Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το πέναλτι (διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2019


Ανακοινώθηκαν προχτές τα Νόμπελ Λογοτεχνίας, οπότε σήμερα, που έχουμε θέμα λογοτεχνικό, θα έπρεπε κανονικά να βάλουμε κάτι σχετικό. Ωστόσο, παρόλο που, κατά μοναδική ως τώρα εξαίρεση, φέτος απονεμήθηκαν δύο βραβεία (διότι πέρυσι δεν είχε γίνει απονομή), δεν είμαι σε θέση να βάλω ένα κείμενο είτε του Πέτερ Χάντκε είτε της Όλγας Τοκάρτσουκ -η δεύτερη δεν νομίζω καν να έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας, αλλά ούτε και του Χάντκε έχω πρόχειρο κάποιο λογοτεχνικό κείμενο.

Συνειρμικά όμως, το σημερινό ελληνικό διήγημα έχει κάποια σχέση με τα Νόμπελ. Το γνωστότερο, έστω και ως τίτλος, βιβλίο του Πέτερ Χάντκε είναι «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι». Και το σημερινό διήγημα όχι μόνο έχει τίτλο «Το πέναλτι» αλλά και εστιάζεται, ακριβώς, στην αγωνία και στο ηθικό δίλημμα ενός τερματοφύλακα πριν απο το χτύπημα ενός πέναλτι.

Κι άλλη μια φορά έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει στη Δράμα.

Το πέναλτι

Στον Κώστα Τρ.

Τον τρίτο χρόνο στο Στρασβούργο, όταν πια οι σπουδές μας είχαν μπει σε ρέγουλα και κάπως είχαμε χορτάσει τα πάρε δώσε με διάφορες κοπέλες -άλλες όμορφες, άλλες συμπαθητικές κι άλλες ανάξιες λόγου, κοπέλες με τις οποίες ξαπλώναμε χωρίς επιλογή, χωρίς κριτήρια, σαν τους πρωτάρηδες κυνηγούς που τουφεκάν στον κάμπο ό,τι πετά μπροστά τους, κι αυτό όχι μόνο επειδή είχαμε επηρεαστεί από τη σεξουαλική ελευθερία στη Γαλλία αλλά κι εξαιτίας της στέρησης που κουβαλούσαμε απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, τα οποία τα είχαμε περάσει στις επαρχιακές μας πόλεις με χίλιες δυο απαγορεύσεις και ελάχιστα επιτρέπεται- έρχεται ένα μεσημέρι ο Γιάννης, συγκάτοικος, συμφοιτητής μου και μετέπειτα κουμπάρος μου, και μου λέει: «Υπάρχει μια ομάδα που θα παίξει στη Δ’ Ερασιτεχνική, στο τοπικό πρωτάθλημα, και ψάχνει νέους ποδοσφαιριστές. Έχουν γήπεδο με χόρτο, αποδυτήρια με ζεστό νερό, μετά τις προπονήσεις μοιράζουν στους ποδοσφαιριστές τσάι με κανέλα… τι λες, πάμε;». Η πρότασή του μ’ ενθουσίασε, γιατί και οι δύο λατρεύαμε την μπάλα και, όσο ήμασταν στην Ελλάδα, παίζαμε εκείνος σε μια ερασιτεχνική ομάδα της Κομοτηνής κι εγώ τερματοφύλακας στους έφηβους της Δόξας Δράμας.

«Υπάρχει όμως ένα μικρό προβληματάκι», συνέχισε.

Και «μικρό» και «προβληματάκι», κάποιον λάκκο έχει η φάβα, σκέφτηκα. «Την ομάδα την έχουν Τούρκοι».

«Τι θα πει την ομάδα την έχουν Τούρκοι;».

«Θα πει ότι οι πιο πολλοί ποδοσφαιριστές είναι φοιτητές απ’ την Τουρκία· κι ο πρόεδρος και ο προπονητής είναι κι αυτοί Τούρκοι», μ’ απάντησε. Το σκέφτηκα από δω, το σκέφτηκα από κει, του λέω: «Εμείς μπάλα θα παίζουμε, δεν θα κάνουμε εξωτερική πολιτική. Κι άμα διαπιστώσουμε ότι κάτι πάει στραβά, τα παρατάμε και φεύγουμε».

Το επόμενο απόγευμα, ημέρα Σάββατο, πήγαμε στα γραφεία του συλλόγου -καπνίλα από χειροποίητα τσιγάρα να μη βλέπεις στο ένα μέτρο, η τουρκική σημαία κρεμασμένη σ’ ένα κοντάρι, και στους τοίχους κολλημένες φωτογραφίες της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, αλλά και της Γαλατα- σαράι και της Μπεσίκτας- και ομολογουμένως αισθανθήκα με άσκημα. Μας ρώτησαν σε ποια ομάδα αγωνιζόμασταν, τι κατηγορία ήταν, τι θέση παίζαμε και άλλα τέτοια. Ακούγοντας πως εγώ ήμουν τερματοφύλακας, έβλεπαν ότι είχα κι ένα ενενήντα ύψος, μου λένε: «Εσένα σε θέλουμε οπωσδήποτε». Και μας φανέρωσαν ότι στη θέση 1 είχαν πρόβλημα μεγάλο, γιατί την κάλυπτε ένας κοντόχοντρος χασάπης που καταγόταν απ’ τη Ραιδεστό και ήταν 38 ετών. Στους δε μισούς αγώνες της προηγούμενης χρονιάς τούς είχε κρεμάσει απ’ το τσιγκέλι.

Γυρίζοντας το βράδυ στο διαμέρισμά μας πέσαμε σε συλλογή, να πάμε, να μην πάμε, τι θα έλεγαν οι φίλοι μας και οι γνωστοί μας… Τελικά την επόμενη Δευτέρα, να ’μαστε στην προπόνηση, όπου μας περίμενε νέα δυσάρεστη έκπληξη. Στις φανέλες της ομάδας υπήρχε ένα σηματάκι με την ημισέληνο. Λέω του προπονητή: «Εμείς θα φύγουμε, την τουρκική σημαία δεν μπορούμε να τη βάλουμε στο στήθος». Ήταν και σχετικά φρέσκα τα γεγονότα με την εισβολή στην Κύπρο και τις παραβιάσεις στο Αιγαίο, τότε που ο Παπανδρέου φώναζε «Βυθίσατε το Χόρα».

0 προπονητής της ομάδας, μεγάλο τσακάλι, μας λέει: «Μισό λεπτό», και πάει και τηλεφωνεί στον πρόεδρο. Κι εκείνος δίνει εντολή στις δικές μας φανέλες να μην υπάρχουν σηματάκια.

Εντέλει ενταχθήκαμε στο τιμ που είχε τ’ όνομα «Αναντολού Στρασμπούργκ». Εγώ στην ενδεκάδα ήμουν αναντικατάστατος, τον δε Γιάννη τον χρησιμοποιούσαν στα χαφ, με αναλογία τρεις αγώνες εκτός δεκαεξάδας και μία στον πάγκο, αναπληρωματικός. Ως εκ τούτου, έκανε συνεχώς παράπονα για τον προπονητή, που κοροϊδευτικά τον αποκαλούσε «Μεσιέ Τσαλίμ», γιατί στις προπονήσεις συνέχεια του φώναζε: «Γιάννη, τσαλίμ γιοκ, αραλίκ γιοκ, μπε…» και άλλα παρόμοια.

Στη διάρκεια εκείνης της πρώτης χρονιάς κάναμε 5 νίκες, 2 ισοπαλίες και 14 ήττες, παρόλο που εγώ ήμουν ένας απ’ τους καλύτερους τερματοφύλακες της κατηγορίας. Τα άσκημα αποτελέσματα οφείλονταν στο ότι στην ομάδα υπήρχε απροπονησία κι έλλειψη σοβαρότητας· πολλές φορές κάποιοι λογόφερναν και πιάνονταν στα χέρια για το τίποτε, ο καθένας ερχόταν κι έφευγε όποτε ήθελε και, μόνο όταν ο πρόεδρος μας έκανε τραπέζι, δεν έλειπε κανείς· με άλλα λόγια, οι Τούρκοι ήταν χειρότεροι κι από Έλληνες.

Παρά ταύτα, πρόβλημα να υποβιβαστούμε δεν είχαμε, γιατί, απλούστατα, παρακάτω κατηγορία από αυτήν όπου παίζαμε δεν είχε· υπήρχε όμως ενδιαφέρον στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, και όποια ομάδα τερμάτιζε πρώτη θ’ ανέβαινε στη Γ’ Ερασιτεχνική. Κατά τ’ άλλα, με τους συμπαίκτες μας είχαμε καλές σχέσεις, προσεκτικοί εμείς απέναντι τους κι εκείνοι απέναντι μας, και είχαμε και κάποια «τυχερά»· για παράδειγμα, από τον κύκλο τους γνώρισα κι έπιασα φιλενάδα μια Τουρκαλίτσα από την Άγκυρα που την έλεγαν Αϊσέ, πρόσωπο καθαρό και σώμα με μπόλικα πιασίματα, μόνο που κάποια στιγμή ήρθε ο αδερφός της, με απείλησε κι αποτραβήχτηκα.

Άνοιξη του 1986 και στον τελευταίο αγώνα της σεζόν θα φιλοξενούσαμε μια ομάδα στην οποία έπαιζαν κάνα δυο παιδιά από την Τένεδο κι άλλοι δυο τρεις απ’ την κυρίως Ελλάδα. Το όνομά της ήταν «Ελλάς-Μπίζβιλερ». Η «Ελλάς» έπρεπε να κερδίσει μέσα στην έδρα μας για να πάρει το πρωτάθλημα και ν’ ανεβεί κατηγορία. Και ήταν, κατά γενική ομολογία, η καλύτερη απ’ όλες τις ομάδες της περιοχής μας, και στον αγώνα που είχαμε δώσει στην έδρα της, τον πρώτο γύρο, είχαμε χάσει τέσσερα-μηδέν.

Παραμονή του ματς ήρθαν στο σπίτι μας δυο ποδοσφαιριστές της Μπίζβιλερ, ένας Σαλονικιός, που τον έλεγαν Γεράσιμο και ήταν φόλα Παοκτσής, κι ένας από τη Λάρισα, που τον αποκαλούσαν «Τάκης ο Πελέ». Μας λένε: «Πατριώτες, έτσι κι αλλιώς θα κερδίσουμε, αλλά κάντε κι εσείς μια αβάντα, για να μη γίνει κάνα απρόοπτο». Και μας φανέρωσαν ότι στο κόλπο ήταν και ο προπονητής μας, που θα έβαζε στην ενδεκάδα μας τους πιο ντεφορμέ παίχτες, με τη δικαιολογία ότι τέλειωνε το πρωτάθλημα και θα έπρεπε να παίξουν κι αυτοί.

Ο Γιάννης δεν ενοχλήθηκε απ’ όσα μας πρότειναν και μάλλον χάρηκε, γιατί θα ήταν βασικός σ’ έναν αγώνα που το γήπεδο θα είχε μπόλικο κόσμο. Εγώ όμως τους είπα: «Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Έχουμε και φιλότιμο και αξιοπρέπεια».

Γυρίζει τότε ο Γεράσιμος και μου λέει: «Δηλαδή, ρε, για να φανείτε εντάξει στα Τουρκάκια θα προσπαθήσετε να κάνετε ζημιά σ’ εμάς, που αυτή τη στιγμή έχουμε ανάγκη τους βαθμούς;».

Τι μ’ έπιασε και του λέω: «Γεράσιμε, το 1963 η Δόξα Δράμας για να μείνει στην Α’ Εθνική Κατηγορία έπρεπε τελευταία αγωνιστική να κερδίσει τον ΠΑΟΚ μέσα στην Τούμπα. Και πήγαν οι δικοί μας και ζήτησαν “επισήμως” τον αγώνα· ξέρεις τι απάντηση πήραν; “Αν μας δώσετε τζάμπα τον Τσοκαταρίδη, θα κάτσουμε να χάσουμε”. Και ήταν ο Τσοκαταρίδης ο καλύτερος ποδοσφαιριστής μας και το πρώτο όνομα για τις μεταγραφές· και η Δόξα λογάριαζε ότι θα τον πουλούσε και θα ξεχρέωνε τη χρονιά».

«Εντέλει;», ρώτησε ο Τάκης.

«Εντέλει ο αγώνας παίχτηκε στα ίσα, χάσαμε 3-2, κι αντί για μας, που ήμασταν Βορειοελλαδίτες, σώθηκε το παραμάγαζο του ΠΟΚ, ο Ατρόμητος».

Τότε ο Γεράσιμος μου λέει: «Τι σχέση έχει, ρε, αυτή η ιστορία, με αυτό που εμείς σας ζητάμε να κάνετε;».

«Πώς δεν έχει σχέση, ρε Γεράσιμε!», του λέω. «Πώς δεν έχει σχέση!», και το είπα δύο φορές, γιατί κι ο ίδιος κατα-λάβαινα ότι οι δύο περιπτώσεις δεν έμοιαζαν πολύ. Εκ των υστέρων όμως, όταν πια είχαν φύγει, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να τους πω ότι στο ποδόσφαιρο οι συγγένειες, οι εθνικότητες και άλλα τέτοια δεν μετρούν κι ότι το άθλημα έχει τις δικές του λογικές και τη δική του ηθική. Πράγματα που ήτανε πασίδηλα, αλλά δεν τα είπα.

Σηκώθηκαν λοιπόν να φύγουν, κι επειδή κάτι μ’ ενοχλούσε στον τρόπο που τους μίλησα, τους λέω: «Αν πάντως κερδίσετε πέναλτι, να ξέρετε… εγώ πέφτω πάντα στην αριστερή μου πλευρά». Και το είπα για να μη φύγουν με άδεια χέρια, αλλά κι επειδή απ’ όσα πέναλτι είχαν χτυπήσει οι αντίπαλοί μας δεν είχα πιάσει ούτε ένα και όλα είχαν μπει γκολ.

Με κοίταξαν και οι δύο απορημένοι. «Αυτό το λες σοβαρά ή για να μας παρηγορήσεις;», ρώτησε ο Πελέ.

«Το λέω τόσο σοβαρά, όσο και τ’ άλλα που είπαμε!», τους απάντησα.

«Κάτι είναι κι αυτό», μας χαιρέτησαν και έφυγαν. Και το είπαν έτσι, γιατί, άμα έχεις την ανάγκη κάποιου, κρατιέσαι να μην τον βρίσεις, όσο κι αν το θέλεις.

Την επομένη ο καιρός έκανε μιαν απότομη αλλαγή κι έγινε χειμωνιάτικος. Και την ώρα που προθερμαινόμασταν είδα στις ξύλινες κερκίδες, κάτω απ’ το μικρό υπόστεγο, την Αϊσέ, που είχε βάψει ξανθά τα μαλλιά της και θύμιζε από μακριά την Κατρίν Ντενέβ. Ήθελα να τη χαιρετήσω, αλλά στο πλάι. ήταν ο αδελφός της και κρατήθηκα. Η παρουσία της όμως με ντοπάρισε κι αποφάσισα στον αγώνα να τα δώσω όλα. Επιτέλους, σε κανέναν δεν χρωστούσα τίποτε.

Λίγο πριν από την έναρξη του ματς, έπιασε αέρας κι άρχισε να βρέχει δυνατά· ο αγωνιστικός χώρος μάζεψε νερά, με αποτέλεσμα, όταν αρχίσαμε να παίζουμε, αλλού η μπάλα να κολλά κι αλλού να φεύγει σαν βολίδα. Η συγκυρία αυτή εμάς μας ευνοούσε, γιατί οι αντίπαλοί μας υπερτερούσαν και σε ατομική τεχνική και σε ταχύτητα. Με την κατάσταση όμως στην οποία περιήλθε ο αγωνιστικός χώρος, ούτε οι ντρίπλες έπιαναν ούτε οι πάσες έφταναν στον αποδέκτη τους, με άλλα λόγια εμείς κι εκείνοι γίναμε σχεδόν ίσοι. Και βέβαια, κάνα δυο φορές κάποιοι δικοί τους παίχτες βγήκαν μόνοι μπροστά στην εστία μας, αλλά στάθηκα τυχερός και πέφτοντας απόκρουσα την μπάλα με το σώμα. Έτσι φτάσαμε στο ενενηκοστό λεπτό και το αποτέλεσμα παρέμενε μηδέν-μηδέν.

Τότε, σε μια από τις τελευταίες επιθέσεις τους ο διαιτητής έδωσε πέναλτι σε βάρος μας. Συγκεκριμένα, μπήκε ο σέντερ φορ τους στη μεγάλη μας περιοχή και ο Γιάννης, τελείως αψυχολόγητα, του ρίχνει μια κλοτσιά από πίσω και τον γκρεμίζει καταγής. Αμέσως ο διαιτητής σφύριξε την εσχάτη των ποινών και τον δικό μας τον απέβαλε με κόκκινη κάρτα.

Εμείς παγώσαμε, κάποιοι απ’ τους συμπαίχτες μας σωριάστηκαν ξεθεωμένοι στο χορτάρι και κάνα δυο μουρμούρισαν βρισιές και υπονοούμενα στα τούρκικα, παρόλο που ο Γιάννης ήταν σε όλο το ματς ο καλύτερος παίχτης μας. Έτρεχε ασταμάτητα, έκοβε, μοίραζε μπαλιές, κι όλα αυτά για να δείξει ότι αδίκως ο προπονητής δεν του είχε δώσει ευκαιρίες το προηγούμενο διάστημα.

Πλέον, στεκόταν αποσβολωμένος και αμίλητος, κοντότερος κι απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα, και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τη βλακεία που είχε κάνει. Τον πλησίασα, τον αγκάλιασα προστατευτικά και του είπα στα ελληνικά: «Μη στενοχωριέσαι! Όλοι ξέρουν ότι δεν το έκανες εσκεμμένα!».

«Ποιος το πιστεύει αυτό εκτός από σένα;», φαινόταν έτοιμος να καταρρεύσει. «Αν το πιστεύω εγώ», του ξαναείπα, «μη σε νοιάζει ακόμα κι αν δεν το πιστεύει κανένας άλλος!».

Εντέλει με σκυμμένο το κεφάλι κατευθύνθηκε στ’ αποδυτήρια κι εγώ γεμάτος υπερένταση πήγα και στάθηκα στη μέση της εστίας μου. Τότε αντιλήφθηκα ότι το πέναλτι θα το εκτελούσε ο Τάκης ο Πελέ, που μάλιστα δεν με κοιτούσε στα μάτια, τάχα για να μην τον ψυχολογήσω προς τα πού θα σούταρε.

Εκείνη τη στιγμή βρέθηκα σε μεγάλο δίλημμα. Αν το πέναλτι δεν το είχε κάνει ο Γιάννης, θα έπεφτα, όπως τους είχα πει, αριστερά. Έτσι όμως που είχαν γίνει τα πράγματα, ήθελα να το πιάσω για να ξεπλύνω τον συγκάτοικό μου αλλά κι επειδή στην κερκίδα ήταν η Αϊσέ. Και θα μπορούσα να το πιάσω, γιατί ο αντίπαλός μου, ξέροντας ότι θα κινηθώ αριστερά, θα το βαρούσε δεξιά. Άρα, αν έπεφτα από κει, θα χα τις πιθανότητές μου. Από την άλλη, αυτό θα ήταν πρόστυχο από μέρους μου.

Για να κερδίσω χρόνο και ν’ αποφασίσω τι έπρεπε να κάνω, πήγα και πήρα την μπάλα από την άσπρη βούλα, την έφερα στο στήθος μου και τη ζούπηξα, σαν για να δω αν ήταν φουσκωμένη. Αμέσως δημιουργήθηκε εκνευρισμός και ο διαιτητής μού έδειξε κίτρινη κάρτα. Ξαναστήθηκα κάτω από τα γκολπόστ και περίμενα.

Ξαφνικά άρχισα να χαμογελώ. Σκέφτηκα πως, κι αν έτρωγα το γκολ, κανείς δεν θα με κατηγορούσε ούτε η ομάδα μου θα είχε κάποια επίπτωση. Αν όμως ο Τάκης δεν το έβαζε;

«Τάκη», του φώναξα στα ελληνικά, «άμα το χάσεις, θα σε γδάρουν οι δικοί σου!».

Ο διαιτητής, χωρίς να έχει καταλάβει τι είπα, ήρθε και μου έκανε παρατήρηση. «Την επόμενη φορά θα σε αποβάλω», με απείλησε. Μόλις έφυγε από μπροστά μου, είδα επιτέλους αυτό που ήθελα να δω. Ο Πελέ είχε χάσει το χρώμα του και είχε καταληφθεί από μεγάλη νευρικότητα. Καθώς τον κοίταζα, έγειρε το κεφάλι του δυο τρεις φορές δεξιά κι αριστερά, σαν να’ χε πάθει νευροκαβαλίκεμα, κι έπειτα γονάτισε, ξέλυσε και ξανάδεσε το κορδόνι του παπουτσιού του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι, όπως και να έπεφτα, το πέναλτι δεν θα γινόταν γκολ. Γιατί, αν αυτός που το χτυπά φοβάται και τρέμει, η μπάλα «επηρεάζεται» και δεν καταλήγει στα δίχτυα. Κι ακόμα κι αν ο τερματοφύλακας, ο όποιος τερματοφύλακας, σταθεί ακίνητος, εκείνη πάει και χτυπά πάνω του.

Εντέλει ο Πελέ πήρε φόρα και σούταρε με δύναμη.Έπεσα αριστερά, όχι μόνο επειδή το είχα δηλώσει, αλλά κι επειδή η αριστερή ήταν η καλή μου πλευρά. Αλλά κι ο Τάκης, μάλλον εξαιτίας της απόδοσης που εγώ και ο Γιάννης είχαμε σε όλο τον αγώνα, υποθέτοντας ότι δεν θα τηρούσα την υπόσχεσή μου και θα τους ξεγελούσα, άρα θα έπεφτα δεξιά, σημάδεψε την αριστερή μου γωνία κι έστειλε τη μουσκεμένη μπάλα, φτιαγμένη από μικρά, ασπρόμαυρα, καλοραμμένα εξαγωνάκια, να χτυπήσει πάνω μου και να φύγει κόρνερ.

Μόλις τελείωσε ο αγώνας, άρχισαν τα όργανα. Οι αντίπαλοί μας, και κυρίως οιΈλληνες του Μπίζβιλερ, έπεσαν να μας φάνε, σαν να φταίγαμε εγώ κι ο Γιάννης που εκείνοι δεν μπόρεσαν να βάλουν γκολ. «Προδότες, γενίτσαροι…», μας έβριζαν κι εμείς είχαμε κατεβάσει το κεφάλι και δεν απαντούσαμε. Το παράδοξο ήταν ότι οι συμπαίχτες μας, αντί να μας υπερασπιστούν, έκαναν διάλογο μαζί τους και τους διαβεβαίωναν ότι εκείνοι δεν είχαν κανένα λόγο να μη τους δώσουν τον αγώνα, αλλά εγώ κι ο Γιάννης τον είχαμε κάνει ντέρμπι.

Στα αποδυτήρια ο προπονητής ήρθε και μας αγκάλιασε μπροστά σε όλους τους άλλους. Κι εκεί που περιμέναμε ότι θα μας επαινούσε και θα μας έδινε συγχαρητήρια, είπε στα γαλλικά: «Αυτός ο αγώνας… ας θεωρήσουμε ότι ήταν μια κακή παρένθεση και πάει». Με άλλα λόγια, η χειρονομία του ήταν ένδειξη συμπαράστασης, επειδή οι αντίπαλοι μας έβριζαν, κι όχι αναγνώριση του ότι είχαμε σταθεί στο ύψος μας.

Κάναμε μπάνιο και, αφού περιμέναμε ν’ αδειάσουν τα αποδυτήρια, ξεκινήσαμε τελευταίοι να γυρίσουμε στο διαμέρισμά μας. Ένας γνωστός μάς πήρε με το αυτοκίνητό του κι από λεπτότητα, επειδή δεν ήξερε ελληνικά κι εγώ καθόμουν μπροστά, ενώ ο Γιάννης πίσω, στη διαδρομή δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι ο Γιάννης έριξε το σακβουαγιάζ του στο πάτωμα, του τράβηξε ένα σουτ και το έστειλε πέντε μέτρα μακριά.

«Μην κάνεις έτσι», του είπα. «Μετά από την απόκρουση του πέναλτι κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί σου».

«Εγώ του χρόνου δεν ξαναπαίζω σ’ αυτή την κωλομάδα!», φώναξε. «Θα υπογράψω δελτίο αλλού!».

Κάθισα στον καναπέ κι άρχισα να ξεδένω τα παπούτσια μου.

«Εσύ τι θα κάνεις;», με ρώτησε.

«Θα το σκεφτώ και θ’ αποφασίσω», του απάντησα.

Με νευρικές κινήσεις έβγαλε απ’ το μπουφάν του τα τσιγάρα του κι άρχισε να καπνίζει. «Κώστα», είπε κομπιάζοντας. «Τα πράγματα δεν έγιναν όπως θα θέλαμε να γίνουν».

«Τι εννοείς;», τον ρώτησα.

«Εγώ ήθελα και να παίζαμε οι δυο μας καλά, και να ήμασταν “καθαροί”, και να νικούσαν τα παιδιά, ώστε να γινόταν η δουλειά τους. Τότε θα ήταν όλα εντάξει».

«Έχω έναν ξάδερφο», του απάντησα, «που λέει συχνά: Εμ το λιλί στο “τουτί”, εμ η ψυχή στον παράδεισο, δεν γίνεται! Από την άλλη… σε αυτά που είπες έχεις κάποιο δίκαιο».

«Και βέβαια έχω δίκαιο!», πήρε θάρρος. «Κώστα… Το πέναλτι το έκανα επίτηδες». Τον κοίταξα να δω αν μιλούσε σοβαρά. «Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι έπρεπε να πάρω την ευθύνη επάνω μου, έπρεπε να το κάνω».

«Αφού δεν μπήκε γκολ, τι το συζητάς;», του απάντησα.

Ξαφνικά τα μάτια του άρχισαν να πετούν σπίθες. Γκαρίζοντας μου λέει: «Αυτό όλο κι όλο έχεις να μου πεις; Ότι… κάνε εσύ μαλακίες και τις διορθώνω εγώ;».

«Τι άλλο ήθελες να πω;».

«Καλύτερα να μ’ έβριζες, ρε, να μου έδινες μπουνιά, να μη μου ξαναμιλούσες ποτέ! Αλλ’ αυτήν την ανωτερότητα που δείχνεις δεν την ανέχομαι! Κι αν θες να ξέρεις, εγώ… καλώς ή κακώς αποφάσισα να κάνω το πέναλτι, κι εσένα εκείνη τη στιγμή σ’ έγραψα εκεί που δεν πιάνει μελάνη! Και ούτε τώρα με νοιάζει τι λες ούτε τι σκέφτεσαι».

Μετά την τελευταία λέξη κατέβασε το κεφάλι και κάτι δάκρυα χοντρά σαν στραγάλια άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του. Τον πλησίασα, τον αγκάλιασα -η κορυφή του κεφαλιού του ίσα που έφτανε ως το σαγόνι μου- και χωρίς να το θέλω συγκινήθηκα κι εγώ. Επιτέλους, δεν είχε κάνει έγκλημα για να αισθάνεται έτσι. Και με το πέναλτι απέδειξε ότι είχε μια φιλοτιμία διαφορετική βεβαίως απ’ τη δική μου, αλλά πάντως αναμφισβήτητη.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Ήξερα ότι ήταν η Αϊσέ ή ήλπιζα ότι θα ήταν η Αϊσέ, αλλά δεν κουνήθηκα. Το αφήσαμε και οι δύο να κουδουνίζει, να κουδουνίζει… «Ποια πατσαβούρα είναι πάλι!», έσκουξε ο Γιάννης, αλλά ούτε εκείνος ούτε εγώ φύγαμε από την αγκαλιά του άλλου για να πάμε να το σηκώσουμε.

 

115 Σχόλια to “Το πέναλτι (διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)”

  1. Λεύκιππος said

    Είχε κι ένα (πέναλτυ) η Εθνικη χθες. Καλημέρα

  2. dryhammer said

    Καλημέρα!

    Ωραίο, κυλάει, θες να δεις και τι θα γίνει, μα κυρίως ανθρώπινο με όλα τα καλά και κακά που συνεπάγεται, σε σημείο που αναρωτήθηκα αν είναι μυθιστορία ή γεγονός (ίσως, μάλλον ανάμικτο).

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας ή Τοκάρτσουκ:
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.politeianet.gr/books/9789600361650-tokarczuk-olga-kastaniotis-to-archegono-kai-alloi-kairoi-271361&ved=2ahUKEwjrlK-705jlAhVLr6QKHd5gAg4QFjAQegQIBhAC&usg=AOvVaw1yyWfbtxP3mYt_DgriBVIY

  4. Γς said

    Καλημέρα

    >Τον τρίτο χρόνο στο Στρασβούργο, όταν πια οι σπουδές μας είχαν μπει σε ρέγουλα και κάπως είχαμε χορτάσει τα πάρε δώσε με διάφορες κοπέλες -άλλες όμορφες, άλλες συμπαθητικές κι άλλες ανάξιες λόγου, κοπέλες με τις οποίες ξαπλώναμε χωρίς επιλογή, χωρίς κριτήρια, σαν τους πρωτάρηδες κυνηγούς που τουφεκάν στον κάμπο ό,τι πετά μπροστά τους, κι αυτό όχι μόνο επειδή είχαμε επηρεαστεί από τη σεξουαλική ελευθερία στη Γαλλία αλλά κι εξαιτίας της στέρησης που κουβαλούσαμε απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, τα οποία τα είχαμε περάσει στις επαρχιακές μας πόλεις

    Κάπως έτσι άρχισε να περιγράφει κι ένας άλλος φοιτητής τα κατορθώματά του στη Γαλλία και όταν του είπε κάποιος που ήξερε ότι δεν ήξερε ούτε πως λεν την κουβαρίστρα στα γαλλικά,

    -Καλά μωρέ από γλώσσα πως τα κατάφερες;

    -Να σου πω. Στην αρχή συχαινόμουν. Μετά συνήθισα

    Πάμε παρακάτω

  5. Έριξα πριν το διαβάσω μια ματιά στο προηγούμενο («Το σκουλήκι») και στα σχόλια που ακολούθησαν: ήταν σχεδόν όλα ποδοσφαιρικά. Οπότε φαντάσου τι έχει να γίνει εδώ 🙂

  6. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πώς τα κατάφερε πάλι έτσι η Ακαδημία; Από τη μια βράβευσε έναν Σλοβένο εθνικιστή, που εκτέθηκε ανεπανόρθωτα με την ανενδοίαστη υποστήριξή του στον Μιλόσεβιτς και τα παλικάρια του, και από την άλλη βράβευσε μιαν Πολωνή ακτιβίστρια, Πράσινη και αντιεθνικίστρια, που με «Τα βιβλία του Ιακώβ» ξεσήκωσε θύελλα «πατριωτικών» και σεξιστικών αντιδράσεων εναντίον της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
    Είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο πολυεθνοτικό και πολυπολιτισμικό τοπίο του 18ου αιώνα, αλλά σχολιάζει υπαινικτικά τον ευρωσκεπτικισμό, την ξενοφοβία (π.χ. απέναντι στους Σύρους πρόσφυγες κ.ά.), τον ακροδεξιό εθνικισμό και τη βία στη σημερινή Πολωνία.
    Η συγγραφέας εμπνέεται από ένα αμφιλεγόμενο ιστορικό πρόσωπο, τον Εβραίο Ιακώβ Φρανκ, προκειμένου να μιλήσει για τις πλέον μελανές σελίδες της πολωνικής Ιστορίας, για τα πογκρόμ κατά των Εβραίων, για τη δουλοπαροικία, την αποικιοκρατική εκμετάλλευση των μειονοτήτων στο έδαφός της κ.ά., επίκαιρα ζητήματα δηλαδή που το εθνικιστικό κυβερνών κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη» προσπαθεί συστηματικά να «ξεπλύνει»
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/o-logos-stoys-syggrafeis/128934_poloniko-diamanti&ved=2ahUKEwjKnqKX1ZjlAhUrsKQKHTnHA5AQFjABegQIBxAB&usg=AOvVaw3kcHWhV-E5QY1EmZoiU3ZT&cshid=1570950533190

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Α, δεν το ήξερα!

  8. Νέο Kid said

    Χα! Έριξε την ιστορική Δόξα λοιπόν ο Ζμπάουγκ τότε! Τέτοια κάναν πάντα τα παόκια. Η καλύτερή τους είναι να καταστραφεί ο Άρης, ο Ηρακλής ,η Καλαμαριά κι ο Αλμωπός Αριδαίας…
    Γι’αυτό-δικαίως- οι λοιποί βορειοελλαδίτες τούς αποκαλούν «Ρουφιάνους του Βορρά»

    Να τα βλέπουν αυτά μερικοί-μερικοί όψιμοι παοκτζήδες που προτάσουν «ηθική υπεροχή» ως παράσημο…

    υγ. Αναντολού Στρασμπούρ ! 😆

  9. Για να εκτιμηθεί λίγο παραπάνω το διήγημα, να πούμε ότι α) στο Στρασβούργο υπάρχουν πάρα πολλοί Τούρκοι και Κούρδοι και β) στο Μπίσβιλλερ υπάρχει όντως σημαντική ελληνική κοινότητα με καταγωγή από την Ίμβρο και την Τένεδο (κυρίως από την δεύτερη).

    Εδώ μια αναμνηστική φωτογραφία από επίσκεψη του Οικ. Πατριάρχη πριν από 10-12 χρόνια στην εκκλησία της κωμόπολης: http://vieux.catholique.alsace.pagesperso-orange.fr/images/patriarche%2020%2001%2007%20site%2032.JPG

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ρε, τα μπαόκια! Τέτοιο αλισβερίσι, ε; Πήγαν να αρπάξουν στο τζαμπέ το κανόνι της Δόξας, τον πρώτο παίκτη που πέτυχε πενταρέ στην Α’εθνική. Και τους είχα για τίμια παιδιά. 😜
    Το διήγημα διαβάζεται ευχάριστα, κυλάει αβίαστα, στη πολυσύχναστη πλέον κατηγορία των αυτοβιογραφικών κειμένων χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις.

  11. sarant said

    9 Βγαλμένο από τη ζωή λοιπόν!

  12. loukretia50 said

    Καλημέρα!
    Διαβάζεται ευχάριστα, η αφήγηση έχει καλό ρυθμό, όχι κάτι ιδιαίτερο, καλύτερο πάντως από το προηγούμενο.
    Όσο για τη βράβευση του Π.Χάντκε, τι να πω, σημεία των καιρών?
    https://lithub.com/pen-america-expresses-deep-regret-over-peter-handkes-nobel-prize/

    https://www.theguardian.com/commentisfree/2019/oct/12/a-nobel-prize-that-dishonours-the-victims-of-genocide-peter-handke
    Ελπίζω να μη γίνει το νήμα αφιλόξενη παράγκα.

    Αvonidas? Ούτε σήμερα?

  13. Αγγελος said

    Με πρόλαβε ο Αλσατός ξάδερφος, αλλά κι εγώ σκεφτόμουν να προσδιορίσω ότι το Μπισβιλέρ δεν είναι… τούρκικος πληθυντικός, παρά είναι μικρή πόλη βορείως του Στρασβούργου, κοντά (αλλά όχι πάνω) στο Ρήνο, και με κάμποσους Τούρκους κατοίκους.

  14. Theo said

    @6:
    Σλοβένος εθνικιστής, ο Αυστριακός Χάντκε;
    Από πού κι ως πού;
    Επειδή πήρε το μέρος των Σέρβων τη στιγμή που όλος ο «ελεύθερος κόσμος» τους κατασυκοφαντούσε και βομβάρδιζε τα νοσοκομεία, τους τηλεοπτικούς σταθμούς και τα λεωφορεία με τα παιδιά τους;
    Επειδή η μάνα του είχε σλοβένικη καταγωγή;
    Κι οι Σλοβένοι εθνικιστές δεν ήσαν εναντίον του Μιλόσεβιτς και των Σέρβων, όταν αποσχίστηκαν από την τότε Γιουγκοσλαβία;

    Δηλαδή, για να τον συμπαθούμε θα έπρεπε να γίνει σαν τους «διεθνιστές» Γιόσκα Φίσερ και Κον Μπεντίντ που επέχαιραν για τους βομβαρδισμούς και την πρώτη στρατιωτική επέμβαση της Δύσης σε ευρωπαϊκή χώρα μετά τον ΒΠΠ, έτσι που να μπορέσουν να πάρουν μπιρ παρά οι Δυτικοί τη μέχρι τότε ανθούσα γιουγκοσλαβική βιομηχανία και να ευοδωθούν τα σχέδια του γερμανικού ιμπεριαλισμού και του Βατικανού;
    (Θυμάμαι τον Κούλογλου, λίγο πριν την απόσχιση της Κροατίας, να γράφει στο «Αντί» πως οι Γερμανοί κι ο Πάπας ήθελαν να διαχωριστεί οριστικά η Γουγκοσλαβία και για να γίνει αυτό θα έπρεπε να χυθεί αίμα.)

    Στο πυρ το εξώτερον, λοιπόν, ο Μιλόσεβιτς και η Σερβία. Αλλά όσοι κόπτονται για τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα και την καταπίεση των Αλβανών στο Κόσοβο, «ξεχνούν» την εθνοκάθαρση στην Κράινα και τη Σλαβονία (Ανατολική Κροατία), τα όσα έκαναν οι μαφιόζοι ηγέτες του UCK σε Σερβίδες και Σερβάκια (μέχρι και η Ντελ Πόντε, η πρώην πρόεδρος του Δικαστηρίου της Χάγης μίλησε γι’ αυτά, την εμπορία οργάνων αιχμαλώτων του UCK, με τη συνταξιοδότησή της, και κανείς δεν συγκινήθηκε). Ξεχνούν και τις σφαγές ενός εκατομμυρίου Σέρβων από τους ιδεολογικούς προγόνους των εθνικιστών της Βοσνίας και της Κροατίας, που πήραν την εξουσία το 1992, δηλαδή τους φασίστες Ουστάσι και Μπαλίστες.

    Ό,τι κάνουν οι ημέτεροι, καλώς καμωμένο. Ό,τι κάνουν οι άλλοι, δίκαιο και δικαιολογημένο.
    Ε, λοιπόν, ο Χάντκε δεν μπήκε σ’ αυτό το τριπάκι. Τόλμησε να πάρει το μέρος των αποδιοπομπαίων για τη Δύση τράγων. Γι’ αυτό, και η λάσπη εναντίον του και ο αποκλεισμός τους από κάθε δημόσιο βήμα στη Δύση. Και μπράβο στη Σουηδική Ακαδημία που πήγε κόντρα στο ρεύμα.

    Έλεος, δηλαδή!

  15. Theo said

    Ωραίο το αφήγημα, με την απαραίτητη δόση χιούμορ 🙂
    Ευχαριστώ, Νικοκύρη!

  16. Theo said

    14, διόρθωση:
    Γι’ αυτό, και η λάσπη εναντίον του και ο αποκλεισμός του από κάθε δημόσιο βήμα στη Δύση.

  17. Theo said

    @12:
    Εντάξει, τώρα, μιλάει για αλήθεια για τη Γουγκοσλαβία η νεοταξική αντισερβική προπαγάνδα!

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    Theo μου, αυτή είναι η διεθνής εικόνα του Χάντκε, καλώς ή κακώς, γι’ αυτό και επισήμανα την αντίφαση να βραβευτούν ταυτόχρονα δύο τόσο αντίθετες προσωπικότητες. Δεν θα υπήρχε αντίφαση, αν η ακαδημία βράβευε το έργο και αδιαφορούσε για τα υπόλοιπα. Αλλά δεν είναι έτσι, νομίζω;

  19. rogerios said

    Καλημέρα στον Ν(ο)ικοκύρη και την εκλεκτή παρέα!

    Εμένα μου άρεσε πολύ το σημερινό, για διάφορους λόγους (λογοτεχνικούς, ποδοσφαιρικούς και βιωματικούς).
    Μια απορία έχω μόνον: γεννηθείς το ’53 ο συγγραφέας κι έπαιζε μπάλα ως φοιτητής το 1986; Η ιστορία ξεκινά ενώ ήταν στο τρίτο έτος. Από τη διήγηση δεν φαίνεται να έχουν περάσει τόσο πολλά χρόνια (πάνω από δεκαετία) μέχρι το κρίσιμο ματς.

  20. Παναγιώτης Κ. said

    Δύο μέλη της παρέας είναι από τη Δράμα.
    Παλιά στην παρέα, έγινε κάποια αναφορά στον Β.Τσιαμπούση. Σήμερα τον «συναντώ» λογοτεχνικά για πρώτη φορά.
    Ήδη έκανα προώθηση αυτού του ωραίου διηγήματος στους φίλους!
    Στην επόμενη συνάντηση θα έχουμε ενδιαφέρον θέμα συζήτησης.

  21. loukretia50 said

    Theo
    Δε χρειάζεται να τον συμπαθούμε και αν ενοχλεί η βράβευσή του – δικαίωση του έργου, των πεποιθήσεων και της επιρροής του θα μπορούσε να πει κανείς – δε σημαίνει καθόλου ότι υπερασπιζόμαστε τους «διεθνιστές» , πόσο μάλλον γενικά τους εγκληματίες πολέμου.

    Όσο για την Οlga Tokarczuk, κείμενα δε βρήκα , στα Ελληνικά δεν έχει ακόμα μεταφραστεί.
    In Poland, Οlga Tokarczuk is a big literary star and one of the most translated Polish writers. Her greatest commercial successes include “House of Day, House of Night” and “Primeval and Other Tales.”
    Tokarczuk has won many awards, including the Polish Publishers’ Association and Kościelski Awards, the readers’ choice Nike Award four times and was many times nominated for the Nike Literary Award. “Flights” was nominated for the Angelus Central European Literary Award and has been honoured with the 2008 Nike Literary Award.
    A seventeenth-century Dutch anatomist discovers the Achilles tendon by dissecting his own amputated leg. Chopin’s heart is carried back to Warsaw in secret by his adoring sister. A woman must return to her native Poland in order to poison her terminally ill high school sweetheart, and a young man slowly descends into madness when his wife and child mysteriously vanish during a vacation and just as suddenly reappear. First published in Poland in 2007, Flights explores what it means to be a traveler, a wanderer, a body in motion not only through space but through time. Where are you from? Where are you coming in from? Where are you going? We address these questions to the traveler. https://poland.pl/arts/literature/read-flights-in-your-language/

    https://www.eclair.works/product/flights-olga-tokarczuk

    https://www.nouvelobs.com/bibliobs/20191010.OBS19592/prix-nobel-de-litterature-les-laureats-sont-olga-tokarczuk-et-peter-handke.html

  22. Γιάννης Κουβάτσος said

    Επίσης, δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να υποστηρίζω ή τους σφαγείς αμάχων και εθνοκαθαριστές ή τους νεοταξίτες βομβαρδιστές αμάχων και «υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ποτέ δεν τάχθηκα με αυτό που θεωρώ, ορθώς ή εσφαλμένα, απάνθρωπο και εγκληματικό, όποια σάλτσα κι αν προσπαθεί να καλύψει τη δυσοσμία του.

  23. loukretia50 said

    22. Ε, Δάσκαλε! έχεις καμιά αμφιβολία ποιοί άλλοι εκτός από τους ανυπεράσπιστους αμάχους την πληρώνουν στους ενδιαφέροντες καιρούς?

  24. rogerios said

    Νομίζω ότι σήμερα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να εκμεταλλευτώ τη φιλοξενία σας και να αναρτήσω κάτι παρεμφερές δικό μου, χωρίς βέβαια λογοτεχνικές αξιώσεις (και χωρίς την παρουσία των «προαιώνιων εχθρών του έθνους» που τόσο ενδιαφέρον προσδίδει στο διήγημα του Β. Τσιαμπούση). Ευχαριστώ για την κατανόηση και ζητώ συγγνώμη για το σεντόνι.

    Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΡΑΙΧΣΧΟΦΦΕΝ

    « C’était un soir la bataille de Reichshoffen,
    Il fallait voir les cuirassiers charger.
    Attention ! Cuirassiers ! Chargez !
    Et d’une main …

    Ils ont chargé nos cuirassiers héroïques
    À Reichshoffen, la mort fauchant les rangs
    Attention ! Cuirassiers ! Chargez ! »

    Αύγουστος του 1870. Βρισκόμαστε στο ξεκίνημα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου. Μετά τη νίκη τους στο Βισσεμπούρ, οι πρωσικές δυνάμεις υπό τον πρίγκιπα-διάδοχο Φρειδερίκο εισχωρούν στην Αλσατία. Ο Γάλλος στρατάρχης Πατρίς ντε Μακ Μαόν επιχειρεί να ανασυντάξει τις δυνάμεις του, σκοπεύοντας να συγκρουσθεί με τον εχθρό στο Φρεσβιλλέρ. Το πρωινό της 6ης Αυγούστου τα πρωσικά στρατεύματα κερδίζουν έδαφος και προωθούνται στη γραμμή Βέρτ-Μορσμπρόνν. Φοβούμενος, εύλογα, ότι κινδυνεύει με περικύκλωση, ο Μακ Μαόν αποφασίζει να ρίξει στη μάχη το βαρύ ιππικό του, τους θωρακοφόρους που έχουν στρατοπεδεύσει στο δάσος ανατολικά του Ράιχσχόφφεν, στη Βόρεια Αλσατία. Πρόκειται για μια από τις εγκληματικά ατυχείς εμπνεύσεις στις οποίες ειδικεύεται ο Μακ Μαόν! Για να φτάσουν μέχρι τον εχθρό, οι ιππείς πρέπει να προελάσουν μέσα από τα πιο δύσκολα εδάφη: δάση, θαμνώδεις εκτάσεις κι αμπέλια. Όσοι κατορθώσουν να πλησιάσουν εξουθενωμένοι στις γραμμές του αντιπάλου θα ανακαλύψουν ότι οι Πρώσοι έχουν ήδη οχυρωθεί και μπορούν να τους αντιμετωπίσουν με όλη τους την άνεση. Η έκβαση της μάχης είναι προδιαγεγραμμένη. Παρά το θάρρος τους, οι Γάλλοι ιππείς θα αποδεκατιστούν από τα γερμανικά κανόνια και τουφέκια. Όταν φτάσει το σούρουπο, οι απώλειες του γαλλικού στρατού φτάνουν τους είκοσι χιλιάδες άντρες, νεκρούς, τραυματίες ή αιχμαλώτους. Θα ακολουθήσει η ταπεινωτική ήττα του Σεντάν, η πολιορκία του Παρισιού, η συνθηκολόγηση κι η απώλεια της Αλσατίας και της Λωρραίνης.
    ————————————————————————————————————————–
    Στρασβούργο, 122 χρόνια αργότερα. Νωρίς το πρωί μιας ηλιόλουστης Κυριακής του τέλους της άνοιξης. Κάποιος κοιμάται τον ύπνο του δίκαιου και κατάκοπου φοιτητή. Κατάκοπου από το διάβασμα κι από το παραδοσιακό ξενύχτι του σαββατόβραδου (να ήταν, άραγε, στους Αβιάτ ή στο Φεστιβάλ; Μα πώς να θυμάμαι τώρα πια;). Ξαφνικά, η απόλυτη ησυχία διακόπηκε από το κουδούνι της εξώπορτας που άρχισε να χτυπά επίμονα κι εκνευριστικά. Το θύμα σηκώθηκε παραπατώντας για να ανοίξει. Είδε στην εξώπορτα τον Κώστα Κ., ηγετική μορφή των Ελλήνων φοιτητών της πόλης και, μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων του, ιδρυτή, πρόεδρο, γενικό αρχηγό, προπονητή και παίκτη της ομάδας μπάσκετ «Ακρόπολη Στρασβούργου».

    – «Έχεις έτοιμη την τιμημένη φανέλα με το νούμερο 14;» [το 14 ήταν για τον Κρόιφ και μη μου κάνετε τώρα άστοχες ερωτήσεις για το τι σχέση μπορούσε να έχει το ποδόσφαιρο με το μπάσκετ]
    – «Έεε… έτσι νομίζω… αλλά, νυστάζω, δεν έχω κοιμηθεί καλά… κι έπειτα πρέπει και να διαβάσω, οι εξετάσεις του DEA πλησιάζουν και…»
    – «Δεν θα δεχτώ αντιρρήσεις! Είναι υπόθεση υψίστης σημασίας. Εθνικής, μπορώ να πω!»
    – «Δεν έχω ακόμη πιει καφέ…»
    – «Μπορούμε να σε περιμένουμε. Ετοίμασε το σακίδιο με τα αθλητικά, φτιάξε καφέ και πάρε τον μαζί. Παίζουμε τουρνουά σήμερα και πρέπει οπωσδήποτε να συμπληρώσουμε δεκάδα!»
    Ενώ πια είχαμε ξεκινήσει, κατευθυνόμενοι προς τον βορρά, τόλμησα να ρωτήσω πού επρόκειτο να παίξουμε.
    – «Στο Ράιχσχόφφεν, φίλε μου!»
    – «Στο Ράιχσχόφφεν! Ελπίζω να είμαστε πιο τυχεροί απ’ ό,τι ο Μακ Μαόν.»
    – «Ο… ποιος;»
    – «Ά, είναι μεγάλη ιστορία, ας το αφήσουμε για κάποιαν άλλη φορά».

    Γρήγορα η συζήτηση μετατοπίστηκε στα ουσιώδη: την τακτική και τα συστήματα της ομάδας. Εκτός των άλλων, είχαμε την απόλυτη βεβαιότητα ότι διαθέταμε το πλεονέκτημα της… αθλητικής κατασκοπείας. Την ώρα που με άνεση θα ακούγαμε τις οδηγίες του προπονητικού τημ των αντιπάλων και τις συνεννοήσεις τους, που θα γίνονταν στα γαλλικά, όπως νομίζαμε, εμείς θα επιλέγαμε συστήματα επικοινωνώντας στα ελληνικά, γλώσσα εντελώς ακατανόητη για τους άλλους.
    – «Και πώς θα μας καταλαβαίνει ο Ε.;», τόλμησα να ρωτήσω τον αρχηγό [ο Κ. ήταν μαθηματικός και ενίσχυε το εισόδημά του παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές που προετοιμάζονταν για τις εξετάσεις του Μπακ – κάπως έτσι, ο πάουερ φόργουωρντ της ομάδας ήταν ένα λυκειόπαιδο από τη Λωρραίνη].
    – «Έννοια σου και τον έχω ορμηνέψει! Τα συστήματα τα καταλαβαίνει στα ελληνικά πολύ καλύτερα από σένα!»
    Με αυτά και κείνα, πορευόμασταν τον δρόμο του πεπρωμένου μας, το οποίο φανταζόμασταν, το δίχως άλλο, ένδοξο και νικηφόρο. Θα έπρεπε, όμως, να δώσουμε περισσότερη προσοχή στα δυσοίωνα σημάδια που δεν παραλείπει ποτέ να στείλει η μοίρα για να προετοιμάσει τους ανθρώπους για τις συμφορές που πρόκειται να τους βρουν.

    Γιατί, όταν πια φτάσαμε στη γραφική αλσατική κωμόπολη, διαπιστώσαμε ότι όλοι οι περαστικοί τους οποίους σταματούσαμε στον κεντρικό δρόμο για να τους ρωτήσουμε πού βρίσκεται το κλειστό μιλούσαν υπέροχα αλσατικά κι ελάχιστα σπαστά γαλλικά, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο γήπεδο κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Εκεί μας περίμενε η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη, μια και πληροφορηθήκαμε ότι στον ημιτελικό θα αντιμετωπίζαμε τη διοργανώτρια. Κάτι τέτοιο δεν σήμαινε απλώς ότι οι αντίπαλοι μας θεωρούσαν του χεριού τους, αλλά και ότι, αν τυχόν έπεφταν έξω στους υπολογισμούς τους, θα είχαν στη διάθεσή τους όλα τα μέσα (θεμιτά κι αθέμιτα) για να κάμψουν την όποια αντίστασή μας. Τέλος, οι βεβαιότητές μας περί γλωσσικού-κατασκοπευτικού πλεονεκτήματος διαψεύστηκαν ευθύς αμέσως στο γήπεδο, μια και όλοι οι παίχτες του ΑΟ Ράιχσχόφφεν συνεννοούνταν μεταξύ τους στα αλσατικά και μόνο!

    Για να μην πολυλογούμε, μετά την αρχική παγωμάρα, η ομάδα στάθηκε αξιοπρεπώς στον αγωνιστικό χώρο. Βρισκόμασταν, βεβαίως, πίσω στο σκορ στο μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, αλλά η διαφορά ποτέ δεν ξέφυγε για να φτάσει σε διψήφιο αριθμό πόντων. Κι όσο πλησίαζε η λήξη τόσο ροκανίζαμε και τη διαφορά. Υπήρχε φυσικά έντονη η υποψία ότι οι διαιτητές έσπρωχναν περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά τους αντιπάλους. Το λέει, άλλωστε, και η ελληνική μπασκετική παράδοση: γκρίζοι λύκοι, με όποιους συνειρμούς προκαλεί στους Έλληνες ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Στα τελευταία δευτερόλεπτα ο διαιτητής ακυρώνει ως εκπρόθεσμο το καλάθι με το οποίο η Ακρόπολη θα ισοφάριζε. Οι γκρίνιες έγιναν βρισιές σε κάμποσες γλώσσες, βαλκανικές, λατινογενείς και γερμανικές, μπουκάλια άρχισαν να εκτοξεύονται, οι διαμαρτυρίες μετατράπηκαν σε απειλητικές κινήσεις κατά των αντιπάλων. Απορημένοι οι διοργανωτές μονολογούσαν: «Λίγο περισσότερο αθλητικό πνεύμα, κύριοι!», «λίγο αθλητικό πνεύμα, παρακαλώ!». Με άλλα λόγια, βρισκόμασταν ένα βήμα πριν από τη γενική σύρραξη.

    Κάποιο αόρατο χέρι φαίνεται πως βοήθησε και τελικά τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Οι ψυχραιμότεροι από τις δύο πλευρές (ή μάλλον, οι ψυχραιμότεροι από την ελληνική πλευρά, γιατί από την άλλη οι Αλσατοί ήταν απλώς απορημένοι με όσα έβλεπαν) επικράτησαν και το παιχνίδι έληξε. Ευτυχώς ξεχάστηκαν γρήγορα και οι ιδέες για άμεση αποχώρηση της ομάδας από το τουρνουά. Αφού εκτονωθήκαμε με κατάρες κι αναθέματα, ανασυνταχτήκαμε κι αγωνιστήκαμε στον τελικό της παρηγοριάς όπου και νικήσαμε. Οι εντάσεις υποχώρησαν και οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν πλήρως όταν ήρθε κι ώρα της γιορτής μετά το τέλος του τουρνουά. Ανάμεσα στα λουκάνικα, τις μπριζόλες, τις μπίρες και το ρήσλινγκ ο πάγος έσπασε κι οι αντεγκλήσεις έδωσαν τη θέση τους σε ευγενικές προπόσεις που εξυμνούσαν τις ομορφιές της Αλσατίας και τον ήλιο και την Ιστορία της Ελλάδας.

    Οπωσδήποτε πολύ πιο εύθυμοι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Κι όπως αναμενόταν, αρχίσαμε να αναλύουμε τα όσα πήγαν στραβά, τι θα έπρεπε να βελτιώσουμε, τι να αλλάξουμε στο παιχνίδι μας. Όλες, όμως, οι αναλύσεις υποχωρούσαν μπροστά στην αδιαμφισβήτητη «αλήθεια»: η διαιτησία και μόνον αυτή μας είχε στερήσει μια καθαρή νίκη και, χωρίς καμιά αμφιβολία, το τρόπαιο, διότι έτσι και φτάναμε στον τελικό, το κύπελλο ήταν δικό μας, αυτό εξυπακούεται…

    Αυτά λέγαμε μεταξύ μας, τουλάχιστον. Μα η αλήθεια ήταν αδυσώπητη! Και η δεύτερη Μάχη του Ράιχσχόφφεν είχε καταλήξει σε ήττα. Ήττα, όμως, που δεν ήταν ντροπιαστική, αλλά αντιθέτως ένδοξη, ήττα από την οποία μπορούσες να αποσπάσεις σκηνές ανδρείας και μεγαλείου.

  25. Νέο Kid said

    Εντάξει, η ποιότητα των προσφάτως βραβευθέντων με Νομβέλ (μην είμαστε και βαρβάροι!) λογοτεχνών είναι για τον μπ…
    ..όμπ ντύλαν , εδώ και πολλά τέρμηνα.
    Σε λίγο, θα δώσουν Νομβέλ και στη Δημουλίδου…

  26. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    (2018) Tο αριστουργηματικό μυθιστόρημα της Πολωνής συγγραφέως Olga Tokarczuk με τίτλο Beiguni (τίτλος αγγλικής έκδοσης Flights) που απέσπασε το φετινό βραβείο Man Booker International

    Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί, μτφρ. Αλ. Δ. Ιωαννίδου, Καστανιώτης, 2017
    https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/152350_ola-einai-dromos

  27. ΣΠ said

    Την περίοδο 1962-63 η Δόξα Δράμας δεν έπαιζε στην Α’ Εθνική κατηγορία.

  28. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Οι Πτήσεις της Tokarczuk απέσπασαν επάξια το διεθνές Booker 2018, προτείνοντας στους αναγνώστες μια αριστοτεχνική και επίκαιρη μυθιστορηματική πραγματεία περί ταξιδιού, νομαδισμού και μετακινήσεων. Στη σημερινή εποχή ρευστότητας, όπου υπερσυντηρητικές και μισαλλόδοξες φωνές προωθούν την ακραία πολιτική εσωστρέφεια, την απομόνωση και το χτίσιμο συνόρων, εξωστρεφή πνεύματα όπως η Tokarczuk απευθύνουν μια πανανθρώπινη έκκληση για ουσιαστικό πλησίασμα και ειλικρινή επικοινωνία.»
    https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/152350_ola-einai-dromos

    Σήμερα:
    ΟΝΝΕΔ Πεντέλης:
    «Λέμε ΟΧΙ στα σχέδια του Υπουργού Δημόσιας τάξης για τη «Μεταφορά μεταναστών στο Νοσοκομείο Αμαλία Φλέμινγκ»

  29. Νέο Kid said

    27.
    1964-65, 30ή αγωνιστική στις 27/6/1965 ΠΑΟΚ – Δόξα Δράμας 3-2, σε ένα παιχνίδι που οι φιλοξενούμενοι αγωνίστηκαν από το 15′ με 10 παίκτες (τραυματίστηκε ο Μπαλωτής και τότε δεν υπάρχαν αλλαγές!), ενώ είχαν και τη συμπαράσταση πολλών οπαδών τους, καθώς έπαιζαν την παραμονή τους στην κατηγορία…

    To σκορ άνοιξε στο 18′ ο Βασιλειάδης, για να διπλασιάσει τα γκολ του ΠΑΟΚ ο Αποστολίδης στο 41′ μετά από πάσα του Κούδα. Στην επανάληψη ο Χαραλαμπίδης έκανε το 3-0 στο 51′. Το μόνο που πέτυχαν οι φιλοξενούμενοι (που ήταν και πάλι 11 στο γήπεδο μιας και επανήλθε ο τραυματίας Μπαλωτής ο οποίος αγωνίστηκε όμως χωλαίνοντας), ήταν να μειώσουν αρχικά με τον Κυριακίδη στο 62′ και τον Ιωάννου στο 80′.

    Η σύνθεση του ΠΑΟΚ: Μουσελεμίδης, Μουρατίδης, Λιτόπουλος, Βαλσάμης, Γιακουμής, Νικολαΐδης, Κούδας, Αποστολίδης, Βασιλειάδης, Χαραλαμπίδης και Λέανδρος. Προπονητής ο Ούγγρος Γκιόργκι Μπαμπολτσάι.

    Η Δραμινή ομάδα εκείνη τη σεζόν υποβιβάστηκε για να επανέλθει στη μεγάλη κατηγορία τη σεζόν 1979-1980. Για την ιστορία να ανεφέρουμε ότι διαιτητής της αναμέτρησης ήταν ο Γερμανός Ρόιγκερ…

    (και με 10 παίκτες…)

  30. Γιάννης Κουβάτσος said

    23: Έτσι είναι, δυστυχώς. Οπότε, τουλάχιστον εμείς, ας μην επιλέγουμε θύτες και θύματα.

  31. rogerios said

    @27 και 29: Βέβαια το ’65 δεν υπήρχε κανένας Ατρόμητος στην Α΄ Εθνική για να σωθεί: έπεσαν η Δόξα (τελευταία) και η Καλαμαριά (αυτή μετά από μπαράζ με Παναιγιάλειο και Νίκη Βόλου, ομάδες με τις οποίες είχε ισοβαθμήσει).

    Ά, ναι… η απορία μου στο σχόλιο 19 είναι μάλλον απολύτως ανόητη, διότι τίποτε δεν μας λέει ότι το διήγημα είναι αυτοβιογραφικό (κλασική περίπτωση προσαρμογής της πραγματικότητας στις προσωπικές μας εντυπώσεις αποτελεί η απορία).

  32. ΣΠ said

    29
    Ναι, 1965 αντί 1963 ταιριάζει, αλλά τότε δεν έπαιζε ο Ατρόμητος, ο οποίος υποτίθεται πως σώθηκε.

  33. Costas X said

    Πολύ καλογραμμένο και ενδιαφέρον διήγημα, παρότι ήμουν ανέκαθεν αδιάφορος για το ποδόσφαιρο. Θα μπορούσε ίσως να γίνει εύκολα και σενάριο για ταινία μικρού μήκους.

    «…μπάλα, φτιαγμένη από μικρά, ασπρόμαυρα, καλοραμμένα εξαγωνάκια…»
    Κατά τη γνώμη μου άκαιρη παρένθεση, περιττό λογοτεχνικό στολίδι που κόβει την ένταση της στιγμής.

  34. Theo said

    @18:
    Επειδή αυτή είναι η διεθνής (δηλαδή, κατασκευασμένη από τη νεοταξική προπαγάνδα) εικόνα του Χάντκε, συνεπάγεται πως βραβεύτηκε το έργο κι όχι οι ιδέες του που κανένα, υποθέτω, από τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας δεν ασπάζεται.
    Αλλά όταν βραβεύεται κάποιος ημέτερος, το Νόμπελ το παίρνει για το έργο του. Όταν βραβεύεται κάποιος από τους άλλους, δεν θα ‘πρεπε, λόγω της διεθνούς εικόνας του.
    Τα δικά μας δικά μας και τα δικά σας δικά μας, λοιπόν 🙂

    @21, 22:
    Φυσικά δεν τάσσομαι ούτε με τους σφαγείς αμάχων ούτε με τους εθνοκαθαριστές ή τους βομβαρδιστές αμάχων. Ούτε και με τον Χάντκε όταν υπερασπίζεται τον Μιλόσεβιτς και τα εγκλήματά του. Αλλά με ενοχλεί αυτή η ενορχηστρωμένη δυτική επιλεκτική ευαισθησία. Και νομίζω πως και ο Χάντκε και ο σερβικός λαός αδικούνται από μια μονόπλευρη και αδυσώπητη εναντίον όποιου δεν υποκύπτει στη Νέα Τάξη Πραγμάτων προπαγάνδα κι έχω μια τάση να παίρνω το μέρος των αδικούμενων.

  35. Νέο Kid said

    32. E, μπορεί να μη θυμόταν καλά ο άνθρωπος, μπορεί και να το έκανε εσκεμμένα για να πετύχει το : «οποιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική»…
    (είναι τώρα εποχές να μπλέκεις με Ρώσους ολιγάρχες? …)

  36. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Μοῦ ἄρεσε κι ἐμένα τὸ σημερινό.

    Ταυτίστηκα μάλιστα μὲ τὸν ἀφηγητή, ὲπειδὴ ἔπαιζα κι ἐγὼ τερματοφύλακας στὴν ὁμάδα τῶν χημικῶν μηχανικῶν στὸ Πολυτεχνεῖο τὸ 1971-72.

    Εἶχα ἀποκρούσει καὶ τρία στὰ τέσσερα πέναλτυ.
    Μάλιστα, ὅταν ἀπέκρουσα τὸ τρίτο, μοῦ φώναξε ὁ Γρηγόρης, τὸ σέντερ φόρ:

    «Ρὲ Μητσάρα, ποῦ ψωνίζεις πέναλτυ;»

    Φαίνεται πὼς τοὺς φόβιζε ὁ ὄγκος μου, ἂν καὶ ἤμουνα καμιὰ πενηνταριὰ κιλὰ πιὸ ἀδύνατος τότε. 🙂

    …Μετὰ σταματήσαμε τὸ ποδόσφαιρο κι ἀρχίσαμε ἄλλους ἀγῶνες.

  37. ΣΠ said

    μπάλα, φτιαγμένη από μικρά, ασπρόμαυρα, καλοραμμένα εξαγωνάκια

    Η μπάλα ήταν φτιαγμένη από εξάγωνα και πεντάγωνα, όπως το μόριο του μπακμινστερφουλερένιου. Τα εξάγωνα ήταν άσπρα και τα πεντάγωνα μαύρα.

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    34: Άλλο Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Αρκάν και οι συν αυτοίς εγκληματίες και άλλο «ο σερβικός λαός» ως τυπικά ενιαίο σύνολο, όπου μέσα βρίσκονται οι πάντες, από τους Τίγρεις του Αρκάν μέχρι τους αντίθετους στο καθεστώς Μιλόσεβιτς, στα εγκλήματα και την εθνοκάθαρση, περνώντας από όλες τις διαβαθμίσεις.

  39. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ωραίο Ρογήριε, προσωπικά το βρήκα καλύτερο από του Τσιαμπούση, για την ακρίβεια, έχει καλύτερο τέλος.☺

  40. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    25 τέλος – Υπονοείς κάτι για την μεγάλη μας συγγραφέα;☺

  41. Γιάννης Κουβάτσος said

    31: Μοιάζει για αυτοβιογραφικό. Είναι και της μόδας αυτό το στυλ γραψίματος. Οι χρονικές ανακολουθίες που επισημάνθηκαν στα σχόλια δείχνουν ότι δεν είναι αυτοβιογραφικό, τελικά.

  42. Theo said

    @38:
    Άλλο για σένα, Γιάννη μου. Όχι για τη νεοταξική προπαγάνδα.

  43. Γιάννης Κουβάτσος said

    42: Αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας την προπαγάνδα απ’ όπου και αν προέρχεται, φίλε Theo. ☺

  44. rogerios said

    @39: Ευχαριστώ πολύ, Λάμπρο! [έχει πιο ευχάριστο τέλος μάλλον επειδή δεν είναι λογοτεχνικό] 😉

  45. Γιάννης Κουβάτσος said

    Από όσα διάβασα για την Πολωνή συγγραφέα, εντάξει, δεν είναι Δημουλίδου, κατανοητή η πλάκα και τη συμμερίζομαι, είναι σημαντική στη χώρα της, αλλά υποθέτω ότι συγγραφείς του επιπέδου της υπάρχουν αρκετοί και αρκετές σε διάφορες χώρες. Δεν είναι Η Φίρμα, οπότε λες, οκ παίδες, και πολύ το καθυστέρησαν, όπως θα λέγαμε αν το βραβείο είχε πάει στον Κούντερα ή στον Ροθ, που δεν πρόκανε ο καημένος. Άρα, πώς διάολο επιλέγουν κάθε χρονιά σε ποιον θα το δώσουν; Πολιτικές συγκυρίες και σκοπιμότητες κι έτσι; Κάτι άλλο; Τι;

  46. loukretia50 said

    24. Rogerios
    Πολύ καλό! Προτιμώ το δικό σας κείμενο , μου άρεσε το ύφος και το λεπτό χιούμορ σας πολύ περισσότερο .
    Άλλωστε , οι αναφορές/συσχετισμοί με ιστορικά γεγονότα (it’s worth to mension the The Battle of Wörth!) νομίζω ότι διακρίνουν γενικά τα πολύ προσεγμένα κείμενά σας.
    Και με την ευκαιρία, κάτι που έχω συγκρατήσει γιατί εκτίμησα ιδιαίτερα.
    Εσείς δε γράφατε κάποτε ότι πρέπει κανείς να αποστασιοποιείται από ένα ιστορικό θέμα για να κατανοήσει και την άλλη πλευρά? Αλλιώς το προσεγγίζει σαν οπαδός?
    Δεν είναι κατά λέξη, αλλά ελπίζω ότι απέδωσα το νόημα.

  47. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Στα διηγηματα καλο ειναι να τιθενται -εστω και συνοπικα- το κοινωνικοοικονομικο πλαισιο των ηρωων (λ.χ. φοιτητρια αρχιτεκτονικης κορη μεγαλομπακαλη απο την Κ…. που εμενε μον της σε διαμερισμα και αγοραζε τα ρουχα της απο μπουτικ των Αθηνων, επαρχιωτης φοιτητης Πολιτικος Μηχανικος απο πολυμελη οικογενεια που εμενε με 2 αλλους σε υπογειο ,…)

    Καλο διηγημα -επιμορφωτικο για να γνωρισω τα τεκνα των ευπορων επαρχιωτων που σπουδαζαν στο εξωτερικο. Διοτι απο το διηγημα δεν προκυπτει η πεινα των γνωστων μου γιων μικροαστων που σπουδαζαν στην Ιταλια ή στην Γαλλια.

    Σχετικα με το διηγημα και το σχολιο 19

    1.[…]Μαλιστα απο το βιογραφικο του διαβαζουμε «Ο Βασίλης Τσιαμπούσης γεννήθηκε στη Δράμα το 1953. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Δράμα….»

    Κανονικα το 1986 αν ο ηρωας ειναι ο ΒΤ θα ειχε ολοκληρωσει τις σπουδες του , εκτος και αν η χρονολογια ειναι προϊον μυθοπλασιας. Η ηταν γιος μεταναστων που σε μεγαλη ηλικια απφασισε να σπουδασει.

    2.»Τον τρίτο χρόνο στο Στρασβούργο, όταν πια οι σπουδές μας είχαν μπει σε ρέγουλα και κάπως είχαμε χορτάσει τα πάρε δώσε με διάφορες κοπέλες[…] με τις οποίες ξαπλώναμε χωρίς επιλογή, χωρίς κριτήρια, σαν τους πρωτάρηδες κυνηγούς που τουφεκάν στον κάμπο ό,τι πετά μπροστά τους, κι αυτό όχι μόνο επειδή είχαμε επηρεαστεί από τη σεξουαλική ελευθερία στη Γαλλία αλλά κι εξαιτίας της στέρησης που κουβαλούσαμε απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, τα οποία τα είχαμε περάσει στις επαρχιακές μας πόλεις με χίλιες δυο απαγορεύσεις και ελάχιστα επιτρέπεται[…]»

    Αν ο ηρωας ηταν νεοτερος (21-24 ετων) το 1986 την εποχη που ηταν εφηβος/νεος ειχαν αλλαξει οι συνθηκες στις σχεσεις των 2 φυλων στην επαρχια , ακομη και στην Β. Ελλάδα.

  48. rogerios said

    @46: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σας λόγια!
    Ναι, το έχω γράψει αρκετές φορές και το πιστεύω ακράδαντα. Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να κατανοήσει τα ιστορικά γεγονότα χωρίς αυτήν την αποστασιοποίηση.

  49. loukretia50 said

    48. Ελπίζω να συμμετέχετε πιο συχνά!
    Έχετε κι άλλους φίλους εδώ! – το ξέρω!

  50. Νέο Kid said

    49. Τι φίλους έχει? Κανένας δεν τον γουστάρει εδώ μέσα! Άσε που είναι και βάζελος!… άσε που είναι και με την Αργεντινή ! μπλιάχχ!

  51. gpoint said

    # 32

    Δεν μπορώ να το ελέγξω από εδώ αλλά πιθανότατα το 63 έπαιζε στην Α Εθνική ο Ατρόμητος από τον οποίον μαζί με την Α.Ε. Νικαίας προέκυψε αργότερα ο Ιωνικός του Κανελλάκη που τον διέλυσε ο ΟΣΦΠ
    Από τον Ατρόμητο Πειρ. αν θυμάμαι καλά είχε πάρει το 58 ο ΠΑΟ τον Παπαεμμανουήλ και μετά ο ΟΣΦΠ τον άσχετο αδερφό του !

    Υπάρχει μια απάντηση στο ατυχές και παραμυθένιο σχόλιο 8 που βαριέμαι να την ξαναγράψω, μάλλον το έχει κρατήσει η μαρμαγξ

  52. Νέο Kid said

    51. Πάλι έβριζες ρε Χούλιγκαν? Καλά σ’έκανε και σε κατάπιε η μαρμάγκα!

    υγ. Μη με καρφώσεις στο Σαββίδη! Έχω παιδάκια να μεγαλώσω!

  53. rogerios said

    @47: Προφανώς (αλλά με το μυαλό βροντόσαυρου που έχω άργησα να το πάρω χαμπάρι), ο ήρωας του διηγήματος του Β. Τσιαμπούση είναι ο Κώστας στο οποίο ο συγγραφέας αφιερώνει το κείμενο.

    @49: Αγαπητή φίλη, ευχαριστώ και πάλι! Οι αραιές συμμετοχές μου στον σχολιασμό οφείλονται πρωτίστως στην έλλειψη χρόνου.

    @50: 🙂 🙂 :). Γειά σου, μάγκα Νεοκίδιε!

  54. ΣΠ said

    51
    Όχι, δεν έπαιζε. Δες το λινκ στο 27.

  55. loukretia50 said

    50. Στερητικό από Ριβαλντίνο και Σμερδαλέο αγαπητέ?
    ΥΓ, Tι κακό έχει η Αργεντινή?

  56. Γιάννης Κουβάτσος said

    Να ρωτήσω κάτι τους παλιούς-παλιούς σαραντακιστές: το ιστολόγιο ξεκίνησε σαν βαζελοφωλιά και κατόπιν εξελίχτηκε και καλά σε γλωσσολογικό, κάνοντας συγχρόνως και άνοιγμα σε κατώτερες ποδοσφαιρικές ράτσες; 😎

  57. Νέο Kid said

    «Tι κακό έχει η Αργεντινή?»

    Kουρεύτηκαν και έγιναν φλώροι! Η ποδοσφαιρική δυναμικότητα της Αργεντινής ήταν πάντα αντιστρόφως ανάλογη της συχνότητας επισκέψεων στον κουρέα!
    Ο Μπατιστούτα και ο Κέμπες δεν έγιναν τυχαία μεγάλα σεντερφόρ, να πούμε! Το μαλλί!!

  58. ΣΠ said

    51
    Ο Ατρόμητος Πειραιώς έπαιξε στην Α’ Εθνική κατηγορία μόνο την περίοδο 1960-61.

  59. gpoint said

    # 51

    Ατρόμητος Πειραιώς

  60. rogerios said

    Όπως ήδη επισήμανε ο ΣΠ, ο Ατρόμητος Πειραιώς αγωνίστηκε στην Α΄ Εθνική μόνον την περίοδο ’60-61, στο τέλος της οποίας και υποβιβάστηκε (ενώ η Δόξα είχε καταταγεί 7η και μάλιστα κατόπιν αγώνα διαβάθμισης με τον ισόβαθμο στην 6η θέση Εθνικό).
    Ο Ατρόμητος Αθηνών (Περιστερίου) έπαιξε για πρώτη φορά (μεταπολεμικά) στην ανώτατη κατηγορία το 1972-73.

    Συνεπώς και κατά πάσα πιθανότητα, η ιστορία του διηγήματος μπλέκει δύο σαιζόν στις οποίες η Δόξα υποβιβάστηκε: το ’64-65 (τελευταίο ματς ήττα 2-3 από ΠΑΟΚ) και το ’61-62 με το Αιγάλεω να είναι η ομάδα που σώζεται (αντί του αδίκως κατηγορηθέντος Ατρομήτου).

  61. loukretia50 said

    57. Για την Αργεντινή μπορεί νάχεις δίκιο, αν και εκτιμώ όσους δεν ασχολούνται με τρίχες!
    Βέβαια δεν ασχολούμαι με κλωτσοσκουφικά και δεν ήξερα πως ο κούκλος ο Κα-κα (!) είναι Βραζιλιάνος!
    Θυμάμαι όμως σε πολύ προηγούμενο Μουντιάλ (?) που μαζεύονταν όλες οι φιλενάδες της κόρης μου – άσχετες με τα ποδοσφαιρικά – να δουν τους Αργεντίνους!

    Kαι τώρα μάλλον εσύ πας σίγουρα για μαλλί!
    Δε σε κόβω καλά, αν δεν έχεις Άγιο!

  62. loukretia50 said

    57. συμπλήρωμα
    Το «μάλλον» και το « σίγουρα» σαφώς μαζί δεν πάνε!
    Μα αν στη γκλίτσα τρίβεσαι, σαφώς σε κυνηγάνε!

  63. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μιλάτε για Αργεντινούς, μαλλί και κορίτσια και δεν αναφέρετε τον Κανίγια;;;
    (Δεν αναφέρω την Αλβάρα, για να μην το χοντρύνω το παιχνίδι.)
    Η αδερφή μου πάντως ήταν καψούρα με τον Λούκε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, τη στιγμή που δίπλα του ήταν ο Κέμπες. Γυναίκες…

  64. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    49 – Ο Ρογήριος, είναι από τους στυλοβάτες του ιστολογίου Λου, μη κοιτάς που ξέχασα να τον αναφέρω, ακόμη κι εγώ, γερνάω.☺

  65. DIR said

    Οι εξ αγχιστείας Πρώτος ξάδελφος και Ανηψιός συναντήθηκαν. Χαιρετίσματα και στους δύο. Συνεχίστε την καλή δουλειά.

  66. voulagx said

    #24: Ωραιότατο, Ρογήρε! Αν μπορούσες να μεταφράσεις το γαλλικό κείμενο, τα γαλλικούλια μου είναι χαλια, θα σου ήμουν ευγνώμων.
    Ιστορική μοίρα οι δυο Ακροπόλεις, η μια της Αθηνας και η 2η του Ραϊχσχόφφεν, να πεσουν ενδόξως εξ αιτίας μιας μπάλας, η πρωτη κανονιού η 2η πορτοκαλί. 🙂

  67. voulagx said

    Παρόραμα: και η 2η του Στρασβούργου

  68. sarant said

    Ευχαριστω για τα νεότερα!

    19 Μάλλον ο συγγραφέας δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής -δεν τον λένε και Κώστα αλλωστε

    24 Ωραίο Ρογήρε!

    32 Ε, ο αφηγητής δεν ειναι υποχρεωμένος να θυμάται καλά 🙂

    47τέλος: Ισχύει η παρατήρηση για την εξέλιξη των ηθών

    51 Δεν έχει τίποτα κρατήσει η μαρμάγκα, πάντως

    60 Μάλλον αυτο έγινε

  69. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πολύ καλό! (..παραβλέπω τους κακοήθεις υπαινιγμούς για τον ΠΑΟΚ.. 🙂 )
    @24. Ομοίως! Πολύ καλό.

  70. Πάνος με πεζά said

    Καλογραμμένο και ενδιαφέρον το διήγημα, με κράτησε ευχάριστα !
    Και μην ξεχάσουμε κι εκείνο που πρωτοάκουσα από τον (επίσης τερματοφύλακα) Γιάννη Καλαμίτση, χωρίς να ξέρω αν ήταν δικό του : δεν υπάρχει καμιά αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι, υπάρχει μόνο αγωνία του εκτελεστή… (Είχε γραφτεί και άρθρο εδώ, https://sarantakos.wordpress.com/2018/07/05/penalty-2/ , με τίτλο «η αγωνία του επιθετικού», αλλά τα πέναλτι δεν τα εκτελούν μόνο επιθετικοί).
    Με βάση το διήγημα βεβαίως, ειδικά για σήμερα, υπάρχει και αγωνία του τερματοφύλακα…
    Κι επίσης, μια άλλη περίπτωση αγωνίας του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι, είναι όταν το έχει κάνει ο ίδιος, δίνοντας παράταση στη φάση, μήπως και γλιτώσει το σίγουρο γκολ..

  71. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @24. Μοῦ ἄρεσε κι ἐμένα τὸ ἀφήγημά σας, Ρογέριε.

    Νομίζω πὼς ἀδικεῖται δημοσιευόμενο στὰ σχόλια. Θὰ μποροῦσε, ἴσως μαζὶ μὲ ἄλλο ἕνα δικό σας, νὰ δημοσιευτεῖ μιὰ Κυριακή.

  72. rogerios said

    @66: Αγαπητέ Voulagx, σας ευχαριστώ πάρα πολύ!
    Το γαλλικό δεν είναι παρά ένα από τα δεκάδες τραγουδάκια που κυκλοφορούσαν στα τέλη του 19ου αι. στη Γαλλία προκειμένου να τονώσουν το εθνικοπατριωτικό φρόνημα και τον αλυτρωτισμό για τα «σκλαβωμένα αδέρφια της Αλσατίας-Λωραίννης. Πρόχειρα και με την επιφύλαξη του ότι δεν είχα τη δυνατότητα να τσεκάρω τα παραγγέλματα του ελληνικού ιππικού 😉 :

    «Ήταν κάποτε, ένα βράδυ, η μάχη του Ράιχσχόφφεν.
    Άξιζε να έβλεπες τους θωρακοφόρους να εφορμούν.
    Προσοχή! Θωρακοφόροι! Έφοδος!
    Και με μιας…

    Εφόρμησαν οι ηρωικοί μας θωρακοφόροι!
    Στο Ράιχσχόφφεν, με τον θάνατο να θερίζει τις γραμμές.
    Προσοχή! Θωρακοφόροι! Έφοδος!»

    @68: Χίλια ευχαριστώ, Νίκο!

    @69, κύριο Γ. Κατσέα: Να είστε καλά! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

    @71, κύριο Δ. Μαρτίνο: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ! Στον οικοδεσπότη εναπόκειται να αποφασίσει αν θα άξιζε τον κόπο κάτι τέτοιο (και σε μένα να βρω ή να γράψω ένα κείμενο που θα μπορούσε να συνοδέψει το σημερινό(. Προσωπικά, είπα να το βγάλω στη φόρα μια και ταίριαζε πολύ από θεματολογική άποψη με το σημερινό διήγημα.

  73. ΣΠ said

    Ο Πέτερ Χάντκε συμμετείχε και στο σενάριο της αριστουργηματικής ταινίας «Τα φτερά του έρωτα», που δεν βασίζεται σε βιβλίο του όπως το «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι».

  74. loukretia50 said

    Rogerios
    Μήπως προτιμάτε αυτό? Είναι πολύ πιο ωραίο!
    Poemes de la guerre, 1870-1871 – Bergerat, Émile, 1845-1923
    les cuirassiers DE REICHSHOFFEN
    https://archive.org/details/poemesdelaguerre00berg/page/n17
    και LA MEMOIRE DE REICHSHOFFEN, A TRAVERS LE CHANT http://reichshoffen.free.fr/Comple/ChansonsREI.html

    Voulagx : δε βρήκα δυστυχώς αγγλική μετάφραση ον λάιν – και δεν τόχω καθόλου με εμβατήρια.
    Για παρηγοριά αρκέσου σ΄αυτό του Ρογήρου και το σχετικό βιντεάκι – για παιχνίδι μου κάνει, αλλά δεν τόχω με τα εμβατήρια!
    Bataille de Reischoffen https://youtu.be/D45Ume20nNU 1871
    όπως αυτό πχ :
    Les Cuirassiers de Reichshoffen – https://youtu.be/kAdXDnOgb_0 1871
    «They have been told: We must save France! It is only you that the future depends. From Waterloo, keep the memory, so that then you have to conquer or die.»


    Βonus για χάζεμα : http://www.scalarchives.com/web/ricerca_risultati_adv.asp?posizione=433&nRisPag=36&pagIniziale=11&pagFinale=15&nextPrev=0&SC_Luogo=Bibliotheque+Nationale%2C+Paris%2C+France&prmset=on&SC_PROV=RA&SC_Lang=eng&Sort=3

  75. rogerios said

    @74: Με έχετε ειλικρινά συγκινήσει σήμερα! Χίλια ευχαριστώ!

    [πρόχειρη μετάφραση των 2 στροφών έβαλα παραπάνω]

  76. Γς said

    37:

    >όπως το μόριο του μπακμινστερφουλερένιου.

    Του ποιού το μόριο; Και πήγα να δω

    Α, μόλεκιουλ το μόριο.

    Είπα κι εγώ. Το πουλί του κ. Μπακμινστερφουλερετέτοιου…

    Τέλος πάντων. Δεν σκαμπάζω που δεν σκαμπάζω από εικοσάεδρα δεν βάζω μια δικιά μου μπάλα ποδοσφαίρου;

    ;https://caktos.blogspot.com/2014/04/blog-post_29.html

  77. loukretia50 said

    ΣΠ Είναι υπέροχη ταινία! Και το αποτέλεσμα δε νομίζω να το επηρέασε καθοριστικά η συμμετοχή του Χάντκε.

    Και για όποιον δεν κατάλαβε ότι δεν τόχω…με παραγγέλματα και ηρωικές εφόδους, ορίστε κάτι που βρίσκω συγκλονιστικό
    Good Luck Everyone – https://youtu.be/vH3-Gt7mgyM?t=78 Blackadder

  78. 24, εισαγωγή

    Ιαμβικός πανωλεθρίαμβος;

  79. rogerios said

    @78: Κάπως έτσι! 😉

  80. sarant said

    71-75 Με πρόλαβε ο Δημήτρης, Κι εγώ σκεφτόμουν να σου το προτείνω, αρκεί να μην είναι πάρα πολύ μικρό ή πάρα πολύ μεγάλο. Με χαρά το ιστολόγιο θα δημοσιεύσει τέτοιες εκλεκτές συνεργασίες.

  81. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Αξίζει, πάντως, να σημειώσουμε ότι και όταν ακόμη είναι «μιλημένος» ένας αγώνας, (ένα πέναλτυ, μιά φάση) αλλά πέσει σε χέρια Ελλήνων, μπορεί θαυμάσια να πάει στράφι.. 🙂 (Από διήγηση μεγαλυτέρων μου, στην γειτονιά που μεγάλωσα: Σε τοπικό πρωτάθλημα, αρχές δεκαετίας του ’60, η ομάδα μας έπαιζε με άλλη -μάλλον της περιοχής σου, ΚΩΣΤΑΣ- και ήταν «κανονισμένο» να διαιτητεύσει ως επόπτης ένας δικός μας, με την διαδικασία της αντικατάστασης «ορισθέντος, μιλημένου και ασθενήσαντος αιφνιδίως» επόπτη, από παρευρισκόμενο στην κερκίδα αναγνωρισμένο διαιτητή. Με πολλές προσπάθειες και πολύ ιδρώτα -και με την βοήθεια του ημέτερου- μπήκε μεν το γκόλ της ομάδας μας, αλλά ο εν λόγω παρασύρθηκε από τον ενθουσιασμό του και ύψωσε θριαμβευτικά τα χέρια του. Φυσικά, έγινε χαμός και έπεσε πολύ ξύλο 🙂 )

  82. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  83. nikiplos said

    καλησπέρα…

    Κι εγώ πιστεύω πως το διήγημα του Ρογέριου αδικείται στα σχόλια και θα έπρεπε να είναι βιτρίνα κάποια άλλη Κυριακή…

    Για το διήγημα το βρήκα πολύ καλό. Πρώτα και κύρια γιατί υπόρρητα διαπραγματεύεται μερικά ζητήματα που συχνά συναντούν οι Έλληνες, ιδίως εκείνης της εποχής στο εξωτερικό. Ένα ζήτημαείναι όταν έρχονταν αντιμέτωποι με τις χειραφετημένες σεξουαλικά Ευρωπαίες: Από τη μία ξεχαρμάνιαζαν, από την άλλη δεν έβρισκαν σε αυτές την πίστη (και υποταγή) που θα είχαν από τις Ελληνίδες, έτσι μετά από μια περίοδο ξεχαρμανιάσματος και αφού τρόπον τινά ανακάλυπταν ότι ο εαυτός τους απλά έπαιζε το ρόλο ενός σεξουαλικού βοηθήματος, έστριβαν…

    Ένα άλλο όταν έρχονταν αντιμέτωποι με τους προαιώνιους εχθρούς σε διάφορα φόρα: επιστημονικά, κοινωνικά, αθλητικά κλπ. Θα έλεγα πως ανέκαθεν οι δικοί μας ήταν πιο αποστασιοποιημένοι. Θυμάμαι έντονα τον Ευγενίδις που περιγράφει το «διχασμό» της περιβόητης μειονότητας στις ΗΠΑ μετά το 1974. Κάποιοι κοιτούσαν τη δουλειά τους και κάποιοι ήταν πυρ και μανία εναντίον της νέας τους πατρίδας. Το ενδιαφέρον σε εκείνο το βιβλίο είναι πως οι καλύτερα εγκατεστημένοι ήταν και οι πιο θερμοί στις αντιδράσεις και αντιαμερικανικές δηλώσεις, ενώ οι πιο «στον αέρα» οι πιο αίολοι ας πούμε, έτειναν περισσότερο να κοιτούν τη δουλειά τους… Το διήγημα πραγματεύεται ένα τέτοιο δίλημμα με έμμεσο τρόπο. Αφενός οι μπατριώτες ζητούν την ήττα υπέρ της ομάδας τους, για δικά τους οφέλη, αφετέρου οι συμπατριώτες ήρωες έχουν διάφορα ηθικά διλήμματα τα οποία εδράζονται είτε στο φιλότιμο, είτε στην ηθική του καθενός.

    Δεν υφίσταται χάπι ή όχι έντ… Οι ήρωες αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο αντιπαραθέτουν ειλικρινά τα διλήμματα που αντιμετώπισαν και διαλέγουν πρώτα και κύρια την φιλία τους και την ειλικρίνεια του ενός απέναντι στον άλλον. Γι’ αυτό άλλωστε έγιναν και κουμπάροι μελλοντικά… Ως νέοι είναι λογικό να μην έχουν ούτε βεβαιότητες, αλλά και να γκρεμίζονται γύρω τους τα στερεότυπα: τα έφτιαξε ο ήρωας πράγματι με μια Τουρκάλα…

    ΥΓ> Την περίοδο που αναφέρεται ο συγγραφέας και λίγο πιο πριν, στα 70ς ας πούμε, τα «ίδια» συνέβαιναν μεταξύ δεξιών και αριστερών κοινωνικών ομάδων στην Ελλάδα… Θα έπαιρνα όρκο δηλαδή πως κάτι τέτοιο ήθελε να συμβολίσει με το διήγημά του. Στρασβούργο η Θεσσαλονίκη και «τούρκοι» οι άλλοι.

  84. Triant said

    77: Λου, συμφωνούμε. Όλη η τέταρτη σειρά είναι καταπληκτική, αλλά αυτή ειδικά η σκηνή είναι συγκλονιστική.

  85. loukretia50 said

    85. Nα υποθέσω ότι ούτε και συ έπαιζες τερματοφύλακας?
    Για κάποιο λόγο τους συμπαθώ κι ας μη βλέπω ποδόσφαιρο. Είναι αυτή η εντύπωση του μοναχικού εναντίον όλων και νομίζω ότι κι ο Χάντκε κάτι παρόμοιο σκέφτηκε.
    Άλλωστε είναι τόσες πολλές οι στιγμές αγωνίας πριν από κρίσιμη φάση..
    Βρεττανική σάτιρα φοβερή, έχουν μεγάλη παράδοση.
    Αλήθεια, εσύ ήξερες το…Μπακμινστερφούρφουρο? – προτιμώ αυτό για ρηλάξ https://youtu.be/npcOEdPD2fw Το χρυσαλιφούρφουρο

  86. loukretia50 said

    στο 84 βέβαια! έχω την τάση να προτρέχω!

  87. loukretia50 said

    …στο 84 βέβαια! έχω την τάση να προτρέχω!

  88. loukretia50 said

    ???
    και να επαναλαμβάνομαι!

  89. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γιατί να μας απασχολεί η «ιστορική» ακρίβεια, πχ στα διηγήματα; Θα το έλεγε χρονογράφημα αν ήταν πάνω στις ράγες της ακριβούς πραγματικότητας, λμτ!
    Το διήγημα μου άρεσε ως ροή και πλοκή. Η ηθική του επίσης, το αμφίσημο «δίκιο» , το μισό-μισό ας πούμε. Θα το στείλω στον αδελφό μου (που έπαιζε στον Ατρόμητο ένα παλιό φεγγάρι 🙂 ) για την καλή περιγραφή του όλου ψυχολογικού ποδοσφαιρικού κλίματος κ της κατάστασης.
    Δυσανασχέτησα με τον τρόπο που μιλά για τις γκομενοδουλειές* (και με τη Αϊσέ). Πολύ επιδερμική η αναφορά κι αυτό μ΄ενοχλεί πάντα και στις δια ζώσης περιγραφές («τραβιόμουνα με κάτι ντόπιες» κλπ) .
    Αχ να τα ήξερα αυτά τα αγορίστικα στιλάκια έναν καιρό να καψαλίσω κι άλλα κουνησονούρικα αντράκια εποχής 🙂 .

    *επίτηδες η φλατ λέξη – και εννοώ τον ήρωα

  90. gpoint said

    # 68, ε

    Ε τότε θα έκλεισα το πισί χωρίς να πατήσω δημοσίευση…μου συμβαίνει ειδικά από τότε που πρέπει να κλικαρω ,μέηλ, νικνέημ και μπλογγ

    Την γλύτωσε ο Κιντ

  91. gpoint said

    Κάτι σχετικό με τις σημερινές ιστορίες έχω ζήσει και γω στον Πόρο όπου γινότανε τουρνουά μεταξύ των κέντρων εκπαίδευσης του ναυτικού ένα σαββατοκύριακο. Μετείχαν ο γηπεδούχος Πόρος όπου ήμουνα και αρχηγός της ομάδας λόγω βαθμού, η Σαλαμίνα , ο Παλάσκας κι ο Κανελλόπουλος. Στον πρώτο μας αντίπαλο έπαιζαν ο Τάσος Μητρόπουλος (τότε ακόμα στον Εθνικό) και ο Λαζάρου του Πανιωνίου οι οποίοι φυσικά δεν ακούμπαγαν την μπάλλα γιατι το γήπεδο ήταν γεμέτο πέτρες και θέλανε να γλυτώσουν τα πόδια τους. Κερδίσαμε 3-1 και την Κυριακή το πρωί θα παίζαμε τελικό.
    Τον αγώνα παρακολούθησε και μια ιταλίδα φίλη που φιλοξενούσα η οποία ενθουσιάστηκε τόσο με την νίκη με αποτέλεσμα να ξυπνήσω κατα τις 10 το πρωί και να πάω στο γήπεδο στο ημίχρονο !
    Και τότε βλέπω τον διοικητή σε έξαλλη κατάσταση να ουρλιάζει » θα κάτσετε να χάσετε αλλιώς θα σας στείλω όλους ναυτοδικείο»
    Τι είχε συμβεί ; στον Πόρο είχαμε καμιά διακοσαριά ναυτόπαιδες μεταξύ των οποίων και αρκετοί μπαλαδόροι, ένας μάλιστα από αυτούς έφυγε από το ναυτικό κι έπαιξε σε Πιερικό και Ηρακλή των οποίων η συμμετοχή απαγορευότανε, μόνο μόνιμοι και κληρωτοί είχαν δικαίωμα συμμετοχής, εμείς όμως είχαμε βάλει 5-6 που κάνανε την διαφορά για να κερδίσουμε αλλά τους πήρανε χαμπάρι οι αντίπαλοι κι ετοιμαζότουσαν να κάνουν ένσταση και φασαρία. Ετσι η ομάδα βγήκε κι έχασε 1-0 στο β’ ημίχρονο κι όλα καλά

  92. Γιάννης Κουβάτσος said

    85: Δίκιο έχεις να τους συμπαθείς. Άχαρη η θέση τους. Πιάνουν τα άπιαστα, αλλά τρώνε ένα κοροϊδίστικο γκολ σε κρίσιμο αγώνα και τους ακολουθεί το στίγμα σ’ όλη τους την καριέρα. Ενώ ο σέντερ φορ, χάνει τα άχαστα, βάζει όμως το νικητήριο γκολ και γίνεται ήρωας. Λίγο σχηματικά όλα αυτά, αλλά κοντά στην πραγματικότητα. Κάτι ξέρει κι αυτός:

    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://debut.gr/2017/03/23/moasir-barbosa-ena-lathos-pou-den-ksexastike-pote/amp/&ved=2ahUKEwjI09Wa6JnlAhXC2KQKHfTvD4IQFjAHegQIAxAB&usg=AOvVaw2sgqewfkO-4uD9hzi9Hxe0&ampcf=1

  93. mitsos said

    Καλησπέρα
    Διαβάζεται χαλαρά και ευχάριστα …

    Εκτός από το τελευταίο πλάνο με το τηλάφωνο να χτυπά και αυτούς αγκαλιασμένους δεν είχα κάποιο άλλο έντονο συναίσθημα …Ίσως φταίει η έλλειψη (και) ποδοσφαιρικής παιδείας μου .

  94. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πολύ καλό μεν αλλά (..αν μας διαβάζεις, Βασίλη Τσιαμπούση..) άντρας που προτιμά να παραμείνει στην συγκινημένη αγκαλιά του φίλου του και δεν απαντάει στο τηλεφώνημα της Αϊσέ (στ’ αλήθεια ή ως συγγραφική έμπνευση), είναι υπόλογος.. 🙂

  95. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ανάλαφρο το σημερινό διήγημα του ΒΤ, διαβάζεται ευχάριστα και ξεκούραστα. Έχει τα ηθικά διλημματάκια του, αναφορές στο σεχ, ζωή στην ξενιτιά και ποδόσφαιρο, που δεν σκαμπάζω πολλά γι΄αυτό το σπορ.

    Πληγώθηκε λίγο ο τοπικός μου εγωισμός. Δεν είναι δυνατόν, ο Τάκης ο Πελέ, ο Λαρισαίος, να χάσει πέναλτι. Το βρίσκω σαν εφεύρημα του ΒΤ για να διώξει τις ευθύνες και το ηθικό δίλημμα από τις πλάτες του ήρωά του. 😉

    Α! και για τα κορίτσια και το σεχ. Δεν ξέρω γιατί, συνειρμικά, μου ήρθαν στο μυαλό μου κάτι τύποι που έρχονταν κάπως κουρασμένοι στην παρέα μας, από τις πολλές χειρομαλάξεις, προφασιζόμενοι πάντα ότι τους της έπεφταν διάφορες και … ε, τι να κάνουν, θα πιουν τον καφέ και θα πάνε για ξεκούραση… 😉

    Καλά περάσαμε και σήμερα, ευχαριστούμε Νικοκύρη και ΒΤ.

  96. Theo said

    @73:
    Υπέροχη ταινία «Τα φτερά του έρωτα».

  97. ΚΩΣΤΑΣ said

    81 Γιώργο Κ., για πες, σε ποιο γήπεδο παίζατε; …

  98. Πουλ-πουλ said

    Ο Χάντκε, και μόνο για τον «Κάσπαρ», θα άξιζε το Νόμπελ.

  99. sarant said

    77-84 ‘Εχω κάνει πολύ άσχημα που δεν έχω δει αυτή τη σειρά.

  100. sarant said

    99 Aν και βλεπω ότι είναι όλα κιόλα 24 επεισόδια, οπότε…

  101. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @97. Κατά τα δικά σας τα μέρη (δεν ξέρω σε ποιό ακριβώς), αλλά δεν ήμουν παρών στην φάση. Μου τα διηγήθηκαν! 🙂

  102. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Το διήγημα πολύ ωραίο!
    Η λέξη «κανείται» μπαίνει στην αρίθμηση για τα πέντε εκατομμύρια;
    https://scontent.fath6-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/72488572_1120416834822947_2747803450438844416_n.png?_nc_cat=108&_nc_eui2=AeHxlNEar4jHVzbkotZR78MLbVALAPi_684jtUwCv_5dR_J3dBPFtDJv34Rrub0QNC5nJBLTm__c_qexwpZxgayBQYqn2_pGZPehAhRX6nmxGw&_nc_oc=AQn6lFNF3ebXTrXSPHMtGMcNnD4NRj3ft0V3RIpGN080CwP7DMqaBcZO7GHmMZXrB68&_nc_ht=scontent.fath6-1.fna&oh=8512b0c144dcd2d16b7e7cbc56765eb0&oe=5E63BD86

  103. Alexis said

    Όποιος κι αν είναι ο αφηγητής υπάρχει έτσι κι αλλιώς μια χρονική ανακολουθία στην αφήγηση.
    Φθινόπωρο του 1985, όταν οι δύο φίλοι πήγαν στην ομάδα, τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής (1974) και του «Βυθίσατε το Χόρα» (1976) δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «σχετικά φρέσκα».

  104. sarant said

    102 Μήπως είναι το κυπριακό «Κανεί» = φτάνει πια;

  105. Triant said

    99-100: Η πρώτη σειρά είναι λίγο περίεργη (συμμετείχε και ο Άτκινσον στο σενάριο και το χιούμορ είναι λίγο ιδιαίτερο – έχει λίγο περισσότερη γκριμάτσα απο τις επόμενες). Καλύτερα άρχισε από την δεύτερη.
    85: Πράγματι, το άθλημά μου ήταν μάλλον το ποδοσφαιράκι. Τώρα, όσον αφορά τον blackadder το ενενηντακάτι που το έπαιζε το sevenX είχα βρει σκοπό στην ζωη μου. Όπου και να ήμουνα την ώρα που έπαιζε έτρεχα στο σπίτι και το έβλεπα γράφοντάς το παράλληλα στο βίντεο.

  106. loukretia50 said

    105. Από τότε σκεφτόμουν ότι μια διαχρονική Μαύρη Οχιά με πλαίσιο τη δική μας ιστορία θα ήταν απίστευτη.
    Αν και κάποιοι άλλοι τρελοί ίσως ήταν πιο κατάλληλοι για την περίπτωσή μας!
    Το θυμάστε? Δε δείχνει τερματοφύλακα, κανένας δε φαίνεται να αγωνιά, αλλά έχει το γούστο του!
    Germany vs Greece – https://youtu.be/7E_8EjoxY7Q Monty Python Philosophers Football Match

  107. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    24. Ρογήρε, πολύ ωραίο! Με τον πυκνό κι ανάλαφρο (μεγάλο χάρισμα στη γραφή) τρόπο σου μας πήγες σε πεδία μαχών ενάμισο αιώνα πίσω και το παραλλήλισες και τόσο μαστόρικα με σύγχρονο επεισόδιο φοιτητικής ομάδας μπάσκετ!
    Τώρα μες τη νύχτα που κατάφερα να το διαβάσω, από τη μια το απόλαυσα, κι από την άλλη μου ξύπνησε έναν θυμό που συντηρεί η ψυχή μου από παιδί: Απ΄ αυτόν τον πολύνεκρο γαλλοπρωσσικό πόλεμο η νικήτρια Γερμανία, εκτός από τα εδάφη, απαίτησε και 5 δις φράγκα αποζημίωση! Μέχρι να εξοφληθεί και το τελευταίο φράγκο αυτής της αποζημίωσης, οι Γερμανοί δεν υποχώρησαν από κάποιες γαλλικές περιοχές.
    Σ’ εμάς όμως χρωστάνε τόσα χρόνια/τόσο αίμα κι όλο το στρίβουν!
    (Καθένας με τον πόνο του 😦 )

  108. Γς said

    Και γιατί να μην χαιρετούν στρατιωτικά, ελέω Τραμπ, τα μερεμέτια;

  109. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @104. Στα Ποντιακά, αυτούσιο το κανείται=φτάνει (<ικανώ).

  110. Triant said

    106: My hovercraft is full of eels 🙂

  111. Γς said

    108:

    >τα μερεμέτια

    τα μεμέτια

    μεμέτης < τουρκική Mehmet / Mehmed / Muhammad < οθωμανικά τουρκικά محمد (Mehmed, Mehmet) < αραβική محمد (muḥammad: ο προφήτης Μωάμεθ) < حمد (ḥammada: υμνώ, εγκωμιάζω) < ρίζα ح م د‎ (ḥ-m-d)

    και το κέρατό τους το τράγιο

  112. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Άρα είναι σωστό το «κανείται». Είναι ήδη στο λεξιλόγιο της τρισχιλιετούς. Που να ξέρω 5 εκατομμύρια λέξεις!

  113. leonicos said

    Ωραίο κι ας ήρθα αργά.

  114. nikiplos said

    111@ καλά το έγραψες στην αρχή… Ο Ταγίπ, μάλλον θα μας κάνει όλους μας τριγύρω μερικά (οθωμανικά) μερεμέτια… 🙂

  115. nikiplos said

    Αλήθεια, τι φοβισμένο θηρίο γίνεται ο άνθρωπος στον πόλεμο, ώστε να διαπράτει τέτοια:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: