Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο (αναδημοσίευση από τον Τέταρτο Κόσμο)

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2020


Σήμερα θα αναδημοσιεύσω από ένα πολύ αξιόλογο ιστολόγιο ένα άρθρο, που έχει ως θέμα του «ιστορίες από καιρούς πανδημίας». Πρόκειται για το ιστολόγιο Τέταρτος κόσμος, που το διαχειρίζεται ένας παλιός φίλος του ιστολογίου, ο οποίος συμμετείχε πολύ ενεργητικά στο δικό μας ιστολόγιο τα δυο-τρία πρώτα χρόνια αλλά μετά έριξε μαύρη πέτρα στη μπλογκόσφαιρα.

Το άρθρο του, με τίτλο «Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο» και υπότιτλο «Ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας, μου άρεσε πολύ, παρόλο που αναγνωρίζω ότι είναι δύσκολο ανάγνωσμα, λόγω τόσο του μεγέθους του όσο και της πυκνότητάς του. Επιπλέον, εμφανίζεται κι ένας Σαραντάρης που πήγε αδικοθάνατος, οπότε ως Σαραντάκος συμπάσχω. Το δημοσιεύω εδώ και ελπίζω να το βρείτε ενδιαφέρον. Η αναδημοσίευση θα ενδιαφέρει και τον ιστολόγο του Τέταρτου κόσμου, ο οποίος έχει απενεργοποιημένα τα σχόλια στο δικό του ιστολόγιο, οπότε εδώ θα έχει ενδεχομένως αναπληροφόρηση.

Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο

(ιστορίες από τον καιρό της πανούκλας)

Τον καιρό του Μαύρου Θανάτου, ασφαλώς επειδή το ρητορικό σχήμα του πολέμου μ’ έναν αόρατο εχθρό δεν βγάζει και πολύ νόημα, αφού οι γραμματιζούμενοι και οι καλλιτέχνες προσωποποίησαν την αρρώστια με όλες τις δέουσες αλληγορίες και σε ποικίλες μορφές, ο λαουτζίκος, πιο πραχτικός, προτίμησε να ανακαλύψει ευθύς αμέσως τους υπαίτιους, εκείνους που, σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη, μόλυναν τα πηγάδια και τις πηγές, σκορπώντας μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία του κακού. Οι συνηθισμένοι ύποπτοι, λεπροί, εβραίοι, αιρετικοί, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά και ανάλογα με τις τοπικές προτεραιότητες, τράβηξαν των παθώ τους τον τάραχο, αλλά και διάφοροι άλλοι εύκολοι στόχοι – ανάμεσά τους κι οι τσιγγάνοι (πιο αφανώς, ως συνήθως).

Όμως δεν είναι στις προθέσεις μου να απαριθμήσω εδώ αυτές τις σφαγές, τους εμπρησμούς και τις λοιπές φρικαλεότητες (παρότι κι ένα τέτοιο ανάγνωσμα θα ήταν επιμορφωτικό), ήθελα μόνο να πω ότι σε τέτοιες περιστάσεις ακόμα και πιο αξιοσέβαστους τους παίρνει καμιά φορά η μπάλα. Όσο για την εξουσία, παρότι πιο μορφωμένη και πιο κατατοπισμένη από τον χύδην όχλο, όπως καμαρώνει πάντα, φαίνεται ότι στις συνθήκες αυτές συχνά δε θέλει και πολύ για να προσυπογράψει προλήψεις, προκαταλήψεις και λιντσαρίσματα – για τους δικούς της λόγους, ασφαλώς.

Καθώς περνούσαν οι αιώνες και τα κύματα της πανούκλας, κάπου προς το τέλος του 16ου αιώνα, διαδόθηκε στο σοφό λαό, τρέχα-γύρευε πώς, η φήμη για μια άλλη μέθοδο που υποτίθεται χρησιμοποιούσαν οι καταχθόνιοι ώστε να σκορπίσουν τη συμφορά στο ποίμνιο του Θεού. Αυτή ήταν το πασάλειμμα: πάει να πει, οι μοχθηροί έφτιαχναν ένα διαβολικό σκεύασμα, σαν ωχρή λάσπη ή ασπρουδερή μπογιά, κάτι σα λερωμένο ασβέστη, ή ξινισμένο ξίγκι, ή βρώμικο λίπος, και πασαλείφανε τοίχους, πόρτες, φράχτες κι ό,τι άλλο – και αυτό το πράγμα σκόρπιζε στον αγέρα το θανατικό, τον τρομερό λοιμό. Διάφορες αναφορές και μαρτυρίες, κάποτε από σχετικά αξιόπιστες πηγές, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη, ας πούμε, ύποπτων επαλείψεων. Και μπορούμε να σκεφτούμε ό,τι θέλουμε, σε πραγματολογικό επίπεδο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις (π.χ. μπορεί να ήταν ποικίλες μαγγανείες και τεχνάσματα λαϊκής μαγείας που είχαν αποτροπαϊκό χαραχτήρα, δηλ. που θέλανε απεναντίας να κρατήσουν μακριά την αρρώστια, ή μπορεί πάλι κάποιοι να ήθελαν έτσι να τρομάξουν τους εχθρούς τους ή να αγαπούσαν τα μακάβρια καλαμπούρια), κατά τη γνώμη μου όμως, αν πάρουμε υπόψη μας το πώς δουλεύουν οι φήμες κι ο πανικός, στις περισσότερες από αυτές τις μαρτυρίες δεν υπάρχει ανάγκη να υποθέσουμε ούτε έναν έστω κόκκο αλήθειας. Οι φανταστικοί αυτοί πράκτορες του χάους, στα ιταλικά αφού κυρίως σε ιταλικά εδάφη εμφανίστηκε το φαινόμενο, πήρανε το όνομα untori, που θα μπορούσε να αποδοθεί αλειφτάδες ή αλειμματάδες. Εν πάση περιπτώσει, σε καιρούς κρίσης όπως θα λέγαμε, όταν λυσσομανούσε ο θανατάς, είχε γίνει επικίνδυνο να πλησιάζεις σε τοίχους, να έχεις συνάφεια με οποιαδήποτε παχύρρευστη ουσία, ή και να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό (κι ούτε κι αυτό σε έσωζε πάντα, όπως θα δούμε παρακάτω).

Η πανούκλα του 1630 στο Μιλάνο είναι από τις πιο διάσημες, τουλάχιστον στην ιταλική κουλτούρα, αν όχι για τίποτ’ άλλο εξαιτίας της πολύ ζωντανής περιγραφής του Αλεσάντρο Μαντσόνι. Με δυο αιώνες καθυστέρηση, ο Μαντσόνι έψαξε τα παλιά κιτάπια και τα ντοκουμέντα για να φτιάξει ένα μέρος του σκηνικού για το διάσημο ιστορικό του μυθιστόρημα I promessi sposi ή, σε μετάφραση, Οι λογοδοσμένοι. Τα κατάφερε υπερβολικά καλά, ίσως πιο καλά απ’ όσο ήθελε ή σκόπευε, μπορεί και να το παράκανε μάλιστα – αφού σε πολλούς αναγνώστες αυτό το κομμάτι, η νουβέλα της πανούκλας, ας πούμε, έχει μείνει πολύ πιο ζωηρά απ’ ό,τι το υπόλοιπο μυθιστόρημα, με τα βαθιά του ηθικά διδάγματα, μάλλον γλυκερά και χλιαρά μεταξύ μας.[1] Τόσο πολύ μάλιστα που το υλικό ξεχείλισε και του περίσσεψε, με αποτέλεσμα να προσθέσει ένα παράρτημα στη δεύτερη έκδοση, ένα ανεξάρτητο δοκίμιο στην ουσία, με τον τίτλο Storia della colonna infame – αλλά η σημασία αυτού του τίτλου θα εξηγηθεί παρακάτω.

Αυτό το δοκίμιο λοιπόν μας επιστρέφει στο θέμα μας, καθώς εκείνη η πανούκλα του 1630 προσφέρει και το πιο γνωστό παράδειγμα του κυνηγιού των αλειμματάδων, ή αλλιώς untori. Κάποια ωραία μέρα λοιπόν, που δεν ήταν καθόλου ωραία, κάποιος Γκουλιέλμο Πιάτσα τριγυρνούσε στους δρόμους. Είχε πολύ καλούς λόγους, ή αιτιολογία: ήταν ένας από τους «Επιθεωρητές της Υγείας», ένας Commissario di Sanità, και διάβολε καθήκον ενός διορισμένου επιθεωρητή είναι να επιθεωρεί, ακόμα περισσότερο σε καιρό επιδημίας. Εκεί που περπατούσε, πλησίασε έναν τοίχο. Και γι’ αυτό το πλησίασμα είχε πολύ καλούς λόγους: εκείνη τη μέρα έβρεχε (σας το είπα δα ότι δεν ήταν καθόλου ωραία μέρα), το σπίτι είχε κάποιο στέγαστρο σε κείνη τη μεριά κι ο καημένος ο Γκουλιέλμο είχε βαρεθεί να βρέχεται. Εκεί λοιπόν που στάθηκε, τέντωσε το χέρι του κι ακούμπησε τον τοίχο: ε, αυτό ήταν αδικιολόγητο. (Ξέρω, θα σκεφτήκατε όπως κι εγώ ότι ο άνθρωπος ήταν κουρασμένος από την περιοδεία του κι ήθελε να ξαποστάσει, αλλά κανένας δικαστής δε θα έχαβε τέτοιες φτηνές δικιολογίες, άμα ήθελε να καταδικάσει.) Κάποια κυράτσα της γειτονιάς έβαλε τις φωνές, «Ωιμέ, ένας αλειμματάς!», κάτι τέτοιο, και τη συνέχεια τη φαντάζεστε. Ο φουκαράς ο Γκουλιέλμο, όσο κι αν δεν καταλάβαινε από πού του ήρθε, βρέθηκε γρήγορα παρασυρμένος από τη ροή της συγκυρίας, ανάμεσα σ’ ένα αλλοπαρμένο πλήθος που έψαχνε εξιλαστήρια θύματα και τους πολύ σοβαρούς, πολύ λόγιους, πολύ σοφούς και πολύ ευσεβείς αξιωματούχους και δικαστάδες, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να ρίξουν όποιον έβρισκαν πρόχειρο στα λιοντάρια – για να ξεχαστούν κι οι δικές τους ευθύνες (για τις οποίες γινόταν ήδη πολύς λόγος). Ο άνθρωπος βρέθηκε γρήγορα στον τροχό των βασανιστηρίων και, μετά από κάποιες ώρες που θα ήθελε να τις ξεχάσει (ε, εντάξει, βόηθησε και η ψεύτικη υπόσχεση ότι αν ομολογούσε θα έσωζε τη ζωή του: ηθική βασανιστών και δικαστών), ομολόγησε το έγκλημα που δεν είχε κάνει. Ομολόγησε, όπως του ζητήθηκε, και τον δήθεν συνένοχό του, κάποιο μπαρμπέρη ονόματι Τζαν Τζάκομο Μόρα. Όπως ξέρετε, οι μπαρμπέρηδες εκείνου του καιρού ήταν και λιγάκι φαρμακοτρίφτες και ο ταλαίπωρος Τζαν Τζάκομο, θες από υπερβολική εμπιστοσύνη στις βοτανολογικές του γνώσεις, θες από εμπορικό δαιμόνιο, είχε φτιάξει το δικό του μαντζούνι (ένα είδος κηραλοιφής), που το διαφήμιζε και το πουλούσε σαν προστασία από την πανούκλα. Ο Γκουλιέλμο ήταν πελάτης του κι είχε προμηθευτεί λίγο, πιστεύοντας αφελώς ότι, κι αν δεν τον έσωζε, κακό δε θα του έκανε. Ε, δεν ήθελαν και πολύ οι άλλοι για να υποστηρίξουν ότι αυτό το μαντζούνι, η κηραλοιφή, σκόρπιζε στην πραγματικότητα την πανούκλα. Και μπορεί ο μπαρμπέρης να γέλασε όταν ήρθαν να τον μπαγλαρώσουν, σύντομα όμως του κόπηκαν τα γέλια. Το γεγονός ότι στο μαγαζί του βρέθηκαν ένα σωρό μπουκαλάκια και βαζάκια με διάφορες μυστήριες και όχι εύκολα αναγνωρίσιμες ουσίες, πράγμα λογικό για ένα φαρμακοτρίφτη αλλά και για ένα μπαρμπέρη που ήθελε να παρφουμάρει την πελατεία του, θεωρήθηκε επιβαρυντικό στοιχείο, αν όχι ατράνταχτη απόδειξη (ξεχνώντας πολύ βολικά ότι ανάλογα βαζάκια και μπουκαλάκια βρίσκονταν σε κάθε μπαρμπέρικο της πόλης). Μετά από κάποια ώρα στα βασανιστήρια, ο μπαρμπέρης ομολόγησε κι αυτός – αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς. Φυσικά του ζήτησαν να ομολογήσει κι άλλους συνενόχους, κι αυτοί με τη σειρά τους αρνήθηκαν στην αρχή και ομολόγησαν μετά από βασανιστήρια την ενοχή τους, και πάει λέγοντας. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δικαστές εκείνου του καιρού δεν μπορούσανε να αρκεστούν σε μια, προαποφασισμένη εδώ που τα λέμε, καταδίκη αλλά ήθελαν πρώτα να ησυχάσουν τη συνείδησή τους, ή ό,τι είχανε στη θέση της τέλος πάντων, αποσπώντας με κάθε θυσία (και στην καμπούρα του κατηγορούμενου) μια ομολογία.

Εδώ, θέλω ν’ ανοίξω, με ψευδομαντσονιανό τρόπο, μια μεγάλη παρένθεση για τα βασανιστήρια. Καταρχήν, μπορούμε άραγε να πούμε ότι εντάσσονται στη βιοπολιτική; Μάλλον όχι, αν σκεφτούμε τον τρόπο που τα χρησιμοποιούσαν, όπως μόλις είδαμε, στην απαρχή του Αιώνα των Φώτων. Ίσως ναι, αν σκεφτούμε τη μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, η οποία πολύ χριστιανικά επέτρεπε τα βασανιστήρια μόνο εφόσον δεν απειλούσαν τη ζωή του κατηγορούμενου και μόνο εφόσον δεν του προκαλούσαν ανήκεστη βλάβη (στη θεωρία τουλάχιστον). Αν μη τι άλλο, ενδιαφερόταν απλώς να πειθαρχήσει το σώμα, εξασφαλίζοντας με επιμέλεια την επιβίωση, ακόμα και την καλή υγεία. Βέβαια, ο λόγος για όλη αυτή τη μέριμνα, συχνά, αποδεικνυόταν λιγότερο βιοπολιτικός – και μύριζε τσίκνα. Από την άλλη, η επίσημη υπεράσπιση των βασανιστηρίων επανεμφανίστηκε στις απαρχές τούτου του αιώνα (όχι ότι η πρακτική είχε εκλείψει, κάθε άλλο, αλλά τουλάχιστον οι βασανιστές έπρεπε να διαψεύδουν την ίδια την ύπαρξή τους – και να υπερασπίζουν μέχρι τέλους τη διάψευσή τους, εν ανάγκη χρησιμοποιώντας κι άλλα βασανιστήρια), επανεμφανίστηκε λέω η θεωρητική δικαίωσή τους και η ρητορική τους εξύμνηση εν ονόματι του γενικού καλού (…κάποιον Μπους θα τον θυμόσαστε). Και ο κύκλος της, ας πούμε βιοπολιτικής επαναξιολόγησης των βασανιστηρίων ας κλείσει με την εν παρόδω μνημόνευση ενός άξιου υπουργού που χρωστάει τη θέση του, πέρα από τη βραβευμένη υποταγή του, στη φήμη που απόχτησε μέσα από την πρωτοποριακή χρήση πειραματικών βασανιστηρίων.

Πιο παραδοσιακά και πιο φιλολογικά, όμως, υπάρχει κάτι ακόμα που με διαολίζει στην υπόθεση αυτή, κι αυτό είναι η αταλάντευτη πεποίθηση των αρχαίων σοφών, ελλήνων και ρωμαίων, ότι τα βασανιστήρια αποτελούν εγγύηση της αλήθειας μιας ομολογίας. Έχω στο νου μου ένα απόσπασμα από κάποιο λόγο του Κικέρωνα, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει πολλά χωρία κάποιος ερευνητής και η πίστη αυτή μοιάζει να ήταν εδραιωμένη. Θεωρούσαν την αλήθεια ένα ακέραιο και ξεκάθαρο, στιλπνό και στρογγυλό, χειροπιαστό πράγμα, το οποίο ο ύποπτος έκρυβε συνειδητά ή ασυνείδητα μέσα στο σώμα του, όπως το ψάρι που είχε καταπιεί το δαχτυλίδι του Πολυκράτη – έπρεπε λοιπόν να βασανιστεί αυτό το σώμα για να υποχρεωθεί να το ξεράσει. Στην άλλη άκρη του Παλιού Κόσμου, οι σοφοί της αρχαίας Κίνας φαίνεται να πίστευαν ακράδαντα το ίδιο πράγμα. Η αντίθετη άποψη, που τη διατυπώνει υποδειγματικά κάπου ο Ουμπέρτο Έκο, και που την αποδεικνύει ένα πλήθος παραληρηματικών και άλλα αντ’ άλλων ομολογιών, δεν φαίνεται να υποστηρίχτηκε στα σοβαρά πριν απ’ το Διαφωτισμό, πριν δηλ. από στοχαστές όπως ο Πιέτρο Βέρι και ο Τσέζαρε Μπεκαρία που –κοίτα σύμπτωση– ήτανε παππούς του Μαντσόνι. (Για να είμαστε δίκαιοι, οι ιεροεξεταστές, σχολαστικοί με όλες τις έννοιες, φαίνεται ότι το είχαν υποψιαστεί: στο κάτω-κάτω, δεν ήθελαν να αποδίδουν λάθος αιρέσεις σε λάθος αιρετικούς στις πραγματείες τους – μάλιστα οι πιο ευσυνείδητοι ανάμεσά τους αποφεύγανε συνήθως τα βασανιστήρια, επειδή μάλλον τα θεωρούσαν άχρηστα για τους στόχους τους. Φαίνεται όμως ότι, μη θέλοντας να εκθέσουν τον κοσμικό βραχίονα, κράτησαν αυτή τη θεωρητική γνώση ανάμεσα στα άλλα επαγγελματικά μυστικά τους.) Τέλος της παρένθεσης.

Ομολόγησαν λοιπόν και γρήγορα εκτελέστηκαν, ο Γκουλιέλμο Πιάτσα, ο μπαρμπέρης και άλλοι, πέντε συνολικά, γρήγορα αλλά διόλου βιαστικά, μ’ ένα μακροσκελέστατο και γεμάτο φαντασία τρόπο που δε μου κάνει κέφι να περιγράψω. Του μπαρμπέρη μάλιστα, επιπλέον, του ισοπέδωσαν το μαγαζί και το σπίτι (μέθοδο που χρησιμοποιούν και ορισμένα πολιτισμένα κράτη σήμερα), ώστε να τιμωρηθεί κι η οικογένειά του και να ξεριζωθεί το κακό. Στη θέση του φτιάξανε πλατεία και στήσανε αναμνηστική στήλη και βάλανε κι επιγραφή, και την είπανε αυτή τη στήλη colonna infame, κολόνα της ατιμίας. Της ατιμίας ποιανού;

Εκείνο το κύμα της πανούκλας (που στο Μιλάνο εξόντωσε την πλειοψηφία των κατοίκων) θεωρείται ότι έφτασε στην Ιταλία απ’ το βορρά, μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα που πολιόρκησαν τη Μάντοβα (1628) και, με διάφορους κύκλους και διαδρομές, σάρωσε όλη τη βόρεια Ιταλία (οι εκτιμήσεις για τους νεκρούς μιλάνε για κάτι ανάμεσα στο ένα τρίτο και το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού). Στα ιταλικά εδάφη της Republica, της Serenissima θέλω να πω, τέλος πάντων στη βενετσιάνικη ηπειρωτική επικράτεια, η πηγή που θα χρησιμοποιήσω παρακάτω λέει ότι «έλειψαν οι μισοί». Μετά, «πέρασε τη θάλασσα η θανατηφόρα μόλυνση κι έφτασε στην Κέρκυρα», στο νησί δηλ. του αφηγητή που μας μιλάει, ο οποίος είναι ο Αντρέας Μάρμορας, ο αριστοκράτης τοπικός ιστορικός του 17ου αιώνα.[2] Για να πούμε την αλήθεια, το θανατικό δεν φαίνεται να στάθηκε εκεί τόσο φοβερό, «non così fiero», όσο στην ιταλική χερσόνησο (παρά τις γλαφυρές περιγραφές που κυκλοφορούν για χμ, αγιολογικούς και θαυματολογικούς σκοπούς) και, όπως διαβάζουμε παρακάτω, μέσα σε τρεις-τέσσερις μήνες (από τα Χριστούγεννα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων), οι νεκροί δεν ξεπέρασαν τους εξήντα («soli sessanta, e non più»), κι αυτό σ’ ένα νησί που μετρούσε περίπου 50.000 ψυχές.[3]

Όπως και να ’χει, «τη νύχτα των Χριστουγέννων [του 1629] σε τέσσερα σημεία της Πόλης φανερώθηκαν σημάδια της πανούκλας, με κίνδυνο, λόγω της κοσμοσυρροής, να μολυνθεί ολόκληρο το Nησί, γιατί ήταν μέσα στα τείχη όχι μόνο οι Δημότες (Cittadini) αλλά και πολλοί Χωρικοί (Villani), που είχαν έρθει για τη γιορτή από διάφορους Οικισμούς (Castelli)». Οι αρμόδιοι, οι Προβλεπτές για την Υγεία, «Proveditori alla Sanità», πήραν αμέσως μέτρα που δεν περιγράφονται, πάντως, λέει, ήταν πολύ αυστηρά («diligenze grandissime») – και παράλληλα, αμέσως άρχισαν τις ανακρίσεις («rigorosi processi») για να βρούνε την πηγή, «το πρώτο σπέρμα του κακού», il primo seme del male. Το συμπέρασμά τους ήταν ότι ο υπηρέτης ενός δικηγόρου, του Οδηγητριανού Σαραντάρη, είχε αγοράσει δυο τούρκικα μαντίλια («faccioletti turcheschi»), με προέλευση κάποιο ξένο καράβι («nave forastiera») και, θεωρώντας ο υπηρέτης ότι ήταν πολύ καλοφτιαγμένα, τα έκανε δώρο στην Κυρά του. Εκείνη πάλι, τα φύλαξε λέει στο σεντούκι μιανής κόρης της – κι αυτή η κόρη ήταν το πρώτο, μάλλον, θύμα της αρρώστιας. Πάντα κατά τους Προβλεπτές, το κακό εξαπλώθηκε ακριβώς κατά την κηδεία της – και επισήμαναν, εδώ, την κακή συνήθεια των γυναικών ν’ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται για να δηλώσουν τη συμπόνια τους. Η ειρωνεία είναι ότι ο αβοκάτος Σαραντάρης ήταν ο ίδιος ένας από τους Προβλεπτές για την Υγεία, αυτό όμως δεν τον βόηθησε και πολύ, όπως δεν βόηθησε και τον μιλανέζο Γκουλιέλμο Πιάτσα το οφίτσιο του Επιθεωρητή της Υγείας.

Ο Σαραντάρης μεταφέρθηκε μαζί με την οικογένειά του στο Λαζαρέτο κι εκεί, με συνοπτικές διαδικασίες και με όλη τη σπουδή μιας εξουσίας που ήθελε να δείξει πυγμή, καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε. Ο καλός μας ιστορικός διαμαρτύρεται, όπως θα σαστίζει και θ’ αγαναχτεί ο κάθε αναγνώστης του υποθέτω, γι’ αυτή την άδικη απόφαση και λέει ότι ο άνθρωπος ήταν εντελώς αθώος («innocentissimo»). Γράφοντας μερικές δεκαετίες αργότερα (ήταν παιδί όταν συνέβαιναν τα γεγονότα), επιχειρηματολογεί αναλυτικά και κάνει τη («συνωμοσιολογική») υπόθεση ότι ο καημένος ο αβοκάτος πρέπει να έπεσε θύμα σκευωρίας των προσωπικών του εχθρών, υπονοώντας αντίδικούς του σε δικαστικές υποθέσεις.[4] Ας παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι, τουλάχιστον, η εκτέλεσή του ήταν γρήγορη και «ανθρωπιστική», σε αντίθεση με το κανιβαλικό θέαμα που έμελλε να ξετυλιχτεί λίγους μήνες αργότερα στο Μιλάνο, δηλ. απλώς τον ντουφεκίσανε («a colpi di muschetti l’uccisero») πάνω σε μια βάρκα, λίγο έξω από αυτό το νησάκι του λοιμοκαθαρτηρίου και των ντουφεκισμών.[5]

Μετά, ακολούθησε η εποχή της χολέρας. Άλλοι καιροί, άλλες επιδημίες. Θυμήθηκα τώρα εκείνες τις σκηνές από το τέλος του Αλονζανφάν (μέσα στα καταφύγια, τι άλλο από παλιό καλό σινεμά;), με τη χολέρα να θερίζει τα χωριά του Νότου και τους χωρικούς να αυτομαστιγώνονται. Όχι και πολύ χριστιανικό μάλλον και όχι θεολογικά βάσιμο ασφαλώς, όμως ο παπάς του χωριού το δικιολογεί γεμάτος κατανόηση απέναντι στον κατά φαντασία απεσταλμένο του επίσκοπου: «Κάλλιο να μαστιγώνονται από μόνοι τους παρά να ξεσηκώνονται εναντίον της αρχής!». Αλλά κι αυτό, το αυτομαστίγωμα, είναι μια κληρονομιά από τον καιρό της πανούκλας, από τα χρόνια του Μαύρου Θανάτου, τη μεγάλη κι εξοντωτική επιδημία του 14ου αιώνα, όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά, σε μαζική κλίμακα τουλάχιστον, αυτός ο καθαρτήριος εξορκισμός μέσω μαζοχιστικής αυτοτιμωρίας – κι αν δε με πιστεύετε ξαναδείτε την Έβδομη Σφραγίδα. Οι αυτομαστιγούμενοι τιμωρούσαν σκληρά τον εαυτό τους για τις προσωπικές τους αμαρτίες, οι οποίες υποτίθεται ότι είχαν προκαλέσει τη συλλογική συμφορά (αποδέχονταν δηλ. ένα είδος «ατομικής ευθύνης»). Από τότε και μέχρι σήμερα, το έθιμο αναβιώνει μεταφορικά σε περιόδους κρίσης – πάντα δικαιωμένο με το μεστό επιχείρημα που ξεστόμισε, ή ψιθύρισε μάλλον, εκείνος ο καλός εφημέριος του Νότου.

Και κάτι τελευταίο, κάποιες συμπτώσεις ας πούμε. Κοντά στην πανούκλα του Μιλάνου, έπεσε η «εξέγερση του ψωμιού», οι ταραχές του Αγιού Μαρτίνου (βλ. σημ. 1), λίγο πριν, το 1628 για την ακρίβεια. Η πανούκλα της Κέρκυρας πάλι, βρίσκεται χρονολογικά τοποθετημένη ανάμεσα σε δυο μεγάλους τοπικούς αγροτικούς ξεσηκωμούς, του 1610 και κυρίως του 1640. Κι ο 14ος αιώνας δεν είναι μόνο ο αιώνας του Μαύρου Θανάτου αλλά κι ο αιώνας της Μεγάλης Ζακερί, της εξέγερσης των ciompi – και τόσων άλλων. Στην ταινία που αναφέρθηκε προηγουμένως η εξέγερση δεν συμβαίνει, και μάλιστα η ιδέα της γελοιοποιείται (υποθέτω εξαιτίας της πολύ-PCI λογικής των αδερφών Ταβιάνι, με τη γραμμική αντίληψη της ιστορίας να την κρίνει «πρώιμη» ή «ύστερη», εκτός εποχής πάντως), όμως το φάντασμά της στοιχειώνει – την ταινία και την εποχή της. Ποιος ξέρει λοιπόν…

tetartoskosmos@gmail.com

σημειώσεις

[1] Ισχύει τουλάχιστον για μένα: τόσο μόλις τέλειωσα το μυθιστόρημα όσο και σήμερα, τριανταπέντε γεμάτα χρόνια μετά, δυο κομμάτια μού έχουν μείνει απ’ το βιβλίο: η περιγραφή της πανούκλας και η εξέγερση του ψωμιού (που συνέβη στην ίδια πόλη, λίγο πρωτύτερα).

[2] Della Historia di Corfù descritta da Andrea Marmora, nobile corcirese, Libri otto, Venetia, MDCLXXII (1672). Βρίσκουμε τα σχετικά με αυτό το πέρασμα της πανούκλας απ’ το νησί (γιατί υπήρξαν πολλά) στο Έβδομο Βιβλίο, στις σελίδες 389 έως 391.

[3] Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 1649. Εκτιμήσεις γύρω στο 1600 δίνουν το ίδιο νούμερο.

[4] Λέει πως «η καπνιά που, με την ευγλωττία του, έτριβε στα μούτρα των άλλων, στάθηκε αιτία της φωτιάς που τον έκαψε». Ο ρητορικός υπαινιγμός αφορά το έθιμο της μούτζας, όμως το νόημα είναι σαφές: τον Οδηγητριανό τον έφαγε η δικηγορική του δεινότητα που είχε ταπεινώσει πολλούς, κι όλοι αυτοί του την είχανε στημένη.

[5] Βλ. πρόχειρα εδώ.

 

 

126 Σχόλια to “Το μαντζούνι, το μαντίλι και το μαστίγιο (αναδημοσίευση από τον Τέταρτο Κόσμο)”

  1. Παραφράζοντας το στίχο ενός τραγουδιού, ο Ιστός όπως τον ξέραμε…

  2. Διαβάζετε-διαδίδετε τον Τέταρτο Κόσμο 🙂

  3. Γς said

    ε, και λοιπόν;

  4. Γς said

    Αυτά τότε.
    Τώρα Τσιόρδας και Χαρδαλιάς`

  5. Παναγιώτης K. said

    Αξιοζήλευτη γραφή!
    Η μορφή λοιπόν καταλαμβάνει τη πρώτη θέση και ακολουθεί το περιεχόμενο.

    Βασανιστήρια!
    Αν θυμάμαι καλά, διότι έχουν περάσει κάμποσα χρόνια, στην Γάνδη του Βελγίου είχαμε επισκεφθεί ως εκδρομείς,κάποιο μουσείο…με όργανα βασανιστηρίων!
    Δεν είναι μόνο τα πολλά χρόνια που πέρασαν. Ήταν και ο αποτροπιασμός που είχα νιώσει. Αποτροπιασμός διότι έκαναν μουσειακό είδος, μια απεχθή ανθρώπινη συμπεριφορά.

  6. Παναγιώτης Κ. said

    Εύρημα!
    Όσο πιο μεγάλος είναι κάποιος τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχει να κάνει λάθος το επώνυμο του Τσιόδρα. 🙂
    Γς δεν σε αφορά το σχόλιο. Απλώς έδωσες το ερέθισμα να γράψω αυτό που έχω παρατηρήσει καθώς επικοινωνώ με… τις μεγάλες ηλικίες. (Πιο μεγάλες από τη δική μου.) 🙂
    Αν ήταν Θεσσαλός στην καταγωγή τότε το πιο πιθανό είναι να λεγόταν Τσιόρδας.
    Είναι όμως από την Αργολίδα, καθώς διαβάζω στο βιογραφικό του, οπότε λέγεται…Τσιόδρας. 🙂

  7. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Σε δυο πράγματα θέλω να σταθώ:
    1. > είχε φτιάξει το δικό του μαντζούνι (ένα είδος κηραλοιφής), που το διαφήμιζε και το πουλούσε σαν προστασία από την πανούκλα.
    ….

    2. > οι ταραχές του Αγιού Μαρτίνου

    Ο δικός μας Μαρτίνος που χάθηκε;

  8. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και τον Τέταρτο Κόσμο που το έγραψε.

    7 Πράγματι, καιρό έχει να γράψει

    6 Το επώνυμο αυτό πράγματι μόνο στην Αργολίδα απαντά.

  9. Avonidas said

    Καλημέρα.

    ή και να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό

    Απαπα, τι βάρβαροι καιροί, μα πώς ζούσαν τότε; 😛

  10. LandS said

    Το φχαριστήθηκα το διήγημα. Ωραία γραμμένο αλλά γεμάτο θάνατο, βασανιστήρια και μαύρες προλήψεις.
    Μήπως να αρχίσω να το ψάχνω; Θα μου περάσει όταν σηκώσουν τα μέτρα;

  11. Λεύκιππος said

    Τι ακριβώς είναι ο Τέταρτος Κόσμος;

  12. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    9 > ή και να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό

    Θεωρούσαν την αλήθεια ένα ακέραιο και ξεκάθαρο, στιλπνό και στρογγυλό, χειροπιαστό πράγμα, το οποίο ο ύποπτος έκρυβε συνειδητά ή ασυνείδητα μέσα στο σώμα του […] έπρεπε λοιπόν να βασανιστεί αυτό το σώμα για να υποχρεωθεί να το ξεράσει.

    Ναι, βάζε τους ιδέες…Σε καλό δρόμο είσαι 😜

  13. Λεύκιππος said

    Είδα την απάντηση μόλις έκανα την ερώτηση. Ηταν τόσο έντονο το κείμενο που ξέχασα από που προήλθε. Sorry

  14. Παναγιώτης K. said

    Κηραλοιφές. Έχω μερικές στο συρτάρι. Λέτε να αρχίσω να τις χρησιμοποιώ;

    Πάντως, οι σαπωνοποιοί πρέπει να είναι στην καλή χαρά. 🙂

    Ακούω πολλούς (μέσα σε αυτούς και εγώ) να λένε ότι ο κορονοϊός θα μας αφήσει και κάτι καλό. Εννοούν την καλή συνήθεια να σαπουνίζουμε τα χέρια μας με επιμέλεια και πιο συχνά από όσο συνηθίζαμε.

    Διάβασα σχετικώς ότι ένας γκοτζάμ Ρότσιλντ εκεί στον 18ο ή τον 19ο αιώνα έχασε τη μάχη με τη ζωή επειδή δεν αξιολογούσαν σωστά στην εποχή του τα μέτρα καθαριότητας οπότε μολύνθηκε κάποια πληγή του , έπαθε σηψαιμία και πέθανε.
    Στο ίδιο βιβλίο επισημαινόταν το άλμα που έκαναν οι άνθρωποι να περάσουν από τα μάλλινα εσώρουχα στα βαμβακερά που είναι απαλά για το δέρμα και το σημαντικότερο, πλένονται εύκολα. Σπουδαίο πράγμα για την υγεία ήταν αυτή η ίδια η χρήση εσωρούχων.

  15. nikiplos said

    Τι να πω για ένα τόσο ωραίο κείμενο-ματιά διαχρονική μιας περιόδου, η οποία αφελώς θέλουμε να πιστεύουμε πως εξέλειψε.

    5@ Και στην Πάλμα της Μαγιόρκας στα έγκατα του κάστρου, στους αποτρόπαιους φυσικούς υπόγειους χώρους, υπήρχε κάποιο συντηρημένο τμήμα που ως μουσείο έδειχνε λίγο έως πολύ τα «μέσα» και τα «εργαλεία» της Ιεράς Εξέτασης.

    Από την ξενάγηση δυό πράγματα μου είχαν μείνει:
    α. Το γεγονός ότι με το που θα έβαζαν στο στόχαστρο και θα συνελάμβαναν κάποιον – με γελοία κατηγορητήρια από λούμπεν αυτόκλητους ψευδομάρτυρες – δεν υπήρχε περίπτωση να την γλυτώσει. «Άουτο ντα φε», ήταν η συνήθης ετυμηγορία των αδέκαστων δικαστών. Ακόμη και πλούσιος και ισχυρός να ήταν.
    β. Το περασμα από το «καθαρτήριο» των βασανιστηρίων, με ευφάνταστα συχνά εφευρήματα, οπως η Ισπανική Μπότα, ένα σκοπό είχε, να προκαλέσει την ομολογία, ώστε να αποσειστεί η ηθική ευθύνη της εξουσιας και φυσικά στη συνέχεια να οδηγηθεί το υποψήφιο θύμα στην διαπόμπευση και δημόσια εκτέλεσή του.

    Η διαπόμπευση καθεαυτή, είχε μεγάλη σημασία. Ο λαός από φόβο, έχοντας την ενσυναίσθηση πως εύκολα αυτός ο ίδιος θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση αυτή, γινόταν διάπυρος από μίσος, λίντσαρε το θύμα, ώστε να δείξει με αυτόν τον έμμεσο και ασυνείδητο τρόπο, την υποταγή του στην εξουσία.

  16. Παναγιώτης K. said

    @10.»Θα μου περάσει όταν σηκώσουν τα μέτρα;»

    αίρω [éro] -ομαι Ρ αόρ. ήρα, απαρέμφ. άρει, παθ. αόρ. γ’ πρόσ. ήρθη, ήρθησαν, απαρέμφ. αρθεί : (λόγ.) 1. σηκώνω και κουβαλώ κτ.: Aγγάρεψαν το Σίμωνα για να άρει το σταυρό του Xριστού. 2. (μτφ.) α. κάνω κπ. ή κτ. να βρίσκεται σε επίπεδο ποιοτικά ανώτερο από το προηγούμενο: H τέχνη αίρει τον άνθρωπο από την πεζότητα. Οι μοναχοί αίρονται από τα εγκόσμια στα επουράνια. (έκφρ.) αίρομαι στο ύψος* των περιστάσεων. β. δεν επηρεάζομαι από κτ. ή γενικά δεν ασχολούμαι με αυτό: Έχει αρθεί πάνω από τις ανθρώπινες / τις κομματικές διαμάχες. 3. κάνω κτ. να μην υπάρχει ή να μην ισχύει: Aίρονται οι παρεξηγήσεις / αντιρρήσεις. Aίρεται η αντίφαση / αντίθεση / αντινομία. Οι έννοιες A και όχι A είναι αντιφατικές, η μία δηλαδή αίρει την άλλη. H βουλή ήρε την εμπιστοσύνη της προς την κυβέρνηση, την απέσυρε. || καταργώ, ακυρώνω: H κυβέρνηση ήρε το στρατιωτικό νόμο / το ενοικιοστάσιο. Aίρεται η μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων. Ήρθη η ποινή / ο αφορισμός / το ανάθεμα.

    Πάντως λέμε: «Σήκωσα τα χαλιά». Άρα, δεν υπάρχουν χαλιά στο πάτωμα. 🙂
    Αφού λοιπόν «θα σηκώσουν τα μέτρα» δεν υπάρχουν μέτρα. 🙂

    Και το ρήμα «αίρω» πρέπει να το εντάξουμε στα… δύστροπα ρήματα. 🙂
    Και αν δεν έχω ακούσει ή διαβάσει να λένε ή να γράφουν: » άρουμε την απροσδιοριστία» !!!

  17. Παναγιώτης Κ. said

    @15. Με άλλα λόγια, μιλάμε για κανονική τρέλα!

  18. Καλημέρα

    Σαν άσχετος από ιστορία και τα σχετικά της αγνοούσα την πανούκλα του 1630 στο Μιλάνο, γνώριζα μόνο την άλλη εκεί στα 1835-40 που στοίχισε την ζωή στα δυο παιδιά και την γυναίκα του Βέρντι μέσα σε δυο μήνες αλλά και που έδωσε στην Πεπίνα την ανταμοιβή της για την βοήθειά της στο ανέβασμα του Ουμπέρτο, κόμητος Ντι Σαν Μπονιφάτσιο, στη Σκάλα το 1839
    Καλογραμμένο μεν αλλά η επιλογή του πρώτου προσώπου – σε κάποια σημεία στον πληθυντικό σαν να θέλει να μοιρασθεί με τους αναγνώστες την ευθύνη όσων γράφονται- στην αφήγηση έχει τα εγγενή μειονεκτήματά της, ίσως σε άλλους πιο εξοικειωμένους στα ιστορικά να φαίνεται πλεονέκτημα.

  19. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  20. Μπετατζής said

    11. https://tetartoskosmos.wordpress.com/about/

  21. 10 / 16

    > όταν σηκώσουν τα μέτρα

    Χαμιτισμοί και ατατουρκισμοί του αισχίστου είδους, που ‘λεγε κι ο Λουντέμης 😛

    Το πολύσημο ρήμα kaldırmak (=σηκώνω) έχει μεταξύ άλλων και την έννοια αίρω, ακυρώνω. Εν προκειμένω, χρησιμοποιείται και για την άρση καραντίνας. Πιθανώς να παίζει τρκ επιρροή εδώ.

  22. # 10, 16

    Πιο καίριο το ερώτημα αν αντιστραφεί η σειρά και ο ενικός-πληθυντικός των ρημάτων περάσει και σηκώσουν, το ερωτηματικό διατηρείται… 🙂

  23. leonicos said

    Λιμώττων ή λοιμωττων; Λιμοκτονώ ή λοιμοκτονών; Ίδού η απορία Σέκξπιρ

  24. leonicos said

    Μας θύμησε το διήγημα του παπαδιαμάντη, προχτές, με τη γυναικούλα που μόλις είχε αναρρώσει από τη χολέρα, αλλά την απέφευγαν όλοι

  25. 20 Γειά σου Μπέτα! Να στρώσω το σκάιπ να φάμε κάνα πιτόγυρο?

  26. Georgios Bartzoudis said

    # Πολλά βασανιστήρια το διήγημα αυτό!
    Και έτσι μου ήρθαν στο νου κάποια αναγνώσματα. Βασανιστήρια και …Άγιος ο Θεός. «Δικαιολογημένα» βεβαίως. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία (ούτε υπάρχει μέχρι σήμερα) ότι ανάμεσα σε δικούς τους ανθρώπους, με καίριες θέσεις, υπήρχε ένας βρωμερός καταδότης. Πού θα πάει, θα τον βρούν. Έπιασαν έναν, που ομολόγησε ότι ήταν καταδότης μετά από ….μιας εβδομάδας βασανιστήρια! Καθώς μάλιστα ο ίδιος δεν τους φαινόταν «μεγάλο ψάρι», του πήραν και μια «μαρτυρία» για τον «μεγάλο» (σαν τον επιθεωρητή του διηγήματος). Συνέχισαν τα ίδια και χειρότερα με τον «μεγάλο» και με όσους …μεγαλύτερους ή μικρότερους προέκυπταν από τα …προσοδοφόρα βασανιστήρια. Δεν θυμάμαι αν έφτασαν τους χίλιους ή αν …περιορίστηκαν σε εκατοντάδες οι ομολογήσαντες και τυφεκισθέντες. Ναι, τουφεκισθέντες. Μα, γιατί ομολογούσαν αφού ήξεραν ότι θα εκτελεσθούν;; Καθόλου περίεργο. Γι’ αυτό ακριβώς ομολογούσαν. Για να εκτελεσθούν και έτσι να γλιτώσουν τα βασανιστήρια!
    Ταύτα εγένοντο όχι κατά τους μακρινούς και σκοτεινούς αιώνες του Μεσαίωνα, αλλά εν έτει 1950. Ναι, όλοι ξέρουμε ότι ο εμφύλιος έληξε στον Γράμμο, την 29.8.1949. Αμ, δεν είναι έτσι! Η εβδόμη μεραρχία του …δημοκρατικώτατου στρατού Ελλάδας, παρέμεινε στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη μέχρι το τέλος του 1950, με «εφ’ όπλου λόγχη» (και όχι με «τα όπλα παρά πόδα»). Εκεί και τότε εγένοντο αυτά τα «ωραία». [μάρτυρές μου οι «οποτουρνιστές» καπεταναίοι (πρώην δάσκαλοι κλπ) που μπόρεσαν να γίνουν …μαρτυριάρηδες μόλις κατάφεραν να βγουν από τον κομμουνιστικό παράδεισο και να επανακάμψουν στην καπιταλιστική κόλαση]
    Χάλασα και πάλι τη διαγωγή μου αλλά τί να κάνω;; Δεν μπορώ να τα κρατώ μέσα μου!

  27. Γς said

    9::

    >να πολυκυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να έχεις κάποια ξεκάθαρη εξήγηση για το πού πας και για ποιο σκοπό

  28. Παναγιώτης Κ. said

    @18β,22. Αξιοπρόσεκτα και…σκερτσόζικα! 🙂

  29. sarant said

    26 (και πριν): Βρε παιδιά, δεν είναι διήγημα, άρθρο είναι.

  30. Theo said

    επανεμφανίστηκε λέω η θεωρητική δικαίωσή τους και η ρητορική τους εξύμνηση εν ονόματι του γενικού καλού (…κάποιον Μπους θα τον θυμόσαστε)

    Μια πρόσφατη ταινία (The Report) για την προσπάθεια ενός υπαλλήλου της Γερουσίας, με δυο και μετά ένα βοηθό, να ξεσκεπάσει τα βασανιστήρια της CIA και τα ψέματά της για την αποτελεσματικότητά της. Οι ιθύνοντες της Υπηρεσίας ψεύδονταν προς τη Γερουσία, ισχυριζόμενοι πως οι «ενισχυμένες τεχνικές ανάκρισης» (όπως ονόμαζαν κατ’ ευφημισμόν τα βασανιστήρια) είχαν αποδώσει κι είχαν σώσει ζωές ΗΠΑνών, αποτρέποντας κάποιες επιθέσεις.
    Κάτι που προξενεί εντύπωση είναι πως, απ’ ό,τι φαίνεται, ο Μπους δεν ήξερε για χρόνια τι συνέβαινε, το ΟΚ το έδιναν ο αντιπρόεδρος Τσένι και ο υπουργός Δικαιοσύνης, η Ράις, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, δεν κρατούσε τον Μπους σε άγνοια, αλλά και ότι στην Υπηρεσία και στο υπουργείο Δικαιοσύνης θεωρούσαν πως τα μέτρα θα αξιολογούνταν θετικά αν είχαν ληφθεί μέσω αυτών πληροφορίες που δεν θα ήταν δυνατό να έχουν ληφθεί με άλλα μέσα, παρ΄ όλο που η Υπηρεσία είχε στα χέρια της παλαιότερες εκθέσεις για το ότι με τα βασανιστήρια αποσπούσαν μόνο φανταστικές, δηλαδή ψευδείς ομολογίες.

  31. Theo said

    Διόρθωση:
    η Ράις, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, κρατούσε τον Μπους σε άγνοια

  32. Νέο Kid said

    Ωραίος ο Μπουκάν. Το κείμενο του βέβαια πλατιάζει και πετάει παντού σαν πουλί … αλλά αυτό είναι μάλλον θλιβερό σκακιστικό «κατάλοιπο». Δεν αρκείται ποτέ στη main line ενός θέματος αλλά δίνει κι αναλύει κι όλες τις side lines και τις ανθυποβαριάντες , διανθισμένες πάντα με την καυστική κριτική ενός ευαίσθητου ανθρώπου. Μπορεί βέβαια κι απλά να μην μπορεί να τιθασεψει τον αστείρευτο πλούτο γνώσεων και ιδεών που έχει στα θέματα που πραγματεύεται , κι αυτός ο πλούτος απλά ξεχειλίζει φυσικά όπως ένα ποτήρι που έχει γεμίσει με νερό…
    Speaking of νερό , η πλάκα ή μάλλον η τραγική ειρωνία είναι ότι οι«αλοιφές» οντως μπορεί να διέδιδαν ραγδαία τη χολέρα, μιας και η χολέρα είναι waterborne κι όχι airborne

    Αξίζει μια αναφορά στην επιδημία της χολέρας που ,χωρίς υπερβολή, άλλαξε τη μορφή του κόσμου κι αποτέλεσε το ας το πούμε «γενέθλιο» της Περιγραφικής Στατιστικής ως χρηστικό εργαλείο υψίστης σπουδαιότητας!
    Τον Αύγουστο του 1854 εκδηλώθηκε στο Λονδίνο μια φονική επιδημία χολέρας που σε διάστημα τριών ημερών είχε εξοντώσει πάνω από 100 ανθρώπους και σε 2 βδομαδες πάνω από 500. Περισσότερο από τα τρία τέταρτα των κατοίκων εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, για να γλυτώσει από τον μολυσμένο αέρα που θεουρουταν ως το μέσο μετάδοσης της φοβερής αρρώστιας.
    Ο Τζων Σνόου (John Snow), εξέχων γιατρός ( ένα χρόνο πριν είχε χορηγήσει χλωροφόρμιο στη βασίλισσα Βικτόρια κατά την έβδομη γέννα της !) , δεν είχε την ίδια γνώμη.
    Σ ένα κείμενο του υποστήριζε ότι η χολέρα δεν μεταδίδεται μέσω του αέρα αλλά μέσω του νερού. Η ιατρική κοινότητα δεν έδωσε πολλή σημασία στα επιχειρήματα του , κυρίως γιατί αυτά δεν στηρίζονταν σε κάποια συγκεκριμένη θεωρία που να αποδεικνύει τι ήταν αυτο που υπήρχε στο νερό και προκαλούσε την ασθένεια. Οι πεποιθήσεις του Σνοου στηρίζονταν σε ένα οπλοστάσιο παρατηρήσεων (Εργασία «Πεδίου» θα λέγαμε με σημερινή ορολογία) που τεκμηρίωναν μια μεγάλη συσχέτιση μεταξύ νερού και χολέρας.
    Τελικά ο Σνόου επέβαλε την άποψη του, με αποτέλεσμα να αλλάξει ριζοσπαστικά ο τρόπος με τον οποίο υδροδοτούνται οι σύγχρονες πόλεις.
    Η επιδημία χολέρας που ξέσπασε στις 31 Αυγούστου του 1854 χαρακτηρίστηκε «η χειρότερη που στην ιστορία της χώρας» . Μέσα σε 72 ώρες είχε 127 θύματα, πολλά εξ αυτών παιδιά.
    Στις πρώτες τρεις μέρες ο Snow επισκέφτηκε την περιοχή με τη συνοδεία ενός παπά (Henry Whitehead) , και ανακάλυψε ότι το μεγαλύτερο μέρος των θανάτων είχαν συμβεί σε σπίτια δίπλα στη δημόσια αντλία νερού της οδού Μπρόουντ στη συμβολή της με την οδό Κέιμπριτζ .
    Στις σημειώσεις του ο Σνόου γράφει:
    «Μελετώντας την περιοχή ανακάλυψα ότι σχεδόν όλοι οι θάνατοι είχαν λάβει χώρα σε μικρή απόσταση από την αντλία της οδού Μπροουντ.Μονο δέκα από τους θανάτους συνέβησαν σε σπίτια στα οποία η πιο κοντινή αντλία νερού δεν ήταν αυτή. Σε πέντε από αυτές τις περιπτώσεις η οικογένεια μού ανέφερε ότι προτιμούσαν το νερό της αντλίας στη Μπροουντ στρητ, και σε άλλες τρεις ανακάλυψα ότι τα θύματα, που ήταν παιδιά, περνούσαν από την αντλία στο δρόμο για το σχολείο.»
    Εξετάζοντας την αντλία ο Σνόου δεν βρήκε καμία σημαντική ένδειξη μόλυνσης. Στη συνέχεια συμβουλεύτηκε τα ιατροδικαστικά αρχεία κι έφτιαξε μια λεπτομερή λίστα των θανάτων των δυο προηγούμενων ημερών. Κανένας από τους εργαζόμενους σε μια ζυθοποιία που βρισκόταν δίπλα στην αντλία δεν είχε μολυνθεί από την ασθένεια , κι ένα άσυλο απόρων που βρισκόταν εκεί κοντά με πάνω από 500 άτομα είχε καταγράψει μόλις 5 κρούσματα. Τα καθημερινά ανακοινωθέντα για την επιδημία μιλούσαν για νέα θύματα σε μακρινές περιοχές όπως το Χάμπστεντ και το Ίσλινγκτον. Φαινόταν πως η θεωρία του Σνόου έχανε έδαφος…
    Παρολαυτα, ο γιατρός ενέτεινε τις προσπάθειες του. Γύρισε ο ίδιος από κτίριο σε κτίριο κι από σπίτι σε σπίτι κι ανακάλυψε ότι τόσο το άσυλο όσο και η ζυθοποιία είχαν το δικό τους πηγάδι και δεν κατανάλωναν νερό από την αντλία. Όταν βρέθηκε στο Χάμπστεντ , η οικογένεια τον ενημέρωσε ότι το θύμα, μια γυναίκα, κουβαλούσε κάθε μέρα ένα μπουκάλι νερό από την αντλία της οδού Μπρόουντ γιατί «η γεύση του της άρεσε περισσότερο»
    Η ανηψιά της γυναίκας η οποία είχε επίσης πεθάνει πρόσφατα από χολέρα έκανε το ίδιο. Ζούσε στο Ίσλινγκτον!
    Ο γιατρός έγραψε με σεμνότητα: « Από την έρευνα μου προκύπτει ότι δεν υπάρχει αξιοσημείωτο κρούσμα χολέρας σε αυτή την περιοχή του Λονδίνου ,παρά μόνο ανάμεσα σε εκείνα τα άτομα που έπιναν νερό από την εν λόγω αντλία»
    Στις 7 Σεπτεμβρίου , με την επίδημια ακόμα σε έξαρση , ο Σνόου συγκάλεσε μια έκτακτη συνάντηση με τις τοπικές αρχές και τους ανακοίνωσε τα ευρήματα του. Πέραν της προφορικής αναφοράς ο Σνόου παρουσίασε έναν χάρτη της περιοχής στον οποίο είχε σημειώσει τον αριθμό και την τοποθεσία των θυμάτων. Ο χάρτης αυτός αποδείχτηκε τόσο πειστικός που την επόμενη μέρα αφαιρέθηκε η λαβή της αντλίας.
    Ο αριθμός των θυμάτων έπεσε κατακόρυφα , και σε λίγο καιρό η επιδημία εξαφανίστηκε εντελώς.
    Ο αυθεντικός χάρτης του Σνόου διατηρείται σήμερα στο Βρετανικό μουσείο .
    Αν κάποιος βρεθεί στο Σόχο , σε κάποια γωνία της οδού Μπρόντγουικ υπάρχει ένα ταπεινό μνημείο , το οποίο το ανέμελο πλήθος των τουριστών συνήθως προσπερνά χωρίς να του χαρίσει μια δεύτερη ματιά… Είναι το πιστό αντίγραφο μιας χαρακτηριστικής δημόσιας αντλίας νερού του 19ου αιώνα.

    *Να σημειωθεί ότι ο Παστέρ ολοκλήρωσε τα πειράματα του ανάμεσα στο 1860 και 1864. Αυτά εδραίωσαν τη θεωρία των μικροβίων ή παθογόνων παραγόντων και εξασφάλισαν εκ των υστέρων θεωρητικό άσυλο στις παρατηρήσεις του Snow.
    Μόλις το 1885 ο Koch (Κωχ) αναγνώρισε το βακτήριο Δονάκιο της χολέρας (Vibrio cholerae) ως το αίτιο της ασθένειας , και προς το τέλος του 19ου αιώνα αρχές 20ου μεγάλο μέρος των πόλεων του δυτικού κόσμου είχαν αντικαταστήσει τα δίκτυα παροχής πόσιμου νερού, διώχνοντας το φάντασμα της χολέρας από τους δρόμους του μισού πλανήτη.

  33. Παναγιώτης Κ. said

    @29. Ναι αλλά έχει τις χάρες διηγήματος. 🙂

  34. spiridione said

    Ευχαριστούμε πολύ τον Τέταρτο Κόσμο για το πολύ ωραίο άρθρο.
    Ας μου επιτραπεί να βάλω και μερικά σκόρπια πράγματα που είχα γράψει με αφορμή τους μόρτηδες και την πορεία τους στους αιώνες ιστορικά και γλωσσικά.

    Η πανώλη ήταν μία κατεξοχήν κοινωνική ασθένεια, που έδινε την αφορμή να βγουν στην επιφάνεια μίση και αντιθέσεις. Είναι αναμφισβήτητο ότι τα φτωχότερα στρώματα ήταν τα πιο ευάλωτα στην πανώλη και τα επακόλουθά της (λιμός, οικονομική δυσπραγία κτλ.), και αυτό οφειλόταν σε πολλούς λόγους, κοινωνικούς και οικονομικούς. Η επιβίωση σε τέτοιες συνθήκες ήταν δύσκολη, και δεν ήταν σπάνια τα φαινόμενα εξεγέρσεων, αλλά και κλοπών και λεηλασιών. Στις δε δυτικές κοινωνίες άρχισε να δημιουργείται ένα ευρύτερο κλίμα καχυποψίας απέναντι στους φτωχούς, τους άπορους, τους περιφερόμενους, τις πόρνες κτλ.: θεωρούνταν πηγή μόνιμου κινδύνου για τη δημόσια υγεία και τάξη κι ενοχοποιούνταν συχνά για την εξάπλωση της πανώλης, λαμβάνονταν δε μέτρα απομόνωσης και εποπτείας τους σε εποχές επιδημιών. Το κλίμα αυτό σχετίζεται και με την υγειονομική πολιτική που άρχισε να διαμορφώνεται, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και την αυστηρή απομόνωση των ασθενών ή των υπόπτων σε ειδικούς χώρους. Αυτό το βλέπουμε και στα Επτάνησα, όπου οι Βενετοί είχαν ως συνήθη τακτική να απομονώνουν τις φτωχικές συνοικίες, στις οποίες σχεδόν πάντα παρουσιάζονταν τα πρώτα κρούσματα, ορίζοντας και ειδικά όργανα για να τις επιτηρούν και μοιράζοντας στους αποκλεισμένους μία ελάχιστη ποσότητα ψωμιού προκειμένου να επιβιώσουν. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι στην επιδημία πανώλης στη Ζάκυνθο το 1728 οι Βενετοί αξιωματούχοι μάζεψαν απ’ όλη την πόλη τις γυναίκες του δρόμου και τα χαμίνια, είτε είχαν προσβληθεί είτε όχι, και τους μετέφεραν στην περιοχή της πόλης που είχε αποκλειστεί, καταδικάζοντάς τους έτσι σε σχεδόν βέβαιο θάνατο (Κ. Κωνσταντινίδου «Το κακό οδεύει έρποντας»).
    Αποτελεί δε ειρωνεία ότι, την ίδια στιγμή, η πανώλη έδινε ευκαιρίες βιοπορισμού ή ακόμη και πλουτισμού σε πολλούς απ’ αυτούς τους φτωχούς ή περιθωριακούς, καθόσον μπορούσαν να γίνουν μόρτηδες, ζητώντας μεγάλες αμοιβές για τις υπηρεσίες τους. Τους ήταν επίσης πιο εύκολο να κλέψουν, αφού ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην πόλη και να μπαίνουν στα άδεια σπίτια. Όπως το θέτει ο ιστορικός Brian Pullan: «Όπως το καρναβάλι, έτσι και η πανώλη αντιστρέφει τον κανονικό ρυθμό της ζωής. Το κάνει με τον δικό της τρόπο, δημιουργώντας περιστασιακή εξάρτηση της κοινωνίας από τους άθλιους πένητες, ιδιαίτερα τους περιθωριακούς και τους εγκληματίες, με την παροχή των ζωτικών υπηρεσιών που προσφέρουν, για τις οποίες μπορούν να ζητήσουν υπέρογκες αμοιβές».

    Οι Βενετοί, πρωτοπόροι σε θέματα οργάνωσης της δημόσιας υγείας (ήταν άλλωστε από τους πρώτους που ίδρυσαν λαζαρέτα και υγειονομεία), είχαν πιτσιγαμόρτους (pizzigamorti ή pizzicamorti), μόνιμους υπαλλήλους στο κεντρικό τους υγειονομείο (Ufficio di sanitá) ήδη από τον 15ο αιώνα, με καλές αμοιβές και με αρκετά προνόμια, ενώ σε μεγάλες επιδημίες προσλάμβαναν και έκτακτους. Στα Επτάνησα σε καιρό πανώλης έστελναν πιτσιγαμόρτους από τη μητρόπολη ή χρησιμοποιούσαν ανθρώπους από τον ελληνικό χώρο. Εκτός από τα καθήκοντά τους να περισυλλέγουν τους νεκρούς και να επιτηρούν ή να οδηγούν τους αρρώστους στα λαζαρέτα, ήταν οι πρώτοι που έμπαιναν στα σπίτια και στα μαγαζιά, σάρωναν τους τοίχους και τα δάπεδα, τα ψέκαζαν με θαλασσινό νερό και ξύδι, τα αρωμάτιζαν και, τέλος, τα ασβέστωναν, ενώ τις καλύβες των χωρικών τις έκαιγαν. Κατά την εκτέλεση του έργου τους έπρεπε να τους επιτηρούν οι σανιτάδες (εκπρόσωποι των τοπικών υγειονομείων) σε απόσταση δεκαπέντε βημάτων, φορώντας ειδικές μάσκες (Κωνσταντινίδου «Το κακό οδεύει έρποντας»).

    Στο μυθιστόρημα του Μαντσόνι εμφανίζονται και οι monatti, όπως τους έλεγαν, που περιγράφονται με τα πλέον μελανά χρώματα:
    «Οι κατεργαρέοι που γλίτωναν από την πανώλη που δεν τους έριχνε κάτω, βρήκαν μέσα στη γενική σύγχυση, στη χαλάρωση κάθε κρατικής δύναμης, μια καινούρια ευκαιρία δραστηριότητας και ταυτόχρονα μια καινούρια εξασφάλιση ατιμωρησίας. ….. Έμπαιναν σαν κύριοι, σαν εχθροί στα σπίτια και χωρίς να μιλούμε για κλοπές και το πώς μεταχειρίζονταν τους άτυχους αναγκασμένους από την πανώλη να περάσουν από τέτοια χέρια. Έβαζαν αυτά τα βρώμικα και αχρεία χέρια πάνω στους υγιείς, τέκνα, γονείς, γυναίκες, άντρες, απειλώντας να τους σύρουν στο λοιμοκαθαρτήριο αν δεν εξαγοράζονταν με χρήματα. Άλλες φορές διατιμούσαν τις υπηρεσίες τους αρνούμενοι να πάρουν τα πτώματα που είχαν πια αποσυντεθεί, τουλάχιστον με τόσα σκούδα» (μετάφραση Δημ. Αργυρίου).
    Και το αποκορύφωμα: «Είπαν (κι ανάμεσα στην ελαφρότητα τούτων και την κακία εκείνων είναι το ίδιο επισφαλές το να πιστέψεις ή να μην πιστέψεις), είπαν ότι μονάτοι και απαριτόροι άφηναν να πέφτουν επίτηδες απ’ τα κάρα πράγματα μολυσμένα για να διαδώσουν και να διατηρήσουν την επιδημία που είχε γίνει γι’ αυτούς ένα εισόδημα, ένα βασίλειο, μια γιορτή».
    Είναι απ’ τις πιο μισητές φιγούρες του έργου, μαζί με τους untori, τους οποίους ο Έλληνας μεταφραστής μεταφράζει αλειφτές, δηλαδή τους ανθρώπους, συνήθως ξένους, που κατηγορούνταν ότι διέσπειραν την πανώλη αλείφοντας με δηλητήριο τους τοίχους, και εναντίον των οποίων οργανώνονταν μαζικές διώξεις και δίκες. Ο ήρωας του έργου, ο Ρέντσο, αποφασίζει να μπει στο Μιλάνο, έχοντας αποκτήσει προηγουμένως ανοσία στην πανώλη, για να βρει την αρραβωνιαστικιά του τη Λουκία. Εκεί, τον θεωρούν ύποπτο ως untore, και αρχίζουν να τον κυνηγούν. Αποφασίζει να πηδήξει σε ένα κάρο με νεκρούς και οι μονάτοι τον σώζουν, όχι βέβαια γιατί είναι πονόψυχοι, αλλά γιατί πιστεύουν ότι είναι untore, άρα χρήσιμος για τη δουλειά τους. Ο Μαντσόνι παρασταίνει τότε τους μονάτους να μεθάνε πάνω στα πτώματα και να τραγουδούν «ζήτω η επιδημία».
    Είναι αξιοσημείωτο ότι την ίδια πεποίθηση που είχαν τότε στο Μιλάνο, φαίνεται ότι είχαν και στον Πόρο το 1837 κατά την επιδημία πανώλης που ξέσπασε τότε. Για να το συνδέσουμε και με το μαντήλι του άρθρου, ο γιατρός Αντ. Ηπίτης αναφέρει ότι, πριν από την έλευσή του στο νησί, οι μόρτηδες (απόλοιμοι ή υπόλοιμοι) κυκλοφορούσαν σχεδόν ελεύθεροι «μολύνοντες πολλούς, ή αμέσως εγγίζοντές τους, ή ρίπτοντες εις τους δρόμους μανδύλια καινούρια και άλλα πράγματα, τα οποία δεν είναι σχεδόν δυνατόν να μη σηκώση παιδίον ή πτωχός όταν τα εύρη. Δια να σηκωθή λοιπόν εκ μέσου παν μέσον της μεταδόσεως του μολύσματος και δια να κυττάζωνται και οι πάσχοντες καλήτερα, μετέφερεν ο Ηπίτης όλους τους υπολοίμους εις το Κάστρον, διορίζων εκεί και μίαν ενωμοτίαν χωροφυλάκων να τους φυλάττη και να προσέχη παν βήμα αυτών».

  35. Costas X said

    Καλημέρα, λίγο αργά !

    Πολύ ωραίο εμπεριστατωμένο και επίκαιρο το άρθρο.

    Κάποιες λεπτομέρειες για την επιδημία του 1629 στην Κέρκυρα δεν τις ήξερα.
    Μετά το 1629, η πανούκλα (ή πανώλη) επανήλθε στην Κέρκυρα το 1679 και το 1815. Τα θύματα και στις τρεις περιπτώσεις ήταν πολύ λίγα σχετικά με τον πληθυσμό, λόγω κυρίως των σκληρών μέτρων των αρχών του νησιού, των Ενετών στις δύο πρώτες, και των Άγγλων στην τελευταία. Οι Άγγλοι μάλιστα δεν δίστασαν να πυρπολήσουν ολόκληρο χωριό, κι έμεινε η φράση, και κατάρα, «στάχτη σαν το Μαραθιά». Εδώ το σχετικό άρθρο στον εξαιρετικό ιστότοπο φίλου για την ιστορία της Κέρκυρας: https://www.corfuhistory.eu/?p=4553

    Οι περισσότεροι ντόπιοι όμως (εμού εξαιρουμένου!) επιμένουν ότι άλλος έσωσε το νησί τότε από την πανούκλα, και σήμερα από τον κορονοϊό…

  36. Παναγιώτης K. said

    @30. Η ευθύνη του κάθε αρχηγού της Εκτελεστικής Εξουσίας είτε πρόεδρος λέγεται είτε πρωθυπουργός είναι ακεραία για οτιδήποτε απόρρητο συμβαίνει και έχει σχέση με τη λειτουργία του κράτους. Είναι ακεραία διότι οι μυστικές υπηρεσίες υπάγονται στον πρόεδρο ή τον πρωθυπουργό.

    Τον καιρό που εργαζόμουν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και έκανα κάποια βόλτα, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα πολιτικά μυστικά μάθαινα εκτός βεβαίως από τα κουτσομπολιά.
    Πολιτικά μυστικά εννοώ αυτά για τα οποία έγραψαν αργότερα οι εφημερίδες ως σκάνδαλα διαφθοράς.
    Αν λοιπόν ένας απλός άνθρωπος όπως η αφεντιά μου μάθαινε πράγματα σκεφτείτε τι μπορούν να μαθαίνουν οι κάθε λογής ΕΥΠτζήδες.
    Επομένως, όταν π.χ ο τάδε υπουργός τα έχει αρπάξει και ο πρωθυπουργός και οι περί αυτόν καμώνονται ότι δεν ήξεραν σαφέστατα ψεύδονται.
    Αφήνω που, με καμιά δύναμη, δεν επιτρέπεται ένας πρωθυπουργός να λέει «δεν ήξερα».
    Είσαι πρωθυπουργός για να ξέρεις και να παίρνεις αποφάσεις και όχι να απολαμβάνεις το αξίωμα και τα πλούσια τραπέζια…

    Btw αύριο έχει διάσκεψη Κορυφής στην ΕΕ και έχουμε την πρωτοτυπία να είναι τηλεδιάσκεψη. Δεν έχω καταλάβει: Ο κάθε πρωθυπουργός θα παραμείνει στη χώρα του;

  37. spiridione said

    Ένα άλλο αξιοσημείωτο ήταν η διαφοροποίηση της αντιμετώπισης της πανώλης μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, τουλάχιστον μέχρι τον 19ο αιώνα. Σήμερα οι Μουσουλμάνοι βέβαια έχουν εκδυτικοποιηθεί στο θέμα αυτό.

    Όπως γράφει ο Κ. Κωστής (στον Καιρό της πανώλης) οι μουσουλμάνοι, σε γενικές γραμμές, δεν φοβόνταν την πανούκλα και δεν είχαν πρόβλημα να μεταφέρουν τους νεκρούς, δεν εγκατέλειπαν την πόλη τους όταν ξεσπούσε επιδημία ούτε εγκατέλειπαν τους συγγενείς τους αβοήθητους. Ήταν ξένη προς τις αντιλήψεις τους η απομόνωση των ασθενών και δεν είχαν λαζαρέτα ή λοιμοκαθαρτήρια. Είναι χαρακτηριστική η διήγηση του Σκαρλάτου Βυζάντιου για μια επιδημία πανώλης το 1812 στην Κωνσταντινούπολη («Κωνσταντινούπολις τόμος Α’» εκδ. 1851):
    «…Ενθυμούμαι την των 1812, και ακόμη οι τρίχες μου ανορθούνται! σειρά αδιάκοπος νεκρικών φορείων επείχεν όλον τον προς τα κοιμητήρια δρόμον και μέγα μέρος αυτών, και δύναται τις, χωρίς όρεξιν αντιθέσεως, να είπη ότι πολυπληθέστερα ήσαν τα ταφεία παρά αι αγοραί. Εκεί εφαίνετο όλος των Τούρκων ο υπέρ του πεπρωμένου φανατισμός, αμιλλωμένων τις πρώτος να υποβάλλη τους ώμους του υπό το φορείον, και να συνοδεύση τεσσαράκοντα τουλάχιστον βήματα τον νεκρόν, βέβαιος ότι έκαστον βήμα του εξαλείφη μίαν αμαρτίαν (κατά το εξής χωρίον του Κουρ-αανίου: «Μενν χαμελέ τζεναζέθ ερμπαῒνν χατ βεθ Κεφφερέθ ανν χου κεμπιρέθ»: ο μετακομίζων νεκρόν εις διάστημα τεσσαράκοντα βημάτων εξαλείφη δια τούτου μέγα αμάρτημα)∙ πλήθος δε νεκροθάπται, διαδεχόμενοι νύκτα και ημέραν αλλήλους, μόλις επήρκουν προς το πλήθος των εκκομιζομένων. Και ταύτα μεν οι Οθωμανοί, των οποίων, με όλην την απροφυλαξίαν, ολίγοι εθυσιάζοντο∙ διότι οι προσβαλλόμενοι δεν εγκαταλείποντο ποτέ υπό των οικείων και συγγενών των. Αλλά εις τα χριστιανικάς συνοικίας το θέαμα ήτον ασυγκρίτως οικτρότερον. Η φωνή της φύσεως κατεσιγάζετο υπό της φωνής του εγωισμού και της ατομικής εκάστου διατηρήσεως, και ελογίζετο γενναιότης όταν η μήτηρ δεν εγκατέλειπε το τέκνον της! Άθλιαι δε τινες καλύβαι μόλις εστέγαζον έξωθεν του χωρίου, ως αν τους λεπρούς το πάλαι, τους δυστυχείς μολυσμένους, τους οποίους καθόσον εδεκάτιζε το δρέπανον του θανάτου, μετέφερον προς ταφήν προς τα πλέον απρόσβατα μέρη οι και αυτού του θανάτου τρομερότεροι Μόρται. Πόσοι των δυστυχών τούτων παρεχώθησαν ημιθνήτες! πόσων ο θάνατος επεσπεύσθη υπό των ασυνειδήτων φυλάκων! εκεί καμία τελευταία παρηγορία δια τον άθλιον ψυχορραγούντα, του οποίου τα σπλάχνα εφλόγιζε και εσπάραττε πλειότερον της λοιμώδους θέρμης η απελπιστική ιδέα ότι αποθνήσκει εγκαταλελειμμένος!».

  38. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    spiridione και Νέο Kid: Εξαιρετικά τα κείμενά σας. Συγχαρητήρια!

    (Νέο Kid, νομίζω ότι τα γενέθλια της Περιγραφικής Στατιστικής πάνε πολύ πιό πίσω, στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.. 🙂 )

  39. mitsos said

    Όντως ωραίο και πλούσιο σε πληροφορία κείμενο . Αλλά επίσης πολύ δύσκολο. Με μακρές περιόδους και όχι μόνο.

    Διαβάζω:
    Τον καιρό του Μαύρου Θανάτου, ασφαλώς επειδή το ρητορικό σχήμα του πολέμου μ’ έναν αόρατο εχθρό δεν βγάζει και πολύ νόημα, αφού οι γραμματιζούμενοι και οι καλλιτέχνες προσωποποίησαν την αρρώστια με όλες τις δέουσες αλληγορίες και σε ποικίλες μορφές, ο λαουτζίκος, πιο πραχτικός, προτίμησε να ανακαλύψει ευθύς αμέσως τους υπαίτιους, εκείνους που, σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη, μόλυναν τα πηγάδια και τις πηγές, σκορπώντας μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία του κακού. ….

    Προσπαθώντας να κατανοήσω την παράγραφο θα μετέγραφα :

    Τον καιρό του Μαύρου Θανάτου ( αρχές 13ου αιώνα ως τα τέλη του 17ου αιώνα ), οι γραμματιζούμενοι και οι καλλιτέχνες προσωποποίησαν την αρρώστια με όλες τις δέουσες αλληγορίες και σε ποικίλες μορφές, Όμως σίγουρα το ρητορικό σχήμα του πολέμου μ’ έναν αόρατο εχθρό δεν βγάζει και πολύ νόημα. Έτσι ο λαουτζίκος, πιο πραχτικός, προτίμησε να ανακαλύψει ευθύς αμέσως τους υπαίτιους. Δηλαδή όλους εκείνους που, σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη, μόλυναν τα πηγάδια και τις πηγές, σκορπώντας μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία του κακού. ….

    Αλλά , παρ’ όλα αυτά , ΝΑΙ συμφωνώ πως το κείμενο του Τέταρτου Κόσμου , αξίζει να διαδοθεί και σε διανοούμενους και σε τριτοκοσμικές κοινωνίες. Διότι η αντιμετώπιση πολλών ενδημικών φαινομένων (πανούκλες, ρινοκερίτιδες, πόλεμοι, … ) προϋποθέτουν μελέτη τους και επιστημονική ερμηνεία αλλά απαιτούν και συνεχή αγώνα της Αθρωπότητας.

    Ευχαριστώ και τον Τέταρτο Κόσμο και τον Νικοκύρη μας

  40. Avonidas said

    Γεια σου, Kid!

    Πέραν της προφορικής αναφοράς ο Σνόου παρουσίασε έναν χάρτη της περιοχής στον οποίο είχε σημειώσει τον αριθμό και την τοποθεσία των θυμάτων. Ο χάρτης αυτός αποδείχτηκε τόσο πειστικός που την επόμενη μέρα αφαιρέθηκε η λαβή της αντλίας.
    Ο αριθμός των θυμάτων έπεσε κατακόρυφα , και σε λίγο καιρό η επιδημία εξαφανίστηκε εντελώς.
    Ο αυθεντικός χάρτης του Σνόου διατηρείται σήμερα στο Βρετανικό μουσείο

    Να πουμε ότι ο χάρτης αυτός είναι ενα πρώιμο παράδειγμα διαγράμματος Voronoi, όπου χωρίζεις ενα χώρο σε ζώνες ανάλογα με την εγγύτητα κάθε σημείου σε καποια σημεία-κλειδιά, εν προκειμένω στις αντλίες νερού.

    Και μια υπέροχη σειρα βίντεο για την ιστορία του John Snow που ήξερε πολλά (καμία σχεση με τον Jon Snow που δεν ηξερε τίποτα) :

  41. Theo said

    @36:
    Δεν έγραψα όσα έγραψα στο σχ. 30, για να ισχυριστώ πως ο Μπους δεν είχε ευθύνη για όσα συνέβησαν στα διάστημα της προεδρίας του αλλά για να δείξω πως το βαθύ κατεστημένο, μέσω Τσέινι, Ράις και κάποιων άλλων, δεν του άφηνε και πολλές πρωτοβουλίες. Κι αυτός το είχε αποδεχτεί, άρα ήταν υπεύθυνος για ό,τι συνέβη.

  42. Pedis said

    Πάρα πολύ καλό!

    Mi permetto di complimentarmi con l’autore!

    Εκανα πολύ γούστο και τις ασυντόμευτες παρενθετικές αναφορές, στις οποίες οι λατινογενείς ομιλητές και συγγραφείς είναι μανούλες (αν και όχι σπάνια υπνωτικές).

    O ζωγράφος-χαράκτης των εικόνων από την έκδοση του Promessi sposi είναι ο Francesco Gonin.

    https://it.wikipedia.org/wiki/Francesco_Gonin

  43. Γιάννης Κουβάτσος said

    «waterborne κι όχι airborne»
    Υδατογενής κι όχι αερογενής. Έλα με τις αγγλικούρες, μια χαρά λέξεις για όλες τις χρείες έχει η τρισχιλιετούλα μας. 😜

  44. Pedis said

    To βιβλίο του A. Manzoni διδάσκεται σε συνέχειες στην ώρα διδασκαλίας της (Νέας) Ιταλικής γλώσσας στα Γυμνάσια εδώ και πολλές γενιές (να πω εκατό χρόνια;), νομίζω το πρώτο δίχρονο του Ιταλικού πενταετούς Λυκείου.

    Οι λόγοι, βασικά, είναι δύο: ηθοπλαστικός ο ένας και εργαστήριο της Ιταλικής γλώσσας ο άλλος. Διότι θεωρείται ως ένα κείμενο με υποδειγματική χρήση της γλώσσας (και με πάμπολλες άγνωστες λέξεις για τους μαθητές, οπότε τους πλουτίζει το λεξιλόγιο).

    Υπάρχει αντίστοιχη περίπτωση στα δικά μας σχολεία; Δεν θυμάμαι.

  45. Pedis said

    Τυπογραφικής φύσης ανθυπολεπτομέρεια

    Στα ιταλικά εδάφη της Republica, της Serenissima -> Στα ιταλικά εδάφη της Repubblica, της Serenissima

  46. Pedis said

    Οι αδερφοί Ταβιάνι για το PCI, τον Αγγελόπουλο, τον Παζολίνι κι άλλα πολλά: (για ιταλομαθείς)

    https://www.ilfattoquotidiano.it/2015/03/10/i-fratelli-taviani-cinema-droga-voglia-non-ci-passa/1491242/

  47. Michael said

    Η «εξέγερση του ψωμιού» στο νησί του κυρίου Quarantάκου.
    https://www.mixanitouxronou.gr/i-exegersi-tis-mytilinis-gia-ena-kommati-psomi-otan-to-krach-eplixe-to-nisi-oi-pyrovolismoi-kai-oi-maches-ton-diadiloton-me-ton-strato-kai-ti-chorofylaki/

  48. Avonidas said

    «waterborne κι όχι airborne»
    Υδατογενής κι όχι αερογενής. Έλα με τις αγγλικούρες, μια χαρά λέξεις για όλες τις χρείες έχει η τρισχιλιετούλα μας. 😜

    Μόνο που αυτο είναι -borne και οχι -born. Δεν ειναι αερογενείς οι λοιμώξεις, ειναι αερομεταφερόμενες.

  49. ΓιώργοςΜ said

    43 Υδατογενής/Αερογενής νομίζω σημαίνει πως προέρχεται από το νερό/τον αέρα, όχι πως μεταδίδεται μέσω αυτού. Αλήθεια, πώς το μεταφράζει η ιατρική; Δε θυμάμαι σκέτη λέξη, μόνο «μετάδοση μέσω…»

  50. Αγγελος said

    (5) Πράγματι, στη Γάνδη, στο Κάστρο των Κομήτων της Φλάνδρας, υπάρχει μια τέτοια αίθουσα με όργανα βασανιστηρίων.
    Η Ιερά Εξέταση, που είχε λεπτομερείς και τυποποιημένες διαδικασίες, ασκούσε πρώτα territio verbalis (εκφοβισμό με λόγια, δηλαδή την απειλή «θα σε βασανίσουμε αν δεν ομολογήσεις/αποκηρύξεις») και μετά territio realis (εκφοβισμό με πράγματα, δηλαδή επίδειξη των οργάνων βασανισμού) — και μετά, βέβαια, περνούσε στα πραγματικά βασανιστήρια. Ο Γαλιλαίος π.χ. υπέστη τους δυο εκφοβισμούς, αλλά δεν βασανίστηκε σωματικά.

  51. Αγγελος said

    (49) Αερόφερτος θόρυβος λέγεται ο airborne noise. Υδατόφερτη νόσο δεν έχω ακούσει, αλλά είναι πολύ λογικό.

  52. Αγγελος said

    Για μας που μεγαλώσαμε με το «Μη! Έχει μικρόβια, θ´αρρωστήσεις!» φαίνεται αδιανόητο ότι πριν από τον Παστέρ ούτε ο κόσμος αλλά ούτε και οι γιατροί συνειδητοποιόυσαν την αιτία των μεταδοτικών ασθενειών. Ενώ η ύπαρξη μικροοργανισμών ήταν γνωστή δυο αιώνες πρωτύτερα…

  53. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    50 Έτσι. Ο Σιμόπουλος στο Βασανιστήρια και Εξουσία παραθέτει τέτοιο λεπτομερές πρακτικό ανάκρισης από την Ι.Ε. στην Ισπανία, όπου καταγράφονται σχολαστικά αριθμημένα μέχρι και τα βογγητά της βασανιζόμενης γυναίκας.

  54. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @43, 49, 51. Νομίζω (πρόχειρα) ότι δεν υπάρχει καθιερωμένος ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ όρος για την απόδοση αυτής της έννοιας αλλά το υδατόφερτος πολύ καλό μου ακούγεται..

  55. 53 Εδώ η μετάφραση που έκανε η Γιουρσενάρ από το λατινικό, για το βασανισμό του Τομάζο Καμπανέλα. https://simiomatariokipon.wordpress.com/2010/04/19/%ce%bd%cf%8d%cf%87%cf%84%ce%b5%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%bb%ce%ac-%cf%84%ce%ac-%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%ac/
    Το κλου στο τέλος:
    και ένας δεσμοφύλακας επιφορτισμένος να παραδώσει τόν κρατούμενο στους δεσμοφύλακες τού κάστρου, τή στιγμή που διέσχιζαν τήν βασιλική αίθουσα τόν άκουσε να λέει
    – για τόσο μαλάκα μέ είχανε να μιλήσω ;
    :: che si pensavano che io era coglione, che voleva parlare?

  56. Ηλίας said

    Ωραίο κείμενο αλλά εστιάζει μόνο στα βασανιστήρια που έγιναν τότε. Θα άξιζε να μάθουμε πόσοι ήταν τελικά οι νεκροί απο τη Μεγάλη Πανώλη του Μιλάνου το 1629-31. Κάποια φίλη που ζεί στην Ιταλία μου είπε για ενάμιση εκατομμύριο ψυχές. Δεν ξέρω αν αληθεύει το νούμερο, περιμένω απάντηση από το συγγραφέα που έχει διαβάσει το κείμενο του Μαντσόνι

  57. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    45 Όμως, η παλιά ορθογραφία, που αυτήν χρησιμοποιούσε ο Μάρμορας, έχει Republica

  58. Γιάννης Κουβάτσος said

    48: Σωστός! Πάντως οι λέξεις-όροι υπάρχουν. ☺

  59. Pedis said

    # 57 – Ινφάττι!

  60. voulagx said

    Γιατί όχι: waterborne=υδρόφερτος airborne=αερόφερτος;

  61. loukretia50 said

    Πολύ ενδιαφέρον κείμενο και

  62. loukretia50 said

    Μπα? τι έγινε? πάμε πάλι!

    Πολύ ενδιαφέρον κείμενο και ο τρόπος γραφής παραμένει γοητευτικός και σε παρασύρει, ακόμα και σε σημεία με απεχθείς περιγραφές.
    Αν κάποιος θέλει το βιβλίο του Μαντσόνι στα αγγλικά, έχει εικόνες και κατατοπιστική εισαγωγή
    http://www.gutenberg.org/ebooks/35155

    The Betrothed, by Alessandro Manzoni,
    CHAPTER XXXIV.
    The reader may imagine the lazaretto, peopled with sixteen thousand persons infected with the plague: the vast enclosure was encumbered with cabins, tents, cars, and human beings. Two long ranges of porticoes, to the right and left, were crowded with the dying or the dead, extended upon straw; and from the immense receptacle of woe, was heard a deep murmur, similar to the distant voice of the waves, agitated by a tempest.
    Renzo went forward from hut to hut, carefully examining every countenance he could discern within—whether broken down by suffering, distorted by spasm, or fixed in death. Hitherto he met none but men, and judged, therefore, that the women were distributed in some other part of the inclosure. The state of the atmosphere seemed to add to the horror of the scene: a dense and dark fog involved all things. The disc of the sun, as if seen through a veil, shed a feeble light in its own part of the sky, but darted down a heavy deathlike blast of heat: a confused murmuring of distant thunder might be heard. Not a leaf moved, not a bird was seen—save the swallow only, which descended to the plain, and, alarmed at the dismal sounds around, remounted the air, and disappeared. Nature seemed at war with human existence—hundreds seemed to grow worse—the last struggle more afflictive—and no hour of bitterness was comparable to that….»

  63. nikiplos said

    60@ πριν… Γιατί όχι οι καθιερωμένοι όροι: αερομεταφερόμενος και υδατομεταφερόμενος?

  64. loukretia50 said

    Η καταπληκτική ταινία
    The Seventh Seal (1957) https://youtu.be/06pmVMUCC28 Final Scene

    Κι ένα τραγούδι για μια σκοτεινή εποχή – μια ιστορία με απαίσιο τέλος
    «E’ giovane, è bella, ardita e bizzarra
    la pelle è ambrata i capelli corvini
    Suadente la voce ammaliante lo sguardo
    un Gatto nero il Re della casa.

    Furioso il respinto la fa incatenare
    il prete, l’inganno promesse mancate
    Stivale spagnolo la culla di Giuda
    fan sì che confessi le colpe non sue
    La pira è già pronta la plebe l’ingiuria
    il boia la piange il prete la brama

    Son solo una Donna solitaria, ingannata
    il fuoco la arde la fine è arrivata
    Fra’ Cassio annota la colpa espiata
    le ho offerto salvezza m’avesse accudito

    Piuttosto la fiamma all’essere schiava
    fu giovane e bella ardita e bizzarra
    Sapeva di erbe viveva da sola
    nero fu il Gatto il Re della casa
    La Santa Inquisizione – Αlberto Amboni https://youtu.be/1PO0NKMU7yc

    Και μια παρόμοια ιστορία στα φαντάσματα του Γκόγια, ταινία με δυνατές σκηνές που αποτυπώνουν αρκετά πιστά τη φρίκη που συναντάμε στα έργα του.
    Goya’s Ghosts – Milos Forman

  65. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  66. sarant said

    56 Για το Μιλάνο και την πανούκλα του 1629-31:

    La peste aveva ovviamente spopolato Milano e aveva fatto migliaia di vittime anche nei territori circostanti, per quanto i documenti dell’epoca rendano molto difficile fare delle stime precise dei morti: il Tadino ipotizza nella sola città di Milano circa 165.000 vittime, mentre il Ripamonti (autore di una cronaca della peste più volte citata da Manzoni come fonte storica) parla di poco meno di 140.000, cifre tuttavia approssimative in quanto è difficile stabilire la popolazione della città prima della moria.

    Μια άλλη πηγή αναφέρει 186.000, όλα αυτά σε πληθυσμό 250.000

  67. Χαρούλα said

    Μα Νικοκύρη τιντούτο;;;; Από το Άουσβιτς, στην πανώλη! Ξέρω μέσα στην ζωή είναι όλα, και μέσα στην τέχνη. Αλλά λίγο πιο αραιά. Έχουμε την κλεισούρα, τους νεκρούς, έρχονται και αυτά…. στα ψυχοφάρμακα θα πέσουμε!🥺😊

    Την καλησπέρα μου

  68. 67 Υπομονή μέχρι αύριο. Θα έχει διπλό αφιέρωμα στις διηπειρωτικές πολιτιστικές ανταλλαγές: Ευλογιά στην Αμερική και Σύφιλη στην Ευρώπη 😎

  69. Νέο Kid said

    68. Γελάω χτηνωδώς, βρε σκασμένο!😆😆🤪
    👍

  70. Prince said

    35: Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας τα’κανε αυτά; 🙂

  71. atheofobos said


    To επεισόδιο από την εξαιρετική τηλεοπτική σειρά Victoria με τον John Snow και τον αγώνα του να σταματήσει η υδροληψία από το μολυσμένο πηγάδι.
    Επίσης μια άγνωστη ελληνική συμβολή στην μελέτη για το αίτιο της χολέρας από τον Κοχ. Το 1883 είχε εμφανιστεί επιδημία χολέρας στην Αίγυπτο. Με τον φόβο πιθανής εξάπλωσης της στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις έστειλαν επιστημονικές αποστολές εκεί για να την μελετήσουν. Η Γερμανική αποστολή με επικεφαλής τον Κοχ έφτασε στην Αλεξάνδρεια στις 24 Αυγούστου 1883 και ο ιατρός Στέφανος Καρτούλης τους υποδέχτηκε στο πλοίο και τους διέθεσε το κατακαινούργιο τότε Σωφρόνειο Νοσοκομείο για τις μελέτες τους.
    Σε υπόμνημα του στην Πρωσσική Κυβέρνηση ο Κοχ έχει γράψει: Η αποστολή ως απεδείχθη βραδύτερον δεν θα ηδύνατο να εύρη καταλληλότερον χώρον δια τα εργασίας της.

  72. Aghapi D said

    Πολύ καιρό είχε να με καθηλώσει τόσο το άρθρο αλλά και τα σχόλια
    Όχι ότι τα άλλα δέν είχαν μεγάλο ενδιαφέρον αλλά εδώ έπαθα «πλήρη προσήλωση «

  73. Aμα το έχεις το «σανίδι», τι με ορχήστρα, τι χωρίς, μαγεύεις !! Χουάν Ντιέγκο Φλόρες !!!

  74. sarant said

    67-68-69 Εντάξει, αύριο θα έχουμε χαρμόσυνο θέμα

  75. dryhammer said

    74. Άντε μπας και σκάσει μύτη κι ο Don, γιατί μόλις αρχίσανε τα ιόδη στατιστικά είχε δηλώσει πως δεν τα νταγιαντά (αλλά δεν ψάχνω να βρω πότε ακριβώς).

  76. 74 Μαγουλάδες? 🙂

  77. dryhammer said

    76. Ιλαρά!

  78. 75 Θα τον ψάξω εγώ, τον έχω στο νου μου από μέρες αλλά έχω τεχνικά προβλήματα.

  79. 77 Καλό!

  80. 77 αχαχαχά!

  81. loukretia50 said

    75 -76. Mα γιατί ? Δε διασκεδάζουμε?

    Πού θα πάει… θα δουλέψει η ανοσία αγέλης!!

  82. Ολα τα πράγματα έχουν πολλαπλές χρήσεις !!!

    https://www.newsfish.gr/kanadas/148792/tin-esose-to-stithos-tis

  83. Μαρία said

    76, 77
    Κι οι δυο καλές είναι. Έχουμε και προσωπικές αναμνήσεις 🙂

  84. sarant said

    76-77-81 🙂

  85. Παναγιώτης Κ. said

    Στον καιρό του Βυζαντίου τα εμπορικά πλοία, πριν πιάσουν Κωνσταντινούπολη στάθμευαν κάπου εκεί στα Δαρδανέλια για καραντίνα, επειδή ο φόβος της πανούκλας ήταν διαρκής.

    Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που νοσταλγούν το παρελθόν.
    Αναρωτιέμαι: Τι νοσταλγούν; 🙂

  86. dryhammer said

    85. Τα νιάτα τους.
    Η μάνα μου μιλούσε με νοσταλγία για τα «πάρτι» που έκαναν στην Κατοχή που τους έπιανε η απαγόρευση και το κρατούσαν ως το πρωί. Κι όταν κάποτε τη ρώτησα τι ομορφιά είχαν, μέσα στην πείνα και στην μαυρίλα απαντούσε: «Μα είμαστε παιδιά τότε όλοι…»

  87. Ελένη said

    Είμαι Κερκυραία, έχω σπουδάσει στην Ιταλία και μπορώ να πω ότι απήλαυσα το κείμενο του 4ου Κόσμου για την Πανώλη του Μιλάνου. Το βιβλίο του Μαντσόνι θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Ιταλικής Λογοτεχνίας, και έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της Ιταλικής Γλώσσας. Το ίδιο ακριβώς που συνέβη την ίδια εποχή με τη μετάφραση της Αγίας Γραφής από τον Λούθηρο, όσον αφορά τη Γερμανική Γλώσσα.

    Ως Κερκυραία, λοιπόν, έχω μία ένσταση: Γράφει ο 4ος Κόσμος για το πώς η Πανώλη του Μιλάνου μεταδόθηκε στην Κέρκυρα και παραδόξως είχε ελάχιστα θύματα: Μόλις 60 νεκρούς σε ένα σύνολο 50.000 ψυχών, δηλαδή ποσοστό κάτω απο δύο τοις χιλίοις. Όμως, ο 4ος Κόσμος δεν εξηγεί πώς έγινε αυτό το παράδοξο που γιορτάζουμε μέχρι σήμερα εμείς οι Κερκυραίοι: Γιατί αποφεύγει να πεί ότι παρενέβη ο Άγιός μας και μάς έσωσε, χαρίζοντάς μας την πολυπόθητη Ανοσία της Αγέλης, που ειρωνεύεται η κυρία Λουκρητία στο σχόλιο 81; Πρόκειται για το περίφημο «Θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος», που κακώς δεν αναφέρεται στο άρθρο του 4ου Κόσμου

    Κάτι ακόμα: Υπάρχουν πολλοί πίνακες με θέμα τη Μεγάλη Πανώλη του Μιλάνου του 1630. Σπουδαιότερος θεωρείται το αριστούργημα του αντιμεταρρυθμιστή Φλαμανδού ζωγράφου Gaspar De Crayer (1584 – 1669) που έζησε τα γεγονότα. Έχει τίτλο «Ο λοιμός του Μιλάνου» κι όπως βλέπετε, εικονίζει έναν ρωμαιοκαθολικό παπά να παρηγορεί κάποιο θύμα της πανώλης σε Μιλανέζικο δρόμο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ιστορικών, στην Πανώλη του Μιλάνου οι ρωμαιοκαθολικοί παπάδες πήγαιναν και κοινωνούσαν τους αρρώστους, με αποτέλεσμα πολλοί απ’ αυτούς να κολλήσουν τον ιό και να πάνε πεσκέσι στον Άγιο Πέτρο. Σήμερα που και οι ίδιοι οι χριστιανοί κληρικοί έχουν γίνει χλιαροί στην Πίστη, δεν βλέπουμε ούτε έναν ορθόδοξο παπά να τολμά να παρηγορήσει από κοντά κάποιο θύμα του covid-19 που ψυχορραγεί. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του τότε και του τώρα

  88. sarant said

    86 Έτσι!

    87 Κάτι μου θυμίζει το ύφος

  89. Γιάννης Ιατρού said

    «Παστρικές» κατ΄ευφημισμό τις έλεγαν οι «νοικοκυραίοι», επίσης κατ΄ ευφημισμό, πολλές από τις προσφυγοπούλες που ΄χαν έρθει τότε από την Μ. Ασία. Οι νοικοκυραίοι του Κρανιδίου (ιστορίες από τον καιρό του κορονοϊού)

    Να δω μ΄αυτά που γράφετε τι διαγωγή θα έχετε στ΄απολυτήριο: «κοσμία», «κοσμιωτάτη» ή «επίμεμπτη» ; (δεν είναι αναμνήσεις από το 1979). Τα είχαμε πει κι εδώ, προ τριών χρόνων, το 2017

  90. Γιάννης Ιατρού said

    88b: Αναμνήσεις, από 17/4 🙂

  91. Μαρία said

    88
    Είναι επειδή σφουγγάρισες.

    89
    Έμπλεξες τα νήματα;

  92. Γιάννης Ιατρού said

    90: 16/4, το λίνκ είναι ΟΚ

  93. Γιάννης Ιατρού said

    89: όντως 🙂 αλλά ήταν αργά

  94. Χαρούλα said

    Από την Πόλη ξεκινώ, στην Θράκη ξαποσταίνω, στην Ήπειρο πίνω καφέ, στο Κόρφου ξημερώνω…

    Καληνύχτα!

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μπράβο Τέταρτε Κόσμε – μπράβο στις «ιστορίες από καιρούς πανδημίας».Είναι καλό,πολύ καλό κι ας μας λέει ιστορίες ζόφου μέσα στο ζόφο.

    >>{το κύμα της πανούκλας} μέσα σε τρεις-τέσσερις μήνες (από τα Χριστούγεννα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων),
    την ίδια εποχή με τον κορονοϊό!

    Το μαντζούνι της κηραλοιφής (όλο μου ρχεται κυρα ΄λοιφή) μοιάζει με την αντίστοιχη πρόπολη που μας ζαλίσανε τώρα για απολυμαντικό. Πρόπολη και ριγανέλαιο που ΄λεγα προ ημερών, δεν τη γλίτωσα, αφού δεν τσίμπαγα ν΄αγοράσω, στο τέλος μέσα στα κρεμμυδομάρουλα και τα φρούτα που ψώνισα από την βιο-κυρία για το πασχαλινό τραπέζι, μου έβαλε δώρο για καλό Πάσχα κι ένα σαπουνάκι πρόπολης.
    Η αλήθεια είναι ότι μοσκοβολά μελισσοκέρι, κοντεύω να το λιώσω. Χαλάλι της.

    Στο Σαν Φραντσίσκο έχει ένα μουσείο με κέρινα ομοιώματα κι έχει σε κέρινη αναπαράσταση τα βασανιστήρια. Ειδικά ο τροχός, μου φερε περίσσια φρίκη θυμάμαι.

    77, Ερυθρά να ναι κι ό,τι νάναι 🙂

    86 Η θεια μου μου λέει και μου ξαναλέει για τα κατοχικά γλέντια, μέσα στην ανέχεια και το φόβο, εντούτοις τρικούβερτα, με χορούς και έρωτες («κόρτε») και μόνη της δίνει τώρα μια εξήγηση «φαίνεται θαρρούσαμε πως θα μασε σκοτώσουνε όλους»

  96. loukretia50 said

    «…Εν πάση περιπτώσει, σε καιρούς κρίσης όπως θα λέγαμε, όταν λυσσομανούσε ο θανατάς, είχε γίνει επικίνδυνο να πλησιάζεις σε τοίχους, να έχεις συνάφεια με οποιαδήποτε παχύρρευστη ουσία…»

    Τα δηλητηριώδη γκράφιτι

    Λυσσομανάει ο θάνατος , το peak είναι της κρίσης
    Μα δεν τολμάς την πρόσοψη λιγάκι να ασπρίσεις.
    Αλίμονο αν έλαχε βρισιές να την κοσμούνε
    Στιχάκια ανταγωνιστών που σε περιγελούνε,
    ζωγραφισμένα κέρατα και άλλα συναφή
    θα παραμένουν εσαεί – Δε σβήνει η γραφή.
    Απαγορεύονται εφεξής όλες οι παρεμβάσεις.
    Εικαστικές, πολιτικές, σε τοίχους και διαβάσεις.

    Και αν σταθείς στου γείτονα τη γκρεμισμένη μάντρα
    γιατί ελπίζεις πως θα δεις την κόρη τη γαλιάντρα
    δε θάχεις πια το άλλοθι «είν΄ανωτέρα βία».
    Κάθε παχύρρευστο υγρό τους προκαλεί φοβία.
    «Ανάγκη κατεπείγουσα» – περιύβριση αρχής !
    Ατράνταχτη απόδειξη είναι της ενοχής:
    «Φορέας μεταδοτικών κακών και συνθημάτων
    που δε διστάζει να προβεί σε χρήση αποπάτων
    εκτός οικίας. Αγνοείς τα εν οίκω μη εν δήμω?
    Μπερδεύεις τα στατιστικά*, πώς θα τα κατανείμω? /* ου ου! Pedis!

    Στη φυλακή και πάραυτα, δια βίου θα θαφτείς
    Της πανδημίας αίτιος, μιαρός πασαλειφτής!”
    ΛΟΥ
    Ανέκαθεν τα γκράφιτι ήταν παροιμιώδη
    Επίφοβα μηνύματα και δηλητηριώδη
    Κι αν δεν είναι κακόβουλα ή ανατρεπτικά
    Ο κίνδυνος μετάδοσης τα κάνει τοξικά

  97. loukretia50 said

    «Τέταρτος κόσμος» μια γραφή με δύναμη κι ουσία
    Πότε η βία κι ο θάνατος δε θάχουν εξουσία?

    Ευχαριστούμε, καληνύχτα όποιος κι αν είσαι!

  98. Γιάννης Ιατρού said

    ΝΑ ΜΑΣ ΖΗΣΟΥΝ ΟΙ ΓΙΩΡΓΗΔΕΣ και οι ΓΙΩΡΓΙΕΣ/ΓΙΩΡΓΑΙΝΕΣ κλπ.
    Χρόνια Πολλά με υγεία σε όσες/όσους γιορτάζουν σήμερα
    Στον Τζι (τον ερασιτέχνη αλιέα), στον ΓιώργοΜ, στον Γιώργο Κατσέα (τον ντοματοκαλλιεργητή), στον (καθιαυτού) Γ. Μπαρτζούδη και σ΄ όλους τους άλλους!
    Από άσματα πολλά, από τον πονηρό τον Γιώργο έως το

  99. Nestanaios said

    87.
    Είναι επειδή δεν υπάρχουν θύματα το covid-19. Ζούμε στο 2020 και όχι στο 1629. Η διαφορά είναι ότι τώρα βλέπουμε TV. Τότε υπήρχε η εκ των υστέρων παραπληροφόρηση. Όλα για την τρομοκρατία. Και τότε και τώρα.

  100. loukretia50 said

    Ούτε μια σταθερή γιορτή δεν έχουν οι Γιωργάδες…
    Αnyway,
    Χρόνια πολλά !! – κι ας προκαλούν απίστευτους μπελάδες!

    ΥΓ. ένσταση? γιατί? μεταξύ μας μιλάμε…
    (οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα…)

  101. Γιάννης Ιατρού said

    100β: μιλάς με την κορέαΕλένη;

  102. Μαρία said

    98
    Κι είναι πιο πολλοί απ’ τους Γιάννηδες. Χρόνια τους πολλά.

  103. loukretia50 said

    101. Απεχθάνομαι κορέους, προσελκύω τους ωραίους!
    Αμέ!

  104. Costas X said

    70. Καλό ! 🙂 Το «ότε» σας έκανε εντύπωση, όχι η «βρωτοφόνος πανΌλη»; 🙂

    87. Απεκατέστησα εγώ την μνείαν του Αγίου, εις το σχόλιον 35, δια της αναρτήσεως εικόνος της εκδιώξεως εκ των Κορυφών της «βρωτοφόνου πανόλους»(sic).

  105. Pedis said

    Έχουν αρκετό ενδιαφέρον τα κείμενα του τέταρτου κόσμου (από κάποια λίγα, βέβαια, που πρόλαβα να κοιτάξω). Είναι καθαρογραμμένα, εννοώ ότι διαβάζοντάς τα μπορείς να αντιληφθείς τα επιχειρήματά και να ζυγίσεις τη αξία τους.

  106. sarant said

    104 Πράγματι, και γιατί βρΩτοφόνος;

  107. π2 said

    Χθες έπεσα σε μια άλλη ιταλική πανώλη, του 1656:
    https://publicdomainreview.org/essay/athanasius-kircher-study-of-the-plague

  108. Costas X said

    106. Ναι, έχετε δίκιο, αυτό μου ξέφυγε, αλλά ίσως πάλι η «πανόλη» αρχικά να εξαφάνιζε και τα τρόφιμα από τις αγορές, όπως ο κορονοϊός ! 🙂

  109. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Γμτ πού είναι εκείνο το σκίτσο του Αλτάν που δείχνει μια μιζεριασμένη νοικοκυρά να σφουγγαρίζει ακούγοντας το ραδιόφωνο που λέει » και τώρα με τον καθηγητή κ. τάδε θα μιλήσουμε για τα εκζέματα, τα αποστήματα και το πύον».

  110. Pedis said

    Νικοκύρη, έγκριση, όταν αδειάσεις.

  111. voulagx said

    #106: Ως εκ τούτου, η λέξη βροτός (θνητός) και βρωτός  (φαγώσιμος), είναι ταυτόσημες. (Τα προς τρίτον ίσα, και μεταξύ των ίσα). Οπότε: θνητός = φαγώσιμος…

  112. Costas X said

    111. Εξ ου και το λαϊκό «με φάγανε μπαμπέσικα» ! 🙂

  113. voulagx said

    #112: Βρωτοί γαρ, βροτούς εσθίομεν 🙂

  114. loukretia50 said

    113. αναλώσιμοι όλοι αφού!
    Βρωτόν κοιλίας τρυφερόν δράκος παραμονεύει
    Για το μενού βροτών καρπών προσθήκη που μαγεύει !

  115. loukretia50 said

    Voulagx ξέρω πως είσαι ευγενής, αλλά όταν δεν ανταποκρίνεσαι νομίζω ότι μου επιτρέπεις να έχω την τελευταία λέξη! Δεν είναι σωστό!
    Btw,
    Να δεις που μπορεί ν΄αποδειχτεί ότι το ντουμάνι είναι καλύτερο διωχτικό από κάθε πιστοποιημένο μαντζούνι!

  116. Pedis said

    [Το παραθέτω ολόκληρο επειδή η ΝΥΤ απαιτούν εγγραφή.

    Τουλάχιστον ο Δύτης θα το βρει ενδιαφέρον από κάποιες απόψεις, να μας πει και τη γνωμη του περί της ακρίβειας των ιστορικών τιπς του άρθρου. Πάντως ο λοιμός της Αθήνας δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν από πανώλη.]

    What the Great Pandemic Novels Teach Us

    People have always responded to epidemics by spreading rumor and false information and portraying the disease as foreign and brought in with malicious intent.

    By Orhan Pamuk

    ISTANBUL — For the past four years I have been writing a historical novel set in 1901 during what is known as the third plague pandemic, an outbreak of bubonic plague that killed millions of people in Asia but not very many in Europe.

    Over the last two months, friends and family, editors and journalists who know the subject of that novel, “Nights of Plague,” have been asking me a barrage of questions about pandemics.

    They are most curious about similarities between the current coronavirus pandemic and the historical outbreaks of plague and cholera.

    There is an overabundance of similarities. Throughout human and literary history what makes pandemics alike is not mere commonality of germs and viruses but that our initial responses were always the same.

    Much of the literature of plague and contagious diseases presents the carelessness, incompetence and selfishness of those in power as the sole instigator of the fury of the masses.

    But the best writers, such as Defoe and Camus, allowed their readers a glimpse at something other than politics lying beneath the wave of popular fury, something intrinsic to the human condition.

    Defoe’s novel shows us that behind the endless remonstrances and boundless rage there also lies an anger against fate, against a divine will that witnesses and perhaps even condones all this death and human suffering, and a rage against the institutions of organized religion that seem unsure how to deal with any of it.

    Humanity’s other universal and seemingly unprompted response to pandemics has always been to create rumors and spread false information. During past pandemics, rumors were mainly fueled by misinformation and the impossibility of seeing the fuller picture.

    Defoe and Manzoni wrote about people keeping their distance when they met each other on the streets during the plagues, but also asking each other for news and stories from their respective hometowns and neighborhoods, so that they might piece together a broader picture of the disease.

    Only through that wider view could they hope to escape death and find a safe place for shelter.

    In a world without newspapers, radio, television or internet, the illiterate majority had only their imaginations with which to fathom where the danger lay, its severity and the extent of the torment it could cause.

    This reliance on imagination gave each person’s fear its own individual voice, and imbued it with a lyrical quality localized, spiritual and mythical.

    The most common rumors during outbreaks of plague were about who had brought the disease in, and where it had come from.

    Around mid-March, as panic and fear began to spread through Turkey, the manager of my bank in Cihangir, my neighborhood in Istanbul, told me with a knowing air that “this thing” was China’s economic retort to the United States and the rest of the world.

    Like evil itself, plague was always portrayed as something that had come from outside. It had struck elsewhere before, and not enough had been done to contain it.

    In his account of the spread of plague in Athens, Thucydides began by noting that the outbreak had started far away, in Ethiopia and Egypt.

    The disease is foreign, it comes from outside, it is brought in with malicious intent. Rumors about the supposed identity of its original carriers are always the most pervasive and popular.

    In “The Betrothed,” Manzoni described a figure that has been a fixture of the popular imagination during outbreaks of plague since the Middle Ages: every day there would be a rumor about this malevolent, demonic presence who went about in the dark smearing plague-infected liquid on doorknobs and water fountains.

    Or perhaps a tired old man who had sat down to rest on the floor inside a church would be accused by a woman passing by of having rubbed his coat around to spread the disease. And soon a lynch mob would gather.

    These unexpected and uncontrollable outbursts of violence, hearsay, panic and rebellion are common in accounts of plague epidemics from the Renaissance on.

    Marcus Aurelius blamed Christians in the Roman Empire for the Antoine smallpox plague, as they did not join the rituals to propitiate the Roman gods.

    And during subsequent plagues Jews were accused of poisoning the wells both in the Ottoman Empire and Christian Europe.

    The history and literature of plagues shows us that the intensity of the suffering, of the fear of death, of the metaphysical dread, and of the sense of the uncanny experienced by the stricken populace will also determine the depth of their anger and political discontent.

    As with those old plague pandemics, unfounded rumors and accusations based on nationalist, religious, ethnic and regionalist identity have had a significant effect on how events have unfolded during the coronavirus outbreak.

    The social media’s and right wing populist media’s penchant for amplifying lies has also played a part.

    But today we have access to a dramatically greater volume of reliable information about the pandemic we are living through than people have ever had in any previous pandemic.

    That is also what makes the powerful and justifiable fear we are all feeling today so different. Our terror is fed less by rumors and based more on accurate information.

    As we see the red dots on the maps of our countries and the world multiply, we realize there is nowhere left to escape to. We do not even need our imagination to start fearing the worst.

    We watch videos of convoys of big black army trucks carrying dead bodies from small Italian towns to nearby crematories as if we were watching our own funeral processions.

    The terror we are feeling, however, excludes imagination and individuality, and it reveals how unexpectedly similar our fragile lives and shared humanity really are.

    Fear, like the thought of dying, makes us feel alone, but the recognition that we are all experiencing a similar anguish draws us out of our loneliness.

    The knowledge that the whole of humanity, from Thailand to New York, shares our anxieties about how and where to use a face mask, the safest way to deal with the food we have bought from the grocer and whether to self-quarantine is a constant reminder that we are not alone. It begets a sense of solidarity.

    We are no longer mortified by our fear; we discover a humility in it that encourages mutual understanding.

    When I watch the televised images of people waiting outside the world’s biggest hospitals, I can see that my terror is shared by the rest of the humanity, and I do not feel alone. In time I feel less ashamed of my fear, and increasingly come to see it as a perfectly sensible response. I am reminded of that adage about pandemics and plagues, that those who are afraid live longer.

    Eventually I realize that fear elicits two distinct responses in me, and perhaps in all of us. Sometimes it causes me to withdraw into myself, toward solitude and silence. But other times it teaches me to be humble and to practice solidarity.

    I first began to dream of writing a plague novel 30 years ago, and even at that early stage my focus was on the fear of death. In 1561, the writer Ogier Ghiselin de Busbecq — who was the Hapsburg Empire’s ambassador to the Ottoman Empire during the reign of Suleiman the Magnificent — escaped the plague in Istanbul by taking refuge six hours away on the island of Prinkipo, the largest of the Princes’ Islands southeast of Istanbul in the Sea of Marmara.

    He noted the insufficiently strict quarantine laws introduced in Istanbul and declared that the Turks were “fatalists” because of their religion, Islam.

    About a century and half later, even the wise Defoe wrote in his London plague novel, “Turks and Mahometans […] professed predestinating Notions, and of every Man’s End being predetermined.”

    My plague novel would help me think about Muslim ‘fatalism’ in the context of secularism and modernity.

    Fatalist or otherwise, historically it had always been harder to convince Muslims to tolerate quarantine measures during a pandemic than Christians, especially in the Ottoman Empire.

    The commercially motivated protests that shopkeepers and rural folk of all faiths tended to raise when resisting quarantine were compounded, among Muslim communities, by issues around female modesty and domestic privacy.

    Muslim communities at the start of the 19th century demanded “Muslim doctors,” for at the time most doctors were Christians, even in the Ottoman Empire.

    From the 1850s, as traveling with steamboats was getting cheaper, pilgrims traveling to the Muslim holy lands of Mecca and Medina became the world’s most prolific carriers and spreaders of infectious disease.

    At the turn of the 20th century, to control the flow of pilgrims to Mecca and Medina and back to their countries, the British set up one of the world’s leading quarantine offices in Alexandria, Egypt.

    These historical developments were responsible for spreading not only the stereotypical notion of Muslim ‘fatalism,’ but also the preconception that they and the other peoples of Asia were both the originators and the sole carriers of contagious disease.

    When at the end of Fyodor Dostoyevsky’s “Crime and Punishment,” Raskolnikov, the protagonist of the novel, dreams of a plague, he is speaking within that same literary tradition: “He dreamed that the whole world was condemned to a terrible new strange plague that had come to Europe from the depths of Asia.”

    In maps from the 17th and 18th centuries, the political border of the Ottoman Empire, where the world beyond the West was considered to begin, was marked by the Danube.

    But the cultural and anthropological border between the two worlds was signaled by the plague, and the fact that the likelihood of catching it was much higher east of the Danube.

    All this reinforced not just the idea of the innate fatalism so often attributed to Eastern and Asian cultures, but also the preconceived notion that plagues and other epidemics always came from the darkest recesses of the East.

    The picture we glean from numerous local historical accounts tells us that even during major plague pandemics, mosques in Istanbul still conducted funerals, mourners still visited one another to offer condolences and tearful embraces, and rather than worry about where the disease had come from and how it was spreading, people were more concerned about being adequately prepared for the next funeral.

    Yet during the current coronavirus pandemic, the Turkish government has taken a secular approach, banning funerals for those who have died of the disease and making the unambiguous decision to shut mosques on Fridays when worshipers would ordinarily gather in large groups for the week’s most important prayer.

    Turks have not opposed these measures. As great as our fear is, it is also wise and forbearing.

    For a better world to emerge after this pandemic, we must embrace and nourish the feelings of humility and solidarity engendered by the current moment.

  117. sarant said

    111κε Μερσί!

    110-116 Ίσως το κράτησε λόγω μεγέθους. Ωραίο.

  118. dryhammer said

    116. Παρατηρώ ότι υπογράφεται από τον Ορχάν Παμούκ (ναι τον γνωστό).

  119. voulagx said

    #115 @Λου: Ευγενής μεν, καράβλαχος δε. 🙂

  120. dryhammer said

    115β. Οι φυσητές από ντουμάνια λειτουργούσαν ελκυστικά μάλλον παρά διωχτικά.

  121. voulagx said

    Και τέλος, δυστυχώς, ο Σεπούλβεδα μάλλον είπε: «Εγώ θα το ζήσω. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Και θα πετάξω μαζί του. Οπως ο γλάρος που τον έμαθε ο γάτος να πετάει».

  122. Γιάννης Ιατρού said

    116: […Το παραθέτω ολόκληρο επειδή οι ΝΥΤ απαιτούν εγγραφή…]
    Καλά κάνεις και προνοείς, αλλά, πληροφοριακά μόνο, σ΄εμένα *δεν* ζήτησε εγγραφή/συνδρομή κλπ., μια χαρά το έδειξε,
    εδώ: https://tinyurl.com/yccrhtvt

  123. Pedis said

    # 118 – Ναι, του γνωστού.

    # 122 – Μήπως έχεις δώσει παλιότερα κάποια διεύθυνηση ιμαίηλ;

  124. ΣΠ said

    122
    Ναι, δεν είναι κλειδωμένο.

  125. Pedis said

    # 124 – Τι να πω …

    τότε λυπάμαι που φόρτωσα το νήμα με το σεντόνι (θα κατούρησα στο πηγάδι 🙂 ή ίσως έχω επισκφτεί πολλές φορές το σάιτ τους, δεν ξέρω …).

  126. Γιάννης Ιατρού said

    125: Σ΄έχουν πάρει πρέφα οι υπηρεσίες… 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: