Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2020


Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαΐστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντος αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

143 Σχόλια to “Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)”

  1. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

  2. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Χριστός Ανέστη!
    Χρόνια πολλά σέ όλους ειδικά σε όσους γιορτάζουν και, βέβαια, στον Λάμπρο..

  3. sarant said

    Καλημερα, χρόνια πολλά σε όλες και όλους!

    Θα τα πούμε αναλυτικότερα το απόγευμα.

  4. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    ..μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία στο Ταϊγάνι, με πλούτο και δικά της σχολεία, όπου και φοίτησε ο νεαρός Τσέχοφ.

  5. 4 Ταγκανρόγκ! Και κατά σύμπτωση, τα ναυτικά παραγγέλματα μου θύμισαν το διήγημα του Τσέχοφ με τον θείο, απόστρατο ναύαρχο, που τον φέρνει ο ανιψιός στο γάμο του φίλου του για να προσδώσει αίγλη και εκείνος μετά την τρίτη βότκα τους πρήζει με τα ναυτικά 🙂
    Άντε, χρόνια πολλά, και του χρόνου έξω απ’ τα σπίτια μας!

  6. dryhammer said

    Καλημέρα! Χρόνια Πολλά!

    ΕκΛΑΜΠΡΟτατε να χαίρεσαι τη γιορτή σου (και οι άλλοι βεβαίως βεβαίως)

  7. Χριστός Ανέστη

    Υπέροχος Παπαδιαμάντης !

    Χρόνια πολλά στον Λάμπρον και πάντας τους εορτάζοντες, άμα και των θηλέων

    Κλεισούρα και ανάγνωση και ποίημα για επιδόρπιο :

    Πάσχα, Κυρίου Πάσχα

    Σαν ξωτικό του δάσους
    που όψεις δύο έχει,
    μια μαύρη για τους γνωστικούς
    κι’ άλλη, στο χρώμα του πορτοκαλιού
    για τους αλλοπαρμένους,
    ξεχύθηκε ο θάνατος
    από κρανίου τόπον
    σ’ αίμα ζεστό και κόκκινο
    τα χείλη του να βρέξει
    και να χορέψει ύστερα
    στου φεγγαριού την χάση

    Σε όλων των ειδών τους εραστές
    και τους εσταυρωμένους,
    σ’ οσους την γη αντίκρυσαν
    ίδια με τον συνανθρωπό τους
    και την αγάπησαν πολύ,
    ποτέ δεν φτούρησε ο θάνατος
    ούτε και η μπογιά του.

    Αθήνα 2011

  8. Λεύκιππος said

    Τελικά ένας Παπαδιαμάντης σε κάνει και ξεχνιέσαι….ζεις κι εσύ μέσα στα διηγήματά του και οι στιγμές των ηρώων του γίνονται και δικές σου.

  9. Georgios Bartzoudis said

    Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά. Χωρίς …πεθερά. Έφυγε …ταξίδι προ αρκετών ετών. Ήταν όμως καλοκάγαθη! Ο Παπαδιαμάντης θα της έγραφε καλό διήγημα. Δεν ξέρω τί θα έγραφε για μενα τον …Τζώνη!

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χριστός ανέστη κι από δω και χρόνια πολλά. Κλασικός Παπαδιαμάντης, δηλαδή πιστός σ’ αυτό που γράφει στον «Λαμπριάτικο ψάλτη»:
    «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη.»

  11. ΚΑΒ said

    Χρόνια πολλά σε όλους και ιδιαιτέρως στον Λάμπρο.

    Αληθινός όπως πάντα ο ωραίος Παπαδιαμάντης.

  12. dryhammer said

    Όσο για τα «Φαραώνια»… τούτο και μόνο:
    Ήμαστε με το βαπόρι, καμιά δεκαριά μέρες φουνταρισμένοι όξω όξω στη ράδα του Πειραιά (ένα τέταρτο με τη λάντζα για να βγεις στο λιμάνι), για «επισκευές*», όταν ένα πρωί είδαμε την πατρόλα (περιπολικό) του λιμενικού να πηγαίνει βαπόρι βαπόρι σ’ όλη τη ράδα, να κοντοστέκεται στο καθένα και να φεύγει για παρακάτω. Όταν έφτασε στο δικό μας, σφύριξε, τους ρωτήσαμε τι θέλουν, ενώ κατεβάζαμε το γκάγκουε μέχρι αυτούς, κι εκείνοι μας γύρεψαν …φέτα (τσιγάρα και ουίσκι δεν μπορούσαμε γιατί το τράνζιτο ήταν σφραγισμένο). Είχε ο μάγειρας ένα τενεκέ ανοιχτό κάτω απ΄τα μισά, έβγαλε για νά’ χουμε (δεν του πήγαινε κι η καρδιά να τους τη δώσει όπως ήταν) και τους κατεβάσαμε το υπόλοιπο με το τενεκέ. Τον πήραν κι έφυγαν. «Λιγούρηδες» μουρμούραε ο καπετάνιος.

    ———-
    *όπως αντιληφθήκαμε τότε και το επιβεβαιώσαμε αργότερα, στο δικό μας έκαμαν μια υδροβολή στ’ αμπάρια και του χρέωσαν και την επισκευή ενός άλλου της εταιρείας που ήταν παραδίπλα φουνταρισμένο, το οποίο το πήρε μαζί με τρία άλλα ο αρχικαπετάνιος (που έγινε εφοπλιστής). Το δικό μας παρέμεινε στην κομπανία. Φύγαμε μια μέρα αφότου το άλλο τελείωσε τις επισκευές του.

  13. Καλημέρα, χρόνια πολλά κι από δω!

  14. Νίκος Κ. said

    Θυμάμαι, πριν 30 χρόνια σε ένα νησί στα Δωδεκάνησα, μου έκανε εντύπωση ένας ντόπιος που φώναζε συνέχεια τη γυναίκα του «κοκόνα». Στο τέλος κατάλαβα πως ήταν το όνομά της.

  15. nikiplos said

    Καλημέρα! Χρόνια πολλά και καλό πάσχα σε όλους! Χρόνια πολλά και στον Λάμπρο μας. Να είμαστε γεροί, να περάσουμε τούτα τα άγνωστα νερά αβρόχοις ποσίν και πάλι εδώ είμαστε!

  16. Γιάννης Ιατρού said

    ΕΠΙΣΤΗΜΗ ρε σεις ! 😉👍😎 👉

  17. atheofobos said

    κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα• και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων..

    Όταν διαβάζεις τέτοιες φράσεις μπορείς να καταλάβεις ότι αυτή την ποίηση των λέξεων που χρησιμοποιεί, δύσκολα μπορεί να την εκφράσει η δημοτική. Φοβάμαι όμως πως όταν αποδημήσουν οι γενιές μας, που διδάχτηκαν καθαρεύουσα, οι νεώτερες θα αντιμετωπίζουν τέτοια κείμενα όπως εμείς στα νιάτα μας τα αρχαία.
    Χρόνια πολλά σε όλους!

  18. Γιάννης Ιατρού said

    26: (συνέχεια):

  19. Costas X said

    Καλημέρα και χρόνια πολλά !

    Αγαπημένος ο Παπαδιαμάντης, το ύφος του και η γλώσσα του.

    Να και δύο πολύ επίκαιρες φράσεις λόγω καραντίνας :

    «Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν χωρίς να θίξει το χαρτίον.» (βλ. βεβαίωση μετακίνησης πολιτών)

    «…τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν.» (βλ. ενδοοικογενειακή βία)

    Και του χρόνου ελέύθεροι !

  20. Χαρούλα said

    Καλημέρα! Καλημέρα!
    Ανάσταση της φύσης, της ζωής! Να βρει τις ψυχές και την διάθεση μας ανοιχτά για να φωλιάσει! Και του χρόνου, συνάνθρωποι!

    Ιδιαίτερες ευχές στον συμπατριώτη Λάμπρο(καλές αεροπτώσεις😊), νομίζω έχω πετύχει και μια …Λαμπρινή(ή είναι απο τα σφουγγαρίσματα;), και φυσικά στους εδώ ανώνυ-ετερόν- μους, της παρέας που γιορτάζουν!

    (ανάγνωση ύστερις… προηγείται η υλική τροφή και η προετοιμασία της)

  21. π2 said

    Χρόνια πολλά σε όλους. Επιστρέφω στα κάρβουνά μου.

  22. Κωνσταντινουπολίτης said

    Να μάς πεί ο κύριος Σαραντάκος και οι άλλοι μαλλιαροί του Ιστολογίου τί θα ήταν ο Παπαδιαμάντης και η περίφημη μαγεία του, αν δεν έγραφε στην καθαρεύουσα. Ένα ΤΙΠΟΤΑ, όπως είχε πρωτοπεί την δεκαετία του 1980 σε μία διάλεξή του στο Λύκειο των Ελληνίδων και ο μακαριστός Μάριος Πλωρίτης!.. Εξ ού και απέτυχαν όλες οι μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη στα αγγλικά και στα γαλλικά. Η Θεία Ελληνική Γλώσσα είναι μαγευτική από μόνη της, για όποιον την γνωρίζει εις βάθος.

    Κι αν εμείς οι Αντίχριστοι, υποληπτώμεθα βαθιά την Ορθόδοξη Εκκλησία και τα κείμενά της (Λειτουργικά Βιβλία, Ύμνοι, Πατερική Γραμματεία κλπ) είναι για έναν και μόνο λόγο: Διότι συντηρεί την Θεία Ελληνική Γλώσσα εις τους αιώνας των αιώνων αμήν, εις πείσμα των μαλλιαρών. Γι’ αυτό και ΕΧΟΥΝ ΛΥΣΣΑΞΕΙ οι αποδομιστές και οι μαλλιαροί να μεταφραστούν τα Λειτουργικά Κείμενα της Εκκλησίας στην Δημοτική, τάχα για να τα καταλαβαίνει ο Λαός.

    Και μιά τελευταία αλήθεια που έχει αποκρύψει το παρόν Ιστολόγιο στα 12 χρόνια της λειτουργίας του: Απείρως περισσότεροι Ξένοι μαθαίνουν σήμερα ελληνικά για να δούν τί πράγματι λέει το πρωτότυπο κείμενο της Καινής Διαθήκης, παρά για να δούν τί λέει ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και τά άλλα παιδιά… Κι αυτό θα συνεχίζεται εις τους αιώνας των αιώνων, όσο υφίσταται ο Χριστιανισμός. Άλλωστε αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της Ιστορίας: Ο Χριστιανισμός, που φιάχτηκε με μοναδικό σκοπό να διαλύσει τον Ελληνο-Ρωμαϊκό Πολιτισμό (Γίββων έφα…), ήταν ο βασικός λόγος που διατηρήθηκε σχετικά ανόθευτη η Θεία Ελληνική Γλώσσα στην τρισχιλιετή (και βάλε…) διαδρομή της

  23. Πέπε said

    > > -Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο; – Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

    Πολύ ωραία παρατήρηση.

    Σήμερα η σχέση γραπτού και προφορικού λόγου βρίσκεται σε τελείως διαφορετικό σημείο απ’ ό,τι τότε. Τώρα όλοι ξέρουν γραφή και ανάγνωση, και όλοι έχουν τη δυνατότητα να πληκτρολογήσουν κάτι που θα διαβαστεί απ’ όλους και θα μένει εκεί για πάντα. Τότε η αναλφάβητη πλειοψηφία έπρεπε να βρει κάποιν να τους κάνει τον γραμματικό, κάποιον που όχι μόνο ήξερε γραφή αλλά διέθετε και όλα τα σύνεργα, χαρτί, καλαμάρι, πένα, στυπόχαρτο… Αλλά παραμένει σταθερό το ότι άλλα λέμε όταν μιλάμε κι άλλα όταν γράφουμε.

    Όσο για τον ταλαίπωρο που προτιμάει τις τρικυμίες παρά να πάει σπίτι του… Ούτε ψύλος στον κόρφο του.

  24. ΓΤ said

    Βασίλης Κώστας https://www.youtube.com/watch?v=j7HIHBVQgfk

  25. dryhammer said

    23 τέλος. Στην τρικυμία μια φορά πνίγεσαι…

  26. Πέπε said

    @17:
    > > Όταν διαβάζεις τέτοιες φράσεις μπορείς να καταλάβεις ότι αυτή την ποίηση των λέξεων που χρησιμοποιεί, δύσκολα μπορεί να την εκφράσει η δημοτική. Φοβάμαι όμως πως όταν αποδημήσουν οι γενιές μας, που διδάχτηκαν καθαρεύουσα, οι νεώτερες θα αντιμετωπίζουν τέτοια κείμενα όπως εμείς στα νιάτα μας τα αρχαία.

    Η τάση να περιχαρακωθεί η σήμερα ομιλούμενη δημοτική σ’ ένα κλειστό στεγανό χώρο, από τον οποίο εξορίζεται καθετί που εδώ και τώρα είναι αποκλίνον ανεξάρτητα πόσο στάνταρ ήταν χτες και παραδίπλα, είναι κακή. Ο Παπαδιαμάντης, και τόσοι άλλοι που έγραψαν σε ελληνικά όχι 100% ίδια μ’ αυτά που μιλάει ο καθένας σπίτι του και στην παρέα του, είναι κληρονομιά μας, και δεν είναι θεμιτό να αποκοπτόμαστε από αυτήν.

    Προσωπικά δεν ανήκω στις γενιές που διδάχτηκαν καθαρεύουσα, αλλά την καταλαβαίνω μια χαρά. Που σημαίνει ότι είναι εφικτό. Αυτό που δεν καταλαβαίνω και δε μου μοιάζει καν για ελληνικά (έστω έμπλεα δανείων) είναι τα ναυτικά παραγγέλματα στην αρχή της ιστορίας, αλλά έχω εκπαιδευτεί, και έχω πλήρως εμπεδώσει, ότι μπορεί κανείς να καταλαβαίνει ένα κείμενο χωρίς να καταλαβαίνει κάθε λέξη.

    Στο σχολείο μοιάζει να υπάρχει μια προσπάθεια προς κάτι τέτοιο στο μάθημα της Λογοτεχνίας, όπου διδάσκονται κείμενα σε ποικίλες μορφές των ελληνικών, αλλά χωρίς καμία υποστήριξη από το μάθημα της γλώσσας. Δεν έχω δει πουθενά, ούτε στην υποσημείωση της υποσημείωσης, αναφορά στα επίθετα σε -εις όπως ο «χαιτήεις». Ο χαιτήεις είναι από τις λέξεις που δεν ήξερα αλλά τις καταλαβαίνω επειδή ξέρω τον ανεμόεντα ή τον πτερόεντα, καθώς και μερικά απολύτως εύχρηστα και σήμερα όπως την αρτερόεσσα και το φωνήεν. Είναι μια γραμματική κατηγορία (ανάμεσα σε παμπλήθη άλλα παραδείγματα) που αντιμετωπίζεται σαν να μην υπάρχει. Ψέμα: φυσικά και υπάρχει. Το ότι τα τελευταία 120 χρόνια μπορεί κανείς να μην είπε «χαιτήεντα κύματα» δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει, αφού είναι γραμμένη σ’ ένα κείμενο που διαβάζεται ακόμη (ας μας πει αν θέλει ο Νίκος, από τα στατιστικά του μπλογκ, πόσοι το διάβασαν μόνο σήμερα!).

    Βέβαια η μαγεία του Ππδ δεν έγκειται σ’ αυτό καθαυτό το γεγονός ότι έγραφε καθαρεύουσα. Άλλοι μεγάλοι λογοτέχνες που έγραψαν στη δημοτική, αν μεταφερθούν στην καθαρεύουσα θα γίνουν γελοίοι και ψεύτικοι. Ο Ππδ έγραψε σε μια γλώσσα την οποία κατείχε μαστορικά, αυτό είναι το θέμα, κι όχι ποια ήταν αυτή η γλώσσα.

  27. Πέπε said

    *αστερόεσσα*

  28. Καλημέρα και χρόνια πολλά.
    Ιδιαίτερες ευχές για τον εδώ Λάμπρο και λοιπούς εορτάζοντες (άλλους Λάμπρους, Λαμπρινές, Ανέστηδες, Τασίες κλπ).
    16 18 Άξιος απόγονος του Δυσσέα! Μπράβο (αν και θα κόψω βαθμό για το 26 που γράφεις αντί για 16).

  29. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ο Παπαδιαμάντης θα ήταν ένα τίποτα, αν έγραφε και στην τυπική καθαρεύουσα του Ραγκαβή, Βάτμαν. Ο Παπαδιαμάντης είναι η γλώσσα του αλλά όχι η καθαρεύουσα. Είναι αυτό το γοητευτικό μείγμα δημοτικής, καθαρεύουσας και εκκλησιαστικής γλώσσας, διανθισμένο με σκιαθίτικους ιδιωματισμούς. Η καθαρεύουσα είναι η βάση του, μια καθαρεύουσα όμως πολύ χαλαρή και καθόλου ψυχρή. Όπως λέει και ο Ελύτης, κινείται γλωσσικά από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά της γλωσσικής κλίμακας: από τα δυσμόθεν και τους προελομένους μέχρι τους χασομέρηδες και τα πελεκούδια. Αυτή είναι η μαγεία του Παπαδιαμάντη μας.

  30. Ρε, συ του Δυσσέα, μάθε με να βάζω φωτογραφίες στο μπλόγκι. Κάτι κάνω και δεν μου βγαίνουν

  31. Πέπε said

    @29:
    Και όχι μόνο σε επίπεδο γραμματικής-λεξιλογίου-σύνταξης. Από τέτοια κριτήρια κατατάσσουμε τυπικά μια φράση στην καθαρεύουσα ή στη δημοτική, την κοινή ή την ιδιωματική. Αλλά ο πλούτος του Ππδ συνεχίζει να αποκαλύπτεται και παραμέσα: Κοίτα τι ωραία που συνταιριάζονται οι σχοινοτενείς καραϋποτακτικές -βέρα καθαρευουσιάνικες- περίοδοι της αφήγησης με τις κοφτές, ελλειπτικές ατάκες των διαλόγων των λαϊκών ανθρώπων!

    Τα πρώτα, κι αν τα μεταφράσεις, πάλι καθαρεύουσα θα είναι. Τα δεύτερα, ό,τι και να τα κάνεις, πάντα θα είναι αυθεντική λαϊκή γλώσσα.

  32. Αγγελος said

    Xρόνια πολλά κι από μένα στο Λάμπρο και σε όλους, εορτάζοντες και μη!

  33. Ηλίας Φωλιάς said

    Χριστός Ανέστη!! Χρόνια πολλά σε όλη την εκλεκτή παρέα. Γνώρισα και αγάπησα τον Παπαδιαμάντη μέσα από τα κείμενα των εκδόσεων Άγκυρα αν θυμάμαι καλά σε νεοελληνική απόδοση. Στη συνέχεια τον διάβασα και στο πρωτότυπο. Στο Δημοτικό (αλλά και στις υπόλοιπες βαθμίδες λίγο πολύ) η νεοελληνική απόδοση είναι μονόδρομος, Αν επιχειρήσεις να παρουσιάσεις το κείμενο που ηχεί τόσο ωραία στα αυτιά μας στα παιδιά μοιάζει τόσο δυσνόητο που παραιτούνται. Εκτός αν για κάθε παράγραφο που διαβάζεις, διακόπτεις διαρκώς για να εξηγείς. Και έτσι όμως περισσότερο τα κουράζεις.

  34. Παναγιώτης Κ. said

    Μου άρεσε η ιδέα στο #6 και την βάζω σε χρήση.
    Ευχές λοιπόν στον εκΛΑΜΠΡΟτατο για την ονομαστική του εορτή. Ευχές επίσης και προς όσους γιορτάζουν σήμερα.

  35. Γιάννης Ιατρού said

    28: για το 26 που γράφεις αντί για 16
    που λένε αφαιρούνται 10 βαθμοί λόγω επεισοδίων 🙂

    30: Ανέβασε την φωτό κάπου, π.χ. εδώ, αντέγραψε τον σύνδεσμό της (αυτόν που τελειώνει σε .jpg ή σε .png) και βάλε τον εδώ (σε ξεχωριστή γραμμή, αν θέλεις να φαίνεται η εικόνα)

  36. Παναγιώτης Κ. said

    @17. Έτσι!

  37. leonicos said

    διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

    Μπα! Δεν το είχα προσέξει!

  38. Παναγιώτης Κ. said

    Σεμνύνομαι 🙂 να λέω ότι έχω καλή σχέση με την Καθαρεύουσα.
    Με τα Αρχαία όμως, η σχέση μου είναι…χείριστη.
    Δεν οφείλεται τόσο στην άγνοια του λεξιλογίου όσο στην άγνοια του Συντακτικού.
    Μάλλον έπεσα σε φιλολόγους που έκαναν εκπτώσεις στη διδασκαλία τους επειδή οι μαθητές που είχαν…δεν καταλάβαιναν! (Η γνωστή δικαιολογία για να μη κάνει ο διδάσκων καλά τη δουλειά του που σημαίνει, να μη τραβήξει ζόρι!)
    Το ερώτημά μου έχει ως εξής:
    Εκείνος που ισχυρίζεται ότι έχει καλή σχέση με τα Αρχαία πως το εννοεί;
    Είναι στο ίδιο επίπεδο με τη σχέση που έχει με την Καθαρεύουσα;

  39. leonicos said

    Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

    Μόλις τύπωσα ένα ιατρικό βιβλίο ενός φίλου, 270 σε 100 αντίτυπα. Στις αρχικες σελίδες πάτησα άλλο ένα page κατά λάθος και το κείμενο αρχίζει από τη σελ 10 αντί της 9, όλα τα κεφάλαια μετατέθηκαν κατά μία σελίδα και δεν συμφωνούν με τα Περιεχόμενα

    Φυσικά θα το ξαναβγάλω και θα επιβαρυνθω τα έξοδα, κανένα 400ᾱρι

    Για ένα κλικ που δεν πρόσεξα

    Προσέχετε τα κλικ και τα τιγαρασας στο δάσος

  40. leonicos said

    ο ροίβδος της λαίλαπος

    ήξερε ελληνικά ο άνθρωπος

  41. Πέπε said

    38

    Προσωπικά καταλαβαίνω πολύ πιο άμεσα την καθαρεύουσα από τα αρχαία. Αν όμως πάω να γράψω καθαρεύουσα, κάτι στο οποίο δεν έχω ασκηθεί, δε θα μου βγει: όλη την ώρα θα προσπαθώ να τιθασσεύσω την τάση να γράφω όσο γίνεται πιο «μη-δημοτική», μια τάση η οποία τελικά καταλήγει να γράφεις σχεδόν αρχαία – π.χ. να αποφεύγεις ακόμη και το απλό «είναι» υπέρ του «εστί», κάτι που μετά θα πρέπει να το επανορθώσεις! Ενώ στα αρχαία δεν υπάρχουν τέτοιες ασάφειες: τα αρχαία δεν είναι μη-νέα, έχουν δικά τους σαφή όρια.

  42. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Χρόνια πολλά κι από εδώ σε όλους τους σχολιαστές και ιδιαίτερα στον Νικοκύρη που μας φιλοξενεί στο μοναδικά δημοκρατικό του ιστολόγιο.

    2 – Ευχαριστώ Γιώργο κι ελπίζω κάποια μέρα να τα πούμε κι από κοντά.

    6 – Ευχαριστώ Dryhamer, ήταν προγραμματισμένο να έρθω στην Χίο για μια δουλειά (για ένα μεσαιωνικό σπίτι στον Κάμπο ενός φίλου γιατρού) τον Μάϊο αλλά αναβλήθηκε αορίστως για αργότερα. Ποιός ξέρει,κάποια μέρα μπορεί να βρεθούμε και να το ρίξουμε στα σκληρά, να πιούμε π.χ και καμιά σουμάδα.😂
    Περιμένω με ανυπομονησία το νέο σου κείμενο.

    7 – Ευχαριστώ για τις ευχές σου Gee που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί είναι οι πρώτες στην ζωή μου από έναν αήττητο νταμπλούχο.😂

    15 – Ευχαριστώ Nikiplos, να είστε καλά και να έχεις πάντα αυτό το καθαρό κι ανοιχτό μυαλό.

    20 – Ευχαριστώ Χαρούλα, πάντα δυνατή και στις επάλξεις.😊

    28 – Ευχαριστώ Γιάννη, να είστε καλά, ευχές κι από την Παπέν, κι όταν λήξει ο συναγερμός, θα το γιορτάσουμε δεόντως.😊

    32 – Eυχαριστώ Άγγελε (όνομα και πράμα) σου εύχομαι κι εγώ υγεία, που είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε οι άνθρωποι αλλά της δίνουμε αντιστρόφως ανάλογη σημασία.

    34 – Ευχαριστώ Παναγιώτη, είναι σημαντικό για μένα να ξέρω πως υπάρχουν άνθρωποι με το δικό σου ανοιχτό μυαλό.

    Το αρνί στο φούρνο, είναι έτοιμο, πάω για τα περαιτέρω.😂

  43. Γιάννης Ιατρού said

    39: Πάρε και κανένα επιμελητή, πιθανότατα φτηνότερα θα σού ‘ρθει Λεώ. Κλέφτες θα γίνουν αυτοί;
    Καλά να περάσετε τις γιορτές!

  44. leonicos said

    17 Αθεόφοβε

    ο Φιλόδημος στο Περὶ Ποιημάτων, “κἀκ τῶν ποιῶν πο-σῶν γραμμάτων ἀποτελεῖσθαι τα κάλλη. καὶ τὸν Ὅμηρον έκλογῆς τοιούτων ἅπασαν ἀπειργᾶσθαι τὴν πόησιν, καὶ φθόγγοις ἡμᾶς τὰς ὀνομασίας………[κενό χειρογράφου] ἀποφηναμένου καὶ Κράτη-τος ἡγεμονίαν διδόσθαι τοῖς ἔπεσι, τοῖς δὲ ἤθεσι συμμάχοις χρῆ-σθαι τὴν πόησιν, καὶ τὸν ποητήν, καθάπερ Ἀνδρομενίδης, τό τε πόημα τή τε πόησιν ἡγεῖσθαι τῆς τέχνης, ὁ δ’ ἔξω τῆς τέχνης εἶναι τοὺς λόγους καὶ τὰ διανοήματα.” και “τόδ’ εἴπερ ἔτ’ εἶπε, τὸ μὴ πιθανὸν εἶναι τὴν διάνοιαν ἐπαινεῖν, ἀτέχνου γε δὴ τούτου ὄντος. ὃ πρὸς τοὺς κριτικοὺς λέγει, παραιτοῖτ’ ἄν, ὁμολογούντων ἄτεχνον εἶναι οὐδ’ εἶναι λόγῳ, τετριμμένῃ δ’ ακοῇ γνωστόν ”

    Γινόταν μάχη την ελληνιστική εποχή μεταξύ των κριτικών, που υποστήριζαν ότι ο ήχος τους ποιήματος δίνει αξία στην ποίηση χωρίς τη βοήθεια της διάνοιας και των γραμματικών που υποστήριζαν ότι τα νοήματα κάνουν την ποίηση

    Είμαι στη μέση. Ποίηση, γιναικά λόγος χωρίς νοήματα δεν έχει νόημα, αλλά στην ποίηση ο ήχος είναι μια αξία που δεν μπορεί να παροραθει, και που είναι και αμετάφραστη

  45. ΣΠ said

    Χρόνια Πολλά, διαδικτυακοί φίλοι. Ιδιαίτερα στον Λάμπρο, που έχει την τιμητική του σήμερα.

  46. spiral architect 🇰🇵 said

    Χρόνια Πολλά, Καλό Πάσχα με υγεία σε όλους. Χρόνια Πολλά στον Λάμπρο, στους Τάσους και στις Αναστασίες.

  47. ΓιώργοςΜ said

    Χρόνια πολλά κι από εδώ, αμέλησα να ευχηθώ στο Λάμπρο και στους λοιπούς εορτάζοντες.

    Εξαιρετική επιλογή το κείμενο, έχει και μια εν παρόδω αναφορά σε καραντίνα, οπότε και έτσι επίκαιρο είναι.

    Κι εμένα με γοητεύει η φράση που αναφέρει ο Αθεοφοβος στο 17, αλλά αμέσως προσπάθησα να σκεφτώ πώς θα την έφτιαχνε ο Σεφέρης ήο Βάρναλης. Πολύ θα ήθελα να δω ένα a la maniere de… από τους (και τις) ποιητικά εξοπλισμένους

  48. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χρόνια πολλά κι από μένα στον Λάμπρο. Πάντα υγιής, δημιουργικός και αιρετικός. ☺

  49. ΓΤ said

    Ιβάν Σαββίδης: «[…] Ας δούμε όλα όσα συμβαίνουν ως μία δοκιμασία, την οποία μας έστειλε ο Κύριος […]». Πλήρες https://www.sdna.gr/podosfairo/713084_iban-sabbidis-o-kosmos-mahetai-me-tin-pandimia-toy-koronoioy-den-prepei-na

  50. dryhammer said

    42. α)Τα σπίτια του Κάμπου είναι από Γενοβέζικα (1346-1566) και μετά. Μεσαιωνικά, στα νοτιότερα (Μαστιχόχωρα).
    β) Ο Σουμάχερ είναι σταμπάι.
    γ) Έχει ελλιμενιστεί και περιμένει στο λοιμοκαθαρτήριο του Νικοκύρη την άρση της καραντίνας του Πάσχατος.

  51. aerosol said

    Χρόνια πολλά σε όλους και μερικά περισσότερα στο Λάμπρο!
    Και του χρόνου, με στενότερες επαφές.

  52. Αυτό για τον Κίντο:

  53. 35 δυο αποτυχημένες δοκιμές. Πιο αναλυτικές οδηγίες γίνεται; Ναι. Το ανέβασα. Ναι, γράφω το λινκ (και ψιλοφτιαγμένο όπως είδα το δικό σου).

    Και;

  54. Εγώ δεν έβαλα tag rel=»nofollow ugc» Πού το βρήκε; Και γιατί εξαφάνισε το img src;

  55. # 16,18

    Χριστός Ανέστη (η επιστήμη όλα τα μπορει ! )

    Επιστήμη Γιάννη μου δε λέω, αλλά το ψήσιμο θέλει τέχνη, με το μάτι που λέμε όχι επιστημονικό μέτρημα. Ειχα ένα φίλο που καθότανε με το φυσερό και την κανάτα με νερό στο χέρι για να ρυθμίζει άμεσα τα ζύγια της φωτιάς κι όταν έβαζες την πέτσα από το ψητό στο στόμα ελιωνε αμέσως χωρίς όμως να τρέχουν λίπη έξω από το στόμα. Τέτοια ακρίβεια !
    Γι αυτό κι έγώ έστρωσα σ’ ένα ταψί καρότα (!) λεμονισμένα κι αλατοπιπερωμένα, έβαλα επάνω ένα μπούτι κατσικίσιο το φούρνισα και αναστενάξανε τα πηρούνια. Ενω το κοκορέτσι στα κάρβουνα άρεσε στην γάτα μου κι αποφάσισα να της το δώσω όλο, τέτοιο χάλι αθήναζε, γιατί στο Γαλαξίδι όλο και κάποιος σχετικός με τα κάρβουνα μουστερής βρισκότανε

  56. # 54

    Αγόρι μου άσε τα δύσκολα για επιστήμονες, εμείς οι απλοί μαθηματικοί χρησιμοποιούμε το Postimage.org , πολύ απλό, έχει οδηγίες και δεν χρειάζεται να τις ανεβάσεις αλλού αν τις έχεις στο κομπιούτερ

  57. 56 Σ’ αυτό την ανέβασα τη συφοριασμένη αλλά… Δεν τα καταφέρνω, δεν τα καταφέρνω. Κάτι χάνω. Το «Hotlink για ιστοσελίδα» που δίνει κάτι βλέπω να λείπει, αλλά λέω ας το βάλω. Πάντα τζίφος…

    Η πλάκα είναι πως κάποτε τάχα καταφέρει… Τέλος πάντων, τζάμπα τρώμε τα σχόλια…

  58. ΣΠ said

    57
    Δες τι έγραψα εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2020/04/18/meze-423/#comment-647444

  59. # 57

    για να ανεβάσεις εδώ επιλέγεις Αμεσος σύνδεσμος και τον μεταφέρεις εδώ, Μήπως έχεις αλλού το υαλό σου και δεν τα καταφέρνεις όπως ο κύριος ;

  60. sarant said

    Eυχαρισ΄τω για τα νεότερα! Μια και πρώτη φορά (και ίσως τελευταία) κάνω Πάσχα στα ξένα ΚΑΙ μόνος, πήγα μια μεγάλη πεζοπορία και μάλλον ζόρικη, 22,5 χλμ -σε 6 ώρες διότι είχε πολλή ανηφόρα.

    12 Μα, φέτα οι λιγούρηδες;

    26 Δεν διαφωνώ. Το λάθος κτγμ είναι να θέλεις να διδάσκεται στο μάθημα της Γλώσσας η κλίση επιθέτων όπως ο χαιτήεις. Αυτό, στα αρχαία.

    33 Συμφωνώ για τη διδασκαλία

    42 Γεια σου Λάμπρο!

    42-50 Την άλλη Κυριακή!

  61. Προσοχή και στον κοκκωνοϊό, λοιπόν.
    Χρόνια Πολλά και Καλά σε όλους!

  62. Avonidas said

    Καλησπέρα, Χρόνια Πολλά στους εορτάζοντες και στον Λάμπρο συγκεκριμένα. 🙂

    Πολύ ωραία παρατήρηση.

    Σήμερα η σχέση γραπτού και προφορικού λόγου βρίσκεται σε τελείως διαφορετικό σημείο απ’ ό,τι τότε. Τώρα όλοι ξέρουν γραφή και ανάγνωση, και όλοι έχουν τη δυνατότητα να πληκτρολογήσουν κάτι που θα διαβαστεί απ’ όλους και θα μένει εκεί για πάντα. […] Αλλά παραμένει σταθερό το ότι άλλα λέμε όταν μιλάμε κι άλλα όταν γράφουμε.

    Εκανα ακριβώς την ιδια σκεψη με τον Πέπε, πόσο μάλλον που έχω και σύγχρονο αντίστοιχο βίωμα. Κάποτε η μητέρα μου, που δεν τα πήγε ποτέ καλά με την τεχνολογία, μου υπαγόρευσε ενα email να στείλω στη θεία μου και κουνιάδα της, αφού συνέβησαν κάποια πολυ βαρια και δυσάρεστα και ακατάλληλα για να συζητηθούν δημοσίως.

    Αφου έβαλα και την τελευταία τελεία, και πριν πατήσω «αποστολή», γυρίζω και της λέω:

    – «είσαι σίγουρη ότι θέλεις να στείλεις αυτό το email? Γιατι ετσι και φύγει δεν θα μπορέσεις να το πάρεις πίσω».

    Γνώριζα καλά ότι όλα οσα πρόσαπτε της θειας μου ήταν αλήθεια, κι οτι δεν ηταν προϊόν εκνευρισμού της στιγμής αλλά η εκτόνωση μερικών δεκαετιών αγγελικής υπομονής και αυτοσυγκράτησης. Αλλά επισης γνωριζα οτι η θεια μου ήταν (και παραμενει) ανίκανη για αυτογνωσία και ανεπίδεκτη αναμόρφωσης.

    -«Είμαι σίγουρη», μου ειπε. Κι εγώ το στειλα.

    Αυτό ήταν το τελευταίο email της μητερας μου στη θεια μου, και το τελευταίο της γενικώς.

  63. 58 59 Ευχαριστώ για τις συμβουλές. Παρασκοιλικιάσαμε εδώ μέσα. Ας αλλάξω μοτίβο.
    Νίκο σβήσε τίποτα, απλά δεν μπορώ να δοκιμάσω αλλού. Στο δικό μου που είναι στο blogspot το βγάζει μια χαρά.

    Ας δούμε με τον Άμεσο σύνδεσμο του Τζώργη

    Με το «Hotlink για ιστοσελίδα:»

    Και με τον τρόπο που το έβαλα αρχικά στο χτεσινό:

    https://i.postimg.cc/ryNh3fsd/image.jpg

    Α! όχι, αλλιώς τόχα

    https://i.postimg.cc/ryNh3fsd/image.jpg

    Και κλέβοντας

  64. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χριστός Ανέστη!
    Λάμπρε, λαμπρή κι ολόφωτη να είναι πάντα η ζωή σας με τη Λάμπραινα – Παπέν και τις λαμπρές Λαμπρούλες σας 🙂 .
    Διαρκής ανάσταση και επανάσταση για όλους!

  65. Άρα ο άμεσος σύνδεσμος όντως λειτουργεί! Ευχαριστώ G
    Οι μαθηματικοί καταλαβαινόμαστε καλύτερα!

  66. Το επόμενο είναι να μάθω να τις μικραίνω κιόλας να μην είναι σαν του Γς. Αλλά μπορεί να το κάνω και στον υπολογιστή μου πρώτα…

  67. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τί να λέμε για τον ανεξάντλητο Παπαδιαμάντη. Βάλσαμο, βαθιές αλήθειες, θέαση του ανθρώπου στις πραγματικές του διαστάσεις, με τις πτυχές και τις κορδέλες του, η έξω και έσω ζωή των λαϊκών απλών ανθρώπων σε ‘πιτήδειες γοητευτικές αράδες που πάντα στο τέλος, ακόμη κι όταν έχουν διεκτραγωθηθεί πικρά συμβάντα, αφήνει με τον τρόπο του έναν απαλό, υπόγλυκο απόηχο στην ψυχή του αναγνώστη.

    >>χαιτήεντα κύματα -χαιτήεις
    Ακινόνυξ ο χαιτήεις (Acinonyx jubatus) ο γατόπαρδος
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82

  68. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  69. Πέπε said

    60 (@26):

    Στα αρχαία προφανώς και διδάσκεται. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τον Παπαδιαμάντη. Η καθαρεύουσα είναι νέα ελληνικά.

    Τι είναι αυτό που κάνει τους νεότερους να μην καταλαβαίνουν καθαρεύουσα, και να χρειάζονται (όπως ήδη επισημάνθηκε και όπως το ‘χω διαπιστώσει κι εγώ κατ’ επανάληψη) άπειρες εξηγήσεις που σκοτώνουν το κείμενο; Σίγουρα όχι τό ότι δεν έχουν διδαχτεί καθαρεύουσα, γιατί οι λίγο μεγαλύτεροι, που επίσης δεν έχουν διδαχτεί, καταλαβαίνουν, τουλάχιστον αρκετά ωστε να είναι σε θέση να τον απολαύσουν.

    Δεν είναι ένα πρόβλημα που να το ‘χω μελετήσει εις βάθος και να έχω προτάσεις για τη λύση του. Θεωρώ όμως ότι στη γλώσσα πρέπει να διδασκόμαστε και αυτό που δεν ξέρουμε, προκειμένου να το μάθουμε (όπως ακριβώς γίνεται στα υπόλοιπα μαθήματα), κι όχι να το εξαφανίζουμε επειδή δήθεν δεν ανήκει στη σημερινή γλώσσα.

    Στη σημερινή γλώσσα ανήκει και ο Παπαδιαμάντης, αφού και σήμερα διαβάζεται. Ακόμη και ο πολύ πιο ιδιόρρυθμος Κάλβος. Ακόμη και το Πιστεύω και διάφορες προσευχές, που δε γράφτηκαν σήμερα -μπορεί πριν 2000 χρόνια- αλλά λέγονται και σήμερα. Και όλες οι απολιθωματικές δοτικές, ευκτικές κλπ. των στερεότυπων εκφράσεων. Δε χρειάζεται όλα αυτά να διδάσκονται αναλυτικά με τη γραμματική τους κλπ., προς θεού, αλλιώς άλλη δουλειά δε θα ‘χαμε παρά να μαθαίνουμε γραμματική στη ζωή μας. Πρέπει όμως να εξοικειώνεται το παιδί μ’ αυτά, αντί να προστατεύεται μη τυχόν και τα συναντήσει – αφού αναπόφευκτα θα τα συναντήσει.

  70. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Εσπερινός της Αγάπης» λέει

  71. Γιάννης Κουβάτσος said

    «αντί να προστατεύεται μη τυχόν και τα συναντήσει»
    Πολύ μου άρεσε αυτό, Πέπε, πολύ επιτυχημένο. ☺ Και αυτή η υπερπροστασία οδηγεί στον «παρόν ιστότοπο» και στα «διεθνές αεροδρόμια», οπότε τι φταίει; Μα που είναι ανώμαλα και απροσάρμοστα. Τα επίθετα και οι μετοχές, εννοώ. ☺

  72. Χαρούλα said

    Ωραίο. Επίκαιρο. Νομίζω όμως, πως αν δεν ήταν γραμμένο σε αυτήν την γλώσσα, ίσως και να μην με ενδιέφερε καθόλου. Για μένα, η γλώσσα αυτή το κάνει λογοτεχνία.

    Πέπε πόσο ακριβές!
    ……Προσωπικά καταλαβαίνω πολύ πιο άμεσα την καθαρεύουσα από τα αρχαία. Αν όμως πάω να γράψω καθαρεύουσα, κάτι στο οποίο δεν έχω ασκηθεί, δε θα μου βγει: όλη την ώρα θα προσπαθώ να τιθασσεύσω την τάση να γράφω όσο γίνεται πιο «μη-δημοτική», μια τάση η οποία τελικά καταλήγει να γράφεις σχεδόν αρχαία…….
    Αυτό που νιώθω δεν θα μπορούσα να το περιγράψω σωστότερα.

    Σουρωτή, σόδα, ίσως Perrier κανείς;😂🤣😂
    ……………. και του χρόνου λιγότερο λαίμαργοι!

  73. ΚΑΒ said

    Θυμήθηκα το επίγραμμα που έγραψαν οι κάτοικοι της Γέλας στη Σικελία για τον Αισχύλο που πέθανε εκεί:

    ἀποθανόντα δὲ Γελῷοι πολυτελῶς ἐν τοῖς δημοσίοις μνήμασι θάψαντες ἐτίμησαν μεγαλοπρεπῶς, ἐπιγράψαντες τούτῳ·

    »Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
    μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο πέλας·
    ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι,
    καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος».

    Ο Αισχύλος ο γιος του Ευφορίωνα από την Αθήνα σ’ αυτό εδώ το μνήμα της σιτοφόρας Γέλας είναι θαμμένος. Την ονομαστή δύναμή του το άλσος του Μαραθώνα την ομολογεί και οι Πέρσες με τη μακριά και πλούσια κόμη τη γνωρίζουν.

  74. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Χρόνια Πολλά σε όλους! Ιδιαίτερα στους/στις εορτάζοντες/ουσες. Και, φυσικά, στον ΛΑΜΠΡΟ!!

    – ΕΞΑΙΣΙΟ το σημερινό!! Δεν το είχα διαβάσει. (Δεν μπορεί, θα το θυμόμουνα!) Ευχαριστούμε, Νικοκύρη!

    – Και δυο μικροδιορθώσεις :
    επιστρεφομένου -> επιστεφομένου
    εις υψηλήν υαλόφρακτον θήκην -> εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην

    – Πολλές οι φράσεις του κειμένου που με γοήτευσαν, κυριολεκτικά. Ήδη αναφέρθηκαν κάποιες. Μου εντυπώθηκε η γνωστή μεν εικόνα, που όμως η γραφίδα του Ππδ τής δίνει άλλη διάσταση: «Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν,…»!!

    – 26,Πέπε + 29,Κουβάτσος.
    Συμφωνώ σε όλα που γράψατε κι εκφράσατε τόσο καίρια.

  75. dryhammer said

    72 τέλος. …και ηλε-χτύπημα στην πλάτη…

  76. ΚΑΒ said

    73 τώρα βλέπω ότι στο αρχαίο κείμενο υπάρχει και άλλο λάθος : Γέλας και όχι πέλας. Το άλλο που διόρθωσα ήταν το πυραφόροιο

    συναντώ συχνά λάθη στον Διογένη

  77. Γς said

    Στον τηλεοπτικό Στάι, τώρα:

    -Στιγμές πασχαλιάτικες κατέγραψαν ρεπόρτερς του Mega [;], συγνώμη του Σκάι

    Mega ; Δεν άκουσα καλά…

  78. Γς said

    Ανάσταση με πολύ βεγγαλικό χτες

    Αλλά χωρίς Βροντάδες γίνεται;

  79. dryhammer said

    78. Και χωρίς ρουκετοπόλεμο πάλι τα καταφέρνουμε…

    αφεένα
    https://www.politischios.gr/hios-poli/mikres-ektases-purkagias-apo-rouketa-ston-brontado

    και αφεδύο
    https://www.politischios.gr/koinonia/ektetamena-epeisodia-ste-bi-al-me-katastrophes-kai-purkagies

  80. sarant said

    74 Ευχαριστώ για τις διορθώσεις!

    69 Είναι νέα ελληνικά η καθαρεύουσα; Σηκώνει πολλή συζήτηση αυτό.

  81. dryhammer said

    80 = f(69). Είναι η no man’s land μεταξύ αρχαίων και νέων με τελωνεία εκατέρωθεν και ΚΑΔ στη μέση!

  82. dryhammer said

    81. Μπαρδόν …Κ.Α.Ε. στη μέση

  83. Jane said

    Χρόνια πολλά , υγεία και δύναμη να έχουμε όλες και όλοι.🐞
    Και υπομονή.. θα ωριμάσουν! ☭ 😉

  84. Πέπε said

    Γιατί σηκώνει συζήτηση; Από νεοέλληνες δε χρησιμοποιήθηκε; Απλώς δανείζεται αρκετή γραμματική από τα αρχαία. Υπήρξαν και νεοέλληνες που να γράφουν αρχαία, ποίηση κυρίως, και είναι σαφής η διαφορά.

  85. Μαρία said

    80β
    Και ποια απ’ όλες; Γιατί είναι και πολλές οι άτιμες.

  86. sarant said

    84 Δες τι λέει η Μαρία στο 85. Αλλά το «από νεοέλληνες δεν χρησιμοποιήθηκε» δεν είναι επιχείρημα, διότι τότε και τα γαλλικά είναι ελληνικά, αφού χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από νεοέλληνες, όπως τώρα τα αγγλικά.

  87. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πόλη, Βάρνα, Οδησσό, Κωστάντζα και Μπραϊλα (..και Ταϊγάνι και και..)
    Εκεί απ’ όπου κατέβαζαν περιπλανήσεις, κόπους, εθνική υπερηφάνεια και πλούτο τα Σκοπελιτάκια της Ελαδίτσας
    Και μία από τις καλύτερες στιγμές δημιουργίας του Δ. Σαββόπουλου..

  88. Γιάννης Κουβάτσος said

    Η καθαρεύουσα ποτέ δεν μιλήθηκε από τον λαό, ούτε αυθόρμητα ούτε κατ’ επιταγήν. Ήταν μια κατασκευασμένη γλώσσα που αμφιβάλλω αν τη μιλούσαν στις ιδιωτικές τους στιγμές ακόμα και οι ακραιφνείς καθαρευουσιάνοι.

  89. Theo said

    Χριστός ανέστη κι από ‘δω.

    Και χρόνια πολλά κι αγέραστα στον Λάμπρο και σε όλες και όλους τις εορτάζουσες/ντες.

    Για την καθαρεύουσα θα πω πως γενικά με απωθεί αλλά την καταλαβαίνω πλήρως. (Φυσικά άλλη είναι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, όπως επισημάνθηκε -σχ. 29- κι άλλη γοητεία έχει.)
    Μέσα στη δισχιλιόχρονη διαδρομή τους υπάρχουν πολλά «είδη» αρχαίων ελληνικών. Την αττική, αττικίζουσα και κοινή τις καταλαβαίνω άνετα και συνήθως τις απολαμβάνω. Εκεί που δυσκολεύομαι είναι αρκετά ποιητικά κείμενα σε άλλες από την αττική διαλέκτους.

  90. nikiplos said

    Το διήγημα μου θύμισε αυτό το τραγούδι:

  91. Πέπε said

    86
    Τα γαλλικά χρησιμοποιήθηκαν και από Γάλλους όμως. Η καθαρεύουσα δε χρησιμοποιήθηκε από αρχαίους.

    88
    Δεν είναι ακριβώς έτσι.

    Η πρότυπη γραπτή γλώσσα κάθε χώρας είναι εξ ορισμού φτιαχτή, και πολύ συχνά δε μιλιέται αυτούσια από κανέναν ή σχεδόν. Αυτό δεν την κάνει αρχαία. Εξάλλου, επιμέρους στοιχεία της καθαρεύουσας σαφώς και πέρασαν στην ομιλία κάποιων ανθρώπων. Μην ισχυριστεί κανείς ότι δεν έχει προφτάσει ανθρώπους, ακόμη και μικρής μόρφωσης, που έλεγαν «οι μαθηταί, τους μαθητάς» (μπορεί ν’ απομένουν ακόμη μερικοί).

    Διαλέγω αυτό το παράδειγμα γιατί βγάζει μάτι, αφού (α) είναι αυτούσιο παρμένο από τ’ αρχαία, (β) δε λέγεται σήμερα. Η γλώσσα μας όμως βρίθει από λιγότερο καραμπινάτα παραδείγματα λέξεων ή τύπων που εισήχθησαν από την καθαρεύουσα και που δε θα μπορούσαν να υπάρχουν σήμερα αν δεν είχε υπάρξει επαφή μεταξύ καθαρεύουσας και ομιλουμένης. Ας δούμε τυχαία το σχόλιο που αυτή τη στιγμή είναι μέσα στο οπτικό μου πεδίο, το #89 του Τεό: «…όλες και όλους τις εορτάζουσες/ντες […] με απωθεί αλλά την καταλαβαίνω πλήρως […] όπως επισημάνθηκε […] πολλά «είδη» αρχαίων ελληνικών […] άλλες από την αττική διαλέκτους… (στο τελευταίο μάλιστα είναι και η σύνταξη). Όλοι μιλούν έτσι. Όποιος προσπαθήσει να αποβάλει κάθε καθαρευουσιάνικη επιρροή από τη γλώσσα του, αυτός είναι που θα μιλάει φτιαχτά – και θα δυσκολευτεί πολύ να γίνει κατανοητός.

    Το ποια καθαρεύουσα απ’ όλες είναι όντως ένα θέμα.

  92. Theo said

    @91:
    Πέπε, συμφωνώ σε όλα.
    Μόνο που εγώ δεν είμαι ο μέσος όρος του σημερινού Έλληνα. Μιλάω και γράφω έτσι, αφενός γιατί μέχρι και την 6η του τότε γυμνασίου διδάχθηκα μόνο καθαρεύουσα, και αφετέρου γιατί η κύρια ασχολία μου αφορά μεταβυζαντινά (κυρίως) αλλά και βυζαντινά κείμενα (μάλιστα ένα μεσοβυζαντινό κείμενο το μετέφρασα πριν από σαράντα χρόνια).
    Άλλες όμως προσλαμβάνουσες παραστάσεις έχουν οι νεότεροι, και ίσως αυτές να βαραίνουν περισσότερο σήμερα.

  93. sarant said

    91 Γιατί να προσπαθήσει κανείς να αποβάλει κάθε λόγιο στοιχείο; Η λόγια συνιστωσα της νέας ελληνικής δεν ενοχλεί καθόλου. Αυτά του Τέο που έχεις μαυρίσει είναι απολύτως αποδεκτά και ενσωματωμένα. Ένα «τους μαθητάς» μάλλον ξενίζει, είτε είναι μόνο του σαν τη μύγα μες στο γάλα, είτε συνοδεύεται απο άλλους καθαρεύοντες τύπους.

  94. ΚΩΣΤΑΣ said

    Γενικά, για τη γλώσσα μας, συγκλίνω με τον Πέπε. Όλες οι μορφές της είναι πολιτιστική μας κληρονομιά. Εντάξει, η πολιτεία καθιέρωσε νομικά ως επίσημη γλώσσα σήμερα τη δημοτική για έναν κοινό τόπο συνεννόησης. Κι αυτή εν μέρει φτιαχτή είναι. Επίδραση υπάρχει μεταξύ όλων των μορφών της γλώσσας μας σε κατιούσα μορφή. Όλες οι παλιότερες άφησαν κατάλοιπα στις νεότερες, στις εξελισσόμενες μορφές.

    Προσωπικά το γλωσσικό δεν με απασχολεί. Χρησιμοποιώ, όπως νιώθω, μικτή γλώσσα. Όλοι με καταλαβαίνουν και έμμεσα γίνομαι διαμεσολαβητής και μεταδότης του γλωσσικού μας πλούτου στον ευρύτερο κοινωνικό μου περίγυρο. Ποτέ μου δεν κατανόησα τους υποστηρικτές της καθαρότητας μιας ορισμένης μορφής. Αυτή η τάση σήμερα εκφράζεται κυρίως από τους αυτοπροσδιοριζόμενους αποκλειστικά ως δημοτικιστές. Επιεικώς κρίνω αυτή την τάση ως αυταρχική.

  95. Κουτρούφι said

    Δεν ήξερα τον Καισάριο Δαπόντε (1713/14 – 1784). Το χωρίο που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης είναι αυτό:

    «Κρασὶ σκοπελίτικο, κουμανταριὰ ἡ κυπριώτικη, μοσχάτο σαμιώτικο, καὶ μερικὰ τῆς φραγγιᾶς, Δάντζκας Βούτκαις δέ, καὶ βλαχομπογδανίας, ῥοσόλια κορφιάτικα, ἐκλεκτὰ πράγματα.»

    Ολόκληρο το κείμενο είναι εδώ:
    http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/kaisarios_dapontes_logoi_panhgyrikoi/13_kanwn_exairetwn_pragmatwn.htm

  96. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    (Συνέχεια)

    – χαιτήεις, -εσσα, -εν.
    Και μου ήρθε ο ομοιοκατάληκτος Σελλήεις ποταμός (ή Λαγανέϊκο ποτάμι), παραπόταμος του Πηνειού στην Ηλεία. Αξέχαστη εμπειρία να περπατάς στην κοίτη του και να μπαίνεις μετά στο Φαράγγι των Κενταύρων! (Είχε και εκεί, λέει…)

    – Στην Κρήτη η κοκκώνα (κοκόνα) είναι το ανδρικό μόριο! Χαϊδευτικά ή …υποτιμητικά 🙂 : το κοκκωνιό (κοκονιό). Δεν έχω ιδέα από πού/πώς προήλθε αυτή η σημασία…

  97. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μα δεν μίλησε κανείς κατά της λόγιας δημοτικής. Ειδικά σ’ αυτό το ιστολόγιο την τιμούμε δεόντως και στο άρθρο και στα σχόλια. Εννοείται πως θα πάρουμε λέξεις από όλο το φάσμα της γλώσσας μας, αφού μας είναι απαραίτητες για να εκφραστούμε και να συνεννοηθούμε. Οι καθαρευουσιάνοι όμως δεν έκαναν αυτό, έκαναν το αντίθετο: απέρριπταν τις λαϊκές καθιερωμένες και εκφραστικότατες λέξεις ως χυδαίες και τις αντικαθιστούσαν με λέξεις που έπλαθαν οι ίδιοι ή τις ψάρευαν από το αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο. Πρόσφεραν υπηρεσίες στον τομέα της επιβεβλημένης λεξιπλασίας μεν αλλά η αλαζονεία τους και η αρχαιοπληξία τους τους οδήγησε στο ακραίο σημείο της αντικατάστασης μιας ζωντανής γλώσσας από μία πεποιημένη. Αλλά όλα αυτά τα έχει πει ο Σολωμός μας στον «Διάλογό» του.

  98. Αγγελος said

    Theo (92), φυσικά δεν είσαι ο μέσος όρος του σημερινού Έλληνα!
    Άκουγα σήμερα το χαζοπαίχνιδο «Ο πιο αδύνατος κρίκος» στην τηλεόραση. (Αργόσχολος συνταξιούχος και έγκλειστος γαρ…) Ένας που ρωτήθηκε σε ποια χώρα της Ευρώπης βρίσκεται το Πόρτο απάντησε «στο Πόρτο Ρίκο». Ένας άλλος που ρωτήθηκε πότε κατέκτησαν οι Γερμανοί την Ελλάδα είπε «το 1943». Στους δύο τελευταίους επιζώντες 🙂 μπαίνουν πέντε ερωτήσεις και κερδίζει όποιος απαντήσει σωστά στις περισσότερες. Ε, ο ένας δεν πέτυχε καμία και ο άλλος, ο και νικητής, πέτυχε μόνο μία από τις πέντε! Μία ερώτηση ζητούσε τον πρώτο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ε, αν έχετε θεό, ο ερωτώμενος απάντησε «ο Γεώργιος Παπαδόπουλος»!!! Μην ακούω λοιπόν για «μέσο όρο του σημερινού Έλληνα»…

  99. mitsos said

    Χρόνια πολλά στο Λάμπρο μας και σε όσες και όσους εορτάζουν .

    Ένα από τα πιο ωραία Παπαδιαματντικά.
    Άλλο ένα δώρο για το οποίο χρωστάω στον Νικοκύρη ένα ευχαριστώ.

    Συμφωνώ με κάποια σχόλια π.χ. το Ιδίωμα Παπαδιαμάντη είναι από μοναδικό ένρεχνο- λόγιο κράμα ανεπάνάληπτου κάλλους . Όσοι προσπάθησαν να το μιμηθούν απλά έφτιαξαν άτεχνα συμπίλήματα …

    Διαφωνώ όμως και σε πολλά άλλα.
    Όπως ακόμα και ένας ζωγράφος ξέρει : «.. η σημερινή νεολαία έχει μόνο ένα σπουδαίο ελάττωμα. Δεν μας περιλαμβάνει. »

    Το πρόβλημα δεν είναι αν ξέρουν οι μαθητές τα παράγωγα του ῥοιβδέω και του ῥοχθῶ . Το πρόβλημα είναι αν θα μπορούν να προσεγγίσουν μια κοινωνία του 1890. Ξέρουν άραγε τι σημαίνει πλύσιμο ασπρόρουχων 3 παιδιών στην σκάφη με αλυσίβα που φτιάχθηκε στο τενεκέ στην φωτιά με ξύλα που μαζέυτηκαν. Έχουν μια εικόνα για το τί ήταν η ζωή μιας μέρας μιας 25 χρονης μητέρας το 1890 . Τι σήμαινε τότε έγγαμος βίος με ναυτικό, Τι είχε τότε ένα σπίτι ναυτικού και ποιες οι διαφορές με το σημερινό.
    Δήθεν χολοσκάτε για την καθαρεύουσα που μάθατε και δεν μαθαίνουν οι νέοι. Λες και ο Παπαδιαμάντης ξεχώριζε από το ῥοιβδέω …κι οι νέοι ξεχωρίζουν από τα γκάντζετ …
    Σκέψη και γλώσσα αληλοβοοηθούνται μεν αλλά καμιά από τις δυο δεν αποτελεί ούτε ικανή ούτε αναγκαία συνθήκη της δεύτερης.

    Καλό θα ήταν μάλιστα όσοι είναι εκπαιδευτικοί να διευρύνουν λίγο τους ορίζοντες τους . Ας αναλογιστούν λίγο αν το ουσιαστικό μέρος μιας γενικής Παιδείας είναι η γλώσσα στο ξετίνιασμα Αγαμέμνωνα Αχιλέα για τις ερρωμένες ( Β γυμνασίου ) ή οι ασκήσεις γεωμετρίας των Ιησουητών ή το ΘΜΚΕ σε ένα ελατήριο με νήμα συνδεδεμένο με κύλινδρο και κύβο σε κεκλιμένο επίπεδο. Έλεος. Ποια άραγε από αυτά θα μας προφυλάξουν από την … ρινοκερίτιδα ;

    Χρόνια πολλά και παλι
    Να είμαστε καλά να διαφωνούμε αμα λάχει δηλαδή.

  100. dryhammer said

    98. Μου θύμισες (γιατί με κάτι τέτοια μου ξεσηκώνονται τα νεύρα κι αλλάζω κανάλι) έναν εκ μητρός θείο, που κατηγορούσε τη γυναίκα του πως είναι τόσο άσχετη, ώστε όταν της μιλούσαν για τον Βοτανικό κήπο, εκείνη έλεγε (σύμφωνα μ’ αυτόν πάντα): » ‘Α, ναι! Είδαμε και τον Πάπα στην τηλεόραση».

  101. ΚΩΣΤΑΣ said

    97 Λίγο ακραίο το παράδειγμα που θα φέρω, Γιάννη, έχει όμως πολλά στοιχεία αλήθειας. Ατόφια γλώσσα του λαού ήταν η γλώσσα του Δ. Βυζάντιου στο έργο του «Η Βαβυλωνία». Ε! και η δημοτική λειτούργησε πάνω σε αυτή τη μορφή λίγο ως … εκδοροσφαγέας. Όλες έχουν τα υπέρ και τα κατά, ας αποδεχθούμε και ας αγαπήσουμε τα καλά της καθεμιάς.

  102. nikiplos said

    98@ Μα δεν ορίζονται «μέσοι όροι», ούτε γίνονται αποδεκτοί στην κοινωνική μηχανική… 🙂

  103. Γιάννης Κουβάτσος said

    101:Μόνο που η δημοτική μιλήθηκε και μιλιέται από τον λαό, Κώστα. Η καθαρεύουσα όχι.

  104. ΚΩΣΤΑΣ said

    103 Περίπου συμφωνούμε. Ο κύριος κορμός της σημερινής δημοτικής είναι απλοποιημένη μορφή της καθαρεύουσας.

  105. Πατημένα 80 κι ακόμα γράφει τραγούδια …

  106. Πέπε said

    @93, 97 κλπ.:

    Δεν υπεραμύνθηκα αυτών των καθαρευουσιάνικων κληροδοτημάτων έναντι κανενός φανταστικού εχθρού. Άλλο είπα:

    Ότι αφού υπάρχουν (σ’ όλους ανεξαιρέτως* και όχι μόνο στον Τεό με την προσωπική του …προσωπικότητα που εκδηλώνεται και στη γλώσσα του), δείχνουν ότι και η καθαρεύουσα μιλήθηκε κάποτε (όχι η ακραιφνής βέβαια, προφανώς το ξέρω αυτό), εκτός αν και σήμερα άλλη γλώσσα γράφουμε κι άλλην μιλούμε. Τα σφάλματα και οι ακρότητες κάποιων ιδεοληπτικών καθαρευουσιάνων δεν αναιρούν το γεγονός ότι υπήρξε ολοζώντανη γλώσσα, εκτός αν φτιάξουμε έναν ειδικό ορισμό της «ζωντανής γλώσσας» που φωτογραφικά να αποκλείει την καθαρεύουσα. (Έτσι κι αλλιώς το κύριο χαρακτηριστικό των ενεργών υποστηρικτών της καθαρεύουσας δεν είναι τα λάθη τους ή τα τυχόν σωστά τους, όσο το ότι είναι από μακρού χρόνου μακαρίτες.)

    Και -για να επιστρέψουμε στο ερώτημα- όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε πλαίσιο ιστορικώς και γλωσσικώς νεοελληνικό.

    __________________________
    * Αυτή τη στιγμή έχω μέσα στο οπτικό μου πεδίο ένα άλλο μήνυμα, που λέει: «Λίγο ακραίο το παράδειγμα που θα φέρω, Γιάννη, έχει όμως πολλά στοιχεία αλήθειας». Θα το πούμε κι αυτό λόγϊα δημοτική; Να ψάξουμε και στο τουΐτερ, να ψάξουμε και σε στίχους χιπ-χοπ, και σε συνθήματα γηπέδου. Δημοτική τέτοια όπως θα ήταν αν η καθαρεύουσα ανήκε «κάπου αλλού» δε θα βρούμε.

  107. ΚΑΒ said

    Επειδή η παράγραφος «Από την κανδήλαν…αβύσσους» στην αρχή του διηγήματος μου άρεσε, την ξαναδιάβασα και παρακαλώ ας διορθωθεί το ‘» «βλέποντας» σε «βλέποντος».

  108. sarant said

    106 υποσημ.
    Αλίμονο, τι άλλο από δημοτική ειναι το «ακραίο παράδειγμα»; Θα κάνουμε ό,τι οι καθαρευουσιάνοι του 1898 που λέγανε «Αν είστε δημοτικιστές δεν δικαιούστε να λέτε «τέχνη», πρέπει να λέτε «μαστοροσύνη»»;

  109. sarant said

    107 Εδώ που τα λέμε, τολμηρή η παρομοίωση!

  110. ΚΩΣΤΑΣ said

    Η μηλέα που έγινε μηλιά τί είναι, πού θα την κατατάξουμε; Πιθανολογώ ότι την πρώτη μορφή θα την κατατάξουμε αποκλειστικά στην καθαρεύουσα ενώ τη δεύτερη στη δημοτική. Στην ουσία όμως τι συμβαίνει, καβγάς για το τίποτα, απλοποιήσαμε την αρχική μορφή και δια μιας από καθαρευουσιάνοι γίναμε δημοτικιστές.

  111. ΚΑΒ said

    109. Πράγματι τολμηρή η παρομοίωση με έναν Π. που φαντασιώνεται σκηνή που είναι έξω από τον χαρακτήρα του, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί την ευσπλαχνία του Θεού στον οποίον πιστεύει, ο οποίος αδιαφορεί επιτρέποντας κάτι τέτοιο.

  112. Πέπε said

    108

    Δεν καταλαβαίνω το σχόλιο. Πρώτα απ’ όλα, το «αν είσαι δημοτικιστής θα πρέπει…» δεν έχει κανένα νόημα σήμερα. Είχε όταν υπήρχε η επιλογή, δημοτικιστής ή κάτι άλλο.

    Δεύτερον, τι συζητάμε; Εγώ αυτό που θυμάμαι να συζητάμε είναι αν η καθαρεύουσα ανήκει στη νέα ελληνική ή αλλού, ένα θέμα στο οποίο μπήκε και η διάσταση του αν μιλήθηκε και του ότι είναι κατασκευασμένη.

    Ωραία, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι είναι κατασκευασμένη και ότι κανείς δεν την είχε ως αποκλειστική γλώσσα κάθε χρήσης, και όχι μόνο αυτό αλλά και σχεδόν κανείς δεν την μίλησε ολωσδιόλου (κάποιοι τρελοί θα τη μιλούσαν και προς τη γυναίκα τους αλλά δεν είναι εκεί το θέμα), στην καθαρή της μορφή. Επίσης, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι πολλοί ιδεολόγοι της καθαρεύουσας ήταν κομπλεξικοί και προσπάθησαν να κάνουν πράγματα που με λίγη κοινή λογική ο καθένας καταλαβαίνει ότι ούτε σωστά θα ήταν ούε εφικτά.

    Ναι, και; Τι αποδεικνύει αυτό; Ότι δεν ήταν νεοελληνικά; Ότι δεν ήταν ζωντανή γλώσσα; Ότι χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά εντός ενός περιορισμένου κύκλου (όπως οι συνθηματικές γλώσσες) χωρίς να ασκήσει καμία επίδραση στη γλώσσα του πραγματικού κόσμου;

    Ρωτάω λοιπόν: λέξεις όπως «ακραίο παράδειγμα», ή ξέρω γω το «διότι» που συνηθίζεις Νίκο, πώς βρέθηκαν μέσα στη γλώσσα μας;

  113. Theo said

    @106:
    Έτσι κι αλλιώς το κύριο χαρακτηριστικό των ενεργών υποστηρικτών της καθαρεύουσας δεν είναι τα λάθη τους ή τα τυχόν σωστά τους, όσο το ότι είναι από μακρού χρόνου μακαρίτες.

    Μην το λες.
    Αυτές τις μέρες αλληλογραφώ ηλεκτρονικά με σαραντάρη φιλόλογο που γράφει με πολυτονικό και σε καθαρεύουσα (πχ, γράφει «εἶνε», κάτι που μας πάει εκατό χρόνια πίσω). Αλλά κάνει και κάποια αστεία λάθη με τα οποία γελάμε οι απόφοιτοι του εξαταξίου.

  114. sarant said

    112 Βρέθηκαν από τη λόγια παράδοση, που είναι κάτι ευρύτερο από την καθαρεύουσα. Αλλά οι λέξεις δεν είναι η γλώσσα, το απόσπασμα που έβαλες δεν είναι καθαρεύουσα, είναι κοινή νεοελληνική.

    113 Ενώ το «είνε» επίσης δεν είναι καθαρεύουσα, κι ας είναι παλιά ορθογραφία. Και ο Ψυχάρης έγραψε «μαζή»

  115. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    45-46-47-48-51-62-74-89-99, σας ευχαριστώ από καρδιάς για τις ευχές, κι εύχομαι με την σειρά μου ό,τι καλύτερο στην ζωή σας. Σπέσιαλ ευχαριστίες στον Aerosol για τα μπόνους χρόνια.😊

    64 – Επειδή οι συμπάθειες δεν κρύβονται,😂 ξεχωριστά χρόνια πολλά και σε σένα θεοπάλαβο Κρί Κρί, να είστε όλοι καλά. Ευχαριστώ για τις ευχές.

    Μια και δεν γίνεται αλλιώς, (επιφυλάσσομαι όμως για μετά την κρίση) να σας κεράσω ένα έξυπνο κολπάκι για να ξέρετε πώς ξεχωρίζει το καθαρό τσίπουρο από το νερό πρίν το αγοράσετε.😊

    https://mail.google.com/mail/u/0?ui=2&ik=3abecd0e33&attid=0.1&permmsgid=msg-a:r-4676942870089031679&th=1719424d48ebc57a&view=att&disp=safe&realattid=1719423eb9ce69f29821

    Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν, μόνο τα χρόνια μας περνούν ανούσια και χάνονται και τι μένει τελικά; Μήπως η ουσία της ζωής κρύβεται στην συνουσία; Ας το δοκιμάσουμε, τι έχουμε να χάσουμε;😊

  116. Πέπε said

    114
    Ε αυτό ακριβώς δε λέω κι εγώ; Ότι είναι κοινή νεοελληνική. Τώρα, αν τον χώρο απ’ όπου προήλθε ένα τεράστιο ποσοστό του λεξιλογίου, της γραμματικής, της σύνταξης, ακόμη και της φωνολογίας της κοινής νεοελληνικής θα τον ονομάσουμε λόγϊα παράδοση ή καθαρεύουσα, είναι λίγο Γιάννης-Γιαννάκης. Πάντως δε νομίζω η πρώτη εμφάνιση λέξεων όπως «παράδειγμα» στους νεότερους χρόνους να ήταν μέσα σε κείμενα γραμμένα στη δημοτική.

  117. Πέπε said

    @113
    Εφηβικά είναι αυτά Τεό. Βάζω στοίχημα ότι θα βάζει και δασείες στο ρω και τόνο εγκλιτικού στα προπερισπώμενα (π.χ. τὸ κτῆμά μου). Θἄπρεπε νὰ τοῦ ἔχῃ περάσει ‘ς αυτὴ τὴν ἡλικία, ἀλλ’ ἔχει ἀκόμη ἐλπίδα.

  118. Κωνσταντινουπολίτης said

    Καθώς πέφτει η νύχτα του εφετεινού Πάσχατος (εύγε στον Ξηροσφύρη που στο σχόλιο 50 αποφάσισε να κλίνει το Πάσχα, παρά την πραξικοπηματική απόφαση Μπαμπινιώτη + Χαραλαμπάκη + Σαραντάκου ότι η λέξη είναι άκλιτη) θα ρίξω στο χαρτί μερικές απλές αλήθειες…

    1) Η «Κοκκώνα Θάλασσα» είναι από τα χειρότερα και πιό άτεχνα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο κύρ Αλέξανδρος το σκάρωσε στα 49 του (1900), όταν τον είχε ήδη πάρει η κάτω βόλτα της φτώχειας και της κακής υγείας και είναι ολοφάνερο ότι το έγραψε «στο γόνατο», διότι προφανώς «Το Περιοδικόν» όπου πρωτοδημοσιεύτηκε η «Κοκκώνα», δεν πλήρωνε ικανοποιητικά. Το διήγημα δεν έχει ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος, Είναι ολοφάνερο ότι ο Παπαδιαμάντης το έγραψε για να γεμίσει ο χώρος του περιοδικού και να πάρει τα φράγκα. Για παράδειγμα, βάζει τον μούτσο να μαζεύει κομματάκι – κομματάκι το σκισμένο από τον καπετάν Τζώνη γράμμα της πεθεράς, αλλά μετά δεν αξιοποιεί αυτό το γεγονός, όπως είχε αρχικά σχεδιάσει

    2) Αν αξίζει κάτι από το διήγημα, είναι τρείς φράσεις που επιβεβαιώνουν ότι ο Παπαδιαμάντης ηδονιζόταν να καταγράφει τις κακίες των άλλων ανθρώπων. Άλλωστε εκεί οφείλεται εν πολλοίς η κλάση του: Στο ότι δείχνει τους ήρωές του ταπεινούς συμφεροντολόγους κι ας καμώνονται πως είναι χριστιανοί και πιστεύουν στην Αγάπη του Χριστού:

    Α) οι σβησμένες λέξεις στο γράμμα της πεθεράς, με την κατάρα προς τον γαμπρό της, καπετάν Τζώνη: «ποὺ νὰ σὲ πάρουν τέσσεροι» (εννοώντας τους 4 νεκροπομπούς που θα μεταφέρουν το φέρετρό του!)..

    Β) Το αντιφεμινιστικό σχόλιο του καπετάν Τζώνη για την κακία που βγάζει εναντίον του το γράμμα της πεθεράς του: «―Ἑπόμενο εἶναι, τώρα ποὺ βγαίνουν καὶ τὰ κορίτσια μας φωστῆρες ἀπ᾽ τὰ σκολειά, νὰ βρίσκουν κ᾽ οἱ πεθεράδες μας γραμματικοὺς γιὰ νὰ γράφουν τέτοια γράμματα!»

    Γ) Το σχόλιο του κυρ Αλέξανδρου για την γειτονιά και τον κόσμο: «Ὅλα ταῦτα τὰ ἔκαμνε διὰ νὰ μὴν τὸν ἀκούσῃ ἡ γειτονιὰ καὶ μάθῃ τίποτε ὁ κόσμος· ἐπειδὴ ἡ γειτονιὰ οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ κατάσκοπος, καὶ ὁ κόσμος, τύραννος, βασανιστὴς ἀνηλεής…» Και λίγο ΠΑΡΑΚΑΤΩ, το σχόλιό του για την γκρίνια που δυναστεύει τα ανδρόγυνα: «…ἡ αἰωνία ἐχθρὰ τῆς ἡσυχίας τῶν ἀνδρογύνων, ἡ γκρίνια, ἡ ἀπαίσιος γκρίνια!»

    3) Ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος στην Κριτική έκδοση των «Απάντων» Παπαδιαμάντη (Δόμος 1984) βάζει συνεχώς οξεία στην λέξη «κοκκώνα», ενώ θέλει περισπωμένη γιατί το άλφα είναι «μή καθαρό»… Και ο επίσημος ιστότοπος του Παπαδιαμάντη (που επιμελείται ο καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Φώτιος Δημητρακόπουλος) ΔΕΝ το διόρθωσε!.. Το ίδιο κάνει ο Ν.Δ. Τρ. και στην λέξη «φουρτούνα» (βάζει οξεία αντί για περισπωμένη) και γενικά στο πολυτονικό του βουρβουλακιάζουν τα λάθη. Κλασική περίπτωση εφαρμογής της παροιμίας «τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξια σκέλια»

    4) Όσο για τον θρυλικό Σκοπελίτη μοναχό Καισάριο Δαπόντε (1714 – 1784) που μνημονεύεται στην ‘Κοκκώνα», είναι εντυπωσιακό ότι ο Παπαδιαμάντης τον ήξερε. Κι αυτό διότι το σύνολο των γνωστών σήμερα κειμένων του Δαποντε πρωτοεκδόθηκε το 1888 από τον Εμίλ Λεγκράν (στην Bibliothèque Grecque vulgaire), αν και ο Κ. Σάθας τον είχε κάνει κάπως γνωστό λίγα χρόνια πρίν. Πρόκειται για τον κορυφαίο ελληνόφωνο στιχουργό του 18ου αιώνος και ένα πραγματικό ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ: Ο Δαπόντες υπήρξε πολυγραφώτατος και τα περισσότερα έργα του παραμένουν ακόμη και σήμερα ανέκδοτα (σκορπισμένα στα μοναστήρια του Αγίου Όρους!..), για έναν και μόνο λόγο: Διότι ασκούν βέτο οι μαλλιαροί και οι αποδομιστές της Θείας Ελληνικής Γλώσσης…

    Κατά γενική ομολογία, ο Δαπόντες γράφει την καθομιλουμένη του καιρού του, η οποία μοιάζει πολύ περισσότερο με την καθαρεύουσα του Κοραή, παρά με την δημοτική του Ψυχάρη και του Εφταλιώτη!.. Αυτό είναι που έχει προκαλέσει ΛΥΣΣΑ στους μαλλιαρούς: Ότι η «απλή» (όπως την ονομάζει ο ίδιος) Γλώσσα του Δαπόντε αποδεικνύει οριστικά ότι η λεγόμενη καθαρεύουσα (τρίτη κλίσις κλπ) μιλιόταν κανονικά από τους Έλληνες τον 18ο αιώνα!.. Αυτό ως απάντηση στο ανιστόρητο σχόλιο 10 του κυρ Γιάννη Κουβάτσου και στις συζητήσεις που ακολούθησαν μεταξύ των κ.κ. Πέπε, Σαραντάκου κλπ.

    Επίσης, ο Δαπόντες μιλαει συνεχώς για «Έλληνες», «Ελλάδα», κλπ. όντας μοναχός στο Άγιον Όρος. Οι αναφορές του σε Έλληνες και Ελλάδα διαψεύδουν αυτούς που λένε ότι τον 18ο αιώνα οι ελληνόφωνοι Ρωμιοί δεν αυτοπροσδιορίζοντο ως Έλληνες και περίμεναν τον Ναπολέοντα για να το μάθουν… Το έργο του Δαπόντε είναι γεμάτο απο αρχαιοελληνικές μνήμες: Γράφει για την Ωραία Ελένη, την Εκάβη, την Κλυταιμνήστρα, μέχρι και ποίημα για την μαθηματικό Υπατία έχει φιάξει, από το οποίο παραθέτω μερικούς στίχους γιατί έχουν μεγάλη πλάκα: Ο Δαπόντες διηγείται πώς η Υπατία έδειξε την περίοδό της στον επίδοξο εραστή της για να την σιχαθεί και να την αφήσει ήσυχη!..

    Το θανάσιμο μίσος των μαλλιαρών προς τον Καισάριο Δαπόντε φαίνεται από το εξής απλό γεγονός: Το ΕΚΠΑ και το Πανεπιστήμιο Πατρών δεν έχουν δώσει ποτέ διδακτορική ή μεταπτυχιακή διατριβή για τον Δαπόντε. Το Αριστοτέλειο έχει δώσει μόνο δύο μεταπτυχιακές!.. Καμμία από αυτές τις δύο μεταπτυχιακές διατριβές (της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ) για τον Δαπόντε δεν αφορά την γλώσσα του, διότι το θέμα κάνει «τζίζ» και οι μαλλιαροί καθηγητές του ΑΠΘ (Τριανταφυλλίδης, Μαρωνίτης, Ανδριώτης, Φ. Κακριδής κλπ) έβαζαν βέτο επί δεκατίες…

  119. ΓΤ said

    117@

    Άσε που στον «άρρωστο» θα ξηγιέται και ψιλή και δασεία…

  120. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    113 – «Αλλά κάνει και κάποια αστεία λάθη με τα οποία γελάμε οι απόφοιτοι του εξαταξίου.»
    Το λέει ο Πέπε στο 108 «Επίσης, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι πολλοί ιδεολόγοι της καθαρεύουσας ήταν κομπλεξικοί……..»😂

    Προσωπικά γελάω κάθε φορά που καταπιάνεστε με την καθαρεύουσα εδώ ή ακόμη και με τα αρχαία και «μαλλιοτραβιέστε» 😊 ενώ την ίδια ώρα, οι κάτω των 40, μιλούν και γράφουν μ΄ένα σωρό αμετάφραστα αγγλικά, (αλήθεια, όλοι αυτοί πού διδάχθηκαν ελληνικά;😂) Είμαι περίεργος να δώ πότε θα ασχοληθείτε μ΄αυτό το πιο σοβαρό κατά την ταπεινή μου γνώμη θέμα (όχι πως με νοιάζει), μάλλον μετά από 50 χρόνια, σαν την αυτοκριτική του ΚΚΕ ένα πράμα.😂

  121. Theo said

    @117:
    Ναι, στο ρω βάζει δασείες. Μόλις ανέτρεξα ένα μήνυμά του αλλά εγκλιτικό μετά από προπερισπώμενα δεν βρήκα. Βρήκα όμως βαρεία σε λήγουσα την οποία ακολουθεί εγκλιτικό 🙂

  122. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Αν η συζήτηση αφορά στην κατασκευή, χρήση, επιδράσεις, οφειλές και προϊόντα της Καθαρεύουσας, αυτή μπορεί να συνεχίζεται επί μήνες. Εφ’ όσον όμως η συζήτηση αφορά ΜΟΝΟ στο ερώτημα αν «είναι νέα ελληνικά η καθαρεύουσα» (Νικοκύρης στο 80), νομίζω πως την απάντηση μας την δίνει ο Θείος Τζάρτζανος, με την «Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσης (της Απλής Καθαρευούσης)» που μας κληροδότησε, ο οποίος μάλιστα δηλώνει ξεκάθαρα στον πρόλογό του ότι »εύχεται να επικρατήση .. η κοινή ομιλουμένη νέα Ελληνική, η άλλως δημοτική λεγομένη..»

  123. Πέπε said

    120

    Νομίζω ότι έχουμε μιλήσει και γι’ αυτό, Λάμπρο. Ποιο είναι το πρόβλημα; Εσύ πώς λες το κλικ ή το ρούτερ; Υπάρχει έντονη τάση στην εποχή μας για αναφομοίωτα αγγλικά δάνεια, οκ, καταγράφηκε. (Την εποχή που γινόταν αντίστοιχα αθρόος δανεισμός από τα τούρκικα υπήρχε άλλη τάση, να κλίνονται ελληνοπρεπώς, π.χ. το ντέρτι, ο Χουσεΐνης.) Τι άλλο να συζητηθεί;

    Αν εννοείς την περίπτωση όπου στ’ αλήθεια φτιάχνουν φράσεις στ’ αγγλικά λες και ο συνομιλητής τους ήταν Άγγλος, you look great today και κάτι τέτοια, αυτό είναι απλώς γελοίο αλλά και πάλι όχι θέμα για καμιά πλούσια συζήτηση.

  124. Μαρία said

    133
    Αχαχα, πού το ψώνισες αυτό το νούμερο;
    Οι παλιοί γράφανε είνε, για να το ξεχωρίζουν απ’ το απαρέμφατο σε εκφράσεις του τύπου «ήθελον είναι». Έτσι το έγραφε η γιαγιά, που πήγε σχολείο στα τέλη του 19ου αι. Αλλά και το Ρομάντζο είχε μια στήλη που στον τίτλο είχε είνε.

  125. ΓΤ said

    @121 Ασύγγνωστο σφάλμα. Πάμε για αποτομή κεφαλής 🙂

  126. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    123 – Όχι Πέπε, δεν μιλώ για δάνεια λέω για κάτι τέτοιο – «Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα “σέξι targets” για επενδύσεις, προς το παρόν, πέθαναν» – που βρήκα πρόχειρα γιατί νυστάζω.😂 Ατόφιες αγγλικές λέξεις σε ελληνικό κείμενο (γιατί γράφει targets κι όχι στόχους;) που αν κάποιος δεν γνωρίζει αγγλικά, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για πολλούς, να το κατανοήσει.
    Το ίδιο συμβαίνει και στις συζητήσεις κυρίως των νέων.

    Ελπίζω να κατάλαβες τι εννοώ, αν όχι, θα ψάξω αύριο να βρώ ολόκληρο κείμενο από μια καλλιτεχνική συνέντευξη που διάβασα πρόσφατα. Βέβαια, υπάρχουν πολλά τέτοια από διάφορα άλλα πεδία, αθλητικά, εργατικά, επιστημονικά (έχει πολλά στο physics gg) βασικά πιστεύω πως είναι ο κανόνας πλέον.

    Καληνύχτα

  127. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ο Δαπόντες, Βάτμαν, έγραφε σε λαϊκότερο ύφος και γλώσσα απ’ ό,τι οι άλλοι λόγιοι της εποχής του, δεν έγραφε στην καθομιλουμένη της εποχής του, τα μπέρδεψες πάλι.

  128. Πέπε said

    125
    Δε μιλάμε για κάποιον ταλαίπωρο μαθητή προ 50 ετών που του επέβαλλαν το πολυτονικό, και μάλιστα και με βαρείες, και, ενώ σκίστηκε φιλότιμα να κάνει το καλύτερο που μπορούσε, τελικά του ξέφυγε μια λάθος βαρεία. Όταν το κάνεις για μόνη τη χαρά της εκζήτησης οφείλεις να είσαι άψογος.

    Γενικότερα η χρήση πλήρους πολυτονικού -με σημερινή κατά τα άλλα γλώσσα, γραμματική και ορθογραφία- δεν είναι και κάτι τόσο σπάνιο. Οι εκδόσεις Γκούτενμπεργκ για παράδειγμα, καθ’ όλα σοβαρές, το χρησιμοποιούν σε πολλές αν όχι όλες τις εκδόσεις τους.

  129. ΓΤ said

    128@
    Γι’ αυτό είπα να πέσουν πελέκεις 🙂
    Και η «Κίχλη»

  130. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    90 Ναι ,μπράβο! κάπως κι αυτό, του Λουδοβίκου επίσης

  131. Σιγά μη γράφει καθαρεύουσα ο Δαπόντες! Απλά φαναριώτικα γράφει, ως γνήσιος πρόδρομος του Μποστ. Μην ξεγελιέστε από τον Κανόνα περιεκτικόν… που μιμείται την εκκλησιαστική γλώσσα.

  132. Βλέπω την παρατήρηση για τον Μποστ την έχει κάνει κι ο Φάνης Κακριδής
    https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&ved=2ahUKEwi1mseG0PboAhU_AWMBHdMCD_oQFjAAegQIARAB&url=http%3A%2F%2Folympias.lib.uoi.gr%2Fjspui%2Fbitstream%2F123456789%2F6481%2F1%2F2.%2520%25CE%25A0%25CE%25B1%25CF%2581%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%2581%25CE%25AE%25CF%2583%25CE%25B5%25CE%25B9%25CF%2582%2520%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B7%25CE%25BD%2520%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25B9%25CE%25B7%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25AE%2520%25CF%2584%25CE%25BF%25CF%2585%2520%25CE%259A%25CE%25B1%25CE%25B9%25CF%2583%25CE%25AC%25CF%2581%25CE%25B9%25CE%25BF%25CF%2585%2520%25CE%2594%25CE%25B1%25CF%2580%25CF%258C%25CE%25BD%25CF%2584%25CE%25B5.pdf&usg=AOvVaw2_jJ8Ze1kiVBlLgYqKmg3p

  133. sarant said

    132 Ωραίο κείμενο του Κακριδή.

  134. Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους και όλες! Και στους σήμερα εορτάζοντες επιπλέον ευχές!

  135. Πέπε said

    @132:

    !!!

    Ένα δαπόντειο απόσπασμα που τυγχάνει επίκαιρο:

    > > Η κόρη από το σπίτι της δεν πρέπει να εβγαίνη
    ει μη όταν εις ταφήν ή στέφανον πηγαίνη.
    Η δείνα κόρη Ιακώβ από το σπίτι εβγήκε,
    μ ‘ όχι παρθένος, όχι πλιο, αλλά γυναίκα μπήκε.
    Και αι γυναίκες δε αυτές δεν πρέπει να εβγαίνουν,
    γιατί ως την Προμήτορα, την Εύαν, το παθαίνουν.
    Γιατί αν δεν εμάκρυνεν αυτή εκ του ανδρός της,
    ποτέ δεν την εδάγκανε το φίδι, ο εχθρός της.

    (Βέβαια σ’ εμάς ούτε ο γιος πρέπει να εβγαίνη, και κυρίως όχι ο παππούς και η γιαγιά – αυτοί μάλιστα ούτε καν εις στέφανον, μόνο εις ταφήν κι αυτή μόνο δικιά τους, κονήσου απ’ τη θέση σου.)

  136. Κωνσταντινουπολίτης said

    Εύγε στο σχολιαστή Σπυρίδωνα (132) που ανέβασε την πολύ σημαντική Διάλεξη του Φάνη Κακριδή (το 2005) για τον Μεγάλο Καισάριο Δαπόντε. Το κείμενο του Κακριδή περιέχει «διαμαντάκια», που θα παραθέσω ευθύς αμέσως. Ωστόσο, η ασχετοσύνη του Κακριδή (δεν έχει διαβάσει ούτε τον μισό Καισάριο Δαπόντε κι όσον καμώνεται ότι διάβασε, τον πέρασε ξώφαλτσα…) φαίνεται από το εξής:

    Ενώ σωστά επισημαίνει (σελ. 11 του pdf) ότι στον Δαπόντε ανήκει ο πασίγνωστος στίχος – παροιμία «το γάρ πολύ της θλίψεως, γεννά παραφροσύνη», ο Κακριδής ΑΓΝΟΕΙ ότι η πιό γνωστή συμβολή του Καισάριου Δαπόντε στην Ελληνική Γλώσσα είναι ο χαρακτηρισμός «ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ» για το Άγιον Όρος, που περιέχεται στον αυτοβιογραφικό «Κήπο Χαρίτων», τον οποίο συνεχώς μνημονεύει ο Κακριδής και άρα έχει διαβάσει!.. Τώρα, τί διάβασμα έκανε, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο… Προφανώς, εκτός από το «γονατογράφημα», υπάρχει και το «γονατο-διάβασμα»…

    Άς δούμε τώρα «τα διαμαντάκια» που περιέχει η Διάλεξη του Κακριδή για τον Δαπόντε:

    1) ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (σελ.2 του pdf) : «(Ο Δαπόντες…) δεν έχει καμιάν αξία ποιητική»

    Το απαξιωτικό σχόλιο του Παλαμά για τον Μεγάλο Δαπόντε σχετίζεται με το μίσος όλων των δημοτικιστών για τον Σκοπελίτη μοναχό, επειδή καταγράφει την λαϊκή γλώσσα της εποχής του. Κι από αυτή την καταγραφή αποδεικνύεται ότι η γλώσσα των απλών Ρωμιών του 18ου αιώνα ήταν πολύ πιό κοντά στην καθαρεύουσα του Κοραή, παρά στην Δημοτική του Ψυχάρη και του Εφταλιώτη!.. Έτσι εξηγείται γιατί και ο κύριος Σαραντάκος ουδέποτε φιλοτιμήθηκε να κάνει ένα αφιέρωμα στον Δαπόντε, στα 12 χρόνια ζωής του Ιστολογίου του: Για να μή πληροφορηθούν οι αναγνώστες του ότι οι μαλλιαροί μάς εξαπατούν εδώ και 120 χρόνια, ισχυριζόμενοι ότι η Μαλλιαρή είναι η γλώσσα του Λαού…

    2) ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ (σελ. 3 του pdf): «Το έργο του Δαπόντε είναι ένα επιβλητικό μνημείο και σημαντική καμπή στη διάπλαση της ιστορικής συνείδησης του νεότερου Ελληνισμού («Μια περιδιάβαση στο έργο του», Νέα Εστία 139 (1996), σελ. 400)

    Είναι γνωστός ο θαυμασμός του κ. Σαραντάκου στον Πασχάλη Κιτρομηλίδη. Ωστόσο, όταν πρόκειται για τον Καισάριο Δαπόντε, ο κ. Σαραντάκος κωφεύει, υπακούοντας στην καραντίνα που έχουν κηρύξει οι Δημοτικιστές όσον αφορά τον Δαπόντε. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Κακριδής, ο Σαββίδης και ο Δημαράς θεωρούν ότι ο μεγάλος Δάσκαλος του Μπόστ είναι ο Δαπόντες!.. Μόνο που ο Μπόστ γράφει την καθαρεύουσα για να την γελοιοποιήσει, ενώ ο Δαπόντες την γράφει γιατί αυτή ήταν η γλώσσα του καιρού του. Ο Γ. Π. Σαββίδης (σελ. 7 του pdf) αποκαλεί την γλώσσα του Δαποντε «μεικτή, λόγια, κοινή», δηλαδή ακριβώς η γλώσσα που μιλάμε σήμερα!..

    3) Ο Κακριδής είναι τόσο άσχετος (ή μήπως φοβισμένος νεοσυντηρητικός;) που ενώ παραθέτει τους εκπληκτικούς στίχους του Δαπόντε για τον γαμιά Δία (σελ. 11 του pdf) από τον «Κήπο Χαρίτων», αποφεύγει να γράψει ότι ο Δαπόντες ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε την λέξη «γαμιάς» στην Θεία Ελληνική Γλώσσα!..

    «Ο Δίας πάλι βλέποντας — γαμιάς διαβολεμένος,
    δεν άφηκ’ εύμορφη καμιά, σαν σκύλος λυσασμένος»!..
    «Κήπος Χαρίτων» 15, 263)

    ΥΓ: Εκτός από την Γλώσσα, ένας άλλος λόγος που ίσως εξηγεί την αντιπάθεια του κ. Σαραντάκου προς τον Μεγάλο Καισάριο Δαπόντε είναι και ο εξής: Σε πολλά σημεία του έργου του, ο Δαπόντες (απηχώντας το καλογερικό πνεύμα της Ορθοδοξίας του 18ου αιώνος…) καθυβρίζει σκαιότατα τους Εβραίους. Έναν από αυτούς τους στίχους καταγράφει και ο Κακριδής στην Διάλεξή του (σελ. 11 του pdf):

    «..οι Εβραίοι οι τυφλοί προσμένουν τον Μεσσίαν,
    κακόν χρόνον να έχωσι κι αυτοί δια την μωρίαν»!.. (Σωσσάνα 31 κ.).

  137. Νικοκύρη, απόπασχα.

  138. sarant said

    137 Kαλά λες. Απο δω και μπρός κάθε βαταλοσχόλιο θα σημαίνει μπάνιο, αρχης γενομένης απο τον Κωνστ. τώρα

  139. Μαρία said

    138
    Γιατί απο δω και μπρος; Δεν έχει σφουγγαρίστρες στο Δουκάτο;

  140. dryhammer said

    Έχει και αυτόματες

  141. Με μπέρδεψε και με τον Σπύρο!

  142. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  143. fainomenon said

    ευκαιρία να ρωτήσω την ετυμολογία της λεξης κοκκόνι και αν προέρχεται από τον κόκκο ή το ρουμάνικο cocon, όπως αναφέρουν κάποιοι. Ευχαριστώ προκαταβολικά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: