Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019


Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

211 Σχόλια to “Σκούφια, η παροιμιακή”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    «ναι αλλά μόνο με σκουφίτσα»

  2. Aghapi D said

    «, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι.»
    Αληθινά δέν βλέπω πολύ κόσμο με σκουφί Και όμως υπάρχουν πάρα πολλά μαγαζιά που διαφημίζουν σκούφους, για να μή συνυπολογίσω και κείνους τους κρεμασμένους στα περίπτερα τής Ομόνοιας μαζί με γάντια και κασκόλ (ποια είναι η ελληνική λέξη γι’ αυτά; )
    Καλημέρα 🙂

  3. dryhammer said

    Στη Χίο αντί του «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με» λέμε το «ρίξε μου τη σκούφια σου».

  4. Καλημέρα.

    α. «Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό». Στις δεκαετίες του ’50 και ’60, ύπήρχε, θυμάμαι, το προφυλακτικό «Σκουφίτσα», ελληνικής κατασκευής, σε χαρτονένιο κουτάκι, όπως και το «Μπεμπέκα». Ο περιπτεράς σου τα έβαζε, διακριτικά, κατ’ ευθείαν στη χούφτα, για να μην το δουν άλλοι πελάτες.

    β. Στο παλιό, άσεμνο, αποκριάτικο τραγουδάκι, ο τελευταίος στίχος ήταν «…ήτανε ο φουφωτός, ο π@#$ος μου ο ξεσκούφωτος».

    γ. Φίλος από την Κόνιτσα συνήθιζε την φράση «θα του φέρω τη σκούφια γύρα», εννοώντας, θα τον κανονίσει, θα του δείξει, θα τον τακτοποιήσει.

  5. nikiplos said

    Την έκφραση «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με!» την πρωτοάκουσα στην ταινία «Ένας τρελός γλετζές» να την λέει ο Κώστας Μπάρκουλης ως δήθεν άσωτος ανηψιός στον δήθεν ηθικό θείο Λάμπρο Κωνσταντάρα ως Πάνο Πάμπανο…

  6. Αγγελος said

    Το άφαντο σκουφάκι, παραδοσιακό παραμύθι με σκουφί που όποιος το φορεί γίνεται αόρατος.

  7. # 1

    Καλημέρα

    Ηταν ίσως η μόνη μάρκα προφυλακτικών την δεκαετία του 50

    Χαρακτηριστικός είναι ο σκούφος-γούρι που φοράει ο Λουτσέσκου, μάλιστα στο Αγρίνιο έκανε ζέστη και δεν τον φόραγε αλλά μόλις προηγήθηκε ο Παναιτωλικός τον έβαλε κι αμέσως ο ΠΑΟΚ έκανε ανατροπή σε 3 λεπτά !

    Εναν ολόιδιο έχω και γω και λέω να τον φορέσω αν ποτέ παίξω στοίχημα, νάμαι καλυμένος προπονητικώς…

    Τώρα αν ο σκούφος είναι λερωμένος τον λες και σκίφο…

  8. Γς said

    4:

    > ύπήρχε, θυμάμαι, το προφυλακτικό «Σκουφίτσα», ελληνικής κατασκευής, σε χαρτονένιο κουτάκι, όπως και το «Μπεμπέκα». Ο περιπτεράς σου τα έβαζε, διακριτικά, κατ’ ευθείαν στη χούφτα, για να μην το δουν άλλοι πελάτες.

    Πριν μπω το πρωί στο γυμνάσιο έπαιρνα απ το περίπτερο απέναντι Σίνα + Πανεπιστημίου, δίπλα στην Ακαδημία, καραμέλες Υγείας ΙΟΝ.
    Ξεβρόμιζα κάπως από την τσιγαρίλα

    Με είχε συνηθίσει ο περιπτεράς και έβγαζε το χέρι του με τις καραμέλες από τα βάθη του περιπτέρου, πριν φτάσω καλά καλά κοντά.

    Και μια Κυριακή κατεβαίνω από το λεωφορείο με ένα πολύ γκιουζέλ παιδάκι (πρώτο μας ραντεβού) και πλησιάζω το περίπτερο. Τεντώνω το χέρι και περιμένω τις καραμέλες (να κάνω και φιγούρα πόσο κολλητός είμαι του περιπτερά).
    Αυτός όμως τίποτα. Ακουμπάω το δίφραγκο και του λέω

    –Ελα ντέ!

    Με κοιτάζει, κοιτάζει και την κοπέλα και μου βάζει στη παλάμη ένα προφυλακτικό!

    Αχ, τις Κυριακές ήταν ο αδελφός του δικού μου στο περίπτερο, που δεν με ήξερε. Και του έμοιαζε γμτ.

    –Ποια με πέρασες; Η δικιά μου.

    Και έτρεχα πίσω της στην Πανεπιστημίου για να της εξηγήσω.

  9. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4β Από πότε το θυμάστε αυτό το τραγούδι;

  10. «Το καπελάκι μου στραβά φόρεσα κι άντε γεια χαρά»
    Ελληνικό ροκ να σας ανεβάσω λίγο.

    «Εγώ προσπάθειες και καλοπιάσματα
    μήπως και σώσω το δεσμό
    κι εσύ απόμακρη κι αναποφάσιστη
    όλο μιλάς για κορεσμό»

  11. Γς said

    4β:

    Φούφουτος δεν ήταν κι ο αδελφός της Ελένης;

    Τι ποιας Ελένης;

  12. atheofobos said

    Και η περί ου ο λόγος σκουφίτσα

  13. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Πολύ ενδιαφέρον το θέμα, έχει ακόμη πολλά να πει κανείς.

    Κατά τη γνώμη και την προσωπική μου εμπειρία, (α) η λέξη «σκούφια» με την κυριολεκτική της σημασία εξακολουθεί να λέγεται, αν και ίσως λιγότερο από το «σκούφος» – (β) η παροιμία με τον ψωριάρη -έτσι το ξέρω, όχι κασιδιάρη- και τη σκούφια με μαργαριτάρι δε θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στις υπό εξαφάνιση, μου είναι πολύ οικεία.

    Κατά το «ξεσκούφωτος» = ασκεπής, «πρασινοσκούφης» = με πράσινο μπερέ κ.ά., ο σκούφος σε πολλά συμφραζόμενα σημαίνει το οποιοδήποτε κάλυμμα κεφαλής ή ένα συγκεκριμένο που δεν είναι σκούφος. Π.χ. θυμάμαι ότι στην Κάρπαθο λέγανε σκούφο το καπελάκι τζόκεϊ (για τους άντρες όμως: για τις γυναίκες, υπάρχει το «σκουφώνω» = δένω το τσαμπέρι σε άλλην, ή «σκουφώνομαι» = δένω το δικό μου). Και η Κοκκινοσκουφίτσα, στερεοτυπικά απεικονίζεται με μπέρτα και κουκούλα, όχι με σκούφια.

  14. Πέπε said

    *τσεμπέρι* βέβαια (#13)

  15. 9. Το πρωτάκουσα το 1953, σε ηλικία 5 χρονών, Καθαρή Δευτέρα, σε γειτονική αυλή, στο Κερατσίνι, σε γλεντάκι ρεφενέ μ ερετσίνα, όπου οι γλεντοκόποι χόρευαν και τραγουδούσαν α καπέλα, με τον πρωτοχορευτή να λέει τον κάθε στίχοι και να τον επαναλαμβάνουν εν χορώ οι υπόλοιποι, άνδρες και γυανίκες, ώσπου με τον τελευταίο στίχο το διάλυαν σκασμένοι στα γέλια. Θυμάμαι όλους τους στίχους που αρχίζουν «Σε δυο αυγά καθότανε, κλώσσα δεν ήτανε, τί ‘τανε, τί ‘τανε, τί ‘τανε τί νάτανε». Αν θέλεις στους γράφω εδώ. Από εκεί βγήκε και η λέξη φούφουτος, νομίζω.

  16. Γς said

    13:

    >Και η Κοκκινοσκουφίτσα, στερεοτυπικά απεικονίζεται με μπέρτα και κουκούλα, όχι με σκούφια.

    Σε μια εκπομπή είχανε κάνει θέμα την καταγγελία μιας γιαγιάς που πήρε ‘ένα παραμυθάκι με DVD από το περίπτερο το οποίο όμως είχε σκληρό πορνό.
    Προφανώς ο εισαγωγέας δεν φρόντιζε για την ψυχαγωγία μόνο των παιδιών αλλά και των γονέων και κάπου τα έμπλεξε στη συσκευασία.

    Αυτό ήταν. Αρχισαν να πέφτουν βροχή οι καταγγελίες και από άλλους που είχαν αγοράσει την ελαττωματική παρτίδα. Μπαμπάδες, μαμάδες, θείες, παππούδες.

    Παίρνω κι εγώ τηλέφωνο:

    -Από ποιο περίπτερο το αγοράσατε;

    -Δεν έχει σημασία. Του ζήτησα ένα περιοδικό με αισθησιακό DVD. Και τι μου έδωσε;

    -Τι;

    -Με την κοκκινοσκουφίτσα! Δεν είναι κατάσταση αυτή!

    -Κλείστε τον!

  17. # 15

    τοίχους επιτσίλαγε ασπριτζής δεν ήτανε, τλι ήτανε, τί ήτανε

    κι η τελευταία στροφή : όποιος πρώτος τόνε βρει, από πίσω του να μπει, τί ήτανε, τί ήτανε…

    πέρασαν οι απόκριες ρε γμτ !

  18. Γς said

    17:

    http://aris-tourgimata.blogspot.com/2012/02/334-o.html

  19. Corto said

    Δεν αναφέρθηκε νομίζω ο φιλικός Νικόλαος Σκουφάς, ο οποίος ήταν πιλοποιός, εξ ού και το επώνυμό του.

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Ὡραῖο τὸ σημερινό.

    » …οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. »

    Στὰ Θερμιὰ τὸ λέγανε «ξεκουκούλωτος».

    Θυμᾶμαι τὸν παπποῦ ἢ τὴ γιαγιά μου νὰ μὲ κυνηγοῦν μ᾿ ἕνα ψάθινο καπέλο στὸ χέρι γιὰ νὰ μή βγῶ στὸν ἥλιο ξεκουκούλωτος.

    » …βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι… »

    Στὰ Θερμιὰ τραγουδοῦσαν:

    γιὰ δεῖτε τὸ μαργιόλικο καὶ τὸ μαργιολεμένο
    βάζει τὸ φέσι του στραβά, κάνει τὸ μεθυσμένο

  21. 18. Ευχαριστώ, Γς, που το βρήκες στο ιστολόγιό μου.

  22. Pedis said

    αλλά, από πού προέρχεται η έκφραση «από πού κρατάει η σκούφια του»;

    [δεν θα ήταν δα και τόσο σπάνιες και πολύτιμες, ούτε τόσο ανθεκτικές, οι σκούφιες ώστε να κληρονομούνται από παππού σε γιο και σε εγγονο;!]

    [Η «εξήγηση»-ιστορία με τον καλόγερο είναι μάπα. Μα, εντελώς. Γνώμη μου.]

  23. # 18

    Πωπω, ούτε που το θυμόμουνα…

  24. LandS said

    16 Πρώτον δεν έπρεπε να βάλεις φωτογραφία της Κοκκινοσκουφίτσας – παιδάκι. Έχουν φωτογραφηθεί και ενήλικες με αυτή τη στολή.
    Την δεκαετία του 90 υπήρξαν κάτι ουγγαρέζικες πορνοπαραγωγές γνωστών παραμυθιών. Έτυχε να δω τη Χιονάτη. Οι νάνοι ήταν παραγματικοί νάνοι (ναι ρε Γς, αυτό που λέει ο Μπόμπος ισχύει), ελπίζω στη Κοκκινοσκουφίτσα να μη πρωταγωνιστούσε κανένα λυκόσκυλο.

  25. Corto said

    Υπάρχει και η σπάνια λέξη «τόκα» που είναι ένα είδος σκούφου.

  26. Γς said

    24:

    >ελπίζω στη Κοκκινοσκουφίτσα να μη πρωταγωνιστούσε κανένα λυκόσκυλο.

    `Διάβασε κι αυτό:

    https://caktos.blogspot.com/2014/08/blog-post_18.html

  27. Triant said

    Καλημέρα.

    Εγώ την παροιμία με το μαργαριτάρι την ξέρω με φούντα(!): Τι του λείπει του ψωριάρη; Φούντα με μαργαριτάρι!
    Η άχρηστη πληροφορία της ημέρας: Πρασινοσκούφηδες, όπως μπορεί να σε διαβεβαιώσει και ο Λάμπρος, είναι μόνο οι καταδρομείς. Οι πεζοναύτες (επίσης ειδικές δυνάμεις) έχουν μπλέ μπερέ.

  28. ΚΑΒ said

    25. Γνωστό σε σταυρολεξολύτες.

    Υπάρχει και η φράση τόκα το στους πότες.

  29. # 24

    …ναι ρε Γς, αυτό που λέει ο Μπόμπος ισχύει…

    υπάρχει και ο γνωστός σχματισμός με τον δείκτη και τον αντίχειρα σε ορθή γωνία που αντιπροσωπεύουν με σειρά το ύψος και το…μήκος σε ψηλούς και σε κοντούς σαν μήκος και ύψος αντίστοιχα !!

  30. Πουλ-πουλ said

    Ξέρετε ότι στα φινλανδικά ο λόφος λέγεται kukkula;

  31. konstantinos said

    μήπως το «από που κρατάει η σκούφια του;» ήταν στην αρχή ειρωνική; Όποιοι είχαν λεφτά/τίτλους ευγενείας/εξουσία πάντα φορούσαν καπέλα και όχι σκουφιά. Είναι δηλαδή σαν να λέμε σε ελεύθερη μετάφραση » από ποιο κατσικοχώρι είσαι ρε φιλαράκι, που μας το παίζεις ότι είσαι κι από μεγάλη ράτσα;»

  32. konstantinos said

    «Η Αθήνα κάτω άναψε σαν ούφο
    και στου ιερού Λυκαββητού το σκούφο..»

    από το «Μας βαράνε ντέφια» του Σαββοπουλου

  33. Γς said

    30:

    >στα φινλανδικά ο λόφος λέγεται kukkula;

    Αχ ρε Κούλα…

    http://www.youtube.com/watch?v=VRPViawA2eM

  34. Corto said

    28 (ΚΑΒ):
    Πολύ ενδιαφέρον. Μήπως η φράση «τόκα το» προέρχεται από διαφορετική λέξη (και όχι από το τόκα = σκούφος) ;

    Είχαμε γράψει παλαιότερα κάτι σχετικό με την φράση «τόκα και μπέσα» ή «τόκα» = «κόλλα το». Αναρωτιέμαι μήπως είναι η ίδια περίπτωση.

    https://sarantakos.wordpress.com/2018/11/18/corto/#comment-543560

  35. Γς said

    34:

    Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα

  36. Πάνος με πεζά said

    Συλλεκτικό σκουφί , πωλείται σε boutique μεγάλης ελληνικής ομάδας.

    Kι ένα κουϊζάκι, αλλά οι παλιοί μη μιλήσετε : ποιο ελληνικό κόμμα παλιότερων δεκαετιών, είχε στο σήμα του σκούφια;

  37. Κουτρούφι said

    #15, #17
    Πολύ ενδιαφέρον. Κύριε Γαβριηλίδη, μήπως θυμάστε και το σκοπό που το λέγανε;
    Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει περίπτωση να έμοιαζε με αυτό εδώ;: https://www.youtube.com/watch?v=b3VbBG8OIfA

  38. Corto said

    35:
    Φαίνεται ότι η τόκα (=χειραψία) και ο μουσικός όρος τοκάτα σχετίζονται ετυμολογικώς.
    Η τόκα = σκούφος φαντάζομαι ότι σχετίζεται με το γαλλικό ή αγγλικό toque (λέξη ισπανικής και αραβικής προέλευσης).

    https://en.wikipedia.org/wiki/Toque

  39. 36 Ελπίζω ότι δεν θεωρούμαι τόσο παλιός για να μην απαντήσω 😉 Η ΕΔΗΚ, με το σκουφάκι της δημοκρατίας.
    Πρόκειται, με την ευκαιρία, για τον λυδικό ή φρυγικό σκούφο γνωστό στους νεότερους 😉 από τον Μπαμπαστρούμφ. Η ταύτιση με τη δημοκρατία είναι ένα ακόμα προϊόν της μανίας των επαναστατών του 1789 με τη ρωμαϊκή ιστορία, μια και ταυτίστηκε (λανθασμένα) με ένα σκουφάκι που φορούσαν οι απελεύθεροι σκλάβοι:
    https://en.wikipedia.org/wiki/Phrygian_cap#As_a_symbol_of_liberty
    https://fr.wikipedia.org/wiki/Bonnet_phrygien#Le_bonnet_phrygien_sous_la_R%C3%A9volution_fran%C3%A7aise

  40. Πέπε said

    @38 κλπ.:

    Το «τόκα» = σύμφωνοι συνηθιζόταν σ’ ένα παιδικό μου βιβλίο, τις περιπέτειες του Βαρώνου Μυγχάουζεν. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ήδη από τότε το αισθανόμουν σαν να δηλώνει προτροπή προς χειραψία. Και λογικά όντως είναι: tocca, ακούμπα (το χέρι στο άλλο χέρι για χειραψία, το ποτήρι στο άλλο ποτήρι για εις υγείαν).

  41. Πάνος με πεζά said

    Πλήρης επεξήγηση, ευχαριστούμε !

  42. Μανούσος said

    Νομίζω ξεκάθαρα από το αραβικό κουφφίγια ή κεφφίγια ή τσεφφίγιε (με τσιτακισμό παχύ του κάππα)
    https://en.wikipedia.org/wiki/Keffiyeh

  43. Eli Ven said

    Της Αμύνης το σκουφάκι έφερε το Λευτεράκη …

    Κατά τα λοιπά, εγώ ξέρω την παροιμία της πεθεράς σας ως «Τι του λείπει του ψωριάρη; Φούντα με μαργαριτάρι»

  44. Corto said

    40:
    Η χρήση ενός τέτοιου ιδιωματισμού σε ένα παιδικό βιβλίο μου φαίνεται εντελώς παράταιρη.

  45. Μανούσος said

    31
    Και όμως, ειδικά στην Αναγέννηση, φοράνε κάθε είδους καπέλα, τουρμπάνια σκούφους και φέσια.

  46. Παναγιώτης Κ. said

    Χρυσοί Σκούφοι λέγονται τα Ελληνικά βραβεία γαστρονομίας.

    @4γ.Με πρόλαβες!
    Και εγώ από την Κόνιτσα είμαι! 🙂

    Όποιος έχει μικρά εγγόνια και είναι παρατηρητικός, θα έχει διαπιστώσει ότι εκτός από το καλοκαίρι, η μαμά τους πάντα τους φοράει σκουφί πριν βγουν έξω!
    Το δικό μας, εννέα μόλις μηνών, με τον τρόπο του το ζητάει όταν πρόκειται να βγει βόλτα ! 🙂

  47. nikiplos said

    Ερώτηση ετυμολογική… Έχει σχέση ο σκούφος με το κοφίνι και το … φέρετρο?
    (αληθινά ρωτάω)

  48. mitsos said

    Καλημέρα
    1. και «είχε τα μυαλά του πάνω απ’ τη σκούφια του» λέμε για τον ελαφρόμυαλο

    2. Δεν θυμάμαι από ποιο ανάγνωσμα αλλά …
    «Εγώ κι η σκούφια μου» ήτανε με την έννοια ολόψυχα
    Νομίζω «κάτι σαν υπηρέτης σας , εγώ κι η σκούφια μου αφέντη»

    3. Να θυμήσω και το βραβείο υψήλής μαγειρικής «Χρυσός Σκούφος» ;

  49. mitsos said

    @ 46
    Συγνώμη τον χρυσό σκούφο τον ανέφερες … Δεν έκανα ανανέωση πριν πατήσω Δημοσίευση

  50. Πέπε said

    @44:
    > > Η χρήση ενός τέτοιου ιδιωματισμού [τόκα = σύμφωνοι] σε ένα παιδικό βιβλίο μου φαίνεται εντελώς παράταιρη.

    Εύλογα.

    Αλλά υπάρχει κι η άλλη οπτική: Δεν είναι απαραίτητο να καταλαβαίνει το παιδί κάθε λέξη ή κάθε απόχρωση της αφήγησης (εφόσον βέβαια συνολικά καταλαβαίνει μερικά πράγματα!). Εκείνο το βιβλίο είχε δεν ξέρω πόσες, δεκάδες μάλλον, περιπέτειες του βαρώνου. Καναδυοτρείς απ’ αυτές τις θυμάμαι ακόμη και τις κολλάω (όπως τις παροιμίες ή τις ιστορίες του Χότζα) σε περιστάσεις της πραγματικής ζωής, άρα ήταν αρκετά καλό ώστε κάτι να μείνει.

    Αν ο αναγνώστης είναι ενός ηλικιακού-γνωστικού επιπέδου Χ, καλό είναι (ή τέλος πάντων όχι κακό) να είναι το ανάγνωσμα επιπέδου Χ+κάτι, ώστε να συντελείται πρόοδος. Αλλού η πρόοδος είναι ότι το σκέφτεσαι λίγο για να βγάλεις νόημα, κι αλλού ότι περισσεύει και μια απορία που μπορεί να τη λύσεις πολύ αργότερα, ακόμα και μεγάλος. Π.χ. από τα πιο αγαπημένα μου παιδικά αναγνώσματα ήταν ο Μικρός Νικόλας, αλλά είναι γεμάτος αστεία που μόνο ο μεγάλος καταλαβαίνει. Επειδή όμως είναι καλά γραμμένο, αυτά που μένουν για να καταλάβει το παιδί είναι αρκετά. Άλλωστε, και μεγάλοι που είμαστε, δεν εξακολουθεί να μας συμβαίνει το ίδιο; Πόσες φορές εδωμέσα γράφτηκε το «μου λύθηκε μια απορία χρόνων»;

    Άλλα βιβλία βέβαια μπορεί να μην αποσκοπούν σε καμία πρόοδο, απλώς στη χαρά. Καλό κι αυτό φυσικά.

  51. selitsanos said

    Στη Μύκονο υπάρχει η έκφραση «τό ΄χω στο γύρο της σκούφιας μου» που σημαίνει «τό ‘χω στο μυαλό μου».

  52. 37. Όχι, δεν είναι αυτός ο σκοπός. Εκείνο το χόρευαν σε ρυθμό χασαποσέρβικο. Λυπάμαι που δεν έχω το μέσον να το τραγουδήσω εδώ.

  53. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    15 Α, ευχαριστώ! Ναι, εύλογη εξήγηση.

    32 Α μπράβο!

    39 Μπράβο, κακώς το άρθρο δεν αναφέρθηκε στον φρυγικό σκούφο

    47 Όχι, δεν έχει σχέση

  54. Δυομητρυιος said

    Αναλυτικός και σωστος.Νικο Κυρη γραψε μια φορα και για το «βαστά». Από πού κρατά η σκούφια αυτής της λεξης; Επίσης, δεν είμαι και πολύ Μπαμπινιωτικος, αλλά : σκούφια, σκυφος, καπέλο, κύπελλο; Να είσαι καλά να γράφεις.

  55. Corto said

    50 (Πέπε):
    Συμφωνώ με όσα γράφεις – και μάλιστα έχεις διατυπώσει αυτήν την οπτική με πολύ εύστοχο τρόπο.
    Η ένσταση που έχω ως προς την χρήση τέτοιων ιδιωματισμών έγκειται στο γεγονός ότι η περίτεχνη λογοτεχνική γλώσσα συχνά λειτουργεί εις βάρος της ίδιας της αφήγησης. Πιστεύω ότι είναι λανθασμένο να προσεγγίζουμε και να διδάσκουμε την πεζογραφία αποδίδοντας μεγαλύτερη αξία στις λέξεις και στο γλωσσικό ύφος, παρά στην υπόθεση του έργου. Φρονώ ότι η γλώσσα πρέπει να εξυπηρετεί την εξιστόρηση και όχι το αντίθετο, πολλώ δε μάλλον όταν αναφερόμαστε σε παιδικά αναγνώσματα.
    Κατανοώ βεβαίως και τις όποιες αντιρρήσεις στην παραπάνω άποψη…

  56. Κώστας said

    47: Το κοφίνι με το αγγλικό φέρετρο έχει. (Και με τη γερμανική βαλίτσα επίσης.)

  57. ΣΠ said

    19
    Και ο μνημονικός κανόνας των μαθητών για να θυμούνται τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας: «ένα ξανθό τσακάλι μ’ ένα σκουφί στο κεφάλι».

  58. ΣΠ said

    9, 15
    Το σχόλιο θα έπρεπε να μπει στο άρθρο για τον φούφουτο:
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/07/06/fufutos-2/

  59. ΣΠ said

  60. ΣΠ said

  61. ΣΠ said

  62. Faltsos said

    Επειδή προαναφέρθηκαν μαυροσκούφηδες και πρασινοσκούφηδες, ας προσθέσουμε και τους κοκκινοσκούφηδες που ανήκουν είτε σε αερομεταφερόμενες μονάδες (Ελλάδα και αλλού)

    ή σε αλεξιπτωτιστές, με πιο γνωστό νομίζω παράδειγμα της Βενεζουέλας

  63. ΣΠ said

  64. ΣΠ said

    Ο Σαμ ο Τζόνι κι ο Ιβάν
    Βάζουν τον σκούφο τους στραβά
    Κι ως που να φαν κι ως που να πιουν
    Και παραμύθια να μας πουν
    Τον κόσμο τον μοιράσανε
    Και δε μας λογαριάσανε

  65. π2 said

    47, 56: Ναι, το coffin βγαίνει από το κοφίνι (μέσω του λατινικού coffinus).

    Η επίδραση του σκύφου στο σκουφί που λέει ο Μπ. μου φαίνεται κι εμένα τελείως απίθανη (παρότι ο σκύφος έχει και υποκοριστικό σκύφιον).

  66. Faltsos said

    Αν τις κρύες μέρες του χειμώνα παγώνει η μύτη σας, βάλτε τη γιαγιά σας να σας πλέξει ένα τέτοιο σκουφάκι, μόνο μη βγήτε να τα πουλήσετε στη λαϊκή…

  67. sarant said

    58 Το άρθρο αυτό έτσι κι αλλιώς πρέπει να ξαναγραφτεί (ή να ξαναξαναγραφτεί)

  68. Faltsos said

    7 «Εναν ολόιδιο έχω και γω και λέω να τον φορέσω αν ποτέ παίξω στοίχημα, νάμαι καλυμένος προπονητικώς…» (για τον σκούφο-γουρι του Λουτσέσκου)

    Δεν μετράει G αν θέλεις να κάνει δουλειά χρειάζεσαι τον αυθεντικό

  69. Γιάννης Ιατρού said

    62: έχουμε και την ταινία, «τα κόκκινα μπερέ»

  70. leonicos said

    13

    Πέπε τέλειε και ξεκάθαρε

  71. leonicos said

    Πάντως στην Πράγα φόρεσα σκούφια μέχρι το πιγούνι, γιατί ώρες ώρες ξύριζε

    Θα ξαναπάω τον Μάη

    Προς το παρόν, Λισσαβών (Πάσχα)

  72. leonicos said

    20

    Μαρτίνο, τώρα που το λες, θυμάμαι κι εγώ τη μάνα μου α λέει »έβαλε το φεσι του στραβά»

  73. Γιάννης Ιατρού said

    …Λισσαβών (Πάσχα)..

    Καλά ρε Λεώ, έχουν κι εκεί αρνάκι στη σούβλα;

  74. leonicos said

    30 – 40 Πέπε – Κορτο

    Τόκα όντως σημαινει χειραψία και κατά συνεκδοχή συμφωνία. Φτύβουν μάλιστα και στην παλάμη τους οι ‘μάγκες’

    Έχω μια επιφύλαξη γι’ αυτό που λέει ο Κόρτο σχετικά με τη σχέση γλωσσας / αφήγησης

    Πιθανώς η υπόθεση να ειναι το κύριο μέλημα ορισμένων ‘λογοτεχνημάτων’ όπως τα ιστορικά και τα αστυνομικά.

    Όταν όμως γράφεις άλλου είδους λογοτεχνία, η γλώσσα είναι βασικό κίνητρο και καθοδηγητής. Δεν υποστηρίζω το ‘το λέω για να το πω’ αλλά πρέπει να λέμε αυτό που θέλουμε και να το διατυπώνουμε όπως το αισθανόμαστε.

  75. Triant said

    69: Αλλά και

  76. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Μάλλον θα λείψω όλη την υπόλοιπη μέρα, τα λέμε αύριο!

  77. Πέπε said

    @55
    Ε, εντάξει. Υπάρχουν κι οι λογοτεχνικές μανιέρες.

    Δες τι γίνεται με τους κακούς, ημιυβριστικούς χαρακτηρισμούς ανά «λογοτεχνικά» είδη: «τσακάλι» οι καουμπόηδες, «σκυλί» οι Έλληνες τους Τούρκους, «γρουσούζη και τζαναμπέτη» ο Καραγκιόζης, «πεζεβέγκη» ο Βεληγκέκας. Όλα αφύσικα για τη δική μας γλώσσα (και δεν αναφέρθηκα στον κάπτεν Χάντοκ!), αλλά έχουν τη θέση τους εκεί που την έχουν.

    Έτσι και στον κόσμο του Μυγχάουζεν, δε μας χαλάει να έλεγαν «τόκα» όταν κλείναν συμφωνίες ή έβαζαν στοιχήματα.

    Όχι πως δεν έχεις δίκιο γενικά, απλά να, δε χαλάει κι ο κόσμος (άμα όλα γίνονται με μέτρο).

  78. Χαρούλα said

    Για καλογέρους

    Και για …εξαρτημένους

    Και εμείς το μαργαριτάρι με φούντα το ταιριάζουμε! Η σκούφια μας δεν έχει κοσμήματα😊

  79. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας από Ιλλινόϊ,

    Γράφει ο κ. Σαραντάκος: «Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.»

    Αλλά, κύριε Νίκο, ο κόσμος τόχει τούμπανο κι εσείς κρυφό καμάρι: Η μετατροπή της σημασίας του «σκύφου» από «ποτήρι» σε κάλυμμα κεφαλής έγινε στον κορυφαίο ιατρό του Βυζαντίου, Παύλο Αιγινήτη (εκοιμήθη το 690 μ.Χ.), όπως σαφώς μάς αποκαλύπτει το Liddell-Scott

    Στο μνημειώδες σύγγραμμά του «Επιτομαί Ιατρικαί», ο Παύλος Αιγινήτης γράφει την περίφημη φράσι «υπέρ το σκύφιον δέ της κατασκευής ούσης», όπου «σκύφιον» σημαίνει «κρανίο» και η όλη φράσις εννοεί κάλυψιν του κρανίου με φαρμακευτικό σκεύασμα.

    Τουτέστιν, στην Θεία Ελληνική Γλώσσα, ο «σκύφος» άρχισε να παίρνει την έννοια της «σκούφιας» (= κάλυμμα του κρανίου) ήδη απο τον 7ο αιώνα προ Χριστού, δηλαδή αιώνες πρίν οι Λατίνοι και οι Γερμανοί φιάξουν τις δικές τους λέξεις για το κρανίο + την σκούφια.

    Τελειώνοντας, αναρτώ το λήμμα «σκούφια» του «Ετυμολογικού» του Μπαμπινιώτη, κι ευθύς αμέσως θα θέσω μία ερώτηση – καταπέλτη…

    ΣΑΣ ΕΡΩΤΩ, κ. Σαραντάκο: Γιατί δέχεστε ότι το λατινικό «cuffia» προήλθε από το παλαιογερμανικό «kuffe» (που σημαίνει «κεφάλι», όπως μάς βεβαιώνει ο Μπάμπι), και δεν δέχεστε ότι το ρωμέικο «σκούφια» προήλθε από το «σκύφιον» του Παύλου Αιγινήτη, που σημαίνει «κρανίο»; Γιατί τόση ξενομανία, κύριε Νίκο μου; Γιατί τόσο μεγάλη απαξίωσις της Θείας Ελληνικής Γλώσσης;

  80. Ο «σκούφος των αερίων» (το φυσικό αέριο πάνω από τα υγρά μέσα σε ταμιευτήρα υδρογονανθράκων) ήταν μετάφραση του gas cap που μαθαίναμε στην Τεχνολογία Καυσίμων και Λιπαντικών στο ΕΜΠ, αρχές 80ζ.

  81. Χαρούλα said

    Ο κώλος μας ξεβράκωτος κι η σκούφια μας με φιόρα.

    Τι χοντρό κεφάλι που ‘χεις· με στενεύει η σκούφια σου.

    Έχουμε ακόμη
    Το σκουφάκι του ντους
    Το σκουφάκι κολύμβησης
    Τον σκούφο του χειρουργού, αλλά και
    Τον σκούφο του μάγειρα.

  82. gbaloglou said

    Ε, τι μου θυμίζεις τώρα:

    Ακόμη και το δόντι μου ποιεί και τούτο χρεία^
    έχουν το οι γραμματικοί και πάντες οι σκουφάδες,
    στιλβώνουν και τας σκούφιας, στιλβώνουν τα χαρτία.

    [Ο υστεροβυζαντινός (αγριό)χοιρος περί του οδόντος του … και περί των βιβλιοδετών της εποχής — Διήγησις Τετραπόδων 402-404. (Γενικώτερα δηλαδή, «σκούφια» = «κάλυμμα».)]

  83. Μανούσος said

    Σκούφια – Κουφίγια από την αναγεννησιακή Ιταλία (15ος αι.)

  84. Μανούσος said

    Σκούφια κουφία από την ιταλική αναγέννηση (15ος αι.)

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δημήτρης Μαρτίνος >>Στὰ Θερμιὰ τὸ λέγανε «ξεκουκούλωτος».
    Ανεκούκουλη σ΄΄ εμάς, εκείνη που της πέφτει το μαντήλι και τα μαλλιά πετάνε πέρα δώθε. Μεταφορικά η μη τακτική γυναίκα.

    Ένας Σκούφος από Πορφύρα,
    το βιβλίο της Μάρως Δούκα
    https://www.academia.edu/5268625/%CE%A4%CE%BF_%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%82_%CE%94%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1_%CE%95%CE%BD%CE%B1%CF%82_%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B1

  86. Γιάννης Ιατρού said

    75: Όντως, όταν όμως ωριμάζουν…. 🙂

  87. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κόφια: σκούφια, Θήκη των μαλλιών των Εβραίων της 0εσσαλονίκης
    http://nostosgalatsiou.blogspot.com/p/blog-page_18.html

    Τρυποσκούφης, επώνυμο σχετικά σύνηθες στην Κυνουρία.

    βάζει ο Ντούτσε τη στολή του
    και τη σκούφια την ψηλή του
    βρε το μασκαρά

  88. ΕΦΗ - ΕΦΗ said


    Μαυροσκουφάκι ,Μαυροτσιροβάκο το λένε αλλού, εμείς τσεμπέρα
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82_(%CF%80%CF%84%CE%B7%CE%BD%CF%8C)

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82

  89. Γιάννης Ιατρού said

    88: τσεμπέρι
    και
    Ποια είναι η συμπαθητική γιαγιούλα που φόρεσε το… τσεμπέρι της και ταΐζει το άλογο με καρότο; 🙂

  90. Corto said

    74 (Leonikos) και 77 (Πέπε):

    Βεβαίως συμφωνώ με τις παρατηρήσεις σας. Οπωσδήποτε υπάρχει λογοτεχνία που καθοδηγείται κυρίως από την γλώσσα. Και σίγουρα η «πρωτογενής» λογοτεχνία πλάθεται μέσα από ένα γλωσσικό ύφος με περίτεχνες λέξεις και εκφράσεις. Σε μερικά είδη μάλιστα (π.χ. ηθογραφία) οι ιδιωματισμοί είναι απαραίτητοι.
    Το προβλήμα με την γλωσσική επιτήδευση το εντοπίζω κυρίως σε μεταφράσεις και σε διασκευές παλαιών έργων. Θυμάμαι για παράδειγμα την ιστορία του Θουκυδίδη από τις εκδόσεις Κάκτος, στην οποία ο μεταφραστής (ή οι μεταφραστές) επέλεξε να γράφει «κίντυνος» και όχι «κίνδυνος», λες και υπάρχει κανένας που προφέρει έτσι την λέξη. Δεν φτάνει δηλαδή για τον αναγνώστη η αντικειμενική δυσκολία της κατανόησης του κειμένου σε βάθος (εννοώ την κατανόηση των περιγραφομένων γεγονότων), πρέπει και να προσαρμόζεται
    στους λογοτεχνικούς πειραματισμούς….

  91. Πέπε said

    90
    Για κάτι τέτοιες περιπτώσεις θυμάμαι από παιδί ότι καταλάβαινα μεν απρόσκοπτα, όμως δυσφορούσα. Για άλλες, όπως το τόκα, όχι. Ίσως είναι θέμα γούστου του αναγνώστη, αλλά βέβαια και του συγγραφέα / μεταφραστή / διασκευαστή. (Του πρώτου είναι κολοκυθόπιττα, των δεύτερων οφείλει να είναι καλό.)

    ____________________________

    Ξέχασα να αναφέρω ότι σήμερα το πρωί είδα ένα φίλο μου να ‘χει τα μαλλιά δεμένα σ’ ένα μαντίλι, και μου ‘ρθε πολύ φυσικό να του πω «ωραίος ο σκούφος», παρόλο που εμφανώς δεν ήταν σκούφος. Δεν είχα -συνειδητά τουλάχιστον- επηρεαστεί από το άρθρο του Νίκου, οπότε αργότερα που έκανα τη σύνδεση σκέφτηκα «ωραία σύμπτωση!».

  92. Μαρία said

    Άραγε ο Χειμωνάς τραγουδούσε Πάριο σκουφωμένος ή ξεσκούφωτος; https://twitter.com/St_Theodorakis/status/1111177043746664450

  93. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλησπέρα σε όλους!
    Μας «σκούφωσε» ευχάριστα – νομίζω – το σημερινό!

    Παραλλαγή της γνωστής παροιμίας, όπως λέγεται (και) στην Κρήτη, είναι επίσης η:
    ’’Τι του λείπει του κασίδη; Η μαργαριταρένια σκούφια.’’
    Ενδιαφέρον είναι ότι μια διατύπωσή της με τη μορφή:
    ’’Ti σε λείπει, κασσιδιάρη; μαργαριταρένια σκούφια!’’
    βρίσκεται καταγραμμένη από το 1831 στο (μνημειώδες, βεβαίως βεβαίως…) « Dictionary of Modern Greek Proverbs (With an English Translation)» του Αλεξάνδρου Νέγρη. [Ο Ι. Βενιζέλος την αναφέρει το 1867]
    Κατεβαίνει από: https://books.google.gr/books?id=ZoUvAAAAYAAJ

    Στο ίδιο λεξικό ο συγγραφέας καταγράφει και τις παρακάτω, σχετικές με σκούφια, παροιμίες:
    ‘’Σε παρακαλώ κ’ εγώ κ’ η σκούφιά μου.’’ (που αναφέρει και ο Νικοκύρης)
    ‘’Θα σε κάμω να μάθης, πόσ’ αυγά χωρεί η σκούφια σου.’’ (όπως το σύγχρονο ‘’πόσα απίδια βάζει ο σάκος’’)
    ‘’Μάς εγέννησεν η κόττα ’ς την σκούφιαν.’’ (Για να επισημάνει περιπαικτικά ένα ασήμαντο πλεονέκτημα)
    Έχουν επιβιώσει, άραγε, κάπου αυτές οι δυο τελευταίες σήμερα;

  94. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    90>> να γράφει «κίντυνος» και όχι «κίνδυνος», λες και υπάρχει κανένας που προφέρει έτσι την λέξη.
    Στη ντοπιολαλιά στην Κρήτη λένε/τραγουδούνε κίντυνο, μόνο που νομίζω αυτοί που τον λένε, δε διαβάζουν Θούκυ, οπότε δώρο άδωρο 🙂
    Ο Ξυλούρης τραγούδαγε
    Τα μάτια σου είναι θάλασσα
    κι όποιος κι αν ταξιδέψει
    πρέπει να το σκεφτεί καλά
    γιατί δα κιντυνέψει

    Και οι παλιοί δικοί μου, και οι γονείς μου, κιντυνεύει λέγανε, ίσως κι εγώ όταν είμαι με το κρητικό σινάφι αλλά μόνο αν σκεφτόμουν να κάνω σε μαντινάδες τον ιστορικό (φυλαχτείτε!) θα υφίστατο τον …κίντυνο 🙂

    89. Πάλι ο ξυλούρης τραγουδησε, στην κεφαλή τσεμπέρι, σε μια ιδιότυπη αναστροφή της μαντινάδας του:
    Που νταγιαντίζεις και φορείς
    χειμώνα καλοκαίρι
    ω μερακλίνα κοπελιά
    στην κεφαλή τσεμπέρι

  95. BLOG_OTI_NANAI said

    Σε ένα Ζακυνθηνό λεξιλόγιο του 1867 γίνεται η σύνδεση του σκούφου με το σκυφίο=κρανίο:

  96. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Τί σου λείπει διακονάρη
    σκούφια με μαργαριτάρι »

    από Γιαννιώτισσα φίλη

  97. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Καλησπέρα σας και πάλι από Ιλλινόϊ,

    1) Ένα μεγάλο ΕΥΓΕ στον εκλεκτό χριστιανό λόγιο κ. Blog-oti-nanai για το εύρημα του σχολίου 95. Ο Ζακυνθηνός αρχιμανδρίτης Ν. Κατράμης, προφανώς, γνώριζε την σημασία «κρανίο» που είχε πάρει το «σκυφίον» στον Παύλο Αιγινήτη και το αναφέρει.
    Κατόπιν αυτού του λαμπρού ευρήματος, ΟΦΕΙΛΕΙ ο κ. Σαραντάκος να ξαναγράψει το παρόν άρθρο και να δεχτεί την προέλευση της «σκούφιας» από τον «σκύφο». Άλλωστε, και μόνο αν εικονογραφούσε το παρόν άρθρο με μία φωτογραφία ενός αρχαιοελληνικού σκύφου, κι ο τελευταίος κάφρος αναγνώστης θα καταλάβαινε πως η σκούφια είναι ένας ανάποδος σκύφος.

    2) Εκλεκτέ σχολιαστά κ. Μίκιε (93),

    Ευχαριστούμε θερμώς για την προσφορά του μνημειώδους «Dictionary of Modern Greek Proverbs» (Edinburgh, 1831)» του Αλεξάνδρου Νέγρη, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε πλήρως το Επιτελείο μας.

    Αλλά γιατί, κύριε Μίκιε, αποκρύπτεις ότι στην μνημόνευση της ρωμέικης παροιμίας «Θα σε κάμω να μάθης, πόσ’ αυγά χωρεί η σκούφια σου», ο Νέγρης δηλώνει σαφώς ότι η σκούφια προέρχεται από τον σκύφο; Μήπως γιατί φοβάσαι μήπως οργιστεί ο κ. Σαραντάκος που επιμένει να αρνείται αυτή την προέλευση;

    3) Το Επιτελείο μας ενημερώνει τον κ. Σαραντάκο ότι στο μνημειώδες Λατινικό Λεξικό Ernout – Meillet, αναφέρεται σαφώς ότι η ελληνική λέξις «σκύφος» είχε περάσει στην Λατινική Γλώσσα μέσω του ελληνομαθέστατου Κικέρωνος

  98. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σκυφίζω λέμε κάτω δυο πράματα κλέβω/ιδιοποιούμαι κάτι (πού το σκύφισες αυτό το μαχαιράκι; -από που το «βούτηξες» )
    και σκυφίζω μακαρόνια, φτιάχνω τα σκυφιστά με «κούφιο» , αναδιπλωμένο δηλαδή, το ζυμάρι. Σκιουφιχτά τα λένε πιο δυτικά κι έτσι βλέπω να πουλιέται το ανάλογο είδος από μια κρητική μακαρονοβιομηχανία.

  99. loukretia50 said

    «Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου, xρυσό σκουφί του νου μου , αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίζω, όσο να ζεις, όσο να ζω και εγώ, για να χαρεί η καρδιά μου..»
    Ν. Καζαντζάκης Οδύσσεια

    Αυτόν δεν τον πέτυχα με σκούφο, αλλά αφού αναφέρθηκε
    Baron Munchausen https://youtu.be/D0Qx5b2Ljvc
    και η σχετική ταινία
    John Neville – Baron Munchausen https://youtu.be/1LXuPYnUoRk

  100. Corto said

    91α:
    Συμφωνώ απολύτως. Να προσθέσω μόνο ότι στις μεταφράσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και το είδος του έργου που μεταφράζεται. Στα φιλοσοφικά ή στα ιστορικά έργα, νομίζω ότι οι ιδιωματισμοί δεν έχουν θέση, έστω κι αν γίνονται κατανοητοί. Να ένα ακόμη παράδειγμα ενοχλητικής μεταφραστικής επιλογής:

    «Τότε, επειδή την γουστάρησε πολύ ο Ποσειδών, ήρθε και την πήρε και πλάγιασαν μαζί.» (Πλάτων, Κριτίας, VII, μετάφραση Γ. Κορδάτου, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, σελ.33)

  101. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    1) Ακόμη ένα δίστιχο-παροιμιακή έκφραση από την (Κεντρική τουλάχιστον) Κρήτη:
    ‘’Ασκορδαλός με το σκουφί και με τον έναν πόδα,
    η μάνα του τού φώνιαζε κι αυτός εσφυρολόγα.’’
    (Για κάποιον που δεν θέλει να ακούσει/καταλάβει κάτι και … σφυρίζει αδιάφορα).
    Εδώ, η λ. σκουφί σημαίνει λοφίο, τσουλούφι και (α)σκορδαλός = κορυδαλλός.
    Σε άλλη εκδοχή, αντί σκουφί ακούγεται τσουνί, αλλά κτγμ το σκουφί φαίνεται πιο ταιριαστό με την εικόνα του σκορδαλού.
    http://api.ning.com/files/FIt*ZFe6wNiCMw*9aw0EtQDjS7eVvU0YgFXMcF-l8JuhdhOZl40RcOGvERB85IDp*YFUMOxhfgw4kVNuQsyB5AkcRgTc4krX/file.jpg?profile=RESIZE_930x&width=737

    2) κ. Ιάκωβε (#97-2): Ο άνθρωπος λέει : ‘’… probably from σκύφος, σκυφίον.’’ (Εσείς όμως το κάνατε «γαργάρα»…).

  102. Corto said

    94:
    Έφη αναμφίβολα έχεις δίκιο ότι υπάρχει ο τύπος «κίντυνος» σε ιδιώματα της Κρήτης ή και άλλων περιοχών. Αυτό που εννοούσα είναι ότι δεν αποτελεί διαδεδομένο τύπο της καθομιλουμένης ή της κοινής νεοελληνικής (ή τέλος πάντων της επίσημης γλώσσας) και στους περισσότερους είναι εντελώς άγνωστος, έστω και αν γίνεται αμέσως κατανοητός. Από αυτήν την άποψη θεωρώ ότι η χρήση τέτοιων ιδιωματισμών σε μια μετάφραση ενός αρχαίου κειμένου όχι μόνον δεν προσφέρει τίποτα στον αναγνώστη, αλλά μάλλον τον ξενίζει.

  103. Αγγελος said

    Ότι ο ελληνικός σκύφος πέρασε στα λατινικά με την κυριολεκτική του σημασία, το ξέρει όποιος έχει διαβάσει τις Ωδές του Ορατίου:
    Natis in usum laetititiae scyphis pugnare Thracum est; tollite barbarum morem, verecundumque Bacchum sanguineis prohibete rixis. (A 27)
    Αλλά τι σχέση έχει αυτό με την εικαζόμενη σχέση του με τη σκούφια;

  104. Αγγελος said

    Αλλοι πρασινοσκούφηδες: https://www.youtube.com/watch?v=PX4Flhw0HSA

  105. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Σοφέ Νέστορα του Ιστολογίου, κ. Άγγελε (103),

    1) Γιατί δεν λέτε λέξη για την αποκάλυψη του Επιτελείου μας (σχόλιο 79) ότι ήδη στον Παύλο Αιγινήτη (+ 690 μ.Χ.) το σκυφίον σήμαινε και κρανίο; Γιατί δεν βγάζετε άχνα για το εύρημα του χριστιανού λογίου κ. Blog-oti-nanai στο σχόλιο 95, που δείχνει ότι στην Ζάκυνθο του 19ου αιώνος γνώριζαν οι Ρωμιοί την σημασία «κρανίο» για τον σκύφο;

    Γιατί, σοφέ Νέστορα, δέχεται τόσο εύκολα ο κ. Σαραντάκος ότι το λατινικό «cuffia» προήλθε από το παλαιογερμανικό «kuffe» (που σημαίνει «κεφάλι»), και αρνείται να δεχτεί ότι το ρωμέικο «σκούφια» προήλθε από το «σκύφιον» του Παύλου Αιγινήτη, που σημαίνει «κρανίο»;

    Γιατί δεν έβαλε ο κ. Σαραντάκος στο άρθρο του μία εικόνα ενός αρχαιοελληνικού σκύφου; Μήπως για να μήν αντιληφθεί και ο τελευταίος κάφρος αναγνώστης ότι η σκούφια είναι ένας ανεστραμμένος σκούφος;

    2) Γιατί, σοφέ Νέστορα, τηρείτε σιωπήν παλαιάς Αρσακειάδος για την γκάφα του κ. Σαραντάκου να γράψει στο παρόν άρθρο ότι η πρώτη καταγραφή της «σκούφιας» στην Θεία Ελληνική Γλώσσα γίνεται στον «Πόλεμο της Τρωάδος» (14ος αιών μ.X.) με την σημασία της «περικεφαλαίας», ενώ ο διακεκριμένος ελληνιστής κ. Baloglou αποκάλυψε στο σχόλιο 82 ότι η «σκούφια» πρωτομπήκε στην «Διήγησι Παιδιόφραστο των Τετραπόδων Ζώων» (1350 μ.Χ.) με την σημερινή σημασία του καλύμματος της κεφαλής;

    Άλλο θέμα αν κι ο κ. Baloglou διέπραξε το λάθος να γράψει δίς το «στιλβΟνουν» με ωμέγα…

  106. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    101 «Ασκορδαλός με το τρουλί » ,σα να θυμάμαι επίσης.
    Τρουλί το λοφίο και λέμε και τρουλίδα, τον ασκορδαλό/κορυδαλλό.

    102.Ακριβώς! Αναίτια δεν ταιριάζει. Σε στιλ μαντινάδων,λέμε τώρα, θα μπορούσε να ειπωθεί/χρησιμοποιηθεί ο κίντυνος, όπως έκανε πχ ο Γ.Ψυχουντάκης για την Οδύσσεια και Ιλιάδα – που όμως ήταν ποίημα κι όχι ιστορικό όπως ο Θουκυδίδης.

  107. Pedis said

    cùffia (pop. scùffia) s. f. [lat. tardo cŏfea (in glosse cufia), prob. di origine germ.].

    http://www.treccani.it/vocabolario/cuffia/

    εκφράσεις που δεν πέρασαν στα ελληνικά: αναποδογύρισμα βάρκας/αυτοκινήτου, μεθύσι, ερωτοκτύπημα.

    2. Nel linguaggio marin., fare scuffia (meno com. fare cuffia), di un’imbarcazione, capovolgersi, ribaltarsi; per analogia, talora, anche di un veicolo su strada. 3. region. a. Forte ubriacatura, sbornia, spec. nelle locuz. prendere, prendersi una s., una bella scuffia. b. Forte e improvviso innamoramento, cotta: prendere, avere una s. per una compagna di liceo.

    http://www.treccani.it/vocabolario/scuffia/

  108. Γιάννης Ιατρού said

    Για τον σκούφο (φρυγικό) που φορά η Marianne, που ενσαρκώνει την Γαλλική Δημοκρατία μετά την γαλλική επανάσταση, δεν είδα να είπαμε. Γενικά ο φρυγικός σκούφος (βλ. και #39 που ταν αναφέρει ο Δύτης) ήταν σύμβολο ελευθερίας, μάλλον γιατί φορέθηκε από τους απελευθερωμένους σκλάβους στην Ελλάδα και τη Ρώμη.

  109. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Κακόψυχε Ιατρού (108),

    Σταμάτα να πετάς την μπάλα στην εξέδρα με ανούσιες εξυπνάδες και πάρε θέση για τα σημαντικά που ρωτάω τον κ. Άγγελο στο 105:

    Είναι δυνατόν ο κ. Σαραντάκος να γράφει για πρώτη εμφάνιση της «σκούφιας» στον «Πόλεμο της Τρωάδος» με την σημασία της «περικεφαλαίας», ενώ η λέξις υπάρχει ήδη στην «Παιδιόφραστο» με την σημερινή σημασία του καλύμματος της κεφαλής;

    Είναι δυνατόν επί 15 ολόκληρες ώρες ουδείς σχολιαστής να μήν έχει τολμήσει να επισημάνει την βαρβάτη αυτή ανακρίβεια που εκθέτει το Ιστολόγιο;

    Και τέλος, εσύ ως γερμανομαθής ήξερες πως το παλαιογερμανικό «kuffe» σημαίνει «κεφάλι», και έδωσε το ιταλικό «cuffia»; Γιατί, κακόψυχε Ιατρού, δεν μάς λές πώς είναι η σκούφια στα γερμανικά, ώστε να αντιληφθούν όλοι ότι αποκλείεται οι Γερμανοί να έχουν δώσει την σκούφια στους Ιταλούς και να μη κράτησαν κι αυτή μιά σκούφια για τον εαυτό τους;

  110. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    @ 97

    « … θα καταλάβαινε πως η σκούφια είναι ένας ανάποδος σκύφος. »

    Γι’αὐτό ἀκριβῶς καὶ ἐνίοτε χαρακτηρίζετο μὲ τὸ σπάνιον ἐπίθετον « οὐατόεις » , δηλαδή, μὲ μεγάλα αὐτιά .
    Διό καὶ Σιμωνίδης «οὺατόεντα σκύφον» ἒφη . Τὰ δὲ ὂυατα ἡ πρωτότυπος μορφή τοῦ ὦτα .
    Καὶ βέβαια , εἰς τὰ Νόννου Διονυσιακά : «…οὒατα σεἰων , ὡς ὂνος οὐατὀεις , λάσιος δεμας …» κ.λπ.

  111. Γιάννης Ιατρού said

  112. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    διόρθωσις : οὒατα

    Ἐπὶσης, μὲ τὴν ἐναλλαγή -φ- σε -τ- , ἒχουμε σκύφος – σκύτος (ὑπάρχει καὶ ὁ τύπος μὲ περισπωμένη )
    Ὅλως παραδὀξως , οὒτε στὸ ἂρθρο , οὒτε καὶ στά σχόλια μέχρι στιγμῆς δὲν σημειώθη ἡ λέξις σκύτος .
    Ὅπου, τὸ λεξικὸν etymologicum gudianum μας πληροφορεῖ – ὁποία σύμπτωσις ! – :

    «…ἂλλοι δὲ τὸ τῆς κεφαλῆς δέρμα , παρό καὶ σκῦτος εἲρηται , τουτ’ ἒστιν ἡ κεφαλή. » !!

  113. Μαρία said

    111
    Χμ
    cùffia (pop. scùffia) s. f. lat. tardo cŏfea (in glosse cufia), prob. di origine germ.
    coiffe mot d’empr., d’orig. obsc., peut-être germanique.

  114. Μαρία said

    112
    Με κάτι τέτοιες μαγικές εναλλαγές κι ο κουφός έγινε κουτός.

  115. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    @114

    Μὲ τὴ μόνη διαφορά ὅτι στὸ 112 ὑπάρχει καὶ ταύτισις ἐννοιολογική .
    Ὅρα καὶ Ζακυνθηνό λεξιλόγιο 1887 , σχ. 95 , σκύφος – κρανίον

  116. Γς said

    106:

    >Τρουλί το λοφίο και λέμε και τρουλίδα, τον ασκορδαλό/κορυδαλλό.

    Αλουέτε ζάντιλ αλουέτε

    Αλουέτε ζε τε πλυμερέ

    Ζε τε πλυμερέ λε ντο

    ε λα κε, ε λε πατ, ε λεζ ailes, Et les yeux ! Et le bec ! Et la tête !
    Alouette !

    Βδομήντα χρόνια πίσω!

    Στο Βύρωνα, όταν συνομήλικοί μας ήταν στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης ή «φυγαδευμένοι» στην Αλβανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία, Γιουγκοσλαβία.

    Βδομήντα χρόνια πίσω 1949 κι η κυρά Ρίτα στο νηπιαγωγείο στον Κοπανά του Βύρωνα μας μάθαινε το Φρέρε Ζάκε, το Αλουέτε και το Αλονζ ανφάν ντε λα πατρίε.

    Καμάρωνα, κι οι καρδιά μου τό ξερε, που στα παιχνίδια μας [τα στρατιωτικά βέβαια] με βάζανε πρώτο στη γραμμή γιατί είχε σκοτωθεί ο πατέρας μου [απλώς δεν είχαμε νέα του στις μεγάλες τελικές επιχειρήσεις στο Γράμμο-Βίτσι].

    Πόσο είχαμε ανάγκη την ελπίδα, το μπλε άσπρο κόκκινο της Μασσαλιώτιδας, την μαύρη εκείνη εποχή.

  117. Πέπε said

    @κίντυνος κλπ.:

    Συμφωνώ με το συμπέρασμα της Έφης και του Κόρτο: υπάρχουν λέξεις ή τύποι που ενώ είναι γνήσια λαϊκοί, στα περισσότερα είδη λόγου χτυπάνε ως περιττά εξεζητημένοι και τελικά ως μη γνήσιοι.

    Αν σε σταυρόλεξο ή κουιζ με ρωτούσαν «πεζογράφος που λέει κίντυνος και βγάζουμε σπυριά;», θα έλεγα με κλειστα μάτια Καζαντζάκης.

    Στο δημοτικό «Καράβι κιντυνεύει», σε σύγχρονες μαντινάδες ή ακόμα και στην Οδύσσεια δε μ’ ενοχλεί.

  118. Γιάννης Ιατρού said

    καλημέρα,

    112: coiffe => mittel-fränkisch (mfr) γράφει. Ε, οι Φράγκοι (Frank-reich) ακόμα δεν θα είχαν κατέβει πιο ΝΔ … 🙂

  119. # 116

    Για το ιλ ζουέ λε βιολον Πίπο καντ ιλ ετέ μιλιτέρ, ιλ ζουέ λε βιολον Πίπο καντ ιλ ετέ ματελό, τίποτε ;;

    Ούτε για το καν μεσιέ βα Παρί πετί-πετί-πετί γκαλό, καν μαντάμ βα Παρί, γκρο-γκρο-γκρο γκαλό ;

    θα σε μαλώσω !

  120. Καλημέρα σε όλους και διπλή με τραγουδάκι στον Γς !

  121. Δυομητρυιος said

    Όσο για 88 και 89 βρείτε και τη διαδρομή απ’το CoVeR στο CeBeRi. Tελικα περί καλυψεων ο λόγος. Της κεφαλής και άλλων πραγμάτων. // Τώρα καποιος μίλησε για λόφο από Finland ως Κουκούλα.Εδω έχουμε στα σύνορα Βελγίου – Γερμανίας (Αχεν)λοφο ονοματι Kopfchen = μικρο κεφαλι. ΙΝ Finland λενε Κaupenki Mr.Jacob,που σημαινει Μεγάλο Οικημα, ,μαγαζι στην Σαλονικα,αλλα εμενα ενας Αρωμανος απο το Νυμφαιο το χρησιμοποιησε ως: «για μενα Δημητρη εχει κλεισει αυτο το ΚIPΕΝGI».Το ειδατε; ΚΕΦΑΛΑΙΟ χμ

  122. Δυομητρυιος said

    Δηλαδη Μικ ιε 101 τι ειναι ο λοφος ΛΦ χωρις το Κ; Κελεφα Νικο ( εδαφικο κελυφος , υψαριον , 6υ και τόσα τοπωνύμια στα ορεινά της Πελοποννήσου με την μορφή ιχθύος αλλά μάλλον υψωματος). Να δω πως θα επικοινωνούσε με χωρίς τον Κύρη μας.Κατω τα χέρια σας απ’το Νικο.

  123. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ, ωραία σχόλια γίνανε!

  124. Αλέκος81 said

    Μεσουρανουντων του Αλογοσκουφη από τη μία και της χρηματιστηριακής άνθησης από την άλλη, έρχεται η μάνα (πριν 20 χρόνια;) :

    «Άκου μια λέξη που είπανε: Μουροσκ… Σκουφομουρ… »
    «Αλογομουρης; »
    «Ναι! «

  125. Κώστας said

    Καλημέρα.
    Καταρχάς παλαιογερμανική λέξη kuffe με τη σημασία «κεφάλι» δεν βλέπω να μαρτυρείται. Γνωρίζουμε το houbit (σήμερα Haupt) όπως και το gibilla (πρβ. κεφαλή), γι αυτό το kuffe, όμως, βάζω ερωτηματικό. Επίσης, παρά το γεγονός ότι ο σκύφος μαρτυρείται νωρίτερα από τις αντίστοιχες λέξεις των Γερμανών και των Ρωμαίων, κεφάλι είχαν σίγουρα και οι μεν και οι δε πολύ νωρίτερα και προφανώς κάπως θα το λέγανε (κι ας μη γνωρίζουμε πώς). To ίδιο ισχύει φυσικά και για τα διάφορα καλύμματα κεφαλής. Ακόμα και στην εποχή των Παγετώνων το κεφάλι προστατευόταν και κάπως θα τα λέγανε τα καλύμματα αυτά. Το ότι δεν γνωρίζουμε πώς, δεν αλλάζει κάτι. Τα αρχαιολογικά ευρήματα αρκούν.
    Για να επανέλθω, όμως, στο kuffe, που βλέπουμε μαζί με τα kupfe και kuppe στο παράθεμα του Γιάννη από το λεξικό του Wackernagel, να επισημανθεί ότι η λέξη δεν είναι παλαιογερμανική αλλά μεσαιωνική ούτε σημαίνει «κεφάλι», αλλά περιγράφει ένα κάλυμμα κεφαλής που φοριέται κάτω από το κράνος. Συνεπώς ακόμα αναζητείται η τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι το kuffe πρώτον, είναι παλαιογερμανικό και δεύτερον, σημαίνει «κεφάλι».

    (Διευκρινίζω επίσης ότι το althochdeutsch δεν ταυτίζεται με το altdeutsch, αλλά εμπεριέχεται σʼ αυτό.)

  126. Γιάννης Ιατρού said

    125 (τέλος):
    Κώστα, το γράφει (κάλυμμα …): «Kopfbedeckung unter der Helme», δεν γράφει τίποτα για «κεφάλι».

    Όμως για το σκούφο των 7 νάνων δεν γράψαμε (φρυγικού τύπου κι αυτός) κάτι 🙂

  127. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    @ 122, Δυομητρυιε, μήπως μπέρδεψες αριθμό σχολίου (και αποδέκτη) με το περιεχόμενο (;) του σχολίου σου;

  128. gbaloglou said

    105 & 109 Στην Παιδιόφραστο (Διήγηση των Τετραπόδων) η σκούφια ως κάλυμμα δεν αφορά την κεφαλή αλλά το ‘εξώφυλλο’ των τότε βιβλίων. (Όσον αφορά το «στιλβώνω» αντί του «στιλβόνω», ο Νίκος Νικολάου (Nick Nicholas) και εγώ … απλώς ακολουθήσαμε την επιλογή/γραφή του όντως διακεκριμένου Ελληνιστή Hans Eideneier.)

  129. gbaloglou said

    128 Διορθώνω: ακολουθήσαμε (στο προ 16 ετών εκδοθέν βιβλίο μας) την γραφή του αείμνηστου, επίσης διακεκριμένου Ελληνιστή (και Κλασικιστή), Μανώλη Παπαθωμόπουλου (που μας εμπιστεύτηκε το χειρόγραφο του αρκετά χρόνια πριν εκδώσει ο ίδιος την Παιδιόφραστο ως κύκνειo
    άσμα). Συμφωνούν πάντως στο συγκεκριμένο σημείο οι γραφές των άσπονδων φίλων Παπαθωμόπουλου και Eideneier 🙂

  130. Πέπε said

    @126:
    Δεν ξέρω ποιος πρώτος δημιούργησε την παράδοση της συγκεκριμένης απεικόνισης των 7 νάνων, αν ήταν δηλαδή η Ντίσνεϊ ή κάποια παλιότερη εικονογράφηση. Πάντως, αυτές τις μέρες έτυχε και διάβαζα το «ορίτζιναλ» παραμύθι, δε θυμάμαι αν ήταν Γκριμ ή Περό, και παρατήρησα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: όλη μέρα οι νάνοι έλειπαν από το σπίτι, γιατί έσκαβαν σ’ ένα ορυχείο για χρυσάφι και διαμάντια.

    Σε τουλάχιστον άλλα δύο παραμύθια των Γκριμ, τη Χιονούλα και τη Ροδούλα κι ένα άλλο με μια κοπέλα που πήγε στους νάνους για μια βάφτιση και ξεχάστηκε και νόμιζε ότι έκατσε τρεις μέρες αλλά ήταν 7 χρόνια, οι νάνοι πάλι ασχολούνται με πολύτιμα υλικά και θησαυρούς.

    Υπάρχουν επίσης οι νάνοι του Τόλκιν, που επίσης αυτή την τέχνη έχουν ως κύρια ασχολία τους και την έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο. Στον Τόλκιν οι νάνοι μπορεί κατά περίσταση να αποδειχτούν φιλόξενοι, καλόκαρδοι, ακόμα και γενναίοι, αλλά τη σχεδόν γονιδιακή φιλαργυρία τους δεν μπορούν ποτέ να την ξεπεράσουν. (Από τους νάνους των παραμυθιών, ρητή περίπτωση φιλαργυρίας έχουμε μόνο στην περίπτωση της Χιονούλας και της Ροδούλας. Οι άλλοι απλώς αυτό επαγγέλλονται, χωρίς να επηρεάζει τον καλό τους χαρακτήρα.)

    Το μυθολογικό σύμπαν του Τόλκιν πατάει σε διάφορες παλιότερες υπαρκτές μυθολογίες ευρωπαϊκών λαών. Δεν έχω δει τις σχετικές μελέτες, τι ακριβώς προϋπήρχε και πού, αλλά αυτό το σταθερό στοιχείο που συνδέει τους νάνους με τους θησαυρούς δεν πρέπει να είναι τυχαίο.

    Επομένως υποθέτω ότι πρέπει κάπου στην Δ. ή Β. Ευρώπη να υπάρχουν αρκετά συγκεκριμένες λαϊκές παραδόσεις γι’ αυτούς τους μυθικούς νάνους, που ίσως να περιλαμβάνουν και τη μορφή τους, και άρα και τη σκούφια.

  131. 129: «στιλβόνω»: Μα τα ρήματα σε -ώνω, που αντιστοιχούν στα αρχαία σε -όω, έχουν να γραφτούν με -ον- από το 1800-κάτι. Τον αιώνα δλδ που εκδόθηκε πρώτη φορά η Παιδιόφραστος. Και μπορεί η έκδοση της Παιδιοφράστου του Βάγνερ να είναι η μόνη που διαθέτει ο κατά τα άλλα προσφιλέστατος Βάταλος· αλλά αλοίμονο τώρα αν θα γίνουμε δέσμιοι γι’ αυτό το λόγο στις ορθογραφικές επιλογές του 1870.

  132. sarant said

    131 Ε, και στις αρχές του 20ού αιώνα έβλεπες καρφόνω κτλ. αλλά πράγματι αλίμονο.

  133. 130, … οι νάνοι
    έλειπαν από το σπίτι, γιατί έσκαβαν σ’ ένα ορυχείο για
    χρυσάφι και διαμάντια. …

    Πολύτιμα υλικά της
    νανοτεχνολογίας

  134. 126,
    Και τα στρουμφάκια!

  135. Πέπε said

    Τα αρχαία ρήματα σε -όω άλλαξαν στα νέα ελληνικά την κατάληξη του ενεστώτα σε -[onο]. (Η, ακριβέστερα: αντικατέστησαν τον χαρακτήρα -ο- με -[on]-.) Αυτό παλαιότερα ορθογραφήθηκε «-όνω», προφανώς επειδή θα είχαν θεωρήσει ότι ανάμεσα στο -ο- του αρχαίου θέματος και στην κατάληξη έχει παρεμβληθεί πρόσφυμα -ν-. Αργότερα άλλαξε σε -ώνω, επειδή διαγνώστηκε, πολύ ορθότερα, ότι πρόκειται για καινούργιο ενεστώτα που σχηματίστηκε υποχωρητικά από τον αόριστο (ο οποίος έμεινε αναλλοίωτος, ανέκαθεν σε -ωσα).

  136. Το σκουφάκι pussyhat, θυγατρικό του κινήματος Me Too.

  137. Γιάννης Ιατρού said

    130: Πέπε, στην περίπτωση των 7 νάνων μάλλον έχει να κάνει με διάφορους (πονηρούς ή/και κ.ά.) συμβολισμούς του σκούφου. Δεν αποκλείεται να έχει να κάνει και με τον ίδιο τον Walt Disney (ή πιθανότερα με τον αδελφό του Roy Disney).

    Για τον Φρυγικό σκούφο, εδώ προσφορά του υπογείου, με πληροφορίες/ιστορικό από διάφορες πηγές (1887 – 2000), 8 σελίδες, μαζεμένα 🙂

  138. loukretia50 said

    Kαλλικαντζαροειδή
    Creatures in Scandinavian Folklore

    137. Μερσί

  139. Κώστας said

    126: Όντως, Γιάννη, το έγραψες φαρδιά πλατιά, απλώς το μάτι μου έπεσε στο γερμανικό παράθεμα και δεν πρόσεξα καθόλου τη μετάφραση. Ούτως ή άλλως, όμως, το σχόλιο μου αναφερόταν κατά κύριο λόγο στον ισχυρισμό του Μπαμπινιώτη που επικαλέστηκε ο Ιάκωβος στο 79 και στο 105 ότι το kuffe είναι παλαιογερμανικό και σήμαινε «κεφάλι». Όπως εξήγησα, ούτε το ένα ισχύει ούτε τʼ άλλο.

  140. Δυομητρυιος said

    Νικο στην biriba όταν έμπαινε καπέλο έλεγαν Bournetta.Oσο για το κρανίο ναι έχουμε και κρανα(Ροδος) η κρηνη, Κεφαλόβρυσο και σκυφος ,κατι βλεπω να σχηματίζεται σαν εννοια. Υψαριον, ceberi, κρανίο, Γαβαλα (λοφος), κaupfchen ,κεφαλακι,καπέλο. Yarmulk. Εβραικο καλυμα κεφαλης,Γερμανικη λεξη;

  141. Γιάννης Ιατρού said

    139: Έτσι, όπως λες είναι Κώστα, τουλάχιστον για το λήμμα kuffe (που αναφέρει ο πολυώνυμος που έχει λαλήσει 🙂 πιό πάνω, στο τέλος του #109).

    Για την γερμ. προελεύσεως έννοια: «κεφαλή» ή τέλος πάντων «κάλυμμα κεφαλής» ή/και «δοχείο πόσης», π.χ. κύλικα, σκύφο κλπ. σαν αυτό εδώ, ο ίδιος (Wilhelm Wackernagel) στο ίδιο λεξικό του (βλ. #111) αναφέρει τη λέξη Kopf, που είναι βεβαίως διαφορετική από το kuffe.
    Και αυτή η καταχώριση του W.W. δικαιολογεί και την άποψη του Νίκου (προέλευση από το *λατινικό, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας κλπ.). Για να μην υπάρξει παρανόηση, έβαλα και σημείωση για τις έννοιες των συντμήσεων 🙂

  142. Γιάννης Ιατρού said

    141: Διόρθωση:
    …Για την γερμ. προελεύσεως έννοια: «κεφαλή» ή/και «δοχείο πόσης» όχι τέλος πάντων «κάλυμμα κεφαλής» …

  143. Κώστας said

    141: «Και αυτή η καταχώριση του W.W. δικαιολογεί και την άποψη του Νίκου (προέλευση από το *λατινικό, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας κλπ.)»

    Μα στο επίμαχο λήμμα ο Wackernagel δεν ανάγει τη λατινική λέξη στην παλαιογερμανική αλλά το αντίστροφο! Επίσης, στη γερμανική λέξη η σημασία «κεφάλι» αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Παλαιογερμανική σήμαινε μόνο «δοχείο πόσης» (φαίνεται άλλωστε και στο λήμμα του Wackernagel).

  144. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    (143): Πές τα, κύρ Κώστα μου, γιατί ο κακόψυχος Ιατρού νομίζει πως είμαστε όλοι αγράμματοι κάφροι και πάει να μας παραπλανήσει για να δικαιολογήσει την γκάφα των Μπαμπινιώτη + Σαραντάκου. Από το αρχαιοελληνικό «σκύφος» ετυμολογείται η ρωμέικη «σκούφια», και ουχί από τα λατινικά και τα παλαιογερμανικά, πάει και τελείωσε…

    Μού κάνει, όμως, εντύπωση η απόλυτος σιωπή των δύο κορυφαίων ελληνιστών, κ.κ. Nick Nicholas (131) και G.Baloglou (128+129) που αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να πούν αυτό που κάνει «νιάου-νιάου» στα κεραμίδια: Ότι η πρώτη καταγραφή της «σκούφιας» στην Θεία Ελληνική Γλώσσα συνέβη στην «Παιδιόφραστο» (1350 μ.Χ.) και ουχί στον «Πόλεμο της Τρωάδος», όπως γράφει ο κ. Σαραντάκος στο άρθρο

  145. Γιάννης Ιατρού said

    143: Κώστα, το «και αυτή η καταχώριση του W.W. δικαιολογεί και την άποψη του Νίκου…» δεν το εννοώ χρονικά, αλλά πως με αυτήν (#141) την καταχώριση γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο πως το «kuffe = κάλυμμα κεφαλής, σκούφος» δεν έχει να κάνει με το «kopf = κεφαλή / δοχείο πόσης, κύλικας, σκύφος». Στο Altdeutsche Glossen (A. Holtzmann, 1843) τη σελ. 31, στο λήμμα cuppa το αναφέρει επίσης ξεκάθαρα.

    Έτσι στηρίζεται το επιχείρημα του Ν. πως ο σκούφος ανάγεται στο «cuffia…. και στο υστερολατινικό cufia» κλπ.. Εδώ μιά εξήγηση (cùffia <= kuppe) για την «ίσως παλαιογερμανική ετυμολογία»

    144: Τζακ, καλά κρασά…, το χαβά σου εσύ … Όλο να βρεις κάποιο λάθος στον Νίκο ψάχνεις, άλλη έννοια δεν έχεις;

  146. sarant said

    145 Στο μεταξύ, χτυπιέται τώρα δυο μέρες ότι η εμφάνιση στην Παιδιόφραστο είναι νωρίτερη από την εμφάνιση στον Πόλεμο της Τρωάδας, που πράγματι είναι, ενώ εγώ πουθενά δεν έγραψα για *πρώτη* εμφάνιση:

    Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

    Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
    τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

    αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

  147. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    @145-146: Σχεδόν ομόχρονο με τη Διήγηση παιδιόφραστο και τον Πόλεμο της Τρωάδος είναι το έργο του ψευδο-Κωδινού Κουροπαλάτη «Περί οφφικιαλίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και περί των οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας», που τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 14ου αι.
    Γράφει λοιπόν (Κεφ. V):

    Ὑπηρετοῦσι δέ οἱ Κορτινάριοι εἰς τὴν τοῦ βασιλέως σκηνήν, ἥτις κόρτη ὀνομάζεται. ὁ μέντοι κόμης αύτῶν καὶ αὐτοὶ δ’ οὗτοι πανία φοροῦσι κόκκινα ἐκ τῶν τῆς κόρτης παλαιῶν πανίων, ἐξ ὧν καὶ ἐπὶ κεφαλῆς σκουφίας μόνον ἐρυθρᾶς ἐντός μὲν τῆς αύλῆς, ού μήν δὲ καὶ καπάσια· ἔτι τε καὶ κάλτζας τοιαύτας, μετά παπουτζιῶν μελάνων. ἐκτός δὲ φοροῦσι τὰς τοιαύτας σκουφίας μετὰ καπασίων.

    Η ’’σκουφία’’ εδώ φαίνεται ότι έχει ήδη -πολύ σύντομα- αποκτήσει τη σημασία του προστατευτικού πάνινου σκούφου. Σ’ αυτό συμφωνούν και διάφοροι σχολιαστές (π.χ. αναφέρεται ως pileolus interior).
    Ίσως μάλιστα και στον Πόλεμο της Τρωάδος, η σκούφια να μην είναι περικεφαλαία/κράνος, αλλά …σκούφια (αν υποθέσουμε ότι είχε λουρίκιν).

  148. Κ. Καραποτόσογλου said

    Σκούφια
    Μέρος Πρώτο

    «Cofia ist zum erstenmal bei Venantius Fortunatus
    (ende 6. jh.) belegt, später bei Alcuin, in
    den Reich. Glossen usw. Es lebt, ausser im
    gallorom. (oben 1), in it. cuffia, scuffia, kat. cofia
    Anuari 1,237, sp. id., escofia, pg. coifa (s. auch
    WS 10, 90), sowie in rum. coif „helm“. Diese
    letztere form ist wohl aus dem afr. entlehnt,
    sei es durch den allgemeinen einfluss der französischen
    Waffenschmiedekunst, sei es infolge der
    berührung der beiden Völker in der zeit des
    lateinischen kaiserreichs. Der Ursprung von cofia
    ist noch nicht geklärt (Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη
    η προέλευση της λ. cofia), wenn auch einiges
    für das germ. spricht. Einem lgb. *kupphia
    steht der frühe beleg bei Venantius Fort. entgegen,
    ebenso einem ahd. *kupfja, das von Brüch
    RLiR 2,80 als Vorstufe von ahd. chupfa aufgestellt
    wird; über die weitere germ. Verwandtschaft
    s. Brüch Z 38, 676. Aus dem fr. entlehnt
    piem. quefa „frauenschleier“, gen. kuef „haube“,
    lomb. ven. kefa, bret. koéf, vann. kouif, mndl.
    coyfie, fläm. koof „haube“, mhd. goufe. [Ndl. kuif
    „schöpf“, rhein. kuf, kūf westfäl. küffe gehören
    zu der bei Falk-Torp s. v. kop und Franck-van
    Wijk s. v. kuif beschriebenen grossen germ. sippe.
    Ahd. cuppha „mitra“ Gl. 2, 533, 52 ist Schreibfehler
    (ορθογραφικό λάθος) für cappha. Es steht nichts im Wege
    im westgerm. kufja, kuffja f. anzusetzen. Frings.]
    — Umgekehrt hat das fr. auch formen aus dem
    it. aufgenommen (II): 1 aus cuffione „grosse
    haube“, das dann bald im stamm an fr. coiffe
    angepasst wurde; 2 aus scuffione; 3 grenzentlehnung
    aus mail. piem. scüfia, gen. scuffia».

    Wartburg, FEW, τ. II (1), σ. 836-838, κυρ. σ. 838.

  149. Γιάννης Ιατρού said

    148: Ευχαριστούμε! (προκαταβολικά και για την συνέχεια 🙂 )

  150. loukretia50 said

    – «Η σκούφια η βυζαντινή είν΄περικεφαλαία..»

    Αν ήταν κούφια η σκούφια τους, για θαλπωρή ωραία
    αδύνατον να απωθεί ξώφαλτση κονταρέα.
    Δεν είχε φούντα στην κορφή,ως της νυκτός ο σκούφος.
    Όποιος στη μάχη τη φορεί, σαφώς και είναι μπούφος.
    Λουρίκιν είχε αστραφτερό ν΄ αντέχει τη φοβέρα
    των εχθρικών κατραπακιών, κόντρα βαστούσε βέρα.
    ΛΟΥ
    Ιδανικά προστάτευε με σθένος όλη μέρα
    και το μαλλί και τα μυαλά απ΄ την ορμή του αγέρα

  151. Γιάννης Ιατρού said

  152. loukretia50 said

    151. Λου-φο με σκούφο!

  153. gbaloglou said

    131 Είναι θέμα χειρογράφου, οι Eideneier και Παπαθωμόπουλος ακολούθησαν άλλο χειρόγραφο (στο συγκεκριμένο σημείο) από τον Wagner. [Ποιος ακολούθησε ποιο δεν θυμάμαι, είμαι και ‘εκτός γραφείου’ και δεν μπορώ να το ψάξω.]

  154. gbaloglou said

    114 «Ο κουφόν γαμεί τον παλαλόν» 🙂 🙂

  155. gbaloglou said

    146 Έτσι ακριβώς, για μένα περισσότερη σημασία έχει ότι στην Παιδιόφραστο η σκούφια παραπέμπει σε κάλυμμα βιβλίου, υποδηλώνοντας γενικότερη χρήση. Ο αείμνηστος Τάσος Καραναστάσης είχε επισημάνει και άλλη εμφάνιση της, που σκόπευε να δημοσιεύσει σε άρθρο για την Παιδιόφραστο. (Αυτό αναφέρουμε με τον Νίκο στα Σχόλια του βιβλίου μας, είμαι σίγουρος ότι κάποτε μου είχε αναφέρει αυτήν την άλλη εμφάνιση/χρήση ο Τάσος, και ότι την είχα μεταφέρει στον Νίκο, αλλά η μνήμη μου δεν με βοηθά. Ίσως να ήταν και αυτή του σχολίου 147, ποιος ξέρει…)

  156. sarant said

    147 Πολύ ενδιαφέρον -αλλά στην Τρωάδα έχει πολεμιστές, οπότε μάλλον είναι περικεφαλαία.

    148 Ευχαριστούμε πολύ, περιμένουμε τη συνέχεια!

    155 Δεν έχω το βιβλίο πρόχειρο….

  157. Κώστας said

    155: Μήπως αναφέρεστε στο «σκούφιαν Θεσσαλονικαίαν μετὰ χρυσοκοκκίνου χασδίου ἐνδεδυμένην» από το Χρονικόν του Φραντζή; (Αν και εδώ βέβαια μπαίνουμε στον επόμενο αιώνα…)

  158. Κώστας said

    Και μια προφανώς περιττή αλλά σκόπιμη επισήμανση: οι παρατηρήσεις μου σχετικά με το kuffe ουδόλως συγκρούονται με τις διατυπώσεις του Νικοκύρη αλλά με εκείνες που αναφέρονται στο λήμμα του Μπαμπινιώτη, αφού όπως είπαμε, η συγκεκριμένη λέξη ούτε παλαιογερμανική είναι ούτε σημαίνει «κεφάλι». Ο κύριος Σαραντάκος, λοιπόν, το μόνο που έκανε είναι να μνημονεύσει μια συγκεκριμένη ετυμολογική εκδοχή, με την οποία προφανώς μπορεί καταρχήν να συνταχθεί και η οποία αφήνει ανοιχτό −όχι δέχεται ως βέβαιο− το ενδεχόμενο γερμανικής απώτερης προέλευσης. Καμία γκάφα, λοιπόν, δεν μπορεί να του καταλογιστεί εδώ, πόσο μάλλον όταν o ίδιος… ουδέποτε ανέφερε τη λέξη kuffe, για την οποία… εγκαλείται!

  159. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    1) Εκλεκτέ Ρωμιέ ελληνιστά, κ. Baloglou (155),

    προφανώς αναφέρεστε στο «Θανατικό της Ρόδου» (1498) του Εμμανουήλ Γεωργιλλά. Αναρτώ την σχετική φωτοτυπία για να πειστεί και ο τελευταίος κάφρος αναγνώστης ότι ο Γεωργιλλάς χρησιμοποιεί την «σκούφια» με την σημασία του καλύμματος της κεφαλής.

    Εννοείται ότι ο Γεωργιλλάς είναι ο πρώτος που το κάνει αυτό (μιάς και στην «Παιδιόφραστο» η «σκούφια» έχει την σημασία του καλύμματος βιβλίων, όπως λέτε…), συνεπώς ΟΦΕΙΛΕΙ ο κ. Σαραντάκος να αλλάξει άρδην το παρόν άρθρο.
    Απαιτήστε το εσείς να το κάνει, κ. Baloglou, διότι (πιεζόμενος από τον κακόψυχο Ιατρού, που μάς μισεί θανάσιμα) ο κ. Σαραντάκος κωφεύει επιδεικτικά στις εκκλήσεις του δικού μας Επιτελείου, με αποτέλεσμα το παρόν Ιστολόγιο να βολοδέρνει συνεχώς προς τα κάτω στην βαθμολογία της Αλέξαινας (σήμερα στην 1.759η θέση)

    2) Κύριον Κώστα (158)

    Έτσι ακριβώς είναι όπως τα λέτε, αλλά δεν λέτε όλη την αλήθεια: Ο κ. Σαραντάκος «έχει καεί στον χυλό και (γι’ αυτό) φυσάει και το γιαούρτι». Από τις 23 Οχτώβρη 2018 που σκάσαμε μύτη στην πιάτσα, βλέποντας ότι το Επιτελείο μας έχει βγάλει ήδη ΠΕΝΤΕ φορές σκάρτο τον Μπαμπινιώτη, ο κ. Σαραντάκος αποσιωπά τις χρονολογίες των λέξεων που δίνει ο Μπάμπι, για να μη χρεωθεί και ο ίδιος τις γκάφες των Μπάμπι + Στέφανου Κουμανούδη.

    Έτσι και στο παρόν άρθρο, ο παμπόνηρος κ. Σαραντάκος μιλάει για παλαιογερμανική προέλευση της «σκούφιας» (όπως ακριβώς κάνει κι ο Μπαμπινιώτης), αλλά αποσιωπά την παλαιογερμανική λέξη, για να μή χρεωθεί τυχόν γκάφα του Μπάμπι, όπως συνέβη με το «kuffe»

  160. Κώστας said

    Εντωμεταξύ, όπως διαπίστωσα μόλις τώρα, το πιθανολογούμενο kuffe του Ετυμολογικού δεν υπάρχει στο ΛΝΕΓ˙εκεί ως έτυμο αναφέρεται το «αρχ. γερµ. *kupphja» (!), το οποίο, ωστόσο, όπως διαβάζουμε και στο παράθεμα του κυρίου Καραποτόσογλου, παρουσιάζει προβλήματα. Έτσι, λοιπόν, παραμερίζοντας προσωρινά το ζήτημα των δύο διαφορετικών ετυμολογήσεων (το αμάρτυρο *kupphja τουλάχιστον… μαρτυρείται), από τη στιγμή που ο Νικοκύρης σε κανένα σημείο δεν ανέφερε το εικαζόμενο γερμανικό έτυμο και συνεπώς δεν γνωρίζουμε αν η λέξη που διάβασε ήταν το kuffe ή το *kupphja, δεν μπορεί να του καταλογιστεί ούτε καν η μομφή της πονηριάς!

  161. Μαρία said

    156
    Στο σχόλιο του βιβλίου: There is only one other known instance of σκούφια used in this manner in Greek writing (Karanastasis, in preparation), but the sense is clear from context. Πού δεν θα μάθουμε.

  162. Κώστας said

    159: Έτσι, όμως, φεύγουμε από τον 14ο αιώνα, στον οποίο κατά κανόνα τοποθετείται η ανάπτυξη της σημασίας «κάλυμμα κεφαλής», και μπαίνουμε στον 15ο, όπου η χρήση είναι πλέον ξεκάθαρη (βλ. σχόλιο 157). Δεχόμενοι, όμως, τη χρήση της λέξης στο παράθεμα του ΜΙΚ_ΙΟΥ, παραμένουμε στον 14ο. − Κανένας βυζαντινολόγος στην παρέα;

  163. Κώστας said

    Το σχόλιο 157 είναι
    αυτό!

  164. sarant said

    Ας περιμένουμε και το δεύτερο μέρος του Κ. Καραποτόσογλου

  165. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα! (Περιμένοντας, ας κρατήσουμε το νήμα…)

    150, 156: Εννοούσα ότι μπορεί να φορούσε τη σκούφια εσωτερικά, για να μην τον «κόβει» η περικεφαλαία που έβαζε από πάνω, φυσικά!

    Προς ΛΟΥ εξαιρετικά… (φατσούλα)
    Μπούφος θα λογαριάζεται στρατιώτης με μια σκούφια,
    ‘πο πάνω κράνος θα φορεί όταν θα κάνει ’’γιούρια’’.

  166. Κώστας said

    Στο μεταξύ, οι ανυπομονούντες για το δεύτερο μέρος μπορούν να διαβάσουν ένα παλαιότερο σχόλιο του κ. Καραποτόσγλου εδώ.

    (Ελπίζω να μην αποδειχθώ σπόιλερ… 😊 )

  167. Γιάννης Ιατρού said

    Τσεκούρι και Φωτιά,
    σε κάθε ΣποΪλερά 🙂

  168. Κώστας said

  169. Γιάννης Ιατρού said

  170. sarant said

    166 Ομολογώ πως είχα ξεχάσει αυτό το σχόλιο!

  171. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Παρακαλείται ο σεβαστός κ. Καραποτόσογλου (148) να βγεί πάραυτα και να κάνει το 2ο μέρος του σχολίου του για την «Σκούφια», διότι σε λιγάκι ξημερώνει Πρωταπριλιά, και όλοι θα νομίσουν ότι κάνει πλάκα.
    ΤΟΝ ΡΩΤΑΜΕ ΕΥΘΕΩΣ: Έχει παλαιογερμανική προέλευση η «σκούφια», όπως επιμένουν οι Μπαμπινιώτης + Σαραντάκος; Προέρχεται από το «κούφος», όπως ισχυρίζεται ο Κουκουλές; Ή μήπως προέρχεται από το «στυφός» όπως ισχυρίζεται το Επιτελείο μας και ο σχολιαστής Κώστας (σ.σ.: άσχετα αν φοβάται να το πεί ευθέως);

  172. Κώστας said

    Ιάκωβε, δεν έχω ιδέα από πού κρατά η σκούφια της σκούφιας, αφού οι όποιες γνώσεις έχω για το θέμα είναι αποσπασματικές. Μπορώ μεν να τοποθετηθώ σε επιμέρους ζητήματα και σίγουρα παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση, αλλά μέχρι εκεί. 🙂

  173. gbaloglou said

    154 ο κωφόν γαμεί τον παλαλόν

  174. loukretia50 said

    ΜΙ_ΚΙ_ΟΣ
    Θαυμάσια προσθήκη! Σηκώνει συνέχεια!
    (ελπίζω να μη σας πειράζει)
    «Μπούφος θα λογαριάζεται στρατιώτης με μια σκούφια»
    Αν το σιδερικό ξεχνά , η κεφαλή του η κούφια,
    στόχο 3D θ΄αποτελεί , σαν έρχεται με φούρια
    ο αδυσώπητος εχθρός και θα του κάνει γιούργια.

    Kαι κατιτίς ακόμα :
    Δεν τόξερε, δε ρώταγε για περικεφαλαία?
    Για μάχη δεν ξεκίναγε φορώντας τη σκελέα,
    μα εξοπλισμό κανονικό, με φιγουράτη ασπίδα,
    σαν άξιος απόγονος του αρχαίου Λεωνίδα.

    Κι αν μεριμνά τα τιμαλφή νάναι προστατευμένα
    -για να μην είναι στον εχθρό αισχρά εκτεθειμένα-
    θ΄αφήσει την κεφάλα του με μάλλινο σκουφάκι?
    Μια κονταρέα ξώφαλτση και γίνεται καΪμάκι.

    Δεν έχει όμως δίδαγμα ηθικόν η ιστορία.
    Οι μπούφοι δε διέπρεψαν, σε κάθε ευκαιρία
    γίνονταν αναλώσιμοι ή κάναν φασαρία*
    Αν όμως έχουν οι γενιές οι πάσες απορία,
    εκφράζω περισπούδαστη μια σκουφοθεωρία:

    Θαρρώ πως οι βυζαντινοί φορούσαν τα σκουφιά τους
    με περηφάνια περισσή κάτω απ΄το κάλυμμά τους,
    το λαμπερόν, μεταλλικόν, αστραφτερόν λουρίκιν,
    αρκούντως προφυλακτικόν σε κάθε μάχης φρίκην.

    Και όταν κάποτε γύριζαν στο ταπεινό τσαρδάκι ,
    ανέμιζαν αγέρωχα το μάλλινο σκουφάκι.
    Χρώματα της φατρίας τους οι κεφαλές οι γκρίζες
    Έκαστος εις το είδος του, επιστροφή στις ρίζες.

    (επίσης, είναι πιθανό)
    Αν είναι αρκούντως ζωηρός, ο σκουφωτός στρατιώτης
    και παίζει σε πολλά ταμπλό, την έχει δει ιππότης ,
    φτηνά μπορεί να γλίτωσε της μάχης τη φουρτούνα,
    μα του χρωστάει η κυρά ράμματα για τη γούνα
    αν δει πως το σκουφάκι του, που αυτή είχε πλεγμένο
    με πόνο και με βάσανα, διπλοφοδραρισμένο,
    άλλης τεχνίτρας βελονιά το έχει κεντημένο.
    Κι ενώ πηγαίνει για μαλλί , τον ήρωα τον καημένο,
    τον βρίσκει το ξημέρωμα δεόντως κουρεμένο.
    Άρα :
    Ο σκούφος δεν προστάτευε απ΄της κυράς τη φούρια
    -με πλάστη όταν καρτερεί- και τάβρισκεν αγγούρια.
    ΛΟΥ
    Αυτά τα λόγια είχα να πω , διότι η χρησιμότης
    για το βυζαντινό σκουφί είναι μια σχετικότης
    κι έχει θολή προέλευση, της λέξης η ταυτότης.

    ΥΓ. Και αν οι γλωσσολόγοι μας ακόμη αναρωτιούνται
    Μετά 200 σχόλια, πώς ετυμολογούνται
    αυτά τα έρμα τα σκουφιά … ε,
    σ΄άλλους δεν καίγεται καρφί κι ανάποδα ας φοριούνται
    Για άλλα πετούν τη σκούφια τους, γι άλλα αναρωτιούνται

    ————————————————————————
    / * Μπούφε, δεν είχες γεννηθεί στα δύσκολα τα χρόνια
    που όλοι φόραγαν σκουφί, μα όχι παντελόνια
    και πέταγαν τη σκούφια τους για μάχες και γαλόνια.
    Και δεν είναι προσωπική η αναφορά ετούτη
    Γιαυτό λοιπόν κανόνισε, να μη γινείς μπαρούτι!

  175. Κώστας said

    Νέα προσπάθεια: μήπως το τεκμήριο που αναζητούσε ο κ. Μπαλόγλου στο 155 αναφέρεται στις γυναικείες «σκουφίες», με τις οποίες στη Μετάφραση της Χρονικής Διηγήσεως του Χωνιάτη περιγράφονται τα «καθέματα» του πρωτοτύπου; Aυτό τουλάχιστον υποστηρίζει o Vratislav Zervan στο «Die Lehnwörter im Wortschatz der spätbyzantinischen historiographischen Literatur», σ. 169, παραπέμποντας στο The Metaphrasis of Niketas Choniates’ Chronike Diegesis των Davis και Hinterberger. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι για τη ΜΧΔ ο James έγραψε διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ξεχωριστό ενδιαφέρον, λοιπόν, έχει η πληροφορία ότι η ΜΧΔ ανάγεται μεν στα μισά του 14ου αιώνα, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα, ο αρχαιότερος της κώδικας να έχει προγενέστερη προέλευση, η οποία «θα μπορούσε να τοποθετηθεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά τον θάνατο του Χωνιάτη το 1217» (σ. 120).

    Το πρωτότυπο του Χωνιάτη:

    « […] οἱ δὲ πλείους τὰς μὲν ὑπὸ σφῶν βιασθείσας ἐπὶ τῶν ἵππων ἀνεῖχον, τανυπέπλους τινὰς καὶ ἀπηνηκώτους καὶ τὰς τρίχας συνεστραμμένας εἰς ὀπίσθιον ἕνα πλοχμόν, τὰ δὲ γυναικεῖα τυμπάνια καὶ τὰ τῶν οὔλων καὶ λευκῶν τριχῶν ἐπικροτάφια καθέματα τοῖς ἵπποις περιετίθεσαν.»

    Και η απόδοση με «τας σκουφίας»:

    « […] άλλοι δε τας υπʼ αυτών υβρισθείσας γυναίκας εις τα άλογα αναβιβάζοντες και ρούχα μακρά ενδύοντες, και τα μάλια αυτών εις ένα πλόκαμον πλέκοντες όπισθεν διήρχοντο, τα δε γυναικεία τυμπάνια και τας σκουφίας μετά των ων είχον μιτών εκ τριχών και ξανθών, τα άλογα αυτών στολίζοντες έσυρον.»

  176. Κώστας said

    Καλημέρα.

    «Αξίζει δε να σημειωθεί ότι για τη ΜΧΔ ο James έγραψε διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

    «Ο Davis» εννοούσα.

  177. gbaloglou said

    175 Μάλλον δεν είναι αυτό που αναζητούσα, καθώς ούτε η ΜΧΔ είναι δημώδης 🙂 Αυτό δεν σημαίνει ότι το παρατιθέμενο απόσπασμα δεν είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ειδικά επειδή η μετάφραση είναι πιθανότατα εσφαλμένη: μια πρόχειρη έρευνα μού δείχνει ότι «τυμπάνιον» ήταν η σκούφια και «κάθεμα» το κολάρο 🙂 [Δεν γνωρίζω καν αν είναι ουσιαστικό ή επίθετο το «επικροτάφιο»: στην πρώτη περίπτωση, που θεωρώ και πιθανότερη, οι σκούφιες των γυναικών και τα τρίχινα επικροτάφια τους τα φόρεσαν κολάρα στα άλογα τους, στην δεύτερη περίπτωση φόρτωσαν τις σκούφιες των γυναικών και τα τρίχινα επικροτάφια κολάρα τους στα άλογα τους. (Η δοθείσα μετάφραση, αν και μιλάει για στολισμα των αλόγων, αφήνει ξεκρέμαστα τυμπάνια και καθέματα (και, ίσως, επικροτάφια) 🙂 🙂 ]

  178. gbaloglou said

    175 & 177 Βεβαίως αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η σκούφια πιθανώς μπήκε στην λόγια πριν μπει στην δημώδη: εδώ οι γνώσεις μου (όσον αφορά το ποια είσοδος ήταν πιο συνήθης) με εγκαταλείπουν, το γενικότερο ερώτημα όμως το θέτω!

  179. loukretia50 said

    175 – 178
    Και στη λατινική μετάφραση (δεν την έχω πρόχειρη) φαίνεται καθαρά ότι φόρεσαν στα άλογα τα γυναικεία σκουφιά/καπέλα.
    Σε κείμενο του Χωνιάτη αναφέρεται τυμπάνιον και εδώ:
    «…Τῆς τοίνυν βασιλίδος ….. καὶ συνεδρεύουσα προεκάθητο λαμπρῶς διεσκευασμένη, λίθοις τε καὶ μαργάροις διαφανέσι τὸ τυμπάνιον διαδέουσα καὶ τὸν τράχηλον ὁρμίσκοις πολυτίμοις διαλαμβάνουσα…» ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

    Και για τα στολίδια των άλογων «…ἵππων αὐτῶν διαδήματα μασχαλιστῆρας προφαινόντων καὶ περικειμένων προμετωπίδια καὶ προστερνίδια τῶν βλημάτων ἐρύματα.»

    Και βρήκα αυτό
    http://world4.eu/byzantine-costume-history-5th-century-fashion/#women8217s-head-dresses-6th-century

    που νομίζω λύνει μια απορία , όχι δυστυχώς για την προέλευση της λέξης, αλλά για το τυμπάνιον των γυναικών και τα μαλλιά που αναφέρονται στο απόσπασμα του κειμένου.
    Έχω διαβάσει κι αλλού πως οι γυναίκες της αυλής και της αριστοκρατίας συνήθιζαν να κρύβουν τα μαλλιά φορώντας ένα καπέλο που όντως θύμιζε τύμπανο – η λέξη είναι συνηθισμένη «..οἴνων δοχεῖα τυμπανοειδῆ », και κρεμούσαν κοσμήματα από αυτό στο ύψος των κροτάφων. Πιθανότατα για πρακτικούς λόγους δε φορούσαν σκουλαρίκια γιατί ήταν πολύ βαριά. Μάλλον ήταν αντίστοιχα – αλλά πολύ πιο απλά – με τα βαρύτιμα κοσμήματα που κρέμονταν από τα διαδήματα των αυτοκρατόρων τα «περπενδούλια» και εκείνα που κρέμονταν από τα τετράγωνα «φακεωλίδια/φακιολίδια» των αυλικών.
    Όμως συχνά έβαζαν στο κάλυμμα του κεφαλιού, δύο μπούκλες από αληθινά μαλλιά – όχι απαραίτητα τα δικά τους- για να τονίζουν τη θηλυκότητά τους (απόψεις!).

  180. loukretia50 said

    Ο Χωνιάτης αναφέρει σε αρκετά σημεία «σκύφον κεράσματος», ενώ για διάφορα καλύμματα κεφαλιού συναντάμε συχνά το κράνος, «τὸ κράνος τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενος», τον πίλον «… αἰχμάλωτος ἔτι τὸν ἐγχώριον πῖλον ἐπὶ κεφαλῆς ἔχων» , « τὰ συγκλητικῶς ἐξυφασμένα τῶν κεφαλῶν ἐξενεγκόντες καλύμματα..»
    «…τὸ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου στέφος…» «…στέφος ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ βασιλέως» ακόμα και καλύπτρα μοναχού
    «Ὁ δὲ Κοσμᾶς ἦν μὲν τοῖς διακόνοις ἐνάριθμος,… ὡς καὶ τὸν ἐπενδύτην καὶ τὴν ὀθονοσκεπῆ καλύπτραν τῆς κεφαλῆς διαδιδόναι πένησι …»

    ΤΟΜΟΣ Β΄ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ
    «ἄλλοι δὲ τὴν καπνηρὰν καὶ πυραμιδοειδῆ ἐρέαν τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενοι πυρσὴν αὐτῷ περιέθεντο»
    «…ὁ δηλωθεὶς ἄνωθεν Δούκας τὸν πῖλον τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενος ἑαυτῷ περιθέσθαι ἱκέτευε τὸ διάδημα, ἐψιλωμένον τριχῶν προδεικνὺς κρανίον καὶ τὴν φαλάκραν ὡς πλησίφωτον σελήνην ὑπερφαίνουσαν»

    ΤΟΜΟΣ 6ος ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΜΝΗΝΟΥ
    Ὁ δὲ Μανουὴλ … μὴ ἔχων ὑπασπιστὴν συνιστάμενον,…… ἰδὼν δέ τις αὐτὸν καὶ οἰκτείρας ἐκ τοῦ τῶν ἱππέων τάγματος, καὶ οὗτος τῶν ἀφανῶν καὶ πολλῶν Ῥωμαίων, ἐφίσταταί οἱ προθύμως………, ὅθεν καὶ τὴν κυνέην ἑτέρωσε βαλλομένην τῇ ἐκείνου ἐφήρμοσε κεφαλῇ.

    Σκουφιά δε συνάντησα σ΄αυτά τα κείμενα.
    Βέβαια είναι πολλά…

    (Κι αυτό άσχετο , επειδή μου άρεσε!)
    «…τὰ τῆς βασιλείας σεμνὰ διαπαίζοντες καὶ καταμωκώμενοι τὸν ἄνακτα Μανουὴλ ὡς μὴ ξανθίζοντα τὴν κόμην ὡς θέρος, ἀλλ᾿ ὑπομελαινόμενον τὴν μορφὴν κατὰ τὴν τοῦ ᾄσματος νύμφην τὴν λέγουσαν „μέλαινά εἰμι καὶ καλή, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος”.
    ————————————————-

    Αναφέρθηκε η «Αϊδη κυνέη» που για κάποιους είναι ο μαγικός σκούφος που κάνει αόρατο αυτόν που τον φοράει? πχ Αθηνά, Περσέας

  181. loukretia50 said

    Ξέχασα το λινκ
    http://users.uoa.gr/~nektar/history/tributes/byzantine_historians/nicetas_choniates_historia.htm

  182. Κ. Καραποτόσογλου said

    Κ. Καραποτόσογλου

    Σκούφια

    Μέρος Δεύτερο

    Η πιο πρόσφατη διαπραγμάτευση της λ. σκούφια έχει γίνει από τους: Michael Metzeltin – Vratislav Zervan,
    στην εξαιρετική εργασία:Die Lehnwörter im Wortschatz der spätbyzantinischen historiographischen Literatur,
    Editor Vratislav Zervan, Εκδότης De Gruyter 2019, σ. 169, ενώ έχουν συνεργαστεί στη συγγραφή δεκάδων
    λημμάτων οι:Johannes Kramer, Claudia Römer, Michael Metzeltin, Bojana Pavlović und Andrea Massimo Cuomo.
    Η εργασία είναι εξαιρετική και στηρίζεται τόσο σε διεθνή Βιβλιογραφία όσο και σε ελληνική, με αυστηρά κριτήρια
    στην επιλογή των μελετητών και των μελετημάτων που καταχωρίζει, ενώ φέρνει καινούργια στοιχεία για πολλά θέματα.

    Σ. 169:
    «σκούφια, ἡ
    Ü: Kappe, Mütze, Haube.
    H: Es geht um einen Venezianismus (s)cuffia „Haube“, der seit dem 14. Jh. belegt
    ist.1 Wird von dem mittellat. cuffia, cuphia, cophea hergeleitet (1)
    B: Die erste Erwähnung findet sich in NChonParDH M21.4 (NChonPar 786), wo das
    Wort gegen κάθεμα (= necklace, collar) ausgetauscht wird.
    Hist: Sphr 56,21 bekommt nach seiner Entlassung aus dem Gefängnis in Patras von
    Konstantin als Entschädigung eine σκούφιαν Θεσσαλονικαίαν μετὰ χρυσοκοκκίνου
    χασδέου (= αραβ. ḫazz = ύφασμα ή ένδυμα από βελούδο, μετάξι) ἐνδεδυμένην.
    Syrop 226,15 beschreibt, wie der Patriarch den Dishypatoi vor dem Eintritt in das
    Sanktuarium der Kirche des heiligen Georgs befohlen hat, die Mützen abzulegen.

    A: 1. DELI [= M. Cortelazzo – P. Zolli, Dizionario etimologico della lingua italiana I–V. Bologna
    1979–1988] s. v. scùffia; REW 2024. – 2. Blaise II 267.
    L: KahAbend [= KahAbend = H. u. R. Kahane, Abendland und Byzanz, Literatur und Sprache. Westliche Einflüsse
    in Byzanz] 559; LBG Fasz. 7, 1576; Triandaphyllidis 1909, 134».

    Michael Metzeltin – Vratislav Zervan

    Ο Battaglia, Λεξικό Ιταλικής, τ. 3, σ. 1035, προσδιορίζει τη σκούφια με τον ακόλουθο ορισμό,
    πράγμα που μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα κάποιες λεπτομέρειες:

    «Cùffia (ant. cùfia, scùffia), sf. Copricapo leggero
    di lana, di stoffa o di tela, ben aderente
    al capo, che scende fino al collo e viene fermato
    sotto il mento, mediante due lacci ; anticamente
    venne portato in varia foggia e di diverso tessuto
    o anche di cuoio sia dalle donne sia dagli
    uomini (e da quest’ultimi anche sotto il berretto
    o il cappuccio, spesso con due becchetti
    che scendevano sulle orecchie; per le donne di
    qualsiasi condizione, a partire dal Medioevo,
    nelle forme più o meno ornate di merletti, di
    pizzi, di ricami e anche di pietre preziose, fu il
    copricapo abituale) ; dal secolo scorso venne
    sempre meno usato (restò come indumento per
    la notte o per casa) e oggi è soprattutto usato
    da operaie o da infermiere per tenere composti
    i capelli oppure (in genere di lana) per i bambini
    lattanti allo scopo di proteggerli dal freddo
    oppure (di gomma o di materia plastica o anche
    di tela o d’altro materiale) da chi nuota o da
    chi pratica la pesca subacquea o da chi è costretto
    a permanere in luoghi dove il rumore
    è assordante, per proteggere i capelli dall’acqua
    o per proteggere le orecchie dagli effetti della
    pressione o dei violenti rumori oppure, di tessuto
    di lana, dagli aviatori, come sottocasco
    oppure in diversi sport, come casco di cuoio
    per proteggere il capo».

  183. loukretia50 said

    The Metropolitan Museum of Art
    Marble Portrait Bust of a Woman with a Scroll
    https://www.metmuseum.org/toah/works-of-art/66.25/
    Date: late 4th–early 5th century
    Made in Constantinople/ Culture: Byzantine

  184. Γιάννης Ιατρού said

    182: Πολύ ωραία. Επιτρέψτε μου να βάλω την εικόνα από το λήμμα σκούφια, σελ. 169 του βιβλίου των M, Metzeltin & V. Zervan που αναφέρατε:

  185. sarant said

    182 Eυχαριστούμε πολύ!

    184 Εντυπωσιακό!

  186. Κώστας said

    Η μελέτη του Zervan αναφέρθηκε και στο 175. Έδωσα και λινκ με παραπομπή στη σ. 169. 😊

  187. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    Χίλια εύγε στον διαπρεπή ετυμολόγο κ. Καραποτόσογλου (182), που με την 2η συνέχεια της «σκούφιας» κατετρόπωσε τα φληναφήματα των Μπαμπινιώτη + Κριαρά (που έσπευσε αφελώς να υιοθετήσει ο κ. Σαραντάκος) ότι η λέξις έχει παλαιογερμανική προέλευση. Παρακαλείται ο γερμανομαθής Ιατρού να μάς μεταφράσει το γερμανο-ιταλικό σχόλιο του κ. Καραποτόσογλου και να μάς συνοψίσει τα συμπεράσματά του, ώστε να αντιληφθεί το μέγεθος της Μπαμπινιώτειας γκάφας και ο τελευταίος κάφρος αναγνώστης του παρόντος Ιστολογίου.

    Επίσης παρακαλούνται οι διαπρεπείς ελληνισταί κ.κ. Baloglou + Nick Nicholas να βγούν και να μάς πούν κι αυτοί τα συμπεράσματά τους από το σχόλιο 182 του κ. Καραποτόσογλου, ώστε να μή τολμήσουν κάποιοι σχολιασταί να θολώσουν τα νερά, ότι και καλά η ετυμολογία της «σκούφιας» ακόμη «παίζεται»…

    Πολλές ευχαριστίες και στον επίμονο σχολιαστή κ. Κώστα, που με την σοφή παράθεση κειμένων και την επιμονή του ώθησε τον κ. Καραποτόσογλου να μάς ξεστραβώσει

  188. gbaloglou said

    180 Πολλά ευχαριστώ για το παράθεμα από το Άσμα Ασμάτων, πολύ ενδιαφέρουσα η χρήση του «παραβλέπω»! Όσο για το «τυμπάνιο», πιθανολογώ ότι ο Χωνιάτης επηρεάστηκε (άμεσα και γενικότερα) από τον Στράβωνα* 🙂

    *όπου δε τυμπάνιον περικείσθαι, προς μεν τω ινίω περιφερές, και σφίγγον την κεφαλήν μέχρι των παρωτίδων, εις ύψος δε και πλάτος εξυπτιασμένον κατ’ ολίγον

  189. loukretia50 said

    Σκούφια η παρακμιακή – σαν τη δημοκρατία
    Τη μία και μοναδική, ο λαός στην εξουσία.
    Λέμε πως είναι Ελληνική , έχουμε τα πρωτεία
    και τη φοράμε ανάποδα , όμως δεν είναι αστεία

  190. loukretia50 said

    188. Και μια διόρθωση – εκτιμώ τη διακριτικότητα!
    « Άϊδος κυνέην». Το μπέρδεψα, ντροπή μου!

    Για την επιρροή από Στράβωνα, κάποιος θα έλεγε «ξεστραβώθηκε»!
    Όσο για το παράβλεψε, εμείς μάλλον θα λέγαμε…» με παραείδε ο ήλιος!»

    Κι ένα ακόμα Χωνιατικό, που βρίσκω ενδιαφέρον:
    «…ἦν γὰρ ἐξ ἀκοῆς ἐρωτόληπτος…. ῥίψας οὖν τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος ἀποβαλόμενος καὶ τὸν ὅλον στρατιώτην ἀποσεισάμενος πρὸς τὴν ἐρωμένην αὐτομολεῖ,..»

    Μια επική πτώση :
    «..ὡς σῶμα κεντροβαρὲς χαμαιρριφής, οὐχ ὡς κοῦφος ἱπτάμενος, τέλος δὲ καταπεσὼν »

    Τώρα ξέρω περίπου σε ποια σημεία να εστιάσω.
    Αλλά όταν είχα διαβάσει πρώτη φορά Χωνιάτη, ήταν ένα σοκ όταν κατάλαβα ότι όπου γράφει «κόρας» εννοεί των ματιών και όχι για καλό…

  191. sarant said

    187 Για την προέλευση του ιταλικού όρου αρκούσε το πρώτο σχόλιο του κ. Καραποτόσογλου. Το DELI για το cufia, λέει απλώς «forse di orig. straniera» ισως ξένης προέλευσης.

  192. gbaloglou said

    190 make love not war 🙂

  193. Κώστας said

    187: Όπως προκύπτει και από τον τίτλο της εργασίας, τα λήμματα που εξετάζονται είναι δάνεια και όχι αντιδάνεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λοιπόν, ο Zervan ανάγει τη λέξη στη Μεσαιωνική Λατινική. Δεν αναφέρει μεν το παραμικρό περί γερμανικής προέλευσης ούτε όμως και περί ελληνικής.

  194. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος said

    193: Αγάλι – αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι, κύριε Κώστα μου… Ανετράπη το αφήγημα περί παλαιογερμανικής προελεύσεως της «σκούφιας», που υποστηρίζουν επί χρόνια οι Μπαμπινιώτης + Κριαράς.
    Εύγε και πάλι στον κ. Καραποτόσογλου, αν και διαβλέπω ότι διστάζει να βγεί και να πεί φόρα – παρτίδα ότι κατετροπώθη η παλαιογερμανική προέλευσις. Εξίσου μεγάλη εντύπωση προκαλεί η απόλυτος σιωπή των δύο εξεχόντων ελληνιστών, κ.κ. Nick Nicholas + G. Baloglou. Αφήνουν σε εμάς τους ερασιτέχνες να βγάλουμε τα κάστανα από την φωτιά

  195. Γιάννης Ιατρού said

    191: Και ο A. Blaise στο λατινο-γαλλικό του το ρίχνει στον Πάππα Ιννοκέντιο Β’ (πρώτο μισό του 12ου αι.)
    Για πληρότητα, εδώ:

  196. Κ. Καραποτόσογλου said

    166 Ο Κώστας παρέχει το σύνδεσμο για το σχόλιο που είχα παραθέσει πριν από ένα χρόνο για τη σκούφια· η μελέτη των H. u. R. Kahane, Abendland und Byzanz, Literatur und Sprache. Westliche Einflüsse
    in Byzanz, είναι πιθανότατα η καλύτερη εργασία για την επίδραση της Δύσης στο Βυζάντιο. Η αναδημοσίευσή του σχολίου βοηθά τους αναγνώστες να έχουν άμεση επαφή με το θέμα.

    Κ. Καραποτόσογλου said
    15 Μαρτίου, 2018 στις 22:54
    Σκούφια of Greek origin…?

    Τόσο ο Τριανταφυλλίδης (1223) όσο και ο Κριαράς (ΛΜΕΔΓ 20.339) παράγουν τη λ. σκούφια από το παλαιό ιταλικό scuffia ή το βενετικό scufia· ο Κριαράς παραπέμπει στις δύο εργασίες των Kahane που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, αλλά δεν παρέχει κανένα στοιχείο από αυτές· οι Kahane, υποστηρίζουν ότι η ρομανική οικογένεια των λ. scufia, scuffia είναι πιθανότατα ελληνικής αρχής και αναφέρουν:
    1. «κούφια ‘Kopfbedeckung’ (Eust., Comment. ad Iliad. Χ 468) / σκούφια in dem Kompos. μουτλογα[ϊ]τανόσκουφος ‘mit einer verzierten Mütze’ (Prodr IV 234) wird von ital. (s)cuffia hergeleitet, das jedoch trotz germanischer Deutungsversuche u n e r k l ä r t bleibt; Kukules (Eust. 1, 128) schlägt für die griech. Var. eine Grundlage κούφος ‘hohl’ vor (wobei wohl eine Zwischenstufe κούφον ‘Topf’ seit dem 3. Jh. nachweisbar [Pap. (Liddell-Scott s.v. κούφος I 6); Apophth.Patr. (Lampe S.V. κούφος 3b)], anzusetzen wäre), die also umgekehrt byz. Ursprung der romanischen Wortfamilie ital. (s)cuffia, afrz, coife/cuife (T-L s.v. coife),
    zuerst als cofia bei Venantius Fortunatus (Vita S. Radegundis 13,30, Ende 6. Jh.), implizieren würde».

    Kahane,»Sprache», Reallexikon der Byzantinistik, στ. 559.

    2. κούφια ‘headgear’ (Eustathius. 12th c.) / σκούφια in the compound μουτλογα[ϊ]τανόσκουφος ‘with an adorned cap’ (Prodr. I\’, 234), was derived bv Koukoules from κούφος hollow, thereby presupposing an intermediate stage κούφον ‘pot’ recorded since the third centurv; this suggestion would imply Byzantine origin of the (so far unexplained) Romance wordfamily of Ital. (s)cuffia, OFr. coife / cuife (73).

    73. Ph. Koukoules, Θεσσαλονίκης Ευσταθίου τα λαογραφικά. I (Athens. 1950), 128.

    Kahane, «The western Impact on Byzantium», Dumbarton Oaks Papers 36 (1982)141.

    ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

    Η λ. μουτλογα[ϊ]τανόσκουφος σχολιάζεται αρχικά από τον Κοραή, Άτακτα, τ. 1, σ. 215-216, όπου αναφέρεται:«…Αλλ᾽ εκεί το νόημα μας οδηγεί να αναγνώσωμεν πιθανώς, Β ο υ κ ο υ λ ω μ έ ν α ς, ή κατά συγκοπήν, Β ο υ κ λ ω μ ε ν α ς ( B o u c l e s ) , από το
    B u c c u l a (Γαλλ. B o u c l e ) , το οποίον εις τον παρακμάζοντα,Λατινισμόν εσήμαινε το από τους αρχαιότερους λεγόμενον F i b u l a , όθεν η χ υ δ α ί α γλώσσα επλασεν εις ημάς τό ί Φ ί β λ α καί Φ ι ο ύ μ π α ( Ίδ. τας εις τον Πλούταρχον Μέρ. Δ, σελ. 428 σημειώσ.) Ενδεχόμενον λοιπόν και εις το κείμενον μας αντί του Μ ο υ τ λ ο γ α τ ο ν ό σ κ ο υ φ ε ήτο γραμμένον, Β ο υ κ λ ο γ α τ α ν ό σ κ ο υ φ ε , ήγουν έ χ ο υ σ α τήν σκούφιαν περικυκλωμένην με γατάνια, ή ταινίας συνδεμένας με βούκλας», ενώ η λ. σ κ ο ύ φ ι α παράγεται από το αμάρτυρο *κυφαία, από το κύφη = κεφαλή . Άτακτα, τ. 2, σ. 425-26.

    Το θέμα εξετάζει και ο Johannes Kalitsunakis, Mittel – und neugriechischen Erklärungen bei Eustathius, Berlin 1919, σ. 103.

  197. Γιάννης Ιατρού said

    196: Ευχαριστούμε πολύ για την πλήρη και τεκμηριωμένη ενημέρωση.

    Για να διευκολύνω τους μη γερμανομαθείς ( 🙂 ) έκανα μια πρόχειρη μετάφραση τόσο του γερμ. κειμένου στο σχ. 182 (184) όσο και αυτού στο σχ. 196 που αναρτήσατε προηγουμένως (μαζί με κάποιες διευκρινήσεις, μιάς και μας διαβάζουν και λιγότερο ασχολούμενοι με αυτά…).
    Εύχομαι το φιλοθεάμον κοινό να δείξει κατανόηση για τις όποιες αβλεψίες και λάθη, είναι και περασμένη η ώρα 🙂 (Κώστα συμπλήρωσε/διόρθωσε ό,τι βρείς … 🙂 )

  198. Γιάννης Ιατρού said

    197: διόρθωση: Συλβέστρος Σπυρόπουλος, χωρίς π(ι), βεβαίως 🙂

  199. spiridione said

    198. Γιάννη, επειδή είσαι επί των τεκμηρίων 🙂 βάζω λινκ και το απόσπασμα του σχολίου 148 (Wartburg, Französisches Etymologisches Wörterbuch – FEW) και καν’ το ό,τι θες 🙂
    https://apps.atilf.fr/lecteurFEW/index.php/page/lire/e/1894

  200. spiridione said

    Για το κούφον:
    Σε παπύρους παλαιοχριστιανικών χρόνων από την Αίγυπτο συναντάται η λέξη «κούφον» (2) («κούφον αγγείον» δηλαδή ή «κούφον κεράμιον» ή «κούφος λάγυνος»), που σημαίνει γενικά πήλινο δοχείο με λαβές (3) (αμφορεύς) για μεταφορά κρασιού ή λαδιού («κούφα ελεηρά»), διαφόρου μεγέθους: «κούφα μεγάλα» και «κούφα μικρά». Για επιμέρους τύπους παλαιοχριστιανικών αμφορέων θα υπήρχαν και ιδιαίτερες ονομασίες, που είτε είχαν σχέση με κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του δοχείου, όπως π.χ. «σπαθία» ονομάζονταν στενοί και επιμήκεις αμφορείς, είτε, κατά παράδοση της κλασικής και ελληνιστικής αρχαιότητας, αναφέρονταν οι ονομασίες αυτές στην προέλευσή τους, όπως π.χ. «κούφα Κνίδια», επειδή τα εμπορικά αυτά δοχεία και ως προς το σχήμα διέφεραν από τόπο σε τόπο. Στα βυζαντινά χρόνια ως συνώνυμο του «αμφορέα» επικράτησε η λέξη «μαγαρικόν» ή«μεγαρικόν», που συναντάται από τον 6ο-7ο αι.7.

    2. ΒΒΠ Β’ /11, 105. Preisigke, Wörterbuch, λ. κούφoν, κούφος, κουφοκεραμεύς, κουφοκεραμουργίoν, κουφοκεραμουργός. Chantraine Λεξ., λ. κούφον.

    3. Περί του αββά Μακαρίου του Αιγυπτίου, Αποφθέγματα Πατέρων 257C: και εξελθόντες συνέλαβόν με εις την κώμην, και εκρέμασαν εν τω τραχήλω μου ησβολωμένας χύτρας και ωτία κούφων και περιεπόμπευσαν με εν τη κώμη. Γεωπονικά Ζ’, 24.2: λαβών κεράμια δύο κούφα από οίνου παλαιού, αφελών αυτών τα ώτα και χείλη, και του πυθμένος τα άκρα.

    Click to access Bakirtzis-Tsoukalolagina-Magarika-light.pdf

  201. Γιάννης Ιατρού said

    199: Σπύρο, πολύ σοφά έπραξες, έτσι για να τα έχουμε όλα μαζεμένα. Δεν βλέπω να προσθέτει κάτι το καινούργιο, όμως παραλείπει τη λίαν ενδιαφέρουσα άποψη των Ρ. & Η. Kahane κλπ. (βλ. 197β). Γράφει μεν πως τελικά δεν έχει ξεκαθαρίσει η προέλευση αλλά διακρίνω και μία κάποια επιμονή στην «πιθανή γερμ. προέλευση» [2Χ το αναφέρει, Brüch, Frings]. Να μου πείς γερμ. λεξικό είναι 🙂 .
    Χωρίς μετάφραση, αφού τις πληροφορίες τις έχουμε γράψει προηγουμένως, βάζω (σαν εικόνα, γιατί η WP δεν μας αφήνει και πολλά περιθώρια στην διαμόρφωση κειμένου…) το 3ο μέρος που μας ενδιαφέρει (προέλευση, ιστορικό κλπ.).

  202. Γιάννης Ιατρού said

    μιά διορθωσούλα 🙂 στο ανωτέρω (201): στην 4η σειρά, εκεί που γράφει coif ‘heim’ να διορθωθεί το ‘heim’ ==> ‘Helm’ (= κράνος)

  203. spiridione said

    Δεν πρέπει να είναι του 2003, αλλά πολύ παλιότερο.

  204. Γιάννης Ιατρού said

    έκδοση λέμε!

  205. Γιάννης Ιατρού said

    από το 1922 (ολοκληρώθηκε λίγο πριν πεθάνει ο δημιουργός του, Walther von Wartburg (1888-1971), Ελβετός)

  206. Spiridione said

    Εννοώ ότι ο τόμος αυτός γράφτηκε πολύ πριν τους Kahane

  207. Κ.Καραποτόσογλου said

    Ο πρώτος Ημίτομος (Halbband) του δεύτερου τόμου του FEW κυκλοφόρησε το 1940 (B.G. Teubner), ενώ ακολούθησε φωτομηχανική επανέκδοση το 1971.
    BASEL – ZBINDEN DRUCK UND VERLAG AG

  208. Γιάννης Ιατρού said

    206: Πολύ ή λίγο δεν είμαι σίγουρος. Πάντως σωστός είσαι στο συλλογισμό γιατί οι R. & H. Kahane ήταν το 1968-1976 (βλ. #167), και απ΄την άλλη τo FEW ολοκληρώθηκε περίπου το 1970, όπως γράφω στο #205.

    207: Ευχαριστούμε, ενδιαφέρον. Στο «Lexicon Grammaticorum: A bio-bibliographical companion to the history of Linguitsics» (2009), του Haro Stammerjohann, στη σελ. 1618 (λ. Wartburg, Walter von, στην δεξιά στήλη) γράφει πως το άρχισε το 1922, δηλ. 18 χρόνια πριν!

  209. mitsos said

    Η συζήτηση είναι πλέον στα χέρια των ειδικών
    και ίσως θα έπρεπε να …»κάνω μόκο»…
    αλλά …
    αν και δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει το «κοῦφον» με την σκούφια :μάλλον θα ξέρετε ότι
    ο όρος «κοῦφον» υπάρχει στα Φυσικά του Αριστοτέλη με την σημασία του αραιού ( αντίθετου του πυκνού … πυκνότης και κουφότης ,,, ) ο όρος αναπαράγεται σε όλες τις πτώσεις του και στους σχολαστικούς του 6ou αιώνα π.χ. Σιμπλίκιος

  210. Γιάννης Ιατρού said

    209: Mitsos
    Αυτός ο όρος που αναφέρεις («κοῦφον» στον Αριστοτέλη) με την έννοια του ‘αραιού’ σχετίζεται κατά την γνώμη μου με τα αναφερόμενα από τον Κουκουλέ που (…(Eust. 1, 128) προτείνει για την ελληνική παραλλαγή σαν βάση το κούφος ‘κενός’ (όπου βεβαίως πρέπει να βάλουμε ένα μαρτυρούμενο από τον 3ο αι. ενδιάμεσο στάδιο κούφον ‘δοχείο’ [Pap. (Liddell-Scott s.v. κούφος I 6); Apophth.Patr. (Lampe S.V. κούφος 3b)])βλ. σχ. #196α (μτφρ. στο #197, τέλος ).

    Το «κενός» και το «αραιός» συγγενεύουν σαν έννοιες. Ο σκούφος είναι (από μέσα) «κενός» = κούφον ‘δοχείο’, κι έτσι υπάρχει η σύνδεση.

  211. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    Ἡσύχιος :
    Κύφερον ἢ κυφήν : κεφαλήν . Κρῆτες

    καὶ ἀλλοῦ στὸν Ἡσύχιο : σκύτη ἡ κεφαλή , ἀναφέρεται δὲ πὼς ὀνόμαζον σκύτα τὸν τράχηλον οἱ Σικελοί .

    Φώτιος :
    Κύφη τὸ ξύλον καλεῖται , δι ‘οὗ τὸν τράχηλον καὶ τὰς χείρας διείρουσιν

    Ὑποφώσκει λοιπόν καί μία συσχέτισις τοῦ κρητικοῦ ἰδιώματος σύμφωνα μὲ τὸν Ἡσύχιο
    καὶ ἐνῶ , ὁ μὲν Ξανθουδίδης στη λέξη κακάρα κάποιου παλαιοῦ στιχουργήματος , προέκρινε τὴν ἀνάγνωση καυκάρα * , ὁ δὲ Κουκουλές διετείνετο πὼς κακάρα εἶναι μεγενθυντικός τύπος τοῦ κάκαρο πού σὲ πολλές περιοχές δηλοῖ τὸ κρανίον.
    Γράφει δὲ σχετικῶς : Ἢτο δ’ἡ λέξις ἐν χρήσει ἢδη κατά τὸν ΙΒ’ αἰῶνα , ὡς μαρτυρεῖ ὁ Θεσσαλονίκης Εὐστάθιος γράφων ( Παρεκβ. 1796 .57) :
    « Μέχρι καὶ νῦν τινές τῶν μή κατά γλῶσσαν λογάδα ὁμιλούντων τὴν ἂπηλον γῆν ξηράν εἶναι φασίν ὡς τὸ κάκαρον , ὅ κρανίον ἐκεῖνοι νοοῦσι »
    Ἐννοεῖται ὅτι ὡς καὶ ἀλλαχοῦ ἒδειξα ,
    τὸ οὐσιαστικόν κάκαρο προέρχεται ἐκ τοῦ ἀρχαίου ἐπιθέτου κάρκαρος , τοῦ δηλούντος τὸν
    σκληρόν καὶ ἀπόκροτον . Ὅρα δ’ ὅτι τὸ κάκαρο , ἥτοι κρανίον , σήμερον σκωπτικῶς λέγεται καὶ ξερό .

    *
    Λέξις , ποὺ , συγκρινομένη μὲ ὁρισμένες ἀντίστοιχες ὀνομασίες ποτηριῶν ἀνά τήν Ἑλλάδα , φανερώνει σαφήν ἐτυμολογική συσχέτιση .

    λ.χ. καυκί στὴν Κρήτη , καυκόπουλλο στὴ Μακεδονία ,
    ἐξ ‘οὗ καὶ οἱ στίχοι :

    «μὲ τὸ μικρό καυκόϊπουλλο θέλω νὰ πιῶ πεντέξι»

    Καὶ πάλι ἀπό ἂρθρο , περί Βυζαντινῶν συμποσίων αὐτή τὴ φορά , τοῦ Φαίδωνος Κουκουλέ :

    « Τό ποτήριον τὸ προωρισμένον κυρίως διά τὸν οἶνον καὶ πήλινον ἐκαλεῖτο καύκος ἢ καυκί(ο)ν, ἡμισφαιρικόν βεβαίως κατ’ ἀρχάς ἒχον σχῆμα καὶ κατόπιν ἁπλῶς τὸ τοῦ κοινοῦ ποτηρίου.
    Ὡς ἕτερον τύπον τοῦ καυκίου θεωρῶ τὸ καυκάλιον, ἀφ’οὗ καὶ σήμερον ἒτι ἐν Καλαμιτσίω Θράκης καυκάλα λέγεται τό ποτήριον »

    Ἐξ’οὗ καὶ τὸ σκωπτικόν ποιημάτιον :

    « πάλιν τὸν καῦκον ἒπιες
    πάλιν τὸν νοῦν ἀπώλεσες »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: