Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019


Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Η σπουδαία, όμως, και ιδιαίτερη ιστορία με τα μούσμουλα όλη την περίοδο της άνοιξης ήταν το κλέψιμό τους. Ένα σπορ που ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω ούτε να καταλάβω. Χρέος και καθήκον κάθε αγοριού που σεβόταν τον εαυτό του και την ιδιότητά του ως μελλοντικού άνδρα ήταν το κλέψιμο των μούσμουλων. Ποτέ δεν μας πέρασε η ιδέα να κλέψουμε άλλο φρούτο. Ούτε πορτοκάλια που αφθονούσαν, μανταρίνια, καΐσια ή ροδάκινα, σταφύλια ή μούρα. Τα μούσμουλα ήταν αυτά που μας ερέθιζαν και δεν μας επέτρεπαν να ησυχάσουμε. Μόλις αποκτούσαν το μέγεθος μπίλιας, έπεφτε το σχετικό σύνθημα. Οργανωνόμασταν σε μικρές συμμορίες των τριών το πολύ τεσσάρων ατόμων και εκστρατεύαμε. Προσφιλής μας περιοχή τα «Άνθη», μια ρεματιά, δίπλα στον Σεδούντα που κυλούσε νωχελικά τα νερά του όσο απομακρυνόταν από την εποχή των βροχών, καταπράσινη και γεμάτη από κάθε είδους οπωροφόρα. Και λουλούδια. Λουλούδια να δουν τα μάτια σου, να πνίγουν τα ρουθούνια σου και να γεμίζουν την ψυχή σου. Τριαντάφυλλα, κρίνοι, σαλγκίμια -τα αναφερόμενα σε άλλες περιοχές ως «Ιούδες»- ανεμώνες, παπαρούνες, μαργαρίτες και χαμομήλια. Ό,τι μπορούσες να ποθήσεις. Από κει ξεκινούσαν εκείνες τις ηρωικές εποχές του 1945 και 1946 οι διαδηλωτές του Ε.Α.Μ., που κατέβαιναν στο κέντρο της μικρής μας πόλης φορτωμένοι με λουλούδια πολύχρωμα και ευωδιαστά, υποσχόμενοι μια καινούργια ζωή γεμάτη χρώματα και αρώματα.

Πολλοί από τους μικρούς κήπους ή κηπάρια, που είχαν προκύψει από τις αλλεπάλληλες κατατμήσεις λόγω προικών, κληρονομιών, δωρεών κλπ., ήταν περιφραγμένοι είτε με αγκαθωτά σύρματα είτε με ψηλούς τοίχους. Αυτό, όμως, δεν μας εμπόδιζε ούτε μας πτοούσε. Ο ένας από την ομάδα ή τη συμμορία, όπως θέλετε πέστε την, πρώτα έβαζε πλάτη για να μπορέσουν οι σύντροφοί του να περάσουν τα εμπόδια κι ύστερα φυλούσε τσίλιες, για την αποτροπή τυχόν κινδύνου. Βέβαια, οι επιδρομές γίνονταν συνήθως το σούρουπο, αλλά ποτέ δεν ήξερες τι μπορεί να συμβεί. Κι αφού γέμιζαν οι πάνινες σακούλες, οι σοφράδες δηλαδή, που είχε μαζί της η κάθε καταδρομική ομάδα, φεύγαμε τρέχοντας από το σημείο του εγκλήματος κραυγάζοντας: «Ού θεια, κλέφτουν τα μούσμουλα.» Κι αυτό ανεξαρτήτως αν υπήρχαν άνθρωποι ή σπίτια στην περιοχή, που θα μπορούσαν να μας πάρουν είδηση. Απ’ αυτά, όσα μπορούσαμε να φάμε, έτσι άγουρα και ξινά, μέχρι που πολλές φορές μας έπιανε κοιλόπονος, προσπαθούσαμε να τα βάλουμε εμείς στην άρμη. Βρίσκαμε στρογγυλούς μικρούς τενεκέδες από χρησιμοποιημένες κονσέρβες, βασικά της UNRA, στην περιοχή του σκουπιδότοπου, και τους πλέναμε με νερό αποκλειστικά της θάλασσας, με την επιμέλεια της ηλικίας μας φυσικά. Σ’ αυτούς συσκευάζαμε τα κλοπιμαία με εξασφαλισμένη πάντοτε την αποτυχία, αφού δεν μάθαμε ποτέ τις κανονικές αναλογίες παρασκευής της άλμης. Με αποτέλεσμα το σάπισμα των μούσμουλων. Πάντως, το καθήκον μας το είχαμε κάνει.

Η περιοχή του Ουζερί, δηλαδή εκατό μέτρα παραπάνω από το κατάστημα όπου είχε εγκατασταθεί, αποτελούσε κι ένα φυσικό σύνορο, θα έλεγε κανείς, για μας τους νεότερους κλώνους της μικρής μας πόλης.

Εκείνη την εποχή αντικαθιστούσαμε τη φυσιολογική μας ανάγκη να μπούμε στον χώρο της ταχύτητας και της μηχανοκίνησης, αλλά, μη έχοντας τον τρόπο, εξαντλούσαμε την ενεργητικότητά μας στα περίφημα «αραμπαδέλια». Μικρά ξύλινα καροτσάκια της μιας ή δύο θέσεων, η μια πίσω απ’ την άλλη, στηριγμένα σε τέσσερις ξύλινες ρόδες, εφοδιασμένα με πρωτόγονο τιμόνι εμπνευσμένο από τα τιμόνια, τα διάκια δηλαδή, που είχαν οι βάρκες μας, αλλά και με φρένο, οδηγημένα από μας σε καθημερινούς αγώνες ταχύτητας και δεξιοτεχνίας. Κινητήρια δύναμή τους ήταν ο δεύτερος ή τρίτος, ανάλογα με τον αριθμό των επιβατών, παίκτης της ομάδας, που μ’ ένα χοντρό στυλιάρι έσπρωχνε με όση δύναμη διέθετε του αραμπαδέλ. Έτσι, η δύναμη του προωθητή και η δεξιοτεχνία του οδηγού διαμόρφωναν το νικητήριο ή μη αποτέλεσμα.

Έτσι, κάθε απόγευμα σχεδόν, κρατώντας άλλος μια φέτα ψωμιού με θρεψίνη κι άλλος πασπαλισμένη με ζάχαρη και υποψία καφέ ή συνοδευμένη μ’ ένα κομμάτι χαλβά και ελάχιστες φορές με τυρί, μαζευόμασταν στο γεφύρι του Ξυδιά, ο μικρός ελεύθερος χώρος τού οποίου επέτρεπε την προετοιμασία της εκκίνησης των αραμπαδοδρομιών.

Η ξύλινη, όμως, κατασκευή των «αραμπαδελιών», χωρίς ίχνος ελαστικού ή άλλου μονωτικού υλικού, προκαλούσε τρομακτικό θόρυβο καθώς κυλούσαν πάνω στους πλακοστρωμένους, από την οθωμανική ακόμα εποχή, δρόμους της μικρής μας πόλης. Θόρυβο τρομακτικό αλλά και ενοχλητικό για τους μαγαζάτορες της Ευρωπαϊκής Αγοράς, του πιο εξελιγμένου εμπορικού μας τμήματος. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες τους, που απευθύνονταν κυρίως στον εμπνευστή και οργανωτή αυτών των πρωτόγονων «αυτοκινητιστικών» αγώνων, τον περίφημο Ντα, τον Μανώλη Ψ. δηλαδή, δεν μας αποθάρρυναν ούτε εμπόδιζαν τη δραστηριότητά μας. Που ήταν, όμως, ουσιαστικά απαγορευμένη στη νότια περιοχή της πόλης μας, δηλαδή στην περιοχή της αγοράς όπου ήταν εγκατεστημένο το Ουζερί. Την απαγόρευση την καθιστούσε ευκολότερη και η στενότητα του δρόμου, που μπορούσε με ευχέρεια να αποκλεισθεί. Και, βεβαίως, να οδηγήσει στην σύλληψή μας ή και στον ανελέητο ξυλοδαρμό μας.

Ακριβώς στη μέση της «πίστας» των αραμπαδελοαγώνων μας και στη δεξιά μεριά του δρόμου υψωνόταν το επιβλητικό νεοκλασικό κτήριο της Εθνικής Τράπεζας, που δεν φαινόταν να ενοχλείται από τον θόρυβο που προκαλούσαν οι αγώνες μας. Στο προσωπικό της συγκαταλεγόταν ο Δημήτριος Α. ή Μητρέλος, που μετέφερε με σχετική ευκολία τις 120 οκάδες του σώματός του, ασφυκτιώντας μέσα στα κάτι παραπάνω από δύο μέτρα τής περιμέτρου της κοιλιάς του. Μ’ όλο αυτόν τον όγκο ξεκινούσε κάθε πρωί από το σπίτι του για τον τόπο της εργασίας του, διανύοντας τα 700 περίπου μέτρα που τα χώριζε. Η δυσκολία βρισκόταν στον τρόπο και στη θέση από την οποία θα πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο κοινό, που επισκεπτόταν το καγκελόφρακτο νεοκλασικό κτήριο, όπου στο ισόγειό του στέγαζε το υποκατάστημα και στον πρώτο όροφο την κατοικία του εκάστοτε διευθυντή, λίγα μέτρα πριν από την «Ευρωπαϊκή Αγορά», όπου ήταν συγκεντρωμένα όλα τα μαγαζιά ποιότητας, νεωτερισμών όπως τα αποκαλούσαν, δηλαδή υφασμάτων, παπουτσιών και των ελάχιστων ετοίμων ενδυμάτων που υπήρχαν την εποχή των δεκαετιών 1950 και 1960.

Εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των επωνύμων και ευκαταστάτων ως εικός κυριών της κωμόπολης, κι εκεί πρωτοεμφανίζονταν οι όποιες τάσεις μόδας έφταναν μέχρις εμάς. Είναι σίγουρο, πάντως, ότι στο εμπορικό αυτό σημείο έφτασε το καταλυτι-κό νάυλον, που κατάκλεψε ακαριαία τις καρδιές των νοικοκυρών στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ήταν ανθεκτικό, δεν ήθελε σιδέρωμα, δεν έπιανε εύκολα λεκέδες. Εκεί, όμως, που έκανε θραύση ήταν οι κάλτσες, οι γυναικείες κυρίως, που οι νάυλον αντικατέστησαν τις μεταξωτές που και πιο ακριβές ήταν και πιο δύσκολες στην αποκατάσταση των βλαβών τους.

Στην ίδια περιοχή στεγαζόταν και το Αγρονομείο, σπουδαίος παράγοντας του κράτους, αλλά και σημαντικότατος βραχίονας άσκησης πολιτικής ή, για το πούμε καλύτερα, άσκησης πολιτικής πίεσης, αφού το «ημιστρατιωτικόν σώμα της Αγροφυλακής» ασκούσε τον πάσης φύσεως έλεγχο των τεκταινομένων στην ύπαιθρο με κύριο άξονα τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών φρονημάτων.

Στο ισόγειο, λοιπόν, του Αγρονομείου, που κάποτε αποτελούσε στάβλο ή, στην καλύτερη περίπτωση, αποθήκη σιταριού, λειτουργούσε περιοδικά το «χοροδιδασκαλείον Τσάκωνα», που έφθανε στην μικρή μας πόλη από την πρωτεύουσα του νησιού για να παραδίδει μαθήματα χορού στα «κουπιλούδια τσι τα κουπιλάργια» που ήθελαν να εμπλουτίσουν τη ζωή τους με ευρωπαϊκές πινελιές. Τις εν τινι μέτρω ανάρμοστες επαφές των μαθητών του χοροδιδασκαλείου εξέθετε σε έκτακτη έκδοσή της η χειρόγραφη εφημερίδα των νέων της εποχής «Φιλιστόκα», άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης ονομασία που, με τίτλο «Τα γκρούπγια», δηλαδή τα γκρουπ ή οι ομάδες που θα λέγαμε σε απλά ελληνικά, διεκτραγωδούσε τα γενόμενα. Μεταξύ των οποίων ήταν πως κάθε μαθητής μπορούσε ελεύθερα να αγκαλιάζει οποιαδήποτε μαθήτρια προτιμούσε, υπό το αθώο πρόσχημα της εκμάθησης του χορού. Κι όλ’ αυτά μ’ ένα κατοστάρικο, εκατό δραχμές δηλαδή, εφάπαξ καταβολή διδάκτρων.

Στου λιμόμ μ γι ανισαμιούδα τζ
Μες στα ρθούνια μ τα μαλέλια
Τσι καρσιλακστά στου στόμα μ
Ένα τι τα θκα τζ τ’ αχλέλια.

(Στο λαιμό μου η αναπνοή της
στα ρουθούνια μου τα μαλλάκια της
και κοντά στο στόμα μου
μια τρίχα απόσταση τα χειλάκια της)

Παράλληλα με τον κεντρικό πλακοστρωμένο δρόμο, όπου διεξάγονταν οι αραμπαδελοδρομίες, ένας δρομίσκος ούτε εκατό μέτρα μήκος που άρχιζε από το αρχοντικό των Ρεπάνηδων, τριώροφο με κήπους και αλέες προς την ανατολική του πλευρά, και τελείωνε σχεδόν στα όρια του σπιτιού μας, χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη δυο μεγάλων πεταλωτηρίων, γι’ αυτό και η περιοχή ονομαζόταν «αλμπάνικα», τουτέστιν χώροι φιλοξενίας και περιποίησης ζώων μεταφορικών. Δηλαδή αλόγων, γαϊδουριών και μουλαριών, των λεγόμενων «χοντρών» ζώων. Στους δυο αυτούς μεγάλους στεγασμένους χώρους οι χωρικοί που έρχονταν στο διοικητικό αλλά και εμπορικό κέντρο της επαρχίας εμπιστεύονταν τα ζώα τους για όσες ώρες θα τους κρατούσαν οι δουλειές τους, εξασφαλίζοντάς τους τροφή και νερό, αλλά και πετάλωμα. Τα πεταλωτήρια, τα «αλμπάνικα» δηλαδή, ήταν τα πάρκινγκ της εποχής. Που, εκτός από χώροι φύλαξης, φιλοξενίας και περιποίησης των ζώων, αποτελούσαν και τα ιατρικά, δηλονότι εργαστήρια όπου γινόντουσαν οι ευνουχισμοί, τα «μουνουχίσματα» των αρσενικών γαϊδουριών και των αλόγων. Μια διαδικασία που την παρακολουθούσαμε με περιέργεια αλλά και δέος, χωρίς ν’ αντιλαμβανόμαστε τους φρικτούς πόνους που βίωναν τα ζώα ή να συγκινούμαστε από τις οιμωγές τους. Δυο τουλάχιστον μπρατσωμένοι άνδρες έριχναν το ζώο στο έδαφος με δεμένα γερά τα πόδια και το κεφάλι και, αφού το ακινητοποιούσαν πλήρως, άρχιζε ο «χειρουργός» τη δική του δουλειά. Με καλοακονισμένα ξυράφια, που είχε μέσα σε μια λεκάνη με βρασμένο νερό ή οινόπνευμα κατά περίπτωση, έσκιζε το όσχεον του ζώου, αφαιρούσε βίαια τους γεννητικούς του αδένες, ενώ αυτό σπάραζε και μούγκριζε από τον πόνο, και τους πετούσε στα κεραμίδια του «αλμπάνικου», βορά των δεκάδων ελεύθερης διαβίωσης γάτων. Με γρήγορες είν’ αλήθεια κινήσεις πασπάλιζε με μια μπλε σκόνη τα καθημαγμένα όργανα του ζώου και ένωνε τα κομμένα μέρη με μια-δυο ειδικές πένσες. Κι ύστερα από λίγο, όταν μάλλον καταλάγιαζε ο πόνος, έλυναν το ζώο που κινούνταν προς το παχνί με το άχυρο και τις ποτίστρες με το νερό. Μερικές μέρες αργότερα, ο «γιατρός» αφαιρούσε τις πένσες, αφού διαπίστωνε ότι η πληγή έβαινε προς την ίαση.

Τέτοια «μνουχίσματα» γίνονταν πολλά ιδίως την άνοιξη, μετά το τέλος δηλαδή της ελαιοσυγκομιδής, βοηθώντας τα ζώα, απαλλαγμένα από τις ανάγκες της αναπαραγωγής, να αποδίδουν καλύτερα στη δουλειά για την οποία προορίζονταν. Τη μεταφορά βαριών φορτίων ελαιοκάρπου και άλλων εφοδίων.

Κι όλ’ αυτά γινόντουσαν χωρίς κανείς να ενοχλείται ή να προσβάλλεται, σαν αυτονόητα γεγονότα της ρέουσας ζωής, χωρίς κανείς να κυριαρχείται από υπέρμετρες ευαισθησίες για πράγματα που έπρεπε να συμβούν γιατί το επέτασσαν οι ανάγκες των ανθρώπων. Άλλωστε, πολλοί απ’ αυτούς που είτε παρέδιδαν τα ζώα τους για το φοβερά επώδυνο «μουνούχισμα» είτε αυτοί που το εκτελούσαν, είχαν ζήσει πολύ πιο τραγικές στιγμές στους πολέμους που έζησαν. Είτε στη Μικρά Ασία από το 1912 μέχρι και το 1922 είτε στην Αλβανία και στα ελληνικά βουνά το 1940.

Τα μουνουχίσματα πραγματοποιούνταν σαν μια καθημερινή απασχόληση και στον καιρό της γερμανικής Κατοχής, όταν η υπέροχη μονοκατοικία Ρεπάνη, με μόνη κάτοικό της την κυρία Σοφία, χήρα και άτεκνη, έγινε κατοικία των επικεφαλής των Γερμανών που διοικούσαν τη μικρή μας πόλη και την περιοχή της. Τα μέχρι τότε άδεια και σκοτεινά δωμάτια, με τα ζωγραφισμένα ταβάνια, τα θαυμάσια έπιπλα φερμένα όλα από την Εσπερία, τις πορσελάνινες λάμπες φωτισμού, τις βαριές βελούδινες κουρτίνες που άφηναν ακόμα και τις πιο σκοτεινές μέρες του χειμώνα ελάχιστες αχτίδες φωτός να περνούν, έζησαν μετά από πολλά χρόνια, έστω και υπό συνθήκες Κατοχής, και άκουσαν ανθρώπινες ομιλίες, όσο κι αν απείχαν πολύ από το «ανθρώπινο». Κι ήταν μεγάλη η χαρά μας, των παιδιών των τριών και τεσσάρων χρόνων, όταν πολύ τακτικά έβγαιναν κάποιοι Γερμανοί γαλονάδες και μας μοίραζαν σοκολάτες. Πώς να ξέραμε τότε; Αν και αργότερα δικαιολογήσαμε τους εαυτούς μας, ανακαλύπτοντας πως αυτοί ειδικά οι αξιωματικοί που μας φίλευαν με σοκολάτες ήταν Αυστριακοί, που σε σχέση με τους Γερμανούς ήταν καλοί.

Για τον Μητρέλο είχε δημιουργηθεί από την τράπεζα ειδικός χώρος εργασίας, αφού στα κανονικά γραφεία δεν χωρούσε. Ένα μεγάλο τραπέζι με μια ελλειπτική εγκοπή για να χωρά την τεράστια κοιλιά του, στο οποίο, εκτός από τα χαρτιά και τα έγγραφα της υπηρεσίας, ήταν απλωμένα και πάσης φύσεως φαγώσιμα, για να ικανοποιεί ο αείμνηστος την ακόρεστη πείνα του.

Οι κινήσεις του Μητρέλου μέσα στην τράπεζα ήταν ελάχιστες και περιορίζονταν συνήθως στην επίσκεψη του αποχωρητηρίου, που βρισκόταν στο υπόγειο του καταστήματος. Εκεί, λοιπόν, συνέβη και το ατύχημα το οποίο παρ’ ολίγο να κοστίσει τη ζωή τού συμπαθούς άμα και ευτραφούς τραπεζικού. Μια χειμωνιάτικη μέρα, που το φως στο υπόγειο ήταν λιγοστό, με δεδομένο ότι η ηλεκτρική ενέργεια της Δ.Ε.Η. ήρθε στη μικρή μας πόλη αργότερα, ο Μητρέλος έχασε τον προσανατολισμό του και πάτησε το σκέπασμα ενός πηγαδιού, που προφανώς παλαιότερα εξυπηρετούσε την ύδρευση του κτηρίου. Το ξύλινο σκέπασμα υπό το βάρος των 120 οκάδων ή 154 κιλών υποχώρησε, και ο Μητρέλος θα βρισκόταν στον πάτο του πηγαδιού, αν δεν τον συγκρατούσε στο χείλος του η τεράστια κοιλιά του. Εκεί τον βρήκε μερικές ώρες αργότερα ένας συνάδελφός του, όταν επισκέφθηκε το υπόγειο για σωματική του ανάγκη. Ακούστηκαν κραυγές, επικλήσεις βοήθειας και ακολούθησε μεγάλη συρροή κόσμου. Κυρίως περιέργων. Χάρη στην επινόηση ενός ντόπιου μαραγκού, μια ειδική κατασκευή, τύπου γερανού, βοήθησε αποτελεσματικά ώστε ν’ ανασυρθεί ο Μητρέλος από το πηγάδι μετά από μερικές ώρες χωρίς ούτε μια αμυχή. Παρ’ όλο που δεν υπήρχαν τότε πυροσβεστικές υπηρεσίες και εξειδικευμένοι διασώστες.

Παρά το σοκ που υπέστη, ο Μητρέλος συνέχισε την τρυφηλή, όπως θα έλεγαν άλλοτε, ζωή του, απολαμβάνοντας όλες τις χαρές που μπορούσε ν’ απολαύσει. Κυρίως, βεβαίως, τις γαστριμαργικές, που του χάριζαν κι αυτήν τη σωματική διάπλαση. Πρώτος στα τραπεζώματα, πρώτος στα γλέντια με ιδιαίτερη δράση την περίοδο της Αποκριάς, όπου πρωταγωνιστούσε. Συνήθως η μεταμφίεσή του ήταν του Τούρκου πασά, που του ταίριαζε απόλυτα, αφού, χωμένος μέσα στα φαρδιά σαλβάρια και μ’ ένα φέσι κατακόκκινο στο κεφάλι του, απελευθερωνόταν, έστω για λίγο, από τη φράγκικη ενδυμασία, που με τα γιλέκα, τις γραβάτες και τις ζώνες περιόριζε, όσο να ’ναι, την ελευθερία των κινήσεών του. Φίλος του ζωγράφος απεικόνισε την αξεπέραστη φιγούρα του, δίνοντας και σημαντικά στοιχεία τού χαρακτήρα του, μπροστά σ’ ένα τραπέζι με του κόσμου τα αγαθά, δίνοντας τον τίτλο «Ο Μη Τρελός».

Προσφιλής του ενασχόληση η επισήμανση και μανιώδης προμήθεια των πιο εκλεκτών, συνάμα και προκλητικά εύγευστων λιχουδιών, που τις έβρισκε συνήθως στο μπακάλικο της γωνίας της αγοράς με τον κεντρικό πλακόστρωτο δρόμο, που από το σημείο αυτό ακριβώς άρχιζε.

…….

170 Σχόλια to “Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)”

  1. Καλημέρα!
    Μούσμουλα στην άρμη; πρώτη φορά το ακούω. Βρε τι μαθαίνει κανείς…

  2. Καλημέρα με μια γεύση από πατρίδα (Γαβριηλέλλης γαρ).

  3. Παναγιώτης Κ. said

    Τι πανδαισία μεζέδων είναι αυτή;
    Ευτυχώς η ανάγνωση έγινε πρωινή ώρα συνοδεία καφέ και δεν…κινδυνεύουμε να μας ανοίξει η όρεξη. 🙂

  4. Παναγιώτης Κ. said

    Ουζερί…
    Κάτι λεκτικά ανάλογο των κρεπερί, πατισερί και διαφόρων τέτοιων γαλλικών; 🙂
    Η λέξη ουζερί πάντως καθιερώθηκε πολύ πριν καθιερωθούν λέξεις όπως οι παραπάνω.

  5. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα 😊😊

  6. cronopiusa said

    ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ του Μανούσου Μανουσἀκη (2015)

  7. Από το ουζερί στην…σουβλακερί!

  8. Γιάννης Ιατρού said

    Χαιρετώ κι απ΄εδώ

    Πολύ μου αρέσουν αυτού του είδους τα διηγήματα, έχουν τόσο λαογραφικό πλούτο μέσα τους!

    Και μια μοντέρνα εκδοχή από το «αραμπαδέλι», με τοποθεσία λήψης των φωτό 🙂

  9. Ανδρέας Τ said

    Καλημέρα. Υπέροχο.Κι εγώ δεν ήξερα τα μούσμουλα στην άλμη. Ανατολίτικη προέλευση; Για ενημέρωση, στην Ιαπωνία που βρέθηκα, βρήκα μικρά δαμάσκηνα στην άλμη. Υπέροχος μεζές με το σακέ. Όπως βρήκα και μαύρες ελιές ντόπιες, ανάλατες και ελαφρά γλυκές (για να μη πει κανείς ότι όλα από εμάς τα πήρανε).Και μια απορία γιατί τα πεταλωτήρια τα λέγανε αλμπάνικα. Όπως αλμπάνη λέγανε και το πρακτικό γιατρό, που γιάτρευε διαστρέμματα με επιδέσμους με γεμάτους τσακισμένα στο χέρι κρεμμύδια. Αργότερα αλμπάνης σήμανε τον αδέξιο η κακό γιατρό η τεχνίτη. Έχει η ονομασία καμπάνια καμμία σχέση με την καταγωγή των αλμπάνηδων.;
    Και μια ερώτηση για τον Κ. Σαραντάκο σε σχέση με προηγούμενη δημοσίευση για τα μήλα τα περσικά.Αν θυμάμαι καλά από τα Ομηρικά που μαθαίναμε στο Γυμνάσιο (προδίδω την ηλικία μου) μήλα έλεγε ο Όμηρος τα πρόβατα. Κάνω λάθος;

  10. Ανδρέας Τ said

    @ 9 Συγνώμη για τις επί πλέον λέξεις στο προηγούμενο κείμενο, αλλά ξεχνάω να ελέγξω τον αυτόματο διορθωτή που μου τα κάνει μούσκεμα.

  11. 9 Είναι από το περσοοθωμανικό na’lband, πεταλωτής.

  12. Ανδρέας Τ said

    @9 Συγνώμη για τα λίγα ακαταλαβίστικα. Ξεχνάω να διορθώσω τον αυτόματο διορθωτή.

  13. Ανδρέας Τ said

    @11. Ευχαριστώ. Μου λύσατε μια απορία που είχα από μικρό παιδί.

  14. Ανδρέας Τ said

    Στη Κρήτη μεταχειρίζονται τις αγουρίδες από τα αμπέλια, όχι παντού, μου τις έδωσαν με τηγανητό χοιρινό.

  15. 11. Υπάρχει και επίθετο Ναλμπάντης.

  16. Jules said

    Αστακοκαραβίδα δεν είναι κωλοχτύπα.

  17. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    Τα μούσμουλα στην άλμη ήταν και σε μένα άγνωστα.

    8 Μωρέ μπράβο!

  18. Costas X said

    «…η χειρόγραφη εφημερίδα των νέων της εποχής «Φιλιστόκα», άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης ονομασία…»

    Λέγεται και στην Κέρκυρα, και ίσως και σε άλλα Ιόνια νησιά.
    Σημαίνει «μακροσκελής λίστα, κατάλογος». Χρησιμοποιείται πλέον μόνο ειρωνικά,
    π.χ. «του ‘πα να μου γράψει πέντε πράματα, και μου ‘φερε μια φιλιστόκα».
    Άραγε από που να προέρχεται; Μήπως από το ιταλικό «filastrocca» που σημαίνει «γελοίοι και άτεχνοι στίχοι»;

  19. Γιωργής said

    και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια

    Μικρόν ατόπημα νομίζω. Τα ιρίκια είναι τα κορόμηλα.

  20. leonicos said

    Πολύ ωραίο και ποικίλο μάθημα

    Μόνο τα μούσμουλα; Τ’ αλμπάνικα; και τόσα άλλα

  21. leonicos said

    Περέλκει να πω ότι η Φτεινή μού έφερε και σήμερα τρία υπέροχα βερίκοκα

  22. leonicos said

    Μόλις βγήκε απο το γραφείο μου ένα αγορακι ένδεκα ετών. Το είχα βοηθήσει πριν από δύο εβδομάδες, ΠΡΟ-εκλογικά, να γράψει μια έκθεση με θέμα «Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά»

    Δεν φανταζόμουν ότι βάζουν ακόμα τέτοιες ηλιθιότητες στο σχολείο.

    Τον βοήθησα, αλλά πώς! Βγάλαμε το συμπέρασμα ότι ‘αν η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά’ η άλλη μισή πρέπει να είναι τα λεφτά. Οπότε άρχονταςδεν γίνεσαι μόνο με την καθαριότητα. Αν όμως έχεις τα λεφτά και λογιάζεσαι για άρχοντας, κανένας δεν τολμάει να ελέγξει αν είσαι καθαρός.

    Ο δάσκαλός του έβαλε τα γέλια, τια φωνές, πάλι τα γέλια, του είπε ότι ‘μάλλον είναι εκτός θέματος, επειδή ο στόχος της έκθεσης είναι να αναδείξει τη χρησιμότητα της καθαριότητας και όχι της αρχοντιάς’ και στο τέλος του έβαλε 10 με ερωτηματικό.

    κατόπιν έδειξε τηνέκθαση σε κάποιους άλλους δασκάλους του ίδιου σχολείου, κι κάποιος είπε «Φαίνεται πως υπάρχουν εστίες αντίστασης ακόμα!»

    Τελικά, τον κ΄λεσαν και τον επαίνεσαν όλοι μαζί για την πρωτοτυπία του.

  23. Γιωργής said

    Ενστάσεις και απορίες
    «μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια»
    Ιρίκια είναι τa κορόμηλα όχι τα μούσμουλα.

    «σαλγκίμια -τα αναφερόμενα σε άλλες περιοχές ως «Ιούδες»-»
    Δέντρο του Ιούδα είναι η κουτσουπιά. Καμμία σχέση με το σαλκίμι, γλυσίνα δηλαδή.

    «όλα τα μαγαζιά ποιότητας»
    Δηλαδή τα άλλα μαγαζιά ήταν δευτέρας κατηγορίας;

    «άσκησης πολιτικής πίεσης, αφού το «ημιστρατιωτικόν σώμα της Αγροφυλακής» ασκούσε τον πάσης φύσεως έλεγχο των τεκταινομένων στην ύπαιθρο με κύριο άξονα τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών φρονημάτων»
    Μήπως η Χωροφυλακή έλεγχε τα πολιτικά φρονήματα;

  24. loukretia50 said

    Kαλημέρα!
    Ωραίο κυριακάτικο ξύπνημα, αν εξαιρέσω τις περιγραφές – ξέρετε τι εννοώ.
    «Μέσπουλα» ήξερα τα μούσμουλα, υπήρχε κι ένα δέντρο στον κήπο μας.
    Δε μπορώ να τα φανταστώ σε άλμη, παρά μόνο για συντήρηση και να τα πλένουν καλά πριν το σερβίρισμα.
    Και βρήκα το ενδιαφέρον άρθρο του Νικοκύρη με πολύ ωραία σχόλια για τα «open-arse» φρούτα!

    Το περιφρονημένο φρούτο που μου αρέσει/
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/05/13/mousmoula-2/

  25. Γιάννης Ιατρού said

    22: Λεώ …«Φαίνεται πως υπάρχουν εστίες αντίστασης ακόμα!»…
    χαχα, κι όχι μόνο, φαίνεται πως υπάρχουν ακόμα δάσκαλοι με χιούμορ!

    21, τέλος: Η Φωτεινή στα έφερε για να καταλάβεις επιτέλους «τι εστί βερίκοκο» 🙂 🙂

  26. nikiplos said

    Να προσθέσω και την παράφραση των 90ς: Λουζερί.
    υποννοώντας πως οι λούζερ νέοι πήγαιναν στα ουζερί…

  27. Γιάννης Ιατρού said

    Romeo and Juliet Quotes (2.1.36-41)

    MERCUTIO
    If love be blind, love cannot hit the mark.
    Now will he sit under a medlar tree
    And wish his mistress were that kind of fruit
    As maids call medlars, when they laugh alone.—
    O Romeo, that she were, O, that she were
    An open-arse, thou a pop’rin pear.

    (quote #14)
    …Let us explain: A «medlar» is a fruit that looks — to the Elizabethans…. that they called it an «open-arse» ….

    24: Τι μας γράφεις για open-arse 🙄😏 φρούτα ρε Λου;

  28. loukretia50 said

    9. Αναφέρονται στον ΄Ομηρο «ίφια μήλα» και «ένορχα μήλα».
    Σίγουρα και στη Φρουτοπία του Νικοκύρη, πιο συγκεκριμένα θα βρουν οι ειδικοί!

  29. loukretia50 said

    27. Διακριτική υπενθύμιση το λένε…

  30. Γιάννης Ιατρού said

    29: .. Διακριτική υπενθύμιση.. Άαα, γκουγκλίζεται μάλιστα! Άξια 🙂

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα! Θαυμάσιο!
    Και τα σχόλιά σας.
    Σαρδέλες Καλλονής έμαθα παιδιόθεν από τα κουτιά στο μπακάλικό μας, που τα λεν χαψιά οι ντόπιοι έμαθα αργότερα.Εδώ δεν αναφέρονται.:)

    Μια γενική υπενθύμιση από την πρακτική ζωή: Κατά τόπους τα δέντρα, λουλούδια, φρούτα, ψαρικά (μένω στα του βιβλίου εδώ) αλλάζουν όνομα και υποκείμενο. Με την ίδια ονομασία, αλλού λεν άλλο είδος δηλαδή και το ίδιο είδος έχει άλλο όνομα. Ας πούμε τα εν θέματι 🙂 μούσμουλα, αποκλείεται να είναι τα κοινώς ομαζόμενα μούσμουλα/δέσπολα/μέσπιλα. Αφ΄ενός γιατί λέει ότι τα τρώγανε και μικρά που ήταν ξινά και στρογγυλά που για τα μούσμουλα δεν ισχύει γιατί είναι πικρά και σχεδόν άσαρκα κι αδύνατο να φαγωθούν (μιλάει η εξπέρ 🙂 ) . Μούσμουλα στη Β.Ελλάδα είναι άλλο είδος (ο γαμπρός μου από Μακεδονία έφερε δέντρο κάτω). Εδώ από την περιγραφή ψυλλιάζομαι κάποιο είδος μικρόκαρπου δαμάσκηνου που κι εμείς είχαμε κάτω (όχι πολλά-ίσα που διάσωσε η αδελφή μου το είδος) και τα λέμε μούσκλα.

  32. loukretia50 said

    30. Νομίζω ότι εκείνο το ελιξήριο στον ορό είχε χυμό από μούσμουλα! Θα ενδιέφερε πολλούς!

  33. Γιάννης Ιατρού said

    31: Μούσκλα ήξερα πως λένε τα βρύα. Μαθαίνω όμως 🙂

  34. Αγγελος said

    Από τα τετράποδα μήλα του Ομήρου προφανώς και η μηλωτή = προβιά.

  35. Γιάννης Ιατρού said

    32: 🙂 αραβ. al-iksīr … !

  36. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Μεθύσαμε» με ούζο και Πλωμάρι! [vid]
    Με το «Ουζερί» του Μαυραγάνη στον «Δίαυλο»
    https://www.emprosnet.gr/e-tv/methysame-me-oyzo-kai-plomari

  37. sarant said

    27-31 Τα medlars του Σέξπιρ ειναι άλλος καρπός από τα δικά μας μούσμουλα, είναι αυτά τα βορειοελλαδίτικα που λέει η Έφη.

  38. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εξαιρετικό διήγημα, φύση, λαογραφία και τοπική ιστορία, όλα αρμονικά συνδεμένα και δοσμένα. Ευχαριστούμε Νικοκύρη και συγχαρητήρια στον κ. Ξ. Μαυραγάνη για την δυνατή γραφή του.

    Βιωματικά, πρόλαβα μερικές εικόνες που μου ξανάρθαν στο νου ως παιδικές αναμνήσεις. Αυτά ως πρώτη εντύπωση, θα επανέλθω για επιμέρους επισημάνσεις.

  39. loukretia50 said

    Ένα διαφορετικό ουζερί :
    «…Με την πρώτη ματιά φαινόταν για μπακάλικο. Ο προσεκτικός παρατηρητής όμως έβλεπε ότι τα ράφια ήταν γεμάτα λιχουδιές, γλυκές και αλμυρές, απ’ όλη την Ελλάδα, με προεξάρχουσα φυσικά τη μαστίχα Χίου. Πολύ σύντομα ο Απότσος έγινε γνωστός για τις εκλεκτές λιχουδιές του, όπως ένα ιδιαίτερο τυρί και η λακέρδα. Την ώρα που οι πελάτες περίμεναν στον πάγκο να εκτελεστεί η παραγγελία τους ο πολυμήχανος ιδιοκτήτης έβρισκε την ευκαιρία να τους κεράσει, εκεί πάνω στη λαδόκολλα, ένα ουζάκι με μεζέ…»
    http://greenwing10.rssing.com/chan-6317473/all_p7.html

  40. Γιάννης Ιατρού said

    στου «μπελ αμί»

  41. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Όλα τα βρίσκουμε εδώ ,λέμε!
    Αριστείδης Σγατζός
    Στη Λέσβο συνήθιζαν σε αυλές να μπολιάζουν πάνε σε κορομηλιά (ιρικιά) τέσσερις πέντε ποικιλίες δαμάσκηνων και το δέντρο ήταν πολυποικιλιακό… Τα κορόμηλα στο νησί τα λέμε ιρίκια, με κορυφαία τα μαγιάτικα που συνηθίζουμε να τα τρώμε βουτώντας τα στο αλάτι. Στη Γερα και το Πλωμάρι τα κορόμηλα τα λένε μούσμουλα, και τα μούσμουλα αλλιώς μου φαίνεται φραγκόμηλα ή κάτι τέτοιο. Στα βουνά βέβαια είναι ενδημικό το άγριο είδος Prunus cocomilea, η αρκουμλιά που τους καρπούς της, όπως και τα κορόμηλα, στο Πλωμάρι κάνουν εξαιρετικό τουρσί. Ξινά κορόμηλα βάζουν στους γιαλαντζήδες οι παλιές νοικοκυρές
    https://sarantakos.wordpress.com/2014/08/11/koromilo-2/#comment-236155

  42. Theo said

    Καλημέρα κι ευχαριστίες στον Νικοκύρη και τον κ. Μαυραγάνη.

    Καλογραμμένο το αφήγημα, σαν τα παραμύθια που λεν οι παππούδες!

    Ιρίκια πάντως, στην Έδεσσα λέμε τα κορόμηλα.

  43. ΚΩΣΤΑΣ said

    Έχω δει με τα μάτια μου μονούχισμα γουρουνιού. Κάθε οικογένεια είχε του γουρούνι της, το έτρεφε όλον τον χρόνο και το έσφαζε την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων. Το άψυχο κουφάρι του έδινε κρέας, λουκάνικα, λίπα, τσιγαρίδες, μουσταλευριά, πατσά, δέρμα…

    Το μουνούχισμα γινόταν για να έχει περισσότερο βάρος το γουρούνι και για να μήν είναι επιθετικό. Θυμάμαι τα άγρια σκουξίματά του. Δεν πολυκαταλαβαίναμε, μάλλον σαν κάτι φυσιολογικό το παρακολουθούσαμε. Η λύπη γι’ αυτό το γεγονός ήρθε στα κατοπινά χρόνια, όταν μυαλώσαμε και συνειδητοποιήσαμε τον πόνο του ζώου.

  44. Jules said

    43
    Η λέξη «μουνούχισμα» δεν υπάρχει στο ΛΚΝ παρά το ότι το λένε σχεδόν παντού στην Ελλάδα.
    Μόνο στο ελληνογαλλικό λεξικό ΡΟΣΓΟΒΑΣ την βρήκα.

  45. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί.
    Πραματευτάδες:
    Τι πραμάτειες στο καλάθι μου,
    κοίτα, τσίτια, να, χασές,
    http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=56460

    Έχω στρωσίδια όλο κεντίδια,
    μάλλινες κάλτσες και ασημικά,
    έχω μαντήλια, άσπρα μαντήλια
    για να στολίσουν χρυσά μαλλιά.
    http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=79972

    Κουβαρίστρες, βελονάκια,
    ψιλολόγια ένα σωρό

  46. ΚΩΣΤΑΣ said

    Στα «χοντρά» ζώα, άλογα, γαϊδούρια, η στείρωση γινόταν με άλλον τρόπο. Με στρίψιμο ή τσιουκάνισμα. Δεν έκοβαν με μαχαίρι τους γενετικούς αδένες σικ ρε 😉 αλλά τους χτυπούσαν ή τους έστριβαν και τους αχρήστευαν. Δεν έτυχε να δω πώς ακριβώς γινόταν.

  47. mitsos said

    Πολύ καλό
    Νά ναι καλά ο συγγραφέας Ξ. Μαυραγάνης , άμα και ο Νίκος που μας τον γνώρισε.

    Το απόλαυσα , αν και χρειάστηκε ένα διάλειμμα για φαγητό. Βλέπετε από την εισαγωγή πλάλωσαν οι μεζέδες . Κι όταν αρχίζουμε με χτένια συνειρικά έρχονται εικόνες τότε που οι λούζερς ψάχναμε για κρυμμένα μαγαζάκια σε όρμους ερημικούς με γυαλιστερές και κυδώνια ραβδωτά ή αχιβάδες και χτένια … Το τελευταίο κάπου στα Βασιλικά Εύβοιας κρυμμένο κοντά στο βάλτο του δέλτα ! Ο πολτισμός που έχασαν οι γραβατωμένοι γιάπηδες …

    Ναι καλά κάνει – ο Ξ.Μ.- και διευκρινήζει πως τον Ντιν Νταν ήταν λόγω του κουδουνιού . Γιατί και μένα το μυαλό μου ( το διεστραμμένο ) ανέσυρε την παρήχηση Ντιγκι-Ντάγκας ( και άλλα σεξιστικά και ομοφοβικά )

    Τα αρμπαδέλια πάλι ! Με πήγαν ακόμα πιοω. Ένα ξύλινο Ταυ όλο κι όλο με τρια ρουλεμάν και χωρίς φρένα αρχικά ( μετά από τις πρώτες άσχημες συρτές , βάζαμε και φρένο με ένα ξύλο καρφωμένο κοντά στο πίσω ρουλεμάν … )Ρετιθυμάταικανειςεδώχαμω !

    μέχρι το ζυμωτό ψωμί με λαδολέμονο ή νερό και ζάχαρη και λίγη σκόνη από καφέ για ξεκάρφωμα.

    Άραγε η κόρη μου μετά από σαράντακαϊ χρόνια θα συγκινείται να διαβάζει διηγήματα για κρουασάν σεβεντειζ και βιντεοπαιχνίδια ; 🙂

    Τον ευνουχισμό , όχι δεν θα τον σχολιάσω. Είχα τρομάξει στα 7 μου να σταματήσω να βλέπω στον ύπνο μου τέτοιες εικόνες.

  48. mitsos said

    διευκρινίζει γμτ μου

  49. Πισμάνης said

    Τό καρσιλακστά θά τό απέδιδα αντικριστά.

  50. loukretia50 said

    Τώρα που χρειαζόμαστε τον ταξιδευτή θα μας απευθύνει χαιρετισμό μακριά απ΄τη Μυτιλήνη!
    Ελπίζω να μας αποζημιώσει με μερακλίδικη συνταγή για ουζομεζέδες!

    Εδώ έχει όμορφα παραδοσιακά τραγούδια
    ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ https://youtu.be/FbrqNFiEjms ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

    Για το ούζο υπάρχουν πολλά ρεμπέτικα, ξέρετε καλύτερα!

    Μεζεδάκι για ούζο θεωρείται από μερακλήδες κι ο παστουρμάς.
    Προτιμώ αυτή την εκτέλεση από τη φοβερή γιαγιά.
    Δε φαίνεται νάναι της υγιεινής διατροφής!
    Μακάρι νάχω τη ζωντάνια της όταν μεγαλώσω!

    Κατίνα Φαρασοπούλου – Κόνιαλι- https://youtu.be/VdxwXl9wkA0 Παραδοσιακό της Καππαδοκίας

  51. Γιάννης Ιατρού said

    Όλο αυτό το σχετικό με τους ευνουχισμούς, εκτός από την αξιολόγησή του από πλευράς εκμετάλλευσης των ζώων, η εκτέλεση ακρωτηριασμών χωρίς να υπάρχει ιατρική ανάγκη και μάλιστα χωρίς αναισθησία ή παρόμοιες πρακτικές είναι εξοργιστικό, κατακριτέο και βάναυσο. Μπρρρ!

  52. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @43. Και καλά τα λες, Κώστα, και δίνεις κάποια ιδέα για την σκοπιμότητα της πράξης. Να διευκρινίσω, όμως, ότι τα προϊόντα του ευνουχισμού του γουρουνιού (αλλά και άλλων ζώων- ακόμη και του αλόγου..) μόνο για γάτους δεν ήταν. Γινόταν τηγανιά και μάλιστα νοστιμότατη! (Η σπεσιαλιτέ του «Βλάχου» στην Πάνω Πόλη, στην Θεσσαλονίκη του «70..)

  53. ΚΩΣΤΑΣ said

    52 Ναι, Γιώργο, το ξέχασα. Τα αμελέτητα του γουρουνιού γινόταν ωραία τηγανιά, που την κατανάλωνε πρωτίστως ο «μουνουχιστής», ως ένα είδος αμοιβής για την χειρουργική του επέμβαση.

  54. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα, ωραία σχόλια κάναμε και σήμερα, αν τα δει ο Ξ. Μαυραγάνης θα χαρεί.

  55. loukretia50 said

    Δεν ανταποκρίνεστε!
    Ελπίζω να απολαμβάνετε μεζεδάκια!
    ΟΥΖΟ -ΑΝΤ. ΝΤΑΛΓΚΑΣ https://youtu.be/vuTT9spF2P0 για συνοδευτικό!

    52. Μην υποτιμάτε τις σαβουρόγατες! http://www.mybestfriend.gr/wp-content/uploads/2018/05/1.jpg Όταν έχουν τη δυνατότητα, ξέρουν καλά τι θέλουν!

  56. ΚΩΣΤΑΣ said

    Με αφορμή το σημερινό και συνειρμικά εξ αιτίας του, οι πλανόδιοι στα χωριά του κάμπου της Λάρισας, όπως τα συγκράτησε η μνήμη μου.

    Ο ποδαράτος πραματευτής, με ένα κασελάκι κρεμασμένο με λουρί από τον σβέρκο του. Βελονάκια, κουβαρίστρες…. Και φάρμακο για τους κοριούς και τις κοτόψειρες…

    Ο με τρίκυκλο ποδήλατο παγωτατζής. ΕΒΓΑ, παγωτά ΕΒΓΑ κι αν δεν σ΄ αρέσει φεύγα! Αμοιβή χρήματα ή αυγά.

    Ο μανάβης με την σούστα. Έχω καλές πατάτες απ’ το Νιζηρό, φασολάκια απ΄τη Σπηλιά και σταφύλια απ’ το Δαμάσι. Ελάτε νοικοκυρές, είναι φρέσκα είναι καλά. Αμοιβή, χρήματα, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, ακόμη και σανό για το άλογο.

    Ο πλανόδιος ψαράς. Έχω ωραία παλαμίδα (ψάρι της τότε λίμνης Κάρλας), έχω καλή και χοντρή… σαρδέλα, ο ψαραααάς.. και κοιτούσε με κάπως λάγνο βλέμμα κάποιες καλοστεκούμενες νοικοκυρές. Ωστόσο, από μια-δυο ξύπνιες και μαγγιώρες νοικοκυρές έπαιρνε πληρωμένη απάντηση. Αφού δήθεν ανακάτευαν και περιεργάζονταν τις σαρδέλες, του έλεγαν σε καθιαυτού θισσαλικά: τι λιες α! ρα!, κούτσκια κι ζούφκια είνι, τι καλή κι χουντρή φουνάϊζ;

    Αυτά… 😉

  57. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στην αυλή μας ερχόταν ο πεταλάς με τα σύνεργα, αμόνι, σφυρί κλπ αλλά και με την φοβερή «μακριμάνικη» τανάλια (γμτ δε θυμάμαι πώς τη λέγανε) . Κάπως σαν τεράστιος κάβουρας (το εργαλείο). Τα ζώα τα ρίχνανε κάτω, όπως λέει και ο συγγραφέας μας εδώ, αλλά δεν έκανε τομή. Με το εργαλείο πίεζε δυνατά στιγμιαία κι ακουγόταν ένα (φριχτό) κραπ όπως αποκόβονταν εσωτερικά οι συνδέσεις των αδένων ξερωγώ. Έχω τη σκηνή μπρος στα μάτια μου με τον περήφανο Μαυρή μας (ένας βαρβάτος γαϊδούρακλας) στη μέγγενη αυτή. Ούτε κιχ δεν έβγαλε.Ίδρωσε ολόκληρος, ξεφύσηξε ατμό και νομίζω πως δάκρυσε. Τον έλυσαν και τινάχτηκε ολόρθος σαστισμένος κούναγε το κεφάλι και τις αυτούκλες μ΄απορία ο κακομοίρης. Απ΄το πάνω μπαλκόνι μας είχα πιάτο όλη τη διαδικασία. Ακόμη στέκει εκεί το αμόνι. Το είχαν από τότε μισο-θάψει με τσιμέντο για σταθερότητα κι έμεινε εκεί. Ο πεταλάς χρόονια πεθαμένος , από άλλο χωριό. Τότε σμίγαμε στο δημοτικό στις εκδρομές με τα παιδιά των γύρω χωριών και ήξερα την κόρη του.Είχα να τη δω από τότε.Εκείνη έμεινε στο Ηράκλειο και την είδα φέτος στο μνημόσυνο του πατέρα μου. Με χαιρέτησε και με ρώτησε αν τη θυμούμαι. Ήταν ρούσα (κοκκινόμαλη) με φακιδούλες κι έτσι την «έβγαλα». Η Ρηνούλα του πεταλά, λέω, και τρελάθηκε από τη συγκίνηση που χρόνια είχε ν΄ακούσει έτσι τ΄όνομά της.

  58. loukretia50 said

    Θυμάμαι παγοπώλη με μεγάλο τρίκυκλο. Κρατούσε τον πάγο με ένα τσιγκέλι και τον άφηνε στο κεφαλόσκαλο.
    Αυτά πριν αποκτήσουμε ηλεκτρικό ψυγείο.
    Και ένα γανωτή/ γανωματή, που περνούσε και έτριβε καζάνια , ταψιά και μεγάλα χάλκινα αντικείμενα.
    Τότε υπήρχαν μπόλικα σ΄όλη τη γειτονιά και έβγαιναν σε παράταξη στις αυλές.
    Ήταν πανηγύρι για τους μικρούς να τα σημαδεύουμε με πετραδάκια – είχαν ωραίο ήχο!

    Και υπήρχε το «καραβάκι» του πλανώδιου με τους ξηρούς καρπούς. Το είχε βαφτίσει «Έλλη».
    Έψηνε και καλαμπόκια και πριν τα πουλήσει τα έβαζε σε ένα δοχείο με αλατόνερο.
    Ο πάγκος με την πραμάτεια του είχε σχήμα καραβιού, όπως αυτά που βλέπουμε στα νησιά http://thessaloniki.photos.vagk.gr/images/old/people/p592823.png τα Χριστούγεννα.

    (Δεν προδίνει την ηλικία να θυμάσαι τον Όμηρο, αυτό όμως σίγουρα!)
    Κι εδώ παλιές φωτό με πλανόδιους – όχι μόνο για Θεσσαλονικείς!

  59. loukretia50 said

    ουπς! ξέφυγε πάλι το λινκ! – πλανόδιο!
    http://thessaloniki.photos.vagk.gr/el/photos-gr/old-photos-gr/old-photos-people-gr/597-old-photos-people-070-gr.html

  60. Ανδρέας Τ said

    Όσο ζούσα στην Ελλάδα ήξερα μόνο τα κίτρινα μούσμουλα. Λίγο στιφά και ξινά, όταν δεν είχαν καλά ωριμάσει. Στην γαλλόφωνη Εσπερία, που ζω έμαθα ότι αυτά τα κίτρινα μούσμουλα τα λένε nefles d’Espagne, κι ας είναι από την Ιαπωνία. Υπάρχει και ένας άλλος τύπος μούσμουλου, σκουρόχρωμο καφετί, πολύ μικρότερο από τα κίτρινα μούσμουλα. Δοκίμασα ένα και το μετάνοιωσα. Οι ντόπιοι χωρικοί μου εξήγησαν, ότι δεν τα τρώνε πιά. Παλιά περίμεναν τους πρώτους παγετούς για μπορέσουν να τα φάνε. Και πάλι με το ζόρι. Αλλά με κοιλιά άδεια τα κατάπιναν κι ήταν κι ευχαριστημένοι.

  61. Γιάννης Ιατρού said

    56: Κώστα,
    αυτό με τους παγωτατζήδες, μάλλον το μπερδεύεις με τις νέες ομάδες επέμβασης της ΕΛΑΣ, που από ΔΕΛΤΑ μετονομάστηκαν σε ΕΒΓΑ, από την στιγμή που ο νέος υπουργός ΠροΠο είπε να βγουν όλοι έξω, για περιπολίες 🙂

  62. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  63. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  64. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Όπως έγινε αντιληπτό, υπάρχουν διάφοροι τρόποι μουνουχισμού των αρσενικών (δηλ. δεν είναι μόνο η ορχεκτομή) και νομίζω ότι, από την περιγραφή του 57, είναι προφανής η προέλευση των φράσεων «σπάω @###α», «σπασ@#χίδης» κλπ

  65. Εγώ πάλι θυμήθηκα τον καημένο τον Οδυσσέα Ανδρούτσο… http://eranistis.net/wordpress/2015/01/20/%CE%B7-%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85/

  66. sarant said

    57 Τι ωραίο!

    60 Ακριβώς, για να τρώγεται έπρεπε να έχει αρχίσει να σαπίζει σχεδόν

  67. loukretia50 said

    Επιμένω να αλλάζω θέμα. Δεν αντέχω ανατριχιαστικές περιγραφές.
    Η Ελλάδα σε 100 ουζομεζέδες!
    Με ένα κλικ στο μπουκαλάκι, εμφανίζονται χαρακτηριστικοί μεζέδες της περιοχής. Αλήθεια, τι είναι οι γκιουλμεζέδες Πλωμαρίου? Αυτοί μάλλον μου ξέφυγαν!
    https://www.greekgastronomyguide.gr/geuseis/ouzomezedes/

    Και απ΄το αρχείο της ΕΡΤ, αναφορές σε παραδοσιακά επαγγέλματα και άλλα πολλά που χάνονται.
    Στο 14΄ έχει δυο παιδιά που παίζουν «με το χειροποίητο αυτοκινητάκι»
    https://webtv.ert.gr/ert3/alithina-senaria-paradosiaka-epangelmata-kopaneli/

    Και σ΄αυτό, από το 31΄ και μετά, παραδοσιακό ποτοποιείο https://webtv.ert.gr/ert3/alithina-senaria-paradosiakes-geyseis/ και ούζο μεταξύ άλλων!

    Δεν ξέρω να τα ποστάρω ακριβώς εκεί.
    Ίσως βέβαια να τα βρουν και κάποιοι άλλοι ενδιαφέροντα

  68. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    «….Η σπουδαία, όμως, και ιδιαίτερη ιστορία με τα μούσμουλα όλη την περίοδο της άνοιξης ήταν το κλέψιμό τους. Ένα σπορ που ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω ούτε να καταλάβω. Χρέος και καθήκον κάθε αγοριού που σεβόταν τον εαυτό του και την ιδιότητά του ως μελλοντικού άνδρα ήταν το κλέψιμο των μούσμουλων. Ποτέ δεν μας πέρασε η ιδέα να κλέψουμε άλλο φρούτο. …»

    Ωραιο λαογραφικο-ηθογραφικο αναγνωσμα .Μεταδιδει την νοσταλγια μιας αλλης εποχης.

    Εμεις στα ΒΑ προαστεια επιστρεφοντα ς απο τα Αγγλικα τον χειμωνα κλεβαμε μανταρινια απο κηπους….. Και το καλοκαιρι κερασια…..

  69. Κιγκέρι said

    Κι εκεί που χαιρόμουν και θυμόμουν με τα ωραία σχόλια του Κώστα, της Έφης και της Λουκρητίας για τους πλανόδιους, πιάσατε πάλι τα μουνουχίσματα και δέθηκε το στομάχι μου κόμπος!

    Για τον συγγραφέα βρήκα αυτό, όπου μου άρεσε πολύ η παρουσίαση των ηρώων
    (ο Φόρης ο αφόρητος, ο φιλοπαίγμων φαρμακοποιός κλπ)

    http://paleochori-lesvos.blogspot.com/2017/08/blog-post_10.html

  70. Κιγκέρι said

    67:

    Μία γκιουζλεμέδες στη Λουκρητία, ιέφτασεεε…

    http://www.icookgreek.com/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CF%82/item/%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82

  71. loukretia50 said

    70. 70. Τι καλά! Να μου σερβίρονταν πάραυτα, ε?
    Και ο « ΜΗ ΤΡΕΛΟΣ » μου άρεσε!
    Αξίζεις μια Αμερσούδα https://youtu.be/Hkhihcl05fs – αν αγαπάς!
    και κάποιος δίνει σοφή συμβουλή :
    Απ’ κι’ Αγιάσου κι’ απ’ του Πλουμάρ, μήτι γναίκα μήτι μπλαρ. https://youtu.be/51RpLFKU_YI Κάτι θα ξέρουν!

  72. Costas X said

    @ 52. – 53.

    Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά – Νίκος Καζαντζάκης

    «Ο καθαριστής θα περασει σήμερα από το χωριό νά μουνουχίσει τους χοίρους. Η κυρα-Αναγνώσταινα θά σας ψήσει, λέει, τ’ αμολόητα, νά πείτε και χρόνια πολλά γιά το εγγονάκι τους, το Μηνά, που έχει σήμερα τη γιορτή του.»

    «Στην άλλη άκρη του σώχωρου, σ’ ένα μικρό μαντράκι, ακούγαμε το μουνουχισμένο χοίρο να μας ξεκουφαίνει. Μούγκριζε απo τον πόνο, και μέσα από το τζάκι μάς έρχουνταν μυρωδιά από τ’ αμoλόητά του, πού ψήνουνταν στη θράκα.»

    Φρίκη !!!

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    58

  74. Θρακιώτης said

    Επειδή παρατηρώ ότι η συζήτηση γύρω από το πολύ καλό αφήγημα του κ. Ξενοφώντα Μαυραγάνη στράφηκε (και είναι λογικό) στο αποκρουστικό ΜΟΥΝΟΥχισμα των ζώων, θέλω να κάνω μία πολύ σημαντική γλωσσική επισήμανση, που οι πάντες αγνοούν, αν και την κάνει στο Λεξικό του ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης και θα έπρεπε να είναι γνωστή εδώ και χρόνια στο παρόν Ιστολόγιο…

    ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς και με ποιό τρόπο ο Ελληνικός Λαός αλλοίωσε με τον προφορικό του λόγο την αρχαία ελληνική λέξη «ευνουχίζω, ευνούχος κλπ» σε «μουνουχίζω, μουνούχος κλπ»; Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή αλλοίωση, που ισχύει για όλο τον ελληνόφωνο χώρο, ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ περιτράνως (και αυτό το δέχεται ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης όπως θα δούμε παρακάτω…) ότι η χυδαία λέξις «μουνί» ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική λέξη «ευνή» που σημαίνει την συζυγική κλίνη.

    Ως γνωστόν, από την «ευνή» δημιουργήθηκαν οι λέξεις «ευνούχος» και «δυσπαρεύνια» που κατά λέξη σημαίνει την δυσκολία να είααι «πάρευνος» (= σύντροφος στην συζυγική κλίνη) και περιγράφει την αντικειμενική δυσκολία του 10% των γυναικών παγκοσμίως να δεχθούν ένα οποιοδήποτε αντικείμενο μέσα στον κόλπο τους, του πέους συμπεριλαμβανομένου

    Για να μή λέω περισσότερα και σάς κουράζω, ιδού πώς εξηγεί ο Μπαμπινιώτης στο Λεξικό του την προφορική αλλοίωση του «ευνουχίζω» σε «μουνουχίζω», πράγμα που δικαιώνει όσους πιστεύουν την ετυμολόγηση του «μουνιού» από προφορική παραφθορά της «ευνής»: Ευνή – ευνίον – μουνίον, κατά το ευνουχίζω – μουνουχίζω

  75. sarant said

    67 Tι ωραίο λινκ!

  76. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>μια ρεματιά, δίπλα στον Σεδούντα
    Πλωμάρι, Σεδούντας ποταμός

  77. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κολοχτυπομακαρονάδα, η μοσχομυρωδάτη
    http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=3159

  78. loukretia50 said

    Περίμενα πληροφορίες και εικόνες από άλλη εποχή, παλιά ουζερί, ρεμπέτικα τραγούδια, κείμενα ίσως , από έναν ειδήμονα και…
    ——————————————
    γκιουζ : βρήκα ότι στη μαγειρική είναι πιτάκια
    Όμως κατά Δ.Ρούμελη μεριά το «γκιουζ’» είναι τρίτο ενικό του ρήματος γκιούζω = αγγίζω, ακουμπώ.
    Μέλλων : θα γκιουξ’
    πχ : – Κάτσε σαούρα* να μη σε γκιουζ΄ου άχρηστους! (σε παιδάκια που μάλωναν – μην πάει το μυαλό σε παρενόχληση!)
    *Ήσυχα (μτφ), κυριολεκτικά : καταγής
    Εδώ Sir , νομίζω έχουμε κάτι από « άρουρα»! – ή αυτοσχεδιάζω?

    Btw, όταν κάποτε πήγα στη Μυτιλήνη με φίλους από Κρήτη και Πελ/νησο, αποδείχτηκε ότι σε διάλογο με παππούδες στον καφενέ, ήμουν η μόνη που καταλάβαινα μια χαρά! Ήταν πολύ εύκολο να μαντέψω τις συλλαβές που έκοβαν!

  79. Myriolis said

    @43. Είχα την εντύπωση ότι γινόταν εκτός από το να μην είναι επιθετικός και για να μην μυρίζει το κρέας του, όταν παραμεγάλωνε. Όπως του τράγου, ας πούμε. Αλλά βέβαια αυτόν τον κρατούσαν για επιβήτορα και υπήρχαν 2-3 τράγοι στο χωριό που «εξυπηρετούσαν» όλες τις κατσίκες.

    @52. Στον Βλάχο βεβαίως στα κάστρα για αμελέτητα, φοιτητές δεκαετία ’70. Μόνο τηγανητές πατάτες μην του ζητούσες! Αλλά δεν νομίζω ήταν από μουνούχισμα. Είχε ήδη γίνει το μπουμ στο χοιρινό κρέας και υπήρχαν πολλά χοιροστάσια στην χώρα. Ήταν μεζές που δεν τον πρόσφεραν πολλές ταβέρνες, δεν πρέπει να είχε και μεγάλη ζήτηση. Έπρεπε να τον ξέρεις ή να είσαι λίγο τολμηρός να δοκιμάσεις (από προκατάληψη βέβαια)

  80. ΚΩΣΤΑΣ said

    61 Θέλω ν΄αγιάσω, μα δεν μ’ αφήνουν οι διαβόλοι, ουπς οι κακόψυχοι 😉 Πάλι με τσιγκλάς, ρεΓιάννη, να αρχίσω για τον Κυριάκο και τον Αρμαγεδδώνα; Είναι Κυριακή σήμερα και είναι αμαρτία και να προφέρουμε καν το όνομα αυτό! 😛

    72 Αχ, συνονόματε, αν ήξερες, αλλού υπήρχε και μεγαλύτερη φρίκη και φοβάμαι μήπως υπάρχει ακόμη και σήμερα. Ξέρεις πως γινόταν η κλειτοριδεκτομή, 10/ετία 1990, σε κορίτσια μουσουλμανάκια; Φρίκη και πάλι φρίκη!!!

  81. ΓΤ said

    @77
    Η συνταγή που με έφτιαξε: «Μακαρονάδα με αυγοτάραχο στην ερημιά». Βρίσκεσαι, λέει, στην Πολύαιγο, νησάκι ακατοίκητο απέναντι από την Κίμωλο, αλλά έχεις μαζί σου μπαστούνι αυγοτάραχο… (Πάω να φουντάρω…) 🙂

  82. ΚΩΣΤΑΣ said

    65 Πόσων χρονών είσαι Δύτη μου και θυμάσαι τον Οδ. Ανδρούτσο; 😛

    79α Ναι, φίλε μου, ισχύει και αυτό, πού να τα θυμάμαι όλα; 🙂

  83. 82 Εντάξει, μικρό παιδάκι ήμουνα τότε 🙂

  84. Costas X said

    80. Δυστυχώς κλειτοριδεκτομή γίνεται ακόμη σε εκατομμύρια κορίτσια, κυρίως στην Αφρική, προκαλώντας μόνιμες βλάβες, ακόμη και θανάτους. Λέγεται ότι γίνεται κρυφά και σε χώρες της Ευρώπης, π.χ. Βρετανία. Το θέμα έθιξε και η ταινία Desert Flower (2009).

  85. Α, ωραίο. Τουκ τουκ το αραμπαδέλι.

  86. Γιάννης Ιατρού said

    74: ..γλωσσική επισήμανση..
    γνωστή μάς είναι, τα έχουν πει προ πολλού εδωμέσα άλλοι, εσύ δεν προσέχεις και χάνεις επεισόδια…

  87. ΓΤ said

    @84
    Βλ. και Γουόρις Ντίρι, «Λουλούδι της ερήμου», μτφρ. Μάρα Ευθυμίου, «Ωκεανίδα», 2001.

  88. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    60, 66β
    Αυτό είναι το μακεδονίτικο μούσμουλο/καρπός φθινοπωρινός προς χειμώνα

    http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=1693

  89. loukretia50 said

    Αν με ρωτούσε κάποιος τι διαβάζω στο σημερινό, θάλεγα :
    Το καφενείο σήμερα είναι ουζερί. Σερβίρει εξαιρετικό ούζο Μυτιλήνης με αμελέτητα, γίνεται λεπτομερής αναφορά στη διαδικασία αποκοπής τοιούτων εξαρτημάτων – όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για το αδηφάγο κοινό – και γαρνίρονται με ετυμολογικές πινελιές περί ευνουχισμού by Moutsos
    Σπεύσατε! εγώ λέω να την κάνω για τερψιλαρύγγια!

  90. ΞΥΠΕΤΑΙΩΝ said

    Εγω ως αμετανοητος κομμουνιστης θα σταθω εδω .

    «Από κει ξεκινούσαν εκείνες τις ηρωικές εποχές του 1945 και 1946 οι διαδηλωτές του Ε.Α.Μ., που κατέβαιναν στο κέντρο της μικρής μας πόλης φορτωμένοι με λουλούδια πολύχρωμα και ευωδιαστά, υποσχόμενοι μια καινούργια ζωή γεμάτη χρώματα και αρώματα».

  91. loukretia50 said

    90. Αισιόδοξη εικόνα πραγματικά. Μπορεί να πει κανείς ότι στην ύπαιθρο άλλοι είχαν του Μάη τ΄όνομα κι άλλοι τη χάρη σε δύσκολες εποχές.

  92. ΓιώργοςΜ said

    Για το μουνούχισμα των ζώων, θυμάμαι αμυδρά στην τηλεόραση τον «Πατούχα» (?) (σειρά ή ταινία, δε θυμάμαι), όπου σε μια σκηνή παρουσιάζεται ο ευνουχισμός ενός ζώου (γαϊδάρου ή βοδιού, αν θυμάμαι καλά) με χτύπημα ενός τμήματος του οσχέου.

  93. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @79. Και βέβαια δεν ήταν από μουνούχισμα τα αμελέτητα του Βλάχου. Από την διαδικασία του μουνουχίσματος μόνο εσύ -ο πελάτης- κινδύνευες, αν ήσουν απρόσεχτος στις παραγγελίες 🙂 🙂 (..τις περισσότερες φορές έρχονταν για παραγγελία, κραδαίνοντας τον μπαλτά εργασίας! 🙂 Το κρέας των αμελέτητων ήταν νοστιμώτατο και προφανώς, κάτι ήξεραν οι Κρητίκαροι του Καζαντζάκη, όπως ωραία μας το θύμισε ο Costas X…

  94. Γιάννης Ιατρού said

    88: Που το ξετρύπωσες πάλι! 🙂 Μπράβο.

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    56,61

  96. sarant said

    76 Εχει ακόμα λίγο νερό ο Σεδούντας, βλέπω.

  97. Μαρία said

    79
    Όχι στα κάστρα αλλά στο Τσινάρι, κατεβαίνοντας απ’ τα κάστρα.

  98. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αναρωτήθηκα τί γίνεται σήμερα με τ΄αρσενικά ζώα κι αν γίνεται ακόμη διαδικασία ευνουχισμού
    http://www.petmania.gr/index.php?dispatch=products.view&product_id=897

  99. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Από ουζερί στη Μοδιάνο

  100. Myriolis said

    @97 Ίσως έχεις δίκιο. Εμείς απλώς λέγαμε τότε όλη την περιοχή προς τα κει πάνω, κάστρα

  101. Γιάννης Ιατρού said

    99: Και οικονομικό 🙂

  102. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @100. Μέσα είσαι. (Σχήμα κατά συνεκδοχήν!). Πολλοί χρησιμοποιούν τους δύο όρους (Άνω Πόλη/ Κάστρα) ισότιμα αφού η Άνω Πόλη οδηγεί (και περικλείεται) από τον κύριο όγκο των Κάστρων που απόμειναν. [Το πρόβλημά μας δεν είναι στην ονομασία αλλά στο ότι δεν είμαστε πλέον εικοσάρηδες για να ανηφορίζουμε τραγουδώντας προς τα εκεί 🙂 ]

  103. sarant said

    99 Α μπράβο, ταιριάζει!

  104. sarant said

    102 Να ανηφορίσουμε καμιά φορά και τραγουδάμε άμα φτάσουμε επάνω 🙂

  105. ΚΩΣΤΑΣ said

    –> «Από κει ξεκινούσαν εκείνες τις ηρωικές εποχές του 1945 και 1946 οι διαδηλωτές του Ε.Α.Μ., που κατέβαιναν στο κέντρο της μικρής μας πόλης φορτωμένοι με λουλούδια πολύχρωμα και ευωδιαστά, υποσχόμενοι μια καινούργια ζωή γεμάτη χρώματα και αρώματα».

    90 Ήθελα να το σχολιάσω κι εγώ αυτό, αλλά το απέφυγα για να μην πολιτικολογήσω ή να μην θεωρηθεί, ενδεχομένως, προβοκατόρικο, λόγω του ότι είναι γνωστές οι πολιτικές μου πεποιθήσεις, εδώ. Τώρα όμως θα το πω. Είναι λόγια που μίλησαν βαθιά στην καρδιά μου. Οι περισσότεροι άνθρωποι τότε μπήκαν σε αυτόν τον αγώνα γιατί πίστεψαν σε έναν καλύτερο κόσμο. Άλλο πράγμα, βέβαια, τι αποδείχτηκε στην πράξη γι΄αυτό το σύστημα, το κομμουνιστικό. Επειδή γνώρισα πολλούς τέτοιους ανθρώπους, κυρίως από το εξ αγχιστείας συγγενικό μου περιβάλλον, νιώθω ξεχωριστή αγάπη και τιμή γι΄ αυτούς. Που όντως ονειρεύτηκαν «μια καινούργια ζωή γεμάτη χρώματα και αρώματα».

    Συνοψίζω λοιπόν τα παραπάνω ρηθέντα ως εξής: «τους κομμουνιστές πολύ ηγάπησα, τον κομμουνσμό ποτε»

  106. Myriolis said

    @102 Ακριβώς! και στο Ίγγλις ζοριζόμαστε!

  107. Georgios Bartzoudis said

    «διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς».
    # Τέτοια δουλειά έκαναν στη δεκαετία του ’50, σε ένα χωριό της Βισαλτίας, δύο Αρμένηδες: Ο Ζαβέν και ο Πριάμ. Ένας άλλος, ο Καραμπέτ, μάζευε χελώνες μέσα σε ένα τσουβάλι και τις …μοσχομαγείρευε

    «σαλγκίμια -τα αναφερόμενα σε άλλες περιοχές ως Ιούδες»
    # Είναι το θαμνόδεντρο Cercis siliquastrum ή δέντρο του Ιούδα, η κουτσουπιά. Σαλκ’μια λέγονται Μακεδονιστί οι κοινές ακακίες.

    «οι πάνινες σακούλες, οι σοφράδες δηλαδή»
    # Μακεδονιστί σοφράδες λέγονταν τα χαμηλά τραπέζια, όπου τρώγαμε καθιστοί.

  108. Καλησπέρα. Για δες, απ’ το χωριό μου σήμερα. Και δεν έχω καιρό να διαβάσω το απόσπασμα, ούτε έχω αξιωθεί να πάρω και να διαβάσω το βιβλίο που κυκλοφόρησε το χειμώνα θαρρώ (αλλά ποιον χειμώνα; τον φετινό ή τον περσινό; Μάλλον φέτος,πέρυσι στη Λέσχη δεν το είχε).

    Περισσότερα σε άλλη φάση που θάχω καιρό…

  109. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @102 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂

  110. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @104 🙂 🙂 🙂 🙂

  111. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Νικοκύρη μπράβο σου που τους τα βρόντηξες κι έφυγες, το λυπηρό, είναι πως οι άλλοι έκαναν την πάπια.

  112. sarant said

    108 Eμ, σε περίμενα 🙂

  113. loukretia50 said

    Αντί Κουβάτσου…
    Περίμενα μήπως βάλει ποίημα του Γ.Ρίτσου – αυτό που βρήκα είναι πολύ μεγάλο, αλλά μάταια.
    Κατ΄εξαίρεση λοιπόν, θα προσπαθήσω να το κάνω εγώ σήμερα.
    Όμως πρώτα ένα μικρό που βρήκα του Νίκου Βασιλάκη. Είναι σε πολυτονικό.

    Στο ουζερί « η Μυτιλήνη»

    Με το πρώτο ουζάκι
    σηκώνει άγκυρα η Σαπφώ
    Στο δεύτερο ξεμπουκάρει απ΄το λιμάνι
    Στο τρίτο και τέταρτο τα πατριωτάκια
    έχουν ξεδιπλώσει την καρδιά τους
    κι όλο φέρνουν στο νου τους το νησί
    και τις παλιές αγάπες
    Είπανε κι ήπιανε πολλά όλο το βράδυ
    Κι όταν βγήκαν αγκαλιασμένοι απ΄το ουζερί
    σαν τη «Σαπφώ» στη θάλασσα
    άρχισαν να σκαμπανεβάζουν
    ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ

  114. loukretia50 said

    Ένα απόσπασμα από τη ΓΚΡΑΓΚΑΝΤΑ

    Ο θυρωρός ανέβηκε με το ασανσέρ επάνω στην ταράτσα.Εκεί πέθανε χωρίς λόγο. Στην τσέπη του βρήκαν
    την ξύλινη σβούρα και το σπάγγο. Το ίδιο βράδι
    γύρισε ο Αλέκος πιωμένος με το γνωστό του βήμα του ενόχου.
    Στο χέρι του κρατούσε μια μικρή χαρτοσακκούλα
    πιπεράτες καραμέλες για το βήχα
    εκείνες τις πασπαλισμένες με χοντρή, στεγνή, πράσινη ζάχαρη – τις είχε αγορασμένες
    απ’ το περίπτερο του προαστίου με τις πολλές ακακίες,
    έτσι να καλοπιάσει τη γυναίκα, τα παιδιά, τους γέρους,
    …………………………
    να καλοπιάσει τους μουτρωμένους, εκδικητικούς νεκρούς,
    …………………………………..
    κ’ εκείνους πούναι να πεθάνουν και πιότερο απ’ όλα
    να καλοπιάσει τον ίδιο του το θάνατο, καθώς νυχτώνει ταπεινά στα φαγωμένα κατώφλια,
    κείνη τη διφορούμενη ώρα που δεν ξέρεις αν είναι για κατάρα ή συχώρεση.
    Ο ξυλουργός, ο σταμνάς, ο ξυλοκόπος ο τροχιστής, ο δασοφύλακας, ο κηροπλάστης
    έχουν τα μυστικά τους, κρύβονται, ξεκουμπώνονται, δείχνουν το λιγότερο,
    ………………………..
    ο πλανόδιος φωτογράφος ξεϊδρώνει στην αυλή με τη μια μουσμουλιά και τα μαρούλια
    έχει παρατημένο δίπλα στο πηγάδι το τρίποδο κουτί του με το μαύρο πανί και το πουλί
    με το κρυφό τενεκεδένιο συρτάρι όπου μέσα στο χλιαρό νερό του
    βρέχουν τα πόδια τους τ’ αρνητικά των νεοσύλλεκτων,
    Πιο κει σταθμεύει το χειραμάξι με τα σάπια μήλα και τα κράνη των σκοτωμένων∙
    ………………………………….
    εκείνος πουλούσε φιτίλια λάμπας, λιβάνι, φουρκέτες, μανταλάκια,
    ο άλλος πουλάει κρυφές μενεξεδένιες, κολλαριστές ταινίες,
    …………………………….
    Είμαι κ’ εγώ απ’ την ίδια ράτσα∙ επιμένω∙ δεν το βάζω κάτω∙
    είπα: ο κάμπος με τις μαργαρίτες ανοιξιάτικο πρωινό με τις καμπάνες στους λόφους
    είπα: η ανάποδη ρόδινη ομπρέλα ανοιχτή γεμάτη φως μέσα στα στάχυα
    είπα: φιλί, ψωμί, σταφύλι, στήθος, άγκυρα, γυναίκα, ελευθερία
    είπα στους νεκρούς: περιμένετε∙ τίποτα δεν τελειώνει∙
    αθροίζω μεροληπτικά, υποκριτικά, υπογραμμίζω,
    ανεβαίνω με το ασανσέρ, κάνω αέρα με το καπέλο μου, κοιτάω και στον καθρέφτη,
    συδαυλίζω τους άρτιους αριθμούς, αντιστέκομαι
    με τη φωνή απ’ το διπλανό μπαλκόνι που λέει:
    «ανθίσανε τα μοσκομπίζελα»
    ……………………………………..
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ΥΓ. Δάσκαλε, για το καλό όλων ελπίζω να κάνεις διακοπές.
    Αν αγανακτήσεις με τη μονταζιέρα, έλα να το κάνεις καλύτερα!

  115. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το σαλκίμι, λέξη που δεν βρίσκεται σε κανένα λεξικό, είναι η γλυσίνα, ένα είδος ακακίας με καρπούς σε τσαμπιά, σαν σταφύλι. Είναι λέξη μικρασιάτικη, δάνειο από τα τουρκικά (salkim, που καταρχήν θα πει «κρεμαστό τσαμπί»). Η λέξη καμιά φορά αναφέρεται και στον καρπό, τα «σταφύλια» της γλυσίνας,που τα χρησιμοποιούσαν σαν αφέψημα για το κρυολόγημα. Τότε το φυτό λέγεται σαλκιμιά.
    Οι πρόσφυγες φύτευαν σαλκίμια στις αυλές τους.
    Ο Θωμάς Κοροβίνης αναπολεί τις προσφυγικές γειτονιές της Τούμπας: «Πολλά σπίτια είχανε τσαρδάκια σκεπασμένα με σαλκίμια και κληματαριές και καθόταν από κάτω ο κόσμος κι έπινε το καφεδάκι του κι έκαναν οι γείτονες μουχαμπέτι [κουβεντούλα]».
    Συντοπίτης του ο Γιώργος Ιωάννου, θυμάται: «Είχαμε μια σαλκιμιά, ριχτή στα κάγκελα σαν κισσός, κι ήταν η πόρτα μας ωραία για ρομάντζα». Ξακουστά είναι τα σαλκίμια που σκεπάζουν τα καλντερίμια της αγοράς στον Μόλυβο της Λέσβου* αλλά και μια γνωστή ταβέρνα στις Μηλιές του Πηλίου λέγεται (και έχει) Σαλκίμι.
    Στην καμπανιστή γλώσσα μιας άλλης εποχής, ο (Πολίτης) ποιητής Απόστολος Μελαχρινός έγραψε (στο Ομορος των παρθένων):
    «Κάτω από τ ολάνθιστο, νουνέ,
    το σαλκίμι / τάξε κάτι αχόπρεπο κι άξιο για τη μνήμη».
    https://docplayer.gr/23563871-Nikos-sarantakos-lexeis-poy-hanontai-366-lexeis-i-ermineia-kai-i-istoria-toys-to-vima.html

  116. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    114. Ναι!!! Εύγε!
    Από την Γκραγκάντα λίγο ακόμη:
    Αχ, – έκανε ο μικρός στραγαλάς σκουντώντας τον αγκώνα του μικρού καπνοπώλη∙
    περνάν δυο-δυο οι γυναίκες με τα μακριά τσιγάρα∙
    Αχ, τα μεγάλα, ανοιξιάτικα, λουλουδιασμένα Σαββατόβραδα στα προάστια
    μπροστά στα μαγαζιά που κλείνουν,
    στα μπαρμπέρικα, στα παλιά βαγόνια,
    επιπλοποιεία, με τις φτηνοντουλάπες, τους ψευτοκαθρέφτες, για φτωχογάμους της μικρής πλύστρας με κείνον τον μελαχροινό υδραυλικό,

    όταν αρχίζουν τα υπαίθρια σινεμά,
    οι πασατέμποι, τα στραγάλια, οι γκαζόζες,
    τα παγωτά χωνάκι, εισπράκτορες, κολλητήρια, αποφάσεις,
    η μυρωδιά τηγανητής μαρίδας δοξασμένη πλάϊ στις καρβουναποθήκες,
    το μεγάλο ποτήρι της μπύρας σα γυάλινος καπνοδόχος μ’ ένα φτερό,
    Και το ψιλικατζίδικο κλειστό, κ’ έχει ξεχάσει ο καμπούρης υπάλληλος έξω στον τοίχο
    εκείνο τ’ άσπρο τετράγωνο χαρτόνι με τα λογής- λογής κουμπιά μικρά , μεγάλα – τι χρώματα – χρυσά , μελιτζανιά, γαλάζια, κόκκινα, μαύρα, πορτοκαλένια,

    Γιάννη δάσκαλε, περιμένουμε

  117. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Βρε Λου, νάχεις την ευχή μου.

    Από τη «Γκραγκάντα» του Ρίτσου πάλι:

    Αντίκρυ στον άσπρο τοίχο οι σκιές από δήθεν πειστικά χελιδόνια,
    κάθεσαι στην καρέκλα στο πλυμένο πεζοδρόμιο,
    ένα ούζο, μια κομμένη ντομάτα ιδρωμένη απ’ τ’ αλάτι

    ζεσταινόταν το παγωμένο νερό στο ποτήρι, ζεσταινόσουνα,
    μια θάλασσα, ψαρόβαρκες, άσπρα πανιά, κασόνια, γερανοί, ένας γλάρος, δεύτερος,

  118. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>αραμπαδέλια
    Μουρέλιμ τα ματέλιας
    αραμπαδελια τσλουν
    τα τσουκαρέλιας τικι τακ
    στου ντουσιμέ βροντούν
    κνιέτι τσι σιέτι του κουρμέλς
    τσι ουλ του λαχταρούν

  119. spyridos said

    Πολύ ωραίο και το σημερινό όπως και τα σχόλια.
    Δέντρο του Ιούδα (πρέπει να ξεκίνησε η ονομασία σαν δέντρο της Ιουδαίας) είναι η κουτσουπιά όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.
    Αγαπημένο δέντρο των μελισσοκόμων.
    https://tinyurl.com/y6yhcuqt

    115
    Αν σαλκίμι (δεν ήξερα την λέξη) είναι τα φυτά στα δρομάκια του Μόλυβου τότε πρόκειται γαι τη Βιστερία.
    Το αφέψημα από Βιστερία με εντυπωσιάζει γιατί όλα τα μέρη του φυτού είναι τοξικότατα.
    Προκαλεί σπασμούς και πόνους στο στομάχι και εμετό.

    https://www.almanac.com/sites/default/files/styles/primary_image_in_article/public/image_nodes/wisteria.jpg?itok=Cj9b7OcV

  120. loukretia50 said

    Στη Μυτιλήνη έζησε και ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος ( κατά τους τεχνοκριτικούς κατατάσσεται στην κατηγορία «ναϊφ»- γαλλιστί), που πέθανε πάμφτωχος, λίγο μετά την 25η Μαρτίου.
    Λέγεται ότι κάποιοι θέλησαν να αστειευτούν με το «γεροφουστανελλά» και ανακοίνωσαν ότι πέθανε στη γιορτή των άλλων φουστανελλάδων. Τον έθαψαν στο τμήμα του νεκροταφείου που ήταν για τους άπορους, εκεί όπου χρόνια μετά θάφτηκαν νεκροί πρόσφυγες που δεν ολοκλήρωσαν το μεγάλο τους ταξίδι.
    Νότης Μαυρουδής – Η Ωραία Αδριάνα https://youtu.be/QxxXTZAQspE

  121. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αναπόληση

    Θα καταργήσω τον ουρανό,
    θα καταργήσω τη γη
    και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
    για ένα πιοτό
    για ένα τραγούδι
    για ένα χορό
    κι εσύ να περνάς απ’ έξω.

    Θωμάς Γκόρπας

    Γιάννη Ι. , Καλή προπόνηση . Πάουερ! 🙂

  122. loukretia50 said

    Η νύστα με τύλιξε, τα μπερδεύω λίγο, άρα καλύτερα να σας καληνυχτίσω!
    Ας με διορθώσει ο ταξιδευτής όταν αξιωθεί να ασχοληθεί!
    Εννοούσα το νησί σαν τόπο καταγωγής και αναφερόμουν στους ναυαγούς.

    Αλήθεια, γιατί λέμε «γλάρωσα»?

  123. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    122.>>αναφερόμουν στους ναυαγούς
    Πιάνω τα μηνύματα-μέσα από τα κύματα
    Λου, πάμε Εφταλού
    να κάνεις νάνι-νάνι
    σκαράκι σε λιμάνι

    Τα τζιτζίκια του Giacometti/
    Βαγγέλης Αλεξόπουλος/2017

    Το άνθος του κακού
    ρίχτηκε στο πέλαγος.
    Δία, συγχώρεσέ μας.

    Στη Λέσβο
    Κάθε βράδυ η δολοφονημένη
    ποιήτρια Σαπφώ
    σηκώνεται απ’ τον τάφο της

    Μαζεύει τα πτώματα
    μικρών πνιγμένων τζιτζικιών
    που ξεβράστηκαν κακήν κακώς
    χωρίς όμως θόρυβο
    από τη θάλασσα

    Στον Μόλυβο δίπλα στα ουζερί
    Στην Εφταλού πίσω από τις ξαπλώστρες
    Στο λιμάνι κοντά στις καφετέριες με τους φοιτητές

    Το ενδιαφέρον στην παραπάνω ιστορία
    είναι ότι τα τζιτζίκια αυτά υπήρξαν για τους περισσότερους
    μεταχρονολογημένες επιταγές
    ενώ κατά άλλους μοντέλα του Giacometti.

  124. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    122 >>Αλήθεια, γιατί λέμε «γλάρωσα»?
    Αύριο δες εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2018/06/13/animal/#comment-509157
    και το σχόλιο 154

  125. gpoint said

    Καθυ-στερημένος σήμερα, συμβαίνει όταν φεύγει η Κάθυ…

    Προσωπικά ξέρω κολοκτύπα άλλο πράγμα από την αστακοκαραβίδα. Στα μέρη μου λέμε αστακό τον κοκκινοκαφέ με τις μακριές κεραίες, αστακοκαραβίδα σε διάφορα χρώματα- συνήθως πολύ σκούρα, με τεράστιες δαγκάνες και κολοκτύπα την καφέ ανοικτό προς πορτοκαλί χωρίς δαγκάνες και κεραίες άξιες λόγου. Ισως τα ονομάζουνε αλλιώς στην Μυτιλήνη ή τάχει μπερδέψει ο συγραφεύς.
    Στην Κυψέλη του 50 τα βράδια κλέβαμε τζάνερα στην εποχή τους από τις αυλές των σπιτιών.

    Ηξερα ένα Μαυραγάνη, Φώντα αν δεν με απατά η μνήμη μου, τζόκεϋ στο Δέλτα και πρωταγωνιστή σε μια ιστορία μου

    Ο ΚΩΣΤΑΣ (με κεφαλαία, έχει κι άλλους νομίζω) υπαινίσσεται κάπου την περίπτωση πσαρά-ψαρά… δυο τουλάχιστον αντίτυπα του σχετικού βιβλίου μου έχουν φτάσει Θεσσαλονίκη, αν είναι από εκεί, καθότι ψιλομπερδεύω όσους δεν έχω δει-είμαι οπτικός τύπος- ή υπάρχει κι άλλο μεγάλο πνεύμα…

    Η γνωστή έκφραση μας έκαναν τα τρία, δύο, ισχύει και για βαρίδια. Αλλά ως γνωστόν τρία σημεία (εκτός ευθείας) ορίζουν την θέση ενός επιπέδου, δηλαδή αποτελούν σημεία στήριξης ενώ όταν φύγει το ένα γέρνει μονόπαντα η βάρκα και παίζει το σωσίβιο κι η εγκατάλειψή της βάρκας, αφού φυσικά έχουν προηγηθεί τα ποντίκια…

    Ούζο είναι ένα του Πιτσιλαδή και δύο το Ντούζικο της Δράμας (πληροφορίες του 1990 αλλά μέσα από στάβλο κυριολεκτικά…άντε και τρία το σαν ριβάλ -αν βγαίνει ακόμα για τους περίεργους της ουζοποσίας)

    Με το ούζο μεζεδάκι, παστουρμάς, παστουρμάς
    και ελίτσες και τυράκι και κιμάς, και κιμάς
    τραγουδάγαμε σαν τηνείιτζερ -περίπου στον σκοπό της γραίας που έβαλε η Λου -στο γνωστό τότε ουζάδικο της Λ.Αλεξάνδρας, στο παρκάκι κατεβαίνοντας δεξιά πριν την Μουστοξύδη ή στα μισά του Λυκαβηττού (να υπάρχει ακόμα άραγε 😉

    Ενα βράδυ πούβρεχε δεν είχε κόσμο να περιμένει την τράτα και βρήκα καραβίδες ζωντανές. Ο Θανάσης είχε μαζέψει σπαράγκια και στο ψυγείο είχε κεφαλοτύρι. Μια μπουκάλα Πιτσιλαδή (750 μουλου) ήπιαμε καθώς χορεύανε στο μαντέμι οι άτιμες κι ήτανε κι αυγωμένες μερικές. Υπνος μικρού παιδιού και παρενέργεια καμία

    Το ούζο μου έχει απαγορευθεί ιατρικώς εδώ και χρόνια- μόνο τσίπουρο είπε ο ντοτόρε- και τον παρακούω με μέτρο δυο-τρεις φορές τον χρόνο. Μου ξύσατε πληγές.

    Καλό ταξίδι, Κάθυ

  126. Alexis said

    Πολύ ωραίο το αφήγημα του Μαυραγάνη, μια πανδαισία εικόνων, ήχων, χρωμάτων, αρωμάτων.
    Δεν ξέρω αν σχολιάστηκε από άλλους η λέξη «φιλιστόκα», δεν έχω διαβάσει τα σχόλια.
    Την έλεγαν οι γονείς μου και από τα συμφραζόμενα καταλάβαινα ότι σημαίνει «φιρμάνι», «διαταγή» (έντυπη) ή κάτι σαν «ανακοίνωση», π.χ. έβγαλε μια φιλιστόκα και μας περνούσε γενεές δεκατέσσερις.
    Θα με ενδιέφερε να μάθω την ετυμολογία της.

  127. Costas-X said

    @ 87. Έχετε δίκιο, πάνω σ’ αυτό το βιβλίο βασίστηκε η ταινία.

  128. sarant said

    Kαλημέρα από εδώ

    126 Κι αλλος αναφέρει τη φιλιστόκα, δεν είναι λοιπόν ιδιόπλαστη της παρέας του Πλωμαριού. Ομολογώ πως δεν ξέρω ετυμολογία.

  129. Alexis said

    125, ωραίο λογοπαίγνιο το καθυ-στερημένος 😊

  130. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα!

    Πολύ πλούσιο, πραγματολογικά και λεξιλογικά, το σημερινό (χθεσινό πλέον…). Θα προτιμούσα να… «σερβιριστεί σε δυο πιατάκια». Ευχαριστούμε Νικοκύρη και Ξ.Μ.
    3-4 σχόλια προκάνω – προς το παρόν. Ίσως αργότερα συμπληρώσω.

    – Από τα σχ. 31+41 (ΕΦΗ-ΕΦΗ), έχει ξεκαθαριστεί ότι τα μούσμουλα που περιγράφει ο Ξ.Μ. είναι κάποια ποικιλία κορόμηλων. Εδώ στην Κρήτη τα κορόμηλα τα λέμε γενικά (α)μπουρνέλες (και μούσκλια αλλά σπανίως τζάνερα ή κορόμηλα). Υπάρχουν πολλές ποικιλίες: ξινομπουρνέλες (που παραμένουν πράσινες και ξινές επί αρκετό διάστημα στο δέντρο, οι κόκκινες και οι κίτρινες (που, ώριμες πλέον, παίρνουν το αντίστοιχο χρώμα), οι αυγουστιανές (μεγαλύτερες, με πράσινο και ελαφρό μωβ χρώμα, όταν ωριμάσουν).

    – Αγ(γ)ουρίδες (άγουρα σταφύλια). Λόγω της ξινής αλλά ιδιαίτερης γεύσης τους, χρησιμοποιείται ο χυμός τους αντί λεμονιού (λόγω έλλειψης λεμονιών προς το τέλος του καλοκαιριού) σε πολλά φαγητά. Ιδιαίτερα νόστιμες με χυμό αγγουρίδας γίνονται οι μπάμιες (και με αλανιάρη κόκορα απογειώνεσαι… γευστικά)

    – Υποθέτω ότι η λ. ’’ουζερί’’ θα εμφανίστηκε σε Αθήνα-Πειραιά (ή αλλού) αρκετά προ του 1952 – ίσως στο μεσοπόλεμο. Αφού στο Ηράκλειο, στο φύλλο της εφημ. ΝΙΚΗ της 8-3-1945, σελ. 2, στήλη 2 (στο τέλος), βρίσκουμε τη διαφήμιση:

    ΚΑΦΦΕ-ΟΥΖΕΡΙ «Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ» Πλατεία Δασκαλογιάννη.

    107. Και πανελληνίως, νομίζω: σοφράς = χαμηλό στρογγυλό τραπέζι (<τουρκ. sofra). Γιατί στη Μυτιλήνη αλλάζει σημασία, εξεταστέον…

    ΥΓ. Στα νότια Χανιά, κοντά στο Φραγκοκάστελλο, υπάρχει ο κόλπος του Βάταλου, με ωραίες παραλιούλες. Υπάρχει μήπως και στη … ΘΡΑΚΗ;;

  131. Η τελευταία καλημέρα από τα ξένα. Σε λίγο πατάω πάλι τα πάτρια εδάφη (και παύω να πρήζω με καλημέρες 🙂 ).

  132. sarant said

    128 Υπάρχει και σε κερκυρέικα γλωσσάρια η φιλιστόκα.

    Υπάρχει και ίχνος της εφημερίδας στη βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης
    http://dspace.cplm.gr/handle/123456789/16393

  133. dryhammer said

    καλημέρα…
    Λόγω τοπικής εορτής αργώ και μπορώ να τα δω πρωί…

    Δύο παρατηρήσεις:

    α)Μήπως τα μούσμουλα της άρμης που λέει, είναι τα κουκούτσια από τα γνωστά μούσμουλα πριν ξυλοποιηθούν (à la manière de τσάγαλα);

    β) Μήπως οι σοφράδες είναι «σουφράδες» γιατί κι αλλού τα σακούλια τύπου πουγκί, λέγονται και σούφρες (επειδή σουφρώνουν κλείνοντας);

  134. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    129, 132: φιλιστόκα: Στην Κρήτη ακούγεται «φιλοστόκα»=διαταγή, εντολή μακροσκελής και κάπως μπερδεμένη < ιταλ. filastrocca=φλυαρία, περιττολογία.

  135. sarant said

    Και η φιλιστόκα πρέπει να προέρχεται από το filastrocca που λέει το σχ. 18 αφού έχει και τη σημασία «παιδικό ποιηματάκι».

  136. Alexis said

    #132: Φαίνεται να είναι σχετικά οικεία στους Κερκυραίους. Μου ακούγεται για πιθανώς ιταλικής-βενετσιάνικης προέλευσης…

    Της Αγίας Μαρκέλλας σήμερα, προστάτιδας της Χίου. Και μια και το άρθρο είναι σχετικό με τη Μυτιλήνη:

  137. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Διόρθωσις ημαρτημένων: 🙂
    – 128 (αντί 129)
    – Μου «ξέφυγε» η ολοσέλιδη εικόνα

    135: Νομίζω έτσι! Έχει και τις δύο αυτές σημασίες. http://www.treccani.it/vocabolario/filastrocca/

  138. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    135 Ναι από filastrocca, η φιλΟστόκα όπως τη λέει εδώ σε μια πτυχιακή εργασία ένας κρητικός :
    ΛΕΞΙΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ
    ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΛΕΞΕΩΝ ΜΕ
    ΒΑΣΗ ΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ
    ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ
    http://nemertes.lis.upatras.gr/jspui/bitstream/10889/8615/1/%5B2012%5D%20%CE%A7%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82%20%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82%20%CE%A0%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE%20%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.pdf

  139. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εδώ μια καταγραφή από το Παν/μιο Αιγαίου για τα περιοδικά που εκδόθηκαν σε Μυτιλήνη, Αγιάσο, Καλλονή Πέτρα,Πλωμάρι καθώς κι αυτά για τη Λέσβο που εκδίδονται στην Αθήνα
    http://www1.aegean.gr/culturelab/journals_gr.htm

    125, Τζη ώστε έτσι έχουν τα Καθ υ μας ! 🙂
    Το ουζερί Παγόδα (όπως λεγόταν σε μια φάση αρχές του ΄80) λες;Που έβγαζε τραπεζάκια και στο πεζοδρόμιο κολλητα στο Πεδίο τ. Α.

    130 Μικ-ιος
    με την αγγουρίδα(το ξινό ακόμη σταφύλι) τρίβαμε τις μπάμιες, αρχές καλοκαιριού,πριν γλυκάνει, και τις βάναμε έτσι με το ταψάκι στον ήλιο λίγη ώρα για να βγάλουν λέει τα σάλια τους, αλλά μετά τις πλέναμε νομίζω.Ήταν δραπέτι (θεόξινες) 🙂

  140. loukretia50 said

    Kαλημέρες!!

    139.ΕΦΗ-ΕΦΗ
    Τα ουζερί ήταν δύο, το ένα υπάρχει ακόμα και είναι στέκι μου όταν κυκλοφορώ στην περιοχή.
    Προσφέρεται και για παρεϊστικες συναντήσεις!
    Μας έφερναν τη μπουκάλα με το ούζο και μια ποικιλία και αράζαμε με τις ώρες δίπλα στο πάρκο μέχρι αργά.
    Έχει αλλάξει βέβαια το στυλ αρκετά, αλλά τα τραπεζάκια παραμένουν κι οι καρέκλες δε σπάνε.
    Το διπλανό μαγαζί δεν είχε τραπεζάκια έξω, ήταν η Παγόδα, ακριβό Κινέζικο – προαιρετικά καλαμάκια και πάπια Πεκίνου! Ιδανικό για καμιά ειδική περίπτωση πχ. ραντεβού με κάποιον μεγαλύτερο που με θεωρούσε σοβαρή ή γιορτή, αυστηρά με κοριτσοπαρέα, αν θέλαμε ατμόσφαιρα για εξομολογήσεις με χαβαλέ διακριτικό – Στμ : με αγόρια υπήρχε ο κίνδυνος να μας πετάξουν έξω!

  141. gpoint said

    # 139

    Oχι, πιο πάνω, μιλάω για τέλη δεκαετίας 60 και δεκαετία του 70 και άλλες καταστάσεις για μυημένους. Η Αλεξάνδρας, μεταξύ Σχοινά και Μουστοξύδη έχει τα σπίτια 50 μέτρα πίσω από τον δρόμο, παρεμβάλλονται πρασιές με δένδρα και είναι όμορφα. Ο τύπος με το ουζερί είχε άλλους μεζέδες για τον πρώτο γύρο, άλλους για τον δεύτερο, άλλους για τον τρίτο κ.λ.π., λιγότερα από 3 δεν έπινε κανείς. Την τελευταία φορά που πήγα το 93 ή 94 είχε καφενείο αντί για ουζερί, τώρα νομίζω δεν έχει τίποτε. Μειονέκτημα ΄για το μαγαζί και μεγάλο πλεονέκτημα για ζευγαράκια ήταν το ότι δεν σε έβλεπαν από την Λεωφόρο κι από τον μέσα παράδρομο δεν περνούσε ψυχή.
    Και στο άλλο, στον Λυκαβηττο από το 95 έχω να πάω… άμα σούχουνε κόψει το ούζο, πάει κι η θέα μαζί, τώρα μόνο στον περιφερειακόΤουρκοβούνια και μόνο μέσααπ’ τ’ αμάξι

  142. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    140Λου. Ναι, όντως για μια περίοδο ήταν δύο μαζί και το κινέζικο και ήταν κάπως της μόδας για τους παροικούντες ειδικά, φοιτητές ή μεταφοιτητές (έμενα Γκύζη τότε). Λέγαμε πάμε για ούζα στην Παγόδα. Στριμωχνόμασταν στο πεζοδρομιάκι με τα σιδερένια καθίσματα «εθνικού κήπου» που λες 🙂 .
    Εκεί και η κερασιά «μου» .Φτάνει σχεδόν στον τρίτο και κανείς όλο το χρόνο δεν την προσέχει, μόνο όταν ανθίζει και πάλι δεν ξένε ότι κερασιά είναι!

  143. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το ουζερί

    http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/2013/01/blog-post_10.html

    **********
    ΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΩ τα βέλη μου σε σένα,
    όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
    Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
    που σ’ εκνευρίζει, και σε στεναχωρεί,
    γιατί σού στερεί το μεροκάματο,
    κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
    ταμία της καρδιάς μου.
    Σωτήρης Παστάκας

    **********
    Ουζερί ο «Ο θάνατος»
    Παρέδωσε το πνεύμα του κι ύστερα πήγε στου Νώντα να πιει τα τσίπουρά του. Πρώτη φορά είδε ανοιχτό τον ουρανό. Έλαμπαν μέσα του πρόσωπα και πράγματα, μνήμες κι αγάπες. Χάρηκε τόσο πολύ, ανάμεσα σε σώματα γυμνά, που ένιωσε άρχοντας της ομορφιάς. Έτσι, έλεγε, θέλω να συναντήσω το χάρο. Κι όλα άνθιζαν γύρω του και του μιλούσαν και τον έκαναν δικό τους. Κι αυτός αχόρταγος θαύμαζε χωρίς φόβο, χωρίς πόνο. Με το πάθος μόνο της ζωής. Το απομεσήμερο, ο Νώντας έκλεισε το ουζερί του πικραμένος που δεν πέρασε πελάτης όλη μέρα.
    Διονύσης Καρατζάς

  144. gpoint said

    # 139

    Εφη έχω αν θες σπόρο οκταγωνικής μπάμιας, πολύ νόστιμης, ελάχιστα παραγωγικής αλλά ΔΕΝ σαλιώνει καθόλου

  145. ΣΠ said

    Νίκος Βασιλάκης «Στο ουζερί Η Μυτιλήνη»

    Με το πρώτο ουζάκι
    σηκώνει άγκυρα η «Σαπφώ»,
    στο δεύτερο ξεμπουκάρει απ’ το λιμάνι
    στο τρίτο και τέταρτο τα πατριωτάκια
    έχουν ξεδιπλώσει την καρδιά τους
    κι όλο φέρνουν στο μυαλό τους το νησί
    και τις παλιές αγάπες.
    Είπανε κι ήπιανε πολλά όλο το βράδυ
    κι όταν βγήκαν αγκαλιασμένοι απ’ το ουζερί
    σαν τη «Σαπφώ» στην θάλασσα
    άρχισαν να σκαμπανεβάζουν.

    http://www.greek-language.gr/periodika/mags/pandora/1997/1/35952#

  146. loukretia50 said

    ΕΦΗ-ΕΦΗ
    Κερασιά είπες?
    Δεν ξεχωρίζω τα δέντρα, αλλά πονάω όταν καίγονται ή κόβονται. Όταν είναι θαλερά, τα χαίρομαι πολύ όλα κι ακόμα περισσότερο όταν ανθίζουν.
    Εκτιμώ και το γεγονός ότι δε χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κι έτσι διατηρήθηκαν στον κήπο του πατρικού μου για πολλά χρόνια αφού έφυγα.
    Πέρσι μόλις φθάσαμε σε εξοχικό φίλων, είδαμε τον κήπο και μια πλευρά του σπιτιού πνιγμένα σ΄ένα υπέροχο βαθύ πράσινο κι εκστασιάστηκα, ενώ οι υπόλοιποι άρχισαν να τσιρίζουν. Μου εξήγησαν ότι αυτά τα εντυπωσιακά δέντρα – δε θυμάμαι πώς τα λένε- πρέπει να κοπούν/κλαδευτούν, γιατί είναι σα μεγάλα ζιζάνια και κάνουν ζημιά.
    Όσο για τον πανέμορφο κισσό, πνίγει όλα τ’άλλα και διευκολύνει την πρόσβαση ποντικιών στο σπίτι.
    Τόσα ξέρω, τόσα λέω!
    Πάντως στο πατρικό μου – όσο είχε ακόμα ταβάνι! – πηγαίναμε κανονικά για χρόνια, οι ρίζες της κουτσουπιάς ΜΟΥ (!) είχαν ξηλώσει ολόκληρο πεζούλι, ενώ ο κισσός είχε καλύψει μέχρι και το παράθυρα στη μια πλευρά.
    Ήταν όμορφα να περνάει ο ήλιος ανάμεσα απ΄τα φύλλα.
    Δεν πάθαμε τίποτε!

  147. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  148. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    145 ΣΠ Όμορφο, να το εμπεδώσουμε στην επανάληψη 🙂 . Δες, η Λου, στο 113.

    146.Λου Είναι σύνηθες επιχείρημα ότι από τα δέντρα ανεβαίνουν ποντίκια μέσα και πετσοκόβουν άστοχα κι αστόχαστα τα δέντρα. Όπως λες,δεν πάθαμε και τίποτα όσοι είμασταν/πάμε στα χωριά με τα σπίτια μας αγκαλιά με δέντρα, λουλούδια και κληματαριές. Έχουμε τις γάτες να κρατάνε καραούλι μαζί και ποντικολούκουμα για τις αποθήκες. Εδώ στις πόλεις βιαζόμαστε να φοβηθούμε για το κάθε τι κι επειδή είναι τόσο εύκολο μ΄ένα χρατς του αλισοπρίονου, πάρτο κάτω το δεντράκι* που έκανε χρόνια να γενεί δυο μέτρα.
    Και σιγά που μπορείς να εμποδίσεις πόντικα να σκαρφαλώσει όπου γουστάρει. Ελεγχόμενος μόνον ο τεζαρισμένος τοιούτος. 🙂
    Φέτος οι μουσμουλιές μου εδώ και οι κορομηλιές ήταν κατάφορτες. Φάγαμε, δώσαμε, ξαναδώσαμε, μένανε μπόλικα. Στα ψηλά κλαριά έρχονται τα πουλιά αλλά πόσα να φάνε κι εκείνα. Ε τ΄αρούρια τα ορέχτηκαν κι αυτά (η πόλη έχει πάντα υπονομοπόντικες ή και κηπίσιους). Τώρα καμιά δεκαριά μέρες βρίσκω αποκεφαλισμένους μακρινούρηδες ποντικαραίους στις ρίζες των δέντρων.Τρεις ή τέσσερις «σορούς» ,χαχα, έχω θάψει. Δουλειά του γατόκοσμου. Δεν ξέρω γιατί τρώνε μόνο τα κεφάλια, ίσως τρώνε το πιο θρεπτικό για να έχουν χώρο για τις αγοραστές κροκέτες 🙂
    *Εξαιρούνται οι Αϊλανθοι (βρωμοκαρυδιές) που είναι κακό συναπάντημα. Επίσης οι κισσοί θένε τον έλεγχό τους αν είναι να συνυπάρξουν με ήμερα οπωροφόρα.

  149. Γιάννης Ιατρού said

    148: ..αποκεφαλισμένους μακρινούρηδες ποντικαραίους..
    Τι; Έχεις γάτες Σαμουράϊ; 🙂

  150. loukretia50 said

    148. Γλυκυτάτη ΕΦΗ ΕΦΗ!
    Νομίζω πως τα όμορφα δέντρα που ανέφερα τα χαρακτήρισαν βρωμο-κάτι.
    Πώς μπορεί κάτι τόσο όμορφο να είναι τοξικό?
    Δεν έχω απάντηση φυσικά!
    Όταν ήμουν μικρή και κλάδευαν τα δέντρα του κήπου νόμιζα ότι πληγώνονταν.

  151. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    149 🙂 🙂 Έλα τα γατόνια μου! οι Σαμουράι τρώγανε μυαλά;
    (είδα τη «Σκιά» χμ ! ωραία-εφετζίδικη ταινία!)

    150 Λου Τς αϊλανθοι τς έφεραν οι Βαυαροί υποτίθεται για καλό! Δεν είναι απαιτητικό δέντρο και το σκέφτηκαν κάποιοι μετά για αναδασώσεις αλλά παραιτήθηκαν κ απ΄αυτό όταν είδαν τη διαβολική του γρήγορη εξάπλωση και ότι αφανίζει όλα τα υπόλοιπα δέντρα γύρω του και βέβαια βρωμάει. Αν τρίψεις το φύλλωμα ή αν περάσεις από κάτω όταν ανθίζει είναι απαίσιο. Η τοξικότητά του μπορεί να διαφανεί με τη μύτη ακόμη. Συνήθως επειδή είναι πανήψυλα δεν πολυγίνεται αντιληπτό. Εγώ εδώ δίνω μάχη με μια συστάδα που έχει στο σύνορο-τέρμα του κήπου. Φυτρώνουν εκατοντάδες νέα φυτά και ξεριζώνω αράδα πριν προλάβουν να θεριέψουν. Πέρσι με την κοσμοχαλασιά του Ιούλη, έσπασε σε «γονατιά» ο ένας, με διχαλωτό κορμό, ψηλός ίσαμε 4-5 ορόφους και δεν αναλάμβανε κανένα συνεργείο να τον τακτοποιήσει. Βρήκα κανονικό υλοτόμο που έφερε τριπλά πριόνια και φόρεσε μάσκα (λόγω βρώμας και τοξικότητας).
    Δες τί γράφει ο Νικοκύρης :
    …Είναι όμως χωροκατακτητικό είδος (ο αΐλανθος, …), δηλαδή εκτοπίζει τα ντόπια, κι έτσι κάποιος με μια δόση υπερβολής έγραψε ότι σε πενήντα χρόνια η Ελλάδα θα είναι ένα απέραντο δάσος από αΐλανθους. Τους γράφουμε και αείλανθους, παρετυμολογικά.
    https://sarantakos.wordpress.com/2012/12/16/kkarthaios/
    Τον αναφέρει και στις» Λέξεις που χάνονται».

  152. Γιάννης Ιατρού said

    151: Στο νήμα που παραπέμπεις στο τέλος, έχω βάλει και σύνδεσμο για την βρωμοκαρυδιά κλπ. που είχα αναφέρει και το 2016, στο νήμα «γαρδένιες για τον κήπο» κλπ.
    Τα ψηλά τα δένδρα 🙂

  153. Καλημέρα,
    Άργησα, αλλά τι να κάνω. Δεν έχω διαβάσει όλα τα σχόλια, ίσως έχει απαντηθεί, αλλά ναι (19, 23), παρ’ ημίν μούσμουλα είναι τα κορόμηλα (το ιρίκια) κι αυτά είναι που μπαίνουν στην άλμη. Τα μούσμουλα των άλλων τα λέμε φραγκόμηλα.

    Και συνεχίζω στο 23. Η χωροφυλακή ασκούσε άμεσα τον έλεγχο, ήταν δεδομένη. Η αγροφυλακή ήταν όμως η ομάδα πίεσης και κρούσης. Γιατί αν ο αγροφύλακας (μπεχτσής) σε κατηγορούσε πως έκλεψες ελιές ή πως η κατσίκα σου μπήκε και βόσκαγε σε ξένο χωράφι άντε να τον αμφισβητήσει κάποιος. Και δεν ήταν απαραίτητο να είναι αλήθεια.

    Ε, ναι. Παντού υπάρχουν τα «καλά μαγαζιά» και τα υπόλοιπα, τα β’ διαλογής (ή κατηγορίας).

    33 Όχι, χαψιά είναι οι αντζούγιες. Οι σαρδέλες είναι σαρδέλες, τρώγονται συνήθως λίγο αλατισμένες (μια δυο ημερών). Αν είναι Καλλονής είναι άλλο πράγμα η γεύση τους, αν είναι Γέρας λίγο πιο κάτω κι αν είναι πελαγίσιες ακόμα παρακάτω (οι τελευταίες παστώνονται επίσης όπως οι αντζούγιες οι κολιοί κλπ)..

    Πρόσωπα κι ονόματα γνωστά, κάποιων οι απόγονοι υπάρχουν στο Πλωμάρι.

    Θα επανέλθω.

  154. Έφη τα βρήκες όλα, τσάμπα έγραφα.

    96 Όχι, Νίκο ο Σεδούντας δεν έχει νερό το καλοκαίρι. Είναι το μόνο ποτάμι του νησιού (τα υπόλοιπα είναι χείμαρροι) ή μάλλον ήταν. Τώρα τα νερά του τα παίρνουν από πολύ νωρίς, δεν φτάνουν καν μέχρι τα Άνθη. Η κοίτη του στις εκβολές χρησιμοποιείται (το καλοκαίρι πάντα) για δρόμος και για πάρκιν. Βέβαια, το θέμα είναι να μην ρίξει καμιά μπόρα στο Μεγαλοχώρι. Γιατί τότε όσοι δεν πείθονται να πάρουν άμεσα τ’ αυτοκίνητά τους από κει, τα βρίσκουν στη θάλασσα μετά!

    107 κ.ά. Σουφράς κι η πάνινη σακούλα σουφράς και το τραπεζάκι (που σήμερα δεν κυκλοφορεί) στα καθαυτού Πλωμαρίτικα 🙂

    112 Έπρεπε να το καθυστερήσεις μερικές μέρες!!!

    125 Είμαι Βαρβαγιαννικός. Το Πιτσιλαδή το πίνω, αλλά όχι με φανατισμό (παρά τη φιλία μου με τον σημερινό ιδιοκτήτη). Τα άλλα του Πλωμαριού είναι του Αρβανίτη (που το έχει πάρει ο Κολιγιάννης του 12) που έχω διαφωνίες γιατί μου πίνει το νερό μου, του Γιανατσή που είναι πολύ μικρή μονάδα, μόνο τοπικά το βρίσκεις και του Ματέλη τελευταία, που πήρε το παλιό ρακαριό του Αρβανίτη.
    Τώρα, να μου βάζεις ρε Γιώργη το σαν ριβάλ στη σειρά με τα ούζα και μάλιστα τρίτο, ε, όχι. Το έχω τελευταίο των τελευταίων. Δεν το πάω με τίποτα…

  155. Κι ένα ακόμα σχόλιο, για την ιστορία:
    Στα καφενεία υπήρχε παράδοση για το πώς σερβίρεται το ούζο. Το πενηνταράκι (το μπουκάλι που είχε 50 δράμια ούζο, δηλ. 160 γραμμάρια, άλλαξε το μέγεθος με τις νόρμες τις ΕΟΚ κι έγινε 200ml) συνοδεύεται από μεζέ από 5 πιάτα (το μέγεθος, λίγο μικρότερο απ’ το πιατάκι της πάστας). Τα δύο περιέχουν ψωμί και σαλάτα ενώ τα άλλα μπορεί να είναι ντολμαδάκια, κουκιά, σαρδέλα αλατισμένη, κεφτεδάκια, τυρί, κρέας κοκκινιστό, ψάρι τηγανητό ή ψητό, θαλασσινά, φασόλια, ρεβίθια κλπ. Τα πιάτα εναλλάσσονται. Το σωστό μαγαζί πρέπει να έχει μεζέδες ώστε να καλύψει τρεις τουλάχιστον γύρους με διαφορετικούς μεζέδες.

  156. sarant said

    154-155 Ωραίοι!

  157. loukretia50 said

    Ερώτηση προς ταξιδιάρη σπεσιαλιστ που ήρθε με τον αραμπά του :
    Με το ούζο έχω ένα θέμα, δεν αντέχω να γίνεται γάλα, άρα το πίνω μόνο σκέτο. Ομοίως τσίπουρο – αν έχει γλυκάνισο. Φυσικά πίνω πολύ λιγότερο.
    Έχουν πολλοί αυτή την ιδιοτροπία? Θέλω να ξέρω αν με κοροϊδεύουν άδικα.

  158. mitsos said

    @157
    Γεια σου Λου.
    Πολλοί έπιναν ( παλιότερα ) «το ούζο ανέροτο και τον καφέ τους σκέτο κι είχαν ( συνήθως ) στην πιάτσα βέτο».

    Και το σχετικό ανέκδοτο από καθηγητή στο Χημικό Αθήνας ( και πιωμένος πάντα από πρωΐας ) τέλη δεκαετίας 70 …
    «Και γιατί παιδάκια προσθέτωντας νερό στο ούζο αρχίζει να γαλακτοφέρνει; Μα το νερό περιέχει πάντα μικρόβια – επικινδυνα ή μη δεν έχει σημασία- …μεθάνε …γυρνάνε ανάσκελα και φαίνεται η κοιλιά τους που είναι άσπρη. Ιδού η δύναμη των ερμηνευτικών σχημάτων της Χημείας »

    Προσωπικά από 79 μετά από κάποια εμπλοκή με ένα μπλε Βαρβαγιάννη δεν έχω επικοινωνία με το ούζο, ούτε τηλεφωνική. Σπανίως ένα τσιπουράκι ή κρασάκι και με ρέγουλο πια

  159. ΞΥΠΕΤΑΙΩΝ said

    # 155 Στην Κοκκινια αρχες του 60 ο μεζες του ουζου σερβιριζοτανε στο πιατακι του καφε .Μια ελια, μια ροδελα αγγουρι ,μια φλουδα ντοματα
    και 1/8 βραστο αυγο καρφωμενα με οδοντογλυφιδες .Στην ουσια ομως το πινανε ξεροσφυρι γιατι τον μεζε τον ετρωγα εγω που ημουν ο μικροτερος(οι μεγαλοι ηταν δεν ηταν 16).

    # 157 Ε ναι , σκετο πινεται το ουζο !

  160. loukretia50 said

    Πάντως οι περισσότεροι γνωστοί μου νερώνουν το ούζο.
    Νομίζω πως χάνει σε άρωμα και γεύση.
    Βρέθηκα κάποτε σε καφενέ χωριού σε μια γιορτή και έρχονταν κεράσματα απανωτά τα καραφάκια με το ούζο. Όλοι γύρω μας έβαζαν παγάκια ή νερό, εκτός από έναν υπέργηρο παππού -Μαθουσάλα λέμε- κι εμένα.
    ‘Ηταν πολύ ζωηρός και κεφάτος, κι έλεγε πως είχε καημό να βρει κάποια που να πίνει όπως αυτός.
    Η παρέα μου άλλο που δεν ήθελε ν΄αρχίσει το δούλεμα μέχρι που μας είπε :
    – Μωρέ ξέρ΄τι κάν’. Ας είναι λίγο παρτσακλό, θα σας θάψει ούλους!

  161. gpoint said

    # 154 τέλος

    Ηξερα ουζομανή άτομα που ψάρευαν με την δίλιτρη μπουκάλα του σανριβάλ δίπλα τους, φανατικοί αλλά ουδέποτε το πρότειναν σε άλλους, πρότειναν του Πιτσιλαδή. Κάτι θα του βρίσκανε -σίγουρα την αγνότητα- γιατί η γεύση του μόνο ούζο δεν θύμιζε
    Ο μακαρίτης ο κουμπάρος μου έφερνε εισαγωγές τα χρώματα και τις εσάνς για τους ποτοπαραγωγούς γι αυτό μίλησα για πληροφορίες μέσα απ’ τον στάβλο όπως ήταν και το ΔΑ του Καλογιάννη που έβγαζε πριν πουληθεί σε ξένους, δεν νομίζω πως βγαίνει ακόμα γι αυτό δεν το ανέφερα Εχω πιεί «Σίβας» από δική του κατασκευή που δεν το ξεχώριζες με τίποτε από το γνήσιο. Αα και VSOP του Κούτσικου που αντιστεκότανε στην εξαγορά του από τον Μεταξά.
    Σέβομαι το γούστο σου για τον Βαρβαγιάννη αλλά οδηγεί σε παρενέργειες από ένα σημείο και μετά ενώ ο Πιτσιλαδής όχι εκτός της μέθης από το πολύ οινόπνευμα. οπως όμως ξέρεις τα άλλα παρελκόμενα από ουζοποσία κάνουν τον κόσμο επιφυλακτικό.
    Οπως είπα αυτές οι πληροφορίες είναι της προηγούμενης χιλιετίας, πιθανόν μερικά να έχουν αλλάξει όπως τα γράδα του Πιτσιλαδή- εκείνα τα «αναρχικά» παλιά 44άρια και 47άρια(!) δεν τα βλέπω πια, παρά 40άρια της στρωμένης παραγωγής…

  162. gpoint said

    Εκείνο το λευκό » Κάβα Καμπά» υπάρχει πουθενά ; Εμένα μου έχει μείνει μια Santa Helena του 71 για να μεταλάβω κάποτε …

  163. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    154,155 Γιάννης Μ.
    Ο ντόπιος φωτίζει αλλιώς τα πράγματα! Ωραία! Μοσχοβόλησε(ς) το βράδυ μας!
    Ρακαριό λοιπόν το ρακάδικο στα καθαυτού 🙂

    Τα χαψιά όταν τα άκουσα/έμαθα δεν ήξερα τη διαφορά αντσούγιας/σαρδέλας. Μικρή, μπορεί και προσχολική ηλικία, στο μπακάλικο του παππού ήρθε η Μυτιληνιά νύφη στο χωριό, κι είπε χαψιά τις σαρδέλες. Εντυπωσιάστηκα και μου έμεινε καθώς σκέφτηκα ότι τα …χάφτουνε, τα κάνουνε μια χαψιά 🙂 . Έχει ενικό; λέτε το χαψί ή απαντά σε πληθυντικό συνήθως; Ναι και στον ενικό -γκούγκλισα και παρεμπιφτού μου ξεδιαλύθηκε το (άσχετο) ραμόνι μου «χάψη» ,η φυλακή λέει,τώρα το μαθαίνω, κι εγώ τραγουδούσα «Στο φιλντισένιο μου μαρκούτσι…όλους τους ρίχνω μες την άψη (φωτιά νόμιζα 🙂 ) «

  164. gpoint said

    Ο καφές πίνεται σκέτος καθότι η ζάχαρη αλλιώνει την γεύση του και πικρίζει μετά το στόμα.
    Το νερό και τα παγάκια δεν αλλιώνουν την γεύση του ούζου, απλά διευκολύνουν την απορρόφηση του οινοπνεύματος ώστε να έρθει πιο γρήγορα η ευεξία. Ακριβώς όπως οι αλκοολικοί πίνουν ενδιαμέσως με το κρασί τους ποτήρια νερό, το αραιωμένο κρασί δεν λέει.
    Και το τσίπουρο πίνεται από πολλούς αραιωμένο με νερό για τον ίδιο λόγο.

  165. loukretia50 said

    Δεν είμαι τόσο μάγκας για να αντέχω σκέτο τον καφέ, είδα κι έπαθα να μειώσω τις 45 ζάχαρες!

  166. loukretia50 said

    Αχ, ΕΦΗ-ΕΦΗ! είναι ώρα αυτή να λιγουρεύομαι ψητές σαρδέλες?

  167. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    166.Λου Πάντα είναι ώρα για τα ωραία αλλά πού να τα βρεις! Έστω και παστές του κουτιού, δε θα λέγαμε όχι 🙂 .
    Κερνάω τώρα τον Ούζο του Σκαρίμπα από την κιβωτό του Νικοκύρη και καληνυχτώ. Μέθυσα 🙂
    http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/skarimpas_ouzos.htm

  168. sarant said

    Kαλημέρα από εδώ. Εγώ τώρα πια σχεδόν μόνο τσίπουρο. Ανέρωτο. Το ούζο μόνο όταν είναι ένα, μεσημέρι, όχι σε ποσότητες.

  169. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Βλέπω στη γυμναστική το ρίξατε. Τεκιλιακοί και ρακιαίοι.

  170. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Καλημέρα στους μερακλήδες και τις μερακλούδες. 🙂

    Ένα πολύ ωραίο ούζο, είναι και το Βέτο, πρίν έξι χρόνια που ήμουν ένα μήνα στα Βατερά Λέσβου για μια δουλειά, το είχαμε τσακίσει με τους βοηθούς μου, φυσικά ΠΑΝΤΑ με λίγο νερό για να εκλύονται τα αρώματα του και να αναδεικνύεται η γεύση του και μπόλικους μεζέδες, αλλιώς σε κάνει κουνουπίδι. 🙂
    Από την εμπειρία μου στα καλά κρασιά (και στο καλό φαγητό*) έχω σαν αρχή να μην εμπιστεύομαι τους πότες για την κρίση τους (όπως και τους χοντρούς για το φαγητό) ως προς την ποιότητα των ποτών.

    * Αντίθετα από την διαδεδομένη άποψη, το καλό φαγητό δεν είναι ακριβό, η διαφορά που το κάνει φθηνό βρίσκεται σε μια ουσιαστική λεπτομέρια, βρείτε την. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: