Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οδοιπορικό του 43 (του Γιάννη Μπεράτη, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2020


Ο Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) είναι πιο γνωστός για το βιβλίο του «Το πλατύ ποτάμι», που το έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο. Σε εκείνο το έργο, αφηγείται τον πόλεμο του 40-41. Ωστόσο, το 1943 ο Μπεράτης έφυγε αντάρτης με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο.

Απόρροια των περιπετειών του είναι το «Οδοιπορικό του 43», ένα έργο πολύ λιγότερο γνωστό. Όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η δημοσίευση του Οδοιπορικού, το 1946, προκάλεσε την απόλυση του Μπεράτη από το Υπουργείο Τύπου -με αποτέλεσμα ο αγώνας για τον βιοπορισμό να τον εμποδίσει να γράψει ένα τρίτο έργο που σχεδίαζε, για το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στο Πλατύ ποτάμι και στο Οδοιπορικό του 43.

Γιατί απολύθηκε ο Μπεράτης; Όχι πάντως επειδή στο βιβλίο του εκθειάζει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αντίθετα, τις λίγες φορές που παρουσιάζει Ελασίτες τούς χρωματίζει μάλλον αρνητικά -αλλά φαίνεται ενόχλησε το ότι δεν τους παρουσιάζει σαν αιμοσταγή τέρατα. Περισσότερο θα ενόχλησε ότι όχι μόνο εκφράζεται απαξιωτικά για τον Ναπ. Ζέρβα αλλά και πουθενά δεν περιγράφει ηρωικές πράξεις των ΕΔΕΣιτών -αντίθετα, τον περισσότερο καιρό περνούσαν άπραγοι στους Σκιαδάδες- ενώ συνεχώς εκφράζει τη λύπη του για τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το βιβλίο του Μπεράτη δεν το ήξερα. Τυχαία το βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο πέρυσι (βλεπω βέβαια ότι βρίσκεται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα), το διάβασα, μου άρεσε, ήθελα να το παρουσιάσω στο ιστολόγιο στις 28 Οκτωβρίου, αλλά το αμέλησα. Προχτές που έψαχνα κάτι άλλο βρέθηκε το βιβλίο μπροστά μου οπότε είπα να το βάλω στο σημερινό άρθρο κι ας μην είναι «επίκαιρο». Οπότε, θα παρουσιάσω ένα σχετικά εκτενές απόσπασμα από το Δέκατο τετράδιο.

Δυο λόγια για να σας κατατοπίσω: Οι Γερμανοί κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και έχουν επιτεθεί στο χωριό Σκιαδάδες, όπου βρισκόταν ο Μπεράτης άρρωστος. Ο Μπεράτης με έναν σύντροφό του ξεκόβουν από τους άλλους αντάρτες και χάνονται. Τελικά βρίσκουν στο δρόμο μια οικογένεια Εβραίων (αντρόγυνο και τον αδελφό της γυναίκας) που έχουν ταυτότητες χριστιανικές στο όνομα Καραμάνης, κι έναν χωροφύλακα από κοντινό χωριό, και οι έξι τους προσπαθούν να κατευθυνθούν προς την Καλαμπάκα όταν τούς συλλαμβάνουν οι Γερμανοί. Δεν λέω περισσότερα προς το παρόν.

Μονοτονίζω και διατηρώ την ορθογραφία.

………………………………………………………

Ανασήκωσα ελάχιστα το κεφάλι μου, και στο μονο­πάτι, ψηλά, είδα ένα Γερμανό με το αυτόματο να σημαδεύει τους άλλους τέσσερις συντρόφους μου που ’χαν πέ­σει τόσο άτσαλα που ενώ νόμιζαν πως είναι κρυμμένοι με το κεφάλι κάτω και δεν αφορά αυτούς η σφυριξιά, παρουσιάζαν στα φόρα όλα τα πισινά τους ακριβώς απέ­ναντι στο σκοπευτή. Ήταν μια στιγμή, ένα δευτερόλε­πτο, να σου κοπεί η ανάσα — ξανασφύριξε — δεν κουνηθήκαν — έγερνε το κεφάλι του έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη — όταν ξεπετάχτηκα ξάφνου με σηκωμένα τα δυο χέρια και φώναξα — και κείνος ξαφνιασμένος γύρι­σε προς τα μένα το αυτόματο, κάνοντάς μου συγχρόνως βίαια νοήματα να προχωρήσω γρήγορα σ’ αυτόν.

Τώρα πίσω του ήταν κι άλλοι πολλοί Γερμανοί που μας βάζανε όλοι τους στο σημάδι και σε κάθε παραπάτημα ή πέσιμό μας που κατεβάζαμε αναγκαστικώς τα χέρια για να συγκρατηθούμε, αγριεύανε και φοβερίζανε, όλοι μαζί, να μας την ανάψουν αμέσως.

Πλησιάσαμε έτσι με σηκωμένα χέρια ως ακριβώς από κάτω τους. Και τότε ξετυλίχτηκε μια απολύτως εβραίικη σκηνή που ποτέ μου δε θα τη ξεχάσω. Οι Εβραίοι κλαίγανε, τρέμανε σύγκορμοι, σπαρταρούσαν σαν ψάρια. Είχανε αγκαλιαστεί κι οι τρεις τους, είχανε κολλήσει τα πρόσωπά τους το ’να δίπλα στ’ άλλο, αλληλοφιλιόντουσαν υστερικά και δείχνοντας ό ένας τον άλ­λον, πότε ψελλίζανε, πότε τσιρίζανε με σακατεμένες φω­νές: «Famiglia! Famiglia! Commerçants! Malades!» [Οικογένεια! Έμποροι! Άρρωστοι!], ενώ με το ελεύθερο χέρι τους όλο και γαντζωνόντουσαν στις βα­ριές σκονισμένες μπότες του υπαξιωματικού που ορθω­νόταν αλύγιστος, μονοκόμματος, πάνωθέ τους. Ο σύν­τροφός μου κι εγώ βγάζαμε βιαστικά τα χαρτιά μας, δεί­χναμε άδειες, ταυτότητες, μιλούσαμε γρήγορα γαλλικά, ιταλικά, εγγλέζικα, επιμέναμε να μας ψάξουνε για να δουν πως δεν οπλοφορούμε, αναποδογυρίζαμε μόνοι μας τις τσέπες μας, κι επαναλαμβάναμε κι εμείς σ’ όλους τους τόνους: «Commerçants! Commerçants!»

Ξέρω κι εγώ τι συνέβη; Τους ζαλίσαμε; Η εμφάνισή μας τους παραπλάνησε; Η πολυγλωσσία μας δεν ταίρια­ζε ίσως στον τύπο τού Αντάρτη που είχαν φανταστεί; Η γυναίκα που είχαμε μαζί μας έπαιξε πάλι ρόλο; Το βέβαιο είναι πως πάντως αυτή τη στιγμή δεν επρόκειτο να μας εκτελέσουν, γιατί ο ανθυπασπιστής, ο ίδιος που είχε πρωτοσημαδέψει και σφυρίξει, αφού κοίταξε τα χαρτιά μας χωρίς φαίνεται να καταλαβαίνει τι λένε, μας τα έπέστρεψε λέγοντας: «Κομαντάντ, Κομαντάντ» και δίνοντάς μας να καταλάβουμε με νοήματα πως μόνο αυ­τός ο Κομαντάντ που θα ’ρχόταν τώρα απ’ τη Μουτσάρα ήταν αρμόδιος ν’ αποφασίσει για την τύχη μας.

Πλήθος Γερμανοί ανηφορίζανε από κει. Δεν είχαμε ποτέ μας φανταστεί πως ήταν τόσοι πολλοί, πως είχανε ξεκινήσει τόσοι πολλοί και με τέτοιο τέλειο οπλισμό για να χτυπήσουν μια χούφτα ανθρώπους που ήμαστε όλοι μας εμείς μαζί στο Βουλγαρέλι και όπου αλλού. Με βα­ριά πολυβόλα, με τεράστιους όλμους, με ορειβατικό πυ­ροβολικό και μ’ ένα σωρό άλλα όπλα που πρώτη φορά μου τα ’βλεπα. Κι όλα τα μουλάρια τους με τα πολεμο­φόδια — ολόκληρη σειρά κι αυτά — ήταν γερά, ψηλά, κατάμαυρα, καλοθρεμμένα και σα να μην είχαν κι αυτά καμιά κούραση. Αναθυμήθηκα τα πενιχρότατα, αγω­νιώδη μας μέσα και με κατέλαβε μια βαθύτατη πικρία. Τα δυο-τρία μας πολυβολάκια που παθαίναν κάθε τόσο εμπλοκές, το σκόρπιο λιανοντούφεκο, εκείνες τίς σκάρ­τες ιταλικές αραβίδες που δεν είχαν ποτέ τους ευθυβο­λία, κι εκείνους τους μερικούς σκόρπιους ολμίσκους μας που στηρίζαμε τόσες ελπίδες πάνω σ’ αυτούς. Τα ταλανι­σμένα χαμηλόσωμα μουλαράκια μας που δεν τρώγαν πο­τέ τού χορτασμού τους, τους Αντάρτες μας με τις παιδε­μένες μαυριδερές μορφές τους, τους κουρελιασμένους, τους βρώμικους, χωρίς καττύματα για τις διαλυμένες αρβύλες τους, ξυπόλητους πολλές φορές, ή που τυλίγανε τα ματωμένα πόδια τους, σαν με γουρουνοτσάρουχα, με τα δέρματα απ’ τις γίδες που σφάζαμε κάπου-κάπου για να τρώμε. Τούτοι δω ήταν όλοι τους, μα όλοι τους ανεξαιρέτως, νέοι, ψηλοί, εύρωστοι, ξανθοί, εφοδιασμένοι με ό,τι ήταν δυνατόν να τους χρειαστεί: για τη μάχη, για την πορεία, για το κρύο, για τη βροχή, και για να ζήσουν έστω και μόνοι τους, σαν ξέχωρη ομάδα, όσον και­ρό θελήσουνε.

Καθώς όλο περνούσαν από μπροστά μας, που περι­μέναμε ακίνητοι στο πλάι του δρόμου, όλοι τους μας κοιτάζανε εξεταστικά ή γελούσανε κοροϊδευτικά δείχνοντάς μας ο ένας στον άλλονε, λέγοντας κάτι λόγια που δεν τα καταλαβαίναμε, μα που οπωσδήποτε θα ’ταν σαν το: «Έ! το φιλαράκο! Τώρα θα χορέψεις καλά!»

Ήρθε ο «Κομαντάντ». Ήταν ένας νέος υπολοχαγός καμιά εικοσιπενταριά ετών. Ήξερε κάπως γαλλικά. Άκουσε την τυποποιημένη πια ιστορία μας για Άρτα, κοίταξε τα χαρτιά μας, μας τα επέστρεψε. Κρεμόμαστε από τα χείλη του. «Πολύ καλά», είπε. «Ακολουθήστε». Μπήκαμε κι εμείς μες στη φάλαγγα κι αρχίσαμε να περπατάμε. Πού πηγαίναμε; Τί θα μας κάνανε; Όλα ήταν κάπως σαν ένα όνειρο.

Ήτανε πιά δειλινό όταν φτάσαμε στο Γαρδίκι. Πί­σω μας υψωνόντουσαν οι άσπροι καπνοί απ’ τη φωτιά που είχαν βάλει στη Μουτσάρα. Κι εδώ δεν υπήρχε ψυ­χή. Οι Γερμανοί, με κλωτσιές και με τους υποκόπανους, αρχίσανε να σπάνε όλες τις πόρτες. με μεγάλη φασαρία συγκεντρώναν όλα τα υποζύγιά τους στην πλακοστρωμέ­νη πλατεία με τα πλατάνια και τις πέτρινες κρήνες και τα ξεφορτώνανε. Ήτανε ολόκληρα δυο τάγματα. Κά­ποιος που ήξερε λίγα εγγλέζικα ήρθε και μου ’πε να περιμένουμε. Μετά, ήταν σα να μας παρατήσανε και να μη μας προσέχει κανείς. Δεν τολμούσαμε να κουνηθούμε απ’ τη θέση μας. Περιμέναμε. Η ώρα περνούσε. Στο τέ­λος, αποσταμένοι, καθίσαμε, ο ένας δίπλα στον άλλονε, πάνω σ’ ένα πέτρινο πεζούλι. Δεν μιλούσαμε. Τι να πού­με αφού όλοι μας το ίδιο σκεφτόμαστε; Άξαφνα μες στο σύθαμπο είδαμε να φέρνουν τον Κώστα τον χωροφύλα­κα που τον θεωρούσαμε σκοτωμένο. Τον παρατήσανε μπροστά μας και φύγανε. Τραβήχτηκα και του ’κανα θέ­ση να καθίσει δίπλα μου. «Τι θα γίνουμε;» ρώτησε ο Κώ­στας. Κανένας δεν απάντησε. «Το αυτόματο σ’ το βρή­καν;» ρώτησα. «Μου το βρήκαν», απάντησε. «Τώρα θα μας σκοτώσουν όλους».

— Μπά, είπα (έτσι για να πω κάτι), αφού δε μας σκότωσαν απ’ την άρχή …

Κι εσύ μωρέ Κώστα, τί το ήθελες! Τόσες και τόσες φορές σ’ το είπαμε να το πετάξεις και να πάει στο διάολο…

Ήθελα να το πάω στο χωριό μου, έλεγε ο Κώστας με κατεβασμένο κεφάλι και χτυπούσε με μια μικρή βεργούλα τις άκρες απ’ τις αρβύλες του. Πιο πέρα η γυναί­κα του Καραμάνη, μην μπορώντας να συγκρατηθεΐ άλλο, έκλαιγε ένα μουλωχτό νευρικό κλάμα, ακουμπισμένη πά­νω στον ώμο του αντρός της. «Σώπα αγάπη μου», της έλεγε κείνος, «σώπα αγάπη μου». Την αγαπούσε φαίνε­ται πολύ.

Οι Γερμανοί πετούσαν πολλές φωτοβολίδες που άξαφνα φωτίζαν σαν μέρα και πάλι μας πλάκωνε το σκοτάδι. Συνεννογιόντουσαν, φαίνεται, με τίποτα άλλα τμήματά τους γιατί πίσω απ’ το βουνό παρουσιαζόταν κι από κει κάθε τόσο μια μεγάλη λάμψη. Κάπου γύρω ο όλμος πάλι δούλευε γερά.

Κάποιος στάθηκε μπροστά μας κι έκανε νόημα του Κώστα να σηκωθεί. Σηκώθηκε αργά, ακουμπώντας τα δυο του χέρια στα γόνατά του, σα να ’βαζε δύναμη για να σηκωθεί.

«Πάω να με σκοτώσουν», γύρισε και μού ’πε.

«Μη λες κουταμάρες!» του φώναξα άξαφνα.

Στρίψανε το δρομάκι, μα τους έβλεπα. Ο Κώστας τράβαγε μπροστά, ο άλλος πίσω του. Σε μερικά βήματα έβγαλε αργά το περίστροφό του και σχεδόν «εξ επαφής» τον πυροβόλησε στο σβέρκο. Ο Κώστας έπεσε μπρούμυ­τα. Τώρα η σειρά μου, είπα.

Μα ήρθανε κάτι άλλοι και μας είπανε να σηκωθούμε όλοι μαζί. Θυμάμαι πως περπάταγα, χωρίς να το θέλω, κορδωμένος, κι οι κινήσεις μου ήτανε κινήσεις νευρόσπαστου. Μα γυρίζαμε και ξαναγυρίζαμε δρομάκια, ανεβαίναμε σκαλιά, φτάσαμε μπροστά σε μια πόρτα. Ήταν ένα μεγάλο σπίτι και μας μπάσαν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Κάποιο φως μισόφεγγε απ’ τη δίπλα κάμαρα. Και τα δυο παράθυρά μας είχανε σιδερένια κάγκελα. Μέναμε ορθοί στο σκοτάδι, και μετά μας φέρανε μια λάμπα. Είχαμε κυριολεχτικά χάσει το μπούσουλα και δεν ξέραμε τί σήμαιναν όλ’ αυτά.

Σε λίγο ήρθε ο υπολοχαγός, χωρίς πηλήκιο και με ξεκούμπωτο γιακά. Κάπνιζε και μας πρόσφερε τσιγάρο. Δεν είπε τίποτα συγκεκριμένως για τον Κώστα, μα έτσι γενικά μίλησε πως είναι διαταγή όποιον βρουν να οπλοφορεί να τον σκοτώνουν επί τόπου. Προτού φτάσουνε στο χωριό που μας βρήκανε συναντήσανε κάποιο γερο­βοσκό. Του φωνάξανε αν οπλοφορεί και κείνος το αρνήθηκε. Μα όταν του κάνανε έρευνα βρήκαν επάνω του ένα μεγάλο περίστροφο. Τι το ’θελε το περίστροφο γέρος άνθρωπος αυτός; Αναγκαστήκαμε να τον εκτελέσουμε. Βλέπετε, η διαταγή είναι διαταγή.

Βέβαια, είπαμε. Η διαταγή είναι διαταγή.

Για μας πάντως θ’ αποφασίσει ο ανώτερός τους, ο Γενικός τους Κομαντάντ. Η περίπτωσή μας, βέβαια, είναι απλή όπως λέμε — μα πάντως είναι και τούτο το μπέρδεμα που βρεθήκαμε τέτοιες ώρες εδώ πάνω. Μας εύχεται καλή τύχη. Ναι, είναι Βιεννέζος. Τον έχει κου­ράσει πια ο πόλεμος τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Δύο στον Καύκασο. Μετά στην Αλβανία για να ξεκαθαρί­σουνε τους Αντάρτες, και τώρα εδώ. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια έχει να δει τους δικούς του. Μα κι ο Γενικός τους Κομαντάντ είναι πολύ καλός άνθρωπος, Βιεννέζος κι αυτός. Είχε αρρωστήσει κι είχε μείνει στα Ιωάννινα, μα τώρα έγινε καλά και θα τον συναντήσουμε κάπου προς την Καλαμπάκα. Μας καληνυχτίζει τώρα. Το δικό του όνομα είναι Leebel — Rudolf Leebel. Μη τον ρωτάμε τίποτα παραπάνω. Μας είπε πως απ’ αυτόν δεν εξαρτάται τίποτε. Μας εύχεται πάλι καλή τύχη κι ελπίζει πως όλα θα πάνε καλά. Ελπίζει ακόμα πως θα βολευτούμε γι’ απόψε εδώ. Θα μας φέρουνε σκεπάσματα. Έχει δια­τάξει να μας φέρουνε και φαΐ. Επίσης θα ’ρθει ο νοσο­κόμος να επιδέσει τα τραύματά μας και ιδίως τα πόδια της κυρίας που ορισμένως γίνανε έτσι απ’ το πολύ περ­πάτημα. Πάντως να έχουμε ύπ’ όψη μας ότι η έγερση είναι στις 4 1/2 το πρωί, γιατί στις πέντε ξεκινάμε. Βιά­ζονται να επιστρέψουν στα Ιωάννινα, γι’ αυτό περπατά­νε όλη την ημέρα και δε σταματάνε παρά το βράδυ, όπου βρεθούνε.

Μας χαιρέτησε έναν έναν με χειραψία, έκανε μια μι­κρή υπόκλιση σαν έφτασε στην πόρτα — κι έφυγε, αφήνοντάς μας ακόμα πιο άναυδους από ποτέ.

Όλη τη νύχτα δε μπόρεσα να κοιμηθώ. Ο πυρετός με φλόγιζε. Αυτή η αβεβαιότητα για την τύχη μας ήτανε το χειρότερο μαρτύριο. Γιατί θα μας σέρνανε μαζί τους; Αν είχανε πιστέψει αυτά που διηγηθήκαμε, δεν έπρεπε να μας αφήσουν ελεύθερους αμέσως; Ώστε μας τραβού­σαν γι’ ανάκριση εξονυχιστική όπου όλα αυτά, τα αφελέστατα και τραγελαφικά συγχρόνως, που λέγαμε, δε θα μπορούσαν να σταθούν μια στιγμή. Και τότε μόνο τρεις προοπτικές υπήρχανε: εκτέλεση, κλείσιμο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ή όμηρος στη Γερμανία. Οπωσδήποτε, τρεις τρόποι θανάτου.

Πάντως πριν πέσουμε είχαμε αποφασίσει ψιθυριστά το κοινό παιχνίδι. Δεν έπρεπε κατ’ ούδένα λόγο να κάνουμε τους φοβισμένους. Ίσα-ίσα έπρεπε να κάνουμε τους αδιάφορους ή το πολύ-πολύ: σαν άνθρωποι που μέ­σα σ’ όλη την ειρηνική αθωότητά τους απορούν πώς τους συμβαίνουν αυτωνών κάτι τέτοια, και να δείχνουμε, έτσι, μια κεφάτη δυσφορία γι’ αυτή την εντελώς αναπάν­τεχη περιπέτεια που μας τραβάει πάλι (ύστερα απ’ ό,τι τραβήξαμε πριν τη σύλληψή μας) τόσο μακριά απ’ το δρόμο μας — κι εντελώς αδίκως, Θεέ μου! Αφού θα δουν και μόνοι τους πως όταν πάμε εκεί που θέλουνε να μας πάνε και δείξουμε τα χαρτιά μας, θα μας απολύσουνε αμέσως — ου! δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό το «αμέσως»!

Έτσι φερθήκαμε σ’ όλη την πορεία που άρχισε την άλλη μέρα στις πέντε το πρωί, κι ας μας τρώγαν από μέσα όλα τα φίδια. Από δω και κάτω δεν ξέρω να πω πως λεγόντουσαν όλα τα χωριά που περάσαμε, γιατί δεν συναντούσαμε κανένα Έλληνα για να μας πει τ’ όνομά τους. Και δεν ξέρω ακριβώς τι δρόμο ακολουθούσαμε για να πέσουμε στην Καλαμπάκα, μα προς το παρόν ήμαστε κλεισμένοι σε μια θάλασσα από βουνά (πάντα μια ψηλότερη κορφή θα σου ’κρύβε τον ορίζοντα) και με τους τεράστιους κύκλους που κάναμε για να παρακάμψουμε τις απρόσιτες χαράδρες, είχες την εντύπωση πως όλο γυρίζεις γύρω-γύρω, πάντα στο ίδιο μέρος, και πως δε θα συναντήσεις ποτέ μια δίοδο, ένα ξάνοιγμα που θα σ’ άφηνε να δεις από κάτω σου τον κάμπο, την ίσια γη.

Στην αρχή, σαν ξεκινούσαμε, μας παραδίναν σε μια διμοιρία και τους λέγανε, φαίνεται, να ’χουν το νου τους σε μάς. Με σφιγμένα δόντια προσπαθούσαμε να κρατή­σουμε το ίδιο βήμα και να μην πέσουμε, βραδυπορώντας, στο άλλο πλήθος του στρατού που ακολουθούσε. Τουλάχιστον με τούτους δω που κάπως μας ήταν πιά γνωστά τα πρόσωπά τους, είχαμε την ελπίδα πως αφού μας παραδώσανε σ’ αυτούς, το βράδυ θα ’πρεπε κι εκεί­νοι να μας ξαναπαραδώσουν, όσους είμαστε κι όχι μειω­μένους, σε κανέναν άλλον αρμόδιο. Επί τέλους όλοι αυ­τοί οι άντρες αυτού του λόχου ξέρανε κάπως την ιστορία μας, ξέρανε τι έχει αποφασιστεί για την ώρα για μας, και το μπλέξιμο κι ανακάτωμά μας μες στις γραμμές τους δεν τους ξένιζε, ενώ κανείς δεν ξέρει ποτέ τι μπορεί να συμβεί με καινούργια πρόσωπα.

Μα παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, σ’ αυτή την κατάσταση που βρισκόμαστε, κι έχοντας και τη γυναίκα μαζί μας που όλα τα πόδια της ήτανε πια μια πληγή, με τα βαρυφορτωμένα γερμανικά μουλάρια που έπρεπε να πάρουν όλη τη φόρα τους για να καταφέρουν τον κοφτό ανήφορο και που κάθε τόσο σε συμπιέζανε, ασάλευτο, στους δίπλα βράχους του μονοπατιού και που μόλις παρά τρίχα δεν σε τσαλαπατάγανε ή δε σου δίνανε κα­μιά απότομη ξετιναξιά για τον από κάτω γκρεμνό, με τις φωνές και τις βλαστήμιες των ημιονηγών πως τους κό­βουμε το δρόμο, με τ’ αδιάκοπα σκουντήματα των βια­στικών στρατιωτών που θέλανε να προσπεράσουν και βρίζανε — παρ’ όλη τη λαχανιασμένη λαχτάρα μας, δεν ήταν δυνατόν να τα καταφέρουμε, όλο χάναμε απόσταση, όλο βρισκόμαστε πιο πίσω, σκόρπιοι, ανακατεμένοι μέσα σ’ άλλα άγνωστα τμήματα, στο κέφι και στη διάθε­ση του πρώτου τυχόντα.

Η αλήθεια είναι πως οι πιο πολλοί περνούσαν αδιάφοροι δίπλα σου, μα άλλοι, χωρίς να υπάρχει καν λόγος, σε σπρώχνανε, άλλοι βρίζανε, άλλοι σε ειρωνευόντουσαν και χαχανίζανε μπρος στο πρόσωπό σου.

«Α! Κομμουνίστ! Κομμουνίστ!», λέγανε και κουνά­γανε τα κεφάλια τους ή χαμογελάγανε έτσι που να σου δείχνουνε όλα τα σφιγμένα τους δόντια.

«Νο Κομμουνίστ», προσπαθούσες να δικαιολογη­θείς (και να ’σανε το ίδιο θα ’κάνες), μα τότε μια δυνατή καρπαζιά σ’ έριχνε στα δυο σου γόνατα, ενώ εκείνοι που είχαν πιά προχωρήσει γυρίζανε και σε κοιτάζανε σκα­σμένοι στα γέλια. Κι εσύ, που μισοανασηκωνόσουνα, προσπαθούσες να τους χαμογελάσεις για να δείξεις πως καταλαβαίνεις πολύ καλά πως όλο αυτό δεν ήτανε παρά ένα αστείο.

Μπαίναμε στα χωριά που ’ταν παντέρημα από ανθρώπους. Οι Γερμανοί στην αρχή σπάγανε όλες τις πόρτες και ψάχνανε τα σπίτια. Μετά ήταν το μεγάλο γλέντι τους. Αν δεν ήξερες, θα ’λεγες πως είναι μάχη. Κι ανάμεσα απ’ τις εκπυρσοκροτήσεις από ντουφέκια και αυτόματα, άκουγες κακαρίσματα, βελάσματα, σπαραχτικά γρυλίσματα γουρουνιών, αργόσυρτα βαριά μουκανίσματα — όλα μαζί σ’ έναν τόνο πανικού και πόνου. Τους ερέθιζε και τους διασκέδαζε πολύ αυτό το εκ του ασφαλούς κυνήγι, όταν όλοι μαζί γύρω-γύρω από έναν ξύλινο φράχτη ρίχνανε σ’ ό,τι ζωντανά βρισκόντουσαν μέσα. Κι ύστερα, όταν είχαν πιά τελειώσει, ρίχνανε και σε κανένα κακόμοιρο σκίουρο πάνω στο έλατο — κι αφού τον περιεργαζόντουσαν για λίγες στιγμές (έτσι με τη σακατεμένη μικρή μουσούδα του που αιμόσταζε), μην ξέροντας πιά τι να τον κάνουνε, τον αρπάζανε απ’ την φουντωτή ουρά και τον τινάζανε σβουριχτά στον αέρα.

Όλα τα σκοτωμένα ζωντανά τα κουβαλούσανε αγκαλιές, κι αφού τα ξεκοιλιάζανε στην πλακοστρωμένη πλατεία του χωριού, κοντά στις βρύσες, ρίχνανε μέσα σε κάτι μεγάλους κουβάδες όλα τα σπλάχνα μαζί που ακό­μα αχνίζανε, και μετά όλ’ αυτά: κοτόπουλα, κοκόρους, πάπιες, χήνες, γουρούνια, γουρουνόπουλα, αρνάκια, μοσχάρια, βόδια, τα φορτώνανε σε κάτι ειδικά μουλάρια και τα παίρνανε μαζί τους. Όταν φεύγαμε απ’ το χωριό δεν έμενε ούτε μια ζωντανή ψυχή πίσω μας. Περίπου μετά μισή ώρα, εμείς που περπατάγαμε κάπως στη μέση της φάλαγγας, βλέπαμε και τους καπνούς απ’ τη φωτιά που είχαν βάλει στο χωριό τα τελευταία ειδικά τμήματα της οπισθοφυλακής. Με μια χημική άσπρη σκόνη πα­σπαλίζανε τα πάντα, κι αρκούσε ένας πυροβολισμός για να τα κάνει να καίγονται όλα μαζί: δέντρα, σπίτια, χω­ράφια, σα λαμπάδα.

Η μεγάλη τους λιχουδιά ήταν το μέλι. Όλα αυτά τα χωριά που περνούσαμε είχανε μεγάλη, φαίνεται, μελισσοτροφία. Με χοντρές πέτρες αναποδογυρίζανε από μα­κριά τις κυψέλες. Το μελίσσι, βουΐζοντας, σηκωνότανε κι έφευγε. Τότε με αλαλαγμούς και με αφάνταστο σκουντίδι ριχνόντουσαν στις κερήθρες διαλέγοντας τις πιο ξανθές, τις πιο τρυφερές και ποδοπατώντας περιφρονη­τικά όλες τις κάπως πιο σκούρες. Ήταν τέτοια αφθονία από κερήθρες, που τις στοιβάζανε όλες μαζί σε μια γω­νιά, ώστε να μας αφήνουν κι εμάς να παίρνουμε όσες θέ­λουμε. Κι ενώ μερικά τμήματα ανάβαν φωτιές για να γε­μίσουνε όσες καραβάνες και παγούρια περισσεύανε με λιωμένο μέλι, που θα το παίρνανε πιά μαζί τους αυτό, άλλα αρχίζανε εκείνη εκεί τη δουλειά που πάντα μου ’σφιγγε την καρδιά σα να παρευρίσκουμαι σε τυμβωρυχία.

Με μεγάλα σιδερένια κοντάρια βυθομετρούσανε το έδαφος μες στους κήπους και μες στις αυλές δίπλα στα σπίτια. Ξέρανε καλά, φαίνεται, πως οι δύσμοιροι χωριάτες δεν ήταν δυνατόν να πάρουν μαζί τους πάνω στις κορφές όλο το βιος τους και πως κάπου θα το ’χανε θά­ψει. Ψάχνανε ώρες με μια αφάνταστη υπομονή, με μεθοδικότητα, με πειθαρχία. Μα στο τέλος δεν τους ξέφευγε σχεδόν ποτέ η κρύπτη. Τότε με φωνές και με γέλια ξε­σκεπαζότανε ο μεγάλος ορθογώνιος λάκκος που είχαν κάνει οι χωρικοί και που τον είχαν σκεπάσει βαθιά με τάβλες και πάλι με χώμα. Καλαμπόκια, στάρια, όσπρια ερχόντουσαν τότε στο φως. Πιθάρια και ντενεκέδες με βούτυρα. Σακιά που μέσα τους ήτανε στοιβαγμένα κεφα­λοτύρια και κασέρια, νταμετζάνες με τσίπουρο, λάδι ή κρασί. Παίρνανε ό,τι θέλανε, ό,τι τους άρεσε ή ό,τι μπο­ρούσε να κουβαληθεί, και τ’ άλλα, με φτιάρια, τα σκορ­πούσανε, τα λιχνίζανε, στον αέρα, για να πέσουν όλα στην επιφάνεια της γης και να μη μείνει τίποτε άκαφτο σαν θα βάζανε φωτιά στο χωριό.

Για να μη σας μένει απορία τι γίνεται στο τέλος, ύστερα από διάφορες περιπέτειες φτάνουν στα Γιάννενα, όπου οι πέντε ανακρίνονται από έναν ελληνομαθή παμπόνηρο Γερμανό αξιωματικό. Τελικά ο Μπεράτης και ο σύντροφός του αφήνονται ελεύθεροι αλλά ο Μπεράτης είναι πια σοβαρά άρρωστος και μπαίνει στο νοσοκομείο -γλιτώνει παρά τρίχα και με τα πολλά κατεβαίνει στην Αθήνα. Οι τρεις Εβραίοι δεν μαθαίνουμε ρητά τι απόγιναν αλλά η αφήγηση αφήνει να εννοηθεί ότι τους πήραν, μαζί με τους Εβραίους των Ιωαννίνων, στα στρατόπεδα θανάτου.

49 Σχόλια to “Οδοιπορικό του 43 (του Γιάννη Μπεράτη, απόσπασμα)”

  1. Νέο Kid said

    Το Leebel δεν είναι υπαρκτό γερμανικό όνομα. Ο κομαντάντ πρέπει να λεγόταν είτε Leeb είτε Leibel

  2. leonicos said

    Ο πατέρας μου λεγόταν Γεράσιμος Αντύμας και η μάνα μου Στέλα Βρετού, πριν παντρευτούν εννοείται. Όταν γεννήθηκα, 11 Αυγούστου του 44 με δήλωσαν Νικόλαος Αντύπας. Μετά από δυο μήνες πέθανε ο Νικολάκης ο Αντύπας και δηλώθηκε ο Λεών με το επίθετό μου πια

  3. leonicos said

    Τα έχω ξαναπεί αυτά αλλά επικαιροποιήθηκαν

  4. leonicos said

    Αντύπας, όχι Αντύμας. Ήταν και στρατηγος. Οι ταυτότητες ήταν γνήσιες, τιςέπαιρναν από την αστυνομία, οι δικοί μου από το Β τμήμα που ήταν μέχρι τη δεκαετία του 70 στην πλατεία της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα. Αποκλείεται να μην το ήξεραν κάποιοι γερμανοί τουλάχιστον. Πόσο ανεξάρτητος ήταν και ο Άγγελος Έβερτ, ο αρχηγός της Αστυνομίας τότε, που έχει πάρει όλη τη δόξα. Δικαίως μεν, αλλά πρέπει και καποιιοι άλλοι να το ενέκριναν. Αλλιώς έπαιζε το κεφάλι του κορώνα γράμματα. Δεν έφτιαχνε τις ταυτότητες ο ίδιος.

  5. leonicos said

    Τελικά πρέπει να μην ήταν όλοι οι γερμανοί το ίδιο γερμανοί.

    ο διοικητής της Ζακυνθου σε συνεννόηση τον Μητροπολίτη φυγάδευσαν γύρω στους 2000 στη Μ. Ασία, μέσω Ευβοίας. ήταν κάποιος Θωμάς που τους περνούσε από τον Μαραθώνα απέναντι

    Πόσοι άνθρωποι θα έπρεπε να ε΄χουν γραμμένο το όνομά τους με χρυσά γράμματα και δεν είναι καν γνωστοί, και πόσοι ντενεκέδες είναι λεωφόροι!!!!

  6. atheofobos said

    Ακόμα θυμάμαι κάπου στις αρχές του 60 τον ενθουσιασμό που μου είχε δημιουργήσει το διάβασμα του βιβλίου του το Πλατύ Ποτάμι, οπότε και αμέσως πήρα το φρέσκο του τότε βιβλίο τον Στρόβιλο, που αντίθετα με απογοήτευσε τελείως.

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Μάλλον έχεις δίκιο.

    6 Δεν τον έχω διαβάσει τον Στρόβιλο.

    Θα λείψω για κάμποσες ώρες

  8. Γιάννης Κουβάτσος said

    «αλλά φαίνεται ενόχλησε το ότι δεν τους παρουσιάζει σαν αιμοσταγή τέρατα.»
    Έτσι είναι. Τυχαίνει αυτές τις μέρες να διαβάζω τον πρώτο τόμο με τα πολιτικά κείμενα του Θεοτοκά και αυτό ακριβώς λέει. Όποιος σε τέτοιους ανώμαλους καιρούς δεν φανατίζεται υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, όποιος προσπαθεί να σκέφτεται ελεύθερα και να δρα συμφιλιωτικά και κατευναστικά, χαρακτηρίζεται χλιαρός, καιροσκόπος, κρυπτοκομμουνιστής, κρυπτοφασίστας. Πρέπει να γουστάρεις αίμα και να ανήκεις σε μαντρί, μπας και επιβιώσεις.

  9. Georgios Bartzoudis said

    Πολύ καλή η αφήγηση.
    Ας σχολιάσω όμως την εισαγωγή του Νοικοκύρη (αν και τα έχω ξαναπεί): «Αιμοσταγή τέρατα», κατά την εποχή εκείνη, υπήρξαν και από τους μεν και από τους …δεν! Και οι εξ αυτών «ιστοριογραφούντες» παρουσιάζουν τα εγκλήματα μόνο των αντιθέτων. Τα δικά τους είτε τα δικαιολογούν είτε τα αποσιωπούν. Και νομίζω ότι αυτή η εμμονή στην παραπλάνηση θα συνεχιστεί για αρκετές δεκαετίες ακόμα.
    Θα πω επίσης ότι ο πιο …εχέφρων εγκληματίας που «συνάντησα», ήταν ένας σφαγέας (κατ΄αβίαστον ομολογίαν του). Έλεγε μετανιωμένος (;;) τις τελευταίες ημέρες της ζωής του: «Τότε, νομίζαμε ότι έτσι ήταν σωστό να κάνουμε»!

  10. Pedis said

    Και τότε ξετυλίχτηκε μια απολύτως εβραίικη σκηνή που ποτέ μου δε θα τη ξεχάσω. …

    δεν κατάλαβα γιατί είναι εβραική σκηνή … είναι δειλοί οι Εβραίοι εκ γενετής και γενικώς ;

    … διότι και του λόγου του, πάντως, λιγότερο χεσμένος απ το φόβο του δεν θέλει να δειχτεί στο τέλος-τέλος.

  11. Λεύκιππος said

    Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συνέβησαν τέτοια γεγονοτα και τέτοιες συμπεριφορές. Πάντα θα με εντυπωσιάζει, αρνητικά βέβαια, ο παράγοντας, άνθρωπος. Αλοίμονο σ’ αυτούς που τα έζησαν, όπως ο συγγραφέας.

  12. ΚΑΒ said

    Η σκηνή με τις μέλισσες δεν πείθει. Οι μέλισσες δε φεύγουν ποτέ από την κυψέλη και στη διάλυσή της.

  13. Αιμοσταγή τέρατα παρουσιάζονται οι ΕΔΕΣίτες εδώ πάντως (hint: ο συγγραφέας δεν πρόσκειται στο ΕΑΜ): https://dytistonniptiron.wordpress.com/2009/10/20/mania-aimatos/

  14. Ωραίο κείμενο, τώρα το διάβασα. Δεν ήξερα ότι υπήρχε αντάρτικο στην Αλβανία. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών μοιάζει όμως να ξεκίνησαν Νοέμβριο του ’43:
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82

  15. BLOG_OTI_NANAI said

    Έβλεπα πρόσφατα ένα ξένο ντοκιμαντέρ για τον Β΄ παγκόσμιο. Μια παράνοια βίας, 50 εκατ. νεκροί. Αλλάξανε οι Γερμανοί μέθοδο εξαφάνισης των Εβραίων, επειδή μετά τις σφαγιαστικές εκτελέσεις με σφαίρες των Εβραίων της Ουκρανίας διαπίστωσαν ότι οι στρατιώτες έχαναν τα μυαλά τους από τα βουνά πτωμάτων των δολοφονημένων αμάχων…

    Έφερα επίσης το νου μου σε εκείνη την εποχή και τη χρήση ατομικής βόμβας. Η ήττα της Ιαπωνίας θα κόστιζε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, διότι ο κώδικας τιμής των Ιαπώνων απέτρεπε την παράδοση τους. Συνέχιζαν να πολεμούν σε μάχες που είχαν χιλιάδες νεκρούς.

    Δεν μπορώ να φανταστώ ότι οι ατομικές βόμβες δεν σκόρπισαν χαρά στους συμμάχους και τον απλό λαό, αφού χωρίς αυτές δεν θα είχαν άλλοθι οι Ιάπωνες για να παραδοθούν. Όλοι οι άνθρωποι φέρουν μέσα τους έναν κώδικα δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον οποίο κανείς δεν θα σε λυπηθεί από τη στιγμή που προκάλεσες αναίτια τόσες σφαγές. Οι Ρώσοι είχαν χάσει το 15% του συνολικού τους πληθυσμού και νικώντας τους Γερμανούς, έφερναν μαζί τους ένα απύθμενο μίσος για τη συλλογική ευθύνη των Γερμανών για το σφαγείο στο Ανατολικό Μέτωπο.

    Η εκ των υστέρων κριτική για τους φριχτούς βομβαρδισμούς πόλεων από τους συμμάχους με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αμάχους προκειμένου να κάμψουν την βιομηχανία και το φρόνημα των Γερμανών, είναι εκ του πονηρού. Γι’ αυτό και συνήθως εκπορεύεται από νεοναζί που ψάχνουν αντίβαρο για τα συνεχή ολοκαυτώματα των ναζί.

    ΥΓ
    Για τον ίδιο λόγο θεωρώ εκ του πονηρού τα κροκοδείλια δάκρυα για τις σφαγές του 1821 ενάντια στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι διέπραξαν αμέτρητα ολοκαυτώματα, σφαγές, αρπαγές, βιασμούς, παιδομαζώματα επί 4 αιώνες κατά των υπόδουλων λαών.

  16. BLOG_OTI_NANAI said

    15: Στο ίδιο πλαίσιο της άστοχης εκ των υστέρων κριτικής, τοποθετώ και την βία του μόλις απελευθερωμένου λαού, ενάντια σε όσους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές άντρες και γυναίκες, μαζί και εναντίων εκείνων που δεν επέδειξαν στοιχειώδη αυτοσυγκράτηση στα ερωτικά τους αισθήματα απέναντι στους Ναζί, έστω σαν φόρο τιμής στα ποτάμια αίματος αμάχων αντρών, γυναικών και μικρών παιδιών που σφαγίασαν οι εραστές τους. Γι’ αυτό οι αναχρονισμοί αποτελούν εγκληματικό σφάλμα.

  17. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  18. spyridos said

    12

    Εμένα σαν μελισσοκόμο η περιγραφή με πείθει. Άλλο αν δεν καταλαβαίνει ο συγγραφέας τι ακριβώς έκαναν.
    Οι λεπτομέρειες είναι πειστικότατες.
    Υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου οι μέλισσες εγκαταλείπουν την κυψέλη.
    Το κλασσικότερο είναι σε περίπτωση φωτιάς.

    Στην παραδοσιακή μελισσοκομία με κουβέλια που εξασκείται ακόμα και σήμερα στη Γερμανία, ο τρύγος γίνεται αφού πρώτα διώξουν τις μέλισσες από την φωλά τους με ρυθμικά χτυπήματα.
    Οι μέλισσες νοιώθουν παλμούς δεν ακούνε ήχους.
    Σίγουρα κάποιοι από τους στρατιώτες θα ήταν αγρότες και ήξεραν την τεχνική.
    Ακόμα και σήμερα στο Νεπάλ όπου μαζεύουν το αγριόμελο στους γκρεμούς με χτυπήματα απομακρύνουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.
    Και εκείνες οι μέλισσες Apis Melifera είναι, ίδιο είδος με τις Ευρωπαϊκές.

    Επίσης το ότι μάζευαν μόνο τις ξανθές κερήθρες κάνει την περιγραφή πειστική. Οι Γερμανοί περιφρονούν το σκούρο μέλι
    γιατί ξέρουν ότι γίνεται σκούρο κυρίως από τα υπολείμματα κουκουλιών που αφήνουν μέσα στην κερήθρα οι λάρβες.
    Όσο περισσότερες γενιές τόσο πιο σκούρες οι κυψέλες, τόσο σκουρότερο το μέλι.
    Ο τρύγος γίνεται μόνο από ξανθές κερήθρες.

  19. Νέο Kid said

    Ένας αρχικαραγκιόζης υψηλόβαθμος εκπαιδευτικός -κυβερνητικό τσιράκι είπε χθες σε μια εκδήλωση στην Κύπρο ότι για το ολοκαύτωμα δεν ευθύνονται μόνο οι ναζί αλλά και οι Σοβιετικοί …
    Ο ρώσος πρέσβης αποχώρησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    19: Ναι, χαμός έγινε, απ’ ό,τι διαβάζω. Διαβόητος ο τύπος, είχε αποκαλέσει τον Ρίτσο συμμορίτη. ☺

  21. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας.

    Συγκλονιστικὴ περιγραφή. Δείχνει ὅλη τὴ φρίκη καὶ τὴ βαρβαρότητα τοῦ πολέμου· καὶ πῶς σκληραίνει τοὺς ἀνθρώπους.

    @18. Πολὺ κατατοπιστικὰ αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ Spyridos γιὰ τὶς συνήθειες τῶν μελισσῶν.

    Ἡ πρώτη μου ἀντίδραση, μόλις διάβασα τὴν προτίμηση τῶν Γερμανῶν στὸ ξανθὸ μέλι καὶ τὴν περιφρόνησή τους στὸ σκοῦρο, ἦταν:

    Ρατσιστὲς καὶ στὸ μέλι! 🙂

  22. Mπετατζής said

    Υπήρξε ένα σπάνιο είδος αντικομμουνιστών που δεν ήτανε συγχρόνως ναζόφιλοι ταγματασφαλίτες.

    Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Εμμανουήλ Νικολούδης. Έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Αλφειός το ημερολόγιό του με τίτλο Άχρους Στρατιώτης ημερολόγια 1941 – 1944 . (έτσι χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του επειδή δεν ήθελε να ταυτιστεί με κάποια παράταξη). Ο Νικολούδης ήτανε απόφοιτος της σχολής Ευελπίδων συνεπώς ήταν αντικομουνιστής. Το 1941, όντας περιορισμένος από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονικη, μαζί με άλλους αξιωματικούς που είχαν πολεμήσει στην Αλβανία, ξέφυγε και βγήκε στα βουνά της Μακεδονίας με την εθνικιστική οργάνωση ΠΟΑ για να πολεμήσει τους Γερμανούς. Γρήγορα όμως πήρε χαμπάρι τι γινόταν με την ΠΟΑ (ήταν αντικομμουνιστές που πολεμούσαν τον ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αντί τους Γερμανούς, με τους οποίους δεν δίσταζαν να συνεργαστούν) και απογοητεύθηκε. (συνεχίζεται).

  23. Μπετατζής said

    Μέσα σε όλα αυτά, ο Νικολούδης συλλαμβάνεται από τον ΕΛΑΣ. Οι κομμουνιστές, πάνω απ΄ όλα πρακτικοί άνθρωποι, είχαν ανάγκη από εκπαιδευμένους αξιωματικούς, και κάνουν το Νικολούδη αξιωματικό του ΕΛΑΣ !!! Ο Νικολούδης, πράγματι πολεμάει τους Γερμανούς από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, αντιμετωπίζει όμως προβλήματα και δυσμένεια, όταν του δίνουν διαταγή να πολεμήσει τον Ζέρβα και εκείνος αρνείται, λεγοντας ότι δεν θα στραφεί ποτέ εναντίον άλλων Ελλήνων. Παρά την δυσμένεια και τις απειλές που αντιμετώπισε ο Νικολούδης μέσα στον ΕΛΑΣ, λόγω της άρνησης του να πολεμησει τον Ζέρβα, ποτέ δεν κινδύνεψε η ζωή του ούτε φυλακίστηκε. Αυτά λέει ο ίδιος στο ημερολόγιό του. (συνεχίζεται)

  24. Μπετατζής said

    Ακολουθεί απόσπασμα : «Το αληθές, όπερ διεπίστωσα από ανθρώπους δίκαια κρίνοντες, ητο ότι ο αγών του Ζέρβα (ΕΔΕΣ) είχεν παρεκκλίνει πολύ του αρχικου ιερού σκοπού. Ο χρυσός διέφθειρε συνειδήσεις αι η προπαγάνδα του υπερέβαινε τα λογικά όρια». Σελ. 165.

    Αλλού περιγράφει ωμότητες Γερμανών σαν και αυτές που περιγράφει ο Μπεράτης : «Εις Μικροκλεισούραν έφτασα τη στιγμή που γυρνούσαν οι χωρικοί εντός. Εκεί είδον τις ωμότητες των Ούννων. Δύο μαντριά το ένα με δεκαοκτώ το άλλο με είκοσι δύο πρόβατα καμένα με τα σκυλιά μέσα. Τα κεφάλια πολλών μοσχαριών και προβάτων μαζεμένα στα σπίτα και τα πτώματά των σπαρμένα τήδε κακείσε. Τα σπίτια ανακατεμένα, χυμένα όλα τα είδη και σπασμένα όλα τα πήλινα και γυάλινα, όλα δε τα υφασματοειδή τ΄ απεκόμισαν. Μου εσπάραξε όμως την καρδιά μια γριούλα καθημένη στις λάσπες, έκλαιγε σε τούρκικη γλώσσα τον μόλις θανατωθέντα υιό της από τα κτήνη : «γιόκαμ΄ κιουτξουκλέρ μου !» σελιδα 85.

  25. Μπετατζής said

    Ο Νικολούδης μετά την απελευθέρωση, επιστρέφει στον τακτικό στρατό. Σκοτώνεται από σφάλμα, από χειροβομβίδα που σκάει κατά λάθος στα χέρια του. Στα ημερολόγιά του δεν μας λέει εάν πρόλαβε να πολεμήσει τους κομμουνιστές στον εμφύλιο ούτε ο επιμελητής του βιβλίου Γιάννης Πριόβολος το αποσαφηνίζει. Μπορεί μέχρι τέλους να έμεινε πιστός στην απόφασή του να μην στραφεί κατά άλλων Ελλήνων. Μπορεί και όχι. Ήταν τρίτος ξάδερφός μου, γεννήθηκε στο χωριό Γαλιά της Μεσσαράς Ηρακλείου Κρήτης.
    https://www.alfeiosbooks.com/product/%ce%b1%cf%87%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%82-%cf%83%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%8e%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%b9%ce%b1-1941-1945/

  26. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Ο Νικολούδης ήτανε απόφοιτος της σχολής Ευελπίδων συνεπώς ήταν αντικομουνιστής.»
    Καλά, μην είσαι και τόσο απόλυτος:

    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://sep.gr/eshop/titlos/kato-apo-tis-simaies-toy-laikoy-stratoy-ellines-monimoi-axiomatikoi-stis-taxeis-toy-elas/&ved=2ahUKEwj4o4qd1sTnAhUykFwKHZsFDboQFjACegQIBBAB&usg=AOvVaw0ThLGBzTXssxCUUbXXeom9

  27. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Υπήρξε ένα σπάνιο είδος αντικομμουνιστών που δεν ήτανε συγχρόνως ναζόφιλοι ταγματασφαλίτες.»
    Καθόλου σπάνιο. Πάρα πολλοί δημοκράτες, αντιφασίστες και αντικομμουνιστές, έκαναν τότε το χρέος τους προς την πατρίδα. Απλώς, αυτούς σπανίως τους απαθανατίζουν σε ποιήματα, τραγούδια και λοιπά στρατευμένα υμνολόγια.

  28. spyridos said

    21

    Εδώ το λέει ωραία και μη ρατσιστικά ο συμπατριώτης σου (12¨30 ως 14¨30 περίπου)

  29. Capten Vilios said


    Σύμπτωση:Mπεράτης ,Καραμάνης, επώνυμα( βλάχικα) στα Πωγώνια Ιωαννίνων.

  30. sarant said

    Eπανήλθα από τη σπειροειδή πόλη, ευχαριστώ για τα σχόλια!

    19 Αυτό το έχασα

    22κε: Δεν το έχω διαβάσει, θα το αναζητήσω!

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Spyridos (28). Σ᾿ εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὸ βίντεο. Ὁρισμένα πράγματα εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ μύτη μας καὶ δὲν τὰ βλέπουμε. Ἰδιαίτερα ὅταν τὰ ἐνδιαφέροντά μας εἶναι ἀλλοῦ· στὴ περίπτωσή μου στὴ θάλασσα.

    Τὸ μέλι τὸ ἀπολαμβάνω, ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἶχα ἀσχοληθεῖ ἰδιαίτερα μὲ τὸν θαυμάσιο μικρόκοσμο τῶν μελισσῶν. Ἀπὸ τὸ βίντεο ἔμαθα πράγματα συναρπαστικά, ὅπως τὸ ζωντανὸ κλιματιστικὸ σύστημα ποὺ δημιουργοῦν οἱ μέλισσες στὴν κυψέλη μὲ τὰ φτερά τους καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ νεροῦ.

    Τὸ παιδί αὐτὸ εἶναι ἀξιοθαύμαστο ἐπειδὴ εἶναι δὲν ἀκολούθησε κάποια οἰκογενειακὴ παράδοση. Προέρχεται ἀπὸ οἰκογένεια μαραγκῶν (παπποῦς, πατέρας, θεῖος, ἀδελφός καὶ πρωτοξάδελφος μαραγκοί). Κι ὅ,τι κατάφερε τὸ ἔκανε διαβάζοντας καὶ μαθαίνοντας μόνος του. Τελικὰ τὸ μεράκι καὶ ἡ ἀγάπη γι᾿ αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι τὸ πᾶν.

    Καὶ πάλι εὐχαριστῶ.

  32. nikiplos said

    πραγματικά συγκλονιστική περιγραφή… Στη σημερινή εποχή χρειάζονται πολλές γνώσεις και εφόδια για να αποτυπωθεί η ζημία που προκάλεσαν οι Γερμανοί με αυτά τα στρατηγικά καψίματα των χωριών. Με τα μέσα της εποχής χρειαζόταν τουλάχιστον 10-15 χρόνια να ξαναφτιαχτούν όσα είχαν καταστρέψει, ακόμη κι αν τους χάριζαν τα κεφάλαια (που δεν χάριζαν τότε οι τράπεζες, αντίθετα ήταν επίσημα τοκογλύφοι). Ως απόδειξη, πολλά χωριά δεν κατέστη δυνατόν να ξαναφτιαχτούν, παρά μόνο ελάχιστα από αυτά και μόνο μετά από τα εμβάσματα της μετανάστευσης των 50ς και 60ς. Εμβάσματα τα οποία ήταν ιδιωτικά κεφάλαια συναγμένα με αίμα και ιδρώτα, ενώ το επίσημο κράτος παντελώς απών σε αυτή την καταστροφή. Ούτε καν καταγραφή δεν έγινε για να αποτυπωθούν οι καταστροφές. Ακόμη και σήμερα οι αποζημιώσεις αφορούν δανεισμένα τραπεζικά κεφάλαια κλπ…

  33. Μαρία said

    30
    https://www.sigmalive.com/news/local/610511/enoxlisi-akel-gia-sepo-kai-efthynes-se-sovietiki-enosi-gia-olokaftoma
    Υπενθυμίζουμε ότι ο συγκεκριμένος διευθυντής είναι ο ίδιος που παραβιάζοντας τους σχολικούς κανονισμούς έδιωξε από το σχολείο μαθήτρια με μαντίλα. Είναι ο ίδιος που απαγόρευσε στους μαθητές του σχολείου να συμμετέχουν στο δημοψήφισμα της ΠΣΕΜ και είναι ο ίδιος που αποκαλούσε δημόσια το μεγάλο Έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσο «συμμορίτη».

    Μπορεί να διάβασε πέρσι το άρθρο του Λεντάκη.

  34. sarant said

    33 Τώρα το είδα

  35. Jane said

  36. Οι μέλισσες είναι το καλύτερο θερμόμετρο: Πριν κάποια χρόνια ένα μελίσσι είχε κάνει σπίτι του μια ρωγμή στον τοίχο του κήπου μου. Μόλις η θερμοκρασία έπεφτε κάτω από τους 13 κελσίου όλες μπαίνανε μέσα και ξαναβγαίνανε να τρυγήσουν όταν ξανάπιανε τους 13 !!

  37. Γιάννης Κουβάτσος said

    35: Για τους δεξιούς είναι αριστεροί. Άσχετο αν τους έχουν γραμμένους και τους μεν και τους δε.

  38. Πέπε said

    #33:

    > > Βολές κατά του Διευθυντή του Παγκύπριου Γυμνασίου Λ. Σέπου ρίχνει το ΑΚΕΛ ο οποίος σύμφωνα με την ανακοίνωση του κόμματος κατά την ομιλία του σε εκδήλωση για την Μνήμη του Ολοκαυτώματος υποστήριξε ότι..

    Το ΑΚΕΛ ο οποίος; Ποιος οποίος;

    Όταν συνδυάζεις μια ούτως ή άλλως περίπλοκη σύνταξη, πολύ υποτακτική και με πολλά παρενθετικά, με τη δημοσιογραφική εμμονή να αλλάζει η σειρά των λέξεων, δημιουργείς ένα γλωσσικό πεδίο ιδιαίτερα ολισθηρό.

    Βολές ρίχνει το ΑΚΕΛ κατά του Δ/ντή μπλα μπλα, ο οποίος μπλα μπλα υποστήριξε. Αυτό θα ήταν το σωστό σύμφωνα με όλες τις συμβάσεις που υιοθετεί ο συτνάκτης. Αλλά το ‘χει κάνει τόσο πυκνό και στρυφνό, που δεν είναι περίεργο που τα μπέρδεψε.

    Και αμφιβάλλω αν το «σύμφωνα με την ανακοίνωση του κόμματος [ο Σέπος] υποστήριξε» είναι ακριβές και είναι αυτό που εννοεί ο συντάκτης: λέει το ΑΚΕΛ ότι έτσι είπε ο Σέπος, και κρατάμε τις επιφυλάξεις μας, ή ξέρουμε θετικά ότι έτσι είπε όντως ο Σέπος; Το «σύμφωνα με την ανακοίνωση» μάλλον σε κάτι άλλο [θα έπρεπε να] αναφέρεται.

  39. Μπούφος said

    Ψυχοπλακώθηκα. Να πα να χαθούνε αυτές οι εποχές, και να μην ξαναγυρίσουν. Ούτε στην τιβί δεν αντέχω να τα βλέπω και λέγοντας τιβί σήμερα στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤΕΝΝΑ και ενώ κάποια φωνή κυρίου παρουσίαζε το θέμα ¨η Ελληνική γλώσσα και πόσο την τιμάνε στας Ευρώπας, κάπως έτσι τέλοσπάντων ακούσαμε τη φωνή του δημοσιογράφου να προσθέτει οτι ¨Η Ελληνική γλώσσα που πέρασε από θυελλώδΕς μάχες¨και η αδερφή μου, σηκώθηκε όρθια και φώναξε στην τουβουλα του ΑΝΤΕΝΝΑ «άσχετοι! Μπούφοι! ε Μπούφοι! δεν διαβάζετε Σαραντάκο να ξεστραβωθείτε!, θυελλώδΕΙΣ μάχες βρε Μπούφο!, ΟΧΙ θυελλώδες μάχες άσχετε!» δίκιο δεν είχε;

  40. sarant said

    38 Λοιπόν, αυτή η τσαπατσούλικη σύνταξη με το ξεκρέμαστο «ο οποίος» δεν είναι τόσο σπάνια.

  41. sarant said

    39 Χαιρετισμούς στην αδερφή σας!

  42. Γιάννης Κουβάτσος said

    39. Μπορεί να ήθελε να πει «θυελλώδικες» ο μαλλιαρός και ξεστράτισε η γλώσσα του. ☺

  43. Πέπε said

    @40

    Νομίζω ότι δεν είναι καν θέμα ελληνικής γλώσσας. Υπάρχουν γλώσσες όπου η σειρά «Βολές κατά του Χ έριξε το Ακελ» είναι η φυσιολογική και ουδέτερη, ενώ σ’ εμάς δεν είναι, αλλά η θέση της αναφορικής αντωνυμίας σε σχέση με τη λέξη που προσδιορίζει νομίζω ότι υπακούει σε καθολικούς κανόνες.

  44. Triant said

    Πολύ ωραίο το απόσπασμα, οι λεπτομέρειες σε κάνουν να το ζήσεις. Θέλω να κάνω όμως μια παρατήρηση (όχι σχετικά με το βιβλίο). Σε όλες αυτές τις διηγήσεις δεν λέμε ‘ο Γιόχαν, ο Φριτζ και ο Βάλτερ έκαναν αυτό και τούτο’ ούτε καν ‘κάποιοι Γερμανοί’. Λέμε οι Γερμανοί κάνανε αυτό και το άλλο. Μήπως τελικά ο ρατσισμός (γιατί περί αυτού πρόκειται, μην κοροϊδευόμαστε) είναι έμφυτος και δικαιολογημένος και το να τον πολεμάς γενικώς αντί να πολεμάς τον ‘κακό’ ρατσισμό και τις ρατσιστικές πράξεις, είναι μάταιο; Μήπως εθελοτυφλώντας σέρνουμε ένα βαρίδι που δυσκολεύει το ζητούμενο;

    28: Πολύ ωραίο και ενδιαφέρον το βίντεο αλλά θα έπρεπε έστω και μόνο για το γύρισμα να φορούσε τίποτα γάντια, ιδίως όταν έκοβε τις κερήθρες για να τις βάλει στα κουτιά τους. Εμένα πάντως δεν μου άρεσε αυτό και δεν θα έπαιρνα – και δεν με λες σιχασιάρη. Άσε που μπορεί να έχει θέμα με τις αρχές. (Το ‘χω με τη γκρίνια 🙂 )

  45. Παναγιώτης Κ. said

    Η δεκαετία του ΄40 είναι στα μόνιμα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα. Τις αγριότητες όμως δεν έχω το κουράγιο να τις δω σε όλη τους την έκταση!
    Μα πως ένας ολόκληρος λαός, στη συντριπτική του πλειοψηφία, έγινε ένα με τον Γκέρινγκ, τον Χίμλερ και όλα αυτά τα πρόσωπα που αποτελούν τις επιτομές του κακού;
    Και οι μάνες σε αυτό τον τόπο φαίνεται ότι έχασαν τα εγγενή χαρακτηριστικά που έχει η μάνα. Τι να άλλο να πω δεν ξέρω. 😦

  46. nikiplos1 said

    καλημέρα.
    45@ είναι γιατί όταν βγαίνουν τα κουμπούρια βρίσκει κανείς την ευκαιρία να λύσει και «παλαιές» ή «νέες» διαφορές που έχει… Κυρίως όμως είναι γιατί όταν γυρίζει ο τροχός του κόσμου και αλλάζει ο κόσμος, ο νέος που θα προκύψει δεν έχει πολλά κοινά με τον παλιό, καίτοι παράγεται από τον τελευταίο…

  47. aerosol said

    #5
    Πιθανότατα να το γνωρίζεις:
    Ειδικά στη Ζάκυνθο συντελέστηκε κάτι ιδιαίτερο. Οι Εβραίοι της Ζακύνθου μεταφέρθηκαν σε σπίτια στα χωριά, τους έπαιρναν οι Έλληνες (Έλληνες όλοι, αλλά πώς να δείξω την διαφορά;) και τους παρουσίαζαν σα μέλη της οικογένειάς τους. Μέχρι να γίνει η σταδιακή τους απομάκρυνση προς ασφαλέστερους τόπους ζούσαν μαζί, σε μια μαζική προσπάθεια προστασίας -η οποία απέδωσε!
    Υπάρχει συγκλονιστικό βίντεο στο youtube όπου, δεκαετίες αργότερα, κάποιοι επιζώντες επιστρέφουν στην Ζάκυνθο και συναντιούνται με αγκαλιές και κλάμματα με τους ανθρώπους που τους βοήθησαν. Εκεί έμαθα πως δεν υπάρχει ανάλογο γεγονός στην ιστορία του Ολοκαυτώματος. Εννοώ την μαζικότητα της αλληλεγγύης και την πλήρη «ομπρέλα» προς όλους τους Εβραίους ενός τόπου.

  48. Μπούφος said

    41 , 42, ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ -ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΤΣΟΣ.

    Δεν ήταν λάθος. Ήταν από άγνοια του δημοσιογράφου, χτες στον ΑΝΤΕΝΝΑ στο δελτίο των 7 και 30..παρακάτω είπε και κάτι άλλο στραβό..σηκώθηκε η αλογοουρά της αδερφής μου στον αέρα αλλά δεν το θυμάμαι να το γράψω…σκέτη ειρωνεία…να μιλάει για την ελληνική γλώσσα και ο ομιλητής να την θανατώνει την ΕΛΛΗΝΙΚΗ λόγω ΆΓΝΟΙΑΣ..ναι κ. Σαραντάκο..σας διαβάζει η αδερφή μου με θρησκευτική αφοσίωση όπου σας βρίσκει και τους λοιπόν πάραπολύαξιόλογουσ σχολιαστες, καλό απόγευμα να έχουμε..

  49. Denka_65 said

    #5, #47 Δήμαρχος και Μητροπολίτης, επαναλαμβάνοντας ίσως αντίστοιχη ενέργεια των Πλυτά – Δαμασκηνού στην Αθήνα, όταν τους ζητήθηκε κατάλογος με τα ονόματα των Εβραίων του νησιού, έδωσαν μόνον δύο ονόματα, τα δικά τους. Ο Γερμανός διοικητής δεν συνεργάστηκε, αλλά και δεν αντέδρασε. Τα μέλη της κοινότητας κρύφτηκαν – φιλοξενήθηκαν σε σπίτια της πόλης και των χωριών μέχρι το τέλος της Γερμανικής κατοχής, η οποία στη Ζάκυνθο κράτησε κάπου ένα χρόνο. Έτσι, η μόνη εβραϊκή κοινότητα στην κατεχόμενη Ευρώπη που πριν και μετά τον πόλεμο είχε τον ίδιο αριθμό μελών, ήταν αυτή της Ζακύνθου. Επειδή μιλάμε για 227- 230 ανθρώπους, κανείς από τους οποίους δεν έφυγε από το νησί στο διάστημα της κατοχής, πιστεύω ότι οι 2000 του σχολίου 5 αφορούν άλλες (ή… σε άλλες;) περιπτώσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: