Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Πιο καλά ένα γάδαρο (αποκριάτικο διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 1 Μαρτίου, 2020


Περίεργο καρναβάλι το φετινό, κορονιασμένο. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μην το τιμήσουμε. Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μάς έστειλε ένα φρέσκο αποκριάτικο διήγημά του που το δημοσιεύω παρακάτω.

Βέβαια, σημερα, εκτός από τελευταία Κυριακή της Απόκριας είναι και πρώτη μέρα του μήνα. Κατ’ εξαίρεση το Μηνολόγιο θα μετατεθεί -και μάλιστα όχι αύριο, που έχουμε Κούλουμα, αλλά μεθαύριο.

Ο Δημήτρης προτάσσει στο διήγημά του την εξής σημείωση:

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο ἀποκριάτικο διήγημά μου «Φάβα ἀποκριάτικα», τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα αὐτοῦ τοῦ διηγήματος εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, μὲ τὴν ἐξαίρεση κάποιων δευτερευόντων περιστατικῶν ἀνεκδοτολογικοῦ χαρακτήρα ποὺ ἔχω ἀκούσει ἀπὸ διηγήσεις.

ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΕΝΑ ΓΑΔΑΡΟ

Ἔβγα στὸ παραθύρι σου ἡ μέρα γιὰ νὰ φέξει
τὸ πρόσωπό σου σὰ θὰ δεῖ, ὁ ἥλιος θὰ ζηλέψει.

Κόντευε νὰ ξημερώσει κι ὁ Μῆτσος ὁ Κακοβέσουλος, μαζὶ μὲ τὸν φίλο του τὸ Γιώργη τὸ Μανώλια, τραγουδοῦσαν μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς φωνῆς τους κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Ἀννούσας.  Μέσα στὸ σπίτι ἡ Ἀννούσα τῆς καπτα-Βασίλαινας ἔβραζε ἀπὸ τὸ κακό της.

«Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μὲ κάνει ρεζίλι στὴ γειτονιά! Ποιός; Ὁ Κακοβέσουλος!»

Ἀπὸ βραδὺς οἱ δυὸ τραγουδιστᾶδες γλεντοῦσαν μὲ τὴν παρέα τους στὸ μαγαζὶ τοῦ Σταματάκη. Ἔπαιζε ὁ Πατέστος ὁ Τσαμπουνιάρης· ἤτανε Τσικνοπέμτη καὶ – ὅπως πάντα τὶς Ἀπόκριες –  ἡ τσαμπούνα εἶχε  τὴν τιμητική της. Τὸ διαλύσανε πρίν τὸ ξημέρωμα καὶ στὸ δρόμο, λίγο πρὶν χωρίσουν, ὁ Μῆτσος ἔριξε τὴν ἰδέα:

«Πᾶμε γιὰ πατινάδα;»

«Ἔτσι, χωρὶς ὄργανα;» ρώτησε ὁ Γιώργης.

«Ἔτσι. Τί ἀνάγκη ἔχουμε; Ἂς εἶναι καλὰ οἱ φωνές μας», ἀπάντησε ὁ Μῆτσος.

Εἶδαν τὶς γρίλιες νὰ φωτίζονται καὶ προχώρησαν – μὲ  πιὸ μεγάλη ζέση – στὸ τσάκισμα1:

Ἔβγα στὸ παραθύρι ποὺ τσαλαπετεινοὶ
γλυκολαλοῦν καὶ λένε «ξύπνα μελαχροινή».

Δὲν εἶχαν καλὰ-καλὰ τελειώσει καὶ τὸ παράθυρο ἄνοιξε διάπλατα, φωτίζοντάς τους μὲ τὸ ἀσθενικὸ φῶς ἀπὸ τὸν ἠλεκτρικό γλόμπο τοῦ δωματίου. Ἀμέσως μετὰ ἦρθε ἡ ψυχρολουσία ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ κουβᾶ ποὺ ἄδειασε ἀπάνω τους ἡ Ἀννούσα, μαζὶ μὲ τὶς βρισιές ποὺ τοὺς ἔλουσε.

Τὸ Μῆτσο πιὸ πολὺ τὸν πείραξαν τὰ τελευταῖα λόγια της πρὶν κλείσει τὸ παράθυρο:

«Ἀκοῦς ἐκεῖ! Νὰ πάρω τὸν Κακοβέσουλο! Ἄλλο καὶ δὲν ἤτανε! Πιὸ καλὰ ἕνα γάδαρο!»

Ἡ Ἀννούσα, μεγαλοκοπέλα κοντὰ στὰ σαράντα, ζοῦσε μοναχή της στὸ μεγάλο, δίπατο σπίτι τοῦ πατέρα της,  τοῦ καπτα-Βασίλη, ποὺ χάθηκε μὲ τὴ μπρατσέρα του κι ὅλο τὸ πλήρωμα – πέντε ψυχὲς – ἀφήνοντάς την ὀρφανὴ στὴν κούνια. Ἡ μάνα της –  ὅλοι καπτα-Βασίλαινα τὴ λέγανε, λὲς καὶ δὲν εἶχε ὄνομα δικό της – δὲν ξαναπαντρεύτηκε, οὔτε ἔβγαλε τὰ μαῦρα μέχρι ποὺ πέθανε.

Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν τοὺς ἔλειψε τίποτα, τοὐλάχιστον μέχρι τὴν Κατοχή. Ὁ μακαρίτης τοὺς εἶχε ἀφήσει ἀρκετὰ λεφτά. Ὁλόκληρη τὴ σιρμαγιά2 του τὴ φύλαγε στὸ βαρθαλαμίδι3 τῆς κασέλας· μαζί του ἔπαιρνε μόνο τ᾿ ἀπαραίτητα γιὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ. Τότε  ἡ ληστεία ἦταν στὰ πάνω της σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Μπορεῖ ὁ πολὺς κόσμος νά ᾿ξερε τὰ ὀνόματα τῶν ληστῶν τοῦ βουνοῦ, τοῦ Γιαγκούλα, τοῦ Γκαντάρα ἢ τοῦ Τζατζᾶ4, ἀλλὰ καὶ στὴ θάλασσα παραμόνευαν κάμποσοι ληστοπεράτες. Ἔτσι λέγανε τότε τοὺς ληστοπειρατές.

Στὴν Κατοχὴ ζορίσανε τὰ πράματα γιὰ τὴ χήρα καὶ τὴν κόρη της. Τὰ λεφτὰ ξεφτιλιστήκανε κι εὐτυχῶς ποὺ εἴχανε μερικὰ χωραφάκια ἀπὸ τὴν προίκα τῆς καπετάνισσας. Τὰ δώσανε μισιακὰ καὶ δὲν πέθαναν ἀπὸ τὴν πείνα. Βέβαια, κατὰ τὸ τέλος τῆς Κατοχῆς, ἀναγκάστηκαν νὰ πουλήσουν τὰ χρυσαφικά της. Ὅμως τσαπὶ καὶ δρεπάνι δὲν ἔπιασαν. Ὄχι πὼς ἦταν ἀκαμάτρες· ὅλη μέρα ὑφαίνανε στὴ κρεβαταριά καὶ τὸ βράδυ ἔκαναν νυχτέρια κεντώντας τὰ προικιὰ τῆς Ἀννούσας. Μονάχα, νά, τὶς ξωτάρικες δουλειὲς δὲν τὶς καταδέχονταν.

Μ᾿ αὐτὰ τὰ μεγαλοπιάσματα ἔμεινε στὸ ράφι ἡ Ἀννούσα – ὁ ἕνας ἦταν ἄσκημος, ὁ ἄλλος παρακατιανὸς – κι ἔφτασε, κοντὰ στὰ σαράντα της πιά, νὰ κεντᾶ καὶ νὰ ὑφαίνει τὶς προῖκες ἀλλωνῶν. Γιατὶ τεχνίτρα ἦταν πρώτη.

Ὁ Μῆτσος κόντευε κι αὐτὸς τὰ σαράντα, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταφέρει νὰ βρεῖ γυναίκα. Καλὸ παιδί, δουλευτής καὶ γλετζές· ὅλοι τὸν θέλανε στὶς παρέες γιὰ τὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε στὸ λεπτό. Ἕνα κουσοῦρι μονάχα εἶχε· τὴν ἀσκήμια του. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ γερο-Νικολὸς ὁ χηρευάμενος τὸν ἔβγαλε Κακοβέσουλο, παναπεῖ κακοσούλουπο, κακοφτιαγμένο.

Ὁ γερο-Νικολὸς εἶχε χηρέψει δυὸ φορές κι ἔψαχνε γιὰ τρίτη γυναίκα. Μὰ δὲν τὸνε ζύγωνε καμιά. Δὲν τοῦ ᾿χε βγεῖ ἄδικα τ᾿ ὄνομα· φαρμακοβιόλης, τὸ πιὸ σεμνό. Κι αὐτὸς δουλειὰ δὲν εἶχε κι ἔβγαζε παρατσούκλια στὸν κόσμο.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς οὔτε τοῦ Μήτσου τοῦ πολυάρεσε ἡ Ἀννούσα. Σιτεμένη ἤτανε, εἶχε καμπουριάσει ἀπὸ τὸ σκύψιμο στὴ βελόνα, εἶχε καὶ μιὰ στιφάδα στὸ πρόσωπο καὶ στὸ φέρσιμο· σὰ νὰ τῆς ἔφταιγε ὁ κόσμος γιὰ ὅσα τὴ βρῆκαν. Τί νὰ κάνει ὅμως ποὺ δὲν ἔβρισκε καμιὰν ἄλλη κοντὰ στὴν ἡλικία του. Γι᾿ αὐτὸ ἔβαλε προξενήτρα νὰ πάει νὰ τῆς μιλήσει. Ἡ Ἀννούσα οὔτε νὰ τ᾿ ἀκούσει. Ἡ προξενήτρα τοῦ τό ᾿φερε πιὸ μαλακά:

«Δὲ μπορεῖ, ἔχει τὸ πένθος τώρα» – εἶχε πεθάνει ἡ μάνα της πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες – «νὰ ξεπενθήσει καὶ θὰ δοῦμε».

Μετὰ τὰ δίχρονα ὁ Μῆτσος ξανάστειλε τὴν προξενήτρα, ἡ Ἀννούσα τὰ ἴδια καὶ χειρότερα, ὅμως ἡ προξενήτρα τοῦ τά μαλάκωνε πάλι:

«Κάνει τὴ δύσκολη, μὰ ἐσὺ ἔχεις τὸν τρόπο σου. Καλόπιασέ την, πές της κανένα στιχάκι ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ὄμορφα ποὺ φτιάχνεις καὶ κάτι θὰ γίνει».

Οἱ δυὸ φίλοι τὸ φυσοῦσαν καὶ δὲν κρύωνε. Τόσο γιὰ τὴν ψυχρολουσία χειμωνιάτικα, ἀλλὰ πιὸ πολὺ γιὰ τὰ λόγια τῆς Ἀννούσας. Αὐτὸ τὸ «πιὸ καλὰ ἕνα γάδαρο» δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ καταπιοῦν μὲ τίποτα. Ἰδιαίτερα ὁ μικρός, ὁ Μανώλιας, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε:

«Ἀκοῦς ἐκεῖ! Νὰ μᾶς πεῖ τέτοια κουβέντα! Κρίμας τὰ παινέματα· ποὺ δὲν τ᾿ ἀξίζει κιόλας. Ὄχι τίποτ᾿ ἄλλο, θὰ μᾶς πιάσουνε στὸ στόμα τους καὶ οἱ κουτσομπόλες τοῦ χωριοῦ.»

Καὶ συνέχισε:

«Ἔμ, κι αὐτὸς ὁ πρόεδρος τί τό ᾿θελε κι ἔφερε τὸ νερὸ μέσ᾿ τὸ χωριό; Ἄμα τὸ κουβαλοῦσε ἡ προκομένη μὲ τὸ σταμνί ἀπὸ τὴ Κατώβρυση, ὅπως παλιά, δὲ θ᾿ ἄδειαζε ἀπάνω μας κοτζά μου ντενεκὲ τοῦ πετρελαίου5».

Ὁ Γιώργης ἤτανε καμιὰ δεκαπενταριὰ χρόνια πιὸ μικρὸς ἀπὸ τὸ Μῆτσο, ἀλλὰ εἴχανε γίνει μακαντάσηδες6 πρὶν ἀπὸ κάμποσα χρόνια, στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿50. Τότε ποὺ ὁ μικρὸς ἄρχισε νὰ βγαίνει στὴν τρυφερίτσα7. Ἔβαλε μακρὺ παντελόνι – ἀποφόρι τοῦ πατέρα του, ποὺ  ἡ μάνα τοῦ τὸ κόντυνε καὶ τὸ μάζεψε στὴ μέση – κι ἄρχισε νὰ καπνίζει στὰ κρυφά. Τὰ τσιγάρα τά ᾿κρυβε σ᾿ ἔνα χάλασμα κοντὰ στὸ σπίτι τους, σὲ μιὰ τρύπα στὸν τοῖχο. Ὁ Μῆτσος περνοῦσε τυχαῖα, τὸν εἶδε νὰ τὰ κρύβει καὶ τὰ πῆρε· πιὸ πολὺ γιὰ πλάκα. Τὸ ἄλλο βράδυ ὁ μικρὸς τά ᾿ψαξε καὶ δὲν τὰ βρῆκε. Κι ἄλλαξε κρυψώνα.

Ὁ Μῆτσος ξαναπῆγε στὴν πρώτη κρυψώνα, ἀλλὰ τσιγάρα δὲν βρῆκε. Ὅταν κατέβηκε στὴν ἀγορά, συνάντησε τὸν μικρὸ στὸ βραδυνὸ σουλάτσο.

«Ρὲ βλάμη8, τί ἔγινε;» τοῦ ᾿πε γελώντας, «τό ᾿κλεισες ἐκεῖνο τὸ περίπτερο;» καὶ τὸν πῆρε νὰ τὸν κεράσει στὸν καφενὲ τοῦ Μανωλιοῦ.

«Μὴν ξαναγοράσεις τσιγάρα», τὸν συμβούλεψε, «εἶναι κακὸ συνήθειο. Ὅποτε θές, θὰ σὲ κερνῶ ἐγώ.»

Ἀπὸ τότε γίνανε φίλοι, παρὰ τὴ διαφορὰ τῆς ἡλικίας. Ὁ μικρὸς ἤτανε πειραχτήριο καὶ τοῦ ἄρεσε νὰ κάνει πλάκες, καμιὰ φορὰ χοντρές. Ὁ Μῆτσος θύμωνε, τοῦ κρατοῦσε μοῦτρα γιὰ καναδυὸ μέρες, ἀλλὰ στὸ τέλος τὸ ξεχνοῦσε. Καὶ γελοῦσαν μαζί, ὅποτε τοῦ τὰ θύμιζε ὁ μικρός.

Ὅπως ἐκεῖνο τὸ βράδυ ποὺ ὁ μικρὸς, γυρίζοντας στὸ χωριό, πέρασε ἀπὸ τὸ χωράφι τοῦ Μήτσου καὶ τὸν εἶδε νὰ ξεθυμαίνει σὲ μιὰ προβατίνα τοῦ Θοδωρῆ, τοῦ γείτονά του. Ἔτσι βολεύονταν οἱ πιὸ πολλοί. Οὔτε ὁ πρῶτος ἤτανε,  οὔτε ὁ τελευταῖος.

«Ρὲ σύ, κοίτα μὴν τὸ πεῖς σὲ κανένα καὶ μὲ κάνεις ρεζίλι», τοῦ ᾿πε ὁ Μῆτσος.

Τὴν ἄλλη μέρα, στὴ βραδυνή τους βόλτα στὸ χωριό, συνάντησαν τὸ Θοδωρῆ. Ὁ μικρὸς δὲ χασομέρησε.

«Καλησπέρα, μπαρμπα-Θοδωρῆ, ἀπὸ ᾿δῶ ὁ γαμπρός σου!»

Τὸ παρανόμι τοῦ τό κόλλησαν τοῦ μικροῦ ἀπὸ τὴ Μανώλια9, ἕνα τραγοῦδι μὲ τὸν Ἀγγελόπουλο. Τὸ πρωτάκουσε στὸ γραμμόφωνο τοῦ Σταματάκη καὶ μετὰ δὲν τὸ χόρταινε. Τρύπησε ἡ πλάκα ἀπὸ τὸ παῖξε-παῖξε. Καὶ τοῦ ᾿μεινε: Μανώλιας· σκέτο, χωρὶς τὸ Γιώργης. Μέχρι ποὺ κάποιοι τοῦ ᾿λεγαν χρόνια πολλὰ – γιὰ τ᾿ ὄνομά του – τὰ Χριστούγεννα!

Τὸ Κρεατινὸ Σάββατο μαζεύτηκαν πάλι μὲ τὴν παρέα τους στὸ μαγαζὶ τοῦ Σταματάκη. Μὲ τσαμπούνα – ἔπαιζε ὁ Πατέστος – τουμπάκι καὶ λαοῦτο. Φίσκα τὸ μαγαζὶ· οἱ ἄντρες νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουν στὰ τραπέζια καὶ οἱ γυναῖκες – μικρές καὶ μεγάλες, παντρεμένες καὶ λεύτερες – νὰ στριμώχνονται στὰ παράθυρα καὶ στὶς πόρτες τοῦ μαγαζιοῦ. Οἱ μικρές γιὰ νὰ τὶς δοῦν οἱ νέοι καὶ νὰ τὶς χορέψουν καὶ οἱ μεγάλες γιὰ νὰ δοῦν ποιὸς θὰ χορέψει ποιὰν καὶ νὰ κουτσομπολέψουν.

Ἦταν ὅλοι στὸ τσακίρ κέφι καὶ τραγουδοῦσαν· κι ὅσοι ἔπαιρναν σειρά, χόρευαν μὲ τὶς ντάμες ποὺ περίμεναν στριμωγμένες στὶς πόρτες καὶ στὰ παράθυρα. Τρία ζευγάρια σὲ κάθε χορό· ἦταν πολλὰ τὰ τραπέζια καὶ λίγος ὁ χῶρος ποὺ περίσσευε – ἀνάμεσά τους – γιὰ χορό.

Μονάχα ὁ Κακοβέσουλος μὲ τὸ Μανώλια δὲν ἔδειχναν νὰ τὸ διασκεδάζουν καὶ τόσο. Πιὸ πολὺ σιγοκουβέντιαζαν μεταξύ τους, ἐνῶ – ποῦ καὶ ποῦ – τσούγκριζαν τὰ ποτήρια μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἢ τραγουδοῦσαν μαζί τους.

Ξαφνικὰ ἔγινε σούσουρο στὴν πόρτα, οἱ γυναῖκες παραμέρισαν καὶ πέρασε μέσα στὸ μαγαζὶ ἕνα ζευγάρι. Ντυμένοι μοντέρνα, ἀθηναίικα, ξεχώριζαν σὰν τὴ μύγα μέσ᾿ στὸ γάλα. Ἀντάλλαξαν μπόλικες χαιρετοῦρες μὲ τοὺς πιὸ κοντινοὺς καὶ χαμόγελα κι εὐχὲς μὲ τοὺς ὑπόλοιπους. Τὸ βλέμμα τῆς γυναίκας σταμάτησε γιὰ λίγο στὸ Μανώλια καὶ τὸ χαμόγελό της γλύκανε πιὸ πολύ. Ἡ καρδιά του πετάρισε γιὰ λίγο, μὰ ξαναβρῆκε τὴν ψυχραιμία του καὶ ἀνταπόδωσε τὶς εὐχές μεγαλόφωνα.

«Καλωσορίσατε καὶ καλές Ἀπόκριες!»

Ἦταν τὸ Φροσάκι, ἡ παλιά του ἀγάπη, μὲ τὸν ἄντρα της, τὸν Ἄγγελο.

Εἶχαν περάσει ἕξι χρόνια ἀπὸ τότε. Ἐκεῖνος περπατοῦσε στὰ εἴκοσι κι ἐκείνη στὰ δεκαεφτά. Κοντούλα, μὲ σταράτο δέρμα, ἀμυγδαλωτὰ μάτια καὶ τὰ μαλλιὰ πλεγμένα σὲ χοντρὴ πλεξούδα· στὸ χρῶμα τοῦ μελιοῦ, ὅπως τὰ μάτια της.

Καὶ δὲν ἦταν ὁ μόνος ποὺ τὴν ἀγαποῦσε. Οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι τοῦ χωριοῦ ἦταν θαμπωμένοι ἀπὸ τὴν ὀμορφάδα καὶ τὴν τσαχπινιά της. Δὲν περνοῦσε Σαββατοκύριακο χωρὶς πατινάδα στὸ σπίτι της. Οἱ πρωτοξάδερφοί της ἦταν περιζήτητοι στὶς παρέες ποὺ ἔβγαζαν βιολιά. Βλέπεις, ἕνας πρῶτος ξάδερφος εἶχε τὸ ἐλεύθερο νὰ πάει τὰ βιολιὰ στὸ σπίτι της. Οἱ γονεῖς ἤξεραν τί γίνεται, ποιὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ κορίτσι, ἀλλὰ ἔκαναν πὼς δὲν τὸ καταλάβαιναν. Ἔτσι γινόταν τὸτε. Πόσοι καὶ πόσοι γάμοι δὲν ἔγιναν ἀπὸ τὶς πατινάδες. Γι᾿ αὐτὸ οἱ γονεῖς καλοδέχονταν τοὺς πατιναδολόγους, τοὺς κερνοῦσαν κρασὶ καὶ μεζὲ ἀπὸ τὰ βρισκούμενα καὶ γλεντοῦσαν μαζί τους. Τὸ Φροσάκι χαιρόταν ποὺ τὴν ἤθελαν τόσοι ἄντρες καὶ τό ᾿χε πάρει πάνω της. Παιζογελοῦσε μὲ ὅλους, ἄλλὰ ἴσαμ᾿ ἐκεῖ. Ἡ καρδιά της, ὅμως, εἶχε ἀκουμπήσει στὸ Μανώλια. Ὅποτε τὴν ξεμονάχιαζε τῆς ἔπαιρνε κανένα φιλί στὰ πεταχτά, κάποτε προχωροῦσαν στὰ χάδια, ἀλλὰ δὲν ἔφταναν ποτὲ μέχρι τὸ τέλος. Τῆς εἶχε πιπιλίσει τὸ μυαλὸ ἡ μάνα της: «Τὴν τιμή σου καὶ τὰ μάτια σου!»

Τὸν Αὔγουστο τῆς χρονιᾶς ἐκείνης ἦρθε στὸ χωριὸ ὁ Ἄγγελος. Ἦταν τὸ πρῶτο του ταξίδι μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια. Εἶχε φύγει ἀπὸ τὸ χωριὸ μόλις τέλειωσε τὸ δημοτικὸ καὶ πῆγε στὴν Ἀθήνα, σ᾿ ἕναν ξάδερφο τοῦ πατέρα του, νὰ μάθει μαραγκός. Πείνασε, κρύωσε, δούλεψε σκυλίσια, ἀλλὰ στὸ τέλος τὰ κατάφερε. Στὰ εἰκοσιεφτά του εἶχε δικό του μαγαζί, δικό του σπίτι, φορτηγάκι γιὰ τὴ δουλειὰ καὶ τελευταῖα ἀγόρασε καὶ κούρσα. Καινούργια, τοῦ κουτιοῦ.

Ντυμένος στὴν τρίχα, κουστουμιὰ μοντέρνα, γραβάτα, χρυσὸ ρολόι καὶ χρυσὸ δαχτυλίδι μὲ μιὰ λίρα χρυσὴ ἀντὶ γιὰ πέτρα. Τὸ μόνο ποὺ δὲν κατάφερε νὰ φέρει στὸ νησὶ ἦταν τὸ αὐτοκίνητο. Δὲν εἶχε φτιαχτεῖ ἀκόμα τὸ λιμάνι, τὸ καράβι ἔμενε στ᾿ ἀνοιχτὰ κι ὁ κόσμος ἔβγαινε μὲ τὶς βάρκες.

Τὸ Φροσάκι τὸ εἶδε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ πανηγύρι τοῦ Δεκαπενταύγουστου. Κόντευε νὰ ξημερώσει κι ὁ κόσμος εἶχε ἀραιώσει. Τὰ βιολιὰ σταμάτησαν τὰ συρτόμπαλλα10 κι ἄρχισαν νὰ παίζουν τσιφτετέλι, ὅπως ζήτησαν οἱ νέοι ποὺ εἶχαν ἀπομείνει. Τὸ Φροσάκι ἔκανε νάζια καὶ ντροπές στὴν ἀρχή, ἀλλὰ στὸ τέλος σηκώθηκε κι ἄρχισε νὰ χορεύει στὴ μέση ἑνὸς κύκλου ἀπὸ ἀγόρια ποὺ εἶχαν κωλοκάτσει γύρω της καὶ κρατοῦσαν τὸ ρυθμὸ μὲ παλαμάκια. Τὸ ρυθμικὸ λίκνισμα τοῦ κορμιοῦ της, ὁ κυματισμὸς τῶν χεριῶν καὶ τῶν ὤμων της, ἡ παθιάρικη ἔκφραση τοῦ προσώπου μὲ τὰ μισόκλειστα μάτια καὶ τὸ χαμόγελο ποὺ γλυκοχάραζε στὸ στόμα της εἶχαν ἀνάψει πυρκαγιές. Τό ᾿βλεπες στὰ ξαναμμένα πρόσωπα τῶν ἀγοριῶν ποὺ τὴν ἔτρωγαν μὲ τὰ μάτια, διψώντας γιὰ ἕνα σημάδι, ἕνα χαμόγελο, ἕνα βλέμμα της.

Μόλις τέλειωσε ὁ χορὸς ὁ Ἄγγελος σηκώθηκε κι ἔδωσε – ἐπιδεικτικὰ – ἕνα χιλιάρικο στὰ βιολιά.

Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἔστειλε προξενιὸ στὸ σπίτι της.

Οἱ γονεῖς δὲν δέχτηκαν ἀμέσως – «ἄσε νὰ δοῦμε, εἶναι μικρὴ ἀκόμα» – ἀλλὰ στὸ βάθος τοὺς καλάρεσε. Τὸ Φροσάκι οὔτε νὰ τ᾿ ἀκούσει. Ἡ μάνα της τὴν πῆρε κατὰ μέρος νὰ ποῦνε τὰ δικά τους· γυναικεῖες κουβέντες.

«Δὲν τόνε θέλω μάνα. Δὲν τὸν ἀγαπῶ», ἦταν τὰ πρῶτα λόγια τῆς μικρῆς, μόλις ἔμειναν μόνες.

«Κι ἐγὼ – ποὺ παντρεύτηκα ἀπ᾿ ἀγάπη – τί κέρδισα;»  ἀπάντησε ἡ μάνα της. «Εἰκοσιπέντε χρόνια σκλάβα. Δὲν εἶναι μοναχὰ τὸ σπίτι καὶ τὰ παιδιὰ – τὴ γειά σας νά ᾿χετε, αὐτὸς εἶν᾿ ὁ προορισμὸς κάθε γυναίκας – εἶναι καὶ τὸ χωράφι, εἶναι καὶ τὰ ζωντανά. Οἱ ἄντρες – κουράζονται κι αὐτοί, δὲ λέω – ὅμως κάνουνε καὶ τὸ κέφι τους. Ἔχουνε τὰ γλέντια, τὰ πανηγύρια, τὶς πατινάδες· κι ἐμεῖς νὰ στέκουμε κερὶ ἀναμένο μὲ τὰ φαγιὰ καὶ τὰ συγύρια γιὰ νὰ βγαίνουν ἀσπροπρόσωποι.»

«Μὰ οὔτε ποὺ τόνε ξέρω, καλὲ μάνα», ἀπάντησε ἡ μικρή, μὴ βρίσκοντας ἀπάντηση στ᾿ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα τῆς μάνας της.

«Θὰ τόνε μάθεις», ἀπάντησε ἡ μάνα, «ὅπως ἔμαθε τὸνε δικό της ἡ ξαδέρφη σου, ἡ Μαργαρώ. Ἐργάτης στὰ καμίνια εἶναι ὁ ἄντρας της καὶ τὴν ἔχει βασίλισσα. Μόνο τὸ νοικοκυριὸ καὶ τὰ παιδιά. Κι ἀπὸ λοῦσα… Βλέπεις τί φορεῖ ὅποτ᾿ ἔρχεται στὸ χωριό. Ἐμεῖς – μὲ μιὰ στεριὰ χωράφια – κάνουμε κρὰ γιὰ δεύτερο φουστάνι· κι ἂς μᾶς τρώει ὁ ἥλιος κι ἡ βροχὴ κι ἂς γερνοῦμε πρίν τὴν ὥρα μας.»

Ἡ μικρὴ δὲν ἀπάντησε, μόνο κατέβασε τὸ κεφάλι δείχνοντας πὼς ὑποτάχτηκε στὸ θέλημα τῶν γονιῶν της.

Τὸ κέφι εἶχε ἀνάψει γιὰ τὰ καλά. Τὰ ζευγάρια, συνεπαρμένα ἀπὸ τὸ βακχικοὺς ἤχους τῆς τσαμπούνας, χόρευαν σὲ ξέφρενους ρυθμούς, τὰ κεράσματα ἔδιναν κι ἔπαιρναν, ἀλλὰ πιὸ πολὺ πρόσεχαν τὴ Φρόσω, τὴ μοναδικὴ γυναίκα ποὺ καθόταν σὲ τραπέζι μέσα στὸ μαγαζί. Τώρα πιὰ δὲν ἦταν τὸ δροσερὸ κοριτσόπουλο ποὺ ἤξεραν· εἶχε κάνει δυὸ παιδιὰ κι αὐτὸ φαινόταν στὸ σῶμα της ποὺ εἶχε στρογγυλέψει. Εἶχε κόψει τὴν κοτσίδα, εἶχε βάψει ξανθὰ τὰ μαλλιά της καὶ εἶχε κάνει ἔνα μοντέρνο χτένισμα τῆς ἐποχῆς στὸ κομμωτήριο. Καὶ δὲν τὴ φώναζαν πιὰ Φρόσω, ἀλλὰ Φούλη· ὅπως τὴ Φούλη Δημητρίου, τὴν τραγουδίστρια ποὺ μεσουρανοῦσε τότε τραγουδώντας μεταγλωτισμένα ἰνδικά.

Οἱ γυναῖκες σχολίαζαν τ᾿ ἀκριβά της ροῦχα καὶ τὰ χρυσαφικὰ καὶ τὴ ζήλευαν γιὰ τὸν πλούσιο ἄντρα ποὺ πῆρε. Οἱ ἄντρες πάλι ζήλευαν τὸν ἄντρα της γιὰ τὴ γυναίκα ποὺ εἶχε στὸ κρεβάτι του.

Πάντως τὸ ζευγάρι δὲν κάθησε πολύ. Ἡ Φρόσω παραπονέθηκε πὼς ἦταν ταλαιπωρημένη ἀπὸ τὸ ταξίδι – τοὺς εἶχε κουνήσει ἀρκετὰ – ὅμως πιὸ πολὺ τὴν ἐνοχλοῦσε ποὺ ἦταν τὸ ἀντικείμενο τῆς γενικῆς περιέργειας.

Φεύγοντας τὸ ζευγάρι ξεθύμανε τὸ γλέντι. Οἱ γυναῖκες δὲν εἶχαν πιὰ τί νὰ κουτσομπολέψουν· τὰ χιλιοκουβεντιασμένα ντόπια κουτσομπολιά – ποιὸς ἀργολαβίζει11 μὲ ποιάν – τοὺς φαίνονταν ἀνούσια. Ἄρχισαν νὰ φεύγουν σιγὰ-σιγά, τὸ ἴδιο καὶ ἀρκετοὶ ἄντρες. Ἔμειναν μοναχὰ ὁ Κακοβέσουλος μὲ τὸ Μανώλια καὶ τὴν παρέα τους, καμιὰ δεκαριὰ ὅλοι μαζί. Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ πάρουνε τὰ ὄργανα καὶ νὰ πᾶνε βόλτα στὸ χωριό. Κι ὅποιος τοὺς ἄνοιγε νὰ τοῦ κάνουν πατινάδα.

Τραγουδώντας στὸ δρόμο καὶ χορεύοντας στὰ σπίτια ποὺ ἄνοιγαν γιὰ νὰ τοὺς κεράσουν ἔφτασαν σιγὰ-σιγὰ στὴ γειτονιὰ τῆς Ἀννούσας. Ὁ Κακοβέσουλος εἶπε κάτι στὸ Μανώλια ποὺ ἔφυγε ἀμέσως.

«Θὰ σᾶς βρῶ παρακάτω», τοὺς εἶπε.

Ὅσο ζύγωναν, ἄκουγαν παράθυρα νὰ μισανοίγουν στὰ σκοτεινὰ καὶ κουβέντες χαμηλόφωνες. Τὸ δίχως ἄλλο εἶχε μαθευτεῖ τὸ προχτεσινὸ περιστατικὸ καὶ τὰ πρακτορεῖα τοῦ κουτσομπολιοῦ εἶχαν στήσει αὐτιὰ καὶ μάτια γιὰ τὴ συνέχεια.

Καὶ ἡ παρέα δὲν τοὺς χάλασε τὸ χατῆρι. Στήθηκαν μερικὰ βήματα ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Ἀννούσας – γιὰ νὰ μὴν τοὺς φτάνει τὸ περιεχόμενο τοῦ κουβᾶ –  κάτω ἀπὸ τὴν κολώνα τοῦ ἠλεκτρικοῦ μὲ τὴ λάμπα ἀπὸ πάνω τους. Ἐκείνη – μὲ τὸν κουβὰ παρὰ πόδα – εἶχε σβηστὸ τὸ φῶς τοῦ δωματίου, ἀλλὰ τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ, ποὺ ἔκαιγε μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι της, ἔκανε τὸ σουλοῦπι της νὰ ξεχωρίζει πίσω ἀπὸ τὶς γρίλιες.

Πρῶτα ἔπαιξαν μερικοὺς ἀποκριάτικους σκοποὺς γιὰ τὸ κοινὸ ποὺ παρακολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὰ κουφωτὰ παραθυρόφυλλα καὶ μετὰ ἄρχισαν τὸ σκοπό ποὺ εἶχαν τραγουδήσει ὁ Κακοβέσουλος μὲ τὸ Μανώλια δυὸ μέρες πρίν. Τραγουδοῦσε πρῶτα ὁ Κακοβέσουλος καὶ μετὰ τὸ ξανάλεγαν οἱ ὑπόλοιποι.

Μὴ βγεῖς στὸ παραθύρι σου γιατὶ δὲ θὰ χαράξει
τὸ πρόσωπό σου σὰ θὰ δεῖ, ὁ ἥλιος θὰ τρομάξει.

Καὶ μετὰ τὸ τσάκισμα.

Μὴ βγεῖς στὸ παραθύρι ποὺ χτίσανε φωλιὲς
οἱ κάργιες κι ὅλο κράζουν καὶ κάνουν κουτσουλιές.

Λίγο πρὶν τελειώσει τὸ τραγοῦδι πρόβαλε ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ ὁ Μανώλιας τραβώντας ἕναν γάιδαρο ἀπὸ τὸ καπίστρι. Τὸν εἶχε στολίσει κιόλας μ᾿ ἕνα μακρὺ πανί δεμένο γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του σὰ γραβάτα, ἐνῶ στὸ κεφάλι τοῦ εἶχε βάλει ἕνα στεφάνι ἀπὸ κλαδὶ ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς δεμένο μὲ ἄσπρη κορδέλα.

Ὁ Κακοβέσουλος πῆρε τὸ γάιδαρο ἀπὸ τὸ καπίστρι, προχώρησε λίγα βήματα μπροστὰ καὶ φώναξε πρὸς τὸ κλειστὸ παράθυρό της.

«Ἄκου κι αὐτὸ γιὰ νὰ θυμᾶσαι τὸν Κακοβέσουλο!»

Ἧταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἔλεγε ὁ ἵδιος τὸ παρατσοῦκλι του.

Καὶ τό ᾿πε δυνατά, μὲ περηφάνεια, σὰν τίτλο τιμῆς.

Καὶ συνέχισε τραγουδώντας στὸν ἴδιο σκοπό:

Καὶ μὴ νοιαστεῖς γιὰ μένα ἂν ζῶ ἢ ἂν πέθανα
ἐγὼ γαμπρό σοῦ βρῆκα καὶ καλὰ στέφανα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

1 τσάκισμα (τραγουδιοῦ): ἐπωδὸς, ρεφραίν.

2 σιρμαγιά: κεφάλαιο ἐπιχείρησης < τουρκική sermaye < περσική سرمايه (sarmāya)

3 βαρθαλαμίδι: Εἰδικὴ ξύλινη θήκη μὲ καπάκι, ἐσωτερικὰ στὴν κασέλα, γιὰ τοποθέτηση πολύτιμων μικρῶν ἀντικειμένων, χρημάτων, ὲγγράφων. < παραθαλαμίδιον

4 Γιαγκούλας, Γκαντάρας, Τζατζᾶς: Ὀνομαστοὶ λήσταρχοι τοῦ μεσοπολέμου.

5 ντενεκὲς τοῦ πετρελαίου (γκαζοντενεκές): Δοχεῖο μεταφορᾶς φωτιστικοῦ πετρελαίου (γιὰ λάμπες φωτισμοῦ), ποὺ ἦταν εἶδος τοῦ μονοπωλίου, ὅπως τὰ σπίρτα, τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ἁλάτι κ.ἄ. Οἱ γκαζοντενεκέδες ἔβρισκαν δεύτερες χρήσεις μετὰ τὸ ἄδειασμά τους· γίνονταν δοχεῖα μεταφορᾶς νεροῦ, μπετὸν (στὶς σκαλωσιές, ἀπὸ τοὺς μισόγυμνους μπετατζῆδες τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿60), ἢ γλάστρες.

6 μακαντάσης: στενός φίλος < τουρκική mankadaş)

7 βγαίνει στὴν τρυφερίτσα: βγαίνει στὴν κυκλοφορία, ξετσουμίζει (λεγόταν γιὰ ἐφήβους)

8 βλάμης: φίλος <ἀλβανικὴ vëllam

9 Μανώλια: Τουρκικὸ τραγοῦδι, τραγουδισμένο στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Στ. Καζαντζίδη καὶ τὸν Μαν. Ἀγγελόπουλο.

10 συρτόμπαλλο: ἀλληλουχία συρτοῦ καὶ μπάλλου σὲ θερμιώτικο γλέντι.

11 ἀργολαβίζει: φλερτάρει

163 Σχόλια προς “Πιο καλά ένα γάδαρο (αποκριάτικο διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)”

  1. Λεύκιππος said

    Καλημερα και καλό μήνα, αν είναι δυνατόν

  2. Νικος ΜΑΡΓΑΡΩΝΗΣ said

    Εξαιρετικό!!!!!

  3. Πέπε said

    Καλημέρα, καλό μήνα.

    Βρε Δημήτρη, τι ωραία που γράφεις! Πραγματικά.

    Εξακολουθώ να έχω αυτό το κουσούρι, που δεν μπορώ να διαβάσω λογοτεχνία στην οθόνη, κι έτσι δεν είχα όλη μου τη συγκέντρωση και σίγουρα θα μου ξέφυγαν διάφορα. Αλλά, ενώ η υπόθεση είναι στοιχειώδης, η περιγραφή είναι θελκτικότατη.

    Το Πατέστος τι όνομα είναι; Μήπως Μπατίστας (=[Ιωάννης] Βαπτιστής), όπως στην Πάρο;

    Το ακροτελεύτιο δίστιχο, ευρηματικότατο!

    Καλή Σαρακκοστή. Και του χρόνου!

  4. Δεν είχα σκεφτεί την ετυμολογία του μακαντάση. Από τη μάγκα λοιπόν.

    Πω πω, θλιβερό πολύ για αποκριάτικο. Όλων των χαρακτήρων η μοίρα είναι άστα να πάνε…

  5. sarant said

    Καλημέρα και καλό μήνα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 manka και manga είναι το ίδιο, έτσι ;

  6. Costas X said

    Καλημέρα !

    Υπέροχο ηθογραφικό-λαογραφικό διήγημα. Ατμόσφαιρα, γλώσσα, πλοκή, ροή αφήγησης, όλα τέλεια. Απολαυστική η ανάγνωση. Αν και το έχω διδαχτεί, με ξένισε λίγο το πολυτονικό, δεν ήταν απαραίτητο για να δώσει την «παλαιϊκή» χροιά.

    Υ.Γ. Μόλις έμαθα ότι η καντάδα λέγεται στο Αιγαίο πατινάδα !

  7. ΚΑΒ said

    Καλημέρα και καλό μήνα.

    Πολύ καλό. Το περίμενα το τέλος, γιατί έχω υπόψη μου σχετικό στο χωριό μου τη δεκαετία του 50.

  8. Καλημέρα

    Ευγε Δημήτριε !!

    και ταιριατό με τη μέρα και σαν απόκριές και γιατί βγαίνουν μαζί «ήλιος και φεγγάρι-π[αντρεύονται οι γαϊδάροι !!

    Απ’ το γλωσσάρι σου δεν ήξερα το βαρθαλαμίδι και τους ληστές, την σιρμαγιά την ξέρω σαν σερμαγιά (Τσιφόρος)

  9. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα καὶ καλό μήνα κι ἀπὸ ᾿μένα.

    Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ φιλοξενία ποὺ μᾶς χαρίζει ἁπλόχερα γιὰ νὰ ἐκφραστοῦμε.

    Εὐχαριστῶ καὶ ὅλους ἐσᾶς ποὺ κάνατε τὸν κόπο νὰ διαβάσετε τὸ διήγημά μου αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὰ προηγούμενα καὶ μοῦ δώσατε κίνητρο νὰ συνεχίσω νὰ γράφω μὲ τὰ σχόλιά σας.

    @3. Ναί, Πέπε, τὸ Πατέστος εἶναι ἀπὸ τὸ Μπατίστας< Βαπτιστής.

  10. Νέο Kid said

    Τι έγινε ρε παιδιά; Απόκριες για μεγάλη Παρασκευή είναι σήμερα;

    Α,πα,πα! Σας χαιρετάω κλέφτικα και πάω για το Λεμεσσσιανόν καρναβάλι!
    Καρναβάλ,καρναβάλ, καρναβάλ καρναβάααλ!

  11. Κιγκέρι said

    Καλημέρα, καλό μήνα!
    Πολύ ωραίο το διήγημα, μπράβο κε Μαρτίνο!
    Απορροφήθηκα τόσο από την ανάγνωση, που δεν πρόσεξα καν το πολυτονικό, παρά μόνο όταν διάβασα το σχόλιο 6 του Costas X. Κι εγώ το πρόλαβα το πολυτονικό μέχρι τη δευτέρα γυμνασίου. Δεν με ξενίζει, αλλά έχω παρατηρήσει ότι δεν το βλέπω αμέσως, αν πχ διαβάζω κάποιο βιβλίο τυπωμένο σε πολυτονικό, μπορεί να περάσω καμιά δεκαριά σελίδες και μετά να το συνειδητοποιήσω.

    Η καντάδα του Κακοβέσουλου μού θύμισε λίγο ένα τετράστιχο που έλεγε ο πατέρας μου:
    Από την πόρτα σου περνώ,
    βήχω και ξαναβήχω
    Κι αν δεν ανοίξεις να σε δω,
    σου κατουρώ τον τοίχο!

  12. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα. Θα λείψω, πάω για… διήμερο.

  13. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καινούργια σχόλια.

    @4. Οὔτε κι ἐγὼ ἤξερα τὴν ἐτυμολογία τοῦ μακαντάση, Δύτα μ᾿. Στὸ βικιλεξικὸ τὴ βρῆκα, ὅπως καὶ γιὰ κάποιες ἄλλες λέξεις περσοτουρκικῆς προέλευσης.

    @5. Κώστα, πολυτονικὸ γράφω ἀπὸ συνήθεια. Ἔτσι ἔμαθα πρὶν καμιὰ ἑξηνταριὰ χρόνια καὶ τὸ συνεχίζω.

    Ὅσο γιὰ τὴν πατινάδα, τὸ βικιλεξικό τὴν ἐτυμολογεῖ ἔτσι:
    πατινάδα < μαντινάδα (με επίδραση του πατινός < πάτος).

    Κάπου ἔχω διαβάσει/ἀκούσει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ matina (πρωί), ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν ἰσχύει. Ἂς μᾶς ποῦν οἱ εἰδικοί.

  14. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @7. Τὸ περιστατικὸ μὲ τὸ γάιδαρο τὸ φαντάστηκα. Ὅμως καμιὰ φορά, ὅπως λένε ἡ πραγματικότητα ξεπερνᾶ τὴ φαντασία.

    @8. Γιῶργο, σ᾿ εὐχαριστῶ. Ὅταν τό ᾿γραφα δὲν εἶχα διαβάσει ἀκόμα τὸ δικό σου, «Ἡ Νίτσα, ἡ μαγνόλια καὶ τὰ χόρτα της», ἀλλὰ καταπιάστηκα κι ἐγὼ μὲ Μανώλια τραγουδιστική.

    Τυχαῖο; Δέ νομίζω. 🙂

  15. Κιγκέρι said

    Κινηματογραφικές καντάδες..

  16. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν με ξενίζει το πολυτονικό, λόγω ηλικίας και διαβασμάτων, αλλά καθιστά βασανιστική την ανάγνωση στο σμαρτφόνι. Όταν πάω σπίτι και ανοίξω το λαπτόπι, θα το διαβάσω. Από τα σχόλια συμπεραίνω ότι είναι καλογραμμένο και ενδιαφέρον. Εσείς οι πολυτονιστές, Δημήτρη, θα πρέπει να μετριάσετε τον φονταμενταλισμό σας, δυσχεραίνει την επικοινωνία. ☺

  17. Aghapi D said

    τί όμορφο

  18. Κουτρούφι said

    Πατριώτη, ευχαριστούμε και πάλι! Υπέροχο!

    Το συγκεκριμένο έθιμο του τραγουδίσματος έξω από το σπίτι, με κάλεσμα στους ενοίκους να ξυπνήσουν και να ανοίξουν την πόρτα (όχι κατ’ ανάγκη για αισθηματικούς λόγους), στη Σίφνο λέγεται «μακινάδα». Ο όρος «πατινάδα» σε μας είναι σχετικά άγνωστος.

    Να πω και γω ένα περιστατικό όχι και τόσο τρυφερό.
    Ένας γλεντάει με τα βιολιά σε καφενείο του χωριού. Η γυναίκα του είναι μαμή και εκείνη την ώρα βρίσκεται σε τοκετό. Κάποια στιγμή ο κεφιασμένος σύζυγος μαθαίνει ότι η γυναίκα του επέστρεψε στο σπίτι (με το συνηθισμένο γενναίο δώρο από τα γεννητούρια). Χαρούμενος, παίρνει την παρέα και πάει στο σπίτι του. Κάνει μακινάδα στη γυναίκα του:
    Σήκως απάνω κι άνοιξε, ω! μάτια μου και φως μου!
    εμείς να είμαστε καλά και τα μουνιά του κόσμου

    —————————————————————————–
    «Γι᾿ αὐτὸ οἱ γονεῖς καλοδέχονταν τοὺς πατιναδολόγους, τοὺς κερνοῦσαν κρασὶ καὶ μεζὲ ἀπὸ τὰ βρισκούμενα καὶ γλεντοῦσαν μαζί τους.»

    Αρχές της δεκαετίας του 60. Ο αδερφός της μάνας μου με την παρέα του καταλήγει στο σπίτι με τα βιολιά. Στο γλέντι που ακολούθησε ο παππούς μου λέει (η μάνα μου ήταν ακόμη ελεύθερη):
    Έχω μιλήσει του Θεού και του ‘χω παραγγείλει
    να βρει ένα καλό παιδί, κόρη μου, να σου στείλει

    Θέλω να πάρω φόρα να πω κι άλλα, αλλά ας αυτοσυγκρατηθώ.

    Να ‘σαι καλά Πατριώτη.

  19. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλιά σας.

    @11. Κιγκέρι, πολὺ διαδεδομένο αὐτὸ τὸ τετράστιχο, ὅπως καὶ τὸ κατάβρεγμα τῶν κανταδόρων/πατιναδολόγων (#15). Κι ἐγὼ τὸν Ζῆκο εἶχα στὸ νοῦ μου ὅταν ἔγραφα τὴν ἀντίστοιχη σκηνή.

    @16. Γιάννη, συγγνώμη γιὰ τὴν ταλαιπωρία. Τί νὰ κάνουμε; Ἅμα τὸ μάθεις ἀπὸ παιδί, δύσκολο νὰ τὸ κόψεις στὰ γεράματα.

    Τὸ πολυτονικό, βεβαίως-βεβαίως. 😉

    @17. Ἀγάπη Νταϊφᾶ*, σ᾿ εὐχαριστῶ.

    *Τοὐλάχιστον ἐσένα σοῦ ἀρέσει ἡ περισπωμένη στὸ ἐπώνυμό σου. 🙂

  20. nwjsj said

    Καλογραμμένο το διηγηματάκι, εύγε στο συγγραφέα του, αν και σ’ εμένα άφησε πικρή γεύση και όχι ευθυμία.

  21. Χαρούλα said

    Καλό μήνα!
    Το #11 του Κίγκερι είναι σαν να το έγραψα εγώ. Και για το πολυτονικό και το τετράστιχο.
    Μπράβο και πάλι κ.Μαρτίνο. Πολυ ωραία η γραφή. Αν και μεγαλούτσικο, κυλάει τόσο ευχάριστα! Επιπλέον μου δείχνει την αυθεντική ζωή στα κυκλαδονήσια. Πριν γίνουν …μαστ!

    Αν και δεν είμαι και μικρή, εγώ καντάδες δεν πρόλαβα. Άκουγα γι’αυτές από τους μεγαλύτερους. Δηλαδή κάπου στο 1960 μέσα στην πόλη, μάλλον είχαν σταματήσει.
    Σε άλλες περιοχές; Θα με ενδιέφερε να μάθω. Πολύ περισσότερο αν κάπου γίνονται ακόμη και σήμερα!

  22. Νικόδημος said

    Γειά σας από το Παίδων. Και σήμερα πολιορκούμεθα. Η κατάσταση είναι δραματική, θα ζήσουμε μεσαιωνικές καταστάσεις. Ο Ιεχωβά να βάλει το χέρι του. Πολύ καλογραμμένο το διήγημα του κυρίου Μαρτίνου, καίμε γλωσσολογικό ενδιαφέρον. Αλλά η πλοκή είναι πολύ φτωχή όπως είπε και ο κύριος Πεπές

  23. Κιγκέρι said

    Στη Λάρισα γύρω στα 1955-1960 γίνονταν καντάδες μέσα στην πόλη. Η μάνα μου ήταν τότε κοπελίτσα κι όταν έρχονταν κανταδόροι έξω από το σπίτι της, πήγαινε ο παππούς μου και την ξυπνούσε λέγοντάς της: Σήκω, καλέ, εσένα τραγουδούνε!

  24. Καλημέρα, καλό μήνα!
    Μπράβο Δον, άξιος, εξαιρετικό!

  25. # 14

    Ναι με είχες προϊδεάσει…εσύ στα τραγουδιστικά, εγώ μέχρι στιχουργικά !

    Να ευχαριστήσω τον Νικοκύρη και τον Δημήτρη για το ωραίο ανάγνωσμα

  26. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νέα σας σχόλια.

    @Κουτρούφι (18). Κι ἐσὺ νά ᾿σαι καλά, Πατριώτη.

    Τὸ σιφναίικο μακινάδα εἶναι πιὸ κοντὰ στὸ ἰταλικῆς προέλευσης ματινάδα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ βγῆκε ἡ πατινάδα.

    20. Ἔχεις δίκιο, Νόηση (ἔτσι σχηματοποιήθηκε στὸ μυαλό μου τὸ χρηστώνημό σου).

    Ἡ ζωὴ ἦταν σκληρὴ στὴν ὕπαιθρο τὰ χρόνια ἐκεῖνα γιὰ ὅλους. Περισσότερο γιὰ τὶς γυναῖκες.
    Τὰ περιγράφει, ἐν συντομίᾳ, ὁ μονόλογος-συμβουλὴ τῆς μάνας πρὸς τὴν κόρη.

    Τὴν ἐποχὴ ποὺ διαδραματίζεται ἡ ἱστορία, τὴ δεκαετία τοῦ ᾿60, συντελέστηκε ἡ μεγάλη ἐσωτερικὴ μετανάστευση στὴν Ἀθήνα τῆς μεγάλης ἀνοικοδόμησης. Οἱ λόγοι ἦταν οἰκονομικοί, ἀλλὰ καὶ κοινωνικοί. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἡ ἀδυναμία τῶν νέων ἀγροτῶν νὰ βροῦν νύφες.

    @21. Εὐχαριστῶ, Χαρούλα. Στὰ Θερμιὰ πατινάδες, φιλικές, ὄχι γιὰ παντρολογήματα*, γίνονταν μέχρι πρόσφατα.

    *Τώρα οἱ νεολαια στὸ νησὶ χρησιμοποιεῖ τὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης καὶ ἡ διασκέδαση γίνεται στὰ μπαράκια. Ἰσότιμα, ὄχι οἱ ἄντρες νὰ τρωγοπίνουν στὰ τραπέζια, μέσα στὸ μαγαζὶ καὶ οἱ γυναῖκες νὰ στριμώχνονται στὶς πόρτες καὶ στὰ παράθυρα γιὰ νὰ τὶς χορέψουν.

  27. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  28. Μοι προξενεί εν τούτοις αλγεινήν η απόκρυψις των ιδικών σου καντάδων, διατί άραγε?
    Ηξεύρω κάλλιστα τι είδους φράγκικα άσματα επαιάνιζες εις τα παράθυρα των κορασίδων.

    You are my deeees……pina και τα παρόμοια 🙂

  29. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @26. οἱ νεολαια=> ἡ νεολαία.

  30. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @24,28. Εὐχαριστῶ σε, ΣτοΔγιαλοΧτῆνε.

    Πάντως στὴ Δέσποινα τῶν λογισμῶν μου τραγουδοῦσα γκέλ, γκέλ, καϊξῆ.

  31. ΚΩΣΤΑΣ said

    Δημήτρη Μαρτίνε, πάρα πολύ ωραίο, ηθογραφικό και λαογραφικό συνάμα. Το διάβασα πολύ ευχάριστα. Συγχαρητήρια και ευχαριστίες στον Νικοκύρη.

    Εντύπωση μου έκανε και το λεξιλόγιο. Όλοι σχεδόν οι ιδιωματισμοί μού είναι γνωστοί, λέγονται και στην πατρίδα μου – Λάρισα και περίχωρα! 😉 Δεν ξέρω μόνο τα: βαρθαλαμίδι και βγαίνει στὴν τρυφερίτσα. Το ἀργολαβίζει, ευκολονόητο.

    Πραγματολογικά πάλι το εισέπραξα ως τοπικό διήγημα. Οι διαβόητοι ληστές, οι βασιλείς των ορέων: Γιαγκούλας, Γκουντάρας, Τζατζάς… από τα μέρη μας ήταν και κυρίως στην περιοχή Ολύμπου έδρασαν. Βγάζει ο τόπος μας! 😜

    ……………………………………………………………………………….

    23 Αγαπητή φίλη και συμπατριώτισσά μου, Κιγκέρι, εγώ δεν πρόλαβα καντάδες στη Λάρισα, αν και σε ηλικία κατέχω τα πρεσβεία. Υπήρχαν παρέες που γύριζαν στους δρόμους και τραγουδούσαν, όχι όμως στην κλασσική μορφή καντάδας… Η συνοικία της Φιλιππούπολης παρουσίαζε μια κάποια ίσως ιδιαιτερότητα σε αυτή τη μορφή επικοινωνιακής έκφρασης.

    Το: από την πόρτα σου περνώ…, το ήξερα και το έλεγα κι εγώ… 🤪 Η νεότερη παραλλαγή του έγινε: χίλια γαϊδούρια κι άλογα, θα στείλω στην αυλή σου, για να γκαρίζουν σήμερα, που είναι η γιορτή σου και λέγεται προς κοπέλες που δεν καταδέχονται το φλερτ κάποιων (κυρίως με sms).

    Τέλος, χαίρομαι γενικότερα τα σχόλιά σου που αναφέρονται στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, καθότι εγώ τώρα τελευταία εν μέρει απέχω. 🙂

  32. Konstantinos said

    Καταπληκτικό, μπράβο!
    Είναι υπέροχο να το απολαμβάνουμε σα ζεστό ψωμάκι που μόλις βγήκε από το φούρνο και να έχουμε και το μάστορα για να μας εξηγεί τα μυστικά της κατασκευής!

  33. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @32. Κώστα, σ᾿ εὐχαριστῶ.

    Οἱ ληστές τῆς περιόδου τοῦ Μεσοπολέμου εἶχαν γίνει γνωστοὶ στὸ πανελλήνιο ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες.

    Θυμᾶμαι τὴ γιαγιά μου νὰ μοῦ λέει:
    «Αὐτοὶ εἶναι κακὸ σόι· κλέφτες, Τζατζᾶδες.»

    Κι ἀργότερα, ὅταν ἄφησα γένια, κάποιοι γείτονες στὴν Ἀθήνα μοῦ ᾿λεγαν:

    «Τί τὰ θὲς τὰ γένια; Σὰν τὸ Γιαγκούλα εἶσαι.»

  34. Πέπε said

    @13:

    > > Ὅσο γιὰ τὴν πατινάδα, τὸ βικιλεξικό τὴν ἐτυμολογεῖ ἔτσι: πατινάδα < μαντινάδα (με επίδραση του πατινός < πάτος). Κάπου ἔχω διαβάσει/ἀκούσει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ matina (πρωί), ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν ἰσχύει. Ἂς μᾶς ποῦν οἱ εἰδικοί.

    Ο πάτος δεν ξέρω πού κολλάει (και ποιος πάτος;), αλλά κατά τα άλλα Δημήτρη, ό,τι λέει η Βίκη λες κι εσύ.

    Πατινάδα (στα περισσότερα νησιά), ματινάδα (στην Ανάφη), μακινάδα (στη Σίφνο, και νομίζω και Σίκονο ή κάπου αλλού), αλλά και μαντινάδα (στα περισσότερα νησιά αλλά με άλλη σημασία) είναι παραλλαγές της ίδιας λέξης, που είναι το ενετικό matinada, εωθινή (πρβλ. γαλλ. matin, πρωί). Προφανώς η αρχική σημασία ήταν η καντάδα σε ώρες όρθρου βαθέος, κι έφτασε να σημαίνει την καντάδα ανεξαρτήτως ώρας και πρόθεσης (κοινωνική / ερωτική κλπ.), τον μουσικό σκοπό της καντάδας, τον μουσικό σκοπό γενικά, το δίστιχο, κλπ..

    #21: Γίνονται καντάδες σήμερα;

    Χαρούλα, σε πολλά μέρη γίνονται καντάδες. Όπως βέβαια λέει το Κουτρούφι, μάλλον όχι πια για παντρολόημα, αφού αυτά γίνονται αλλιώς, αλλά ποτέ το παντρολόημα δεν ήταν ο μοναδικός πιθανός σκοπός έτσι κι αλλιώς.

    Στην Κάρπαθο έχω τύχει σε καντάδα στο νεκροταφείο. Ήταν τ’ Άη Γιαννιού, και στο καφενείο ήταν δυο-τρεις Γιάννηδες και κερνούσαν. Ήρθαν και τα όργανα, κι έγινε κέφι. Στην Κάρπαθο το γλέντι γίνεται σχεδόν αποκλειστικά με μαντινάδες (=δίστιχα) της στιγμής, οπότε όλη την ώρα τραγουδούσαμε να ζήσει ο Γιάννης ο τάδε, να ζήσει ο Γιάννης ο δείνα, να ζήσει η παρέα και τέτοια. Ήταν φρέσκο εκείνο τον καιρό το γενικό πένθος για έναν νεαρό που γκρεμίστηκε με το φορτηγό σε μια κακιά στροφή, κατά τρόπον ώστε η λαϊκή φαντασία (=κουτσομπολιό) να υποψιάζεται αυτοκτονία. Και τον έλεγαν Γιάννη. Οπότε κάποια στιγμή η θεματολογία των μαντινάδων στράφηκε και σ’ αυτόν: να ‘ταν εδώ κι ο Γιάννης μας, που χάθηκε νέος, που μαύρισε την καρδιά της μάνας του, των φίλων του, που μόνο αυτός λείπει από την παρέα κλπ.. Και δώσ’ του ο ένας, δώσ’ του ο άλλος, τραγούδια με δάκρυα (κυριολεκτικά), κάποιος ρίχνει την ιδέα να πάμε να τον βρούμε στο μνήμα. Πράγματι σηκωθήκαμε μαι πήγαμε, μαζί με τα όργανα. Απηύθυναν στον μακαρίτη πολλές μαντινάδες, από παραπονετικές και πένθιμες μέχρι να του μεταφέρουν τα νέα του χωριού, και στο τέλος τού άφησαν ένα ποτήρι ουΐσκι κι ένα κομμάτι γλυκό.

    Αυτά προ 12ετίας περίπου, δηλαδή όχι και πολύ παλιά. Οι συμμετέχοντες, μέσος όρος ηλικίας κάτω των 40.

    Η πρώτη πρώτη όμως εμπειρία μου από καντάδα, ερωτική αυτή τη φορά, ήταν στην Αθήνα, αρκετά παλιότερα – περί τα μέσα δεκ. ’90. Ήμασταν φοιτητές και κοπροσκυλιάζαμε. Ήμασταν μια μεγάλη παρέα πολύ στενή, σχεδόν κάθε μέρα από 7-8 άτομα και πάνω μαζί. Μεταξύ αυτών τρεις (ο ένας ήμουν εγώ) είχαμε μόλις συστήσει κομπανία και είχαμε κλείσει την πρώτη μας δουλειά σε ρεμπετοταβέρνα, αλλά η ημερομηνία που θα παίζαμε δεν είχε έρθει ακόμη. Έρχεται ένας από τους υπόλοιπους, ο Βασίλης, και μας λέει: συνάντησα μια παλιά μου γκόμενα. Τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι της κι είδα που μένει. Τώρα που μου γίνατε μουσικοί, θα πάμε όλοι μαζί να της τραγουδήσουμε Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία. Φορτωθείτε στο αυτοκίνητο του Στέλιου, η κομπανία κι όσοι άλλοι θέλετε, κι εγώ θα πάω μπροστά με τη μηχανή να σας δείξω τον δρόμο.

    Τώρα, ο Στέλιος πορευόταν μ’ ένα ψιλοχαρτζηλίκι από τους γονείς του και την έβγαζε στη στένεψη. Για λόγους οικονομίας λοιπόν, συνήθιζε να μη βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο (όπως ο Χότζας με τον γάιδαρο). Έτσι μείναμε από βενζίνη στον δρόμο. Ο άλλος με τη μηχανή δεν το πήρε χαμπάρι αμέσως, προχώρησε και χαθήκαμε. Μιλάμε προ κινητών βέβαια. Οι υπόλοιποι κατεβαίνουμε να σμπρώξουμε. Ένας έφυγε ανιχνευτής να βρει βενζινάδικο, καθώς και μια διαδρομή μέχρι εκεί που να είναι όσο γίνεται ίσωμα. Μπροστά σε τόσο άμεσα προβλήματα, η καντάδα πάει περίπατο. Μετά από μισή ώρα, μία ώρα, δεν ξέρω, έχουμε επανέλθει στην κανονικότητα και ψάχνουμε να βρούμε τον ερωτύλο μηχανόβιο που θα μας οδηγούσε στο σπίτι της Δουλτσινέας του. Έφυγε, μας είπε – την είδα να βγαίνει και κρύφτηκα. Το παραγαμήσατε και ψόφησε.

    Έκτοτε καθιερώθηκε στην παρέα η φράση «η αναποτελεσματικότητα είναι το σλόγκαν μας».

    Θέλω να πω, ναι, γίνονται καντάδες, αλλά δεν πετυχαίνουν πάντα. Ούτε επί Μαρτίνου πετύχαιναν πάντα.

  35. 34 Α χαχ χαχαχα χα! αυτό το τελευταίο έπρεπε να γίνει διήγημα

  36. ΓΤ said

    Η φάση με τις καντάδες πάντα με εκνεύριζε, ο Μαρτίνος όχι, ευγενής σαν Λαμαρτίνος.

    (Κάποιος να πει στον Γιάννη Χάρη πώς γράφεται η «Hellmann’s» http://yannisharis.blogspot.com/
    Δεν τα βλέπει τα βαζάκια; Ούτε ο ίδιος θα ήθελε να χάσει το ένα του «v» και να… βαρουφακέψει.)

  37. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @32. Εὐχαριστῶ, Κωνσταντῖνε.

    Μόνο ποὺ καμιὰ φορὰ τὰ ψωμάκια δὲν βγαίνουν καλοψημένα ἢ δὲν φουσκώνει ἡ μαγιά.

    Ὁπότε, ὅ,τι κι ἂν λέει ὁ φούρναρης… 🙂

    @34. Πολὺ ὡραία ἱστορία, Πέπε.

    Συμφωνῶ μὲ τὸν Δύτη. Εἶναι ὅ,τι πρέπει γιὰ διήγημα.

    @36. Εὐχαριστῶ κι ἐσένα ΓΤ.

    Ἄλλοι μ᾿ ἔχουν συνδέσει μὲ τὸν Λαμαρτῖνο κι ἄλλοι μὲ τὸν Λούθηρο.

    Λόγῳ ἐπωνύμου, φυσικά.

    Δὲν ἔχω διαβάσει κανένα ἔργο τοῦ πρώτου· ὅσο γιὰ τὸν δεύτερο τὰ θρησκευτικὰ δὲν εἶναι στὴν πρώτη γραμμὴ τῶν ἐνδιαφερόντων μου.

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    37: Ε, τότε, ας βάλουμε την κλασική «Λίμνη» του Λαμαρτίνου σε πολυτονισμένη(😉) μετάφραση του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:

    Πάντα λοιπὸν θὰ τρέχωμε πρὸς ἄγνωστο ἀκρογιάλι,
    θὰ καταποντιζώμεθα στοῦ τάφου τὴ νυχτιά,
    χωρὶς ποτ’ ἕνα ἀπάνεμο μὲς στὴν ἀνεμοζάλη,
    οὔτ’ ἕνα καταφύγιο στὴ βαρυχειμωνιά!

    Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δὲν ἔκλεισ’ ἕνας χρόνος
    πὤπαιζε μὲ τὸ κῦμά σου χαρούμενη, τρελλή,
    καὶ τώρα, τώρα ὁ δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος
    στὴν πέτρα ἐδ’ ὅπου πάντοτε μᾶς ἔβλεπες μαζί.

    Καθὼς καὶ τώρα ἐμούγκριζες καὶ τότε ἀγριεμμένη
    κ’ ἐξέσχιζες τὰ στήθη σου στοῦ βράχου τὰ πλευρά,
    ἀνήσυχη ἐπαράδερνες στὴν ἄκρη θυμωμένη
    κ’ ἐρράντιζες τὰ πόδια της μὲ τὸν ἀφρὸ συχνά.

    Θυμᾶσαι, λίμνη, μόνοι μας μιὰ νύχτα ἐγὼ κ’ ἐκείνη
    ἐλάμναμε ἄφωνοι οἱ φτωχοὶ στὰ κρύα σου νερά,
    τ’ ἀγέρι δὲν ἀνάσαινε, εἶχες καὶ σὺ γαλήνη,
    στὸν ὕπνο σου δὲν ἄκουες παρὰ τὰ δυὸ κουπιά.

    Μὲ μιᾶς τραγοῦδι οὐράνιο, πρωτάκουστο, δροσᾶτο
    τὸ γέρο τὸν ἀντίλαλο τριγύρω μας ξυπνᾷ.
    Ἔμειν’ εὐθὺς παράλυτο τὸ κῦμα σου τὸ ἀφρᾶτο
    καὶ τέτοια λόγια ἀκούστηκαν, θυμᾶσαι; ἁρμονικά·

    «Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ἀκούραστα φτερά σου
    ὥραις γλυκαῖς, μὴν τρέχετε, σταθῆτε μιὰ στιγμή,
    καὶ σὺ μὴ φεύγῃς, νύχτα μου, μὲ τὴν ἀστροφεγγιά μου,
    τώρα, ποὺ ζευγαρώσαμε, εἶν’ εὔμορφη ἡ ζωή.

    «Τοῦ κόσμου αὐτοῦ τὰ βάσανα, τὴν ἐρημιά, τὴ φτώχεια
    θέλουν νὰ φύγουν ἄμετροι· γι’ αὐτοὺς γοργὰ γοργά,
    Χρόνε μου, πέτα κι’ ἄφησε στοῦ ἔρωτα τὰ βρόχια
    τὰ δυό μας νὰ χορτάσουμε τόσο γλυκειὰ σκλαβιά.

    «Τοῦ κάκου! Ἡ ὥραις φεύγουνε. Κἀνεὶς δὲ μὲ προσμένει…
    Κἀνεὶς δὲ μ’ ἀκουρμαίνεται… Ἡ νύχτα εἶναι σκληρή…
    Ἀχνίζουν τ’ ἄσπρα, χάνονται… Κρυφὰ κρυφὰ προβαίνει
    τἄσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αὐγή!…

    «Τοῦ κάκου! Ὅλα ξεγέλασμα, εἶν’ ὄνειρα καὶ πλάνη,
    ζωή μας εἶν’ ἡ ἀγάπη μας καὶ μοναχή χαρά,
    ἂς μὴ ζητοῦμε ἀνύπαρκτο στὸν κόσμο ἄλο λιμάνι,
    τοῦ χρόνου ἡ ἄγρια θάλασσα δὲν ἔχει ἀκρογιαλιά.

    «Χρόνε ζηλιάρη, δύστυοπε! Πέ μου, γιατὶ νὰ σβυώνται,
    σἄν ἀστραπὴ νὰ φεύγουνε ἡ ὥραις τῆς χαρᾶς,
    καθὼς πετοῦν καὶ φεύγουνε χωρὶς νὰ λησμονιῶνται
    κ’ ἡ μαύραις, κ’ ἡ ὁλόπικραις στιγμαῖς τῆς συμφορᾶς;

    «Ἀπ’ τὴ βαθειὰ τὴν ἄβυσσον, ὁποῦ μᾶς καταπίνει,
    ἀπ’ τὴν αἰωνιότητα, ὁπο μᾶς πλημμυρεῖ,
    τίποτε, Χρόνε, τίποτε στὸ φῶς δὲν ἀναδίνει,
    δὲν ξεφυτρώνει τίποτε… ὅλα τὰ τρῶς ἐσύ.

    «Λοιπόν, ἀπ’ ὅσα ἐχάρηκα δὲ θ’ ἀπομείνῃ τρίμμα,
    δὲν θὰ ν’ ἀφήσω τίποτα σ’ αὐτὴν τὴ μαύρη γῆ!
    Ἀπ’ τὸ γοργό μας πέρασμα δὲν εἶναι τὰχα κρῖμα
    νὰ μὴ σωθῇ ἕνα πάτημα, ὦ Χρόνε ἀδικητή;…»

    Ὦ λίμνη, ὦ βράχοι μου ἄφωνοι, ὦ σεῖς, σπηλιαῖς καὶ δάση,
    ποὺ βλέπετε τὸν πόνο μου, μιὰ χάρι σᾶς ζητῶ·
    ἐσεῖς, ὁποῦ δὲ σκιάζεσθε κανεὶς νὰ σᾶς χαλάσῃ,
    ποτὲ μὴ μᾶς ξεχάσετε, στὸ μνῆμ’ ἂν πάω κ’ ἐγώ.

    Κι’ ὅταν σὲ δέρνῃ ὁ σίφουνας, κι’ ὅταν βαθειὰ κοιμᾶσαι,
    ὦ λίμνη μου ἀφροστέφανη, νὰ μὴ μᾶς λησμονῇς.
    Ἐσ’ εἶδες τὴν ἀγάπη μας καὶ μόνη ἐσὺ θυμᾶσαι
    πῶς ἄναφταν τὰ στήθη μας, καὶ θὰ μᾶς συμπονῇς.

    Θέλω τὰ πεῦκα, τὰ ἔλατα, οἱ βράχοι, ἡ ρεματιά σου,
    τ’ ἀφροῦ σου τὸ μουρμοῦρισμα, τ’ ἀντίλαλου ἡ φωνή,
    τὰ δροσερά σου σύγνεφα, τ’ ἀγέρι, ἡ καταχνιά σου,
    ἡ βρύσι, ὁ καλαμιῶνάς σου, τὸ χόρτο, τὸ πουλί,

    τ’ ἄστρο τ’ ἀσημομέτωπο, ἡ μυρωδιά, ποὺ χύνει
    τὸ γαλανὸ τὸ κῦμά σου, ὦ λίμνη μου γλυκειά,
    ὅ,τι στὴν πλάσι ἔχει αἴσθησι, πνοή, νοημοσύνη,
    ὅλα νὰ λένε: «Ἀγάπησαν, τὰ μαῦρα, φλογερά!»

  39. Αγγελος said

    Πολύ γουστόζικο το σημερινό σου, Δημήτρη. Ευχαριστούμε!
    Αλλά μη μας λες, ευλογημένε, ότι πολυτονικό έμαθες πριν από εξήντα χρόνια και σου ‘μενε. Κι εγώ και πολλοί άλλοι τότε μάθαμε, αλλά βαρείες δεν μας έμαθε κανείς να βάζουμε — ούτε καν όταν, στο Γυμνάσιο, αρχίσαμε Αρχαία. Στο νησί σάς μαθαίνανε και τη βαρεία;

  40. Γιάννα said

    Πολύ ωραίο διήγημα, γραμμένο με μαεστρία κι ας μήν έχει ενδιαφέρουσα πλοκή, όπως σωστά επισημαίνουν ο κ. Πέπες και ο γιατρός. Με εντυπωσίασε η αποκάλυψη του κ. Μαρτίνου ότι ΚΑΙ στα Κυκλαδονήσια οι νέοι βάτευαν τις προβατίνες ελλείψει οίκων ανοχής. Γράφει ο κ. Μαρτίνος: «…γυρίζοντας στὸ χωριό, πέρασε ἀπὸ τὸ χωράφι τοῦ Μήτσου καὶ τὸν εἶδε νὰ ξεθυμαίνει σὲ μιὰ προβατίνα τοῦ Θοδωρῆ, τοῦ γείτονά του. Ἔτσι βολεύονταν οἱ πιὸ πολλοί. Οὔτε ὁ πρῶτος ἤτανε, οὔτε ὁ τελευταῖος.»

    Θέλω να ρωτήσω τον κ. Μαρτίνο: Μόνο τις ξένες προβατίνες βάτευαν οι συμπατριώτες του στα Θερμιά και στα άλλα κυκλαδονήσια ή και τις δικές τους;

    Και τρία λαθάκια που εντόπισα: α) «Τσικνοπέμτη» αντί του ορθού «ΤσικνοπέμΠτη», β) η «κρυψώνα» θέλει περισπωμένη (δίς) και γ) οι «τραγουδιστάδες» θέλουν οξεία.

    Αλλά, βεβαίως, αυτά τα λαθάκια είναι ασήμαντα πταίσματα μπροστά στο κάλλος του διηγήματος και στην απόλαυση που μάς χαρίζει η συγγραφική τέχνη του κυρίου Δημήτρη. Εδώ φτασμένοι γραφιάδες και κάνουν χοντρά λάθη στις πλέον έγκυρες εφημερίδες: Στη χτεσινή «Εφ.Συν.», ας πούμε, ο «κολλητός» του κ. Σαραντάκου, ο εγκυρώτατος επιμελητής κειμένων και διορθωτής κ. Γιάννης Η. Χάρης, μέσα σε 38 λέξεις κατάφερε να κάνει 3 λάθη που «βγάζουν μάτι». Γράφει στο τέλος του χρονογραφήματός του:

    «Παρ’ όλα αυτά, θα προτείνω ένα ευσύνοπτο, καινούριο σχετικά βιβλιαράκι, δεν χρόνισε ακόμα, το Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα του Νίκου Σαραντάκου, με αφορμή την προχτεσινή παρουσίασή του, από τους φίλους Μάρω Κακριδή και Παντελή Μπουκάλα.»

    1ο λάθος: Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε την Τετάρτη 26/2, δηλαδή «αντιπροχθές» και όχι «προχθές» (σε σχέση με το Σάββατο που δημοσιεύτηκε το χρονογράφημα στην «Εφ.Συν.»

    2ο λάθος: Ο τίτλος του βιβλίου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα» δεν μπαίνει (στο κείμενο) σε εισαγωγικά, αλλά ούτε και τυπώνεται με πλάγια στοιχεία από την «Εφ.Συν.», όπως έκανε ο ίδιος ο κ. Γ.Η. Χάρης στο ιστολόγιό του προσπαθώντας να σώσει τα προσχήματα και να μή τον κράξουν

    3ο και σημαντικότερο λάθος: Ο φιλαράκος του κ. Σαραντάκου, κ. Παντελής Μπουκάλας, δεν παρέστη στην παρουσίαση του βιβλίου, διότι ήταν κλινήρης με πυρετό, εξαιτίας κάποιου από τους ιούς που κυκλοφορούνε στην πιάτσα.

    Οποιοσδήποτε κοινός θνητός έκανε αυτά τα 3 χοντρά λάθη μέσα σε 38 λέξεις, ο αγαπητός κ. Σαραντάκος θα τον έκραζε ανηλεώς στα μεζεδάκια του Σαββάτου. Άραγε, τον κ. Γιάννη Η. Χάρη γιατί δεν τον κράζει; Ιδού η απορία…

    Υστερόγραφο: Κύριε Μαρτίνε (37) με τον Λαμαρτίνο είναι τιμή σας που σάς συνδέουν. Μή τους αφήνετε, ωστόσο, να σάς συνδέουν με το Μαρτίνο Λούθηρο γιατί υπήρξε κορυφαίος αντισημίτης: Όλοι οι Ιστορικοί του Ναζισμού συμφωνούν πως ο Λούθηρος ήταν ο Δάσκαλος των Εθνικοσοσιαλιστών στο να μισούν τους Εβραίους. Ο ίδιος ο Χίτλερ επανειλημμένα αναφέρει με ύμνους τον Λούθηρο στο «Μάϊν Κάμπφ», ενώ όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη του Ναζιστικού Κόμματος από τον Γκαίμπελς μέχρι τον Χίμλερ και τον Ρόζενμπεργκ έχουν ομολογήσει ότι διαβάζοντας τον Λούθηρο κατάλαβαν τον ρόλο των Εβραίων στη διάλυση της Γερμανίας…

    Είναι πασίγνωστο, κύριε Μαρτίνε, πως η μεγάλη φιλοδοξία του Λούθηρου ήταν να εκχριστιανίσει τους Εβραίους και το προσπάθησε επί 35 χρόνια. Όταν είδε τι ξεροκέφαλοι που είναι και δεν αλλαξοπιστούν, ο Λούθηρος κάθισε και έγραψε τρία χρόνια πρίν πεθάνει το περίφημο (γύρω στις 65.000 λέξεις) σύγγραμμά του «Για τους Εβραίους και τα ψέμματά τους» (1543) (γερμανικός τίτλος «Von den Jüden und iren Lügen». Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν πως το βιβλίο αυτό (μαζί με τις Οκτώ Επιστολές «Κατά Ιουδαίων» του Ιερού Χρυσοστόμου) είναι Η ΒΙΒΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ. Εκτός από τους Ναζί, εμπνεύστηκαν από το βιβλίο αυτό του Μαρτίνου Λούθηρου εκατομμύρια αντισημίτες σε όλο τον κόσμο τα τελευταία 450 χρόνια…

  41. Πέπε said

    Κι εγώ συχνά σε βιβλία δεν παρατηρώ αν είναι μονοτονικά ή πολυτονικά παρά μετά από κάμποσες σελίδες. Όχι όμως στην οθόνη: εκεί φαίνεται αμέσως. Μάλλον είναι θέμα οπτικής συνήθειας: σε γραμματοσειρές (έντυπες) που χρησιμοποιούνταν αβέρτα και επί πολυτονικού και εξακολουθούν και τώρα να χρησιμοποιούνται, είτε έτσι είτε αλλιώς εξίσου οικείο φαίνεται. Της οθόνης όμως οι γραμματοσειρές είναι ως επί το πλείστον (αν όχι 100%) καινούργιες, το μάτι τις έχει μάθει μόνο μονοτονικές, όπως και όλο το σέτινγκ των ιστοσελίδων, και αν προστεθούν πνεύματα και τόνοι ξεχωρίζουν αμέσως.

  42. tryfev said

    38. Κατά σύμπτωση την ανέβασα κι εγώ στο Facebook προχθές μαζί με το πρωτότυπο που λατρεύω. Καθ’ ομολογίαν του ίδιου του Βαλαωρίτη δεν είναι ακριβής μετάφραση γι’αυτό και την τιτλοφορεί: Η ΛΙΜΝΗ (ΕΚ ΤΟΥ ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΥ). Δεν αντέχω στον πειρασμό να παραθέσω τις δύο πρώτες στροφές του πρωτότυπου που τις λατρεύω:

    Le Lac

    Ainsi, toujours poussés vers de nouveaux rivages,
    Dans la nuit éternelle emportés sans retour,
    Ne pourrons-nous jamais sur l’océan des âges
    Jeter l’ancre un seul jour ?

    Ô lac ! l’année à peine a fini sa carrière,
    Et près des flots chéris qu’elle devait revoir,
    Regarde ! je viens seul m’asseoir sur cette pierre
    Où tu la vis s’asseoir !

    ………………………………………………………………………..

  43. tryfev said

    Συγγνώμη που εξέφρασα δύο φορές τη λατρεία μου για το ποίημα. Δυστυχώς η επανάληψη δεν είναι πάντα μητέρα της μάθησης. Εδώ πρόκειται απλώς για απροσεξία.

  44. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @39. Ἄγγελε, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.
    Σωστὰ τὰ λές. Τὴ βαρεία δὲν τὴν ἔμαθα στὸ σχολεῖο, ἀλλὰ τώρα στὴν προχωρημένη νεότητα.
    Μαζὶ μὲ τὸ πολυτονικὸ πληκτρολόγιο.

    Εἶναι ἄσκηση τοῦ μυαλοῦ. Κάπου ἄκουσα/διάβασα – δὲ θυμᾶμαι ποῦ, εἶναι κι αὐτὸ τὸ ἔμενταλ – ὅτι οἱ πνευματικὲς ἀσκήσεις κάνουν καλὸ στὴν ὀξυγόνωση τοῦ ἐγκεφάλου. Κάτι σὰν τὸ τελικὸ νὶ ἕνα πρᾶμα. 🙂

  45. Πέπε said

    Η φίλη μας η Γιάννα είναι φανερό πως δεν ξέρει πολλά για τον Κυκλαδικό Πολιτισμό. Μόλις κάποιος πρόθυμος ξεστραβωτής τής αποκαλύψει ότι και το έθιμο της ζωοκλοπής θάλλει στις Κυκλάδες όσο και σε άλλους, πολύ διασημότερους επί τούτο, τόπους (όπως λ.χ. η Κρήτη), θα συνειδητοποιήσει ότι το αν βατεύει κανείς τη δικιά του προβατίνα ή του γείτονα ελάχιστη διαφορά κάνει.

    Αν δεν είχαν απαγορευτεί οι αποκριάτικες εκδηλώσεις, θα της αφιέρωνα το κάτωθι περίφημον καρπαθιακόν άσμα των Απόκρεων:

    Πέρα στην Αγιά Βαρβάρα
    ο παπάς γαμεί μια γάρα (=γαϊδάρα)

    και η γάρα πορδοκλάνει
    κι ο παπάς την καλοπιάνει:

    Στάσου στάσου βλοημένη
    τώρα που ‘ναι σηκωμένη

    κι αύριο, σα λουτρουήσω (=λειτουργήσω)
    μια βλογιά θα σου κρατήσω.

    Αν σου βάλω τη μισή,
    θα τραντάξει το νησί.

    Κι αν σου τήνε βάλω όλη
    θα τραντάξει και η πόλη

    κι αν σου βάλω και τ’ αρχίδια
    θα τραντάξουν τα γιοφύρια.

    Δυστυχώς όμως φέτος δεν έχει τέτοια, οπότε το μόνο που μπορώ να πω είναι κάτι πολύ φτωχότερο:

    Περάσαν οι Αποκριές, με λύρες με παιχνίδια,
    ήρθε κι η αγιά Σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια.

  46. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @38. Γιάννη, σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ποίημα τοῦ Λαμαρτίνου, ποὺ ἀνέβασες. Τὸ πολὺ φτωχὰ γαλλικά μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ κρίνω τὴν ἀπόδοσή του στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Βαλαωρίτη, ἀλλὰ πῆρα μιὰν ἰδέα ἀπὸ τὸν παρὰ λίγο συνεπώνυμο ποιητή.

  47. Πέπε said

    @39
    Άγγελε, επί πολυτονικού δεν αναφερόταν στις σχολικές ν/ελλ. γραμματικές η βαρεία και οι κανόνες της; Εννοώ, ανεξάρτητα από το αν διδασκόταν και απαιτούνταν η χρήση της από τους μαθητές. Γιατί στα αρχαία πάντοτε αναφέρονταν, με μια παρατήρηση νομίζω του τύπου «αλλά κι αν βάλουμε οξεία δε χαλά ο κόσμος». Κατά παράδοση στο μάθημα των αρχαίων δεν τη διδάσκουμε και φυσικά δεν την απαιτούμε, ωστόσο είναι εκεί στη διάθεση όποιου θέλει να τη μάθει μόνος του (δεν είναι δα και δύσκολο), και συνήθως γίνεται και προφορικά κάποια φευγαλέα, έστω, αναφορά. Και βέβαια χρησιμοποιείται κανονικά στα έντυπα αρχαία κείμενα των σχολικών βιβλίων.

    (Εγώ έχω κάνει νέα ελληνικά με πολυτονικό μέχρι τα μισά ή της δευτέρας ή της τρίτης δημοτικού, κι έτσι δε θυμάμαι πολλά γι’ αυτή τη λεπτομέρεια.)

  48. spyridos said

    47

    Χοντρικά 6-7 χρόνια μεγαλύτερός σου αλλά βαρεία δεν είχαμε κάνει ποτέ. Αν και την έβλεπα τυπωμένη σε πολλά βιβλία (εξωσχολικά) που διάβαζα.
    Ακόμα και το όνομα βαρεία είχα ρωτήσει τον παππού μου και μου το είπε.

  49. Κιγκέρι said

    Γιατί είναι τόσο ανορθόγραφη αυτή η Λίμνη;
    Μα, μουρμοῦρισμα;

  50. Capten Vilios said

    Τὰ τσιγάρα τά ᾿κρυβε σ᾿ ἔνα χάλασμα κοντὰ στὸ σπίτι τους, σὲ μιὰ τρύπα στὸν τοῖχο.
    Όλα τα πιτσιρίκια στο χωριό το ίδιο κάναμε.Μέσα στους τοίχους -ξερολιθιές-που περικύκλωναν την αυλή του σπιτιού.Κι όταν μας έπαιρναν μυρωδιά οι μανάδες μας, που σεπονεί και που σε…
    Εξαιρετική γραφή.

  51. Αγγελος said

    Αναφερόταν, Πέπε. Αλλά κανείς ποτέ δεν μας δίδαξε τον κανόνα της (όποιος είχε τη διεστραμμένη 🙂 περιέργεια, τον μάθαινε από τα βιβλία), ούτε ποτέ κανένας δάσκαλος είπε «μπράβο, παιδί μου, έχεις βάλει και τις βαρείες σωστά στο γραπτό σου». Η περισπωμένη ήταν το πρόβλημα…

  52. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Capten Vilios (#50). Εὐχαριστῶ.

  53. Αγγελος said

    Οι σχολικές γραμματικές της δημοτικής και τα σχολικά αναγνωστικά ήταν ένα δράμα. Ενω υπήρχε ως οδηγός η κρατική Γραμματική («του Τριανταφυλλίδη») του 1941, δεν την ακολουθούσαν στα ορθογραφικά (και σε άλλα), θέλεις γιατί δεν την ήξεραν οι συγγραφείς, θέλεις για να μη δημιουργούν σύγχυση με την πανταχού παρούσα καθαρεύουσα. Τα αναγνωστικά έγραφαν π.χ. τις λέξεις «παπάς», «ψαράς», «πράμα», «γλώσσα», «πολίτες» με περισπωμένη, και το πιο εξωφρενικό — θυμάμαι πόσο με σκανδάλιζε, δεκάχρονο μαθητή — «ο χειμώνας», «του χειμώνα» με οξεία, αλλά «τον χειμώνα» με περισπωμένη! (Η λογική εδώ ήταν ότι η αιτιατική είναι αυτούσια αρχαία λέξη, που διατηρεί τη βυζαντινή της ορθογραφία, ενώ η ονομαστική και η γενική είναι νεοελληνικοί σχηματισμοί, που γράφονται απλουστευμένα.) Είχαμε και υπογεγραμμένη στις υποτακτικές…
    Η επιβολή του μονοτονικού ήταν νομοτελειακή συνέχεια της επιβολής της δημοτικής. Δεν ξέρετε, οι νεότεροι, από τι γλιτώσατε!

  54. tryfev said

    49. ΄Ισως είναι από πολύ παλιά έκδοση. Πάντως το μουρμοῦρισμα δεν δικαιολογείται σε καμιά περίπτωση. Η μετάφραση που έχω δεν έχει καθόλου λάθη. Δημοσιεύεται στις σελ. 388-390 του 1ου τόμου για τον Βαλαωρίτη που περιλαμβάνεται στη σειρά ΄Απαντα των Νεοελλήνων Κλασικών σε 33 τόμους, που κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από την Εταιρία Ελληνικών Εκδόσεων και την έχω ολόκληρη.

    38, 49. Στη σελ. 390 του τόμου αυτού υπάρχει υποσημείωση στην οποία αναφέρεται η γνώμη του Παλαμά για τη μετάφραση της Λίμνης από τον Βαλαωρίτη: «Βέβαια, χάνεται μέσα της η λεπτή λαμαρτινική ευωδία…. Η π α ρ α φ ρ α σ μ έ ν η (έτσι τη λέει ο Βαλαωρίτης) «Λίμνη» αξίζει το πρωτότυπο….».

  55. tryfev said

    54. Εννοώ ότι η έκδοση που έχω δεν έχει καθόλου λάθη.

  56. Γιάννης Κουβάτσος said

    Οι μεταφραστικές περιπέτειες της «Λίμνης» στη χώρα μας:
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.fractalart.gr/alphonse-de-lamartine/&ved=2ahUKEwjVtYy_2fnnAhXMOcAKHS5ACYoQFjACegQIBhAB&usg=AOvVaw2dSeGyYJprCczoo5iGnR8s

  57. ΣΠ said

    Όμορφο διήγημα. Πολύ ωραία γράφεις, Δημήτρη. Πολύ μου άρεσε η γλώσσα του διηγήματος.

    Και μια καντάδα από τον Θανάση Βέγγο. Από την ταινία «Ο Θανάσης, η Ιουλιέτα και τα λουκάνικα».

  58. dryhammer said

    Πάντα άξιος μάστορα! Πέρα από την όμορφη γραφή εκείνες οι παλιές (κι εν πολλοίς εξαφανισμένες) εκφράσεις που με γυρίσαν πίσω σε διηγήσεις από μάνα, θειάδες κλπ (κάπου μεταξύ αφήγησης και κουτσομπολιού).
    Κι όπως είδες και στα σχόλια, από το μπουφέ ο καθένας παίρνει ό,τι θέλει…

  59. mitsos said

    Καλησπέρα
    Δημήτρη πάρα πολύ όμορφο.
    Η γλώσσα με αρκετούς ιδιωματισμούς αλλά κατανοητή και έει αβίαστα
    Ευχαριστούμε.

    Τώρα τι να πω για τις ασκήσεις του μυαλού με την περισπωμένη , την βαρεία και την υπογεγραμμένη;…
    Λές να φταίει αυτό που οι λαοί ψηφίζουν Τράμπ, Τζόνσον, Πούτιν κι Ερνρογάν ; 🙂 Μπορεί και να φταίει που δεν μαθαίνουν μονάδες CGS

  60. Spiridione said

    Από ένα χειρόγραφο τουρκικού λεξικού ενός Ιταλού (Pietro Ferraguto, που τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Τούρκοι) του 17ου αιώνα:
    manga (mánga) ‘bancho da sedere’ (64r) •
    Osm. banka/manka ‘banca di galera’ (Men. 902), tml. manga ‘(sailor’s) mess room (on a naval ship)’ (Redh.² 590).

    mangadaş (mang’adásc) ‘banchiere, cõpagno di bãco’ (64r) •
    Osm. ‘fellow oarsman of the same bench’ (LF 89).

    Click to access Rocchi%20Ferraguto%20interni%205%20mar%202012.pdf

    Ο Μακαντάσης υπάρχει και στον Τσελεμπή, εδώ από τη Lingua Franca των Καχανέ Τίτζε
    Hazine kâtibi ibrāhīm celebi ile mankadas oldum. “I became the ‘bench-mate’ of Ibrahim Chelebi, [former] secretary of the treasury.” (Evliya, ap. TTS 1.514).
    https://books.google.gr/books?id=JPcsAAAAMAAJ&q=%22mankadas%22&dq=%22mankadas%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjold6e0_nnAhVBLewKHYxjA-wQ6AEINDAB
    Και εδώ
    Mankadas : Manka arkadasi. § Hazine kâtïbi Ibrahim Çelebi ile mankadas oldum. (Ev. XVII.)
    https://books.google.gr/books?id=QkE-AQAAIAAJ&q=%22mankadas%22&dq=%22mankadas%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjold6e0_nnAhVBLewKHYxjA-wQ6AEISTAD

    Ένα άρθρο για τον μάγκα νομίζω ότι μας το χρωστάς Νικοκύρη

  61. 60 Μπράβο Σπύρο, εγώ να πω την αλήθεια βαρέθηκα να ψάξω αν ο μακαντάσης έχει αναφερθεί στις συζητήσεις περί μάγκα.

  62. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καινούργια σχόλια.

    @57. Σταῦρο, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.

    @58. Εὐχαριστῶ κι ἐσένα, συνταξιδευτὴ Ξεροσφύρη.

    @59. Κι ἐσένα, συνονόματε, σ᾿ εὐχαριστῶ.

    @60. Σπῦρο, εὐχαριστῶ γιὰ τὶς πολύτιμες πληροφορίες ποὺ μᾶς προσφέρεις

  63. Spiridione said

    61. Απ’ ό,τι θυμάμαι όχι.
    Να πω ότι με το cõpagno di bãco που λέει ο Ferraguto εννοεί τον Βάκχο, συμπότης.

    62. Τίποτα Δημήτρη, και συγχαρητήρια για το ωραίο σου διήγημα.

  64. Πέπε said

    Καλά, εγώ για τη μνημειώδη ποιητική μου συμβολή (#45), τίποτα. Ας το είχε μεταφράσει όμως ο Λαμαρτίνος στα γαλλικά και θα βλέπαμε!

  65. ΣΠ said

    64
    Ίσως η Λου μπορεί να αναλάβει την μετάφραση. 🙂

  66. loukretia50 said

    Καλό μήνα φανταστικοί μου φίλοι!
    Τώρα αν έχω την τύχη κάποιοι από σας να αποδειχθούν και πραγματικοί, ακόμη καλύτερα!
    Υγιαίνω, απλά δεν προλαβαίνω!
    Θα επανέλθω αργότερα, για να απολαύσω με ησυχία το διήγημα του αγαπημένου Δον!

    ΣΠ χαχα!! κατά φωνή που λένε!
    Μόλις έκανα ριφρές είδα το όνομά μου!
    Αχ η λίμνη του Λαμαρτίνου πέρασε από 40 κύματα!!

  67. Prince said

    ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ! Κ. Μαρτίνε, έχετε εντυπωσιακό ταλέντο.
    Θέλω απλά να εκφράσω τις ευχαριστίες μου για ένα ακόμα απίστευτο ανάγνωσμα!
    Ενθουσιάστηκα τόσο, που το διάβασα στη γυναίκα μου (σχεδόν με βία την έβαλα να κάτσει δίπλα μου για να το ακούσει), η οποία βέβαια εκ των υστέρων ενθουσιάστηκε (χωρίς να το πει, αλλά εγώ την ξέρω).
    Και κρατάει σόι από Τζια, οπότε ήδη κάποια τα «έβλεπε και άκουγε» σύμφωνα με τις δικές εμπειρίες απ’το δίπλα νησί.

  68. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νέα σας σχόλια.

    Σκαλίζοντας τὸ ἠλεκτρονικὸ ἀρχεῖο μου, διαπίστωσα ὅτι σήμερα συμπληρώνω τέσσερα χρόνια συμμετοχῆς στὸ ἱστολόγιο.

    Τὸ πρῶτο μου σχόλιο ἔγινε τὴν 1/3/2016 καὶ ἀφοροῦσε ἕνα ἄρθρο τοῦ Νικοκύρη ἀπὸ τὸ 2010:
    Πετάει, πετάει ὁ ἀστακός; (https://sarantakos.wordpress.com/2010/04/16/astakakrida/#comment-339439)

  69. loukretia50 said

    Πολύ όμορφο και καλογραμμένο!
    Κι αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση, χαρακτηριστική στην αφήγηση κάποιου που περιγράφει με τόση αγάπη τους νησιώτες και την απλή και δύσκολη ζωή τους, είναι βάλσαμο στη σκοτεινιά των καιρών.
    Να’σαι καλά και συνέχισε να γράφεις!
    Είσαι τυχερός που γνώρισες τη Δέσποινα των λογισμών σου και της γράφεις ακόμα τραγούδια!
    Και εκείνη επίσης!

    ΥΓ. Αναρωτιέμαι αν έφαγες ποτέ μπουγέλο – με βάζεις σε πειρασμό να αυτοσχεδιάσω!

  70. Παναγιώτης Κ. said

    Μπράβο Δημήτρη!
    Ωραία τα καταφέρνεις στα ηθογραφικά!
    Μου αρέσουν οι ευαισθησίες αυτού του τύπου!

  71. Γιάννης Ιατρού said

    Καλησπέρα,

    Δημήτρη μου άρεσε πολύ, είχε και χιούμορ και λαογραφία και τοπική διάλεκτο και σασπένς κι απ΄όλα. Μόνο το τέλος μου φάνηκε κάπως απότομο, κοντό. Κρίμα που δεν τα ξανάπε, έστω για μιά στιγμή, με την παλιά του αγάπη, την Φρόσω, ο Κακοβέσουλος.

    Φιλιά στη Δέσποινα, μας έφτιαξες την μέρα, ευχαριστούμε πολύ. Τι μέρα δηλαδή, εγώ τώρα πρόκανα…, επομένως (και) το βράδυ 🙂

  72. loukretia50 said

    71. Σιδερένιε μας, αν εγώ δεν τα μπέρδεψα – καλή παρέα οι προσφιλείς οινόφλυγες αλλά… κουνιέμαι ακόμα! –
    η προσφιλής ex του Κακοβέσουλα ήταν… αιξ!
    – τετράποδη anyway!

  73. ΓιώργοςΜ said

    Πολλές ευχαριστίες κι από εμένα, έστω και με καθυστέρηση.
    Για τις βαρείες, να σημειώσω πως δε διδάσκονταν μετά το ’74 (ήμουν καλός στην ορθογραφία, θα το θυμόμουν). Όμως τα βιβλία που εκδίδονταν σε πολυτονικό, ακόμη και μετά από το 81 (τα προσεγμένα τουλάχιστον), χρησιμοποιούσαν τη βαρεία. Εγώ τη χρήση και τους κανόνες (αν θυμάμαι καλά, όταν τονίζεται η τελευταία συλλαβή και δεν παίρνει περισπωμένη), τους έμαθα στο τυπογραφείο, όταν ο πατέρας μου μου εξηγούσε τη διάταξη των τονισμένων στοιχείων στην κάσα.

  74. Παναγιώτης Κ. said

    Και η μάνα μου (από την Ήπειρο) «κοτζά» το έλεγε.
    Στη Θεσσαλονίκη άκουσα να το λένε «κοτζάμ» αλλά και «κοτζαμάν».

    Μια και ο λόγος για το πολυτονικό, θυμήθηκα τον φιλόλογο που μας είχε διδάξει τους κανόνες τονισμού Δ΄Γυμνασίου. Βρέλλης το επώνυμό του, αδερφός αυτού που έφτιαξε το Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων στα Γιάννενα. Μας είχε κάνει ένα ή δυο μαθήματα στην αρχή της σχολικής χρονιάς και μετά τον άλλαξαν. Η εκ των πραγμάτων μικρή μου εμπειρία δεν στάθηκε εμπόδιο για να μην τον ξεχωρίσω από άλλους φιλολόγους. Και δεν έπεσα έξω. Η εξέλιξή του…με δικαίωσε. Έγινε καθηγητής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αν θυμάμαι καλά.
    Αυτός λοιπόν δεν είχε κάνει το λάθος που κάνουν αρκετοί εκπαιδευτικοί. Υπό το πρόσχημα ότι «δεν θα καταλάβουν οι μαθητές», αρχίζουν τις…εκπτώσεις και δεν λένε όσα είναι αναγκαία να λεχθούν. Πράγματι, όλοι οι μαθητές δεν μπορούν να τα καταλάβουν όλα. Πάντοτε όμως υπάρχουν μαθητές, λίγοι είναι αλήθεια, που καταλαβαίνουν πολλά και χάριν αυτών, πρέπει να λεχθούν και εκείνα που δεν καταλαβαίνουν οι πολλοί…

  75. Παναγιώτης Κ. said

    @72. Ναι βρε σιδερένιος! 🙂
    Που το θυμήθηκες!

  76. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα και χαιρετώ από τη δεύτερη πρωτεύουσα της Ελλάδας 🙂

    Ευχαριστώ και τον Δημήτρη, κυρίως για το διήγημα αλλά και επειδή με αντικατάστησε στα σχόλια

    13τέλος: Ισχύει απ’ όσο ξέρω όπως το λέει ο Πέπε στο 34

    60 Το χρωστάω, δεν το χρωστάω;

    68 Μόνο τέσσερα χρόνια Μήτσο; Και πώς ψήλωσες έτσι;

  77. ΓΤ said

    Ξάνθη-ΠΑΟΚ 1-1

  78. loukretia50 said

    75. Εμ! τα’χω τα χρονάκια μου! κι ας βλέπω ακόμα καρτούν!
    ————-
    Διαπίστωσα ότι κι εγώ χρειάζομαι χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι ένα κείμενο είναι πολυτονικό.
    Δε νομίζω ότι τώρα θα έγραφα εύκολα, αλλά ομολογώ ότι μου άρεσαν οι περισπωμένες!

  79. ΣΠ said

    Αφού το μηνολόγιο πάει την Τρίτη, το τέλος της Χθόνιας Οδύσσειας πάει την Τετάρτη ή την άλλη βδομάδα;

  80. ΣΠ said

    73
    Ναι, η βαρεία μπαίνει αντί της οξείας στην λήγουσα μιας λέξης εκτός αν ακολουθεί σημείο στίξης.

  81. eran said

    «Ἡ μάνα της – ὅλοι καπτα-Βασίλαινα τὴ λέγανε, λὲς καὶ δὲν εἶχε ὄνομα δικό της »
    Και καλά Βασίλαινα και Γιώργαινα. Σε πολλά χωριά στις αρχές του περασμένου αιώνα άρχισε ένα κύμα αρχαιοελληνικών βαπτιστικών. Οπότε έχουμε: Ευκλείδαινα, Μενέλαινα και το, καταπληκτικότερο, Περικλέσσα. Αναρωτιέμαι βέβαια και για το διαφορετικό επίθημα…

  82. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καινούργια σχόλια.

    Συγγνώμη γιὰ τὴν ἀπουσία, ἀλλὰ ἔβλεπα τὸν ΠΑΟΚ . Δὲ θὰ κάνω ποδοσφαιρικὸ σχόλιο, ἀλλὰ λεξιλογικό. Ὁ δημοσιογράφος ποὺ ἔκανε τὴν περιγραφὴ τοῦ ἀγώνα ἀποκαλοῦσε Πορτογάλο τὸν Στέρτζιον τῆς Ξάνθης. Ὁ παίκτης ἔχει μὲν Πορτογαλίδα μητέρα, ἀλλὰ ὁ πατέρας του εἶναι Ἄγγλος, ὅπως φαίνεται κι ἀπὸ τὸ ἐπώνυμό του.

    Δηλαδὴ εἶναι Πορτοάγγλος 🙂

    Prince, Λοῦ, Γιῶργο Μ., Παναγιώτη Κ., εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.

    Γιάννη Ἰατροῦ, εὐχαριστῶ καὶ σιδερένιος.

    Νικοκύρη, εὐχαριστῶ καὶ πάλι.

  83. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @81.eran said:

    » …στις αρχές του περασμένου αιώνα άρχισε ένα κύμα αρχαιοελληνικών βαπτιστικών. Οπότε έχουμε: Ευκλείδαινα, Μενέλαινα και το, καταπληκτικότερο, Περικλέσσα. Αναρωτιέμαι βέβαια και για το διαφορετικό επίθημα…

    Τὸ Περίκλαινα δὲν εἶναι καὶ τόσο εὔηχο. Ἄσε ποὺ μπορεῖ ν᾿ ἀκουστεῖ καὶ «περίκλανα». 🙂

  84. Τα συγχαρητήρια μου στον κύριο Κοβάτσο που μόνος σε όλο το ιστολόγιο είχε καταλάβει εδώ και μήνες πως η Ξάνθη είναι παράρτημα του ΠΑΟΚ και ο Σαββίδης χαλίφης της διαιτησίας που δεν τολμάνε να του πάνε κόντρα.
    Τι κοφτερό μάτι, τι παραγωγικό μυαλό, τι ενόραση !!
    Και φυσικά τι επιβεβαίωση των προφητειών-συμπερασμάτων του !!
    Οντως η Ξάνθη ενώ ήξερε πως με την νίκη του ΟΦΗ (κέρδιζε 3-0 από τα πρώτα λεπτά) δεν διεκδικούσε ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΕ και παρότι έχανε με 1-0 από το 4ο λεπτό , όχι μόνο ισοφάρισε αλλά προκάλεσε και δυο τραυματισμούς σε παίκτες του ΠΑΟΚ με το σκληρό παχνίδι της. Ο δε διαιτητής σημάδεψε με κάρτες τους παίκτες του ΠΑΟΚ που συμπλήρωναν σήμερα και θα τιμωρηθούν ενώ με την έναρξη των πλέηοφφς οι κίτρινες μηδενίζονται. Κερασάκι βέβαια η φάση του χεριού του πεσμένου Λισγάρα που κτύπησε την μπάλλα στο χορτάρι για να πάρει ύψος και να την διώξει ο συμπαίκτης του και θεώρησε ακούσιο ο διαιτητής μη δίνοντας πέναλτυ αφού το σκέφτηκε κάνα πεντάλεπτο ! (προφανώς περίμενε οδηγίες από το χαλιφάτο…)
    Την ίδια ώρα η ομάδα που προτιμά ο Κουβάτσος έστελνε τον αντιπρόεδρό της μέσα στο γήπεδο να διαμαρτυρηθεί στον διαιτητή γιατί δεν συμπεριφέρονται σαν χαλίφηδες, εξ άλλου είναι…νότιοι όπως επεσήμανε τελευταία κάποιος που βλέπει τα ποδοσφαιρικά με τα μάτια της Μαρούπας και του Αρκούδη !!

  85. Γιάννης Κουβάτσος said

    77: Ξεκάρφωμα εκ του ασφαλούς. Έτσι κι αλλιώς, δεν το χάνει ο Ολυμπιακός.

  86. Πάνος με πεζά said

    @ 84 : Kαι λίγο αργότερα από εκείνη την ώρα, παιχνίδι τεσσάρων λεπτών καθυστέρησης, τραβήχτηκε μετά το 100\, αλλά το δεύτερο γκολ δεν ερχόταν…ΟΙ λυκοσυμμαχίες κάπως έτσι σπάνε, με πόνο και για τους δύο (η Ξάνθη έπαιξε γερά, όπως θα άρμοζε στο πιθανότατα τελευταίο ματς της στη Superleague, μετά από δεκαετίες…)

  87. loukretia50 said

    Κι όμως μια νεράιδα αγάπησε γάιδαρο!
    (εντάξει, βοήθησε κι ένα μαγικό φίλτρο!)

    Απόκριες είναι, νομίζω ταιριάζει! https://youtu.be/nNtq3tXmhdA κι αυτός είναι εκπληκτικός γαϊδουράκος!
    Δεν το ήξερα πως «γάρα» εννοούσαν τη γαϊδάρα!

  88. Αλλος ένας με τα μυαλά και τιςω εμμονές του Κουβάτσου : (από κει ψωνίζεις άραγε 😉

    https://www.sdna.gr/monimes-stiles/paraskinia/697384_o-koygias-epaixe-spiti-toy-sti-niki-toy-paok

  89. loukretia50 said

    87. …στο 3.20΄ πάλι δεν τα κατάφερα, σόρυ!

  90. # 85

    Ναι μωρέ, ξέρω σαν τον μουρλοσάββα κατάντησες και τον Καραπαπάρα : όταν είναι μπροστά ο ΠΑΟΚ στημένο, άμα δεν είναι κερδίζει… ξεκάρφωμα.

    Κοιτάξου στον καθρέπτη πρώτα και μετά να τα γράφεις αυτά αφού δεν έχεις τα κότσια να παραδεχθείς τι έγραφες από την λύσσα σου.

  91. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Θαυμάσιο κέρασμα! Συγχαρητήρια για την ιδέα και τη γραφή κ. Μαρτίνο!
    Πολύ ευχάριστο,με ακριβοζυγισμένες δόσεις ηθογραφίας, νοσταλγίας, αστειότητας, επίκαιρο, ταμάμ για τη μέρα και τον καιρό!
    Το διάβασα το μεσημέρι από το τάμπλετ στο νοσοκομείο σε δικό μου άνθρωπο που νοσηλεύεται και πολύ τ΄άρεσε κι εκεινού. Θυμηθήκαμε ευφρόσυνα τα ανάλογα που γινόντουσαν και σ΄εμάς. Ευχαριστώ σας!

    Την πατινάδα τη λέμε καντάδα και πέρα από τις κουβαδιές που μπορεί να ρίχνανε τίποτε ξιπασμένες, υπήρχανε και κάτι ζόρικοι κοριτσοπατεράδες που βγαίνανε με τα σώβρακα να κυνηγήσουνε τους κανταδόρους μην και «βγανίσουμε» τάχα τις κόρες τους.
    Σπίτι μας, έχοντας αδελφοξάδερφους, (κανταδόροι ενίοτε κι αυτοί σ΄άλλες γειτονιές ή και παραπέρα χωριά), απολαμβάναμε με τις ξαδέλφες αυτές τις νυχτωδίες απρόσκοπτα. Κανείς δεν κατάβρεχε και δεν απόπαιρνε κανέναν. Στις μέρες μου όμως είχαν κι έναν χαρακτήρα ας πούμε πάνκοινο, δηλαδή βγαίνανε οι νεαροί με το βιολάτορά μας στα σοκάκια(εκεί που είχε κοπελιές βεβαίως) και τραγουδούσαν «παθητικές» μαντινάδες, στο γνωστό γλυκό σκοπό, προς πάσα κατεύθυνση κι όποιος(α) κατάλαβε, κατάλαβε. Λεγόντουσαν βέβαια καμιά φορά και περιπαιχτικές από τίποτε συμβάντα στο χωριό ή και παραπέρα.

    Καλό μήνα, και του χρόνου!

  92. loukretia50 said

    Γειά σου ΕΦΗ -ΕΦΗ!
    Σου αξίζει ένα νοερό ταξιδάκι στη Βενετία! https://youtu.be/XUrYP-8DqUg
    Κι εγώ δεν κατάφερα ποτέ να πάω στο καρναβάλι – άντε να πείσεις κόσμο!!! αλλά πάντα ονειρεύομαι!

  93. Κοίταξε Πάνο και άλλοι του γλυκού νερού, ΚΑΝΕΝΑΣ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ δεν λέει στους παίκτες του να χάσουν, τους βάζει σε λάθος θέσεις, ή τους δίνει λάθος οδηγίες όπως έκανε ο προπονητής του Αρη στο ματς με τον ΟΣΦΠ κι όπως κάνουν οι προπονητές της Λαμίας και του Αστέρα όταν παίζουν με την ΑΕΚ την τελευταία διετία αλλά βέβαια τα τελευταία ΔΕΝ τα βλέπεις ούτε την στενοχώρια του τίγρη που δεν μπόρεσε η Λαμία να κόψει βαθμούς από τον ΠΑΟΚ και τα έβαζε με τους διαιτητές μετά.
    Εδώ αν είδες το ματς το πάθος ξεχείλιζε γιατί με την προπαγάνδα του ΟΣΦΠ και κάτι αγαθοβιόληδες σαν τον Κουβάτσο, τους παίκτες της Ξάνθης θα τους βγάζανε όλους πουλημένους άμα χάνανε χωρίς να πεθάνουνε.
    Κι εσύ πάντως δεν πας πίσω, είδες πως το ματς τελείωσε στο 101, το πως διεκόπη στο 99 και ξανάρχισε στο 105 το κάνεις μούγκα, πως είχε δείξει 4 λεπτά καθυστέρηση και σ’ αυτή η Ξάνθη έκανε αλλαγή , πάλι μούγκα στην στρούγκα, μόνο ψευδοεντυπώσεις να δημιουργείς.
    Από κει και πέρα αν θεωρείς σωστό να υποβιβασθεί η Ξάνθη γιατί καθυστέρησε δυο μέρες μια τυπική διαδικασία, δικαίωμά σου αλλά αν περιμένεις να υποβιβασθεί για πολυϊδιοκτησία, τέτοιες αποφάσεις βγάζουν μόνο ολοκληρωτικά καθεστώτα με πιέσεις στους δικαστές να εφαρμόσουν μια γνωμοδότηση επιτροπής καθηγητών (όχι κατ’ ανάγκην νομικών ) με παράνομη σύνθεση
    Αν δεν καταλαβαίνεις να σου εξηγήσω πως η επιτροπή γνωμοδότησε πως υπάρχει «χαλαρή σύνδεση» από «συγγενικό πρόσωπο» , οι νόμοι ορίζουν να έχει θέση στο διοικητικό συμβούλιο- που δεν έχει- και να είναι συγγενής μέχρι δεύτερου βαθμού.

    Ειλικρινά εκπλήσσομαι που άνθρωποι που υποτίθεται πως έχουν κάποιο υπόβαθρο χρησιμοποιούν επιχειρήματα προπαγάνδας για φανατισμένους συντηρητικούς, που δεν ανέχονται άλλη ομάδα σαν ανώτερη ή ίση με το αμαρτωλό ΠΟΚ.
    Εγώ πάντως εύχομαι να βρω την ΑΕΚ πάλι αντίπαλο στον τελικό, να της δώσω άλλη μια ευκαιρία μ’ηπω κερδίσει τίτλο στο γήπεδο.!

  94. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όλοι αγαθοβιόληδες είμαστε εμείς που κάνουμε πλάκα με το αστείο από κάθες άποψη ελληνικό πρωτάθλημα και τρολάρουμε κάτι φανατικούς σαν κι εσένα. Μου κάνει εντύπωση, πάντως, άνθρωπος μορφωμένος, ευφυής και περπατημένος, να παθιάζεσαι και να παίρνεις σοβαρά αυτές τις λαλακίες; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και σεβαστά τα κολλήματά του.

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σκοπός καντάδας στα μέρη μου

  96. nikiplos said

    Καλησπέρα κι από μένα… τρυφερό και όμορφο το σημερινό, κι ας μην είχε τόσο ρομαντικό τέλος… ίσως σε μιαν άλλη συνέχειά του…
    Δεν ήταν άλλωστε και λίγοι οι άνθρωποι που ξέμεναν, ιδίως μετά την εσωτερική αλλά και εξωτερική μετανάστευση… Η απορία βέβαια που ανέκαθεν είχα ήταν που στη νότια Ελλάδα ήταν διάχυτες οι αντροπαρέες κι οι γυναίκες άφαντες, ενώ στη βόρεια Ελλάδα το κοριτσομάνι πήγαινε σύννεφο. Ίσως η φτώχια των δεύτερων σε συνδυασμό με την απέλπιδα προσπάθεια να θέλξουν κάποιον φαντάρο και να φύγουν μακριά, να τις έκανε πιο έξω καρδιά, λιγότερο οίκοθεν, σε σχέση με τις νότιες που οι δικοί τους θεωρούσαν περιουσιακό στοιχείο την εμφάνισή τους…

    Μένοντας στο ωραίο διήγημα, μου έκαναν εντύπωση ιδιαίτερη:

    α.

    κάτω ἀπὸ τὴν κολώνα τοῦ ἠλεκτρικοῦ μὲ τὴ λάμπα ἀπὸ πάνω τους. Ἐκείνη – μὲ τὸν κουβὰ παρὰ πόδα – εἶχε σβηστὸ τὸ φῶς τοῦ δωματίου, ἀλλὰ τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ, ποὺ ἔκαιγε μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι της, ἔκανε τὸ σουλοῦπι της νὰ ξεχωρίζει πίσω ἀπὸ τὶς γρίλιες.

    Είναι πολύ όμορφη και τρυφερή η περιγραφή αυτή του αντικείμενου του πόθου που φαίνεται πίσω από τις γρίλιες. Σημαίνει ότι ο συγγραφέας το έχει δει. Κι εγώ συχνά, ως νυχτερινός περιπατητής στα νεότερα χρόνια μου παρατηρούσα το αντικείμενο του πόθου μου, τη σιλουέτα του από τα παράθυρα. Στην Κυψέλη, που ο ακάλυπτος κάποιων πολυκατοικιών μεταξύ Κρίσης και Φαιδριάδων, «πιανόταν» από ένα γεφυράκι, είχα αναπολήσει ώρες. Το ίδιο και στο Παγκράτι, αλλά ποτέ δεν αποκάλυψα τα κρυφά αυτά «θερινά σινεμά» μου…

    Η πραγματολογική δυσκολία είναι πως πρέπει να στέκεσαι σε μέρος σκοτεινότερο από το ημίφως του παραθύρου, ώστε να μπορείς να βλέπεις πίσω από τις γρύλιες να σχηματίζονται οι σιλουέτες των ανθρώπων, αν είσαι κάπου φωτεινά, όπως μια κολώνα ηλεκτρικού, είναι πιο δύσκολο. Εντούτοις εκείνες οι κολώνες ήταν συχνά, λαδοφάναρα…

    β. Οι καντάδες ήταν το μέσο μιας εποχής μη αστικοποιημένης, κάπως πιο καλά εκαταστημένης ας πούμε. Στα δικά μου χρόνια 80ς-90ς, είχαμε το ραδιόφωνο… Μαθαίναμε τι σταθμό άκουγε το αντικείμενο του πόθου μας, όταν διάβαζε ή ξενυχτούσε ονειροπολώντας στην κλίνη του. Αυτό ήταν πολύτιμη πληροφορία η οποία συχνά πληρωνώταν ακριβά, συνήθως ως κέρασμα σε ξάδερφο ή ξαδέρφη που μπορούσες να «πιαστείς». Σειρά είχε ο ραδιοφωνικός παραγωγός, που εκείνα τα χρόνια 80ς δεν είχαν τόσο ψηλά τον αμανέ όπως στα 90ς, που το έπαιζαν σουπερ σταρ… Με κάποιον τρόπο το τραγούδι σου με αφιέρωση εκπεμπόταν στα αφτιά του αντικειμένου… Υπήρχαν κι άλλες εναλλακτικές, αλλά αυτό συνήθως πετύχαινε διάνα… Αρκεί η αφιέρωση να ήταν έξυπνη, ευφυής, ολιγόλεκτη και πιασάρικη… και να μην αφορούσε τραγούδι-επιτυχία, γιατί ο παραγωγός διάβαζε ταχέως και από μέσα του 10 αφιερώσεις πριν παίξει το τραγούδι… εμμέσως γινόσουν ρόμπα ξεκουμπωτέα…

    Αυτά και με ταξίδεψε το σημερινό διήγημα…

  97. loukretia50 said

    Στις παλιές κωμωδίες οι καντάδες είχαν την τιμητική τους

  98. nikiplos said

    92@, Λου, η Βενετιά, αξίζει το καλοκαίρι τον Ιούλιο σε μια γιορτή που έχουν. Στο καρναβάλι, θα δεις απλά 60-80 να χορεύουν και 10.000 να φωτογραφίζουν και να τραβούν με κινητά…

  99. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    92 Γεια σου και γειά σου Λου! Εξαίσια επιλογή! Τς όρεξής μου 🙂
    Κοντυλιές τς αυγής για σένα,
    πατινάδα μαρτιάτικη.

  100. Πέπε said

    96

    Ωραίος ο παραλληλισμός με τις ραδιοφωνικές αφιερώσεις!

  101. loukretia50 said

    98. Έχω πάει καλοκαίρι, όχι στη γιορτή που λες, και ήταν πολύ όμορφα!
    Όμως μ΄αρέσουν πολύ τα καρναβάλια , από τα παραδοσιακά μέχρι το βενετσιάνικο σκηνικό, κάθε τι που ξεφεύγει απ΄την καθημερινότητα, όσο κι αν έχει βιομηχανοποιηθεί!
    Πιστεύω ότι έχω καταφέρει να παίρνω τα καλύτερα ακόμα και σε προκάτ διασκέδαση, αρκεί να έχω καλή συντροφιά με κέφι!
    Νομίζω ότι μπορούμε να δώσουμε αξία και σε κάποιες στιγμές σε εξωτικό ντεκόρ!

  102. Πέπε said

    99

    Πάτησα να το ακούσω χωρίς σπουδαίες προσδοκίες. Και όμως, υπέροχο! Μωρέ μπράβο ο Θαλασσινός!

    (Σημειωτέον ότι η πρώτη κοντυλιά είναι γνωστή και από μια ηχογράφηση του Δερμιτζογιάννη, την οποία -την ηχογράφηση εννοώ- πλείστοι όσοι έχουν αντιγράψει από την αρχή μέχρι το τέλος, λες κι έχει κανένα νόημα να ξαναπείς τις ίδιες μαντινάδες στις ίδιες κοντυλιές. Ο Θαλασσινός αντιμετωπίζει το κομμάτι με πολύ ουσιαστικότερη κατανόηση. Αλλά πέρα από αυτό, είναι και ωραίο!)

  103. loukretia50 said

    ΕΦΗ- ΕΦΗ : Πολύ όμορφο!
    Με τις αυγής τις κοντυλιές θα σε καλημερίσω
    Μα θέλω ένα χαμόγελο τον πόνο να νικήσω

  104. Γιάννης Ιατρού said

    72,75, 82 ευχαριστώ πολύ 🙂

    Λού, καλά το υποπτεύθηκα πως το έχεις ρίξει στην (εσωτερική) απολύμανση… 🍷🍷🎸🎵🎉🤩 αυτές τις μέρες. Καλά να περνάς.

  105. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    103 Πατιναδόρικες/αντικριστές λοιπόν :
    Κοντοσιμώνει η αυγή και πρόβαλε στο δώμα
    να πάρει από τα χείλη σου τριανταφυλλένιο χρώμα

  106. Αγγελος said

    Spiridione (63), περισπωμένη χρησιμοποιούσαν στην Εσπερία στη θέση των m και n ανάμεσα σε φωνήεν και σύμφωνο. Από κει έμεινε και η πορτογαλική χρήση της περισπωμένης (til) προς δήλωση των έρρινων φωνηέντων. Οπότε cõpagno di bãco πρέπει να σημαίνει compagno di banco και όχι di Bacco.

  107. loukretia50 said

    Αν δε βαστώ την απονιά που η μπόρα ξεσηκώνει
    πώς να χαθώ στη λησμονιά, ο ύπνος δε λυτρώνει

  108. Αγγελος said

    Νικιπλέ (96), το θυμάσαι λοιπόν κι εσύ το γεφυράκι μεταξύ Κρίσης και Φαιδριάδων; Στην οδό Ιαπετού νομίζω ήτανε.. Ο G το ξέρει οπωσδήποτε.

  109. Spiridione said

    106. Δίκιο έχεις.

  110. loukretia50 said

    ΕΦΗ – ΕΦΗ.
    Δεν τόξερα, δεν το’λπιζα , σε είχα για χαμένο
    Κι όμως στο παραθύρι μου πάλι σε περιμένω

    Αυτό πάει πιο πολύ σε πατινάδα νομίζω!
    Ή στο Σαίξπηρ!

  111. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Την καλημέρα σου ΄γραψα στ’ς αυγής τα πρώτα νέφη
    να τηνε βρεις πρωί πρωί φως μου να κάμεις κέφι

  112. loukretia50 said

    111. Όσο χαράζει η αυγή η ελπίδα ξανανιώνει
    Γίνομαι πάλι δυνατή κι η αγάπη με λυτρώνει

  113. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στο μπαλκονάκι της αυγής που σημαδεύει η μέρα
    σ΄ένα μαντίλι σ΄άφηκα την πρώτη καλημέρα

  114. loukretia50 said

    Γαλάζια σαν τη θάλασσα τα μάτια σου κυρά μου
    Χωρίς εσένα, σκοτεινιά, χάνεται η χαρά μου

    Ω! ω! κόντρα ρόλο!

    Πέπε, μακάρι να μας συνόδευες, χρειαζόμαστε κατάλληλη μουσική υπόκρουση!

  115. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Στά θετικά σχόλια προσθέτω καί τά δικά μου! ’’Μοσχομυρίζει’’ γνησιότητα τό διήγημα τοῦ κ. Μαρτίνου, παρά τό ὅτι ὅπως λέει «τά γεγονότα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας του». Τό χάρηκα!

    >>«…στὰ σπίτια ποὺ ἄνοιγαν γιὰ νὰ τοὺς κεράσουν».
    και 91, ΕΦΗ-ΕΦΗ:
    «Κανείς δεν κατάβρεχε και δεν απόπαιρνε κανέναν».
    Έτσι!
    Θυμάμαι κι εγώ, αρχές δεκαετίας του ’60, τον 17-18χρονο Βασίλη Σκουλά και μια παρέα 5-6 συνομήλικων ή λίγο μεγαλύτερων, να γυρίζουν τραγουδώντας στα στενά του Ηρακλείου (εντάξει, μερικά ήταν επιλεγμένα… 🙂 ). Και σε κάποια σπίτια να σταματούν, να τους ανοίγουν, να τους κερνούν, να παίζει μερικές κοντυλιές ο Σκουλάς και άντε μετά παρακάτω… Ξημερώματα, συνήθως, τέλειωνε η καντάδα.
    Από τις παλιές επιτυχίες του είναι κι αυτή: https://youtu.be/YNTgUXvqwpM

    – βαρθαλαμίδι: Στην Κρήτη (κυρίως δυτικά) λεγόταν και «πορταλαμίδι».
    – αργολαβίζει: Εμείς εδώ έχουμε το (κοινό) «γαμπρίζει». Προκειμένου για κοπελιά, με πονηρή και κάπως υποτιμητική διάθεση, λέμε ότι «θυμίζει».

    102, Πέπε
    Το είχα ακούσει παλιότερα και μου άρεσε! Με ευχαρίστηση το ξανάκουσα. Στο όλο αποτέλεσμα συμβάλλουν και οι ωραίοι στίχοι/μαντινάδες του Πάρι Περυσινάκη.

    ΛΟΥ, ΕΦΗ. Μπραβόοοοο!

  116. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    102 Πέπε , χαίρομαι που σου το κοινολόγησα! Οι υπέροχες μαντινάδες τς αυγής είναι του Πάρι Περισυνάκη

    Στο παραθύρι σου α δε βγεις ήλιος ποτέ δε δίδει
    κ εισ αφορμή κι η γειτονιά έχει συχνά σκοτίδι

  117. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    115 Μικ-ιος γράφαμε μαζί 🙂
    Παρακάσελο το λέμε ανατολικά το βαρθαλαμίδι της κασέλας. Εκεί φύλαγε η μάνα μου τα χρυσαφικά της τις παλιές φωτογραφίες και μετά τα γράμματά μας (εμάς των παιδιών της) όταν φύγαμε στην Αθήνα.

  118. loukretia50 said

    Απόκριες και νοσταλγώ γλέντια στο πατρικό μου
    Μ΄αθώες μάσκες στη χαρά είχα το μερτικό μου

  119. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σαν τη Μεγάλη Αποκριά η εποχή μας μοιάζει
    γιατί με μάσκα ο γ εις τ΄αλλού στέκει και κουβεδιάζει

  120. loukretia50 said

    119. Οι Απόκριες είναι χαρά, γέλιο και καρναβάλι
    Γινόμαστε όλοι παιδιά, και ας φαινόμαστε άλλοι!
    Όχι, δε φταίει η εποχή τη μάσκα αν φοράνε
    όσοι φοβούνται στη ζωή αλήθεια να ζητάνε

  121. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η φιγούρα της Αννούσας μου θύμισε έντονα μια αντίστοιχη μοναχοκόρη μεγαλοκοπέλα στο χωριό που εγώ τη θυμάμαι ήδη μεγάλη (και σαλταρισμένη), αλλά συνέχιζε να παίρνει προικιά και φορέματα (που μόνο στην εκκλησία φόραγε κανένα). Λέγανε όμως τις ιστορίες των νιάτων της που ήταν και όμορφη και πολυπροικούσα και της πήγαιναν προξενιά αλλά αυτή και καλά ήθελε δάσκαλο, κάτι τέτοιο. Για κείνην λοιπόν όταν αρνήθηκε κάποιον γαμπρό, αυτός της το φύλαγε και αργότερα όταν πέρασαν τα χρόνια, σε κάποια χοροσπερίδα τής είπε τη μαντινάδα (που έμεινε να ιστορείται ως εμένα) :
    Δυο τσέπες έχει η ρόμπα σου
    κι έχεις στη μια την πούντρα
    και συχνοπουντραρίζεσαι
    γιατί τα κάλλη πού ΄ν τα !

  122. loukretia50 said

    121. Α, γιαυτό φαίνεται λέγονταν :
    «Παν΄τα νιάτα, πάν’ τα καλλη, μας τα φάγαν οι δασκάλοι!»

    Έστω και σαν φαντασίωση!

  123. loukretia50 said

    Τι κρύβω εγώ στις τσέπες μου εσένα μη σε μέλλει
    Αφιόνι ή πούντρα, το κρατώ για κείνον που με θέλει!

    για ένα ίματζ ζούνε μερικές!

  124. # 94

    Κλασσικός που αντιλαμβάνεται 3 από τα 10 που συμβαίνουν και…
    Αρνείσαι την σχέση που έχει το ποδόσφαιρο με την πολιτική ακόμα και τώρα που η ταύτιση ΟΣΦΠ και Νουδούλας είναι περισσότερο από εξώφθαλμη και δεν καταλαβαίνεις πως οι πολιτικές πρακτικές στα ποδοσφαιρικά προαναγγέλλουν τις αντίστοιχες κοινωνικές. Συνηθίζεις την ατιμωρησία του ΟΣΦΠ με τον Καραπαπά να αλωνίζει, τις παράνομες επεμβάσεις Αυγενάκη και θεωρείς μετά φυσικό τα ΜΑΤ να σπάνε αυτοκίνητα κατοίκων που διαμαρτύρονται.
    Ισως στην κακομοιριά κάποιων ένας υποβιβασμός ΠΑΟΚ και Ξάνθης να ήταν αρεστός, αυτό είναι το πείραμα όπου αντί να εφαρμόζονται οι νόμοι, έχουμε να γνωμοδοτεί μια επιτροπή «καθηγητών» που δεν δεσμεύεται από νόμους, την ορίζει κατά το δοκούν ένας υφυπουργός και την απόφαση της θέλουν να την πλασσάρουν σαν δεσμευτική για την δικαιοσύνη !!
    Μόνο τα εγκώμια του μητροπολίτη Πειραία για τον Μαρινάκη θα έπρεπε να σε ξυπνήσουν αλλά που…

  125. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    122 Λου μάκι 🙂

    Με δυο τσακίσματα ,καληνύχτα

    Στς αυγής το παραθύρι έβγα μικρούλα μου
    ν΄ακούσεις πως στενάζει για σε η καρδούλα μου

    Ο ήλιος σαν χαράζει δες πως απλώνεται
    κι ο νους μου από σένα δεν περμαζώνεται

  126. Κουτρούφι said

    Ξύπνα που γλυκοχάραξε, μες στην αυλή σου στάσου
    να δεις το άστρο της αυγής θα σβήσει εμπροστά σου

    και από την ανάποδη

    Μακινάδες σε σπίτι νεονύμφων, στα λεγόμενα ξυπνητικά. Ο γαμπρός από μέσα:

    Νύχτα γιατί ξημέρωσες, ήλιε μου γιατί βγήκες
    και περισσότερη χαρά να πάρω δεν μ’ αφήκες

    ——————————————————————–

    Παρόμοια ιστορία με συμπεθεριά μέσω των οικόσιτων ζώων έχουμε και μεις και ίσως και αλλού στην Ελλάδα. Πάντως, όχι για σκρόφες.

  127. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    126 >>Παρόμοια ιστορία με συμπεθεριά μέσω των οικόσιτων ζώων
    Ναι, στο Οροπέδιο λέει, ο άλλος έτριψε φούμο στα οπίσθια της γαϊδάρας του να βρει (από το φουμαριστό παντελόνι) ποιος την επισκεπτόταν και το πρωί στο καφενείο του είπε «κέρασε έναν καφέ το γαμπρό μου»

  128. loukretia50 said

    Με το συμπεθεριό γέλασα πολύ!

    Κουτρούφι,
    μη βιάζεσαι λεβέντη μου , μη λες « χαρά δε βρήκα»
    αν δεν σου είναι αρκετή, δώσ΄μου πίσω την προίκα!

    όνειρα γλυκά σε όλους!

  129. Capten Vilios said

    74 Παναγιώτη,ο Βρέλης δίδασκε εικαστικά στη Ζωσιμαία Παιδαγ.Ακαδημία Ιωαννίνων.Δυστυχώς,δεν τον πρόλαβα για μια χρονιά.Δε ξέρω όμως αν πρόκειται για τον φιλόλογο ή τον αδελφό του.

  130. Γιάννης Ιατρού said

    128: …αν δεν σου είναι αρκετή, δώσ΄μου πίσω την προίκα!…

    Κλέβεις (Οδ. 8.265-320) 🙂 🙂 :
    εἰς ὅ κέ μοι μάλα πάντα πατὴρ ἀποδῷσιν ἔεδνα,
    ὅσσα οἱ ἐγγυάλιξα κυνώπιδος εἵνεκα κούρης,
    οὕνεκά οἱ καλὴ θυγάτηρ, ἀτὰρ οὐκ ἐχέθυμος.»

  131. Alexis said

    Μπράβο Δημήτρη!
    Εξαιρετικό το διήγημα!!!

  132. Πέπε said

    114 & 130:

    > > Πέπε, μακάρι να μας συνόδευες, …

    έλα έλα έλα, ατάρ ουκ εχέμυθος

  133. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ ᾿δῶ.

    Ὅπως βλέπω, μεγαλουργήσατε, στιχουργικά, τὴ νύχτα.

    Εὔχομαι, κι ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ νῆμα, καλὴ Σαρακοστὴ κι εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδιᾶς ὅσες κι ὅσους μοῦ κάνατε τὴν τιμὴ ν᾿ ἀσχοληθεῖτε μὲ τὸ γραφτό μου.

    Γειά σας καὶ πάω γιὰ Κούλουμα.

  134. nikiplos said

    108@ Άγγελε, ναι! στην Ιαπετού… Μια εποχή το γεφυράκι αυτό οδηγούσε σε ένα τεράστιο θερινό σινεμά. Τις νύχτες τα καλοκαίρια μαζευόμασταν εκεί διάφοροι: μπανιστηρτζήδες, ερωτευμένοι, αργόσχολοι, χασίκλια κλπ… Έξω στην Ιαπετού, ήταν ιδανικό σημείο να σου κλέψουν και το παπάκι… Έχω ρίξει μεγάλες αναπολήσεις εκεί… Στο τέλος έφευγαν οι άσχετοι, οι μπανιστηρτζήδες μας φοβόντουσαν, δεν ήθελαν κόσμο και ξεμέναμε εμείς διάφοροι ερωτευμένοι και στο τέλος γινόμασταν μια παρέα…

    Οι κάτοικοι κατά καιρούς έκλειναν τις εισόδους με κάγκελα, καλούσαν συχνά την αστυνομία, ήθελαν τον χώρο κάπως δικό τους… Εμείς τον θέλαμε κάτι σαν πάρκο και τον διεκδικούσαμε δεόντως… Παλαιά αυτά… δεν ξέρω αν παίζουν ακόμη… «Το φως που ρίχνει η καμαρά σου στην αυλή σου, για μένα είναι σινεμά του παραδείσου»…

    (Ο Τζη μένει πιο κοντά στην Πατησίων νομίζω… Δεν ξέρω αν «η χάρη του» έφθανε εκεί ψηλά στον Άγιο Αθανάσιο)…

  135. loukretia50 said

    130. …only from the best!!
    Η πιο juicy σκηνή νομίζω!
    (αν και τα στιχάκια μου εστίαζαν σε άλλη εποχή!)

  136. Γιάννης Ιατρού said

    132: πετυχυμένος αναγραμματισμός! 🙂

    135: Αμά! 🙂

  137. sarant said

    Αχ, τι έχασα τη νύχτα 🙂

  138. Πέπε said

    136

    Μωρέ δίκιο έχεις! Δεν το πρόσεξα καθόλου.

  139. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης said

    Σήμερα το διάβασα και είναι εξαιρετικό, δίκαια τα εγκώμια, ευχαριστούμε το συγγραφέα και τον ιστολόγο, καλή Σαρακοστή!

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  140. Καλησπέρα της επόμενης
    76 Εγώ μόλις επέστρεψα από την πρώτη στην τρίτη 🙂 Κι εκεί έκανα ένα πέρασμα από το μουσείο και είδα κάτι αρχαίες επιγραφές όπως η
    https://i.postimg.cc/VL9NnHnP/IMG-0405.jpg
    Κι αν δεν φαίνεται καλά όλη, το τέλος της είναι αρκετά καθαρό, αλλά το πήρα και καθαρότερο:
    https://i.postimg.cc/8z1zHBmJ/IMG-0407.jpg
    Όσοι επιμένουν για τη συνέχεια της υπερτρισχιλιετούς, ας κάνουν μια προσπάθεια να το διαβάσουν.

    Αλλά ας γράψω για το γάδαρο 🙂 Να ευχαριστήσω κι εγώ, ωραίος ήταν, και δεν ζορίστηκα σε καμιά από τις λέξεις που μας πρόσφερε ο Δον σε γλωσσάρι. Την έκφραση «βγαίνει στὴν τρυφερίτσα» που δεν την ήξερα, ε, την ψιλοκατάλαβα. Όπως και θα καταλάβαινα μάλλον το «ἀργολαβίζει» αλλά έχει αποκαλυφτεί η σημασία του και παλιότερα.

    Περί πολυτονικού: Κι εγώ πολυτονικό και καθαρεύουσα έμαθα. Κάπου κει στην Ε’ γυμνασίου που καθιερώθηκε η δημοτική, κάποιοι αρχίσαμε να γράφουμε σε ατονικό και στις εξετάσεις τονίζαμε για να μην χάνουμε και μονάδες! Όταν καθιερώθηκε το μονοτονικό προσπαθήσαμε και το μάθαμε – συνηθίσαμε. Τις βαρείες τις είχαν τα βιβλία (εντάξει, των αρχαίων) αλλά κανένας δεν τις ζητούσε. Το μάτι μου έχει μάθει να πετάει τα παραπανίσια στολίδια κι έτσι κι εγώ αργώ να πάρω πρέφα το πολυτονισμένο κείμενο (που θέλει και δουλειά επιπλέον για να το μάθεις να το γράφεις στην κομπιούτα αλλά να βρεις και τις σχετικές σειρές). Συνήθως από κάποιο μονοσύλλαβο που έχει τόνο. Δεν δίνω σημασία, το ζουμί μ’ ενδιαφέρει. Κι αν κάποιος επιμένει, δεν πειράζει, αγάπα τους φίλους σου με τα ελαττώματά τους. Κι εγώ έχω άλλα βίτσια. Π.χ. γράφω κολλητά τις λέξεις με έκθλιψη. Ε, τι να γίνει.

    Καντάδες κάναμε τότε που ήμουν νέος και ήμουν στο χωριό, αν και όχι προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Γυρίζαμε και τραγουδούσαμε τραγούδια της εποχής (δεν τόχαμε και με τις ρίμες), χωρίς όργανα, Αργότερα η δουλειά γινόταν με κασετόφωνο κι αν έβαζε και κανένας τη δικιά του φωνή παρέα καλώς.. Τελευταία, δεν έχω ακούσει κανέναν να περνάει, εκτός κάνας μεθυσμένος, μόνος του.

  141. Γιάννης Ιατρού said

    140: Να προσέχεις τα νησιά αυτές τις μέρες… 🙂

  142. Πέπε said

    @140

    > > Όσοι επιμένουν για τη συνέχεια της υπερτρισχιλιετούς, ας κάνουν μια προσπάθεια να το διαβάσουν.

    Ρε παιδιά, διαβάζει και κόσμος που μπορεί να μην ξέρει (ούτε και οφείλει) το εσωτερικό χιούμορ του μπλογκ.

    Πρώτον: δε διαβάζεται; Ε και, τι αποδεικνύει αυτό; (Που διαβάζεται δηλαδή, αλλά όχι χωρίς να προϋποτίθενται κάποιες πληροφορίες.) Τα χειρόγραφα των παππούδων μας, όσων ήταν καλά εγγράμματοι, πιο εύκολα διαβάζονται;

    Δεύτερον: το διάβασες και δεν το κατάλαβες. Άρα; Δεν υπάρχει τρισχιλιετής στασιμότητα. Αυτό όμως το ξέραμε ήδη, κανείς δε ζει με την πλάνη ότι οι αρχαίοι μιλούσαν σαν εμάς (έχει μαθητές που νομίζουν ότι τα ομηρικά έπη τα διδάσκονται από το πρωτότυπο, αλλά ούτε ο Πολυλάς μιλάει σαν εμάς ούτε ο Καζαντζάκης σαν κανέναν άλλο άνθρωπο που να γεννήθηκε οποτεδήποτε, αυτό είναι άλλη περίπτωση). Από πού κι ως πού η απουσία ταύτισης συνεπάγεται απουσία συνέχειας;

    Άμα θέλει κανείς να υποστηρίξει την απουσία συνέχειας, ας το κάνει με το ίδιο αίσθημα ευθύνης όπως όταν υποστηρίζει οποιαδήποτε άποψη. Τα συνειδητά λογικά άλματα είναι εξίσου ανεύθυνα είτε μιλάμε με σοβαρό τόνο, οπότε και φαίνονται περισσότερο βέβαια, είτε τα ανακατεύουμε με λίγο αστειάκι.

    (Εν πάση περιπτώσει, εγώ ένα «εποιήθη» διαβάζω. Το αποπάνω δεν ξέρω ούτε αν συμπίπτει με τέλος λέξης, ούτε άλλα στοιχεία που μπορεί να με βοηθούσαν. Κάτι σε -οικος πάντως, ή σε «hοι κοσ-».)

  143. 142 «hοι κοσ» Εξαιρετικός! (Τι ακριβώς λέει, το γράφει η διπλανή πινακίδα κι έτσι το ξέρω). Τώρα, για στο σχόλιο περί συνέχειας κλπ, είναι γι όσους λένε πως τα αρχαία είναι 50% λέξεις που χρησιμοποιούμε και σήμερα κι αυτό Αποδεικνύει το ενιαίο της γλώσσας κλπ. Προφανώς δεν υπάρχει τίποτα στατικό. Π.χ. ακόμα κι εγώ που έχω φύγει απ’ το χωριό μου κάποια χρόνια δεν μιλάω όπως μιλάνε εκεί σήμερα (και μιλάμε για κάπου 40 χρόνια, όχι αιώνες).

  144. Γιάννα said

    Ρε παιδιά (142 + 143), η επιγραφή του 6ου πρό Χριστού αιώνος, που είδε ο κ. Μαλλιαρός στο Μουσείο της Πάτρας και τον εντυπωσίασε, είναι σημαντική για άλλον λόγο: Γιατί αποδεικνύει («ιερέος» αντί «ιερέως» και «βομός» αντί «βωμός») πως το ΩΜΕΓΑ και το ΟΜΙΚΡΟΝ είχαν την ίδια προφορά στα ελληνικά, ήδη από τον 6ο πρό Χριστού αιώνα. Μού φαίνεται πως είστε «μανούλες» στο να πετάτε τη μπάλα στην εξέδρα και να κρύβετε το σημαντικό από ένα γεγονος. Εκτός κι αν αμφότεροι είστε Ερασμίτες και θέλατε να κρύψετε από τους λοιπούς αναγνώστες τη σημασία της επιγραφής.

    Σημειωτέον ότι παρόμοιες «ανορθόγραφες» επιγραφές που κάνουν σκόνη τις απόψεις των Ερασμιτών υπάρχουν σε όλα τα Επιγραφικά Μουσεία του Κόσμου. Για παράδειγμα, στο «Επιγραφικό Μουσείο» της οδού Τοσίτσα υπάρχουν πάνω από 100 τέτοιες επιγραφές που κονιορτοποιούν τους Ερασμίτες.

  145. Πέπε said

    Α! Δηλαδή «hοικος» = άρθρο «ὁ» + «οίκος» με κράση. (Όπως, ακριβώς δίπλα, «χο» και «χο[υ?]λέφας», που υποθέτω πως είναι «και ο» – «και ο ελέφας». Και μάλλον και το «ταφαίαι» θα είναι «τῃ Αφαίᾳ». Συρροή κράσεων. Μιλούσαν άραγε με τόσο πολλές κράσεις ή το κάνανε και λίγο για οικονομία στην επίπονη εργασία του σκαλίσματος γραμμάτων;)

    Φειδωλή πάντως σε πληροφορίες η λεζάντα. Κρίνοντας δε κι από την αγγλική μετάφραση, υποθέτω ότι αυτός που τη συνέταξε μάλλον θα θεωρεί ότι όχι μόνον ο νεοέλληνας, αλλά ακόμη κι ο νεοξένος, εφόσον ξέρει αγγλικά (που είναι ως γνωστόν ελληνική διάλεκτος), δε χρειάζεται μετάφραση, ούτε καν μεταγραφή σε στάνταρ αρχαία (με η αντί ε κλπ.), του αρκεί ένα πραγματολογικό σχόλιο. Όπως όταν βλέπεις στην προθήκη ένα άγνωστο αντικείμενο, κοιτάς τη λεζάντα, και βλέπεις ότι ονομάζεται με μια εξίσου άγνωστη λέξη που ουδόλως σε κάνει σοφότερο. Ίσως οι αρχαιολόγοι και οι επιγραφολόγοι πιστεύουν ότι όλοι είμαστε αρχαιολόγοι και επιγραφολόγοι.

    (Κατά τα άλλα, το ενιαίο της γλώσσα μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει με πολύ ενδιαφέροντα επιχειρήματα, όχι όμως με το ότι δεν υπάρχει στατικότητα.)

  146. Πέπε said

    Αχαχούχα!!!

    Άσ’ το Γιάννα, άσ’ το. Δεν είναι αυτό που νομίζεις.

  147. Πέπε said

    Καιρός, Γιάννα, να αποκαλύψουμε εσύ κι εγώ στους αγράμματους κάφρους αυτό που επί αιώνες αποκρύπτει ο συνταξιούχος μεταλληνιστής μπολσεβίκος Γιάννης Μαλλιαρός: το όχι απλώς ενιαίο και συνεχές, αλλά ΚΑΙ στατικό μεταξύ αττικών του 6ου πΧ αιώνα και σημερινών ποντιακών. Διότι, τι άλλο φανερώνουν οι τύποι παθ. αορίστου ποτεποιέθε και περιεποιέθε; «Αγαπέθε» (=αγαπήθηκε) δε λέει και η τελευταία ποντία γιαγιά στις πινέζες του νομού Κοζάνης και σε κάθε άλλη εστία ποντιακού ελλενισμού;

    Αυτά, και η ερασμιτική κλιξ ας ξύνεται.

  148. Γιάννα said

    Κύριε Πέπε (147), ήθελα να το πώ κι εγώ αυτό (ότι οι αρχαίοι τύποι «ποτεποιέθε + περιεποιέθε» μού θυμίζουν ΠΟΝΤΙΑΚΑ), αλλά δεν τόλμησα. Ας βγεί ο γνωστός Ποντιογνώστης αναγνώστης και πολιτευτής (στην Ευρωβουλή) του Σύριζα, καθηγητής Βλάσης Αγτζίδης, να μάς πεί αν ισχύει η υποψία μας ότι πρόκειται για Ποντιακό ιδίωμα των αρχαίων Ελληνικών

  149. 147 Συνταξιούχος; Μακάρι, αλλά πού. Έχουμε ψωμιά ακόμα.

  150. Γιάννης Ιατρού said

    Ρε μαντράχαλοι, πάρτι κάνετε με το κορίτσι εδώ, ε; 🤩🤣🎉😂
    Να σας πάει πρέφα μόνο ο πιδύο, να βγει να σας πει καμιά κουβέντα που αρχίσατε τα επιγραφικά 😂😂

    149: Γιάννη, μπορεί τυπικά να θες ακόμα λίγο χρόνο, αλλά από πλευράς σχολιασμού είσαι ήδη στο κλαμπ 🙂 🙂

  151. Πέπε said

    Πάντως, για να λέμε και καμιά σοβαρή κουβέντα:

    Το ελληνικό αλφάβητο πέρασε από διάφορες παραλλαγές πριν καταλήξει στη σημερινή του μορφή με τα γνωστά 24 γράμματα. Στην επιγραφή εδώ παραπάνω έχουμε μια παλιότερη μορφή του, όπως φαίνεται και από το κόππα, που σύντομα μετά καταργήθηκε. Αλλά το θέμα δεν είναι το κόππα, είναι το Ε που χρησιμοποιόταν εξίσου για βραχύ (ε) και για μακρό (η), όπως και το Ο που χρησιμοποιόταν κι αυτό και για βραχύ (ο) και για μακρό (ω). Δηλαδή όλα τα φωνήεντα ήταν δίχρονα. Αργότερα, για λόγους που δε μας ενδιαφέρουν εδώ (αλλά πάντως είναι ευεξήγητοι), στα Ο και Ε το μακρό διαφοροποιήθηκε από το βραχύ και δηλώθηκε με ξεχωριστό γράμμα, ενώ τα άλλα τρία φωνήεντα, Α, Ι, Υ παρέμειναν δίχρονα.

    Άρα, ούτε ο βομός είναι ορθογραφικό λάθος, ούτε το εποιέθε ποντιακός τύπος. Είναι οι κανονικοί ομαλοί αττικοί τύποι, όπως γράφονταν πριν την καθιέρωση των γραμμάτων Η και Ω.

  152. Νικόδημος said

    Καλημέρα σας από το Παίδων. Και σήμερα η κατάσταση είναι τραγική. Ο κορονοϊός ευρί καισκεται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αι Ημέτεραι Δυνάμεις αμύνονται του Πατρίου Εδάφους.

    Κύριε Πέπε (151), φιλόλογος άνθρωπος και μάς λέτε ότι δεν υπήρχε το Ω τον 6ο π.Χ. αιώνα; Δεν φοβάστε ότι το βραδάκι θα βγεί η δεσποινίς Γιάννα και θα σάς διαπομπεύσει με ντοκουμέντα;

  153. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    150 >>το κορίτσι
    Ο «αφηστεμενασ-χολιάσω» , τριγενής και δισυπόστατος ; (κι επιδιώκων κουβενδούλα -μην τον ταϊζετε μπρε!)

  154. Χαρούλα said

    #152
    Μπαααά! Μάλλον Δεν πρόκειται να εμφανιστεί. Έχει ρεπό ο τυλιχτής του σουβλατζίδικου και θα πάνε μαζί σινεμά. Παίζει το Split.

  155. sarant said

    154 🙂

  156. nikiplos said

    152@ Στα πρόθυρα? Είστε μάλλον 6 ημέρες πίσω γιατρέ μου…

  157. 150 τέλος: Λες; Δεν ξέρω, μπορεί. Ίσως και γι’ αυτό νάκοψε το σχολιασμό (και την ανάγνωση κατά πολύ, αλλ’ αυτό είν’ άλλο θέμα) ο πάντα νέος Λάμπρος 🙂

  158. Γιάννης Ιατρού said

    Μιάς και μας διαβάζουν νέοι / γονείς μικρών παιδιών κ.ά., πολλοί περιστασιακά και επομένως χωρίς να τι κουμάσι είναι ο σχολιαστής Νικόδημος (βλ. π.χ. #152) που κάνει τον γιατρό και διαδίδει ψευδείς ειδήσεις, τους πληροφορώ πως κυκλοφορεί με πολλά ονόματα (χρηστώνυμα) εδώ μέσα, αυτές τις μέρες σαν «Γιάννα» και «Νικόδημος».
    Προφανώς, λόγω της διάδοσης fake news ενώ κάνει τον γύρο ο κορονοϊός, τον βλέπω σύντομα να «πηγαίνει για μπάνιο» (ban), αλλά ως τότε…., μην του δίνεται σημασία.

  159. Γιάννης Ιατρού said

    158: …χωρίς να ξέρουν…

  160. Γιάννα said

    Αγαπητέ κύριε Πέπε (151),

    μόλις τώρα είδα το σχόλιό σας, όπου αφελώς ισχυρίζεστε πως δεν υπήρχε το ωμέγα (σ.σ.: βυζαντινή ονομασία, οι Έλληνες το λέγανε «ὦ») τον 6ο π.Χ. αιώνα. Κι ενώ σάς το επισήμανε από τις 4.06 μ.μ. ο γιατρός (152), αρνείσθε πεισματικά επί 8 ολόκληρες ώρες να διορθώσετε τη γκάφα σας.

    Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι ενδιαφέρεστε για τις αρχαίες ελληνικές επιγραφές, σάς προτείνω να ξεφυλλίσετε το 560 σελίδων σύγγραμμα της κορυφαίας επιγραμματοποιού του 21ου αιώνα, Sara Chiarini, «The So-called Nonsense Inscriptions on Ancient Greek Vases, between Paideia and Paidiá» που μόλις πρόπερσι (2018) κυκλοφόρησε από τις εγκυρότατες εκδόσεις «Brill» και δικαίως πωλείται στην αστρονομική τιμή των 143 αγγλικών λιρών (κατεβάστε εδώ).

    Αντί να κάνω το σχόλιο «σεντόνι», παραθέτοντας όσα εκπληκτικά λέει η Chiarini για το όμικρον, το ωμέγα, το έψιλον και το ύψιλον (οὖ, ὦ, εἶ, και ὖ τα λέγανε οι αρχαίοι Έλληνες), θα μεταφέρω μόνο 66 λέξεις, που θα βρείτε στη σελ. 194:

    «From the point of view of linguistics, such inscriptions would then be classified as glottography, that is the phonetic transcription of linguistic utterances in a writing system (i.e. the Greek alphabet in this case), which is other than the one proper to that language. Such inscriptions are therefore instances of early phonetic writing, since they aim to render the pronunciation of words rather than their orthography.»

    Το πιάσατε, κύριε Πέπε μου; Παρόμοιες «ανορθόγραφες» επιγραφές – μάς λέει η ειδήμων Sara Chiarini – είναι ντοκουμέντα για την προφορά των Eλληνικών, αφού σκοπεύουν να δείξουν όχι τόσο την ορθογραφία των λέξεων, αλλά την προφορά τους!.. Αυτό ως απάντηση της αρλούμπας που ξεστομίσατε στο σχόλιο 151 ότι δεν είναι ορθογραφικό λάθος ο τύπος «βΟμός» που υπάρχει στην επιγραφή του Μουσείου της Πάτρας. Και ως απάντηση της αψυχολόγητης ειρωνείας που εκτοξεύσατε εναντίον μου στο σχόλιο 146, για να δείξετε ότι είμαι άσχετη:

    «Αχαχούχα!!! Άσ’ το Γιάννα, άσ’ το. Δεν είναι αυτό που νομίζεις.»

  161. Πέπε said

    Δεν ξέρω σε τι συμφραζόμενο εντάσσεται το παράθεμα από ένα βιβλίο για τις «θεωρούμενες ως άνευ νοήματος επιγραφές σε αρχαία ελληνικά αγγεία». Ξέρω αυτό που βλέπουν τα μάτια μου (και ολωνών μας τα μάτια): μια επιγραφή με σαφές νόημα, σε μάρμαρο και όχι αγγείο, που χρησιμοποιεί Ε αντί Η, Η (σε μορφή κάπως σαν Θ) αντί δασείας, και κόππα σε ορισμένες περιπτώσεις (τις προβλεπόμενες) αντί κάππα.

    Βλέπω δηλαδή ένα ελληνικό αλφάβητο όχι ίδιο με το σημερινό.

    Στην ίδια επιγραφή βλέπω κι ένα Ο αντί Ω. Τι πιο φυσικό. Αξιοπερίεργο θα ήταν αν έβαζαν ωμέγα εν μέσω όλων των υπολοίπων.

  162. Αιμ said

    Εύγε γίγαντα, εξαιρετικά το πόνημα (που μόλις κατάφερα να διαβάσω)

  163. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐαριστῶ πολύ, Αἰμίλιε. Νὰ εἶσαι καλά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: