Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5 (τέλος)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2020


Πριν από δυο μήνες άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τέταρτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα το διήγημα τελειώνει με το τέταρτο κεφάλαιο. Θυμίζω ότι οι οι τρεις φίλοι αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, έλεγαν ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζήτησαν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε κι ένας παράξενος γεράκος.

4

Το πρωί της άλλης μέρας ξυπνήσαμε κι οι τρεις πιασμένοι. Όσο κοιμόμασταν τα κούτσουρα στη σόμπα είχαν καεί και από το κρύο είχαμε γίνει σαν αρχαία αγάλματα. Θυμήθηκα τον νυχτερινό τρελόγερο αλλά κοιτάζοντας γύρω δεν τον είδα πουθενά. Θα πήγε σπίτι του να κοιμηθεί, συμπέρανα. Ο καφετζής, που αποδείχτηκε πως την έβγαλε πολύ ωραία σκεπασμένος με μια βελέντζα σ’ ένα ντιβάνι, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, άναψε τη σόμπα και μας έφτιαξε τσάι του βουνού, που μας το σέρβιρε με μέλι, παξιμάδια, ελιές και τυρί φέτα. Το ζεστό ποτό μας συνέφερε κάπως.

«Πώς τη βγάλατε;» μας ρώτησε γελαστός.

«Πώς ήθελες να τη βγάλουμε; Σπαρτιάτικα» του απάντησε κακόκεφα ο Γιάννης.

«Θα τη θυμάμαι αυτή τη νύχτα στην Ασφάκα» είπε ο Ουμβέρτος.

Εκείνη την ώρα μπήκε κι ο νταλικέρης, φρέσκος φρέσκος και κεφάτος.

«Καλημερίζω την παρέα» μάς λέει και κάθισε στη σόμπα. «Φτιάξε μου ένα διπλό καφέ με ολίγη» παράγγειλε.

Θυμήθηκα τότε πως ο γέρος είχε μπει μόλις έφυγε ο νταλικέρης.

«Εκείνος ο γέρος, πού να πήγε; Φαίνεται πως έφυγε την ώρα που κοιμόμουνα. Αλήθεια, ντόπιος είναι;» ρώτησα τον καφετζή

«Ποιος γέρος;» απόρησε αυτός.

«Εκείνος ο κοντός, που μπήκε μόλις βγήκε το παλικάρι από δω» του λέω δείχνοντας τον οδηγό.

«Δεν καταλαβαίνω, δεν μπήκε κανένας. Είδες εσύ κανένα γέρο να μπαίνει την ώρα που έβγαινες;» ρώτησε τον νταλικέρη.

«Ψυχή δεν είδα. Όταν ανέβηκα στην καμπίνα όλο το χωριό κοιμόταν. Τα σπίτια ήταν κατασκότεινα».

«Μα τι λέτε τώρα. Καθόταν σ΄αυτήν εδώ την καρέκλα και μιλούσε με τις ώρες. Μόνο που μου φάνηκε πως τα είχε λίγο χαμένα. Τα έλεγε μπερδεμένα. Εσύ ρε Ουμβέρτο δεν τον άκουσες; Κρίμα γιατί θα συμφωνούσες μαζί του» τον πείραξα.

«Ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτα. Και γιατί λες πως θα συμφωνούσα μαζί του;»

«Γιατί ήταν εναντίον του κομμουνισμού. Να δεις πώς αγόρευε, σαν τον Κουλουμβάκη ή ακόμα χειρότερα, σαν τον Παπαδόπουλο της Χούντας ή σαν καραβανάς του παλιού καιρού».

Ο καφετζής, ακούγοντας την τελευταία φράση, με κοίταξε πολύ περίεργα.

«Για στάσου, για στάσου πατριώτη, πώς ήταν αυτός ο γέρος, που λες πως κάθισε σ’ αυτή την καρέκλα και πως μίλησε μαζί σου;»

«Κοντούλης, με μικρό μουστάκι, ψαρά μαλλιά, παλαιικό ντύσιμο, σκούρο κουστούμι ριγέ, γιλέκο, γραβάτα μαύρη. Α ναι, και μ’ ένα χαρακτηριστικό τικ. Κάθε τόσο έκλεινε το δεξί του μάτι και τραβούσε πίσω το πιγούνι του».

Με κοίταξε κατάπληκτος, σχεδόν με τρόμο και για κάμποσην ώρα άργησε να μιλήσει

«Άνθρωπέ μου, θες να πεις πως είδες χτες τη νύχτα τον Μπλατσουρέα;» με ρώτησε τέλος, με φωνή, που προσπαθούσε να την κάνει σταθερή.

«Δε μου συστήθηκε και δεν ξέρω πως λέγεται. Συγχωριανός σου είναι;»

«Ο Μπλατσουρέας, ήταν ο απόστρατος ταγματάρχης, ο επίτροπος του στρατοδικείου που έστησαν  οι αντάρτες του Βρεττάκου, μετά τη μάχη της Πετρίνας. Αυτός πρότεινε την καταδίκη σε θάνατο του Τζίμη, των γιων του και των γαμπρών του. Ο ίδιος αργότερα διέταξε και σφάξανε τις γυναίκες και τα παιδιά των Αμερικάνων…»

«Και ζει ακόμα; Μπράβο! Πολύ κοτσονάτος μου φάνηκε».

«Τον εκτέλεσαν οι ελασίτες τον Αύγουστο του ’44. Άρα θα είδες το φάντασμά του ή θα τον είδες στον ύπνο σου».

«Τι μου λες τώρα» διαμαρτυρήθηκα, «εδώ καθόταν ολοζώντανος και μου μιλούσε. Εκτός που δεν πιστεύω σε φαντάσματα, δεν είναι δυνατόν να ονειρεύτηκα κάποιον  που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε έχω διαβάσει τίποτα σχετικό γι αυτόν. Τώρα δα πρωτάκουσα το όνομά του».

«Μήπως υπάρχει κάποιος στο χωριό που να του μοιάζει;» παρενέβη ο πάντα ορθολογιστής Γιάννης.

«Τους Ασφακιώτες τους ξέρω όλους. Πενήντα χρόνια δεν το κούνησα από τον τόπο μου. Άλλωστε ο Μπλατσουρέας δεν ήταν από δω, από την Καλαμάτα ήτανε».

«Και δε μου λες» τον διέκοψα, «αυτός ο Αμερικάνος ο Τζίμης, φορούσε γυαλιά με χρυσό σκελετό;»

«Πώς το ξέρεις; Δε μας ανέφερε τίποτα σχετικό ο φίλος μας από δω»» με ρώτησε ο Γιάννης, ενώ ο καφετζής με κοίταξε πάλι με την ίδια έκφραση τρόμου και, αφού έμεινε για λίγην ώρα σκεφτικός.

«Βλέπετε λοιπόν πως αυτό το σπίτι είναι στοιχειωμένο;» μας λέει εμφατικά. «Χτες με κοροϊδεύατε όταν σας είπα για φωνές που ακούγονται τέτοιες νύχτες σαν την αποψινή, για φώτα που αναβοσβήνουν και παραθυρόφυλλα που χτυπούν. Και νά που ο κύριος είδε ολοζώντανον έναν απ΄ αυτούς που στοίχειωσαν το σπίτι. Τον έχουν δει κι άλλοι χωριανοί κι αυτόν κι εκείνον τον παπά, που είχανε μαζί σκοτώσει πολύν κόσμο, να τριγυρνάνε τέτοιες νύχτες γύρω από το σπίτι».

Οι φίλοι μου μας κοίταζαν, μια εμένα μια αυτόν, απορημένοι.

«Ρε μεγάλε, μπας και διάβασες σε καμιάν ιστορία τίποτα σχετικό για τα χρόνια εκείνα, και μας δουλεύεις;» με ρώτησε ο Γιάννης κοιτάζοντας με εξεταστικά.

Τι να έλεγα. Το κέφι μου χάλασε, γιατί δεν μπορούσα να βρω καμιάν εξήγηση.  Ούτε εγώ πιστεύω σε φαντάσματα, αλλά πάλι αυτόν τον γέρο τον είδα, δεν τον ονειρεύτηκα. Άλλωστε πώς να ονειρευτώ κάποιον που δεν είχε καταγραφεί ποτέ στο υποσυνείδητό μου, γιατί πραγματικά δεν είχα ακούσει ούτε είχα διαβάσει τίποτα γι΄ αυτόν…

Αποφασίσαμε να φύγουμε. Ο καιρός είχε ανοίξει και θα βρίσκαμε δρόμο να πάμε στη δουλειά μας. Ο νταλικέρης, που είχε παρακολουθήσει τη συζήτησή μας με προσοχή, χωρίς να κάνει κανένα σχολιασμό αλλά με φανερή την ικανοποίησή του, αφού κατά κάποιον τρόπο επιβεβαιωνόταν για όσα περί φαντασμάτων μας είχε αφηγηθεί, μας χαιρέτησε, ανέβηκε στο αμάξι του και ξεκίνησε. Πληρώσαμε τον καφετζή και κινήσαμε να φύγουμε κι εμείς. Την ώρα που βγαίναμε μας είπε:

«Εσείς μου λέτε πως δεν πιστεύετε στα φαντάσματα. Το αποκλείετε όμως κάποιοι πολύ κακοί άνθρωποι, που σκότωσαν κόσμο και κοσμάκη, που κι οι ίδιοι οι στενοί συγγενείς τους δε θέλουν να τους θυμούνται και δεν τους μνημονεύουν, να έχουνε βρικολακιάσει;»

ΤΕΛΟΣ

38 Σχόλια to “Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5 (τέλος)”

  1. atheofobos said

    Φαίνεται πως ο πατέρας είχε διαβάσει πρόσφατα Μπραμ Στόκερ!

  2. Γς said

    Καλημέρα

    >για φώτα που αναβοσβήνουν και παραθυρόφυλλα που χτυπούν

    Και ήμασταν στο εξοχικό της. Βράδυ και άρχισε να μου λέει τι τράβηξε μέχρι να το τελειώσει.

    -Λίγο κρασί ακόμα; Και κόντεψα να μπω και φυλακή, που από βλακεία του εργολάβου ένας Αλβανός σοβατζής έπεσε και σκοτώθηκε. Καλό παιδί. Ανατριχιάζω όταν το σκέε…φτοο…μαι. Ωχ!

    Τα χρειάστηκα κι εγώ, που ο φωτισμός τρεμόπαιξε…

    Κόμον fen;omenon η πτώση της τάσης μας είπαν την άλλη μέρα στο χωριό.

  3. nikiplos said

    Καλημέρα! Επιστημονικά πάντως είναι απολύτως δυνατόν να φανταστούμε σαν ζωντανό έναν άνθρωπο άγνωστό μας. Η συνδυαστική και συνθετική ικανότητα του εγκεφάλου μας είναι καταπληκτική.

    Ένας γείτονάς μου και συμμαθητής μου, όταν τελείωσε το σχολείο, εξέλιξε την τέχνη του dj, προσοδοφόρα για εκείνα τα χρόνια των 90ς. Τον πετύχαινα συχνά στο Mojo στην Παπαδιαμαντοπούλου. Ένα καλοκαίρι που εργαζόταν μέχρι πρωίας στα θερινά ημιυπαίθρια κλαμπ, ενέδωσε στην πίεση συναδέλφου του να τον γυρίσει σπίτι με τη μηχανή του. Ο ίδιος δεν ήταν φανατικός της οδήγησης, σπάνια ανέβαινε σε μηχανάκια, όμως εκείνο το βράδυ παραήταν κουρασμένος και ήταν ιδιαίτερα δελεαστικό να βρεθεί στο κρεβάτι του σε 15′ αντί των 45′ που ήταν η εναλλακτική των ταξί και με τίμημα βέβαια. Καίτοι σχετικά καλός οδηγός ο άλλος, τα τσιγάρα τα ποτά και τα ξενύχτια ξεστράτισαν τη μηχανή πάνω σε έναν σιδερένιο φράχτη. Ακόμη και σήμερα υπάρχει το βαθούλωμα στο κικλίδωμα, ενώ οι πυροβρέχται έκαναν ώρες να ξεσκαλώσουν τα κομμάτια τους.

    Πριν 3 χρόνια έβλεπα όνειρο ότι ήμουν σε ένα καλοκαιρινό μπαρ και περνούσα πολύ ωραία. Η παρέα ήταν οι περισσότεροι άγνωστοι αλλά όμως το ζούσα πραγματικά δεν ήταν η αίσθηση ότι ονειρεύομαι. Σε μια φάση ενώ έρχεται ο από χρόνια νεκρός φίλος μου να με χαιρετήσει. Άργησα να κάνω τον συλλογισμό… «Είναι αδύνατον να σε βλέπω εδώ!» του είπα. «Γιατί?» μου είπε ο ίδιος. Ύστερα σκέφτηκα ότι δεν ονειρευόμουν, έκαψα το χέρι μου επίτηδες στο κερί του μπαρ, ακούμπησα ζεστά κρύα, ρώτησα αγνώστους. Τίποτε δεν έδειχνε ότι ονειρεύομαι. «Πρέπει να είναι όνειρο, γιατί δεν έχει λογική να σε βλέπω με σάρκα και οστά» του είπα. «Και τι έχει λογική? «. Συνειδητοποιώντας ότι ζω ένα όνειρο, πίεσα τον εαυτό μου να ξυπνήσω, βγήκα και χτυπούσα το κεφάλι μου στον τοίχο, ώστε να προκαλέσω την αντίφαση στα όνειρα, αυτό που προκαλεί την βίαιη παύση τους, αφού βιωματικά δεν έχουμε ζήσει το θάνατο… Έτσι κατάφερα να ξυπνήσω. Δεν θυμάμαι να έχω δει ποτέ άλλο τέτοιο όνειρο, τόσο ζωντανό…

  4. Έλα τώρα! Μόνο αυτό για σήμερα;

  5. Γς said

    2:

    Α, εκτός από φώτα έχει και παραθυρόφυλλα.

    >για φώτα που αναβοσβήνουν και παραθυρόφυλλα που χτυπούν

    Ντάξει, με φιλοξενούσε και δεν είχα και πολλά θάρρητα μαζί της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν στα υπόψιν.

    Κι έρχεται στο δωμάτιό μου και με ξυπνάει.

    -Τζών, φοβάμαι!

    Καιρός αίθριος έως ολέθριος και τα παραθυρόφυλλα έρμαια των θυελλωδών ανέμων.

    Πήρα την κατάσταση στα χέρια μου και ανέλαβα δράση,

    Μισιόν εξετελέσθη…

  6. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Αφού τελείωσε λέμε

  7. ΓιώργοςΜ said

  8. Α! Δεν το κατάλαβα ο βλάκας.

  9. Παναγιώτης Κ. said

    Ψυχανάλυση και όνειρα είναι ενδιαφέρον κεφάλαιο στον ανθρώπινο βίο αρκεί βέβαια η εξέταση αυτής της πλευράς του βίου να γίνεται με…ρέγουλα. 🙂

  10. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Για τιμωρία θα γράψει ο Δύτης ένα μεγάλο χορταστικό κομμάτι.

  11. Γς said

    2, 5:

    Οχι με την ίδια:

    Το επεισόδιο του Σχ 2 πριν 3 χρόνια με την παλιά μου σύντροφο [δες figlia – fica κλπ]
    και η φάση του Σχ. 5 το 1965, όταν ήμουν φοιτητής μ εκείνη την εκσπερμάτωσες;

  12. To # 6 θα μπορούσε να αναφέρεται και στο # 5 !!!!

  13. Οταν έγραφα το προηγούμενο σχόλιό μου δεν είχα δει το #11 αλλά πέτυχα διάνα !!

    Εγώ, εκείνο το περίεργο που θυμάμαι ήταν που ήμουνα νέος και κατέβαινα το ένα πεζοδρόμιο της Φ.Ν. όταν άρχισα να βαδίζω ανεξέλεγκτα πρός το απέναντι πεζοδρόμιο, περίεργος και τρομαγμένος γιατί εκεί έβλεπα…εμένα !! Ωσπου να φτάσω – είχε και παρτέρι στη μέση ο δρόμος- μου είχε περάσει.

  14. Γς said

    Δεν ξέρω.

    Εγώ μόνο την Παναγία έχω δει.

    Μα την Παναγία σας λέω.

    https://3aggelakia.blogspot.com/2013/05/blog-post.html

  15. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Σε ένα διηγηματογραφικό περιβάλλον, μπορούμε να αποδεχτούμε κάθε στοιχείο (πραγματικό ή φανταστικό) που βελτιώνει την ικανοποίηση του αναγνώστη. Κατ’ αυτήν την έννοια, ο βαθμός που παίρνει ο ΔΣ είναι πολύ καλός. (Εξαιρετικό το φινάλε!) Η απορία μου, όμως, είναι ιστορικού περιεχομένου: Καταγράφηκαν πράγματι σφαγές γυναικών και παιδιών Αμερικανών κατά την περίοδο του Εμφυλίου;

  16. ΚΩΣΤΑΣ said

    Όνειρο ήταν και πάει… Ωραία όμως η διήγηση!

    Τον κατή όμως ο Γκατζογιάννης (Ελένη), το συνάντησε ζωντανό. Και κινηματογραφική αδεία, τον έβαλε να διαμένει λίγα μέτρα πιο πέρα από το δικό μου σπίτι. Και το κινηματογραφικό του όνομα υπαρκτό στους Αμπελόκηπους. Τρόμαξα στ’ αλήθεια όταν αρκετά χρόνια αργότερα πήρα από βιντεοκλάμπ και είδα την ταινία. Όταν πρωτοπαίχτηκε στους κινηματογράφους, δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε αντιδραστικούς! 😉

  17. sarant said

    15 Καλή ερώτηση. Φαντάζομαι ότι κάποιο περιστατικό με ελληνοαμερικάνους θα υπήρχε.

    16 Γνώρισα τον γιο του.

  18. ΚΩΣΤΑΣ said

    17β

    Πολύ ενδιαφέρον αυτό, Νικοκύρη. Πραγματικά, στην ταινία, το σκηνικό διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη και η συνάντηση στους Αμπελόκηπους. Μου προξένησε εντύπωση αυτό το γεγονός. Υπάρχει λόγος που επιλέχτηκε η πόλη μου. Αν ξέρεις κάτι και είναι κοινοποιήσιμο, το λες ,αν θες, να μου φύγει κι εμένα η απορία

  19. Κιγκέρι said

    Ώστε βρυκόλακας λοιπόν!
    Το είχα καταλάβει…
    https://sarantakos.wordpress.com/2020/04/14/nyxta-3/#comment-646278

  20. Γς said

    17:

    > Καλή ερώτηση. Φαντάζομαι ότι κάποιο περιστατικό με ελληνοαμερικάνους θα υπήρχε.

    Μα δεν ήταν αυτοί οι ελληνοαμερικανοί που αποκλείστηκαν εδώ με την κήρυξη του ελληνοιταλικου πολέμου; Ο γέρος Τζίμης, οι γαμπροί του οι νύφες του τα εγγόνια του

    > Στρατοδίκης ήταν ο ίδιος ο Βρεττάκος και βασιλικός επίτροπος, εισαγγελέας να πούμε, ήταν ένας ξενομερίτης, απόστρατος αξιωματικός. Αυτός έσταζε φαρμάκι. Ζήτησε και πέτυχε να δικαστούν όλοι σε θάνατο. Τους εκτελέσανε στη μάντρα του κήπου.

    > Στρατοδίκης ήταν ο ίδιος ο Βρεττάκος και βασιλικός επίτροπος, εισαγγελέας να πούμε, ήταν ένας ξενομερίτης, απόστρατος αξιωματικός. Αυτός έσταζε φαρμάκι. Ζήτησε και πέτυχε να δικαστούν όλοι σε θάνατο. Τους εκτελέσανε στη μάντρα του κήπου.

  21. Γς said

    20:

    ωχ,, κατά λάθος επανάληψη.

    Η σωστή συνέχεια:

    >Είδανε δύο από τα παιδιά των Αμερικάνων, που είχαν ξετρυπώσει από το υπόγειο να παίζουνε στην αυλή και τα δείρανε άσχημα. Οι χαροκαμένες γυναίκες άρχισαν να τους βρίζουν και να τους καταριούνται. Τότε εκείνος ο απόστρατος, ο ξενομερίτης, που δεν το είχε κουνήσει από το χωριό, έδωσε διαταγή και τις εσκοτώσανε όλες, ακόμα και τα μικρά παιδιά. Ρουθούνι δεν άφησαν. Ακούγαμε τις φωνές των παιδιών και σηκωνόταν η τρίχα μας.

  22. sarant said

    20 Ναι, λέω ότι μπορεί να υπήρχε πράγματι κάποιο ιστορικό γεγονός, να μην ειναι εντελώς εύρημα του συγγραφέα οι Ελληνοαμερικάνοι που θανατώθηκαν

    18 Όχι, δεν ξέρω γιατι ο Γκατζ επέλεξε Θεσσαλονίκη, ο πραγματικός ήταν στου Ζωγράφου.

  23. Costas Papathanasiou said

    Πολύ καλή κι αυτή η ιστοριούλα, παρεΐστικη και εμπνευσμένη, επίσης, από τη μαύρη περίοδο που είναι επόμενο να στοιχειώνει –όπως και κάθε ευαίσθητο αναγνώστη της εξ άλλου– τον συγγραφέα της.
    Εμβληματική και έντονα χρωματισμένη(:Κόκκινος,Μαβής και Καρπουζής) η χαρωπή τριάδα των φίλων-απόβλητων: ο χαρακτηρισμένος αριστερός(:Αφηγητής-Οδηγός) ο «συντηρητικότατος (που)για γυναίκες είχε κάπως αρχές αριστερές»(:Ουμβέρτος) και ο «ένθερμος πασόκος, που αριστέριζε»(:Γιάννης), λες και το μικρόβιο της Αριστεράς είναι ένα ενδημικό καλό, με υψηλό δείκτη «R0»(κατά την τρέχουσα ορολογία) και σεξουαλικώς μεταδιδόμενο (:βλέπε περίπτωση Ουμβέρτου).

    Αποτολμώντας ένα ευρύτερο συμπέρασμα, εκτιμώ ότι πρέπει να’σαι έστω κατ’ελάχιστον και ιοτρόπως “αριστεροΐσκιωτος” για να βλέπεις το όποιο «φάντασμα πλανάται» πάνω απ’τον Κόσμο, επιπροσθέτως, να μπορείς να συμφιλιώνεσαι με τα εντός και γύρω σου, για να μπορείς να ξορκίζεις τους κάθε λογής βρικόλακες που βγαίνουν να κλέψουν τα όνειρα των παιδιών–και κακό ψόφο δεν έχουν πανάθεμά τους!.

    ΥΓ:Ασχέτως αυτών, με όλο το θάρρος που μου δίνει η προσυπογραφή στο Μανιφέστο Υποκειμενικότητας που αναρτήσατε τις προάλλες, διαμαρτύρομαι εντόνως διότι, προλαβαίνω δεν προλαβαίνω(:που δεν..), έχω δεν έχω άλλες δουλειές να κάνω(:ένα σωρό!), ο Δημήτρης Σαραντάκος με παρασύρει σε ανάγνωση μέχρι τέλους και με υποχρεώνει να σχολιάσω τις ιστορίες του. Ντροπή(μου)!

  24. Alexis said

    Ωραίο το φινάλε, αν και λίγο-πολύ αναμενόμενο.

  25. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ποιος κάθεται τώρα να ανατρέξει στον εμφύλιο και να αναγνωρίσει μέσα από την αφήγηση του Δ. Σαραντάκου πραγματικά πρόσωπα. Ποιος Βρεττάκος ήταν, ο Τηλέμαχος ή ο Λεωνίδας; Μήπως ο αναφερόμενος ως Μπλατσουρέας ήταν ο Κατσαρέας;

    Αν τα θυμάται κάποιος απέξω, ας μας πει καμιά πληροφορία.

  26. sarant said

    23 🙂

  27. leonicos said

    έγραψα για χτες που δεν μπήκα για λόγους ανεξάρτητους τη θέλησή μου

    Μήπως είμαι υπερβολικός στους φόβους που διατυπώνω; Μπορεί.

    Όχι, δεν είσαι υπερβολικός

    Μολονότι θα ήταν ιδανικό να γίνεται, ιδανικές τάξεις δε υάρχουν. Θα μπορεί κάθε κάφρος να λέει ‘αφού το παιδ΄μου απάντησε 8+7=24 γιατί τον μηδένισε;’
    Να θεωρουν υπερβολικό το μάθημα, αυστηρό κοκ

    Είναιδυνατό να γίνεται η διδασκαλία υπό επιτήρηση;

    Αφήνω τα περί μαθητών, που όσα και να εοις δεν φτάνουν.

    Θα λέει η μαρίκα της τασούλας: Ο Γιάννης (αδελφός σου, φίλος σου, γείτονάς σου) έβαλε τον Κολοκοτρώνη με τον μεγαλέξανντρο. Στον Καραγκιόζη μαθαλινει ιστορία;

  28. leonicos said

    Για το σημερινό τι να πω;

    Ως αφήγηση πολύ καλύ και ίσως διεγρερτθκή

    Ως προς την ουσία…. έζησα σ’ ένα χωριό όπου όλοι μολουσαν κι έβλεπας αερικά, στο δάσος, όχι φαντάσματα.

    Εγώ δεν πέτυχα κανένα

    Ίσως επιδή τραγουδούσα Θεοδωράκη όταν πήγαινα πεζπορία απο χωριό σε χωριό, και τα φαντάσματα δεν τον σηκώνουν

    Προτιμούν Σουγιουλ

  29. leonicos said

    Για να δεις φαντάσματα και αερικά χρειάζεται ΔΕ αρκετά υψηλός

    Πού να τπν βρω;

  30. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    16 >>το συνάντησε ζωντανό.
    Τους δυο βασανιστές του τους συνάντησε κάποτε. Μικρός τόπος είμαστε, συνεχώς πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο.
    Τον ένα στην Ευελπίδων, έξω από μια αίθουσα δικαστηρίου. Ήταν αστυνομικός.
    Ο Αλκής τον γνώρισε αμέσως. Του λέει: «Με θυμάσαι;» Ο άλλος δεν τον κατάλαβε. «Κάτι μου θυμίζεις, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μήπως υπηρετήσαμε μαζί φαντάροι;»
    Ο Αλκής χαμογέλασε και του είπε:
    «Έχεις δίκιο. Μαζί υπηρετήσαμε. Μόνο που εσύ ήσουν από πάνω κι εγώ από κάτω».
    http://www.katiousa.gr/logotechnia/prosopa/mpike-sto-eat-esa-orthios-kai-vgike-me-foreio-sakatemenos/

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    30 συνέχεια
    Τον άλλο τον πέτυχε στο καράβι.
    Μου έλεγε τις προάλλες ο Γρηγόρης, ο αδερφός του: «Κάποια φορά, λίγο μετά τη μεταπολίτευση, όταν πια μπορούσε να στηρίξει την πλάτη του σε κάθισμα, τον πήρα με το αμάξι να τον φέρω στην Πάργα. Τότε η γέφυρα δεν υπήρχε ακόμα ούτε ως υποψία, πήραμε το καραβάκι απ’ το Ρίο και τον βοήθησα ν’ ανέβει τα σκαλάκια να βλέπει τη θάλασσα. Όταν φτάσαμε στο Αντίρριο και μπήκαμε στο αμάξι για να συνεχίσουμε το δρόμο μας, μου είπε: Πάνω στο πλοίο είδα το βασανιστή μου.
    »Του λέω: Είσαι σίγουρος; »Με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που έλεγε: Αστειεύεσαι; Μπορώ να τον ξεχάσω ποτέ;
    »Λύσσαξα, πάτησα φρένο: Δείξ’ τον μου τον πούστη να τον σκίσω. Αν μου τον έδειχνε, δε θα έβγαινε ζωντανός απ’ τα χέρια μου.
    »Δε μου τον έδειξε. Έκανε μόνο μια κίνηση με το δεξί χέρι: Προχώρα, δεν έχει σημασία. Χρυσό τον έκανα, εκείνος τίποτα, αμετάπειστος. Τον ήξερες δα τον Άλκη, δεν του γύριζες το κεφάλι με τίποτα. Εκ των υστέρων κρίνω ότι καλά έκανε. Ακόμα στη φυλακή θα ήμουν».
    Σε γενικές γραμμές, αυτή ήταν η στάση του Άλκη απέναντι στο παρελθόν.
    Το γνώριζε, το θυμόταν, αλλά κοιτούσε μπροστά.
    Ούτε μεμψιμοιρούσε, αλλά ούτε ένιωθε και ήρωας.

  32. nwjsj said

    Λοιπόν, ο λόγος του τρελόγερου στο προηγούμενο απόσπασμα μου είχε και μένα θυμίσει τον Παπαδόπουλο. Τόσο πολύ που καθόμουν μετά και γκούγκλιζα μήπως μάθω από κάποια πηγή αν ο δικτάτωρ είχε ή όχι τικ. Προφανέστατα αυτές οι… ιδεολογικές ανησυχίες ήταν ευρέως διαδεδομένες στους στρατιωτικούς κύκλους της εποχής και τα αποτέλεσματά τους είναι πλέον γνωστά, οπότε ο συνειρμός ήταν λογικός. Μόνο που ο Μπλατσουρέας είχε πιο συγκροτημένο λόγο, ενώ ο Παπαδόπουλος ήταν λίγο «από την πόλη έρχομαι και στην κορυφή κανέλα» όταν μιλούσε κι έτσι εγκατέλειψα την ιδέα ότι θα μπορούσε να ήταν ο δικτάτωρ γκεστ σταρ στο μεταξύ ύπνου και ξύπνιου όραμα.

    Πάντως, γέλασα πολύ με τον νταλικιέρη που πήρε το αίμα του πίσω, αν και ομολογώ ότι δεν περίμενα τέτοια ανατροπή για το τέλος. Μου άρεσε το διήγημα, είχε πολλές ευχάριστες νότες ειδικά στην αρχή που περιέγραφε το εργασιακό περιβάλλον και το δεσμό που είχαν οι τρεις φίλοι και συνεργάτες και ισχυρές δόσεις μυστηρίου. Ωραία συνταγή για να ξεφύγει το μυαλό από τα καθημερινά!

  33. sarant said

    30-31 Δεν την ήξερα αυτή τηνιστορία!

  34. Αιμ said

    30, 31. Έχω ακούσει αντίστοιχη ιστορία από τον Κώστα τον Κάππο όταν συνάντησε βασανιστή του όντας βουλευτής

  35. Jane said

    Αυτό ήταν το διήγημα που μ’ άρεσε περισσότερο στο βιβλίο.

    Υπήρχε μια περίοδος στα δεκατρία –δεκατέσσερα που διάβαζα μανιωδώς τέτοιες ιστορίες μεταφυσικού περιεχομένου, παρόλο που δεν πίστευα σε εξωπραγματικά φαινόμενα. Οι Άγγλοι είναι εξπέρ στο είδος.

    Εδώ είχε και αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν που η δημόσια ιστορία δεν θέλει να πολυσκαλίζει κι αυτό έκανε πιο ενδιαφέρον το διήγημα.

    Αυτόν τον Μπλατσουρέα πάντως, τον φανταζόμουν κάπως σαν τον Τσολάκογλου της κατοχής…σκυθρωπό, με το χιτλερικό μουστάκι και με τη χροιά της φωνής του παγερή και κοφτή.

    Ωραία ιστοριούλα. Είχε πλοκή, σασπένς, ζωντανούς διαλόγους κι ωραίες περιγραφές.

    Ευχαριστούμε , κ. Σαραντάκο.

  36. sarant said

    35 Να είστε καλά!

  37. mitsos said

    Ότι ο γέρος ήταν φάντασμα το ψιλιάστηκα στο προηγούμενο 4ο μέρος.
    Τελικά ο πατήρ Σαραντάκος δεν πίστευε δεν πίστευε , μήτε σε σε θεούς μήτε σε φαντάσματα αλλά αν ήταν να να καρφώσει τους στυρωτήδες της Χι και όσους έδρασαν εκδηκητικά ενάντια στους κομμουνιστές ….και φαντάσματα θα κατέβαζε και βρυκόλακες θα ανάσταινε.

    Άσχετα με το εύρημα του φαντάσματος ( που ποτέ δε μου άρεσε ωςιδέα οφείλω να παραδεχτώ πως οι ικανότητες του Δημήτρη Σαραντάκου, στον λόγο και την γραφή , ακόμα και στην μυθοπλασία είναι αξιοθαύμαστες.

    Ευχαριστούμε Νίκο.

  38. sarant said

    37 Νάσαι καλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: