Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2020


Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά.

3

Σταμάτησε πάλι να μιλά και βυθίστηκε σε σκέψεις. Εμείς, συνεπαρμένοι από τη διήγησή του, περιμέναμε τη συνέχεια, χωρίς να λέμε τίποτα. Κάποτε, συνέχισε:

Ο Γρηγόρης το παρατήρησε πρώτος.

«Δε σου φαίνεται πως το νερό δεν τρέχει πια στο λαγούμι;» μου λέει.

Πραγματικά εκεί που κελάρυζε τρέχοντας στο λαγούμι της μπασιάς, τώρα  έμοιαζε στάσιμο. Άναψα ένα φανάρι και πήγα πιο κοντά να δω. Το νερό όχι μόνο δεν έτρεχε πια, αλλά λίμναζε και ανεπαίσθητα η έκταση που έπιανε στην αρχή του λαγουμιού σα να μεγάλωνε.

«Ώρες είναι να χτίσανε τη μπασιά» μου λέει. «Άλλη εξήγηση δε βρίσκω».

Η διαπίστωση αυτή μας προβλημάτισε πολύ: αν πραγματικά μας πήραν είδηση και χτίσανε τη μπασιά, αργά η γρήγορα το νερό θα ανέβαινε και στον υπόγειο ναό που είχαμε εγκατασταθεί. Πόσο ψηλά θα ανέβαινε δεν μπορούσαμε για την ώρα να υπολογίσουμε. Ο Γρηγόρης έβαλε σημάδια με πετραδάκια στα όρια της λούμπας που σχηματίστηκε εκεί που ήταν πριν η αρχή του λαγουμιού και σημείωσε στο ρολόι του την ώρα. Σε πέντε ώρες είδαμε πως το νερό είχε ξεπεράσει τα σημάδια και απλωνόταν. Μας έζωσαν μαύρα φίδια.

«Πρέπει να δούμε αν αυτό το άνοιγμα εκεί πέρα, οδηγεί πουθενά, γιατί δε μας βλέπω να μένουμε άλλο εδώ» μου λέει.

Συμφώνησα και αποφασίσαμε να κάνω πάλι κατόπτευση, αυτή τη φορά όχι βγαίνοντας από τη σπηλιά, αλλά μπαίνοντας ακόμα πιο βαθιά. Πήρα ένα φανάρι και προχώρησα να δω που βγάζει η στοά αυτή. Ευτυχώς ήταν αρκετά ψηλή και φαρδιά και μπορούσα να βαδίζω όρθιος. Αφού προχώρησα κάπου μία ώρα, είδα στο βάθος να φέγγει κάτι. Αυτό μου έδωσε μεγάλο κουράγιο. Ίσως να υπήρχε εκεί κάποια έξοδος. Κάποτε έφτασα σ’ έναν δεύτερο θάλαμο της σπηλιάς, που στην οροφή του υπήρχαν ανοίγματα από όπου έμπαινε το φως τη μέρας και όπως παρατήρησα φώλιαζαν εκεί νυχτερίδες και πουλιά, μάλλον όρνια ή κοράκια θα ήταν. Ο θάλαμος αυτός δεν είχε τη μεγαλοπρέπεια του «υπόγειου ναού» που εγκαταλείψαμε. Δεν είχε ούτε σταλαχτίτες ούτε σταλαγμίτες, ούτε είδα να βγαίνει πουθενά νερό. Το μόνο καλό του ήταν πως το φως που έμπαινε από την οροφή του θα μας εξοικονομούσε το πετρέλαιο για τα φανάρια.

Αφού ξεκουράστηκα, άναψα πάλι το φανάρι μου και γύρισα πίσω. Ενημέρωσα τον Γρηγόρη για το αποτέλεσμα της εξερεύνησης.

«Λοιπόν τι κάνουμε Επίτροπε;» του λέω χρησιμοποιώντας αυθόρμητα τον τίτλο του, ίσως  για να τονίσω τη σοβαρότητα της απόφασης που θα παίρναμε.

«Μια φορά, να μείνουμε άλλο εδώ δε γίνεται. Όπως βλέπεις, το νερό απλώνεται συνεχώς. Υπολογίζω πως, σε δέκα-δώδεκα ώρες, θα έχει γεμίσει το μεγαλύτερο τμήμα του δαπέδου και θα φτάσει ώς εδώ που έχουμε τα κιβώτια με τα εφόδια. Ευτυχώς που σα να το προβλέψαμε τότε, τα βάλαμε στο ψηλότερο σημείο. Πρέπει λοιπόν να μετακινηθούμε. Λέω σε πρώτη φάση να ανεβάσουμε όλα τα τρόφιμα, τα φάρμακα, τα φανάρια και το μπιτόνι με το πετρέλαιο ώς εκείνο το άνοιγμα που περπάτησες και από τα όπλα, το ρουχισμό και τα λοιπά εφόδια, να πάρουμε τα απολύτως απαραίτητα για μας τους δύο μοναχά».

Συμφώνησα κι αρχίσαμε το κουβαλητό, που μας πήρε πολλήν ώρα. Μέσα στο σκοτάδι, που μόλις διαπερνούσε το φέγγος από τα δυο μας φανάρια, τον έβλεπα πως κούτσαινε και δυσκολευόταν να κουβαλήσει βαριά πράματα. Χωρίς να του πω τίποτα σήκωνα εγώ τα βαρύτερα, αφήνοντας τα πιο λαφριά γι’ αυτόν.

Στο καινούργιο προσωρινό στέκι μας ήμασταν πιο άβολα από το παλιό, γιατί δεν είχε την απλοχωριά του. Βολευτήκαμε όμως όπως όπως. Την τελευταία στιγμή γεμίσαμε τα παγούρια μας με νερό, πριν φτάσει ώς τα κιβώτια που εγκαταλείψαμε και βρωμιστεί. Δεν ξέραμε αν θα βρίσκαμε άλλη πηγή στην πορεία μας μέσα στη σπηλιά. Στο καινούργιο στέκι μας ήταν στεγνά κι αυτό ήταν το μόνο καλό, γιατί κάτω μας περόνιαζε η υγρασία.

«Να φάμε και να κοιμηθούμε τώρα, για να έχουμε δυνάμεις να προχωρήσουμε στον άλλο θάλαμο που ανακάλυψες. Να βλέπουμε λίγο φως βρε παιδί μου, κοντεύουμε να στραβωθούμε εδώ μέσα και ώς πότε θα φτάσει το πετρέλαιο; Ύστερα τι θα γίνει;»

«Δεν έχει όμως πηγές εκεί, θα λυσσάξουμε από τη δίψα».

«Στην ανάγκη θα γυρνάμε να παίρνουμε νερό από δω. Άλλωστε δε θα μείνουμε πολύ εκεί, θα προχωρήσουμε παρακάτω και όλο και θα βρούμε καμιά πηγούλα»

Όταν ξυπνήσαμε, ζαλωθήκαμε όσα μπορούσαμε να σηκώσουμε και, μπροστά εγώ και πίσω εκείνος, προχωρήσαμε ώς τον καινούργιο σταθμό μας. Όταν φτάσαμε εκεί, τον είδα στο φως και τρόμαξα. Ήταν κατακίτρινος και φαινόταν τελείως εξαντλημένος. Κούτσαινε κι όλας και τότε πρόσεξα πως το χτυπημένο πόδι του φαινόταν πρησμένο.

«Δεν είσαι καλά Γρηγόρη. Πονάς;»

«Δεν είναι τίποτα, νά, φαίνεται πως το κούρασα, γιατί πονάει».

Έβγαλε το παντελόνι του και τότε είδα πως το μπούτι του είχε πρηστεί και το κρέας γύρω από το τραύμα ήταν βαθυκόκκινο, σχεδόν μελιτζανί.

«Κακοφόρμισε το κέρατο» τον άκουσα να λέει, σα να μονολογούσε.

«Κάτσε εδώ και ξεκουράσου κι εγώ πάω να φέρω τα υπόλοιπα».

Πραγματικά έκανα άλλες δυο στράτες, ώσπου μετέφερα όλα τα πράματά μας. Του άλειψα την πληγή με ιώδιο και οινόπνευμα και την σκέπασα με γάζα και ένα χαλαρό επίδεσμο. Ύστερα του έστρωσα  σε μιαν ομαλή μεριά δυο κουβέρτες και του είπα να ξαπλώσει. Στο μεταξύ είχε σκοτεινιάσει, αλλά μου είπε να μην ανάψω φανάρι ή κερί.

«Δεν ξέρουμε τι είναι εκεί πάνω που είναι το άνοιγμα. Για να έχει φωλιές όρνιων, μάλλον θα είναι απάτητο από ανθρώπους. Αλλά δεν ξέρεις πάλι. Καλού κακού ας τη βγάλουμε τη νύχτα στο σκοτάδι».

Την άλλη μέρα (είχαμε πια ξαναβρεί τις μέρες και τις νύχτες, ο χρόνος απόκτησε πάλι νόημα), την άλλη μέρα λοιπόν, άφησα το Γρηγόρη να ξαπλώνει στις κουβέρτες και προχώρησα πιο μέσα στη σπηλιά. Σε μισή ώρα δρόμο βρήκα μια πηγή, στο δεξί πλευρό του διαδρόμου, που ευτυχώς εξακολουθούσε να είναι φαρδύς και ψηλοτάβανος. Τη βρήκα τυχαία όταν ακούμπησα το χέρι μου στο βράχο. Σήκωσα το φανάρι και είδα πως η στοά κατηφόριζε ελαφρά και το νερό έτρεχε προς την κατεύθυνση που σκόπευα να ακολουθήσω. Το πήρα το κατόπι και σε κάπου δυο ώρες δρόμο, βρέθηκα σε τρίτο υπόγειο θάλαμο, αυτή τη φορά γεμάτον σταλαχτίτες.  Γύρισα να ενημερώσω το Γρηγόρη για τις ανακαλύψεις μου. Τον βρήκα να κάθεται και να γράφει στο ημερολόγιό του. Φαινόταν πολύ καλύτερα από την προηγούμενη μέρα. Παρατήρησα τότε πως τα μαλλιά του είχαν μεγαλώσει πολύ. Ολόκληρη χαίτη είχε αποχτήσει. Του το είπα κι αυτός γέλασε.

«Εσύ να δεις τι μαλλούρα έχεις. Δε βαριέσαι, και ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Καραϊσκάκης, τα μαλλιά τους έφταναν ώς τους ώμους τους. Ας τους μοιάσουμε».

Μείναμε άλλες πέντε μέρες στο «θάλαμο της κορακοφωλιάς», όπως τόνε βαφτίσαμε. Στο τέλος του πρότεινα να προχωρήσω την εξερεύνηση, μήπως βρω κάποιαν ασφαλή έξοδο. Συμφώνησε, άναψα ένα φανάρι και ξεκίνησα. Ξαναπέρασα από το θάλαμο με τους σταλαχτίτες που ανακάλυψα λίγες μέρες πιο μπροστά και ερευνώντας τον, βρήκα πως είχε τρία ανοίγματα. Να μη σου τα πολυλογώ, τα εξερεύνησα και τα τρία. Το ένα ήταν τυφλό, έφραζε πιο πέρα, το άλλο ήταν σαν καμινάδα, τραβούσε πολύ ψηλά και καθώς αισθανόμουν να κατεβαίνει από κει φρέσκος αέρας συμπέρανα πως έβγαζε κάπου έξω από τη σπηλιά. Ήταν όμως τόσο απότομο, σχεδόν κατακόρυφο, που όχι ο Γρηγόρης αλλά ούτε κι εγώ θα μπορούσα να σκαρφαλώσω. Έπρεπε να ήσουν εξασκημένος ορειβάτης. Το τρίτο ήταν σαν συνέχεια της στοάς, που είχα ακολουθήσει από τον «θάλαμο της κορακοφωλιάς». Το περπάτησα κάπου δύο ώρες και πάλι κάποιο φως μου έδειξε πως πλησίαζα σε άνοιγμα. Πραγματικά σε μισή ώρα έφτασα σε ένα είδος θολωτό μπαλκόνι, όπου τέλειωνε ο διάδρομος.

(Συνεχίζεται)

47 Σχόλια to “Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 5”

  1. nikiplos said

    Ωραίο και το σημερινό και η αγωνία που αναδύει στον αναγνώστη… καλημέρα

  2. Καλημέρα

    Σπηλαιολογία το σημερινό !

  3. Aghapi D said

    Καλημέρα
    ανυπομονώ για το επόμενο απόσπασμα

  4. Georgios Bartzoudis said

    «και ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Καραϊσκάκης, τα μαλλιά τους έφταναν ώς τους ώμους τους. Ας τους μοιάσουμε»

    # «Νη’σκός κουμμάτια ‘νειρεύιτι», που λεει μια Μακεδονική παροιμία!

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια! Η σημερινή συνέχεια δεν προχωράει σε κάτι συναρπαστικό αλλά μάς βάζει πιο βαθιά στη σπηλιά -λίγη υπομονή.

  6. Παναγιώτης Κ. said

    Εθιστικό!
    Και το σταμάτησες, για την επόμενη φορά, σε καίριο σημείο!

  7. Παναγιώτης Κ. said

    Να ρωτήσω το εξής: Αναφέρθηκε το μέρος στο οποίο βρίσκεται η σπηλιά αυτή;
    Εννοώ γεωγραφικά. Που είναι; Στο Ν.Λακωνίας, Μεσσηνίας, Αργολίδας, πού;

  8. Alexis said

    Καλημέρα.
    Ωραίο το σημερινό και μας το ‘κοψες πάνω στο καλύτερο! 😊

    #7: Κάπου στο νότιο Ταΰγετο νομίζω, ας πουν και όσοι θυμούνται καλύτερα…

  9. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα, ευχαριστούμε!
    Βλέπω πως δεν είναι μόνο δική μου η αίσθηση πως το σημερινό είναι περισσότερο… τίζερ τρέιλερ παρά επεισόδιο 🙂

    7: Νομίζω ειπώθηκε σε παλιότερη συνέχεια πως το σπήλαιο δεν είναι πραγματικό.

  10. atheofobos said

    Διαπιστώνω πως χρησιμοποιείς την ίδια τακτική στις συνέχειες που είχε και ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ! Το κόβεις στο καλύτερο!Το κάθε τεύχος τελείωνε είτε με τον Γιώργο Θαλάσση να βρίσκεται κρεμασμένος από ένα κεραμίδι για να γλυτώσει από τον Σεϊτάν Αλαμάν, είτε την Κατερίνα να τρέχει για να γλυτώσει από τους Γερμανούς, είτε τον Σπίθα.. κτλ Έτσι τρέχοντας την επόμενη εβδομάδα τρέχαμε με το δίφραγκο στο περίπτερο για να πάρουμε το νέο τεύχος!

  11. Παναγιώτης Κ. said

    Παιδιά του χωριού. Η ανίχνευση των σπηλιών κάτω από τεράστιες πέτρες ήταν μέρος των παιχνιδιών μας. Από όσα μας είχαν πει οι μεγαλύτεροι, εκεί κατέφευγαν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια των πολέμων για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς. Μάλλον με αυτό τον τρόπο διαχειρίζονταν τον φόβο τους διότι πότε να προλάβεις αν εμφανιστούν τα αεροπλάνα.
    11 Νοεμβρίου 1940 ανήμερα του Αγίου Μηνά. Εμφανίζονται λοιπόν βρετανικά αεροπλάνα και ρίχνουν μερικές μπόμπες στο κέντρο του χωριού. Ο απολογισμός: 17 νεκροί. Χωριανοί και Ιταλοί που στρατοπέδευαν στο χωριό.

  12. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Το σημερινό επεισόδιο τελειώνει με cliffhanger.

  13. Alexis said

    #7-9: Μικρή διόρθωση: Στο 1ο «επεισόδιο» της «Χθόνιας Οδύσσειας» ο Δ.Σ. λέει (μέσω του αφηγητή του) ότι η μία είσοδος, αυτή που μπήκαν οι δύο, είναι κάπου στον βόρειο Ταΰγετο και η άλλη στον κεντρικό, κάπου κοντά στη θάλασσα, σχεδόν 50 χιλιόμετρα μακριά!
    Πού λέει ότι η σπηλιά ήταν ανύπαρκτη;

  14. sarant said

    9-13 Εγώ είπα ότι η σπηλιά είναι λογοτεχνικό εύρημα, παρόλο που υπάρχουν πραγματικά πολλές σπηλιές στον Ταΰγετο για τις οποίες πολλά θρυλούνται ή έγιναν. Και ο αφηγητής είναι μυθοπλασία, δεν είχε κανέναν γνωστό ο πατέρας μου που να μπήκε σε σπηλιά κτλ.

  15. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Ἡ ἀγωνία στὸ κατακόρυφο! (Μουσικὴ ὑπόκρουση μὲ γρήγορα κρουστά) 🙂

  16. loukretia50 said

    Από το πρώτο κεφάλαιο η αφήγηση μας παρασύρει αργά και βασανιστικά στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που ζωντανεύει εφιάλτες και προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα.
    Όλα γίνονται εικόνες, ο πόλεμος, ο άνθρωπος που γίνεται θηρίο, κυνηγός ή θήραμα, η απίστευτη θέληση και αντοχή που δείχνει σε συνθήκες τόσο ακραίες.
    Παρακολουθούμε μ΄ένα σφίξιμο στην καρδιά τη χθόνια Οδύσσεια των κυνηγημένων.
    Φαίνεται αδιανόητο πώς άντεξαν να ζουν σε τόσο σκοτάδι , ποιος αντέχει τη διαρκή αγωνία και την ατέλειωτη αναμονή χωρίς να τρελαθεί?
    Φυλακισμένοι θαρρείς στα έγκατα της γης, και μια σκοτεινή δύναμη παίζει με την αντοχή τους, άλλοτε δίνοντας μια αχτίνα ελπίδας κι άλλοτε βυθίζοντάς τους στην απόγνωση που παλεύουν να νικήσουν.
    Πραγματικά η αγωνία κορυφώνεται στο σημερινό.
    Ευχαριστούμε Νικοκύρη

    ΥΓ Αλλά… χαίρομαι που εδώ και χρόνια έχω αγοράσει το βιβλίο !!

  17. Alexis said

    #14: Α, ναι; Δεν το θυμόμουνα αυτό. Μου είχε δημιουργηθεί όμως η εντύπωση ότι επειδή ο αφηγητής μιλάει για υπαρκτά πρόσωπα, με ονοματεπώνυμο, είναι κι αυτός πραγματικό πρόσωπο.

  18. nikiplos said

    Γενικά πάντως για το σπήλαιο υπάρχει πραγματολογική βάση αφενός στο Διρό, που είναι τεράστιο και πληροί και την είσοδο από τη στεριά (αλεπότρυπα) και από τη θάλασσα, αφετέρου βρίσκω σημεία ομοιότητας και με το καταφύγι στην Τραχήλα της Β. Μάνης που και αυτό έχει μεγάλο σχετικά μήκος, και είσοδο και από στεριά ψηλά με βάραθρο, έτσι όπως περιγράφεται η κορακοφωλιά και από τη θάλασσα με υποθαλάσσια σήραγγα-σπήλαιο περίπου 2μ μήκος, βατό δλδ για τον μέσο κολυμβητή.

  19. Capten Vilios said

    (είχαμε πια ξαναβρεί τις μέρες και τις νύχτες, ο χρόνος απόκτησε πάλι νόημα).Εμείς πότε θα τις βρούμε?

  20. sarant said

    18 Φυσικά υπάρχει πραγματολογική βάση

  21. Γιάννης Ιατρού said

    Σήμερα χάσαμε και την σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, 81 ετών!
    Καλό ταξίδι! Μας έφυγε πάλι ένας αγαπημένος άνθρωπος με ευαίσθητη ψυχή!

  22. Aghapi D said

    Πιθανώς το αντίστροφο τής σημερινής συνέχειας: http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C131/595/3929,17351/extras/texts/index_b_08_01_chatzis.html

  23. Ευγένιος said

    Να μάς πεί ο κακόψυχος Ιατρού (21) γιατί κρύβει από τους αναγνώστες του Ιστολογίου ότι [μπαν!]

  24. sarant said

    21 Τη βλέπαμε στην Αίγινα στο καφενείο του Γαλάρη, που ερχόταν με την παρέα της -αν και όχι τα δυο τελευταία καλοκαίρια, είχε καταπέσει η καημένη.

    23 Μπαν!

  25. sarant said

    Οπότε στο εξής αν θέλετε ν’αναφερθείτε στον Τριβιζά ή στον Αρανίτση θα πρέπει να γράφετε, ας πούμε, «ο Ευγ. Τριβιζάς».

  26. Γιάννης Ιατρού said

    24b Εμ, ο κερατάς, τίποτα δεν σέβεται!

  27. leonicos said

    Μεγάλος τεχνίτης στην αφήγηση

  28. ΚΑΒ said

    Ὦ μιαρὲ καὶ βδελυρὲ κρᾶκτα, τοῦ σοῦ θράσους
    πᾶσα μὲν γῆ πλέα, … ὦ
    βορβοροτάραξι καὶ τόν ἱστόν ἅπαντα ἡ-
    ἡμῶν ἀνατετυρβακώς, ὕπαγε.

  29. Μαρία said

    25
    Τι γλιτώνει ευτυχώς ο Βένιος.

  30. sarant said

    26 Μόλις πεθάνει κάποιος, αμέσως να πάει να κοπρίσει.

  31. Αμάν βρε Νικοκύρη, σαν άσχετος κάνεις. Δεν ξέρεις πως οι τάφοι είναι γεμάτοι σκουλήκια?

  32. mitsos said

    Απολαυστικός και πάλι ο πατήρ Σαραντάκος

    Και εγώ νιώθω πως ο υιος Σαραντάκος παίζει λίγο με την αγωνία όσων δεν έχουν το βιβλίο.

    Μπά!
    Αποκλείεται ο εγγονός ενός παππού που κάθε άλλο παρά ήταν «Άχθος αρούρης». Αποκλείεται ο γυιος ενός τόσο «χθόνιου» αφηγητή. Αποκλέιεται να δρα τόσο «υποχθόνια» 🙂

  33. Jane said

    Πολύ ωραίο και το σημερινό απόσπασμα.
    Ο Δημήτρης Σαραντάκος καταφέρνει να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αγωνίας μεταδίδοντας το άγχος και τον φόβο των ηρώων για την επιβίωση μες στο σκοτάδι της σπηλιάς ενώ οι διώκτες τους τριγυρνούν από πάνω σαν τα κοράκια.
    Δημιουργεί δηλαδή αυτό το αιώνιο δίπολο: την μάχη του καλού με το κακό.
    Οι ρεαλιστικοί διάλογοι , η ένταση και οι περιγραφές το κάνουν πολύ ζωντανό σαν να αφηγείται μια αληθινή ιστορία.
    Το παράγγειλα πριν λίγο από το eshop. Θέλω να το έχω αυτό το βιβλίο.

  34. Jane said

    Το πρώτο ποίημα που δημοσίευσε η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ το 1956.

    «Μοναξιά»
    Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
    το γέλιο σου με τον ήλιο
    το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.
    Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
    του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
    με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
    θα βρεις τη μοναξιά σου.

    Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
    μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
    απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.
    Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
    και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
    θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
    γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
    και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.

    Αν φωνάξεις την αγάπη σου
    θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
    γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
    τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
    όλους τους λασπωμένους δρόμους.

    Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
    λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
    τα λόγια της μοναξιάς σου.

    Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
    Πώς θα πορευτούμε;
    Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
    Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
    των ψυχών από δίπλα μας;

    Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
    Μια θα ‘ναι η Νίκη:
    αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
    Μόνοι μας.

  35. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένα ποίημα από την αλλιώς ωραία Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ αφιερωμένο στον Βάτμαν…

    ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΦΙΔΙΑ

    Ίσως τα φίδια που μας ζώνουν
    να ‘ναι πλάσματα καλά
    χρήσιμα
    αφού ελευθερώνουν τις υποψίες μας
    γύρω από τις ψεύτικες υποσχέσεις.
    Και όπως ελίσσονται
    μας διδάσκουν ότι καμιά πραγματικότητα
    δεν είναι πιο πολύτιμη, πιο αληθινή
    απ’ την ανάσα της στιγμής.
    Τι σου υποσχέθηκαν οι άνθρωποι;
    Γλυκιά ζωή;
    Μα θέλει μεγάλη φαντασία.
    Τι σου υποσχέθηκαν οι άγιοι;
    Αιώνια ζωή;
    Μα θέλει μεγάλη αντοχή.

  36. sarant said

    31 Αυτό να μου πεις

    34-35 Α μπράβο!

  37. Παναγιώτης Κ. said

    Λόγια της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ:
    «Δεν υπάρχει καμιά υψηλά ιστάμενη μεταφυσική αλήθεια. Υπάρχει μόνο η προσωπική αλήθεια που καθένας τη βρίσκει στο τέλος μόνος του, δεν μπορεί να του την εμφυσήσει κανείς. Και τι πιο αληθινό από έναν τρόπο ζωής τέτοιο, ώστε να καταφέρνεις να μην πληγώνεις και να μην πληγώνεσαι! Εμένα εκείνο που με πληγώνει περισσότερο είναι η μωροφιλοδοξία κάποιων ανθρώπων και η τάση τους να σε εκμεταλλεύονται. Εκείνο, αντίθετα, που εκτιμώ απεριόριστα είναι η γενναιοδωρία, υλική και πνευματική».

  38. Την είχα γνωρίσει σε μια ποιητική εκδήλωση στο Γκάζι πριν 14-15 χρόνια. Ηταν μαζί με την Δημουλά και τον Πατρίκιο και μου είχε αφήσει εξαιρετική εντύπωση.

  39. sarant said

    Στην ΕΡΤ2 είχε σε επανάληψη μια πρόσφατη συζήτηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ με την Φωτεινή Τσαλίκογλου.

    Πάνω στη συζήτηση, διαπιστώνει πως κάτι δεν θυμάται.

    Και λέει: Είμαι τόσα χρόνια ανάπηρη και τώρα μόνο αισθάνομαι αναπηρία, που χάνω τη μνήμη μου.

    Βέβαια, μαθαίνω πού να ανατρέξω για να βρω όσα ξέχασα.

  40. Πέπε said

    24
    Αυτό είναι άκρως λυπηρόν.

    Ακόμη λυπηρότερο θα ήταν αν η κάθε επόμενη μετενσάρκωση αποκλειόταν εξαρχής, άμα τη αναγνωρίσει, και όχι όποτε πέσει σε παράπτωμα. Συνήθως η αναγνώριση γίνεται άμεσα, με το πρώτο μήνυμα το οποίο έτσι κι αλλιώς ελέγχεται πριν δημοσιευτεί. Αλλά κι αν ακόμη περάσει αυτό τον πρώτο έλεγχο, μετά δε θ’ αργήσει να εκδηλωθεί, οπότε και μπορεί να αποκλειστεί. Βέβαια αυτό θα ήταν εξόχως λυπηρό, όπως τόνισα, και γι’ αυτό δεν το προτείνω καθόλου.

  41. Γιάννης Ιατρού said

    40: Καλά ντε, μην κλαις έτσι! Σπαράζει η καρδιά μας😳😎
    Πάντως αν παρατήρησες, όλο και πιό «εφήμερες» γίνονται οι εμφανίσεις, σημάδι της επιταχυνόμενης πνευματικής κατάπτωσης, προφανώς η νέμεσις για την Ύβρη!

  42. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    41 Η έμεσις και η νέμεσις.
    Τώρα, αυτή την πνευματική κατάπτωση κάπως τη λένε στο χωργιό μου αλλά μετά θα με λες σκατόστομο.

  43. Γιάννης Ιατρού said

    42: Μπααα, άααλλοι βγάζουν παρατσούκλια σε αθώους σχολιαστές 🙂

  44. sarant said

    40 Κάθε φορά που με ξεγελάει με καινούργιο όνομα ή που μηχανικά τον εγκρίνω, και μετά φανερώνεται, δεν τον μπανάρω (ως τώρα) αν πρώτα δεν περάσει μια κόκκινη γραμμή -καλώς ή κακώς. Αλλά ίσως πρέπει να τον μπανάρω προκαταβολικά.

  45. Κουνελόγατος said

    Πιθανότατα έχει προταθεί πολλές φορές, ωστόσο, μήπως πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να τον αγνοούμε; Όπως το πάει, θα τελειώσει το αλφάβητο και τα 950.000.000 λέξεις της ελληνικής γλώσσας.
    Καλημέρα.

  46. Γιάννης Ιατρού said

    45: ..Πιθανότατα έχει προταθεί πολλές φορές..
    Γιώργο, αυτό είναι το πιό εύκολο και προφανώς στο (π.χ.) 95% των περιπτώσεων εφαρμοστέο.
    Υπάρχουν όμως και σχόλια που πρέπει να απαντηθούν, γιατί αλλιώς, εφ΄όσον διαβάζει κόσμος και κοσμάκης το ιστολόγιο αυτό, ενδέχεται να τα θεωρήσει ως δεκτά και σωστά και έτσι να διαδοθούν «λερναία» κι άλλα παρόμοια. Και ωσ γνωστόν, μετά «40 γνωστικοί προσπαθούν να βγάλουν την πέτρα απ΄το πηγάδι…».
    Επίσης δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητες οι διάφορες προσβολές και διασυρμοί προσώπων και χαρακτήρων, ιδίως η προσβολή θανόντων κλπ.
    Επομένως, κατ΄εμέ, προτιμότερο το μπαν-άκι, μόλις τον μυριστεί τον ασβό ο Νίκος (οι ασβοί ως γνωστόν αποπνέουν μια χαρακτηριστική μπόχα 😋😂🙄).

  47. Κουνελόγατος said

    Δίκιο έχεις, δε μπορεί ν’ αφήνει αναπάντητα τέτοια πράγματα. Απλά, θα έχουμε πρόβλημα με τα χρηστώνυμα σε 2-3 εκατομμύρια χρόνια.
    Καλημέρα Γιάννη, καλημέρα Νίκο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: