Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

«Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» (διήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2019


Το έχω ξαναπεί πως ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Τον θυμήθηκα πρόσφατα για δυο λόγους. Από τη μια, ήμουν στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη τις προάλλες. Κι έπειτα, σε μια λέσχη ανάγνωσης που έχουμε φτιάξει εδώ στην ξενιτειά συζητήσαμε προχτές το βιβλίο «Το δικό μας αίμα» από το οποίο προέρχεται και το διήγημα που θα διαβάσετε σήμερα.

Μια και ξαναδιάβασα το βιβλίο με αφορμή τη συζήτηση αυτή, δεν αποκλείεται σε ένα από τα επόμενα άρθρα να επιστρέψω στο Δικό μας αίμα και να το εξετάσω λεξιλογικά. Σήμερα όμως, που έχουμε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα, θα βάλω ένα διήγημα από το βιβλίο, ένα διήγημα που μου αρέσει και που ξεχωρίζει από τα άλλα του βιβλίου.

Δεν εννοώ ότι υπερέχει. Εννοώ ότι όλα τα άλλα διηγήματα του τόμου είναι πολεογραφικά, έχουν πρωταγωνιστή την πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ ετούτο διαφέρει αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης -αν και η Θεσσαλονίκη έχει κι εδώ πρωταγωνιστική θέση.

«Βουκουρέστι, αχ, Βουκουρέστι!»

Η γιαγιά μου ήταν αντίθετη στον κομμουνισμό, το ίδιο και οι φιλενάδες της. Δεν είχανε με τους κομμουνιστές, τους μπολσεβίκους, όπως έλεγαν καμιά ιδιαίτερη μανία, ούτε και πολυθέλανε το κακό τους, τους φοβόντουσαν όμως και τους κατηγορούσαν γιατί κυνηγούσανε τη θρησκεία και τις διδασκαλίες της. Και όποιος κυνηγάει τη θρησκεία, κυνηγάει τα πάντα, έλεγαν.

Μαζεύονταν, λοιπόν, για καφέ, έστω και κριθαρένιον, και ανταλλάσσανε ή ξαναλέγανε τις παμπάλαιες πληροφορίες τους. Μια ιστορία που είχε κάνει θραύση στον κύκλο τους προπολεμικά, ήταν εκείνη με τον καλόγερο. Οι άλλες ήταν σχετικές με τις ερωτικές δραστηριότητες, τις παραλυσίες και τους εκφυλισμούς στη Σοβιετία.

Ένας Ρώσος καλόγερος, αφού υπόφερε τα πάνδεινα από τους μπολσεβίκους στις εξορίες και τις φυλακές κι αφού άκουσε βρισίδι και διαφώτιση που του πήγε καπνός κι αντάρα, άρχισε να δείχνει ότι παραδέχεται σε πολλά σημεία τις αντιθρησκευτικές απόψεις των διαφωτιστών του. Κατευχαριστημένοι εκείνοι σκέφτηκαν να τον παρουσιάσουν έτσι με τα ράσα και τα γένια στο λαό, για να μιλήσει μέσα σ’ ένα κατάμεστο στάδιο εναντίον της θρησκείας. Και πραγματικά μάζεψαν τον κόσμο και ανέβασαν σ’ ένα ψηλό βάθρο τον καλόγερο, για να τον βλέπουν όλοι. Κι αυτός, αφού πρώτα περίμενε να γίνει ησυχία απόλυτη και να στραφούνε όλα τα βλέμματα επάνω του, έβγαλε ξαφνικά από τον κόρφο του έναν μεγάλο σταυρό και υψώνοντάς τον κραύγασε προς τα πλήθη· «Χριστός Ανέστη!». Έγινε τότε πανδαιμόνιο, χαλασμός κόσμου. Οι μπολσεβίκοι αυτοστιγμεί πέσαν απάνω του και τον λιανίσαν.

Η ιστορία αυτή τελείωνε πάντα με σταυροκοπήματα, πράγμα που σήμαινε πως ο καλόγερος κατατασσόταν αυτόματα από την ομήγυρη μεταξύ των αγίων μαρτύρων. Παρόλο όμως το τραγικό και όχι απίθανο τέλος της, εγώ την έβρισκα πάντοτε λιγάκι διασκεδαστική. Και πολύ θα ’θελα να μπορούσα να είχα δει από καμιά μεριά τα μούτρα των έξυπνων αυτών υπευθύνων τη στιγμή που την πάθαιναν από τον φανατικό καλόγερο.

Ύστερα, οι γριές άρχιζαν να λένε και να λένε, ψιθυριστά, για τα σεξουαλικά όργια, που κατά τις πληροφορίες τους γινόντουσαν στη Ρωσία.

–      Χορεύουν άντρες με γυναίκες γυμνοί, λέγανε σκυφτές.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο μαυροφορεμένος χορός.

–      Χορεύουν γυμνοί άντρες με άντρες, λέγανε γουργουριστά.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο χηρευάμενος χορός.

–      Χορεύουν γυμνές γυναίκες με γυναίκες, σφύριζαν χαμηλόφωνα.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζαν όλες μαζί και

σταυροκοπιόντουσαν, ίσως γιατί έπιαναν με τη φαντασία τους την ομήγυρή τους ολόγυμνη να χορεύει.

–      Αυτός με τις μουστάκες… , ψιθύριζαν.

–      Αχ, Βουκουρέστι πια, Βουκουρέστι!

–      Απορρίχνουν ελεύθερα τα παιδιά, έλεγαν.

–      Γεννάνε στα νοσοκομεία, όχι στα σπίτια τους.

–      Οδηγάνε αυτοκίνητα, τρένα, ακόμα και καράβια, γυναίκες πράμα!, έλεγαν.

–      Πηγαίνουν και στρατιωτίνες, μαθές!

–      Πάει ο ντουνιάς! Βουκουρέστι, όλα Βουκουρέστι!

Τόσο πολύ μιλούσανε για όργια στη Ρωσία, ώστε εγώ, από αντίδραση, μέχρι και που μεγάλωσα, πίστευα ότι πρόκειται για την πιο φιλελεύθερη, ανεκτική και χαρούμενη χώρα στον κόσμο. Γιατί, βέβαια, όποιος καταδιώκει το σεξ, καταδιώκει όλα τα πάντα.

Στην Κατοχή, παρόλη την ανατροπή του σύμπαντος, οι ακατάβλητες γριές μιλούσανε ακόμα, του καλού καιρού, για τον μπολσεβικισμό και τα καμώματά του. Γι’ αυτές δεν είχε κεφαλαιώδη σημασία ούτε η σκλαβιά, ούτε ο Χίτλερ, που κόντευε να κυριέψει τη Μόσχα και το Λένινγκραντ, ούτε, βέβαια, το Βουκουρέστι και η τύχη του. Αυτά όλα ήταν περαστικά πράγματα, που θα λάβαιναν πάλι την ταχτοποίησή τους. Ο μπολσεβικισμός όμως ήταν κάτι το ακατάλυτο, εφόσον ήταν ο μεγάλος αντίπαλος της θρησκείας.

Τις πιο πολλές ειδήσεις τις έφερνε τότε στην ομήγυρη η Λεωνόρα, μια αρχοντογυναίκα με κάτασπρα λαμπρά μαλλιά, πλεγμένα σε χοντρές απαλές κοτσίδες, σαν σκορδοπλεξάνες. Η Λεωνόρα βρισκόταν σε δύσκολη θέση, σε δίλημμα. Ζούσε στο ίδιο σπίτι με τον άντρα της αδελφής της και τα δυο παλικάρια του, μια και η αδελφή της είχε πεθάνει. Η Λεωνόρα, κάνοντας το χρέος της αδελφής της, τους περιποιόταν με στοργή, όμως ο γέρος και τα παιδιά του, μολονότι εύποροι, ήταν φανατικοί μπολσεβίκοι, από κείνους τους σταλινικού τύπου. Η Λεωνόρα άκουγε εκεί μέσα πολλά, αλλά ήταν φανερό ότι έλεγε όσο πιο λίγα μπορούσε. Ο γέρος, έλεγε η Λεωνόρα, έκαμνε δίαιτες και γυμναστικές, για να ζήσει πολλά χρόνια να δει τον κομμουνισμό και το Στάλιν στην Ελλάδα. «Αμ, πώς δεν θα τον δει, ο σκατόγερος» έλεγαν μ’ ένα στόμα – και τι στόμα! – οι γριές, που ο τρομαγμένος νους τους έτρεχε αμέσως σε εκκλησίες, καλογέρους, παπάδες, αλλά και γυμνικούς χορούς. Η Λεωνόρα πρόσθετε ακόμα, πως ο γέρος και τα παιδιά του γύριζαν σχεδόν γυμνοί μέσα στο σπίτι, μ’ ένα μαγιό, για να παίρνει συνεχώς το κορμί τους αέρα, ν’ ανοίγουν οι πόροι τους, πράγμα πολύ υγιεινό, λέει. «Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!», ξεφώνιζαν οι γριές, διακρίνοντας, εδώ, κάποια προπόνηση στους περιβόητους εκείνους χορούς πλην της Λεωνόρας, βέβαια, που ήταν ατίθαση γεροντοκόρη και δεν μπορούσε να παραδεχτεί τέτοια πράγματα για τα ανίψια της και το σπιτικό της. Η επιμονή της αυτή να αποφεύγει το καθιερωμένο ανάθεμα «Βουκουρέστι, Βουκουρέστι», όταν μιλούσε για τους δικούς της, και να διηγείται την κατάσταση κάπως πιο ανθρωπινά, άρχισε να την κάμνει ύποπτη στις άλλες γριές. «Η Λεωνόρα δεν τους καταδικάζει», έλεγαν ιδιαιτέρως.

Ωστόσο, όχι μόνο η Λεωνόρα, αλλά και η γιαγιά μου είχε τις μυστικές επαφές της με τους μπολσεβίκους. Κάθε τόσο κατέφθανε τα πρωινά η περίφημη Αηδονιώ ή Αηδόνα, φλύαρη, δυναμική και πάντοτε ξεμαλλιάρα. Τη θυμάμαι να κάθεται όλο στην ίδια θέση με φόντο τον Θερμαϊκό, που κι αυτόν τον θυμάμαι όλο αγριεμένον απ’ τον Βαρδάρη. Η Αηδονιώ θα πήγαινε ή θα γυρνούσε από κάποιον τόπο εξορίας, όπου μόνιμα βρισκόταν ο γιος της, καθώς δεν εννοούσε να υπογράψει τη δήλωση. Αυτή μιλούσε, συνέχεια, για καΐκια, βάρκες, μπερδεμένα δρομολόγια άγονων γραμμών, φουρτούνες και μπουνάτσες, καλούς ή κακούς χωροφύλακες, σκύλους ενωματάρχες, φύλακες φυλακών, μυστικά σημειώματα, δέματα ανήκουστης φτώχειας, διευθύνσεις στα πέρατα, όπου έπρεπε όμως να τρέξει, μυστηριώδεις κυρίους που εμφανίζονταν ξαφνικά κι ανοίγοντας το πορτοφόλι τους της έδιναν σημαντική βοήθεια, ακριβώς τη στιγμή που δεν είχε δεκάρα. Η Αηδονιώ ήταν η παιδεμάρα και η τραχύτητα, ο παράλογος ξεσπιτωμός και το ξεβόλεμα, το Αιγαίο και η στέγνια του, μέσα σε μια πολιτεία, παχουλή και νερουλή, που το θωρούσε, βέβαια, το πέλαγος, αλλά το θεωρούσε πολύ μακριά της. Η γιαγιά μου πάντοτε της έλεγε να πει του γιου της, που όπως αργότερα διεπίστωσα ήταν ένας τραχύτατος κι αυτός άντρακλας, να κάνει πια αυτή τη δήλωση και να βγει έξω κι αυτός, όπως και οι αρχηγοί του, που πάντοτε βάζουν με τρόπο τους άλλους μπροστά, και τα λοιπά, και τα λοιπά, αλλά γενικά την άκουγε με πολλή συμπάθεια και ποτέ δεν την άφηνε να φύγει με άδεια χέρια, παρόλο που κι εμείς – και όχι μονάχα στην Κατοχή – υποφέρναμε. Η Αηδονιώ, παρ’ όλη τη θρυλική γλώσσα της, που δεν είχε αφήσει αστυνόμο για αστυνόμο που να μην τον περιλούσει, δεν αντέλεγε και πολύ στη γιαγιά μου, έδειχνε όμως καθαρά ότι δεν επρόκειτο να τα μεταβιβάσει. Μα και η γιαγιά μου γι’ αυτήν την ίδια τα έλεγε και όχι για τον γιο της, γιατί πίστευε, και όχι αδίκως, ότι από τους δυο τους αυτή ήταν η πιο φανατικιά. Αυτή ήταν η κυριότερη επαφή της γιαγιάς μου με τους μπολσεβίκους, μα όχι η μόνη.

Οι απέθαντες γριές εξακολούθησαν να μαζεύονται για καφέ και μετά την απελευθέρωση, αλλά και μετά τον εμφύλιο, είναι η αλήθεια. Και μολονότι οι μπολσεβίκοι, κατά τη σύντομη επικράτησή τους, που οι γριές δεν την πολυκατάλαβαν, γιατί, ακριβώς, αλλιώς την φαντάζονταν, ούτε τις εκκλησίες ούτε τους παπάδες απαγόρεψαν, ούτε και τσίτσιδοι χοροπηδούσαν, εντούτοις οι γριές εξακολουθούσαν γι’ αυτά τα ίδια και τα ίδια να τους κατηγορούν και να λένε, κάθε τόσο, αναστενάζοντας: «Βουκουρέστι, Βουκουρέστι!». Είχε αρχίσει όμως να παίρνει στο στόμα τους κάποιο ραγισμένο τόνο η έκφραση. Κάτι συνέβαινε, φαίνεται, μέσα στα σπιτικά τους. Το περιλάλητο «Βουκουρέστι» ερχόταν πια και στο κεφάλι μας, πανταχού εισχωρούσε, απαράδεχτα διαφορετικό όμως από τη φήμη του. Γι’ αυτό και η καταδίκη του, τουλάχιστο με τα λόγια, εξακολουθούσε.

Και τώρα που τη γιαγιά μου και τις φιλενάδες της, ούτε φάκελα την πιάνουν, εκεί που είναι, μα ούτε και φάσκελα, μπορώ να προσθέσω και τούτο: Απάνω στον εμφύλιο μας έφερε μια μέρα με πολύ καμάρι την είδηση ότι μιας συμπατριώτισσάς της οι δυο γιοι ήταν οι πρώτοι καπεταναίοι στον Έβρο. μας είπε και τα ψευδώνυμά τους, μάλιστα. Τα έλεγε αυτά στητή και με δύναμη, της άρεζε να βροντάει ντουφέκι κοντά στο χωριό της κι από τα χέρια του χωριού της, κι ας ήταν και μπολσεβίκικα. Ήξερε πως από τέτοια πράγματα πάντοτε κάτι βγαίνει. Καταγόταν και αυτή, καθώς και οι φιλενάδες της, από τη άλλη μεριά του Έβρου, την τώρα τουρκική, και λαχταρούσε η καρδιά της. Αυτά, βέβαια, δεν τα είπε στην ομήγυρή της. Έφερε μόνο μια μέρα τη συμπατριώτισσά της, τη μάνα των καπεταναίων, από την εκκλησία, που τη βρήκε, στο σπίτι. Δούλευε στην πόλη μας ως υπηρέτρια κι αυτό πολύ στα κρυφά. Κατά τα τέλη της ζωής της η γιαγιά, μόνη πια χωρίς την ομήγυρη, αλλά με εκλογικό βιβλιάριο, που της είχαν βγάλει, έλεγε: «Εμείς τι έχουμε να χάσουμε από τους μπολσεβίκους;» «Να τα μας…», της λέγαμε γελαστά και της θυμίζαμε που κρυφοέβριζε τους φαντάρους του ΕΛΑΣ, όταν τους συναντούσε στο δρόμο. Μα τα απέκρουε αυτά και ούτε λέξη για «Βουκουρέστι» και τα παρόμοια, όπου άλλωστε κυβερνούσε με καλβινική αυστηράδα και πυγμή η Άννα Πάουκερ.

Αργότερα, όταν ήμουν φοιτητής, ένας καθηγητής μου, αρκετά παράξενος τύπος, μόλις με είδε μια μέρα από κυλικείο μ’ έναν πολύ συμπαθή φοιτητή άλλης Σχολής, πλησίασε και μας είπε συνωμοτικά: «Παιδιά, παιδιά, δεν ξέρετε τίποτα. Το μουνί βρωμάει. Αχ, Βουκουρέστι, Βουκουρέστι, εκεί μονάχα ξέρουν!» Και έφυγε απότομα, χωρίς να μας εξηγήσει, τι ήταν αυτό που ξέρανε σχετικώς στο Βουκουρέστι και που εμείς, κατά τη γνώμη του, δεν το ξέραμε. Φυσικά, αναφερόταν στο παλιό Βουκουρέστι, και εννοούσε σαφώς έναν από τους τρεις αλληγορικούς χορούς που προαναφέραμε.

Με τα χρόνια και την πείρα, έχω πεισθεί πως το καημένο έβγαλε όνομα κυρίως από τους διάφορους πραματευτάδες, που διέσχιζαν, παλιά, ανεμπόδιστοι από σύνορα, όλη τη Βαλκανική σε μήκος και σε πλάτος. Αυτοί, που γνώριζαν καλά τις βαλκανικές πόλεις και κωμοπόλεις και ήταν σε θέση να κάνουν συγκρίσεις και εκτιμήσεις, έβρισκαν ότι τα ήθη στο Βουκουρέστι ήταν από παντού αλλού πιο ελεύθερα. Νέοι, έξυπνοι, γεροί, αλλά ξένοι, καθώς ήταν, δηλαδή σε όλα κατάλληλοι, πρέπει να δέχονταν πολλές ερωτικές επιθέσεις από διάφορα μερακλίδικα πλάσματα του τόπου, που δεν θα πολυτολμούσαν να ριχτούν σε εντόπιους. Γιατί σαφώς η επωδός αυτή δεν εννοούσε κανονικές καταστάσεις, άλλο αν οι γριές δεν καταλάβαιναν τι ακριβώς λένε. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει και στην Αθήνα σήμερα με τους επαρχιώτες, έστω και μαύρους, προς τους οποίους υπάρχει μια σαφής προτίμηση για πρόσκαιρες σχέσεις. Κατόπιν αυτοί γυρίζοντας στα χωριά τους και θέλοντας οπωσδήποτε να διηγηθούν τα πράματα και τα θάματα που είδανε, και μάλιστα από τόσο κοντά, στο Βουκουρέστιον, τα έλεγαν και τα διηγόντουσαν όλα, μεγαλοποιώντας μάλιστα τις χειρότερες περιπτώσεις, αλλά υπό τύπον κατηγορίας και καταδίκης. Και χωρίς, εννοείται, να ανακατεύουν καθόλου τον εαυτό τους. Πάντως, τα έλεγαν και τα τόνιζαν, και αυτό ήταν που είχε σημασία. Τέτοιες διηγήσεις για το Βουκουρέστι μέχρι και στα παιδικά μας χρόνια κυκλοφορούσαν. Για άντρες που βάφονται εκεί πέρα, για γυναίκες πολύ εύκολες, όπως άλλωστε και η παραλίγο βασίλισσά μας, η γυναίκα του Γεωργίου Β΄, για αξιωματικούς που φοράνε κορσέ, για νεαρούς που ξυρίζονται δυο φορές τη μέρα και χίλια δυο άλλα.

Θυμήθηκα το Βουκουρέστι, Μπουκουρέστι για την ακρίβεια, όταν πέρσι πρόπερσι έγιναν εκεί μεγάλοι σεισμοί και άθελά μου αναφώνησα: «Αχ, Βουκουρέστι, Βουκουρέστι!». Ανακάλεσα, τότε, τη γιαγιά μου, την παρέα της, τους πραματευτάδες, τα σκηνοθετημένα από μένα όργιά τους, τις φοβίες και τα ιδανικά. Όλα σκόνη και στάχτη.

Τώρα, ποιος θα μας θυμηθεί, ποιος θα λυπηθεί εμάς, που όλους τους θυμόμαστε, καθώς αυτοί που μας απομυζούσαν μας γυρίζουνε την πλάτη ή προσπαθούν όπως όπως να μας τυλίξουν; Κι αν το κάνει, τι άραγε θα βρει κι αυτός στο βάθος;

Αχ, Σαλονίκη, ρημαγμένη Σαλονίκη, δεν ξέρω πώς να σε θρηνήσω…

 

Από τη συλλογή Το δικό μας αίμα (1978)

 

Advertisements

62 Σχόλια to “«Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» (διήγημα του Γιώργου Ιωάννου)”

  1. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!

  2. Πολύ ωραίο. Μου θύμισε λίγο κάποια διηγήματα του Χάσεκ η φάση με τις τερατολογίες για τους Μπολσεβίκους.
    Φοβερή και η ιστορία της Άννα Πάουκερ. https://en.wikipedia.org/wiki/Ana_Pauker

  3. Μαρία said

    Το «Μπουκουρέστ’» το συνήθιζε ο αδερφός της μάνας μου και έμεινα έκπληκτη, όταν το ’78 το συνάντησα στον Ιωάννου. Νόμιζα μέχρι τότε ότι ήταν ιδιόλεκτο του θείου μου.

  4. alexisphoto said

    Καλημέρα,
    Αν η Κυριακή μας ξεκινάει με κείμενο σαν και αυτό, καλή θα είναι.
    🙂

  5. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και την πιο απλή ιστορία να αφηγηθεί ο Ιωάννου, την κάνει γοητευτική, γεννημένος παραμυθάς…Συμπαθέστατες οι γραφικές θείτσες, είχα κι εγώ τέτοιες, που όλα τα στραβά και τα ανάποδα τα χρέωναν στους «κουμμουνιστάς». Σεισμός γινόταν, κεραυνός έπεφτε, τρένο εκτροχιαζόταν, οι «κουμμουνισταί» το χρεωνόντουσαν. Είχαν ζήσει τα Δεκεμβριανά από την κάτω πλευρά της Πέτρου Ράλλη, στα Μανιάτικα, οπότε κάποια τραγικά συμβάντα εμπέδωσαν την …κουμμουνιστοφοβία μέχρι τελευταίας πνοής.

  6. Θεοδώρα said

    Καλημέρα σας! Γλυκόπικρο όπως η ζωή μας από έναν μάστορα όπως ο Ιωάννου. Ευχαριστούμε!

  7. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και χαίρομαι που σας άρεσε το διήγημα.

    2 Ναι, φοβερή. Και σκέψου πως είναι η πρώτη παγκοσμίως γυναίκα που έγινε ΥΠΕΞ (το 1947).

  8. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα, ευχαριστούμε!

    5 Προκαλούν την οργή του Θεού, αφού!

  9. cronopiusa said

    Ana Pauker: Dilemmas of a Reluctant Stalinist Author: Robert Levy, Lecturer, Jewish History, Hebrew Union College and Academy of Jewish Religion, Los Angeles
    Download File (doc) Back to Document List

  10. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  11. Theo said

    Ευχαριστώ, Νικοκύρη, για το συναρπαστικό διήγημα του και δικού μου αγαπημένου Γιώργου Ιωάννου. Χαίρομαι που το ξαναδιαβάζω μετά από δεκαετίες.

    Με τα χρόνια και την πείρα, έχω πεισθεί πως το καημένο έβγαλε όνομα κυρίως από τους διάφορους πραματευτάδες, που διέσχιζαν, παλιά, ανεμπόδιστοι από σύνορα, όλη τη Βαλκανική σε μήκος και σε πλάτος.

    Όχι μόνο πραματευτάδες αλλά και μαστόροι.

    Υπήρχε ένα προάστιο του Βουκουρεστίου όπου έμειναν οι μάστορες από τη Μπελκαμένη (Δροσοπηγή) και τη Νεγοβάνη (Φλάμπουρο) της Φλώρινας, τα χωριά που ίδρυσαν οι προπαππούδες της γιαγιάς μου. Επειδή εκεί είχε περισσότερες δουλειές, συνήθιζαν οι Μπελκαμενιώτες και Νεγοβανίτες να φεύγουν από τα χωριά τους του Αγίου Γεωργίου για το Βουκουρέστι και να επιστρέφουν του Αγίου Δημητρίου.

    Έχω (σε φωτοαντίγραφα) γράμματα του προπάππου μου από το 1897 και το 1899 (που ήταν 27 και 29 χρονών αντίστοιχα), με τυπωμένο το ονοματεπώνυμό του και αριθμό τέλεξ, με τα οποία ζητάει δανεικά από τη Σιμωνόπετρα του Αγίου Όρους και υπόσχεται πως θα τα επιστρέψει όταν γυρίσει από το Βουκουρέστι.

    Το 1905, επειδή τον κυνηγούσαν οι Βούλγαροι, ως συνεργάτη του Παύλου Μελά, εγκαταστάθηκε στην Καστοριά, όπου σταδιοδρόμησε ως «κάλφας» (εμπειρικός αρχιτέκτονας, εργολάβος και αρχιμάστορας) και πήγαινε αραιά και πού στη Ρουμανία, στην Μπραΐλα κυρίως για δουλειές. Κάπου στον Μεσοπόλεμο, έστειλε έναν από τους γαμπρούς του με την κόρη του στην Μπραΐλα, να διαχειρίζεται την εκεί εμπορική επιχείρησή του.

    Αυτοί πλούτισαν και κατέθεσαν τα χρήματά τους στην Τράπεζα Λαζαρίδη. Όταν αυτή χρεοκόπησε, λίγο πριν από το ΒΠΠ, κι έμειναν επί ξύλου κρεμάμενοι, ντράπηκαν να γυρίσουν στην Ελλάδα και, με τα δύο παιδιά τους, πήγαν στην Αλβανία, μάλλον κάπου στα νότια, στην ελληνόφωνη περιοχή. Εκεί τους βρήκε το καθεστώς του Χότζα. Επειδή ο θείος μου είχε μεγάλη γλώσσα, όπως λένε, τους «εξόρισαν» στο Φίερι, στην κεντρική Αλβανία. Το 1991, που άνοιξαν τα σύνορα, οι γέροι κι ο γιος είχαν πεθάνει. Έτσι, ο πατέρας μου πήγε στην Κρυσταλλοπηγή να παραλάβει την ξαδέρφη του, μια από τους πρώτους που επαναπατρίστηκαν. Αργότερα ήρθαν ο γιος και η κόρη της, ενώ κάποιοι άλλοι από την οικογένεια έμειναν εκείθεν των συνόρων. Η θεια μου και ο γιος της πέθαναν στην Ελλάδα. Κι έτσι έκλεισε ένας κύκλος που κράτησε έναν αιώνα περίπου.

    (Πριν δυο τρία χρόνια έπιασα κουβέντα με έναν Αλβανό ταξιτζή στη Θεσσαλονίκη, που μιλούσε τέλεια ελληνικά. Τον ρώτησα από πού είναι, και μου είπε «απ’ το Φιέρι». Μετά που του είπα για τους συγγενείς μου εκεί, μου πήρε λιγότερα χρήματα γιατί είμαστε πατριώτες, όπως μου είπε.)

  12. Αγγελος said

    Ταινία του μακαρίτη του Αγγελόπουλου οι πρόγονοί σου, Theo!

  13. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ ᾿μένα.

    Κι ἐμένα μ᾿ ἄρεσε τὸ σημερινό.

    Ἐπὶ πλέον μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ μάθω πολὺ ἐνδιαφέροντα πράγματα γιὰ τὴν Ἄννα Πάουκερ.

    Κάποια συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχα σχηματίσει γιὰ τὴν μεταπολεμικὴ Ρουμανία διαβάζοντας τὸ βιβλίο Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα τῆς Μαριάννας Κορομηλᾶ, βασισμένο στὴν αὐτοβιογραφία τοῦ Γιάνκου Δανιηλόπουλου, ἑνὸς πολυπρόσφυγα (σίκ, 5ἑκατομμύρια+). Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἀνάγκασαν αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειά του νὰ πάρουν τὸν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς κάμποσες φορές.

  14. Theo said

    @13:

    Και το «Ευτυχισμένος…» ταινία του Αγγελόπουλου. Το ‘χω διαβάσει τρεις ή τέσσερις φορές.
    Εντυπωσιακά η χλιδή των Ελλήνων μεγαλέμπορων και βιομήχανων της μεσοπολεμικής Ρουμανίας, όπως οι αδελφοί Δανηλόπουλοι, και το κοντράστ με τη φτώχεια του μέσου Ρουμάνου αυτής της εποχής αλλά και της αττικής υπαίθρου του ’50.

  15. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @13.Διάβασα τὸ βιβλίο στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿90 καὶ λίγο μετὰ εἶδα Τὸ βλέμμα τοῦ Ὀδυσσέα τοῦ Θόδωρου Ἀγγελόπουλου.

    Ἦταν συγκλονιστικὰ καὶ τὰ δύο.

    Νικοκύρη, σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ.

    Μὲ τὸ σημερινὸ θαυμάσιο διήγημα τοῦ Ἰωάννου μοῦ ξύπνησες αὐτὲς τὶς ὑπέροχες μνῆμες.

  16. Γιάννης Κουβάτσος said

    13: Εφτά φορές πρόσφυγας. Τι ωραίο βιβλίο. ..

  17. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ σημερινὸ διήγημα, τὸ «Βουκουρέστι, ἄχ Βουκουρέστι» δείχνει πόσο μπροστὰ ἦταν τὸ Βουκουρέστι – κοινωνικά, οἰκονομικά, πολιτιστικά – σὲ σχέση μὲ τὴν Ἑλλάδα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

    Ὅσο γιὰ τὰ θρυλούμενα γιὰ «ἔκλυση ἠθῶν» στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἔχουν κάποια βάση, μιᾶς καὶ τὰ πρῶτα μετεπαναστατικὰ χρόνια ἔγιναν τεράστιες ἀλλαγὲς σὲ θέματα ἰσότητας τῶν φύλων, σεξουαλικῆς ἀπελευθέρωσης, ὁμοφυλοφιλίας, κατάργησης τῆς συμβατικῆς οἰκογένειας κλπ. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀλλαγές αὐτές ἀνατράπηκαν μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Σταλινισμοῦ.

    Πιστεύω πὼς ὁ ἀπόηχος αὐτῶν τῶν ἀλλαγῶν ἔφτασε καὶ στὰ μέρη μας, ἐνισχυόμενος καταλλήλως γιὰ προπαγανδιστικοὺς λόγους.

  18. Μαρία said

    17β
    Βέβαια. Και με ménage à trois βλ. Λίλι Μπρικ- Όσιπ Μπρικ – Μαγιακόφσκι.

  19. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Ωραίος ο Ιωάννου, ωραία η Θεσ/νίκη,το Βουκουρέστι ακούγεται πολύ ενδιαφέρον!

    11 «Κάλφας» νόμιζα ότι ήταν ο ανειδίκευτος βοηθός.

  20. Μαρία said

    19
    Τσιράκι είναι ο βοηθός του κάλφα (μάστορα).

  21. Theo said

    Στο Ο Μπολσεβικισμὸς ἐν Ρωσσίᾳ καὶ αἱ συνέπειαι αὐτοῦ, ένα από τα πρώτα βιβλία στη χώρα μας (έκδ. 1926) του αγιορείτη Χρύσανθου Ιβηρίτη, περιγράφεται αρκετά γλαφυρά η σεξουαλική απελευθέρωση των γυναικών στα πρώτα μεταπαναστατικά χρόνια (σσ. 150-153), με εικόνες που θυμίζουν αρκετά τη σημερινή εποχή:

    «Αἱ συνέπειαι ἔχουν ἤδη ἐκδηλωθῆ καὶ προξενοῦν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν. Ἡ νεολαία, ἡ ἀποτελοῦσα τὴν περιγραφεῖσαν ἤδη ὀργάνωσιν ὑπὸ τὸ ὄνομα «Κομσομόλ», ἐπιδεικτικῶς καὶ σκανδαλωδῶς χλευἀζει τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ναοὺς καὶ τὸν κλῆρον, περιφρονητικῶς συμπεριφέρεται πρὸς τὸν θρησκευτικὸν γάμον καὶ τὰς ἀμοιβαίας ὑποχρεώσεις τῶν συζύγων, συνάπτει μόνον τὸν πολιτικὸν γάμον διὰ νὰ δύναται εὐκόλως νὰ διαρρηγνύῃ τὸν δεσμόν του πρὸς τὸν σύζυγον, ἥτις οὕτως ἢ ἄλλως τῷ ἀπήρεσε, καὶ νὰ ζητήσῃ ἄλλο θῦμα τῆς διαφθορᾶς του. Εἶναι ἄσπλαγχνος καὶ ἀνευλαβὴς οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς οἰκείους. Ἡ μπολσεβικικὴ προπαγάνδα διεστρεψε τὸ πνεῦμα τῶν νέων, κατέστησεν αὐτὸ μισάνθρωπον, ἀντικοινωνικὸν καὶ ρέπον μόνον πρὸς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἀπολαύσεων διὰ τῆς καταπατήσεως παντὸς νόμου ἠθικοῦ καὶ τῆς στοιχειώδους αἰδοῦς.
    […]
    Ἐκτὸς τούτου τὸ σοβιετικὸν καθεστὼς ἐπενέβη ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου μὲ πρόθεσιν ἐγκληματικὴν νὰ διασαλεύσῃ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν παραλύσῃ ἠθικῶς, ἵνα δημιουργήσῃ ἐκ τῆς νέας γενεᾶς ἀθέους καὶ ἀνηθίκους πολίτας, ὑποχειρίους εἰς τὸν ψευδοκομμουνισμὸν καὶ ἐκτελεστὰς τοῦ σατανικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Ἡ ἐπέμβασις αὕτη γίνεται συστηματικῶς διὰ τῆς προπαγάνδας μεταξὺ τῶν ἐργατῶν καὶ ἀγροτῶν, συνιστώσης ὅπως αὗται προσχωρήσουν εἰς τὴν κομμουνιστικὴν γυναικείαν ὀργάνωσιν, ἥτις διαπαιδαγωγεῖ τὴν ἀμαθῆ σύζυγον ἢ ἀδελφὴν τοῦ ἐργάτου ὑπὸ πνεῦμα ἀντιχριστιανικόν, πρωτίστως ἀντιμητρικόν, πείθουσα αὐτὴν ὅτι τὸ ἀνατρέφειν τέκνα δὲν εἶναι μητρικὴ ὑποχρέωσις ἀλλὰ κρατική. Ἐμπνέει εἰς τὰς συζύγους νέαν ἰδεολογίαν περὶ τῶν συζυγικῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων, πείθει αὐτὰς περὶ προστασίας τῆς ἰδεολογίας ταύτης ἐκ μέρους τῆς σοβιετικῆς νομοθεσίας καὶ οὕτω καθιστᾷ αὐτὰς ἀνυποτάκτους εἰς τοὺς συζύγους, προκλητικὰς καὶ ἀδιαφόρους πρὸς τῆν οἰκογενειακὴν ζωὴν καὶ τὴν τιμὴν ἀκόμη αὐτήν.
    Ἐγνώριζον περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν φαινομένων, ὡς παρακολουθῶν μὲ ἰδιάζον ἐνδιαφέρον τὴν ἐξέλιξιν τοῦ μπολσεβικικοῦ πειραματισμοῦ, ἀλλ᾿ ἐπείσθην ἐναργέστερον κατὰ τὴν τρίμηνον νοσηλείαν μου εἰς δύο σανατόρια τῆς σοβιετικῆς κυβερνήσεως, ὅπου ἐγνώρισα ἐκ τοῦ πλησίον τύπους δημιουργημάτων τοῦ Μπολσεβικισμοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ γυναῖκας ἐκ τῶν πρωτεργατριῶν τῆς γυναικείας ὀργανώσεως, αἵτινες διεξάγουν τὴν προπαγάνδαν, ἣν προανέφερα, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς γυναῖκας, συζύγους δηλαδὴ καὶ ἀδελφὰς ἐργατῶν, προσχωρησάσας εἰς τὴν γυναικείαςν ὀργάνωσιν. Αἱ γυναῖκες αὗται ἐπίσης εὑρίσκοντο εἰς τὰ ἐν λόγῳ σανατόρια χάριν θεραπείας ἐκ τῶν δῆθεν στομαχικῶν ἢ νευρικῶν νοσημάτων τῇ βοηθείᾳ ψευδοῦς μαρτυρικοῦ φίλου ἰατροῦ καὶ τῇ βεβαιώσει ἄλλου κυβερνητικοῦ ἐλέγχοντος τὰ ἰατρικὰ πιστοποιητικά. Τὰς γυναῖκας αὐτάς, τὰς εὐθύμους μέχρι ἀναιδείας, διακρίνει θράσος ἀπρεπέστατον εἰς γυναῖκα ἢ μητέρα, περιφρόνησις πρὸς πᾶν ἱερὸν καὶ ὅσιον, ἀσπλαγχνία. Προὐκλήθην ὑπό τινων ἐξ αὐτῶν εἰς συζητήσεις ἐπὶ θρησκευτικῶν ζητημάτων καὶ ἐπὶ ζητημάτων τῆς συζυγικῆς ζωῆς καὶ τῆς μητρότητος. «Τίποτε δὲν ἀναγνωρίζομεν, έκδικούμεθα ὅλην τῆν κοινωνίαν διὰ τὸ παρελθόν, ἀπαιτοῦμεν τὴν αὐτὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἔχουν καὶ οἱ ἄνδρες.» Ὡς ἐπισφράγισμα τῆς ὅλης αὐτῆς χαλαρώσεως τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου χρησιμεύει ὁ ὑποχρεωτικὸς πολιτικὸς γάμος, ὅστις διευκολύνει τὸ διαζύγιον, τοῦ θρησκευτικοῦ κυρηχθέντος ἀπαραδέκτου.»

    Κάτι τέτοια θα είχαν ακούσει οι γριές του Ιωάννου από κάποιους που ίσως είχαν διαβάσει αυτό το βιβλίο, μάλλον ὀμως, από τις εφημερίδες της εποχής τους.

  22. Theo said

    @19:

    Κι εγώ έτσι νόμιζα, αλλά το 1999 όταν ρώτησα έναν ηλικιωμένο Καστοριανό αν ήξερε τον προπάππο μου, μου απάντησε πως τον γνώριζε και τον έλεγαν «Ο Κάλφας».

    Να, και τι γράφει σχετικά με τον προπάππο μου και τον όρο ο ομότιμος καθηγητής αρχιτεκτονικής Πάνος Τσολάκης:
    Με βάση τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του κτηρίου του Α΄ Δημοτικού συμπεραίνουμε ότι πιθανότατα σχεδιάστηκε και κτίστηκε από τον αξιόλογο κάλφα Αθανάσιο Παπαστυλιάδη (1875-1941), ο οποίος είχε γεννηθεί στη Μπελκαμένη της Φλώρινας, τη σημερινή Δροσοπηγή. Καλφάδες αποκαλούσαν τότε τους εμπειροτέχνες αρχιτέκτονες, οι οποίοι σχεδίαζαν, έκαναν προϋπολογισμούς και αναλάμβαναν την κατασκευή διαφόρων κτηρίων.

    (Κάποιες πληροφορίες, χρονολογίες κλπ. που ο Τσολάκης τις έμαθε από έναν κάπως μακρινό ανιψιό του προπάππου μου ελέγχονται ως ανακριβείς.)

  23. Theo said

    Κάποιο λάθος έκανα με τον λίκνο στο προηγούμενο σχόλιό μου. Τον αντιγράφω:
    http://tsiloglou.blogspot.com/2017/05/1.html

  24. Θα σας εκπλήξω ίσως αν πω ότι ο κάλφας είναι ίδια λέξη με τον χαλίφη. Κατά λέξη σημαίνει «τοποτηρητής», αλλά ήταν και τίτλος στις συντεχνίες.

  25. Theo said

    @24:
    Τι λε, ρε Δύτη!
    Δηλαδή οι πρόγονοί μου ήταν κάτι σαν χαλίφηδες στα ισνάφια τους 8) 😛

  26. Theo said

    Η πρώτη φατσολκα δεν μου βγήκε. Για να ξαναδοκιμάσω:
    😛

  27. Theo said

    φατσούλα, όχι φατσολκα 🙂 🙂

  28. Theo said

    Πάλι λάθος 😡

    Αυτό ήθελα:
    😎

  29. 20 Έτσι. Εξάλλου η παροιμία λέει: «Λείπει ο κάλφας και ξουρίζει το τσιράκι» 🙂

    Καλημέρα

    12 Ένα κομμάτι απ’ την ιστορία των προγόνων της γυναίκας μου, το είδα σε ταινία! Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο (αν π.χ. ήταν συνηθισμένη ιστορία – οι νέοι που αγαπιούνται, ο γαιοκτήμονας που την θέλει, που το σκάνε απ’ το ποτάμι, που τους πυροβολούν και σκοτώνεται ο νέος ενώ η νέα πάει και μένει με τους τσιγγάνους 🙂 και παντρεύεται κάποιον απ’ αυτούς, αλλά αυτό έγινε με τη μητέρα της γιαγιά της).

  30. Α, ναι. Όπου ποτάμι, ο Δούναβης.

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Δὲν ξέρω κατὰ πόσον ἡ συντηρητικὴ στροφὴ τῆς σοβιετικῆς ἡγεσίας στὰ σεξουαλικὰ θέματα ὀφείλεται στὶς ἀπόψεις τοῦ Στάλιν ἢ στὸν κοινωνικὸ συντηρητισμὸ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ.

    Μπορεῖ καὶ στὰ δυό.

    Ὡς γνωστόν, ὁ Στάλιν σπούδασε θεολογία, ἀλλὰ τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ σχολή.

    Σύμφωνα μὲ τὴν Βικιπαίδεια
    Η μητέρα του Ιωσήφ ήταν βαθιά θρησκευόμενη και το 1888 κατόρθωσε να του εξασφαλίσει μία θέση στην τοπική εκκλησιαστική σχολή. Παρά τα προβλήματα υγείας του, σημείωσε καλή πρόοδο στο σχολείο και κέρδισε τελικά υποτροφία στη θεολογική σχολή της Τιφλίδας.

    Τον Μάιο, του 1899, ο Στάλιν αποβλήθηκε από τη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Διάφοροι λόγοι δόθηκαν για αυτήν την απόφαση συμπεριλαμβανομένης της ασέβειας έναντι των καθηγητών και την ανάγνωση απαγορευμένων βιβλίων. Ο Στάλιν επρόκειτο αργότερα να υποστηρίξει ότι ο πραγματικός λόγος ήταν ότι προσπαθούσε να μεταστρέψει τους συμφοιτητές του στο μαρξισμό.

  32. Μαρία said

    31
    Μάλλον τον έδιωξαν, επειδή ήταν ομορφόπαιδο και κολάζονταν οι θεολόγοι.

  33. Γιώργος Κατσέας, Θςσσαλονίκη said

    Για τους διάφορους πραματευτάδες, που διέσχιζαν ανεμπόδιστοι από σύνορα, όλη τη Βαλκανική» έχει γράψει -πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια- ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο («Βαλκάνιος πραματευτής») ένας άλλος δικός μας, ο Χρίστος Ζαφείρης. Κι απ’ ότι θυμάμαι, τα κεφάλαια του βιβλίου του έγιναν τηλεοπτικές εκπομπές, στην κρατική τηλεόραση..

  34. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Τὸ
    «Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!»
    μοῦ θύμισε τὸ «Σικάγο γίναμε!» τῆς ἐποχῆς μας, ἂν καὶ λέγεται γι᾿ ἄλλον λόγο.

    Ἡ γιαγιά μου μὲ τὶς φιλενᾶδες της λέγανε: «μασόνοι γίναμε!», κάνοντας αὐτοκριτικὴ γιὰ τὴν μή αὐστηρὴ τήρηση τῶν νηστειῶν.

    Μπορεῖ στὸ μυαλό τους νὰ εἶχαν συνδέσει τὴ μασονία* μὲ τὴ μάσα. 🙂

    Ἐπίσης ἀσκοῦσε αὐστηρὴ κριτικὴ σ᾿ ἐμᾶς (τὴν πρὸ πεντηκονταετίας νεολαία 🙂 ) ἐπειδὴ χoρεύαμε τὰ «κολλητά».

    «Τρίβουνται σὰν τὸν τρίφτη μὲ τὸ τυρί», ἔλεγε χαρακτηριστικὰ στὶς φιλενᾶδες της. 🙂

    *Πιστεύω πὼς ἡ μασονία πρέπει νὰ ἦταν ἡ πρώτη μή θρησκευτικὴ ὀργάνωση ποὺ βρέθηκε στὸ στόχαστρο τῆς ἐκκλησίας, ἂν καὶ πολλοὶ ἀνώτατοι κληρικοὶ ἔγιναν μέλη της, κάποιες φορὲς ὑψηλόβαθμα.

  35. Νίμμη said

    Παραστατικὸς ὅπως πάντα ὁ ἀγαπημένος Γιῶργος Ἰωάννου ποὺ τὸν ἔλεγα θεῖο. Ὁ παπποῦς μου (πατέρας τῆς μητέρας μου) ἦταν ὁ νονός του, οἱ οἰκογένιές μας ἀπὸ παλιὰ πολὺ δεμένες..

  36. Theo said

    @33:
    Ναι, ο «Βαλκάνιος πραματευτής» εκδόθηκε το 1998 από τον «Εξαντα».

    Αν και έχει ένα κεφάλαιο για το Σιμπίου και το Μπράσοβ, δεν έχει κάτι για το Βουκουρέστι.

    Έχει ένα κεφάλαιο για το Σεμλίνο/Ζέμουν της Σερβίας (σσ. 223-241), όπου κυριάρχησαν τον 18ο και 19ο αιώνα οι χωριανοί της μητέρας μου Κατρανιτσιώτες (από τους σημερινούς Πύργους Κοζάνης), τόσο που στην ευρύτερη περιοχή οι έμποροι να αποκαλούνται Κατρανιτσιώτες.

  37. cronopiusa said

  38. leonicos said

    Υπέροχο πάντως το διήγημα. πολύ φρέσκο

  39. cronopiusa said

  40. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    11 Να τα εκδώσεις αυτά

    14 Και παλιότερα βέβαια, επί ηγεμονιών

    17-21 Στη δεκαετία του 20 υπήρχαν και γαργαλιστικά μυθιστορήματα με λάγνες σοβιετικές

    24 Να ο σπόρος ενός άρθρου!

  41. Theo said

    @40α:

    Σήμερα, γράφοντας το σχ. 11, άρχισα να σκέφτομαι να κάτσω να γράψω την ιστορία των οικογενειών της μητέρας μου (περίμενα τον Μάρκο Μέσκο να το κάνει, καθώς το 1980 μού είχε διαβάσει μια περίληψη, που μάλλον δεν είχε την τύχη να αναπτυχθεί) και του πατέρα μου. Θα το προσπαθήσω, όσο μου επιτρέπουν οι υποχρεώσεις και οι πυκνές ασθένειές μου.

  42. Η σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3. Κι εδώ.

  43. sarant said

    42 Μπράβο!

  44. Καλό, αλλά μου χτύπησε κάπως εκεί που έλεγε πως κρυφοέβριζε τους φαντάρους του ΕΛΑΣ. Οι ελασίτες ήταν αντάρτες, όχι στρατιώτες τακτικού στρατού.

  45. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @44. Προφανῶς ἀναφέρεται στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ στὶς 30-10-44. Τότε κυκλοφόρησαν οἱ δυνάμεις τοῦ ΕΛΑΣ στὴν πόλη. Προφανῶς θὰ εἶχαν ἐμφάνιση τακτικοῦ στρατοῦ μὲ ὁμοιόμορφες στολές κι ἔτσι ὁ χαρακτηρισμὸς «φαντάροι» ἦταν κάτι φυσιολογικό. Μπορεῖ ἔτσι νὰ τοὺς ἀποκαλοῦσε ἡ γιαγιά του.

  46. 45 Γειά σου Δημήτρη!
    Ό,τι εμφάνιση και να είχαν ήταν γνωστό πως επρόκειτο για αντάρτες και πως δεν υπήρχε από την έναρξη της Κατοχής τακτικό ελληνικό στράτευμα. Μην ξεχνάμε και κάτι μούσια να 🙂 που είχαν οι περισσότεροι πλην των αμούστακων νεαρών. Τελοσπάντων δε θα μαδήσουμε τώρα τα γένια μας για τρίχες 🙂 , προσωπικά το βλέπω σαν φάλτσο του Γ.Ι.

  47. Ιωάννα said

    Κι εμένα μού άρεζε πολύ το «αχ Βουκουρέστι» του Ιωάννου από τη δεκαετία του 80 που το πρωτοδιάβασα. Έχω όμως την εντύπωση ότι η μεταφορά του διηγήματος στο παρόν ιστολόγιο έγινε με κάποια επιπολαιότητα, δεδομένου ότι (μετά από μιά πρόχειρη ανάγνωση) εντόπισα πάνω από 25 λάθη, παραλείψεις λέξεων κλπ.

    Θα αναφέρω μόνο δύο που μπορώ να αποδείξω για να τα δουν όλοι, συγκρίνοντας το πρωτότυπο από τη συλλογή διηγημάτων «Το δικό μας αίμα», εκδόσεις «Ερμής» 1978

    1) Γράφει ο Ιωάννου: «Μα τα απέκρουε αυτά και ούτε λέξη ΠΙΑ για «Βουκουρέστι…».
    Στην εδώ μεταφορά του διηγήματος έχει απαλειφθεί το «πιά»

    2) Γράφει ο Ιωάννου: «Με τα χρόνια και την πείρα, έχω πεισθεί πως το καημένο ΤΟ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ έβγαλε όνομα κυρίως… »
    Στην εδώ μεταφορά έχουν απαλειφθεί οι λέξεις «το Βουκουρέστι».

    Είναι κάπως περίεργο ότι ο ακριβολόγος κ. Σαραντάκος δεν μάς λέει ποιός μετέφερε το διήγημα του Ιωάννου στην παρούσα ανάρτηση. Έγινε κόπυ-πέιστ ή το δακτυλογράφησε κάποιος αναγνώστης, πράγμα που δικαιολογεί και τα 25 (τουλάχιστον) λάθη;

  48. Georgios Bartzoudis said

    «οι μπολσεβίκοι, κατά τη σύντομη επικράτησή τους, που οι γριές δεν την πολυκατάλαβαν, γιατί, ακριβώς, αλλιώς την φαντάζονταν, ούτε τις εκκλησίες ούτε τους παπάδες απαγόρεψαν, ούτε και τσίτσιδοι χοροπηδούσαν»

    # Προφανώς, ο συγγραφέας αναφέρεται στην περίοδο της Εαμοκρατίας (Φθινόπωρο 1944 έως Βάρκιζα). Πράγματι, στη Μακεδονία, κατά την περίοδο αυτή «ούτε τις εκκλησίες ούτε τους παπάδες απαγόρεψαν, ούτε και τσίτσιδοι χοροπηδούσαν». Έκαναν όμως κάτι άλλο …γνήσιο μπολσεβικικό: Κατέσφαξαν μερικές χιλιάδες, ΧΩΡΙΣ καμία δίκη, έστω και «μπελογιαννίτικη» (για να θυμηθούμε και τη χθεσινή ανάρτηση). Αυτά τα «συμβάντα εμπέδωσαν την …κουμμουνιστοφοβία μέχρι τελευταίας πνοής», και όχι τα άλλα στα οποία αναφέρεται ο Γιάννης Κουβάτσος (σχόλιο 5).
    Ωραίο το διήγημα, αλλά υποκριτικό, και στην υπηρεσία της αλλοίωσης της πραγματικότητας!

  49. Theo said

    @45, 46:
    Πάντως, σε κάποιες φωτογραφίες που ανάρτησε ο Πάνος Θεοδωρίδης πρόπερσι, μούσια δεν βλέπω.

    1) Στολές του ελληνικού στρατού και δίκωχα (κι ένας χωροφύλακας):

    https://www.thegreekcloud.com/greekcloud2/literature/%CE%BF-%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82-1/

    2) Κάποιου είδους στολές (θερινές βρετανικές; ) και ασκεπείς:
    https://www.thegreekcloud.com/greekcloud2/literature/%CE%BF-%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82-2/

    3) καθαρά κουστουμάκια και φρεσκοξυρισμένοι:
    https://www.thegreekcloud.com/greekcloud2/literature/%CE%BF-%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82-6/

    Οπότε, βάσει των δύο πρώτων, είχε δίκιο η γιαγιά του Ιωάννου να μιλά για φαντάρους του ΕΑΜ.

  50. sarant said

    Έγινε δακτυλογράφηση χωρίς αντιπαραβολή, οπότε πολύ πιθανό να υπάρχουν λάθη.

  51. mitsos said

    Πολύ όμορφο
    Αχ Βουκουρέστι μ’
    Ξεχωρίζω την περιγραφή της Αηδηνιώς :
    ” …Η Αηδονιώ ήταν η παιδεμάρα και η τραχύτητα, ο παράλογος ξεσπιτωμός και το ξεβόλεμα, το Αιγαίο και η στέγνια του, μέσα σε μια πολιτεία, παχουλή και νερουλή, που το θωρούσε, βέβαια, το πέλαγος, αλλά το θεωρούσε πολύ μακριά της. …”.
    Επισσημαίνω την φράση «… του πήγε καπνός κι αντάρα…» ως περιγραφή συναισθηματικής κατάσταης φόβου , τρόμου. Την ήξερα μόνο ως περιγραφή καταστροφικής εικόνας σε κλέφτικα τραγούδια αλλά και σαν κατάρα περίπου όπως «στάχτη και μπούλμερι»
    Ευχαριστούμε Νικοκύρη.

  52. @23 – χάρη στην προετοιμασία που μας είχει κάνει στο φροντιστήριο «Ηράκλειτος» ο καθηγητής φυσικής και σπουδαίος δάσκαλος και άνθρωπος, κύριος Λευτέρης Τσίλογλου, από το ιστολόγιο του οποίου κάνετε παράθεση, έγραψα αναπάντεχα καλά στις Πανελλήνιες και έως σήμερα θεωρώ ότι του οφείλω σε μεγάλο βαθμό την εισαγωγή μου, ειδικά θυμάμαι επέμενε σε ένα θέμα με γραφικό υπολογισμό έργου που «έπεσε» αυτούσιο και το έλυσα με μεγάλη ευκολία. Συχνά πυκνά τον βλέπω στη γειτονιά (Εξάρχεια – Νεάπολη) με το αχώριστο κομπολόι του. Τους μελαχροινούς σπουδαστές και σπουδάστριες, μας έλεγε καλοπροαίρετα «Μπραϊμάκια». Ας είναι πάντα καλά.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  53. loukretia50 said

    Πολύ όμορφο, τα είπατε όλα.
    51. Αν αυτό δεν είναι ποιητική περιγραφή, τι είναι?

  54. 49 Αγαπητέ Theo εξακολουθώ να διαφωνώ αλλά ας μην το τραβήξουμε 🙂
    Πάνω απ’ όλα υπήρχε η πάνδημη γνώση πως επρόκειτο για αντάρτες.

    Κρόνη καληνύχτα, καλό ξημέρωμα, καλή δύναμη.

  55. mitsos said

    @53 Γειά σου Λου !
    Φαντάζομαι πως και το Αηδονιώ θα ήταν … «ένα ποιήμα» .

    * και το «Αχ το Βουκουρεστι !» κάνει ρήμα με του καλόγερου το «Χριστός Ανέστη» 🙂

  56. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ωραίο και το σημερινό. Μέσες – άκρες το θυμόμουνα από παλιά, αλλά πάλι το φχαριστήθηκα. Ο Ιωάννου έκανε λογοτεχνία και όχι ιστορία, περίπου όμως απέδιδε το κλίμα της εποχής.

  57. Αγγελος said

    (21) «ἀπαιτοῦμεν τὴν αὐτὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἔχουν καὶ οἱ ἄνδρες.» Ακου πράματα, οι παλιογυναίκες!

  58. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα -και λεκανόστ, που λέγαμε παλιά.

  59. Αιμ said

    И прятни сънища

  60. Alexis said

    Γοητευτική η αφήγηση του Ιωάννου!

    Καλημέρα.

  61. nikiplos said

    Καλημέρα… Ωραίο το διήγημα που μου θύμισε τις ιστορίες γι’ αγρίους που έλεγαν οι πραματευτάδες πλανόδιοι εμπόροι και μάστορες. Τα περισσότερα βέβαια ήταν αποκυήματα της φαντασίας τους ή απεικόνιζαν μιαν άλλη πραγματικότητα που θα ήθελαν οι ίδιοι να υφίσταται…

  62. […] που διαφέρει από τα υπόλοιπα είναι μάλλον το «Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι», στο οποίο αφιέρωσε πρόσφατη ανάρτησή του ο Νίκος […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: