Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2019


Το σημερινό κυριακάτικο ανάγνωσμά μας δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό -οι αυτοβιογραφίες βρίσκονται στις παρυφές της λογοτεχνίας, αν και κάποιος κακεντρεχής έλεγε πως αυτό είναι άδικο διότι πολλές αυτοβιογραφίες περιέχουν μεγάλες δόσεις μυθοπλασίας, αν δεν είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες.

Τέλος πάντων, προχτές συζητήσαμε την ετυμολογία της λ. αλαλούμ, και έκανα αναφορά στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία του καψονιού. Όπως έγραψα, το βιβλίο αυτό έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Αλαλούμ», που ξεκινάει ως εξής:

Η λέξη «αλαλούμ», στην αργκό των θεατρικών παραστάσεων, σημαίνει καψόνι. Και είναι, συνήθως, ένα καψόνι σκληρό και ανελέητο, που το υφίστανται αγογγύστως όσοι έχουν την αφέλεια να θέλουνε να επιδείξουνε το «ταλέντο» τους στους ηθοποιούς ενός θιάσου.

Διάλεξα σήμερα να σας παρουσιάσω ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο ο Σακελλάριος (1913-1991) διηγείται περιστατικά απο το γύρισμα της ταινίας «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) και όπου το αλαλούμ/καψόνι παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό.

Για τον Σακελλάριο συστάσεις δεν χρειάζονται κι ας λείπει τόσα χρόνια -αν τα θεατρικά του έργα δεν παίζονται συχνά, οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς στην τηλεόραση, ενώ ακούγονται και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό. Όπως όλοι οι παλιοί μάστορες της επιθεώρησης, είχε τεράστιο ταλέντο και, υποχρεωτικά, εξαιρετική παραγωγικότητα.

Το βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» (τίτλος πασίγνωστου τραγουδιού του σε μουσική Κώστα Γιαννίδη) ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε «επετειακή» έκδοση, συμπληρωμένη με κάποιο υλικό (τις τρεις τελευταίες ενότητες στα περιεχόμενα που βλέπετε εδώ). Εγώ έχω μια παλιότερη έκδοση. Όπως βλέπετε, η ύλη διαιρειται σε ολιγοσέλιδες ενότητες με αναμνήσεις του Σακελλάριου, γραμμένες στη δεκαετία του 1980 -ίσως πρωτοδημοσιεύτηκαν σε κάποια εφημερίδα, αλλά δεν υπάρχει κάποια μνεία στον πρόλογο.

Θα προσέξετε ότι, ενω σε άλλες πηγές αναφέρεται πως στα κινηματογραφικα΄»αλαλούμ» γινόταν λήψη χωρίς φιλμ στη μηχανή, εδώ ο Σακελλάριος λέει για κανονική λήψη -και μάλιστα ότι οι ταινίες αυτές κάπου φυλάγονταν.

Το βιβλίο ήταν τυπωμένο σε μονοτονικό, που μου έκανε πιο εύκολη τη ζωή στη μετατροπή του. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλιο -υπήρχε κι άλλη μία που δεν την έβαλα.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στις Τρεις Γέφυρες, υπήρχε μια μεγάλη εγκαταλελειμένη αποθήκη. Αυτή, λοιπόν, την αποθήκη την πήρε ο Φίνος και την έκανε «πλατό». Κι όταν λέμε «πλατό» μην πάει το μυαλό σας στα «πλατό» όπως είναι σήμερα.

Το πρώτο «πλατό» του Φίνου, που στην ουσία ήταν και το πρώτο «πλατό» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν όπως είπαμε μια αποθήκη χωρίς κανέναν από τους γνωστούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Και μόνο η εφευρετικότητα του Φίνου, κατάφερε να κάνει στούντιο -και μάλιστα, στούντιο μέσα στο οποίο γυριστήκανε αξιόλογες ταινίες— αυτόν τον εντελώς ακατάλληλο χώρο. Και πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν προβολείς. Προβολείς που σήμερα έχουνε ακόμα κι οι ερασιτέχνες φωτογράφοι, τότε ήταν ένα είδος εντελώς άγνωστο.

Ο πρώτος προβολέας που μπήκε στο στούντιο του Φίνου, ήταν ένας μικρός προβολέας -πεντακόσια βατ όλα κι όλα— που δεν ξέρω πού τον βρήκε ο Φίνος και τον έφερε με όλας τας τιμάς, όταν γυρίζαμε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», για να κάνουμε ένα εφφέ.

Τα φώτα, λοιπόν, στο πρώτο αυτό «πλατό» ήταν μεγάλες και μικρές τενεκεδένιες σκάφες, που είχανε απλά «ντουί» στα οποία βιδώναμε κοινές λάμπες των εκατό και των διακοσίων κεριών. Υπήρχαν, ακόμα και μερικοί δήθεν προβολείς, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μεγάλες λάμπες απάνω σε κάποιο πόδι, χωρίς να έχουνε όμως μπροστά τους ειδικούς αυτούς φακούς που έχουνε οι προβολείς και που επιτρέπουν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το φως, να γίνεται συγκεντρωτικό ή διάχυτο.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο πώς γυρίστηκε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και στα χαριτωμένα επεισόδια που δημιουργηθήκανε στη διάρκεια του γυρίσματος, θα έπρεπε ίσως να σας πω ότι τότε δεν υπήρχανε τα κινηματογραφικά συνεργεία, που δημιουργηθήκανε λίγα χρόνια αργότερα.

Δύο-τρεις άνθρωποι, παθιασμένοι με τον κινηματογράφο, είμαστε όλοι κι όλοι που κάναμε πρόθυμα όλες τις δουλειές -που τώρα κάνουνε τα πολυμελή συνεργεία- χωρίς αρμοδιότητες και προπάντων, χωρίς αντιρρήσεις. Πρώτος και καλύτερος, φυσικά, ο Φίνος, που είχε και το γενικό πρόσταγμα. Μονάχος του ήτανε συνεργείο ολόκληρο.

Αυτός έκανε τους φωτισμούς, αυτός έκανε τη φωνοληψία, αυτός έκανε την εμφάνιση και την εκτύπωση τοο φιλμ, αυτός έκανε το μοντάζ, κι αυτός όποτε χρειαζότανε, έκανε και τον οπερατέρ. Και κοντά σ’ αυτόν κι όλοι εμείς, που κουβαλούσαμε τα φωτιστικά σώματα, μεταφέραμε τη μηχανή, κινούσαμε το Travelling, στήναμε το ντεκόρ.

Το «συνεργείο», λοιπόν, που γύρισε την ιστορική αυτή ταινία, ήτανε εκτός από το Φίνο, ο Μάρκος ΖέρΒας -ο αργότερα διευθυντής και σκηνογράφος της «Φίνος-Φιλμ»— ο μακιγιέρ Σταύρος Κελεσίδης, ο πιτσιρίκος τότε Θεόφιλος Ασημακόπουλος, που αργότερα έγινε ο διευθυντής του εργαστηρίου της «Φίνος», εγώ κι ο βοηθός μου, ο εκλεκτός σήμερα σκηνοθέτης Κώστας Ανδρίτσος.

* * *

ΟΤΑΝ αρχίσαμε τις προετοιμασίες για το γύρισμα της ταινίας διαπιστώσαμε με φρίκη ότι μας λείπανε οι… Γερμανοί. 0 κινηματογράφος, δεν ήταν όπως το θέατρο, που δυο βουβά πρόσωπα ντυμένα με γερμανικές στολές, ήταν αρκετά για να καλύψουν αυτή την ανάγκη. Το σενάριο, που είχαμε γράψει ο Χρ. Γιαννακόπουλος και εγώ, προέβλεπε στρατιώτες, αξιωματικούς, Ες-ΕςS, φυλακές με Γερμανούς δεσμοφύλακες, ένα σωρό κόσμο, τέλος πάντων, που εκτός των άλλων, θα έπρεπε να μιλάνε και γερμανικά. Κι όσο για τις στολές, το αποφασίσαμε το έξοδο. Θα τις ράβαμε μόνοι μας. Ποιοι θα τις φορούσανε όμως; Θα έπρεπε να ήτανε νέα παιδιά, ξανθά κατά προτίμηση, που απαραιτήτως θα έπρεπε να μπορούν να προφέρουν σωστά τις γερμανικές φράσεις, που είχαμε βάλει στο σενάριο. Κι επειδή δε βρήκαμε άλλη λύση, καταφύγαμε στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων. «Ζητούνται νέοι έτσι κι έτσι… που να ξέρουν και λίγα γερμανικά».

Μόλις δημοσιεύτηκε η αγγελία, έπηξε η οδός Στουρνάρα. Ουρές οι γερμανομαθείς νέοι έξω από τα γραφεία της εταιρίας. Βέβαια, μερικοί απ’ αυτούς, ερχόντουσαν για το μικρό, για το ασήμαντο μεροκάματο του κομπάρσου, που αν θυμάμαι καλά ήτανε ογδόντα δραχμές. Οι πιο πολλοί, όμως, ερχόντουσαν για να γίνουν «αστέρες». Μεγάλος μαγνήτης, ο μαγνήτης του κινηματογράφου. Να δούνε τη φάτσα τους στο πανί και τι στον κόσμο…

Μέσα σ’ ένα καμαρίνι της οδού Στουρνάρα, ήταν εγκατεστημένο πρόχειρα ένα μικρό ραφτάδικο και τους κατάλληλους τους παραπέμπαμε αμέσως εκεί, για να τους πάρουνε μέτρα και να τους φτιάξουνε τη στολή.

Μεταξύ των πρώτων, ήρθε κι ένας κύριος πολύ καλοστεκούμενος. Καμηλό παλτό απ’ τα πιο ακριβά, μεταξωτό κασκόλ γκρενά, γάντια χοιρόδερμα και πλημμυρισμένος στα γαλλικά αρώματα και τις γαλλικές κολώνιες.

– Χαίρετε…
– Χαίρετε.
– Ο κ. Σακελλάριος;
– Μάλιστα.
– Κώστας τάδε.
– Χαίρω πολύ.

Ούτε για μια στιγμή δε μου πέρασε η ιδέα, ότι ο λαμπρός αυτός κύριος, διεκδικούσε μια θέση κομπάρσου.

– Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
– Εγώ κ. Σακελλάριε, έχω σπουδάσει στο Μόναχο ηλεκτρομηχανικός.
– Μάλιστα.
– Μιλάω τη γερμανική σαν τη μητρική μου γλώσσα.
– Μάλιστα.
– Έχω δύο διπλώματα και μπορώ να σας τα δείξω.

…Έκανε μάλιστα ν’ ανοίξει μια τσάντα που είχε μαζί του.

– Δε χρειάζεται, κύριε.
– Μα πρέπει να τα δείτε!
– Για ποιο λόγο;
– Για να πεισθείτε ότι μιλάω πολύ καλά γερμανικά.
– Σας πιστεύω, αν και δεν καταλαβαίνω γιατί μου το λέτε.
– Διάβασα την αγγελία σας στην εφημερίδα. Δεν ζητάτε ανθρώ-πους που να ξέρουνε γερμανικά;

Προσπάθησα να του εξηγήσω όπ η δουλειά του κομπάρσου δεν ήτανε μια δουλειά που θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει.

– Ογδόντα δραχμές είναι το μεροκάματο, κύριε.
– Δε μ’ ενδιαφέρει το οικονομικό… Εγώ έρχομαι δωρεάν.
– Και είναι σκληρή δουλειά… Θα ξεκινάμε στις έξι το πρωί!…
– Εμένα και στις τέσσερις αν μου πείτε…
– Πολλές φορές θα δουλεύουμε όλη τη νύχτα, ως το πρωί.
– Ως το πρωί κι ως την άλλη νύχτα… Ουδεμία αντίρρηση!!…

…Ήτανε τόση η επιμονή του. Τα μάτια του είχανε αρχίσει να δακρύζουνε.

– Θα το θεωρήσω υποχρέωση αν με προτιμήσετε…

Και τον… προτιμήσαμε! Τον έστειλα να του πάρουνε μέτρα για τη στολή. Μπήκε χοροπηδητός στα καμαρίνια. Μπήκε και, σε λίγο, βγήκε και με πλησίασε.

– Να σας ζητήσω μια χάρη;
– Παρακαλώ.
– Είναι δυνατόν να μη με κάνετε απλό στρατιώτη;
– Δηλαδή;
– Να έχω κάποιο βαθμό… Έστω υπαξιωματικός…
– Εγώ θα σας κάνω αξιωματικό… Θα σας κάνω λοχαγό. Είσαστε ευχαριστημένος;

Άρπαξε τα χέρια μου και τα φίλησε.

– Σας ευχαριστώ… Σας είμαι ευγνώμων!…

Έτσι, από την πρώτη στιγμή, ο κ. Κώστας τάδε, με το ακριβό παλτό και τα αρώματα, έθεσε σοβαρή υποψηφιότητα για αλαλούμ. Τα παιδιά του «συνεργείου» με τρώγανε.

– Τι θα γίνει με τούτον;
– Τι θέλετε να γίνει;
– Δε θα του κάνουμε κανένα αλαλούμ;
– Θα του κάνουμε.
– Πότε;
– Όταν θά ’ρθει η ώρα!…

Κι η ώρα ήρθε ένα χειμωνιάτικο πρωινό —δεν είχε ξημερώσει ακόμα- που γυρίζαμε κάτι νυχτερινές σκηνές σ’ ένα ερειπωμένο εργοστάσιο οινοποιίας, εκεί στις Τρεις Γέφυρες.

Η δουλειά είχε τελειώσει απρόβλεπτα νωρίς κι ετοιμαζόμαστε να τα μαζέψουμε. Και τότε με πλησίασε ο Θεόφιλος ο Ασημακόπουλος —πιτσιρίκος ήτανε τότε- που έπαιζε κι αυτός ένα ρόλο στην ταινία.

– Τι θα γίνει με δαύτον κυρΑλέκο;
– Τι θα γίνει, δηλαδή;
– Δε θα του κάνουμε το αλαλούμ;

Υπέρ του αλαλούμ ήτανε κι ο Ντίνος Δημόπουλος -ο σημερινός εκλεκτός σκηνοθέτης— που έπαιζε κι αυτός στους «Γερμανούς», ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο Βαγγέλης Πρωτοπαππάς, ακόμα κι ο μακαρίτης ο Λογοθετίδης, που πέταγε τη σκούφια του για τέτοιου είδους πλάκες.

– Μα δεν είναι αργά; Δεν είσαστε κουρασμένοι;

Αλλά ποτέ δεν ήταν αργά για ένα αλαλούμ και κανείς δε λογάριαζε την κούρασή του, προκειμένου να κάνει κέφι.

Έτσι τοποθετήθηκε η μηχανή, τακτοποιηθήκανε τα φώτα κι εγώ πήγα και βρήκα τον κ. Κώστα.

– Κύριε Κώστα…
– Ορίστε!
– Επειδή διαπίστωσα ότι έχετε πολύ ταλέντο και κάνετε θαυμάσια το Γερμανό αξιωματικό, σκέφτηκα να γυρίσω μια σκηνή που να πρωταγωνιστήσετε εσείς.

Λάμψανε τα μάτια του κ. Κώστα.

– Σας ευχαριστώ πολύ.

Του εξήγησα τι έπρεπε να κάνει. Οπλισμένος σαν αστακός, με χειροβομβίδες στη ζώνη και οπλοπολυβόλο στο χέρι, θα περπατούσε ανύποπτος μέσα στη νύχτα.

Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι, θα πεταγόντουσαν οι «πατριώτες», δηλαδή ο Δημόπουλος, ο Διανέλλος, ο Πρωτοπαππάς, ο Λογοθετίδης κι ο Ασημακόπουλος και θα προσπαθούσαν να τον συλλάβουνε.

Αυτός έπρεπε να ανπσταθεί ηρωικά και τελικά να τους εξουδετερώσει. Όσο για τους «πατριώτες» είχαμε συμφωνήσει να του χυμήξουνε, να του λύσουνε τη ζώνη και να του κατεβάσουνε το… παντελόνι κι αν ήταν δυνατόν και το σώβρακο.

Η σκηνή είχε αποφασισθεί να «γυριστεί» πραγματικά, με φιλμ και σύγχρονη φωνοληψία.

Ο Ζοζέφ Χεπ, ο πρώτος οπερατέρ του ελληνικού κινηματογράφου είχε πάρει ήδη τη θέση του στη μηχανή. Και το γύρισμα άρχισε. Μεγαλοπρεπής, με το οπλοπολυβόλο στο χέρι, έκανε την εμφάνισή του ο Γερμανός λοχαγός. Κι άξαφνα ξεπεταχτήκανε οι «πατριώτες» — σκασμένοι στα γέλια ήτανε, παναθεμά τους!…— τον πιάσανε κι αρχίσανε να τον… γδύνουνε. Ο Γερμανός φώναζε:

– Ράους… Ράους!… Λος… Λος!…

Αλλά οι «πατριώτες» τη δουλειά τους. Το παντελόνι —κυλότα γερμανική- είχε φτάσει ως τις μπότες. Δύο «πατριώτες» είχανε πέσει κάτω από τα γέλια κι οι άλλοι συνεχίζανε το γδύσιμό του.

Όταν, όμως, ήταν τελικά όλοι μπροστά του και προσπαθούσανε να τον γδύσουνε ολότελα, ο καημένος ο κ. Κώστας, τους έλεγε σε άψογα ελληνικά.

– Όχι, όλοι μπροστά μου, βρε παιδιά!… Με κρύβετε. Δεν θα φαίνομαι καθόλου εγώ.

Η σκηνή μέσα σε υστερικά γέλια ολοκληρώθηκε κι έμεινε να ποζάρει μπροστά στην κινηματογραφίκή μηχανή, ένας βλοσυρός Γερμανός αξιωματικός, με χειροβομβίδες και οπλοπολυβόλο στο χέρι, γυμνός από τη μέση και κάτω.

Η σκηνή, όπως σας είπα, γυρίστηκε πραγματικά κι υπάρχει στην ταινιοθήκη του «Φίνου», μαζί με άλλα διασκεδαστικά αλαλούμ, που πρότεινα κάποτε να τα προβάλουμε στην τηλεόραση για να γελάσει ο κόσμος, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε κανείς.

Ουρές κόσμου στην πρεμιέρα στο Ρεξ

* * *

ΟΤΑΝ άρχισα να σκηνοθετώ αυτήν την ταινία, είχα τρομερό τρακ. Πώς θα γινότανε εγώ, ένας ασήμαντος νεαρός να «σκηνοθετήσω» έναν κολοσσό σαν το Λογοθετίδη; Ήταν δυνατόν, να του πω εγώ, πώς να παίξει; Αυτό, όπως φαίνεται, το κατάλαβε ο Λογοθετίδης —τι μεγάλος ηθοποιός και .σπουδαίος άνθρωπος- που κατάφερε να μου δώσει με μια αφάνταση λεπτότητα όλο το κουράγιο που μου έλειπε.

Γυρίζαμε μια σκηνή, σε μια πλακιώτικη αυλή, μ’ ένα πηγάδι – τώρα είναι το σπίτι του Μίμη Πλέσσα— μέσα σ’ αυτό το πηγάδι είχανε βάλει οι πατριώτες ένα ραδιόφωνο, που το ανεβάζανε με το σκοινί του κουβά. Ήταν η πρώτη σκηνή που γυρίζαμε.

‘Οταν τελείωσε η σκηνή -μια ολιγόλεπτη σκηνή- και είπα «στοπ», φαίνεται η έκφρασή μου δεν ήταν και τόσο ενθουσιαστική, ίσως γιατί αλλιώς τον περίμενα τον Λογοθετίδη σ’ αυτή τη σκηνή.

Ο Λογοθετίδης, το κατάλαβε, με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε παράμερα.

– Δε σου άρεσε…
– Όχι, κ. Λογοθετίδη… Μου άρεσε… Ωραία ήτανε…

Ο Λογοθετίδης, με κοίταξε έντονα στα μάτια κι επανέλαβε.

– Δεν σου άρεσε… Αυτό είναι βέβαιο. Δεν ξέρω, όμως, γιατί δεν σου άρεσε.
– Μου άρεσε, κ. Λογοθετίδη.
– Άκου να δεις… Εμείς τώρα συνεργαζόμαστε. Η ευθύνη βαρύνει και τους δυο μας το ίδιο. Ευγένειες και λεπτότητες δε χωράνε. Όταν δεν σου αρέσει κάτι θα μου το λες. Αν έχει άδικο, δε θα σ’ ακούω. Αν έχεις δίκιο, όμως, θα γίνεται όπως το θέλεις, γιατί αυτό δε θα εξυπηρετεί μόνο εσένα, αλλά και μένα. Σύμφωνοι;

Εδώ τελειώνει, κάπως απότομα, το κεφάλαιο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» του βιβλίου του Σακελλάριου. Την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, το 1948, ο Σακελλάριος ήταν βεβαια αρκετά γνωστός, αλλά σχετικά νέος, 35 χρονών, ενώ ο Λογοθετίδης ήταν στα πενήντα.

Όσο για την ταινία, στο Γιουτούμπ υπάρχουν αμέτρητα στιγμιότυπα με διάφορες σκηνές και ατάκες, όχι όμως ολόκληρη η ταινία -υπήρχε παλιότερα αλλά την κατέβασαν φαίνεται.

 

 

 

143 Σχόλια to “Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    >Για τον Σακελλάριο […] ι και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό.

  2. LandS said

    Μεγάλοι και οι δυο, και ο Φίνος τρεις. Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα είχαν πετύχει αν είχαν τα μέσα (και τα λεφτά) όχι της δικής μας εποχής, αλλά της δικής τους.

  3. voulagx said

    Μικροδιορθώσεις;
    τα φωπσπκά σώματα –> τα φωτιστικά σώματα
    Μέσα σ’ ένα καμαρίνι τις οδού Στουρνάρα, –> Μέσα σ’ ένα καμαρίνι της οδού Στουρνάρα,

  4. Aghapi D said

    Ωραίο κι’ αυτό αλλά μετά τον Λογοθετίδη τί να πεις…

  5. Καλημέρα

    Αλλες εποχές. Πάντως η τάσηγια προβολή υπάρχει ακόμα απλά σήμερα με την τηλεόραση υπάρχουν πολλαπλάσιες ευκαιρίες να δει κάποιος τον εαυτό του στο γιαλί που δεν προξενεί πλέον μεγάλη εντύπωση στους άλλους.
    κάπου στα 60’s είχε γυρίσει ο Κακογιάννης το «τα ψάρια βγήκαν στην στεριά’ στο Γαλαξίδι και όλοι οι συνομίληκοι (τότε) ντόπιοι πιτσιρικάδες σε κάποια σκηνή φαινότουσαν. Η τανία παίζεται σε ιδιωτικές προβολές σε τακτά χρονικά διαστήματα όπου προσμετρώνται παρουσίες στην σκηνή και απουσίες στην ζωή…

  6. Aghapi D said

    Σχεδόν κάθε φορά που ανεβάζετε καινούριο άρθρο, βάζω απόσπασμα και λινκιά στον τοίχο μου στο φέισμπουκ Ελπίζω να μήν έχετε αντίρρηση

  7. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και τη διόρθωση.

    5 Πολύ ωραίο αυτό

    6 Η μόνη αντίρρηση είναι που χρησιμοποιείς πληθυντικό στο σχόλιο 🙂

  8. Πέπε said

    Τι ωραίο κείμενο!

    Μέσα από μια θεματική γραμμή που διατρέχει τις τελευταίες αναρτήσεις, το αλαλούμ των ηθοποιών, αρχίζω να διερωτώμαι μήπως κάτι τύποι που θαυμάσαμε στη χτεσινή ανάρτηση για τη μνημειώδη άγνοιά τους σε θέματα που κανείς δε θα τους ρώταγε αν δεν έτρεχαν μόνοι τους να ερωτηθούν, μήπως λέω αυτοί οι τύποι κάνουν αλαλούμ στον εαυτό τους για 15 λεπτά δημοσιότητας.

    Να πούμε πάντως ότι η ιδέα του αλαλούμ με τα σημερινά δεδομένα είναι μπούλινγκ, κάτι το απολύτως καταδικαστέο (όχι άδικα) και μόνο αν γίνει, πόσο μάλλον αν προβληθεί και στην τηλεόραση που σκεφτόταν ο Σακελλάριος.

  9. ΣοφίαΟ said

    Ο Σακελάριος είχε εβδομαδιαία στήλη στην Απογευματινή τη δεκαετία του ’80, ίσως και παλιότερα, όπου εγραφε αναμνήσεις από τον παλιό κινηματογράφο, το θέατρο και διάφορα άλλα κωμικά.

  10. Κουνελογατος said

    Καλημέρα.

  11. ΣοφίαΟ said

    (Το προηγούμενο το έπιασε η σπαμοπαγίδα μάλλον, οπότε το επαναλαμβάνω)
    Ο Σακελλάριος είχε εβδομαδιαία στήλη στην Απογευματινή, τη δεκαετία του ’80, ίσως και νωρίτερα, με αναμνήσεις από το θεάτρο, τον κινηματογράφο και γενικότερα την καλλιτεχνική Αθήνα της εποχής.

  12. Γς said

    Είχα βάλει χτες την σκηνή της φωτό με το ραδιόφωνο στο πηγάδι

  13. Γς said

    Ωχ λάθος

    https://sarantakos.wordpress.com/2019/11/23/meze-402/#comment-616966

  14. sarant said

    11 Ίσως δεν εμφανίστηκε αμέσως, πάντως δεν το έπιασε η παγίδα.

  15. Σ said

    Δεν είναι στις προθέσεις μου να χαλάσω το κλίμα πρωί πρωί. Κάπως την ονόμασε την υπονόμευση του γιορταστικού κλίματος ένας σχολιαστής πρόσφατα εδώ. Μου άρεσε η λέξη, αλλά την ξέχασα.
    Παρατηρώ ότι υπάρχουν στο κείμενο τα διαχρονικά, βασικά μοτίβα του κρυπτο-αυτοεγκωμιασμού: (α) όλοι οι συνεργάτες μου είναι υπέροχοι, (β) η μαστορική μέθοδος είναι εποποιία.
    Το αλαλούμ του ξεβρακώματος μου έφερε στο νου ανάλογες όχι τόσο χαριτωμένες σκηνές της επικαιρότητας (α, βλέπω το είπε και ο Πέπε).

  16. atheofobos said

    Κι όσο για τις στολές, το αποφασίσαμε το έξοδο. Θα τις ράβαμε μόνοι μας.

    Και αν το 1948 ήταν πρόβλημα οι στολές , γιατί στοίχιζε η κατασκευή τους ,το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και 10 χρόνια μετά και σε άλλες ελληνικές ταινίες. Όπως γράφω στο ποστ μου:
    ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ!
    http://atheofobos2.blogspot.com/2013/09/blog-post_11.html
    Η μόνη κατάλληλη που υπήρχε ήταν μια ανεκδιήγητη ελληνική με τον Χατζηχρήστο, ο κόμης Χατζηχρήστος και αναγκαστικά βέβαια επήγαμε σε αυτήν! Η ταινία ήταν μια αρπαχτή, όπως αρκετές ελληνικές της εποχής, που οι ηθοποιοί που έκαναν τους δεσμοφύλακες, ενώ θα έπρεπε να φοράνε στολές του περασμένου αιώνα φοράγανε μπλέ σακάκι στολής και κάτω μπλέ παντελόνια τζίν!

  17. μια φορολογική διαταξηΓια την τελευταία παράγραφο του άρθρου. Η Φίνος φίλμ έχει ψηφιοποίησει όλες τις σωζόμενες ταινίες και της είχε ανεβάσει στο Γιουτιούμπ αλλά προέκυψε θέμα με τα δικαιώματα και τις κατέβασε όπως διαβάζουμε εδώ
    http://finosfilm.com/socialMedia

    Πάντως με την ψηφιοποίηση του πρωτότυπου φίλμ στις προβολε΄ς των ταινιών διαπιτώνω ότι οι ελληνικές ταινίες της εποχής είχαν καταπληκτική φωτογραφία που είχε χαθέι στις κόπιες που βλπεπαμε παλιο΄τερα στην τηλεόραση που μάλλον ήταν τελεσινέ (αν έχω καταλλάβει καλά βιντοσκόπηση της κινημετογραφικής προβολής).

    Για το φιλμ έιχα ακούσει σε καποια συνεντευχη σκηνοθέτη (δεν έιμα σίγουρος αν ΄ήταν ο Κατσουρίδης ή άλλος) αλλά υπήρχε μέχρι τα τα τέλη της δεκαετίας του 1970 καποια φορολογική διαταξη για τις κινηματογραφικε΄ς ταινίες που επέβαλε να καταστρέφεται το φιλμ που δεν χρηιμοποι΄πηθηκε στην τελική κόπια της ταινίας. ετσι δεν μπορούμε αν έχουμε νατιρέκτορς κατ για τις ελληνικε΄ς τιανίες. Η διαταξη ίσως είχε καθιερωθέι την εποχή της λογοκρισίας για να σιγουρέυονται ότι δεν θ κυκλοφορήσει κόπια με τις κομμένες σκηνες.

  18. sarant said

    17 Ενδιαφέρον αυτό για το Γιουτούμπ, ευχαριστώ!

    Θα λείψω για κάμποσες ώρες.

  19. Georgios Bartzoudis said

    Ήταν πολύ απολαυστικός, στις τηλε-εμφανίσεις του, ο Σακελλάριος. Την ταινία «οι Γερμανοί ξανάρχονται», την είχα δει (δεν θυμάμαι πότε). Η μοναδική όμως ταινία, της οποίας είδα γυρίσματα ήταν «το Ποτάμι» του Κούνδουρου (νομίζω). Είχε και μια ωραία πρωταγωνίστρια, Ιταλίδα αν δεν κάνω λάθος. Τα γυρίσματα ήταν κοντά σε γνωστό ποτάμι ένθαπερ επηγγελόμην τον βουκόλο (αν δεν έγραψα ορθώς τα καθαρευουσιάνικα, ούτε που με νοιάζει). Υπήρχε ζήτηση κομπάρσων αλλά δεν κατάφερα να γίνω. Έπρεπε να έχω άλογο για να ιππεύσω. Εγώ είχα …γαϊδούρι (με το συμπάθιο, που λέμε!). Η ταινία είχε κάποιες περιπέτειες (δεν ξέρω τί ακριβώς) και δεν μπόρεσα να τη δω, παρότι …την έψαχνα!

  20. Γ-Κ said

    Εγώ θα ήθελα να σχολιάσω το «επαναπροβάλλονται» («οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς»).
    Μου φαίνεται κάπως «ευπρεπισμένο». Θα προτιμούσα το «ξαναπροβάλλονται» σκέτο ή τη σύνταξη «προβάλλονται και ξαναπροβάλλονται» (χωρίς το «συνεχώς» στη δεύτερη περίπτωση).

  21. atheofobos said

    Κι επειδή δε βρήκαμε άλλη λύση, καταφύγαμε στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων. «Ζητούνται νέοι έτσι κι έτσι… που να ξέρουν και λίγα γερμανικά».

    Με αυτό τον τρόπο πάντα εύρισκαν ακόμα και δωρεάν πρόθυμους κομπάρσους όπως γράφω στο ποστ μου
    ΤΙ «ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ» ΟΤΑΝ ΗΡΘΕ Η JAYNE MANSFIELD.
    http://atheofobos2.blogspot.com/2015/03/jayne-mansfield.html
    και χάρις στην παρακάτω μικρή δελεαστική αγγελία κατάφεραν να γεμίσουν όλο το Καλλιμάρμαρο

  22. Γς said

    21:

    Ημουν κι εγώ εκεί

    https://sarantakos.wordpress.com/2019/11/24/sakellarios/#comment-617183

    Δεν έπαιζε η Σοφία Λώρεν, που εδώ κοιτάζει αυτά που είχα πάει να δω κι εγώ

  23. Γς said

    22:

    Φτου!

    >Ημουν κι εγώ εκεί

    https://caktos.blogspot.com/2014/06/blog-post_7858.html

  24. Αγγελος said

    Mεροκάματο 80 δραχμές; Το 1948, όταν η χρυσή λίρα είχε 130 χιλιάδες και; Μάλλον λάθος θυμόταν ο Σακελλάριος!

  25. nikiplos said

    Καλημέρα… πολύ ωραίο άρθρο… Ο Σακελλάριος σε κάποια από τις συνεντεύξεις του, πριν εκλείψει, είχε πει πως ήταν όλοι τους πλην του Φίνου, αυτοδίδακτοι. Ακόμη και ως σκηνοθέτες έβλεπαν τις ξένες ταινίες και μάθαιναν… Από τα ευτράπελα που διηγιόταν στο βιβλίο του μου είχε αρέσει και ένα με τον Νίκο Φέρμα που στο γάμο του, του είχαν βάλει χασίς στα θυμιατήρια στην εκκλησία… Ως γνωστόν τοις παροικούντες των συνεργείων εκείνη την εποχή ο κυρ-Νίκος αρεσκόταν να «πίνει» το τσιγαράκι του στο καμαρίνι του.

    Σαφώς υφέρπει ένας σκεπτικισμός εάν το αλαλούμ εκείνης της εποχής αποτελούσε μπούλινγκ με τα σημερινά δεδομένα. Νομίζω όχι…Θυμάμαι μια εκπομπή του Βλάσση Μπονάτσου στα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής ΤιΒής, που λεγόταν Μπουμ και έκανε κασκαρίκες σε διάσημους, της τοτινής τηλεοπτικής εποχής. Όλοι το είχαν πάρει κάπως ήρεμα, πλην της – όπως θυμάμαι – Δήμητρας Παπαδοπούλου. Μου είχε κάνει εντύπωση η αντίδρασή της.

    Τις ταινίες εκείνες μου άρεσε να τις βλέπω με κοινό. Το πρώτο κοινό ήταν θειές μου, μέγαλες σε ηλικία που εκφράζονταν απερίφραστα «Ού να μου χαθείς βρωμιάρη! Παλιολούστρο!» στον εκάστοτε κακό της ταινίας. Από σινεμά, θυμάμαι 70ς – ίσως να το έχω ξαναγράψει – Νίκο Ξανθόπουλο. Εκείνη την εποχή οι νέοι είχαν κυρίως ποδήλατα και για κάποιο λόγο που δεν έχω εξηγήσει, έπαιρναν μαζί τους τις τρόμπες. Στην επίμαχη σκηνή της ταινίας που ο Ξανθόπουλος αρνείται να εγκαταλείψει την πτωχή νέα, άρχιζαν τα φσστ φσστ δυνατά με το «μπράβο ρε μεγάλε!!!». Μετά στα 80ς τις παρωδούσαν οι «επαναστάτες νεολέροι», αλλά είδαμε κι αυτοί που μας οδήγησαν… «που οδηγήσαν μια γενιά… στα πιο βαθιά χασμουρητά»…

  26. ΣΠ said

    Διαβάζοντας το καψόνι στο αλαλούμ εκνευρίστηκα. Το βρήκα σαδιστικό και κακόγουστο. Και ήθελε ο Σακελλάριος να τα δείξει αυτά στην τηλεόραση για να γελάσει ο κόσμος. Τι να σου πω! Φοβερό χιούμορ! Σαν τις εκπομπές της Ανίτας Πάνια, που φέρνει κάτι κακομοίρηδες και τους εξευτελίζει.

  27. nikiplos said

    26@ ίσως – εικάζω – γιατί ο ίδιος δεν δίσταζε ποτέ να εξευτελίζει τον εαυτό του και να αυτοσαρκάζεται…

  28. leonicos said

    2
    Μεγάλοι και οι δυο, και ο Φίνος τρεις. Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα είχαν πετύχει αν είχαν τα μέσα (και τα λεφτά) όχι της δικής μας εποχής, αλλά της δικής τους

    Θα είχαν καταποντιστεί κάπου στην Αμερική και ίσωα να μην είχαν κάνει τίποτα

    Δεν ειναι βέβαιο, αλλά είνια μια πιθανότητα

    Το Κάλλο βρε Μαριώ πρώτη στο χωριό, παρά στην Αθήνα δεύτερη

    δεν είναι άσκοπη ατάκα

  29. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  30. leonicos said

    Το καψόνι, μου θύμισε κάτι άλλο

    Πού μπορείς να συναντήσεις έναν καθηγητή του παν/μίου με το σώβρακο, και να του πεις ευγενιά καλημέρα, βγάζοντας ταυτόχρονα τα ρούχα σου;

    Στον προθάλαμο του χειρουργείου

    Καθηγητές και ειδικευ΄μενοι φοράνε τα ίδια, και αλλάζουν στον ίδιο χώρο, ακι ακολουθούν τους ΄διους κανόνες

  31. leonicos said

    8 Πέπε

    Να πούμε πάντως ότι η ιδέα του αλαλούμ με τα σημερινά δεδομένα είναι μπούλινγκ, κάτι το απολύτως καταδικαστέο (όχι άδικα) και μόνο αν γίνει, πόσο μάλλον αν προβληθεί και στην τηλεόραση που σκεφτόταν ο Σακελλάριος

    Έχεις απόλυτο δίκιο. Αλλά δεν μπορεί να μη γίνει. Πάντως, άλλο είναι η καζούρα της παρέας, το ευφυολόγημα, η πλάκα, και άλλο το μπούλινγκ, να σου απάσουνε τα μούτρα

  32. loukretia50 said

    Συμφωνώ απόλυτα με τον ΣΠ
    Και ας δεχτούμε ότι τα καψόνια έχουν καθιερωθεί σαν τελετή μύησης στο στρατό, γιατί εξυπηρετούν τη λογική μηχανισμών εξουσίας.
    Όμως σε τόσους άλλους χώρους, πχ θέατρα, Πανεπιστήμια (αδελφότητες λέει!) κλπ, ακόμα και στα σχολεία, το κατά περίπτωση αλαλούμ ξεπερνάει κατά πολύ την καζούρα και είναι καθαρά σαδιστική συμπεριφορά.
    Αναρωτιέμαι ποιοι διασκεδάζουν με τον εξευτελισμό ενός ανθρώπου, όσο επηρμένος κι αν είναι.

  33. Πέπε said

    @31
    > > άλλο το μπούλινγκ, να σου απάσουνε τα μούτρα

    Νομίζω ότι το να σου σπάσουνε τα μούτρασ δεν είναι μπούλινγκ, είναι απλό παραδοσιακό ξύλο. Στο μπούλινγκ σου σπάνε το ηθικό.

    Να μου πεις ότι οι διαβατήριες τελετές είναι κάτι πανάρχαιο και σχεδόν φυσικό; Ναι. Αλλά καθετί φυσικό δεν είναι και καλό (και ο φόνος είναι φυσικός).

  34. Γιάννης Κουβάτσος said

    Συμφωνώ με τον Πέπε. Μπούλινγκ του κερατά και απολύτως καταδικαστέο σήμερα, αποδεκτή πλάκα εκείνη την εποχή αλλά και αργότερα. Αυτό δείχνει ότι τα ήθη εξελίσσονται και, ως προς το συγκεκριμένο θέμα τουλάχιστον, έχουμε προοδεύσει. Μπορεί να γίνονται ακόμα τέτοιες κακόγουστες έως απάνθρωπες πλάκες, σε κάνα καψιμί ή θάλαμο οπλιτών, στο καφενείο κάποιου χωριού, σε τίποτα αποδυτήρια αθλητικών ομάδων, σε καμιά πενταήμερη, αλλά όποιος υπερηφανευτεί δημόσια για την ενεργητική συμμετοχή του σ’ αυτές, θα φάει πολύ κράξιμο.

  35. nikiplos said

    Η τελετή μύησης σε μια ομάδα, υποδηλώνει συμβολικά ότι βάζεις την ομάδα πάνω από το προσωπικό σου ΕΓΩ. Αποδέχεσαι λοιπόν την κασκαρίκα της ομάδας, ή τους ρίχνεις ένα βρισίδι και δεν τους ξαναβλέπεις. Δεν νομίζω πως αυτό ενέχει κάτι κακό ή μπούλινγκ. Έχω την εντύπωση ότι το μπούλινγκ έχει να κάνει με ένα όριο που ξεπερνιέται, από διαδικασίες όπου η ομάδα αποκτάει τη δική της δεσποτική δυναμική και θεοποιείται.

    Το όριο αυτό καθορίζεται κάθε φορά από τους φορείς-τα άτομα που μετέχουν της διαδικασίας. Σε έναν στρατιωτικό θάλαμο, αναπόδραστα ο νέος/νεοφερμένος θα υποστεί καψόνι, διαφορετικό από θάλαμο σε θάλαμο. Θα του μείνει ως τραυματική εμπειρία, και ίσως στο μέλλον να το εξωραΐσει σε κάτι που ο ίδιος θα το παρουσιάζει ως ανδραγάθημα. Όμως μιλάμε για ένα εκ προοιμίου αυταρχικό περιβάλλον. Για ένα περιβάλλον εκδικητικής εξομοίωσης και μετατροπής του ελεύθερου σκεπτόμενου ατόμου σε πειθήνιο φαντάρο. Το πιο πιθανό, ο ίδιος να κάνει τα ίδια σε νεότερους μετά από 2 μήνες.

    Σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σε ένα μπουλούκι ακόμη διαφορετικότερα, εκεί υπάρχει αρχηγός. Σε ένα συνάφι επίσης. Οι ομάδες έχουν τους δικούς τους κωδικούς. Τα όρια που κάθε φορά τίθενται είναι διαφορετικά και ανάλογα κτίζουν ομαδικότητα ή δημιουργούν moral harassement ταπεινώνοντας ένα δημιουργικό άτομο σε απλό εργαλείο μιας ομάδας. Αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα…

  36. Γιάννης Κουβάτσος said

    86: Η τελετή μύησης, αμερικανιά των κολεγιακών αδελφοτήτων, μάλλον έχει να κάνει με τη μάτσο νοοτροπία των νεαρών WASP και με την απελπισμένη ανάγκη ένταξης των πρωτοετών σε αυτές τις κλίκες, αφού αυτή η ένταξη προσδίδει γόητρο και προνόμια στον χώρο αυτών των κλειστών κολεγιακών κοινωνιών. Λογική κωλοπαιδικής αγέλης θυμίζουν αυτές οι εξευτελιστικές τελετές παρά υγιή διαδικασία ένταξης σε μια ομάδα και σεβασμό στους κανόνες της.

  37. ΚΩΣΤΑΣ said

    Σίγουρα για τα σημερινά δικά μας κριτήρια είναι και παραείναι μπούλινγκ τα περιγραφόμενα από το αείμνηστο Αλέκο Σακελλάριο. Γενικά όμως η κοινωνία τότε ήταν ανεκτική, να μην πω ότι τα έβλεπε και ως κάτι επιθυμητό τέτοιες συμπεριφορές.

    Πάντως, ανεξάρτητα της αλλαγής του τρόπου, οι τελετές μύησης νεοεισερχομένων κάπου, γοητεύουν και σήμερα. Λίγο-πολύ ξέρουμε τί γίνεται, είναι ευπρεπείς και έχουν κάπως πανηγυρικό χαρακτήρα.

    Εκεί που δεν ξέρουμε ακόμη τι γίνεται είναι στους τέκτονες. Χθες και σήμερα είναι ανοικτή η στοά Θεσσαλονίκης, αλλά μόνο να δεις το χώρο, ούτε να φωτογραφήσεις και ούτε σκέψη να παρακολουθήσεις τελετή μύησης.

    Ακόμη λίγο μυστήριο επικρατεί και στα μοναστήρια. Δεν ξέρω αν ισχύει το υπό του προφήτου Ησαΐα ρηθέν ότι για να γίνεις ηγούμενος, πρέπει να σε… ο προηγούμενος! 😜

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τώρα που το σκέφτομαι, κάτι τέτοια «αλαλούμ» πρέπει να οδήγησαν τον Γιακουμάκη στην αυτοκτονία. Όπως λέμε και στα παιδιά, πλάκα και αστείο είναι όταν γελάσουμε όλοι. Αν κάποιος στεναχωρηθεί ή κλάψει, τότε είναι μπούλινγκ.

  39. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    26 – Δεν είναι μόνο η Πάνια, κι ο Λαζόπουλος και οι ΑΜΑΝ στα ίδια ξέπεσαν. Η ατομική ή η συλλογική έλλειψη χιούμορ, αναπληρώνεται από την πλάκα, όσο πιο ρηχός τόσο πιο εύκολα γελάει κανείς με τα παθήματα του άλλου.

  40. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το 37 στο 36. Οι ΑΜΑΝ ή Αρβύλες πρόσφατα θεώρησαν πολύ αστεία την ψιλή φωνή ενός νταλικέρη και τη διακωμώδησαν με τον τόσο «κομψό» τους τρόπο. Ακόμα κι όταν έμαθαν ότι ο άνθρωπος έπασχε από καρκίνο του λάρυγγα, αρνήθηκαν να ζητήσουν συγγνώμη, επειδή είναι, λέει, «σατιρική εκπομπή». Έτσι λέγονται στην τρέχουσα τηλεοπτική και διαδικτυακή ορολογία η χοντροκοπιά, η αγένεια και ο κακοκρυμμένος σαδισμός.

  41. Capten Vilios said

    Όπου προσμετρώνται παρουσίες στην σκηνή και απουσίες στην ζωή…θλίψη θαλερή

  42. Νίκος Κ. said

    Πολύ σημαντικός ο Αλέκος Σακελλάριος. Ωστόσο, αν θυμάμαι καλά (αλλιώς παρακαλώ διορθώστε με), είχε ταχτική στήλη (πρέπει να ήταν σε στυλ πρωτοσέλιδο χρονογράφημα) στην ημιεπίσημη εφημερίδα όργανο έκφρασης της χούντας, τον ακροδεξιό «Ελεύθερο Κόσμο» (εκδότης Σάββας Κωνσταντόπουλος). Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να υπάρχουν κι αυτές οι μαύρες σελίδες.

  43. Γιάννης Κουβάτσος said

    43: Πολλοί δημοφιλείς ηθοποιοί του «παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου» φωτογραφίζονταν ασμένως με τους πρωταίτιους της δικτατορίας και συμμετείχαν στις κακόγουστες χουντικές φιέστες. Γιατί να υπάρχουν αυτές οι μαύρες σελίδες; Είτε για να βγάζουν το ψωμάκι τους ή το παντεσπάνι τους, είτε γιατί επικροτούσαν ιδεολογικά τη δικτατορία, αφού πολλοί από αυτούς ήταν υπερσυντηρητικοί στα πολιτικά τους φρονήματα. Είναι προς τιμήν τους, τουλάχιστον, ότι δεν το έπαιξαν αντιστασιακοί μεταπολιτευτικά, όπως κάποιοι άλλοι νεότεροι συνάδελφοί τους.

  44. ΓΤ said

    Πολύ κουραστική καρικατούρα ο Σακελλάριος. Αχνοθυμάμαι το χαζόγελό του σε μια εκπομπή που είχε, ένα ψιλοπλάγιο μονίμως μισάνοιχτο στόμα σαν αδηφάγο τζουκμπόξ, αυτός ο κατά Μάνο Χατζιδάκι «επιπόλαιος γέρων», ο οποίος, στα χρόνια της φακής, είχε μονίμως στην τσέπη του σακακιού του εργαλείο για να καθαρίζει καραβίδες. Εκείνα δε τα καλιγούλεια δαχτυλίδια που φορούσε μερικές φορές, μεγαλύτερα απ’ το μπόι του…

  45. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @43,44. Σχετικὸ κι αὐτό:

    » Στην ίδια κατεύθυνση ήταν η (υπερ)προβολή της ταινίας «Η θεία μου η χίπισσα» του απολογητή της χούντας Αλέκου Σακελλάριου. Παρά το γεγονός ότι μοιράστηκε σε 21 αίθουσες και ξεκίνησε να προβάλλεται την ίδια μέρα με το «Ξένοιαστος καβαλάρης» δεν κατόρθωσε να γελοιοποιήσει το νεολαιίστικο κίνημα. Και ο ίδιος ο Σακελλάριος το επιχείρησε με την επιφυλλιδογραφία του, αλλά στο τέλος υποχρεώθηκε να απολογείται για τη δική του κινηματογραφική καρικατούρα («Ελεύθερος Κόσμος», 1 και 2.12.1970).

    https://www.efsyn.gr/stiles/arheio/o-ios/4929_o-allos-noembris

    Μεταδικτατορικὰ εἶχε φάει χοντρὸ κράξιμο ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα Ἀθηναϊκή, ἂν θυμᾶμαι καλά, ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσε «Σακουλάριο».

  46. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    46 Ετυμολογικώς συγγενείς άλλωστε οι λέξεις 🙂

    35 Έτσι

    25 Πρέπει να είναι σε άλλο βιβλίο αυτό με τον Φέρμα, δεν το θυμάμαι.

  47. Georgios Bartzoudis said

    32, kalantzianastasia said:….

    # Ευχαριστώ για την παράθεση των κομμένων σκηνών από «το Ποτάμι» , αλλά δυστυχώς δεν μου θυμίζουν τίποτα αφού, όπως φαίνεται, είναι από «εσωτερικά» γυρίσματα.

  48. Pedis said

    Με πετυχημένες και καλοβαλμένες ατάκες στη δομή και τη λειτουργία της πρόζας, μεν, αντιδραστικότατες κοινωνικά και υπερηθοστερεοτυπικές δε, οι ταινίες του Σακελλάριου. Το υπηρετικό προσωπικό, ο κύριος, η κυρία, η πατριαρχική δομή σε όλο της το μεγαλείο κοκ.

    Βέβαια, αυτές οι ταινίες είναι απλά σενάριο για θέατρο. Δεν πολυέχουν σχέση με σινεμά.

    Η ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» είναι ανιστορική και εξωιστορική, δείγμα της προπαγάνδας για την επετειακή και υποτιθέμενη αντίσταση *όλων* των Ελλήνων και για τα «κακά της διχόνοιας» και λοιπές παπαρίτσες … και προπαντός η εξύμνηση των δίκιων εκείνου του μικρού, φοβισμένου και εξορθολογισμου ανθρωπάκου που προσπαθεί μόνον να επιβιώσει, άσχετα και αντίθετα από το παράδειγμα πολλών άλλων που έπαιξαν το κεφάλι τους για χάρη της επιβίωσης του μετεμφυλιοπολεμικού «ήρωα».

  49. Aghapi D said

    7. Τής μεγαλοπρεπείας ήταν 🙂

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι αυτές οι ταινίες προπαγάνδιζαν τη χρήση βίας ως το καλύτερο φάρμακο για την αποκατάσταση της οικογενειακής γαλήνης, της ομαλής σχολικής λειτουργίας και εν γένει της κοινωνικής ευρυθμίας. Τα χαστούκια έπεφταν βροχή στις ταινίες αυτές. Παρ’ όλα αυτά, καμιά δεκαριά από αυτές βλέπονται ευχάριστα και σήμερα.

  51. Pedis said

    σχ. https://parallaximag.gr/life/texnes/apo-tis-ragismenes-kardies-stin-ipolochago-natasa

  52. Γς said

    43:

    Και μου θύμισες τον φίλο μου το Λυκούργο, που μου σχολίαζε τις ιστορίες του Νίκου Τσιφόρου στον Ταχυδρόμο.
    Φανατικός θαυμαστής του.

    -Καταπληκτικός! Θεός!

    Και μετά ηρεμούσε και μουρμούριζε:

    -Και νά’ναι φασίστας γαμώ το κέρατό μου

  53. Γς said

    Το Ποτάμι του Νίκου Κούνδουρου.
    Κι οι Μικρές Αφροδίτες του

    https://caktos.blogspot.com/2013/02/blog-post_17.html

  54. Γς said

    54->32

  55. Γς said

    49:

    >Η ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» είναι ανιστορική και εξωιστορική, δείγμα της προπαγάνδας για την επετειακή και υποτιθέμενη αντίσταση *όλων* των Ελλήνων και για τα «κακά της διχόνοιας» και λοιπές παπαρίτσες

    …κλπ κλπ Κι άλλες Παπαριές!

  56. Γς said

    44:

    Με την ίδια ευκολία που οι ίδιοι ή συνάδελφοί τους αγκάλιασαν τον αυριανισμό εναντίον του Μάνου Χατζιδάκι

  57. Πουλ-πουλ said

    Αυτό που οφείλουμε στον Σακελλάριο -αλλά και τον Τσιφόρο- είναι ότι διέσωσαν στα έργα τους την προφορικότητα του πάλαι ποτέ λαϊκού χιούμορ.

  58. Μαρία said

    Πίστευα οτι ο Σακελλάριος ήταν γεννημένος το 1915. Ήταν συμμαθητής του πατέρα μου στο 8ο γυμνάσιο Αθηνών τουλάχιστον στην τελευταία τάξη. Τον θυμότανε μονίμως να σκιτσάρει κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Μήπως γι’ αυτό έχασε χρονιές; 🙂

  59. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    >>Την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, το 1948,…
    Η ταινία πρέπει να γυρίστηκε το 1947, οπότε και διαδραματίστηκαν τα αφηγούμενα από τον Αλ.Σακ.
    Η πρεμιέρα της έγινε στο ΡΕΞ, τη Δευτέρα 5-1-1948, όπως φαίνεται από την αφίσα-προαναγγελία στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της Κυριακής 4-1-1948.
    Στην ίδια σελίδα υπάρχει και 2η διαφημιστική αφίσα (!). Πρέπει να ‘δωσε ‘πολύ φράγκο’ για διαφήμιση ο κ. Φίνος.

    – Ο Άγγελος (σχ. 24) έχει δίκιο! Ο Αλ. Σακ. δεν θυμάται καλά.
    Δεν μπορεί να ήταν 80 δραχμές το μεροκάματο, με τη χρυσή λίρα στις 205.000 δρχ. (περίπου), το φύλλο εφημερίδας στις 300 δρχ. και οι … μεταξωτές κυλόττες στις 4.000 δρχ.! 🙂 Ίσως 80.000;; (σαν πολύ μού φαίνεται…)
    (Τα στοιχεία από το ίδιο φύλλο της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ)

  60. nikiplos said

    καλησπέρα… Δεν υφίσταται δηλαδή μη-στρατευμένη τέχνη? Σε μια εποχή που ο αντικουμουνισμός και μόνο σαν δηλωθέν φρόνημα άνοιγε πόρτες, σε μια μακρόχρονα δεξιοκρατούμενη καταστατικά εξουσία, αυτοί οι άνθρωποι έκαναν ένα σινεμά και ένα θέατρο ενωτικό εξορίζοντας τα πολιτικά πάθη, που σημειωτέον εκείνη την εποχή ήταν αιματοβαμμένα. «Τα χρόνια που εξαγόρασε για πάντα, η φαντασία του τα λέει παιδικά».

    Σε τελευταία ανάλυση, αυτοί οι παλαιοί πιονιέροι, ήταν αυτοδίδακτοι με πηγαίο ταλέντο και χιούμορ. Το τι παρέδωσαν φαίνεται από τη σημερινή απήχηση μεγάλου μέρους του έργου τους. Είδαμε πάντως και τα καζάντια των μεταγενέστερων, πολιτικοποιημένων και εντός κομματικών γραμμών σκηνοθετών-σεναριογράφων, που έδιωξαν τον κόσμο από τις αίθουσες.

  61. Μαρία said

    60
    Χα, χα, έχω κρατήσει ένα κομπιναιζόν σατινέ εποχής, μαύρου χρώματος και παλιότερα το δάνειζα σε άντρες τις απόκριες.

  62. Pedis said

    # 61 – δηλ. εννοείς ότι οι ταινίες του Σακελλάριου δεν είναι στρατευμένες … Καλά.

  63. sarant said

    49-51 Χρήσιμα σχόλια

    59 Στη Βικιπαίδεια είδα το 1913. Μήπως είναι λάθος.

    60 Σωστά.

  64. sarant said

    Μεταφέρω σχόλιο από το ΦΒ

    Μια φάρσα του Σακελλάριου όπως τη διηγείται ο Σαββόπουλος

    Τέλη Κατοχής [επισκέπτεται τον Σακελλάριο] ο Γιαννουκάκης και συζητάνε για ένα καινούριο έργο. Ξεχάστηκαν όμως και τους βρήκε η απαγόρευση της κυκλοφορίας. «Τώρα τι κάνουμε;», «A la guerre comme a la guerre, μείνε εδώ». Τρώνε κάτι ρεβύθια, παίζουν και λίγο χαρτάκι, πάει 11, πάει 12, πάει 2, έχουν πήξει. «Να κάνουμε καμιά φάρσα», λέει ο Γιαννουκάκης. Παίρνουν τηλέφωνο τον τρίτο της παρέας, το συνθέτη Χαιρόπουλο, τρεις η ώρα τα ξημερώματα. «Κοιμάσαι, ρε ύπνε;», αγουροξυπνημένος ο άλλος, «Τι έγινε, Αλέκο μου;», «Τι να γίνει, φεύγουν τα καθάρματα [οι Γερμανοί], δεν ακούς τον κόσμο, δεν ακούς τις καμπάνες, κοιμάσαι;». Ο Χαιρόπουλος δεν ακούει τίποτα αλλά έχει υποβληθεί και λέει, «Ναι, ναι, φεύγουν τα καθάρματα, Αλέκο μου, πάω να βγάλω τη σημαία» και κλείνει το τηλέφωνο. Τώρα Σακελλάριος – Γιαννουκάκης τον ξαναπαίρνουν τηλέφωνο να τον προλάβουν να μην κάνει καμιά βλακεία. Αυτή τη φορά ο Γιαννουκάκης με αλλαγμένη φωνή, «Χερ Χαιρόπουλος;». Ο άλλος έντρομος, «Για», «Σπρέχεν ζι ντόιτς;», ο Χαιρόπουλος έχει χεστεί. «Νιχτ, νιχτ σπρέχεν», «Παρλεβού Φρανσέ;». Ο Χαιρόπουλος μιλάει άψογα γαλλικά αλλά αυτή τη φορά λέει «Εμπέ, εμπέ». Τώρα παίρνει το τηλέφωνο ο Σακελλάριος με χοντρή φωνή, «Εδώ Βουγιούκας, επίσημος μεταφραστής της Γκεστάπο. Ακούσαμε ορισμένας ομιλίας», «Τι ομιλίας;» λέει τρεμάμενος ο Χαιρόπουλος. «Να φύγουν τα καθάρματα», «Δεν ομίλουν, ήκουον μόνον», «Και ποίος ομίλει;» κι ο Χαιρόπουλος απνευστί, «Αλέκος Σακελλάριος, Ιθάκης 5, τρίτος όροφος». «Μ’ έδωσες, ρε πούστη;».

    Και συνεχίζει ο Σαββόπουλος:

    Συνάντησα κάποτε τον Χαιρόπουλο και τον ρώτησα. «Μα αλήθεια, κύριε Λαλάκη, έτσι είπατε στους φίλους σας;», «Όχι, παιδί μου Διονύση, εγώ αντελήφθην ότι επρόκειτο περί φάρσας κι έκανα κι εγώ το παιχνίδι μου». / από εδώ —> http://bit.ly/2L4arRJ

  65. ΚΩΣΤΑΣ said

    Βρίσκω λίγο υπερβολική την κριτική εναντίον του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Κάθε πράγμα στον καιρό του, με τα μέτρα και σταθμά εκείνης της εποχής. Έτσι όπως πάμε θα καθίσουμε στο σκαμνί και τον Ευριπίδη, για την «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι», τάχα μου προπαγανδιστή της ανθρωποθυσίας.

    Παρά το ότι οι ταινίες εκείνης της εποχής ήταν ασπρόμαυρες, παρά το ότι έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί χιλιάδες φορές η καθεμιά, όταν κάνεις ζάπινγκ στην τηλεόραση, το πιθανότερο είναι να επιλέξεις ελληνική ταινία, αν βρεις, μπροστά στην υπόλοιπη σαβούρα που συναντάς. Και εκπέμπουν κατά κανόνα ένα ήθος και μια προσπάθεια εξημέρωσης των παθών και εξάλειψης των κοινωνικών αδικιών. Το μήνυμά τους κατά κανόνα είναι ανθρωπιστικό.

    Τα άλλα της κριτικής τα βρίσκω εκ του πονηρού…

  66. Μαρία said

    64
    Μπα. 1913 και στη σελίδα της Φίνος http://finosfilm.com/movies/artistView/54

  67. Γς said

    64;

    >49-51 Χρήσιμα σχόλια

    Και το Σχ 49;; Αυτό με τις >παπαρίτσες;

    Μέγας είσαι Κύριε!

  68. Pedis said

    # 66 – μήπως θες να προσθέσεις ότι οι κωμμωδιούλες του μεταπολεμικού σινέμα ήταν και αντικομφομιστικές και ανατρεπτικές; Όχι, να το συζητήσουμε. Όπως επίσης και το Σακελλάριος vs. Ευριπίδη. Ανθρωπιστική τέχνη vs. βαρβαρότητα ηθών.

    Απορία: Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι ήταν το πρώτο παράδειγμα για συγκριση που σου ήρθε στο μυαλό;

  69. Γιάννης Κουβάτσος said

    66: Δεν είναι έτσι, Κώστα. Αυτές οι ταινίες δεν αποτυπώνουν τη βία αυτής της εποχής, αλλά προτρέπουν σ’ αυτήν, κάτι που δεν συναντάμε στον «λαϊκό» κινηματογράφο άλλων χωρών της ίδιας εποχής, τουλάχιστον αυτών που έχουμε πρόσβαση στις ταινίες τους. Το χαστούκι (αληθινό,μάλιστα) που ρίχνει ο Παπαγιαννόπουλος στη γυναίκα του, την Πάστα Φλώρα, γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από όλους, η δε κόρη Καρέζη τού λέει ότι έπρεπε να το έχει ρίξει εδώ και χρόνια. Στο «Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» ο τίτλος τα λέει όλα: η τάξη στο σχολείο αποκαταστάθηκε, όταν οι καθηγητές άρχισαν να σπάνε τα μούτρα των μαθητριών και όλοι συγχαίρουν τον καθηγητή Παπαμιχαήλ, τον πρωτοχαστουκιστή, ως σωτήρα και ισότιμο του Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου. Ο Βέγγος δέρνει στη σειρά τις αδερφές του και, γενικώς, το ξύλο θεωρείται ένδειξη ανδρισμού και στιβαρότητας, εν αντιθέσει προς τους λαπάδες που τους σέρνει η γυναίκα απ’ τη μύτη. Δεν είναι καθόλου αθώα όλα αυτά.

  70. Λευκιππος said

    Οι δημιουργίες του, πολλές φορές, με ενθουσίασαν. Ο ίδιος σαν άτομο ποτέ.

  71. @49, 51 θα συμφωνήσω με το σχόλιο 66. Οι ταινλέις της εποχής είναι ηθογραφίες δειχνουν απλά την κοινωνία της εποχής (και ειδικότερα των αστικών κέντρων) που ΄τηαν ταξική, πατριαρχική και με καποια ανοχή στη βία σαν μέσο επίλυσης των διαφορών*. Ναι τασχολεία είχαν βίτσα και οι δάσκαλοι χαστούκιζαν (το πρόλαβα εγώ στα με΄στις αρχές της δεκαετάις του 1980 φναταστείτε τριάντα χρόνια πρίν). Επίσης η λογοκρισία δεν α΄φηνμε και πολά περιθώρια για προοδευτικά μηνύματα στα σενάρια μόνο ξλεισίματα ματιού που καταλαβαιναν οι θεατές και όχί οι λογοκριτές. Για απράδειγμα στον Ηλία τυ 16ου ππυ λέει ο Χατζηχρήστος τι αν καένι αν δέι τίποτα φοιτητές έιναι κλέισιμο του ματιού ια το σπουδαστικό της ασφάλειας και το γεγονός οτι η ιδιότητα του φοιτητή μετα τα Ιουλιανά σε έκανε ύποπτο και επιφ΄ρτιζζε τον περιπτερά της γειτονιάς ή το θυρωρό αν σε παρακολουθεί.
    Οι ταινία Γερμανοί ξανάρχονται ήταν η αφορμή να διαγραφέι ο φωτόπουλος από το ΚΚΕ γιατί θεώρησαν παρόλο που έιχε εξοριστεί στην Αιγυπτο για τη δραση του αλλά η καθοδήγηση δεν είχε χιούμορ ή είδε τον εαυτό τους. (Η αντίδραση αυτή του ΚΚΕ μου θυμίζει το Ανθρωπάκι στις ακυβέρνητες πολιτέιες του Τσίρκα.)

    *ϊσως αναμενόμενο αφού μόλις πριν λίγα χρόνια είχαμε παγκόσμιο πόλεμο και εμφύλιο. Το γωνστό πρόβλημα πως πειθεις τους ανθρώπους ότι ειναι αποδεκό να σκοτώνεις στον πόεμο αλλά μετα δεν είναι καλό να χρησιμοποιέις βία.

  72. ΚΩΣΤΑΣ said

    69 Πέδη, διατύπωσα τη δική μου άποψη. Δικαίωμά σου να την αξιολογήσεις με τα δικά σου κριτήρια και να την απορρίψεις ως παντελώς ή εν μέρει λάθος, να την αποδεχτείς ή …. κλπ, ό,τι νομίζεις σωστό.

    Σε αυτό το παιχνίδι των ερωτήσεων, λες και βρίσκομαι ενώπιον εφέτη-ανακριτή δεν θα σε ακολουθήσω. Διατύπωσε αν θες τον δικό σου αντίλογο … και ίσως, αν πεισθώ, να αναθεωρήσω.

    …………………………………………………..

    70 Εκείνη την εποχή, Γιάννη, και οι δάσκαλοι είχαν αναρτημένες πινακίδες στις αίθουσες των σχολείων με τη φράση «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», δεν σημαίνει ότι συμφωνώ, αλλά άλλες εποχές, αυτό είπα.

  73. Μαρία said

    73
    Συμφωνείς με το τέλος της πάλης των τάξεων στην κόρη μου τη σοσιαλίστρια; 🙂

  74. Γιάννης Κουβάτσος said

    72, 73: Επιμένω στο ότι άλλο είναι να αποτυπώνεις μια άσχημη κατάσταση και άλλο είναι να την επικροτείς. Και βέβαια οι δάσκαλοι έδερναν, είχα φάει πολύ ξύλο από δαύτους, αλλά το να προπαγανδίζει μια ταινία ότι αυτός ήταν ο σωστός τρόπος διαπαιδαγώγησης, ε, δεν την κατατάσσει στις αθώες ηθογραφίες. Και οι γυναίκες έτρωγαν ξύλο από τους άντρες τους και, όταν πήγαιναν στο σινεμά για να ξεδώσουν, έβλεπαν και την πρωταγωνίστρια να τις τρώει και να της φουντώνει ο έρωτας, οπότε όλα καλώς καμωμένα.

  75. ΚΩΣΤΑΣ said

    74 Ναι… !!! 😋

  76. Μαρία said

    76
    Το διάβασες αυτό για το μαλλί του Λαλιώτη; https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/220116_polytehneio-zei-me-tis-pyraktomenes-alitheies-toy

  77. Μαρία said

    75
    Σαδομαζό 1961

  78. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ναι, το διάβασα. Ο Λαλιώτης δεν ήταν κουρεμένος στην ψιλή, όντως. Εκείνο που δεν κατάλαβα είναι αν ο Χανδρινός το ήξερε εκ των προτέρων αυτό ή το έμαθε την προηγούμενη από τον Ψαρρά, με τη φωτογραφία που έβαλε στην Εφσυν.

    Και μια απορία – ερώτημα. Μήπως θα ήταν σκόπιμο να πει ο Λαλιώτης και τι περίπου συζήτησαν στα 10-20 λεπτά, ας την πούμε, διαπραγμάτευσης;

  79. sarant said

    72 Είναι διασταυρωμένο αυτό με τη διαγραφή του Φωτόπουλου από το ΚΚΕ εξαιτίας της συμμετοχής στην ταινία;

  80. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    62, Μαρία! Δεν πιστεύω να πιστεύεις ότι πιστεύω πως έχεις το κομπιναιζόν από το 1948;!! 🙂 😀

    49, Pedis said: >> Βέβαια, αυτές οι ταινίες είναι απλά σενάριο για θέατρο. Δεν πολυέχουν σχέση με σινεμά.

    Την ίδια γνώμη έχει και ο Μ.(άριος)ΠΛ.(ωρίτης) στην κριτική του για την ταινία, αμέσως μετά την προβολή της. (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Πέμπτη 8-1-1948)
    https://imgur.com/BELuJIO
    (Δίνω μόνο το σύνδεσμο για να την ανοίξει χωριστά, όποιος ενδιαφέρεται -γιατί διαφορετικά θα βγουν ψειρούλια τα γράμματα…)

    Στα υπόλοιπα του σχολίου του, ο Pedis εκθέτει (επι)κρίσεις, από μια σκοπιά που αξίζει μεν να την συζητήσει κανείς, αλλά σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα-αποδοχή της ταινίας, με το κλίμα της εποχής, με το γεγονός ότι επρόκειτο για εμπορικό προϊόν –που επιδίωκε να ‘πιάσει’ κλπ. Δεν νομίζω, πάντως, ότι πρόκειται περί «προπαγάνδας», ή «εξύμνηση των δίκιων … … του ανθρωπάκου» και, τελικά, για αντιδραστική ταινία. Η ταινία άρεσε και στους απλούς ανθρώπους της ‘άλλης πλευράς’. Και μην ξεχνάμε ότι –μέχρι κάποια στιγμή- επίσημη πολιτική του μεταπολεμικού ΕΑΜ, την οποία προπαγάνδιζε ενεργά ήταν η ’’Συμφιλίωση’’… (Έχουν ξανασυζητηθεί κατά κόρον στο ιστολόγιο αυτά, και δεν θέλω να επεκταθώ).

    Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ο Σακελλάριος γινόταν στην πορεία του ολοένα και πιο (υπερ)συντηρητικός –και δεν το έκρυβε, άλλωστε…

  81. Gmix said

    Την ταινία με την οποία ειμαι συνομηλικος την εχω σε DVD και την βλεπω καθε χρονο στις 28 Οκτωβρίου. Πρωτη φορα την είδα το 1958 σε ηλικία 10 χρονών

  82. sarant said

    82 Εντυπωσιακό.

  83. nikiplos said

    Κάθε έργο καλό είναι να αναπαραγάγει την εποχή του. Δεν διαφωνώ με τις αιτιάσεις για τη βία, το «ξύλο» κλπ, αλλά ας μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια εποχή που η βία ξεχείλιζε από παντού: από το σχολείο μέχρι την εκκλησία: ο παππάς της ενορίας μου, είχε μια μαγγούρα και έδερνε τις χοντρές στον πισινό, όταν σφήνωναν κάτω από τον επιτάφιο, ενώ ο νεωκόρος της ίδιας ενορίας είναι η κυρίως ειπείν αιτία της μη σχέσης μου με την εκκλησία καίτοι προέρχομαι από συντηρητική και θρησκευόμενη οικογένεια.

    Η υπερβολή είναι ενδημική στο χιούμορ, επομένως ο άνδρας που τον σέρνει η γυναίκα από τη μύτη είναι συνήθως πλούσιος μπλαζέ κλπ, ενώ ο λαϊκός τύπος ρίχνει και ξύλο στη σύζυγο. Και άλλα μπορώ να βρω: Ο ψυχίατρος στον ελληνικό κινηματογράφο ήταν θεόμουρλος, οι τρελοί γραφικοί, όπως το κάθε χωριό μπορούσε να απεικονίσει τον δικό του τρελό – έναν άνθρωπο με πόνο που μην μπορώντας να ξεφύγει είχε αποδεχθεί το ρόλο του γελωτοποιού στις μικρές εκείνες dogville κοινωνίες.

    Ναι οι ταινίες εκείνες δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα στερεότυπα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα προπαγάνδιζαν κιόλας-αυτό κι αν είναι άλμα. Ναι είχαν έναν διδακτισμό στο ηθικοπλαστικό στοιχείο, μήπως και οι επόμενες και πιο στρατευμένες δεν είχαν? Αυτές οι ταινίες γεννήθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον δύσκολο. Οι σάχλες του Κοκοβιού και του Μανέλη, γέμιζαν τις αίθουσες, ενώ οι ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου ήταν στα αζήτητα τότε. Όμως οι ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου δεν συγκαταλέγονται κατά την ταπεινή μου γνώμη στις σάχλες, αλλά στα αριστουργήματα.

  84. Μαρία said

    80
    Ο ίδιος πάντως δεν αναφέρει κάτι στο αυτοβιογραφικό «Το ποτάμι της ζωής μου»
    Γράφει: Η γέννηση της κόρης μου ήταν ένα απο τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής μου. Ένα δεύτερο που μου συνέβη τον ίδιο χειμώνα (1947- 48) είναι πως παίζω για πρώτη φορά σε ταινία. Ένα ρολάκι στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται».
    Βέβαια, ενώ μιλάει για την παραθέρισή του στην Ελ Ντάμπα, δεν αναφέρεται καθόλου στο ΚΚΕ. Ήταν σίγουρα μέλος;

  85. Πέπε said

    Αφού διορθώσω σε «τελετές μύησης» τις «διαβατήριες τελετές», που παρεισέφρησαν χωρίς καμιά δουλειά να ‘χουν στο #4, να επανέλθω λίγο στο θέμα του μπούλινγκ και του μπούλινγκ μύησης:

    Υπήρξε ένας άνθρωπος, ο Μ., που ήταν άτυπα δάσκαλός μου σε κάτι σχετικό με τη μουσική. Στάθηκε δοτικός, αλλά παράλληλα υπήρξαν και φορές που μου φέρθηκε απαίσια. Να βάζω τα κλάματα, 30 χρονών γαϊδούρι, ή να θέλω να του σπάσω τα μούτρα. Αργότερα του το συγχώρησα, γιατί σκέφτηκα ότι κι αυτός κάπως έτσι θα έμαθε, κι επίσης γιατί μου έδωσε πολλά, που δε θα τα ‘βρισκα αλλού.

    Όταν όμως θεώρησε ότι έμαθα, με αντιμετώπιζε πλέον σαν ίσο του. Νεότερο μεν, αλλά άξιο όλου του σχετικού σεβασμού.

    Λοιπόν, άμα είναι έτσι οι τελετές μύησης, έχουν ένα νόημα. Θέλει κάποιο ζόρι φίλε για να μπεις στην ομάδα μας και να γίνεις αποδεκτός, αλλά μετά γίνεσαι αποδεκτός. Ή σ’ ενδιαφέρει το κέρδος και αναλαμβάνεις το κόστος του, ή πας αλλού.

    Τι σχέση έχει αυτό με τα καψώνια του στρατού; Ο παλιός που καψωνάρει έναν συγκεκριμένο νέο όχι απλώς επειδή είναι νέος αλλά επειδή είναι καψωνόφατσα, καμία ομάδα δε βάζει πάνω από την ατομικότητά του. Κλάιν. Ένας δειλός είναι, που για να κρύψει την αδυναμία του προσπαθεί να φανεί δυνατός με το να βγάζει τους άλλους πιο αδύναμους. Και τα καλύπτει αυτά πίσω από το πρόσχημα «έτσι είναι, νέος, κι εμείς τα περάσαμε, θα παλιώσεις κι εσύ να τα κάνεις στους επόμενους».

  86. Pedis said

    # 73 – κι εγώ διατύπωσα τη δική μου άποψη και φυσικά δεν περιμένω να συμφωνήσεις και δεν σχολίασα ότι η δική σου είναι εκ του πονηρού, όπως έκανες του λόγου σου στα μουλωχτά.

    Αν θες, τώρα, λύσε μου την απορία: αφού σύγκρινες Σακελλάριο με Ευριπίδη, πες μας πώς και πιστεύεις ότι ο Ευριπίδης στην Ιφιγενεια εν Αυλίδι τάσσεται υπερ των ανθρωποθυσιών και ότι το έργο περνάει αυτό το μήνυμα.

  87. Μαρία said

    81
    Των μέσων της δεκαετίας του ’50 είναι. Τα φύλαγαν οι άνθρωποι τα ρούχα τους. Το ταγιέρ με το οποίο παντρεύτηκε η μάνα μου το φόρεσα μετά απο χρόνια κι εγώ. Το κομπινεζόν όχι 🙂

  88. Pedis said

    # 74 – Μάλλον επειδή μου αρέσει ο πετυχημένος, ρέων λόγος στις ατάκες του σεναριογράφου Σακελλάριου, είχα απωθήσει ότι αυτή η αηδία φιλμ ήταν του ίδιου.

    Πριν από κάνα δίχρονο είχα πετύχει ένα άλλο φιλμ του Σακ. με τη Βλαχοπούλου και τον Μπάρκουλη που είχε ελεεινά άστοχη πρόζα. Τόσο πολύ που αν δεν τόξερα ότι ήταν του ίδιου δεν θα το πίστευα.

  89. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Ναι οι ταινίες εκείνες δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα στερεότυπα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα προπαγάνδιζαν κιόλας-αυτό κι αν είναι άλμα.»
    Γιατί είναι άλμα, Νίκιπλε; Εσύ από το «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» και από το χαστούκι στην Πάστα Φλώρα τι συμπέρασμα βγάζεις; Δεν είναι σαφές ότι επικροτεί μια ήδη υπάρχουσα κατάσταση ως TINA, για να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη ορολογία; Αυτό δεν είναι προπαγάνδιση; Δεν θα μπορούσαν να το αποφύγουν, αν ήθελαν, οι σεναριογράφοι; Δεν θα μπορούσαν ακόμα και να το καυτηριάσουν, έτσι όπως καυτηρίασαν τις λοβιτούρες των τρωκτικών στο «Υπάρχει και φιλότιμο», όπου, βεβαίως, παρουσιάζουν ως αφελείς τους υπουργούς και όχι ως συμμέτοχους, αλλά αυτό δεν θα πέρναγε από τη λογοκρισία, κατανοητό. Το «μπράβο, μπαμπά, που έδειρες τη μαμά, της χρειαζότανε, και πολύ το καθυστέρησες» δεν είναι επικρότηση της ενδοοικογενειακής βίας;

  90. ΚΩΣΤΑΣ said

    87 Τίποτα δεν έκανα στα μουλωχτά και εκ του πονηρού. Το είπα ευθέως και ξεκάθαρα και δεν αναφερόταν προσωπικά και αποκλειστικά σ’ σένα. αλλά σε όλους όσους έκαναν παρόμοια κριτική, με πρώτο και καλύτερο τον φίλο μου Γιάννη Κ.

    Πάλι δεν θα απαντήσω στην πλάγια ερώτησή σου. Θα πω όμως κάτι ευρύτερο που ίσως ικανοποιήσει την απορία σου. Η αρχαία μυθολογία, πραγματολογικά, είναι μια γελοιότητα. Οι ολύμπιοι θεοί με τα ροζ σκάνδαλα, τις μεταμορφώσεις, τις έριδες και τα λοιπά βίτσια τους, κρινόμενοι με τα σημερινά δεδομένα, είναι πέρα και πάνω από κάθε έννοια λογικής. Μήπως λοιπόν θα έπρεπε, με το ίδιο σκεπτικό, να εξοβελίσουμε και τους αρχαίους τραγικούς ή τα έπη, ή τα μνημεία προς τιμή τους; Η κάθε εποχή είχε τον πολιτισμό της με τα δικά της δεδομένα.

  91. @80 εδώ το είχ διαβάσει
    https://barikat.gr/content/mas-piran-tin-athina-tragoydontas-sta-halasmata

  92. Pedis said

    # 86 – Πέπε, αν και απορώ με το συμπέρασμά σου σχετικά με τη μάθηση, αλλά δεν θα το σχολιάσω, και το καψώνι στο στρατό (είτε των απλών στρατιωτών, είτε στις σχολές υπαξιωματικών είτε πολύ περισσότερο και ειδικά στις σχολές αξιωματικών, έφεδρων ή ευέλπιδων), υποτίθεται, ότι έχει ένα σκοπό. Είμαι βέβαιος ότι τον ξέρεις. Δεν γίνεται εν αγνοία ή σε αντίθεση με τη διοίκηση. Πολύ περισσότερο στο στρατό είναι που το καψώνι έχει νόημα, εννοώ ως προς την επιτυχία ένταξης του ατόμου στους όρους λειτουργίας μιας πειθαρχημένης κοινότητας και στην αποδοχή και τον απόλυτο σεβασμό της ιεραρχίας της.

  93. Πέπε said

    91
    Μα τι λες εκεί Κώστα!

    Πραγματικά κρίμα που η αρχαία μυθολογία δε σ’ έχει αγγίξει καθόλου. Δεν ξέρεις τι χάνεις, πρέπει οπωσδήποτε να της δώσεις άλλη μια ευκαιρία.

    (Καλά, δεν «πρέπει οπωσδήποτε», ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Απλώς είμαι πεπεισμένος ότι η επιλογή σου στηρίζεται σε παρανόηση.)

  94. Pedis said

    # 91 – Δηλ. το «εκ του πονηρού» το έγραψες για τον φίλο σου τον Γιάννη. Ωραίοι φίλοι είστε! 🙂

    Μην τα μπερδεύεις χωρίς λόγο.

    Η αρχαία τραγωδία δεν έχει καμιά σχέση με τα ροζ σκάνδαλα των θεών.

    Τα σενάρια των κωμμωδιών του ελληνικού κινηματογράφου είναι υπερσυντηρητικά και αντιδραστικά (εννοώ ενάντια στην κοινωνική πρόοδο, την απελευθέρωση των γυναικών ως κατωτέρων, χαζών ή πονηρών, του υπηρετικού προσωπικού από τη σκλαβιά ένεκα φυσικής βλακείας, τις πατριαρχικές δομές αφού ο άνδρας και αρχηγός της οικογένειας έχει δίκιο, νοιάζεται για την τιμή της οικογένειάς του κλπ ) ακόμη και για την εποχή τους με βάση τα μεταπολεμικά ευρωπαικά κριτήρια. Πόσο μάλλον σήμερα. Γι αυτό βρήκα εντυπωσιακά άστοχο το σχόλιό σου ότι τα φιλμ αυτά » … εκπέμπουν κατά κανόνα ένα ήθος και μια προσπάθεια εξημέρωσης των παθών και εξάλειψης των κοινωνικών αδικιών. Το μήνυμά τους κατά κανόνα είναι ανθρωπιστικό. »

    Τέλος πάντων. Απάντηση για το ότι ο Ευριπίδης περνάει το μήνυμα «κάντε ανθρωποθυσίες» στη Ιφιγένεια εν Αυλίδι, μάλλον, δεν περιμένω να πάρω.

  95. ΚΩΣΤΑΣ said

    94 Πέπε, δεν κατάλαβα, με πειράζεις; ή παρανόησες αυτά που είπα; Έχεις πολλές φορές ένα ωραίο διακριτικό χιούμορ, γι’ αυτό μπερδεύομαι λίγο. 😉

    Φυσικά και λατρεύω την αρχαία μυθολογία και όλο τον αρχαίο πολιτισμό. Απλώς λέω ότι κάποια πράγματα που φαίνονταν ότι δήθεν συνέβαιναν τότε, αντίκεινται στη λογική και στους φυσικούς κανόνες. Είμαι αντίθετος με τη λογική να εγκαλούμε σήμερα κάποιους που στο παρελθόν είπαν ή έκαναν κάτι αντίθετο με το σημερινά κρατούντα. Καθένας στην εποχή του. Αυτό ήταν το νόημα που ήθελα να διατυπώσω.

  96. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κώστα, οι μύθοι, όχι μόνο οι αρχαιοελληνικοί, έχουν πολύ βάθος. Σου συνιστώ να διαβάσεις τη μυθολογία του Κερένυι και το βιβλίο της Ε.Δ. Καρακάντζα: «Αρχαίοι ελληνικοί μύθοι. O θεωρητικός λόγος του 20ού αιώνα για τη φύση και την ερμηνεία τους». Εκδόσεις «Μεταίχμιο». Θα αλλάξεις γνώμη.

    Τα καψώνια δεν γίνονται στη ζούλα από σαδιστές «παλιούς», αλλά είναι ανεπίσημο μέρος της εμπέδωσης της στρατιωτικής πειθαρχίας, το γνωστό σπάσιμο του τσαμπουκά των «κωλοφάνταρων». Από τη δεκαετία του ’80 έχει σαφώς λιγοστέψει, χάρη στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν νομίζω ότι έχει εξαλειφθεί εντελώς.

  97. Πέπε said

    @93
    Κατ’ αρχήν, όταν υπηρέτησα εγώ, που το καψώνι ήδη είχε πολύ περιοριστεί, οι λιγοστές περιπτώσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καψώνι δεν είχαν την έγκριση της διοίκησης. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι οι διάφοροι εκπαιδευτές, όταν τα ‘παιρναν και μας έβαζαν να τρέχουμε τραγουδώντας Μακεδονία (μετά βίας το λες καψώνι, αλλά παραπάνω από τόσο δεν είχε), ή μας μεταβολάρανε, εκτελούσαν κι οι ίδιοι «για να μη θεωρηθεί καψώνι». Μια φορά ένας μας έβαλε να κάνουμε γυμναστική με τις φακές μες στο στομάχι μας να κάνουν γλούπου γλούπου, και όταν του ζήτησα ευγενικά να μας βάλει καμιά πιο ήπια άσκηση, το δέχτηκε, παρ’ ότι γενικά ήταν κωλοπαιδαράς και εξουσιομανής. Θέλω να πω, είχε αρχίσει να μπαίνει μια πολιτική ορθότητα.

    Υπήρχαν απλώς, πού και πού, μερικοί παλιοί που φέρονταν άσχημα στους νέους. Δεν είδα ποτέ να κάνουν κάτι τόσο χοντρό ώστε να μπορεί κανείς να πάει να παραπονεθεί, ώστε να διαπιστώσει έμπρακτα τη θέση της διοίκησης.

    Κατά τα άλλα, συμφωνώ ότι υποτίθεται ότι υπάρχει αυτό το νόημα που λες, αλλά κανένας παλιός και κανένας καραβανάς δε δίνει δεκάρα τσακιστή για το αξιόμαχο του στρατεύματος, είτε αυτό εξαρτάται από την επιτυχή επιβολή της πειθαρχίας, είτε από το να βάλει ο καθένας το στράτευμα πάνω από τον εαυτό του, είτε από ότιδήποτε άλλο.

    Δεν υπάρχει πειθαρχία στον στρατό. Υπάρχει μια επίφαση πειθαρχίας, δηλαδή προβλέπεται πώς να κομβιώνεις τα κομβία σου και πώς να στρώνεις το κρεβάτι σου, που είναι τόσο αδύνατον (αλλά και μάταιο) να τηρηθεί μέχρι κεραίας όσο αδύνατο και μάταιο είναι και το να παταχθούν όλες οι περπτώσεις ακομβίωτων φαντάρων και λάθος υποφακέλων.

    Επιπλέον, ποτέ δεν άκουσα από κανέναν ότι είδε με τα μάτια του γραπτές διαταγές / νόμους / ρήτρες που στ’ αλήθεια να λέεν πώς να κομβιώνουμε τα κομβία μας. Μια ραδιοαρβύλα είναι όλα. Όποιος πάσχει από ανασφάλεια, μπορεί να πατήσει πάνω σ’ αυτή τη ραδιοαρβύλα για να σκίσει μερικά κορμιά νέων και να νιώσει καλύτερα.

    Ποιο στράτευμα, σε λίγο θα μας πουν και για την πατρίδα! 🙂 🙂 🙂

    Δεν ξέρω τι γίνεται αλλού, πεζικό πήγα, αυτά ξέρω κι αυτά λέω. Και καλύτερα να μην πω άλλα, ήδη βαρέθηκα τον εαυτό μου!

  98. sarant said

    92 Eυχαριστώ. Δεν είναι βεβαια κάποια ατράνταχτη πηγή.

  99. ΚΩΣΤΑΣ said

    95 Άντε, να μη μείνεις με παράπονο. Ο Ευριπίδης βάζει το δίλημμα στον Αγαμέμνονα. Πατρίδα ή το παιδί σου. Το αφήνει να ξετυλίγεται έτσι ώστε να υπερτερήσει η έννοια πατρίδα και αποφασίζεται η θυσία. Βέβαια στο τέλος επέρχεται η λύτρωση, ο από μηχανής θεός, πριν πέσει το λεπίδι, η Ιφιγένεια εξαφανίζεται. Το ότι έβαλε όμως αυτό το δίλημμα και το αφήνει να εξελίσσεται προς ανθρωποθυσία, δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορηθεί γι’ αυτό;

    Όσο για τον φίλο μου Γιάννη, ενίοτε σοσιαλίζει επικινδύνως και αυτός! 😉

  100. nikiplos said

    90@ Αγαπητέ Γιάννη, η ταινία με την Παστα-Φλώρα, όχι μια συνηθισμένη σύζυγο, αλλά μια φαντασμένη ενζενί – τρία πουλάκια κάθονται – που έχει εγκαταλείψει την οικογένειά της, αφήνει τα παιδιά της-κορίτσια- να γυρίζουν με τον έναν και τον άλλον, δεν καταπιάνεται με τη μέση οικογένεια της εποχής, ακόμη και την πλούσια. Το δε «ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» δεν αντικατόπτριζε τίποτε άλλο παρά αυτό που ο μέσος τότε συμπατριώτης μας θα ήθελε να κάνει στα αγενή πλουσιοκόριτσα. Κι εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα τι θα είχε συμβεί εάν πράγματι ένας ασήμαντος Φλωράς της εποχής σήκωνε το χέρι του σε μια κόρη Τουρκοβασίλη. Και δεν μιλάω φυσικά για την απόλυση από το κολλέγιο, αλλά για το ότι θα τον έβρισκαν τέζα σε κάποιο χαντάκι, αφού πρώτα τον είχαν κάνει μπλε στο ξύλο τίποτες παρακρατικοί της εποχής. Είτε το θέλουμε είτε όχι αυτή ήταν η πραγματικότητα…

    Δεν την προπαγάνδιζαν λοιπόν. Έλεγαν αυτό που είχε στο θυμικό του ο μέσος τότε συμπατριώτης μας. Αυτο που ήθελε να ακούσει, να ψυχαγωγηθεί και να γελάσει… Εντούτοις δεν συνάδει με τα σημερινά, αλλά ποιός εξ ημών των αρρένων σχολιαστών αρέσκεται στη σημερινή κατάσταση που προσιδιάζει προς τις ΗΠΑ, που ο ρόλος του άντρα στην οικογένεια είναι κάτω και από τα σκυλιά? Δεν λέω πως η απάντηση είναι το ξύλο, αυτό εγώ προσωπικά δεν το θεωρώ καν ως παιδαγωγική μέθοδο. Λέω απλά πως ο διδακτισμός οικογένεια τιμή εντιμότητα ηθική που προέβαλαν αυτές οι ταινίες δεν ήταν έξω από τα πιστεύω της εποχής.

  101. Πέπε said

    Σχετικά με την ψευδοπειθαρχία του στρατού:

    Τις προάλλες είχε κυκλοφορήσει μια φήμη ότι θα έρθει στο σχολείο μας η υφυπουργός παιδείας. Η είδηση έγινε δεκτή με σχόλια όπως «δηλαδή ν’ αρχίσουμε να βάφουμε;» και «έρχεται ο πτέραρχος». Όλοι οι καθηγητές γέλασαν. Καμία καθηγήτρια δε γέλασε.

    Την κρίσιμη ημέρα είχαμε πρόβα 17 Νοέμβρη. Εκτός από τη μουσικού, είμαστε άλλοι τρεις που παίζουμε μουσική, και συμμετείχαμε. Ήμασταν λοιπόν σε μια αίθουσα μαζί με τα παιδιά της χορωδίας. Ο ένας καθηγητής είχε αργήσει. Οι άλλοι είχαμε ζητήσει λίγα λεπτά απόλυτης ησυχίας για να κουρδίσουμε. Μπαίνει λοιπόν αυτός που είχε αργήσει, βλέπει έκπληκτος καμιά εξηνταριά παιδιά να είναι απόλυτα ήσυχα, και λέει:«Τι έγινε, ήρθε ο πτέραρχος;»

    (Τελικά δεν ήρθε. Ακριβώς όπως στον στρατό.)

  102. ΚΩΣΤΑΣ said

    97 Γιάννη, ισχύουν και για σένα όσα είπα στο 96 στον Πέπε. Μάλλον κουράστηκα, δεν εκφράζομαι σωστά και με παρανοείτε. 😉

    Καληνύχτα σας.

  103. Pedis said

    # 100 – Το ότι έβαλε όμως αυτό το δίλημμα και το αφήνει να εξελίσσεται προς ανθρωποθυσία, δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορηθεί γι’ αυτό;

    Όχι δεν το λες.

    Μάλλον δεν έχουμε υπόψην μας το ίδιο έργο. Είναι η κόρη που αποφασίζει να δεχτεί τη θυσία για το καλό της πατρίδας της παρά και ενάντια στα γελοία και ποταπά παιχνίδια της εξουσίας και της αυθαιρεσίας της. Το έργο αποτελεί καταδίκη του πατριαρχικού εγωισμού του Αγαμέμνωνα που στέλνει ακόμη και το παιδί του στο θάνατο για να ωφελήσει την εξουσία του και το γόητρο της στρατιωτικής του θέσης, δείχνει τη μοίρα της μάνας που κάνει τα πάντα για να σώσει το παιδί της ενάντια στην υπέρτερη εξουσία αλλά και που δικαιολογείται από τον συγγραφέα το μίσος της από αυτά που υπομένει και τη μελλοντική εκδίκηση που θα πάρει, και ξεφτιλίζει τον ήρωα Αχιλλέα που ενώ έχει τη δύναμη να πάει κόντρα στην αδικία τα κάθεται από πειθαρχία στον αρχηγό και στην υποτιθέμενη θέληση των θεών.

  104. Γς said

    73:

    >Σε αυτό το παιχνίδι των ερωτήσεων, λες και βρίσκομαι ενώπιον εφέτη-ανακριτή δεν θα σε ακολουθήσω

    https://caktos.blogspot.com/2013/11/blog-post_27.html

  105. Γς said

    72:

    >Ναι τασχολεία είχαν βίτσα και οι δάσκαλοι χαστούκιζαν (το πρόλαβα εγώ στα με΄στις αρχές της δεκαετάις του 1980 φναταστείτε τριάντα χρόνια πρίν).

    https://caktos.blogspot.com/2013/05/blog-post_18.html

  106. Γς said

    74:

    >Συμφωνείς με το τέλος της πάλης των τάξεων στην κόρη μου τη σοσιαλίστρια;

    Πλάκα κάνεις.

    Για την Κοκκινοσκουφίτσα τίποτα;

    https://caktos.blogspot.com/2013/03/blog-post_7005.html

  107. Διαβάζοντας τα σχόλια, μεγάλη απορία
    τσάμπα τα όσα έγραψε η θεία ιστορία…

    Στις στρατιωτικές σχολές, για την «ιεραραχία» και τα σεξουαλικά της παρεπόμενα, λογικά, είναι εν γνώσει της διοίκησης, και ισχύει η φράση που αναφέρει ο Πετρόπουλος » αφού δεν γκαστρώνονται αστους να πηδιούνται»

    Οταν κάποιος δεν έχει καταλάβει, μετά από τόσα χρόνια που συμβαίνει στον ΠΑΟ να παίζει καλά ένα μήνα, δυο φορές τον χρόνο, όπου «τυχαία» στην κλήρωση του βγαίνουν τα ντέρμπυ μαζεμένα ενώ πριν και μετά σέρνεται (επιλογή της διοίκησης που εφαρμόζουν προπονητές τεράστιου διαμετρήματος όπως Αναστασίου, Ουζουνίδης, Αηδώνης) δεν είναι ποτέ δυνατόν να κατανοήσει τα υψηλά νοήματα της μυθολογίας !

  108. Εάν κάποιος δεν κατανοήσει πρώτα το νόημα της Ιλιάδας (που επαναλαμβάνεται στην Αργοναυτική εκστρατεία και την Μαχαμπαράτα ) δλδ πως η εξουσία πρέπει να ασκείται όχι από τον ικανότερο-εξυπνότερο-δυνατότερο αλλά απ’ αυτόν που περιγράφει το «μέτρον άριστον» (Ιάσων, Αγαμέμνων, Γιουντιστίρα), δεν ερμηνεύει σωστά και τις τραγωδίες που αναφέρονται σ’ αυτήν

  109. Γιάννης Κουβάτσος said

    108: Και τη φουκαριάρα την ΑΕΛ ληστέψατε; Δεν ντρέπεστε λιγάκι; Ευαγές ίδρυμα ο γάβρος εν συγκρίσει με το μπαοκτσίδικο λησταρχείο. Λίγη τσίπα, βρεεεεε! 😨

  110. Γιάννης Κουβάτσος said

    Οι τραγωδίες, όπως και όλα τα μεγάλα έργα του ανθρώπινου πνεύματος, είναι ανοικτές σε πολλές ερμηνείες. Στην περίπτωση της Ιφιγένειας, όπως και στην περίπτωση της θυσίας του Ισαάκ από τον πατέρα του και της γυναίκας του πρωτομάστορα στο γεφύρι της Άρτας, έχουμε κοινό μοτίβο: τη θυσία από τον ηγέτη αυτού που αγαπάει περισσότερο.

  111. Νίκος Κ. said

    80, 99: [Είναι διασταυρωμένο αυτό με τη διαγραφή του Φωτόπουλου από το ΚΚΕ εξαιτίας της συμμετοχής στην ταινία;]

    Στο πολύ τιμητικό (και ενδιαφέρον) αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη» στον Μίμη Φωτόπουλο για τα 22 χρόνια από τον θάνατό του (πολύπλευρος καλλιτέχνης, αμετακίνητος στη σοσιαλιστική ιδεολογία του, .. σπουδαίος ηθοποιός, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, … οι διώξεις των ΕΑΜιτών ηθοποιών, τον κρατούν για δύο χρόνια μακριά από την πρωταγωνιστική του θέση. κλπ.) πουθενά δεν αναφέρεται ότι υπήρξε μέλος του ΚΚΕ https://www.rizospastis.gr/story.do?id=4769992
    Άρα ή δεν υπήρξε μέλος (πράγμα μάλλον δύσκολο με τέτοια δράση) ή υπάρχει λόγος που δεν αναφέρεται.

  112. # 110

    Ρε δάσκαλε αφού δεν είδες το ματς γιατί αντιγράφειις τον «κόκκινο πρωταθλητή» ή αυτή η εφημερίδα σε εκφράζει πλέον ; Το κολημένο χέρι δεν είναι πέναλτυ, όταν βρήκε τον παίκτη της ΑΕΛ, εμείς ούτε καν το ζητήσαμε !<<b
    Συγκρατήσου, το τέλος πλησιάζει, δείξε λίγη αξιοπρέπεια !.
    Οπως είπε ο ΔΠΓ αν δεν προχωρήσει το Παοελάιβ θα αποχωρήσει του χρόνου (θυμήσου από πότε στο έγραψα για το 21, τέλος και το μπασκετάκι, θα μπει και στο μπάσκετ ο Ιβάν ; )

  113. Αφιερωμένο στα πράσινα θύματα τοτ Αλαφούζου…

  114. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ούτε στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Το ποτάμι της ζωής μου» αναφέρει ο Φωτόπουλος ότι υπήρξε μέλος του ΚΚΕ. Μόνο στο ΕΑΜ ήτανε και δεν ήταν κομμουνιστής αλλά δημοκράτης σοσιαλιστής.

  115. Νίκος Κ. said

    115: Και πιστεύεις πως θα έγραφε ο Ριζοσπάστης «αμετακίνητος στη σοσιαλιστική ιδεολογία του» για έναν «απλό» δημοκράτη σοσιαλιστή και μάλιστα 22 χρόνια μετά τον θάνατό του;

  116. Γς said

    Μίμης Φωτόπουλος

    Ωραίος κι ο ρόλος του στην Κάλπικη Λίρα

    https://caktos.blogspot.com/2013/06/blog-post_16.html

  117. Pedis said

    # 111 – όσον αφορά το έργο του Ευριπίδη κι αυτό το σχόλιο το βρίσκω άσχετο.

  118. Γς said

    Δύσκολος ρε πεδί μου…

  119. Γιάννης Κουβάτσος said

    116: Σοσιαλιστική έγραψε, όχι κομμουνιστική. Πολύ διπλωματικός χαρακτηρισμός για τον Ριζοσπάστη, δεν νομίζεις; ☺ Ανεξάρτητα από αυτό, θυμάμαι ένα αφιέρωμα του «Έθνους» σε συνέχειες στον σοσιαλισμό, πρέπει να ήταν το 1983. Κάθε φορά και ένας «επώνυμος» κατέθετε την άποψή του για το θέμα. Το κείμενο του Φωτόπουλου μού έκανε εντύπωση, επειδή τον είχα συνδέσει με τους ρόλους του και τον θεωρούσα έναν λαϊκό μάγκα. Εξαιρετικό κείμενο, φανέρωνε άνθρωπο πολύ καλλιεργημένο, δημοκράτη αριστερό αλλά όχι κομμουνιστή. Ούτε στην αυτοβιογραφία του διακρίνονται, άμεσα ή έμμεσα, φιλοκομμουνιστικά στοιχεία.

  120. Γιάννης Κουβάτσος said

    118: Έγινες και εξειδικευμένος φιλόλογος τώρα εκτός από ειδικός του μαρξισμού-λενινισμού; Πανεπιστήμων, λέμε. 😜

  121. Γιάννης Κουβάτσος said

    118: Σαν φιλόλογος που …είσαι, θα έπρεπε να γνωρίζεις το μοτίβο της ανθρωποθυσίας και να μην το απορρίπτεις σαν άσχετο, επειδή δεν χωράει στο καλούπι της μαρξιστικής ερμηνείας της Ιφιγένειας.

  122. Ερανιστής said

    Ως θεατρικό έργο οι «Γερμανοί» ανέβηκαν στο θέατρο Κοτοπούλη από τον ομώνυμο
    θίασο στις 19 Οκτωβρίου 1946, με τον Β. Λογοθετίδη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
    Κατέβηκαν στις 16 Μαρτίου 1947, αφού συμπλήρωσαν πάνω από δύο εκατοντάδες
    παραστάσεων, αριθμό ρεκόρ για την εποχή, που ήταν γενικά απρόσφορη για τέτοιου
    μεγέθους θεατρικές επιτυχίες. Ως κινηματογραφικό έργο προβλήθηκαν πρώτα στη
    Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1947) και κατόπιν στην Αθήνα (Ιανουάριος 1948) με
    ανάλογη επιτυχία. Η ταινία αναδείχθηκε στη μεγάλη εμπορική επιτυχία της σεζόν
    1947/48, με 41.642 εισιτήρια στη Θεσσαλονίκη και 133.033 στην Αθήνα.

    Οι «Γερμανοί» (1947) είναι η πρώτη ελληνική ταινία με σύγχρονη λήψη ήχου και εικόνας. Με τους «Γερμαανούς» εγκαινιάστηκε μεταπολεμικά η τακτική της μεταφοράς επιτυχημένων θεατρικών παραστάσεων στην οθόνη, ώστε να μπορεί να τα δεί όχι μόνο το θεατρόφιλο κοινό της πρωτεύουσας, αλλά και των ακραίων συνοικιών, της επαρχιακής πόλης και του χωριού.

    Και μιά κριτική (του θεατρικού «Οι Γερμανοί ξανάρχονται») από τον «Ρίζο της Δευτέρας» (φύλλο 28ης Οκτωβρίου 1946) για να δούμε και την άποψη του τότε ΚΚΕ για το θρυλικό έργο του Σακελάριου:
    «Έτσι που είναι όμως το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» είναι προδοσία στον αντιφασιστικό αγώνα, στον αγώνα του ελληνικού λαού για την ανεξαρτησία του. Είναι ένα κήρυγμα που θα το υπογράφανε με τα δυο τους χέρια, ο Τσώρτσιλ, ο Μπέβιν κι όλοι οι άσπονδοι φίλοι μας»

    Μικρή διόρθωση: Συνηθίζεται να γράφουν όλοι το «Σακελ(λ)άριος» με δύο λάμδα, αλλά το σωστό είναι με ένα. Υπάρχει και σχετικό χρονογράφημα του ίδιου του Αλέκου στον ‘Ελεύθερο Κόσμο» του Σάββα Κωνσταντόπουλου, όπου εξηγεί γιατί το επώνυμό του γράφεται με ένα λάμδα

  123. nikiplos said

    Καλημέρα σε όλους. Το τι αποκομίζει κάποιος από μια αρχαία τραγωδία σήμερα, είναι σαφώς διαφορετικό από εκείνο που αποκόμιζαν τότε που παιζόταν, ίσως και τελείως διαφορετικό από εκείνο που πιθανόν είχε στο νου του ο συγγραφέας. Για να μπορέσουμε να συνδέσουμε τα τρία αυτά θα πρέπει να έχουμε σαφή γνώση του τότε κόσμου. Δεν έχουμε όμως…

  124. sarant said

    112 Οπότε μάλλον δεν ήταν μέλος

    123 Το σχόλιό σας κρατήθηκε επειδή ήταν το πρώτο σας, συγγνώμη.
    Ως προς την ορθογραφία του ονόματος, γιατί στα βιβλία του γράφεται με δύο λάμδα το «Σακελλάριος»;
    Επίσης, ο σακελλάριος ήταν εκκλησιαστικό αξίωμα και παντού γράφεται με λλ.

  125. Παναγιώτης Κ. said

    @72. Συνονόματε, δεν γράφω σχεδόν μέσω σμαρτόφωνου διότι δύσκολα μπορείς να αποφύγεις τα λάθη.
    Τον αστερίσκο σου τον διάβασα με πολύ προσοχή και ενδιαφέρον για την αλήθεια που περικλείει!

  126. Pedis said

    # 121, 122 – παραδέξου ότι έγραψες για να γράψεις και να την πεις (συχνό φαινόμενο) και μη γίνεσαι κακός …

  127. spiridione said

    123. Από αυτή την ενδιαφέρουσα εργασία
    https://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:PiX7T1ri9MgJ:https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/download/7717/7422+&cd=14&hl=el&ct=clnk&gl=gr

    Να βάλουμε και το προλογικό σημείωμα του θεατρικού έργου:
    «Με τη σάτιρά μας “Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής” που ανέβηκε τον περασμένο Μάιο στο ίδιο αυτό θέατρο, προκαλέσαμε τη δυσφορία και του “Ριζοσπάστη” και της “Εστίας”. Και της δεξιάς δηλαδή, και της αριστεράς. Και πολύ φυσικά… γιατί οι δικές μας απόψεις, που τις εξέφραζε ο απλός κυρ-Παντελής, ο ταλαιπωρημένος και συμπιεζόμενος μεταξύ των συμπληγάδων των δυο φανατισμένων πολιτικών μερίδων, ήτανε μοιραίο να έρχονται σε σύγκρουση και με τα δύο άκρα. Κάτι παρόμοιο περιμένουμε να συμβεί και με το καινούριο έργο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται…» γιατί και πάλι τις απόψεις μας τις εκφράζει ένας απλός και τετράγωνος άνθρωπος —Θόδωρος αυτή τη φορά— που, αριστερός, δεξιός ή κέντρος, είναι αηδιασμένος απ’ τον τρόπο που γίνεται η πολιτική στην Ελλάδα, απογοητευμένος απ’ τη μικρότητα των «Μεγάλων» και βαθύτατα πικραμένος, ζώντας μεσ’ τις εφιαλτικές αυτές ημέρες για τις οποίες τόσα όνειρα είχαμε κάνει στα σκοτάδια και στις στερήσεις της κατοχής».
    (Δεν ήξερα ότι ο κυρ Παντελής είναι εύρημα του Σακελλάριου).

    Αξίζουν μερικά αποσπάσματα της εργασίας:

    «Συγκεκριμένα, αν κωδικοποιήσουμε τις αιτιάσεις, βλέπουμε ότι τα σημεία που ενοχλούν περισσότερο τους αριστερούς κριτικούς είναι:
    – η δίχως συγκεκριμένη θέση πολιτικολογία, η «ουδετερότητα» του ήρωα (και των συγγραφέων),
    – η λύση για την πολιτική κρίση που έμμεσα υποβάλλει το έργο, η αποχώρηση από την πολιτική,
    – η «χοντροκομμένη σάτιρα» της αριστερής παράταξης.
    Η «ουδετερότητα» του ήρωα είναι έννοια-κλειδί για την κατανόηση της ιδεολογικής λειτουργίας του έργου. Για να την πετύχουν οι συγγραφείς αποφεύγουν να θίξουν τις
    βαθύτερες αιτίες της αντιπαράθεσης Δεξιών και Αριστερών. Η διαμάχη τους παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα προκατάληψης, φανατισμού και καχυποψίας. Το στρατήγημα της αποσιώπησης/μετάθεσης των αιτίων της εμφύλιας διαμάχης, όπως και η σάτιρα των Συμμάχων, υπήρξε sine qua non προϋπόθεση για την παρουσίαση των εμφυλιοπολεμικών δεινών στην (εμπορική) σκηνή ή οθόνη. Είναι προφανές ότι θεωρήθηκε προτιμότερο να αφεθούν οι θεατές να συμπληρώσουν τα κενά επιστρατεύοντας ο καθένας τούς δικούς του συνειρμούς. Άλλωστε, οι δημιουργοί ήξεραν από την πείρα τους ότι ένας βαθμός αμεροληψίας σ’ έναν σατιρικό είναι απαραίτητος, προκειμένου τα λεγόμενά του να έχουν οποιοδήποτε βάρος. Ότι, δηλαδή, ελλείψει ουδετερότητας το έργο θα αναγνωριζόταν ένθεν και ένθεν ως στρατευμένο, άρα θα χρεωκοπούσε ο βασικός τους σκοπός, να ενώσουν τους διχασμένους Έλληνες.
    Αυτά αφορούν τους συγγραφείς. Οι πολιτικοποιημένοι αριστεροί κριτικοί δεν ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν το αντιφατικό ιδεολόγημα της «ουδετερότητας». Αντίθετα, διέβλεπαν ότι παρά τη φαινομενική άρνηση του ήρωα (συγγραφέων) να πάρει θέση στους πολιτικούς ανταγωνισμούς, εκπροσωπούσε ξεκάθαρη πολιτική στάση και αξίες. Συγκεκριμένα, ότι κατά την εξέλιξη της εσωτερικής πολιτικής κρίσης κι ενώ το αποτέλεσμα της ένοπλης αντιπαράθεσης ήταν ακόμη αμφίρροπο, «ουδετερότητα» σήμαινε συνειδητή ή υποσυνείδητη «νομιμοποίηση του status quo», δηλαδή του επίσημου κράτους.
    Πολύ χειρότερα που οι συγγραφείς παρουσιάζουν τον ήρωα όχι μόνο να αποδοκιμάζει την πολιτική των κομμάτων αλλά να αποστρέφεται συνολικά την πολιτική, καθώς αρνείται κάθε πολιτική εφημερίδα και προτιμά τον «απολιτικό » Θησαυρό. (21) Ελάχιστα χρόνια μετά το έπος της «μαζικής λαϊκής αντίστασης » που «έγινε μέσα σ’ ένα πνεύμα γενικής συμμετοχής στη διαμόρφωση των εθνικών πεπρωμένων», όταν «για πρώτη φορά οι μάζες επενέβαιναν άμεσα στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα και καλούνταν να αναμειχθούν ενεργά στην οικοδόμηση πολλών θεσμών», η στάση αυτή, με προμετωπίδα μάλιστα το περιβόητο «ωχ αδερφέ!» ήταν φυσικό να εξοργίζει ανθρώπους που αγωνίζονταν με κίνδυνο της ζωής τους για αξίες και ιδανικά.
    (21). «ΞΕΝ.: Θόδωρε, θέλεις «Ελεύθερη Ελλάδα»; ΘΟΔ: Να μένει το βύσινο. ΖΗΣ: Θέλεις μήπως «Νέα»; ΘΟΔ: Μωρέ δε θέλω εφημερίδες… Άσε με χάμω με δαύτες…
    Ουρανία, το «Θησαυρό», μάνα μου… Φέρε μου το «Θησαυρό», ωχ αδερφέ… Εδώ, εδώ, τη Χοντρή κι άγιος ο Θεός.

    Έπειτα απ’ όλα αυτά, η εύλογη κατάληξη για τη λογική του έργου ήταν η «χοντροκομμένη σάτιρα» της αριστερής παράταξης. Η παρωδία του αριστερού λόγου στη στιχομυθία Θόδωρου–Νίκου και η γελοιοποίηση των αριστερών στη στάση, στις θέσεις και στη φυσική παρουσία του τελευταίου στο έργο συνιστούν έμμεση αλλά κατηγορηματική καταδίκη της πολιτικής του ΚΚΕ. Και εδώ η υποδήλωση είναι σαφής: η πλειοψηφία των μικροαστών ήταν υπέρ της έννομης τάξης, άρα κατά των φορέων της ανομίας, κυρίως του ΚΚΕ.
    Αν τα πράγματα έχουν έτσι, πώς δικαιολογείται η αντίδραση της Εστίας; Παρά το γεγονός ότι το έργο είναι αντίθετο στις επιλογές του ΚΚΕ, δε συμμερίζεται τις θέσεις και την εκδικητική μανία της μισαλλόδοξης Δεξιάς. Αντίθετα, εμφορείται από πνεύμα συμβιβασμού και συναδέλφωσης. Το μήνυμα εθνικής συμφιλίωσης και συνδιαλλαγής εκφράζεται από τους φορείς της (κοινής;) λογικής: τον πρωταγωνιστή και τον τρελό. Το λάιτ μοτίβ του έργου: «Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; Προς τι η αλληλοεξόντωσις;…» είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας για τη συνεχιζόμενη αιματοχυσία του Εμφυλίου. Πολύ περισσότερο με τα λόγια του πρωταγωνιστή: «Να πάω από χέρι γερμανικό, εχθρικό, όχι ελληνικό, όχι αδερφικό», οι συγγραφείς αρθρώνουν λόγο ευθέως αντιθετικό προς τον επίσημο καθεστωτικό, ο οποίος δεν αποδεχόταν τον ίδιο τον εμφύλιο χαρακτήρα της σύγκρουσης.
    Αποτιμώντας συνολικά τον ιδεολογικό λόγο της ταινίας, την υποδοχή της από το κοινό αλλά και την αντιμετώπισή της από την κριτική, μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που αφορούν όχι μόνο στην ίδια, αλλά, λόγω του πρωτοποριακού της χαρακτήρα, της τολμηρής της ματιάς και της άμεσης εμπλοκής της στην εμφύλια διαμάχη, όταν ακόμη η έκβασή της δεν είχε κριθεί, σε όλες τις «πολιτικές» ταινίες του λαϊκοεμπορικού κινηματογράφου μέχρι την πτώση της Χούντας. Λειτουργώντας με τον υπαινιγμό, την υποδήλωση και τη γοητεία του κινηματογράφου το ιδεολογικό μήνυμα αποκτά μεγαλύτερη διεισδυτικότητα. Αυτή η έμμεση ιδεολογική λειτουργία είναι εξίσου ενδιαφέρουσα με την αξιοποίηση της ταινίας για να κριθεί η επικρατούσα ιδεολογία στη δοσμένη ιστορική στιγμή. Γι’ αυτό επιμένουμε σε ορισμένες πλευρές της:
    – Η, κατ’ ουσίαν, συμπαράταξη με τη μια πλευρά στη διάρκεια της εμφύλιας διαμάχης προβάλλεται όχι ως πολιτική, άρα αμφισβητήσιμη, θέση αλλά ως φυσική και αδήριτη αναγκαιότητα που υπαγορεύεται από το «κοινό» ή «εθνικό» συμφέρον, κάτι που ενδυναμώνει την ενσωματωτική/συναινετική της λειτουργία.
    – Η απαξίωση της πολιτικής που παρουσιάζεται ως αυτονόητη αντίδραση κάθε εχέφρονος – φανατισμένου πολίτη και αποτυπώνεται στη φράση: «Ποτέ δε θα ησυχάσουμε απ’ τα πολιτικά σ’ αυτόν το ρημαδότοπο;». Φράση η οποία μεταφέρει μνήμες και από το απώτερο παρελθόν, τον Διχασμό Βενιζελικών-Αντιβενιζελικών, επιδέχεται πολλές ερμηνείες, αφού δε διευκρινίζεται αν μ’ αυτήν εννοείται απλώς η διακοπή της αιματοχυσίας και η επιστροφή στον ομαλό πολιτικό βίο ή αν πίσω της πρέπει να ανιχνεύσουμε τις απόψεις μιας πιο συντηρητικής μερίδας του κοινού, πρόθυμης να ανεχθεί αναβολή των εκλογών και απροσδιορίστου διαρκείας δικτατορική κυβέρνηση, σχέδιο που ορισμένοι κύκλοι απεργάζονταν την ίδια περίοδο. Υποφώσκει, επίσης, στην ταινία η εξίσωση: ένταση της πολιτικής δραστηριότητας = αναρχία, την οποία θα ξανασυναντήσουμε σε ταινίες της περιόδου 1965-67.
    – Ο πρωταγωνιστής συντάσσεται με τη νομιμότητα της επίσημης εξουσίας. Δε συνυπογράφει όμως την παρανομία της, τους διωγμούς και τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων της, γιατί οι αντίπαλοί της ήταν εκείνοι ακριβώς που σήκωσαν το βάρος της αντίστασης εναντίον των κατακτητών και αυτό ήταν αδύνατο να παραγνωριστεί από τη συλλογική συνείδηση. ούτε πάλι διαφαίνεται κάποια διάθεση ενεργητικής αντίδρασής του για την αποτροπή της, έννοια κλειδί που διατρέχει συνολικά τον εμπορικό κινηματογράφο.
    – Το αίσθημα ανασφάλειας στρέφει τον ήρωα προς το μέρος τού διαφαινόμενου νικητή της εμφύλιας αναμέτρησης, αλλά το ανθεκτικότερο υποστύλωμα της κοινωνικής συναίνεσης προς την εξουσία είναι η προοπτική της οικονομικής ανόρθωσης, η προσδοκία της σταδιακής οικονομικής βελτίωσης και οι βλέψεις ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας.
    – Το έργο εκφράζει ένα ειλικρινές και έντιμο μήνυμα συμβιβασμού και συμφιλίωσης, σύμφωνο όχι με την επίσημη αλλά με την επικρατούσα ιδεολογία. ούτε υποστηρίζει ότι πρέπει να «κατατροπωθούν πρώτα οι εσωτερικοί εχθροί της Ελλάδας» ούτε παρεμβάλλει προαπαιτούμενα για την Αμνηστία και τη Λήθη.
    Πιστεύουμε, αν και η άποψη αυτή δε στηρίζεται σε αδιαφιλονίκητες αποδείξεις αλλά σε θεμιτές και τεκμηριωμένες, ελπίζουμε, εικασίες και συγκρίσεις, ότι το έργο εκφράζει τις απόψεις ενός νέου (μετά τα Δεκεμβριανά) κοινωνικά, ιδεολογικά και πολιτικά «μεσαίου» χώρου. Κοινωνικά, οι ήρωες ανήκουν στα μεσοστρώματα, είναι «νοικοκυραίοι», που αγανακτούν με τη σκανδαλώδη διαχείριση της βοήθειας και τη διασπάθιση ή ενθυλάκωση του δημόσιου χρήματος από την (αθηναϊκή) αστική τάξη, αλλά δεν είναι τόσο απελπιστικά (ή απελπισμένα) φτωχοί, ώστε να οδηγηθούν στην εξέγερση. Ιδεολογικά, δεν ανήκουν ούτε στους «εθνικόφρονες» ούτε στους «κομμουνιστές» (ΚΚΕ και όσους παρέμεναν πιστοί στο ΕΑΜ). Τοποθετούνται στην πολιτική αντιπαράθεση με βάση τα ισχυρά «κεντρώα» εννοιολογικά στερεότυπα: απόρριψη των άκρων, κοινονοημοσύνη ή «κοινή λογική», ήρεμος και «πολιτισμένος» διάλογος… Δεν πήραν ενεργό μέρος στην Αντίσταση αλλά και δεν είχαν εκτεθεί υπερβολικά μετά την Απελευθέρωση, ώστε να μπουν στο στόχαστρο των κρατικών (ή παρακρατικών) μηχανισμών, άρα ευελπιστούν σε ενσωμάτωση στη νέα «εθνική» νομιμότητα. Πολιτικά, ρέπουν προς το Κέντρο –δεν είναι τυχαίο ότι οι κεντρώες εφημερίδες υποδέχτηκαν με τα πιο ευνοϊκά σχόλια την ταινία– αλλά προς το παρόν δεν εκφράζονται πολιτικά απ’ αυτό. Τα υπάρχοντα κόμματα (και οι πολιτικές προσωπικότητες) του Κέντρου, λόγω των ειδικών συγκυριών και της πόλωσης, δεν έχουν το κύρος, την ισχύ και τα μέσα, ώστε να επιβάλουν πραγματικά συμφιλιωτική πολιτική. Το πολιτικό τους ζητούμενο φαίνεται απλό, όσο κι αν εκ των υστέρων κρίνεται ουτοπικό, η αποτροπή της εμφύλιας σύρραξης με την επιστροφή στον ομαλό κοινοβουλευτικό βίο. Για συγκυριακούς λόγους το ίδιο ζητούμενο είχαν οι ηττημένες στη μάχη της Αθήνας δυνάμεις του ΚΚΕ-ΕΑΜ.
    Συμπερασματικά, η ταινία αποτυπώνει τα «μετέωρα πολιτικά συναισθήματα» που επικρατούν στα μικροαστικά (και μέρος των εργατικών) στρώματα λίγο πριν την «κατολίσθηση προς τον Εμφύλιο»: υπακοή αλλά όχι συναίνεση. Η παθητική ανοχή που επιδεικνύουν προς το καθεστώς που τείνει να εγκαθιδρυθεί οφείλεται πολύ (περισσότερο) στη δύναμη των όπλων, τον πολιτικό καταναγκασμό και στην ισχύ της κρατικής επιβολής και (πολύ) λιγότερο στην εσωτερίκευση της λογικής, πολιτικής ή ηθικής βάσης του».

  128. Pedis said

    # 124 – Δηλ. δεν γνωρίζουμε, δεν ειμαστε βέβαιοι για το παραμικρό, όλα είναι σχετικά, ασαφή και άμορφα …

    με εξαίρεση και σε αντίθεση με τα καθημερινά σχόλιά μας για όλα τα πράγματα και θέματα του κόσμου.

    Οκέυ!

  129. Γιάννης Ιατρού said

    125β: Χμμ 😎🤔

  130. sarant said

    128 Χρήσιμο, μπράβο.

  131. ΚΩΣΤΑΣ said

    128 Σπύρο σε ευχαριστούμε. Κατατοπιστικό και απόκτησα περισσότερη αυτοπεποίθηση με αυτά που λέει, για τα σχόλια που έχω κάνει ως τώρα.

  132. Pedis said

    Αυτό:

    «Συγκεκριμένα, αν κωδικοποιήσουμε τις αιτιάσεις, βλέπουμε ότι τα σημεία που ενοχλούν περισσότερο τους αριστερούς κριτικούς είναι:
    – η δίχως συγκεκριμένη θέση πολιτικολογία, η «ουδετερότητα» του ήρωα (και των συγγραφέων),
    – η λύση για την πολιτική κρίση που έμμεσα υποβάλλει το έργο, η αποχώρηση από την πολιτική,
    – η «χοντροκομμένη σάτιρα» της αριστερής παράταξης.
    Η «ουδετερότητα» του ήρωα είναι έννοια-κλειδί για την κατανόηση της ιδεολογικής λειτουργίας του έργου.

    κι αυτό:

    (21). «ΞΕΝ.: Θόδωρε, θέλεις «Ελεύθερη Ελλάδα»; ΘΟΔ: Να μένει το βύσινο. ΖΗΣ: Θέλεις μήπως «Νέα»; ΘΟΔ: Μωρέ δε θέλω εφημερίδες… Άσε με χάμω με δαύτες…
    Ουρανία, το «Θησαυρό», μάνα μου… Φέρε μου το «Θησαυρό», ωχ αδερφέ… Εδώ, εδώ, τη Χοντρή κι άγιος ο Θεός.

    αλλά και σχεδόν όλες οι αρχικές παρατηρήσεις δεν δικαιολογούν τα συμπεράσματα για τον ειρηνικό, ουδέτερο και ειλικρινά συμφιλιωτικό ρόλο της ταινίας. Πρόκειται για σαφή άρνηση της πολιτικοποποίησης και του ρόλου των θυσιών όλων εκείνων που δεν χέστηκαν απάνω τους και το μόνο που θέλουν είναι την ησυχία τους.

    Το μόνο καινοφανές και μοναδικό, ίσως, στη σχετική στρατευμένη, όχι ανοικτά μιασαλλόδοξη, φιλμογραφία όσον αφορά την Αντίσταση και την ιστορία μέχρι και τον Εμφύλιο είναι ότι *γίνεται* αναφορά στον Εμφύλιο.

  133. Costas Papathanasiou said

    Ο Σακελλάριος ήταν υπέρ του εμπορικού ή λαϊκότροπου θεάτρου(=επιθεώρηση) και κινηματογράφου και δεν το έκρυβε, ασχέτως αν αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί αφοπλιστική ειλικρίνεια ή ωμή δήλωση ενός αυτάρεσκου «πετυχημένου».
    Υπέρ του καλοπροαίρετου ως άνω χαρακτηρισμού, προσμετράται η ομολογία «αυτό που δεν κατάφερε να πετύχει ο Χαιρόπουλος με την αγάπη του, το κατάφερε ο Α(ντρέας) Μακέδος με το χρήμα» (“Λές και ήταν χθες” ,Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη σ.294), που αφορά στην «εξαγορασμένη» συνεργασία αυτού(του εξωστρεφούς) με τον ετερώνυμό του (εσωστρεφή) Χρ.Γιαννακόπουλο και η οποία είναι λυπηρότατη μεν, ειλικρινέστατη δε, διαπίστωση για την («εν θερμώ»)αστοχία της αγάπης έναντι του («ζεστού»)χρήματος (:έκαστος των μετέπειτα «Διόσκουρων» έλαβε επιταγή 10000δρχ: «Ζαλίστηκα. Δέκα χιλιάδες την εποχή εκείνη; Τρία δωμάτια και κουζίνα!» βλ. σσ 295-301).
    Κυνηγώντας λοιπόν την εμπορικότητα(=οικονομική επιτυχία) έκανε και (συγχωρητέα ή όχι) ατοπήματα, όπως είναι προώθηση της συζύγου του, η χρήση ευφυολογημάτων ή λογοπαιγνίων συχνά αντιφατικών προκειμένου να χαϊδέψει τα αυτιά όσων γίνεται περισσότερων εκ του φιλοθεάμονος κοινού [Για παράδειγμα στο«Η Κυρά μας η Μαμμή (1958)»: «Δώσε ό,τι καταλαβαίνεις»(λέει η Μαμή της κυρα-Σοφίας για το ξεμάτιασμα του γιού) «κι αν δεν έχεις χοντρά, δεν πειράζει, μου τα δίνεις καμιά άλλη φορά που δεν θα έχεις ψιλά» ενώ, όταν ο Ν. Πλατής (χωριανός με πονόδοντο) της λέει «με πονάει ο δεξιός τραπεζίτης», η μαμή σχολιάζει: «Ε βέβαια, τραπεζίτης και αριστερός δεν πάει». Αισιόδοξη λεπτομέρεια για το «κοινό» της εποχής: το «Ένας Ήρως με Παντούφλες (1958)» έκοψε περισσότερα εισιτήρια από τη «Μαμμή»], όπως είναι και τα ανεκδιήγητα, στερεοτυπικά χάπυ έντ στη διαμάχη φύλων και τάξεων με τη λύση της «παντρειάς», του γλεντιού και, έτσι, του «περασμένα ξεχασμένα»[βλ. Η κόρη μου η σοσιαλίστρια(1966), Διπλοπενιές(1966) κ.ά.], αποτύπωνε όμως με το κυνήγι του αυτό και τον λεγόμενο μέσο άνθρωπο της εποχής του(βλ. και το ωραίο σχόλιο 128-Spiridione), ή έστω την «αβάσταχτη ελαφρότητα του ελληνικού είναι»(:κουλτουριαριστί), με τα στραβά και τα ίσια του, οπότε δικαιούται να κρίνεται όχι ως ο αγγελιαφόρος (:επί προσωπικού) αλλά για το μήνυμα που κουβαλάει και το «γκελ» που κάνει αυτό στους πολλούς, έχοντας υπόψη ότι ακόμα κι αν θεωρηθεί κακογραμμένο βγάζει τελικά λυτρωτικό γέλιο ή και συμπαθητική χαρμολύπη ως ατόφιο και ειλικρινές(κάτι που σήμερα λείπει πολύ).

    Ατόπημα σίγουρα ασυγχώρητο(σχολιάστηκε ήδη εύστοχα από πολλούς, ιδίως από ΠΕΠΕ και έτσι προτάσσεται και στο σχετικό άρθρο) είναι σίγουρα η διολίσθηση του αστείου από ειρωνεία ή «δούλεμα (σε ψιλό γαζί)», σε κοροϊδία, χοντράδα, διαπόμπευση ή καψόνι, στα οποία πρέπει το «κομμένη η πλάκα» (:αυτό από την «πλάκα» με το ηχογραφημένο γέλιο που «διακόνευε» και τον ομαδικό γέλωτα ακροατών θεατών). Πράγμα το οποίο και ο ίδιος ο Σακελλάριος διαπίστωνε(ξέροντας ότι ο έλληνας έχει πιο πολύ πλάκα παρά χιούμορ) και δυστυχώς το αποδεχόταν και το χρησιμοποιούσε(αφού το ήθελε ο «λαός») και στο φινάλε το πλήρωσε[ βλ. καταδίκη αυτού και του συν-συγγραφέα Γιώργου Τζαβέλλα, τον Ιούλιο του 1968 για κακεντρεχή σχόλια εις βάρος των (μηνυτών) Παπαμιχαήλ-Βουγιουκλάκη, στην επιθεώρηση «Και μη χειρότερα» που ανέβηκε στο θέατρο Μετροπόλιταν: Σε νούμερο της παράστασης με τίτλο «Το κορίτσι του λούνα παρκ», ο Σταύρος Παράβας, έκανε τη Βουγιουκλάκη και κορόιδευε την μη ερχόμενη μητρότητά της(στη δίκη κατατέθηκε ότι η Α.Β. είχε την ατυχία δύο αποβολών) καθώς και την εικόνα του «γυναικοσυντήρητου» Δ.Π («βαρελάκι»και «στραβοπόδης»). Σημειωτέον ότι κατά των ΑλΣακ και Γ.Τζ. «κατέθεσε και ο Φιλοποίμην Φίνος, ο οποίος υποστήριξε ότι οι καλλιτέχνες δέχονται την σάτιρα, όταν είναι καλόπιστη και γίνεται μέσα στα ανεκτά όρια, κάτι που δεν είχε συμβεί στην προκειμένη περίπτωση», ενώ ο Σακελλάριος, κατά την απολογία του, «αφού επισήμανε ότι τυχόν καταδικαστική απόφαση «θα θέσει τέρμα στη σάτιρα και συνεπώς στο ελαφρό θέατρο», έκανε ένα λογοπαίγνιο δηλώνοντας ότι «Παράβας ασφαλώς υπάρχει, παράβασις όμως δεν υπάρχει»», χωρίς όμως να καταφέρει να περάσουν το θέμα «στην πλάκα» οι δικαστές ].
    Μία επισήμανση (απλουστευμένη και ίσως εκ του περισσού) για τη διαφορά μεταξύ «καψονιού, χοντρής πλάκας κλπ» και του «χιούμορ» είναι ότι τα μεν συνιστούν πράξη επιθετική, το δε αμυντική και ως εκ τούτου συχνά αυτοσαρκαστική (βλ. περίπτωση «μυτόγκα» Συρανό και «μικρούλη» Τάκη Χαλά, που έφυγε πικραμένος). Και νομίζω ότι κατά βάση, οι περισσότεροι έλληνες, όσο και αν παρασυρόμαστε πού και πού (μεσογειακοί γαρ), είμαστε τελικά με την πλευρά των αμυνόμενων κι αυτό μπορεί να φανεί ξεκάθαρα και στην ταινία «οι Γερμανοί ξανάρχονται(*)» του «αξέχαστου»(:κλισέ αλλά σωστό) Αλέκου Σακελλάριου.
    (*). η πρώτη «σύγχρονη ταινία» του Φίνου κατά τον Αλ.Σακ. γυρισμένη μεταξύ άλλων και στις αυλές της Πλάκας [είχε προηγηθεί η κωμωδία «Παπούτσι από τον τόπο σου» βλ.” Μονόγραμμα – Αλέκος Σακελλάριος-ΕΡΤ2(1986)” https://www.youtube.com/watch?v=noRkf7gvRCs (41:00-46:15)]

  134. spiridione said

    133. Τον ειλικρινά συμφιλιωτικά ρόλο της ταινίας τον στηρίζει κατά βάση στο ότι ουσιαστικά μιλά για εμφύλιο τη στιγμή που το καθεστώς μιλούσε για συμμοριτοπόλεμο. Και αυτό που γράφει ότι συντάσσεται με τη νομιμότητα της εξουσίας, αλλά δεν συνυπογράφει την παρανομία της, τους διωγμούς και τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων. Αλλά έχει για μένα μεγάλη σημασία και η φράση «ούτε πάλι διαφαίνεται κάποια διάθεση ενεργητικής αντίδρασής του για την αποτροπή της, έννοια κλειδί που διατρέχει συνολικά τον εμπορικό κινηματογράφο». Δηλαδή περιγράφει μια στάση που θα είχαν πολλοί τότε της μεσαίας τάξης: στήριξη του καθεστώτος και αμήχανο κλείσιμο των ματιών στον τρόπο επιβολής του.

  135. Pedis said

    Λυπάμαι, θα διαφωνήσω. Το έχω δε το φιλμ αρκετές φορές. Το κύριο *προς όλους* μήνυμα του φιλμ είναι αυτό που έγραψα και επανέλαβα παραπάνω.

  136. Νίκος Κ. said

    125: Υπάρχει και η πιθανότητα της διαγραφής αλλά επειδή στη συνέχεια παρέμεινε με συνέπεια φιλικός προς τον χώρο (όπως μαρτυρεί και το δημοσίευμα στη μνήμη του) κανείς να μην ήθελε να τη θυμάται.

  137. Νίκος Κ. said

    Τελικά η πληροφορία της διαγραφής του Φωτόπουλου από το ΚΚΕ λόγω της συμμετοχής του στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» περιέχεται στην εκπομπή «Η μηχανή του χρόνου» της ΝΕΤ (23/1/2016) όπου την ενστερνίζονται τόσο ο Κώστας Γεωργουσόπουλος όσο και η κόρη του Φωτόπουλου Άννα:

  138. Νίκος Κ. said

    138 (συνέχεια) από το 27:18 του βίντεο και μετά

  139. Γιάννης Ιατρού said

    138/139: 👍👍

  140. sarant said

    138/139 Ευχαριστούμε!

  141. Αγγελος said

    Δεν ήξερα τα ακριβή πολιτικά φρονήματα του Φωτόπουλου (στην ΕΛΔ πάντως δεν πρέπει να ήτανε, κάπου θα το είχα ακούσει απ΄τον πατέρα μου 🙂 ), ξέρω όμως ότι κάποτε ήταν εσπεραντιστής. Εχω δει κι ένα μικρό στιχούργημά του.

  142. sarant said

    142 Και έφτιαχνε και πίνακες με κομμάτια γραμματοσήμων 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: