Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τα φραγκόσυκα (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2019


Πριν απο δυο Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει ένα καλοκαιρινό διήγημα του Στέφανου Δάφνη, οπότε είναι κάπως ασυνήθιστο να βάζουμε δεύτερο δικό του διηγημα τόσο σύντομα -και μάλιστα, με κάθε άλλο παρά καλοκαιρινό θέμα. Ωστόσο, θυμίζει σε μένα τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών μου χρόνων, που τις περνούσα κοντά στο Ναύπλιο, τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το σημερινό διήγημα, με τον παππού μου να μαζεύει πάντοτε φραγκόσυκα, πιο επιδέξια απ’ό,τι στο διήγημα.

Το σημερινό πεζό αρχικά είχε δημοσιευτεί στο Μπουκέτο το 1934 και το παρουσίασε πρόσφατα ο φίλος Γιάννης Π. στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947), όπως είπαμε την προηγούμενη φορά, κατά κόσμον Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, ήταν γεννημένος στο Ναύπλιο.

Ξέρω μια φοβερή ιστορία για φραγκόσυκα. Θα τη διηγηθώ με όλη της τη φρίκη, όπως έγινε σε κείνο τον τόπο, που έζησα τα μικρά μου χρόνια: στο Ανάπλι, το ιστορικό και τραγουδισμένο, την πόλη της δόξας και των αιμάτων.

Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού είναι απότομη, σαν κομμένη με το μαχαίρι, και αντικρίζει τη θάλασσα, τον Αργολικό Κόρφο. Σκύβοντας κανείς από πάνω, βλέπει κάτω ένα βάραθρο, που το αντισκόβουν εδώ και κει βράχια σουβλερά, λίγες φραγκοσυκιές, τούφες ρίγανη… Φίδια φωλιάζουν εδώ μέσα και κιρκινέζια. Τα πρώτα σέρνουνται ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα δεύτερα ξεπετούν, ξανθές σαΐτες, στον αέρα, επάνω από τα μπεντένια του Κάστρου. Αν ρίξεις πέτρα, και δε σταθεί σε κανένα χαμόκλαδο, η πέτρα κυλάει κρατώντας και πάει μπλουμ στη θάλασσα της Αρβανιτιάς. Ψηλά, στο φρύδι του φοβερού αυτού γκρεμού, είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά. Στον καιρό του Πολέμου, λέει ο ντόπιος θρύλος, οι χριστιανοί είχαν στήσει εδώ ένα μηχάνημα καταχθόνιο, μια σανίδα με σούστα, να μοιάζει τάχα σα γεφυράκι. Κι άμα γιουργήσανε και πήραν το Κάστρο, κι οι Αρβανίτες φεύγανε κυνηγημένοι κατά την Καραθώνα, περνώντας από τη στενή τούτη ποριά, πατούσανε στη σανίδα, που πατ! τους τίναζε στο γκρεμό. Από τότες, όλη ετούτη η μεριά λέγεται «Αρβανιτιά».

Όμως η Φύση πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει: Έτσι και δω, την άνοιξη, φυτρώνουν αγριοβιολέτες, ζαμπάκια, που ευωδιάζουν τον αέρα. Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.

Έτσι, λοιπόν, τα ‘βλεπε από πάνω, από τη σκοπιά του, κι ο Βλάσης ο Πέτροβας και τα λιμπιζότανε. Καθώς κρατούσε το γκρα του επ’ ώμου και πήγαινε κι ερχότανε στην Καρά Ντάπια ολομόναχος, ο νους του και τα μάτια του ολοένα στα φραγκόσυκα γύριζαν: Αχ, γιατί να μην είναι κι αυτός πουλί, να κλαρώσει σε μια φραγκοσυκιά, και να φάει, να φάει ώσπου να πει αμάν, να χορτάσει!… Προχώρησε στο μονοπάτι, κοίταξε το γκρεμό και ζαλίστηκε, μα δεν αποτραβήχτηκε. Kιαλάριζε την πιο κοντινή φραγκοσυκιά, ως τρία μέτρα πιο κάτου: Να, σε κείνο το βραχάκι να πατήσει το τσαρούχι του κι ύστερα ξέρει αυτός τι κάνει: Μια με την ξιφολόγχη, σουβλίζει κείνο το φύλλο με τα οχτώ σύκα, και τ’ ανεβάζει σα χταπόδι επάνω. Έπειτα, θα στρώσει χάμου τη φουστανελίτσα του, και σαν καλός εύζωνας που είναι, θα τα παστρέψει με το σουγιά του και θαν τα χλαπουτίσει με μια μπουκιά το ένα. Αυτό, λοιπόν, πήγε να κάνει ο καψερός ο Πέτροβας. Άφησε τη σκοπιά του, κατέβηκε ακροπατώντας ως στο βραχάκι, έβαλε πάνω το δεξί του πόδι, και χουφτιάζοντας δυνατά τη λόγχη, την έσπρωξε να τρυπήσει το παχύ φύλλο, μα με την ορμή έχασε την ισορροπία, αχ! φώναξε κι έπεσε στο γκρεμό. Τ’ όπλο ξέφυγε από τα χέρα του, κι αυτός κυλιότανε σα μπάλα, βροντώντας στις πέτρες, και του κάκου άπλωνε τα χέρια του να πιαστεί… Έτσι πήγε ως στη μέση του γκρεμού και πιο κάτου, κατασκοτωμένος, και η τύχη θέλησε να πιαστεί πόδι του από τον κορμό μας άλλης φραγκοσυκιάς, κι αυτός να κρεμαστεί κατακέφαλα στο χείλος της αβύσσου, κορμί άπραγο, δοσμένο πια του Θανάτου.

Η ώρα ήταν πρωί, χαράματα ακόμη. Και η θάλασσα κάτου βογκούσε φουρτουνιασμένη.

Ύστερα από δυο ώρες, όταν ήρθε η βάρδια να αντικαταστήσει τον Πέτροβα, βρήκε τη σκοπιά έρημη και το σκοπό να λείπει.

―Τι; λιποτάχτησε ο Πέτροβας; είπαν. Πού πήγε;

Κοίταξαν εδώ, εκεί, υποψιάστηκαν, και στο τέλος τον είδαν να κρέμεται ανάερος, στο χείλος του γκρεμού, με το κεφάλι κάτου, σα νυχτερίδα. «Πάει ο άνθρωπος!.. σκοτώθηκε». Κι άρχισαν να φωνάζουν, να καλούν σε βοήθεια, να πυροβολούν:

― Στα όπλααααα!…

Τρέξαν οι άλλοι από τα φυλακεία, ήρθε ο λοχαγός της Φρουράς, ο Επιστάτης των φυλακών, πολλοί. Κοιτάζανε κάτου λυπημένοι, σαστισμένοι, και δεν ήξεραν αν ζει, αv πέθανε, δεν ήξεραν τι να κάνουν… Από πέρα, από την πόλη, άκουσαν τις ντουφεκιές, ανταριάστηκαν. Κόσμος μαζεύτηκε στον αντικρινό Ιτς Καλέ και κοίταζαν κατά το Παλαμήδι κι έλεγαν το ‘να και τ’ άλλο, και δε μπόραγαν να μαντέψουν τι γινότανε.

Άξαφνα, ένας που κοίταζε με τα κιάλια, φώναξε:

― Κάποιος εύζωνας έπεσε!… Κοιτάχτε…. να εκεί… κρέμεται από μια φραγκοσυκιά!….

Τ’ Ανάπλι αναστατώθηκε. Άλλος κόσμος μαζευότανε στο γιαλό της Αρβανιτιάς και κοίταγαν απάνω και χειρονομούσαν κι έλεγαν πως ο άνθρωπος θα ζούσε ακόμη και πως έπρεπε να βιαστούν «να τον σώσουν για το Θεό!». Κείνος που έβλεπε με τα κιάλια, είπε:

― Ζωντανός είναι! Να κουνάει το χέρι του… Τώρα γυρεύει ν’ αρπαχτεί από τη φραγκοσυκιά!…

― Μα γιατί δεν κατεβαίνουν γρήγορα να τον πάρουν; έλεγε μια κυρία. Θεέ μου, θα λιποθυμήσω! Τον κακομοίρη! Είναι πολύ νέος, κύριε; ρωτούσε κείνον που είχε τα κιάλια.

Σε λίγο φάνηκαν ν’ ανεβαίνουν τη δρομόσκαλα του Παλαμηδιού οι δημόσιες αρχές: Ο Νομάρχης, ο Φρούραρχος, ο Εισαγγελέας. Ανέβαιναν γρήγορα, έχοντας μαζί και τον Αρχίατρο. Πέρασαν την Πύλη Ρομπέρ, έφτασαν στην Καρά Ντάπια. Εκεί βρήκαν συναγμένους τους άλλους.

― Κύριε Φρούραρχε, να δεθεί ένας στρατιώτης με σχοινί και να κατεβεί να τον πάρει, επρότεινε ο Νομάρχης.

Ο Φρούραρχος έριξε μια ματιά στους ευζώνους που στέκανε κοιτάζοντας κάτου, με μάτια τρόμου, το συνάδερφό τους, και από κει τους φαινότανε μικρός, τόσος δα. Ήτανε σα να τους ρωτούσε: «Ποιος θέλει να κατεβεί; Μα δεν κουνήθηκε κανείς.

―Πώς να δώσω μια τέτοια διαταγή; απάντησε χαμηλόφωνα ο Φρούραρχος, θα ήτανε σαν να τον έστελνα στο Χάρο. Κοιτάχτε, χάος! Γλιτώνει άνθρωπος;

― Δεν μπορούμε, συμφώνησε και ο Εισαγγελέας. Θα είχαμε και δεύτερο θύμα. Ποιος αναλαμβάνει τέτοια ευθύνη;…

Κείνη τη στιγμή, φάνηκε να ‘ρχεται μια κουστωδία: Πέντε στρατιώτες, έχοντας στη μέση έναν άνθρωπο που βάδιζε ξυπόλυτος, ξεσκούφωτος, με τα μαλλιά και τα γένια στον άνεμο. Μαζί τους ήταν και ο Επιστάτης των Φυλακών… Η κουστωδία ζύγωσε.

― Κύριε Φρούραρχε, είπε ο Επιστάτης, αυτός είναι κατάδικος, δέχτηκε μόνος του να κατεβεί, να σώσει τον εύζωνο.

Τον εκύκλωσαν όλοι και τον κοίταζαν βουβοί. Ο Εισαγγελέας του είπε:

― Πώς σε λένε;

― Τσουκνιά, απάντησε κείνος. Γιάννη Τσουκνιά.

― Από πού είσαι;

― Από της Ρούμελης τα μέρη.

Φαινόταν ήρεμος, αποφασισμένος. Ο Επιστάτης είπε σιγά:

― Είναι… θανατοποινίτης, κύριε Εισαγγελεύ.

― Α!… Και γιατί θέλεις να το κάνεις αυτό, Γιάννη; Κανείς δε σε αναγκάζει. Κοίτα κάτου: Είναι θάνατος.

Ο κατάδικος χαμογέλασε πικρά.

― Για μένα; είπε. Καλύτερα έτσι, παρά στην καρμανιόλα… Κι έπειτα… έπειτα έτσι γλιτώνω μπάρεμ την ψυχή μου… Έχω πολλά κρίματα γω, κύριε Σαγγελέα!…

Γίνηκε πάλι μια μικρή σιωπή. Άξαφνα, ο Τσουκνιάς, είπε:

― Πάω στο γκρεμό! Συχωράτε με!…

Κουνήθηκε να κατεβεί, να γλιστρήσει. Ήταν αβάσταγος, έκανε σαν τρελός.

― Στάσου, άνθρωπε, δε θα κάνεις τίποτα έτσι. Θα σκοτωθείς… Στάσου να σε δέσουμε μ’ ένα γερό σκοινί.

Τον εδέσανε από τη μέση, με δυο μακριά σκοινιά: ένα για να κατεβεί αυτός και το άλλο για να τραβήξουνε ύστερα τον εύζωνα.

Και ο Τσουκνιάς άρχισε να κατεβαίνει. Οι πέντε στρατιώτες κρατούσαν από την άλλη άκρη τα σχοινιά.

― Ο Θεός μαζί σου! ευχήθηκε συγκινημένος ο Επιλοχίας των Ευζώνων που είχε ξάδερφο τον Πέτροβα.

― Άκου, Τσουκνιά! φώναξε από ψηλά ο Εισαγγελέας. Αν τόνε φέρεις απάνω, σου υπόσχομαι να προτείνω στην Κυβέρνηση να σου μετριάσουν την ποινή. Ακούς;

― Ακούς, Γιάννη; φώναξε δυνατότερα ο Επιστάτης. Θα σου δώσουνε χάρη!… Θα γλιτώσεις το κεφάλι σου!… Ακούς;

Μα ο Τσουκνιάς δε φαινότανε ν’ ακούει. Δεν απαντούσε… Μόνο κατέβαινε, κατέβαινε… Λιθάρια ξεκολλούσαν από την πλαγιά και κατρακυλούσαν κάτου· και τότε όλοι που ήταν στο γιαλό παραμέριζαν: « Φυλαχθείτε, για το Θεό!…»  Πότε πότε τα σκοινιά λασκάριζαν, σημείο πως ο κατάδικος κάπου είχε σκαλώσει και στεκότανε. Και πότε πάλι απότομα, τα σκοινιά τεντώνονταν να σπάσουν, σημείο πως ο Τσουκνιάς έπεφτε στο γκρεμό, γλιστρούσε από το βάρος του. «Αδύνατον, λέγαν οι άλλοι, από πάνου, δε θα κάνει τίποτα, θα τσακιστεί» Και όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία το θέαμα…

Άξαφνα ακούστηκαν κραυγές χαράς. Μικροί και μεγάλοι αλάλαζαν. Ο Τσουκνιάς είχε φτάσει στη φραγκοσυκιά και τώρα φαινότανε σαν αγκαλιασμένος με τον εύζωνα. «Είναι ζωντανός;» τόνε ρωτούσαν από πάνου, από κάτου, από παντού. Μα οι φωνές τους χάνονταν στο άδειο, τις έπαιρνε ο θαλασσινός άνεμος, που ανατάραζε και τα κλαδιά των χαμόδεντρων, κι έκανε τη σημαία τον Παλαμηδιού να πλαταγίζει στο κοντάρι της.

Ο Τσουκνιάς δεν απαντούσε, μα καταγινόταν ολοένα. Κείνος που έβλεπε με τα κιάλια, είπε: «―Να! τον έδεσε από τη μέση τον εύζωνα!… Να! τώρα κάνει σινιάλο στους απάνω να τραβήξουν!…». «―Τραβάτε! Τραβάτε!» φώναζαν από κάτου, και κούναγαν τα χέρια τους, μαντήλια». Κι ένας σαλπιχτής από τον Ιτς Καλέ, ανέβηκε σ’ ένα παλιό κανόνι και σάλπιζε μ’ όλη του τη δύναμη, για να τους δώσει χαμπάρι.

Οι πέντε στρατιώτες άρχισαν να τραβούν. Σιγά σιγά, μαλακά στην αρχή, το κορμί του εύζωνα ξεκόλλησε από τη φραγκοσυκιά, και ανέβαινε σαν αντρείκελο, με τα χέρια κρεμασμένα, το κεφάλι πεσμένο στο στήθος, σερνάμενο…  Φαινότανς σαν άψυχο… Καμιά φορά σκάλωνε σε κανένα βραχάκι, σε κανένα θάμνο. Τότες, oι στρατιώτες τραβούσαν πιο δυνατά και το ξεκολλούσαν.

Στον καιρό ετούτο, ο Τσουκνιάς έστεκε πεσμένος μπρούμυτα, πιασμένος με χέρια και με πόδια από ένα μεγάλο θάμνο, πασκίζοντας να συγκρατηθεί στο χείλος της αβύσσου.

― Λίγο ακόμη και τον πήραμε, είπε ο Φρούραρχος. Τραβάτε!

Με μια τελευταία προσπάθεια, το κορμί του εύζωνα ήρθε πάνω. Ένα μούρμουρο φρίκης βγήκε απ’ όλα τα στόματα. «―Νεκρός!» είπε ο Αρχίατρος. Μόνο νεκρός; Αυτός ήταν κατακομματιασμένος από τις πέτρες, αγνώριστος από τα αίματα, όλος μια πληγή. Ο ξάδερφος του δε μπόραγε να βαστήξει τα κλάματα «Άμοιρε, Βλάση, και πώς ναν το γράψω της μάνας σου;» έλεγε. Τον ακούμπησαν παράμερα, σε μια κουβέρτα.

― Τώρα να τραβήξουμε τον άλλονε, διάταξε ο Φρούραρχος.

― Σίγουρα θα κατασκοτωθεί κι αυτός, είπε ο Επιστάτης.

Και σκύβοντας στην άβυσσο, του φώναξε: «―Γιάννη! Γιάννη! το νου σου! τραβάμεεε!… Πιάσου από το σκοινί!» Και γυρίζοντας στον Εισαγγελέα είπε: «―Μα δεν ξέρετε πόσο τον εσυμπάθησα αυτόν τον άνθρωπο!… Ήσυχος, όλο μετάνοιες στα εικονίσματα και ψαλμωδίες είναι!…».

― Βίρα, παιδιά, βίρααα! όλοι μαζί I φώναζαν τώρα oι στρατιώτες… Προσοχή!…

Ο Τσουκνιάς ανέβαινε. Πότε πιανόταν από το σκοινί, πότε του ξέφευγε… άλλοτε σερνόταν όλος, άλλοτε με τα γόνατα… όμως ανέβαινε ολοένα, τον ανήφορο.

Μια ιαχή από κάτου, χαιρέτησε το φτάσιμό του στην κορφή, τη σωτηρία του. Ο Τσουκνιάς πάτησε στερεά στην πλάκα, έβγαλε στεναγμό ανακούφισης, και κοίταζε γύρω ζαλισμένος. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα. Ιδρώτας κι αίμα έσταζε κόμπους από το μέτωπό του, από το στήθος του, απ’ όλο το βασανισμένο του κορμί. Λαχάνιαζε. Οι άλλοι τον κοίταζαν σιωπηλοί. Η κόρη του Επιστάτη, που ήρθε κείνη την ώρα, η Μαρία με τα μεγάλα μάτια, έκλαιγε. Ο Εισαγγελέας του είπε:

―Τσουκνιά, έκανες το χρέος σου. Θα κάνω τώρα κι εγώ το δικό μου. (Και στη φρουρά) Πάρτε τον.

Άφησε να τον πάρουν, χωρίς να πει λέξη. Μόνο, περνώντας μπροστά από το λείψανο του σκοτωμένου, του ‘ριξε μια ματιά κι έκανε το σταυρό του… Ύστερα, οι στρατιώτες τύλιξαν το λείψανο στην κουβέρτα και το πήγαν στην εκκλησίτσα του Κάστρου, στον Αη-Αντρέα.

Το απόγευμα να τον θάψετε, είπε ο Φρούραρχος. Κρίμα στο παλικάρι. Χάθηκε άδικα, για λίγα παλιοφραγκόσυκα.

* * *

Πέρασαν εφτά μήνες, μπορεί και περισσότερο. Όλοι θα ‘χαν λησμονήσει πια κείνη την τραγωδία.

Μια βραδιά, στους καφενέδες τ’ Αναπλιού, από στόμα σε στόμα, διαδόθηκε πως ήρθε διαταγή από την Αθήνα «να πέσει πελέκι». Αυτό εσήμαινε πως στα μπουντρούμια του Παλαμηδιού είχαν μαζευτεί πολλοί θανατοποινίτες κι έπρεπε ν’ αραιώσει ο τόπος.

Ο ίσκιος του κόκκινου Θανάτου απλώθηκε ξανά επάνω από τη δύστυχη πολιτεία. Σφίχτηκαν oι ψυχές. Όλη κείνη τη νύχτα, είδωλα ανθρώπων ανηφόριζαν τη δρομόσκαλα, διαταγές δίνονταν χαμηλόφωνα, φώτα τρεμοσάλευαν στις σκοπιές· και κάθε τόσο, κρυερή μπήγονταν στο σκοτάδι η πολυσήμαντη κραυγή: Φύλακες, γρηγορείτεεεεεε!…

Στο Αλωνάκι, στο πλάτωμα, οι τεχνίτες του Οπλοστασίου κάρφωναν το σανίδωμα, και μεγάλες φωτιές τούς εφέγγανε στη μοιραία δουλειά τους… Σιγά σιγά, τα χαράματα ρόδισαν τον ανατολικό ουρανό, σκορπίζοντας τις ομορφιές τους στην Αργολική Θάλασσα, πέρα, ως στο Κυβέρι.

Μα ο Μπόγιας στέκεται πλάι στην καρμανιόλα και περιμένει… Περιμένει ζοφερός, με κρύα καρδιά, και κοιτάζει αντικρύ, την πόρτα του Κάστρου. Από κείνη την καμάρα θα βγει η συνοδεία των μελλοθανάτων, ανάμεσα σε λόγχες.

Τώρα, όλο αυτά το αξιολύπητο κοπάδι βρίσκεται συναγμένο στην αυλή της φυλακής και καρτερεί τον Επιστάτη, με την ψυχή στο στόμα. Αυτός θα διαβάσει τον κατάλογο. Αυτός θα πει για ποιους ήρθε η στερνή τους ώρα και ποιοι oι ευτυχισμένοι που πήραν χάρη… Και να! ο Επιστάτης μπαίνει. Τους κοιτάει, χωρίς να λέει τίποτα… Έπειτα, κάνει μια χειρονομία στους στρατιώτες. Κείνοι προχωρούν, πιάνουν τον ένα κατάδικο, τον άλλο, κείνους που δείχνει ο Επιστάτης, τους τραβούν έξω, τους ξεχωρίζουν, όπως κάνει ο τζελάτης σε μια μάντρα με σφαχτάρια. «― Αχ, είναι, καημός! Πώς τους κάνετ΄ έτσι τους ανθρώπους, μωρέ;!» φωνάζει ένας ληστής, χωρίς να παίρνει απάντηση.

Κίτρινοι σαν το θειάφι, με τρεμάμενα πόδια, με λυμένα γόνατα, οι χτεσινοί φονιάδες, οι τολμηροί ληστές, τ’ αγρίμια, του βουνού και της θάλασσας, αφήνονται να τους πάρουν, και δε βρίσκουν ούτε όση δύναμη έχει ένα παιδάκι, για ν’ αντισταθούν…

Ο Γιάννης ο Τσουκνιάς είναι κι αυτός μαζί και κοιτάει. Τώρα ο Τσουκνιάς είναι άλλος άνθρωπος. Από κείνο το περιστατικό, η ελπίδα ―ή καλύτερα η σιγουριά― μπήκε στην ψυχή του και την άλλαξε ολότελα. Τώρα ο Γιάννης αγαπάει τη ζωή, τη θέλει. Από τότε που ανέβηκε σα Λάζαρος από το βέβαιο τάφο, θέλει να χαρεί τον Απάνου Κόσμο… Όμως, αλίμονο, ο Επιστάτης σηκώνει το χέρι και τόνε δείχνει κι αυτόνε με το δάχτυλο.

― Και μένα; Και μένα;! λέει ο Τσουκνιάς και δε μπορεί να πιστέψει στα μάτια του. Οι στρατιώτες τον παίρνουν, τον ξεχωρίζουν.

Πού με πάτε μένα; λέει. Εμένα ο Σαγγελέας μου ‘ταξε… Μα οι στρατιώτες δεν απαντούν, και τον πάνε. Τον πάνε μοναχό του, από τα στενά καλντιρίμια του Παλαμηδιού, γυμνοπόδαρο, ανάμαλλο και oι τρίχες του είναι σηκωμένες από την τρομάρα. Oι αρβύλες των φαντάρων κροτούνε στις πλάκες. Οι λόγχες τους γυαλίζουν στα πρώτα φέγγη της αυγής!…

― Αλτ! διατάζει ο λοχίας.

Σταματούν στην πόρτα της Επιστασίας. Η πόρτα είναι ανοιχτή, διάπλατη. Τόνε σπρώχνουν μέσα. Ο Τσουνκιάς βλέπει τον Εισαγγελέα, το Γραμματικό, δυο τρεις αξιωματικούς, τον Παπά. Ο Εισαγγελέας φορεί τα μαύρα του και στέκεται όρθιος, ακουμπώντας στο τραπέζι. Μπροστά του έχει ένα σωρό χαρτιά.

― Κύριε Σαγγελέα, φωνάζει ο κατάδικος, θυμήσου τι μου ‘ταξες;! Θυμήσου πως…

― Και κράτησα το λόγο μου, Τσουκνιά, απαντάει ο Εισαγγελέας. Χτες βράδυ ήρθε το έγγραφο, και σε κάλεσα γιατί ήθελα ο ίδιος να σ’ το ανακοινώσω. Λοιπόν, σου εδόθη χάρις. Η ποινή σου μετατρέπεται εις ισόβια δεσμά… Koίταξε τώρα να γίνεις καλός άνθρωπος… κι εγώ πάλι θα σε προστατέψω.

Ο Τσουκνιάς πέφτει σε μια καρέκλα. Είναι πολύ συγκινημένος. Πιάνει το κεφάλι του, βεβαιώνεται πως βρίσκεται στη θέση του και κλαίει, κλαίει, με δάκρυα χαράς.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», τόμος 11, τεύχος 556, 25 Οκτωβρίου 1934

Ίσως βρήκατε λίγο αδύναμο το τέλος. Πληφορορίες για τις τοποθεσίες του Αναπλιού που αναφέρονται στο διήγημα μπορείτε να βρείτε πατώντας εδώ. Ένα αλλο διήγημα του Δάφνη με κάπως παρόμοια θεματική είναι το «Γύρω από το τραγικό νησί«, για το Μπούρτζι και τον μπόγια (δήμιο).

Advertisements

102 Σχόλια to “Τα φραγκόσυκα (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Ντάξει, ωραίο

  2. gpoint said

    Καλημέρα

    Το διάβασα για τα φραγκόσυκα και τελικά τα κατορθώματα ενός ρουμελιώτη έμαθα από μωραΐτες !!

    Πα μαλ,που λέμε στην Φωκίδα

  3. cronopiusa said

    Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.


    «Faenas andaluzas. Recogiendo chumbos». De Manuel García y Rodríguez, en Blanco y Negro (1901).

    Καλή σας μέρα 😊👍

  4. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    Γιάννη τον λέγανε τον Τσουκνιά, ε; 🙂

    Ήθελε λίγο σασπένς/πλοκή, κάτι τέλος πάντων ακόμα, στο τέλος.
    Ακόμα έτσι είναι σ΄αυτό το μέρος, με φραγκοσυκιές κλπ. και απότομα, σχεδόν κάθετα βράχια

  5. Γιάννης Ιατρού said

    κι εδώ γενικότερη άποψη

  6. BLOG_OTI_NANAI said

    Από παλιά σχολικά βιβλία:

  7. Costas-X said

    Καλημέρα, υπέροχο διήγημα!

    Όντως το τέλος φαίνεται λίγο αδύναμο, ίσως επειδή η υπόλοιπη ιστορία έχει μεγάλη ένταση. Χρειαζόταν μια ανατροπή, κάπως έτσι ίσως:

    1. Happy ending
    «…λοιπόν, σου εδόθη χάρις. Η ποινή σου μετατρέπεται εις ισόβια δεσμά…κι εγώ πάλι θα σε δηλώσω δραπέτη. Τράβα στα μέρη σου, και κoίταξε τώρα να γίνεις καλός άνθρωπος…»

    2. Unhappy ending
    » – Και κράτησα το λόγο μου, Τσουκνιά, απαντάει ο Εισαγγελέας. Προσπάθησα με όλες μου τις δυνάμεις, αλλά το γκουβέρνο δεν αλλάζει γνώμη. Λοιπόν, δεν σου εδόθη χάρις. Χτες βράδυ ήρθε το έγγραφο, και σε κάλεσα γιατί ήθελα ο ίδιος να σ’ το ανακοινώσω…»

  8. BLOG_OTI_NANAI said

    Τσούκνια = τσουκνίδα

  9. Ε ναι, το τέλος ήταν λίγο αδύναμο. Αλλά συνολικά μ’ άρεσε πολύ περισσότερο απ’ το προηγούμενο.

    Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάποιες ατέρμονες συζητήσεις για το αν είναι ορθή η χρήση της λέξης «καρμανιόλα», μιας και αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα (από το χορό που χόρευαν γύρω στην γκιλοτίνα οι Γάλλοι). https://www.cnrtl.fr/definition/carmagnole
    Λέει ο Κουμανούδης πότε πρωτοεμφανίζεται η λέξη;

  10. BLOG_OTI_NANAI said

    Τσουκνιάς, πραγματικό όνομα πρώτην κατάδικου:

  11. Theo said

    Καλημέρα,

    Ωραίο το σημερινό διήγημα, αν και τελειώνει λίγο απότομα, όπως παρατήρησαν κι άλλοι.

  12. Costas X said

    Τα φραγκόσυκα, και το εργαλείο που χρησιμοποιούν για να τα μαζεύουν.
    Στην Κέρκυρα τα λένε παυλόσυκα, ή παυλόσουκα (ο Νικοκύρης σίγουρα το γνωρίζει!). Το εργαλείο δεν θυμάμαι πως το λένε, ή δεν έχει όνομα (ίσως «κούπα για παυλόσυκα»). Μακάρι να το είχε ο Βλάσης ο Πέτροβας, αλλά τότε δεν θα είχε γραφτεί το διήγημα! 🙂

    Υ.Γ. Θα λείψω για δέκα μέρες, δεν θα έχω ίντερνετ, πάω γιά παυλόσυκα…

  13. sarant said

    Καλημερα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    7 Εχει δυνατότητες για πολλές ανατροπές. Φαντάσου ας πούμε τον Τσουκνια να αισθάνεται προδομένος και να δραπετεύει, τραυματίζοντας και κάποιον ή παίρνοντας όμηρο έναν πολίτη ή μια γυναίκα. Ή να σκοτώνει τον εισαγγελέα πριν αυτός προλάβει να του μιλήσει.

    9 Ο Μπαμπι δεν έχει χρονολογία άρα μάλλον ούτε ο Κουμ. -είναι και λαϊκή λέξη αλλωστε

    12 Ο παππούς μου είχε φτιάξει κάτι ανάλογο για τα κοινά σύκα. Τα φραγκοσυκα τα μάζευε χρησιμοποιώντας για γάντι ένα από τα πλατιά φύλλα. Και καλά να περνάς!

  14. Jorge said

    Κλαψόσυκα, έχουν ένα χνούδι από ψιλό αγκάθι, άμα τα μαζέψεις με γυμνό χέρι κλαις για πολλές μέρες μετά. Μάζεμα νωρίς το πρωί πριν ανασηκωθούν από τον ήλιο τα αγκάθια, μετά σε ένα κουβά με νερό μπούζι. Προσεκτικό καθαρισμά με μαχαίρι. Είναι ωριμά όταν γίνουν πορτοκαλί. Πάντως χαρά στη γεύση τους. Α προσοχή στο χνούδι τους μην μπει στα άγια. Απορώ πως τα καταπίνουν αμασητα οι κατσίκες

  15. Jorge said

    Άγια ίσον μάτια

  16. cronopiusa said

    Ο Τσουκνιάς πέφτει σε μια καρέκλα. Είναι πολύ συγκινημένος. Πιάνει το κεφάλι του, βεβαιώνεται πως βρίσκεται στη θέση του και κλαίει, κλαίει, με δάκρυα χαράς.

  17. Γιάννης Ιατρού said

    15: Ααααα, είπα κι εγώ …. 🙂

    12: Καλή ξεκούραση! (το εργαλείο έγραψε)

  18. Γς said

    9:

    >Ε ναι, το τέλος ήταν λίγο αδύναμο.

    Τι να κάνουμε;

    Κι εκείνο το τέλος στο έργο του Ροζικλέρ αδύναμο ήταν:

    https://caktos.blogspot.com/2013/02/blog-post_1673.html

  19. Costas X said

    13.
    Φοβερές οι ανατροπές που προτείνετε, απείρως καλύτερες από τις δικές μου. Εδώ φαίνονται οι συγγραφείς ! Θα μπορούσαν μάλιστα να επεκτείνουν το διήγημα σε νουβέλα.
    Εφευρετικότατος ο παπούς σας! Το εργαλείο το έφτιαχναν και το πουλούσαν οι λατονιέρηδες (τενεκετζήδες) στην «Οβριακή» (συνοικία), μεχρι και πριν μερικά χρόνια. Έχω κρατήσει ένα, μήπως και εξαφανιστούν.

    13. & 17. Ευχαριστώ για τις ευχές !

  20. gpoint said

    Με τα φραγκόσυκα απορώ γιατί τόση κουβέντα… στα μέρη μου μένουν ατρύγητα κανείς δεν ασχολείται ίσως γιατί έχει πολλές συκιές ξέμπαρκες (κι αχλαδιές ). Ειδικά μια συκιά θαμνώδης, έρπουσα, με σύκα μεγέθους κερασιού (!), χρώματος μωβ και απίστευτης γλύκας είναι στο μάτι των καλοφαγάδων. Μια φορά δοκίμασα φραγκόσυκο και δεν με ενθουσίασε, προτιμώ τα κούμαρα και τα μούρα.

    Ντε γκούστιμπους…

  21. ΓΤ said

    9, 13β

    Στον Κουμανούδη δεν λημματογραφείται.

  22. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ωραίο επίσης και το σημερινό. Όπως θέλει ο συγγραφέας το τελειώνει. Ε! κι αυτό το τέλος καλό είναι, από θανατοποινίτης έγινε ισοβίτης. Τότε οι θανατικές ποινές εκτελούνταν, μην κοιτάτε σήμερα!…

    ΥΓ. Έτσι ως απλή πληροφορία, για τυχόν ενδιαφερόμενο. Κι εγώ στο ερημητήριο είμαι, αλλά με 8,5 ευρουλάκια 8 γιγα για ένα μήνα. Πού το πρόβλημα και ξεμένετε από ίντερνετ;

  23. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα!
    Ωραίο, αν και τρεμούλιασε λίγο το στομάχι (διάβαζα τρώγοντας πρωινό) από τη γκρεμίλα και την όλη εξέλιξη. Ναι, τελειώνει λίγο απότομα, αντιλογοτεχνικά ας πούμε,σε σχέση με το υπόλοιπο.
    Κρόνη, Γιάννη Ι. θαυμάσιες, κατατοπιστικές οι εισφορές σας, ευχαριστούμε!
    20 Τζη, συμφωνώ εντελώς! Δεν τα εκτιμώ καθόλου τα φραγκόσυκα (καπαρόσυκα αλλού). Έχω δεινοπαθήσει στα παιδικάτα,προσπαθώντας να τα κόψω και καθαρίσω, έτσι για τη νίκη κι όχι για την ουσία. Ούτε να τα δω με κείνα τα ατέλειωτα σκάγια μέσα τους και το αγκαθερό περίβλημα. Με τα φύλλα, κάτι γιατροσόφι έκανε η γιαγιά μου. Τα έψηνε ή τα έβραζε κι έκανε κατάπλασμα στο χτυπημένο μέλος. Αποτελεσματικό θυμάμαι.

  24. Αγγελος said

    Καλά, πότε υπήρχε λαιμητόμος στην Ελλάδα;

  25. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  26. Αγγελος said

    Για τα φραγκόσυκα έχει ξαναγράψει ο Νικοκύρης:
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/07/18/fragosyko-2/

  27. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ο καλύτερος αυτοσχεδιαστικός τρόπος συγκομιδής φραγκόσυκων είναι κοντάρι με εφαρμοσμένο/στερεωμένο πάνω του κονσερβοκούτι :

    «…κάθε χρόνο που φτιάχνω το συκοκόφτη, θυμάμαι και μακαρίζω τον παππούλη μου.
    -Θα χρειαστείτε ένα κοντάρι ή καλάμι, κάτι μακρύ τέλος πάντων (ανάλογα και με τη συκιά σας, εγώ φέτος έβαλα ένα κοντάρι σκούπας) και ένα κονσερβοκούτι (μην πάει το μυαλό σας στο κακό, σύκα θα κόψουμε! ).
    -Θα ανοίξετε 2 ζευγάρια τρύπες στο πλάι του κουτιού (με ένα καρφί π.χ.) και θα στερεώσετε πολύ σταθερά το κουτί στην μια άκρη του κονταριού, με το άνοιγμα προς την άκρη (βλέπε εικόνα)
    Ο παππούς μου το κάρφωνε, γιατί χρησιμοποιούσε καλάμι, εγώ το στερέωσα με δεματικά και έγινε πολύ σταθερό.
    -Με κοφτερό ψαλίδι για μέταλλα (ή κόφτη ή κοφτερό κλαδευτήρι) θα αφαιρέσετε από το χείλος της κονσέρβας ένα V, ούτε πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό με προσοχή ώστε να μην διπλώσουν τα χείλη του V, θέλουμε να είναι κοφτερά.
    Αυτό ήταν! Έχετε ένα ιδανικό εργαλείο για να φτάνετε και να κόβετε τα σύκα χωρίς να πέφτουν κάτω! Θέλει λίγο εξάσκηση αλλά άμα πάρετε το κολάι είναι παιχνιδάκι!
    Προσοχή όμως! Μακρυά από τα παιδιά, γιατί κόβει και δαχτυλάκια! »
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/01/17/fragosyko/#comment-55693

  28. cronopiusa said

    Η θανατική ποινή στις χώρες της Ευρώπης, την Αμερική αλλά και στην Ελλάδα

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντιτίθεται σθεναρά στη θανατική ποινή

  29. ΣΠ said

    24
    Από την Βικιπαίδεια:
    Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε επίσης ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Ήρθε με τους Βαυαρούς σε δυο τύπους : μόνιμη και μεταφερόμενη (σε τρεις φόρτους). Η μόνιμη ήταν στημένη στις φυλακές του Παλαμηδιού, στο Ναύπλιο, ενώ η μεταφερόμενη συνοδεία χωροφυλάκων και δημίων χρησιμοποιήθηκε ανά την επικράτεια. Με γκιλοτίνα εκτελέστηκε ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, Κώστας Γερακάρης, το 1906.

  30. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χασάν Αρναούτ, Ο Πρώτος Δήμιος Του Ναυπλίου
    Ο Ποινικός Νόμος του 1834 όριζε ότι οι θανατοποινίτες θα αποκεφαλίζονταν δημόσια οδηγούμενοι στη λαιμητόμο. Επρόκειτο για μια μάλλον μακάβρια καινοτομία της Οθωνικής περιόδου. Οι αρχές παρήγγειλαν από τη Γαλλία μια ολοκαίνουργια λαιμητόμο και ένα δήμιο για να τη χειρίζεται. Η έδρα της θα ήταν το Ναύπλιο αλλά θα μεταφερόταν κάθε φορά που ο μελλοθάνατος έπρεπε να εκτελεστεί σε διαφορετικό τόπο.
    https://www.cityofnafplio.com/2016/07/29/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BD-%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CF%84-%CE%BF-%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%AE%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%80/

  31. antonislaw said

    Καλημερσ σας! Απολαυστικό το διηγημα, με εντονη δραση! Μου αρεσε το τελος, θα το θεωρουσα πιο αναμενομενο αν τελικως εκτελουσαν τον Τσουκνια ή αν δραπετευε. Ηταν το τελος που δεν περιμενα, ρεαλιστικο και αφηνει κ μια προοπτικη για το μελλον, οτι τελικως ο Τσουκνιας θα απαλλαγει κ απο τα ισοβια δεσμα με καλη διαγωγη «Η ποινή σου μετατρέπεται εις ισόβια δεσμά… Koίταξε τώρα να γίνεις καλός άνθρωπος… κι εγώ πάλι θα σε προστατέψω.»

    Περί φραγκόσυκων; Εχουμε πληροφορίες για το ποθεν η λεξη;

    Κρητη: Κλαψόσυκα στο Ρεθυμνο, κ χλαμπουτσόσυκα ( όπου χλαμπούτσι ή χλαμούτσι το παλιοπάπουτσο, το στραβοπατημένο που χρησιμοποιειται κατα τις αγροτικες εργασιες. Παροιμια σχετικη: το καλο παπούτσι κανει και καλο χλαμπούτσι). Στα Χανιά τα φρσγκοσυκα τα εχω ακουσει και παπουτσόσυκα.

  32. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές….
    Παλαμήδι. Στο Κάστρο Παλαμηδίου στεγάστηκαν οι πρώτες φυλακές μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Δεν έχουμε ακριβή ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των φυλακών. …στον προμαχώνα του Μιλτιάδη οι βαρυποινίτες και στον Αγ Ανδρέα όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι»
    Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη

    «Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου.
    https://alliprotasi.wordpress.com/2010/12/01/filakes/

  33. antonislaw said

    27 Εφη χιλια ευχαριστω για τον συκοκοφτη
    Ουδεμια φορα δεν εχω μαζεψει κλαψόσυκα που να μη γεμισουν τα χερια μου τσίτες. Και τελικα αυτο μου με μενει παρα τη γλυκα.
    Ο δικος μου ο παππους τα επιανε με ματσο εφημεριδες και τα καθαριζε με μαχαιρι κ πηρουνι. Στην Κρητη λεμε οτι καθε κλαψοσυκο αλλα και καθε μπουκιά του σου θυμιζει και αλλο φρουτο. Ισως γιατι οι χυμοι του εχουν διακυμανση και μεσα σσ καθε ενα καρπο.
    Εφη, θα μπορουσαμε το χρειασιδι του παππου σου να το πουμε συκολόγο;

  34. antonislaw said

    Αυθεντική γκιλοτίνα- καρμανιόλα της Οθωνικης περιόδου στο Εγκληματολογικο μουσειο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    Εχω διαβασει καπου οτι την ειχε ζητησει ο δημος Ναυπλίου γιατι η συγκεκριμενη φσινεται ως περιοδευον οργανο ειχε χρησιμοποιηθει κ στο Παλαμιδι.
    Λετε να ηταν η ιδια που εκοψε τα ηπατα κ παρολιγο κ την κεφαλη του Τσουκνια;
    https://www.uoa.gr/to_panepistimio/moyseia/egklimatologiko/

  35. Γς said

    Ο Εισαγγελέας στον Τσουκνιά:

    -Κοίταξε τώρα να γίνεις καλός άνθρωπο

    Ασχετο αλλά θυμήθηκα τον/την Μπέττυ που στο βιβλίο της «Πόσο πάει» γράφει όταν ήταν μικρό αγοράκι ένας Εισαγγελέας του έλεγε:

    -Κοίταξε να γίνεις καλός άνθρωπος.

    Κι όλο με γαμούσε [συμπλήρωνε]

  36. Georgios Bartzoudis said

    (α) «Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού»
    # Πρώτη φορά συναντώ τέτοιο …δαφνόφυλλο. Όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς λεει (και νομίζω ότι πάντα έλεγε) η δυτική πλευρά.

    (β) «είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά»
    # Στα παρ’ ημίν Τσιπροπροδομένα καθιαυτού Μακιδονικά, ποριά (που-ριά) λέγεται η κλαδόπλεκτη πορτούλα (και κατ’ επέκταση η πόρτα) που υπήρχε στον επίσης κλαδόπλεκτο (από μηλιάδι) πλοκό, όστις εστί η περίφραξη της αυλής

  37. cronopiusa said

  38. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    31 Δες το άρθρο μας
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/07/18/fragosyko-2/

  39. Γιάννης Ιατρού said

    22β 1€/GB έχει πάει 🙂 , αλλά αν έχεις καλό γείτονα, δεν συγκρίνεται 🙂
    Ξέρω και μια εταιρεία που έχει βγάλει κάτι κοριτσόπουλα στο δρόμο, κοντά στο κατάστημά της, και πουλά special προσφορά τα 10€/10GB για 3 μήνες… κυρίως σε ξένους τουρίστες (π.χ. στο Λουτράκι και Κόρινθο).

    23 (τέλος) ΕΦΗ (όλα τα ξέρουν οι γιαγιάδες 🙄)
    Ολόκληρο το φύλλο (καθαρισμένο από αγκάθια κλπ. 🙂 ), κομμένο στη μέση αν είναι μεγάλο, το αλείφεις με λάδι και το βάζεις σε εγκαύματα. Λειωμένο, πάλι με λάδι, το απλώνεις σε λινό ύφασμα και να το βάζεις τοπικά σαν κατάπλασμα για θεραπεία φλεγμονών κλπ. Έχει καλές αντισηπτικές ιδιότητες Wound healing activity of Opuntia ficus-indica, το λένε ακόμα κι οι Κορεάτες (E.-H. Park,, M.-J. Chun, Elsevier, 2000) 🙂

  40. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    28 Κρόνη
    Ποιος θα φανταζόταν ότι μόλις επι Μιτεράν έπαψε να εφαρμόζεται η γκιλοτίνα (και γενικά η θανατική καταδίκη) στην πεφωτισμένη Γαλλία.
    Τεστάρετε το στις παρέες και θα δείτε την έκπληξη.

    36α. Δυσική μπάντα λέμε εμείς έκεια κάτω! 🙂
    Και τον αέρα, δυσικό (ή γαρμπόνα,αν είναι και νοτιοδυσικός)

  41. cronopiusa said

    Αυτό ήθελα να βάλω…

  42. ΚΩΣΤΑΣ said

    27 –> … κοντάρι με εφαρμοσμένο/στερεωμένο πάνω του κονσερβοκούτι

    Έφη, ωχ, ωχ, ωχ, κονσερβοκούτι; από πού η έμπνευση; δεν ξαναμπαίνω σε αυτό το ιστολόγιο!!! 🙂 🙂 🙂

  43. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο Κουμανούδης δεν φαίνεται να το αναφέρει κάπου. Το παλαιότερο που βρήκα ως όργανο εκτέλεσης είναι σε κολοκοτρωνέικο τραγούδι του 1833-34. Επίσης υπήρχε κόμμα «Καρμανιόλων» στη Σάμο και ο Φιλήμων (1860) αναφέρει ότι πήρε το όνομα του από το όργανο εκτέλεσης. Σε άλλα έντυπα υπάρχει ως όργανο αποκεφαλισμού στα 1863. Αναφέρεται και ως «κρέμασμα σε καρμανιόλα» ενώ υπάρχει και αναφορά σε χορό «Καρμανιόλα»:

  44. BLOG_OTI_NANAI said

  45. BLOG_OTI_NANAI said

  46. sarant said

    43 κε Μπράβο Μπλογκ. Το κόμμα των Καρμανιόλων το ήξερα.

  47. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχει δίκιο ο Φιλήμων για τους Καρμανιόλους της Σάμου. Θα μπορούσαν να έχουν πάρει το όνομά τους από την καρμανιόλα, τον επαναστατικό χορό, και carmagnole στα γαλλικά είναι έτσι κι αλλιώς (μεταξύ άλλων, του χορού κλπ) ο επαναστάτης αλλά και ο στρατιώτης (της Γαλλικής Επανάστασης): https://www.cnrtl.fr/definition/carmagnole

  48. Costas X said

    Ξέχασα να το αναφέρω: Οχι πολλά φραγκόσυκα σε μια μέρα!
    Προκαλούν δυσκοιλιότητα, μάλλον φταίνε τα εκατοντάδες σκληρά κουκούτσια που καταπίνουμε αμάσητα. «Όχι άλλα παυλόσυκα, θα στουμπώσεις!», φώναζαν οι μανάδες.

    Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι σε όλους, με μια δική μου πρόσφατη καλοκαιρινή διασκευούλα:

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36β
    >>ποριά (που-ριά) λέγεται η κλαδόπλεκτη πορτούλα (και κατ’ επέκταση…
    Πορόκλαδο στα καθ΄ημάς, αμόλευτα 🙂 κρητικά

    42 >>ωχ, ωχ, κονσερβοκούτι; από πού η έμπνευση; δεν ξαναμπαίνω σε αυτό το ιστολόγιο!!!
    είπε ο Φραγκίσκος το φραγκόσυκο 🙂
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Έλλη θέλει σκότωμα θέλει καραμανιόλα

    http://www.kemme.gr/p/800×600-normal-0-21-false-false-false_43.html

  51. BLOG_OTI_NANAI said

    46,47: Μου κάνει εντύπωση ότι επιβίωσαν επιθετικά παρωνύμια για τα λαϊκά κόμματα και χλευαστικά παρωνύμια για τα κόμματα των ισχυρών και στη Σάμο (Καρμανιόλοι-Καλικάντζαροι) και στα Επτάνησα (Ριζοσπάστες-Καταχθόνιοι).

  52. venios said

    Για τα φραγκόσυκα ένα καλάμι σκισμένο στα τέσσερα στην άκρη και ανοιγμένοο κωνικά είναι ότι πρέπει. Το σφηνώνεις στον καρπό, στρίβεις και ξεκολλάει.

  53. 51 Ναι όντως. Προφανώς και στις δύο περιπτώσεις επιβίωσαν οι ονομασίες που έβγαλαν τα λαϊκά κόμματα. Υπάρχουν αναφορές για τους Καλικάντζαρους ως «ολιγαρχικούς» ή «αριστοκράτες» (Κρητικίδης, Πραγματεία περί της ερημώσεως και του συνοικισμού της Σάμου, Σύρος 1870, σ. 56).
    Η ονομασία Καρμανιόλοι πρωτοεμφανίστηκε σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Λυκούργο, γιο του Λυκούργου Λογοθέτη, το 1805 (Σακελλαρίου, Σαμιακά, 290) και σύμφωνα με τον Βουρλιώτη (Καρμανιόλοι και βιβλίο (1800-1839), Αθήνα 1990, σ. 10) η ονομασία μπορεί να εισήχθηκε από Επτανήσιους (υπήρχε προξενείο της Επτανήσου Πολιτείας στη Σάμο).
    Κατά τον Βρανούση, ο όρος Καρμανιόλοι δεν μπορεί να σχετίζεται με τη γκιλοτίνα (άγνωστη τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) αλλά με το ομώνυμο επαναστατικό τραγούδι, στη μελωδία του οποίου είχε συνθέσει ο Ρήγας τον πατριωτικό ύμνο του (Λ. Βρανούσης, «Ο πατριωτικός ύμνος του Ρήγα και η ελληνική «καρμανιόλα»», Εις μήμην Κ. Αμάντου, 1874-1960, Αθήνα 1960).
    Μετέφρασα πρόχειρα τα παραπάνω από αυτό: https://www.academia.edu/5531401/Political_Processes_on_the_Island_of_Samos_prior_to_the_Greek_War_of_Independence_and_the_Reaction_of_the_Sublime_Porte_in_A._Anastassopulos_ed._Political_Initiatives_From_the_Bottom_Up_in_the_Ottoman_Empire_Halcyon_Days_in_Crete_VII_9-11_January_2009_Rethymno_2012_91-105

  54. Jorge said

    @49 ποριά ναι, είναι η αυτοσχέδια πόρτα με κλαριά, και είναι μια χαμένη τέχνη να την φτιάχνεις με αγκαθωτά κλαδιά, αλλά μόνο εσυ να ξέρεις που να βάλεις χέρι να βρεις το ζερμπεράκι της να την ανοίξεις ή να την πλαγιάσεις για το έμπα, με έστειλες καταμεσήμερο πολλά χρόνια πίσω , να σαι καλά!

  55. Και κοιτάξτε τι βρήκα ψάχνοντας: http://skra-punk.com/2016/03/25/giati-ena-tragoudi-tou-riga-velestinli-emfanizete-sto-assassins-creed/

  56. BLOG_OTI_NANAI said

    53: Εφόσον επρόκειτο για κόμμα, έχει λογική να προήλθε η ονομασία τους από το τραγούδι γιατί θα παραήταν ίσως «βάρβαρο» να είχαν υιοθετήσει το όνομα ενός εκτελεστικού οργάνου.

    55: Καλό 🙂

  57. 56α Κάπου είδα ότι η -μη πειστική κτγμ- εκδοχή της καρμανιόλας/γκιλοτίνας είναι ότι τους ονόμασαν κι αυτούς οι αντίπαλοί τους, του στιλ άξιοι αποκεφαλισμού – gallows-birds που λεν κι οι Άγγλοι.

  58. Eli Ven said

    Το σουγκλί, το εργαλείο το οποίο χρησιμοποιούν στα μέρη μου (Μεσσηνιακή Μάνη) για να κόβουν τα φραγκόσυκα είναι ίδιας φιλοσοφίας με την ιδέα του εύζωνα. Αποτελείται από ένα μεταλλικό τμήμα σε σχήμα γερμένου Γ. Το μακρύ μέρος είναι λεπτό και αιχμηρό. Το άλλο είναι κούφιο και μέσα βάζεις ένα κοντάρι το οποίο δίνει τη δυνατότητα να καρφώσεις το φραγκόσυκο από μακριά και να το κόψεις. Πρέπει βέβαια να προσέχεις να μην το κάνεις κόντρα στον άνεμο και μετά να έχεις ένα πετσετέ πανί για να το τρίψεις και να φύγουνε τα μικρά αγκαθάκια πάνω στο φραγκόσυκο. Εναλλακτικά το τρίβεις με κλαδιά από ασφάκα ή κάτι παρόμοιο.

  59. nikiplos said

    καλησπέρα… Να προστεθεί πως το Παλαμήδι δεν βαίνει στην κλασσική διαδρομή της Αρβανιτιάς, αλλά η Ακροναυπλία (όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες στα σχόλια 4@ και 5@). Το διήγημα μάλλον αναφέρεται στο ανατολικό τμήμα της Αρβανιτιάς, που δεν συμπεριλαμβάνεται στην κλασσική διαδρομή… Εδώ στον προμαχώνα του Μιλτιάδη:

    https://www.google.gr/maps/@37.5602302,22.8047544,426m/data=!3m1!1e3?hl=el
    Αν προσέξει κανείς τη νοτιοανατολική πλευρά, θα δει και το ξύλινο γεφυράκι…

  60. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης said

    Ωραιότατο το διήγημα, ευχαριστούμε.

    Τα φραγκόσυκα, παρ’ ότι υπεραφθονούν στην πατρίδα μου (Λακωνία) κι εγώ δεν τα συμπαθώ ιδιαίτερα. Στη Σύρο τα έχω ακούσει φαραόσυκα.

    Περί λαιμητόμου και εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=FJLmdLwIWTY

    Καλό απόγευμα.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  61. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεοτερα!

    55 !

  62. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Και μιά που βρεθήκαμε στην περιοχή τ’ Αναπλιού, … Ἀσίνην τε..
    (Μιά χαρά ήτανε το φινάλε.! Καθόλου αδύναμο. Αδύναμη μου φάνηκε η εικαζομένη προέλευση του τοπωνυμίου Αρβανιτιά)

  63. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τα ναν (..πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει) και τα θαν (…και θαν τα χλαπουτίσει..) είναι γενικώς μωραϊτικα ή της περιοχής του Ναυπλίου;

  64. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Ενδιαφέρουσα ιστορία, ζωντανή αφήγηση (παρά το άνευρο τέλος…).
    Αλλά: «… η πέτρα κυλάει κρατώντας…», δεν μου πάει. Μήπως «κροτώντας»;; Τραβηγμένο…

    – Συμπληρωματικά στον Antonislaw (σχ. 31, 33) και την ΕΦΗ (σχ. 23, 27):

    Στην Κρήτη καπαρόσυκα δεν έχω ακούσει. Στην Κεντρική Κρήτη ακούγονται κυρίως τα:

    καπλοσυκιά – καπλόσυκο.
    Μια δική μου ετυμολογική εικασία: καπλό+συκο, όπου το «καπλο» από το ΤΟΥΡΚ. kaplama= επικάλυψη, επίστρωση (αφού το καπλόσυκο έχει χαρακτηριστικό παχύ φλοιό, που καλύπτει την ψίχα του). Και ο γνωστός ‘καπλαμάς’… και ρήμα ΄καπλαντίζω’.

    #33, 27: Βέβαια, έχομε (τον λέμε) καπλοσυκολόγο (ή παπουτσοσυκολόγο στα δυτικά), δηλ. το εργαλείο ανώδυνης συλλογής των καπλόσυκων. Τον έχω δει να αποτελείται -στην αυτοσχέδια εκδοχή του- από ένα μακρύ ευθύ ξύλο-κοντάρι που στην άκρη του είναι στερεωμένη μια διπλή φουρκέτα, από χοντρό σύρμα, ώστε να σχηματίζεται μια φούχτα με 4 αχτίνες. Η λειτουργία προφανής. Συνιστάται η χρήση δερμάτινων χοντρών γαντιών.
    [Σήμερα υπάρχουν ειδικά και πολύ βολικά εργαλεία γι’ αυτή τη δουλειά – αλλά μην κάνουμε και διαφήμιση…]

  65. sarant said

    63 Και αθηναϊκά είναι, της εποχής εκείνης. Τα έλεγε κι ο Λαπαθιώτης. Ο Ψυχάρης δεν τα άρεσε.

  66. 63, 65 Έχω ξαναγράψει ότι τα λένε και σήμερα στην Κύμη.

  67. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @66. Αθήνα (νομίζω πως τό’λεγε κι ο Σημίτης), Ναύπλιο, Κύμη.. Υπάρχει κάποια εξήγηση; κάποια υπόθεση;

  68. nikiplos said

    54@ Jorge, είναι «ζερμπεράκι» πραγματικός όρος ή λάψους για το ζεμπερέκι?

  69. Jorge said

    Ζερμπέρι το ήξερα, ζερμπεροσκινο το σκοινί που κρεμόταν από έξω για να ανοίγει και από την άλλη μεριά. Το λάψους πιο μέρος της κλειδαριάς είναι;

  70. nikiplos said

    40@ ΕΦΗ-ΕΦΗ πολύ σωστή η παρατήρησή σου…Και μάλιστα, όχι μόνο μόλις στα 1981 καταργήθηκε στη Γαλλία από τον Μιτεράν, αλλά η τελευταία χρήση της έλαβε χώρα στη Μασσαλία τον Σεπτέμβρη του 1977!!!
    Η Ισπανίδα εξαδέλφη της, garrote, χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά το Μάρτη του 1974, εκτελώντας δύο εις εκ των οποίων ήταν ο Salvador Puig Antich…

  71. nikiplos said

    69@, 🙂

  72. Μουτούσης Κωνσταντίνος said

    @65

    Μπὰ , στὸν τελευταῖον ἂρεσε μόνο ν’ακούει κανα διθύραμπο .
    Ὡ ναὶ ! Εἲχε γράψει ἒτσι ἐπακριβῶς τὴ λέξη σὲ κριτική γιὰ τὸν Παλαμά . Καὶ σύμφωνα μὲ ὅσα ἒγραψε προσφάτως καλός φίλος τοῦ ἱστολογίου , ὑπὸ ἐρασμικῆς ἐπόψεως τὸ ὀρθόν εἶναι … ντιθύραμπο
    Σιγά φίλτατε μὴ ντυθεῖ καὶ Captain America !

  73. Λευκιππος said

    Περισυ εκανα κάποια μπάνια στην παραλία της Αρβανιτιάς. Απίθανη παραλία με υπέροχη θέα. Και τώρα μου λύθηκε η απορία για το πόθεν το όνομα…

  74. mitsos said

    Καλησπέρα

    Μου άρεσε ΚΑΙ το σημερινό

    Από φραγκόσυκα δεν ξέρω. Ο κουμπάρος μου προσπάιησε να με μάθει πως τα μαζεύουν και τα καθαρίζουν εκεί στο κάστρο της Καρύταινας … Μου έμεινε το παίδεμα με τ΄αγκάθια και όχι η όμορφη γεύση τους . Και το αποφάσισα …καλύτερα τα σύκα και τα μούρα …

    Αλλά Τσικνιάς ή Τσουκνιάς (π.χ.Λευκάδα): γενική κοινή ονομασία ερωδιών τών γενών ardea, ardeola και egretta τής οικογένειας ardeidae, από τα οποία στη χώρα μας φωλιάζουν τα είδη Αrdea cinerea, κν. σταχτοτσικνιάς, Αrdea purpurea, κν. πορφυροτσικνιάς, Egretta alba, κν. αργυροτσικνιάς, Egretta garzetta, κν. λευκοτσικνιάς ή εγκρέτ(τ)α, και Αrdeola ralloides, κν. κρυπτοτσικνιάς.
    Παρετυμολόγηση μάλλον, από κυκνιάς Εγώ θα έβρισκα λογικότερη την ετυμολόγηση από το χαρακτηριστικό σταχτύ χρώμα όσων εκτίθενται σε … τσίκνα 🙂

    Όσο για την Γκιλοτίνα ( που έφαγε και το κεφάλι του Λαβουαζιέ ) ποιος θα περίμενε πως θα επερνε το όνομα του γιατρού Joseph Ignace Guillotin που πάλευε για την κατάργηση της θανατικής ποινής αλλά τελικά πρόσφερε τις υπηρεσίες του σχεδιάζοντας ένα όργανο που θα αποκεφάλιζε υποτίθεται γρήγορα και ανώδυνα πλούσιους και φτωχούς !

  75. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Βλέπω ότι το επίθετο Καρμανιόλας συναντιέται πιο πολύ κατά σειρά στην Άμφισσα, το Ναύπλιο,την Πρέβεζα και την Τρίπολη.
    Στο Ναύπλιο ξέρουμε ότι στηνότανε η λαιμητόμος. Οι άλλες τρεις πόλεις να είχανε κι αυτές φυλακές όπου γίνονταν εκτελέσεις άραγε;

  76. nikiplos said

    75@ πολλά επίθετα όμως στην Ελλάδα προέρχονται από παρατσούκλια… Ενδεχομένως κάποια επίθετα «καρμανιόλας», να προέρχονται από παρατσούκλια, όπως «σίφουνας», «μπουλντόζας»… Η Τρίπολη δεν είχε φυλακές… «προσπαθεί» να αποκτήσει. Το ίδιο και η Άμφισσα που απέκτησε πρόσφατα και πήγε δεσμοφύλακας εκεί μια ωραία κοριτσάρα, ξανθιά, γαλανομάτα και 1,80…

  77. Λευκιππος said

    Άσχετο, αλλά στην Μακεδονία που κάνω διακοπές, έχουμε τρελαθεί στις διακοπές ρεύματος το τελευταίο διάστημα. Ύποπτο, που λένε και στα καθιαφτου Μακιδονικα.

  78. sarant said

    68-69 Κανονικά είναι ζεμπερέκι

    73 Η εξήγηση στο διήγημα μπορεί να είναι και επεξηγηματικός μύθος, πλασμένος εκ των υστέρων.

  79. Γιάννης Ιατρού said

    77: Λεύκιππε
    κι όχι μόνο εκεί .. Μπλακ άουτ στα παράλια από Πλαταμώνα έως Λεπτοκαρυά

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    39β Γιάννης Ι.
    Σπληνόφυλλο! το φύλλο της φραγκοσυκιάς (φραγγοσυκή τη λέει στην εικόνα- αν φανεί) από τη θεραπευτική του χρήση

    https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRx8LUqcAH4ZJu5-_iaoej1UTyb6vODuZckgoQirkIzzyItviuu

    78 >>ζεμπερέκι
    τσεμπερές ή τζεμπερές στην Κρήτη

  81. Γιάννης Ιατρού said

    80α: χαχα, ρε τι βρίσκει κανείς…. στη λαογραφία! Επίκαιρο 🙂 🙂

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εν τω μεταξύ στο Ναύπλιο

    Φοινικοσυκιά (εξού και το Φοινικολάγκαδο λέει)
    στην Ιθάκη -σεντόνι ο λίκνος- δυο σειρές μέσα, η ουσία 🙂
    https://www.google.com/imgres?imgurl=https%3A%2F%2Fs32.postimg.org%2F7yt27pyrp%2FFRAGKOSYKO9.jpg&imgrefurl=https%3A%2F%2Fsarantakos.wordpress.com%2F2016%2F07%2F18%2Ffragosyko-2%2F&docid=M8sB2oGSn-YtZM&tbnid=_6ynhHJcaAJDdM%3A&vet=10ahUKEwjHvN7u6_vjAhXF-6QKHZCoAZwQMwgzKAAwAA..i&w=767&h=180&bih=211&biw=455&q=%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%83%CF%85%CE%BA%CE%B1%20%CF%86%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%82&ved=0ahUKEwjHvN7u6_vjAhXF-6QKHZCoAZwQMwgzKAAwAA&iact=mrc&uact=8

  83. spyridos said

  84. spyridos said

    Πολλές αλλά παρόμοιες οι τοπικές αφηγήσεις για την Αρβανιτια. Κοινός παρονομαστής ότι η παραλία βάφτηκε με αίμα Αρβανιτων.

  85. sarant said

    82 !!!

  86. Alexis said

    Καλημέρα.
    Πολύ ωραίο το διήγημα, και καθόλου δεν με χάλασε το τέλος.
    Στο Ξηρόμερο ποριά το αυτοσχέδιο πορτόνι από συρματόπλεγμα ή κλαδιά. Κλείνεται συνήθως με σύρμα, ή το πολύ πολύ λουκέτο, το ζεμπερέκι είναι μόνο για τις πόρτες του σπιτιού.
    Στην Πρέβεζα ναι υπάρχει επώνυμο Καρμανιόλας και φυλακές υπήρχαν παλιά, επί Τουρκοκρατίας και ίσως και μετά, στο κάστρο του Παντοκράτορα, που οι παλιοί Πρεβεζάνοι αποκαλούν ακόμα «οι φυλακές». Αν είχε λαιμητόμο δεν γνωρίζω…
    Να θυμίσω και το χιλιοειπωμένο δημοσιογραφικό κλισέ «δρόμος καρμανιόλα».

  87. Αγγελος said

    «θαν το» και «ναν το» έγραφε και ο Πάλλης, πράγμα για το οποίο τον επικρίνει ο Ψυχάρης. Πρέπει να είναι αθηναϊκό, πιθανότατα και μωραΐτικο. Εγώ πάντως, μιλώντας αβίαστα, έτσι προφέρω: θα do δούμε, να dου πεις, κλπ. Έτσι, από περιέργεια, προσέξτε λίγο και πειτε μου αν κι εσείς έτσι το λέτε.

  88. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα 😊👍
    ΚΑΙ ΚΑΛΉ ΒΔΟΜΆΔΑ 😊👍

  89. BLOG_OTI_NANAI said

    Είχα ξεχάσει πως από το σχόλιο 37 και κάτω, το 2016 είχα βάλει 10 εικόνες για το φραγκόσυκο: https://sarantakos.wordpress.com/2016/07/18/fragosyko-2/#comment-372309

    Λόγω του γνωστού προβλήματος στο «postimage» οι εικόνες δεν φαίνονται (πρέπει στο link να αντικατασταθεί το «postimage.org» με «postimage.cc»).

    Τις ξαναέβαλα εδώ: https://imgur.com/a/lUWgLKB

  90. sarant said

    89 Α μπράβο!

  91. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @87. Αθήνα, Ναύπλιο, Κύμη, Δάφνης, Πάλλης, Καρκαβίτσας… Κάτι διαισθητικό μου πάει το μυαλό προς αρβανιτόφωνη επίδραση αλλά νομίζω πως δεν φτάνει η διαίσθηση. Θα ρωτήσω ειδήμονα! 🙂

  92. 91 Εγώ το κατάλαβα ότι το πήγαινες εκεί. Αλλά η Κύμη (αν η παρατήρησή μου από τη θεία και την ξαδέλφη μου μπορεί να επεκταθεί σε γενικότερη παρατήρηση, υπάρχουν μελέτες για το ιδίωμα αλλά δεν τις ξέρω) δεν είχε ποτέ Αρβανίτες, η γραμμή της αλβανοφωνίας είναι λίγο νοτιότερα (Λέπουρα, Αλιβέρι… μέχρι Κάρυστο).

  93. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @80. Κάτι τέτοια διαμαντάκια με φέρνουν εδώ, και όχι βέβαια οι κομματικές κοκκορομαχίες που συχνά πυκνά μας προκύπτουν. Σπληνόφυλλο! Μπράβο, Έφη!

  94. Γιάννης Ιατρού said

    93: Μα κι εμείς για τις ντομάτες σου σε διαβάζουμε, τι νόμιζες; ε; 🙂 🙂 🙂

  95. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @94. Άλλο να τις διαβάζεις και άλλο να τις τρως, Γιάννη! 🙂

  96. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    95. Σαν τις κρητικές δεν έχει 🙂

  97. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @96. 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 (Από αυτούς παίρνω κι εγώ σπόρους!!)

  98. Γιάννης Ιατρού said

    95: Χμ, να μην είμαστε και μονόπλευροι, ε; 🙂

  99. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @98. Γιάννη μου, ΔΕΝ είμαστε μονόπλευροι! Τα παράγουμε ΟΛΑ αυτά! 🙂

  100. Γιάννης Ιατρού said

    99: Ε, ναι, γιατί σήμερα μόνο από την μιά δουλειά δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα πλέον 🙂 🙂
    Και τώρα, με τις προοπτικές που διαγράφονται, πιό πολύ από ποτέ χρειάζεται το μποστανάκι, κάτι τέτοια το καλοκαίρι, κανένα λάχανο το χειμώνα … όλο και κάτι θα γίνει! 🙂

  101. Myriolis said

    https://tvxs.gr/news/ellada/megali-katolisthisi-stin-paralia-tis-arbanitias-sto-nayplio-foto-binteo

  102. Γιάννης Ιατρού said

    101: Α, μπράβο, με πρόλαβες !
    Τρόμος στο Ναύπλιο – Κατέρρευσαν βράχια στην παραλία Αρβανιτιάς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: