Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2020


Πριν από δυο βδομάδες άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, οπότε η σημερινή δεύτερη συνέχεια ήταν να δημοσιευτεί προχτές, μετατέθηκε όμως εξαιτίας της ανάγκης να αποδοθεί τιμή στον Μανώλη Γλέζο.

Η πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο.

2

Πληρώσαμε το λογαριασμό και μπήκαμε στο αμάξι. Ο Γιάννης κάθισε δίπλα μου και έχοντας έρθει στο κέφι από το κρασί που ήπιε, άρχισε να σιγοτραγουδά . Ως Πειραιώτης και μάλιστα από τα Ταμπούρια, έρεπε προς το ρεμπέτικο. Έτσι ξεκίνησε σότο βότσε με Τσιτσάνη και εμείς τον σιγοντάραμε. Ένα άλλο κοινό σημείο μας, που συνέβαλε πολύ στη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ μας, εκτός από το αίσθημα του χιούμορ, που διαθέταμε και οι τρεις σε επάρκεια, ήταν πως μας άρεσαν το τραγούδι και το κρασί.

Στο μεταξύ όμως ο καιρός χάλασε. Ο λαμπρός και ζεστός ήλιος σκεπάστηκε με σύννεφα και σε λίγο άρχισε να βρέχει.

«Αυτό ήταν εκτός προγράμματος» γκρίνιαξε ο Ουμβέρτος. Το πρωί στην Αθήνα ήταν σχεδόν καλοκαίρι κι εδώ θαρρείς πως είμαστε στο Δεκέμβριο».

Στο μεταξύ η βροχή όλο και δυνάμωνε και στο τέλος έβρεχε με το τουλούμι. Οδηγούσα πολύ προσεχτικά, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουνε στο φουλ και τελικά άναψα το καλοριφέρ, γιατί οι ανάσες μας είχαν θαμπώσει τα τζάμια. Η βροχή δεν έδειχνε τάσεις ύφεσης. Αντίθετα οι συνεχείς αστραπές και βροντές δείχνανε πως θα συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.

Τα πράματα χειροτέρεψαν όταν βγήκαμε από τον κύριο δρόμο Τρίπολης – Καλαμάτας και ακολουθήσαμε τον επαρχιακό που θα μας οδηγούσε στον προορισμό μας. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και σε μισή ώρα βρεθήκαμε σε ένα απροσδόκητο μποτιλιάρισμα. Μπροστά μας πήγαιναν με πολύ μικρή ταχύτητα τουλάχιστον έξι αυτοκίνητα, δυο ΙΧ, τρία αγροτικά και μια νταλίκα. Περάσαμε εν πομπή τους δρόμους ενός πανάθλιου χωριού και στο τέλος ακινητοποιηθήκαμε, δυο χιλιόμετρα πιο κάτω. Βλαστημώντας μέσα μου για την αναποδιά, έριξα πάνω μου την καμπαρντίνα και βγήκα να δω τι συμβαίνει. Το ίδιο φαίνεται πως είχαν σκεφτεί και οι οδηγοί των προπορευόμενων οχημάτων, ο δε οδηγός της νταλίκας, που πήγαινε μπροστά μπροστά, μας εξήγησε την αιτία.

«Τα νερά πήρανε τη γέφυρα. Βρε ατυχία!»

«Δε λες καλύτερα πως ήσουν πολύ τυχερός, γιατί αν δεν την έπαιρναν τα νερά, θα γκρεμιζόταν μαζί με τη νταλίκα σου, όταν θα την περνούσες» τον παρηγόρησε ένας ομοιοπαθής μας.

«Δε βλέπω να γίνεται τίποτα» τους λέω όταν γύρισα από την κατόπτευση. «Ο δρόμος είναι κομμένος. Έχει γκρεμιστεί η γέφυρα».

Με χίλια ζόρια και δύσκολες μανούβρες στο λασπωμένο δρόμο, ενώ έβρεχε ασταμάτητα, έκανα στροφή 180 μοιρών και ξαναγυρίσαμε στο κατσικοχώρι.

«Αποκλείεται να βρούμε ξενοδοχείο σ’ αυτά τα κατσάβραχα» γκρίνιασε ο Ουμβέρτος.

«Βρε ας βρούμε ανοιχτό καφενείο και θα είμαστε τυχεροί» λέει ο Γιάννης.

Ευτυχώς στην πλατεία (τρόπος του λέγειν) του χωριού, απέναντι από ένα μεγάλο, κατάκλειστο και θεοσκότεινο σπίτι, που δέσποζε με τον κατηφή όγκο του, βρήκαμε ένα καφενείο, που όπως έδειχναν κάτι γιρλάντες με πολύχρωμα λαμπιόνια και ένα είδος πίστας (ο Θεός να την κάνει), στην αυλή του, θα έπαιζε το ρόλο νυχτερινού κέντρου, σε πανηγύρια ή το καλοκαίρι. Για την ώρα ήταν έρημο και θλιβερό, αλλά ο ιδιοκτήτης του βρισκόταν πίσω από το τεζιάκι του και είχε ανάψει και δυο φώτα. Μπήκαμε και παραγγείλαμε καφέ. Με ανακούφιση είδαμε πως στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε μια μεγάλη μαντεμένια ξυλόσομπα, που ήταν μάλιστα αναμμένη.

Σε λίγην ώρα μπήκε και ο νταλικέρης, που αποδείχτηκε καλύτερα εφοδιασμένος από μας για την αντιμετώπιση παρόμοιων περιπετειών, γιατί ήταν πολύ πιο ζεστά ντυμένος από μας, που τουρτουρίζαμε μέσα στις καμπαρντίνες μας, και παράγγειλε τσίπουρο. Οδηγοί άλλων αμαξιών δεν φάνηκαν. Ή θα ήταν ντόπιοι ή θα γύρισαν πίσω. Καθώς πίναμε τον καφέ, ο Ουμβέρτος, πρότεινε να γυρίσουμε κι εμείς στην Τρίπολη

«Το σκέφτεστε να τη βγάλουμε όλη τη νύχτα σ’ αυτό το καφενείο; Πάμε πίσω στην Τρίπολη, να κοιμηθούμε ωραία και καλά κι αύριο το πρωί ξεκινάμε».

Ο Γιάννης και αισιόδοξος όπως πάντα αλλά και του καθήκοντος, ούτε να ακούσει τέτοιαν εκδοχή.

«Μια που φτάσαμε ώς εδώ θα είναι βλακεία να γυρίσουμε με τέτοια βροχή πίσω. Μια νύχτα είναι θα περάσει. Αύριο το πρωί, ο καιρός, δεν μπορεί, θα έχει φτιάξει, Οχτώβρης είναι, δεν είναι Δεκέμβρης. Θα πάμε στον προορισμό μας από κάποιον άλλο δρόμο, παρακάμπτοντας τη γέφυρα. Δεν τον ξέρετε τώρα τον Παπαδόπουλο;» μας υπενθύμισε τον Πρόεδρο του Συνεταιρισμού, «αφορμή ζητάει να επιβάλει τις λύσεις που τον βολεύουν. Πρέπει να είμαστε εκεί, πριν αρχίσει η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου».

Το δυνάμωμα της βροχής και οι αστραπές και βροντές που τη συνόδευαν ενίσχυσε την επιχειρηματολογία του. Είπα κι εγώ την κουβέντα μου.

«Να σας πω την αλήθεια, δε θα ήθελα να οδηγήσω άλλες τόσες ώρες με τέτοια βροχή. Πιστεύω πως μπόρα είναι και θα ξεθυμάνει μέσα στη νύχτα. Αύριο θα έχει σταματήσει. Συμφωνώ κι εγώ να  διανυκτερεύσουμε εδώ».

Αποφασίσαμε τελικά να μείνουμε. Ο καφετζής, όταν του υποσχεθήκαμε μια καλήν αποζημίωση, που για μας ισοδυναμούσε με το αντίτιμο μιας διανυκτέρευσης σε μονόκλινο ξενοδοχείου Δ΄ κατηγορίας, δέχτηκε να μας αφήσει να διανυκτερεύσουμε στο καφενείο του, γύρω στη σόμπα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πήρε μια μεγάλη ομπρέλα, πετάχτηκε ώς το σπίτι του, έφερε φρέσκα αυγά, ζυμωτό ψωμί και λαχανικά ύποπτης καθαριότητας,  μας έφτιαξε τρεις ομελέτες, μας έκοψε μια σαλάτα, από μαρούλια και ντομάτες και μας τις σερβίρισε μαζί με τσίπουρο και κάτι άθλιους τσίρους για μεζέ. Ο οδηγός της νταλίκας, είχε μαζί του μια κονσέρβα τόνο και μία κορνμπήφ, που τις πρόσθεσε στο πενιχρό εδεσματολόγιό μας κι έκατσε να φάει μαζί μας.

Έξω η βροχή συνεχιζόταν ασταμάτητα και με πιο μεγάλη ένταση και οι αστραπές κι οι βροντές που τη συνόδευαν, δημιουργούσαν μιαν υποβλητική ατμόσφαιρα.

«Δεν έχει τηλεόραση το κατάστημα, μάστορα;» ρώτησε ο Ουμβέρτος.

«Δεν πιάνουμε από δω κανένα κανάλι, ο κοντινότερος αναμεταδότης είναι στο Μαίναλο, αλλά μεσολαβούν κάτι βουνά και έτσι δεν πιάνουμε τίποτα».

«Σε λίγα χρόνια θα έχουμε δορυφορική αναμετάδοση» τον παρηγόρησε ο Ουμβέρτος.

«Δε βαριέσαι και χωρίς αυτήν κάνουμε» είπε αυτός, χωρίς να ενδιαφερθεί να μάθει τι είναι αυτή η δορυφορική.

Το κέφι του Ουμβέρτο χάλασε. Αλλά και οι άλλοι δύο δεν είχαμε τη διάθεση με την οποία ξεκινήσαμε το πρωί. Μ’ όλο που το τσίπουρο μας ζέστανε, δε μας έστρωσε το κέφι. Η προοπτική να βγάλουμε τη νύχτα πάνω σε ψάθινες καρέκλες, δε μας ενθουσίαζε. Αντίθετα ο νταλικέρης ήταν πολύ άνετος και είχε όρεξη για κουβέντα.

«Δε βαριέστε, νύχτα είναι θα περάσει. Εμένα μου έχουν τύχει πολύ χειρότερα, τόσα χρόνια που ταξιδεύω, όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και σε ξένες χώρες. Ξέρεις τι είναι να μείνεις μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα και με βροχή σαν καληώρα, στον αυτοκινητόδρομο που διασχίζει το δάσος από το Νόβισαντ στο Ζάγκρεμπ; Δεν ξέρω αν έτυχε να περάσατε καμιά φορά από κει, αλλά σας βεβαιώνω πως αγριεύεσαι. Τόσο πυκνό είναι αυτό το δάσος.  Ή άλλη μια δόση, που πήγαινα από το Γκρατς στη Βιέννη, με χιόνι, άλλο πράμα και να σβήσει η μηχανή. Πώς δεν πάγωσα, να με βρούνε κατεψυγμένο, ακόμα δεν το πιστεύω. Άσε τα φαντάσματα που συναπάντησα ένα σωρό φορές».

«Έλα καημένε, κοτζάμ άντρας και λες πως βλέπεις φαντάσματα» τον αποπήρε ο Γιάννης.

«Κοίτα να δεις, μπορεί να μην είμαι μορφωμένος σαν και σας, αλλά είκοσι χρόνια στο τιμόνι είναι καλό σχολειό. Δε μιλάω για φαντάσματα από κείνα των παραμυθιών, σκεπασμένα με άσπρο σεντόνι που φωσφορίζει. Βλέπω κάτι, σα να πούμε, οπτασίες».

«Και τις βλέπεις συχνά; Ξύπνιος ή στον ύπνο σου;» τον πείραξε ο Γιάννης.

«Ξύπνιος, πάντα νύχτα, με ομίχλη ή με δυνατή βροχή. Μια φορά να πούμε, ήμουνα στην Εθνική, από το Βόλο για τη Λάρισα, όταν είδα να στέκουν στα δεξιά του δρόμου μια γυναίκα, ντυμένη στα κάτασπρα, με ένα παιδί δίπλα της. Να σας πω παραξενεύτηκα. Τι γύρευαν δύο μετά τα μεσάνυχτα, στην ερημιά, μέσα στη βροχή, χωρίς ομπρέλα; Σταμάτησα σαν έφτασα μπροστά τους και άνοιξα την πόρτα. Ετοιμαζόμουν να τους πω να ανεβούνε αλλά δεν είδα κανέναν. Παραξενεύτηκα και κατέβηκα να δω μήπως πήγανε πίσω από τη ρεμούλκα, αλλά κι εκεί δεν είδα ψυχή. Ούτε στον κάμπο είδα τίποτα. Εξαφανίστηκαν».

«Θα σου φάνηκε πως είδες τη γυναίκα και το παιδί. Νύχτα ήταν, έβρεχε, μπορεί να είδες κανένα εικονοστάσι και από μακριά να σου φάνηκε σαν άνθρωπος».

«Περίμενε ν’ ακούσεις τη συνέχεια. Καμιά δεκαριά χιλιόμετρα πιο πέρα, εκεί που ο δρόμος στρίβει λίγο δεξιά, νά την πάλι, η γυναίκα με το παιδί. Η ίδια γυναίκα, ντυμένη στα κάτασπρα και το ίδιο παιδί δίπλα της, χωρίς ομπρέλα, ενώ η βροχή συνεχιζόταν. Για να πω την αλήθεια, δεν την είδα αμέσως, γιατί εκεί στη στροφή την έκρυβε ένα μικρό υψωματάκι, αλλά την είδα στον δεξί καθρέφτη μόλις την προσπέρασα. Αυτή τη φορά κατατρόμαξα και η πρώτη μου σκέψη ήταν να πατήσω γκάζι και να φύγω, έλα όμως που λυπόμουνα να την αφήσω νυχτιάτικα, με το παιδί στην ερημιά και στη βροχή. Έβαλα λοιπόν την όπισθεν και στάθηκα εκεί που την  είχα δει. Τζίφος. Πάλι δεν υπήρχε κανένας. Πήρα τότε ένα δυνατό φακό, που έχω πάντα στο αμάξι, κατέβηκα στην άσφαλτο και έψαξα όχι μόνο γύρω γύρω στην νταλίκα, αλλά και στα χωράφια και στο ύψωμα. Τίποτα. Μπήκα στο αμάξι μούσκεμα και όταν έφτασα στη Λάρισα δε συνέχισα, αλλά πήγα σε ένα ξενοδοχείο και κοιμήθηκα».

«Και πολύ καλά έκανες. Ήσουν τόσο νυσταγμένος που είτε θα την ξανάβλεπες για τρίτη φορά είτε θα ντεραπάριζες κάπου».

«Καλά εσύ λέγε ό,τι θες. Εγώ σου μιλάω για γεγονότα. Άλλη μια φορά κοντά στην Τεργέστη, ερχόμουν από τη Λιουμπλιάνα, έπεσα σε μια ομίχλη, άλλο πράμα. Μ’ όλο που είχα δυνατά κίτρινα φανάρια ομίχλης, δεν έβλεπα τίποτα σε απόσταση τριών μέτρων. Το πήρα απόφαση και σταμάτησα στον πρώτο χώρο παρκαρίσματος που βρήκα. Είχε και τηλεφωνικό θάλαμο εκεί και μπόρεσα να ειδοποιήσω τον πράχτορα της εταιρείας μας στην Τεργέστη, πως θα έφτανα την άλλη μέρα. Ανέβηκα στη θέση μου, τυλίχτηκα με μια κουβέρτα, γιατί με είχε περονιάσει η υγρασία και σιγά σιγά τον μισοπήρα. Καμιά φορά άνοιξα τα μάτια μου και τι να δω: μπροστά στη μούρη του αμαξιού καμιά δεκαριά σκιές χορεύανε, αλλά δεν άκουγα ούτε μουσική ούτε κανέναν άλλον ήχο. Κατατρόμαξα. Άναψα τα φώτα και…

«Ξύπνησες» του λέει ο Γιάννης.

«Ξύπνιος ήμουνα, μη με δουλεύεις. Άναψα λοιπόν τα φώτα κι αυτές οι σκιές που χόρευαν σκόρπισαν αλλά δε χάθηκαν, μαζεύτηκαν στα πλάγια, εκεί που δεν έπεφτε το φως από τους προβολείς και συνέχισαν να χορεύουν. Έβαλα μπρος τη μηχανή και έφυγα αμέσως, χωρίς να λογαριάζω μήτε ομίχλη μήτε τίποτα. Μιαν άλλη φορά στο δρόμο για τα Σκόπια…»

«Κοίτα» τον διέκοψε ο Γιάννης μη αντέχοντας προφανώς να ακούσει τρίτη ιστορία για φαντάσματα των δρόμων. «Δε λέω πως τα έβγαλες από το μυαλό σου όλα αυτά που μας είπες, αλλά κάτω από ειδικές συνθήκες, όπως η νύχτα, η βροχή, η ομίχλη και η κούραση από την πολύωρη οδήγηση, μπορεί να προκαλέσουν τέτοιες παραισθήσεις. Τα λεγόμενα ανεξήγητα φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν με τη λογική ανάλυση. Πολλές φορές κανονικοί και απολύτως λογικοί άνθρωποι, σαν και σένα, ακούνε περιέργους ήχους ή βλέπουν οπτασίες μέσα στη νύχτα, αφήνοντας την φαντασία τους να οργιάσει. Είναι ένα αρκετά ανθρώπινο χαρακτηριστικό και δεν είναι ενδεικτικό παραφυσικής ή διαβολικής δραστηριότητας. Τέτοια οράματα και παραισθήσεις βλέπουν κάποτε άνθρωποι με κανονική, αλλά κυρίως με πλούσια φαντασία. Είναι κάτι αρκετά φυσικό, αν και περίεργο και ασυνήθιστο».

«Λοιπόν κι εγώ δεν πιστεύω στα φαντάσματα», πήρε το λόγο ο Ουμβέρτος. «Συμφωνώ μ’ αυτούς, που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα φαντάσματα με βάση τη φυσική. Υπάρχουν ξέρετε αρκετές και ενδιαφέρουσες θεωρίες. Σύμφωνα με μια τέτοια θεωρία τα φαντάσματα δεν αποτελούνται από πνευματική ενέργεια, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, αλλά από ηλεκτρομαγνητική, που μάλιστα χαρακτηρίζεται από κάποια συγκεκριμένη συχνότητα. Έτσι η εμφάνισή τους μπορεί να καταγραφεί από συσκευές που μπορούν και μετράνε αλλαγές στο μαγνητικό πεδίο σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Έπειτα, υποστηρίζεται ότι τα φαντάσματα σπάνια εμφανίζονται σε αστικά κέντρα διότι εκεί η μεγάλη πυκνότητα ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας επηρεάζει τη συχνότητά τους, γι’ αυτό και εμφανίζονται στα δάση, σε έρημα σπίτια ή σε ερειπωμένους πύργους, όπου τα δέντρα, οι τοίχοι και η απόσταση από άλλες πηγές ενέργειας τους εξασφαλίζουν κάλυψη από τέτοιες αλλοιώσεις. Σύμφωνα με μιαν άλλη θεωρία τα φαντάσματα σχετίζονται με την παρουσία εξωγήινων υπάρξεων. Να σας πω την αλήθεια, τη βρίσκω πιο λογική την εξήγηση αυτή. Εγώ τουλάχιστον δέχομαι πως κυκλοφορούν ανάμεσα μας εξωγήινοι. Μη γελάτε ρε, σοβαρά μιλάω. Δεν ισχυρίζομαι πως είναι οι εξωγήινοι των χολυγουντιανών φιλμ, με αυτιά κουνελιού και σώμα πιθήκου, αλλά πιστεύω πως κάθε τόσο επισκέπτονται τη Γη τα Ούφο, δηλαδή τα Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα και αφήνουν για λίγον ή πολύ καιρό τους επιβάτες τους και δέχομαι πως πολλά από τα λεγόμενα ανεξήγητα φαινόμενα συνδέονται με τους εξωγήινους. Δεν το έχετε διαβάσει πως Ούφο έχουν παρατηρηθεί από πολλούς και σε πολλά σημεία του πλανήτη;»

«Κάπου διάβασα πως αυτά τα Ούφο καθώς και διάφορα ανεξήγητα φωτεινά φαινόμενα, δεν έχουν τίποτα το υπερφυσικό, ούτε καμιά σχέση με τους εξωγήινους, αλλά οφείλονται σε τανύσεις και πιέσεις του φλοιού της Γης και μάλιστα κάποιοι συνδέουν την εμφάνισή τους με τους σεισμούς» παρατήρησα.

«Πώς και δεν το σκέφτηκαν οι σεισμολόγοι για να προβλέπουν έτσι τους σεισμούς; Να το πεις του Βαρώτσου» μου πέταξε ο Γιάννης. «Και δε μας λες ρε Ουμβέρτο, αυτοί οι επιβάτες των Ούφο, τι κάνουν εδώ στη Γη; Τουρισμό ή κατασκοπία;»

«Πολλοί αμερικάνοι ερευνητές αναφέρουν πως αυτά τα Ούφο κάνουν περίεργες κινήσεις, εμφανίζουν ασυνήθιστες έγχρωμες εκλάμψεις και καμιά φορά αφήνουν υλικές αποδείξεις της παρουσίας τους» συνέχισε ο Ουμβέρτος απτόητος

«Τι σόι υλικές αποδείξεις; Άφησαν πουθενά κανένα εξωγήινο τρανζίστορ;»

«Όχι, αλλά τα χόρτα πάνω από τα οποία πέρασαν δείχνουν σαν καμένα ή τσαλαπατημένα. Όταν τα αντικείμενα αυτά πλησιάζουν πολύ κοντά σε ανθρώπους, αυτοί αισθάνονται σα να επιδρούν επάνω τους  εξωτικές δυνάμεις και νιώθουν ανάλογες εμπειρίες. Πολλοί πιστεύουν πως το 1908 ένα τέτοιο διαστημόπλοιο καταστράφηκε στη Σιβηρία και πιο πρόσφατα ένα άλλο προσγειώθηκε στο Ρόσγουελ στην Αμερική. Το κακό είναι πως λόγω του ότι τα φαινόμενα αυτά διαρκούν ελάχιστα λεπτά της ώρας, και η εμφάνισή τους είναι φευγαλέα, η συστηματική επιστημονική διερεύνησή τους είναι περιορισμένη».

«Πάλι καλά που παραδέχεσαι πως δεν έχει γίνει αξιόλογη επιστημονική διερεύνηση. Εγώ ρε παιδιά τι να σας πω. Ό,τι δε μπορεί να μετρηθεί, να φωτογραφηθεί ή να ανιχνευθεί και να επαληθευθεί με επιστημονικό τρόπο, μου φαίνεται ύποπτο. Τελευταία έχει παραγίνει της μόδας η ουφολογία και η φαντασματολογία».

«Αμφισβητείς δηλαδή κάποια ανεξήγητα φαινόμενα, σαν το τρίγωνο των Βερμούδων ή το πείραμα της Φιλαδέλφειας, να πούμε, που το έχουν παρατηρήσει και μελετήσει επιστήμονες;»

«Τι επιστήμονες και πράσινα άλογα βρε Ουμβέρτο. Όσοι ισχυρίζονται για ανεξήγητα φαινόμενα και τα ερμηνεύουν, χωρίς να κάνουνε τον κόπο να μας πούνε ποια μέθοδο χρησιμοποίησαν ή πώς επαλήθευσαν τα συμπεράσματά τους, τσαρλατάνοι είναι, απατεώνες σαν τους αστρολόγους ή τους μάγους».

«Μα δεν παραδέχεσαι τα παραψυχικά φαινόμενα ή τη μετακίνηση αντικειμένων με τη σκέψη; Αυτά τα έχουν διαπιστώσει επιστημονικά».

«Είναι να τρελαίνεσαι όταν ακούς κάτι τέτοια. Ρε Ουμβέρτο σε δεκαπέντε χρόνια μπαίνουμε στον εικοστό πρώτο αιώνα και κάποιοι θέλουν να μας γυρίσουν στον Μεσαίωνα. Δεν έχουν καμιά σχέση με την επιστήμη όλα αυτά. Ψευδοεπιστήμη είναι, παραεπιστήμη, καμουφλαρισμένη μεταφυσική. Η Επιστήμη είναι άλλο πράμα. Πατάει γερά στην πραγματικότητα».

«Τι τα θες όμως βρε Γιάννη. Όσο η Επιστήμη σου δε μας εξηγεί από πού προήλθαμε και πού πάμε, αν δε λύσει το μυστήριο του θανάτου, αναγκαστικά θα ζητάμε άλλους τρόπους κι ας μην είναι γνήσια επιστημονικοί».

«Μπορεί να μην έχει εξηγήσει πολλά πράγματα, αλλά θα έρθει η ώρα τους. Κατάλαβέ το πώς ζούμε στην εποχή της επιστήμης και της τεχνολογίας, δηλαδή της εφαρμοσμένης επιστήμης. Χάρη στην επιστήμη και την τεχνολογία έχουν εξαφανιστεί φοβερές ασθένειες, έχει διπλασιαστεί ο μέσος όρος της ζωής μας, έχει μεταμορφωθεί προς το καλύτερο η καθημερινή μας ζωή, έχουν καταργηθεί οι αποστάσεις, αλλά πέρα απ’ αυτό  έχουν φωτιστεί μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος και συ μου λες τώρα για εξωγήινους… Ξέρεις βρε πόσο απέχει από μας ο κοντινότερος ήλιος; Είναι το άλφα του Κενταύρου, που τον λένε μάλιστα «Εγγύτατο» Τι εγγύτατο δηλαδή αφού το φως του για να έρθει ώς εδώ θέλει τεσσεράμισι χρόνια. Ένα διαστημόπλοιο θα ήθελε τετρακόσια χρόνια για να έρθει».

Είδα πως η συζήτηση βάρυνε και ο νταλικέρης έδειχνε να αδημονεί ακούγοντάς τους. Πιστός στο πνεύμα της «ομάδας των αποβλήτων» προσπάθησα να λαφρύνω λίγο την κουβέντα μας.

(συνεχίζεται)

120 Σχόλια to “Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2”

  1. leonicos said

    Mpa!

  2. leonicos said

    Μπα σε γκρίκγκλις

  3. leonicos said

    Νόμιζα ως μπήκα αργά. Τι πάθατε σήμερα;

  4. leonicos said

    Καλημερα ντε!

    Ντρρρρρρρνννννννν

  5. leonicos said

    Κικιρ΄΄ικιιιιιιιιιιιιιι

  6. leonicos said

    Τίποτα!

    Μα ψόφησαν όλοι; Δεν θα το έλεγε ο Τσιόδρας

  7. leonicos said

    ;Ρε, σοβαρά μιλάω! Κανείς δεν είναι εδώ;

    Άρχισα να φοβάμαι

  8. leonicos said

    Και δεν ε΄χω δει ποτέ φαντάσματα για να ξέρω πώς είναι

    ώστενα σας αναγνωρίζω

  9. leonicos said

    Καλά, ο Τζι θα ακολουθείται από τη μεγάλη μάζα των οπαδών του ΠΑΟΚ

  10. leonicos said

    Θα κολλήσεο όλου τοης ΠΑΟΚτσήδες κορονοϊό και θα χαθούν καμιά διακοσαριά άνθρωποι

  11. leonicos said

    Δεν φαντάζομαι να είναι παραπάνω

  12. Πέπε said

    Λεώνικε δεν το πήρες χαμπάρι; Είσαι μόνος σου!

  13. leonicos said

    Ρε, πλάκα μού κάνετε;

    Όλοι τέζα;

  14. leonicos said

    Α! Ξεπιτήρησε ένας! Πάλι καλά

    Πέπε, για χτες σου έγραψα (χτες) ότι το έβαλα για πλάκα

    γραφέμεν, υποτίθεται αολοκό απαρε΄μφατο. Σωστό δεν είναι;

  15. Κουνελόγατος said

    Καλημέρα σας.
    Ελπίζω να είμαστε όλοι καλά.

  16. leonicos said

    Καλά, τα ξαναλέμε!

    Πέπε, ποια είναι η γνώμη σου για την άποψη του Αμερικανούσιου, ότι όλα από την Αμερική τα πηραμε;

    Το Ληλάντειον από το Lee Land δεν είναι σωστό;

    Είναι πάντως μια άποψη που πρέπει να την προσέξουμε

  17. ΓιώργοςΜ said

    13/14 σχόλια Λεώνικος. Χίλιω λογιώ φαΐ, όλο κολοκύθι… 😛 😛 😛

    Λέτε να πέρασε το βράδυ κανένα πράσινο σύννεφο; Αρχίζει να μοιάζει έτσι ο πλανήτης….

  18. sarant said

    Καλημέρα Λεώνικε, ευχαριστώ για τα 14 πρώτα σχόλια 🙂 🙂 🙂

  19. Σήμερα μόνο φαντάσματα 🙂

    Να πω την αλήθεια ανατρίχιασα με τις αφηγήσεις του νταλικιέρη, πολύ ωραία περιγραφή! Και η υπόλοιπη συζήτηση μου ήταν οικεία (διάβαζα κι εγώ το «Ανεξήγητο» μαθητής Γυμνασίου)

  20. atheofobos said

    Πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες ιστορίες που αναφέρει
    Συμβάν του Ρόσγουελ
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A1%CF%8C%CF%83%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B5%CE%BB

    Τρίγωνο των Βερμούδων
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%AF%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%BF_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%92%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CF%89%CE%BD

    Πείραμα της Φιλαδέλφειας
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82

  21. leonicos said

    Πολύ ωραία αφηγηατική γραφή. Τον νιώθεις απέναντί σου να σου μιλάει.

  22. leonicos said

    Μόλις είδα ένα φάντασμα!

    Δηλαδή, δεν είδα το φάντασμα, αλλά ένα αυτοκ΄νητο ήρθε και πάρκαρε απέναντι. Περιμένω 5 λεπτά να φανεί ο οδηγός, και δεν φαίνεται.

    Άρα, συμπεραίνω ότι το οδηγούσε φάντασμα.

  23. leonicos said

    Τζίφος! Δεν ηταν φάντασμα.
    Ήταν ένας νεαρός που βγήκε κρατώντας στο χέρι του ένα καφέ, στο άλλο ένα τσιγάρο και κρατούσε με τα κεφάλι και τον ώμο του το τηλέφωνο και μιλάει.

  24. sarant said

    20 Α μπράβο!

  25. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα. Θυμήθηκα το καλαμπούρι με τον Τριπολιτσιώτη που πήγε στην Αμερική και συνάντησε έναν κοντοχωριανό του, σαράντα χρόνια μετανάστη που δεν είχε από τότε επισκεφτεί τα πάτρια:

    – Τι γίνεται πατριώτη, βρέχει ακόμα κάτω?

  26. leonicos said

    21

    αφηγηατική = αφηγηματική

  27. Γς said

    19:

    >φαντάσματα

    κι εχτές, που δεν υπήρχε ψυχή τη νύχτα και τα καβουράκια να κάνουν νάνι στην αγκαλιά της καβουρίνας στα βοτσαλάκια, σαν να είδα το φάντασμα της Αγίας Κυριακής

  28. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    19 Όντως, το ίδιο μου προκάλεσε ο νταλικέρ.

    22-23 Εξωγήινος ήταν Λεώνικε. Το τρίτο χέρι πού το είχε χωμένο?

  29. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @10. Όντως, Λεώνικε, οι ΠΑΟΚτσήδες δεν είναι περισσότεροι από 200. (..σε κάθε οικοδομικό τεράγωνο.. 🙂 )

  30. Costas X said

    Καλημέρα.
    Πολύ ωραία αφήγηση, με έκανε να νιώσω σαν να είμαι κι εγώ στην παρέα του καφενείου.
    Δυστυχώς έχω ακούσει πολλές φορές στη ζωή μου τη φράση «Μα δεν παραδέχεσαι τα παραψυχικά φαινόμενα ή τη μετακίνηση αντικειμένων με τη σκέψη; Αυτά τα έχουν διαπιστώσει επιστημονικά». Και αυτός που την λέει είναι συνήθως τόσο δογματικός που δεν δέχεται κουβέντα.
    Σχετικά με την ύπαρξη εξωγήινων, και τις επισκέψεις τους στη γη, συνήθως αντί να τους αντικρούσω τους μπερδεύω με τη φράση: «και γιατί να μην είναι γήινοι, από το απώτερο μέλλον, που κατάφεραν να γυρίσουν στην εποχή μας;»

  31. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  32. Καλημέρα

    Σχετικά με τα ούφο έχω ξαναγράψεει πως κι εγώ δεν το πίστευα (όπως ο Ιατρού) μέχρι που το είδα(*) πάνω από τον Παρνασσό, όχι μόνος γράφανε δυο-τρεις μέρες οι εφημερίδες, λέγανε μάλιστα πως κατά Λαμία μεριά πέσανε και κάτι ψιλοαντικείμενα, Σοκαρίστηκα αλλά μετά από δυο μέρες σκέφτηκα πως αφού δεν επηρεάζουν την ζωή μου κακώς ασχολούμαι και δεν ξαναασχολήθηκα. Το γράφω γιατί είναι ό,τι πιο αντιεπιστημονικό για ό,τι δεν έχει πέσει στην ανίληψή μας να λεμε κατηγορηματικά πως είναι παραμύθια.

    (*) Πριν 20 περίπου χρόνια όταν ο ήλιος μόλις είχε δύσει αυτό ήταν ψηλά και το έβρισκαν οι ακτίνες του στις επιπεδες επιφάνειες και έδιναν την εντύπωση από πύρινες σφαίρες που εκτοξεύονται καθώς προφανώς αυτό ήταν ακίνητο αλλά περιστρεφότανε. Σε πολύ λίγο είχε σκοτεινιάσει εντελώς,δεν το έβρισκαν οι ακτίνες του ήλιου κι άρχισε να κινείται με ασύλληπτη ταχύτητα, η κίνησή του φαινότανε από τα αστέρια που κάλυπτε σ΄αυτήν. Φαινόμενο μέγεθος περίπου όσο της σελήνης.

  33. Νέο Kid said

    Τα αγρογλυφικά είναι ενδιαφέρον και σε μεγάλο βαθμό ανεξήγητο φαινόμενο.

  34. Νέο Kid said

    30. Το χρονοταξίδι στο παρελθόν παρουσιάζει σοβαρά επιστημονικά προβλήματα…
    Το χρονοταξίδι στο μέλλον απ την άλλη,όχι τόσο, και είναι συμβατό με το time dilation της σχετικότητας. As a matter of fact , όλοι οι αστροναύτες που επιστρέφουν στη Γη είναι -μετρήσιμα – χρονοταξιδιωτες . Δηλαδή νεότεροι κατά κλάσματα του δευτερολέπτου ή και περισσότερο. Δηλαδή έχουν ταξιδέψει ουσιαστικά ,απειροελάχιστα μεν αλλά όπως είπα μετρήσιμα, στο μέλλον.

    Καταθέτω μια άποψη/εικασία του Ροτζερ Πένροουζ για το θέμα.
    Δεδομένης της κατά πολλές τάξεις μεγέθους τεχνολογικής προπορίας που απαιτεί μια επίσκεψη στη Γη από εξωγήινο πολιτισμό, υπάρχει η πιθανότητα οι οποίες εξωγήινες επισκέψεις ,αν έχουν γίνει, να προέρχονται από πολιτισμό από προηγούμενο aeon (προφέρεται ήον, από το ελληνικό Αιών). Δηλαδή χοντρικά, ένα προϋπάρχον του bing bang σύμπαν ….

  35. loukretia50 said

    Σφήνα σε πολύ ενδιαφέρον θέμα,
    και ο Νικοκύρης κυνηγούσε ένα φάντασμα με πορτοκάλια, ή το φάντασμα τον κυνηγούσε?
    anyway,
    σας χαιρετώ μέχρι αύριο, σίγουρα θα έχετε ωραίες ιδέες!

  36. Μάρκος Ρούκουνας said

    Αφου βλέπω οτι δεν υπάρχει «κίνηση» κι ο σεβαστος κ. Λεώνικος, μάλλον μάταια καλει, να συνεισφέρω τη μαρτυρία μου στη φαντασματολογία του πατρος Σαραντάκου. Του οποίου η αφήγηση είναι συναρπαστικη-μαγευτικη θά ‘λεγα! Λοιπον το ’67-’68, 10-12 χρονών τότε εγω, ενω γυρνούσαμε απο τον υποχρεωτικο Σαββατιάτικο εκκκησιασμο, προς τον οικισμό μας 5-6 παιδια, ΤΟ ΕΙΔΑ! Ο οικισμός μας ήταν 2 χλμ. απόσταση απ’ το χωριο. Ο δρόμος-μονοπάτι πέρναγε 30 μ. δίπλα απο ένα ρημοκλήσι, τον Αη Δημήτρη. Εγω, ο πιο μικρος, περπάταγα τελευταίος. Κάποιοι είχαν μαζί τους και τις παράνομες σφεντόνες τους. Ρίξανε σε κάτι τσόνια στο εκκλησάκι και συνεχίζανε. ΤΟΤΕ βλέπω να περιφέρονται του κτίσματος η γρια-Λούμπαινα(65-70 χρ.), καβάλα στο άλογό της και γνέθοντας τη ρόκα της, σέρνοντας πίσω της τα δυο ξεσαμάρωτα άλογά της! Την Ψάρα και το Λιούγκο! Τά ‘ξερα είμαστε γείτονες. ,,,Κοίταξα την παρέα μου που προπορεύονταν αλλα κανένας δεν έδειξε να δίνει σημασία στο παράξενο. …Πήγα να βάλω τις φωνες, να πω τί κάνει η γιαγια, γυρνώντας εν πομπη τον Αη Δημήτρη, αλλ’ αντιλαμβανόμενος ξανα την αδιαφορία τους, μού ‘μεινε η μιλια στο στόμα! …Σ’ όλο τον υπόλοιπο δρόμο ήμουνα κατακλεισμένος απ’ την εικόνα και κυρίως απ’ την απορία. Σαν υπνωτισμένος «ξύπνησα», όταν φτάνοντας είδα τη γνώριμη φιγούρα της Λούμπαινας, να προηγείται του κοπαδιού της, καβάλα στη φοράδα της, γνέθοντας τη ρόκα της κι ορμηνεύοντας κατα τα συνηθισμένα τον γέρο της, που σαλαγούσε το κοπάδι,τελευταίος! …Αποσβολώθηκα! …Με βλέπει ο κατα 3 χρόνια μεγαλύτερός μου πρωτοξάδερφος, ο τελευταίος πού ‘χαμε μείνει απ’ την παρέα, «τί έπαθες ρε?»μου λέει! «Ρε η Λούμπαινα με τ’ άλογα δεν έφερνε γύρω απ΄τον Αη Δημήτρη πρίν?» …Με κοίταζε σα νά ‘μουνα παρασοιλισμένος. «¨Ελα στη μάνα να σου βάλει κρύα πετσέτα στο κεφάλι, ηλίαση θά ‘παθες!» …Πενηνταπέντε χρόνια έκτοτε, δεν έπαθα ποτε «ηλίαση». Ισχυρίζομαι, ούτε ΤΟΤΕ.

  37. dryhammer said

    Φρουρά! τα σκόρδα γρήγορα!

  38. Βγήκα για ψώνια και η πλατεία Κυψέλης να θυμίζει επαρχιακή πλατεία ντάλα μεσημέρι και σκέφτηκα, προσφορά μονάδες οι κινητές, προσφορά η μετόπερα, προσφορές (φοροαπαλλακτικές) οι έχοντες σε νοσοκομεία, είπα κι εγώ να πρoοσφέρω στους κεκλεισμένων των θυρών (και μη υπαρχουσών θηρών), μετά την νύχτα αγρύπνιας ένα πρωί στην πλατεία του χωριού

  39. sarant said

    35 Να και το φάντασμα αυτό:
    https://sarantakos.wordpress.com/2012/08/19/fantasmastaportokalia/

  40. Ουδεμία έκπληξη. Εδώ, πριν λίγο καιρό, κόμμα της συγκυβέρνησης πρέσβευε ότι μας ψεκάζουν μαζί με ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων.

  41. mitsos said

    Α Μπράβο μετά από 20 μέρες επιτέλους η συνέχεια ( όχι βέβαια της Χθόνιας Οδύσσειας που υποσχόταν ο Νικοκύρης στο χθεσινό άρθρο κατά λάθος – αφού αυτή είχε ολοκληρωθεί νωρίτερα ).

    σότο βότσε : μουρμοριστά μάλλον (ψιθυριστά,χαμηλόφωνα …)
    τεζιάκι : τραπέζι ή πάγος καφενείου (ή κουτουκιού) για τα ποτά , τα ποτήρια, φλυντάνια, πιατάκια …

    Τώρα αυτές τις Ιστορίς με τα φαντάσματα δεν τις πάω καθόλου . Δεν τις πήγαινα ποτέ από τον καιρό που «ήμανα μικρός» και άκουγα τις γιαγιάδες στις αυλές κάθε καλοκαιρινό σούρουπο να συχητάνε για οπτασίες και άλλες παραληρηματικές καταστάσεις.

    Και αν οι ιστορίες για φαντάσματα και νεράϊδες ήταν για γέλια οι ιστορίες με τα ανεξήγητα του Ντένικεν ήτανεντελώς εκνευριστικές για έναν ορθολογιστή όπως ήμουν εγώ. Πόσο μάλλον που τελικά έγινα Φυσικός.

    Όπως έλεγε και ο Ντεκάρτ κάποιοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να αναπαράγουν τις περιγραφές για τα φαινόμενα για τα οποία έχουμε ερμηνείεςκαι επιστημονικές περιγραφές . Τι στο καλό ασχολούνται αυτοί ( και κυρίως αυτοί ) με τα ανεξήγητα ;

  42. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Τι μου θυμισε το διηγημα…

    Η αμεριμνη Ελλαδα του 1984-1985.

    Σχεδον καθε μη δεξιος ειχε διοριστει.

    Πριν ΤΟ 1981 ειχαν διοριστει οι δεξιοι καΙ οι αριστεροι που ειχαν υψηλες γνωριμιες με δεξιους.

    Το 1984 γιορταζοταν το ετος της παραγωγικοτητας 🙂

    Μια φιλη που εργαζοταν σε τεχνικη υπηρεσια τραπεζας, για να βγουμε ρανεβου ελεγε οτι πηγαινε για επιβλεψη των υποκαταστηματων που ξεφθτρωναν σ’ ολες τις γειτονιες.
    Μακαριτης οικονομολογος που εμισθοδοτειτο απο Τμημα μελετων Τραπεζας ηταν μονιμως εκτος γραφειου (για συνρνρυξεις τυπου, συμαζωξεις, γκομενες,…)
    Αλλος που εμισθοδοτειτο απο το ΥΠΕΘΟ,… ομοιως.

    Ονοματα δεν λεγονται…..

  43. mitsos said

    Διορθώνω
    Οχι : Όπως έλεγε και ο Ντεκάρτ
    Αλλά : Όπως θα έλεγε και ο Ντεκάρτ

  44. Costas X said

    34. Πολύ ενδιαφέροντα θέματα!

    Να και μια δική μου φράση, που κάνει κάποιους να ξύνουν το κεφάλι τους:
    «Πολύ εύκολα βλέπουμε το παρελθόν(1), αλλά αδύνατον να στείλουμε εκεί ένα μήνυμα, κι είναι αδύνατον να δούμε το μέλλον, ενώ είναι πανεύκολο να στείλουμε ένα μήνυμα εκεί(2)»

    (1) Ότι βλέπουμε είναι παρελθόν, χρονικά ανάλογα με την απόσταση του αντικειμένου, μέχρι να φτάσει η εικόνα στα μάτια μας. Έχουμε επίσης τις καταγραφές σε οπτικά μέσα.
    (2) Γράφοντας ήχο, εικόνα ή στέλνοντας απλά ένα γράμμα !

  45. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

  46. nwjsj said

    Καλησπέρα!

    Με συνεπήρε τόσο η γλαφυρή διήγηση που σκιάχτηκα με τις ιστορίες του νταλικιέρη! Αυτό επιβεβαιώνει πόσο επιρρεπής είναι ο κουρασμένος, είτε σωματικά, είτε ψυχικά άνθρωπος. Εν τω μεταξύ, είναι τυχαίο που και οι τρεις πιο διάσημοι αστικοί μύθοι – Ρόσγουελ, Βερμούδες, Φιλαδέλφεια – έχουν κοινό παρονομαστή τις ΗΠΑ; Κι αυτό που ο άνθρωπος πιο εύκολα πιστεύει στο υπερ/μεταφυσικό, παρά στην επιστήμη, πώς να εξηγείται ψυχολογικά;

    Ανυπομονώ για τη συνέχεια των περιπετειών της ομάδας των αποβλήτων!

  47. Νέο Kid said

    46. Η πίστη ή μάλλον όπως σωστά το θέτεις η ευπιστία στο υπέρ/μεταφυσικό (μεταξύ αυτού και η πίστη σε κάποια θρησκεία ) μπορεί να είναι κατάλοιπο της εξέλιξης και της φυσικής επιλογής γιατί λειτούργησε ως ένστικτο αυτοσυντήρησης!
    Φαντάζεσαι το χειρότερο ή το πιο απίθανο και φυλαγεσαι καλού κακού.
    Αν είσαι αρχάνθρωπος στο Σερενγκέτι ένα θρόισμα των φύλλων σε κοντινή απόσταση μπορεί να είναι με μεγάλη πιθανότητα απλώς ο αέρας ή με μικρότερη πιθανότητα ένα λιοντάρι….
    Ε, ο λιγότερο ορθολογικός σ αυτήν την περίπτωση, δηλαδή ο πιο φοβητσιάρης έζησε!

  48. sarant said

    47 Του φοβιτσιάρη η μάνα δεν έκλαψε ποτέ.

  49. Νέο Kid said

    46.47. Ψυχολογικά, είμαστε πάντα σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσουμε το απρόσμενο , το απίθανο περιφρονώντας το «εύκολο» , το τετριμμένο… (ο μπαρμπέρης Όκαμ 😀)
    Αν σε ένα πάρκο κάποιος πει σε 10 ανθρώπους ξεχωριστά «κοίτα στον ουρανό! Ένα πολύχρωμο διαστημόπλοιο πετάει πεντακοσάευρα!» ΚΑΙ οι δέκα θα γυρίσουν να κοιτάξουν πιστεύοντας τον.
    Αν ο ίδιος πει σε 10 «μην καθήσετε σ αυτό το παγκάκι. Είναι φρεσκοβαμμένο» οι 9 στους 10 θα βάλουν δάχτυλο πάνω στο παγκάκι για να σιγουρευτούν!…

  50. ΣΠ said

    46
    Πολλοί πιστεύουν στην ψευδοεπιστήμη, όπως και στις θεωρίες συνωμοσίας, επειδή τους συναρπάζει το άγνωστο, το περίεργο, το ασυνήθιστο, εξάπτει την φαντασία τους. Η επιστήμη είναι βαρετή για πολλούς. Η ίδια η πραγματικότητα τους είναι βαρετή. Θέλουν να πιστέψουν σε κάτι με το οποίο θα ξεφύγουν.

  51. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Μοῦ ἄρεσε τὸ σημερινό, ἂν καὶ μᾶς ἄφησε μὲ τὴν περιέργεια γιὰ τὴ συνέχεια.

    Δὲ σκιάχτηκα ἀπὸ τὶς ἱστορίες μὲ τὰ φαντάσματα.

    Ὄχι, δὲν εἶμαι πιὸ γενναῖος ἀπὸ τὴ Νwjsj(46). Ἁπλῶς, ἔχω ἀκούσει τόσες ἱστορίες μὲ φαντάσματα – ἥσκιους τὰ λέγανε στὰ Θερμιὰ – καὶ νεράιδες, ποὺ ἔχω πάθει ἀνοσία.

    Τὸ κοινὸ ὅλων αὐτῶν ποὺ λένε τέτοιες ἱστορίες εἶναι πὼς τὶς πιστεύουν ἀκράδαντα.

  52. voulagx said

    Ρόσγουελ, Βερμούδες, Φιλαδέλφεια συν την βρεττανική
    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ 3

  53. ΣΠ said

    Ψευδοεπιστήμη: https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_topics_characterized_as_pseudoscience
    Θεωρίες συνωμοσίας: https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_conspiracy_theories

  54. Κιγκέρι said

    Μα πόσο τσίπουρο τους έβγαλε κι αυτός ο καφετζής;

    Εμένα μου φάνηκε πολύ αστεία η προσφώνηση «Ρε Ουμβέρτο»!
    Ρε Γιάννη, ρε Μίμη, ρε Θανάση, ναι, αλλά ρε Ουμβέρτο ακούγεται κάπως παράξενα.

    Τέλος πάντων, οι ιστορίες με φαντάσματα και εξωγήινους θέλουν και μουσική υπόκρουση:

  55. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εμένα μου άρεσε το σημερινό. Υπήρξε το έναυσμα να αναμνησθώ ημερών αρχαίων. 😉 Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού στο χωριό μου, όταν ήμουν πιτσιρικάς.

    Κάθε οικογένεια που καλλιεργούσε καλαμπόκι, μάζευε τις ρόκες από το χωράφι κι έκοβε και τις καλαμποκιές. Τις καλαμποκιές τις έκανε δεμάτια και τις στοίβαζε ως θημωνιές για να τις δίνει ως ξηρά τροφή το χειμώνα στα ζώα, κυρίως στις αγελάδες. Τις ρόκες τις έκανε μια στοίβα σε κάποιο σημείο της αυλής. Το κουβάλημα γινόταν με κάρο ή τρακτέρ.

    Το ξεφλούδισμα της ρόκας έπαιρνε κάπως τη μορφή ιεροτελεστίας ή χαρούμενης κοινωνικής εκδήλωσης. Ομάδες συγχωριανών μαζεύονταν κάθε βράδυ σε άλλο σπίτι και τελείωναν το ξεφλούδισμα όλης της παραγωγής. Η νοικοκυρά του σπιτιού κερνούσε λουκουμάκι σε όλους, τσιπουράκι στους άντρες, μέντα ή κάποιο σπιτικό λικέρ στις γυναίκες και τυροπιτάκια ή λαχανοπιτάκια.

    Η ομήγυρη ξεκινούσε με συζήτηση για την επικαιρότητα και τα κουτσομπολιά του χωριού. Μετά το γύριζαν στο τραγούδι. Συνήθως έλεγαν έναν στίχο ή μια στροφή οι άντρες και μετά ακολουθούσαν οι γυναίκες. Στο τέλος έφτανε και η συζήτηση και στην παραψυχολογία, φαντάσματα, νεράιδες, καλότυχες…

    Η παράσταση έκλεινε με το φάντασμα. Κάποιοι επιτήδειοι στο χωριό, έπαιρναν μια κολοκύθα, άδειαζαν από μέσα την ψίχα, αφαιρούσαν από το περίβλημα μικρά κομμάτια ώστε να φαίνονται ως μάτια, μύτη, δόντια κι έβαζαν μέσα στην κολοκύθα κι ένα αναμμένο κερί. Ρίχναν πάνω τους ένα άσπρο σεντόνι και βγάζαν κάτι περίεργες κραυγές. Πρωτοεμφανίζονταν κάπως μακριά από την παρέα, πλησίαζαν αρκετά και ύστερα απομακρύνονταν. Οι μεγάλοι γελούσαν και φοβέριζαν εμάς τα παιδιά. Εμείς στην αρχή φοβόμασταν αλλά χρόνο με το χρόνο μπαίναμε στο κόλπο και περνούσαμε στην αντεπίθεση. Το κόλπο ήταν να μην αναγνωριστούν και την άλλη μέρα να γίνεται συζήτηση ποιος άραγε έκανε την πλάκα χθες το βράδυ. Τους έτρεφε αυτή η συζήτηση και συμμετείχαν και οι ίδιοι αναρρωτώμενοι τάχα ποιος έκανε χθες το φάντασμα. Όταν λοιπόν κι εμείς οι πιτσιρικάδες ψυλλιαστήκαμε την κομπίνα, τους παρακολουθούσαμε μέσα στην νύχτα, όταν απομακρύνονταν, να δούμε σε ποιο σπίτι θα πάνε. Έτσι την άλλη μέρα τους κάναμε βούκινο κι το ευχαριστιόμασταν κι εμείς.

    *Συγνώμη για το σεντονάκι… 🙂

  56. Γιάννης Ιατρού said

    Ναι, καλά, γράφετε για ίντριγκες, Ρόσγουελ, Βερμούδες, Φιλαδέλφειες και θεωρίες συνωμοσίας και τέτοια, τάχα μου τρομαχτικά, 😳🤐 αλλά εδώ άκουσα τα νέα μέτρα που ανακοίνωσαν σήμερα και έφριξα: απαγορεύτηκε το ψάρεμα 👎 είπαν!!!

    Οπότε τώρα τι γίνεται με τους καταναγκασμούς που αυτό συνεπάγεται, ε; Το ψάρεμα ήταν κι αυτό μιά λύση ρε παιδιά…
    Να βγει ο Πσαράς να πάρει θέση! 😂

  57. ΓιώργοςΜ said

    55 Οι πλάκες παλιά ήταν χοντρές, κι ανάλογα με τη φαντασία του καθενός. Ιστορία ενός μπάρμπα μου, πρέπει γύρω στο ’40:
    Γυρνώντας από το χωράφι, κάπου στο πλάι του δρόμου ήταν κόκαλα από κάποιο μεγάλο ζώο, γάιδαρο ή κάτι τέτοιο. Για να διασκεδάσει την ανία του, ή από σκέτη παιδική διαολιά, πήρε τα μεγαλύτερα, τα έδεσε μ΄ένα κομμάτι σύρμα και τα έσερνε προς το χωριό. Σε ένα από τα σπίτια, τα έδεσε στο χερούλι της εξώπορτας, χτύπησε την πόρτα και κρύφτηκε. Βγήκε η νοικοκυρά, είδε κόκαλα κρεμασμένα στην πόρτα κι έβαλε τις φωνές: «Μαρήηηη, μας κάνανε μάγια!!»
    Πολύ θέλει ν’ αρχίσουν οι ιστορίες;

  58. Γς said

    32:

    >Σχετικά με τα ούφο έχω ξαναγράψεει πως κι εγώ δεν το πίστευα (όπως ο Ιατρού) μέχρι που το είδα

    Κι εγώ!
    Μέχρι που το είδα…

    https://caktos.blogspot.com/2014/08/blog-post.html

  59. ΓιώργοςΜ said

    56 Και το κολύμπι, λέει, και το ψαροντούφεκο. Για να μην κολλήσουν κορονογιό οι κοκοβιοί…

  60. Κώστα, το πιο πιθανό πάντως είναι τις ιστορίες για φαντάσματα στα χωριά να τις λέγανε όσοι και όσες είχαν ερωτικούς λόγους να νυχτοπερπατούν τις νύχτες, ήταν και πρακτικό να τυλίγεσαι μ’ένα σεντόνι που να ντύνεσαι νυχτιάτικα κι έκανες και τον/ην υπνοβάτι/δα σε περίπτωση ατυχίας.
    Και μας, όταν είμαστε πιτσιρικάδες μας έλεγε ένας γείτινας πως στο τάδε οικόπεδο έχει φίδι να μην πηγαίνουμε γιατί εκεί γεννάγανε οι κότες του !

  61. Γς said

    Και το φάντασμα του Παντελή…

    https://caktos.blogspot.com/2014/06/

  62. ΚΩΣΤΑΣ said

    57 Γενικά γινόταν πολλές πλάκες, αναφέρθηκα σε αυτή με φαντάσματα, λόγω θέματος ημέρας.

    60 Ναι, Τζι, έγινε κι ένα τέτοιο σούσουρο κάποτε στο χωριό με φάντασμα, που ήταν επίμονος ερωτύλος σε κάποια που δεν το ήθελε… έτσι ήταν το πόρισμα! 😉

  63. Γς said

    61!

    Φτού!

    Εδώ είναι το φάντασμα του Παντελή:

    https://caktos.blogspot.com/2014/06/blog-post_568.html

  64. Γς said

    63:

    και τα σχόλιαα του «ταψιού»:

    Αγγελος είπε…

    Μάλλον έφαγες το τέλος της ιστορίας, Κάκτε.
    Εκτός αν απλώς μας αφήνεις να υπονοήσουμε την τρομάρα που πήρες βλέποντας το φάντασμα!

    4 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2015 – 11:17 Π.Μ.

    Caktos είπε…
    Τρομάρα δεν λες τίποτα. Θυμάμαι έκανα σιγά σιγά προς τα πίσω, μέχρι που βρέθηκε ένας τοίχος και σταμάτησα. Ηταν η στιγμή που ο Κυρ-Παντελής απομακρυνόταν. Γκραν Γκινιόλ σου λέω

    4 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2015 – 11:25 Π.Μ.

  65. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης said

    «Στον καταραμένο τόπο Μάη μήνα βρέχει» – το λεν οι ίδιοι οι Τριπολιτσώτες για την περιοχή τους. Κι όποιος έχει βρεθεί με βροχή στην Τρίπολη και δεν έχει νοιώσει έντονη τάση προς δυσθυμία και μελαγχολία, μην πω κατάθλιψη, μην πω και χειρότερα… είναι πολύ αισιόδοξος και ψύχραιμος άνθρωπος. Ας μην παρεξηγηθώ από τους αδελφούς Αρκάδες, την πόλη την έχω ζήσει και έχει πολλές ομορφιές και ωραίες γωνιές… όταν δε βρέχει.
    Περί «υπερφυσικών» φαινομένων κι επειδή ασχολούμαι από χόμπυ με τη σπηλαιολογία: στα σπήλαια με τρεχούμενα νερά, υπόγειους ποταμούς και λοιπά, σε ορισμένα σημεία ακούς μελωδικούς, κελαρυστούς ήχους όμοιους με γυναικείες φωνές που «μιλούν» τραγουδιστά σε μια ακατάληπτη γλώσσα. Οι νεράιδες των σπηλαίων, συνηθισμένο αστείο των παλαιότερων σπηλαιολόγων στους καινούριους…

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  66. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    55 Όπου ρόκα είναι το κότσαλο του καλαμποκιού, που κάπου αλλού το λένε και καρπούζι, οπως είχαμε δει σε κάποιο άρθρο.

  67. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Ωραίο πράμα το καλαμπόκι. Στο απώτατο παρελθόν που είχα στρίψει μερικά τσιγάρα με ροκόφυλλο, ό,τι καπνό και να έβαζα είχε γεύση καλαμποκιού. Μάσα και φούμα μαζί, δύο σε ένα.

  68. # 56

    Διάβασα πωςτο μέτρο είναι μέχρι τις 21 Απριλίου. Δεδομένου πως τον Μάη απαγορεύεται το ψάρεμα με δίχτυα και παραγάδια για τους ερασιτέχνες πρακτικά θα με απασχολήσει από Ιούνη κι αυτό υπό (πολλές) προϋποθέσεις, πολλά πράγματα δεν είναι ευνοϊκά φέτος, πέραν του κορωνοϊού.

    Αυτό που με ανησυχεί είναι πως οι γερμαναράδες έχουν φαγωθεί να κάνουν το ερασιτεχνικό ψάρεμα απλησίαστο για τις ελληνικές θάλασσες με κάτι μέτρα ανεφάρμοστα εδώ όπως π.χ. 5 μίλια μακριά από τις ακτές και που δυο φορές ως τώρα πήρε εξαίρεση από την ΕΕ η Ελλάδα, μη βρούνε τώρα μπόσικο τον Κούλη και περάσουν τίποτε τέτοιο !

  69. Μαρία said

    66
    Ρόκα λένε τον καρπό του καλαμποκιού. Εμείς τον λέμε κουμπάκα. Όταν λες κότσαλο, μήπως εννοείς το κοτσάνι ή κουμπακόξυλο;

  70. ΚΩΣΤΑΣ said

    66 Ρόκα εμείς λέμε όλον τον καρπό του καλαμποκιού ή και τον καρπό ξεφλουδισμένο, με το κότσαλο μαζί. Κότσαλο λέμε το απομεινάρι (στέλεχος) όταν βγάλουμε τους σπόρους (ξεσπορίσουμε) καλαμποκιού.

    Το κότσαλο το χρησιμοποιούσαμε ως καύσιμη ύλη, ως τροφή ζώων αλεσμένη ή πώμα για μπουκάλια 🙂

    Καρπούζι εδώ το έμαθα εγώ, δεν το λέγαμε εμείς.

  71. ΓιώργοςΜ said

    70 Από πατριώτη σου έχω ακούσει κι άλλη χρήση: Χαρτί υγείας! 🤣🤣🤣

  72. ΚΩΣΤΑΣ said

    71 Ελείψει εφημερίδας ή χαρτοσακούλας, ναι, κότσαλο ή τελευταία λύση άχυρο, φύλλα ή ξερόχορτα! 😜

  73. Theo said

    Καλησπέρα!

    Τώρα μου ‘ρχονται συγκεχυμένες κάποιες αναμνήσεις από ξεφλούδισμα καλαμποκιού και να τρώω ψημένα καλαμπόκια.
    Μάλλον νήπιο ήμουνα και μάλλον παραθερίζαμε στο Κάτω Γραμματικό (της Έδεσσας).

    @69, 70:
    Κι εμείς ρόκα τον λέμε τον καρπό του καλαμποκιού.

  74. Γιάννης Κουβάτσος said

    65:»Κι όποιος έχει βρεθεί με βροχή στην Τρίπολη και δεν έχει νοιώσει έντονη τάση προς δυσθυμία και μελαγχολία, μην πω κατάθλιψη, μην πω και χειρότερα… είναι πολύ αισιόδοξος και ψύχραιμος άνθρωπος.»
    Φαντάσου τώρα να έχεις περάσει εκεί 40 ημέρες νεοσύλλεκτος, Δεκέμβριο-Ιανουάριο, σε εποχές χωρίς κινητά και λοιπές ευκολίες επικοινωνίας με δικούς και φίλους…Άσε, πίκρα…

  75. Μαρία said

    72
    Εφημερίδα σε εσωτερικό χώρο, φύλλο στο υπαίθριο, ποτέ συκόφυλλο. 🙂

  76. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Και ιδού το δίλημμα: Συκόφυλλο ή τσουκνίδα? 🙂
    (πάει, το χέσαμε το νήμα)

  77. ΚΩΣΤΑΣ said

    76 …..χτήνος –> (πάει, το χέσαμε το νήμα) 👍

    Για να φύγουμε από τη δυσοσμία και να αλλάξουμε ρεπερτόριο.

    Ξέρει κανείς τι σημαίνει και πως βγήκε η έκφραση: αυτός σήκωσε καλαμποκιά;

  78. Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης said

    74:
    65:»Κι όποιος έχει βρεθεί με βροχή στην Τρίπολη και δεν έχει νοιώσει έντονη τάση προς δυσθυμία και μελαγχολία, μην πω κατάθλιψη, μην πω και χειρότερα… είναι πολύ αισιόδοξος και ψύχραιμος άνθρωπος».

    «Φαντάσου τώρα να έχεις περάσει εκεί 40 ημέρες νεοσύλλεκτος, Δεκέμβριο-Ιανουάριο, σε εποχές χωρίς κινητά και λοιπές ευκολίες επικοινωνίας με δικούς και φίλους…Άσε, πίκρα…»

    Δε χρειάζεται να φανταστώ: 40 μέρες νεοσύλλεκτος και άλλες τόσες ειδικότητα, Μάιο έφυγα και στην τελευταία σκοπιά ξημερώματα, είχε ένα κρύο και μια ομίχλη….. Αγγελόπουλος και βάλε… πίκρα πικρή.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  79. 77 Τσου. Ιδέα.
    Ούτε που την έχω ακούσει.

  80. sarant said

    69-70 Οκ, τα μπέρδεψα τότε.

    77 Ούτε την έκφραση δεν ξέρω, τι σημαίνει;

  81. ΓιώργοςΜ said

    76 Μολόχα, βρε!
    «Τι απαλό, τι δροσερό, τι όμορφο», πο λένε στη διαφήμιση του σχετικού χαρτιού τ’ αγγελάκια…
    Ν. Τσιφόρος, Μυθολογία
    (Είπαμε, με το έμενταλ ξεχνάς τα πρόσφατα)

  82. ΓΤ said

    42@ Πόσο χαίρομαι όταν σκάει μύτη ο Αφώτιστος

    1984: έτος παραγωγικότητας
    Απέναντι από τον ΟΤΕ της Πατησίων, που ἠταν στο ύψος του «Μινιόν», υπήρχε ξενοδοχείο. Εν ώρα ΟΤεργασίας, υπήρχαν περισσότεροι υπάλληλοι του ΟΤΕ στο ξενοδοχείο από ό,τι στον ΟΤΕ. Θα μου πείτε, είναι κι αυτό «μια κάποια παραγωγικότης». Της οκνηρίας πείσματα / λεκεδοσέντονα καρπίσματα.

    1984-1988
    Στο διάστημα αυτό φιλόπονη υπάλληλος στον ίδιο ΟΤΕ, η οποία, κλειδώνοντας ψηλώροφη πόρτα, ακολουθούσε ευλαβικά τα βήματα της Τίνας Σπάθη, αποσπούσε συνεχείς εγκρίσεις για ταξίδια στο εξωτερικό, και, επιστρέφοντας, τράβαγε «κορδόνι» τας αναρρωτικάς. Το 1989 ολοκλήρωσε τη βίλα της στα σύνορα Αμαρουσίου-Κηφισιάς. (Όλες οι κουρτίνες από το Λονδίνο.) Απλά τα πράγματα, κάποιος «ολοκληρώνει» με τον βίλλον του, και μετά ολοκληρώνεις τη βίλα σου.

  83. ΚΩΣΤΑΣ said

    Όποιος έπαιρνε απόφαση να παντρεφτεί και δια προξενητών έβγαινε στη γύρα προς άγραν νύφης, έλεγαν γι’ αυτόν: «αυτός σήκωσε καλαμποκιά», τουτέστιν παζαρεύεται για γαμπρός.

    Πως προέκυψε η παραπάνω έκφραση. Στο παζάρι της Λάρισας ή και άλλων θεσσαλικών πόλεων – Τρίκαλα, κυρίως – πολλοί κατέβαιναν με το ζώο τους, άλογο ή γαϊδούρι για να κάνουν τα ψώνια τους και να επιστρέψουν, πολλοί όμως να πουλήσουν το ζώο τους ή κάποιο άλλο που κουβαλούσαν μαζί τους. Όταν ήταν να πουλήσουν κάποιο ζώο, για να μη γίνεται μπέρδεμα, έστηναν πάνω στο σαμάρι μια καλαμποκιά, ένδειξη-σήμα ότι το ζώο παζαρεύεται, πωλείται. Από εκεί μεταφορικά η σημασία πέρασε και στον υποψήφιο γαμπρό, παζαρεύεται… 😉

  84. ΓΤ said

    83@
    Πρόγονοι κλαρινογαμπρών;

  85. Alexis said

    Ωραία η σημερινή συνέχεια!

    Ρόκα είναι ολόκληρη η ταξικαρπία του καλαμποκιού.
    Σπυριά ο καρπός, κότσαλο το κεντρικό κοτσάνι και ροκόφυλλα τα φύλλα που την περικλείουν.

  86. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ξαναγυρίσαμε στο κατσικοχώρι.
    «Αποκλείεται να βρούμε ξενοδοχείο σ’ αυτά τα κατσάβραχα»

    Να θυμηθούμε, στην ορεινή Αρκαδία είναι και η Ζάτουνα – τόπος εξορίας, τυχαίο; 🙂 😦

  87. ΚΩΣΤΑΣ said

    84 Δεν ξέρω, τι να σου πω! Μπορεί να ήταν και νορμάλ άνθρωπος που δυσκολευόταν να βρει γυναίκα για παντρειά, γιατί τότε ήταν και δύσκολη η σύναψη σχέσης.

  88. ΓΤ said

    85@
    Χρήστος Ροκόφυλλος…

  89. Alexis said

    Άσχετο: Προς NeoKid (αν ακούει, είδα ότι σχολίασε προηγουμένως στο άλλο νήμα, άρα μπορεί και να ακούει) :
    Στο τεστ IQ που λίνκαρες τις προάλλες έπιασα 115.
    Καλό είναι αυτό ή κακό γιατρέ μου; 🙂

  90. ΓΤ said

    87@
    Ασφαλώς. Πάντως, Κωστάουα, σήμερα μπορεί να παίξει λουστρίνι με άσπρη μπασκετόκαλτσα 😉

  91. Μαρία said

    81
    Σαν το αμπελόφυλλο δεν έχει.

  92. Νέο Kid said

    89. Καλό. 😀 Your intelligence is above average and far above Lambros! 🤪

  93. Alexis said

    #90: Άσπρη κάλτσα φοράγανε τα καμάκια των ’80ς.
    Ο σημερινός κλαρινογαμπρός φοράει με πουά ή με καρδούλες 😆

  94. Αιμ said

    86. Νομιζω η Ζάτουνα είναι στον κάμπο μετά τον …Αχλαδόκαμπο πρέπει να πέρναγε και το τραίνο, γεμάτη βυσσινιές κάποτε. Μπορεί να κάνω και λάθος χωρίς χάρτη όμως

  95. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    92 – Ευτυχώς για μένα!😂

  96. Alexis said

    #92: Θενκς!

  97. spyridos said

    94

    Η Ζάτουνα είναι μια πράσινη όαση κρεμασμένη σε έναν ξερό γκρεμό.
    Ετσι την θυμόμουν όταν πρωτοπήγα , 10 χρονών.
    Πήγα ξανά πριν 15 χρόνια και μου φάνηκε ίδια.

  98. Georgios Bartzoudis said

    Φαντάσματα, φαντασιώσεις, οράματα και λοιπά «μεταφυσικά», τα καταπολεμά ο πατήρ Σαραντάκος με βάση τους φυσικούς νόμους. Ως εδώ καλά, αλλά δυστυχώς ανεπαρκή (μέχρι σήμερα) για να απαντήσουν στα απλά ανθρώπινα ερωτήματα. Ίσως σε επόμενο ανάγνωσμα να μας πει και για το «σωματίδιο του Θεού» που …έσκασε πριν από 14 δισεκατομμύρια χρόνια (δεν θυμάμαι αν μέχρι το 1975 είχε κυκλοφορήσει-και πόσο ευρέως- η θεωρία αυτή. Όμως, ο απλός άνθρωπος θα σε ρωτήσει: Και τί γινόταν πριν από τα 14 δισεκατομμύρια χρόνια;; Και αν μπορείς απάντησέ του! [Θα σας έλεγα και μια ιστορία για ένα φάντασμα-που το είδα …ολοζώντανο-αλλά είναι αργά και …τρέχω στις αγκάλες του Μορφέως!]

  99. Νέο Kid said

    95. Χα! Μη χαίρεσαι! You are more intelligent than Pedis. By far! 🤪

  100. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κούκλες τις λέγαμε τις …κούκλες του καλαμποκιού (ταξικαρπία που λέει ο Αλέξης παραπάνω, μαζί με το ρουκάνι- τον ξυλώδη άξονα και τα εξωτερικά φύλλα).

    Η δική μου ιστορία με φάντασμα.
    Σεπτέμβρης, νύχτα Σαββάτου αργά, επιστρέφαμε με μια φίλη από τον Ασπροπόταμο της Εύβοιας, όπου είχαμε περάσει όλη τη μέρα με κολύμπι, ψάρεμα και παιχνίδι. Γεμάτη μέρα με πολλή χαρά για όλους. Οδηγούσε εκείνη, τα παιδιά κοιμόταν στο πίσω κάθισμα και φλυαρούσαμε χαλαρά επιστρέφοντας. Προς Αθήνα δεν είχε κίνηση αλλά και προς Χαλκίδα δεν είχε και τόσο πυκνή κυκλοφορία. Περνούσαμε κάτω από τη γέφυρα, πιο σκοτεινά από τον ανοιχτό δρόμο, για να ανεβούμε στη Εθνική, όταν ξαφνικά, πάνω στη στροφή, στους προβολείς του αυτοκινήτου εμφανίζεται πάνω στο διάζωμα μια πανύψηλη ξερακιανή φιγούρα, κάπως σαν τεράστιο σκούρο σκιάχτρο, που τη στιγμή που θα το προσπερνάγαμε αστραπιαία κατέβηκε στο οδόστρωμα προς το ρεύμα μας. Η καρδιά μου πήγε στην Κούλουρη, ούτε ξέρω στο κλάσμα του δευτερολέπτου τί πρόλαβα να νιώσω και να σκεφτώ. Η φίλη μου, κάνει ένα αεροπλανικό ελιγμό αποφεύγει το παράδοξο συναπάντημα, επαναφέρει τ΄αμάξι, γκαζώνει στην ανηφορίτσα και ντουγρού προς τα πολλά φώτα της Εθνικής. Τα παιδιά με το τράνταγμα ξυπνήσανε, ανακλαδιστήκανε από πίσω,τί συμβαίνει, ένα σκυλί πετάχτηκε, όλα καλά, τα καθησύχασα και ξαναγύρανε στον υπνάκο τους.
    Αρκετή ώρα μετά την τρομάρα δε μιλήσαμε. Καμιά φορά της λέω τί διάολος ήταν αυτό, το είδες κι εσύ; μου αντιγυρίζει. Σα να ξεφύτρωσε ουρανοκατέβατος πάνω στη διαχωριστική. Δε φαινόταν πριν τίποτα.

    Μέχρι σήμερα, πάνω από είκοσι χρόνια μετά, όταν θυμόμαστε «το φάντασμα της γέφυρας» δεν μπορούμε να το χαβαλιάσουμε εντελώς.

  101. ΓΤ said

    48@

    Το ΛΚΝ δεν συμφωνεί, σαφέστατα «φοβΗτσιάρης», φοβάται, δεν «φοβΙζει» http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%22%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%B7%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82+-%CE%B1+-%CE%B9%CE%BA%CE%BF%22&dq=
    (Ούτε ο bρόεδρος της Φιλελεκπαιδευτικής συμφωνεί)
    Γι’ αυτόν που γουστάρει να φοβίζει, δεν βλέπω λόγο να μην πλασθεί το «φοβιτσιόζος».

  102. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    94. Αιμ.
    Η Ζάτουνα είναι δυτικά της Δημητσάνας. Βράχια και γκρεμίλες. Πλαγιές γκρίζες, ξερές, αυτά βλέπεις από απέναντι.

  103. ΓΤ said

    @93
    Ωραίο, δεν προλαβαίνω να ενημερώνομαι σε αυτό τον… τομέα, δεν ξέρω ακριβώς τι παίζει τώρα.
    Την εικόνα με την μπασκετόκαλτσα και το λουστρίνι την έχω από βρομόβλαχο Νεμέας θείο μου γύρω στο ’90 (ξύλο στη θεία, και τα λεφτά απ’ τη σταφίδα για την «Όλγα» στο κωλόμπαρο. Γι’ αυτή την «Όλγα» έπινε τον μισό Βόλγα). «Σκρόπισαν» τα παιδιά, πέθανε η θεία, δυστυχώς αυτός έφτασε να ζει μέχρι πρόπερσι.
    Για το παπούτσι, τώρα μου ‘ρθε μια παροιμία που έχουν οι Χιλιάνοι: «Το καλό παπούτσι ανοίγει πόρτες».

  104. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    99 – Σατανά.😂

  105. Γς said

    85:

    Καλαμπόκι και τα … πηδηχτά γονίδια!

    Ηταν η Μπάρμπαρα ΜακΚλίντοκ που μελετώντας από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, τα χρωμοσώματα και το πώς αλλάζουν στην διάρκεια της αναπαραγωγής του καλαμποκιού, ανακάλυψε την ικανότητα του DNA να μετακινείται μεταξύ των θέσεων του γονιδιώματος.

    Οι μελέτες της εισήγαγαν τον επιστημονικό κόσμο σε ορισμένες ριζοσπαστικές νέες ιδέες: μικρά τμήματα του DNA μπορούν να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές του γονιδιώματος και ότι αυτές οι κινήσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα τη δραστηριότητα άλλων γονιδίων.

    Οι έννοιες που προτάθηκαν από την εργασία της είχαν μεγάλη επίδραση στη σύγχρονη κατανόηση της γενετικής – αλλά εκείνη την εποχή, οι ανακαλύψεις της ελήφθησαν με σκεπτικισμό και μόλις το 1983 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας για τις εργασίες της αυτές, όταν σύγχρονοι ερευνητές επιβεβαιώσουν τα ευρήματά της που ήταν και κύριος μοχλός της επανάστασης της μοριακής Βιολογίαςσ και Γενετικής

  106. Πέπε said

    @67
    > > Στο απώτατο παρελθόν που είχα στρίψει μερικά τσιγάρα με ροκόφυλλο, ό,τι καπνό και να έβαζα είχε γεύση καλαμποκιού.

  107. Γς said

    100:

    Σ αυτή τη γέφυρα είχα κι εγώ μια ανάλογη [φτιαχτή!] εμπειρία:

    Ηταν η εποχή που έλεγα να βγούμε για καμιά ταβέρνα και ξυπνάγαμε την άλλη μέρ σε ξενοδοχείο στο Καρπενήσι. Και πάσχιζα να θυμηθώ πως βρεθήκαμε εκεί.
    Μια άλλη φορά, τύφλα στο μεθύσι της λέω να πάμε στην Κομοτηνή. Με πήρε ο ύπνος στο λιμανάκι της Αρκίτσας μετά τους Λιβανάτες.

    Εκείνη τη φορά όμως ήμουν νηφάλιος. Πηγαίναμε στο φίλο μου το Σταμάτη που μας περίμενε με τη δικιά του στο εξοχικό του στο Βασιλικό Ευβοίας

    Και να μου λέει παλαβές ιστορίες με ανεξήγητα φαινόμενα και δεν τις έκανα κέφι.
    Και τη ρωτάω αν έχει έρθει ποτέ στη Χαλκίδα. Και είχε έρθει πολύ παλιά με το μπαμπά της. Και μού λεγε και για τη γέφυρα, εκείνη που ανοιγοκλείνει. Και κατάλαβα ότι δεν έχει μάθει για την καινούργια την κρεμαστή. Και λέω μέσα μου: Τώρα θα σε φτιάξω μωρή!

    Κι αρχίζω να λέω κι εγώ ιστορίες παράξενες που ξαφνικά περνάς μέσα από τοίχους, από τον ένα αιώνα στον άλλο, από χώρα σε χώρα, από τον Τουρ Εφέλ των Παρισίων στην Golden Gate του του Σαν Φρανσίσκο.

    Κι ήμουν πολύ παραστατικός στο τελευταίο και φοβήθηκε. Θα της γυάλισε και το μάτι μου.
    Κι ήταν μόλις που περάσαμε από το τσιμεντάδεικο της ΑΓΕΤ Ηρακλής και μες το σκοτάδι πρόβαλε ξαφνικά επιβλητική και χιλιοφωτισμένη η κρεμαστή γέφυρα.

    Τρόμαξα να τη συνεκφέρω…

  108. Γς said

    Για το αυριανό πιάτο των μεζεδακίων του Σαββάτου:

    «Επειδή δεν θέλω κατακόμβες γι’ αυτό επισημαίνω όπως και άλλος κόσμος τα αίσχη της κυβέρνησης»

  109. Alexis said

    #108: Για την αυριανή πιατέλα και αυτό:
    Το πλοίο «Ελευθέριος Βενιζέλος» με τα 119 κρούσματα προσάραξε στο λιμάνι του Πειραιά

    Το ίδιο και εδώ

  110. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    106 Μπράβο Πέπε.

    Μ’ αρέσει που ψάχνετε ιστορίες με φαντάσματα. Σαράντα χρόνια κυβερνητικών εξαγγελιών δε σας φτάνουνε.

  111. Γς said

    109:

    Προσάραξε στον Αραξο

  112. Ακόμα στη χειμερινή ώρα έχει κολλήσει το ιστολόγιο ε;

  113. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    112 Ακριβώς….

  114. Georgios Bartzoudis said

    55, ΚΩΣΤΑΣ said: «…Τις καλαμποκιές τις έκανε δεμάτια και τις στοίβαζε σε θημωνιές…Το ξεφλούδισμα της ρόκας…»
    85, Alexis said: «…Ρόκα είναι ολόκληρη η ταξικαρπία του καλαμποκιού.
    Σπυριά ο καρπός, κότσαλο το κεντρικό κοτσάνι και ροκόφυλλα τα φύλλα που την περικλείουν.
    100, ΕΦΗ – ΕΦΗ said: «Κούκλες τις λέγαμε τις …κούκλες του καλαμποκιού …»

    # Σπάδιξ (σπάδικας) λέγεται…. βοτανιστί η «ταξικαρπία» του καλαμποκιου. Και, Μακεδονιστί την ρόκα την έχουμε μόνο για κλώσιμο, μολονότι συνήθως τη λέμε αδράχτι (το). Τον σπάδικα τον λέμε κομπάκα (η) ή κομπάκι (το) και το κεντρικό κοτσιάνι το λέμε κομπακόξυλο. Τις κομμένες ξερές καλαμποκιές τις λέγαμε σιούμια (σιού-μια) (τα) και τις στιβάζαμε (ανά 20-30) σε πυραμίδες, που δεν θυμάμαι πώς τις λέγαμε, όχι πάντως θημωνιές: Ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνο για τις στιβάξεις των δεματιών των σιτηρών σε πατελληλεπίπεδα με οροφή σαν αυτή της κεραμοσκεπής στα σπίτια.

  115. nikiplos said

    65@ Αντίθετα εμένα η πόλη μου αρέσει με βροχή… Όλη η ορεινή αρκαδία μου αρέσει με τη βροχή και το κρύο της. Όταν καλοκαιριάζει εξαφανίζομαι κατεβαίνω πιο νότια. Δεν αντέχω τις τζιπούρες και τις τσιριμώνιες των μετοίκων που κουβαλάνε όλα τα κουσούρια του στριμωγμένου από την πρωτεύουσα που θέλει να ξεσαλώσει. Παλαιότερα που ήμουν και πιο φανατικός πεζοπόρος έχω πεζοπορήσει αρκετά μονοπάτια ξεχασμένα. Η σημερινή γάγραινα της περιοχής οι αγέλες των αδέσποτων σκυλιών, που επιτίθενται σε περαστικούς και έχουν κατακρεουργήσει και κάποιους αφελείς φιλόζωους.

    100@ Αγαπητή Έφη^2 μου θύμισες ένα παλιό ανέκδοτο: Ένας νταλικιέρης λέει μετά από πολύωρη και κουραστική οδήγηση φθάνει σε ένα χωριό και κάθεται στο καφενείο να κάνει μια στάση. Λίγο πριν το χωριό έχει πατήσει με το φορτηγό ένα κατάμαυρο ζώο, που του φάνηκε σαν μουλάρι ή γαϊδούρι, κάτι τέλος πάντων. Κουτοπόνηρος, δεν θέλει να δείξει οτι αυτός το πάτησε για να μην του ζητήσουν αποζημίωση. Έτσι λοιπόν πιάνει χαλαρή κουβέντα με τους αργόσχολους θαμώνες του καφενείου.
    -Πως πάνε εδώ παιδιά οι δουλειές?
    -Δεν βαριέσαι, μια από τα ίδια.
    -Ζα έχετε στο χωριό? Μου φάνηκε πιο πάνω πως είδα έναν μαύρο γάϊδαρο.
    -Έχουμε τρία γαϊδούρα κατάλευκα, ψαρήδες. Μαύρο γαϊδούρι εδώ και 50 χρόνια δεν θυμάμαι στο χωριό μας… (οι άλλοι θαμώνες συναινούν στον πιο ομιλητικό)
    -Τότε θα λάθεψα ρε παιδί μου! Μήπως ήταν κάνας καράς? Σίγουρα τώρα που το λέτε Καράς θα ήταν.
    -Δεν υπάρχει άλογο στο χωριό μας εδώ και 30 χρόνια. Τίποτε άλλο θα είδες.
    (στην επιμονή του οι γέροντες και λοιποί του καφενείου άρχισαν να τον κοιτάζουν με καχυποψία, μαζεύτηκε λίγο)
    -Εντάξει ρε παιδιά μην κάνετε έτσι. Όταν οδηγώ προσέχω το τιμόνι. Απλά μου έκανε εντύπωση. Μήπως ήταν κάνα βόδι ή κάνας γκέκας.
    -Βόδια δεν έχουμε στο χωριό. Ο πιο σκούρος γκέκας είναι ανοιχτός καφέ. Δεν έχουμε κανέναν μαύρο γκέκα στο χωριό. Που ακριβώς το είδες βρε το ζό?
    -Μα το θεό σας λέω εδώ πιο έξω από το χωριό δυό στροφές πιο πάνω. Θα μου πείς καμιά γριούλα θα ήταν.
    -Τέτοιες μέρες καμία γριούλα δεν κυκλοφορεί έξω ρε! Όλες είναι σπίτι και κάνουν δουλειές! Κι εκεί που λες τι δουλειά θα είχαν οι γριούλες! Κόβει κανείς ξύλα τούτη την περίοδο? Αυτές αν ξεπορτίσουν πάνε σα κάτω στη βρύση, εκεί ξημεροβραδιάζονται και κουτσομπολεύουν.
    -Ε τότε θα ήταν κάνας τσοπάνος με μαύρη καπότα.
    -Κανείς τσοπάνος μας δεν έχει μαύρη καπότα. Το έχουμε γρουσουζιά σε τούτο το χωριό.
    (Παίρνει το λόγο ένας άλλος χωρικός)
    -Άει μωρέ τον χλιάρα! Τον παππά μας είδε. Αυτός καμιά φορά σκυμμένος πάει κατά εκεί που λες και μαζεύει βοτάνια…
    (Κόκκινος από τα νεύρα του πια ο Φορτηγατζής):
    -Ε τότες παιδιά, φοβάμαι ότι πάτησα τον παππά σας!
    (να για να μάθετε κιορατάδες)
    🙂

  116. ΚΩΣΤΑΣ said

    114 Georgios Bartzoudis
    «Σπυριά ο καρπός, κότσαλο το κεντρικό κοτσάνι και ροκόφυλλα τα φύλλα που την περικλείουν.»

    Ναι, όπως το λες, είσαι καλύτερος στην περιγραφή, καθότι και ειδικός. 😉

    Τώρα που το λες κι εγώ θυμάμαι ότι τις καλαμποκιές πρώτα τις έστηναν κάπως σαν πυραμίδες, για να στεγνώσουν καλά και ύστερα τις θημώνιαζαν ή αν ήταν λίγη σχετικά η ποσότητα τις στοίβαζαν σε εσωτερικούς αποθηκευτικούς χώρους.

  117. dryhammer said

    100. Πιθανόν από κεί να έχω ακούσει να λένε και κούκλες τις μπομπίνες (ιδίως τις κωνικές) της κλωστής αλλά και εκείνες του μαλλιού για πλέξιμο.

  118. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    117 Ντράι, εδώ η Σοφία Καρίβαλη δευτερώνει «κούκλες» (που το ξέρω για σωστό) αλλά ο Μάρκος λέει, ξεκάθαρα νομίζω, «κούτσες».

  119. Γιάννης Ιατρού said

    86: και καταγωγής 👍🤗😉

  120. Παναγιώτης K. said

    Επειδή μας αρέσει το παιχνίδι με τις λέξεις, το κότσαλο στην Β.Δ Πίνδο ( αποφάσισα να είμαι πιο συγκεκριμένος και να μη γράφω γενικά, » στην Ήπειρο» ) 🙂 το λέμε «γκριτσίνι» και αυτό που το ξέρουμε ως ρόκα το λέμε «σ(ι)ούμκα».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: