφέρον για Δεδέαγατς και Σαμοθράκη του τότε.
    Ενδεικτικά
    http://alepakos.blogspot.com/2017/01/1900-dedeagatch-20.html
    http://alepakos.blogspot.com/2014/04/t-dedeagatch.html
    http://alepakos.blogspot.com/2012/09/1831-1912.html

  29. νεσσίμ said

    πριν δυο – τρία χρόνια (λόγω παιδιού) διάβασα και το αριστουργηματικό παιδικό βιβλίο του «Ο Πίκος και η Πίκα» που εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

  30. sarant said

    27 Θα πήγαν πρώτα κάπου αλλού, τι να πω

    29 Αυτό μου έχει ξεφύγει

  31. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    – Καλημέρα! Χρόνια πολλά στους Χαραλάμπηδες, Χαρούλες (η Χαρούλα του ιστολογίου;) και λοιπούς εορτάζοντες.

    – Πλημυρίζει από ήρεμη νοσταλγία το σημερινό αφήγημα. Μου άρεσε (αν και μόνο μια γιαγιά πρόλαβα να γνωρίσω).

    – Δεν ήξερα τη λ. άφρα (αν και από τα συμφραζόμενα περίπου προκύπτει το τι σημαίνει). Ευτυχώς, τελευταία έχουμε διαθέσιμο το ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΗΣ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΣ του Γ. Κάτου, που είναι πλήρως προσβάσιμο, οπότε βρήκα ακριβώς τη σημασία της.
    http://georgakas.lit.auth.gr/dictionaries/index.php/anazitisi/g-katou?chronoform=search_katos&lima=%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1

    – Και ένας λίγο διαφορετικός Μίμης Πλέσσας με την μόρτικη «άφρα» κάπου στο τέλος (αλλά, νομίζω, με διαφορετική σημασία).

  32. Χαρούλα said

    31 ΜΙ_ΚΙΕ ευχαριστώ πολύ.

  33. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Πολύ όμορφο διήγημα, μου θύμισε πολλά από το παρελθόν ειδικά με τα θανατικά, μόνο που στην δική μου περίπτωση το χρονικό περιθώριο ήταν 40 – 49, τέσσερις θάνατοι, θείος, θείος, πατέρας, ξαδέρφη + μιά πολυαγαπημένη ξαδέρφη η Σοφία στα 26 το 84 που μου άλλαξε στάση ζωής και χρονολόγησης, λέω π.Σ και μ.Σ εκτιμώντας πόσα έχω ζήσει από τα 26 μου μέχρι τώρα που δεν έζησε εκείνη.

    «Η Σαμοθράκη έρημος τόπος, άγονος, καλός για αγριοκάτσικα.» Την Σαμοθράκη, ή θα την ερωτευθεί ο επισκέπτης ή θα την μισήσει, εγώ την ερωτεύθηκα από το 1979 που πήγα πρώτη φορά για διακοπές. Είχε πάει κι ο πατέρας μου (δηλαδή όχι ακριβώς, τον πήγαν στα 12 μαζί με την γιαγιά μου, ένεκα που ο παππούς μου ήταν αντάρτης) κι ήταν το πρώτο νησί από τα πολλά που θα γνώριζε με την ευγενική χορηγία της πατρίδος. 🙂

  34. Μόλις τελείωσε το ΠΑΟΚ-ΟΣΦΠ στους κάτω των 19 ετών όπου η ομάδα του Πάμπλο Γκαρσία επικράτησε χαλαρά 2-0 με ωραίο ποδόσφαιρο, παίζοντας το ίδιο σύστημα με τους άνδρες. Ακολουθεί δηλαδή το παράδειγμα του Αγιαξ ώστε να μην χρειάζονται θεωρία όταν (αν) προωθηθούν στην πρώτη ομάδα.

  35. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ο γνωστός ρατσισμός του ιστολογίου με τα λιγότερο γνωστά ονόματα συνεχίζεται. 🙂 Xρόνια πολλά στους Χαραλάμπηδες, Χαραλαμπίες κι όλους τους εορτάζοντες.

    Χαρούλα χρόνια πολλά, να σε χαίρονται οι δικοί σου κι εμείς να απολαμβάνουμε τα όμορφα σχόλιά σου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα ανοιχτό και αγωνιστικό μυαλό.

  36. # 35

    Δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως το Χαρά δεν είναι ανεξάρτητο όνομα από το Χιαραλάμπης ( αν ήταν θα πρέπει να γιορτάζουν σήμερα και οι…Χάροι !! )

  37. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    36 – Για να γιόρταζαν οι Χάροι θα έπρεπε το θηλυκό να είναι Χάρα, όχι; 🙂

  38. Χαρούλα said

    27 Άγγελε η ιστορία είναι λιλγο περίεργη, και ντροπή μου, δεν την ξέρω καλά.
    Η πόλη απελευθερώθηκε δύο φορές. Η πρώτη το 1913.
    http://alepakos.blogspot.com/2018/03/1918-1919_24.html

    Το 1917-18 δε, ήταν υπό τον έλεγχο των Άγγλων.
    http://alepakos.blogspot.com/2018/03/1918-1919_24.html

  39. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Χρόνια πολλά, Χαρούλα καὶ συγγνώμην γιὰ τὴν παράλειψη.

    Χρόνια πολλὰ καὶ σὲ ὅσες/ὅσους γιορτάζουν σήμερα.

  40. Χαρούλα said

    35 ΛΑΜΠΡΟ, ευχαριστώ! Θα προσπαθήσω.
    & 36,37
    Συνήθως δεν είναι …αυτόνομο όνομα. Προέρχεται από ΧαρΊκλεια, Ζαχαρένια και Χαραλαμπία. Η Κρήτη και η Ρόδος μας γιορτάζουν σήμερα. Αλλού δεν ξέρω.
    Τα τελευταία χρόνια η Εκκλησία γιορτάζει 50 ΠΑΡΘΕΝΕΣ μάρτυρες με αρχαιοελληνικά ονόματα την 1η/9. Και την Χαρίκλεια μαζί. Επειδή Αμφισβητώ πως βρέθηκαν 50, παρθένες, στον ιδιο τόπο και μαρτύρησαν…. κρατάω την παράδοση της γιαγιάς μου, γιορτάζωντας 10/2!

    Όσο για τον χάρο😁 Δυστυχώς γιορτάζει καθημερινά…😠😪

  41. Χαρούλα said

    Χρόνια πολλά και στον Babis της παρέας!

    39 σας ευχαριστώ πάρα πολύ

  42. Theo said

    Καλημέρα και συγχαρητήρια για το λογοτεχνικό ιστολόγιο!

    Και χρόνια πολλά στη Χαρούλα, τον Μπάμπη κι όσους άλλους από το ιστολόγιο γιορτάζουν.

    H Μόνη κληρονομιά είναι από τ’ αγαπημένα μου διηγήματα του αγαπημένου Γιώργου Ιωάννου. Πρέπει να την έχω διαβάσει πέντ’ έξι φορές.

    Κάτι παρόμοιο συνέβη και με την οικογένεια του πατέρα μου. Ο πατέρας του πέθανε στην κατοχή στα 52 του, ο ίδιος στα 71 του, δύο αδέλφια του μεταξύ 50 και 60, άλλα δύο μεταξύ 60 κι 70, και μόνο η μικρότερη αδελφή του κι η μητέρα του πέρασαν τα 80. Επηρεασμένος κι απ’ αυτό το διήγημα, είχα την αίσθηση πως δεν θα περάσω τα 60, αλλά αισίως έκλεισα τα 63 πρόσφατα. 🙂

  43. Theo said

    @20, 24:
    Ναι, λόγω αδιαχώρητου και της στροφής των νεότερων στα βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή, με αποτέλεσμα οι προσφορές των κληρονόμων πολλαπλασιάζονται με τον χρόνο, πολλές βιβλιοθήκες έχουν σταματήσει να δέχονται δωρεές βιβλίων και το κάνουν μόνο επιλεκτικά.

  44. voulagx said

    #27: Αγγελε, συμφωνω με την παρατηρηση σου, κι εμενα με μπερδεψε αυτο το σημειο, οπως επισης και το:
    «Φτάνοντας, βρήκε ευτυχώς, το σπίτι απείραχτο. Μια γειτόνισσα Τουρκάλα το προστάτευε». Μα το σπιτι το ειχαν πουλησει προτου φυγουνε απο τη μικρασια (απ΄ο,τι φαινεται: «Γρήγορα, ξαδέρφη, έρχονται οι τσέτες»)

  45. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    44 Χμμ…..

    43 Ευχάριστες αυτές οι διαψεύσεις

    Χαρούλα, χρόνια πολλά! Και σε ολους τους άλλους εορτάζοντες, πχ τον Babis.

    35 Φέτος είχα σκοπό να βάλω άρθρο για τον Χαραλάμπη, αλλά έπεσε Σάββατο.

  46. Γιάννης Ιατρού said

    Χρόνια πολλά σε όσους κι όσες γιορτάζουν σήμερα, ιδιαίτερα στη Χαρούλα!

    Πάω τώρα να διαβάσω και το σημερινό, από μιά διαγώνια φευγαλέα ματιά στα μέχρι τώρα σχόλια, έχουμε πάλι κάτι πολύ καλό!
    Κι ένα νέο «Λογοτεχνικό ιστολόγιο». Καλοτάξιδο Νίκο!

  47. Γιάννης Ιατρού said

    46: (συνέχεια): Και στον Babis βεβαίως. Για τους εγγεγραμμένους στη λίστα 🙂 έχω κι αφιέρωση 🙂

  48. # 37

    Γιατί ρε Λάμπρο, σάμπως δεν λέμε σπόρος αλλά σπορά !!!!!!!!!!!!!!

  49. Κιγκέρι said

    27,44
    Άγγελε, Voulagx,
    ο Ιωάννου δεν ήταν μικρασιάτης, ανατολικοθρακιώτης ήταν. Ο πατέρας του ήταν από τη Ραιδεστό και η μητέρα του από την Κεσσάνη. Στην αφήγηση είναι όντως μπερδεμένο το σημείο με το σπίτι που πούλησαν πριν φύγουν, αλλά μετά γύρισε η γιαγια του και το βρήκε απείραχτο, όμως αυτά συνέβησαν στην Κεσσάνη-όπου άλλωστε η γιαγιά του έφτασε πεζή (εγώ τουλάχιστον έτσι το κατάλαβα).

    Ο πατέρας μου ήταν συνομήλικος με τον Ιωάννου και οι γονείς είχαν έρθει από ένα χωριό κοντά στη Ραιδεστό, οπότε οι ιστορίες του μου δημιουργούν πάντα μια συγκινητική αίσθηση οικειότητας. Ευχαριστούμε Νικοκύρη!

  50. Γιάννης Ιατρού said

    40: Χαρούλα
    εδώ ούτε 10 δεν βρήκαμε τι 40… 🙂 !

  51. Θούλη Στάικου said

    Ευχαριστώ για τη συγκίνηση που μου χαρίσατε μ’ αυτό το διήγημα.
    Είχα πολλά χρόνια να ξαναδιαβάσω κείμενο του Ιωάννου, από τότε που πέθανε, νομίζω. Στην αρχή δεν ήθελα, γιατί ήξερα πως θα με πονέσουν, τον αγαπούσα πολύ από τα κείμενά του, χωρίς να τον έχω συναντήσει ποτέ. Όταν κυκλοφορούσε βιβλίο καινούριο δικό του, έτρεχα από τους πρώτους να το πάρω. Ύστερα, τον ξέχασα, αλλά δεν τον λησμόνησα.
    Τον θάνατό του τον έμαθα ξαφνικά από το ραδιόφωνο. Ξέσπασα σε λυγμούς, δεν μπόρεσα να τους συγκρατήσω και η κόρη μου, πεντάχρονη τότε, τρόμαξε, ήταν φίλος σου μαμά; μου λέει. Πολύ φίλος μου, από τους πιο αγαπημένους μου, της λέω. Ποιος είναι, μου λέει. Δεν τον ξέρεις, όταν μεγαλώσεις μπορεί να τον γνωρίσεις κι εσύ αν θέλεις. Αφού πέθανε, μου λέει. Δεν πέθανε, της λέω, αυτοί οι φίλοι δεν πεθαίνουν ποτέ. Και τότε, γιατί κλαις. Έλα ντε, γιατί, είπα και σκούπισα τα μάτια μου.
    Με συγχωρείτε για την τόσο προσωπική εξομολόγηση, και σας ευχαριστώ και πάλι.

  52. # 40

    Χαρούλα, δυο τρεις Χαρές που ξέρω έχουν βαπτισθεί Χαρά σκέτο όπως Ευτυχία, Αγάπη κ.λ.π. Πότε γιορτάζουν δεν ξέρω, δικα;ίωμα της κάθεμιάς να επιλέξει πότε, με τόσους άγιους-όσιους-μάρτυρες που έχουμε ημερομηνίες υπάρχουν στο πλέντυ, αλλά το πότε δεν είναι υποχρέωση των άλλων να το ξέρουνε. Και μένα μου είπανε χθες χρόνια πολλά για την κόρη μου (Νεφέλη), πρώτη φορά που άκουσα πως γιορτάζει χθες, εγώ εδώ και 30 + χρόνιατην γιορτάζω με την Ελένη αφού έχουνε τα ίδια γράμματα εκτός του φι
    Βασικά αμερικανοφέρνω, μόνο στα γενέθλια δίνω αξία,. εκτός από μένα και τον Αγιο Τζι δεν βλέπω να έχουν άλλοι σχέση με τον άγιο που εκπροσωπούν. Φαντάζεσαι π.χ. τον Λάμπρο με φωτοστέφανο ;;;

  53. sarant said

    51 Πολύ συγκινητικό, να είστε καλά, ευχαριστούμε!

  54. # $0

    Μ’ όλα αυτά ξέχασα το κυριότερο, χρόνια πολλά σε σένα και όποιον άλλον εορτάζει σήμερα.

  55. Κιγκέρι said

    …Ωστόσο κοίταξε ανόρεχτα την πλάτη του αρνιού για να προμαντέψει. Μόλις την εξέτασε στο φως, μουρμούρισε κατακίτρινος: «Πολλά έχεις ακόμα να τραβήξεις, γυναίκα»…

    Και μια καταγραφή από τη δεύτερη πατρίδα, τη Θεσσαλία:

    «Για να μάθεις το παιδί σου να διαβάζει την πλάτη του σφαχτού, πρέπει, όταν γεννηθεί το παιδί και προτού φάει γάλα απ´ τη μάνα τ´, ο πατέρας να σφάξει ένα αρνί, να πάρει τη δεξιά πλάτη κι αφού την τρυπήσει στη μέση τόσο όσο να περάσει η ρώγα του βυζιού της μάνας του, να βάλει ύστερα το παιδί να φάει έτσι το πρώτο γάλα. Έτσι, όταν το παιδί μεγαλώσει, θα ξέρει να διαβάζει ό,τι γράφει η πλάτη»

    (τη βρήκα σε ένα ημερολόγιο του 2008 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, αφιερωμένο στη Θεσσαλία)

  56. Theo said

    @45:
    Νικοκύρη, το «Ευχάριστες αυτές οι διαψεύσεις» να υποθέσω πως είναι για το σχ. 42, όχι 43;

  57. voulagx said

    #49: Κιγκερι, σ’ ευχαριστω! Στην αρχη, και χωρις να ξερω την καταγωγη του Ιωαννου, ειχα την αισθηση οτι η ιστορια διαδραματιζοταν στην Αν. Θρακη, και απ’ ό,τι φαινεται στα χρονια 1919-22, αλλα μετα με μπερδεψε η αναφορα σους τσετες.

  58. Χαρούλα said

    Theo(42), Νικοκύρη(45), κ.Ιατρού(46), Τζι(54), ευχαριστώ για τις ευχές.

    50, Αυτές που τιμούνται 1/9, ήταν τότε! Μια-μια μετρημένες! Με την βούλα!😅
    Αγια Αδαμαντινη , Αγια Καλλιροη , Αγια Χαρικλεια , Αγια Πηνελοπη , Αγια Κλειω , Αγια Θαλεια , Αγια Μαριανθη , Αγια Ευτερπη , Αγια Τερψιχορη , Αγια Ουρανια , Αγια Κλεονικη , Αγια Σαπφω , Αγια Ερατω , Αγια Πολυμνια , Αγια Δωδωνη , Αγια Αθηνα , Αγια Τρωαδα , Αγια Κλεοπατρα , Αγια Κοραλια , Αγια Καλλιστη , Αγια Θεονοη , Αγια Θεανω , Αγια Ασπασια , Αγια Πολυνικη , Αγια Διονη , Αγια Θεοφανη , Αγια Ερασμια , Αγια Ερμηνεια , Αγια Αφροδιτη , Αγια Μαργαριτα , Αγια Αντιγονη , Αγια Πανδωρα , Αγια Χαϊδω , Αγια Λαμπρω , Αγια Μοσχω , Αγια Αρηβοϊα , Αγια Θεονυμφη , Αγια Ακριβη , Αγια Μελπομενη , Αγια Ελπινικη

  59. Καλή διήγηση, κακό διήγημα: Περιστρέφεται στα «περί εαυτόν» χωρίς να λεει τίποτα για την ταμπακιέρα. Μόνο από μανιές και πάνω έχει λαλιά. Τί να πει άλλωστε; «Αν δεν κτί’εισ’ σπίτ(ι) κι αν δεν παντρέψ’ πιδί. Δεν καταλαβαίν΄ς τι είνι ζουή», έλεγε πατέρα’ μ, σε άπταιστα μακεδονικά (στα καθιαυτού βεβαίως και όχι στα βουλγαροσκοπιανά, στα οποία επιδίδεται εσχάτως το τσιπρέικο).

  60. Γιάννης Ιατρού said

    56: Άσε που μ΄αυτά που γράφεις στο 42, έρριξες τον μέσο όρο εδώ μέσα κατά 10 χρόνια!

  61. Theo said

    @60:
    Κι εγώ που νόμιζα πως τον ανεβάζω 😉

  62. ΣΠ said

    58
    Χαρούλα, χρόνια σου πολλά.

    Είμαι πολύ δύσπιστος με αυτόν το κατάλογο. Έχω την υποψία ότι μάζεψαν γυναικεία ονόματα που δεν γιορτάζουν άλλη μέρα. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι υπάρχουν τα ονόματα των οκτώ από τις εννέα μούσες και μόνο η Καλλιόπη λείπει για την οποία υπάρχει αγία που γιορτάζει σε άλλη ημερομηνία.

  63. voulagx said

    Διορθωνω το #57: «απ’ ό,τι φαινεται στα χρονια 1913-22» αλλά τοτε το Δεδεαγατς ηταν βουλγαρικο, παλι μπερδευτηκα , ας τα ξεμπερδεψουν οι ιστορικοι του ιστολογιου. 🙂

  64. Χαρούλα said

    62 Ευχαριστώ πολύ!
    Μα εμφανέστατα! Το ανέφερα και γω στο 40. Ειναι κυρίως ελληνικά/αρχαιοελληνικά!😄 Τρομερή σύμπτωση!
    Μην μείνει γυναίκα δίχως γιορτή!!! 😅

  65. ΚΩΣΤΑΣ said

    Χαρούλα, χρόνια πολλά για τη γιορτή σου, και σε όσους-ες επίσης γιορτάζουν σήμερα.

    Τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια κι ευχαριστίες στον Νικοκύρη για το «Λογοτεχνικό Ιστολόγιο». Πολύ χρήσιμο για μένα που μ’ αρέσει να εντρυφώ σε σχετικά δυσεύρετα κείμενα.

  66. Γς said

    1-0 ο ΠΑΟΚ στο τρίτο λεπτό

  67. ΣΠ said

    58
    Τα ονόματα είναι 40, όχι 50.

  68. Μαρία said

    64
    Χρόνια πολλά, Χαρούλα, κι απο μένα.
    Γνωστή μου συνονόματή σου απο το Εύχαρις γιορτάζει στις 28 Ιανουαρίου, της Αγίας Χάριτος.

  69. Γς said

    2-0 !

  70. sarant said

    56 Ε, ναι!

    69 Τελικά θα έρθει 2-5, έχει προφητέψει ο Βάτμαν. Αυτά τα κάνουν για να ανέβει το στοίχημα.

  71. Κιγκέρι said

    63: Πώς να μη μπερδευτείς!

    ..»Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878, οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το Δεδέαγατς και εγκαταστάθηκαν σε αυτό. Οι επικεφαλής αξιωματικοί σχεδίασαν το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης που βασίζονταν σε φαρδείς, παράλληλους δρόμους αποφεύγοντας τις αδιεξόδους ώστε να διευκολύνεται η γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων. Το σχέδιο αυτό έρχονταν σε αντίθεση με χαρακτηριστικά Οθωμανικών πόλεων της περιόδου εκείνης όπως στενά δαιδαλώδη σκοκάκια, καλντερίμια και αδιέξοδους. Η πόλη επέστρεψε στην κατοχή των Οθωμανών με το τέλος του πολέμου αλλά η σύντομη παρουσία των Ρώσων είχε σημαντική συμβολή. Ορισμένοι Ρώσοι στρατιώτες πέθαναν στην πόλη το 1878 από επιδημία τύφου. Προς τιμήν των Ρώσων στρατιωτών ανεγέρθηκε μνημείο στον προαύλιο χώρο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Νικολάου. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν την 28η Οκτωβρίου 2011 μετά από την κοινή παρέλαση Ελλήνων και Ρώσων στρατιωτών.

    Βαλκανικοί Πόλεμοι
    Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Δεδέαγατς οδήγησε στην ανάπτυξη του χωριού σε μια πόλη, καθώς και σε ένα μικρό εμπορικό κέντρο μέχρι το τέλος του αιώνα. Η πόλη έγινε η έδρα του πασά ως πρωτεύουσα του σαντζακίου. Ο Οθωμανικός έλεγχος της πόλης διήρκεσε μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους. Στις 8 Νοεμβρίου του 1912, το Δεδέαγατς και ο σταθμός του καταλήφθηκαν από τις βουλγαρικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Πολεμικού Ναυτικού. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα ήταν σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά αντίπαλοι στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Το Δεδέαγατς καταλήφθη αυτή τη φορά από τις ελληνικές δυνάμεις στις 11 Ιουλίου 1913. Ωστόσο, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου του 1913), το Δεδέαγατς ξαναπέρασε στα χέρια της Βουλγαρίας μαζί με την υπόλοιπη Δυτική Θράκη.

    Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος Επεξεργασία
    Η ήττα της Βουλγαρίας από τις συμμαχικές δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) εξασφάλισε μια αλλαγή χεριών για την πόλη. Μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου πολέμου υπογράφτηκε η Συνθήκη του Νεϊγύ σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία ως μεγάλη ηττημένη παραιτήθηκε όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης[8]. Το Δεδέαγατς κυβερνήθηκε προσωρινά από μια Διασυμμαχική Διοίκηση[9], με κυβερνητικό αντιπρόσωπο τον Χαρίσιο Βαμβακά, στενό συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος κατόρθωσε να ενσωματώσει την περιοχή στον Ελληνικό διοικητικό οργανισμό πριν ακόμη επιδικαστεί στην Ελλάδα. Στις 14η Μαΐου 1920 η 9η Μεραρχία Σερρών, με διοικητή τον Στρατηγό Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία και συγκεντρώθηκε στη Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή). Ακολούθησε η υποστολή της γαλλικής σημαίας και η έπαρση της ελληνικής από τον Κων/νο Μαζαράκη-Αινιάν[10]. Ο αστυνομικός διευθυντής Κ. Δανιήλ παρέδωσε την πόλη. Με την Συνθήκη των Σεβρών εκτός των άλλων η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδωσε την κυριαρχία της Θράκης στην Ελλάδα.»
    (από τη Βικηπαιδεία)

  72. Χαρούλα said

    63 Κίγκερι μια μικρή παρέμβαση/διόρθωση. Το μνημείο των ρώσων στρατιωτών υπήρχε από τότε. Κατέληξε με την οικοδόμηςη, να βρίσκεται μέσα σε μια …αυλή του κέντρου. Παιδιά της γειτονιάςπαίζαμε γύρω του,(και θυμάμαι εκεί και παιδικές παραστάσεις καραγκιόζη!)πάντα τιμώντας αυτούς τους νεκρούς, χωρίς βανδαλισμούς.
    Στις μέρες μας έγινε μετακομιδή και μεταφορά(wiki) με την βοήθεια ενός συλλόγου Ελληνορωσικης φιλίας, (που ίσως τον θυμάστε, όταν βρέθηκε ανακατεμένος με χρηματοδοτήσεις που οδήγησαν σεαπελάσεις Ρώσων επί Κοτζιά.)

    ΚΩΣΤΑ και Μαρία, ευχαριστώ πολύ.

  73. Γς said

    40:

    Χρόνια Πολλά Χαρούλα

    >Όσο για τον χάρο😁 Δυστυχώς γιορτάζει καθημερινά…😠😪

    https://caktos.blogspot.com/2013/10/blog-post_5.html

  74. Γς said

    3-0, παραλίγο. Οφσάιτ

  75. Ιερόδουλος said

    Nικο-κύρη δεν τον ήξερα αυτό το διήγημα του Ιωάννου. Υπέροχο…υπέροχο!

  76. Γς said

    3-0!

  77. Theo said

    3-1!! Συλλυπητήρια, Γς 😳

  78. ΟΛΗ Η ΞΕΦΤΙΛΑ ΤΩΝ ΛΙΜΑΝΙΣΙΩΝ ΣΤΟ 91 ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ ΝΑ ΤΗΡΗΣΟΥΝ ΤΟ ΦΑΙΡΠΛΕΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΛΕΣΑΝ ΕΝΤΑΣΗ

  79. Γς said

    76:

    3-1

    Τελικό

  80. Δυστυχώς η χαλάρωση μετά το 3-0, το δοκάρι, τοα κυρωθέν (σωστά αλλά του γαύρου έχουν μετρήσει 2-3 τέτοια φέτος) το πέναλτυ στον Ολιβέιρα που δεν «είδε» ο διαιτητής και οι πολλές χαμένες ευκαιρίες «δικαίωσαν» τον Κώστα που θεωρούσε εξωπραγματικό το 4-0. Αλλη φορά να προσέχει τι γράφει, γιατί μένει

  81. Γς said

    77:

    Σιγά!

    Το φχαριστήθηκα

  82. Για τους νεότερους του ιστολογίου να πω πως κι άλλη φορά ο ΠΑΟκ ήταν η σαφώς καλύτερη ομάδα για τρεις χρονιές για να τον ΑΦΗΣΟΥΝΕ να πάρει ένα.Γι αυτό και είναι σαφώς διαφορετική ομάδα από τις άλλες.

  83. Alexis said

    Δεν πιστεύω το Επιτελείο του Γιακουμή να είχε προβλέψει νίκη του Ολυμπιακού και να πήρε στο λαιμό του τίποτα αφελείς σχολιαστές 🤩😂😀

  84. Ελπίζω να μας κεράσει ο Ξαδελφόθεος που έπαιξε άφοβα ΠΑΟΚάρα και διέδιδε ψευδείς προβλέψεις για να ανεβάσει αποδόσεις ….

  85. Μαρία said

    71
    > επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης
    Αναφέρεται νοτιοδυτική, νοτιοανατολική και βόρεια Θράκη στη συνθήκη του Νεϊγί; Όχι. https://wwi.lib.byu.edu/index.php/Treaty_of_Neuilly
    Όχι, λένε κι οι μακεδονομάχοι. Η Θράκη είναι μία και είναι ελληνική 🙂

  86. sarant said

    84 Τζι, συγχαρητήρια!

  87. Theo said

    @81:
    Κι εγώ το χάρηκα!

    @84:
    Ναι, συγχαρητήρια, Τζι, για ένα πρωτάθλημα που ο ΠΑΟΚ το παίρνει με το σπαθί του!

  88. Γιάννης Ιατρού said

    58: Εμ, δεν τά είπα εγώ στο 50; 🙂

  89. Οσοι έχετε Νόβα να βλέπετε την εκπομπή, το μεγαλύτερο γέλιο οι τεθλιμένοι δημοσιογράφοι …μέχρι που η παρουσιάστρια είπε πως κέρδισε ο ΟΣΦΠ με 3-1 από την σύγχυση της !!

    και φυσικά (ν-1) προπονητές της σούπερλίγκα δηλώνουν πως ο ΟΣΦΠ παίζει την καλύτερη μπάλλα στην Ελλάδα. Ξεβράκωμα, όπως πέρισυ στον τελικό του κυπελλου με την «πρωταθλήτρια» ΑΕΚ

  90. Jane said

    # 24 # 43

    Είναι αλήθεια πως πολλοί στρέφονται στα ebooks και γενικά στην ανάγνωση κειμένων μέσα από το διαδίκτυο. Όχι όμως όλοι.. 🙂
    Όμως δεν είναι μόνο οι βιβλιοθήκες όπου μπορεί κανείς να χαρίσει βιβλία. Πέρα από σχολεία, υπάρχουν λέσχες εργαζομένων , συλλογικότητες, βιβλιοκαφέ, πολιτιστικοί σύλλογοι σε χωριά κλπ.
    Κι ένα μέρος όπου όταν πας , δεν σκέφτεσαι πρώτο- πρώτο να πάρεις βιβλίο μαζί είναι το νοσοκομείο. Είτε πας ως ασθενής είτε ως συνοδός , αν δεν έχεις κάτι να ξεφυλλίσεις δεν περνάν οι πονεμένες ώρες.
    Υπάρχουν νοσοκομεία που έχουν δανειστικές βιβλιοθήκες και δέχονται δωρεές, να το έχουμε υπόψη αυτό .
    Κι αν δεν έχουν , να η ευκαιρία να δημιουργήσουν, όποιοι αγαπούν τη διάδοση του βιβλίου.
    ……………………………………………………………………………….

    Χαρούλα, χρόνια πολλά με υγεία και ό,τι επιθυμείς.
    Χρόνια πολλά και στους Μπάμπηδες του ιστολογίου.

  91. Jane said

    Και βέβαια να πω ότι χάρηκα πολύ για τον ΠΑΟΚ! 🙂

  92. Κώστας said

    80: Συγγνώμη, εμένα εννοείς; Πότε ασχολήθηκα εγώ με το συγκεκριμένο ματς και πότε έκανα το οποιοδήποτε σχόλιο για σκορ, προβλέψεις κ.λπ.; Είσαι με τα καλά σου, άνθρωπέ μου; Για τους μεταξύ μας αγώνες δεν μιλούσαμε;!

  93. Κώστας said

    Εκτός αν ο Κώστας στον οποίο αναφέρθηκες είναι ο Nikiplos. Αν είναι έτσι, ζητώ συγγνώμη.

  94. Χαρούλα said

    Γς(73) και Jane(90) ευχαριστώ

    Jane πόσο δίκαιο έχεις για τα Νοσοκομεία! Δεν το είχα σκεφτεί… Παρότι πάντα τσατιζόμουν με εκείνες τις αγ.γραφές που έβρισκα στους θαλάμους!!! Υπέροχη ιδέα, ακόμη και για δωρές καινούργιων από συλλόγους, σχολεία κλπ.

  95. Jane said

  96. Καλησπέρα,
    Χρόνια καλά και πολλά σ’ αυτούς που γιορτάζουν.
    Για τα βιβλία που δεν θέλουμε, εγώ διέθεσα με τρεις τρόπους: Σε βιβλιοθήκη σχολείου μια εγκυκλοπαίδεια, αλλού κάποιες σειρές αλλά το μεγάλο στοκ σ’ ένα παλαιοβιλβιοπωλείο. Τσάμπα του τάδωσα του ανθρώπου, εκεί θα αξιοποιηθούνε σίγουρα αφού αυτός θα κρατήσει ό,τι έχει ενδιαφέρον από άλλους. Τα υπόλοιπα μάλλον θα τα πουλήσει για χαρτί στην ανακύκλωση. Πάλι τόπο θα πιάσουνε!

  97. # (2

    Ισως δεν θυμάμαι καλά…άλλος είχε γράψει πως το 4-0 είναι ισοπίθανο με το 14-ο ; Αν είναι έτσι, με συγχωρείς, τα μπέρδεψα.

    Για επίλογο να θυμίσω πως πριν από μήνες έχω γράψει πως όταν ο ΠΑΟΚ μπορεί να τρέξει δεν παίζεται. Μεγάλη η δουλειά του Λουτσέσκου που τον άφηνε να τρέχει μόνο όσο ήταν αρκετό για να πάρει το αποτέλεσμα που ήθελε ώστε να βγάλει όλα τα παιχνίδια μέχρι να ενισχυθεί τον Γενάρη με νέους παίκτες ώστε να ανασάνουν οι παλιοσειρές. Αυτά για όσους κοιτάζουν αλλά δεν βλέπουν το ποδόσφαιρο

  98. Γιάννης Ιατρού said

    97: και προηγούμενα
    Γιώργο αληθεύει πως την περιοχή της Πλατείας Κυψέλης γνωστός σχολιαστής έχει στήσει πάγκους και κερνάει ψητά ψάρια και χταπόδια;

  99. Κώστας said

    97: Κανένα πρόβλημα, νερό κι αλάτι. 🙂

  100. Γιάννης Κουβάτσος said

    Είμαι αναγνώστης του παραδοσιακού βιβλίου, άρα ανέτρεξα στον ομώνυμο τόμο για να διαβάσω το μεγαλούτσικο κείμενο του Ιωάννου. Είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, μ’αρέσει το εξομολογητικό του ύφος, μ’ αρέσει που τα κείμενά του ξεφεύγουν από τις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις, είναι απλώς «κείμενα Ιωάννου».
    Για το ντέρμπι τι να πούμε; Μαύρος γαύρος, κόκκινος γαύρος, όλοι οι γαύροι μια γενιά κι από πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει κι αν καεί.

  101. Γιάννης Ιατρού said

    Σύμφωνα με τη λίστα της Χαρούλας (#58), γιορτάζει και «η Χάϊδω» σήμερα 🙂 🙂

  102. Γιάννης Ιατρού said

    97α Γιώργο, εδώ το απόφευγμα 🙂

  103. Καλησπέρα και καλοτάξιδο το Λογοτεχνικό ιστολόγιο. Συγχαρητήρια για όλη αυτή την απίστευτα πολύ, δουλειά που υλοποιείτε!
    Χρόνια πολλά και στις και στους εορτάζοντες (για κάθε λόγο).
    Και μια και η ημέρα είναι αφιερωμένη στη λογοτεχνία προσθέτω μια (νομίζω) ενδιαφέρουσα ενημέρωση. Διαβάζω αυτό το Σ/Κ (και συνεχίζω γιατί είναι τεράστιο, 1062 σελ.) το βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη «Ερασιτέχνης επαναστάτης». Μυθιστορία το ονομάζει ο συγγραφέας και είναι έτσι γιατί αυτοβιογραφείται μεν, αλλά πόσα με απόλυτη ακρίβεια μπορεί να θυμάται κανείς; Εκεί σίγουρα μπαίνουν και οι μύθοι.
    Στο βιβλίο περιγράφεται η ζωή του Δοξιάδη από τα μικράτα του μέχρι την ενηλικίωσή του σε σχέση με την πολιτική και την ιστορία του τόπου. Είναι ευκολοδιάβαστο και καλογραμμένο. Ενδιαφέρον επίσης γιατί βλέπεις πως ζούσε και μεγάλωνε ένα παιδί της μεγαλοαστικής, προοδευτικής όμως, τάξης.
    Στη σελίδα 470 και μετά στη διήγηση για μια συνάντηση του αφηγητή στην Αμερική να και ένας γνωστός και εξαιρετικός σχολιαστής εδώ του ιστολογίου, ο Άγγελος. Με χιούμορ και ύφος φιλικό γεμάτο θαυμασμό για τις απίστευτες ικανότητες του Άγγελου, μιλάει ο συγγραφέας.
    Άγγελε, αν δεν σας έχουν ήδη ενημερώσει, προμηθευτείτε το βιβλίο του Δοξιάδη.

  104. sarant said

    103 Μωρέ μπράβο!
    Αυτό σίγουρα δεν είναι μυθοπλασία.

    100 Γιάννη, αν έχεις το βιβλίο δεν βλέπεις το σχόλιο 25 να δεις αν υπάρχει λάθος;

  105. Μαρία said

    103
    Η προοδευτικότητα του τρέχει απ’ τα μπατζάκια.

  106. Γιάννης Κουβάτσος said

    104: Ναι, ολόσωστη.

  107. loukretia50 said

    Θαυμάσιο το σημερινό! Και εξαιρετική ιδέα το λογοτεχνικό
    ιστολόγιο!

    —————————————
    Χαρούλα, χρόνια πολλά!
    Μικρή αφιέρωση, σαν τα ευχετήρια του παλιού καιρού!
    ( Θα τόγραφαν υποθέτω σε ημερολόγιο!)

    Χαρά μεγάλη εύχομαι να παίρνεις και δίνεις
    Αντάξια του ονόματος , ακόμα κι όταν κρίνεις
    πως του νονού υπερβολή ήταν η τόση δόση
    που απλόχερα ελιξίριο τη χύτρα είχε φορτώσει
    ΛΟΥ
    Όμως ποτέ δε μας αρκεί η χαρά που έχουμε νοιώσει
    Πάντα κάποιος θα λαχταρά περίσσεια η ζωή να δώσει
    (Άρα σε χρειαζόμαστε, πριν γκρίνια μας βαλτώσει
    Μέχρι να γίνουν εκλογές – όιντα! – θάχουν όλοι στριτζώσει!)

  108. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μνήμη Γιώργου Ιωάννου, στους αναχωρητές του Φλεβάρη κι αυτός (16 Φεβρ.1985). Εξαιρετικό! Βλέπω και πολύ ωραία νέα για γεννητούρια του Λογοτεχνικού Ιστολογίου. Πάρκα του νου ! Συγχαίρω και ευχαριστώ ταυτόχρονα για το εγχείρημα. Ναι σε όλα! 🙂
    Νομίζω ότι κι αυτό το διήγημα, από τον παλιό σου ιστότοπο Νικοκύρη το είχα βρει.
    Με συγκίνησε πολύ, πάρα πολύ. Την επιστροφή στο σπίτι θυμόμουν που το δούλεψε με όλα του τα έχητα κι ύστερα τ΄άφηκε σύγκαρπο του χαμού. Κεντάει την καρδιά.
    Ήθελα κι άλλα να πω αλλά ήρθα αργά ,κατάκοπη και δεν αντέχω γι΄άλλα (γλιτώσατε 🙂 ).
    Καλαγκάθι, αναφέρθηκε ακριβώς σήμερα από τη θεια μου. Είπε «Πονεί σ΄έναν τόπο η φτέρνα μου και θαρρώ πως έχω αγκάθι»(άκανθα ιατρ)… «όχι καλαγκάθι – Θε μου φύλαγε»

    Θα δω ονείρατα περιπλάνησης.

    Χαρούλα, χρόνια πολλά σου, ακρήτισσα 🙂

    και του Μπάμπη και του Φλου 🙂

    Χαρής , ένα όνομα που εορτάζει επίσης (εόρταζε μέχρι προ τινος 🙂 )

  109. Γιάννης Ιατρού said

    107, 108: Μία μία γυρνάτε, κατάκοπες, περασμένα μεσάνυχτα, ε; 🙂 🙂
    Σε γιορτές με Χαραλάμπηδες κλπ. θα ήσασταν. Θα μου πείτε, ό,τι Χαραλάμπη τελικά είναι χρυσός…

  110. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    104β,106 για >>Πού μπορούσαν αυτοί να κάνουν, που είχαν έρθει απ’ τον παράδεισο.

    Ναι λέγεται:
    π.χ. Πού μπορώ να κάμω γω στον κάμπο που ΄μαι αορίτικη.

  111. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    109 🙂 Χρυσός χωρίς ..ταίρι

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    105 Έχει πάρει τρομάρες.Μια η Λιάππα με το ντοματόζουμο κι άλλη μια η πρώην με τα σχέδια φόνου.

  113. Γιάννης Ιατρού said

    111: βάλε τα προσώπατα στο http://www.twinsornot.com/ να δεις τι βγάζει 🙂

  114. Γς said

    109:

    >ό,τι Χαραλάμπη τελικά είναι χρυσός…

    Ο Λάμπης Λιβιεράτος τραγουδάει σε ένα κέντρο. Στο πρώτο τραπέζι πίστα κάθεται φανατικός θαυμαστής του, εντελώς τελείως λιώμα, και του φωνάζει:

    – Γεια σου ρε Μπάμπη!

    Ο Λιβιεράτος κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Ο λιώμας ξαναφωνάζει μετά από λίγο:

    – Είσαι μεγάλος, ρε Μπάμπη!

    Γίνεται αυτό κανα δυό φορές ακόμα ώσπου ο Λιβιεράτος τα παίρνει και, διακριτικά, σκύβει στο τραπέζι και του λέει, με τα δόντια σφιγμένα:

    – ΛΑμπης…

    Και απαντά ο τύφλας, όλος χαρά:

    – Και συ λάμπεις, Μπάμπη!!!

  115. Γιάννης Ιατρού said

    113: Εδω το πρόγραμμα της μ-$oft

  116. Γιάννης Ιατρού said

    114: Χαχα!

  117. Αιμ said

    112. Με την Λιάππα και την σκηνή με το παιδάκι τι σχέση είχε ο Δοξιάδης ;

  118. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας από Ιλλινόϊ,

    Μπαίνω καθυστερημένα στο νήμα λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων και ουχί επειδής η κωλοφαρδία του ΠΑΟΚ υπερίσχυσε των προβλέψεων του Επιτελείου μας, με αποτέλεσμα να στείλουμε κόσμο στον κουβά. Προειδοποιούμε τον αφελή οπαδό του ΠΑΟΚ κ. Gpoint να μή χαίρεται, διότι υπάρχουν άλλες 9 αγωνιστικές στο Πρωτάθλημα και η κωλοφαρδία δεν είναι αιώνια. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά…

    1) Μετά από 12 ώρες αναρτήσεως στον Ουρανό του Διαδικτύου, ουδείς αναγνώστης φιλοτιμήθηκε να ενημερώσει τον κ. Σαραντάκο ότι στην σαββατιάτικη «Εφ.Συν.» ο μπολσεβίκος δημοσιογράφος Δ. Ψαρράς τον επικαλείται ως πηγή για να κατατροπώσει τον Τρελαντώνη Σαμαρά

    2) Ωστόσο, στο ίδιο δημοσίευμα, ο Δ. Ψαρράς καθυβρίζει σκαιώς τον ελληνόψυχο εκδότη της εγκυκλοπαιδείας του «Ηλίου» Ιωάννη Πασσά, όστις υπήρξε επί χρόνια εργοδότης του πατρός και του θείου Σαραντάκου.

    ΕΡΩΤΩ τον κ. Σαραντάκο: Αληθεύουν, κύριε Νίκο, οι καταγγελίες του Δ. Ψαρρά για τον θρυλικό Ιωάννη Πασσά; Κι αν αληθεύουν, πώς οι αείμνηστοι πατήρ + θείος Σαραντάκοι ειργάζοντο επί χρόνια κοντά σε ένα τέτοιο υποκείμενο;

    3) Όσο για την παρούσα ανάρτηση, είναι θαυμάσιο το διήγημα του μακαριστού Γιώργου Ιωάννου και ξύπνησε αναμνήσεις σ’ εμάς τους παλαιούς, που όντως αφήσαμε ανεκμετάλλευτες τις μαρτυρίες των γονέων μας και των παππούδων μας, από καθαρό σνομπισμό. Ως νέοι περιφρονούσαμε απολύτως αυτές τις μαρτυρίες και όταν άρχιζαν να θυμούνται οι παλαιοί, εμείς την κοπανούσαμε για να πάμε να παίξουμε, ή για να βρούμε καμμιά γκομενίτσα. Τέτοια βρωμόσκυλα ήμασταν…

    Όσο για την μεταφορά του διηγήματος του Γ. Ιωάννου, ΕΡΩΤΩ τον κ. Σαραντάκο: Γιατί, κύριε Νίκο μου, ενώ ο Ιωάννου στην έκδοση του «Κέδρου» γράφει το τούρκος με πεζό ταύ, εσείς το κάνατε κεφαλαίο; Για να μή θιγούν οι Τούρκοι; Αλλά αυτό δεν είναι ασέβεια προς τον συγγραφέα;

  119. Γς said

    117:

    >Με την Λιάππα και την σκηνή με το παιδάκι τι σχέση είχε ο Δοξιάδης ;

    Ο τότε σύμβουλος κινηματογραφίας του ΥΠΠΟ, Απόστολος Δοξιάδης, ζητάει την εξαίρεση της ταινίας [της Λιάππα] από τα κρατικά βραβεία, καταγγέλλοντας ότι, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, κακοποιήθηκε ένα ανήλικο παιδί για τις ανάγκες μιας σκηνής.

    https://www.lifo.gr/team/u46465/52930

  120. Γς said

    117:

    Οταν πριν δυο βδομάδες μία κυρία από δω μέσα αναφέρθηκε στο Σταμάτη Γαρδέλη [και τη Βέφα Αλεξιάδου], ο νους μου πήγε στο άλλο πρόσωπο της σημερινής ανάρτησης της άλλης κυρίας-με τα σχέδια φόνου [Σχ. 112].

    Την ξέρεις σίγουρα. Και ποιος δεν την ξέρει. Δεν ξέρουμε όμως αν είχε σχέση με το Σταμάτη πριν παντρευτεί τον Απόστολο 😉

    https://www.zappit.gr/psychagogia/den-eicha-pote-schesi-me-ton-stamati-gardeli-tote-imastan-oloi-mia-parea/2778860

  121. Γς said

    120:

    Κι όταν γινόντουσαν τα επεισόδια στο Χυτήριο της Ιεράς Οδού με το έργο της Corpus Christi και τους ΧΑίτες, ο νους μου έτρεχε στο Τέξας. Στο Corpus Christi με την Κου-Κλουξ-Κλαν της, ουπς, με το ενυδρείο της και τα πετροχημικά του. Που’ σαι βρε Μιχάλη;;

  122. Καλημέρα

  123. # 108

    Για να καταλάβεις πόσο αστείος είσαι στα ποδοσφαιρικά, κι επειδή έχουνε δουλειές την Δευτέρα οι ΠΑΟΚτσήδες γιόρτασαν το ματς το Σάββατο το βράδυ, τόσο σίγουρο τόχανε

    Και το είχανε όσοι ΑΓΑΠΑΝΕ το ποδόσφαιρο και όχι τους τίτλους και τις νίκες και το χαρήκανε, όχι σαν κάποιους εδώ μέσα που μπερδεύοντας την βούρτσα με την κτένα μιλάνε για μαύρους γάβρους ξεχνώντας την διαφορά στα αποτελέσματα από τότε που εμφανίσθηκαν στην ζωή μας οι ξένοι διαιτητές, το 2010 και ο Σπανάθας δεν είναι τόσο μακριά.

  124. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    117
    (1992). ο τότε σύμβουλος του Υπουργείου Πολιτισμού Απόστολος Δοξιάδης την κατήγγειλε ασκήθηκε δίωξη εναντίον της, και (μετά από γενική κατακραυγή, απαλλάχθηκε με το υπ’ αριθμόν 2826/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
    Βρίσκω με πρόχειρη αναζήτηση, διατυπωμένα, αυτά που θυμάμαι/ξέρω από πρώτο χέρι,(άσχετα με την υπόλοιπη εγκυρότητα του μπλογκ) :
    Οι σχεσεις τους ηταν τεταμενες απο την εποχη που η Φριντα αρνηθηκε να υπογραψει ενα κειμενο των πνευματικων ανθρωπων, το οποιο κατηγγειλε την παρακμη και σηψη που ειχε προκαλεσει το ΠΑΣΟΚ στην ελληνικη κοινωνια.
    Ο Δοξιαδης ειχε χρεωθει να μαζεψει τις υπογραφες των κινηματογραφιστων.
    Η Φριντα δεν υπηρξε ποτε συμπαθουσα του ΠΑΣΟΚ, αλλα το κειμενο εκεινο το οποιο ζητουσε την απομακρυνση του Παπανδρεου απο την εξουσια, προετοιμαζε τη ρεμβασιστικη επανοδο της Δεξιας του Μητσοτακη. Φυσικα πολλοι σκηνοθετες το υπεγραψαν, γοητευμενοι απο την οικονομικη επιφανεια και τις δημοσιες σχεσεις του μετεπειτα συμβουλου. https://farmakoglwssa-kirki.blogspot.com/2014/11/blog-post_81.html

  125. giorgos said

  126. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα. Πολύ καλός ο Ιωάννου.
    Καλοτάξιδο το νέο ιστολόγιο Νικοκύρη. Και χρόνια πολλά στους χτεσινούς εορτάζοντες.

  127. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα δεν είπα. 🙂

  128. Και φυσικά ο κ. Βασιλειάδης και ο αθλητικός δικαστής για κάτι τέτοια δεν έχουν ιδέα. Δείτε το !

  129. π2 said

    Συγχαρητήρια στον Τζι για τη δίκαιη χτεσινή νίκη και τον τίτλο.

    Για τον οποίο τίτλο δυστυχώς δεν βρίσκω (για το αναγκαίο πικάρισμα) την εικόνα που λέει ότι ο Έλον Μασκ ξόδεψε 160 δισεκατομμύρια για να φτάσει στον Άρη κι ο Ιβάν Σαββίδης 160 εκατομμύρια για να φτάσει τον Άρη.

  130. sarant said

    Καλημέρα!

    124 Έτσι ακριβώς

  131. # 129

    Χαχαχ, καλό !!!

    Στα σοβαρά , αυτό που άλλαξε τον ποδοσφαιρικό χάρτη στην Ελλάδα ήταν ο επαναπατρισμός του Βεϊρίνια, όχι τόσο γιατί είναι ο ποιοτικότερος παίκτης που αγωνίζεται στην Ελλάδα αλλά γιατί με τις εμπειρίες του από την προηγούμενη θητεία του στον ΠΑΟΚ έγινε ο ηγέτης, ο μπροστάρης που είχε ανάγκη ο ΠΑΟΚ, μόνο για το βλέμμα του.
    Τιναφτόρε !!!

  132. Alexis said

    Καλημέρα.
    Να ευχηθώ κι εγώ τα χρόνια πολλά στην εκλεκτή σχολιάστρια Χαρούλα και σε όλους τους εορτάζοντες.

  133. Alexis said

    #129: «Για να φτάσει τον Άρη;»
    Έξυπνο ως λογοπαίγνιο αλλά καμία σχέση με την πραγματικότητα.
    Ο ΠΑΟΚ δεν ήταν ποτέ πίσω από τον Άρη ποδοσφαιρικά για να χρειαστεί «να τον φτάσει».
    Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πρώτη ομάδα της Θεσσαλονίκης είναι ο ΠΑΟΚ, δεύτερη ο Άρης και τρίτη ο Ηρακλής.

  134. spiral architect 🇰🇵 said

    Κρίμα για το μυαλό-ξυράφι του Λοτζικόμιξ και της Εικασίας. 😦
    (τι μου τον θυμίσατε …)

  135. Θεοδώρα said

    Καλημέρα.
    Τόσο συγκινητικό, γλυκό και ανθρώπινο – ή θα έλεγα πανθρώπινο – το χθεσινό διήγημα…Ευχαριστούμε.

  136. Γιάννης Κουβάτσος said

    124:Τα λέει αυτά στη χιλιοσέλιδη(!!!) αυτοβιογραφία του, άραγε; Κι αν τα λέει, πώς τα λέει;

  137. Γιάννης Κουβάτσος said

    133: Ήταν πίσω από τον Άρη μέχρι τη δεκαετία του ’70. Τυπικά είναι ακόμα, αφού ο Άρης έχει 3 πρωταθλήματα ενώ ο ΠΑΟΚ 2.

  138. NKOS NIKOS said

    Ο Γιώργος Ιωάννου δεν είναι ακριβώς λογοτέχνης. Είναι ψυχαναλυτής.
    Συγχαρητήρια που τον υπενθυμήσατε!

    @ 118 Υπάρχει εμφανής διαφορά μεταξύ πατήρ και υιού. Ο πατήρ πάντα μιλάει με σεβασμό και θαυμασμό για την ιστορία μας χωρίς διάθεση εθνομηδενισμού, με φλόγα παλιού αριστερού πατριώτη διεθνιστή μεν αλλά πρώτα έλληνα.
    Στα σχόλια των άλλων δεν βλέπεις παρά τα συντρίμμια ενός ξεχασμένου Ρήγα Φεραίου( έτσι δεν λεγόταν εκείνη η οργάνωση;)

  139. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    134
    «Μυαλό μονόπαντας» , το λέτε; 😦

  140. # 133. 137

    Σωστά μέχρι το 70 αλλά το μεταπολεμικό πρωτάθλημα του Αρη μέχρι τότε δεν το μέτραγαν σαν κανονικό λόγω των συνθηκών διεξαγωγής του, αργότερα το επισημοποίησαν. Ουσιαστικά τα πρωταθλήματα με την σημερινή έννοια, τα πραγματικά πρωταθλήματα Ελλάδος και όχι πόλεων, άρχισαν το 50 με την καθιέρωση της εθνικής κατηγορίας και τέτοιο ο Αρης δεν αξιώθηκε ακόμα

  141. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Δεν αντέχω να λάμπεις»
    Η ιστορία της πυγολαμπίδας,από ένα Χάρη 🙂

  142. Γιάννης Ιατρού said

    141: Την πυγολαμπίδα Χαρα-λάμπη θα τη λέγανε

  143. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    142 Κωλάμπια !

  144. leonicos said

    Υπέροχο, έστω και με καθυστέρηση

  145. Γιάννης Ιατρού said

    143: Άρτι επιστρέψας: Έγραψες (τό ΄κλεψα 🙂 )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: