Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το σιγόντο τραγουδιέται σιγά

Posted by sarant στο 8 Οκτωβρίου, 2019


Προχτές την Κυριακή είχα πάει μια εκδρομή, και έτυχε να βάλω ένα σιντί που είχα πολύ καιρό να το ακούσω -ήταν από τη συλλογή «Χρυσή Δισκοθήκη» που είχε κυκλοφορήσει την περασμένη χιλιετία από την Καθημερινή, μια συλλογή από 30 ή 40 σιντί, ένα για κάθε χρόνο, που περιέχει ελληνικά τραγούδια που κυκλοφόρησαν εκείνη τη χρονιά και που έγιναν επιτυχίες.

Το σιντί που έβαλα να ακούσω είχε τραγούδια του 1953, είκοσι τον αριθμό. Ξεκινούσε με τα Καβουράκια του Τσιτσάνη, συνέχιζε με άλλα λαϊκά και ρεμπέτικα, προχωρούσε σε ελαφρά, και μετά έπιανε αρχοντορεμπέτικα και τελείωνε με λάτιν -όλα όμως εσοδείας 1953.

Γνωστά τραγούδια ήταν τα περισσότερα. Αλλά το αρ. 17 δεν είμαι βέβαιος ότι το είχα ξανακούσει.

«Απόψε θέλω σαματά», με τη Μάγια Μελάγια και το Τρίο Κιτάρα.

Η Μάγια Μελάγια δεν είναι πολύ γνωστή σήμερα, όμως τότε ήταν διάσημη. Μάλιστα, υπάρχει κι ένα ανέκδοτο (αστικός μύθος, μάλλον), ότι μια μέρα στην Επίδαυρο ένας χωροφύλακας σταμάτησε την Κατίνα Παξινού ενώ πήγαινε προς τα καμαρίνια.

– Απαγορεύεται, μαντάμ!

– Μα, είμαι η Παξινού.

– Δεν πα να’σαι και η Μάγια Μελάγια, χωρίς ταυτοτητα δεν περνάς.

Τελος πάντων, μπορεί και να μην έγινε έτσι.

Κακώς ίσως, ακολούθησα το πνεύμα της εποχής και δεν ανέφερα τα ονόματα του συνθέτη και του στιχουργού αλλά μόνο των ερμηνευτών. Επανορθώνω. Η μουσική είναι του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου και οι στίχοι του Ν. Φατσέα.

Για τον συνθέτη, ξεσηκώνω μια σημείωση του Γιώργου Παπαστεφάνου στο Γιουτούμπ:

Δύο λόγια για τον συνθέτη τού τραγουδιού. Βαγγέλης Λυκιαρδόπουλος. Πιανίστας και μαέστρος, που πέρασε και από θέατρα και αναψυκτήρια και από τους δίσκους και τους Ραδιοθαλάμους τού Ζαππείου. Το «Απόψε θέλω σαματά» δεν ήταν η μοναδική του επιτυχία. Το επίσης αρχοντορεμπέτικο «Άλα της, τής καρδιάς μου τής ανάλατης», το ταγκό «Δεν ξέρω τί κρύβει η καρδιά σου» και η ρούμπα «Ελληνοπούλα είσαι ή πιο όμορφη τού κόσμου» ήταν κι αυτά δικά του τραγούδια. Είχε γράψει και για την Σοφία Βέμπο. Το 1920 είχε γεννηθεί στη Βραΐλα τής Ρουμανίας και ήταν αδελφός τής προπολεμικής τραγουδίστριας Αγγέλας Λυκιαρδοπούλου και τής Βιβής Τσαγανέα, που είχε ασχοληθεί με το παιδικό ρούχο. Το «Απόψε θέλω σαματά» με στίχους Νίκου Φατσέα, τραγουδήθηκε το 1953-54 σε δίσκους των 78 στροφών, και από την Μάγια Μελάγια και το Τρίο Κιτάρα και από την Εύα Στυλ.

Το «Άλα της» βέβαια βρίσκω αλλού ότι είναι του Μιχάλη Σουγιούλ, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Επανέρχομαι στο Απόψε θέλω σαματά και βάζω τους στίχους του τραγουδιού, με το χαρακτηριστικό αρχοντορεμπέτικο ύφος:

Είμαι φίσκα από μεράκια και σεκλέτια
θέλ’ απόψε να γλεντήσω βρε παιδιά
με κιθάρες με σαξόφωνα και ντέφια
να περάσω μιαν αξέχαστη βραδιά.

Θέλω έξυπνο μεζέ, θέλω κούρσα αγκαζέ
να μην πάει η διασκέδαση στο βρόντο
θέλω τσίφτικο χορό, θέλω γλέντι ζωηρό
και τραγούδι φωναχτό πρίμο σιγόντο.

Απόψε θέλω σαματά,
δεν λογαριάζω τα λεφτά
θέλω κέφι και τραγούδι,
να καεί το πελεκούδι.
Να σηκώνονται στο πόδι οι γειτονιές
θέλω ορχήστρα να φωνάζει,
μπαγλαμά ν’ αναστενάζει
και μπουζούκι με τρελές διπλοπενιές.

Η δομή του τραγουδιού είναι ιδιότυπη, δεν ακολουθεί το σχήμα κουπλέ-ρεφρέν αλλά έχει τρεις στροφές διαφορετικής μετρικής, που τραγουδιούνται και μετά επαναλαμβάνονται.

Πρόσεξα τη μεσαία στροφή, το «θέλω έξυπνο μεζέ», μια έκφραση που δεν την ειχα ξανακούσει. Και καθώς εστιάστηκε η προσοχή μου σε αυτό το τετράστιχο, επισήμανα το «πρίμο σιγόντο» και βρήκα θέμα για το σημερινό άρθρο.

Η Μάγια Μελάγια τραγουδάει «σιγόντο», αλλά στους ιστότοπους με στίχους τραγουδιών το βρήκα «σεγκόντο», όπως το λέει η Εύα Στυλ στην εκτέλεση του 1954, ενώ η Λάουρα στην επανεκτέλεση του 1976 πρεπει να λέει «σεκόντο».

Πράγματι, η λέξη παραδίδεται με πολλούς τύπους: σεγκόντο, σεκόντο, σεγόντο και σιγόντο. Οι ίδιες παραλλαγές υπάρχουν και για το ρήμα: σεγκοντάρω, σεκοντάρω, σεγοντάρω και σιγοντάρω.

Το σεγκόντο/σιγόντο κτλ. είναι η δεύτερη φωνή στη διωδία. Πρίμο σεγόντο είναι ακριβώς η πρώτη και η δεύτερη φωνή. Όποιος κάνει σιγόντο στον πρώτο τραγουδιστή, λέμε ότι σιγοντάρει. Πιο επίσημα, συνοδεύει. Λέμε και «κάνει δεύτερες (φωνές)». Επίσης, αντί του «κάνει σεγόντο» μπορεί να πούμε και «κρατάει σεγόντο».

Η λέξη είναι δάνειο από τα βενετικά/ιταλικά, όπου segondo/secondo είναι ο δεύτερος. (Είναι και το δευτερόλεπτο, που είναι ‘δεύτερο λεπτό’. Επίσης secondo me θα πει ‘κατά τη γνώμη μου’, αλλά ας μην επεκταθούμε). Ο τύπος σεγκόντο είναι πιο κοντά στο βενετικό πρωτότυπο, ο τύπος σεκόντο πιο κοντά στο ιταλικό.

Ωστόσο, η λέξη έχει πάρει και μεταφορική σημασία στα ελληνικά, ιδίως το ρήμα. Σιγοντάρω σημαίνει υποστηρίζω κάποιον ή τον ενθαρρύνω, παίρνω το μέρος του. Το ΛΚΝ προσθέτει «υποστηρίζω κάποιον έμμεσα» και πράγματι συχνά υπάρχει η απόχρωση αυτή.

Οπωσδήποτε αυτός που σιγοντάρει δεν πρωτοστατεί. Ο Μπαμπινιώτης έχει την παραδειγματική φράση «Ο ένας διαμαρτυρόταν και ο άλλος σιγοντάριζε» (ή κάτι τέτοιο). Φανταζόμαστε ότι τις πιο πολλές και έντονες διαμαρτυρίες τις εκφράζει ο πρώτος -ο δεύτερος μπορεί να περιορίζεται σε επιδοκιμασίες («δίκιο έχει», «πού ακούστηκε;») ή να δίνει πάσες («και δεν είπες και το άλλο….»). Όταν ο ένας συμπληρώνει τον άλλο περίπου ισότιμα δεν λέμε ότι «σιγοντάρει» αλλά ότι «ο ένας κόβει και ο άλλος ράβει».

Το ρήμα «σιγοντάρω» έχει, νομίζω, από ουδέτερη έως αρνητική χροιά -δηλαδή δεν επιδοκιμάζουμε αυτόν που «σιγοντάρει» και συχνά θεωρούμε ότι κακώς το κάνει ή ότι φέρεται ύπουλα ή υποκριτικά. Ας πούμε, πρόσφατα το ΠΑΜΕ κατάγγειλε τη ΓΣΕΕ ότι σιγοντάρει την κυβέρνηση για να περάσει το πολυνομοσχέδιο.

Όσον αφορά τις διάφορες παραλλαγές, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ενώ στο ουσιαστικό η παραλλαγή «σεγ(κ)όντο» ακούγεται περισσότερο ή τουλάχιστον λεξικογραφείται πρώτη, στο ρήμα σαφώς επικρατεί η παραλλαγή «σιγοντάρω».

Η παραλλαγή αυτή προφανώς οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση με το «σιγά», διότι το σεγόντο/σιγόντο, η δεύτερη φωνή, είναι πιο χαμηλόφωνο από την πρώτη φωνή, το πρίμο.

Υπάρχει όμως και μια άλλη σημασία της λέξης σιγόντο, πέρα από την κυριολεκτική της δυωδίας και τη μεταφορική της έμμεσης υποστήριξης, της ενθάρρυνσης: είναι η ιστιοπλοϊκή σημασία.

Ίσως μας διαφωτίσουν περισσότερο εκλεκτοί φίλοι που έχουν εμπειρία με ιστιοφόρα, αλλά πάντως το ιστιοπλοϊκό σιγόντο είναι όταν πηγαίνεις όρτσα και ο άνεμος έρχεται από πιο ανοιχτή γωνία, με αποτέλεσμα να σε σπρώχνει. Το αντίθετο του σιγόντου είναι φάτσα.

Tέλος, στο ΜΗΛΝΕΓ βρίσκω να καταγράφεται και μια ακόμα σημασία του ρήματος «σιγοντάρω», η γαστρονομική-συμποσιακή, π.χ. η τσικουδιά σιγοντάρισε έξοχα τους μεζέδες ή ο ταραμάς σιγοντάρει τη λαγάνα. Συνοδεύει δηλαδή, αλλά επί το μουσικότερο ώστε να ικανοποιούνται όλες οι αισθήσεις!

 

 

 

144 Σχόλια to “Το σιγόντο τραγουδιέται σιγά”

  1. rizes said

    ΠΑΙΞΕ ΦΗΜΙΕ
    https://vgiannelakis.wordpress.com/2017/02/03/%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%be%ce%b5-%cf%86%ce%b7%ce%bc%ce%b9%ce%b5/

  2. rizes said

    Reblogged στις vgiannelakis.

  3. derwanderer said

    Αφού το ρίξαμε στις διφωνίες και στα ελαφρά της δεκαετίας του 50, να κι άλλο ένα τραγούδι (του 1958; κάπου εκεί πάντως), όπου ο επίμαχος τύπος αποδίδεται «σεΚόντο»:

  4. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρα !
    Σωστή η ερμηνεία από το «second». Και για να λύσουμε και κάτι άλλο, η πρώτη φωνή, η πρίμα, είναι πρόμαμόνο ως προς την ένταση. Δεν εξυπακούεται ότι είναι η ψηλότερη σε συχνότητα. Σε πάμπολλα τραγούδια (δείτε π.χ. αυτά του Κόκοτα ή του Καλατζή, που δεύτερη φωνή κάνουν οι ίδιοι και είναι εύκολο να το ξεχωρίσετε), η δεύτερη φωνή είναι πιο «πρίμα» από την πρώτη, σε ψηλότερες νότες δηλαδή (Π.χ. στα τραγούδια «Ένα αλάνι απ’ το λιμάνι» του Κόκοτα, ή «H γοργόνα» του Καλατζή).

    Και φυσικά, «σιγόντο» είναι ένα από τα πιο διάσημα ραμόνια, στο τελείωμα του τραγουδιού «Ρίτα Ριτάκι», αντί να ακούσουμε το σωστό «Ti voglio, si ti voglio»…

  5. atheofobos said

    Πολύ ενδιαφέρον το σημερινό, όχι μόνο για την χρήση του σιγόντο, αλλά γιατί μας θύμησες αυτή την ξεχασμένη σήμερα τραγουδίστρια και ηθοποιό, που στην εποχή της αποτελούσε για πολλούς άνδρες και την επιτομή της όμορφης Femme-Fatale μιας και διαθέτει πλούσια τα ελέη του Κυρίου!.
    Στο βίντεο από την ταινία του 1958 Η φτώχια θέλει καλοπέραση τραγουδά ένα Rock and Roll!

  6. Σιντί! Πρόοδος από τα μαγνητικά μέσα προηγούμενου ποστ! 🙂

  7. Σήμερα άκουγα κάτι άγνωστα τραγούδια του τέλους της δεκαετίας του ’40, Παπαϊωάννου και τέτοια, και σκεφτόμουν ότι τότε ακριβώς πρέπει να μπήκε συστηματικά το πρίμο-σεκόντο στο ρεμπέτικο.

  8. 5 Έχει πλάκα που βάζει γαλλικές εκφράσεις στο ροκ-εν-ρολ (παρόλ, ζεμανφού). Άλλωστε σε στιλ θυμίζει λίγο τη Μαγκαλί Νοέλ στα τραγούδια του Μπορίς Βιαν.

  9. gpoint said

    Σαν ρήμα νομίζω πως μόνο ο τύπος σιγοντάρω είναι συνηθισμένος’
    Επίσης νομίζω πως η βασική έννοια του secondo είναι αυτός που ακολουθεί γι αυτό και χρησιμοποιείται σαν αριθμητικό αντί του deuxième στα γαλλικά π.χ., αντίστοιχα με τα δευς-δεύτερος.

    Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η Μ.Μ. ήτν η αιτία που σταμάτησε νωρίς την μπάλλα ο Λινοξυλάκης ή η αιτία που ήθελε αργότερα Πειραιά ο Κούδας, μπορεί και τα δυο

  10. 1. «ο δεύτερος μπορεί να περιορίζεται σε επιδοκιμασίες («δίκιο έχει», «πού ακούστηκε;») ή να δίνει πάσες («και δεν είπες και το άλλο….»).»
    Εδώ έχει την έννοια του «αβαντάρει».

    2. Κλασικό αρχοντορεμπέτικο τραγούδι με όλα τα υποκριτικά μασκαρέματά του: (α) λαϊκός ρυθμός (εδώ χασαποσέρβικο), (β) «αλάνικες» λέξεις (μεράκια, σεκλέτια, τσίφτικο, σαματά» και (γ) αναφορά στο μπουζούκι (μπαγλαμά ν’ αναστενάζει /
    και μπουζούκι με τρελές διπλοπενιές).
    Με μια διαφορά, που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «υποκριτικά μασκαρέματα» που χρησιμοποίησα: στο τραγούδι, δεν υπάρχει πουθενά ήχος μπουζουκιού! Βλέπεις, το εκθειαζόμενο στα αρχοντορεμπέτικα μπουζούκι ήταν εξοβελιστέο από την ορχήστρα, θεωρούμενο ταυτόχρονα χυδαίο από την αστική τάξη της εποχής, που το θαύμαζε και ταυτόχρονα το απεχθανόταν. Το λες και σχιζοφρένεια…

  11. Πάνος με πεζά said

    Λογικά το πρίμο-σιγόντο πρέπει να εμφανίστηκε όταν ανέβηκαν τα θρυλικά ντουέτα στο πάλκο (π.χ. Τσιτσάνης-Νίνου κλπ.) Μέχρι τότε, στο ελαφρό τραγούδι, άνθιζαν πολυφωνικότερα σχήματα, όπως π.χ. τα «τρίο», με πολύ δυσκολότερη, χορωδιακή απόδοση, βεβαίως…
    Η ικανότητα «διάκρισης» της δεύτερης φωνής, σε μερικούς ανθρώπους (και δη γυναίκες), είναι έμφυτη, ακόμα κι αν δεν έχουν μουσικές γνώσεις. Ο κανόνας είναι ένα διάστημα τρίτης ψηλότερα ή χαμηλότερα, αλλά ωστόσο κάποιες καταλήξεις εναρμονίζονται και με διάστημα έκτης, πηδώντας χαμηλότερα από την κύρια φωνή (στην αρμονία, θυμίζω, στο 90% των περιπτώσεων απαγορεύεται η ταυτοφωνία, να καταλήξουν δύο φωνές δηλαδή στον ίδιο φθόγγο – τί αρμονία θα ήταν άλλωστε !)

  12. Νέο Kid said

    9. Ο Κούδας ήθελε Πειραιά γιατί τον είχαν παραμυθιάσει οι ψαροκασέλες ότι είχε καλύτερες μπαρμπουτιέρες απ τη Σαλονίκη… just another busted urban legend !

  13. 11 Τα κομμάτια που έλεγα στο 5 είχαν ανδρικές φωνές. Παλιότερα είχαν υπάρξει ρεμπέτικα ντουέτα (Μάρκος – Ρόζα για παράδειγμα) αλλά απ’ ό,τι θυμάμαι πρόχειρα δεν είχαν πρίμο-σεκόντο.

  14. nikiplos said

    Αντιστάρ στην πραγματική ζωή η ΜΜ, έφυγε για το εξωτερικό και ξεχάστηκε. Έτσι επιστρέφοντας στην πατρίδα της, τα ‘στασίδια΄ ήταν πιασμένα…

  15. gpoint said

    # 13

    Πάντως για τον Λινοξυλάκη ήταν γνωστό πως τα σαββατόβραδα το ξενύχταγε, πήγαινε κατά τις 10 το πρωί για ένα υπνάκι και στις 3 ήταν ο καλύτερος στην λεωφόρο. Μέχρι τα 28 του, βέβαια …

  16. Πάνος με πεζά said

    Μια από τις ωραίες εμφανίσεις του «σιγοντάρω» : τελευταίος δίσκος των Τερμιτών, 1988, και ο Ξενοφώντας Μπρουντζάκης, βασισμένος σε ένα ποίημα του Μπουκόφσκι, γράφει το «Όταν τρελάθηκε ο Ούγκο Βολφ».
    Δυστυχώς οι στίχοι δεν υπάρχουν συγκεντρωμένοι στα σχετικά sites. Σας μεταφέρω μόνο ένα κομμάτι,

    «Το΄ξερα εγώ, το είχα ξανακούσει
    των μουσικών το σαλεμένο τέλος…
    Όταν διάσημους, απόγευμα τους θάβουν,
    και σιγοντάρει η βροχή το τελευταίο μέρος…»

  17. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και τις μουσικές προσθήκες.

    11 Εντυπωσιάζομαι!

  18. nikiplos said

    Πραγματολογικά μιλώντας πρίμο σεκόντο είναι μια στοιχειώδης διφωνία στη μουσική. Το ποιός κάνει την πρώτη ή τη δεύτερη φωνή, είναι καθαρά συμβατικό ζήτημα, αφού η μελωδία είναι τονισμένη για τη φωνή του κυρίως ειπείν τραγουδιστή ή της τραγουδίστριας. Ο εκτελών τη δεύτερη φωνή, είτε είναι πάνω είτε κάτω από την κύρια, θα πρέπει να έχει τα προσόντα να τραγουδήσει σε αυτή τη συχνότητα. Συνήθως ο τενόρος έχει έναν μπάσο, ή ένας μεσόφωνος έχει έναν τενόρο να τον σιγοντάρει… Το αν είναι πάνω ή κάτω δεν έχει σημασία όπως σωστά αναφέρθηκε. Άλλοτε είναι πάνω, άλλοτε κάτω και φυσικά ενίοτε ανεβαίνει ή κατεβαίνει αντίθετα από την κύρια φωνή.

    Προφανώς, η δεύτερη φωνή θα πρέπει να εκτελείται στο μεγαλύτερο μέρος της σε μικρότερη ένταση από την κύρια, ειδάλλως θα ακούγεται παράταιρο, όπως κάτι παλιές ιδιοκατασκευές που κάναμε στους πρώτους πειραματισμούς μας να εκπέμψουμε stereo και ο δεύτερος ήχος ακουγόταν δυνατότερα από τον πρώτο. Ή σε στερεοφωνικό που το ένα ηχείο είναι χαλασμένο.

    Φυσικά υπάρχουν και οι τρίτες φωνές και όλες μαζί μπορούν να εκτελούνται σε διαφορετικούς χρόνους, ώστε να προκύπτει ένα σωστό μουσικό έργο, ένα αρμονικό σχήμα και ο τονισμός των φράσεων, σύμφωνα με όσα έχει στο μυαλό του ο συνθέτης.

    Αν ήθελα να δώσω ένα δυνατό παράδειγμα, θα πω το «μ’ αεροπλάνα και βαπόρια» του Νιόνιου, που είναι ένα πολύ δύσκολο κομμάτι για εκτέλεση, καθώς οι δύο φωνές λένε και άλλα λόγια, τα οποία συμπνέονται και δίνουν ένα δυνατό ερμηνευτικό εύρημα. Αν και στο συγκεκριμένο τραγούδι οι φωνές δεν υπακούν τυπικά στην εναρμόνιση μιας διφωνίας, εντούτοις το αποτέλεσμα είναι πολύ δυνατό…

  19. Divolos said

    > 10. (2) Στο 1:38 μάλιστα του τραγουδιού, πάνω στο τσακίρ κέφι, μια κιθάρα μιμείται το παίξιμο του μπουζουκιού!

    > 11. Δες κι αυτό. Είναι (μάλλον) του 1937, Μάρκος Βαμβακάρης με Έλλη Πετρίδου.

  20. Αὐγουστῖνος said

    @Divolos: Ὅμως ἐδῶ Μάρκος καὶ Πετρίδου τραγουδᾶνε ὁμοφωνία καὶ ὄχι δίφωνα.

    Καλημέρα εἶπα; Δὲν εἶπα. Καλημέρα σας, λοιπόν.

    @18: Καὶ πάλι, στὸ συγκεκριμένο παράδειγμα (τὸ Ζεϊμπέκικο, τοῦ Νιόνιου) δὲν ἔχουμε ἁρμονικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ στοιχειώδη ἀντιστικτικὴ φόρμα, ἕνα εἶδος δίφωνου κανόνα, ἡ δὲ δυσκολία ἔγκειται ὄχι τόσο στὴ συνύπαρξη τῶν δύο φωνῶν, ποὺ ἄλλοτε τραγουδοῦν σὲ πρώτη-δεύτερη, ἄλλοτε σὲ χρονικὴ ἀπόσταση ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ στὸ ὅτι τὸ τραγούδι εἶναι γραμμένο σὲ λαϊκὸ δρόμο (χιτζάζ), ποὺ ἔχει ἀρκετὰ διαφορετικὴ ἁρμονικὴ ἀνάπτυξη ἀπὸ τὸν ματζόρε ἢ τὸν μινόρε τρόπο τῆς κλασσικῆς ἁρμονίας.

  21. Πάνος με πεζά said

    @ 18 : Το «Ζεϊμπέκικο» του Σαββόπουλου, που το σκέφτηκα κι εγώ, δεν εμπίπτει στον κανόνα πρώτη-δεύτερη φωνή, αφού οι δυο ερμηνευτές λένε άλλα πράγματα, και ως προς το στίχο, και ως προς τη μουσική, αλλά και ως προς το χρόνο. Δεν είναι λοιπόν διφωνία, αλλά αντιφωνία, δύο ξεχωριστά «τραγούδια» που εμπλέκονται.
    Ένα ωραίο αντιφωνικό παράδειγμα είχαν κάνει ο Σπανός με το Χατζηνάσιο, τότε που εμφανίζονταν τη δεκαετία του 80 στο Μισέλ, εμπλέκοντας το «Θα με θυμηθείς» με το «Ήλιε μην κοιτάς», κατά μαγικό τρόπο…

  22. nikiplos said

    20@ σωστό αυτό…
    Κλασσικότερο παράδειγμα διφωνίας δίνουν οι Κατσιμιχαίοι στα τραγούδια τους…

  23. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    » …Σιγοντάρω σημαίνει υποστηρίζω κάποιον ή τον ενθαρρύνω, παίρνω το μέρος του.

    Μὲ τὴν ἴδιαν ἔννοια ὑπάρχει καὶ στὴ θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Μόνο ποὺ λέγεται σιουντάρω.

    Μὲ τὸ ἴδιο νόημα εἶναι καὶ ἡ ἔκφραση πάω μὲ τὰ σιοῦντα, π.χ. Εἶναι ξεροκέφαλος καὶ θέλει νὰ πηαίνεις μὲ τὰ σιοῦντα του.

    » …το ιστιοπλοϊκό σιγόντο είναι όταν πηγαίνεις όρτσα και ο άνεμος έρχεται από πιο ανοιχτή γωνία, με αποτέλεσμα να σε σπρώχνει.

    Σχετικὸς εἶναι ὁ στίχος ἀπὸ τὴν Μπρατσέρα, τὸ παραδοσιακὸ τραγοῦδι τῶν Δωδεκανήσων:

    Πάει ὁ Προῦντζος νὰ ὀρτσάρει
    κι ὁ καιρὸς δὲ σιουντάρει

  24. Triant said

    Καλημέρα

    «αλλά πάντως το ιστιοπλοϊκό σιγόντο είναι όταν πηγαίνεις όρτσα και ο άνεμος έρχεται από πιο ανοιχτή γωνία, με αποτέλεσμα να σε σπρώχνει. Το αντίθετο του σιγόντου είναι φάτσα»
    Πόσα ξέρεις!
    Με εντυπωσιάζεις 🙂
    Ακριβέστερα, το σιγόντο σου επιτρέπει να πάς πιό όρτσα και ως εκ τούτου πιο κοντά στην επιθυμητή (συνήθως) πορεία ενώ η φάτσα σε υποχρεώνει να ποδίσεις – πάντα σε σχέση με την αρχική σου πορεία.

  25. Alexis said

    #4: δείτε π.χ. αυτά του Κόκοτα ή του Καλατζή, που δεύτερη φωνή κάνουν οι ίδιοι και είναι εύκολο να το ξεχωρίσετε

    Δώσε συγκεκριμένα τραγούδια να τ’ ακούσουμε για να καταλάβουμε…

  26. Ποντικαρέος said

    Ερώτηση (του εντελώς άσχετου από μουσική): Το «Δε λες κουβέντα» από το «Φράγμα» (Τριπολίτης – Μούτσης, εκτέλεση Μούτσης Μπέλλου) είναι διφωνία ή κάτι διαφορετικό (εκεί τραγουδά καθένας ξεχωριστά και νομίζω σε άλλο ρυθμό).

  27. Triant said

    Προχθεσινά όρτσα. Και, όχι στο τέλος δεν φάγαμε καμιά φάτσα, απλώς αυτά συμβαίνουν όταν τιμονεύεις και παίρνεις βίντεο ταυτοχρόνως 🙂

  28. Πάνος με πεζά said

    @ 26 : Τα κουπλέ είναι μονωδία της Μπέλου. Τα ρεφρέν («Ξέρω τ’ όνομά σου…») έχουν διφωνία, στην επανάληψή τους. Με τη φωνή του Μούτση, και στα δύο κανάλια.

  29. sarant said

    27 Σε 25 δευτερόλεπτα φτάσατε στα Μέθανα; Εχει κάνει άλματα προόδου η ιστιοπλοΐα!

    23 Όπου προφέρεται το σιουντάρει ασυνίζητο.

  30. Jiannis Xristopulos said

    Για το ιταλικό , εκτός του αριθ. δεύτερος και του δευτερόλεπτου σημαίνει και:
    κατά+αιτιατ. / προς / σύμφωνα με (την άποψη, τον άνεμο, τις οδηγίες) / ανάλογα με.

    – Vangelo secondo Luca (το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο)
    – andare secondo vento (πηγαίνω σύμφωνα με τον άνεμο)
    – secondo le istruzioni (σύμφωνα με τις οδηγίες)
    – secondo la velocità, la quantità (ανάλογα με την ταχύτητα, την ποσότητα)

    Το ρήμα είναι

  31. gpoint said

    # 23

    Δημήτρη για Αμοργιανό το ξέρω

  32. Πάνος με πεζά said

    Και το σχετικό σημερινό λογοπαίγνιο, αναφορικά με τη Λία Βίσση, αδερφή της Άννας, η οποία έκανε σπουδαία καριέρα ως «backing vocal» που λένε και στο χωριό μου.

    Η βία δεν είναι λύση, η Λία είναι Βίσση..

    Φυσικά η Λία, έκανε καριέρα και ως πρώτη φωνή.

    Σε παλιά ελληνικά τραγούδια περιόδου 60-70, δεύτερη φωνή κάνουν πολύ σημαντικοί μετέπειτα τραγουδιστές, όπως η Χάρις Αλεξίου, η Δούκισσα, η Λίτσα Διαμάντη κλπ.
    Μάλιστα εδώ, μπορείτε να παίξετε κι ένα σχετικό κουϊζάκι !

    https://www.ogdoo.gr/prosopa/afieromata/quiz-poios-kanei-tis-deyteres-fones

  33. Ποντικαρέος said

    @28 Ευχαριστώ

  34. Jiannis Xristopulos said

    για το ιταλικό «secondo»
    το ρήμα είναι «assecondare»

  35. Κιγκέρι said

    Compay Segundo, ο Κουβανός μουσικός που μάθαμε από το Buena Vista Social Club. Αντιγράφω από τη Βικιπέδια:

    Compay (meaning compadre) Segundo, so called because he was always second voice in his musical partnerships, ..

    Επίσης, στην αρχαία Ρώμη, αλλά και σήμερα ακόμη στις λατινόφωνες χώρες, βαφτιστικό όνομα για το δευτερότοκο παιδί.

  36. Alexis said

    «Στα χρόνια της υπομονής» (1975)
    Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
    Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
    Τραγουδάει η 18χρονη (!) Άννα Βίσση και δεύτερη φωνή κάνει ο Γιώργος Νταλάρας!

  37. nikiplos said

    32@ 6 στα 10 στο κουίζ…
    36@ αυτό είναι ευκολάκι… 🙂

  38. Prince said

    Το κανάλι youtube τού σχολίου 3 πρέπει συμπτωματικά να’ναι απ’τα αγαπημένα τού Gpoint.

  39. nikiplos said

    21@ τους μπέρδευε το κοινό αυτούς τους δύο συνθέτες τόσο πολύ που έλεγαν συχνά «χατζησπάνιος»… 🙂

    Μου θυμίζει η μουσική τους ένα σήριαλ όπου ο Μπάρκουλης καραφλός με μούσι έπαιζε τον ώριμο γόη οδηγώντας ένα τζιπ… ΕΡΤ, αλλά άλλες λεπτομέρειες δεν θυμάμαι…

  40. sarant said

    32 Α μπράβο, ωραίο κουίζ

  41. Triant said

    29α: 🙂 🙂 🙂

  42. gpoint said

    # 36

    Αλέξη έχω ακόμα ένα σημάδι στο δεξί μου καλάμι από την κλωτσιά κάτω από το τραπέζι που έφαγα από τον κολητό μου εκείνα τα χρόνια στην Διαγώνιο(; Κυδαθηναίων ; ) όπου τραγούδαγε ο Νταλάρας με δυο νεαρές την Βίσση και την Αλεξίου. Ο κολητός μου, δημοσχεσίτης, ήταν φίλος με τον τότε αρραβωνιαστικό της Αννας και με τράβηξε τον άσχετο, να πάμε να την δούμε και να την παινέψουμε στον φίλο του. Μετά τον Νταλάρα είπανε από ενα-δυο τραγούδια η Αννα κι η Χαρούλα και με ρωτάει δήθεν αθώα ο κολητός ποιά από τις δυό μου άρεσε περισσότερο. Εμένα μου αρεσε περισσότερο εμφάνιση (τότε) και φωνή η Αλεξίου και χωρίς να ξέρω ποιά είναι ποιά, για να εξυψώσω την Αλεξίου αρχίζω να θάβω την Βίσση μέχρι που με την κλωτσιά κατάλαβα την γκέλα μου.
    Δεν ξαναπήγα στη ζωή μου σε σχετικό μαγαζί.

  43. Alexis said

    #42: Ωραία ιστορία…

  44. gpoint said

    # 38

    Χαχ, κι όμως όταν άκουσα το τραγούδι δεν το πρόσεξα !

  45. Να οπτικοποιήσουμε το σχόλιο 24 και την προτελευταία παράγραφο του άρθρου.
    Σε ένα σύγχρονο ιστιοφόρο (όρτσα είναι οι πλεύσεις κοντά στον άνεμο (εκεί που λέει close reach και close hauled το δδέυτερο λέγεται πιντσαρισμα στα ελληνικά)

    Και σε ένα παλίο ιστιοφόρο που πλέει με σορόκο (SE στο αναμεολόγιο της εικόνας) όρτσα είναι η πλe;yση μεταξύ γρεγολεβάντε (ΕΝΕ) και γρεγολεβέντε κάρτα γρέγο (NEbE) και η πλεύση μεταξύ οστριογαρμπή (SSW) και οστριογαρμπή κάρτα όστρια (SbW).

    Αν για κάποιο λόγο αλλάξει η διευθυνση του ανέμου όπως τον δεχεται το σκάφος και μπορέι αν πάει πίο κοντά στον άνεμο (όπως τον δεχόταν πριν την αλλαγή) έχουμε σιγόντο.

    Ο Σεγδίτσας μάλλον παρετυμολογεί με τον ορισμό δευτερεύων άνεμος εδώ
    https://www.eef.edu.gr/media/2464/e_j00002.pdf#page=93
    Αν και πολλές φορές το σιγόντο μπορέι αν είναι από καποιο τοπικό φιανμόμενο που επηρεάζει τον άνεμο που πνέει γενικά

  46. sarant said

    45 Μωρέ μπράβο!

  47. Triant said

    Κουράσαμε, το ξέρω, αλλά θέλω να δώσω ένα παράδειγμα γιατί αυτά που γράψαμε μπορεί να δώσουν λάθος εντύπωση.
    Θέλεις να πάς στην Αίγινα αλλά ο άνεμος έρχεται από τα Πλακάκια οπότε το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι (αριστερήνεμη) πορεία πρός τα Περιστέρια της Κούλουρης (και μετά βλέπουμε).
    Ξαφνικά αλλάζει ο άνεμος και αρχίζει να έρχεται από αριστερότερα, από την Σουβάλα. Αυτομάτως (αν δεν έχεις αρχίσει τις μπύρες δηλαδή) μπορείς να πλεύσεις και εσύ αριστερότερα άρα να πλησιάζεις τον στόχο σου με καλύτερη γωνία (δηλαδή δεν πάς πιό όρτσα σε σχέση με τον άνεμο όπως αφήσαμε όλοι να εννοηθεί, αλλά πιο όρτσα(?!) σε σχέση με τον στόχο σου).
    Αυτό είναι το σιγόντο.

  48. Αλέκος81 said

    Ελπίζω οι λαθοθηρες να μην καταδικάσουν το «σιγονταρω» λόγω λανθασμένης ετυμολογίας, δεχομενοι μόνο το «σωστο» «σε(γ)κονταρω».

    Επίσης ελπίζω να δικαιολογηθούν όλα τα εισαγωγικά μου…

  49. leonicos said

    Μα, είμαι η Παξινού.

    – Δεν πα να’σαι και η Μάγια Μελάγια, χωρίς ταυτοτητα δεν περνάς.

    Τελος πάντων, μπορεί και να μην έγινε έτσι.

    Μου έχουν πει πως συνέβη, έγινε μεγ΄λη πλάκα, επειδή έσπευσαννα εξηγήσουν του οργάνου, κι εκείνος έγινε θαυμαστής της και την εβλεπε και στην Αθήνα, στο θέατρο εννοώ

  50. leonicos said

    εγώ το είχα ακούσει και ΠΑΡΑ ΤΑ ΤΟΤΕ ΗΘΗ ΜΟΥ μου άρεσε

  51. Alexis said

    Βάζω κι εδώ μνημειώδες (😂) σχόλιο που έκανα στο χθεσινό νήμα για την Γκρέτα και το κλίμα:

    Απαίσιο!!!
    Τα σάιμποργκ, εξορκιστής, ρομπότ ήταν πολύ ήπια τελικά.

  52. leonicos said

    Σιγόντο είαι η δεύτερη αρμονική, τυτοχρονη ή ετερόχρονη

    Οπότε η γαστριμαγική εταφορά είναι μια χαρά

  53. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @31. Γιῶργο, οἱ στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ λένε:

    νὰ δῶ τῆς Λέρου τὰ βουνὰ νὰ μοῦ διαβοῦν οἱ πόνοι.

    Τὸ ἤξερα γιὰ Λέρικο (ἀπὸ τὴ Λέρο) καί, ψάχνοντάς το τώρα στὸ γκούγκλ, τὸ ἐπιβεβαίωσα:

    ο Σταμάτης Χατζηδάκης συνεργάστηκε με το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών παρουσιάζοντας τα τραγούδια της Δωδεκανήσου και της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λέρου.Όμως, το μεγάλο βήμα έγινε αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν ξεκίνησε αποκλειστική συνεργασία με την Columbia (πρώτος δίσκος το Καλύμνικο Θαλασσάκι και η Λέρικη Μπρατσέρα)

  54. gpoint said

    Το σεκόντο μπορεί να έγινε σιγόντο από έλξη προς το σιγά-σιγαλά αφού συνήθως η δεύτερη φωνή είναι πιο σιγαλή

    το γκ έγινε κ και στο jagrima-lacrima

  55. Αὐγουστῖνος said

    … λέρικο. Καὶ ἐδῶ μὲ τὴν καλύμνικη φωνὴ τῆς Καίτης Κουλλιᾶ:

  56. mitsos said

    Καλημέρα
    Να σιγοντάρω κι εγώ με μια απορία :
    Στην βυζαντινή μουσική σιγοντάρει αυτός που κρατά ( ή βαστάει ) το ίσο ;
    Ρωτάω διότι αυτός που κρατά το ίσο μάλλον μουρμουρίζει χαμηλόφωνα την βασική μελωδία .

  57. Αὐγουστῖνος said

    @56: Ὄχι, τὸ ἰσοκράτημα δὲν ἐπαναλαμβάνει τὴ βασικὴ μελωδία. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι εἶναι μιὰ πρώτη ἀπόπειρα ἁρμονικῆς προσέγγισης, μὲ τὸν ψάλτη ποὺ κρατάει τὸ ἴσο νὰ δίνει τὴ βασικὴ νότα. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ δὲν εἶναι συγκερασμένη καὶ χωρίζει τὴν ὀκτάβα μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπὸ τὸν δωδεκαφθογγικὸ τῆς δυτικῆς μουσικῆς (σὲ 72 μικροδιαστήματα), ἔχουμε ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀνάπτυξη τῆς συνήχησης τοῦ ἰσοκράτη μὲ τὸν βασικὸ ψάλτη.

  58. sarant said

    54 Και το άρθρο τι γράφει, μπρε;

  59. gpoint said

    # 53

    Δημήτρη κι εγώ έτσι νόμιζα, το άκουσα όμως από κάποιον που το τραγούδησε συγκινητικά με τον τζουρά του, όταν του το ζήτησα, στην κατάληψη της Δημ. Αγοράς στην Φ,Ν,, μηχηνικός και πολύ ψαγμένος στα νησιώτικα. Είναι πολύ αγαπημένο μου τραγούδι, θυμάμαι πως μου είχε πει ότι τα περισσότερα νησιώτικα έρχονται από την Αμοργό. Φυσικά τα λόγια ήταν κάπως διαφορετικά (αν ψάξω στο μπλογγ μου θα τα βρώ) από της Χατζιδάκη και το τραγούδι δεν λέγεται η μπρατσέρα αλλά ο Προύζος ή ο χαβάς του Προύζου από το όνομα του καπετάνιου Μιχάλη Προύζου, φυσικά από την Λέρο
    Εγώ δεν ξέρω από αυτά, ίσως εσύ έχεις τις άκρες να το παληθεύσεις γιατί στο γιουτιουμπ ανεβάζει ο ένας από τον άλλον το ίδιο πράγμα

  60. Πάνος με πεζά said

    Και όταν το ροκ ξεπερνάει το «πρίμο-σιγόντο» και πάει στην τετραφωνία, όπου όλες οι φωνές είναι ισοδύναμες…
    Το βιντεάκι είναι εντυπωσιακό, αφού οι εκάστοτε φωνές «αυτο-φωτίζονται» όταν τραγουδούν…

  61. mitsos said

    @57 Ευχαριστώ για την άμεση απάντηση

  62. gpoint said

    Τα λόγια που λένε οι αδελφές Χατζιδάκη είναι ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ (και φυσικά όσων τις αντέγραψαν) είναι δυνατόν να πάει ο Προύζος να ΦΟΥΝΤΑΡΕΙ και να του σπάσει το κοντάρι ; ΠΟΤΕ !
    Φυσικά ο Προύζος πάει να ΟΡΤΣΑΡΕΙ και του σπάει το κοντάρι …

    Το τραγούδι με τα λόγια που ήξερα -όχι όλα- εδώ

  63. ΣΠ said

    Το Άλα της του Λυκιαρδόπουλου διαφορετικό από το Άλα της του Σουγιούλ.

  64. ΣΠ said

    Το επεισόδιο με την Παξινού είναι πραγματικό. Είχα δει στην τηλεόραση την ίδια την Μάγια Μελάγια να το διηγείται και έλεγε ότι εξαιτίας αυτού η Παξινού την είχε αντιπαθήσει.

  65. BLOG_OTI_NANAI said

    Το επεισόδιο με τον αστυφύλακα αναφέρεται στη Νέα Εστία του 1960. Το αναφέρει και το «Αντί» στο τεύχος 465 (1991):

  66. gpoint said

    Εδώ θα πρέπει να σκεφτούμε πως στα παραδοσιακά τραγούδια υπάρχει μια μελωδία που δένεται με διάφορα στιχάκια πιθανόν διαφορετικά από τόπο σε τόπο και δεν είναι απίθανο η μελωδία να ξεκίνησε από την Αμοργό και να έδεσε με τα σαφώς λόγια της Λέρος
    Κάτι που φαίνεται και στο βίδδεο από γλέντι πάνω σ’ αυτόν τον σκοπό .

  67. Divolos said

    Μια πολύ καλή ανάλυση για τις διφωνίες στην Ελληνική μουσική βρήκα εδώ:
    https://klika.gr/index.php/peri-mousikis/mousiki-paideia/194-difonia-sti-laiki-mousiki.html
    Νομίζω ότι εξηγεί πολύ καλά και γιατί δεν υπήρχαν διφωνίες στα Σμυρνέικα και τα πρώτα ρεμπέτικα και πως εμφανίστηκαν αργότερα.

  68. gpoint said

    # 55

    Εχεις κάποια σοβαρή πηγή πως είναι λέρικο, Αυγουστίνε ; Γιατί αυτά που στηρίζονται στις αδελφές Χατζιδάκη όπως έδειξα στο # 62 είναι … .ό.τι θυμάμαι ,χαίρομαι

  69. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Και στον πληθυντικό, πρίμα σεκόντα
    (στίχοι Π.Μάτεση)
    Στο ντάλα μεσημέρι στην Ιερά οδό
    μέσα σε καφενείο είδα τον ξαποδό
    με μια μαϊμού παρέα και ένα μπάντζο
    με ένα χέρι μόνο στο άλλο γάντζο
    και η μαϊμού χορεύει μινουέτο
    κι ο ξαποδός της παίζει ριγολέτο
    έχουν φωνή αγγέλου πρίμα σεκόντα
    και η μαϊμού γελάει σαν την Τζοκόντα

  70. BLOG_OTI_NANAI said

    Σε αναζήτηση σε έντυπα παλιά-νέα αδιακρίτως, η κατανομή με βάση τη συχνότητα είναι:

    1) σιγόντο
    2) σεγκόντο
    3) σεγόντο
    4) σεκόντο

    Σε όλα υπάρχουν και οι αντίστοιχοι τύποι:

    σιγοντάρω
    σεγκοντάρω
    σεγοντάρω
    σεκοντάρω

  71. Costas X said

    «σεκόντο»…

    Στην επτανησιακή τετραφωνία: πρίμο, σεκόντο, τέρτσα και (α)μπάσο.

  72. BLOG_OTI_NANAI said

  73. BLOG_OTI_NANAI said

    Προσφορά κατασκευής Μπρατσέρας, 1898:

  74. sarant said

    63 Ωραία -αλλά τότε δεν είναι το «της ανάλατης»

    64-65 Ωραία, το τεκμηριώσαμε

    70 Α μπράβο!

    73 Πόσα λεξιλογικά έχει αυτό….

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στης δουλειάς μου το μαγκάνι
    συντροφιά για να μου κάνει
    έχω ένα χαϊβάνι
    Τις βλακείες σιγοντάρει
    τις σοφίες μου γιουχάρει

  76. Αὐγουστῖνος said

    @68: Συγγνώμη γιὰ τὴν καθυστερημένη ἀπάντηση, ἀλλὰ δὲν εἶμαι συνέχεια πάνω ἀπὸ τὸν ὑπολογιστὴ τὴν ὥρα ποὺ (ὑποτίθεται ὅτι) δουλεύω στὴ βιβλιοθήκη, ὁπότε ἄργησα νὰ δῶ τὸ ἐρώτημά σου.
    Λοιπόν, ὄχι, δὲν ἔχω κάποια ἀδιάσειστη ἀπόδειξη γιὰ τὸ «λέρικον» τοῦ χαρακτήρα τοῦ συγκεκριμένου χαβᾶ, πέρα ἀπὸ τὴ γενικότερη αἴσθηση ὅτι ἔρχεται πιὸ κοντὰ στὴ δωδεκανησιακὴ μουσικὴ παράδοση, τὰ ὅσα ἔχω ἀκούσει ἀπὸ λεριοὺς καὶ καλύμνιους σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Προύζου (ποὺ στὴν καλύμνικη προφορά, μὲ τὴν τροπὴ τοῦ -ζ- σὲ -τζ- γίνεται Προῦτζος) καὶ τὰ ὅσα παρατίθενται ἐδῶ:

    Τὸ θέμα εἶναι ὅτι τὰ συγκεκριμένα στιχάκια ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴ Λέρο, ἀλλά, ὅπως στὶς περισσότερες περιπτώσεις δημοτικῶν σκοπῶν (χαβάδων), μποροῦν νὰ παραλλάσσονται ἀπὸ νησὶ σὲ νησὶ καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, ἀκόμα καὶ στὸν ἴδιο τόπο. Συνεπῶς γιὰ τὴν προέλευση τῆς μελωδίας δὲν μπορῶ νὰ ἀποκλείσω ἐντελῶς τὴν πιθανότητα νὰ εἶναι ἀμοργιανή.

  77. Αὐγουστῖνος said

    Συμπλήρωμα: Στὸ YouTube ὑπάρχει ὁ ἑξῆς σχολιασμὸς κάτω ἀπὸ τὸ βιντεάκι, κάτι ποὺ δὲν φαίνεται στὴν κοπυπάστωση τοῦ λίκνου, ἀλλὰ ἐξηγεῖ κάποια πράγματα.

    ΚΕΠΕΜ Σίμων Καράς
    1,98 χιλ. συνδρομητές
    Σκοπός του Προύζου από τη Λέρο. Η γνωστή σήμερα «Μπρατσέρα». Το όνομα «Μπρατσέρα» το πήρε ο σκοπός όταν δισκογραφήθηκε το 1947 από την Άννα και την Αιμιλία Χατζηδάκη με τους στίχους «Πότε θα ανοίξωμε πανιά». Προύζος ή Προύτζος ήταν ένας καπετάνιος στη Λέρο. Αυτός ήταν ο αγαπημένος του σκοπός και από αυτόν πήρε ο σκοπός το όνομά του.

    Ο σκοπός είναι του γλεντιού, καθιστικός, ο οποίος μάλιστα, όπως και οι περισσότεροι καθιστικοί σκοποί των Δωδεκανήσων, δεν έχουν συγκεκριμένους στίχους. Είναι σκοποί, πάνω στους οποίους καθένας ταιριάζει το δικό του στιχάκι. Ωστόσο, από τη στιγμή που δισκογραφήθηκαν, πολλοί από αυτούς τους σκοπούς συνδέθηκαν με συγκεκριμένους στίχους, χάνοντας έτσι τον λειτουργικό τους ρόλο μέσα στο γλέντι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων σκοπών είναι ο σκοπός του Προύζου από τη Λέρο και το Τζιβαέρι από την Κω.

    Εδώ παίζει τον σκοπό και τον τραγουδά ο Γιάννης Πλατής (Γουμενί), ένας από τους πολύ αξιόλογους τσαμπουνιέρηδες της Λέρου σήμερα. Η ηχογράφηση έγινε στο σπίτι του, στο Αγκαθούδι της Λέρου, στις 19 Δεκεμβρίου του 2016, στην δεύτερη λαογραφική αποστολή του ΚΕΠΕΜ στο νησί. Είναι χαρακτηριστικός της Λέρου ο «ακατέργαστος» τρόπος που τραγουδάει το Γουμενί τον σκοπό. Πολύ διαφορετικός από αυτό που έχουμε συνηθίσει να ακούμε όταν τραγουδιέται σήμερα ο σκοπός. Και βέβαια, τον τραγουδάει με δικά του στιχάκια και όχι με αυτά που δισκογραφήθηκαν στην πρώτη εκτέλεση.

    Υπεύθυνοι καταγραφής ΚΕΠΕΜ: Νίκος Παναγιώτου, Σοφία Στασινού, Δημήτρης Μαντζούρης

    Σημείωση: Τὸ ΚΕΠΕΜ Σίμων Καρρᾶς εἶναι ὅ,τι πιὸ ἀξιόλογο (καὶ ἀξιόπιστο) ὑπάρχει σήμερα γιὰ τὴν καταγραφὴ τῆς δημοτικῆς μουσικῆς.

  78. Από την ίδια ρίζα του «δεύτερου» στα ισπανικά, το El Segundo στην Καλιφόρνια, δίπλα στο αεροδρόμιο του Λος Άντζελες.

    Ήταν (και είναι) η τοποθεσία του δεύτερου* διυλιστήριου της Chevron, μιας από τις Εφτά Αδελφές, εταιρεία που προέκυψε από την Standard Oil (of California) του John D. Rockefeller, αφ’ ότου το αμερικάνικο Supreme Court αποφάνθηκε το 1911 ότι ο jolly good feller έπαιζε μόνος του Μονόπολη.

    Οι παραθαλάσσιοι οικισμοί στα νότια του Λος Άντζελες θυμάμαι πως ήταν παράδεισος μικρομεσαίων στα 80ζ. Απ’ ό,τι μαθαίνω σήμερα έχουν γίνει μάλλον απλησίαστοι, καθώς οι τιμές των ακινήτων έχουν εκτοξευτεί. Ακούγεται πως και η Chevron πιθανόν να έβγαζε πολύ περισσότερα αν έδινε αντιπαροχή το παραθαλάσσιο οικόπεδο του διυλιστηρίου. (Προτάσεις για να γίνει το διπλανό αεροδρόμιο καζίνο δεν έχω ακούσει.)

    _____________
    *Το πρώτο στο Σαν Φρανσίσκο (Richmond) όπου και η έδρα της Σέβρον, στο Σαν Ραμόν.

  79. gpoint said

    # 76

    Αυγουστίνε δεν υπάρχει λόγιος να ζητάς συγγνώμη, ούτε εγώ είμαι μονίμως μέσα. έρριξα μια σιέστα και τώρα ξαναμπήκα.
    Σε ρώτησα γιατί είχα ζητήσει από τον Ηλία-έτσι τον λέγανε- να μου παίξει το τραγούδι για την μπρατσέρα από την Λέρο και μου είπε πως είναι αμοργιανό κι ας μιλάει για την Λέρο. Οπως με είχαν συγκινήσει οι στίχοι «ναρθούνε τα ξενάκια μας, να κάνουν καλοκαίρι», ωραία λέξη τα ξενάκια για τους ξενητεμένους που γυρίζουν στις διακοπές. Οι αδελφές Χατζιδάκη έχουν καλές νησιώτικες φωνές αλλά η απόδοσή των στίχων τους μπάζει τόσο πολύ που δεν νομίζω να το άκουσαν συχνά πριν το ηχογραφήσουν

  80. Μια που λέμε για (έξυπνο) μεζέ, seconds είναι το δεύτερο (ή και τρίτο, τέταρτο…) σερβίρισμα, ιδίως όταν το γεύμα είναι μπουφές. Ανάλογα με το στιλ που γίνεται το σελφ-σερβίρισμα, μπορεί να είναι από χλαπάκιασμα μέχρι έπαινος για το ακαταμάχητο αποτέλεσμα της μαγειρικής.

    Ο καλός οικοδέσποινος (ή η καλή οικοδεσπότρια) πάντα θα παροτρύνει τον καλεσμένο για seconds.

  81. Το Δεύτερο Πρόγραμμα το είπαμε;
    Είχε και τα Τραγούδια της Παρέας που άκουγα ανελλιπώς.

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Μάγια Μελάγια
    Μάγια «νερό στα αιγυπτιακά» και Μελάγια «ένα είδος μαντιλιού» που φορούσαν οι Αιγύπτιες στο κεφάλι, ο ελληνικός συνδυασμός ήταν εκρηκτικός στο θεατρικό πάλκο
    Σε μια τουρνέ ο Ορέστης Λάσκος την βάφτισε Μάγια Μελάγια, ενώ ο Τώνης Μαρούδας της απένειμε τον τίτλο της «αυτοκράτειρας της νύχτας»
    https://www.kathimerini.gr/797521/article/politismos/moysikh/magia-melagia-mprigian-kai-lires-gia-mia-zesth-kontralta-fwnh

  83. Πάνος με πεζά said

    (Λουκρητία mode on)

    «Και στο τραγούδι όποιονε κάνει κακό σιγόντο,
    του πρέπει ένα όνομα, βγαλ’ τονε «Σιγη-σμόντο»…

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Όταν ο ένας συμπληρώνει τον άλλο περίπου ισότιμα δεν λέμε ότι «σιγοντάρει» αλλά ότι «ο ένας κόβει και ο άλλος ράβει».
    η μία κόβει η άλλη ράβει

  85. sarant said

    82-84 Ωραία λινκ!

    80 I second that!

  86. BLOG_OTI_NANAI said

    74: Ναι, στο 73 κάποια στιγμή διαβάζεις μηχανικά αφού δεν καταλαβαίνεις τίποτα: «τζαβετάκια γανωμένα και με καβίλιες … λούρων … κουρζέτων«. Κάθε λέξη και ψάξιμο.

  87. rogerios said

    Υπάρχουν, άραγε, άλλοι ομιλητές της ελληνικής, εκτός των συντακτών του ΜΗΛΝΕΓ, που να λένε ότι λ.χ. «η τσικουδιά σιγοντάρισε έξοχα τους μεζέδες», Ειλικρινής είναι η απορία μου (και διόλου δεν αποκλείω κάποιοι συντάκτες ιστότοπων κι εφημερίδων να χρησιμοποιούν τέτοιες φράσεις – μόνο που η σύναψη μου φαίνεται εντελώς αφύσικη).

  88. sarant said

    87 Γκουγκλ:

    Ξεκινάς, σερβίροντας στα ποτήρια ροζέ βιολογικό κρασί –από τη Μονή Τοπλού φερμένο– που θα σιγοντάρει όμορφα τους μεζέδες

    Η λίστα με τα κρασιά που σιγοντάρει το μενού είναι κατά 90% ελληνική,

    Όσο για το μενού του, έχει να επιδείξει λιχουδιές κρεατικών και ψαρικών, όλες σερβιρισμένες σε μορφή μεζέδων, που «σιγοντάρονται» από μια πλούσια γκάμα σε ούζα και τσίπουρα από κάθε γωνιά της Ελλάδας

  89. loukretia50 said

    Εδώ έχουμε πρίμο – σεκόντο? Τους ξεχωρίζετε?
    Simon & Garfunkel – https://youtu.be/f7McpVPlidc The Sound of Silence

    Και στα καθ΄υμάς!
    Πάνο, δεν ξέρω αν σιγοντάρω ή κάνω αντιφώνηση!

    Τενόρος μεγαλοπρεπής ορμών στο περγαμόντο
    βλέπει αλαζόνα νεαρό,
    ( πουλέν με ύφος σοβαρό, με το μπουφέ για φόντο)
    αφ΄υψηλού να τον θωρεί , να δείχνει τάχα ν΄απορεί:
    -Κι η δίαιτα στο βρόντο?

    Και ο τενόρος ο πολύς, σε τόνο δήθεν απειλής
    ρίχνει κι εκείνος πόντο :
    -Καλύτερα να μπουκωθείς, παρά αναιδώς να εκτελείς
    Ένα κακό σεκόντο

    —————-

    ΥΓ. Κανείς δε θα με σιγοντάρει στο χθεσινό νήμα?

  90. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @79. Μόλις ξαναμπῆκα στὸ ἱστολόγιο καὶ καταπλέω πλησίστιος στὴ συζήτηση γιὰ τὴν Μπρατσέρα ἤ τὸ χαβά τοῦ Προύζου ἤ Πρού(ν)τζου στὰ παλιὰ λέρικα.

    Παραθέτω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ σχετικὴ συζήτηση στὸ ρεμπέτικο φόρουμ. Τὸ σχόλιο εἶναι ἑνὸς ἀπὸ τοὺς συντονιστές, τοῦ Pepe (μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὸν δικό μας Πέπε).

    » Το τραγούδι δεν είναι τραγούδι. Είναι σκοπός (στη Λέρο ο σχετικός όρος είναι χαβάς), πράγμα που σημαίνει: μελωδία για να προσαρμόζει ο καθένας όποιο δίστιχο θέλει.

    Όπως με όλους τους παρόμοιους σκοπούς, ιδίως στα 12νησα αλλά όχι μόνο, η κανονική του χρήση δεν είναι βέβαια να τον ακούς από τις 78 στροφές, αλλά να χρησιμοποιείται για ανταλλαγή διστίχων: θα σου πω μια μαντινάδα, θα μου απαντήσεις μιαν άλλη, και το πράγμα θα τραβήξει επί απροσδιόριστη διάρκεια.

    Άρα, ως προς τους στίχους δεν τίθεται θέμα ποιοι είναι πιο στάνταρ απ’ τους άλλους (κανείς δεν είναι). Ως προς τη μελωδία, επίσης υπάρχει ένας μικρός βαθμός απροσδιοριστίας ως προς το πόσο τραβάνε π.χ. τα κενά μέτρα μεταξύ φράσεων, γιατί αυτοί οι σκοποί δεν ανήκαν στη δικαιοδοσία μόνο των μουσικών -πόσο μάλλον ενός συγκεκριμένου μουσικού, όπως θα συνέβαινε με τις επώνυμες συνθέσεις- αλλά ενός ολόκληρου πληθυσμού που τους τραγουδούσε, ο καθένας με τον προσωπικό του τρόπο.

    Τέλος, ως προς το Προύζος / Προύντζος / Μπρούντζος:

    Το όνομα είναι Προύζος, αλλά το ζ στα (παλιά) λέρικα προφέρεται «τζ», άρα Πρού(ν)τζος. Το «Μπρούντζος» είναι αλή παρανόηση.

    Πάντως καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴ συζήτηση ὅσο καὶ στὴν προηγούμενη παραπομπή μου (στὸ σχόλιο 53) ὁ σκοπὸς θεωρεῖται λέρικος.

    Τέλος, ὅπως γράφει ὁ Αὐγουστῖνος στὸ 77, καὶ τὸ ΚΕΠΕΜ Σίμων Καρρᾶς τὸν θεωρεῖ λέρικο.

  91. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Το σαββατιανό Παπαγιαννάκου 2010 σιγοντάρει φανατικά και διάφορα θαλασσινά, καθώς και τηγανιτά ψαράκια.»
    Έχουμε και φανατικό σιγοντάρισμα…Πάει η διακριτικότητα της χαμηλής, διακριτικής δεύτερης φωνής. Έγινε κραυγή και ουρλιαχτό και μη χειρότερα με τον κρυμμένο λογοτέχνη που κρύβουμε μέσα μας, ακόμα κι όταν γράφουμε τη λίστα για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ. ☺

  92. spiridione said

    Ωστόσο, η λέξη έχει πάρει και μεταφορική σημασία στα ελληνικά, ιδίως το ρήμα.

    Νομίζω ότι η σημασία υπάρχει και στα ιταλικά

    http://www.treccani.it/vocabolario/secondare1/
    http://www.treccani.it/vocabolario/secondo1/

    Όπου λέει και ότι στα λατινικά το secundus είχε και τη σημασία ‘ευνοικός’ και αυτή η σημασία προέρχεται λέει από τους ανέμους και τα ρεύματα.

    Στον Σομαβέρα υπάρχει το ρ. σεκοντάρω: ταιριάζω με τη γνώμη αλλουνού, secondare.
    https://books.google.gr/books?id=hmxpAAAAcAAJ&pg=PA363&dq=%22%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjvqd-R_ozlAhXS-aQKHQ5ZClIQ6AEIKjAA#v=onepage&q=%22%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%89%22&f=false

  93. loukretia50 said

    Πάνο, έγινες σκαφάτος!

    Μ΄ένα τραγούδι Λέρικο κι ένα λαούτο γέρικο
    μας έχει συνεπάρει
    η μελωδία κι η φωνή του Πάνου του βαρκάρη.
    Σ΄ένα παλιό μαγέρικο
    η κομπανία τραγουδάει «Μπρατσέρα έχει σαλπάρει»,
    ο Δον γλυκά χαμογελάει *, μεζέδες κι ούζο τους κερνάει,
    για να τους σιγοντάρει
    ΛΟΥ
    Εβίβα!

  94. Νέο Kid said

    Άκου «σιγοντάρει»…! Ντρέπονται να πούνε συνοδεύει ; Καμ τζηζας εν χολυ Μαίρη !

  95. 85β,
    😀

    Aye! (In favor)

  96. Νέο Kid said

    Δε θυμάμαι πού λέγαμε για τον αποδυτηριάκια, οπότε το βάζω εδώ.
    https://www.sdna.gr/podosfairo/645662_efyge-o-kostas-kaisaris

  97. atheofobos said

    8
    Μιας και σήμερα το θέμα είναι μουσικό και έγινε σύγκριση Μελάγιας με Νοέλ..
    Στο βίντεο τραγουδά η Νοέλ ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Βιάν.Το βάζω γιατί ίσως υπάρχουν μερικοί που δεν ξέρουν την Μαγκαλί Νοέλ και τον Μπόρις Βιάν, το βιβλίο του οποίου J’ irai cracher sur vos tombes κυκλοφορούσε κρυφά στις μαθητικές μας τσάντες γιατί είχε θεωρεί σχεδόν πορνογράφημα στην εποχή του!

  98. Georgios Bartzoudis said

    Εγώ το ξέρω (μόνο) ως σεκόντο και σεκοντάρω. Όσο για τη Μάγια Μελάγια, ήταν θρύλλος στη δεκαετία του ’50. Θυμάμαι και μια λαϊκή (των πανηγυριών) τραγουδίστρια η οποία περίπου «αντέγραφε» το καλλιτεχνικό όνομα, κάνοντας το δικό της Μαίρη Λάγια.

  99. Γιάννης Ιατρού said

    84: Εμ, τα είπα εγώ…

  100. sarant said

    93 Ωραίες ρίμες!

    96 Νέος, κρίμα.

  101. 97 Χαίρομαι που θυμούνται κι άλλοι το Βιαν και τη Μαγκαλί Νοέλ (την οποία την είδαμε και στο σινεμά, στο Ριφιφί). Εμένα το αγαπημένο μου, με φοβερό μπρίο της Νοέλ, είναι αυτό:

  102. 101 και σχόλιο από κάτω: avec magali c’est noel

  103. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @73,74δ,86. Γράφω ὅ,τι θυμᾶμαι ἀπὸ τότε ποὺ μᾶς ναυπήγησαν τὸ τρεχαντῆρι μας, τὸν Ἀρχάγγελο· τὸ 1985 στὶς Σπέτσες.

    Βρατσέρα ἤ μπρατσέρα ἀπὸ τὸ ιταλικό brazzera ήταν μικρό ιστιοφόρο σκάφος, με δύο κατάρτια, με πανιά τραπεζοειδούς σχήματος (ψάθες) και δυό φλόκους στον πρόβολο (μπαστούνι ή μπομπρέσο).

    Στὴν εἰκόνα ἡ μπρατσέρα τοῦ παπποῦ μου, καπτα-Μήτσου Λορέντζου, Παναγία Περιβολή, ζωγραφισμένη ἀπὸ τὸν λαϊκὸ θαλασσογράφο Γλύκα τὸ 1924.

    Ὁ ὅρος «μπρατσέρα» ἀναφέρεται στὴν ἱστιοφορία, ἐνῶ ὁ ὅρος «καραβόσκαρο» ἀναφέρεται στὸ σχῆμα τῆς γάστρας, στὸ σκαρί.
    Τὸ σκάφος τῆς εἰκόνας εἶναι ὅμοιο μὲ αὐτὸ τῆς παραγγελίας: μπρατσέρα καραβόσκαρο.

    Τὸ μῆκος τοῦ σκάφους τῆς παραγγελίας εἶναι 8 πῆχες καὶ κάνα, δηλαδὴ 8 γιάρδες καὶ ἕνα πόδι, περ. 7,6 μέτρα. Τὸ μῆκος αὐτὸ εἶναι τὸ μῆκος τοῦ πρώτου μαδεριοῦ πάνω ἀπὸ τὴν καρένα (τουρέλλο). Τὸ ὁλικὸ μῆκος τοῦ σκάφους (στὸ κατάστρωμα) εἶναι πολὺ μεγαλύτερο ἐπειδὴ ὐπάρχει ὁ πρόβολος τῆς πρύμης (ἀϋνᾶς, ἀπὸ τὸ τουρκ. ayna=καθρέφτης) καὶ ὁ πρόβολος τῆς πλώρης μὲ τὸ μπαστοῦνι ἤ πομπρέσο).

    Τὰ ποδοστάματα εἶναι τὰ κεντρικὰ ξύλα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους στὴν πρύμη καὶ στὴν πλώρη. Μαζὶ μὲ τὴν καρίνα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκκαλιὰ τοῦ σκάφους.

    Τὰ ὑποτροπίδια εἶναι ἡ κόντρα καρένα. Μπαίνει κάτω ἀπὸ τὴν καρένα καὶ ἀλλάζει ὅποτε φθείρεται ἀπὸ τὸ σύρσιμο τοῦ σκάφους κατὰ τὴν ἀνέλκυση/καθέλκυση.

    Τὸ χόνδρος εἶναι τὸ πάχος. Παρμάκια εἶναι τὰ δάχτυλα (ἀπὸ τὸ τουρκ. parmak=δάχτυλο). Δὲν εἶμαι σιγουρος σὲ πόσα ἑκατοστόμετρα ἀντιστοιχεῖ τὸ κάθε παρμάκι. Ἂν κρίνω ἀπὸ τὶς διαστάσεις τῶν ἐπὶ μέρους δομικῶν στοιχείων τοῦ σκάφους, μᾶλλον ἀντιστοιχεῖ σὲ μιὰν ἴντσα ἢ δυόμισι ἑκατοστόμετρα.

    Τὸ ἐσωτρόπι ἤ σωτρόπι εἶναι χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
    (Συνεχίζεται)

  104. Κουτρούφι said

    Το σχήμα «πρίμο-σιγόντο» εμφανίζεται στο ρεμπέτικο και προπολεμικά στο πλαίσιο μετασχηματισμού προς το δυτικό ύφος. Για μερικούς, το πρώτο τραγούδι που ηχογραφήθηκε σε αυτό το πλαίσιο είναι το χασάπικο «Φαληριώτισσα» του Ι. Παπαϊωάνου το 1937. Ηχογραφήθηκε δύο φορές τότε. Εδώ η πρώτη https://www.youtube.com/watch?v=G4GSYDOf-CU με ερμηνευτές τον ίδιο τον Παπαϊωάννου και τον Δ. Σωφρονίου. Μεγαλειώδης στα σιγόντα του υπήρξε ο Στελλάκης Περπινιάδης (μην βάζω παραδείγματα και φορτώνω)
    Εκτός από το τραγούδισμα, ο όρος «πρίμο-σεκόντο» εμφανίζεται και ως προς τα όργανα, ιδιαίτερα στο μπουζούκι. Έτσι έχουμε και ηχογραφήσεις με δύο μπουζούκια (που δεν παίζουν το ίδιο πράγμα) όπου διατηρείται η ορολογία «πρίμο-σεκόντο». Εδώ https://www.youtube.com/watch?v=ZOVKWRavcro ένα παράδειγμα του 1939 με το τραγούδι «Γυρνώ σαν νυχτερίδα» που στα μπουζούκια είναι ο Μπαγιαντέρας και κάποιος νεαρός τότε με το όνομα Μανώλης Χιώτης.

    #59. Η θέση «τα περισσότερα νησιώτικα έρχονται από την Αμοργό» είναι λίγο υπερβολική. Για τον λόγο, δε, που «η μπρατσέρα» (ως σκοπός) έχει ελάχιστες πιθανότητες να είναι από την Αμοργό αρμοδιότερος εμού είναι ο Πέπε.

    #66. Ο κύριος με τα γένια που τραγουδάει στο βίντεο είναι ο Δημ. Μαντζούρης του ΚΕΠΕΜ που αναφέρεται στο #77.

    ΥΓ. #103. Πατριώτη, το επίθετο Λουρέζος υπάρχει και στη Σίφνο.

  105. 104 Αυτά τα τραγούδια είχα κατά νου στο #7. Βλέπω έπεσα έξω μια δεκαετία.

  106. sarant said

    103-104 Ωραία σχόλια!

  107. BLOG_OTI_NANAI said

    103: Ωραία η «μετάφραση»!

  108. dryhammer said

    Μόνο εγώ πιστεύω πως, οι μεζέδες σιγοντάρουν το πιοτό κι όχι τ΄ανάποδα; (Ξεροσφύρης γαρ…)

  109. rogerios said

    @ 96 (και 100). Με τη σημερινή εξαιρετικά δυσάρεστη αφορμή λύθηκε οριστικά κι ένα μυστήριο που είχε ταλαιπωρήσει επί δεκαετίες αρκετούς ασχολούμενους με την αθλητική ειδησεογραφία. Ο «Αποδυτηριάκιας» δεν ήταν ένα πρόσωπο, αλλά μια συλλογική οντότητα στην οποία τον κύριο ρόλο είχαν οι Καραγιαννίδης και Καίσαρης.

    @ 108: Ν’ αγιάσει το στόμα σου! Και βέβαια δεν είσαι ο μόνος. Ειδικά στην περίπτωση των μεζέδων, αυτοί σιγοντάρουν (άντε, το έγραψα κι εγώ 😉 ) το πιοτό κι όχι το αντίστροφο.

  110. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @103. (συνέχεια)
    ἀστραγαλιὲς ἢ στραγαλιές: μαδέρια κατὰ μῆκος τοῦ σκάφους, στὸ ἐσωτερικό του, ποὺ καρφώνονται πάνω ἀπὸ τοὺς νομεῖς (στραβόξυλα ἢ πόστες). Χρησιμεύουν γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ. Ὁ λοῦρος εἶναι ὅπως οἱ στραγαλιές, ἀλλὰ καρφώνεται πιό ψηλά. Οἱ στραγαλιές εἶναι στὸ κάτω μέρος, παράλληλα μὲ τὸ σωτρόπι, ἐνῶ ὁ λοῦρος ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸ κατάστρωμα.

    Τὰ καμάρια εἶναι τοξοειδεῖς νομεῖς, πάνω στοὺς ὁποίους στηρίζεται (καρφώνεται) ἡ κουβέρτα (κατάστρωμα) τοῦ σκάφους. Οἱ ἄκρες τους στηρίζονται στοὺς πλευρικοὺς νομεῖς (πόστες ἢ στραβόξυλα), ἐνῶ κατὰ διαστήματα (ὄχι σὲ ὅλα τὰ καμάρια) τοποθετοῦνται ὑποστυλώματα (μπρατσόλια).

    Παραπέτα, μπαστιγάγια καὶ κουπαστές εἶναι προστατευτικὲς περιμετρικὲς κατασκευὲς πάνω ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.

    Ἀμπάρι εἶναι ὁ χῶρος τοῦ φορτίου μὲ τὰ σκεπάσματά του (μπουκαπόρτες).

    Οἱ φουρνιστές εἶναι χοντρά ξύλα ποὺ ἐνισχύουν τὸν σκελετὸ στὴν πλώρη καὶ τὴν πρύμη τοῦ σκάφους.

    Πόστες (νομεῖς ἤ στραβόξυλα) εἶναι τὰ πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ. Πάνω τους καρφώνεται τὸ κέλυφος (πέτσωμα) τοῦ σκάφους, ἀποτελούμενο ἀπὸ μαδέρια. Τὸ πέτσωμα ξεκινάει ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος καὶ κατεβαίνει πρὸς τὰ κάτω. Τὸ πάνω μαδέρι λέγεται τσάπα καὶ τὸ κάτω-κάτω, αὐτὸ ποὺ εἶναι δίπλα στὴν καρίνα, λέγεται τουρέλλο.

    Μπαμπάδες εἶναι οἱ πάσσαλοι πρόσδεσης τοῦ σκάφους. Πρυμάτσα εἶναι τὸ σκοινί ποὺ δένεται στὴν πρύμη τοῦ σκάφους.

    (Ὁ στίχος τοῦ Λευτέρη Παπαδόπουλου σκάλισα στὴν πρυμάτσα του γοργόνα θαλασσιά δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴ ναυτικὴ πραγματικότητα) 🙂

    Ταμπούκια εἶναι τὰ κουβούκλια πάνω ἀπὸ τοὺς χώρους ἐνδιαίτησης τοῦ πληρώματος, ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸ κατάστρωμα. (Στὴν εἰκόνα τοῦ #103 τὸ ταμπούκιο τῆς πρύμης διακρίνεται ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς κουπαστῆς).

    Τζαβέτες λέγονται μεγάλες βίδες ποὺ στερεώνουν τὰ βασικὰ δομικά στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ (καρένα σωτρόπι, νομεῖς κλπ). Ἀπὸ τὸ βενετσιάνικο giaveta(?).

    Βελόνια τοῦ τιμονιοῦ: ζευγάρια ἀπὸ μπρούτζινα στηρίγματα (ἀρσενικὸ-θηλυκὸ), ἀνὰ ἕνα στὸ ποδόσταμο τῆς πρύμης καὶ στὸ τιμόνι. Πάνω τους περιστρέφεται τὸ τιμόνι.

    Ὄκια: τρύπες μὲ ἐνίσχυση ἀπὸ ξύλο ἤ μέταλλο, μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες περνοῦν οἱ ἁλυσσίδες τῶν ἀγκυρῶν. Ἀπὸ τὸ ἰταλ. ochio=μάτι.

    Ξαρτόριζες: Μεταλλικές βάσεις γιὰ νὰ στερεώνεται τὸ κάτω ἄκρο ἀπὸ τὰ ξάρτια. Τὸ πάνω στερεώνεται ψηλά στὰ κατάρτια.

    Οἱ περισσότερες ὀνομασίες τοῦ 1898 εἶναι ἴδιες ἤ σχεδὸν ἴδιες μὲ τὶς σύγχρονες (1985)

  111. voulagx said

    #108, #109 @dryhammer & Rogerios: Σωστοτότατοι! Αρτι επιστρεψας απο ενα μ’σόκιλου ανευ σιγόντου. 🙂

  112. sarant said

    110 Αυτό με τη τζαβέτα είναι δικό μου, από τις Λέξεις που χάνονται.

  113. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    67, Divolos
    Πολύ καλό το λίκνον! Για τους έχοντες στοιχειώδεις γνώσεις, πλήρως κατανοητό.

    Ωστόσο, ένα παλιό παραδοσιακό (σμυρναίικο;) τραγούδι που μου έκανε εντύπωση – τότε που άκουγα μανιωδώς τέτοια – επειδή τραγουδιόταν από δύο ανδρικές φωνές ήταν το «Τουρνενέ». Διαφορετικό, βέβαια, από το μεταγενέστερο γνωστό «Έμαθα πως είσαι μάγκας» Καλδάρα, Χρηστάκη κλπ.
    Ηχογραφημένο το 1928, τραγουδά ο Τάκης Νικολάου (ο Τέτος Δημητριάδης, με τον οποίο είχαμε ασχοληθεί και εδώ) και τον συνοδεύει κάποιος Νώντας Κοντογεώργης. Δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω αν είναι πρίμο-σιγόντο… Πάντως, το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό!

    104, Κουτρούφι, said:
    ’’Εκτός από το τραγούδισμα, ο όρος «πρίμο-σεκόντο» εμφανίζεται και ως προς τα όργανα, ιδιαίτερα στο μπουζούκι.’’
    Νομίζω, μάλιστα, ότι σ’ αυτή την περίπτωση τα δύο μπουζούκια πρέπει να παίζουν στην ίδια ένταση για να ακούγεται σωστά η αρμονία. Οι ειδικοί ας το επιβεβαιώσουν (ή όχι…)

  114. Παναγιώτης Κ. said

    Πολύ παλιά, σε κάποια ραδιοφωνική μουσική εκπομπή με συμμετοχή του κοινού ο παρουσιαστής έβαλε έναν δίσκο και μετά ρώτησε τον ακροατή αν αυτό που άκουσε ήταν διφωνία ή ντουμπλάζ.
    Οι μουσικώς καταρτισμένοι του ιστολογίου τι έχουν να πουν πάνω σε αυτό;
    Η δική μου εντύπωση τότε ήταν ότι με κάποιο τεχνικό μέσο η φωνή του ίδιου του ερμηνευτή παρουσιαζόταν ως σεκόντο στην φωνή του.

  115. Πέπε said

    @21
    > > Το «Ζεϊμπέκικο» του Σαββόπουλου, που το σκέφτηκα κι εγώ, δεν εμπίπτει στον κανόνα πρώτη-δεύτερη φωνή, αφού οι δυο ερμηνευτές λένε άλλα πράγματα, και ως προς το στίχο, και ως προς τη μουσική, αλλά και ως προς το χρόνο. Δεν είναι λοιπόν διφωνία, αλλά αντιφωνία, δύο ξεχωριστά «τραγούδια» που εμπλέκονται.

    Δικαίωμα! Δεν είναι αυτό η αντιφωνία. Αντιφωνία είναι «λέω – απαντάς». Κλασικό σχήμα σε πολλές παραδοσιακές μουσικές (και στην ελληνική). Στην πιο απλή μορφή, ο δεύτερος λέει ακριβώς το ίδιο με τον πρώτο, αλλά αφού τελειώσει ο πρώτος.
    __________________________________________________________________
    @31, 53, 59:

    Το τραγούδι είναι από τη Λέρο. Για την ακρίβεια, δεν είναι τραγούδι, είναι σκοπός για δίστιχα (οποιαδήποτε, όχι κάποια συγκεκριμένα). Λέγεται «χαβάς του Προύζου», από το όνομα κάποιου ντόπιου μερακλή που τον προτιμούσε – δηλαδή, που όταν σ’ ένα γλέντι ήθελε να πει τις μαντινάδες του, τις έλεγε συνήθως στον συγκεκριμένο σκοπό. Η ονοματοδοσία των σκοπών στα 12νησα γίνεται συχνά μ’ αυτό το κριτήριο, οπότε εύλογα φαντάζεται κανείς ότι προ Προύζου θα τον ονόμαζαν κάπως αλλιώς, αλλά δεν έχω ακούσει πώς.

    Εκτός Λέρου έγινε γνωστό με την ιστορική ηχογράφηση των Χατζηδάκηδων, με αποτέλεσμα να αποκτήσει δομή κανονικού τυποποιημένου τραγουδιού με σταθερά λόγια, αλλά στην ίδια τη Λέρο παραμένει ως είχε. Επίσης, και από μουσική άποψη εξακολουθεί να παίζεται στη μορφή που είχε πριν την επιτυχία της «καλοχτενισμένης» εκτέλεσης των Χατζηδάκηδων. Άκρως αποκαλυπτικό παράδειγμα το βίντεο στο #76.

    Ο πρωτοτραγουδιστής του βίντεο στο #66 (Δημήτρης Μαντζούρης), είναι ο ίδιος που έχει κάνει την καταγραφή στο βίντεο του #76, και το έχει σπουδάσει το τραγούδι από Λεριούς σαν τον τσαμπουνιέρη της καταγραφής. Ο Κίκιλης που παίζει βιολί στο #66, βασικά καλύμνικης παιδείας βιολί (αλλά και με κλασικές σπουδές), είναι καλός γνώστης όλης της αιγαιοπελαγίτικης παράδοσης. Αυτές οι δύο είναι πραγματικά αυθεντικές εκτελέσεις, πολύ περισσότερο από της Κουλιά και του καθενός άλλου, ακόμα και από των Χατζηδάκηδων θα τολμούσα να πω.

    @90: Ναι, εγώ είμαι.

    Απόδειξη δε διαθέτω ούτε εγώ ότι είναι από τη Λέρο και όχι από την Αμοργό. Ξέρω πάντως ότι είναι πολύ αγαπητός σκοπός στη Λέρο, και ζωντανός (δηλαδή εξακολουθεί να αναδημιουργείται, δεν έχει τυποποιηθεί), ενώ δεν τον έχω ακούσει ποτέ από την Αμοργό. Ούτε από νησιά πιο κοντινά στη Λέρο (Κω, Πάτμο, Κάλυμνο).

    Ασφαλώς και δεν προέρχονται τα περισσότερα νησιώτικα από την Αμοργό, ποιος το λέει αυτό; Το νησί με το μεγαλύτερο τοπικό ρεπερτόριο πρέπει μάλλον να είναι η Κάρπαθος, αλλά αυτό δεν έχει τόση σχέση με τη συζήτησή μας όσο το άλλο: ότι τα περισσότερα πανελληνίως γνωστά νησιώτικα προέρχονται από τα νησιά που έβγαλαν γνωστους επαγγελματίες μουσικούς: Κω (Καραμπεσίνηδες), Λέρο (Χατζηδάκηδες), Νάξο (Κονιτοπουλαίους και άλλους), Πάρο (Πάριο), και βέβαια Κρήτη (αν τη συμπεριλάβουμε κι αυτήν στα …νησιώτικα νησιά).

    ______________________________________________

    @67:
    > > Μια πολύ καλή ανάλυση για τις διφωνίες στην Ελληνική μουσική βρήκα εδώ…

    Η προσωπκή μου συμβολή, σε ό,τι αφορά τις διφωνίες στην ελληνική δημοτική, ειδικότερα, μουσική: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/37254#page/48/mode/2up (σελίδα με τον τυπωμένο αριθμό 25 κ.εξ.)

  116. Πέπε said

    114
    Ναι, αυτό μάλλον θα εννοούσε. Συνήθως αναφέρεται με τον αγγλικό όρο overdub. Τεχνική που ανακαλύφθηκε με την εφεύρεση της μαγνητοταινίας. Πιθανόν οι πρώτοι ευρετές να ήταν οι Μπητλς.

  117. 110, … (Ὁ στίχος τοῦ Λευτέρη Παπαδόπουλου σκάλισα στὴν πρυμάτσα του γοργόνα θαλασσιά δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴ ναυτικὴ πραγματικότητα) 🙂 …

    Στην καλύτερη περίπτωση μάλλον μπλέχτηκε η πρυμάτσα με την μάτσα (το οριζόντιο δοκάρι στην βάση του πανιού, ή και η διπλή μάτσα που πιάνεται ο σερφάς στο γουίντσερφ).
    Υποθέτω θα μπορούσε να σκαλίσει κανείς καμμιά γοργόνα σε ξύλινη μάτσα, αλλά μάλλον στην πλώρη γινόταν αυτό. Κι ο Δαλιανίδης «Γοργόνες και Μάτσες» δεν είχε βγάλει, ούτε καν ο Μίνως Μάτσας!

  118. Πέπε said

    @67:
    > > Μια πολύ καλή ανάλυση για τις διφωνίες στην Ελληνική μουσική βρήκα εδώ…

    Η εισαγωγή του άρθρου, που είναι πιο θεωρητική, δεν είναι σωστή. Δεν είμαστε βέβαια μουσικολογικός ιστότοπος εδώ, αλλά μιας κι έγινε τόσος λόγος σήμερα για μουσικά θέματα, ας είναι:

    Πρώτον: εξηγεί γιατί κατά παράδοση δεν υπήρχαν διφωνίες στην ελληνική μουσική. Υπήρχαν και κυριαρχούσαν κιόλας! Περιέργως, η άποψη ότι δεν υπήρχαν, και ότι η ελληνική παραδοσιακή μουσική ήταν μονόφωνη, αποτελεί κυρίαρχη πεποίθηση στη βιβλιογραφία, εις πείσμα των δεδομένων (του ότι δηλ. όλη η παλιά λαϊκή παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας είναι δίφωνη, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά τα όργανα – βλ. #115 τέλος).

    Αλλά, αφού ακριβώς επικρατεί αυτή η πεποίθηση, ας μη χρεώσουμε το λάθος στον συγγραφέα. Ο πυρήνας αληθείας που υπόκειται σ’ αυτό που λέει είναι ότι δεν υπήρχε δυτικού τύπου αρμονία στην ελληνική μουσική. Ας πούμε λοιπόν ότι αυτό είχε γράψει, και ας δούμε πώς το ερμηνεύει.

    Κατ’ αρχήν, έχει κάπου την εντελώς άστοχη φράση «Η ανατολική κουλτούρα παραγκώνισε την αρμονία». Δεν την παραγκώνισε – απλούστατα δεν την είχε ανακαλύψει! Και η δυτική μουσική εξίσου την αγνοούσε, μέχρι που σταδιακά την επινόησε. Αλλά ας πούμε ότι κι αυτό είναι μικρής σημασίας, ίσως απλώς ένα λάθος ελληνικών.

    Στην ουσία της αιτιολογίας που προτείνει ο συγγραφέας:

    Επειδή η ελληνική μουσική ήταν ασυγκέραστη ενώ η δυτική, από κάποιο σημείο και μετά, ήταν (και είναι) συγκερασμένη, γι’ αυτό δεν καλλιεργήθηκαν οι διφωνίες στην ελληνική μουσική: επειδή τα αρμονικά διαστήματα που θα προέκυπταν σε μια ασυγκέραστη κλίμακα είναι δήθεν κακόηχα.

    Αυτό είναι χοντρό λάθος. Βάζει κι ένα παράδειγμα, την ίδια ακριβώς διφωνία παιγμένη σε συγκερασμένο όργανο, που ακούγεται ωραία, και σε ασυγκέραστο που ακούγεται άσχημα, και καταλήγει: «Αν δεν σας αρέσει αυτό που μόλις ακούσατε, ανακαλύψατε το γιατί δεν υφίστανται τέτοιου είδους διφωνίες σε αυτή τη μουσική»!

    Μα, το εύηχο και το κακόηχο είναι 100% πολιτισμικές κατασκευές! Δε μας αρέσει επειδή δεν είμαστε εξοικειωμένοι να το ακούμε. Και δεν είμαστε εξοικειωμένοι, επειδή είναι μια διφωνία εντελώς δυτικού τύπου, προσαρμοσμένη στα ελληνικά ασυγκέραστα διαστήματα, κάτι που δεν είθισται να γίνεται, οπότε δεν ακούγεται σαν ελληνικό αλλά σαν φάλτσο δυτικό.

    Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν κοινότατο να διαβάζουμε σε κείμενα δυτικών μουσικολόγων τις πλέον απαξιωτικές περιγραφές για οποιαδήποτε μουσική πέρα από την κλασική δυτική. Οι άνθρωποι δεν ήταν εξοικειωμένοι να την ακούνε! Και σήμερα ακόμη, ένας αποκλειστικά δυτικοθρεμμένος μουσικός, αν ακούσει πραγματική παραδοσιακή ελληνική μουσική (ποντιακά, ζουρνάδες από τις Σέρρες ή το Μεσολόγγι, τσαμπούνες από οποιοδήποτε νησί, λύρες αναστενάρικες ή καρπάθικες, ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι), πιθανότατα θα φρικάρει. Τι να πρωτοπούμε για το ζήτημα της εξοικείωσης; να θυμηθούμε τους ατελείωτους λιβέλλους, στη μεσοπολεμική ελληνική αρθρογραφία, για τον αμανέ, που σήμερα ανακαλύπτουμε σιγά σιγά πόσο απίστευτα λεπτουργημένη μορφή τέχνης ήταν;

    Ε λοιπόν, οι πραγματικές παραδοσιακές ελληνικές διφωνίες, στους ζουρνάδες και όλα τα υπόλοιπα παραδείγματα, μπορεί να μην αρέσουν στα ανεξοικείωτα αφτιά αλλά είναι μια χαρά για τις κοινότητες που έβγαλαν, καλλιέργησαν και διαιώνισαν αυτές τις μουσικές.

    Είναι απόλυτα βέβαιο δε ότι αν, υποθετικά, κάποιος παίξει έστω και τις ακραιφνέστερα δυτικές αρμονίες (π.χ. Μπαχ) με ασυγκέραστα όργανα, και με κάποιο τρόπο καταφέρει να περάσει καλά το ακροατήριό του (π.χ. επειδή γίνεται ξέφρενο πάρτι, έχει φτηνά και καθαρά ποτά, ωραίες γκόμενες και γκόμενους) ώστε να μη δώσουν μεγάλη σημασία στο ανοίκειο άκουσμα, και σταδιακά αρχίσουν να εκτίθενται με προθυμία στο νέο αυτό άκουσμα, σύντομα θα το θεωρήσουν εξίσου αποδεκτό με τη συγκερασμένη δυτική αρμονία.

    Αν υπήρχαν αρμονικά διαστήματα που να είναι αντικειμενικά κακόηχα, τα πρώτα υποψήφια γι’ αυτό τον τίτλο θα έπρεπε να είναι ακριβώς τα συγκερασμένα, αφού στηρίζονται σε μια εξ ολοκλήρου κατασκευασμένη και όχι φυσική σειρά διαστημάτων.

  119. Πέπε said

    110
    Όλη αυτή η ναυτική ορολογία, και η υπόλοιπη (ορτσάρω, σιουντάρω…) είναι πανελλήνια; Δεν εξαρτάται από τοπικές διαλέκτους;

    Καταλαβαίνω βέβαια ότι όλη η θάλασσα είναι ένα χωριό, και ότι οι ναυτικοί μπορεί να μιλάνε για ναυτικά με οποιονδήποτε και όχι κατεξοχήν με συντοπίτες τους, αλλά και πάλι: δεν απαντά ποτέ η περίπτωση κάποιος τόπος να βγάζει συχνά καράβια που να επανδρώνονται όλο (ή κυρίως) από ντόπιους, ώστε να συνιστά ακόμη και μέσα στη θάλασσα αυτόνομη γλωσσική κοινότητα;

    Με άλλα λόγια: είναι ποτέ πιθανό να πεις κάποια από όλες αυτές τις λέξεις σε άλλον ναυτικό και να μην καταλάβει, επειδή αυτός ονομάζει το αντικείμενο αλλιώς;

  120. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Kαι οι δεύτερες φωνές έχουν ψυχή. Λησμονημένες παρουσίες πίσω από μεγάλες επιτυχίες»
    «…Και μια που μιλάμε για «μικρολεπτομέρειες» στο λαϊκό τραγούδι να μιλήσουμε για τις δεύτερες φωνές, τα σεγόντα, που είναι άγνωστες, παραγκωνισμένες και αφημένες στην λήθη . . .»
    http://www.ictplus.gr/default.asp?pid=30&rID=52954&ct=3&la=1

    Εσπεράντο: segonta (eo) μέλλοντας της επιθετικής ενεργητικής μετοχής του ρήματος segi
    https://el.wiktionary.org/wiki/segonta

  121. Γς said

    Ωραίος ο Γιάνης Βαρουφάκης απόψε στη Βουλή.

    Ξεκαθαρίσε ότι δεν συμφωνεί με την μετατροπή της Βουλής από νομοθετικό σε δικαστικό όργανο. Και en passant έβαλε και τον Μοντεσκιέ να λέει ότι όταν συμπίπτει το εκτελεστικό και δικαστικό σώμα τότε περιορίζεται η ελευθερία.

    Για να το λέει ο Γιάνης έτσι θα είναι. Εγώ όμως ήθελα να το δω γραμμένο.
    Δεν το βρήκα. Ούτε σαν Apophtegme νι κομ apophegma.

    Δεν πειράζει. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών προέχει και να μην ψάχνομαι κι ευτελίσω την ντισκούρ α λα σαμπρ ντε Γιανί.

    « Πρώτον το βουλόμενον, δεύτερον τα περί τας αρχάς και τρίτον το δικάζον», λοιπόν κατά τον Αριστοτέλη.

    Τελικά όλα τα είπαν οι ΑΗΠ. Πάει και τελείωσε. Τις καρδιές μας θα χαλάσουμε τώρα; Είμαστε άντρες και τον λόγο μας τον κρατάμε.

    Σταυρίδης: Ποιος είναι εδώ;

    Γκιωνάκης: Εμείς οι δύο!

    Σταυρίδης: Άχου κάτι τσαχπινιές!

    Γκιωνάκης: Τι θέτε;… Θέτε τίποτα;

    Σταυρίδης: Έχεις μια πορτοκαλάδα ρε;

    Γκιωνάκης: Πορτοκαλάδα θέτε;

    Σταυρίδης: Ναι ρε.

    Γκιωνάκης: Από πορτοκάλια;

    Σταυρίδης: Όχι από μούσμουλα.

    Γκιωνάκης: Καλό.

    Σταυρίδης: Να που το ρίξαμε κι οι δυό τις τσαχπινιές και πως θα βγάλουμε άκρη…

    Γκιωνάκης: Ναι…

    Σταυρίδης: Φέρε μια πορτοκαλάδα ρε.

    Γκιωνάκης: Πορτοκαλάδα θέτε;

    Σταυρίδης: Πορτοκαλάδα… Λεμονάδα…

    Γκιωνάκης: Λεμονάδα θέτε;

    Σταυρίδης: Άντε λεμονάδα.

    Γκιωνάκης: Από λεμόνια;

    Σταυρίδης: Ώ ρε τι θα γίνω ‘γω με δαύτον! Ρε έχεις μια γκαζόζα;

    Γκιωνάκης: Γκαζόζα θέτε;

    Σταυρίδης: Γκαζόζα… σόδα…

    Γκιωνάκης: Σόδα θέτε;

    Σταυρίδης: Ω ρε τι θα γίνω εγώ με σένανε!

    Γκιωνάκης: Ε τι; μια μου λέτε λ…εμονάδα, μια π…ορτοκαλάδα, μια σ…όδα, ε τι θέτε;

    Σταυρίδης: Άκου δω! Μια κι έξω! Πορτοκαλάδα!

    Γκιωνάκης: Πορτοκαλάδα θέτε;

    Σταυρίδης: Αα στάσου ααα! Μη το ξαναπάμε απ΄ την αρχή!

    Γκιωνάκης: Πορτοκαλάδα θέτε;

    Σταυρίδης: Πορτοκαλάδα!

    Γκιωνάκης: Να σας δώκω

    Σταυρίδης: Άιντε δώκε μου τέλος πάντων να ξαμπερδεύουμε.

    Σταυρίδης: Ρε συ, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός είναι αυτός;

    Γκιωνάκης: Τσου. Έλληνας είναι!

    Σταυρίδης: Κατάλαβα… (βλέπει τα γάντια)

    Σταυρίδης: Αμάν! Ρε συ!

    Γκιωνάκης: Τι με θέτε;

    Σταυρίδης: Ποιος καθόταν εδώ;

    Γκιωνάκης: Πού;

    Σταυρίδης: Σ’ αυτό εδώ το τραπέζι.

    Γκιωνάκης: Στο τραπέζι;

    Σταυρίδης: Ναι.

    Γκιωνάκης: Κανένας. Κάθονται στα τραπέζια οι άνθρωποι; Χε χε…

    Σταυρίδης: Ποιος καθόταν εδώ μωρέ;

    Γκιωνάκης: Στο τραπέζι;

    Σταυρίδης: Όχι! Στις καρέκλες.

    Γκιωνάκης: Α! Στις καρέκλες! Στις καρέκλες μάλιστα. Αλλά εσείς μου λέτε στο τραπέζι. Στο τραπέζι δεν κάθονται οι άνθρωποι.

    Σταυρίδης: Ρε παναθεμά τον! Βρε λεβέντη μου σ΄ αυτές εδώ τις καρέκλες, που είναι και οι δυό πορτοκαλάδες, ποιος καθότανε;

    Γκιωνάκης: Εδώ;

    Σταυρίδης: Ναι!

    Γκιωνάκης: Που είναι και οι δυό πορτοκαλάδες;

    Σταυρίδης: Ναι!

    Γκιωνάκης: Ποιος καθότανε;

    Σταυρίδης: Ναι!!!

    Γκιωνάκης: Δεν ξέρω…

    Σταυρίδης: Πώς δεν ξέρεις; Πώς δεν ξέρεις δηλαδή;

    Γκιωνάκης: Ε πού θέλετε να ξέρω; Εγώ δεν ήμουνα εδώ. Η κυρά Θοδώρα ήτανε. Αλλά πάλι… δυο πορτοκαλάδες… ε, δυο θα ‘τανε. κάνα ζευγαράκι θα ‘τανε.

    Σταυρίδης: Ζευγαράκι ε;

    Γκιωνάκης: Ε, πώς; Έρχονται πολλά ζευγάρια εδώ.

    Σταυρίδης: Πολλά ε;

    Γκιωνάκης: Πολλά πολλά…

    Σταυρίδης: Και δε μου λες… Αυτό το ζευγαράκι που καθόταν εδώ στο τραπέζι…

    Γκιωνάκης: Στο τραπέζι;

    Σταυρίδης: Στις καρέκλες! Στις καρέκλες, πανάθεμά σε! Στις καρέκλες! Λοιπόν. Λέω, αυτό το ζευγαράκι που καθόταν εδώ…

    Γκιωνάκης: Στις… στις καρέκλες…

    Σταυρίδης: Στις καρέκλες! Στις καρέκλες! Πάει και τέλειωσε! Στις καρέκλες! Τις καρδιές μας θα χαλάσουμε τώρα;

    Γκιωνάκης: Μά’ιστα…

    Σταυρίδης: Είμαστε άντρες και τον λόγο μας τον κρατάμε.

    Γκιωνάκης: Μά’ιστα.

    Σταυρίδης: Στις καρέκλες!

    Γκιωνάκης: Μά’ιστα.

    Σταυρίδης: Τι μάλιστα μωρε;

    Γκιωνάκης: Ε, τί θέτε τώρα;

    Σταυρίδης: Μωρέ σε ρωτάω μωρέ… Αυτό το ζευγαράκι που καθόταν εδώ, που στο διάολο πάει τώρα;

    Γκιωνάκης: Ε, ζευγαράκι είναι… θα ‘χει πάει κατά τα πευκάκια.

    Σταυρίδης: Κατά τα πευκάκια;

    Γκιωνάκης: Ναι, τα ζευγαράκια την ημέρα τραβάνε κατά τα πευκάκια και το βράδυ κατά την αμμουδιά.

  122. Γς said

    Α, να βρήκαν une apophtegme de Charles-Louis de Secondat, Baron de La Brède et de Montesquieu

    Le souper tue la moitié de Paris, le dîner l’autre

    και θυμήθηκα το Γς-απόφθεγμα που σκάρωσα προχθές για την moitié d Athènes::

    https://sarantakos.wordpress.com/2019/10/01/october-8/#comment-608092

  123. gpoint said

    # 115

    Καλημέρα

    Ακριβώς όπως φανταζόμουνα η γραφή σου, Πέπε.
    Κοίταξε εγώ είμαι άσχετος από αυτά, η κρίση μου στηρίζεται στην λογική και όχι σε γνώσεις που οι περισσότερες- όσες προκύπτουν από μελέτη- αντανακλούν την άποψη του γράφοντος που εν συνεχεία -αν επικρατήσει- θεωρείται απόδειξη.
    Οπως έγραψα κάποιος που με είχε εντυπωσιάσει με το πάθος του για τα νησιώτικα μου είπε κάποια πράγματα που μετέφερα. Δεν είχα λόγους να αμφισβητήσω την ειλικρίνειά τους, περισσότερους από την υποψία πως κάποιοι τοπικοί οργανοπαίκτες θεωρούν αυθεντικό τον τρόπο που αυτοί παίζουν ένα σκοπό από τον τρόπο που έχει επικρατήσει, δηλαδή αν ο σκοπός βγήκε από τον τρόπο που παίζει την τσαμπούνα ή από την μελωδία των στίχων.
    Οσο για το αν οι περισσότεροι χαβάδες βγαίνουν από την Αμοργό, θα σου πω μια άλλη εμπειρία μου και κρίνε εσύ που αν δεν κάνω λάθος είσαι στην Κρήτη αν είναι αλήθεια ή όχι, ρωτόντας κι όχι κάνοντας έρευνα σε αρχεία.
    Σε γενικές γραμμές δεν μου άρεσε η κρητική μουσική. Εχοντας παντρευτεί συγγένισσα του Μουντάκη, έφαγα στην μάπα αρκετές ώρες το μονότονο παίξιμο της λύρας που μετά το πεντάλεπτο γινότανε ανυπόφορο σε μενα.( χώρισα, γι αυτό τα γράφω ). Γνωρισα έναν νεαρό -μηχανικό πάλι- Σφακιώτη που μου εξήγησε πως αυτός και η παρέα του παίζανε κρητική μουσική στα ξύλα, εννοείται χωρίς ύπαρξη λύρας και με μύησε σε κάποιους κρητικούς τραγουδιστές όπως αυτός από το βίδδεο που πραγματικά η μουσική τους μου άρεσε. Ο ίδιος μου είπε πως οι περισσότεροι κρητικοί σκοποί εκπορεύονται από έναν γέρο σφακιώτη ψαρά που επισκέπτονται οι τραγουδιστάδες (πριν 20 χρόνια, αυτά ) Η τότε ρεθεμνιώτισσα διευθύντρια στο σχολείο όταν της χάρισα το σιντί μου είπε πως αγνοούσε την ύπαρξη του τραγουδιστή Αλέξανδου Παπαδάκη

  124. gpoint said

    # 123

    Το βίδδεο με την Παλιά αγάπη τπυ Αλ. Παπαδάκη το είχα ανεβάσει στο κανάλι μου αλλά το βρήκα μαύρο. Κλικάροντας το έπαιξε κανονικά αντέγραψα την διεύθυνη και βγήκε ένα θεατρικό μου !!!!!
    Τώρα δεν το ξαναβρίσκω, ούτε το τραγούδι στο γιουτιούμπ. Το είχα ξαναανεβάσει εδώ, η Εφη-έφη ίσως το θυμάται

    Σε μια νέα ποσπάθεια μου βγήκε αυτό

  125. gpoint said

    # 124

    Ωραία, ανεστήθη ο λάζαρος !!!

  126. Γιάννης Ιατρού said

    124: Τζι, νάσαι καλά, με το βίντεο μου έφτιαξες την μέρα 👌😎

    ΥΓ: Θα λείπω καμιά βδομάδα… Τα λέμε 👍✌

  127. sarant said

    126 Όλα καλά, Γιάννη!

  128. gpoint said

    # 126

    Πας για ρεκτιφιέ ;

    Να επανέλθεις όσονούπω !!

  129. Γιάννης Ιατρού said

    127/128 : ναι, ευχαριστώ ☺

  130. Όλα καλά!

  131. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    126 Ώστε σου έφτιαξε τη μέρα, ε? Για κάτσε να ενημερώσω αρμοδίως να ακονίζεται η παντόφλα…😛

    Να πάνε όλα καλά γιατρέμ, οσοκουνούπω και σιδερένιος.

  132. Γς said

    Σιδερένιος Ντοκcteur!

    Κομ λα Τουρ Εφέλ

  133. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γιάννη, δέξου τὶς ὁλόθερμες εὐχές μας οἰκογενειακῶς.

    (Μόλις μπῆκα καὶ δὲν ξέρω ἂν σὲ πρόκανα. Οἱ εὐχές, πάντως, δὲν πᾶνε χαμένες.)

  134. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @119. Πέπε said:

    » Όλη αυτή η ναυτική
    ορολογία, και η υπόλοιπη (ορτσάρω, σιουντάρω…) είναι πανελλήνια; Δεν εξαρτάται από τοπικές διαλέκτους;

    Δὲν τὸ ἔχω μελετήσει ἐπισταμένως τὸ θέμα, ἀλλὰ πιστεύω, βάσει τῆς ἐμπειρίας μου ἀπὸ συζητήσεις μὲ θαλασσινοὺς σὲ διάφορα μέρη τῆς χώρας, πὼς ἡ βασικὴ ναυτικὴ ὁρολογία εἶναι πανελλήνια. Βέβαια, προσαρμόζεται στὴν ἐκφορὰ τοῦ λόγου τῆς κάθε περιοχῆς (ἐκθλίψεις, συνιζήσεις κλπ).

    Στὰ σχόλια 103 καὶ 110 ἀναφέρθηκα στὴν ὁρολογία τοῦ καρνάγιου, ποὺ ἀφορᾶ ἕνα σχετικὰ περιορισμένο κοινό, περισσότερο τοὺς καραβομαραγκοὺς καί, σὲ κάποιο βαθμό, τοὺς θαλασσινοὺς ποὺ παραγγέλουν ξύλινα σκάφη.

    Ὅπως διαπίστωσα ἀπὸ τὸ «Σημείωμα γιὰ τὴν κατασκευή μπρατσέρας», ποὺ ἀνέβασε ὁ Μπλόγκ στὸ 73, ἡ ὁρολογία τοῦ συριανοῦ καρνάγιου τὸ 1898 ἦταν σχεδὸν ἴδια μὲ αὐτὴν ποὺ ἄκουσα στὸ σπετσιώτικο καρνάγιο τὸ 1985.

  135. divolos said

    #118 Πέπε, πρώτα από όλα ευχαριστώ για το πολύ πολύ ενδιαφέρον λίνκ της διδακτορικής διατριβής. Οσό πρόλαβα να διαβάσω είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και είναι ευχάριστο που είναι διαθέσιμο και μπορεί ο καθένας να έχει πρόσβαση. Με τις διφωνίες και τα πρίμα σεκόντα προφανώς έχει γίνει μπέρδεμα. Μάλλον ο συγγραφέας του λίνκ που έβαλα εννοούσε τις δυτικού τύπου αρμονίες πρίμο σεκόντο (κι έστι το εξέλαβα κι εγώ και οι περισσότεροι φαντάζομαι που το διάβασαν) και όχι τις διφωνίες της παραδοσιακής μουσικής που με τόση λεπτομέρεια αναλύεις. Διαβάζοντας την ανάλυσή σου δεν νομίζω πως μπορεί να υπάρξει αντίλογος σ’ αυτά που λες. Άκου τώρα μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Το καλοκαίρι του 2008 πήγα φροσκοπαντρεμένος διακοπές στην Κάρπαθο. Είχα την τύχη τύχη να συνταξιδεύω με τον Μιχάλη τον αδερφό του Αντώνη, που έπαιζε λύρα στο καράβι. Έχοντας ήδη ακούσει και μαγευτεί από το περίφημο CD με τα Ολυμπίτικα όπου έπαιζε ο Αντώνης με τον Γιάννη Παυλίδη, με το που άκουσα λύρα κόλλησα πάνω του σαν βδέλα. Σε όλες τις διακοπές τον ακολουθούσαμε και σχεδόν κάθε μέρα το ξημερώναμε γιατί ήταν κι εποχή με πανηγύρια αλλά εκείνες τις μέρες γινότανε στο νησί και η 2η (νομίζω) συνάντηση τσαμπούνας, χώρια τα μεσημέρια στον καφενέ του Αντώνη όπου μετά τα πρώτα τσίπουρα στήνονταν κι ένα γλεντάκι με αυτοσχέδιες μαντινάδες. Εκεί γνώρισα κι άλλους τρελαμένους που προσπαθούσαν να μυηθούν στις μουσικές και τους χορούς της Καρπάθου (της Ολύμπου δηλαδή), ο Μιχάλης με είχε συστήσει σε ένα σωρό κόσμο . Φεύγοντας, εκτός από όλα τα CD που κυκλοφορούσαν, βιβλία, βιντεοταινίες, μια λύρα και παρατρίχα και μιά τσαμπούνα του Αντώνη που πήρα μαζί, ότι σχετικό με Κάρπαθο εύρισκα στο διαδίκτιο το παρακολουθούσα. Έτσι παρακολουθούσα και για λίγο καιρό ένα ιστολόγιο που λεγόταν Καρπάθικα ημερολόγια. Χρόνια μετά παρακολουθώ το παρόν ιστολόγιο κι όποτε σχολιάζει ο Πέπε που φαίνεται μουσικά καταρτισμένος τον διαβάζω με προσοχή. Φαντάσου την έκπληξή μου σήμερα όταν οι δύο ηλεπερσόνες με έναν από τους τρελαμένους που γνώρισα στην Κάρπαθο ενώθηκαν σε ένα και το αυτό πρόσωπο!!!

  136. Πέπε said

    135:
    Δηλαδή μου λες ότι έχουμε συναντηθεί; Ωραία ιστορία! 🙂

    Όλη αυτή τη φάση που περιγράφεις την πέρασα μερικά χρόνια νωρίτερα, σχεδόν βήμα προς βήμα ίδια. Κι εγώ την έβγαζα νυχθημερόν στου Αντώνη, κι εγώ έφυγα το πρώτο καλοκαίρι φορτωμένος με σιντί και βιβλία, κι ένα μονοτσάμπουνο (αργότερα μες στον χειμώνα παρήγγειλα μια τσαμπούνα από τον Αντώνη), κλπ..

    Ο Αντώνης συχωρέθκε, δεν ξέρω αν το ξέρεις…

  137. divolos said

    Ναι, είχαμε συναντηθεί, νομίζω μας σύστησε κιόλας ο Μιχάλης, μας έλεγε που μάθαινες τσαμπούνα, εγώ είχα κολλήσει με την λύρα. Επειδή ήταν κι εκείνη η συνάντηση τσαμπούνας εκείνες τις μέρες και κάτι πανηγύρια, όλο ο ένας πάνω στον άλλο έπεφτε. Μόλις είδα τις φωτο στη διατριβή αμέσως σε θυμήθηκα.
    Ναι έμαθα για τον Αντώνη. Ποιός ξέρει, όλο και για κάποιους μερακλήδες θα παίζει τσαμπούνα εκεί που είναι, έτσι μερακλήδικα όπως μόνο αυτός ήξερε…
    ΥΓ Προσπαθώ να βάλω και μια φωτογραφία από τον καφενέ του Αντώνη τιμής ένεκεν, αλλά δεν μπορώ να τα καταφέρω. Με copy paste πάντως δεν γίνεται

  138. sarant said

    137 Πρέπει να την ανεβάσεις κάπου και να δώσεις το λινκ

    Ή να μου τη στείλεις με μέιλ στο sarant@pt.lu και να την ανεβάσω εγώ

  139. Πέπε said

    Καλοκαίρι του 2008 είχα μόλις τελειώσει τη θητεία μου στο σχολείο της Καρπάθου (είχα μείνει 4 χρόνια). Άρα, μόλις έφυγα από κάτοικος ξανάρθα σχεδόν αμέσως διακοπές. Λέω «άρα» γιατί δεν τα θυμάμαι πλέον ακριβώς, τα συμπεραίνω από αυτά που μου θύμισες εσύ!

    Και τελικά έμαθες λύρα;

    Αθήνα μένεις Δίβολε; Το ξέρεις ότι αυτό το ΣΚ έχει στην Αθήνα τη λεγόμενη Παγκυκλαδική τσαμπουνοσύναξη; Είναι αυτή -αν έχεις ακούσει- που γίνεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή,κανονικά σε κάποιο νησί (συνήθως Κυκλάδες αλλά έχει γίνει και στην Ικαρία και αλλού). Φέτος είχε κάτι προβλήματα, δε βγαίναν τα λεφτά, τέλος πάντων μην επεκταθούμε εδώ, και αντί της κανονικής συνάντησης γίνεται μια πιο περιορισμένη στην Αθήνα.

  140. Κουτρούφι said

    #135 κλπ

    Μικρός μικρός ανέβηκες απάνω στο τραπέζι
    κι ακούω του δασκάλου σου τις πιαυλές που παίζει

  141. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  142. sarant said

    139 Τσαμπουνοσύναξη, φοβερό!

  143. Πέπε said

    140

    Απίστευτο βίντεο!!

    Ο λυράρης, που λέει και τη μαντινάδα με το τραπέζι, είναι ο Μιχάλης που αναφέρθηκε σε προηγούμενα σχόλια. Την απευθύνει στον πιτσιρικά που παίζει τσαμπούνα. «Επάνω στο τραπέζι» είναι η θέση των οργανοπαιχτών. Σε κάθε πανηγύρι, οι οργανοπαίχτες μπορούν να είναι οποιοιδήποτε, δεν υπάρχει συμφωνία με κάποιους συγκεκριμένους, αλλά για ν’ ανέβεις πρέπει να είσαι αποδεκτός από την κοινότητα, η οποία είναι εξαιρετικά απαιτητική και δε θα ανεχτεί αρχαρίους: όταν η ίδια θέλει να χορέψει, δεν είναι η ώρα να κάνει δοκιμές και ασκήσεις ένας που δεν είναι ακόμη έτοιμος. Ο Μιχάλης λοιπόν υποδέχεται στο τιμητικό αυτό τραπέζι, στο οποίο ο ίδιος κάθεται γύρω στον μισό αιώνα, τον νεαρό που κατάφερε να κατακτήσει νωρίς αυτή την τιμητική θέση.

    Οι «πιαυλές» είναι για την τσαμπούνα αυτό που θα λέγαμε π.χ. «πενιές» για το μπουζούκι, άρα του λέει «σ’ ακούω κι είναι σαν ν’ ακούω τις πενιές του δασκάλου σου». Ο δάσκαλός του εντωμεταξύ (όπως μας πληροφορούν τα γράμματα στο σημείο όπου ανοίγει το βίντεο) ήταν ο αδελφός του Μιχάλη, ο Αντώνης (ένας τεράστιος μουσικός, παρεμπιπτόντως), που ήταν ήδη συχωρεμένος όταν έλαβε χώρα το στιγμιότυπο. Και την ώρα που μ’ αυτή τη μαντινάδα ο Μιχάλης κάνει -εκτός από την υποδοχή του νέου- ένα αστραπιαίο μνημόσυνο του αδελφού του, ο σκηνοθέτης αλλάζει την εικόνα και μας βάζει τον ίδιο τον Αντώνη να παίζει, με τον Μιχάλη κι αυτός, ενώ ο ήχος που ακούμε εξακολουθεί να είναι του μικρού.

  144. Divolos said

    # 138 Θα το προσπαθήσω να την ανεβάσω το βράδυ μέσω λινκ, αλλά το βλέπω να την στέλνω στο τέλος με μέιλ.

    #139 Ωραία θα είναι η τσαμπουνοσύναξη αλλά όχι δεν μένω Αθήνα, μένω Βόλο, έχω και δυό πιτσιρίκια, οπότε δύσκολες πια και οι εξορμήσεις Αθήνα για «πολιτιστικό διήμερο» που συνηθίζαμε παλιότερα.
    Με την Καρπάθικη λύρα δεν τα κατάφερα. Δεν είχα και κανένα κοντά να μου δείχνει, έφυγε κι ο ενθουσιασμός. Τρία τέσσερα καρπάθικα όλα κι όλα κι αυτά αγνώριστα από την κακοποίηση. Γνώρισα όμως έτσι τις λύρες, πήρα μετά μια πολίτικη, έκανα και μερικά μαθήματα και τώρα χαζοπαίζω. Μην φανταστείς σπούδαια πράγματα, αυστήρα μόνο για την παρέα (δεν είμαι και για παραπέρα). Σκαλίζω κι έναν ταμπουρά, γενικώς παιδεύομαι με τα μόρια και τα μακάμια. Πάρα πολύ ενδιαφέρουσα η διατριβή σου, την διαβάζω από χθες, μου λύθηκαν και κάποιες απορίες που είχα χρόνια για την θρακιώτικη λύρα και πιστεύω ότι θα διαβάσω πολλά ακόμη ενδιαφέροντα πράγματα που αγνοούσα. Εσύ βλέπω στο βιντεάκι μια χαρά με την τσαμπούνα, μπράβο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: