Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κολοκυθομέλτεμο, η συνέχεια (ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Δεκεμβρίου, 2019


Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει το «Κολοκυθομέλτεμο», ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου. Αρκετοί τότε είχατε γράψει ότι θα θέλατε να δείτε τη συνέχεια του διηγήματος. Ο φίλος μας ο Δημήτρης πράγματι έγραψε τη συνέχεια. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιευετεί όχι μονοκοπανιά αλλά σε τρία μέρη, όμως εγώ τον απέτρεψα και τάχθηκα υπέρ της ενιαίας δημοσίευσης. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, εσείς θα πείτε.

Ο Δημήτρης προτάσσει και πρόλογο, για όσους δεν θυμούνται το πρώτο διήγημα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ὅταν δημοσιεύτηκε τὸ – ἀρχικὰ αυτοτελές – διήγημα ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ   πολλοὶ σχολιαστές ζήτησαν τὴ συνέχειά του. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετοὺς μῆνες τὰ κατάφερα νὰ τὴν ὁλοκληρώσω. Ἐπειδὴ εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, τὴ χώρισα σὲ τρία μέρη, περίπου ἰσομεγέθη μὲ τὸ ἀρχικὸ διήγημα. Ἂν σᾶς κουράσει μπορεῖτε νὰ τὴ διαβάσετε σὲ δόσεις. Κι ἂν κάποιοι βαριοῦνται νὰ (ξανα)διαβάσουν τὸ ἀρχικὸ διήγημα, ὑπάρχει περίληψή του στὴν ἀρχή.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου. Στὸ τέλος ὑπάρχει κατάλογος μὲ τὰ πρόσωπα τοῦ διηγήματος.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Περίληψη 1ου μέρους

Ἰούνιος τοῦ 1984. Ὁ Λεονάρδος, ἕνας εἰκοσιεννιάχρονος φυσικὸς, φραγκοσυριανὸς στὴν καταγωγή, εἶχε ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς ἑταιρείας Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, ὅταν τὸ τμῆμα ἦταν ὑπὸ διάλυση, μετὰ ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ Παύλου Γεωργίου, διευθυντῆ στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece καὶ στελέχους τῆς Νέας Δημοκρατίας. Ἡ φιλότιμη προσπάθεια τοῦ Λεονάρδου καὶ οἱ ἐπενδύσεις τῆς κυβέρνησης τοῦ ΠΑΣΟΚ στὴν ὑγεία – γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ΕΣΥ – ὁδηγοῦν, ὄχι μόνο στὴν ἐπιβίωση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνάπτυξη τοῦ τμήματος. Ὁ κύριος Νῖκος, ἰδιοκτήτης τῆς ἑταιρείας, ἐπιστρέφοντας μετὰ ἀπὸ ἕνα τριήμερο μὲ τὸ  σκάφος του στὴ Μύκονο, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὸν διευθυντὴ μάρκετινγκ Χρῆστο Ἀδαμαντιάδη,  παίρνει μαζί του – ἀπὸ τὴ Σύρα – καὶ τὸν Λεονάρδο· γιὰ ἕνα – τελικὰ ἀπραγματοποίητο, λόγῳ καιροῦ – μίτινγκ ἐν πλῷ.  

Ὁ κύριος Νῖκος, γεννημένος στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου τὸ 1943, ἀπὸ πατέρα ἀξιωματικό τοῦ -τότε- Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ μητέρα Ἑλληνίδα τῆς Ἀλεξάνδρειας, διευθύνει τὴν ἑταιρεία ποὺ ἵδρυσε στὴν Ἀθήνα ὁ Γεράσιμος, ὁ παπποῦς του, ἕνας πλούσιος αἰγυπτιώτης ἔμπορος. Ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει τὸ 1945 ἀπὸ φυματίωση, μετὰ τὸν ἐγκλεισμό του σὲ στρατόπεδο στὴν ἔρημο γιὰ τὴ συμμετοχή του στὸ κίνημα τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ παπποῦς του εἶχε ἀρχίσει ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότητα στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἐθνικοποίηση τῆς φαρμακευτικῆς ἐπιχείρησής του στὴν Αἴγυπτο τὸ 1957.

Φτάνοντας στὴ μαρίνα  τῆς Βουλιαγμένης, ἀράζουν  δίπλα σὲ μιὰ τεράστια θαλαμηγό. Ὁ κύριος Νῖκος τὴ δείχνει στὸ Λεονάρδο μὲ θαυμασμό, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ νὰ κρύψει τὸν φθόνο του· κι ὁ Λεονάρδος τὸν λυπᾶται.  

 2ο Μέρος.

«Τὰ μάτια σου τέσσερα, Λεονάρδο! Ἔχε ἀπὸ κοντὰ τοὺς πασόκους. Μὴν ἀκοῦς τί λέει ὁ Γεωργίου, τὸ ΠΑΣΟΚ θὰ ξαναβγεῖ.»

Ὁ Ἀδαμαντιάδης εἶχε φωνάξει τὸν Λεονάρδο στὸ γραφεῖο του γιὰ τὸν πρωινὸ καφέ· ὅπως συνήθιζαν κάθε Παρασκευή. Στὶς συναντήσεις αὐτές ἔκαναν ἕναν σύντομο ἀπολογισμὸ τῆς βδομάδας καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸ πρόγραμμα τῆς ἑπόμενης. Τοὐλάχιστον ἔτσι τὸ ξεκίνησαν στὰ πρῶτα, δύσκολα χρόνια, ὅταν τὸ Τμῆμα Ἰατρικῶν Ὀργάνων ἦταν ὑπὸ ἐπιτήρηση. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ὁ Λεονάρδος κέρδιζε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀδαμαντιάδη καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τοῦ κυρίου Νίκου. Σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσαν τ᾿ ἀνοδικὰ ἀποτελέσματα τοῦ τμήματος καὶ τὰ καλά λόγια ποὺ ἄκουγαν γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ξένους.

Ἔτσι ὁ καφές τῆς Παρασκευῆς εἶχε γίνει μιὰ φιλικὴ κουβέντα ἀνάμεσα στοὺς δυό τους. Ἐκεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ καθαρὰ ἐπαγγελματικά, συζητοῦσαν γιὰ τὰ πάντα· ἀπὸ ἀθλητικὰ καὶ πολιτικά, μέχρι τὰ τελευταῖα κουτσομπολιά, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἑταιρείας.

«Τὸ ἀφεντικὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκτεθεῖ. Ἔχει τὶς σχέσεις του μὲ τὴ Νέα Δημοκρατία καὶ πρέπει νὰ κρατάει τὰ προσχήματα. Ἐσύ ὅμως κράτα τὶς δικές σου ἐπαφές. Ἄλλωστε εἴμαστε μιὰ δημοκρατικὴ ἑταιρεία καὶ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδεολογία του», συνέχισε ὁ Ἀδαμαντιάδης κλείνοντάς του τὸ μάτι μὲ νόημα.

Καὶ πραγματικὰ ὁ Λεονάρδος εἶχε δημιουργήσει ἕναν κύκλο ἐπαφῶν, τόσο σὲ ἐπίπεδο γιατρῶν, ὅσο καὶ σὲ ἐπίπεδο διοικήσεων τῶν νοσοκομείων. Ἀρχικὰ κερδίζοντας τὴν ἐμπιστοσύνη τους μὲ τὶς καθαρὲς ἐξηγήσεις του. Δὲν παραμύθιαζε τοὺς γιατρούς μὲ πολλὰ λόγια, ὅπως κάνουν συνήθως οἱ πωλητές. Ἔμπαινε στὴν οὐσία τονίζοντας τὰ λειτουργικὰ χαρακτηριστικά, αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ τοὺς ἐνδιέφεραν. Καὶ κυρίως τοὺς κέρδιζε μὲ τὴν ἄριστη τεχνικὴ ὑποστήριξη. Ἤξεραν πὼς δὲν θὰ τοὺς ἄφηνε ποτέ ξεκρέμαστους. Πάντοτε θά ᾿βρισκε τὴ λύση, παρακάμπτοντας τὴν γραφειοκρατία τῶν νοσοκομείων καὶ τοῦ λογιστηρίου τῆς ἑταιρείας. Πάντα εἶχε στὸ αὐτοκίνητό του μερικὰ κρίσιμα ἀνταλλακτικά γιὰ ἐπείγουσες βλάβες. Τὶς διόρθωνε ὁ ἴδιος, ἂν ἦταν κοντά, ἢ ἔστελνε ἀμέσως κάποιον τεχνικό καὶ ἡ τιμολόγηση γινόταν μετὰ ἀπὸ μερικὲς βδομάδες, μπορεῖ καὶ μῆνες, ὅταν ὀλοκληρώνονταν οἱ γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Μὲ τὶς διοικήσεις χρησιμοποιοῦσε ἄλλη προσέγγιση. Ἄφηνε μὲ ξεκάθαρο τρόπο νὰ καταλάβουν ὅτι ἦταν μὲ τὸ μέρος τους.

«Μπορεῖ νὰ συνεργαζόμαστε – ἀναγκαστικὰ – μὲ τὶς πολυεθνικές, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἴμαστε Ἕλληνες καὶ θέλουμε νὰ πετύχει τὸ ΕΣΥ. Στὰ δημόσια νοσοκομεῖα θὰ νοσηλευτοῦμε ἐμεῖς καὶ οἱ δικοί μας ἄνθρωποι», ἔλεγε μὲ κάθε εὐκαιρία.

Καὶ κατάφερνε πολλὲς φορές νὰ πείθει τοὺς ξένους οἴκους νὰ κατεβάζουν τὶς τιμὲς κάποιων μηχανημάτων, ἢ νὰ παραδίδουν πιὸ ἀναβαθμισμένο μοντέλο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶχαν δώσει στὴν ἐπίσημη προσφορά. Ἔτσι ἦταν ὅλοι εὐχαριστημένοι· ἡ διοίκηση τοῦ νοσοκομείου ποὺ πῆρε καλύτερο μηχάνημα μὲ λιγότερα λεφτά, ἡ ἑταιρεία ποὺ ἔκανε τὴν πώληση καὶ ὁ ξένος οἶκος ποὺ τοποθέτησε μηχάνημα στὴν ἑλληνικὴ ἀγορά, ἔστω καὶ μὲ μικρότερο κέρδος – μέσα ποτέ δὲν ἔμπαινε.

Αὐτά, βέβαια, στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ ΠΑΣΟΚ, ὅταν κυριαρχοῦσε ἡ πολιτικὴ καὶ στὶς διοικήσεις ἔμπαιναν κομματικὰ στελέχη μὲ κύριο στόχο τὴν ἐπιτυχία τοῦ ΕΣΥ καὶ τῶν ἀλλαγῶν σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ὅπως εἶχαν ὑποσχεθεῖ προεκλογικά. Ἀργότερα ἦταν ποὺ ἔβαλαν τὸ δάχτυλο στὸ μέλι, ἄφησαν δεύτερο τὸ ΕΣΥ κι ἔβαλαν πρῶτο τὸ «ἐγώ»· δηλαδὴ τὸ τί θὰ πάρουν κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι.

Στὶς ἐκλογές τοῦ ὀγδονταπέντε ἡ ἑταιρεία κράτησε μιὰ φαινομενικὰ οὐδέτερη στάση. Ὁ κύριος Νῖκος, μὲ κάθε εὐκαιρία,  ἔλεγε στὸ προσωπικό:

«Ὁ καθένας ἔχει τὶς πολιτικές του ἀπόψεις καὶ εἶναι σεβαστές. Μέσα στὴν ἑταιρεία δέν συζητᾶμε πολιτικά· ἔξω μπορεῖτε νὰ λέτε καὶ νὰ κάνετε ὅ,τι θέλετε.»

Ὁ ἴδιος χρηματοδότησε – κρυφὰ καὶ χωρὶς τυμπανοκρουσίες – τὴν προεκλογικὴ ἐκστρατεία τοῦ Παύλου Γεωργίου, ποὺ κατέβηκε στὴν Α’ Ἀθηνῶν. Δὲν τὸ ἔκανε ἐπειδὴ ἔβλεπε  νίκη τῆς Νέας Δημοκρατίας στὶς ἐκλογές, ἀλλὰ γιὰ μακροπρόθεσμη ἐπένδυση. Καὶ γιὰ ν᾿ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν παρουσία του στὴν ἑταιρεία. Τοῦ τό ᾿πε κι ὁ Ἀδαμαντιάδης:

«Σὰν νὰ τὸν ἔδιωξες καὶ νὰ τοῦ ᾿δωσες ἀποζημίωση!»

Ὁ Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης, γεννημένος στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ σαράντα, ἦρθε μόνιμα στὴν Ἀθήνα στὸ τέλος τοῦ ἑξηνταέξι. Οἱ γονεῖς μὲ τὰ δυὸ μικρότερα ἀδέλφια του εἶχαν ἔρθει νωρίτερα, μετά τὸ διωγμὸ τοῦ ἑξηντατέσσερα.   Ὁ Χρῆστος τότε σπούδαζε  οἰκονομικὰ στὴ Γερμανία καὶ μόλις εἶχε ξεκινήσει τὸ μεταπτυχιακό του. Τὸ καλοκαῖρι τοῦ ἑξηντατέσσερα ἡ οἰκογένειά του ἐγκαταστάθηκε στὸ Φάληρο, στὴν πολυκατοικία ὅπου ἔμενε ὁ παπποῦς καὶ ἡ μητέρα τοῦ Νίκου.

Ὁ πατέρας του, ὁ Γιάνκος, εὐκατάστατος ἔμπορος τῆς Πόλης, εἶχε κάνει τὸ κουμάντο του. Στὰ Σεπτεμβριανὰ τοῦ πενηνταπέντε εἶχε γλιτώσει τὸ μαγαζί του μὲ σχετικὰ μικρές ἀπώλειες. Βλέποντας ὅτι τὰ πράγματα δυσκολεύουν, βρῆκε τρόπους νὰ στέλνει λεφτὰ στὴν Ἑλβετία. Τοῦ κόστιζε ἀκριβά, ἀλλὰ ἤξερε πὼς ἔτσι ἐξασφάλιζε τὸ μέλλον τῆς οἰκογένειάς του.

Λίγο καιρὸ μετὰ τὴν ἐγκατάστασή τους στὸ Φάληρο, γνωρίστηκε μὲ τὸν Γεράσιμο καὶ ἔγιναν φίλοι, μιᾶς καὶ τά ᾿φερε ἡ τύχη νὰ ξεριζωθοῦν καὶ οἱ δυό. Πιὸ ἀπότομα καὶ πιὸ ὀδυνηρὰ ὁ Γιάνκος. Ἄφησε πίσω μαγαζί, σπίτι κι ἐξοχικὸ στὴν Ἀντιγόνη, στὰ Πριγκηπονήσια. Κάποια καλοκαιριάτικα δειλινὰ ἔπιναν τὰ οὐζάκια τους, πότε στὸ μπαλκόνι τοῦ Γεράσιμου – πότε στοῦ Γιάνκου,  ἀγναντεύοντας τὴ θάλασσα. Χωρὶς νὰ μιλοῦν. Μονάχα ποῦ καὶ ποῦ τοὺς ξέφευγε ἕνας ἀναστεναγμός. Γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἢ γιὰ τὴν Πόλη.

Ὁ Χρῆστος πρωτοῆρθε στὴν Ἀθήνα λίγο πρὶν τὰ Χριστούγεννα τοῦ ἑξηντατέσσερα, στὶς χριστουγεννιάτικες διακοπές τοῦ Πανεπιστημίου.  Τὸ μεσημέρι τῶν Χριστουγέννων ὅλη ἡ οἰκογένεια ἦταν καλεσμένη στὸ σπίτι τοῦ Γεράσιμου. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν Νῖκο, φοιτητὴ στὸ τρίτο ἔτος τῆς Φαρμακευτικῆς τότε – εἶχε ἤδη χάσει μιὰ χρονιά. Στὴν ἀρχὴ δὲν κόλλησαν. Ὁ Νῖκος τοῦ φάνηκε ρηχός, μὲ τὰ μυαλὰ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι· μόνο γι᾿ αὐτοκίνητα καὶ γιὰ γκόμενες μιλοῦσε. Τοῦ Νίκου, πάλι, ὁ Χρῆστος τοῦ φάνηκε γέρος γιὰ τὴν ἡλικία του. Τὸν περνοῦσε μόνο τρία χρόνια, ἀλλὰ τοῦ φάνηκε πὼς ἦταν τριάντα χρόνια μεγαλύτερος. Ὅταν τοὺς ξεμονάχιασε ὁ παπποῦς – ἔτσι τὸν ἀποκάλεσε κι ὁ Χρῆστος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς γνωριμίας τους – καὶ ξεκίνησαν σοβαρὴ κουβέντα, ὁ Νῖκος ἄρχισε τὰ χασμουρητά, ζήτησε συγγνώμη καὶ πῆγε γιὰ ὕπνο.

«Τὸ ξενυχτήσαμε χτές μὲ τὴν παρέα μου», δικαιολογήθηκε.

Ὁ παπποῦς ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴ συζήτηση μὲ τὸν Χρῆστο. Ἐκτίμησε τὴν ὡριμότητα καὶ τὴν εὐστροφία του. Κι ἂς τοῦ ἔλειπε ἡ ἐμπειρία τῆς δουλειᾶς. Κι ὁ Χρῆστος χάρηκε νὰ τὸν ἀκούει νὰ μιλᾶ μὲ ἁπλὸ καὶ πρακτικὸ τρόπο γιὰ τὴν ὀργάνωση μιᾶς ἐπιχείρησης, ἀπόσταγμα ἐμπειριῶν μιᾶς ζωῆς γεμάτης ἀπὸ ἀγώνα· μὲ ἐπιτυχίες καὶ στραπάτσα.

Τότε πάρθηκε ἡ μεγάλη ἀπόφαση ποὺ θ᾿ ἄλλαζε τὴ ζωὴ τοῦ Χρήστου. Σὲ ἐρώτηση τοῦ παπποῦ γιὰ τὶς σπουδές του, αὐτὸς ἀπάντησε πὼς σκόπευε νὰ κάνει διδακτορικὸ καὶ ν᾿ ἀκολουθήσει ἀκαδημαϊκή καριέρα. Ἐκεῖ ὁ παπποῦς τὸν προσγείωσε ἀπότομα:

«Καὶ νὰ γυρίσεις στὴν Ἑλλάδα στὰ τριάντα σου γιὰ νὰ γίνεις ἐπιμελητὴς στὸ πανεπιστήμιο· μὲ τρεῖς κι ἑξῆντα. Νὰ φιλήσεις κατουρημένες ποδιές γιὰ νὰ γίνεις ὑφηγητὴς καὶ νὰ μή γίνεις ποτέ καθηγητής. Οἱ θέσεις εἶναι καπαρωμένες ἀπὸ τοὺς γιοὺς καὶ τοὺς γαμπροὺς τῶν καθηγητάδων. Σπούδασε κάτι γιὰ τὶς ἐπιχειρήσεις, κάτι ἐμπορικό. Κι ὅταν γυρίσεις ἔχεις θέση στὴν ἑταιρεία μας. Θέλουμε ἀνθρώπους μὲ μυαλὸ καὶ ὄρεξη γιὰ δουλειά.»

Ἔτσι ὁ Χρῆστος ἔκανε μεταπτυχιακὸ στὸ μάρκετινγκ καὶ γυρίζοντας πίσω στὰ τέλη τοῦ ἑξηνταέξι, ἔπιασε δουλειά στὴ νεοσύστατη Alex Medical Greece. Διευθυντὴς μάρκετινγκ. Χωρὶς κανέναν ὑφιστάμενο. Ὁ ἴδιος ἦταν καπετάνιος, λοστρόμος καὶ μοῦτσος.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ μπῆκε ἐνεργὰ στὴν ἑταιρεία καὶ ὁ Νῖκος. Στὴν ἀρχὴ δὲν τὰ πήγαιναν καὶ τόσο καλά. Ὁ Χρῆστος ἦταν πιὸ συντηρητικὸς καὶ ἤθελε νὰ γίνονται ὅλα μὲ τάξη. Τὸ γραφεῖο του ἦταν πάντα καθαρὸ καὶ ταχτοποιημένο. Γιὰ κάθε ὑπόθεση ποὺ χειριζόταν ἔφτιαχνε τὸν σχετικὸ φάκελο καὶ τὸν τοποθετοῦσε, μὲ ἀλφαβητικὴ σειρά, στὸν ἀντίστοιχο φοριαμό.

Ὁ Νῖκος ἦταν τελείως χύμα. Στὸ γραφεῖο του εἶχε σωροὺς ἀπὸ χαρτιά· ἀπὸ ἀλληλογραφία μὲ τὶς ξένες ἑταιρεῖες, προσπέκτους γιὰ καινούργια προϊόντα, ξένα περιοδικὰ καὶ ἔντυπα γιὰ φάρμακα, καλλυντικὰ καὶ τὰ συναφῆ, μέχρι προσπέκτους γιὰ νέα μοντέλα αὐτοκινήτων καὶ περιοδικὰ ποικίλης ὕλης ξένα καὶ ἑλληνικά. Καὶ ἦταν ὁ μόνος ποὺ ἔβρισκε ἄκρη σ᾿ αὐτὸ τὸ χάος.

Ὁ παπποῦς τοὺς εἶχε ἀπὸ κοντά. Τοὺς ἔβαλε στὸ διπλανό του γραφεῖο καὶ εἶχε ἄμεση ὀπτικὴ ἐπαφή μαζί τους μέσα ἀπὸ μιὰ μεγάλη τζαμαρία. Ὅταν εἶχε κάποιαν ἐμπιστευτικὴ συνάντηση, τὴν κάλυπτε μὲ μιὰ βαρειὰ   κουρτίνα ποὺ συνήθως ἦταν μαζεμένη στὴν ἄκρη της. Τὰ δυό γραφεῖα εἶχαν κοινὸ προθάλαμο μὲ μιὰ γραμματέα καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς τους.

Ἡ συγκατοίκησή τους κράτησε δυὸ χρόνια περίπου, μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἑξηνταοχτώ. Στὸ διάστημα αὐτὸ «ταίριαξαν τὰ χνῶτα τους», ὅπως ἔλεγε ὁ παπποῦς. Τὸ κυριώτερο, βρῆκαν τοὺς ρόλους τους καὶ ὁ καθένας τους ἐκτίμησε τὶς ἱκανότητες τοῦ ἄλλου. Ὁ Νῖκος ἦταν ὁραματιστής· ἔβλεπε παντοῦ εὐκαιρίες καὶ ἤθελε νὰ κάνουν τὰ πάντα. Ὁ Χρῆστος ἦταν προσγειωμένος καὶ ὀργανωτικὸς· προσπαθοῦσε νὰ τὸν συγκρατήσει – ὅσο μποροῦσε – καὶ νὰ νοικοκυρέψει κάθε καινούργιο ἐγχείρημα.

«Εἴμαστε σὰν τὸ αὐτοκίνητο», ἔλεγε ὁ παπποῦς. «Ὁ Νῖκος εἶναι τὸ γκάζι, ὁ Χρῆστος τὸ φρένο κι ἐγὼ τὸ τιμόνι.»

Στὶς ἀρχὲς τοῦ ἑξηνταεννιά νοίκιασαν καινούργιο, μεγαλύτερο κτίριο. Ἡ ἑταιρεία μεγάλωνε μὲ γρήγορους ρυθμοὺς καὶ τὸ παλιὸ δὲν τοὺς χωροῦσε. Ἐγκαταστάθηκαν σὲ ξεχωριστὰ γραφεῖα, μὲ τὴ γραμματέα του ὁ καθένας. Ἦταν στὸν ἴδιον ὄροφο μὲ τὸ γραφεῖο τοῦ παπποῦ καὶ μαζεύονταν ἐκεῖ γιὰ νὰ τὰ ποῦν, ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, τὶς μέρες ποὺ βρίσκονταν καὶ οἱ τρεῖς στὴν ἑταιρεία. Ἡ ἀνοδικὴ πορεία συνεχίστηκε καὶ ξεκίνησαν νὰ φτιάχνουν τὸ ἐργοστάσιο. Γιὰ νὰ κάνουν παραγωγὴ στὴν Ἑλλάδα, ὅπως ὀνειρευόταν ὁ παπποῦς. Τὸ τελείωσαν σὲ λιγότερο ἀπὸ τρία χρόνια καὶ τὸ ἐγκαινίασαν τὸ ἄνοιξη τοῦ ἑβδομηνταδύο, μὲ προβολὴ στὶς εἰδήσεις τῆς  τηλεόρασης καὶ τὸν Παττακὸ νὰ κόβει τὴν κορδέλα.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς λειτουργίας τῆς ἑταιρείας ἔκαναν ἐξαγωγὴ συναλλάγματος. «Γιὰ μιὰ δύσκολην ὥρα», ὅπως ἔλεγε ὁ παπποῦς. Ὑπερτιμολογοῦσαν τὶς εἰσαγωγές, ἔστελναν τὰ λεφτὰ ἀπὸ τὶς ὑπερτιμολογήσεις στὴν Ἑλβετία, ἐνῶ παράλληλα μείωναν τὰ κέρδη καὶ τοὺς φόρους.

Μ᾿ ἔναν σμπάρο δυό τρυγόνια.

Τὸ ΠΑΣΟΚ κέρδισε τὶς ἐκλογὲς τοῦ ὀγδονταπέντε καὶ ἡ δουλειά συνεχίστηκε κανονικά. Ὁ Γεωργίου ἀπέτυχε στὶς ἐκλογές, ἀλλὰ δὲν ξαναγύρισε στὴν ἑταιρεία. Βολεύτηκε σὲ κάποιαν ἔμμισθη θέση τοῦ κομματικοῦ μηχανισμοῦ, ἐνῶ περνοῦσε κατὰ καιρούς ἀπὸ τὴν ἑταιρεία γιὰ τὸ δωράκι του.

Τὸ μαῦρο ταμεῖο τὸ διαχειριζόταν ὁ Ἀδαμαντιάδης. Τόσο γιὰ τὸ ἐσωτερικό, ὄσο καὶ γιὰ τὸ ἐξωτερικό. Σημείωνε ὅλες τὶς συναλλαγές μὲ κάθε λεπτομέρεια, κωδικοποιημένες μὲ τρόπο ποὺ μόνον ὁ ἴδιος καταλάβαινε. Τὸ βιβλίο τὸ φύλαγε στὸ σπίτι του καὶ τὸ ἐνημέρωνε γιὰ κάθε συναλλαγή. Καὶ ἦταν πάντα ἕτοιμος νὰ δώσει ἀναφορὰ στὸ Νῖκο ἢ στὸν παπποῦ καὶ γιὰ τὸ τελευταῖο σέντσι.  Μεταξὺ τους αὐτὰ τά ᾿λεγαν «ἐνδοφλέβια» ἢ «ἄι-βί», ἀπὸ τὸ I/V, συντομογραφία τοῦ invisible (ἀόρατος), ἀλλὰ καὶ τοῦ intravenous (ἐνδοφλέβιος).

Σιγὰ-σιγὰ μπῆκε κι ὁ Λεονάρδος στὸ κόλπο, μιᾶς καὶ αὐτὸς ἔκανε τὶς διαπραγματεύσεις γιὰ τὶς τιμές τῶν μηχανημάτων μὲ τὶς ξένες ἑταιρεῖες.  Ὁ ἴδιος ὑπολόγιζε τὶς ὑπερτιμολογήσεις καὶ ἐνημέρωνε τὸν Ἀδαμαντιάδη. Μετὰ ἄρχισαν τὰ «ἐνδοφλέβια» ἐσωτερικοῦ. Δειλὰ στὴν ἀρχή· μὲ κάποιες σπόντες γιὰ «ἀντισταθμιστικὰ ὀφέλη» πρὸς τὸ νοσοκομεῖο, μιὰ καφετιέρα, μιὰ τηλεόραση γιὰ τὴν ἐφημερία, ἕναν ὑπολογιστὴ ἀργότερα. Μετὰ ἄρχισαν τὰ μετρητά. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κάνουν τὶς προδιαγραφές τῶν διαγωνισμῶν καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀποφασίζουν. Πιὸ ἀπαιτητικοὶ κάποιοι πρόεδροι· ἰδιαίτερα ὅταν καταλάβαιναν πὼς δὲν θὰ ἔμεναν γιὰ πολύ. Ἔτσι κάποιοι διαγωνισμοί, ἀντὶ γιὰ μειοδοτικοί, κατάντησε νὰ γίνονται πλειοδοτικοί. Ποιός  θὰ δώσει τὴ μεγαλύτερη  μίζα.

Ὁ παπποῦς ἀποχώρησε ἀπὸ τὴν ἑταιρεία τὸ ὀγδονταέξι καὶ μετά ἀπὸ λίγους μῆνες πέθανε.  Σύμφωνα μὲ τὴν τελευταία του ἐπιθυμία, τὸν ἔθαψαν στὴν Κεφαλονιά, στὴ γῆ τῶν προγόνων του, ἐνῶ στὴ διαθήκη του ἄφησε ἕνα σεβαστὸ ποσὸ γιὰ ὑποτροφίες σὲ ἀριστούχους μαθητές ἀπὸ τὸ νησί.

Ἡ ἑταιρεία εἶχε μεγαλώσει πολύ, μὲ ἑκατοντάδες ἄτομα προσωπικό, ἰδιόκτητες ἐγκαταστάσεις καὶ τρεῖς παράλληλες δραστηριότητες. Φάρμακα, καλλυντικὰ καὶ ἰατρικά μηχανήματα. Τὸ μόνο κοινό ποὺ εἶχαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτη, ἦταν οἱ ὑπηρεσίες ὑποστήριξης· τὸ λογιστήριο, ἡ ἀποθήκη καὶ ἡ  διακίνηση. Ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐργοστασίου κάλυπτε τὶς ἀνάγκες τῶν φαρμάκων καὶ τῶν καλλυντικῶν. Τὰ ἰατρικὰ μηχανήματα ἦταν ὅλα εἰσαγόμενα.

Μὲ τὸ μεγάλωμα τῆς ἑταιρείας φάνηκαν τὰ ὀργανωτικὰ προβλήματά της. Ἔμοιαζε μὲ ἔφηβο ντυμένον μὲ παιδικὰ ροῦχα. Ὁ παπποῦς τὴν εἶχε φτιάξει μὲ τὴν νοοτροπία τοῦ παλιοῦ  μαγαζάτορα. Ἔπρεπε νὰ περνοῦν ὅλα ἀπ᾿ αὐτόν. Νὰ κουμαντάρει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα· «ὄμορφα καὶ νοικοκυρεμένα», ὅπως τοῦ ἄρεσε νὰ λέει. Πράγμα ἀδύνατο μὲ τὶς νέες συνθῆκες καὶ νοοτροπίες καὶ κυρίως μὲ τὸ μέγεθος τῆς ἑταιρείας. Ὁ κύριος Νῖκος ἔκανε κάποιες προσπάθειες, προσλαμβάνοντας καινούργια στελέχη, ἀλλὰ τὸ σύστημα δὲν περπατοῦσε. Εἶχαν ἀρχίσει οἱ κόντρες ἀνάμεσα στὰ διάφορα τμήματα. Οἱ πωλήσεις γκρίνιαζαν ἐπειδὴ καθυστεροῦσε ἡ παράδοση τῶν παραγγελιῶν. Ἡ διακίνηση τά ᾿ριχνε στὸ ἐργοστάσιο ποὺ δὲν παράδιδε ἐγκαίρως τὰ προϊόντα. Τὸ ἐργοστάσιο τά ᾿ριχνε στὶς πωλήσεις ποὺ δὲν ἔκαναν σωστές προβλέψεις ἢ στὸ τμῆμα εἰσαγωγῶν ποὺ καθυστεροῦσε τὶς εἰσαγωγές τῶν πρώτων ὑλῶν. Μύλος.

Τὸ τμῆμα τοῦ Λεονάρδου ἦταν τὸ μόνο ποὺ δὲν ἀντιμετώπιζε τέτοια προβλήματα. Ἔκανε τὶς παραγγελίες τῶν μηχανημάτων στὶς ξένες ἑταιρεῖες, μόλις κέρδιζε κάποιον διαγωνισμὸ καὶ τὰ παρέδιδε μόλις τὰ παραλάμβανε. Εἶχε σχετικὰ λίγες παραδόσεις κάθε μῆνα καὶ ἀρκετὸ χρόνο νὰ τὶς ὀργανώσει. Ὅσο γιὰ τ᾿ ἀνταλλακτικά, τὰ μετέφεραν οἱ τεχνικοὶ ποὺ ἔκαναν τὶς συντηρήσεις.

Στὴν προσωπική του ζωὴ τὰ πράγματα πήγαιναν ὅπως τὰ ἤθελε. Πέρναγε καλά, χωρὶς νὰ σκέφτεται γάμο ἢ δέσμευση. Δὲν τὸν εἶχαν πάρει δὰ καὶ τὰ χρόνια, μόλις εἶχε περάσει τὰ τριάντα. Στὴν ἑταιρεία δέν ἔκανε σχέσεις. Τοῦ εἶχε μιλήσει σχετικὰ ὁ Ἀδαμαντιάδης στὴν ἀρχὴ τῆς συνεργασίας τους, ὅταν τὸν εἶδε νὰ ψιλοφλερτάρει μὲ κάποια καινούργια γραμματέα.

«Λεονάρδο, ἐδῶ ἀκολουθοῦμε τὴν πολιτικὴ τοῦ παπποῦ. Δὲν μπλέκουμε τὸ πουλί μας μὲ τὸ ψωμί μας. Βρέθηκα κι ἐγὼ στὴν ἴδια θέση πρὶν ἀπὸ κάμποσα χρόνια καὶ τ᾿ ἄκουσα ἀπὸ τὸν ἴδιον.»

Πάντως γυναῖκες δὲν τοῦ ᾿λειπαν. Εἶχε μεγάλο κύκλο γνωριμιῶν ἀπὸ διαφορετικοὺς χώρους· ἀπὸ τὰ νοσοκομεῖα, ἀπὸ τὶς παλιές φοιτητικὲς παρέες κι ἀπὸ τὶς παρέες του στὸ νησί. Χώρια τὰ τυχερὰ στὰ ἐπαγγελματικὰ ταξίδια του στὸ ἐξωτερικό.  Πρόσεχε πάντα τὸ ντύσιμό του, ἀκόμα καὶ ὅταν ταξίδευε. Αὐτὸ ἦταν κομμάτι τῆς ἐκπαίδευσής του στὶς πωλήσεις, ἀλλὰ τοῦ εἶχε βγεῖ σὲ καλό. Εἶχε καλύτερη ἀντιμετώπιση στ᾿ ἀεροδρόμια, στ᾿ ἀεροπλάνα, στὰ ξενοδοχεῖα καὶ ἀρκετές ἐνδιαφέρουσες γνωριμίες.

Τὴν Ἰσαβέλλα τὴν γνώρισε στὸ γραφεῖο τοῦ Ἀδαμαντιάδη. Ἦταν ἕνα ὄμορφο, κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, λίγο πάνω ἀπὸ τὰ εἴκοσι, κόρη ἑνὸς στενοῦ φίλου τοῦ ἀφεντικοῦ. Τὴν περίοδο ἐκείνη ἔκανε τὸ φωτομοντέλο καὶ συζητοῦσε μὲ τὸν Ἀδαμαντιάδη γιὰ τὴ φωτογράφησή της, στὰ πλαίσια τοῦ λανσαρίσματος μιᾶς νέας σειρᾶς καλλυντικῶν τῆς ἑταιρείας. Ξανασυναντήθηκαν τυχαῖα, μερικὲς βδομάδες ἀργότερα, στὸ ἀεροδρόμιο τῆς Θεσσαλονίκης, περιμένοντας τὴν πτήση τους γιὰ τὴν Ἀθήνα.  Ἡ πτήση εἶχε ἀρκετὴ καθυστέρηση καὶ πέρασαν μαζὶ ἕνα δίωρο στὸ ἑστιατόριο τοῦ ἀεροδρομίου. Ξαναβρέθηκαν στὴν Ἀθήνα κι ἄρχισαν νὰ βρίσκονται περιστασιακά.

Ἦταν μιὰ σχέση ἐλεύθερη, χωρίς δεσμεύσεις. Τοῦ μιλοῦσε γιὰ σχέσεις της μὲ φίλους καὶ γνωστοὺς τοῦ πατέρα της, παντρεμένους, τοὐλάχιστον μιὰ εἰκοσαετία μεγαλύτερους· κάποιοι μὲ παιδιά στὴν ἡλικία της. Τῆς ἔδιναν ὅ,τι ζητοῦσε, ἀλλὰ μέσα της διέκρινε μιὰν ἀπέραντη μοναξιά. Τὴν πήγαινε στὰ στέκια του. Σὲ ψαγμένα μπαράκια μὲ ζωντανή λάτιν μουσική. Σὲ κουτούκια μὲ τὶς παλιές του παρέες ποὺ παίζανε ρεμπέτικα. Τῆς ἄρεσε καὶ δὲν ἔμοιαζε νὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ νερά της. Ἄλλες φορές πάλι πηγαίνανε στὰ στέκια τὰ δικά της, στὰ βόρεια. Ὁ Λεονάρδος εἶχε προσαρμοστεῖ· πήγαινε ἐκεῖ τὰ  στελέχη τῶν ξένων ἑταιρειῶν ἢ κάποιους καλοὺς πελάτες.

Σὲ μιὰ τέτοια ἔξοδο συνάντησαν τὸν κύριο Νῖκο μὲ τὴν παρέα του. Μετὰ τὴν ἀρχικὴ ἔκπληξη ἐπικράτησε ἀμηχανία. Τοὺς χαιρέτισε ψυχρά, ἀλλὰ τὸ βλέμμα του ἔλεγε πολλά.  Τὴ Δευτέρα, πρωὶ-πρωί, τὸν φώναξε ὁ Ἀδαμαντιάδης στὸ γραφεῖο του.

«Τί σοῦ εἶχα πεῖ νὰ μήν μπλέξεις;»

«Μὰ δὲν τά ᾿μπλεξα. Ἡ Ἰσαβέλλα δὲν δουλεύει στὴν ἑταιρεία», δικαιολογήθηκε ὁ Λεονάρδος.

«Ἔκανες κάτι χειρότερο. Ὑπερέβης τὰ κοινωνικὰ ἐσκαμμένα».

3ο Μέρος

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ὁ Ἀδαμαντιάδης προσπάθησε πολὺ γιὰ νὰ κρατήσει τὸν  Λεονάρδο στὴν ἑταιρεία. Στὴν ἀρχὴ ὁ κύριος Νῖκος ἦταν ἀμετάπειστος.

«Σὰν πολὺ θάρρος πῆρε ὁ νεαρός. Πρέπει νὰ καταλάβει ποιά εἶναι ἡ θέση του. Τὸ ὅτι τὸν δέχτηκα μερικὲς φορές στὸ σκάφος μου δὲν σημαίνει ὅτι θὰ τὸν ἀφήσω ν᾿ ἀνεβεῖ καὶ στὰ κρεβάτια μας.»

Τὸ τελευταῖο «μας» ἔδειχνε καθαρὰ τί ἐννοοῦσε. Ἀνῆκαν σὲ δυὸ ξεχωριστοὺς κόσμους κι αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ καταλάβουν ὅλοι. Δὲν ἦταν θέμα πουριτανισμοῦ. Πολλὲς φορὲς συζητοῦσε μὲ τὸν Ἀδαμαντιάδη καὶ τὸν Λεονάρδο γιὰ γυναικοδουλειές· κάποιες φορές μάλιστα κοκορευόταν γιὰ συνευρέσεις του μὲ δυὸ καὶ τρεῖς γυναῖκες σὲ μασατζίδικα τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. Οὔτε τὸν πείραξε ἐπειδὴ ἦταν κόρη στενοῦ του φίλου. Ὅλοι στὸν κύκλο τους ἤξεραν τὴν ἐρωτικὴ συμπεριφορὰ τῆς Ἰσαβέλλας.

Αὐτὸ ποὺ δὲν ἀνεχόταν ἦταν «ἀφεντικὰ καὶ δοῦλοι νὰ γίνουν ἕνα οὗλοι». Ἦταν κάτι ποὺ κουβαλοῦσε ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια στὴν Αἴγυπτο. Ὁ κόσμος γι αὐτὸν ἦταν μοιρασμένος στὰ δυό· σ᾿ «ἐμᾶς», τ᾿ ἀφεντικὰ καὶ στοὺς «ἄλλους», τοὺς ὑπηρέτες. Κάποιοι, ὅπως ἡ Νάνυ, ἡ ἐγγλέζα παιδαγωγός του στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἦταν κάπως πιό κοντά. Οἱ ὑπόλοιποι ἦταν γι᾿ αὐτὸν ἀραπᾶδες, φελάχοι.

Στὴν Ἑλλάδα ἄλλαξε ἡ συμπεριφορά του, ἀλλὰ στὸ βάθος οἱ ἀντιλήψεις του ἔμειναν ἴδιες. Ἦταν εὐγενικός, ἐγκάρδιος κάποιες φορές, ὅμως πάντα κρατοῦσε ἀποστάσεις· ἀκόμα κι ἀπὸ τοὺς πιό στενούς του συνεργάτες, ὅπως ὁ Ἀδαμαντιάδης, ὁ μόνος ποὺ τὸν ἔλεγε «Νῖκο» καὶ τοῦ μιλοῦσε στὸν ἑνικό. Οἱ ὑπόλοιποι τὸν ἀποκαλοῦσαν «κύριο Νῖκο» καὶ τοῦ μιλοῦσαν στὸν πληθυντικό.

Συζήτησαν πολλὴν ὥρα. Στὸ τέλος ὁ Ἀδαμαντιάδης κατάφερε νὰ τὸν πείσει μὲ τὸ μόνο ἐπιχείρημα ποὺ ἦταν πάνω ἀπὸ τὶς κοινωνικές του πεποιθήσεις. Τὸ συμφέρον.

«Εἶναι πολὺ καλὸς στὴ δουλειά του, τὸν ἐκτιμοῦν οἱ πελάτες καὶ οἱ ξένες ἑταιρεῖες καί, τὸ πιό σημαντικό, ξέρει πολλὰ μυστικά μας. Σκέφτεσαι τί ζημιὰ θὰ πάθουμε ἂν πάει σὲ κάποιον ἀνταγωνιστή;»

Ἦταν μιὰ δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὴν ἑταιρεία. Πολλὰ τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα ἀπὸ τὸ γρήγορο μεγάλωμά της καὶ ἡ συγκεντρωτικὴ δομή της τὰ χειροτέρευε. Γι᾿ αὐτὸ ἀποφάσισαν νὰ ζητήσουν «ἔξωθεν βοήθεια». Βρῆκαν μιὰν ἑταιρεία συμβούλων ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τὴν Ἀμερική. Εἶχε ἤδη ἀναλάβει ἄλλες τρεῖς ἑταιρεῖες στὴν Ἑλλάδα καὶ εἶχε καλὲς συστάσεις.

Ὁ Χουάν Σαλίνας, ὁ σύμβουλος, ἕνας πανέξυπνος καλιφορνέζος μεξικάνικης καταγωγῆς, ἔφερε τὰ πάνω κάτω στὴν ἑταιρεία. Μάντρωσε ὅλα τὰ στελέχη – καμιὰ πενηνταριὰ ἄτομα, ἀπὸ διευθυντὲς καὶ προϊστάμενους, μέχρι τὸν Ἀδαμαντιάδη καὶ τὸν κύριο Νῖκο – στὴν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τῆς ἑταιρείας γιὰ μιὰ βδομάδα. Ἀπὸ τὶς ἐννιὰ τὸ πρωί μέχρι τὶς ἐννιὰ τὸ βράδυ. Ἦταν μιὰ ἐπίπονη διαδικασία, κάτι σὰν ὁμαδικὴ ψυχοθεραπεία. Μετὰ ἔκανε τὸ ἴδιο σὲ κάθε τμῆμα χωριστά. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ μάζεψε ἐντόπισε τί δὲν πήγαινε καλά. Ἔγιναν ριζικές ἀνακατατάξεις. Σὲ πρόσωπα, δομές καὶ λειτουργίες. Κάποιοι ἔφυγαν καὶ κάποιοι ἀνέβηκαν στὴν ἱεραρχία. Ὁ Λεονάρδος ἦταν ἀπὸ τοὺς κερδισμένους. Ἄλλα περιθώρια γιὰ προαγωγὴ δὲν εἶχε· ἦταν ἤδη διευθυντής τοῦ τμήματός του. Ὅμως ἡ θέση του ἐνισχύθηκε. Ὁ Χουάν Σαλίνας εἶπε τὰ καλύτερα λόγια στὸ ἀφεντικό. Καὶ ὁ Ἀδαμαντιάδης ἔνοιωσε δικαιωμένος.

Ὅπως ἦταν φυσικό, ἡ σχέση τοῦ Λεονάρδου μὲ τὴν Ἰσαβέλλα δὲν συνεχίστηκε. Χωρὶς ἐξηγήσεις, χωρὶς σκηνὲς χωρισμοῦ ἤ ἄλλα τέτοια μελοδραματικά. Ἁπλῶς σταμάτησαν νὰ βλέπονται. Ὁ ἐγωισμὸς τοῦ Λεονάρδου βολεύτηκε κάπως, θεωρώντας πὼς αὐτὴ ἡ – ἔτσι κι ἀλλιῶς – ἐλεύθερη σχέση  εἶχε κάνει τὸν κύκλο της. Κατὰ βάθος ὅμως ἤξερε πὼς εἶχε κάνει πίσω, ἐπειδὴ ἔτσι θέλησε τὸ ἀφεντικό. Καὶ ὅποτε τὸ σκεφτόταν, κάτι τὸν δάγκωνε μέσα του.

Βρῆκε διέξοδο στὴ δουλειά· ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ τμήματός του εἶχε ἀναλάβει κι ἄλλα καθήκοντα. Τὸν διάλεξε ὁ Χουάν Σαλίνας γιὰ νὰ βοηθήσει στὴν ὑλοποίηση τῶν νέων δομῶν στὸ σύστημα διοίκησης τῆς ἑταιρείας, ἕνα εἶδος ἐσωτερικοῦ συμβούλου ὀργάνωσης. Ἔτσι τὸν ἔστειλαν γιὰ ταχύρρυθμη ἐκπαίδευση στὰ κεντρικὰ τῆς ἑταιρείας συμβούλων, στὸ Σάν Φρανσίσκο.

Ἡ ἐκπαίδευση κράτησε τρεῖς βδομάδες. Ἦταν ἀρκετὰ κουραστική, ἀλλὰ τοῦ ἄρεσε· ἦταν κάτι τὸ ἐντελῶς καινούργιο ποὺ κέντρισε τὴν περιέργεια καὶ τὴν ἔμφυτη φιλομάθειά του. Τοῦ ἄρεσε καὶ ἡ πόλη μὲ τὸν πολύχρωμο χαρακτήρα καὶ τὴν ἐλευθεριότητά της. Ἔβλεπε ζευγάρια ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν νὰ φιλιοῦνται στὸ δρόμο, χωρὶς κανένας νὰ τοὺς δίνει σημασία.

Πιὸ πολὺ τοῦ ἄρεσε ἡ ἀτμόσφαιρά της, ὁ εὐρωπαϊκὸς ἀέρας της, τὰ παλιά ξύλινα σπίτια μὲ τὰ πολυγωνικὰ παράθυρα ποὺ προεξέχουν· κάτι σὰν τὰ σαχνισιὰ ποὺ ἔβλεπε σὲ παλιοὺς οἰκισμοὺς τῆς ὀρεινῆς Ἑλλάδας. Ἐκεῖ τά ᾿λεγαν bay windows. Ταξίδεψε μὲ τὸ τρὰμ ποὺ τὸ κινοῦσαν ὑπόγεια συρματόσκοινα καὶ θυμήθηκε τὶς κινηματογραφικές καταδιώξεις μὲ τ᾿ αὐτοκίνητα ν᾿ ἀπογειώνονται σὲ κάθε «σκαλοπάτι»  τῶν κλιμακωτῶν δρόμων.

Στὸ σεμινάριο συμμετεῖχαν κι ἄλλοι τρεῖς Ἕλληνες, στελέχη τῶν ὑπὸ ἀναδιοργάνωση ἐπιχειρήσεων. Εἶχαν κάνει μιὰ παρέα καὶ συνήθως ἔβγαιναν τὰ βράδυα γιὰ φαγητὸ ἤ ποτό.  Στὸ τέλος τῆς πρώτης βδομάδας τοὺς ἔκανε τὸ τραπέζι ὁ Χουάν Σαλίνας. Τοὺς πῆγε στὸ John᾿s Grill, ἕνα ὀνομαστὸ μαγαζί, στέκι τοῦ συγγραφέα Ντάσιελ Χάμετ παλιότερα. Ὁ συγγραφέας εἶχε βάλει νὰ  ἐκτυλίσσεται ἐκεῖ μιὰ σημαντικὴ σκηνὴ ἀπὸ τὸ Γεράκι τῆς Μάλτας. Ὁ χῶρος – μὲ τὰ παλιακοῦ ὕφους ἔπιπλα, τὶς ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες ἠθοποιῶν στοὺς τοίχους μὲ κυρίαρχη τὴ μορφή τοῦ Μπόγκι, ἀλλὰ περισσότερο μὲ τὴ μυθολογία ποὺ κουβαλοῦσε – ἀπέπνεε μιὰν ἰδιαίτερη αὔρα. Ὁ Χουάν τοὺς φύλαγε ἄλλη μιὰν ἔκπληξη· ὁ ἰδιοκτήτης ἦταν Ἕλληνας.

Γυρίζοντας στὴν Ἑλλάδα ἔπεσε μὲ τὰ μοῦτρα στὴ δουλειά. Μιὰ μέρα κάθε  βδομάδα ἐπισκεπτόταν ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ τμῆμα τῆς ἑταιρείας γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν πρόοδο τῆς ἀναδιοργάνωσης καὶ νὰ λύσει ἀπορίες ἢ προβλήματα. Ὁ ρόλος του ἦταν συμβουλευτικός, ἀλλὰ ἡ ἐνασχόλησή του μὲ ὅλα τὰ τμήματα καὶ τὶς δραστηριότητες τῆς ἑταιρείας εἶχε μεγαλώσει τὸ κῦρος του. Ἀκόμα καὶ οἱ πιό παλιοί διευθυντὲς ζητοῦσαν τὴ γνώμη του καὶ τὸν ἄκουγαν μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμό, παρά τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του. Αὐτὸς ἀπὸ τὴν πλευρά του δὲν καβάλησε καλάμι, οὔτε ἄλλαξε συμπεριφορά, βοηθώντας τους ὅσο καλύτερα μποροῦσε. Καὶ ὅλοι τὸ παραδέχονταν ὅτι – στὴν πράξη – εἶχε γίνει τὸ νούμερο τρία στὴν ἑταιρεία, μετὰ τὸν κύριο Νῖκο καὶ τὸν Ἀδαμαντιάδη.

Ἡ ἀναβάθμισή του ἐπικυρώθηκε καὶ τυπικὰ στὸ τέλος τοῦ ὀγδονταοχτώ, μὲ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ὀργανωτικῆς ἀναδιάρθρωσης. Ἔγινε ἀναπληρωτὴς γενικὸς διευθυντής, μὲ γενικὸ διευθυντὴ τὸν Ἀδαμαντιάδη. Ὁ κύριος Νῖκος παρέμεινε πρόεδρος καὶ διευθύνων σύμβουλος, ὅπως εἶχε γίνει μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ παπποῦ τὸ ὀγδονταέξι.

Στὸ μεταξύ, ἔξω, στὴν ἀγορά, τὰ πράγματα εἶχαν ἐξαχρειωθεῖ. Οἱ περισσότεροι περίμεναν μὲ τὴν παλάμη ἁπλωμένη. Κάποιοι χωρὶς νὰ κρατοῦν τὰ προσχήματα. Ἄλλαξαν καὶ οἱ κανόνες τοῦ παιχνιδιοῦ. Παλιότερα, στὴν πρώτη τετραετία τοῦ ΠΑΣΟΚ, γιὰ νὰ κάνει μιὰ πώληση ἔπρεπε νὰ πείσει τοὺς γιατρούς γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ μηχανήματος καὶ τὴν ἀξιοπιστία τῆς τεχνικῆς ὑποστήριξης. Ἄντε καὶ μὲ κάποιο δωράκι στὸ νοσοκομεῖο.

Τώρα ἔπρεπε νὰ βρεῖ ποιός τὰ παίρνει· συνήθως ὁ πρόεδρος ἤ κάποιο μέλος τοῦ Δουσοῦ. Ὅταν ὑπῆρχε προηγούμενη γνωριμία ἢ ἐπαφὴ μέσῳ τρίτου, ἡ δουλειὰ κανονιζόταν εὔκολα, κάποιες φορὲς κι ἀπ᾿ τὸ τηλέφωνο. Διαφορετικά,  ἔκλεινε ραντεβοῦ στὸ γραφεῖο τοῦ προσεγγιζόμενου. Μετὰ τὰ γενικά, πόσο καλὸ εἶναι τὸ μηχάνημα, ἡ ὑποστήριξη καὶ τὰ σχετικά, ἔκανε τὴν προσέγγιση κάπως ἔτσι:

«Θέλω πολὺ νὰ συνεργαστοῦμε. Καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἀχάριστοι. Θὰ εἴμαστε πάντα δίπλα σας σὲ ὅ,τι χρειαστεῖτε.»

Στὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ προσεγγιζόμενος ἀντιδροῦσε ἀρνητικά, ἐπειδὴ -σπανίως – δὲν τά ᾿παιρνε ἢ ἐπειδὴ – τὸ πιὸ συχνὸ – εἶχε ἤδη συμφωνήσει μὲ ἄλλην ἑταιρεία, ὑπῆρχε τρόπος διαφυγῆς.

«Πρὸς Θεοῦ, δὲν ἐννοοῦσα ἐσᾶς προσωπικά. Ἐννοοῦσα τί μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ τὸ νοσοκομεῖο.»

Ἂν ἡ συζήτηση ἐξελισσόταν ὁμαλά, μιλοῦσαν γιὰ τὸ ποσό τῆς «συνεργασίας». Κάποιοι τὸ ἄφηναν στὴν καλὴ διάθεση τοῦ προμηθευτῆ, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι ἔλεγαν ξεκάθαρα: «τὸ νόμιμο» κι ἐννοοῦσαν τὴν καθιερωμένη ταρίφα τῆς ἐποχῆς, τὸ δέκα τοῖς ἑκατό.

Τὴ διετία ὀγδονταεννιὰ-ἐνενῆντα, μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες ἐκλογές μέχρι τὴν τελικὴ ἐπικράτηση τῆς Νέας Δημοκρατίας, ὁ Γεωργίου εἶχε τὴν τιμητική του. Αὐτὴ τὴ φορά ἡ ὑποστήριξη τοῦ κυρίου Νίκου ἦταν πιό ἀνοιχτή· καὶ πιὸ ἀνοιχτόχερη. Παράλληλα ὁ Λεονάρδος διατηροῦσε τὶς παλιές του ἐπαφές, φροντίζοντας νὰ τὶς ἐμπλουτίσει μὲ ὁρισμένα στελέχη τῆς Ἀριστερᾶς ποὺ εἶχαν πάρει κρίσιμα – καὶ χρήσιμα γι᾿ αὐτὸν – πόστα τὴν περίοδο Τζανετάκη-Οἰκουμενικῆς.

Τελικὰ ὁ Γεωργίου κατάφερε νὰ ἐκλεγεῖ στὶς ἐκλογὲς τοῦ ἐνενῆντα· χωρὶς νὰ πάρει ὑπουργεῖο ἢ ἔστω κάποιο ὑφυπουργεῖο· ἔτσι κι ἀλλιῶς αὐτὸ ἦταν πολὺ δύσκολο γιὰ πρωτοεκλεγόμενο. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ τοὺς προσφέρει ἦταν κάποιες ἐπαφές· δηλαδὴ τίποτα σπουδαῖο, τὶς ἔβρισκαν καὶ μόνοι τους. Ὁ Ἀδαμαντιάδης ἄφηνε τὶς σπόντες του στὸ ἀφεντικὸ κάθε φορὰ ποὺ ὁ Γεωργίου περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἑταιρεία γιὰ καφέ καὶ «ἐνδοφλέβια».

«Τζάμπα λεφτὰ τοῦ δίνεις. Δὲν πρόκειται νὰ κάνει τίποτα πάλι», γιὰ νὰ εἰσπράξει τὴ μόνιμη ἀπάντηση τοῦ ἀφεντικοῦ πὼς «εἶναι ἐπένδυση». Ἦταν κι ὁ ἐγωισμός του στὴ μέση· αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ παραδεχτεῖ πὼς ἦταν πεταμένα λεφτά.

Τὴ δεκαετία τοῦ ἐνενῆντα συνεχίστηκε ἡ ἄνοδος τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ μὲ πιὸ ἀργούς ρυθμούς. Τὸ ἀφεντικὸ εἶχε ἀπεμπλακεῖ – σὲ μεγάλο βαθμὸ – ἀπὸ τὴν καθημερινότητα τῆς ἑταιρείας καὶ εἶχε ἀφήσει τὸν Ἀδαμαντιάδη μὲ τὸν Λεονάρδο νὰ τραβοῦν τὸ κουπί. Τοὺς πλήρωνε καλά, πάντως. Εἶχαν μεγάλους μισθούς, μπόνους καὶ ἀκριβὰ ἑταιρικὰ αὐτοκίνητα. Ἐπὶ πλέον εἶχαν μηνιαῖο πλαφὸν  γιὰ δημόσιες σχέσεις· μὲ τιμολόγια ποὺ περνοῦσαν στὰ  ἔξοδα τῆς ἑταιρείας.

Τὸ ἐνενηνταένα ὁ Λεονάρδος ἀγόρασε σκάφος, ἕνα δωδεκάμετρο ἱστιοφόρο. Ἦταν παιδικό του ὄνειρο, ἀπὸ τότε ποὺ τὸν ἔπαιρνε ὁ πατέρας του στὴ βάρκα τους, τὴ Φραγκοσυριανή. Τὰ πρῶτα χρόνια, πρίν ἀγοράσουν μηχανή, πήγαιναν γιὰ ψάρεμα μὲ τὰ κουπιά. Εἶχαν μέσα κι ἕνα λατίνι, ἕνα τριγωνικὸ πανί, ποὺ τό ἄνοιγαν ὅταν εἶχε κατάλληλον ἀέρα. Τότε – στὰ μικράτα του – τοῦ ἄρεσε νὰ  κάθεται στὴν πρύμη, δίπλα στὸν πατέρα του, κρατώντας τὸ τιμόνι τῆς βάρκας ποὺ ἀρμένιζε γλυκά, ἀκούγοντας μόνο τὸν ἁπαλὸ παφλασμὸ τῶν κυμάτων. Τώρα, κάθε φορὰ ποὺ ἄνοιγε τὰ πανιὰ στὸ καινούργιο του σκάφος κι ἔσβυνε τὴ μηχανή, τοῦ ἐρχόταν στὸ νοῦ ἡ παλιὰ εἰκόνα κι ἕνα χαμόγελο γλύκαινε τὸ πρόσωπό του.

Λίγο μετὰ γνώρισε τὴν Ἀλεξάνδρα, μιὰ νέα κι ὄμορφη γιατρίνα. Ἔκανε τὴν εἰδικότητά της στὴν ὀφθαλμολογία κι ἔψαχνε γιὰ τὸν ἐξοπλισμὸ τοῦ ἰατρείου ποὺ θ᾿ ἄνοιγε σὲ λίγους μῆνες, μόλις τὴν τέλειωνε. Ἀμέσως φάνηκε πὼς ὑπῆρχε ἀμοιβαία ἕλξη. Συζήτησαν ἀρκετὰ γιὰ τὴν ὀργάνωση τοῦ ἰατρείου, ποιόν ἐξοπλισμὸ ἔπρεπε νὰ ἔχει ἀπὸ τὴν ἀρχή, τί μποροῦσε νὰ πάρει ἀργότερα, πόσο θὰ κόστιζε καὶ τί εὐκολίες πληρωμῆς μποροῦσε νὰ τῆς κάνει. Προσφέρθηκε νὰ τὴν βοηθήσει καὶ μὲ τὴν ἀγορὰ τῆς ἐπίπλωσης.

«Θὰ τὰ πάρουμε ἀπὸ κάποιον φίλο μου σὲ τιμὴ χοντρικῆς. Τὸν ἔχω βοηθήσει σὲ διαγωνισμοὺς νοσοκομείων καὶ μοῦ ᾿χει ὑποχρέωση», τῆς ὑποσχέθηκε.

Ξαναπέρασε ἀπὸ τὴν ἑταιρεία κάτι νὰ τὸν ρωτήσει. Πιὸ πολὺ ζητοῦσε ἀφορμὴ νὰ τὸν ξαναδεῖ. Κι αὐτὸς δὲν ἔχασε τὴν εὐκαιρία.

«Τί κάνεις αὐτὸ τὸ Σαββατοκύριακο;» τὴ ρώτησε.

«Δὲν ἔχω κανονίσει τίποτα» τοῦ ἀπάντησε.

«Εἶσαι γιὰ ἕνα ταξιδάκι στὴ Τζιά; Κοντὰ εἶναι.»

«Δὲν εἶναι κακὴ ἰδέα. Εὐκαιρία νὰ κάνω τὸ πρῶτο μπάνιο. Μὲ τὶς ἐφημερίες καὶ τὰ τρεχάματα γιὰ τὸ ἰατρεῖο, μπῆκε Ἰούλιος καὶ δὲν ἔχω βρέξει οὔτε τὰ πόδια μου.»

Πῆγαν στὴ Τζιὰ μὲ τὸ ἱστιοφόρο τοῦ Λεονάρδου. Μὰλιστα, ὅταν ἔφτασαν στὸ Λαύριο, τῆς ἔκανε ἐντύπωση ποὺ δὲν πῆγαν στὸ λιμάνι γιὰ νὰ πάρουν τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς, ἀλλὰ τράβηξαν πρὸς τὴ μαρίνα τῆς Ὀλύμπικ Μαρίν.

«Ποῦ πᾶμε ἀπὸ δῶ;» τὸν ρώτησε· κι ἐκεῖνος τῆς ἀπάντησε μὲ τὴν ἀτάκα τοῦ Βουτσᾶ:

«Ἔχω καὶ κότερο. Πᾶμε μιὰ βόλτα;»

Πῆγαν κι ἄλλες βόλτες μὲ τὸ ἱστιοφόρο καὶ τὸν Αὔγουστο ἔκαναν μαζὶ διακοπές. Μὲ το σκάφος φυσικά. Μετὰ τὶς διακοπές, γνώρισε τὴν Ἀλεξάνδρα στὸν Ἀδαμαντιάδη. Τὸν θεωροῦσε μέλος τῆς οἰκογένειάς του, κάτι ἀνάμεσα σὲ πατέρα καὶ μεγάλον ἀδελφό.

«Φαίνεται ἐξαιρετικὴ κοπέλα», τοῦ εἶπε ὁ Ἀδαμαντιάδης, ὅταν βρέθηκαν μόνοι τους ἀργότερα. «Δές το πιό σοβαρά· μήν τὸ πολυσκέφτεσαι καὶ τὸ καθυστερεῖς, γιατὶ θ᾿ ἀπομείνεις μαγκούφης σὰν κι ἐμένα».

Ὁ Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης ἦταν μόνος του. Ἡ ἐπιλογή δὲν ἦταν ἀποκλειστικὰ δική του· ἔτσι τοῦ τά ᾿φερε ἡ ζωή. Τὰ πρῶτα χρόνια βοηθοῦσε τὴν οἰκογένειά του. Μπορεῖ νὰ εἶχε στείλει κάποια λεφτά στὴν Ἑλβετία ὁ πατέρας του, ἀλλὰ εἶχαν ξοδευτεῖ ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἀγορὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὶς σπουδές τοῦ Χρήστου στὴ Γερμανία. Μὲ τὰ ὑπόλοιπα ἔπρεπε νὰ ζήσουν, νὰ προικίσουν τὴν ἀδελφή του καὶ νὰ σπουδάσουν τὸν μικρότερο ἀδελφό του.

Ὁ Χρῆστος κόντευε τὰ σαράντα καὶ δὲν εἶχε κάνει σοβαρὴ σχέση. Ξέδινε πότε-πότε σὲ νυχτερινὰ μαγαζιὰ καὶ σὲ κάποια ταξίδια μὲ τὸν κύριο Νῖκο στὴν Ἄπω Ἀνατολή. Οἱ δικοί του βάλθηκαν νὰ τὸν παντρέψουν καὶ τελικά τὰ κατάφεραν. Τὸ ὀγδοναένα. Μαζὶ μὲ τὴν «Ἀλλαγὴ» τοῦ ΠΑΣΟΚ, ἔγινε καὶ ἡ ἀλλαγὴ στὴ ζωὴ τοῦ Χρήστου· στὰ σαρανταένα του. Ἡ νύφη, μιὰ ἀξιόλογη γυναίκα, ὑφηγήτρια τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς μὲ σπουδαία καριέρα καὶ μεταπτυχιακές σπουδές στὸ ἐξωτερικό, πλησίαζε τὰ σαράντα. Ὁ γάμος κράτησε τρία χρόνια. Τόσο ἄντεξαν καὶ οἱ δυό τους. Ἂν καὶ ὑπῆρχε ἀμοιβαία ἐκτίμηση καὶ ἀλληλοσεβασμός, ἦταν ἀδύνατο νὰ συμβιώσουν. Εἶχαν ζήσει μόνοι ἀρκετὰ χρόνια καὶ δὲν μποροῦσε ὁ ἕνας νὰ προσαρμόσει τὶς μικρολεπτομέρειες τῆς καθημερινότητάς του στὶς συνήθειες τοῦ ἄλλου.

Ὁ Λεονάρδος εἶχε μεγάλην ἐμπιστοσύνη στὴν κρίση τοῦ Ἀδαμαντιάδη. Πίστευε πὼς τοῦ χρωστοῦσε πολλὰ γιὰ τὴν ἐπαγγελματική του ἄνοδο. Βέβαια καὶ ὁ Ἀδαμαντιάδης εἶχε ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὸν Λεονάρδο. Ἡ  ἐπιτυχία τοῦ Λεονάρδου νὰ κρατήσει ζωντανὸ τὸ τμῆμα του, τὰ πρῶτα δύσκολα χρόνια, στὴν οὐσία εἶχε ὑποσκάψει τὴ θέση τοῦ Γεωργίου καὶ εἶχε ἀπαλλάξει τὸν Ἀδαμαντιάδη ἀπὸ τὸν κύριο ἀνταγωνιστή του γιὰ τὴ θέση τοῦ δεύτερου στὴν ἱεραρχία τῆς ἑταιρείας. Ἡ σχέση τους ἦταν ἀμοιβαῖα ἐπωφελής· win-win ποὺ θὰ ᾿λεγε καὶ ὁ Χουάν Σαλίνας.

Ἀκολουθώντας τὴ συμβουλὴ τοῦ Ἀδαμαντιάδη, ὁ Λεονάρδος προχώρησε στὴν ἐπισημοποίηση τῆς σχέσης του μὲ τὴν Ἀλεξάνδρα. Παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν ἦταν θρησκευόμενοι, ἔκαναν θρησκευτικὸ γάμο. «Γιὰ χάρη τῶν οἰκογενειῶν», εἶπαν. Κατὰ βάθος τὸ ἤθελαν κι αὐτοί. Δύσκολο ν᾿ ἀποφύγεις τὴ ματαιοδοξία μόλις «πιάσει τὸ κουτάλι σου νερό». Ὁ γάμος ἔγινε στὸν Ἅγιο Διονύσιο, τὴν μητρόπολη τῶν καθολικῶν, μὲ κουμπάρο τὸν Ἀθανασιάδη. Καὶ ἀκολούθησε δεξίωση σὲ μεγάλο ξενοδοχεῖο.

Ἀποφάσισαν νὰ μήν κάνουν ἀμέσως παιδί. Ἡ Ἀλεξάνδρα μόλις εἶχε ξεκινήσει τὸ ἰατρεῖο της καὶ ὁ Λεονάρδος εἶχε ἀναλάβει μεγάλες εὐθύνες στὴν ἑταιρεία. Ἤθελαν κιόλας νὰ χαροῦν τὴ ζωή τους, ὅσο ἦταν νέοι καὶ μποροῦσαν. Ὅποτε ἔβρισκαν εὐκαιρία ἔκαναν ταξίδια στὸ ἐξωτερικό, ἐκδρομές στὰ χιόνια τὸ χειμώνα καὶ ταξίδια μὲ τὸ σκάφος, ὅταν ζέσταινε ὁ καιρός. Ξεκίνησαν νὰ χτίσουν καὶ τὸ σπίτι τους. Πρίν γνωριστοῦν, ὁ Λεονάρδος εἶχε ἀγοράσει οἰκόπεδο στὸ Ντράφι, μιὰ «ραγδαίως ἀναπτυσσόμενη περιοχή», ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ μεσίτης  ποὺ τοῦ τὸ προξένεψε. Ὅταν τὸ εἶδε ἡ Ἀλεξάνδρα ξετρελάθηκε. Ἦταν ἀρκετὰ ψηλά, μὲ θαυμάσια θέα πρὸς τὸν Νότιο Εὐβοϊκὸ καὶ, τὸ κυριότερο, μέσα στὴ φύση. Βουνὸ καὶ θάλασσα, ἔστω καὶ σὲ ἀπόσταση.

Ξεκίνησαν νὰ κάνουν κάτι μικρὸ σχετικά· τὴ φωλίτσα τους, ὅπως τό ᾿λεγαν. Σιγὰ-σιγὰ πρόσθεταν καὶ κάτι στὰ σχέδια. «Κρίμα νὰ πάει χαμένος ὁ συντελεστής», τοὺς ἔλεγαν ὅλοι. Στὸ τέλος ἀποφάσισαν νὰ φτιάξουν καὶ πισίνα.

«Νά ᾿χουμε νερὸ γιὰ καμιὰ φωτιὰ στὸ βουνό, κούφια ἡ ὥρα», τὸ δικαιολόγησαν.

Στὶς ἀρχές τοῦ ἐνενηνταπέντε γεννήθηκε ἡ κόρη τους· ἐκτὸς προγράμματος, ἀλλὰ τὴν καλοδέχτηκαν. Τὴ βάφτισαν τὸν Αὔγουστο σ᾿ ἕνα γραφικὸ νησιώτικο ἐκκλησάκι, ὀρθόδοξο αὐτὴ τὴ φορὰ καὶ χωρίς πολὺν κόσμο. Διάλεξαν κι ἕνα ὄνομα ποὺ ἄρεσε καὶ στοὺς δυό: Ἄλκηστις. Μὲ σίγμα στὸ τέλος. Ὅσο νά ᾿ναι ἔδινε μιὰν ἀρχοντιά. Ἄσε ποὺ εἶχαν ξαναγίνει μόδα τὰ ἀρχαιοπρεπῆ.

Σὲ κάποια στιγμὴ τῆς βάφτισης, ἐκεῖ ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε «τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ…», κόλλησε. Δὲν εἶχε ξαναβαφτίσει παιδὶ μὲ αὐτὸ τ᾿ ὄνομα καὶ ἡ γενικὴ «Ἀλκήστιδος» δὲν τοῦ ᾿βγαινε μὲ τίποτα. Ψέλλισε δυὸ-τρεῖς φορές «Ἄλκησ…», «Ἄλκηστ…», μέχρι ποὺ τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο ἡ Ἀλεξάνδρα.

«Ἀλκήστεως», τοῦ ψιθύρισε.

Ὅπως εἶχε μάθει στὴν Ἰατρική: «Ἡ κύστις – τῆς κύστεως».

 

4Ο Μέρος

Ὁ ἐρχομὸς τοῦ παιδιοῦ εἶχε ἀλλάξει τὴ ζωὴ τοῦ ζευγαριοῦ. Τὶς πρῶτες βδομάδες ἦταν καὶ οἱ δυὸ σὲ κατάσταση πανικοῦ. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὸ συνήθισαν καὶ τὴν ἀγωνία διαδέχτηκε μιὰ γλυκειά ἠρεμία, καθὼς τό ᾿βλεπαν νὰ μεγαλώνει, νὰ τοὺς ἀναγνωρίζει, νὰ τοὺς γελάει. Δὲν ἔλειψαν, βέβαια, καὶ οἱ ἀγρύπνιες ἀπὸ κάποιες ἀδιαθεσίες ἢ ἀναπάντεχες γκρίνιες του, ὅπως συμβαίνει στὰ μωρά.

Ὅμως, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ἡ Ἀλεξάνδρα ἄρχισε νὰ νοιώθει πὼς ἀσφυκτιᾶ. Ἡ ταλαιπωρία τῆς γέννας, ὁ ὕπνος μετ᾿ ἐμποδίων ἀπὸ τὰ ξυπνήματα τοῦ μωροῦ κάθε τρεῖς ὧρες, τὸ ἀναγκαστικὸ κλείσιμο στὸ σπίτι καὶ οἱ ἀλλαγές στὸ σῶμα καὶ στὴν ὁρμονικὴ ἰσορροπία ποὺ προκαλεῖ ὁ τοκετὸς τὴν ἔφεραν στὰ ὅριά της. Μὲ τὸ ζόρι τὸ θήλασε μέχρι τὸν τέταρτο μήνα καὶ μετὰ ξαναγύρισε στὸ ἰατρεῖο της, ἀναθέτοντας τὴ φροντίδα του σὲ μιὰ νεαρὴ βρεφονηπιοκόμο.

Ὁ Λεονάρδος δὲν ἀντέδρασε. Ἄλλωστε δὲν συνήθιζε νὰ ἐξωτερικεύει τὰ συναισθήματά του. Τοῦ κακοφάνηκε ὅμως· κι αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο σύννεφο ποὺ σκίασε τὴ σχέση τους. Τοὐλάχιστον γιὰ ἐκεῖνον.

Ἔκανε πάλι αὐτὸ ποὺ συνήθιζε σὲ τέτοιες περιστάσεις. Ρίχτηκε μὲ τὰ μοῦτρα στὴ δουλειά. Τὴν περίοδο ἐκείνη τὸ ἀφεντικὸ εἶχε πυκνώσει τὰ ταξίδια του στὴν Ἄπω Ἀνατολή· ἔψαχνε γιὰ νέες εὐκαιρίες.

«Δὲν μποροῦμε νὰ κουβαλᾶμε ὅλα μας τ᾿ αὐγὰ σ᾿ ἕνα καλάθι. Χρειαζόμαστε diversification», τοὺς εἶπε λίγο πρὶν φύγει γιὰ ἕνα πολυήμερο ταξίδι.

«Μᾶλλον ἔχει βαρεθεῖ τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια καὶ ψάχνει γιὰ καινούργια μασατζίδικα» ἀποφάνθηκε ὁ Ἀδαμαντιάδης, μόλις ἔμειναν οἱ δυό τους μὲ τὸν Λεονάρδο.

Τὸ ἐνενηνταέξι μπῆκε μὲ ἀλλαγὴ πρωθυπουργοῦ. Τὸν βαριὰ ἄρρωστο Ἀντρέα διαδέχτηκε ὁ Σημίτης.

Ὁ Γεωργίου, μετὰ τὴν ἐκλογή του τὸ ἐνενῆντα, δὲν εἶχε καταφέρει νὰ ἐπανεκλεγεῖ τὸ ἐνενηντατρία. Μετὰ τὶς ἐκλογὲς ἐκεῖνες, καταλαβαίνοντας πὼς δὲν ἦταν εὐνοϊκὸ γι᾿ αὐτὸν τὸ κλῖμα στὴν ἑταιρεία, χτύπησε ἄλλη πόρτα. Προσέγγισε κάποιους ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ χρηματιστηρίου. Ἦταν ἀπὸ τὶς γνωριμίες ποὺ εἶχε κάνει στὴ διάρκεια τῆς βουλευτικῆς του θητείας· τοὺς εἶχε κάνει κάποιες ἐκδουλεύσεις μὲ εὐνοϊκὲς – διάβαζε φωτογραφικὲς – τροπολογίες.

Στὶς ἐκλογές ποὺ ἔγιναν τὸ Σεπτέμβρη τοῦ ἐνενηνταέξι δὲν ἦταν ὑποψήφιος. Οἱ σχέσεις του μὲ τὸν Ἔβερτ ἦταν κακὲς, ἀλλὰ καὶ τὸ γενικὸτερο κλῖμα ἦταν δυσμενές γιὰ τὴ Νέα Δημοκρατία. Πιάνοντας τὸ σφυγμὸ τῆς ἐποχῆς στὸν ἐπιχειρηματικὸ χῶρο, ὑποστήριξε διακριτικὰ τὸν Σημίτη.

«Δὲν ψηφίζουμε ΠΑΣΟΚ, ψηφίζουμε Σημίτη», ἔλεγε χαρακτηριστικὰ σὲ φίλους του ἐπιχειρηματίες. Κι ἀπ᾿ ὅ,τι φάνηκε στὶς ἐκλογές, πολλοὶ ὁπαδοὶ τῆς Νέας Δημοκρατίας ἔκαναν τὴν ἴδια σκέψη.

Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ὁ κύριος Νῖκος. Ὁ Γεωργίου δὲν χρειάστηκε πολὺ γιὰ νὰ τὸν πείσει. Εἶχε πειστεῖ ἀπὸ μόνος του, πρὶν μιλήσουν. Αὐτὴ ἡ συνάντησή τους ἦταν μοιραία· ἔγινε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀναθέρμανση τῶν σχέσεών τους καὶ ἡ ἀφετηρία γιὰ τὴν ἐνασχόληση τοῦ κυρίου Νίκου μὲ τὸ χρηματιστήριο. Κάτι ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διανοηθεῖ, ὅσο ζοῦσε ὁ παπποῦς.

«Μακριὰ ἀπὸ καζίνο, ἱππόδρομο καὶ χρηματιστήριο», τοὺς ἔλεγε πάντα. «Ἔχουν φάει περιουσίες ἀτράνταχτες!»

Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ ἀντίδραση τοῦ Ἀδαμαντιάδη, ὅταν τοῦ τὸ ἀνακοίνωσε.

«Πάλι μ᾿ αὐτὸν τὸν ἄχρηστο ἔμπλεξες; Θὰ μᾶς διαλύσει. Ξέχασες τὶ τραβήξαμε μέχρι νὰ ξεκουμπιστεῖ;»

«Τώρα ἔχει ἀλλάξει», ἀπάντησε ὁ κύριος Νῖκος. «Ἐχει ἀφήσει κατὰ μέρος τὴν πολιτική. Δέν εἶδες τί στάση κράτησε στίς ἐκλογές;»

Ὁ Ἀδαμαντιάδης κατάλαβε πὼς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πείσει μ᾿ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἄλλαξε τροπάριο:

«Καλά, ξέχασες αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ παπποῦς – Θεός σχωρέστον – γιὰ τὸ χρηματιστήριο;»

«Ἄκουσε, Χρῆστο. Αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ παπποῦς ἦταν γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πᾶνε νὰ παίξουν στὸ χρηματιστήριο, ὅπως πᾶνε οἱ παῖκτες στὸ καζίνο. Ἐμεῖς δὲν θὰ εἴμαστε παῖκτες. Θὰ εἴμαστε ἡ μπάνκα!»

Ἡ ἑταιρεία μπῆκε στὸ χρηματιστήριο στὶς ἀρχές τοῦ ἐνενηνταοχτώ. Μάλιστα ὁ κύριος Νῖκος, ἀντὶ γιὰ μπόνους, ἔδωσε πακέτα μετοχῶν στὸν Ἀδαμαντιάδη καὶ στὸν Λεονάρδο. Μέσα σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα εἶχε τριπλασιαστεῖ ἡ ἀξία τους μὲ τὰ ἀλεπάλληλα λίμιτ ἄπ. Μέσα στὴ φρενίτιδα τῆς ἐποχῆς ἀγόραζαν ὅλοι. Χωρὶς νὰ ξέρουν. Ἔβλεπαν τὸ τυρὶ ποὺ τοὺς σέρβιραν τὰ παπαγαλάκια, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπαν τὴ φάκα.

Ὁ Ἁδαμαντιάδης δὲν ἔβλεπε μὲ καλὸ μάτι αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἦταν συντηρητικὸς ἀπὸ τὴ φύση του καὶ δὲν τοῦ ἄρεσαν τὰ μεγάλα ρίσκα. Κι αὐτὸ ποὺ χειροτέρευε τὴν κατάσταση ἦταν ἡ ἀντιπάθεια καὶ ἡ παντελὴς ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Γεωργίου. Μὲ τὰ χίλια ζόρια τὸν κράτησε τὸ ἀφεντικὸ γιὰ νὰ μήν πουλήσει ἀμέσως τὶς μετοχές του. Πάντως, μὲ τὴν πρώτη ἐλαφριὰ κάμψη, τὶς πούλησε· στὸ τετραπλάσιο τῆς ἀρχικῆς τους τιμῆς καὶ μὲ αὐτὰ πού πῆρε ἀγόρασε ἕνα μικρὸ ἐξοχικὸ στὸ Δασκαλειὸ τῆς Κερατέας.

Ἑτοίμαζε σιγὰ-σιγὰ τὴν ἀποχώρησή του. Ὑποχρεώσεις δὲν εἶχε· οἱ γονεῖς του εἶχαν πεθάνει καὶ τ᾿ ἀδέλφια του εἶχαν τὶς οἰκογένειές τους. Ἐνημέρωσε τὸν κύριο Νῖκο γιὰ τὰ σχέδιά του καὶ δὲν πείστηκε νὰ παραμείνει, παρὰ τὴν πρόταση νὰ γίνει μέτοχος καὶ δευθύνων σύμβουλος σὲ κάποιαν ἀπὸ τὶς ἑταιρεῖες ποὺ θὰ ἐξαγόραζαν γιὰ νὰ τὴ βάλουν στὸ χρηματιστήριο ἀργότερα.

«Ξέρεις πόσο ἀγαπῶ ἐσένα καὶ τὴν ἑταιρεία, Νῖκο μου», τοῦ ἀπάντησε. «Δὲν εἶμαι πιὰ γιὰ τέτοια. Οὔτε ἀρκετές δυνάμεις ἔχω, οὔτε κίνητρο.»

Ἔμεινε στὴν ἑταιρεία μ᾿ ἕναν τιμητικὸ τίτλο: «Σύμβουλος  Διευθύνσεως». Χωρὶς καμιὰ διοικητικὴ ἁρμοδιότητα. Κυρίως – αὐτὸ ποὺ τὸν ἔνοιαζε περισσότερο – χωρὶς καμιάν εὐθύνη. Μέχρι νὰ συνταξιοδοτηθεῖ.

Μοιραῖα ὁ κλῆρος ἔπεσε στὸν Λεονάρδο. Ἧταν ὁ ἀμέσως ἑπόμενος στὴν ἱεραρχία τῆς ἑταιρείας, εἶχε ἀποδείξει – καὶ μάλιστα στὰ δύσκολα – τὶς ἱκανότητές του, ἦταν νέος καὶ – τὸ βασικὸ – τὸ ἤθελε πολύ.

Ὁ Ἀδαμαντιάδης ἐνημέρωσε τὸν Λεονάρδο γιὰ τὶς ἐξελίξεις καὶ τοῦ μετέφερε τὴν πρόταση τοῦ ἀφεντικοῦ. Ὁ Λεονάρδος τὴν δέχτηκε χωρὶς δεύτερη κουβέντα καὶ σύντομα ξεκίνησαν οἱ διαδικασίες γιὰ τὴν δημιουργία μιᾶς νέας ἑταιρείας, ποὺ θὰ γινόταν ὄχημα ἐξαγορᾶς ἄλλων ἑταιρειῶν καὶ εἰσαγωγῆς τους στὸ χρηματιστήριο. Μὲ ἀχυράνθρωπο – βασικὸ μέτοχο καὶ διευθύνοντα σύμβουλο – τὸν Λεονάρδο.

Πρὶν ὁλοκληρωθοῦν οἱ διαδικασίες ἔγινε τὸ κράχ τοῦ Σεπτέμβρη τοῦ ἐνενηνταεννιά. Ἦταν σημαντικὸ τὸ πλῆγμα, ἀλλὰ δὲν πτοήθηκαν. Ὁ κύριος Νῖκος ἔβγαλε πολλὰ κέρδη ξαναγοράζοντας – κοψοχρονιὰ – τὸ πλειοψηφικὸ πακέτο μετοχῶν τῆς ἑταιρείας. Αὐτές ποὺ εἶχε μοσχοπουλήσει ὅταν τὸ χρηματιστήριο ἦταν στὰ πάνω του.

Ὁ Λεονάρδος κλονίστηκε, ἀλλὰ δὲν ὰπογοητεύτηκε. Κατάλαβε ὅτι ἔτσι παιζόταν τὸ παιχνίδι. Φουσκώνουμε καὶ μοσχοπουλᾶμε – ξεφουσκώνουμε κι ἀγοράζουμε κοψοχρονιά. Στὴν ἑπόμενη παρτίδα τοῦ παιχνιδιοῦ θὰ ἦταν κι αὐτὸς μὲ τοὺς κερδισμένους, ὅπως ἦταν τώρα ὁ κύριος  Νῖκος. Κι αὐτὴ ἡ παρτίδα δὲν θ᾿ ἀργοῦσε. Περίμεναν ὅλοι πῶς καὶ πῶς τοὺς Ὀλυμπιακοὺς τοῦ 2004 μὲ τά μεγάλα δημόσια ἔργα, τὴν «ἀτμομηχανὴ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς χώρας», ὅπως ἔλεγαν τὰ παπαγαλάκια. Μὲ κερασάκι στὴν τούρτα τὸ κοινό εὐρωπαϊκὸ νόμισμα, τὸ Εὐρώ. Μ᾿ αὐτὲς τὶς προσδοκίες, λίγους μῆνες μετὰ τὸ στραπάτσο τοῦ χρηματιστηρίου, οἱ Ἕλληνες ξανάβγαλαν πρωθυπουργὸ τὸν Σημίτη. Ἔστω καὶ μὲ ὁριακὴ πλειοψηφία.

Ὁ Λεονάρδος μπῆκε στὸ παιχνίδι ψυχῇ τε καὶ σώματι. Μὲ τὶς γνωριμίες ποὺ εἶχε, ἄρχισε νὰ μπαίνει καὶ σὲ ἄλλους χώρους.  Βασικὸς στόχος ἦταν οἱ Ὀλυμπιακοὶ τοῦ 2004. Βέβαια, τὰ φιλέτα ἦταν καπαρωμένα. Τὸ μόνο ποὺ μπόρεσαν νὰ πάρουν ἦταν κάποιες ὑπεργολαβίες σὲ ἔργα ποὺ  σχετίζονταν μὲ τὸν ἠλεκτρονικὸ ἐξοπλισμὸ καὶ τὴν πληροφορική.  Καλὲς ἦταν κι αὐτές, ὄχι μόνο γιὰ τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς νέας ἑταιρείας ἐν ὄψει τῆς εἰσαγωγῆς της στὸ χρηματιστήριο, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ παίρνει τὰ πάνω του. Τώρα ἦταν ἡ κατάλληλη εὐκαιρία γιὰ τὴν εἰσαγωγή. Ὁ κύριος Νῖκος ἦταν ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὴ νέα ἐπιτυχία τοῦ Λεονάρδου καὶ δὲν τοῦ τό ᾿κρυψε.

«Σὲ συγχαίρω γιὰ τὴν ἐπιτυχία σου. Ὅμως τὰ κέρδη ποὺ βγάλαμε ἀπὸ τὶς νὲες δραστηριότητες εἶναι ψίχουλα, μπροστά σ᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς περιμένουν στὸ χρηματιστήριο. Sky is the limit! Τώρα ἔχουμε μπροστά μας μιὰ καινούργια πρόκληση, νὰ πουλήσουμε τὴ νέα ἑταιρεία, δηλαδὴ ἐσένα, στὸ χρηματιστήριο. Εἶναι τελείως διαφορετικὸ περιβάλλον, ἀλλὰ εἶμαι σίγουρος πὼς θὰ τὰ καταφέρεις. Ἔχεις τὶς ἱκανότητες. Ἐγὼ ἁπλῶς θὰ σοῦ διδάξω πῶς νὰ κινεῖσαι σ᾿ αὐτοὺς τοὺς χώρους.»

Ἄρχισε ἡ ταχύρρυθμη ἐκπαίδευση. Πρῶτα τὸ ντύσιμο. Ὄχι ἕτοιμα κοστούμια, οὔτε κἂν οἱ ἀκριβὲς μάρκες. Μόνο ραμένα ἀπὸ τοὺς καλύτερους ράφτες. Ποὺ σὲ δέχονται μόνο ἂν πᾶς συστημένος.

Μετὰ τὶ πίνουμε. «Ὄχι μπλάκ λέιμπελ ποὺ πίνουν οἱ λαχαναγορίτες στὰ σκυλάδικα. Μόνο μώλτ. Μὲ τὴ σωστὴ προφορά, ὄχι μάλτ ποὺ τὸ λένε οἱ βλάχοι.»

Τὰ ἴδια καὶ μὲ τὸ κάπνισμα. Μόνο ποῦρα Ἁβάνας. Κι αὐτὰ μὲ τὴ σωστὴ προφορά. «Παρταγάς, ὄχι Παρτάγκας ποὺ λένε οἱ ἄσχετοι». Ἔμαθε καὶ τὰ γαλλικὰ κρασιά, μὲ τί φαγητὸ ταιριάζει τὸ καθένα καὶ τί μπουκέτο ἀρωμάτων βγάζει.

Μ᾿ αὐτὰ τὸν ἔχασε στὸ σπίτι του. Γύριζε πολὺ ἀργά, μόνο γιὰ ὕπνο. Γιὰ νὰ μήν ξυπνάει τὴν Ἀλεξάνδρα κοιμόταν στὸν ξενώνα. Κάποιες φορές, ὅταν εἶχε βραδυνές συναντήσεις σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ μεγάλα ξενοδοχεῖα τοῦ κέντρου, κοιμόταν ἐκεῖ· δὲν ἄντεχε νὰ γυρίσει στὸ Ντράφι.

Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε τὴν ἐρωτικὴ σχέση του μὲ τὴν Τάνια, τὴ γραμματέα του. Μιὰ πανέξυπνη, εὐπαρουσίαστη εἰκοσιοχτάχρονη. Τόσες φορές ποὺ ἔμεναν ἀργὰ στὸ γραφεῖο, δὲν ἤθελε καὶ πολὺ γιὰ νὰ συμβεῖ.

Ὁ Ἀδαμαντιάδης, ποὺ τὰ μάθαινε ὅλα, τὸν ἔπιασε κατ᾿ ἰδίαν.

«Τί ἔγινε, ρὲ κουμπάρε; Ξέχασες τί ἔλεγε ὁ παπποῦς;»

«Τώρα εἶμαι ἀφεντικὸ καὶ κανονίζω ἐγὼ τοὺς κανόνες τοῦ παιχνιδιοῦ», ἀπάντησε ὁ Λεονάρδος.

Βλέποντας τὴν ἔπαρσή του ὁ Ἀδαμαντιάδης ἄλλαξε τόνο.

«Ἐντάξει. Δὲν εἴπαμε νὰ μήν πηδήσεις. Ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ χαλάσεις τὸ σπίτι σου.»

Μὲ τὴν κουβέντα πάντως τὸν κατάφερε – ἦταν καὶ τὸ παιδὶ στὴ μέση – νὰ κάνει μιὰ προσπάθεια ἐπαναπροσέγγισης μὲ τὴν Ἀλεξάνδρα. Ἔτσι πῆγαν οἱ δυό τους ἕνα Σαββατοκύριακο στὴ Τζιὰ μὲ τὸ ἱστιοφόρο. Στὸ ἀγαπημένο τους ἥσυχο λιμανάκι· ἐκεῖ ποὺ εἶχαν πάει τὸ πρῶτο τους ταξίδι πρὶν ἀπὸ μιὰ δεκαετία. Τώρα ὅμως ἦταν τελείως διαφορετικά. Ἦταν γεμάτο ἀπὸ θηριώδη φουσκωτὰ καὶ ταχύπλοα, ἐνῶ τὰ τζέτ σκὶ χαλοῦσαν τὸν κόσμο μὲ τὸν σαματὰ καὶ τ᾿ ἀπόνερά τους.

Τὸ βράδυ, ὅταν πῆγαν ν᾿ ἀράξουν στὸ κεντρικὸ λιμάνι, δὲν βρῆκαν χῶρο στὸ μῶλο καὶ φουντάρισαν ἀρόδου. Βγῆκαν στὴν παραλία μὲ τὸ μικρὸ φουσκωτὸ τοῦ σκάφους καὶ τράβηξαν γιὰ τὴν ψαροταβέρνα τοῦ καπτα-Γιάννη. Εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ τὴν γνωρίσουν. Ἐκεῖ ποὺ ἦταν τὸ παλιό, πέτρινο ταβερνάκι εἶχε φτιαχτεῖ ἕνα μεγάλο τσιμεντένιο μαγαζὶ μὲ τζαμαρίες, μπλὲ καρεκλοτράπεζα καὶ κακόγουστη διακόσμηση μὲ κρεμασμένα στοὺς τοίχους δίχτυα, πλαστικὰ ψάρια καὶ ψεύτικους ἀστακούς. Ἀπ᾿ ἔξω, στερεωμένη στὴν ἀκριανὴ κολώνα τῆς πρόσοψης, ἡ κομένη πλώρη ἑνὸς ψαράδικου τρεχαντηριοῦ· καὶ παραδίπλα, θλιβερὸ συμπλήρωμα στὸ ντεκόρ, ὁ καπτα-Γιάννης.

«Τὸ μαγαζὶ τό ᾿δωσα στὰ παιδιά», τοὺς εἶπε ὅταν τὸν ρώτησαν γιὰ τὶς ἀλλαγές. «Τὸ καΐκι τό ᾿κοψα. Εἶχαν λιγοστέψει τὰ ψάρια, γέρασα κι ἐγώ. Μὲ τὴν ἀποζημίωση φτιάξαμε τὸ μαγαζὶ. Κράτησα τὴν πλώρη νὰ τὸ θυμᾶμαι. Γιὰ τὶς φουρτοῦνες ποὺ τραβήξαμε καὶ μ᾿ ἔβγαλε παλληκάρι».

Εἶχε ἀλλάξει καὶ τὸ μενοῦ. Τότε εἶχε πεντανόστιμες κακκαβιὲς μὲ ταπεινά, ἀλλὰ φρεσκότατα ψάρια· λύχνους, σκορπίνες, σαλούβαρδους κι ὅ,τι ἄλλα  πετρόψαρα ἔπιανε ὁ καπτα-Γιάννης. Κι εὐωδιαστὲς τηγανιὲς μὲ γόπες καὶ σαφρίδια, ὅποτε ἡ ψαριὰ εἶχε ἀφρόψαρα. Τώρα τὸ κατάστημα σέρβιρε αὐτὰ ποὺ ζητοῦσε ἡ σκαφάτη πελατεία του: ἀστακομακαρονάδες καὶ ἀκριβὰ ψάρια – φαγκριά, συναγρίδες, μπαρμπούνια – ἀγορασμένα ἀπὸ τὴν ψαραγορὰ τοῦ Λαυρίου.

Ὅσο κι ἂν προσπάθησαν νὰ φτιάξουν ἀτμόσφαιρα, τίποτα δὲν ἦταν ὅπως τότε. Ὅλα εἶχαν ἀλλάξει, μὰ πιὸ πολὺ οἱ ἴδιοι.

Καὶ ξαναγύρισαν στὰ ἴδια. Ἡ Ἀλεξάνδρα στὴ ρουτίνα τοῦ ἰατρείου της κι ὁ Λεονάρδος στὸν πυρετὸ τοῦ χρηματιστηρίου. Εἶχε πιὰ μπεῖ γιὰ τὰ καλὰ στὰ κόλπα κι ἔπαιζε, πάντα σὲ συνεννόηση μὲ τὸν Νῖκο – τώρα εἶχε ἀποκτήσει κι αὐτὸς τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ μιλᾶ στὸν ἑνικὸ – ὄχι μόνο μὲ τὶς μετοχές τῶν ἑταιρειῶν τοῦ ὁμίλου, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλες, ὅταν εἶχαν σίγουρη πληροφόρηση.

Ἦταν μιὰ κατάσταση χαοτική. Οἱ ἐπενδύσεις τους ἔδειχναν μεγάλα κέρδη· βέβαια, ὅσο ἀνέβαινε ἡ τιμὴ τῶν μετοχῶν τους. Στὴν οὐσία ἦταν ἀέρας κι ὄχι λεφτά στὸ ταμεῖο. Μὲ τὰ «κέρδη» αὐτά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς γνωριμίες τοῦ Γεωργίου, δανείζονταν ἀπὸ τὶς τράπεζες κι ἀγόραζαν νὲες ἑταιρεῖες· γιὰ νὰ τὶς βάλουν στὸ χρηματιστήριο. Ἔκαναν τὶς ἀγορές σὲ φουσκωμένες τιμὲς καὶ οἱ ἐξαγοραζόμενοι ἔπαιρναν τὸ ἀντίτιμο σὲ φουσκωμένες μετοχές ἄλλων ἑταιρειῶν τοῦ ὁμίλου. Φαῦλος κύκλος.

Εἶχαν μεθύσει ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία. Ἔκαναν τὰ πιὸ παράλογα ἔξοδα. Ὁ Νῖκος ἀγόρασε ἑλικόπτερο γιὰ νὰ πηγαίνει πιὸ γρήγορα στὸ ἐξοχικό του στὴ Μύκονο ἢ σὲ ἄλλα νησιά. Καὶ νοίκιαζε λήαρ τζέτ γιὰ νὰ πηγαίνει στὸ ἐξωτερικό.

Ὁ Λεονάρδος ἀγόρασε ἕνα μεγάλο κρούιζερ. Τὸ ἱστιοφόρο ἦταν τώρα πολὺ ἀργὸ  γιὰ τοὺς ρυθμοὺς του. Ὅσο γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὴν Τάνια, σταμάτησε νὰ κρατάει τὰ προσχήματα καὶ ζήτησε διαζύγιο ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρα. Προσφέροντάς της, μάλιστα, πολὺ δελεαστικὰ ἀνταλλάγματα· τὸ σπίτι στὸ Ντράφι καὶ μιὰ καθόλου εὐκαταφρόνητη διατροφή. Ἐπὶ πλέον ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ παιδιοῦ· τὰ καλύτερα ἰδιωτικὰ σχολεῖα  στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ – ἀπὸ δημοτικὸ μέχρι πανεπιστήμιο – τὰ καλύτερα ροῦχα, ταξίδια, ψυχαγωγία καὶ ὅ,τι ἄλλο χρειαστεῖ. Ἡ Ἀλεξάνδρα ἀρνήθηκε πεισματικά· κι ἄρχισαν νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ ἐξώδικα.

Ἡ ἰλιγγιώδης ἄνοδός τους δὲν κράτησε πολύ. Ρίχνοντας ὅλο τους τὸ βάρος στὸ χρηματιστήριο, δὲν ἔδωσαν τὴν πρέπουσα προσοχὴ στὴν καθημερινότητα τῆς ALEX MEDICAL, τῆς ἑταιρείας ποὺ ἦταν ἡ βάση τοῦ ὁμίλου. Ὁ Ἀδαμαντιάδης, βλέποντας πὼς κανένας ἀπὸ τοὺς δυὸ δὲν ἄκουγε τὶς συμβουλές του, σταμάτησε νὰ τοὺς ἐνοχλεῖ. Ἐξακολουθοῦσε μόνο νὰ κρατάει, μὲ τὴν ὑπευθυνότητα ποὺ πάντα τὸν διέκρινε, τὸ μαῦρο ταμεῖο, αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦσαν συνθηματικά «ἐνδοφλέβια».

Μετὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἡ κατάσταση τῶν νοσοκομείων ἄρχισε νὰ χειροτερεύει. Τὰ χρέη τους ἄρχισαν νὰ συσσωρεύονται καὶ οἱ πληρωμές νὰ καθυστεροῦν γιὰ μῆνες. Μερικὰ νοσοκομεῖα μάλιστα ἔκαναν πάνω ἀπὸ χρόνο γιὰ νὰ ἐξοφλήσουν  τὸ κάθε τιμολόγιο. Οἱ ἑταιρεῖες ποὺ προμήθευαν τὰ νοσοκομεῖα ἄρχισαν νὰ στεγνώνουν ἀπὸ ρευστότητα καὶ κάποιες μικρότερες ἀναγκάστηκαν νὰ κλείσουν.

Στὴν ALEX MEDICAL ἀρχικὰ ἀντιμετώπισαν τὸ πρόβλημα μὲ δανεισμό ἀπὸ τὶς τράπεζες, βάζοντας ἐνέχυρο τὰ ἀνεξόφλητα τιμολόγια τῶν νοσοκομείων. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἦταν τὸ μόνο πρόβλημα ποὺ ἀντιμετώπιζαν. Μὲ τὰ αὐξημένα ἔξοδα δανεισμοῦ ἄρχισαν νὰ πέφτουν τὰ κέρδη καὶ συνακόλουθα ἡ τιμὲς τῶν μετοχῶν τῶν ἐταιρειῶν τοῦ ὁμίλου. Κάτι σὰν χιονοστιβάδα. Ξαφνικὰ ἡ χρηματιστηριακὴ ἀξία τῶν ἑταιρειῶν βρέθηκε κάτω ἀπὸ τὸ συνολικὸ ὕψος τῶν δανείων. Οἱ τράπεζες σταμάτησαν νὰ τοὺς δανείζουν καὶ οἱ ἑταιρεῖες τοῦ ὁμίλου χρεοκόπησαν ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη. Οἱ ἐργαζόμενοι βρέθηκαν στὸ δρόμο καὶ ὁ Νῖκος μὲ τὸν Λεονάρδο μὲ κατασχέσεις ὁλόκληρης τῆς περιουσίας τους, κινητῆς καὶ ἀκίνητης. Μετὰ δὲ τὴ δημοσιότητα ποὺ ἀκολούθησε, βγῆκαν ἐντάλματα σύλληψης καὶ γιὰ τοὺς δυό.

Ὁ Νῖκος δὲν ἄντεξε. Ἔπαθε ἕνα βαρὺ ἐγκεφαλικὸ καὶ πέθανε στὸ νοσοκομεῖο μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες.

Ὁ Λεονάρδος βρέθηκε στὸν Κορυδαλλό. Μὲ βαριὲς κατηγορίες γιὰ ἀπάτη. Κατάφερε νὰ βγεῖ μετὰ ἀπὸ ἑνάμιση χρόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἀδαμαντιάδη, πού, στὴν κατάθεσή του, ἔριξε ὅλα τὰ βάρη στὸν Νῖκο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς αὐτὸν δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν δικάσουν πιὰ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν.

Ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸν Κορυδαλλὸ ὁ Λεονάρδος εἶχε γεράσει δέκα χρόνια. Ἡ Ἀλεξάντρα δὲν τὸν δέχτηκε, οὔτε τὸν ἄφησε νὰ δεῖ τὸ παιδί. Ἡ Τάνια ἐξαφανισμένη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή. Μόνο ὁ Ἁδαμαντιάδης τοῦ στάθηκε. Τοῦ πρότεινε μάλιστα νὰ πάει νὰ μείνει μαζί του στὸ Δασκαλειό.

«Τί νὰ κάνουμε δυὸ μαγκούφηδες, ρὲ κουμπάρε;» τοῦ ἀπάντησε. «Νὰ θυμόμαστε τὰ παλιὰ καὶ νὰ κλαῖμε τὴ μοίρα μας;»

Τὸν περιμάζεψε ἡ ἀδελφή του στὴ Σύρα. Τὴν εἶχε προικήσει καλὰ ὅταν παντρεύτηκε. Ἔφτιαξε τὸ πατρικὸ τους καὶ τῆς τὸ ἄφησε ὁλόκληρο· γιὰ νὰ γηροκομήσει τὴ μάνα τους. Καὶ – τότε ποὺ ἦταν στὰ πάνω του – ἀγόρασε ταξὶ στὸ γαμπρό του, ὅταν αὐτὸς ἔμεινε ἄνεργος.

Ἔμεινε στὸ δωμάτιο τῆς μάνας του, ποὺ – εὐτυχῶς – εἶχε πεθάνει πρὶν τὰ κακὰ ποὺ τὸν βρῆκαν.  Στὸν τοῖχο, κάτω ἀπὸ τὴ φωτογραφία του, ἡ μάνα εἶχε κρεμάσει τὸ παλιό του μπαγλαμαδάκι. Κάποια ἀπογεύματα τό ᾿παιρνε κι ἔβγαινε στὸ αὐλιδάκι, μπρὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιο. Ἔπαιζε γλυκά, παραπονιάρικα, χωρὶς νὰ δίνει σημασία στοὺς περαστικοὺς ποὺ τὸν χάζευαν καὶ στοὺς τουρίστες ποὺ τὸν τραβοῦσαν μὲ τὶς κάμερες. Μονάχα, ὅποτε ἔβλεπε νὰ περνᾶ κανένα κορίτσι στὴν ἡλικία τῆς κόρης του, πετάριζε ἡ καρδιά του.

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

κύριος Νῖκος: τὸ ἀφεντικό· διευθύνων σύμβουλος τῆς φαρμακευτικῆς ἑταιρείας Alex Medical Greece.

Γεράσιμος ἢ παππούς: παπποῦς τοῦ Νίκου, αἰγυπτιώτης μὲ κεφαλονίτικες ρίζες.

Λεονάρδος: διευθυντὴς τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς  Alex Medical Greece.

Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης: διευθυντὴς μάρκετινγκ τῆς  Alex Medical Greece.

Γιάνκος Ἀδαμαντιάδης: πατέρας τοῦ Χρήστου

Παῦλος Γεωργίου: διευθυντὴς στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece, στέλεχος τῆς Νέας Δημοκρατίας, ἀργότερα βουλευτής.

Ἰσαβέλλα: κόρη στενοῦ φίλου τοῦ κυρίου Νίκου, φίλη τοῦ Λεονάρδου.

Χουὰν Σαλίνας: Ἀμερικανὸς – μεξικανικῆς καταγωγῆς – σύμβουλος ἐπιχειρήσεων. Ἀνέλαβε τὴν ἀναδιοργάνωση τῆς Alex Medical Greece.

Ἀλεξάνδρα: Σύζυγος τοῦ Λεονάρδου.

Ἄλκηστις: Κόρη τοῦ Λεονάρδου καὶ τῆς Ἀλεξάνδρας.

Τάνια: Γραμματέας καὶ ἐρωμένη τοῦ Λεονάρδου.

76 Σχόλια to “Κολοκυθομέλτεμο, η συνέχεια (ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)”

  1. leonicos said

    τελικὰ ἀπραγματοποίητο, λόγῳ καιροῦ – μίτινγκ ἐν πλῷ.

    ἀπραγματοποίητο

  2. leonicos said

    Μονάχα ποῦ καὶ ποῦ τοὺς ξέφευγε ἕνας ἀναστεναγμός. Γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἢ γιὰ τὴν Πόλη.

    Απολύτως κατανοητό. Για την Πόλη δυο, για την Αντιγόνη τρεις, για την Αλεξάνδρεια τέσσερεις αναστεναγμοί

  3. leonicos said

    Αλλά στην Πόλη μπορείς να ξαναπάς και να ξαναπάρεις ό,τι έχασες σε ακίνητα

  4. spiral architect 🇰🇵 said

    Πονηρέ Μαρτίνε, το σενάριο είναι ξεπατικωμένο από την υπόθεση Alapis. 😉
    Εν πάαει περιπτώσει για πρωινό Κυριακής παρέα με το καφεδάκι ήταν ό,τι έπρεπε.
    Με το καλό και άλλα.

  5. leonicos said

    Τι θα γίνει μ’ εσάς;

    Καά καλημέρα δνε θ α πέσει;

  6. Καλημέρα

    Δημήτρη πολύ καλό κι ευκολοδιάβαστο, το πήγα μονορούφι. Μερικά από αυτά που γράφεις σίγουρα θα θυμίζουν σε πολλούς, πολλά.

    Θα σταθώ στην τελευταία παράγραφο, για το πόσο άλλαξαν γραφικά μέρη από την τουριστικοποίηση… εχοντας ζήσει από κοντά την τσιμεντοποίηση της Βάρκιζας αρχές του 60 και τον εξευρωπαϊσμό του Πόρου τέλη του 70 (με τις κουτσομουρίτσες της χήρας και την κοτουκοψαροταβέρνα στο τέρμα προς τα σκουπίδια – όπου έμαθα να τρώω ανάλατα χόρτα και σαλάτες κερδίζοντας κρυφές γεύσεις ) αισθάνομαι τυχερός που στο μέτρο του δυνατού διατηρούνται κάποια πράγματα στη θερινή διαμονή μου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι «ερασιτέχνες» ψαράδες με τα τζιπιές σταμάτησαν να ψαρεύουν συναγρίδες γιατί δεν τις τρώνε πια στα μαγαζιά, έμαθε ο κόσμος πως ο μπακαλιάρος από τα βαθιά, ψημένος από μάστορα για να μην γίνει νιανιά και ο ψημένος σκορπιός είναι πολύ νοστιμότεροι

  7. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ ᾿μένα.

    Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ πρῶτα σχόλια.

    Ἕνας-ἕνας μὴ σπρώχνεστε. 🙂

  8. Γς said

    Καλημέρα
    Το διάβασα
    Σκέφτομαι

  9. Γς said

    Λίγο αγχωμένο στις περιγραφές

    Σαν ριπόρτο

  10. leonicos said

    Για νε είμαι ειλικρινής αλλά όχι ευγενής

    Είναι καλογραμμένο

    αλλά

    δεν κατάλαβα ΓΙΑΤΙ γράφτηκε.

    Έχει κομμάτια που μπορούσαν, με άλλο χειρισμό, να γίνουν αυτοτελή διηγήματα. Όλα αυτά τα ‘επιχειρησικά’ συννεφιάζουν το τοπίο, μάλλον πέφτουν πάνω στα καλά κομάτια και τα εξαφανίζουν.

    Ζητώ συγγνώμη από τον Μαρτίο, που αγαπώ κι εκτιμώ πολύ, και απο το Ιστολόγιο γενικά, που δεν ‘ενθουσιάστηκα’. Αν αντιλαμβάνεται ότι μιλάω με αγάπη, θα με συγχωρήσει. Αν όχ, ας με συγχωρήσει και πάλι

  11. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια.

    Ἐκτιμῶ ἰδιαίτερα κάποια, ὅπως τὸ #10 τοῦ Λεώνικου, ἐπειδὴ εἶναι εἰλικρινῆ καὶ δὲν κανακεύουν τὴν ματαιοδοξία μου.

    Προσπάθησα νὰ δώσω μιὰν εἰκόνα τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητας, ὅπως τὴν ἔζησα στὸν ἐπαγγελματικό μου χῶρο.

    Μπορεῖ κάποιες λεπτομέρειες νὰ εἶναι περιττές. Γι᾿ αὐτὸ θέλω σχόλια σὰν κι αὐτό.

    Μὲ βοηθοῦν νὰ βελτιώνομαι.

  12. Πέπε said

    Καλημέρα.

    > > Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιευετεί όχι μονοκοπανιά αλλά σε τρία μέρη, όμως εγώ τον απέτρεψα και τάχθηκα υπέρ της ενιαίας δημοσίευσης. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, εσείς θα πείτε.

    Ωχ! Καλά αρχίσαμε…

    Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, και μόνον, δεν έκανεςς καλά Νίκο. Η λογοτεχνική ανάγνωση σε οθόνη μού φαίνεται εντελώς ανοίκεια και με κουράζει, οπότε όσο μικρότερη η δόση τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να τη διαβάσω. Και δεν είναι αυτή καθαυτή η οθόνη, ως αντικείμενο, που μου φταίει: Αρχεία πδφ από κανονικά βιβλία, μια χαρά τα διαβάζω. Ό,τι όμως είναι πληκτρολογημένο κατευθείαν για οθόνη, με άλλους «τυπογραφικούς» (ας τους πούμε) κώδικες-(γραμματοσειρές, παράγραφοι, μήκος αράδας, στοίχηση κλπ.- με ξενίζει και με δυσκολεύει.

    Πέραν αυτών, το διήγημα είναι πολύ καλοδεχούμενο και ευχαριστούμε και τους δυο σας που μας το προσφέρετε. Θα κάνω την προσπάθειά μου εντός της ημέρας και βλέπουμε.

    ___________________

    > > Πονηρέ Μαρτίνε… (#4)

    Αλήθεια Δημήτρη, συνήθως σε φωνάζουν «κύριε Μαρτίνε» ή «κύριε Μαρτίνο»; Εσένα το προσωπικό σου σωστό πώς είναι; Πώς συνηθίζεται στο νησί και πώς στην πολιτεία;

  13. Να πω την αμαρτία μου; Αυτές οι τοιχογραφίες της μεταπολίτευσης μου φαίνονται υπερβολικά διδακτικές. Ντε και καλά να μεταδοθεί το απόσταγμα της εμπειρίας και της άποψής μας, να το πω έτσι, με όλο το σεβασμό.
    Μ’ άλλα λόγια, όπως λέει ένας φίλος:

    Αν ήμουν ο συγγραφέας, θα το ξανάγραφα ξεκινώντας από την τελευταία φράση.

  14. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    12 Όμως αυτό ισχύει για κάθε λογοτέχνημα -και έχουν εδώ δημοσιευτεί και εκτενέστερα. Και έχεις δίκιο για την παρουσίαση, ότι είναι απωθητική.

    11 Κι εγώ έτσι το εξέλαβα («εἰκόνα τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητας, ὅπως τὴν ἔζησα στὸν ἐπαγγελματικό μου χῶρο») και από την άποψη αυτή το διάβασα με ενδιαφέρον και βρήκα πως ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου.

  15. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καινούργια σχόλια.

    @12 (τέλος). Πέπε, ἀκούω καὶ στὰ δυό.

    @13. Δύτα, σ᾿ εὐχαριστῶ.

    Ὅπως εἶπα καὶ στὸν Λεώνικο, τέτοια κριτικὴ εἶναι εὐπρόσδεκτη.

    Τί νὰ κάνουμε ὅμως;

    Κάθε πουλάκι μὲ τὴ λαλιά του χαίρεται, ποὺ λένε κὰ στὸ χωριό μου. 🙂

  16. Δεν μ’ αρέσει (όχι πάντα) να γίνομαι κακός. Και έχω το κουσούρι του κριτικού, που δεν μπορεί να γράψει (τελευταίες προσπάθειες πριν από είκοσι-εικοσιπέντε χρόνια).

  17. Σκέφτομαι ότι ενώ σα διήγημα μου βγάζει περισσότερο σε επίδειξη εμπειρίας, να το πω έτσι, θα έστεκε πολύ ωραία σα μυθιστόρημα, αν είχες το κουράγιο να το φτιάξεις.

  18. Ο επαγγελματίας γράφει για να αρέσει το γραφτό του στους άλλους. Ο ερασιτέχνης δεν έχει τέτοιες δεσμεύσεις..

  19. sarant said

    17 Σωστή παρατήρηση. Στους χώρους που δίνει το μυθιστόρημα ταιριάζουν πολύ περισσότερο οι παρατηρήσεις του συγγραφέα.

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @17. Στὰ περσινὰ σχόλια (γιὰ τὸ ἀρχικὸ διήγημα) εἶχα γράψει σχετικά:

    » Δυὸ λόγια γιὰ τὸ διήγημα.

    Πρῶτα γιὰ τὸ μέγεθος.
    Προσπάθησα νὰ τὸ κρατήσω σὲ λογικὸ μέγεθος (γύρω στὶς 2500 λέξεις) γιὰ νὰ εἶναι εὐκολοδιάβαστο. Ἔτσι ἔδωσα τοὺς χαρακτῆρες μὲ ἁδρὲς πινελιές, χωρὶς πολλὲς λεπτομέρειες.
    Ἂν ἔκανα πλήρη ἀνάπτυξη θὰ ᾿βγαινε πολὺ μεγάλο (διπλάσιο ἤ τριπλάσιο). Ἐπίσης παρέλειψα κι ἄλλα γεγονότα καὶ πρόσωπα ποὺ εἶχα φανταστεῖ ἀρχικά.
    Ἡ ἰδέα καὶ τὸ ὑλικὸ θὰ ἔφταναν γιὰ νουβέλα ἢ μικρὸ μυθιστόρημα, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ κότσια γιὰ τέτοιες ἀναμετρήσεις.

  21. Πέπε said

    14
    Ναι, για κάθε λογοτέχνημα το λέω.

  22. Χαρούλα said

    Μεγάλο, αλλά ευκολοδιάβαστο. Σύνοψη της ελληνικής πραγματικότητας 3-4 δεκαετιών. Ίσως επειδή της βίωσα, μου φάνηκε πολύ ωραίο. Κριτικός δεν είμαι, σίγουρα δεν είναι «υψηλή» λογοτεχνία, αλλά ένα καθημεριν κελαριστό ρυάκι που κάθεσαι δίπλα, αναπολείς και σκέφτεσαι. Ευχαριστώ.

  23. ΣΠ said

    Εγώ διαβάζοντάς το το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι θα μπορούσε να είναι η βάση για το σενάριο μιας πολύ καλής τηλεοπτικής μίνι-σειράς 6-8 επεισοδίων.

  24. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @22. Χαρούλα, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.

    @23. Σταῦρο, δὲν ἔχω τέτοιες βλέψεις.

    Ἦταν μιὰ ἀπόπειρα νὰ ξεφύγω λιγάκι ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔγραφα μέχρι τώρα.

    Ἄφησα γιὰ λίγο τὴ νησιώτικη ἠθογραφία καὶ καταπιάστηκα μὲ κάτι πιὸ ἀστικό.

    Δὲν ξέρω ποῦ θὰ μὲ φέρουν τὰ ἑπόμενα γραψίματά μου. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς καιροὺς ποὺ θὰ φυσήξουν μέσα μου.

  25. sarant said

    24 Δημήτρη, να σε ευχαριστήσω για το διήγημα!

  26. ΚΑΒ said

    Καλησπέρα.
    Παρά τις συστάσεις του γιατρού το διάβασα, τμηματικά εννοείται. Το τέλος μου φάνηκε σαν να θέλαμε να τελειώσουμε. 30 χρόνια: κόποι και άνοδος, πλουτισμός και ψεύτικη ευδαιμονία, παρακμή. Πού είναι ο παππούς;

    έσβυνε. Γιατί;

  27. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @25. Νικοκύρη, μὲ τὴ σειρά μου νὰ σ᾿ εὐχαριστήσω γιὰ τὴ φιλοξενία καὶ γιὰ τὸ βῆμα ποὺ μᾶς δίνεις γιὰ νὰ ἐκφραζόμαστε.

    @26. ΚΑΒ, σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σου νὰ τὸ διαβάσεις, παρὰ τὸ πρόβλημα τῶν ματιῶν σου. Μὲ τὴν εὐκαιρία σοῦ εὔχομαι γρήγορη καὶ πλήρη ἀποκατάσταση τῆς ὅρασής σου.

    Ἔχεις δίκιο γιὰ τὸ τέλος. Προσπάθησα νὰ συντομεύσω, ἐπειδὴ θὰ γινόταν πολὺ μεγάλο.

    Ὁ παπποῦς πέθανε τὸ ᾿86 (στὴ μέση τοῦ 2ου κεφαλαίου.

    Τί ἐννοεῖς μὲ τὸ «έσβυνε. Γιατί;»

  28. ΣΠ said

    27
    Μάλλον εννοεί την ορθογραφία. Γράφεται «έσβηνε».

  29. Γειά σας. Πρωινός-πρωινός σήμερα 🙂

    Δημήτρη, παρά τον όγκο του το βρήκα κάπως βεβιασμένο. Μάλλον ήθελε ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη, που θα το καθιστούσε όμως μη δημοσιεύσιμο, εκτός και πήγαινε σε περισσότερες συνέχειες. Και σίγουρα με στένεψε το αστικό θέμα. Μου έλειψε ο θαλασσινός αέρας των προηγούμενων γραφτών σου.

  30. ΚΑΒ said

    27.Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές.

    Για τον παππού εννοούσα πού είναι να κρατάει τα γκέμια ή, διαφορετικά, να τραβά τα μαλλιά του, αν είχε βέβαια ακόμη.

    Είχα συμπαθήσει τον Λεονάρδο, αλλά με απογοήτευσε.

    Το κομμάτι για το ταξίδι στην Αμερική και τις διαφοροποιήσεις στο νησί-λιμάνι και ταβέρνα- μου άρεσαν.

  31. Να απευθυνθώ στην συλλογική σοφία του ιστολογίου :

    κάποιος Σάββατο ξημερώματα – πιθανότατα μεθυσμένος- έπεσε με το Λαντρόβερ του πάνω στο παρκαρισμένο οπελάκι της κόρης μου με αποτέλεσμα να φύγει ένας πίσω τροχός με τα σέα του, ο προφυλακτήρας, να έχει ζημιά το κλειδωμένο τιμόνι και ποιός ξέρει τι άλλο όταν σηκώσουν το αμάξι. Ο τύπος έφυγε αφήνοντας ενθύμιο έναν πορτοκαλί προβολέα απ’ όπου και συμπεραίνεται το χρώμα και ο τύπος του αυτοκινήτου του. Ο δρόμος δεν είχε κάμερες για να αποθανατίσουν το γεγονός.
    Εχει κανείς καμιά ιδέα πως μπορούμε να βρούμε τον τύπο ;

  32. 31 Η Τροχαία δεν μπορεί να βοηθήσει?

  33. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τώρα τέλειωσα την ανάγνωση. Μια πρώτη απεύθυνση (σικ 🙂 ) προς τον Νικοκύρη. Δεν είμαι υπέρ των μεγάλων σε μέγεθος αναρτήσεων. Όμως και οι συνέχειες έχουν τα μειονεκτήματά τους. Γενικώς μικρά και αυτόνομα κείμενα, με ερεθίσματα για σχόλια, είναι η δική μου προτίμηση. Απλά το θέτω υπόψη σου,Νικοκύρη, εσύ είσαι το αφεντικό, πράξε όπως νομίζεις καλύτερα. Ευχαριστούμε για τη δημοσίευση (μη με μαλώσεις Πέπε! 😉 )

    Δημήτρη, εμένα μου άρεσε. Δεν το βρίσκω καταπληκτικό, αλλά αρκούντως ευχάριστο και ενδιαφέρον. Ένα κλίμα και μια ηθογραφία όχι μακρινών εποχών. Λίγο περισσότερο σασπενς να είχε ο Λεονάρδος! 😪 Τις ευχαριστίες μου και σε σένα.

  34. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νέα σας σχόλια.

  35. Πέπε said

    33:
    Γιατί να σε μαλλώσω; Άλλωστε συμφωνώ ότι και οι συνέχειες έχουν τα μειονεκτήματά τους, απλώς δεν το έγραψα για να μην παραείναι περίπλοκη η άποψή μου.
    🙂

  36. mitsos said

    Καλησπέρα
    Μόλις το διάβασα.Δεν είδα σχόλια.
    Βγήκε μονορούφιΛίγα μεν οι απροσδόκητες στροφές της πλοκής αλλά με έντονο το ενδιαφέρον για την εξέλιξη.
    Τα σημεία στίξης δεν ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά του συγγραφέα. Σε δυο τρια σημεία θύμισαν σχόλια του Δημήτρη Μαρτίνου π.χ. η γενική του ονόματος Άλκηστις, τα ιστία , υτα νησιά ,,,,

    Μου άρεσε και μου έδωσε την αίσθηση πως , εκτός από εμπειρίες μιας ζωής και το μεράκι ενός Πολυτεχνίτη, επενδύθηκε χρόνος και κόπος. Νομίζω πως πρέπει να αισθάνεσαι δικαιωμένος με το τελικό αποτέλεσμα.

    Ευχαριστούμε και …
    αν βαστάνε τα κουράγια σου θα περιμένουμε το επόμενο.

  37. Ρόμπερτ Αυγητίδης said

    Πολύ μου άρεσε το διήγημα. Αποδίδει πιστά το κλίμα της Μεταπολίτευσης. Ο κύριος Μαρτίνος δεν έχει μόνο πείρα, φαντασία και γνώσεις, έχει και πολύ ταλέντο στη χρήση της γλώσσας και στη μυθιστορηματική πλοκή. Περιμένουμε περισσότερα στο μέλλον

  38. Κουτρούφι said

    Πατριώτη, να ‘σαι καλά να γράφεις!
    Πάντως, αναμένω ιστορίες από τα Θερμιά.

  39. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια.

    Συγκρίνοντας τὰ σχόλια γιὰ τὸ πρῶτο Κολοκυθομέλτεμο καὶ τὰ σημερινὰ καταλήγω στὸ συμπέρασμα πὼς ἡ συνέχεια ἦταν κατώτερη ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ διήγημα, ὅπως συνήθως συμβαίνει μὲ τὰ σίκουελ. 🙂

    Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ σχόλιά σας, ἰδιαίτερα γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπισημαίνουν τὶς ἀδυναμίες τοῦ σημερινοῦ διηγήματος.

    Ἐλπίζω τὸ ἑπόμενο νὰ εἶναι καλύτερο.

    Κλείνοντας θέλω νὰ εὐχαριστήσω καὶ πάλι τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ φιλοξενία.

  40. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Απορω γιατι να θετουμε περιορισμο μεγεθους στα διηγηματα.

    Ο συγγραφεας για να περιγραψει προσωπα και καταστασεις στην εταιρεια ALEX MEDICAL και στην πολιτικη ζωη του τοπου απο το 1984 εως το 2004+ απαιτουνται πολλες σελιδες.

    Το διηγημα ειναι πολυ ενδιαφερον, οι περιγραφες στον επιχειρηματικο τομεα του εξοπλισμου νοσοκομειων δειχνουν εσωτερικη πληροφορηση ή αρκετη ερευνα . Εχω γραψει ενα σατιρικο μικροδιηγημα με την ανοδο και πτωση ενος εργοληπτη Δημ. Εργων που πνιγεται πεφτοντας μεθυσμενος στην πισινα του, διοτι ως ορεσιβιος δεν ειχε μαθει κολυμπι. Μου ενεπνευσες την ιδεα να γραψω ενα μεγαλυτερο διηγμα για τον τομεα των Δημ. Εργων

    Επισης γλαφυρη η περιγραφη της βουλιμικης συμπεριφορας των ηρωων (κλασσικη φραση που εχω διαβασει ξοδευαν λες και δεν υπηρχε αυριο). Ενδιαφερον επισης το γεγονος οτι οι ελληνες της διασπορας που εκδιωχθηκαν λ.χ. απο την Τουρκια και την Αιγυπτο (για να παρουν τα ποστα τους τα μελη της εκαστοτε εκολαπτομενης εθνικης αστικης ταξης), εγκατασταθηκαν και στην Ελλάδα και μερικοι -οπως ο κ. Νικος- μεγαλουργησαν 🙂 επιχειρηματικα

    Η λαιμαργια των πρωην φτωχων ανθρωπων* που ανηλθαν σε διοικητικες θεσεις ειναι γνωστη και στον χωρο των μελετων και εργων δημοσιου.

    Η διαφθορα στις κρατικες προμηθειες και τα δημοσια εργα πλουτισε πολυ λιγους και μακροπροθεσμα επεφερε πολλα δεινα σε πολλους.

    * Οπως λεω ολοι σχεδον πειναγαμε στην 1η Δημοτικου, αλλα καθως μεγαλωναμε ολο και …χορταιναμε. Για τους αγροτες τα πραγματα ηταν πολυ χειροτερα απο μας στην Αθηνα.

    ΑΕΠ (δολ. ΗΠΑ/κατοικο) 1960 500 , 1973 2500…
    2018 20000 περιπου

    https://www.ceicdata.com/en/indicator/greece/gross-national-product

  41. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    1. «Το πελατειακό κράτος, που είναι η κύρια έκφραση κακοδιοίκησης, χαρακτηρίζεται βασικά από δύο ειδών πρακτικές: τα ρουσφέτια σε ψηφοφόρους και φίλους πολιτικά και τον έλεγχο των πολιτικών από συγκροτημένες ομάδες συμφερόντων» λέει η Ιωάννα Τσιβάκου, πρώην καθηγήτρια Οργάνωσης της Διοίκησης στα Πανεπιστήμια Αιγαίου και Πάντειο, η οποία εξέδωσε… ένα βιβλίο για τη γραφειοκρατία στην ελληνική διοίκηση (Το Γραφειοκρατικό Σκότος, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2013).

    «Στην Ελλάδα δεν μάθαμε ποτέ τον εργαλειακό χρόνο της Δύσης, επειδή δεν αναπτύχθηκε βιομηχανική οικονομία. Αντιθέτως, άνθρωποι της υπαίθρου με ισχυρές κοινοτικές σχέσεις κλήθηκαν να στελεχώσουν τη διοίκηση, φέρνοντας μαζί τους τα ήθη της υπαίθρου. Το Δημόσιο στην Ελλάδα είναι αργό επικαλούμενο γραφειοκρατικά κωλύματα. Ολα τα παραπάνω δημιούργησαν με τον καιρό σημαντικά ηθικά προβλήματα. »

    2. Τους γνωρισαμε στις φοιτητικες εστιες και σε αθλια ημιυπογεια ως επαρχιωτες φοιτητες. Βρηκαν το ταιρι τους συνηθως σε φοιτητικες παραταξεις. Ο τοπικος βουλευτης διορισε αρκετους στο Δημοσιο, συνηθως εκτακτους και σιγα-σιγα μονιμοποιηθηκαν. Μετα το 1989, πολλες αλλαγες εγιναν. Αλλαγη στις πολιτικες πεποιθησεις, στην ενδυμασια, εγιναν προσοδοθηρες. Τους βλεπαμε σε επιτροπες διαγωνισμων , αρκετοι αρχισαν να» τα παιρνουν». Τα υπολοιπα ειναι γνωστα…….

    3. Καθε δημαρχος, νομαρχης,…, υφυπουργος,υπουργος εκανε «παιχνιδι» με τους δικους του. Συμφωνια σιωπης. Και εμεις αναμεναμε με καποιο μαγικο τροπο να βρουμε ομαδα που να γνωριζει τουλαχιστον ενα μελος της επιτροπης.

  42. sarant said

    40 Δεν βάζουμε όριο στις δημοσιεύσεις -αλλά βέβαια αν ανεβάσουμε το Πόλεμος και ειρήνη μάλλον θα το πάμε σε συνέχειες 🙂

  43. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    42. Το συγκεκριμενο διηγημα καλογραμμενο, ενδιαφερον κια ευκολοδιαβαστο, δεν το χαρακτηριζω μεγαλο για τους λογους που αναφερω.

  44. Γιάννης Ιατρού said

    42: Το «το Πόλεμος και Ειρήνη» καθημερινά σε συνέχειες το διαβάζουμε, τι «αν ανεβάσουμε»… 😎

    ΥΓ: Δημήτρη, αύριο λέω να ολοκληρώσω την ανάγνωση και μετά το σχόλιο (μού άρεσε ως τώρα, μέχρι εκεί που γνωρίζει την Αλεξάνδρα έφτασα 🙂 )

  45. Γς said

    42:

    >Το «το Πόλεμος και Ειρήνη» καθημερινά σε συνέχειες

    Ηταν και το «Τσακιτζή, Εφέ του Αϊδινίου» !

    Ενα λαϊκό ανάγνωσμα, πού δημοσιεύονταν καθημερινά στην εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» επί σειράν ετών !

    Ποιος ήταν ο Τσακιτζής και πόσα χρόνια κράτησε η δημοσίευση των περιπετειών του Τσακιτζή δεν ξέρω.
    Απλώς μου έκανε εντύπωση πιτσιρικάς ο τίτλος στις συνέχειες:

    «Ο ιππότης των ορέων Τσακιτζης»

    Τώρα που μεγάλωσα
    πλήρωσα και [μπιπ],
    ουπς,
    διάβασα και έμαθα ποιος ήταν ο Τσακιτζής

  46. Jane said

    Μου άρεσε το διήγημα. Όλη η ιστορία κυλούσε αβίαστα, οι περιγραφές πετυχημένες και η γλώσσα είναι στρωτά ελληνικά παρόλο το παράδοξο της χρήσης πολυτονικού. Και λέω παράδοξο γιατί έχουμε συνηθίσει από παλιές εκδόσεις να βλέπουμε πολυτονικό.
    Θα χρησιμοποιούσα την έκφραση «βγαλμένο απ΄τη ζωή» . 🙂
    Μου θύμισε το παράδειγμα ενός θείου μου που στο ντελίριο του χρηματιστηρίου έχασε τα πάντα –είχε πάρει και δάνειο, για να «επενδύσει»- και τώρα ζει με μια ψωροσύνταξη και περιστασιακά βοηθήματα από συγγενείς.
    Προσωπικά, όταν κυλάει η ανάγνωση, δε με ενοχλεί το μέγεθος ενός δημοσιεύματος. Ίσα ίσα που ήθελα να δω τι θα γίνει παρακάτω.
    Πολύ ωραία προσπάθεια , κύριε Μαρτίνε.

  47. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Πολλές ευχαριστίες, και στο Δον που το έγραψε, και στο Νικοκύρη που μας το πρόσφερε.

    Σήμερα κατάφερα να το διαβάσω, χτες δεν είχα ούτε χρόνο ούτε καλή διάθεση, όταν το προσπάθησα.
    Και σε μένα φάνηκε, αν κι ευκολοδιάβαστο, κατώτερο από το αρχικό. Όπως είπαι κιο Γουσούς στα πρώτα σχόλια, σαν ραπόρτο, σαν σκελετός από κάτι μεγαλύτερο που περιμένει να γραφτεί. Ευελπιστούμε!

    Επειδή προέρχομαι από το χώρο, αν και κάπως νεότερος, μου άρεσε η ιστορική αναδρομή της πιάτσας των ιατρικών, πιάνει λίγο πριν από τα δικά μου χρόνια και δίνει καλύτερη εποπτική εικόνα.

  48. ΓιώργοςΜ said

    31 Μήπως κάμερες από μαγαζιά λίγο πριν ή λίγο μετά το ατύχημα; Αν υπάρχουν, καθώς ο τύπος του αυτοκινήτου είναι γνωστός και η κίνηση λίγη λόγω ώρας, ίσως να περιοριστεί η αναζήτηση σε 2-3 πιθανούς.
    Αν πάλι η περιοχή είναι γειτονιά κι ο δρόμος όχι περαστικός, ίσως μια βόλτα γύρω-γύρω να είναι παραγωγική.
    Μην έχεις πολλές ελπίδες, πάντως. Οι περισσότερες κάμερες, ακόμη κι αν βρεις κάποια, δεν είναι τόσο ψηλής ανάλυσης και ευαισθησίας για να φαίνονται αριθμοί αυτοκινήτου νύχτα…

  49. Alexis said

    Καλημέρα.

    Το διάβασα κι εγώ μονορούφι.
    Μου άρεσε.
    Απλή και στρωτή αφήγηση.
    Μπράβο Δημήτρη!
    Αυτού του είδους οι μυθιστορηματικές βιογραφίες, που ο συγγραφέας πιάνει τον ήρωα από τη νιότη του και τον ακολουθεί στην πορεία τς ζωής του, μου αρέσουν πολύ.
    Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο ο ρυθμός της αφήγησης και το «στόρι» μου θύμισαν τον «Σημαδεμένο»

    Μια ένσταση μόνο.
    Βρήκα το τέλος του πολύ «κινηματογραφικό» για να είναι αληθινό. Τι θέλω να πώ; Συνήθως τα λαμόγια αυτού του βεληνεκούς φροντίζουν πάντα να έχουν κάνει την «καβάτζα» τους, ώστε ακόμα κι αν τα πράγματα πάνε στραβά και τα χάσουν όλα να μπορούν να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους «αξιοπρεπώς» με τα μαύρα λεφτά που έχουν καβατζώσει. Σπάνια θα τους δεις να μένουν «στην ψάθα»….

  50. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα καὶ χρόνια πολλὰ στὶς Ἄννες.

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νυχτερινὰ καὶ πρωινά σας σχόλια.

    @40,41,43. Ἀφώτιστε Φιλλέληνα, τὸ διήγημα ἔχει βγεῖ μὲσα ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τῆς ἐπαγγελματικῆς μου ζωῆς καὶ ἀπὸ παρατηρήσεις στὶς ἀλλαγές τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τὰ τελευταῖα χρόνια.

    Μέσα σὲ μισόν αἰώνα ἔγιναν ἐδῶ ἀλλαγὲς ποὺ σὲ ἄλλες χῶρες χρειάστηκαν 150-200 χρόνια γιὰ νὰ γίνουν.

    Κατὰ τὴ γνώμη μου αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς κύριες αἰτίες γιὰ τὴ μεγάλη ταξικὴ κινητικότητα τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

    Ὅσο γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῶν Ἑλλήνων τῆς διασπορᾶς στὸν ἐπιχειρηματικὸ τομέα νομίζω πὼς εἶχαν κάποια συγκριτικὰ πλεονεκτήματα.

    Βασικὸ θεωρῶ τὸ ὅτι ἔζησαν σὲ κοσμοπολίτικο περιβάλλον, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται (ξένες γλῶσσες, ἄνεση κινήσεων, ἐπαφῶν κλπ).

    Ἄλλωστε οἱ περισσότεροι προέρχονταν ἀπὸ χῶρες τῆς πρώην Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἦταν καλὰ ἐξασκημένοι στὶς δοσοληψίες μὲ τὸν κρατικὸ μηχανισμό. Ἥξεραν πῶς νὰ τὸν λιπάνουν γιὰ νὰ κινηθεῖ. 🙂

  51. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @46. Jane, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.

    Ὅσο γιὰ τὸ πολυτονικὸ ἔτσι ἔμαθα νὰ γράφω ἀπὸ τὸ δημοτικὸ καὶ δὲν σταμάτησα – στὰ χειρόγραφά μου – ποτέ. Στὸν ὑπολογιστὴ ἄρχισα νὰ γράφω μεγάλος, μετὰ τὴν σύνταξη.

    Πρὶν ἀπὸ 3 – 4 χρόνια ἀνακάλυψα πὼς ὑπάρχει πολυτονικὸ καὶ στὸν ὑπολογιστὴ καὶ τό ᾿μαθα· πιὸ πολὺ σὰν ἄσκηση κατὰ τοῦ Ἀλτσχάιμερ. 🙂

  52. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @47. Γιῶργο, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.

    Εἶναι σωστὴ ἡ διαπίστωση τοῦ Γουσοῦ. Προσπάθησα νὰ τὸ κάνω ὅσο πιὸ σύντομο μποροῦσα. Πάντως δὲν νομίζω πὼς ἔχω τὰ κότσια γιὰ κάτι πολὺ μεγαλύτερο, ὅπως εἶναι τὸ μυθιστόρημα.

    Ὅσο γιὰ τὴ διαφορὰ ποιότητας μὲ τὸ ἀρχικὸ διήγημα, ἔχω κι ἄλλην ἐξήγηση, πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ σίκουελ εἶναι συνήθως ὑποδεέστερο.

    Τὸ πρῶτο γράφτηκε στὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου στὰ Θερμιά, βλέποντας τὸ πέλαγος, ἐνῶ τὸ δεύτερο μέσα σ᾿ ἕνα ἀθηναϊκὸ διαμέρισμα. 🙂

  53. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @50. Εὐχαριστῶ, Ἀλέξη.

    Ὅσο γιὰ τὸ τέλος, ἐντάξει, δὲν γίνεται ἔτσι στὴ ζωή, ἀλλὰ ἂς τιμωρηθοῦν καὶ κάποιοι, ἔστω καὶ στὴ φαντασία μας.

    Νά ᾿χει καὶ κάποιο μήνυμα. 🙂

  54. sarant said

    53 Κάθαρση, που λέμε

  55. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @54. Μὴ μοῦ γράφεις τέτοια, Νικοκύρη.

    Δὲν θέλει καὶ πολὺ νὰ τὴν ἁρπάξουμε* τὴν πετριά.

    Ἂν ἀρχίσω νὰ γράφω γιὰ τοὺς ἀρχαίους «συναδέλφους» Σοφοκλῆ, Εὐρυπίδη κλπ δὲν θὰ φταίω. 🙂

    *Νά σου καὶ ὁ πληθυντικὸς μεγαλοπρεπείας.

  56. nikiplos said

    Καλημέρα…

    Διαβάζοντας το κείμενο σε δόσεις και με σχετική ανησυχία – περιβάλλοντος χώρου- να ομολογήσω πως μου άρεσε. Θα το χαρακτήριζα μάλιστα πολιτικό εγχείρημα, αφού δεν τονίζεται κάποιο μελοδραματικό ή ερωτικό στοιχείο, παρά μόνο η αφοσίωση του πρωταγωνιστή Λεωνάρδου στο κυνήγι της προσωπικής του ανέλιξης. Αποστασιοποιημένος, άφυλος σχεδόν, θέλει να ανέβει, δεν δεσμεύεται σε συλλογικότητες, σε ομάδες ανθρώπων, σε παρέες. Μόνο ο μαγκούφης Αδαμαντιάδης (που κάποιον μου θυμίζει έντονα) τον συμπαθεί γιατί βλέπει κάπου τον ευαυτό του νέο και προσπαθεί να τον καθοδηγήσει να μην κάνει τα ίδια με αυτόν λάθη. Η οικογένεια που σχηματίζει είναι με προτροπή του Αδαμαντιάδη και παρεμπίπτουσα, όσον αφορά τις προτεραιότητές του…Ύστερα έρχεται η Νέμεσις: ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα (κολοκυθομέλτεμο) και τους αφήνει ξυλάρμενους… Γυρίζει στην πυρηνική του οικογένεια, που τον δέχεται.

    Θα χαρακτήριζα λοιπόν το διήγημα πολιτικό. Όχι κομματικό. Σπουδή του ανθρώπου… Being a prick is not a new idea… που θα έλεγε κι ο Ρόμπιν Ουίλιαμς.

    Εντός παιδιάς, όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, που απούσης πάσης βιομηχανικής κουλτούρας, στην δίνη των χρημάτων που μπλέχτηκε δεν οδήγησε παρά σε μια γραφειοκρατική ανακύκλωση. Εισαγωγές εξαγωγές «ο φάνης» με λομπίστες, διαπλεκόμενους και άφθονους αεριτζήδες: μηχανικούς, δικηγόρους, δντές, δικαστικούς διαιτητές, νομιμοδιδάσκαλους ενός νομιμότυπου λαβυρίνθου αυθαιρεσίας.

    Τρεις κάνουν κυρίως το παιχνίδι: Οι κομματικοί στρατοί-εσμοί συντεταγμένοι σε τζάκια κληρονομικού δικαίου, η Εκκλησία (πρόσφατο παράδειγμα ο Εθνικός μας Κήρυκας) και οι 30-50 οικογένειες που διοικούν τον τόπο από το παρασκήνιο… Όλο το υπόλοιπο σύστημα είναι κατασκευασμένο να τους υπηρετήσει… Το σύστημα αυτό στήνεται με στρατιές εμπίστων και ποτέ στρατιές άξιων ή άριστων.

    Όλη αυτή η πολύπλοκη δομή εξουσίας έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό: Δεν αγαπάει τα γράμματα. Ακριβώς στο αντίθετο άκρο η ανστίστοιχη του Ισραήλ και (μετά τον Μεντερές – είτε μας αρέζει είτε όχι) η Τουρκία…

    Είναι λογικό λοιπόν που άξιοι και άριστοι (επ´ ουδενί δεν συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου, γνωστό τεμπελόσκυλο και «χάνομαι γιατί ρεμβάζω») διαπρέπουν στο δυτικό προηγμένο εξωτερικό, γιατί εκεί το περιβάλλον είναι οργανωμένο και έχει σφόδρα ανάγκη αξιοκρατικές δομές. Ως μονάδες όμως… Ως εξαρτήματα…

  57. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @56. Γειά σου, Νίκιπλε. Σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ἐμπεριστατωμένο σχόλιο-ἀνάλυση τοῦ διηγήματος.

    Τὸ ἔγραψα βασιζόμενος στὶς προσωπικές μου ἐμπειρίες.

    Λίγο-πολὺ οἱ ἄνθρωποι τῆς γενιᾶς μας ἔχουμε παραπλήσιες εἰκόνες καὶ κάνουμε τὶς ἀνάλογες διαπιστώσεις.

    ΥΓ. Θὰ χαρῶ κι ἐγὼ νὰ σὲ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ σὲ κάποιαν ἀπὸ τὶς προσεχεῖς μας συνάξεις. Στεῖλε τὴν ἠλεδιεύθυνσή σου στὸν Γιάννη Ἰατροῦ, ποὺ μᾶς ὀργανώνει, γιὰ ἔγκαιρη ἐνημέρωση.

  58. Γς said

    Και είναι κι από τις λίγες φορές που η περιέργειά μας για την ειλικρίνεια το ήθος και τον χαρακτήρα του συγγραφέως ενός έργου περισσεύει.

    Από την ίδια ποιοτική στόφα αμφότερα

    Για όσους έχουμε γνωρίσει τον Δημήτρη

  59. loukretia50 said

    58. …… και ποιητική θα συμπλήρωνα, έχει ένα ξεχωριστό τρόπο να περιγράφει τον κόσμο με αμεσότητα και απλότητα μέσα από όμορφες εικόνες και να μας ταξιδεύει.
    Ειδικά όταν μιλάει για το νησί, τον φαντάζομαι να σκαλίζει με μεράκι γοργόνες στη βάρκα του.
    Κι εγώ είδα το καλογραμμένο κείμενο σαν ένα προσχέδιο για κάτι πολύ μεγαλύτερο που υπόσχεται πολλά.
    Δεν έχει ανάγκη να περιοριστεί σε συγκεκριμένη φόρμα, μπορεί άνετα να ξεδιπλώσει πολλές πτυχές και να σκιαγραφήσει ενδιαφέροντες χαρακτήρες.
    Δεν είναι τυχαία η προσφώνηση «Δον», η ευγένεια και η αρχοντιά τον χαρακτηρίζουν!

  60. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    59 Καλά τώρα, ευγένεια και αρχοντιά… Δεν τον είδες Δόνα μου πώς μας κοιτάζει αφ’ υψηλού? 🙂

  61. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @58,59. Μὲ κάνετε καὶ κοκκινίζω. :»>

  62. loukretia50 said

    60. Mα δε γίνεται αλλιώς, ίσως είναι από τους πιο αψηλούς που έχω γνωρίσει!!

  63. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @61. Φτοῦ γμτ! Δὲ μοῦ πίτυχε ἡ κοκκινομάγουλη φατσούλα. Ξαναδοκιμάζω :»>

    @60. Ἄλλη φορὰ θὰ κάθομαι γιὰ νὰ σᾶς βλέπω ἀφ᾿ χαμηλοῦ. 🙂

  64. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλά τότενες, στην επόμενη μάζωξη θα σκάσω με εικοσάποντη γόβα. Να βάλω και βυζόν?

  65. Costas Papathanasiou said

    (…) the aforesaid personages lived and quarrelled; good or bad, handsome or ugly, rich or poor, they are all equal now.( Epilogue- Βarry Lyndon 1975)

    Το «Κολοκυθομέλτεμο» ως παρασύνθετο από τις αγνώστου ετύμου λέξεις“κολοκύνθη” (όπου το επιθηματικό σύμπλεγμα -νθ- υποδηλώνει λέξη που «φαίνεται ότι εχρησιμοποιείτο πριν από την εποχή της γραπτής Ελληνικής») και “μελτέμι”(που σημαίνει τον βορειοδυτικό διαλείποντα άνεμο κατά το θέρος) επιδέχεται ως εκ τούτου και τις μεταφορικές σημασίες «ευδίας με ημερομηνία λήξης», «αεριτζηδισμού και αεροφαγίας(και δη εξ αρχαιοτάτων)» και «(θνησιγενούς)πλησίστιας απληστίας», βάσει των οποίων ως (εύστοχος) τίτλος διηγήματος προοικονομεί ως ένα βαθμό και το περιεχόμενό του (=ένα ιατροφαρμακευτικό δελτίο καιρού εν Ελλάδι) και προδικάζει τις επικείμενες, –παρά το “δροσερό καλοκαιράκι”– κλιματολογικές επιπτώσεις (όπως είναι: η εμφάνιση της 5ης εποχής των “πυρκαγιών”, της 6ης των “πλημμυρών”, οι πάσης φύσεως «φουρτούνες» εν γένει, η επιμήκυνση του «κακού μας του καιρού» εν ολίγοις).
    Ως μετεωρολογικό φαινόμενο υπάγεται λοιπόν και στη θεωρία του χάους βάσει της οποίας, η γενεσιουργός του αιτία(η πεταλούδα-δημιουργός δηλαδή), θα μπορούσε να εντοπιστεί στις καταβολές του Νίκου, αφεντικού της Alex Medical Greece(βλ. ανάρτηση της 8ης Ιουλίου 2018- « Ὁ κύριος Νῖκος εἶχε γεννηθεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια.» έως «Ὁ Γεράσιμος, ὁ πεθερός του,[…], εἶχε πλουτίσει ἀπὸ τὸ ἐμπόριο τοῦ μπαμπακιοῦ.») και συγκεκριμένα στη λέξη «φιλότιμο»(το οποίο έμπλεξε τον πατέρα του Γιάννη, όπως αρκετούς άλλους, στο κίνημα του Ναυτικού και εξ αυτού στα «σύρματα» από τα οποία βγήκε φυματικός για να πεθάνει σ’ένα εξάμηνο), ιδιότητα που μοιάζει να σβήνεται από το γενετικό κώδικα του μικρού «αεράτου/ορμητικού» Νίκου και να μεταλλάσσεται σε τυχοδιωκτική πατρ(ιδ)καπηλία, δοθέντος ότι παιδαγωγείται «αγγλοπρεπώς» με την εικόνα-πρότυπο ενός ηρωικού πατέρα ονόματι κάπταιν Τζων.
    Το σχετικό έλλειμμα τιμής για να σταθεί υγιώς η υπερ Υγείας(ποίων;) επιχείρηση που ξεκίνησε ο Γεράσιμος-«παππούς» θα μπορούσε ίσως να καλυφθεί από τις «φιλότιμες προσπάθειες» και «τὶς καθαρὲς ἐξηγήσεις» του Λεονάρδου εάν δεν υπήρχε και ο έτερος αφιλότιμος τιμολογητής-Καππαδόκης, ο Χρήστος Αδαμαντιάδης [:όνομα και πράμα, όπως λέμε Διαμαντής-Διαμα(ν)τάρης], οπαδός της εικόνας μίας «δημοκρατικής (:λεγόμενης με κλείσιμο ματιού)» εταιρείας, προσεκτικότατος(=συντηρητικός) διαχειριστής «του μαύρου ταμείου της», ο μόνος που παρέμεινε Κολοκύθι παχύ και μετά την παύση του φερώνυμου μελτεμιού, το οποίο με τον κοπανιστό του αέρα φουσκώνει μυαλά, παίρνει και σηκώνει ανθρώπους για εκεί όπου Sky is the limit, τους βάζει καβάλα στο καλάμι που λυγάει και δεν σπάει, παρασύρει βαρκούλες και θαλαμηγούς, γιους του ανέμου των Ολυμπιακών, κουρελιάζει σημαίες, κάνει ό,τι ούριο ουροδόχο (:έτσι όπως γίνεται μια Άλκηστις να κλίνεται ως κύστις) κι αφήνει τελικά τον Λεονάρδο έρμο και μόνο με την καρδιά να πεταρίζει «ὅποτε ἔβλεπε νὰ περνᾶ κανένα κορίτσι στὴν ἡλικία τῆς κόρης του» κι εμάς να ξαναβλέπουμε στο «αυλιδάκι» του, όπου εκείνος ξέπεσε σε τουριστική ατραξιόν, την κόρη εκείνη στην Αυλίδα που ήτανε να θυσιαστεί για αέρα στα πανιά μιας εκστρατείας, κατ’όνομα (και τότε) για των Ελλήνων την τιμή, τω όντι για τη φιλοχρηματία.
    Γιατί εν τέλει στην καρδιά του χάους υπάρχει πάντα μία πτεροκόπος ψυχή που ίσως το κάνει δημιουργικό, ενώ αν ξεπουληθεί, τότε απομένουν σίγουρα μόνον πουκάμισα γεμάτα κολοκυθομέλτεμο και Ατρειδών κατάρα κι ερημιά ως τραγικός επίλογος της Ανθρώπινης Ηλιθιότητας.

    Στη βάση αυτής της κεντρικής ιδέας, το ως άνω σχολιαζόμενο «ακτινογράφημα» του Δημήτρη Μαρτίνου θα άξιζε να αξιοποιηθεί και σεναριακά υπέρ έβδομης τέχνης (προσυπογράφω συνεπώς τις σχετικές επισημάνσεις που προηγήθηκαν, βλ.σχ.23 κλπ)

  66. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @65. Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὸ σχόλιό σας, κύριε Παπαθανασίου.

    Οὔτε ποὺ θὰ τὸ φανταζόμουνα, ὅταν ξεκινοῦσα τὸ γράψιμό του, πέρυσι τὸν Ἰούνιο ποῦ θὰ κατέληγε.

    Τὸν τίτλο μοῦ τὸν ἔδωσε τὸ κολοκυθομέλτεμο πού, τότε, μὲ δρόσιζε στὸ μπαλκόνι μου, στὰ Θερμιά. Ἡ πρώτη ἱστορία εἶχε ἀφετηρία κάποιες ἐπαγγελματικές μου ἐμπειρίες.

    Τελειώνοντας, νόμιζα πὼς εἶχα ξεμπερδέψει μὲ δαύτην. Ὅμως, ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα Θεὸς κελεύει.

    Οἱ προτροπὲς τῶν σχολιαστῶν μ᾿ ἔβαλαν στὰ αἵματα καὶ καταπιάστηκα μὲ κάτι ποὺ δὲν εἶχα ξανακάνει. Οὔτε ὡς μέγεθος, οὔτε ὡς περιεχόμενο, μιᾶς καὶ μέχρι τώρα ἔγραφα μικρὲς νησιώτικες ἱστοριοῦλες. Βγῆκα ἀπὸ τὰ νερὰ μου, ἀλλά, κατὰ πὼς φαίνεται, δὲν ναυάγησα.

    Σ᾿ αὐτὸ μὲ βοήθησαν οἱ ἥρωες ποὺ ἔπλασα.
    Ὅταν ἄρχισα νὰ γράφω τὴ συνέχεια ἀλλιῶς εἶχα φανταστεῖ τὸ τέλος. Στὴν πορεία ὅμως αὐτοὶ μὲ πῆγαν ὅπου ἤθελαν. Κι ὁ καθένας πῆρε αὐτὸ ποὺ τοῦ ἄξιζε.

    Καὶ πάλι σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἀνάγνωσή σας αὐτή. Εἰλικρινὰ δὲν τὴν εἶχα διανοηθεῖ ὅταν τό ᾿γραφα.

  67. loukretia50 said

    Μια μικρή αφιέρωση – λίγο ρετρό βέβαια!
    PUEBLO BLANCO https://youtu.be/2mqflL3bK5s Joan Manuel Serrat

  68. sarant said

    65 Ωραίο σχόλιο, ευχαριστούμε.

  69. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    56. Nikiplos (πιο αστέρι από τον ΑΦ αλλά ten years after 🙂 )

    «επ´ ουδενί δεν συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου, γνωστό τεμπελόσκυλο και «χάνομαι γιατί ρεμβάζω»»

    Είναι προνόμιο για τους πραγματικά ευφυείς αλλά όχι αρρωστημένα προσοδοθηρες/αριβιστες/στοχοπροσηλωμενους, να κάνουν γρήγορα την δουλειά τους και επομένως να περισσεύει άπλετος χρόνος για να «χαθούν» και να ρεμβασουν, να διαβάσουν λογοτεχνία,….., ακόμα και να ασχοληθούν με τους άλλους λ.χ. να επισκεφθούν ή να τηλεφωνήσουν σ’ ένα παλιό φίλο/γνωστό για να ανταλλάξουν νέα.

    Αντιθέτως ( με γνωρίζεις καλά πλέον) γελώ με τους στοχοπροσηλωμενους μέτριους, τους so called δυσκοίλιους, που παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους.

    Το πρόβλημα είναι με τους μέτριους που τεμπελιαζουν και έχουν χαθεί, πολλές φορές εντελώς.

  70. loukretia50 said

    Αφώτιστε 69, πολύ μας περιπαίζεις!
    Μετρίως μέτριοι δεν υπάρχουν
    Η έπαρση καλά κρατεί
    Άλλωστε εδώ είμεθα όλοι μετριόφρονες και σεμνοί
    (σαν τον Ιππόλυτο ένα πράμα- τρομάρα του!)
    Ποιος τον εαυτό του λογαριάζει μέτριο?
    Αυτό είναι μόνο κακόβουλη κριτική ατόμων που φθονούν τη μοναδική υπεροχή μας!

  71. Costas Papathanasiou said

    66.
    «Όσα το μυαλό δεν φτάνει/μόνον η καρδιά τα πιάνει(*)» έλεγε ο άνθρωπος που μ’έσωσε από τον χειρότερο εχθρό(:τον κακό μου εαυτό),η μητέρα μου(**) –και κάπως έτσι μ’έκανε να βλέπω(:τουλάχιστον για όσο θα βαστώ νερό στα μάτια) τα πέριξ κόσμια, προσεγγίζοντας ό,τι ανθρώπινο σαν ένα βοτσαλάκι ανάμεσα σ’ άλλα «εξ ίσου ξεχωριστά», όλα τους στολίδια δουλεμένα απ’τη θάλασσα και τον ήλιο σε παραλία μυστική, όπου η ανάδειξη της ομορφιάς της και η αποτροπή της σύλησής της είναι το μοναδικό χρέος κάθε ευγενούς παροδικού επισκέπτη της.
    Αλλά νομίζω, αγαπητέ Δημήτρη, ότι με παρασύρετε(ομού με τον Νικοκύρη) με τις ευχαριστίες σας σε απολογία (ή μήπως περιαυτολογία;) για την αναγνωστική μου ιδιοτροπία, με κίνδυνο να χαθεί η επισήμανση/ προτροπή/ παράκληση (που δεν είναι μόνον δική μου):

    Μας λείπει, επί της οθόνης, ένα ψηφιδωτό για την πολύπαθη Δημόσια Υγεία και τις παραφυάδες της, μία ιστορία του ΕΣΥ απευθυνόμενη στο συλλογικό Εσύ χτισμένη με γνήσια, αειφόρα υλικά (όπως αυτά που αφθονούν στο διήγημά σας), κάτι σαν συνδυασμός «Ανατολική Περιφέρεια»(:Βαφέας-«ο καταγραφέας»-1979) και «απ’τα κόκκαλα βγαλμένα»(:Γκορίτσας-2011), μας λείπει γενικώς η ανάκτηση/ανάδειξη του «ελληνικού φιλότιμου» που μοιάζει , εν προκειμένω, σαν να «ξεψύχισε» μαζί μ΄ένα κολοκυθομέλτεμο «σ’ένα δεκαπεντάμετρο κρούιζερ» έξω από «τὴ Μακρόνησο» και, πριν τη δύση, «στὴ μαρίνα τῆς Βουλιαγμένης» ή –έστω– σαν να μεταλλάχτηκε από καρδιοκατακτητής-μπαγλαμάς, σε παραπονιάρικο μπαγλαμαδάκι.
    Μας λείπει λοιπόν μία ειλικρινής σεναριακή, σκηνοθετική και μουσική προσέγγιση που να διακρίνει τους «σκοπούς» των δύο αυτών οργάνων και θα’τανε ωφελιμότατο εάν το προσπαθούσατε προς αυτή την κατεύθυνση, ανεξαρτήτως αν η αρχική σας πρόθεση ήταν απλώς και μόνον ένα ταπεινό μοίρασμα βιωμάτων με στολή μυθοπλασίας: Να μην ξεχνάμε ότι όταν ο Θάκερυ εμπνεύστηκε την Τύχη του Μπάρυ Λύντον απ’τη ζωή του Andrew Robinson Stoney, δεν έβλεπε τις εικόνες που είδε αργότερα στο συγγραφικό του πόνημα ο Κιούμπρικ, όπως ο Κόρντα δεν είδε ευθύς αμέσως τη δυναμική της εμβληματικής εικόνας του Τσε που απαθανάτισε με τον φακό του, εξομολογούμενος αργότερα ότι «αυτή η φωτογραφία δεν είναι ένα προϊόν γνώσης ή τεχνικής, ήταν πραγματική σύμπτωση, καθαρή τύχη.».
    Για να το πω αλλιώς(και επί το αγενέστερον): Αφού είχατε, έστω, την τύχη να συλλέξετε αυτά τα βοτσαλάκια, βρείτε και τους κατάλληλους συνεργάτες για να δείξετε με αυτά κάτι πολύ μεγαλύτερο σε πολλούς περισσότερους, μην ξεχνώντας παράλληλα και την αφηγητική σχετική επισήμανση της ταινίας του Κιούμπρικ «Barry was born clever enough at gaining a fortune, but incapable of keeping one. For the qualities and energies which lead a man to triumph in the former case are often the very cause of his undoing in the latter». Είναι κρίμα, για την ιστορία σας, να την φάει το σκοτάδι της αυτοκριτικής.

    .(*)Αυτή είναι και ο μεγαλύτερος «κάτσερ» θα έλεγα στη φίλη του σχ.67
    (**)Το Σάββατο που πέρασε στις έξι το πρωί, έφυγε για μια στιγμή (που δεν πρόσεχα) από το Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσης, να συγυρίσει τον ανάστατο ουρανό και δεν ξανακατέβηκε. Άφησε πολλή αγάπη να ξεχειλίζει για όλο τον κόσμο απ’τη μικρή δακτυλήθρα που είναι η καρδιά μου, οπότε είμαι βέβαιος ότι θα μου συγχωρήσετε και την όποια σχετική υποκειμενικότητα στις εδώ αναγνώσεις

  72. sarant said

    Συλλυπητήρια….

  73. Γιάννης Ιατρού said

    71: και τα δικά μου συλλυπητήρια!
    Κάνετε πολλά πετυχημένα σχόλια εδώ μέσα, αυτό όμως έκρυβε και πολύ συναίσθημα μέσα του.

  74. loukretia50 said

    71, Stationary traveller

  75. Costas Papathanasiou said

    Ευχαριστώ από καρδιάς..
    Με λόγια, αλλά και χωρίς αυτά, αποδεικνύεται κι εδώ, απ’ ΟΛΟΥΣ όσους φιλοξενείτε, (όπως κι αλλού στον κόσμο φαντάζομαι), ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει πάντα και μία αγκαλιά που θα μερεύει και τον πιο άγριο πόνο (:Αύριο στα «εννιάμερα», ένα κεράκι και εκ μέρους σας θα φέγγει το δρόμο για το άχρονο ταξίδι της ψυχούλας της κυρα-Λένης. Και πάλι ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για τη συμπαράστασή σας).

  76. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @71, 75. Ἀγαπητὲ Κώστα, ἕνα μικρό, ἀλλὰ ἐνοχλητικό, πρόβλημα ὑγείας μὲ κράτησε μακριὰ ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο τὸ προηγούμενο δεκαήμερο καὶ δὲν μπόρεσα νὰ σοῦ στείλω τὰ συλλυπητήριά μου νωρίτερα.

    Ἀνάβω νοερὰ ἕνα κεράκι στὴ μνήμη τῆς κυρα-Λένης.

    Νὰ ζεῖτε νὰ τὴ θυμᾶστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: