Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2019


Όταν ζούσε ο πατέρας μου, έγραφε κάθε Τρίτη μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης την οποία, από τότε που άρχισα το ιστολόγιο, την αναδημοσίευα εδώ.

Μετά τον θάνατό του, άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες τα βιβλία του (ή αποσπάσματα από τα βιβλία του), όχι όμως πια κάθε Τρίτη αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη -για να κρατήσουν περισσότερο. Από σήμερα και για λίγες συνέχειες θα δημοσιεύσω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

 

ΧΘΟΝΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Στον Μιχάλη Λιαρούτσο

Την ιστορία αυτή την άκουσα το καλοκαίρι του ’75, σ’ ένα χωριό της Μάνης, γειτονικό με το δικό μου, όταν είχαμε πάει με τον ξάδερφό μου για μια σύντομη εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πως πέρασα καλά, μ’ όλο που η επίσκεψη στα πατρογονικά μου, που είχα να τα περπατήσω από παιδάκι, με συγκίνησε. Μου χάλασαν τη διάθεση οι συζητήσεις που είχα με συγγενείς, τρίτου και τετάρτου βαθμού, που αναπόφευκτα μας επισκέφτηκαν για να γνωρίσουν τα εγγόνια του «γερο-Δημήτρη», του παππού μας δηλαδή, που όπως φαίνεται υπήρξε στον καιρό του επιβλητική προσωπικότητα. Στη Μάνη εξακολουθούν να υπολογίζονται αυτές, οι κάπως απομακρυσμένες συγγένειες.

Καθώς ήταν η περίοδος αμέσως μετά την πτώση της χούντας, υπήρχε έντονη πολιτικοποίηση, ακόμα και σ’ αυτά τα απόμερα χωριά. Μόνο που εδώ η πολιτικοποίηση ήταν μονόπλευρη. Όλοι οι συνομιλητές μας, χωρίς εξαίρεση, εκτός του ότι δεν είχαν ακόμα σαφή επίγνωση της σημασίας των πολιτικών αλλαγών που έγιναν στον τελευταίο χρόνο, δεν είχαν δηλαδή χωνέψει πως δεν υπήρχε πια μοναρχία και πως η χούντα ήταν οριστικό παρελθόν, δεν έκρυβαν τη νοσταλγία τους για την επταετία και έδειχναν φανερά απογοητευμένοι με τον Καραμανλή, που τον ταύτιζαν περίπου με τους κομμουνιστές. Στη ρύμη του λόγου τους πολλοί θυμήθηκαν τα κατορθώματά τους στην περίοδο του Εμφυλίου και μας τα περιγράψανε με γλαφυρότητα, χωρίς να νιώσουν την ανάγκη να κρύψουν τίποτα και χωρίς να αντιληφθούν ή να υπολογίσουν τις αντιδράσεις μας.

Την τελευταία βραδιά την περάσαμε στο σπίτι ενός κουμπάρου μας. Η βραδιά εξελίχθηκε σε ωραία βεγγέρα και, με το θάρρος που μου έδωσε το κρασί, τους είπα την άποψή μου για τις αγριότητες των νικητών του Εμφυλίου, που μόλις είχα μάθει από πρώτο χέρι. Ουσιαστικά μίλησα σαν εκπρόσωπος, τρόπον τινά, της άλλης πλευράς, των ηττημένων κι αυτό δυσαρέστησε πολλούς και αγρίεψε κάποιους, ενώ μονάχα ένας, άγνωστός μου, καλεσμένος επίσης του κουμπάρου μας, με κοιτούσε με κάποιο αδιόρατο επιδοκιμαστικό χαμόγελο, χωρίς όμως να πάρει ούτε μια φορά το λόγο, σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας (λογομαχίας καλύτερα). Ο οικοδεσπότης μας, νιώθοντας φαίνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λογαριασμό των άλλων, με πήρε αργότερα παράμερα και  μου εξήγησε χαμηλόφωνα:

«Μη νομίζεις πως τα δικαιολογώ όλα αυτά. Ούτε όλοι οι δεξιοί είμαστε, έτσι. Αυτοί που κάνανε αυτά τα πράγματα, όπως τη σφαγή στις φυλακές στο Γύθειο, τους σκοτωμούς στη Βαμβακού και τα ξεκληρίσματα ολόκληρων αριστερών οικογενειών, σαν του Πέτρουλα και πολλών άλλων, όλοι αυτοί, καθάρματα ήταν. Να σκεφτείς πως επιχείρησαν να κάνουν τα ίδια με το Γύθειο και στις φυλακές της Σπάρτης και όταν βγήκε μπροστά να τους μποδίσει ο διοικητής της φρουράς (ταγματάρχης της Χωροφυλακής ήτανε), τον εσκοτώσανε. Αυτό όμως έσωσε τους κρατούμενους γιατί η φρουρά τούς  διασκόρπισε. Και για το σκοτωμό του Κατσαρέα δεν είναι καθαρά τα πράγματα. Ήταν μετρημένος και, για την εποχή και τις περιστάσεις, μπορούμε να πούμε πως ήτανε ανθρωπιστής, δεν ήτανε Παυλάκος να πούμε. Έχω ακούσει πως δεν τον σκότωσαν οι συμμορίτες, αλλά δικοί μας. Βλέπεις είχε γίνει πολύ δημοφιλής και κάποιος, που έχει τη Μάνη πολιτικό του φέουδο, φοβόταν πως αν κατέβαινε μετά το συμμοριτοπόλεμο στις εκλογές θα του έτρωγε την έδρα. Αυτά βέβαια σου τα λέω με κάθε επιφύλαξη και σε παρακαλώ να μην τα πεις πουθενά, ή αν τα πεις, μη με αναφέρεις».

Φεύγοντας, θα ήταν περασμένες έντεκα, ο άγνωστος εκείνος μας πρόφτασε την ώρα που μπαίναμε στο αμάξι μας.

«Αν σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις μιαν απίστευτη ιστορία, για κείνα τα χρόνια, πέρνα αύριο το πρωί από το σπίτι μου, μένω εδώ κοντά, στο Κρυονέρι. Καληνύχτα».

Μου μίλησε εγκάρδια και στον ενικό και μου είπε το όνομά του, γιατί  κατά τη διάρκεια της βραδιάς δε μας είχαν συστήσει. «Ποιος είν’ αυτός; Τόνε ξέρεις;» ρώτησα τον ξάδερφο, που διατηρούσε περισσότερους δεσμούς με τα μέρη μας.

«Πολύ λίγο. Είναι από μια παλιά αριστερή οικογένεια, που ξεκληρίστηκε. Όπως έμαθα είχε βγει στο βουνό στο δεύτερο αντάρτικο και είναι από τους λίγους που γλίτωσαν».

Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα, περάσαμε από το σπίτι του Ηλία –έτσι  λεγόταν ο άγνωστος– και  τα είπαμε. Μας διηγήθηκε δια μακρών, πώς γλίτωσε κρυμμένος επί μήνες μέσα σε μια σπηλιά στον Ταΰγετο. Η αφήγησή του κράτησε ώς το απόγεμα, γιατί η γυναίκα του, πιστή στο πνεύμα της μανιάτικης φιλοξενίας, επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι και εν συνεχεία να πιούμε τον καφέ στην απόσκια αυλή του σπιτιού τους. Γενικά μας περιποιήθηκε με την πατροπαράδοτη αρχοντιά των παλιών Μανιατών και ταυτόχρονα με μιαν αφοπλιστική εγκαρδιότητα, που μας έκανε να νιώσουμε σα να ήμασταν στο σπίτι μας.

Την αφήγηση του Ηλία τη μεταφέρω εδώ όπως τη θυμάμαι, γιατί, μολονότι πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια, εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Τη γεωλογική, κατά κάποιον τρόπο, περιγραφή της σπηλιάς, που μου έκανε, την έχω εμπλουτίσει με  ακριβέστερα δικά μου στοιχεία, γιατί πώς να το κάνουμε, αυτός, όπως με πληροφόρησε, είχε σπουδάσει φιλόλογος, ενώ εγώ έβγαλα το Πολυτεχνείο. Όλα όμως τα άλλα τα μεταφέρω όπως μου τα είπε και όπως τα θυμάμαι.

1

Το βουνό, που στα σπλάχνα του βρίσκεται η σπηλιά, είναι  ένα από τα ψηλότερα της Ελλάδας και ίσως το μακρύτερο, με την έννοια πως είναι μονοκόμματο χωρίς πολλά σπασίματα. Ορθώνεται σαν τοίχος, με κατεύθυνση από το βορρά στο νότο και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μιας χερσονήσου, που δείχνει σαν τεντωμένο δάχτυλο την Αφρική.

Το βορινό και ψηλότερο τμήμα του είναι κατάφυτο. Ελάτια στα ψηλώματα, βελανιδιές, σκίνα και πουρνάρια στις πλαγιές, ρείκια, κουμαριές και βάτοι στις κοιλάδες και στις ρεματιές, ελιές, αμπέλια και γεννήματα στις λούρες, στους ξεχερσωμένους αναβαθμούς δηλαδή. Αντίθετα το νότιο τμήμα του είναι  γυμνό και κατάξερο. Δεν υπάρχει δέντρο για να ρίξει μια σκιά σε άνθρωπο, δεν υπάρχει πηγή για να ξεδιψάσει ο περαστικός.

Η μάζα του βουνού είναι ασβεστολιθική. Ασβεστόπετρες και κάπου κάπου μάρμαρα, άσπρα και έγχρωμα. Μόνο σε μερικές μεριές βρίσκει κανείς τίκλες, δηλαδή σχιστόλιθους. Οι γεωλόγοι λένε πως το βουνό είναι μικρής ηλικίας, αλλά αυτοί μετρούν αλλιώτικα  το χρόνο, γιατί οι πτυχώσεις του φλοιού της Γης το δημιούργησαν, μαζί με τα άλλα βουνά της χώρας μας, πολύ πριν οι άνθρωποι περπατήσουν στον πλανήτη.

Στα αμέτρητα χρόνια που κύλησαν, οι βροχές κάθε χειμώνα εισχωρούσαν μέσα στη μάζα του βουνού. Το βρόχινο νερό, πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα, διέλυε τον ασβεστόλιθο και έσκαβε μέσα  στα σπλάχνα του κοιλότητες, που σιγά σιγά ενώθηκαν για ν’ αποτελέσουν είτε μεγάλους ψηλοθόλωτους θαλάμους, είτε μακρότατα φιδογυριστά λαγούμια, στοές και καταβόθρες. Έτσι δημιουργήθηκε αυτή η τεράστια σπηλιά, που πήρε το τωρινό πολύπλοκο σχήμα της πολύ πριν ξεκινήσει η περιπέτεια του ανθρώπου.

Από τότε η φύση την εμπλούτιζε συνεχώς με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αποθέσεις δηλαδή κρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου, που ξανάπαιρνε τη στερεά μορφή, χάνοντας διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Οι σταλακτίτες αυτοί αλλού σχημάτιζαν πολύχρωμα κρόσσια ή περίτεχνα παραπετάσματα και αλλού, ενωμένοι με τους αντίστοιχους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν από κάτω τους, δημιουργούσαν μεγαλοπρεπείς κίονες Την εφοδίασε ακόμη με πηγές ανήλιαγου νερού, υπόγεια ρέματα και εσωτερικές λίμνες. Σ’ ένα δυο σημεία της, λόγω της σύστασης των πετρωμάτων του βουνού η σπηλιά ήταν τελείως γυμνή και ξερή. Ούτε σταλαχτίτες, ούτε κίονες, ούτε ανήλιαγο νερό, σε ένα άλλο σημείο της πάλι μεσολαβούσε ένα βαθύ βάραθρο, ξέσκεπο από πάνω, περίκλειστο όμως από παντού αλλού.

Αν εξαιρέσουμε κάποια ανοίγματα στην οροφή ενός ή δύο θαλάμων, μια ή δυο καταβόθρες και το βάραθρο που ανέφερα, η τεράστια σπηλιά έχει μονάχα δυο μπασιές. Η μία βρίσκεται στο βάθος μιας μικρής βαθιάς χαράδρας, που με δυο λοξέματα βγάζει σε μια μεγαλύτερη κοιλάδα, ψηλά, στο βορινό μέρος του βουνού κι η άλλη στο κεντρικό του τμήμα, στην ακτή ενός κόλπου. Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως τα δυο αυτά ανοίγματα, που τα χωρίζουν πενήντα και πάνω χιλιόμετρα κακοτράχαλου βουνού, ανήκουν στην ίδια σπηλιά. Άλλωστε σπηλιές κάθε μεγέθους και μορφής αφθονούν στο βουνό. Μπορεί να φτάνουν τις εκατό. Σπηλιές που υπήρξαν μονιές και φωλιές αγριμιών, καταφύγια ανθρώπων σε δύσκολους καιρούς, ιερά πανάρχαιων λατρειών,  ακόμα και αποθήκες, στάνες και γαλάρια.

Ενώ στην ορεινή μπασιά της σπηλιάς μονάχα αλεπούδες και άλλα αγρίμια μπαινόβγαιναν, στην άλλη, την παραθαλάσσια, είχαν από τα πανάρχαια χρόνια εγκατασταθεί άνθρωποι. Και όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε άλλες δύο, μεγαλύτερες μάλιστα, σπηλιές, που βρίσκονται δίπλα της, στον ίδιο κόλπο. Αυτά τα σπήλαια είχαν κατοικηθεί για χιλιάδες χρόνια από ολόκληρες κοινότητες νεολιθικών ανθρώπων, ώς τη στιγμή που τους έδιωξε από κει κάποιος τρομακτικής έντασης σεισμός, που έφραξε τα στόμιά τους. Έτσι τα δύο αυτά σπήλαια ξεχάστηκαν και ανακαλύφθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία μετά τον πόλεμο, εξερευνήθηκαν συστηματικά σε βάθος τριών και πάνω χιλιομέτρων και αξιοποιήθηκαν τουριστικά. Το τρίτο, η έξοδος της μεγάλης σπηλιάς, δεν είχε αυτή την τύχη και μ’ όλο που υπήρξε καταφύγιο διωκόμενων από την αρχαιότητα, κανείς δεν το έχει ακόμα εξερευνήσει σε μεγάλο βάθος και κανείς δεν υποπτεύθηκε πως συνεχίζεται σε τέτοια απίστευτη απόσταση.

«Αυτή τη σπηλιά μου την έδειξε ο πατέρας μου, όταν έγινα δώδεκα χρονών» συνέχισε ο Ηλίας, όταν τέλειωσε η περιγραφή της σπηλιάς.

Ο πατέρας μου ξέρεις, ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Από τους λίγους μορφωμένους αγρότες. Μορφωμένος με τα μέτρα εκείνης της εποχής εννοείται. Το σχολαρχείο είχε βγάλει, που φαίνεται πως ήταν τότε σπουδαίο σχολειό. Ήξερε και λίγα γαλλικά και ήταν συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό γεωργικό περιοδικό.

Σ’ αντίθεση με τους άλλους αγρότες, που ζήτημα είναι αν κάνανε στα χωράφια τους πενήντα μεροκάματα το χρόνο, κυρίως καματεύοντας και κλαδεύοντας, αφήνοντας στις γυναίκες όλες τις άλλες δουλειές, ξέρεις τώρα: ξεβοτανίσματα, τσαπίσματα και τα λοιπά, ο πατέρας μου σκοτωνότανε στη δουλειά. Από το πρωί ώς το βράδυ ήταν στα χωράφια. Έτσι, ενώ άλλα χτήματα, πιο μεγάλα, δίνανε μόνο λάδι, το δικό μας έδινε απ’ όλα. Στις λούρες είχε τις ελιές, που καλοκλαδεμένες, καμάρωναν σα νυφούλες. Γύρω από το σπίτι είχε φτιάξει ολόκληρο περιβόλι, πράγμα σχεδόν άγνωστο σ’ αυτά τα ορεινά χωριά. Το νερό ούτε σήμερα είναι άφθονο στα μέρη μας, τότε ήταν ακόμα λιγότερο. Ο πατέρας μου όμως ανακάλυψε μια πηγούλα στην άκρη του λόγγου που κλείνει το χτήμα μας από το νοτιά. Τη φρόντισε, την καλλιέργησε, έκοψε δυο λεύκες που φύτρωναν δίπλα της και τραβούσαν όλο το νερό και λίγο πιο κάτω έχτισε στέρνα τσιμεντένια, που χωρούσε κοντά πενήντα κυβικά. Μια μικρότερη έφτιαξε πιο ψηλά, στο φρύδι της πλαγιάς και με ανεμόμυλο ανέβαζε το νερό από την κάτω στέρνα στην επάνω. Από αυτήν με σωλήνες το έστελνε στο περιβόλι και στο σπίτι. Ήταν, εκείνα τα χρόνια, το μοναδικό σπίτι με τρεχούμενο νερό σε όλη την περιοχή. Είχε ακόμα γουρούνια, τρεις γελάδες, καμιά δεκαριά γίδες, κότες, πάπιες, δυο μουλάρια και το σκύλο του τον Κανέλλο.

Η μάνα μου μπορεί να μη δούλευε στα χωράφια όπως όλες οι Μανιάτισσες τότε, αλλά ύφαινε στον αργαλειό, έπλεκε, έραβε τα ρούχα μας, έπηζε τυρί και μυζήθρα, έφτιαχνε σύγγληνα, έβαζε κρασί και έτσι δε μας έλειπε τίποτα. Με τον πατέρα μου είχαν παρθεί με έρωτα και όσο θυμάμαι ζούσανε αγαπημένοι. Ταίριασαν και τα δυο σόγια μας και, καθώς οι γονιοί μου ήταν άνθρωποι γλεντζέδες, στο σπίτι μας γίνονταν ταχτικά γλέντια και χαρές

Όταν δεν είχε τι να κάνει στο χτήμα, ο πατέρας μου έπαιρνε το ντουφέκι του και με τον Κανέλλο συντροφιά, πήγαιναν κυνήγι. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι, ακολουθώντας τα ίχνη μιας αλεπούς, μπήκε στη χαράδρα κι έφτασε ώς τη σπηλιά. Αυτό έγινε το 1934. Από τότε πήγε πολλές φορές και την εξερεύνησε συστηματικά και μεθοδικά, σα να ήταν σπουδασμένος σπηλαιολόγος. Είχε βάλει σημάδια για να βρίσκει αλάθευτα το δρόμο του από τη μπασιά ώς τους δυο μεγάλους θαλάμους στο εσωτερικό της, χωρίς να χάνεται στις διακλαδώσεις, που οδηγούσαν ποιος ξέρει πού.

Όταν έγινα δώδεκα χρονών, λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος, με πήρε μαζί του. Στην αρχή νόμισα πως θα πηγαίναμε κυνήγι, αλλά αυτός με πήγε να δω τη σπηλιά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι συγκλονιστική εντύπωση μου έκανε αυτή η διείσδυση στα έγκατα του βουνού. Σαν φτάσαμε στον δεύτερο θάλαμο άναψε μια μεγάλη φωτιά με φρύγανα και κλαδιά που κουβαλήσαμε μπαίνοντας. Στην κοκκινωπή λάμψη της φάνηκε σε όλη τη μεγαλοπρέπεια το εσωτερικό του, στολισμένο με σταλαχτίτες, που αλλού σχημάτιζαν κροσσωτά παραπετάσματα, αλλού κρέμονταν σαν πέτρινες μέδουσες κι αλλού δημιουργούσαν αληθινές κολόνες, καθώς είχαν συνενωθεί με τους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν ταυτόχρονα στο έδαφος από κάτω τους. Η επιφάνεια όλων αυτών των φυσικών στολιδιών ήταν σκεπασμένη με κρυστάλλους που αστραποβολούσαν, στη λάμψη της φωτιάς που είχαμε ανάψει. Ένιωθα σα να βρισκόμασταν στη μέση μιας μεγαλόπρεπης καταστόλιστης εκκλησιάς. Ο πατέρας μου βάφτισε το θάλαμο αυτόν «υπόγειο ναό». Μου έδειξε και μια πηγή στη μια πλευρά του, απ’ όπου έτρεχε κελαρύζοντας ανήλιαγο νερό.

Τι να σου πω. Μου φάνηκε πως έπαιρνα μέρος σε μια μυσταγωγία, σ’ ένα είδος μύησης, προ πάντων όταν μ’ έβαλε να ορκιστώ πως δε θα μαρτυρήσω σε κανέναν το μυστικό της σπηλιάς.

«Κάποτε μπορεί να μας φανεί χρήσιμη» μου είπε, γιατί ξέχασα να σου πω πως είχε βγάλει κακό όνομα. Είχε πρωτοστατήσει σε κάποιαν εξέγερση στην Αρεόπολη το 1928, όταν εξαγριωμένοι από τους φόρους χωριάτες κατέλαβαν το κτίριο της εφορίας και από τότε τον θεωρούσαν αριστερό, αν όχι κομμουνιστή, πράγμα πρωτάκουστο και πολύ επίφοβο, εκείνο τον καιρό, στα μέρη μας.

(Συνεχίζεται)

87 Σχόλια to “Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 1”

  1. Σωτήρς said

    Καλημέρα και πολύχρονοι Στέλιοι και Στέλλες.
    Ωραίο το σημερινό και πολύ ωραία η γεωλογική περιγραφή. Σε όσους αρέσει το σημερινό να ψάξουν και το Εύνοια του δράκου του Μίμη Χριστοφιλάκη (2018). Όπου δράκος ο αναφερόμενος και εδώ Παυλάκος (ή Παβλάκος).

    Να πετύχεις καθαρή μέρα στην κορφή του Ταϋγέτου και να βλέπεις τη μισή Πελοπόννησο στα πόδια σου. Υπέροχο βουνό.

  2. Κουνελόγατος said

    Πολύ ωραίο βιβλίο. Το είχα ευχαριστηθεί τότε… ή λίγο μετά.
    Καλημέρα.

  3. Γς said

    Μάνη
    Ταΰγετος, σπηλιές.
    Ισως να ήταν και το χωριό της γιαγιάς μου [που ήταν κι ο Πέτρουλας που λέει]
    Εχω κάτι φωτογραφίες που η σκιά της κορυφής του Ταΰγετου, του βουνού του Λιαντίνι, πέφτει στον όρμο του χωριού της γιαγιάς.

    Παράλιο Οίτυλο της γιαγιάς… μια από τις πιο γλυκές φαντασιώσεις μου… Οταν δεν μπορώ να κοιμηθώ, φέρνω στο νου μου αυτό το λιμανάκι και ξαναζώ τον ήχο που κάνουν τα βοτσαλάκια όταν ή θάλασσα τα παρασέρνει μαζί της σε κάθε απαλό της κυματισμό….

    Είναι φορές που η ζωή σε απομακρύνει σαν μεγαλώσεις απ’ ό,τι γνώρισες και προσπαθεί να σβήσει από το χάρτη του νου μέρη της πρώτης νιότης σου. Στο τέλος, πάντα επιστρέφεις στο παρελθόν, διαφορετικά φροντίζει αυτό να σε ψάξει για να ζητήσει το μερίδιό του από το μέλλον σου, να σου θυμίσει πως όσο μακριά κι αν φτάσεις, οπουδήποτε κι αν βρεθείς, η επιστροφή σου σ’ αυτό είναι προδιαγεγραμμένη.

  4. atheofobos said

    Στις 15-10-1928 έγινε ένοπλο συλλαλητήριο στην Αρεόπολη κατά των φόρων της δεκάτης στο λάδι. Χωρικοί έκαναν έφοδο στην Εφορία και έκαψαν τα έγγραφα. Μετά αφού το γλέντησαν σε ζυθεστιατόριο γύρισαν σπίτια τους!
    Σχετικά στο Σκριπ και το Εμπρός της εποχής.
    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=123&pageid=-1&id=62354&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ARdASZASNASkASYASXASTASP&CropPDF=0

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=108&pageid=-1&id=45594&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ARdASZASNASkASYASXASTASP&CropPDF=0

    Σε επιστολή κατοίκου αργότερα στο ΕΜΠΡΟΣ που προσπαθεί να αιτιολογήσει τα γεγονότα, εντύπωση μου κάνει που γράφει το λάδι- ο έλαιος! Σύμφωνα με τον Δημητράκο έτσι ονομάζεται μόνο η αγριελιά.
    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=108&pageid=-1&id=50941&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ARdASZASNASkASYASXASTASP&CropPDF=0

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Νομίζω ότι είχαν κάποια φοροαπαλλαγή από τον καιρό της δημιουργίας του ελληνικού κράτους που τότε τους κόπηκε.

  6. Γς said

    Κι ο μανιάτης μπάμπουρας. Μπαμπέσης κι αυτός

    https://caktos.blogspot.com/2015/09/blog-post.html

  7. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το αγάπησα το βιβλίο και τώρα ξαναδιαβάζοντας αυτό το πρώτο κεφάλαιο, ξύπνησε η δύναμή του. Θυμόμουν καλά την περιγραφή και της σπηλιάς αλλά και του σπάνιου για τότε μαστόρικου κήπου, και τις δυο στέρνες για την εξοικονόμηση και επιτήδεια διαχείριση του πολύτιμου νερού. Πόσο την ξέρω αυτή την αγωνία για το νερό και στα μέρη μου…
    Έτοιμο σενάριο ταινίας, το έγραψα νομίζω και παλιά.
    Πολύ καλή ιδέα η ανάρτησή του Νικοκύρη. Εκτός από άξιο μνημόσυνο στο Μίμη Σαραντάκο, θα περάσουμε όμορφα μερικές Τρίτες πάλι με τα αγαπησάρικα γραφτά του.

  8. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ωραία και τα τρία διηγήματα του βιβλίου, αλλά αυτό είναι το καλύτερο. Συγκλονιστικό.

  9. atheofobos said

    5
    Η επαρχία Οιτύλου κατ΄εξαίρεση είχε πετύχει να πληρώνει τον φόρο λαδιού κατά την εξαγωγή του, οπότε έκαναν την εξαγωγή του από τον Γερολιμένα με πιστοποιητικά ότι ήταν από τις γύρω περιοχές και έτσι φαινόταν ότι ήταν φορολογημένο! Αθάνατη Ελλάδα!
    Με τον νόμο 3421/27 τους φορολόγησαν όπως σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα πλην των ελαιοπαραγωγών νήσων που το φορολογούσαν στην εξαγωγή του.
    http://www.matrix24.gr/2012/04/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1/

  10. sarant said

    2-7-8 Χαίρομαι που το έχετε ήδη διαβάσει 🙂

    9 Α μπράβο

  11. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα καὶ χρόνια πολλὰ στὶς ἑορτάζουσες καὶ τοὺς ἑορτάζοντες.

    Πολὺ ὡραῖες οἱ περιγραφές τοῦ Δημήτρη Σαραντάκου. Ἀδημονοῦμε γιὰ τὴ συνέχεια.

  12. Aghapi D said

    Πώς κυριάρχησαν τελικά οι δεξιοί στη Μάνη;

    http://www.katiousa.gr/istoria/prosopa-istoria/i-aftothysia-tou-christou-karvouni-isaksia-aftis-tou-soukatzidi-i-ektelesi-118-iroon-sto-monodendri-lakonias-stis-26-noemvri-1943/?fbclid=IwAR29zzbQKSP4z32_7s00mk4UUCfo51Y4YA0LICYGbxazr-LVxacQa1hmS54

    Δέν το διάβασα όλο το απόσπασμα: έμεινα στην περιγραφή – βουνά και σπηλιές – και σταμάτησα λίγο για να τις χαρώ.
    Θα συνεχίσω πάραυτα

  13. Αιωνία Ελλάς…

    Γεώργιος Νούλης, αθλητικός εισαγγελέας Θεσ?νικης

    Χαρακτήρισε τους φιλάθλους του Δικεφάλου με τον χαρακτηρισμό «υπάνθρωποι»

    Γάβρος ή σκουλήκι άραγε ;

    Επ έυκαιρία σε τακτικό δικαστήριο αποδασίσθηκε πως ΔΕΝ υπήρξε τραυματισμός του Οσκαρ Γκαρσία στο μη διεξαχθέν ΠΑΟΚ-ΟΣΦΠ, βασική αιτία της κλοπής του πρωταθλήματος (παρά τις περί του αντιθέτου γνωματεύσεις γνωστου δασκάλου σχολιαστή…)

  14. EΦΗ - ΕΦΗ said

    12 (από το λινκ) >>στις 26 Νοέμβρη, πήραν 118 και τους εκτέλεσαν στο Μονοδένδρι Λακωνίας
    Σαν σήμερα η Εκτέλεση στο Μονοδέντρι
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CF%83%CF%84%CE%BF_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9_%CE%9B%CE%B1%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82

  15. Aghapi D said

    14 !!!!

  16. nikiplos said

    καλημέρα σε όλους… Πραγματικά πολύ όμορφη περιγραφή…

    Δυό μόνο ερωτήματα:
    α. Αρκούσε το κρύψιμο μερικούς μήνες για να γλυτώσει κανείς το κεφάλι του? Ο Καμαρινός κρύφτηκε 5 χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού του.
    β. Υφίσταται πράγματι μια τέτοια σπηλιά ή είναι φανταστική δίκην της αφήγησης? Από την περιγραφή εικάζω πως μιλάει για το σπήλαιο του Διρού.

  17. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    16α

    Δε νομίζω. Οι Κοκοβλήδες κρυφτήκανε 12-13 χρόνια σ’ ένα μυστικό δωμάτιο μέχρι που κατάφεραν να φύγουν απ΄ τη χώρα.

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    13: Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. 😉

  19. Σηλισάβ said

    16. Στα χωριά της ορεινής Αρκαδίας κρυβότανε ένας για χρόνια… Πηγαίνανε κάθε πρωί οι συγγενείς του και ανάβαν το καντήλι στο νεκροταφείο συνοδεία χωροφυλάκων, πήγαινε μετά αυτός και έπινε το λάδι του καντηλιού

  20. sarant said

    16 Η περίπτωση του Καμαρινού αναφέρεται και στο βιβλίο. Αλλά δεν κρύφτηκε 5 χρόνια, νομίζω, αλλά 13. Και όχι στο σπίτι του.

  21. Λεύκιππος said

    Γνωρισα τον Ταϋγετο και την περιοχη της Μάνης στα 30 μου, και την αγάπησα παθολογικά. Η παραπάνω περιγραφή φέρνει στην επιφάνεια όλες τις καλές αναμνήσεις.

  22. voulagx said

    #16β @Νικιπλος: Μη βιαζεσαι. 🙂 Περιμενε να δεις το τελος, θα σου κοπει η ανασα.

  23. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σε σπηλιά του Ταΰγετου «κρύφτηκε» κι ο Λιαντίνης για 7 χρόνια…

  24. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    19 Και στην Κρήτη οι Μπλαζάκης – Τζομπανάκης από το ’49 μέχρι το ’74.

  25. Γιάννης Κουβάτσος said

    Νικηφόρος Βρεττάκος «Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος»

    Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος: όπως ο κόρφος της μητέρας μου.
    Με πότισε γαλάζιο, αψύ αίμα, ήλιο και πράσινο
    ως να μου δέσει την ψυχή όπως την πέτρα του
    ως να χαράξει στην καρδιά μου τις βαθιές χαράδρες του
    να σχηματίσει μες στη ζωή μου δώδεκα κορφές
    να βγαίνω απάνω με μοναδικό μου όνειρο τον ήλιο.
    Με δίψα μου μοναδική τον ήλιο.
    Δίψα βαθιά σαν ωκεανός,
    ψηλότερη ως το φεγγάρι.
    Δίψα που να τη λυπηθεί ο Θεός.

    Γύρω τριγύρω στην καρδιά μου τα γεράνια στέφανα των γκρεμνών του,
    ρωγμές για ζώα, νεροσυρμές, ελάτια κι αγριοπερίστερα.
    Κι ένας αϊτός απάνω μου να σπαθίζει τα σύννεφα.
    Κι ένας αϊτός απάνω μου να σκάφτει τις βροντές
    ζητώντας να ’βρει μέσα τους ένα σπινθήρα! Έτσι
    μου στάθηκε ο Ταΰγετος όσο να γεννηθούνε
    τα δυο παιδιά του Θεού μέσα μου: η ποίηση και η αγάπη!

    (Ο Ταΰγετος και η σιωπή, 1949)

  26. EΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Μάνη στον πόλεμο: κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος
    Καρακατσιάνης Ιωάννης (2010, ΕΚΠΑ)
    https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/29972

  27. Capten Vilios said

    Ενώ μονάχα ένας, άγνωστός μου, καλεσμένος επίσης του κουμπάρου μας, με κοιτούσε με κάποιο αδιόρατο επιδοκιμαστικό χαμόγελο, χωρίς όμως να πάρει ούτε μια φορά το λόγο, σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας.
    Όμορφη ζωγραφιά.

  28. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    17 >>Οι Κοκοβλήδες κρυφτήκανε 12-13 χρόνια σ’ ένα μυστικό δωμάτιο μέχρι που κατάφεραν να φύγουν απ΄ τη χώρα

    Στις γκρεμίλες

  29. Aghapi D said

    http://www.topontiki.gr/article/354241/fasistes-vevilosan-mnimeio-gia-toys-mahites-toy-elas-stoys-molaoys-photos
    Μάνη…
    αλλά δέν είναι μόνο στη Μάνη αυτά 😦

  30. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    29 Είναι ειδικοί σε αυτά…

  31. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο.
    Απ’ ό,τι είδα υπάρχει διαθέσιμο, οπότε θα το προμηθευτώ για τα Χριστούγεννα…
    Ωραία η αφήγηση του Ηλία, προφανώς εμπλουτισμένη και μπολιασμένη με το ύφος του Δημ. Σαραντάκου.

    16β, Nikiplos.
    Στα σπήλαια του Διρού πήγε κι εμένα το μυαλό μου αφού «… τα δύο αυτά σπήλαια … μετά τον πόλεμο, εξερευνήθηκαν συστηματικά σε βάθος τριών και πάνω χιλιομέτρων και αξιοποιήθηκαν τουριστικά.» Και καταλήγει και στη θάλασσα…
    Αλλά ο Voulagx (σχ.22) με φρέναρε!

    Και δύο λεξιλογικά:
    – «λούρες»: αναβαθμίδες στο έδαφος, στενόμακρες, διαμορφωμένες επίπεδες ώστε να μπορούν να καλλιεργηθούν.
    Στην Κρήτη τις λέμε «πεζούλες» (και σε πολλά νησιά του Αιγαίου, νομίζω).

    – «σύγγληνα»: σύγλινα ή σύγγλινα στην Κρήτη.
    Δεν είναι ακριβώς ‘παστό χοιρινό’, που λέει ο Μπαμπι. στο Ετυμολογικό του (2011). Είναι κομμάτια χοιρινού, τσιγαρισμένα ή καπνισμένα, που συντηρούνται μέσα στο λίπος τους σε (πήλινα συνήθως) δοχεία. [Νομίζω τα έχουμε αναφέρει παλιότερα;]. συν+γλίνα (=λίπος). Από το ελνστ. γλίνη=λιπαρή λάσπη. https://i1.wp.com/www.cretangastronomy.gr/wp-content/uploads/2012/01/DSCN7185.jpg?zoom=1.25&resize=300%2C400

  32. Georgios Bartzoudis said

    «δεν έκρυβαν τη νοσταλγία τους για την επταετία και έδειχναν φανερά απογοητευμένοι με τον Καραμανλή, που τον ταύτιζαν περίπου με τους κομμουνιστές»

    # Ψιλοπράματα! Ιδού ένα πραγματικό γεγονός: Είχα πάει επειγόντως στον ακτινολόγο το πρωί της 9ης Δεκεμβρίου 1974, επομένη του δημοψηφίσματος για τον βασιλιά (πριν από λίγο -17 Νοεμβρίου- είχαν γίνει και βουλευτικές εκλογές).
    – Είδες τα αποτελέσματα, λεω στον (αναντάν-μπαμπαντάν αριστερό) γιατρό
    – Αμ, πού να δεις τα χαϊβάνια κει στο χωριό μ’. 68% πήρε ο Καραμανλής στις εκλογές, 75% πήρε χτες ο βασιλιάς!

    Υ/Γ: ο ευρών (ή ευρούσα) το όνομα του χωριού και του γιατρού, αμειφθήσεται διά δημοσίου επαίνου!

  33. Γς said

    32:

    Εδώ κολλάει κι η θεία μου η Κατίνα

    https://caktos.blogspot.com/2013/02/blog-post_18.html

  34. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Η κάθοδος των εννιά, Θανάσης Βαλτινός, Άγρα, Αθήνα 1992, (δυο αποσπάσματα)
    1.

    […]
    Ως το μεσημέρι ψάχναμε για νερό. Στο τέλος βρήκαμε κοντά σε κάτι αμπέλια. Ήταν ένας βράχος υγρός γεμάτος μούσκλια κι από μια σκισμή έσταζε κάθε τόσο.
    Ο Μπρατίτσας έβαλε το παγούρι του να γεμίσει κι όσο να πιάσει λίγο, παίρναμε μούσκλια και βρέχαμε τα χείλια μας.
    Σε λίγο ήπιαμε από μια γουλιά και ξαναβάλαμε το παγούρι. Φύσαγε λίβας. Ερχότανε καυτός απ’ τη μεριά του και η γη μπροστά μας ασφυκτιούσε. Σα να ‘λιώναν οι αδένες της. Πέσαμε δίπλα δίπλα στη ρίζα του βράχου και περιμέναμε να γεμίσει το παγούρι. Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι. Μπροστά μας τ’ αμπέλια και οι συκιές που τα παράστεκαν στις άκρες ωρίμαζαν μια γλύκα αβάσταγη. Ο Μπρατίτσας σηκώθη πήρε το παγούρι. Το ‘δωσε πρώτα στον Νικήτα, ύστερα σε μένα. Ήπιε και ο ίδιος.
    2.
    […]
    Βραδιάζοντας έφυγα με τον Κουτσό. Ο Νικήτας με τον Μπρατίτσα έμειναν τελευταίοι. Ο Γυαλής με τον Κωστανταράκο έκαναν άλλο ζευγάρι. Για κάμποσο πήγαμε μαζί.

    Κει που χωρίζαμε έκανε να μου πάρει το στεν ο Κωστανταράκος.

    —Εδεπά του λέω μακελευόμαστε, το στεν δεν το παίρνεις.

    Έβαλα το χέρι στη σκαντάλη. Τον τράβηξε ο Γυαλής και φύγανε.

    Ο Κουτσός έλεγε να καβαλήσουμε το βουνό και να πέσουμε πίσω μεριά. Από κει θα βλέπαμε τον Ταΰγετο. Δικοί μας τόποι. Κλώθαμε δυο μέρες. Μας παίδευε η δίψα.

    Είδαμε μακριά ένα σπίτι με τσίγκους. Πήραμε την απόφαση να ζυγώσουμε. Φαινόταν έρημο. Σταθήκαμε και το κοιτάζαμε. Απάνω κει γύρισε ο Κουτσός απότομα πίσω του. Γύρισα και γω. Ήταν ένας άντρας ξιπόλητος μ’ ένα δεμάτι σίκαλες στα χέρια. Δεν τον είχαμε καταλάβει.

    —Γεια σας παιδιά, μας χαιρέτησε.

    Έμοιαζε φιλικό το ύφος του.

    —Νερό πατριώτη, του είπε ο Κουτσός.

    —Ελάτε μέσα παιδιά.

    Πήγε και τράβηξε το σκοινί της πόρτας. Μπήκαμε στην αυλή. Ήταν ένα πηγάδι και μια ξερή μυγδαλιά.

    —Κώστα…, φώναξε.

    Δεν του απάντησε κανένας.

    —Έχουμε θέρο, είπε.

    Πήρε ένα γκουβά και τον έριξε στο πηγάδι. Έβγαλε νερό.

    —Να ξεϊδρώστε πρώτα παιδιά.

    Γύρισε στη μάντρα και ξαναφώναξε.

    —Αντώνη…

    Πάλι δεν του απάντησε κανένας.

    —Χάθηκαν οι μπάσταρδοι. Πάω να σας φέρω τίποτα να φάτε.

    Μπήκε μες στο σπίτι.

    Στην πόρτα της μάντρας φάνηκαν δυο παιδιά. Στάθηκαν μαζεμένα και μας κοίταζαν. Θα ήσαν σχεδόν συνομήλικά μου.

    Ο άντρας βγήκε με μισό καρβέλι.

    —Πού γυρίζετε, μάλωσε τα παιδιά.

    Πηγαίνετε φέρτε καμιά ντομάτα.

    Μας έδωσε το ψωμί κι έκατσε στο πηγάδι.

    —Χτες πέρασε στρατός, είπε.

    —Πολλοί; ρώτησε ο Κουτσός.

    —Μια κατοστή.

    —Κατά πού πήγαν;

    —Στην Πόρτα Παναγιά πιστεύω.

    —Το βουνό είναι ο Μαλεβός;

    —Ναι.

    —Καλά το ‘λεγα. Για την Μπαρμπίτσα είναι ανοιχτός ο δρόμος;

    —Δεν πιστεύω. Γέμισε ο τόπος ντουφέκια, μη ζυγώστε χωριάτη.

    Τα παιδιά έφεραν ντομάτες, μας τις έδωσαν.

    —Πηγαίνετε μέσα τοιμάστε τα σακιά, είπε ο άντρας.

    Είχαν το ίδιο μπόι κι έμοιαζαν.

    —Γιοι σου είναι; τον ρώτησε ο Κουτσός.

    —Ναι, μια κοιλιά και οι δύο. Κόντεψε να τη σκοτώσουν τη μάνα τους.

    Φάγαμε ψωμί και ντομάτες, στυλωθήκαμε.

    —Γέρο, φώναξε το ‘να παιδί από μέσα.

    —Τώρα.

    Ο Κουτσός σήκωσε το κεφάλι του μασώντας.

    —Τσιγάρο μη σου βρίσκεται;

    Έβγαλε ένα λαϊκό πακέτο. Είχε δυο τσιγάρα και μας τα ‘δωσε.

    Εγώ δεν κάπνιζα. Ο Κουτσός μου ‘κανε νόημα και το πήρα.

    —Δεν τα βρίσκω, φώναξε πάλι το παιδί.

    —Τώρα, είπε ο άντρας.

    Γύρισε σε μας.

    —Έχω καπνό μέσα. Να σας φέρω.

    Μπήκε στο σπίτι.

    Έσκυψα στον γκουβά και ξαναήπια. Ο Κουτσός πήγε ίσαμε τη μάντρα, κοίταξε όξω. Ο άντρας μας έφερε μια σακούλα καπνό κι ένα μικρό μπλοκ σημειώσεων.

    —Χαρτί δεν έχω καλό, είπε.

    Ο Κουτσός γέμισε το παγούρι του. Εγώ έσκυψα και ήπια πάλι. Ο άντρας μας ξέβγαλε στην πόρτα.

    Φύγαμε και μας έριξαν από πίσω. Μας ντουφέκισαν μέσα απ’ το σπίτι. Γύρισα ξαφνιασμένος και είδα τον άντρα στην πόρτα να μας τινάζει μια χειροβομβίδα.

    Έπεσα χάμω κι άρχισα να κυλάω τον κατήφορο. Η χειροβομβίδα έσκασε σηκώνοντας καλαμιές στον αέρα. Βρήκα ένα τούμπι και καλύφτηκα. Μόλις καταλάγιασε η έκρηξη, ο άντρας πετάχτη όξω απ’ τη μάντρα. Πίσω του βγήκαν και τα δυο παιδιά με τις αραβίδες στο χέρι.

    Πήραν τον κατήφορο κατά κει που ‘σκασε η χειροβομβίδα. Τους έφερα στη μπούκα μου και τράβηξα. Ο άντρας κοντοστάθη, σήκωσε τα χέρια σα να μην το περίμενε κι έπεσε μπρούμυτα. Δίπλα του έπεσε και το ‘να παιδί. Το άλλο γύρισε να φύγει λαφιασμένο. Του έριξα και το κράτησα.

    Σηκώθηκα ορθός και τους ξανάριξα. Στάθηκα λίγο να ανασάνω. Τους είδα έτσι ξαπλωταριά καλά καλά κι ένιωσα μια άγρια μοναξιά να ξεπηδάει από μέσα μου. Τινάχτηκα τρέχοντας και τράβηξα μια κλωτσιά με λύσσα στο κεφάλι του άντρα. Κι αμέσως έκλαψα. Πριν λίγο μας είχε ποτίσει νερό που να τον πάρει ο διάβολος.

    Γύρισα έκανα κάτω.

    —Νάσιο, άκουσα τον Κουτσό.

    Τον βρήκα μέσα στο χαντάκι με το καλό του πόδι σπασμένο στο καλάμι. Με κοίταξε, πώς με κοίταξε.

    Τον φορτώθηκα στην πλάτη μου. Δαγκωνότανε να μη βογγάει. Μήδε ήξερα πού πήγαινα. Βρήκα ρουμάνι μπροστά μου, χώθηκα μέσα.

    Ο Κουτσός λιποθύμησε κι έγινε ασήκωτος. Είχαν πέσει τα νεφρά μου. Τον άφησα χάμω κι ανέβηκα σ’ ένα μαστό να ιδώ γύρω μου. Ύστερα κατέβηκα και τον κουβάλησα σούρνοντας στη ρεματιά.

    Τον σημάδεψα στο κεφάλι. Η ρεματιά τράβηξε τη ντουφεκιά. Ούτε που σκέφτηκα πως μπορεί να με προδώσει ο αντίλαλος.
    […]

  35. Κουτρούφι said

    #31. «Λούρες». Στη Σίφνο τε λέμε λουριά.

    Στην Κύθνο έχουν διαφορετική ονομασία. Δεν θυμάμαι τι έχει γράψει ο Δ. Μαρτίνος.

  36. Γς said

    Ηταν κι ο μανιάτης μπάρμπας μου,,αδελφός της μάνας μου, ο Πότης που φοβόταν και κρυβόταν.

    Κι η κόρη της νονάς του, που οι αντίθετοι της έβαλαν μια πυρακτωμένη σιδερένια βέργα στον πρωκτό που της βγήκε από το αιδοίο.

    Επέζησε όμως. Κι έκανε 5 παιδιά στην Βενεζουέλα που την πήγε ο μπάρμπας μου για να γλυτώσουν.

    Τον θυμάμαι το 1947 που έφυγε. Δεν είχα κλείσει τα 3 μου χρόνια.
    (5 παιδιά εδώ, 5 παιδιά εκεί. Δίγαμος βέβαια)

    Και μού’ λεγε ο πατέρας μου.

    -Γιάννη πρόσεχε. Μοιάζεις του μπάρμπα σου του Πότη.

    Ναι για τις γυναίκες έλεγε …

  37. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @35,31. Σκάλες στὰ Θερμιά, πατριώτη.

    Καὶ σύγλινο. Ποὺ τό ᾿φτιαχναν ὅπως τὸ περιγράφει ὁ Μικιὸς στὸ 31.

    Τὴ γλίνα τὴν χρησιμοποιοῦσαν ὅπως τὸ βούτυρο στὸ μαγείρεμα. Καὶ τὰ παιδιὰ ἔπαιρναν ψωμὶ ἀλειμμένο μὲ γλίνα γιὰ κολατσιὸ στὸ σχολεῖο.

  38. ΣΠ said

    Λίγη χημεία:

    Το βρόχινο νερό, πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα, διέλυε τον ασβεστόλιθο και έσκαβε μέσα στα σπλάχνα του κοιλότητες
    CaCO3 + H2CO3 → Ca(HCO3)2

    αποθέσεις δηλαδή κρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου, που ξανάπαιρνε τη στερεά μορφή, χάνοντας διοξείδιο του άνθρακα και νερό
    Ca(HCO3)2 → CaCO3 + H2O + CO2

  39. sarant said

    31τέλος: Έτσι!

    38 Α γεια σου, διότι ο γιος του συγγραφέα τα έχει ξεχάσει.

  40. Γς said

    Τον καταλάβατε;

  41. ΚΩΣΤΑΣ said

    Για να δούμε τί θα δούμε και σε αυτή την ιστορία. Εγγύηση ο γλαφυρός και ακριβής λόγος του αείμνηστου Δημήτρη Σαραντάκου, πρώτο δείγμα κι εδώ η περιγραφή του τοπίου.

    Έχοντας και την εμπειρία του Κανόνη, περιμένω άλλη μια ενδιαφέρουσα προσωπική ιστορία του Ηλία, με καμβά τον εμφύλιο. Εν αναμονή…

    Να επισημάνω ότι με συγκινεί η τήρηση της ε’ εντολής, «Τίμα τον πατέρα σου…», από τον υιό Σαραντάκο!

  42. Γς said

    40:

    Ούτε εγώ…

  43. Πέπε said

    Μπαίνω λίγο αργά για κάτι άσχετο μεν, ενδιαφέρον όμως για όσους ενδιαφέρονται:

    ΜΙΚ_ΙΕ, θυμάσαι τη λάθος ανακοίνωση για τον Μακριδάκη; Τελικά όντως έρχεται! 🙂 Αυτή την Παρασκευή 6:30, στο βιβλιοπωλείο Αναλόγιο, Ρούσου Χούρδου (πλατεία Δασκαλογιάννη) στο Ηράκλειο.

    Κλείνω την παρένθεση και συγγνώμη για την κατάχρηση.

  44. sarant said

    43 Θα καθίσει κανα μήνα στο Ηράκλειο, όπως έλεγε.

  45. Πέπε said

    Αυτά είναι! Άμα έχεις μάθει στα κηπευτικά να κάνουν μόνα τους τα κουμάντα τους…! 🙂

  46. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    43. Ευχαριστώ, Πέπε! 👌
    Είδες; Καλομελέτα κι έρχεται, που λένε… 🙂 Θα είμαι εκεί! (εκ-απρ)

  47. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    34 >>Η Κάθοδος των Εννιά

  48. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    31 >>λούρες
    ήθελα να πω κι εγώ τις πεζούλες το πρωί που το (ξανα)διάβασα αλλά μετά το ξέχασα 🙂

    «Αναβαθμίδες ή αναβαθμοί, κοινώς
    πεζούλες, είναι τα τεχνητά οριζόντια εδάφη που
    δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο πάνω σε
    επικλινείς εκτάσεις, με σκοπό την καλλιέργεια.
    …Πρώτιστος λόγος δημιουργίας των
    αναβαθμίδων αποτελεί η ανάγκη προστασίας
    της υφιστάμενης και δημιουργίας εκ νέου
    καλλιεργήσιμης γης μέσω της συγκράτησης των
    εδαφών και της μείωσης της διαβρωτικής δράσης
    των ομβρίων
    …εάν το έδαφος είναι πολύ επικλινές, οι
    πεζούλες χτίζονται κοντά η μία στην άλλη με το πλάτος του χωραφιού που προκύπτει να μην
    ξεπερνά συχνά τα δύο μέτρα, ενώ όταν η πλαγιά
    είναι ομαλή, έχουν μεγάλη απόσταση και το
    ύψος τους είναι μικρό. »
    σελ.22
    «Εν ελαχίστω τόπω ελάχιστη επέμβαση»
    Αναφορά στην ύπαιθρο των Κυκλάδων
    Πολυτεχνείο Κρήτης Σχολη Αρχιτεκτόνων Μχ/κων
    Επιμέλεια Τριαμάκη Μαρία

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    46. «Αχνίζου ν τα ζάλα ντου» 🙂

  50. Πέπε said

    @31
    Και στην Κάρπαθο λώρους τα λένε.

    Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια λέξη που να είναι κοινή αλλά όχι τόσο τεχνική όπως π.χ. αναβαθμοί.

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    50 Οι πεζούλες μάλλον το κοινότερο. Έχουμε και λέμε: σκάλες, λώροι, λούρες, λαχίδια, βασταοί (Κάσος), χαλάκια (Νάξος)

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>τα ξεκληρίσματα ολόκληρων αριστερών οικογενειών, σαν του Πέτρουλα

    Η τελευταία φορά που η κ. Πέτρουλα αντίκρισε τον πατέρα της Σωτήρη Πέτρουλα ήταν τον παγωμένο Γενάρη του 1946, όταν κοριτσάκι τριάμισι ετών, πέρασε δύο μέρες τριγυρίζοντας μόνη και νηστική ανάμεσα στα πτώματα της μάνας, των αδελφών της και άλλων τεσσάρων συγγενών που είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί μπροστά της, στην αυλή του σπιτιού τους στο Μοναστήρι Λακωνίας. Δράστες ήταν ντόπιοι Χίτες, πρώην συνεργάτες των γερμανών και μετέπειτα διώκτες των κομμουνιστών που έλαβαν μέρος στην αντίσταση….
    https://www.mixanitouxronou.gr/dimitra-petroula-ezise-ti-sfagi-tis-ikogenias-tis-apo-sinergates-ton-germanon-otan-itan-trion-eton-69-chronia-meta-psachni-mia-fotografia-tou-patera-tis-kapetaniou-tou-elas-pou-den-gnorise/

  53. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    51, και
    αιμασιές(Ανδρος) ή παραβολές

    και αρμάκες, χτάρια, σέτια

    και
    ζαγάδα (Ορεινή Ναυπακτία)
    λοφοβαθμίδα
    βουνοβαθμίδα
    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1

  54. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    χθες δεν είχα πολύ καιρό στη διάθεσή μου για διάβασμα. Σήμερα όμως…

    Πολύ ενδιαφέρον και από πλευράς περιγραφής της τοπολογίας της Μάνης και γενικότερα της περιοχής στην Ν. Πελοπόννησο και από πλευράς περιγραφής της έχθρας μεταξύ των ντόπιων και της όλης κατάστασης στα χρόνια του εμφυλίου κλπ.

    Στον Μαλεβά (Πάρνωνα, Κρόνιον όρος στην αρχαιότητα) είχα πάει φέτος το καλοκαίρι. Απίθανα τοπία! Στον Ταΰγετο δεν έχω αξιωθεί, μόνο τριγύρω του 🙂

    48, 50, 51, 53 (31, 35, 37) Όπως και να τις πεις, εξυπηρετούν…, δηλ. οι αγρότες σε επικλινή εδάφη δεν έχουν και πολλές άλλες επιλογές! Μέχρι ρύζι καλλιεργούν έτσι στην Α. Ανατολή

  55. Γιάννης Ιατρού said

    54b: και όποτε βλέπω πεζούλες κλπ., θυμάμαι τα ολοκληρώματα στα μαθηματικά 🙂

  56. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>με ανεμόμυλο ανέβαζε το νερό από την κάτω στέρνα στην επάνω
    Γιάννη Ι. αυτού του μύλου έψαχνα εικόνα. Έχει ενδιαφέρον, αν βρεις κάτι.
    Καλημέρα

    σ.σ. Ουτ’ εγώ έχω ανέβει στον Ταϋγετο, πάρεξ περαστική από Σπάρτη-Καλαμάτα.
    Τ΄Αη Λια είχα στο νου μου την διαδρομή. Κάποτε…

  57. Γιάννης Ιατρού said

    56: τέτοιο, ε; Είχαμαν κι έναν εδώ κοντά, στο Ν. Ηράκλειο, μέχρι το 1975😪

  58. Γιάννης Ιατρού said

    Ίσως ενδιαφέρει κι αυτός ο τύπος, όχι μόνο ο προηγούμενος (αμερικανικού τύπου 🙂 )

  59. Γιάννης Ιατρού said

    Κι εδώ μόλις τώρα ένα κουνηματάκι το έκανε, εμ, ζηλέψαμε….

  60. sarant said

    Καλημέρα!

    59 Στο ερημητήριο ή στο λεκανοπέδιο;

  61. Γς said

    Κουνηθήκαμε γαμώτο

    3-4 δευτερόλεπτα
    Πρέπει να ήταν μακριά

    ——–

    5.7 Ρίχτερ

    Κύθηρα

  62. Γιάννης Ιατρού said

    60: στην Αθήνα, όπως λέει κι ο Γς

  63. Γιάννης Ιατρού said

    Για Κύθηρα δεν είδα κάτι, αλλά αυτό εδώ (στο θαλάσσιο χώρο, ακόμα το ψάχνουν;;;;) :

  64. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα σε όλους!
    – ’’Τον ακούσαμε’’ 😉 τον σεισμό κι εδώ. 15 sec, τουλάχιστον… Για το μέγεθος, θα δούμε…

    47, ΕΦΗ: Δεν το έχω δει. Ευχαριστώ!

    48, 51, 53 ΕΦΗ: Μπράβο ‘ρέντα’! 🙂

    57, 58 κ. Ιατρού: Νομίζω κάτι άλλο ψάχνει η ΕΦΗ, αλλά είναι δύσκολο να βρεθεί γιατί δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση.

  65. Γς said

    62:

    >στην Αθήνα, όπως λέει κι ο Γς

    στην … Ραφήνα

    Λέκκας: 6 Ρίχτερ 56 χλμ το εστιακό βάθος. Μεταξύ Κυθήρων Κρήτης

  66. sarant said

    Μάλιστα. Δεν με πήραν εμένα, δεν θα τρόμαξαν.

  67. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    https://www.google.com/search?q=earthquake&oq=ear&aqs=chrome.1.69i57j0l7.8694j0j8&sourceid=chrome&ie=UTF-8

    Ευτυχώς, στη θάλασσα!

  68. nikiplos said

    Καλημέρα… αναμένουμε φυσικά τη συνέχεια… δύσκολα χρόνια… γι’ αυτό όσοι τα είχαν ζήσει δεν ήθελαν να μιλάνε γι’ αυτά…

    Όσον αφορά τον Αρίστο Καμαρινό, σε ένα βιβλίο είχα διαβάσει πως γλύτωσε το κυνήγι, επειδή παραμόρφωσε το πρόσωπο ενός νεκρού αντάρτη, βάζοντας εκεί τα χαρτιά του. Τον είχαν για ξεγραμμένο. Ύστερα κρύφτηκε σε ένα υπόγειο, δεν γνώριζα αν είναι του σπιτιού του ή όχι.

    Σε ένα σπίτι που με είχαν φιλοξενήσει στη Μάνη, θυμάμαι έντονα τις φωτογραφίες των παππούδων από την εποχή του εμφυλίου, να πατάνε σε κομμένα κεφάλια ανταρτών… Ο πρωτοπαππούς που μας φιλοξενούσε πατούσε σε έναν ολόκληρο σωρό!

    Δύσκολα χρόνια.

  69. EΦΗ - ΕΦΗ said

    68 >>γλύτωσε το κυνήγι, επειδή παραμόρφωσε το πρόσωπο ενός νεκρού αντάρτη, βάζοντας εκεί τα χαρτιά του.
    τί εννοείς; ότι πόνταρε πως θα το αφήσουν ήσυχο μετά απ΄ αυτό; (ειλικρινής απορία -τώρα διαβάζω για τον Καμαρινό)

  70. Γς said

    Κι ότι είχα μια τέτοια συζήτηση πριν λίγο καιρό που ήμουν στο Σισμανόγλειο.
    Επισκέπτρια μανιάτισσα απ τα μέρη μας, Πύργος Διρού.. Για τον τον εμφύλιο

    –Τόσοι νεκροί εκεί. Και να σκεφτείς ότι με τους Γερμανούς δεν είχαμε ούτε έναν

    Αντε τώρα να κάνεις παιχνίδι, συζήτηση
    .

  71. Κουνελόγατος said

    69. Αυτό το έκανε Έφη2, για να προλάβει να οργανώσει την εξαφάνισή του. Κάποιος έγραψε πως έμεινε κρυμμένος στο υπόγειο του σπιτιού του για 5 χρόνια. Αν θυμάμαι καλά, τού έκαναν κανονική κηδεία, η δε μητέρα του και η αδερφή του φορούσαν μαύρα. Κάποια στιγμή έφυγε και πήγε στη -νζντθ- Σοβιετική Ένωση.
    Αυτά θυμάμαι από μνήμης, έχει γράψει απομνημονεύματα, αλλά δεν ξέρω πόσα θυμόταν, είχε χάσει το αρχείο του.

  72. Pedis said

    Ενδιαφέρον θα είναι κι αυτό το βιβλίο. (Δεν το εχω πετύχει στα βιβ/λεία).

  73. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    68 Προσπαθώ να θυμηθώ ποιός διάολο ήτανε ο πολιτικάντης που εν μέσω Εμφυλίου, μετά το διεθνές κράξιμο για τις πάμπολλες φωτό με τα κομμένα κεφάλια ανταρτών πρόβαλε τη δικαιολογία πως επρόκειτο για αρχαίο πολεμικό έθιμο των Ελλήνων.

  74. nikiplos said

    69@ Έφη-Έφη όπως λέει το 71. Το έκανε για να σταματήσουν να τον ψάχνουν. Υπήρχε επίσημη επικήρυξη για τους περισσότερους από αυτούς, αφού τους γνώριζαν ονομαστικά ποιοί ήταν. Δεν θα άφηναν σε χλωρό κλαρί, οικείο ή γνωστό του. Το γεγονός ότι την γλύτωσε/αν αυτό είχε να κάνει με το ότι η τοπική κοινωνία τον είχε για νεκρό.

    Στο επεισόδιο στη Σπάρτη, έχω την εντύπωση πως δεν ήταν η ομάδα του Βρεττάκου, αλλά του Μαγγανά της Καλαμάτας, όπου ζητούσαν επίμονα αντίποινα για το Μελιγαλά, καθώς τις εκτελέσεις εκεί τις είχε κάνει κυρίως λόχος ανταρτών από το Λογγανίκο. Ακουστικά έχω την εντύπωση πως τον πυροβόλησε ο ίδιος ο Μαγγανάς…

  75. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    73 συνέχεια

    Για το χρονικό των κομμένων κεφαλών υπάρχουν λίγα και αποσπασματικά στοιχεία. Η έκταση όμως του κανιβαλισμού ήταν τέτοια που ο ίδιος ο Αμερικάνος πρόξενος στην Ελλάδα, μετά από εικόνες που δημοσιεύτηκαν στις ΗΠΑ, με κομμένα γυναικεία κεφάλια, προέβη σε διάβημα.. Η ελληνική απάντηση ήταν η παρακάτω: » Οι κομμένες κεφαλές και η δημόσια επίδειξή τους αποτελούν ελληνικό έθιμο».

    http://kokkinosfakelos.blogspot.com/2010/12/blog-post_23.html

    Αυτό το απόσπασμα το βρίσκω και σε 247 και Μηχανή του Χρόνου αλλά χωρίς αναφορά στο όνομα αυτού που το είπε. Δεν θυμάμαι καλά, οπότε ας μην αναφέρω τα 2 ονόματα που μου έρχονται στο νου ως πιθανά.

  76. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    75 συνέχεια

    http://www.iospress.gr/ios1996/ios19960204a.htm

    Ήταν ο Κων. Ρέντης, υπουργός Δημ. Τάξεως 1947-48.

  77. sarant said

    76 Αυτός ήταν μεγάλο κάθαρμα. Από το κόμμα Φιλελευθέρων μάλιστα.

  78. MA said

    Καλησπέρα,
    Ωραία έκπληξη η σημερινή Νικοκύρη. Το έχω διαβάσει το βιβλίο συγκινητικό και συγκλονιστικο συνάμα. Να πω και ότι Ο βενετσιάνικος καθρέφτης μου άρεσε πιο πολύ από τις δύο άλλες αφηγήσεις

    Να βάλω και αυτό

    http://www.biblionet.gr/book/76641/Κοκοβλής,_Νίκος/Άλλος_δρόμος_δεν_υπήρχε

  79. MA said

    Σχετικά με τα την αγριότητα των κομμένων κεφαλιών, ένα ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου (1924-2008):

    http://www.katiousa.gr/logotechnia/poiisi/kai-kylisan-sti-mesi-tis-plateias-kommena-ta-kefalia-tous/

  80. sarant said

    78-79 Νασαι καλά!

  81. Μαρία said

    Καθώς διάβαζα αυτά, τέλειωσε μέσα η ακρόαση κι ο χωρικός βγαίνοντας σήκωσε απ’ τη μισοσκότεινη γωνιά ένα μικρό σακί που είχε εκεί αφημένο. Βρωμοκόπησε ο τόπος. Εδώ λοιπόν ήταν η πηγή της βρωμιάς. Ο φίλος δε βαστάχτηκε, τον ρώτησε για το περιεχόμενο. Κι αυτός με το φυσικότερο ύφος μας είπε: «είναι τα κεφάλια δυο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα έδειχνα, μα είναι τυλιγμένα σε εφημερίδες».
    https://sarantakos.wordpress.com/2013/02/03/kefali/

  82. Αγγελος said

    Μια πολύ ενδιαφέρουσα και όχι αρκετά γνωστή μαρτυρία για την Πελοπόννησο της εποχής και τις φρικαλεότητές της είναι το βιβλίο του Kevin Andrews The Flight of Icarus. Πληροφορύμαι ότι κυκλοφόρησε πρόσφατα και σε εληνική μετάφραση.

  83. Κουνελόγατος said

    Υπάρχουν πολλά βιβλία για την εποχή και την ευρύτερη περιοχή.
    Η μητέρα μου, που μεγάλωσε στο Αίγιο (ήρθε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1949), ακόμη θυμάται τους μεγαλύτερους που πήγαιναν στην κεντρική πλατεία να δουν τα κομμένα κεφάλια. Φρίκη.

  84. nikiplos said

    82@ Η Πελοπόννησος είχε την ιδιαίτερότητα της αδυναμίας διαφυγής του ΔΣΕ. Υπήρξε και ένας σημαντικός λόγος διαφωνίας του Μάρκου με τον Ζαχαριάδη, καθώς ο πρώτος ήθελε την συσπείρωση των δυνάμεων, ενώ ο δεύτερος ήθελε τις επιθέσεις και καταλήψεις πόλεων – επίδειξη δύναμης (πχ Ζαχάρω). Αναγκαστικά η τύχη των θα ήταν εκείνη των ληστάρχων, καθώς πλέον ο τόπος δεν μπορούσε να τους υποστηρίξει. Κι έτσι κι έγινε, ακολούθησαν τη μοίρα των πατριωτών τους, 50χρόνια μόλις πριν. Τους επικήρυξαν και τους κυνήγησαν μέχρι τον τελευταίο. Οι ίδιοι δεν είχαν καμία δυνατότητα διαφυγής και περίπου γνώριζαν το τέλος τους. Τους περισσότερους τους πρόδωσαν τα πρωτοπαλίκαρά τους, τα οποία όμως σε δεύτερο ή τρίτο χρόνο δεν κατάφεραν να γλυτώσουν το κεφάλι τους, αφού το κυνήγι κεφαλών είχε καταστεί προσοδοφόρο σπόρ, για το σύνολο των αποβρασμάτων στην Πελοπόννησο, αλλά και το σύνολο των πολιτών που δεν είχαν τι να κάνουν ή είχαν λίγο «λερωμένη» τη φωλιά τους και με αυτόν τον τρόπο, έβρισκαν διέξοδο – έτσι νόμιζαν – στο να εξιλεωθούν.

    Το τελευταίο στάδιο, η διαπόμπευση και περιύβριση των νεκρών. Σήμερα φαντάζει ιδιαίτερα άγριο, όμως εκείνη την εποχή δεν είχε και πολλά να πει στους κακοίκους, οι οποίοι είχαν ήδη μια 5ετία που έβλεπαν τις αγριότητες παντού γύρω τους, έξω από τα σπίτια τους… Στα παράθυρά τους.

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    57, 58, 64τέλος
    Ναι, το μηχανισμό του παλιού ανεμόμυλου π΄ανέβαζε νερό από την κάτω δεξαμενή προς την επάνω (σπουδαίο επίτευγμα!), εννοούσα.

  86. J. Iatrou said

    Όταν γυρίσω από τη CT θα κατέβω στο υπόγειο να δω… ☺💻

  87. Γιάννης Ιατρού said

    86: Μπααα, δεν βρήκα καμιά εικόνα του μηχανισμού 😯

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: