Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Δυο ιστορίες από το «Σπίτι Παιδιού» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2020


Κυριακή σήμερα, ας ξαναπάρει η λογοτεχνία τα κεκτημένα της, γιατί την αμελήσαμε τον τελευταίο καιρό με το εορταστικό πρόγραμμα και άλλες, πολύ ενδιαφέρουσες και χρήσιμες βέβαια, συνεργασίες.

Μέσα στις γιορτές πήρα το βιβλίο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου «Σπίτι παιδιού» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Eίναι μια συλλογή με 33 σύντομα αφηγήματα, από έναν νέο συγγραφέα (γενν. 1983) που όμως μετράει πάνω από δεκαετία στα γράμματα, έχοντας ξεκινήσει με ποιήματα. Γράφει από τη Δράμα, και στην περιοχή της Δραμας εκτυλίσσονται οι ιστορίες του βιβλίου, και ειδικότερα στο Σπίτι Παιδιού.

Όπως μας πληροφορεί εισαγωγικό σημείωμα, τα Σπίτια του Παιδιού ήταν ένα δίκτυο ιδρυμάτων που ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκ. του 1950 σε χωριά της Βόρειας Ελλάδας από τη Βασιλική Πρόνοια και λειτουργούσαν ως νηπιαγωγεία αλλά είχαν και προγράμματα για τον αλφαβητισμό των ενηλίκων. Η λειτουργία τους συνεχίστηκε και μετά τη Μεταπολίτευση ως κέντρων νεότητας πλέον.

Ο αφηγητής ως παιδί ζούσε σε ένα τέτοιο Σπίτι του Παιδιού, στην Πλατανιά Δράμας, μαζί με τον αδελφό του και τη μητέρα του, επειδή η μητέρα του δούλευε εκεί. Τα σαββατοκυριακα ερχόταν ο πατέρας και τους έπαιρνε για το κανονικό τους σπίτι, στην Προσοτσάνη.

Και ενώ ο αφηγητής είναι παιδί και διηγείται με παιδική αφέλεια, τα αφηγήματα του βιβλίου περιστρέφονται όλα γύρω από τον θάνατο και από τα νεκροταφεία. Μου άρεσε πολύ το βιβλίο του Συφιλτζόγλου και δημοσιευω σήμερα δυο ιστορίες. Δεν ήθελα να βάλω περισσότερες διότι είναι σύντομο βιβλίο (90 σελίδες).

Οι ιστορίες δεν έχουν τίτλο, μόνο αρίθμηση, ως το 33.

3

Μπάλα πιο πολύ παίζαμε δίπλα στην παιδική χαρά παρά στο γήπεδο που ήταν στην κάτω γειτονιά. Μαζευόμασταν τα παιδιά του χωριού και χωριζόμασταν σε δυο ομάδες. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω την μπάλα με τα πόδια μου και γι’ αυτό καθόμουν πίσω στην άμυνα. Πιο πολύ κοιτούσα παρά έπαιζα. Καμιά φορά καθόμουν και κάτω στο χορτάρι. Αμα έρχονταν κανένας προς το τέρμα μας, σηκωνόμουν.

Ένα μεσημέρι ενώ παίζαμε μπάλα, βγαίνει η μαμά στο παράθυρο και μας φωνάζει. Εμείς σημασία. Μας ξαναφωνάζει πως έχει κάτι σοβαρό να μας πει. Τελικά πετάχτηκα εγώ που ήμουν πιο κοντά. Ο αδερφός έπαιζε στην αντίπαλη ομάδα. Μου είπε πως πέθανε η μάνα του μπαμπά, η γιαγιά Μαρία, να μαζευτούμε, γιατί σε λίγο θα ’ρχόταν ο μπαμπάς και θα φεύγαμε για τον Καλό Αγρό, το άλλο μας χωριό.

Ο αγώνας διακόπηκε. Μαζευτήκαμε όλα τα παιδιά από την μπροστινή μεριά στο Σπίτι Παιδιού και περιμέναμε να ’ρθει ο μπαμπάς. Ήμασταν όλοι περίεργοι να δούμε αν θα κλαίει. Εγώ δεν τον είχα δει ποτέ να κλαίει. Πάντα ήταν σοβαρός και δεν μιλούσε πολύ ή όταν μιλούσε με τους γονείς του, μιλούσε μόνο τούρκικα και δεν καταλάβαινα τίποτα.

Στον Καλό Αγρό πηγαίναμε τα Σάββατα για λίγες ώρες. Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Μαρία ζούσαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Είχαν μια ξυλόσομπα, μια τηλεόραση, δυο κρεβάτια, ένα κουζινάκι, ένα τηλέφωνο κι ένα μικρό τραπέζι που άνοιγε στα δύο. Είχε κι άλλα δωμάτια το σπίτι, αλλά ήταν κλειστά. Η τουαλέτα ήταν έξω από το σπίτι.

Τις πιο πολλές φορές τους θυμάμαι ξαπλωμένους και να μιλάνε τούρκικα. Ο παππούς μιλούσε και λίγο ελληνικά, αλλά η γιαγιά καθόλου. Μόνο αγκαλιαζόμασταν και μετά με τα δάχτυλά της έκανε εκείνη την κίνηση που σήμαινε «δώσ’ τους χαρτζιλίκι». Ένα απόγευμα είχα ρωτήσει τον μπαμπά αν οι γονείς του ήταν από πάντα γέροι.

Όταν τελικά έφτασε ο μπαμπάς και βγήκε από το αμάξι, δεν έκλαιγε. Περπάτησε μέχρι την πόρτα στο Σπίτι Παιδιού και πάλι δεν έκλαιγε. Δεν είδαμε αυτό που περιμέναμε και το διαλύσαμε με τα παιδιά.

Μπήκα στο σπίτι, μιλούσε με τη μαμά, αν ετοίμασε ρούχα, αν πήρε άδεια, αν κανόνισε με το σχολείο που θα λείπαμε. Δεν τον είχα ξαναδεί τόσο σοβαρό. Μπήκαμε στο αμάξι και φύγαμε για τον Καλό Αγρό. Σε όλο το δρόμο δεν έκλαιγε, τον κοιτούσα από τον καθρέφτη και ούτε σταγόνα.

Δεν μπορούσα να καταλάβω, είχε πεθάνει η μάνα του και ούτε ένα δάκρυ. Πίστευα πως μόλις φτάσουμε και τη δει πεθαμένη θα κλάψει, δεν γίνεται. Όταν φτάσαμε και μπήκαμε στο σπίτι έκανε το σταυρό του, τη φίλησε και πάλι δεν έκλαψε. Ρωτούσε λεπτομέρειες, αν τηλεφώνησαν τον έναν ή τον άλλον, αν κανόνισαν για την κηδεία κάτι πράματα. Είχα απογοητευτεί. Πώς γίνεται να μην κλαίει ένας άνθρωπος όταν πεθαίνει η μαμά του; Και ήμουν σίγουρος πως την αγαπούσε πολύ, το ήξερα.

Βγήκα έξω και ανέβηκα στην κυδωνιά. Έκατσα εκεί κάνα δίωρο. Σκεφτόμουν πως κάποια στιγμή θα κλάψει, γιατί αν τη θάψουν, μετά δεν θα μπορεί να τη βλέπει και να κλαίει. Είχε μια τελευταία ευκαιρία κι αυτός τίποτα.

Την άλλη μέρα από το πρωί άρχισε να ’ρχεται κόσμος. Αγκάλιαζαν τον μπαμπά, του έλεγαν συλλυπητήρια, κλαίγαν αυτοί κι αυτός δεν έκλαιγε. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως κάτι δεν πήγαινε καλά, πως κάποιο πρόβλημα είχε, πως μας έκρυβε κάτι που ήταν σαν αρρώστια και δεν μας το έλεγε.

Ο μπαμπάς είχε δυο αδερφές στη Γερμανία. Τη Σοφίκα και τη Μαρίκα. Χρόνια έλειπαν αυτές εκεί και δεν έρχονταν κάθε χρόνο το καλοκαίρι όπως όλοι που δούλευαν στη Γερμανία. Τώρα όμως θα κατέβαιναν με αεροπλάνο για την κηδεία κι έπρεπε να προλάβουν.

Είχα ανέβει ξανά στην κυδωνιά για να δω το μπλε ταξί από τη Θεσσαλονίκη που θα τις έφερνε. Κάποια στιγμή απ’ το βάθος έστριψε και σε λίγο σταμάτησε μπροστά στην αυλή. Άνοιξαν οι πίσω πόρτες και βγήκαν οι θείες μου με άσπρα μαλλιά. Γύρισα και είδα τον μπαμπά στο μπαλκόνι να τις κοιτά και να κλαίει πολύ. Είχε γίνει κόκκινος και τα δάκρυα έτρεχαν συνέχεια. Όλο του το πρόσωπο ήταν επιτέλους μούσκεμα κι εγώ ηρέμησα.

Κατέβηκα από την κυδωνιά και απ’ την πίσω αυλή πήγα να αγοράσω γαριδάκια απ’ το μπακάλικο του κυρ-Ανέστη.Ήμουν τόσο χαρούμενος που μετά στα νεκροταφεία δεν ανησύχησα, όταν πάλι δεν έκλαιγε ο μπαμπάς, την ώρα που κατέβαζαν τη μαμά του μέσα στο λάκκο.

 

23

Ο μπαμπάς μας είχε αγοράσει εμένα και τον αδερφό μου δυο γουόκι-τόκι, αλλά έπαιζε κι αυτός, αλλά μόνος του, γιατί παλιά ήταν ασυρματιστής στα καράβια, αλλά εμείς τότε δεν είχαμε γεννηθεί, γιατί δεν είχε γνωρίσει τη μαμά.

Έπαιζε κι έλεγε κάτι τι-ρα-ρα, ρα-τι-τι, τι-ρα-τι και τέτοια και χτυπούσε το κουμπί. Του ’λεγα να γράψει στο γουόκι-τόκι με το κουμπί Κυριάκος, το όνομά μου, κι αυτός άρχιζε ρα και τι και τι-ρα-ρα- ρα και ρα-τι… Αλλά μου φαινόταν πολύ δύσκολο και μεγάλο μέχρι να το κάνει όλο αυτό.

Γελούσε και συνέχιζε τα δικά του, μάλλον ταξίδευε με το μυαλό, όπως εγώ όταν έβλεπα αεροπλάνα στον αέρα ψηλά και νόμιζα ότι αν σηκώσω το χέρι θα με δουν και θα κατέβουν στο χωριό να με πάρουν. Ή όπως καθόμουν σε κάτι χωράφια και κοιτούσα το βουνό απέναντι και νόμιζα ότι από πίσω του ακριβώς άρχιζε η θάλασσα της Καβάλας, αλλά δεν άρχιζε καθόλου.

Ίσως έτσι κι ο μπαμπάς με τα τι-ρα-τι συνέχιζε τα ταξίδια του, αλλά χωρίς να φεύγει από το χωριό, με το γουόκι-τόκι στο χέρι, σαν σπουργίτι που κελαηδά τσιριτρό-τσιριτρά, αλλά χωρίς φτερά, γιατί μάλλον θα θυμώναμε εμείς και η μαμά.

Με τον αδερφό μου βρήκαμε ένα παιχνίδι με τα γουόκι-τόκι που δεν το ’ξερε ο μπαμπάς ούτε η μαμά το ’ξερε, αν και μας έβλεπε. Τις Κυριακές όταν πηγαίναμε στα νεκροταφεία στη γιαγιά, παίρναμε μαζί μας τα γουόκι-τόκι. Η μαμά καθάριζε τον τάφο κι εμείς σκορπίζαμε στους άλλους τάφους, κρυβόμασταν και μιλούσαμε με τον αδερφό.

«Μαρία Στογιαννίδου, πέθανε 69 ετών, όβερ».

«Στέλλα Κούρσογλου, πέθανε 87, κέρδισα, όβερ».

«Νικόλαος Βούλτσης, πέθανε 76 ετών, όβερ».

«Χαρίλαος Δαουλτζής, πέθανε 55, όβερ».

«Έχασες, ένα-ένα, όβερ».

«Ολυμπία Κιλινκαρίδου, πέθανε 12 ετών, όβερ».

«Ευτέρπη Πέτρου, πέθανε 105 ετών, κέρδισα, όβερ».

«Ένα-δύο, όβερ».

«Μιλτιάδης Κόντης, πέθανε 34 ετών, όβερ».

«Σωκράτης Αϊναζόγλου, πέθανε 77, κέρδισα, όβερ».

«Ενα-τρία, όβερ».

«Κυριάκο, έλα εδώ, δεν ξέρω τι ναι αυτό, όβερ».

«Τι;»

«Έλα στη βρύση, εκεί που γεμίζουμε τα μπιτόνια για τη γιαγιά».

«Έρχομαι».

Πήγα κατά κει, τον βρήκα πιο πέρα από τη βρύση, ανάμεσα σε δυο τάφους, να κοιτά ένα πολύ μικρό τάφο ξύλινο, με το σταυρό πεσμένο, ξεφλουδισμένο, μια λαμαρίνα στο κέντρο να γράφει «Αλεξάνδρα, δύο ημερών» και γύρω μια κου- δουνίστρα, έναν κλόουν κι έναν Αγιοβασίλη, όλα παλιά και βρώμικα.

Λίγες μέρες μετά ο μπαμπάς έψαχνε τα γουόκι- τόκι. Δεν είπαμε τίποτα. Μας ρώτησε πού είναι τα γουόκι-τόκι. Του είπαμε ότι τα χαρίσαμε σε μια κοπελίτσα. Ποια κοπελίτσα, μας ρώτησε. Όβερ, του είπαμε και τρέξαμε στην παιδική χαρά.

95 Σχόλια to “Δυο ιστορίες από το «Σπίτι Παιδιού» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου”

  1. ndmushroom said

    Πολύ όμορφα και τρυφερά και τα δύο. Σε καλό σου πρωινιάτικα!

  2. Καλημέρα

    Οντως έλειψε η λογοτεχνία κάποιες μέρες. Αποζημίωση όμως μ’ ένα πολύ καλό δείγμα. Κι άλλα έχουν λείψει, κάποια άλλα περισσεύουν,σημεία των καιρών (ου μενετοί, μπιφόρ ιτ ιζ του λέιτ, φωκιστί)

  3. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  4. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  5. leonicos said

    Καταπληκτική γραφή.

    Καταπληκτική και η ανάπτυξη και των δύο θεμάτων. Το τέλος του δεύτερου είναι βεβαίως συγκλονιστικό.

    Μιλούσαν τούρκικα και δεν καταλάβαινα.
    Το έγκλημα όλων όσοι μιλάνε μια άλλη γλώσσα και δεν τη μαθαινουν στα παιδιά τους, ακόμα κι αν είναι Ουζου-βούμπου. Ο πατέρας μου έλεγε: Η γλώσσα είναι το μόνο περιουσιακό σου στοιχείο που μπορείς να το δώσεις ολόκληρο σε όλα σου τα παιδιά. Όλα τα άλλα πρέπει να τα μοιράσεις.

  6. leonicos said

    Του είπαμε ότι τα χαρίσαμε σε μια κοπελίτσα. Ποια κοπελίτσα, μας ρώτησε.

    Διάβασα αυτή τη φράση είκοσι φορές και ακόμα δεν την χόρτασα

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Τζι, ποια άλλα έχουν λείψει, να επανορθώσουμε;

    5 Ωραίο αυτό που έλεγε ο πατέρας σου.

  8. Costas X said

    Καλημέρα !

    Ωραία αφηγήματα και τα δύο, το δεύτερο πιό συγκινητικό και για μένα.

    «Ο παππούς μιλούσε και λίγο ελληνικά, αλλά η γιαγιά καθόλου.»
    Περίεργο για Χριστιανούς στη Βόρεια Ελλάδα την δεκαετία του ’80.

    «Κυριάκος» σε κώδικα Μορς : -.- -.– .-. .. .- -.- — …
    Όπου τελεία «τι» (μικρή διάρκεια), όπου παύλα «ρα», (μεγάλη διάρκεια).

    Costas X, πρώην διαβιβαστής και ναυτοπρόσκοπος. 🙂

  9. Costas Papathanasiou said

    Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
    Και στα παιδιά δοσμένος είναι ό ίδιος αλλ’
    Απέραντος!
    Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
    Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας•
    (ΙΟΥΛΙΟΥ ΛΟΓΟΣ-«Τα ελεγεία της Οξώπορτας»)

    Είτε με τον τρόπο του Ελύτη, είτε κατά την παράδοση των Αβορίγινων, είτε με την αγνή παιδική ματιά(από την οποία πώς να κρυφτείς;), ο θάνατος δεν μπορεί να ιδωθεί ως πέρας εγκλωβισμένο σε ενηλικιωτικές παρωπίδες αλλά ως Είναι σε ένα άχρονο και ονειρικό παρόν με προγονικά ίχνη-(υπο)μνήματα, πρόδηλα και παραμυθητικά, σημαίνοντα από τον μέσα κι έξω κόσμο μας ότι η σολομώντεια λύση ενάντια στην τύφλα του Μεγαλου Θεριστή θα παραμένει η «κραταιά ως θάνατος Αγάπη», εκφραζόμενη ως γέλιο,φιλί,αγκαλιά ή δάκρυ, αρκετά-έστω κι ένα- για ένα παιδί (ανεξαρτήτως ηλικίας)για να επιβεβαιώνει εσαεί ότι «τέλος παιχνιδιού» δεν υπάρχει όσο αυτά τα σημαδάκια αγάπης θα μένουν απέραντα.

  10. Πέπε said

    10
    > > «Ο παππούς μιλούσε και λίγο ελληνικά, αλλά η γιαγιά καθόλου.» Περίεργο για Χριστιανούς στη Βόρεια Ελλάδα την δεκαετία του ’80.

    Τουρκόφωνοι ήταν κάποιοι Καππαδόκες και κάποιοι Πόντιοι.Σε μεγάλες ηλικίες πρέπει να υπάρχουν ακόμη κάποιοι, αν και αμφιβάλλω αν ζει ακόμη κανείς που πραγματικά να μην ξέρει ελληνικά.

  11. Πουλ-πουλ said

    «Βγήκα έξω και ανέβηκα στην κυδωνιά.»

    Κοφτές φράσεις σαν την παραπάνω, που εκεί που τελειώνουν, στην ουσία αρχίζουν.

  12. 8, 10 Ένας φίλος Τούρκος, που είχε έρθει πολιτικός πρόσφυγας αρχές της δεκαετίας, μου είχε πει την εξής ιστορία: κάποια στιγμή ένα τσούρμο πρόσφυγες βρέθηκαν να δουλεύουν κάπου στη Μακεδονία στα χωράφια. Κάθε φορά που γύριζαν, σούρουπο, περνούσαν κουβεντιάζοντας μπροστά από μια βεράντα με κάτι γέρους, που κάθε φορά έβαζαν τα κλάματα. Ήταν τουρκόφωνοι που δεν είχαν μάθει ποτέ ελληνικά, άκουγαν τη γλώσσα και θυμούνταν τα μέρη τους.

  13. # 7β

    Νίκο, όσον αφορά τα άρθρα, θυμάμαι κάποια κουίζ με φωτό από πόλεις που ψάναμε να τις βρούμα, πολύ ενδιαφέρον ειδικά για όσους δεν γουγκλίζουν και αρέσκονται στ ψάξιμο περισσότερο από την λεία. Σαν μικρό παράδειγμα την παρακάτω φωτό ρωτόντας από ποιό δρόμο είναι αν και είμαι βέβαιος πως τουλάχιστον ο Ιατρού θα το βρει !!

  14. Πέπε said

    @5:
    > > Το έγκλημα όλων όσοι μιλάνε μια άλλη γλώσσα και δεν τη μαθαινουν στα παιδιά τους, ακόμα κι αν είναι Ουζου-βούμπου.

    Σωστό γενικά, αλλά ήταν δύσκολοι καιροί για τους μειονοτικούς. Τα Σπίτια του Παιδιού (που στις συγκεκριμένες ιστορίες δεν παίζουν κάποιο ρόλο, αλλά συνολικά στο βιβλίο θα παίζουν προφανώς) είχαν, απ’ όσο ξέρω, και αυτό τον βασικό σκοπό: να μάθουν ελληνικά στα μη ελληνόφωνα παιδάκια. Τουλάχιστον για τους γηγενείς σλαβόφωνους αυτό έχω ακούσει – γιατί όχι και ια τους τουρκόφωνους πρόσφυγες, τους αρβανίτες, ή ακόμη και για τους ομλητές διαλέκτων; Ο μπαμπάς πθανόν να ήταν απόφοιτος από κει.

    Κι ύστερα: ο μπαμπάς, στην ηλικία που ήταν πλέον μπαμπάς, ήταν τουρκόφωνος; Αισθανόταν τουρκόφωνος; Ή ήταν ένας δίγλωσσος που μιλούσε τούρκικα με τους γονείς του (πιθανότατα διαποτισμένος με ενοχές γι’ αυτό το γεγονός) και ελληνικά με τους άλλους; Ίσως στο βιβλίο να λέγονται περισσότερα γι’ αυτό.

    Πάντως το να έχεις μια γιαγιά με την οποία δεν μπορείς να μιλήσεις καθόλου σίγουρα είναι μεγάλο κρίμα.

  15. nikiplos said

    12@ και η προγιαγιά μου από την Πριήνη της Μικράς Ασίας, (Κελεμπές, γκιουζέλ μπαχτσέ σήμερα) ήταν τουρκόφωνοι κι αυτοί και τα παιδιά της… Εμείς δυστυχώς δεν μάθαμε λέξη… κρίμα που το ελληνικό κράτος τότε δεν είχε την οξυδέρκεια να αξιοποιήσει αυτούς τους πληθυσμούς…

    Επίσης άσχετο, αλλά σήμερα άκουσα από έναν υπέργηρο την έκφραση «μαϊμού του Κωλέττη»… Δεν την είχα ξανακούσει…

  16. ΚΑΒ said

    -.-.-. -…..–..-..-

    Ο δάσκαλός μας στην Στ΄ Δημοτικού μας είχε υποχρεώσει να μάθουμε απέξω τα σήματα μορς και να ανταλλάσσουμε μηνύματα.

  17. νεσσίμ said

    ευχαριστούμε, εξαιρετικά και τα δυο..

    μήπως υπάρχει λάθος πληκτρολόγηση στο τέλος του δεύτερου;
    «..να κοιτά ένα πολύ μικρό τάφο ξύλινο, με το σταυρό πεσμένο…»
    μήπως είναι «με ξύλινο σταυρό» ας πούμε;
    γιατί «μικρό τάφο ξύλινο», δύσκολα στέκεται..

  18. sarant said

    15 Είναι πολύ παλιά έκφραση, απορώ που ακούγεται ακόμα.

    Θα λείψω για μερικές ώρες

  19. nikiplos said

    και κοφτερό σαν μαχαίρι το τέλος βέβαια… αλλά και η ενσυναίσθηση των παιδιών που άφησαν το πολύτιμο παιχνίδι τους δώρο στο μνημούρι του άγνωστου σε αυτούς βρέφους…

  20. nikiplos said

    Η πρώτη φορά που πήγα σε νεκροταφείο ήταν όταν ήμουν 9 ετών, είχε συγχωρεθεί ένας θείος μου, 49χρονος τότε. Θυμάμαι πως με την παιδική μου φαντασία και τις διηγήσεις των τότε μεγάλων που ήταν κι αυτοί νέοι σχετικά και δεν είχαν όρεξη για τέτοιες μεταφυσικές ανησυχίες, φανταζόμουν τον μπάρμπα μέσα στο μνήμα βαθιά σαν σε υπόγειο καθισμένο στο κρεβάτι του, με τις πιζάμες, όπως τον θυμόμουν πρωτύτερα… Ακόμη και σήμερα που πηγαίνω για τον πατέρα μου (που συγχωρέθηκε τον περασμένο Νοέμβρη), το ίδιο κάνω… κοιτάζω τα μνήματα και την ηλικία των θανόντων… ανάμεσα στους «τυχερούς» που 70ρισαν και 80ρισαν και κάμποσοι άτυχοι που έφυγαν νέοι… Και οι φωτογραφίες τους να σε κοιτάζουν λες και σε ρωτούν: So?

  21. dryhammer said

    17. Πιθανότατα εννοεί εκείνο το ξύλινο (κι αργότερα σιδερένιο) κάγκελο που περιβάλλει τον τάφο. Κάποτε μόνο οι πλούσιοι είχαν τάφους από μάρμαρο.

  22. ΑΡΗΣ said

    Μου άρεσε. Θα το αγοράσω.

  23. νεσσίμ said

    21. σε ευχαριστώ, μάλλον αυτό εννοεί

  24. Πέπε said

    > > Κάποτε μόνο οι πλούσιοι είχαν τάφους από μάρμαρο.

    Κι οι υπόλοιποι; Σίγουρα το μάρμαρο είναι ακριβό, αλλά κάτι πρέπει να είχαν κι οι άλλοι, δεν πιστεύω να ήταν σκέτο χώμα μ’ έναν φυτεμένο σταυρό. Αν μη τι άλλο, η ταφόπλακα αναφέρεται ανέκαθεν (ή κάνω λάθος;) σε δημοτικά τραγούδια, εκφράσεις κλπ.. Ή μήπως εννοούν μια μικρή πλάκα που απλώς γράφει το όνομα;

  25. atheofobos said

    15
    Μια από τις πιο γνωστές φράσεις που προέρχονται από την περίοδο που έμενε ο Κωλέττης στο σπίτι της Πλάκας είναι η «Μαϊμού του Κωλέττη». Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, κάποια στιγμή ένας φίλος του πήγε δώρο μια μαϊμού, που είχε φέρει από ένα ταξίδι από το εξωτερικό. Η μαϊμού αποδείχτηκε ιδιαίτερα ενοχλητική όταν ο Πρωθυπουργός καλούσε κόσμο στο σπίτι του. Έπαιρνε τα γάντια, τα καπέλα και τα μπαστούνια των καλεσμένων και τα έκρυβε, ενώ μια φορά είχε κρύψει δύο τσιμπούκια σε ένα καπέλο και ένα παλτό ενός επισκέπτη. Από τότε η έκφραση «μαϊμού του Κωλέττη» χαρακτηρίζει όποιον είναι ενοχλητικός.
    iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/video/310608/i-oikia-kolleti-proto-kentro-diekperaiosis-roysfetion

  26. nikiplos said

    24@ Το μάρμαρο ήταν πανάκριβο ανέκαθεν… ένας σταυρός και αυτός ξύλινος, ήταν για τους φτωχούς. Η ταφόπλακα αναφέρεται μεν, στα δημοτικά και στα ακριτικά, αλλά ως πρέπουσα σε αρχόντους…

  27. nikiplos said

    26-24@ ακόμη και σήμερα δλδ… Για ένα απλό καπάκι για τον πατέρα μου, αφού το υπόλοιπο κουτί του τάφου ήταν ήδη κατασκευασμένο (οι τάφοι είναι άνωθεν του εδάφους), πλήρωσα 600€ και μιλάμε για το φθηνότερο ως λύση…

    Κυκλοφορούν και μεταχειρισμένα με 300€ που ξεκινούν από 200€. Αυτός είναι και ο λόγος του «συνωστισμού» στην Ιατρική σχολή για «διεκπεραίωση» των πολύ απόρων από τους συγγενείς τους… Ένα φέρετρο κοστίζει περίπου 700€ μαζί με την τελετή. Εικάζω ότι ξεκινούν από τα 300€, αλλά άνευ τελετής… Το καφενείο εμάς μας πήγε 400€ χωρίς απόδειξη, γιατί ήταν στενός φίλος του πατρός μου…

    Το νεκροταφείο ξεκινάει άπαξ από τα 250€ τα τρία έτη, αλλά ανάλογα την περιόχα…

    Ένας φίλος που δεν του ξεχειλίζουν πλήρωσε 1200€ τη μεταφορά στη Βουλγαρία και 300€ ανά φέρετρο για δυό μπαρμπούδια άκληρα που φορτώθηκε ο ίδιος, αφού το ζήτημα ταφής ήταν απαγορευτικό για αυτούς και τα οικονομικά τους… Εικάζω πως αν λειτουργήσει το αποτεφρωτήριο, με 150€ τη μεταφορά και 300€ το φέρετρο, θα γίνεται η δουλειά…

  28. Μανούσος said

    Σπίτια παιδιού στις Σέρρες

    http://www.avarchive.gr/portal/digitalview.jsp?get_ac_id=2481&thid=14891

  29. ΓΤ said

    (Nikiplos, επειδή ενδεχομένως δεν το είδες, σου απάντησα με πολλή καθυστέρηση, στο 09.01.2020, #77)

  30. Capten Vilios said

    Γύρω από τον θάνατο και από τα νεκροταφεία
    Μιθρυδάτης
    Με ωραία παρέα κινήσαμε για το κέντρο της πόλης,
    για το κέντρο του κόσμου με τη χαρά στο σώμα.
    Απ’ τη μικρή οδό με το κατάστημα των γυαλικών διαβαίνοντας
    -εύθραυστη που είναι η ζωή –
    πομπή ανταμώσαμε νεκρική
    κηδεία γινόταν, ιδιοκτήτη γραφείου τελετών παλιού.
    Μα μόλις την προηγούμενη εβημάτιζεν
    ασθμαίνων στη βιτρίνα ο δύστυχος
    -κατάστημα σπουδαίο είχε τεχνίτης ήταν-
    πολλή δουλειά του έπεσε τι έπεσεν κι αυτός.
    Και εμπήκαμε εις την πορεία και ενωθήκαμε με το πλήθος
    εφορέσαμεν και τη θλίψη του.
    Ξεπροβόδισε ο ίδιος αρκετούς στην πορεία του βίου του
    ψιθύρισεν ο Άγγελος ο Βενιαμίν μας – τω όντι τον εγνώριζε καλά-
    θελήματα πολλά του έκανε καθώς τα συνηθίζουν οι αγγέλοι στους θεούς.
    Και ο νεκρός μικρός θεός ενόμισε πώς είναι – ή μήπως μεγάλος-
    κι ότι η θνητότητα είναι για τους άλλους.
    Άλλωστε πολλά είχε διαβάσει για τον Ερμή και πίστευε αρκετά στους Μιθρυδάτες.
    Τον θάνατο με τόσο θάνατο τάισε , αθάνατος έγινε .

    Ποιος να του πάρει την ψυχή.
    Στις επικήδειες συνάξεις τον εγοήτευε εκείνο το αιώνιος.
    Επίστευεν ο δολερός ό,τι οι δρόμοι αυτοί για άλλους είναι
    τους παίρναν μ’ όλων των ειδών τα μέσα
    από τις βάρκες εξόν που σ’ αρχαίες μνήμες ξοκείλανε .
    Με άμαξες λοιπόν κάρα και τρίκυκλα αργυρά ή αυτοκίνητα μοντέρνα
    καθώς οι νεκροί ταξιδεύουν όπως επιθυμούν.
    Εννόησε ο άμοιρος όταν τα πόδια του κοπήκαν πως φεύγει
    Με τι θα πάει τώρα στον παράδεισο!

  31. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    17-23 Δεν υπάρχει λάθος στην πληκτρολόγηση

    28 Α, ωραία.

  32. Aghapi D said

    15, 25 Τί μου θυμίσατε!
    Η γιαγιά μου με έλεγε έτσι 🙂 Γεννημένη στη Χίο από Σμυρνιούς
    Και ναι, η ιστορία για τον Κωλέττη πρέπει να είναι αλήθεια

    https://www.mixanitouxronou.gr/to-mistiriodes-spiti-me-tin-pilini-gineka-pou-ipirxe-to-proto-kentro-diekpereosis-rousfetion-stin-ellada-o-astikos-mithos-lei-oti-eki-emene-o-kolettis-o-protos-prothipourgos-mazi-me-ti-maimou-tou-v/

  33. Aghapi D said

    Τί όμορφα – ιδίως το δεύτερο – τα σημερινά αφηγήματα…

  34. Μαρία said

    Καλός ο Δραμινός. Σαν μικρός Νικόλας σε μακάβριο.

    28
    Σπίτια της βασιλίσσης τα λέγαμε. Στην Ορεινή πάντως, για να συνεννοηθούν με τους Φράστανληδες το 1952, πρέπει να χρειάστηκαν διερμηνέα 🙂

  35. Prince said

    12: …ένας φίλος Τούρκος, που είχε έρθει πολιτικός πρόσφυγας αρχές της δεκαετίας…

    Πότε πρόλαβε, αφού μόλις ξεκίνησε. 🙂

  36. dryhammer said

    32. Μήπως έλεγε για «τη μαϊμού του Μπούμπα»; (ή Βούμβα;)

  37. sarant said

    34α Ακριβώς!

  38. nikiplos said

    29@, Αγαπητέ ΓΤ, το είδα και απάντησα κι εγώ πιο κάτω… είχα μάλλον μπερδέψει τις συζητήσεις… 🙂

  39. Το περίεργο είναι πως η μαίμού του Κωλέτη είναι πιο γνωστή- την ανέφερε συχνά και ο πατέρας μου- από την άλλη μαϊμου που θεωρήθηκε υπεύθυνη για τον θάνατο του Αλέξανδρου του Α’

  40. Aghapi D said

    36 τρεις γενιές πιο πριν; 🙂

  41. Aghapi D said

    36 μήπως πρέπει να προσβληθώ; 🙂

  42. voulagx said

    #35 Μπα, δεν τελειωσε ακομα

  43. Λευκιππος said

    Πρωτότυπα καθώς εμπλέκονται η παιδικοτητα με τον θάνατο, ή μάλλον ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο θάνατος από τα παιδιά, και δεν απέχει καθόλου από την πραγματικοτητα

  44. Georgios Bartzoudis said

    Απλές και ωραίες οι ιστοριούλες του Κυριάκου. Μπορείς να διαβάσεις μονομιάς μερικές χιλιάδες τέτοιες ιστοριούλες. Το κόλπο είναι να γυρίσεις το χρόνο 5-6 δεκαετίες πίσω. Και τότε, απλώς παίρνεις στο καταμεσήμερο τον μουντζούρη από το …Προεδροχώρι. Και ντούκου-ντούκου, τσαφ-τσουφ φτάνεις στο Παρανέστι. Ενδέχεται να απολαύσεις μια διανυκτέρευση επί μουντζούρη. Αυτό εξαρτάται από τη διάθεση κάποιων απίθανων συνδικαλΗστών, να …χαλάσουν σώνει και καλά το μηχάνημα, εν μέση οδώ, ώστε να καρπωθούν κάποιες «περιωρίες». Πάντως, έτσι ή αλλιώς, κάποτε φτάνεις στο Παρανέστι. Και τότε, αναβαίνων επί ημιόνου κατευθύνεσαι προς χωρίον Μυρτούσα, ένθαπερ αφικνείσαι περί το ηλιοβασίλεμα. Ωραία είναι η διανυκτέρευση στη Μυρτούσα. Στο άκουσμα ότι κατέφθασες, καταφτάνουν στο σπίτι του προύχοντα που θα σε φιλοξενήσει όλοι οι νοικοκυραίοι του χωριού (περί τους 7-8). Αισθάνεσαι σαν τον Όθωνα στην Αράχωβα ή σαν τον Καποδίστρια στην Αίγινα, με μπροστά σου όλους τους καπεταναίους. Περνάς καλλίτερα και από βασιλιάς! Πρέπει όμως να ξυπνήσεις νωρίς ταχιά το πρωϊ, πριν το ηλιοπύρωμα. Σπεύδεις επί ημιόνου εις ΣΣ Πλατανιά Δράμας για να ξαναπάρεις τον μουντζούρη. Πολύ καλή διαδρομή. Κάπου 3 ώρες στη δασωμένη κατηφόρα. Ο Πλατανιάς όνομα και πράμα. Όταν αξιωθείς να αποκτήσεις δικό σου σαραβαλάκι, δεν θα παραλείπεις να κάνεις μια βουκολική στάση, κάθε φορά που θα λάχει να περνάς από τον όμορφο αυτόν τόπο. Πάντως, και με τον μουντζούρη δεν είναι άσχημα. Επιπλέον, μια και ξεκινάς νωρίς το πρωϊ δεν πρόκειται να διανυκτερεύσεις εν μέση οδώ. Βέβαια, το «περιωριακό» δαιμόνιο των συνδικαλΗστών μπορεί να εμπνευσθεί καμιά πολύωρη βλάβη στα Μπούκια. Κανένα πρόβλημα όμως. Μπορεί να περάσεις ευχάριστα την ώρα σου παίζοντας μπελότ, το …εθνικό χαρτοπαίγνιο των Μπουκίων. Και ούτως ή άλλως κάποτε θα έχεις νόστιμον ήμαρ στο επόμενο κεφαλοχώρι. Σίγουρα, πριν το ηλιοβασίλεμα θα αντικρύσεις ένα κατάστημα αποικιακών, όπου εκτρέφονται …Πρόεδροι!

  45. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης said

    Πολύ πολύ ωραία, ευχαριστούμε.
    @13: (άνευ γκουγκλ) – Ερμού είναι; μπα, ε;

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  46. aerosol said

    Εξαιρετικά και τα δύο!

  47. ΓΤ said

    @38 Πώς να φανταστώ ότι είσαι ο TV… 🙂

  48. dryhammer said

    40,41. Αγνοώ τα γενεαλογικά, αλλά στη Χίο, πριν χρόνια (δεν το πρόλαβα) υπήρχε το καφενείο του Μπούμπα ή Βούμβα όπου είχε μια μαϊμού δεμένη με αλυσιδάκι που επιδίδονταν σε διάφορες διαβολιές προς διασκέδαση των θαμώνων, κι έχει μείνει στους παλιότερους Χιώτες να αποκαλούν διάφορους (κυρίως πιτσιρίκια αλλά όχι μόνο) έτσι.

  49. 44 μπελότ ε; Μπουρλότ το λέγαμε στη Θεσσαλονίκη, και είναι το γαλλικό pelotte

  50. Aghapi D said

    48 πολύ χαριτωμένη ιστορία

  51. Triant said

    Εξαιρετικές ιστορίες. Η προσωπική μου ζυγαριά γέρνει ελαφρώς προς την πρώτη.

  52. Ευγένιος said

    Διορθώνω το τέλος ενός μνημειώδους σχολίου που μού έπιασε η μαρμάγκα:

    ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ, ο πολύς Μπαμπινιώτης διαπράττει διπλή γκάφα στο λήμμα «σύφιλη» του Ετυμολογικού του. Μάς βεβαιώνει ότι η πρώτη καταγραφή της λέξεως «συφιλίς» ανιχνεύεται το 1876, ενω της λέξεως «σύφιλις» το 1891!.. (και γράφει τον Fracastoro… FracaNstoro ο άσχετος…)

    Εννοείται ότι ο Μπάμπι πέφτει 46 χρόνια έξω για το «συφιλίς» και 48 χρόνια έξω για το «σύφιλις». Το οξύτονο «συφιλίς» πρωτοκαταγράφεται στο μνημειώδες «Συστηματικόν Εγχειρίδιον Ιατρικής Πολιτείας» του Πέτρου Βελλαρά (Βιέννη 1830) και το προπαροξύτονο «σύφιλις» στην μνημειώδη «Τοξικολογία» του Ξαυερίου Λάνδερερ (Αθήναι 1843)

  53. # 45

    Οχι !

  54. loukretia50 said

    Πολύ όμορφα και τα δύο.
    Με απλό και άμεσο τρόπο συνδυάζουν συγκινητικά την παιδική αφέλεια και ευαισθησία με τις απορίες και την αναστάτωση που δημιουργεί ένα τραγικό γεγονός στον κόσμο των παιδιών.
    ———————————

    Κάποια παιδιά τολμούν να ρωτήσουν :
    -«Γιατί δεν κλαις?»
    Καμιά απάντηση δεν είναι ικανοποιητική, έστω κι αν οι μεγάλοι αποφύγουν την πιο κοινότοπη και φαρμακερή ατάκα:
    – «Οι άνδρες δεν κλαίνε»
    ( Αλήθεια, από πότε κρατάει αυτή η παράδοση? )

    Συνήθως ακούνε το πολύ βολικό για κάθε δύσκολη φάση:
    -«Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις»
    Ισχύει βέβαια… αλλά μένουν πολλά που πρέπει να εξηγηθούν, όπως ότι δεν είναι το κλάμα σίγουρη απόδειξη αγάπης, στην αναπόφευκτη ερώτηση :
    -« Μα ο μπαμπάς την αγαπάει… »
    Δεν είναι ακόμα γνωστή η έννοια του παρελθόντος χρόνου και μάλλον σ΄αυτή την περίπτωση είναι σωστό.

    -« Κι αν η γιαγιά μας αγαπάει, γιατί έφυγε?».
    Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
    Για να μην αναφερθώ στο βασανιστικό : «-Πού πήγε?»

    Κάθε απάντηση μια αφορμή για δεκάδες ερωτήσεις που μένουν αναπάντητες.
    Τα μικρά παιδιά δεν καταλαβαίνουν γιατί η στιγμή δεν είναι ποτέ κατάλληλη για συζήτηση,
    Ευτυχώς είναι άπειρες οι απορίες τους όταν ανακαλύπτουν τον κόσμο και ξεχνάνε γρήγορα.
    Οι προτεραιότητες αλλάζουν διαρκώς και παραμερίζονται οι μεταφυσικές ανησυχίες.
    ‘Αλλα παιδιά δε ρωτάνε, βλέπουν αμήχανα το σπαραγμό που εκφράζεται με δυνατούς λυγμούς και ενοχλητικές οιμωγές και παρατηρούν τα παραμορφωμένα πρόσωπα συγγενών και φίλων .
    Αναρωτιούνται γιατί όλοι αυτοί δείχνουν να πονούν πιο πολύ από τους οικείους.
    Αναστατώνονται και θυμώνουν, το μόνο που θέλουν εκείνη τη στιγμή είναι να αφήσουν τη γιαγιά να ξεκουραστεί, όπου κι αν πηγαίνει σίγουρα θα θέλει ησυχία.
    Δεν την ενοχλούσαν οι φωνές των παιδιών όταν έπαιζαν, όμως είναι ανυπόφορη αυτή η φασαρία των μεγάλων.
    Και είναι τόση η αντίθεση με τη βουβή θλίψη της μητέρας ή του πατέρα , που νοιώθουν χωρίς να χρειάζονται εξήγηση, ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να θρηνήσεις, ίσως ο μόνος αληθινός.
    Μέχρι να ερωτηθούν με τη σειρά τους, στου κύκλου τα γυρίσματα :
    «-Εσύ γιατί δεν κλαις?»
    ΛΟΥ
    Αρκεί ένα βλέμμα από αγαπημένο πρόσωπο που σε νοιώθει, ένα φιλικό άγγιγμα και η μάσκα πέφτει.
    Αντέχεις τον πόνο, τα βλέμματα, το μίσος, την αδιαφορία.
    Παραμένεις ευάλωτος στην αγάπη.

  55. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    44 Και πριν από 5 δεκαετίες, επί εθνοσωτηρίου, κυβερνούσαν οι απαίσιοι συνδικαλιστές;

  56. 27. Λειτουργεί στη Ριτσώνα. http://cremservices.gr/
    Πολύ ωραία τα διηγήματα. Ευχαριστούμε που μας γνωρίσατε ένα νέο αξιόλογο συγγραφέα.

  57. Ευγένιος said

    Βρήκα γοητευτικές (και αρκετά διδακτικές) τις δύο ιστορίες του Κυριάκου Συφιλτζόγλου. Εκτιμώ ότι ο 37χρονος αυτός Δραμινός έχει αξιοπρόσεκτο συγγραφικό τάλαντο και ότι πολύ καλά κάνει ο κ. Σαραντάκος που τον προωθεί στο κοινό του Ιστολογίου. Θα κάνω μερικές επισημάνσεις;

    1) Σε προ διετίας (Δεκ. 2017) συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.», ο Συφιλτζόγλου μιλάει ανοιχτά για την τουρκοφωνία της οικογενείας του, που διαφωτίζει τις δύο ιστορίες του παρόντος άρθρου

    ● Κυριάκο, γεννήθηκες και επιμένεις να μένεις στη Δράμα. Από πού κρατάς;

    «Από τη μάνα Πόντιος. Ηρθαν Ελλάδα μέσω Συρίας. Από τον πατέρα Καππαδόκης, που ήρθαν στη Δράμα μέσω… Αργεντινής. Πόντιοι λοιπόν από τη μάνα και τουρκόφωνοι από τον πατέρα. Με τη γιαγιά μου δεν μιλήσαμε ποτέ ελληνικά. Στο χωριό μας από τον δρόμο και πάνω ήταν Θρακιώτες, από τον δρόμο και κάτω Μικρασιάτες τουρκόφωνοι. Οταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί ποντιακά και τούρκικα μιλούσανε.»

    ● Και πώς τα καταλάβαινες, πώς τα αντιλαμβανόσουν αυτά εσύ;

    «Ωραίο ήταν. Κι ας μην καταλαβαίναμε τίποτα εμείς, μια ταινία χωρίς υπότιτλους. Θυμάμαι τον πατέρα εκεί στον κήπο και να σκάβει, καθόταν κι ο παππούς σ’ ένα ξύλο παραπέρα με την τραγιάσκα με τα αυτιά, κι αρπάζονταν συχνά και έντονα, ο γέρος κι ο πατέρας βρίζονταν στα τούρκικα. Εμπαινε κι άλλη γιαγιά με τα ποντιακά και γινόταν χαμός! Είχε πλάκα.»

    ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ το εξής ΕΡΩΤΗΜΑ: Ο Συφιλτζόγλου είναι γεννημένος το 1983, άρα η τουρκόφωνη γιαγιά του ζούσε μέχρι το 1995 τουλάχιστον, για να μπορεί να της μιλάει. Δηλαδή, έζησε η εν λόγω Καππαδόκισσα 70 χρόνια στην Ελλάδα και δεν έμαθε λέξη ελληνικά; Κάτι ύποπτο συμβαίνει εδωπέρα…

    2) Στην ίδια συνέντευξη (Δεκ. 2017) στην «Εφ.Συν.» ο Συφιλτζόγλου ομολογεί δημοσίως ότι είναι άΕργος εκ πεποιθήσεως…

    ● Εργάζεσαι κάπου αλλού; Αυτό που σπούδασες ας πούμε;

    «Διαβάζω, γράφω, φωτογραφίζω. ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΑΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. Συστηματικά τον τελευταίο χρόνο ζωγραφίζω και κάνω εξορμήσεις στη Δράμα και τα γύρω χωριά. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία έχει το τίμημά της. Σημαίνει πατρικό, σημαίνει εξάρτηση. Αλλά δεν μπορούσα να γίνω δικηγόρος.»

    ● «Είναι ακριβή η τιμή», λες, «είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις»…

    «Ναι, κι αυτό είναι από εκείνη την περίοδο. Ηθελα να έχω το κεφάλι μου καθαρό και να «βουτάω» στα άλλα. Πολλοί νομίζουν ότι έχω πολλά φράγκα. Επειδή με βλέπουν να γυρνοβολάω. Δεν έχω, μου αρκούν τα λίγα».

    3) Ο κ. Σαραντάκος είναι γνωστό «μαμούνι» και πάντοτε «ψάχνει» τα επωνύματα των ανθρώπων. Του Κυριάκου Συφιλτζόγλου γιατί δεν το έψαξε να δεί από πού κρατάει η σκούφια του; Μήπως γιατί δείχνει να έχει κάποια σχέση με την σύφιλη; ΕΠΙΣΗΣ: Γιατί στον λογαριασμό του στο Facebook, o νεαρός Κυριάκος καταργεί το ελληνικότατο ύψιλον τόσο στο όνομα όσο και στο επίθετό του (Kiriakos Sifiltzoglou); Μήπως γιατί δεν θέλει οι αγγλόφωνοι να τον συνδέσουν με την syphilis; Ή μήπως επιθυμεί να τον συνδέσουν οι συμπατριώτες της τουρκόφωνης γιαγιάς του με την ίδια λέξη που στα τούρκικα γράφεται με ιώτα (sifilis);

    4) Μιάς και ανέφερα την λέξη «σύφιλις»: Τόσο ο Μπαμπινιώτης στα Λεξικά του, όσο και ο κ. Σαραντάκος στο παρόν Ιστολόγιο επί μία Δεκαετία έχουν ΑΠΟΚΡΥΨΕΙ την ελληνική ετυμολογία της λέξεως, που ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ τόσο το Online Etymology, όσο και ο κορυφαίος Τούρκος ετυμολόγος Νισανιάν: Ο Βερονέζος γιατρός Girolamo Fracastoro (1483-1553), που πρώτος λάνσαρε την λέξη «σύφιλις» το 1530 για να περιγράψει την «γαλλική αρρώστια», ομολογεί ότι εμπνεύστηκε την ετυμολογία της, συνθέτοντας δύο ελληνικές λέξεις: Την σύς (= γουρούνι) + την φιλέω-ώ (= αγαπώ). Δηλ. η κατασκευασμένη από τον Girolamo Fracastoro λέξη «σύφιλις» είναι ελληνικότατη και δηλώνει την αγάπη στα γουρούνια..

    Γράφει το Online Etymology στο λήμμα «syphilis»: « Why he chose the name is unknown; it may be intended as Latinized Greek for «Pig-lover,»

    Γράφει και ο Νισανιάν στο λήμμα «sifilis»: «< EYun sý-philos σύφιλος domuz-seven»

    ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ, ο πολύς Μπαμπινιώτης διαπράττει διπλή γκάφα στο λήμμα "σύφιλη" του Ετυμολογικού του. Μάς βεβαιώνει ότι η πρώτη καταγραφή της λέξεως "συφιλίς" ανιχνεύεται το 1876, ενω της λέξεως "σύφιλις" το 1891!.. (και γράφει τον Fracastoro… FracaNstoro ο άσχετος…)

    Εννοείται ότι ο Μπάμπι πέφτει 46 χρόνια έξω για το "συφιλίς" και 48 χρόνια έξω για το «σύφιλις». Το προπαροξύτονο «σύφιλις» πρωτοκαταγράφεται στο μνημειώδες «Ιστορικόν Εγχειρίδιον Ιατρικής Πολιτείας» του Πέτρου Βελλαρά (Βιέννη 1830) και το οξύτονο «συφιλίς» στην μνημειώδη «Τοξικολογία» του Ξαυερίου Λάνδερερ (Αθήναι 1843)

  58. Μαρία said

    Μετά το 40:46 ο Κυριάκος Σ. ξεναγεί τη Χριστίνα Σ. στα εγκαταλειμμένα χωριά της Δράμας. https://webtv.ert.gr/ert3/allert3/04mai2019-allert3-oi-poleis-toy-kapnoy-drama/
    Το είδα τις προάλλες σε επανάληψη.

  59. nikiplos said

    Ο πατέρας μου, είχε περάσει κάτι λιγότερο από ένα χρόνο που ήταν σχεδόν κατάκοιτος, κάτι που δεν ήθελε ο ίδιος τουλάχιστον τους πρώτους 4 μήνες να το παραδεχτεί. Κατόπιν οικογενειακής συνεδρίας μέσω τηλεφώνων, αποφασίσαμε να τον χαπακώσουμε, ώστε να είναι πιο ήρεμος και να κοιμάται τα βράδια… Όταν πέθανε ήμουν στο σπίτι του. Για μένα πέραν πολλών άλλων σήμαινε και ένα πέρας στο δικό του το μαρτύριο, αλλά και στην ταλαιπωρία των υπολοίπων γύρω του. Ήμουν μάλλον ο μόνος ψύχραιμος· κάποιος έπρεπε να φροντίσει τα διαδικαστικά… Δεν έκλαιγα, ούτε εγώ, ούτε η μητέρα μου, ούτε ο αδερφός μου.

    Την επόμενη το βράδυ έκλαψα, τότε μου ήρθε, τότε ξέσπασα. Η μητέρα μου δεν έχει ξεσπάσει ακόμη – 60 χρόνια μαζί βλέπεις. ο θρήνος πιστεύω είναι προσωπικό πράγμα και δεν χρειάζεσαι κανέναν δίπλα σου, αν θρηνείς πραγματικά. Ήταν ένα δίωρο που με ανακούφισε. Επειδή πεζοπορούσα μόνος μου στην ύπαιθρο, δεν συνάντησα άνθρωπο στα σκοτάδια. Μόνο ξαφνικά αισθάνθηκα κάτι στα πόδια μου, ήταν η σκύλα μου, που είχε δραπετεύσει πηδώντας ψηλή μάντρα για να με βρει. Με άγγιζε με τη μουσούδα της. Την έδιωχνα αλλά αυτή εκεί.

  60. Αγγελος said

    Στη θέση του, εγώ θα άλλαζα το επώνυμό μου. Μπορεί να έχει αθώα και άσχετη, τούρκικη υποθέτω, ετυμολογία, αλλά πώς να το κάνουμε, ιδίως έτσι γραμμένο, θυμίζει την αρρώστια που την εποχή του Ροΐδη δεν τολμούσαν να ονομάσουν ολογράφως.
    [Κάπου μιλάει για «νόσον επίκτητον ή συνταγματικήν» της Ελλάδας και προσθέτει ως υποσημείωση : «ούτω — συνταγματικήν — ονομάζουσι την syph… constitutionnelle οι πωληταί των αντισυφ… καταποτίων, των πωλουμένων εν Κωνσταντινουπόλει.» 🙂 ]

  61. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Από το δείγμα των δύο ιστοριών φαίνεται ότι υπάρχει συγγραφικό ταλέντο στον Κ.Σ. Αυτό, όμως, που με εντυπωσίασε είναι το ότι έφτιαξε 33 (!) ιστορίες, όλες γύρω από τον θάνατο και από τα νεκροταφεία, με το βλέμμα ενός παιδιού… Δύσκολο…

    Το πολύπλοκο θέμα ‘παιδί και θάνατος’ το έχει -από διάφορες πλευρές- θίξει και αναλύσει κυρίως η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος.
    Αυθόρμητα μου ήρθαν στο νου τρία σχετικά κινηματογραφικά:

    Το δέντρο που πληγώναμε: Τα παιδιά με τις σκανταλιές, που δεν τις σταματούν οι θάνατοι, οι κηδείες, οι ταφές. (Θάνατον πατώντες, θα έλεγα…)
    Οι σκηνές με τα εξαπτέρυγα, το θυμιατό κλπ. https://youtu.be/BZv7A0vscXE

    Maggie: Το τελευταίο επεισόδιο της σπονδυλωτής ταινίας «Εννιά ζωές», με την Γκλεν Κλόουζ να κάνει πικνίκ με το κοριτσάκι της σ’ ένα νεκροταφείο.
    Το βίντεο παίζει αυτή την ιστορία μετά το 1:21:00. (Όσοι θα το δείτε, φτάστε μέχρι το τέλος…) https://youtu.be/eTRrHrxYZZw?t=4854

    Απαγορευμένα παιχνίδια: Το (παλιομοδίτικο μεν, αλλά) αριστούργημα του Ρενέ Κλεμάν. Από τις πιο διεισδυτικές ματιές στην ιδιαίτερη, σκοτεινή εν μέρει, σχέση και τη συμφιλίωση των παιδιών με τον θάνατο, γενικά… (Το παρακάτω είναι μικρό απόσπασμα, αλλά η μουσική αποζημιώνει!). https://youtu.be/8DHElffraz0

  62. Καλησπέρα,
    Περί γλωσσών των προσφύγων. Θα ξαναγράψω μια παλιά ιστορία.
    1998. Τριήμερο της Αγιατριάδας και έχουμε πάει εκδρομή από το Διδυμότειχο στην Τουρκία. Κωνσταντινούπολη βασικά και κάνουμε μια εκδρομή στη Ντάριτζα (Αρετσού ελληνιστί) και Προύσα. Στη δεύτερη λέγαμε να συναντήσουμε τον Ριζά. Βαλαάς ήταν και τον γνωρίσαμε από σπόντα (την έχω αφηγηθεί την ιστορία κι εδώ). Στην Ντάριτζα που ήταν το χωριό του παππού της Μαρίας γνωρίσαμε έναν Τουτκοκρητικό. Τάχω γράψει στο Βαλαάδες και Τουρκοκρητικοί. Εκεί λοιπόν γράφω: Οι παππούδες του είχαν έρθει απ’ την Κρήτη και η γιαγιά του δεν δέχτηκε να μάθει τούρκικα. Απόκτησε 8 10 εγγόνια. Απ’ αυτά τα 5, αυτά που θέλαν επαφή με τη γιαγιά, έμαθαν ελληνικά. Τα άλλα 3, δεν το θεώρησαν απαραίτητο! . Οπότε, ναι, μπορεί κάποιος μετά από δεκάδες χρόνια σ’ έναν τόπο να μην δεχτεί να μάθει τη γλώσσα του τόπου εκείνου. Ειδικά για τις γυναίκες ήταν πιο εύκολο, οι άντρες είχαν αναγκαστικά δοσοληψίες με τους ντόπιους άρα κάτι έπρεπε να πουν.

  63. sarant said

    58 Α μπράβο!

  64. Alexis said

    Καλημέρα.

    Όμορφα τα δύο κειμενάκια, ο συγγραφέας δείχνει «να το ‘χει» με το γράψιμο. Προσωπικά θα ήθελα να τον δω και σε κάποιο άλλο δείγμα, πέρα από «αφηγήματα με τη ματιά ενός παιδιού».

    Μου φαίνεται και μένα περίεργη η τουρκοφωνία του παππού και της γιαγιάς. Αν υποθέσουμε ότι το αφήγημα είναι αυτοβιογραφικό, με δεδομένο ότι ο συγγραφέας είναι γεννημένος το 1983, τοποθετείται χρονικά τέλη ’80ς με αρχές ’90ς, δηλαδή 65-70 χρόνια μετά τον ξεριζωμό. Μετά από τόσα χρόνια προκαλεί όντως εντύπωση για έναν πρόσφυγα να μη μιλάει καθόλου ελληνικά!

  65. spyridos said

    Τι ωραίο το σημερινό. Διαμάντι.

    Σημείωση για τον κακόψυχο.
    Η γιαγιά ενός φίλου μου ήρθε το 22 από Καππαδοκία και εγκαταστάθηκε στη Κάτω Τούμπα.
    Πέθανε αρχές της δεκαετίας του 90. Δεν την άκουσε να μιλάει ποτέ Ελληνικά μόνο Τούρκικα.

    Θυμάμαι μια συνέντευξη του Γιώργου Μητσάκη όπου έλεγε ότι για αγάπη μπορεί να μιλήσει και τραγουδήσει πραγματικά μόνο στα Τούρκικα.
    Στα Ελληνικά ακόμα κι όταν τραγουδούσε για αγάπη δεν το ένιωθε σαν κάτι δικό του.
    Σε ένα γάμο Κούρδου φίλου στο Αρνεμ μου έκανε εντύπωση ένας καλεσμένος σε διπλανό τραπέζι.
    Είχε μπόλικα εγγόνια γύρω του που μιλούσαν Γερμανικά, Ολλανδικά, Γαλλικά, Κουρδικά και Τούρκικα αλλά τον φώναζαν παππού.
    Τον ρώτησα και ήταν Θρακιώτης που έφυγε παιδί στην ανταλλαγή πληθυσμών και μιλούσε μια πολύ ωραία και γλυκιά Ελληνική.
    Οι κόρες του είχαν εγκατασταθεί σε Ολλανδία, Γερμανία και Γαλλία. Δυο από τους γαμπρούς του ήταν Κούρδοι.
    Εκείνον δεν τον νοιάζει σε τι γλώσσα του μιλάνε τα εγγόνια αρκεί να τον φωνάζουνε παππού στα Ελληνικά.
    Στη μόνη γλώσσα που το νοιώθει.

    Το 1980 συμμετείχα σε ένα παιδικό (μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου) θεατρικό όμιλο του ου διοργάνωνε ο Ε.Ο.Π (πρώην Βασιλική Πρόνοια).
    Κάναμε και περιοδείες με παραστάσεις σε διάφορα μέρη τις περιόδους των διακοπών.
    Πρέπει να ήταν από την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων ως την παραμονή Πρωτοχρονιάς που μείναμε φιλοξενούμενοι σε ένα τέτοιο πρώην «Σπίτι Παιδιού».
    Στην παιδόπολη της Αγριάς στο Βόλο. Μας έδωσαν μάλιστα ένα ολόκληρο από εκείνα τα πέτρινα σπίτια που είχαν για να μείνουμε.
    Ηταν σοκαριστικό για εμάς όταν καταλάβαμε ότι τα περισσότερα παιδιά με τα οποία πιάσαμε αμέσως φιλίες ήταν ορφανά και έμεναν εκεί μόνιμα.
    Υπήρχαν και αρκετά από απομακρυσμένα χωριά που παρακολουθούσαν στο Βόλο τεχνικές σχολές ή Λύκειο αλλά είχαν μείνει εκεί γιατί είχε ρίξει τόσο χιόνι που η συγκοινωνία με ορεινά χωριά είχε διακοπεί.
    Τις λίγες μέρες που μείναμε εκεί δεθήκαμε με τα παιδιά της παιδόπολης λες και γνωριζόμαστε χρόνια.
    Το σημερινό μου το θύμισε.

    Το γκούγκλισα στο Ιντερνετ και διάβασα ότι ένα μέρος της τότε παιδόπολης είναι χώρος υποδοχής ανήλικων ασυνόδευτων προσφύγων.
    Βρήκα και αυτό το ημερολόγιο της αρχηγού της παιδόπολης όταν άνοιξε το 1948 και μου άρεσε πολύ.
    https://tinyurl.com/qn3bobc

  66. Georgios Bartzoudis said

    55, sarant said: «…Και πριν από 5 δεκαετίες, επί εθνοσωτηρίου, κυβερνούσαν οι απαίσιοι συνδικαλιστές»;

    # Και πριν και μετά και εις τους αιώνας των αιώνων (χωρίς Αμήν!). Ακόμα και επί …κοσμοσωτηρίου, ο πολύς (τότε τουλάχιστον) Τρότσκι αναφώνησε κάπως έτσι: Και τώρα, τί θα κάνουμε με τους συνδικαλΗστές που δεν θέλουν να εργάζονται;;

  67. MA said

    Καλημέρα,

    Πολύ ωραία γραφή! Το δεύτερο δε διήγημα με κατατάραξε! Μπράβο σου Νικοκύρη που το ξετρύπωσες😀

    Να αναφέρω και δυο βιβλία σχετικά με παιδοπόλεις:

    Πόλη παιδιών του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου (Πατάκης 2012) και το Γάλα Μαγνησίας του Κώστα Ακρίβου.
    Για τον Spyridos σχόλιο 65
    Το βιβλίο του ΚΑ μάλιστα αναφέρεται στην παιδόπολη Αγριάς (παρεμπιπτόντως στον ίδιο χώρο έχω παρακολουθήσει θεατρικό ανεβασμένο από τα ίδια τα παιδιά του αμιγώς τότε ορφανοτροφείου)

  68. loukretia50 said

    Χαίρομαι όταν διαπιστώνω ότι υπάρχουν ακόμα σχολιαστές με διάθεση να αναζητήσουν πληροφορίες, να βρουν σχετικές αναφορές σε κείμενα, υλικό αρχείου, ταινίες, μουσική, ό,τιδήποτε κρίνουν αξιόλογο να μοιραστούν, ακόμα και προσωπικό, που απαιτεί καλή διάθεση και χρόνο, έστω κι αν ξέρουν ότι κανένας δε θα απαντήσει/ σχολιάσει/ πάρει αφορμή για συζήτηση.
    Αυτό για σας

    What Happens to the Heart https://youtu.be/2AMMb9CiScI Leonard Cohen

    Ναι, το ξέρω, δύσκολοι καιροί, αλλά…

  69. MA said

    68😊

  70. loukretia50 said

    69. Κάπως πρέπει να σας πείσω να μη χάνεστε!!

  71. Γιάννης Ιατρού said

    70: Μόνο κάτι …χαμένα κορμιά χάνονται 🙂

  72. loukretia50 said

    71. Όταν το ιστολόγιο αγγίζει η παγωνιά
    τα σχόλια θα χάνονται – νιφάδες στο χιονιά

    ΥΓ. …και μη λες ότι δεν καταλαβαίνεις!!

  73. Γιάννης Ιατρού said

    4Χ4

  74. MA said

    Λου, ανήκω στη σιωπηλή πλειοψηφία… 😀 και έτσι κι αλλιώς, αφού δεν είμαι χαμένο κορμί, δεν χάνομαι, έτσι δεν είναι κύριε Ιατρού; 😀

  75. Γιάννης Ιατρού said

    74: Επικροτώ κι επαυξάνω 🙂 🙂 !!! (για το χιόνια της Λου στο #72, είπα, 4Χ4)

  76. loukretia50 said

    74. Πάντα υπάρχει ένα διακριτικό αποτύπωμα να δηλώνει παρουσία ή συμμετοχή!
    Eκτιμάμε και τις λεπτές αποχρώσεις!
    Αν θυμάμαι καλά σου αρέσει η τέχνη και ζήτησες κάποτε από τον Απουσιολόγο το φανταστικό https://www.tate.org.uk/art/artists/yves-klein-1418 – που δε μπορώ να ποστάρω σκέτο!
    Aκόμα κι αν τα μπέρδεψα – τα αρχικά δε μπορώ να τα συγκρατήσω – ισχύει για σένα :

    …χάνομαι , κι ας μη ρεμβάζω!
    μα κάτι καλό αν διαβάζω
    μια φατσούλα θα τη βάζω … ε?

  77. MA said

    σ ευχαριστώ Λου!

    Παρεμπιπτόντων μόλις τελείωσε στο Μέγαρο η συναυλία για τον Μικρούτσικο με το υπέροχο «Κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ όλα, δεν στο ´χω πει ακόμα» . Και κλαίω

  78. MA said

    παρεμπιπτόντως βέβαια

  79. sarant said

    77 Τι ωραία συναυλία ήταν αυτή, πλύθηκε η ψυχή μας.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    67 και ο αριστουργηματικός Θολός Βυθός του Γιάννη Ατζακά

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    79 Αλλά έλειπε ο Κούτρας

  82. Μαρία said

    80
    Ναι. Πρέπει να το έχω συστήσει παλιά.

  83. loukretia50 said

    81. Γιατί δε συμμετείχε?

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    82 Ναι! 🙂

    Πολύ ευχαριστώ και το συγγραφέα και το Νικοκύρη για την ομορφιά των διηγημάτων.
    Μιλάει το παιδικό στόμα, η ανατολή της ζωής ολόλαμπρη και λέει για βασιλεμένους του βίου. Δεν μας ακουμπάει σχεδόν καθόλου η σκοτεινιά του θανάτου στο νο 3 διήγημα. Η θεατρική παιδική αντίληψη (τί θαύμα!) απαιτεί εξωτερικευμένο θρήνο, δάκρυα, από τον μεγάλο για τη μαμά του. Ανεβαίνει στην κυδωνιά, έχουν κυδωνιές οι αυλές στα βόρεια οι σπιτόκηποι, για να παρατηρεί από ψηλά κρυμμένος .
    Εμείς ανεβαίναμε -στους θανάτους, «στο δώμα», στην επίπεδη σκεπή,τσιμεντένια ή και χωμάτινη και βάναμε τα κεφάλια στη χτιστή καπνοδόχο ν΄ακούμε τα μοιρολόγια.
    Στο νο 23 διήγημα τα παιδιά παίζουν στο χωριό των πεθαμένων, στο νεκροταφείο, με τα βρισκούμενα. Παντού παίζουν τα παιδιά: Τάφους βρίσκουν, τάφους εντάσσουν στο παιχνίδι*. Τα παρακολουθούμε σαν να κάνουν προσκλητήριο των κεκοιμημένων αλλά ο θάνατος είναι άλλων, άλλοτε. Στο κιβούρι όμως του βρέφους με την κουδουνίστρα παγώνει η καρδιά μας, εμάς των μεγάλων -των αναγνωστών. Τα παιδιά με φυσικότητα τ΄ αφήνουν το παιχνίδι τους, που είναι για παιδάκι, όχι για βρέφος, μα θα μεγάλωσε -το μνήμα είναι παλιό! Όβερ!
    Έξοχο!

    Σίγουρα θα το πάρω το βιβλίο. Ζήλεψα τη μαστοριά. Μπράβο του του συγγραφέα.

    Είχα πάρει το γιο μου ,περίπου 3 χρονών θα ήταν, ν΄ανάψουμε ένα κεράκι στο νεκροταφείο, εδώ στην Αθήνα, στην Αγία Παρασκευή, που είναι θαμμένος ο πεθερός μου. Δεν τον θυμόταν, δεν είχε χρονίσει όταν πέθανε ο παππούς.
    Στο χώρο καθώς μπήκαμε, χοροπήδησε ενθουσιασμένος «Α! εδώ τσήνουνε σουγλάκια! »
    (Κάπνιζαν εδώ κι εκεί λιβανιστήρια)
    🙂

    *Στο δημοτικό, σε μια εκδρομή σε ορεινό χωριό-μετόχι (συνοικισμό για καλοκαιρινή διαμονή) παίζαμε κρυφτό και κρύφτηκα μέσα σε ανοιχτό παλιό τάφο στο εγκαταλειμμένο, παλιό κοιμητήριο. Παραμέρισα, με το πόδι, κι ένα μισοκαύκαλο για να βολευτώ καλύτερα. Ξένο χωριό, δε μ΄ένοιαζε. Άγνωστοι και παμπάλαιοι. Φυσικά στου δικού μου, πέρναγα τρέχοντας κι απόξω 🙂

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    83 Λου
    Τον άκουσα προχθές το Σάββατο το πρωί Στο Κοκκινο στην εκπομπή του Στέλιου Ελληνιάδη, ο οποίος (ο Σ.Ε.) εξέφρασε απορία που δεν θα ήταν στη συναυλία και δεν πολυκατάλαβα πώς το εξήγησε. Πάντως είπε ότι κάνει σειρά συναυλιών με την Ρ. Αντωνοπούλου κ.α.(έψαξα την εκπομπή τώρα, αλλά δε γνώθω να τη βρω)

    Κι εδώ κάτι λέει:
    https://www.documentonews.gr/article/giannhs-koytras-kabalhsa-to-aspro-alogo-kai-katestrepsa-ta-panta-hmoyn-o-attilas

  86. loukretia50 said

    85. Από το λινκ της συνέντευξης κατάλαβα ότι δεν τον κάλεσαν να συμμετέχει.
    Έστω ένα τραγούδι , θα ήταν ταιριαστό, έχει συνδεθεί η ερμηνεία του με το Σταυρό του Νότου, δεν καταλαβαίνω με ποιο σκεπτικό τον απέκλεισαν.
    Όπως θυμώνω με όσους εκμεταλλεύονται εκδηλώσεις στη μνήμη κάποιου δημιουργού για προσωπική προβολή, άλλο τόσο αγανακτώ όταν παραμερίζονται ή αγνοούνται πρόσωπα σημαντικά για την επιτυχία συγκεκριμένου έργου.
    Αλλά πάλι, τι ξέρω από σώου μπιζ…

  87. Μαρία said

    85
    Αρχείο, μέρα https://www.stokokkino.gr/page/arxeio.html

  88. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    87, Μαρία ευχαριστώ!

    86 Λου, σόρι λάθος είπα, όχι το Σάββατο αλλά την Κυριακή 19/01/2020 Στο Κοκκινο,στην εκπομπή «Ενα ντέφι που πάει παντού» ήταν ο Γ.Κούτρας.
    Στο 23:42 κ.ε. λέει ότι του είπαν ότι στο Μέγαρο έγινε επανάληψη της συναυλίας στην Καισαριανή, όπως ήθελε ο Θάνος Μικρούτσικος αλλά δεν πρόλαβε κι όπου δεν συμμετείχε ο Κούτρας (επειδή ήταν νοσοκομείο)

    Καλημέρα.
    Τρέχω…

  89. nikiplos said

    Να πουμε μόνο για τον Γιάννη Κούτρα, πως δεν έχει περάσει ξανά, ούτε θα ξαναπεράσει κατά τη γνώμη μου, τέτοιος τραγουδιστής με τόσο καθαρή άρθρωση του λόγου… Μιλάει τα καλύτερα ελληνικά, χαίρεσαι να τον ακούς… Γι’ αυτό και στο σταυρό του νότου καταλάβαινε κανείς όλα τα λόγια με σαφήνεια… Ο Γιάννης Κούτρας έχει μακράν την καλύτερη ορθοφωνία…

    Θυμάμαι σε μια συναυλία που τραγούδησε τη «Θάλασσα» (το είχε πρωτοπεί η Μίλβα, αλλά έχουν ακολουθήσει πολλοί άλλοι). Μόλις έφτασε στο στίχο «Θάλασσα μνήμη, μαύρο μου ασήμι», όλοι και ο τελευταίος του κοινού κατάλαβε τη λέξη μνήμη. Την είπε τόσο καθαρά… Ανεξαιρέτως την πνίγουν όλοι όσους έχω ακούσει κατά καιρούς σε συναυλίες να τραγουδούν το συγκεκριμένο τραγούδι…

    Πόσο θα του ταίριαζε να διαβάζει παραμύθια σε παιδικές ηχητικές εκδόσεις…

  90. @15 Nikiplos Ούτε και σήμερα έχει την ευφυία να αξιοποιήσει θετικά τον τουρκόφωνο ελληνισμό… Γιατί το ζήτημα αυτό δεν τελειώνει με τους τελευταίους τουρκόφωνους Καππαδόκες και Δυτικοπόντιους, που πλέον έφυγαν από τη ζωή.

    Αλλά και μέ ένα τμήμα των λεγόμενων «παλιννοστούντων » ομογενών που εγκαταστάθηκαν στο βαλκανικό Νότο («μητέρα-πατρίδα» 😉 )μετ΄ατη σοβιετική κατάρρευση

    Μια από τις τελευταίες μεγάλες και συμπαγείς ομάδες τουρκόφωνων Ελλήνων ήταν και είναι αυτή των λεγόμενων Τσαλκαλήδων.

    Η Τσάλκα είναι ένα οροπέδιο της Γεωργίας, που θα μπορούσε έως τη σοβιετική κατάρρευση να χαρακτηριστεί ελληνικό. Εκεί υπήρχαν 48 καθαρά ελληνικά χωριά εκ των οποίων τα 44 ήταν τουρκόφωνων και τα 4 ελληνόφωνα.

    Κάποιοι από την περιοχή είχαν έρθει πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1922 (όπως οι κάτοικοι του χωριού Γάβρα στο Κιλκίς)….

    Μετά τη σοβιετική κατάρρευση του 1991 η πλειονότητα των Ελλήνων της περιοχής έφυγαν στην Ελλάδα, την Κύπρο και τη Ν. Ρωσία….

    Αντιμετώπισαν και αυτοί το πρόβλημα ενός παράξενου ενδοεθνικού ρατσισμού λόγω της τουρκοφωνίας τους, ακόμα και από τους Πόντιους, στις κοινότητες των οποίων εντάχθηκαν….

    Η τελευταία τέτοια ομάδα που εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει είναι αυτή των ταταρόφωνων Ελλήνων (Ουρούμ) της περιοχής της Μαριούπολης στη νοτιοανατολική Ουκρανία…
    ….

  91. sarant said

    90 Ουρουμ – Ρωμιοί

  92. Γιάννης Ιατρού said

    13: χαχα, τώρα το είδα ρε Γιώργο! Τυχαία. Έχετε γεμίσει graffiti εκεί, ε;
    Και να πεις πως ο Μίκυ Μάους είναι τίποτα το καλλιτεχνικό…, μπαα (ούτε ο τύπος πίσω από το τζάμι λέει κάτι το ιδιαίτερο 😂😋😉)
    Λοιπόν, πρέπει να είναι κοντά σου σχετικά, στην κάθοδο της Κυψέλης, περίπου στο ύψος της Σκύρου εδώ χοντρικά, αλλά ο γούγλης έχει φωτό παλιές, του 2014, και η περιοχή έχει αλλάξει, κυρίως τα καταστήματα κλπ. στις στοές, όπως είδα πρόσφατα που είχα κατέβει εκεί κοντά 🙂

  93. Μαρία said

    90
    Τσάλκαληδες στη Θεσσαλονίκη είναι εγκατεστημένοι στη γειτονιά πίσω απ’ το Διοικητήριο. Ο εσωτερικός ρατσισμός δεν νομίζω οτι οφείλεται μόνο στην τουρκοφωνία αλλά και στα διαφορετικά ήθη.

  94. sarant said

    93 Το προφέρεις έτσι, στην προπροπαραλήγουσα, ε;

  95. Μαρία said

    94
    Βέβαια, όπως και Μπάφρα/Μπάφραληδες, αλλά με δεύτερο τόνο στο λη, οπότε δεν παραβιάζουμε εδώ τουλάχιστον το νόμο της τρισυλλαβίας 🙂

    Συμμαθητές απο Τσάλκα πρέπει να είχε ο Κορνήλιος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: