Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αρνί και λιοντάρι. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ (αποσπάσματα από το Ταξιδι του Ψυχάρη)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2020


Xτες είχαμε την επέτειο της γέννησης του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), οπότε ταιριάζει το σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο να το αφιερώσουμε σε αυτόν.

Θα παραθέσω αποσπάσματα από το Ταξίδι μου, ένα πεζογράφημα που κατέχει μιαν εντελώς ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα πεζό έργο που την ύπαρξή του την ξέρουν πάρα πολλοί, αφού και στα σχολικά βιβλία και στις ιστορίες της λογοτεχνίας μας μνημονεύεται, αλλά που ελάχιστοι θα το έχουν διαβάσει. Και ενώ σε μια ψηφοφορία νεοελληνιστών για τα σημαντικότερα νεοελληνικά έργα θα περίμενα το Ταξίδι μου να πάρει αρκετές ψήφους, η σημαντικότητα αυτή δεν απορρέει από τη λογοτεχνική του αξία, αλλά διότι ήταν το πρώτο πεζό νεοελληνικό έργο που γράφτηκε στη δημοτική -και μάλιστα, σε ανόθευτη δημοτική, αυτή που αργότερα ονομάστηκε μαλλιαρή ή ψυχαρική. Αυτά, το 1888.

Επιπλέον, η επιρροή που άσκησε το Ταξίδι ήταν τεράστια, σαν ένας μεγάλος βράχος που έπεσε -από μακριά, από τη Γαλλία- στη μικρή λιμνούλα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν κατακάθισαν τα κύματα, είχαμε πεζογραφία στη δημοτική, μια γλωσσική ποικιλία που ως τότε ήταν ανεκτή μόνο στην ποίηση διότι ήταν κι εκείνος ο ανοικονόμητος Κόντες, και γενικά οι Επτανήσιοι, που δεν μπορούσε κανείς ν’ αγνοήσει.

Φυσικά, πολλοί χλεύασαν τον Ψυχάρη και το Ταξίδι του, ιδίως στις εφημερίδες, ενώ κάποιοι παραδέχτηκαν ότι «είναι κρίμα να γράφει τόσο ωραία πράγματα στη γλώσσα της ταβέρνας». Λίγοι το χαιρέτισαν αμέσως. Ένας από αυτούς, ο Ροΐδης, που έσπευσε να δημοσιεύσει και ευμενή κριτική, γραμμένη φυσικά σε άπταιστη περίτεχνη καθαρεύουσα -ξεσηκώνω ένα κομμάτι από την αρχή του έργου, όπου επαινεί τον Ψυχάρη για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα:

Η τοιαύτη περιφρόνησις της πλειονοψηφίας φαίνεται ουσα απαραίτητον εφόδιον παντός όρεγομένου. τελείας ειρήνης προς την συνείδησίν του ή επιθυμούντος ν’ αφήση μικρόν τι ή μέγα καλόν ως ίχνος της διαβάσεως αυτού διά του κόσμου τούτου. Όσα τω όντι επράχθησαν πράγματι ευεργετικά οφείλονται ουχί εις τους κυνηγούς δημοτικότητος, αλλ’ εις τους μη θεωρούντας μέγα δυστύχημα το να θεωρηθώσιν, επί τινα τουλάχιστον καιρόν, άφρονες παρά των μωρών, μύωπες παρά των τυφλών, απειρόκαλοι παρά των αγροίκων και αμαθείς παρά των αγραμμάτων. Τοιούτου τινός αφιλοκερδούς αισθήματος προϊόν είναι βεβαίως το εις χείρας ημών τελευταίον έργον του κ. Ψυχάρη. Όπως εν τω προλόγω και πολλαχού του έργου του ρητώς και σαφώς εξηγείται, υπ’ ουδεμιάς εβόσκετο ελπίδος ότι δύναται η γλώσσα του ‘Ταξιδιού’ ν’ αρέση εις τους σήμερον Αθηναίους ή να εύρη παρ’ αυτοίς υπερμάχους. Απεναντίας ήτο εξίσου πεπεισμένος ότι θέλει αποδοκιμασθή και χλευασθή παρά των ημετέρων δημοσιογράφων, όσον είναι βέβαιοι και οι ιεραπόστολοι, οι πρώτοι αποβαίνοντες εις απάτητόν τινα νήσον του Ωκεανού, ότι αντί να χριστιανίσωσι τους ιθαγενείς θέλουσιν αφεύκτως φαγωθή υπ’ αυτών. Ελατήριον της αυτοθυσίας των είναι ουχί η ελπίς αμέσου επιτυχίας, αλλά μόνη η πεποίθησις εις το σωτήριον του κηρύγματος και τον βέβαιον τελικόν θρίαμβον της αληθείας.

Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, κι ας είναι άριστος στιλίστας ο Ροΐδης.

Ο Ψυχάρης, βέβαια, μεγάλος λογοτέχνης δεν ήταν. Γλωσσολόγος ήταν, όσο κι αν δεν στερούνται χάρη τα γραφτά του -έγραψε πολλά αμιγώς λογοτεχνικά, στα επόμενα χρόνια.

Με τον φίλο Γιάννη Π. είχαμε ανεβάσει (βασικά η δουλειά ήταν δική του) στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο κάμποσα έργα του Ψυχάρη, ανάμεσά τους και ολόκληρο το «Ταξίδι μου«.

Διαλέγω για σήμερα δυο κεφάλαια που αναφέρονται στο ταξίδι στην Πόλη, το μέρος όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ψυχάρης και όπου ζούσε η οικογένειά του (είχε γεννηθεί στην Οδησσό, με καταγωγή από τη Χίο). Στο πρώτο, περιγράφει τον αδερφό του τον Γιάννη, αρνί και λιοντάρι μαζί, με ύφος θαρρώ επηρεασμένο από τον Γαργαντούα. Στο δεύτερο, ένα στιγμιότυπο από ταξίδι με το πλοίο στον Βόσπορο, με γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και που αφήνει να φανεί μίσος του Ψυχάρη για τους Τούρκους -όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής του, πίστευε στον εθνικισμό και στη Μεγάλη Ιδέα και δεν ήταν επαναστάτης στα πολιτικά, το αντίθετο μάλιστα.

Λένε για τη γλώσσα του Ψυχάρη πως δεν είναι κατανοητή σήμερα. Νομίζω πως κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό. Θα έχουμε κάποιες άγνωστες λέξεις, ιδίως εκεί όπου αναφέρεται ο κατάλογος των φαγητών, ή κάποια τούρκικα δάνεια, αλλά θαρρώ πως πολύ πιο εύκολα γίνεται κατανοητό αυτό το κείμενο στον σημερινό αναγνώστη παρά το προηγούμενο απόσπασμα του Ροΐδη ή όποιο άλλο καθαρευουσιάνικο της εποχής του.

 

Ι. Αρνί και λιοντάρι

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοί­ταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.

Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυ­νατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρί­τας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρ­φωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στρα­βοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περή­φανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νό­μιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερ­φός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυ­φερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιός — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στρα­βοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, κατα­λάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρ­φια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώ­τια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδί­κια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρ­δα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασού­λια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπό­νια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θά­λασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέ­δες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέ­βαζε όλα σαν ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς — ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνω­ρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέ­σως του πετούσε κι ένα— «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπού­τσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέ­δαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δά­σκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλα­διά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του κα­θενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φί­λους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελα­μών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντρο­φιά του.

Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστή­σω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μο­λύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με δια­βάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρι­σκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα… ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαν­τικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλα­τανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανά­ποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξε­ρες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

 

ΙΒ’. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονό­ματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια… κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλ­λες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλί­νεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπου­γιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πλη­θυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.

Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγ­ντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρ­βαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινό­τανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες (1) και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπε­τάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπε­τάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρό­σωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι ά­πλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.

Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέ­παζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινού­ρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παρά­ξενο πράμα!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ α­φήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέ­τοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέ­σως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπά­τια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θά­λασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομ­πρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κο­λόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τό­πος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρ­κικα· — «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαού­ρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερ­χότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.

Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έ­παιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρο­μάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμέ­νος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπο­γάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

(1) Σημείωση του Ψυχάρη στη 2η έκδοση: Ντρέπουμαι που το ’γραψα τότες και παρα­καλώ, ύστερις από κείνα που είδαμε, να με συχωρέσουνε τ’ αδέρφια μας οι Αρμένηδες για τ’ άνοστο χωρατό.

 

76 Σχόλια to “Αρνί και λιοντάρι. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ (αποσπάσματα από το Ταξιδι του Ψυχάρη)”

  1. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Κουράζει λίγο. Τουλάχιστον στην παρούσα φάση, δεν πήγα πολύ παρακάτω από τα μισά του πρώτου.

    Η γλώσσα, περιέργως, μου φαίνεται μια χαρά. Προ πολλών πολλών ετών είχα ξαναπροσπαθήσει να το διαβάσω, και η γλώσσα μ’ είχε απωθήσει αφόρητα. Αλλάξανε φαίνεται τα γούστα μου. Οπτικά βέβαια τα αφ/αβ, εφ/εβ αντί αυ, ευ είναι αχώνευτα, αλλά μόνο αυτό. Καθ’ όλα τ’ άλλα τη βρίσκω στρωτή και αβίαστη.

    Δεν ξέρω μήπως επηρεάζει το γεγονός ότι στην πρώτη πρώτη φράση, και μετά ξανά ελάχιστα μετά, έχει αυτά τα «διω» και «διείτε»: σε βάζει στο τριπάκι ότι θα διαβάσεις πολίτικα (πράγμα που δεν ισχύει, μοιάζει όμως – και ενισχύεται η ψευδαίσθηση από το γεγονός ότι μιλέι για την Πόλη, καθώς και από τον κατάλογο των φαγητών), και όταν διαβάζει κανείς ιδιώματα έχει άλλα προσδοκώμενα, δεν περιμένει αυτό που ο ίδιος θεωρεί φυσικό και δεν του φαίνεται αφύσικο. Σ’ ένα ξένο σου ιδίωμα όλα σού φαίνονται πο εύκολα αποδεκτά.

    Η παράγραφος με τα φαγητά έχει πλάκα. Δίνει την εντύπωση ότι όλα αυτά είναι περίπου εξίσου τρέχοντα πιάτα. Άλλα ήθη! Γλώσσες πρόβειες: πόσο συχνά τρώει τέτοιο πιάτο κανείς σήμερα; Ή πέρδικες, μπεκάτσες, τσαγανούς; Το χαβιάρι δίπλα δίπλα με τα ραδίκια; (Το συγκεκριμένο πρέπει να ήταν στάνταρ για τους ρωσομερίτες -Οδεσιανός ο Ψυχάρης-, λένε ότι το χαβιάρι ήταν λαϊκό έδεσμα και το πουλούσαν πλανόδιοι μ’ ένα βαρέλι που σου βάζαν με την κουτάλα όσο ήθελες). Αλλά βέβαια όταν φτάνει στους πεντακόσιους καφέδες γίνεται πλέον παιδαριώδες.

    ______________
    ΑΥτός ο Γιάννης, το λιοντάρι και αρνί, ο τόσο φυσικός, απροσποίητος, ειλικρινής, παρορμητικός, μπον βιβέρ κλπ., λίγο τον Ζορμπά θυμίζει. Αντίθετα, η ρέουσα γλώσσα του Ψυχάρη καθόλου δε θυμίζει τους εξωφρενισμούς του Καζαντζάκη.

  2. dryhammer said

    Καλημέρα!.

    Μ’ άρεσε η γραφή του για τη ρέουσα γλώσσα του, για κάτι κουβέντες που μου φανήκαν χιώτικες, για το υποδόριο(1) χιούμορ – πιο πολύ παιχνίδι-, για την αγάπη στο νερό. Με ξένισαν οι δίφθογγοί του (αλλά έχω δει και το ανάποδο τα αφ/αβ, εφ/εβ να γίνονται αυ ευ σε άλλους παλιούς) και δε μ’ αρέσει το διδακτικό (2) του που τον πιάνει συχνά.

    1. πως θα τό ‘λεγε το υποδόριο ο Ψυχάρης;
    2. έγραψα αρχικά «δασκαλίστικο» αλλά επειδή ο ίδιος κάνει άλλη χρήση της λέξης, το έκανα «διδακτικό». Εννοώντας πάντα κάποιον που μας δείχνει κάτι λίγο δείχνοντας και λίγο κουνώντας το δάχτυλο. Αν το διάβαζε ο ίδιος θα τσατιζότανε που χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη για το ύφος του…

  3. Bonjour

    Με κάλυψε ο Πέπε που διάβασε το μισό, εγώ που τα διάβασα και τα δυο δεν έχω κάτι να προσθέσω εκτός από τον τρόπο που πλασσάρει τις ιστορίες του, τον ίδιο (νομίζω πως) ακολούθησε και ο Τσιφόρος αλλά με καλύτερη επιλογή στην γλώσσα

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια! Θα λείψω για μερικές ώρες, έβαλε ήλιο.

    2 Αφού το έβαλα, σκέφτηκα μήπως έπρεπε να βάλω το απόσπασμα που μιλάει για τη Χίο και το Πυργί, προς τιμήν της χιώτικης παροικίας του ιστολογίου. Ε, άλλη φορά.

  5. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το διάβασα το «Ταξίδι» την εποχή της αναγνωστικής βουλιμίας…Τώρα δεν καταφέρνω να τελειώσω ούτε το απόσπασμα που ανάρτησε ο Νικοκύρης. ☺

  6. nikiplos said

    Καλημέρα… Το διάβασα και μου άρεσε. Περισσότερο για τη ρέουσα γλώσσα του. Περισσότερο γιατί έβαλε την ψυχή του στο κείμενο. Ίσως να μην ήταν τεχνίτης ώστε να γίνει αυτό κατανοητό, ίσως να μην μπόρεσε να ακολουθήσει στερεότυπα μιαν εποχή που τα στερεότυπα δημιουργούνταν, ίσως να μην κατάφερε να μπει σε καλούπια, μιαν εποχή που δεν υπήρχαν.
    Το κείμενο φυσικά είναι συμβολικό. Με τον αδερφό του Γιάννη περιγράφει τη ρωμιοσύνη, τον κοιμισμένο γίγαντα, έτσι τον φαντάζεται, ίσως γι’ αυτόν τον μεγαλοιδεατισμό του να μην είχε πέραση μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Περιγράφει τα μεγαλεία της Πόλης που άλλαξε αφέντες αλλά όχι ψυχή. Περιγράφει τον κόσμο όπως τον νιώθει κι όχι όπως θέλουν οι δάσκαλοι της εποχής «το κλέος της φυλής». Ούτε κλέος ούτε φυλή. Σκέτη Ρωμιοσύνη, αρνί και λιοντάρι μαζί.
    Από το πρώτο κείμενο μου έκανε εντύπωση η τόσο στέρεη και λιτή περιγραφή της δημοτικής γλώσσας: Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.
    Η αλήθεια είναι στη λαϊκή γλώσσα λοιπόν. Εθνικό μόνο το αληθές. Βασιλεύει ο λαός μόνο όταν μιλάει τη γλώσσα του, την αληθινή του γλώσσα. Εκείνη που λέει το Βόσπορο Μπουγιούγντερε ή Κατάστενο.
    Πολιτικολογώντας μου έκανε εντύπωση κι αυτό:
    Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε.
    Δεν χρειάζονται λόγια, τα είπε όλα… Όπως και στο δεύτερο κείμενο που λέει για τις μπούρδες δήθεν «σύνορα Ασίας Εβρώπης», κι αυτουνού ως παρατηρητή του φαίνονται όλα ίδια, δεν μπορεί να ξεχωρίσει που είναι η Ασία και που η Ευρώπη… Γιατί αυτό είναι η Ρωμιοσύνη τελικά…

  7. Κιγκέρι said

    Δεν το έχω διαβάσει «Το Ταξίδι μου», αν και το έχω στη βιβλιοθήκη μου.
    Στα αποσπάσματα που έβαλε ο Νικοκύρης δε με δυσκολεύει η γλώσσα, μόνο με ξαφνιάζει πού και πού, αλλά όχι δυσάρεστα.

    Ο αδερφός ο Γιάννης είναι κάποια αλληγορία;

  8. dryhammer said

    4. Έβαλε ήλιο; Δεν έβγαλε ήλιο;

  9. ΚΑΒ said

    «Είμαι στην Οδέσσα γεννημένος στα 1854, τρίτη μέρα του Μαγιού, το μήνα δηλαδή που γεννιούνται, λέει, και τα γαϊδουράκια. Κι αλήθεια, σαν είμουνα παιδί και σα μου μάθαινε ο δάσκαλος την καθαρέβουσα μου άρεζε τρομερά και δεν ήθελα άλλη γλώσσα να μιλήσω. Ύστερα όμως, σαν έγινα άντρας, κατάλαβα πως το Μάη γεννιούνται και τα λουλούδια κι άρχιζα να νἀγαπώ τη δημοτική».

    Η αρχή της αυτοβιογραφίας του, και λίγο παρακάτω: «Λουλούδια θέλει η Ρωμιοσύνη κι αποβαρέθηκε τους δασκάλους».

    Καλή Κυριακή.

  10. Κιγκέρι said

    6:

    Ααα!

  11. Πουλ-πουλ said

    «Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, κι ας είναι άριστος στιλίστας ο Ροΐδης.»

    Θα μπορούσαμε να πούμε και:

    Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, επειδή δεν είναι στιλίστας ο Ψυχάρης.

  12. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  13. Alexis said

    Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο αλλά διαβάζεται ευχάριστα.
    Με τη γλώσσα δεν βλέπω κάποιο πρόβλημα, ούτε ακραίους μαλλιαρισμούς έχει ούτε ιδιωματισμούς.

    #1, τέλος: Άντε πάλι με τον Καζαντζάκη! : smile:

  14. ΚΩΣΤΑΣ said

    Δεν διάβασα κανένα από τα δύο, έχω δουλειές και θέλω να βρω χρόνο να τα διαβάσω απερίσπαστος και μονορούφι.

    9 ΚΑΒ –> «Είμαι στην Οδέσσα γεννημένος στα 1854, τρίτη μέρα του Μαγιού, το μήνα δηλαδή που γεννιούνται, λέει, και τα γαϊδουράκια. …»

    Αυτό που το βρήκες; Πάντως πραγματολογικά δεν στέκει. Τον Μάη «ερωτεύονται» τα γαϊδούρια ;-). η γέννηση έπεται!!!

  15. dryhammer said

    14. Εδώ,
    https://www.ypaithros.gr/ekdoseis/ektrofi-gaidourion-onotrofia/
    λέει πως η κύηση κρατά 12 μήνες. Άρα σωστά τα λέει Μάη με Μάη.

  16. Τι γίνεται με τους αφορισμούς Κεραμέως, Χαρδαλιά και Κούλη του μεγαλοπρεπούς ; Αρχισε το νταβαντούρι ;

  17. Georgios Bartzoudis said

    «Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε»!

    # Και γω το αγαπώ, αείμνηστε Ψυχάρη. Μόνο που οι δικοί μου «δασκάλοι» το είπαν Μεγάλο Ρέμα και όχι Βαθυρρύαξ. Και αλλιώς το λεει ο δικός μου ο «λαός» [Ναι ο καθένας έχει τον δικό του «λαό», και γω τον δικό μου: Ένα σύνολο συνανθρώπων που είναι ολόιδιοι με μένα! Όπως η προβατίνα Ντόλυ, για όσους την θυμούνται, ή όπως όλα τα μήλα στάρκιν! Κάθε άλλο μήλο, δεν είναι μήλο!].
    Το δικό μου το Μεγάλο Ρέμα, ο δικός μου ο «λαός» δεν το λεει Μπουγιούκντερε. Το λέει Γκουλιαμαρυάκα. Και όταν μιλώ με ακροατήριο μόνο (ή κυρίως) από τον δικό μου τον λαό, θα το πω Γκουλιαμαρυάκα [Γκου-λια-μα-ρυά-κα (δύσκολα τα Μακεδονικά!)]. Και θα είμαι …ο καλλίτερος: Με καταλαβαίνουν όλοι! Όταν όμως μιλώ σε τσιασίτ(ι) ακροατήριο, όπως αυτό του παρόντος ιστολογίου, δεν θα το πω ούτε Γκουλιαμαρυάκα ούτε Μπουγιούκντερε. Θα το πω Μεγάλο Ρέμα, ή Ρέμα Θερμών ή (καλλίτερα) χείμαρρο Θερμών Νιγρίτας.
    Γενικότερα: Αν ο καθένας μας θέλει να επιβάλει τη γλώσσα του δικού του «λαού», η γλώσσα αυτή δεν θα είχε πάνω από χίλιες λέξεις. Το «γλωσσικό» πρόβλημα της Ελλάδας, από τα χρόνια του Ψυχάρη μέχρι σήμερα δεν προέκυψε ούτε προκύπτει από πού θα διαλέξουμε τις λέξεις για να τις επιβάλλουμε στην καθομιλούμένη. Προέκυψε, και προκύπτει από την τάση να επιβληθούν κανόνες του συντακτικού και της γραμματικής, που κάποτε είχαν «ανθίσει» αλλά σήμερα (και χθες και προχθές) δεν τις δέχεται το αυτί του νεοέλληνα. Ο εμπλουτισμός όμως της καθομιλούμενης με λέξεις και ρίζες της καθαρεύουσας και της αρχαίας ελληνικής είναι ωφέλιμος και έχει λειτουργήσει ευεργετικά.
    Κατά τα λοιπά, μια χαρά ήταν το κατά Ψυχάρη ανάγνωσμα!

  18. ΓΤ said

    Αμβρόσιος, το βρομόσκυλο της… καταλλαγής https://dete.gr/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf-%ce%b1%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b5-%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%ce%ba%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%ad%cf%89%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%87/

  19. ΚΩΣΤΑΣ said

    15 Ε! αφού η κυοφορία κρατάει 12 μήνες (δεν το ήξερα), δίκιο έχει. Πάντως στη λαϊκή μνήμη ο Μάης είναι συνδεμένος με τις ερωτοδουλειές του γαϊδάρου 😉 και όχι με τα γενέθλιά του.

    «να μουν τον Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκορας και γάτος το Γενάρη», λαϊκή παροιμία.

  20. Μιας και λέγαμε για τον Δαπόντε τις προάλλες, κάτι το φαναριώτικο έχουν και αυτές οι απαριθμήσεις των φαγητών και των επαγγελμάτων.

  21. spiridione said

    Ταιριάζει να βάλουμε και το πρωτοσέλιδο άρθρο του Γαβριηλίδη στην Ακρόπολη

    Το ταξίδι μου.

    Ο τίτλος του νεοφανούς βιβλίου του εν Παρισίοις καθηγητού της Νεοελληνικής γλώσσης, αν δεν απατώμεθα, κυρίου Ψυχάρη, είνε ολίγον απατηλός. Νομίζει τις, ότι λαμβάνει εις χείρας οδοιπορικόν τι βιβλίον και το ανοίγει με την ανησυχίαν, ή μάλλον με την περιέργειαν αν θα το εύρη σοβαρόν, ως πολιτικήν γεωγραφίαν των ελληνικών σχολείων, ή τερπνόν, ως έργον τι του Γκωτιέ ή του Χάινε ή του Σουίφτ ή και του δικού μας του Λουκιανού. Το βιβλίον βεβαίως δεν είνε μελαγχολικόν ως η νυξ ή ως η γεωγραφία του κ. Δήμιτσα∙ δεν είνε όμως οδοιπορικόν, είνε … γλωσσολογικόν. Ο κ. Ψυχάρης ηξεύρει να χρυσόνη τα χάπια του∙ τα χρυσόνει μάλιστα τόσον επιτήδεια, και όχι μόνο τα χρυσόνει καλά, αλλά και τα μελιτόνει καλλίτερα, ώστε σου φαίνονται σαν καραμέλαις. Εάν η γλωσσολογία του κ. Ψυχάρη ωμοίαζε την γλωσσολογίαν του κ. Κόντου, δια μίαν αυτής σελίδαν θα εχρειαζόμεθα ολόκληρον ίσως ημέραν, αλλά το γλωσσολογικόν ταξίδι του κ. Ψυχάρη το ερροφήσαμεν όλον εντός τεσσάρων ωρών! Και τας 268 σελίδας του. Σπανίως ελληνικόν βιβλίον μάς εφάνη τόσον γλυκύ και αναψυκτικόν ως να ήτο σιρόπιον εκ βυσίνου ή κάλλιον από φραγκοστάφυλον. Και αυτός ο εξαίσιος πρόλογος των Φ ο ι ν ι σ σ ώ ν του Βερναρδάκη, έργον το οποίον έπρεπε να συγκινήση τους φιλολόγους και την φιλολογίαν μας, και όμως παρήλθεν απαρατήρητον, διά τον πολύ φυσικόν λόγον τού ότι ούτε φιλολόγους ούτε φιλολογίαν έχομεν, δεν αναγινώσκεται μετά τόσης ηδονής μεθ’ όσης το άνευ αξιώσεων, το αφελές, το μωρακίστικο σχεδόν, αλλά και πεισματάρικο και επαναστατικόν, ως ορθώς ωνομάσθη, και καθ’ όλα νεωτεριστικόν βιβλιαρίδιον του κ. Ψυχάρη. Όταν το ελάβομεν εις χείρας, μ’ εκείνον το ημίγυμνο ή έ ξ ω μ ο ν διά να ενοχλήσωμεν και ολίγον τα νεύρα του κ. Ψυχάρη, εξώφυλλόν του: «Ψ υ χ ά ρ η ς. – Τ ο τ α ξ ί δ ι μ ο υ. – α μ ύ ν ε σ θ α ι π ε ρ ί π ά τ ρ η ς. – Α θ ή ν α. Τ υ π ο γ ρ α φ ε ί ο τ ο υ Σ. Κ. Β λ α σ τ ο ύ 1 8 8 8» μας εφάνη ότι έπεσεν εις χείρας μας καμμία βόμβα νεωτέρας κατασκευής, περί των ασφαλιστικών ή εκρηκτικών ιδιοτήτων της οποίας ουδεμίαν είδησιν είχομεν. Αλλ’ ο κ. Ψυχάρης με «δυο λόγια» – τον πρόλογόν του – σας ξελαφρύνει από κάθε ανησυχία. «Όποιος με διαβάσει» – ευθύς ευθύς γράφει στον πρόλογόν του – «θα καταλάβη με τι σκοπό έγραψα το Τ α ξ ί δ ι μ ο υ. Γλώσσα και πατρίδα είνε το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή την εθνικήν του γλώσσα, ένας είνε ο αγώνας. Πάντα α μ ύ ν ε τ α ι π ε ρ ί π ά τ ρ η ς».

    Ο κ. Ψυχάρης έχει καθαράς ιδέας∙ αυτή είνε η μεγαλειτέρα του δύναμις. Ξεύρει τι θέλει. Ξεύρει τι ζητεί. Συγχρόνως ξεύρει και πώς να εκφράση εκείνο το οποίον σκέπτεται και πώς να ζητήση εκείνο το οποίον θέλει. «Ένα έθνος» – γράφει εις τον πρόλογόν του, – «θέλει δυο πράματα∙ να μεγαλώσουν τα σύνορά του και να κάμη φιλολογία δική του. Άμα δείξη που ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα, κ’ άμα δεν ΄ντραπή γ’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε που τόντις είνε έθνος. Πρέπει να μεγαλώση όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ».

    Το αιώνιον περί γλώσσης ζήτημα! Δύο ζητήματα μαστίζουν τους Έλληνας: το ανατολικόν και τον γλωσσικόν. Τίς οίδε αν δεν είνε πεπρωμένον να λυθούν και τα δύο μαζύ συγχρόνως. Αφού μάλιστα και δύο κατακτητάς το ελληνικόν έθνος εγνώρισε: τους Τούρκους και τους Δασκάλους. Ο κ. Κόντος, μεθ’ όλην την άδολον ρουμελιώτικην ελληνικότητά του, δύναται να εκληφθή ως ο Μαχμούτης των ελληνικών πνευμάτων, και ο Μαχμούτης ή Μεχμέτης – όπως τον θέλητε – ως ο Κόντος των ελληνικών σωμάτων. Δάσκαλοι και Τούρκοι απεκτήνωσαν, εδούλωσαν, εξόντωσαν, κατέστρεψαν όσους πλείονας ημπόρεσαν Έλληνας. Εκείνοι οι κοινοί τόποι ότι «οι Λόγιοι έσωσαν την γλώσσαν και μετ’ αυτής το έθνος» ξεύρετε τι εντύπωσιν κάμνουν απέναντι της ιστορικής αληθείας; Την αυτήν, ήτις θα εγεννάτο εκ του εξής παραδόξου δικηγόρου, συνηγορούντος υπέρ πελάτου ληστού: «Τίς οίδε, κύριοι δικασταί εάν ο κατηγορούμενος δεν έκλεπτε την περιουσίαν του ενάγοντος, τίς οίδε, λέγω, εάν ο ενάγων δεν την εσπατάλα και δεν την κατέστρεφε;» Την γλώσσαν δεν την έσωσαν ούτε οι λόγιοι, ούτε ο κλήρος. Την έσωσεν το Έθνος! Ο λαός! Εάν αυτός δεν την έσωζεν, ούτε γλώσσα θα υπήρχεν, ούτε λαός.

    Διά τούτο οι πρώτοι αρματολοί και κλέφται ήσαν οι πρώτοι επαναστάται όχι μόνον κατά των Τούρκων, αλλά και κατά των δασκάλων. Ήγουν κατά των δύο κατακτητών. Το καρυοφύλι και το δημοτικόν τραγούδι έκαμαν την Ελλάδα. Χίλιοι Κόντοι εάν βαλθώσι ράχι με ράχι δεν θα δυνηθούν ποτέ ένα ψηφί να κλονίσουν εκ της αληθείας αυτής. Το Ψαλτήρι και το Οκτωήχι των γραμματοδιδασκάλων, το τυπικόν και τον ετυμολογικόν των μεγάλων λογίων κατεσκεύαζον δούλους, ραγιάδες, γυναίκας, σκυλιά του δρόμου, που με μια βέργαν διώχνεις εκατόν. Η δημώδης γλώσσα εδημιούργησε λάσια στήθη, πλάτες κοτρόνια, χέρι σίδερο, μάτι αετού, μέση δαχτυλίδι, πόδια βράχους. Η δημώδης απεκάλυψε την ευγενή καταγωγήν του έθνους μας και ενεφύσησεν εις αυτό θάρρος, υπερηφάνειαν, αφοβίαν, ελευθερίαν. Η δημώδης έβαλε φωτιά εις βράχους και λόγγους, εις κάμπους και βουνά, εις ράχαις και εις δρυμούς, εις την Στεριά και την Θάλασσαν, εις την Ανατολήν και την Δύσιν. Η δημώδης ήνωσε τον Νησιώτην με τον Μανιάτην, τον Ρουμελιώτην με τον Μωραΐτην, τον Αλβανόν με τον Νησιώτην, τον Κυδωνιάτην με τον Αθηναίον.

    Οι λόγιοι τότε – οι δάσκαλοι – οι Έλληνες Μαχμούτηδες – δεν ετόλμων να ξεμυτίσουν. Έτρωγαν σπαθιές στη ράχη από τους Οπλαρχηγούς, κ’ εκούρνιαζαν κ’ ετρύποναν. Εάν ετύγχανεν μεταξύ αυτών ευφυής τις και μεγαλόφρων και ήκιστα ραγιάς, ως ο γενναίος Γεννάδιος, αυτός ξεχνούσε τα ελληνικά του και μιλούσε ρωμαίικα. Ήτο σαρξ εκ της σαρκός του ελληνικού λαού, και διά τούτο ενθουσίαζε, συνεβούλευεν, εθέρμαινε, παρορμούσε. Ήτο ο Νέστωρ ή ο Οδυσσεύς της μπαρουτοκαμμένης γενεάς. Πότε βγήκαν από τα καύκαλά των οι λόγιοι; Όταν ηλευθερώθη η Ελλάς! Όταν έγεινε βασίλειον! Όταν ήλθαν οι Γερμανοί, άλλοι σχολαστικοί σχολαστικών αυτοί και συνεμάχησαν με τους δικούς μας τους σχολαστικούς. Τότε ηύραν καιρόν να κηρύξουν άτιμον πόλεμον κατά της δημώδους. Αφού αυτή ηνδραγάθησεν, αφού εθαυματούργησεν, αφού ενεκρανέστησε το έθνος, νομιζόμενον χαμένον, αφού έδιωξε τον Δράμαλη και εντρόπιασε τον Ιμβραΐμην, αφού έπνιξε τον Καπετάν πασσάν και πήγε να καύση την Αλεξάνδρειαν, τότε οι δάσκαλοι μετά των Γερμανών συμμαχήσαντες ωρκίσθησαν πόλεμον εξοντώσεως κατά της δημώδους και επανέλαβον εκείνο που λέγει ο αχαρακτήριστος Φιέσκης εις το περίφημον δράμα του Σίλλερ: «Ο μαύρος έκαμεν ό,τι είχε να κάμη∙ ο μαύρος τώρα να πάη στο διάβολο!»

    Ο μαύρος ήτο η δημοτική γλώσσα!

    Έκτοτε εγεννήθη η τάξις των μανδαρίνων εν Ελλάδι. Μανδαρίνοι εις τα Γυμνάσια και το Πανεπιστήμιον, Μανδαρίνοι εις τα δικαστήρια, Μανδαρίνοι εις την Εκκλησίαν, Μανδαρίνοι εις τον στρατόν, Μανδαρίνοι πρωθυπουργοί, Μανδαρίνοι ρήτορες εις την Βουλήν, Μανδαρίνοι δημοσιογράφοι, Μανδαρίνοι ποιηταί (Βερναρδάκης – Βυζάντιος – Καρασούσας – Ορφανίδης – Ραγκαβής – Αντωνιάδης κλπ.). Μανδαρίνοι παντού. Μανδαρίνοι είνε οι σοφοί της Κίννας από τους οποίους σ κ ρ α π δεν νοιώθει ο λαός. Χάσμα μέγα ηνεώγη μεταξύ της ανεπτυγμένης τάξεως και του λαού. Μετεχειρίζετο εκείνη γλώσσαν, ην ο λαός δεν εννόει. Ο λαός ωμιλούσε ρωμαίικα, οι ανεπτυγμένοι ελάλουν ή έγραφον κινέζικα. Το δε αποτέλεσμα; Οι λόγιοι εμορφώθησαν εις λαμπρούς ημιμαθείας αγύρτας, ο δε λαός εξηγριώθη και απεκτηνώθη. Η επιστήμη, το δίκαιον, η ηθική, η ποίησις, το κήρυγμα, οι νόμοι, τα στρατιωτικά προστάγματα, ο τύπος, τα περιοδικά, όλα περνούσαν χιλιάδας λεύγας απάνω από τα κεφάλια του λαού, όπως περνούν τα μετέωρα και αι βολίδες. Το δε αποτέλεσμα; Από τα γυμνάσια εξέρχονται ανορθόγραφοι, από το Πανεπιστήμιον ανεπιστήμονες, το δίκαιον μετεβλήθη εις εμπόριον, τα γράμματα εις κοντισμούς, η φιλοσοφία εις μαλακίαν, η ιατρική εις κομπογιαννιτισμόν, η μηχανική εις χρηματοληστείαν, η ποίησις εις σουδάριον, ο τύπος εκυκλοφόρει μεταξύ 300 ή 500 ατόμων εις όλην την Ελλάδα. Τόσοι τον κατελάμβανον, τόσοι τον υπεστήριζον.

    Εξαίρεσιν μοναδική απετέλεσεν ο Βασιλεύς όστις, ότε μεν πρωτοήρθεν εις την Ελλάδα, αγνοών την ελληνικήν, ωμίλησε δια των γραμματέων του και των Φαρισαίων του ως Μανδαρίνος και αυτός, ότε δε εξέμαθε την γλώσσαν και δεν είχεν ανάγκην να παππαγαλίζη, ωμίλησεν ως Έλλην, ως Ρωμηός: «Παιδιά μου, σας έχω εις την καρδιά μου!» Οι λόγιοι το έψεξαν και αυτό!

    Αυτή είναι εν ολίγοις η γλωσσική φιλοσοφία του έθνους μας. Εν εφημερίδι και εκ μέρους δημοσιογράφου μείζων ταύτης ανάπτυξις δεν δύναται να γείνη. Αλλά τα ολίγα ταύτα ηναγκάσθημεν να τα είπωμεν διότι τα φρονούμεν, διότι τα πιστεύομεν, διότι μας ώθησεν εις τούτο το βιβλίον του κ. Ψυχάρη.

    Και τώρα που ευρίσκεται το γλωσσικόν ζήτημα; Εις το αυτό σχεδόν σημείον, εις ό και προ εικοσαετίας, μ’ ελαφράν, παρά πολύ ελαφράν κλίσιν προς αποκατάστασιν της δημώδους. Και τώρα οι λόγιοι αττικίζουν και ο λαός φονεύει. Και τώρα οι ιεροκήρυκες χρυσοστομίζουν και ο λαός βλασφημεί. Και τώρα οι νομοθέται Ιουστινιανίζουν και πανδεκτίζουν και ο λαός εγκληματεί. Και τώρα ο κ. πρωθυπουργός δεν μεταχειρίζεται μεν ξενικήν λέξιν εις τας δημηγορίας του, αλλ’ ο λαός πληρώνει τους φόρους μόνον διά τον φόβον του Βούρδουλα, διά τον φόβον του τόκου. Και τώρα o αοίδιμος Χαντζερής θριαμβεύει εις τον στρατιώτην με την γλώσσαν, τα δε στρατιωτικά μας καταλήγουν εις την Κούτραν. Και τώρα τινές των ποιητών μας και των πεζογράφων μεταχειρίζονται γλώσσαν Πινδάρου και Λουκιανού, ο δε λαός τρελλαίνεται διά τους μ α ν έ δ ε ς της Σιόρ Καλλιόπης. Και τώρα πλήρες χάσμα μεταξύ ανεπτυγμένων και λαού. Εθνική φιλολογία, ντζίφος! Εθνική ποίησις, ντζίφος! Εθνική γλώσσα, ντζίφος! Εθνική επιστήμη, ντζίφος! Μηδενικά επί μηδενικών. Μόνον οι φόνοι, αι αναιρέσεις, τα τραύματα, αι φυγοδικίαι και αι ζωοκλοπαί αποτελούσι τας αριθμητικάς μονάδας.

    Αυτή είνε, καθ’ ημάς, η πραγματική άποψις του γλωσσικού μας ζητήματος!

    https://sarantakos.wordpress.com/2013/07/21/taksidi/

  22. Nestanaios said

    1.
    Εγώ νομίζω ο Όμηρος είναι καλλίτερος. Και σαν ανέφερες τον Καζαντζάκη πρέπει να ξέρεις ότι εκτός Ελλάδος ξέρουν μόνον αυτούς τους δύο, Όμηρο και Καζαντζάκη και ας τον έκλεψε ο Καμύ το 1957.

  23. Nestanaios said

    21.
    Αν θέλεις να μάθεις γιατί σήμερα υπάρχει ελληνικόν έθνος, ρώτησε τους ξένους. Αυτοί ξέρουν καλλίτερα από τον Ψυχάρη. Πολύ καλλίτερα.

  24. ΚΑΒ said

    14. Ψυχάρης το ταξίδι μου, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1971.

    Ως προς την ημερομηνία γέννησης του Ψυχάρη: οι 3 Μαΐου του 1854 ήταν με το γρηγοριανό ημερολόγιο 15 Μαΐου, σήμερα είναι 16. Πότε λοιπόν γεννήθηκε; στις 15 ή στις 16 Μαΐου;

  25. eran said

    Ας μου επιτραπεί να θέσω ένα γλωσσολογικο -μεταφραστικό ζήτημα. Δεν έχει άμεση σχέση με τον Ψυχάρη αλλά μας καίει, όσοι διδάσκουμε φέτος ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ΄Λυκείου.
    Το φετινό εγχειρίδιο (Φ.Υ), μεταφράζει, όχι αβάσιμα από ό,τι κατάλαβα, τον όρο της κοινωνιογλωσσολογίας genres ως κειμενικά είδη και όχι ως γένη. Αποτέλεσμα, το άρθρο λ.χ. και το δοκίμιο δε θεωρούνται κειμενικά είδη, όπως γνωρίζαμε και διδάσκαμε μέχρι τώρα. Αντίθετα κειμενικά είδη θεωρεί την αφήγηση, την περιγραφή, κ.ά, κατηγορίες που τις περιγράφουμε (σε γραμματικές και τρέχοντα Προγράμματα Σπουδών) με τον όρο γένη (ή τύποι).
    Δε θέλω να φανταστώ τι θα γίνει αν χρησιμοποιηθούν αυτοί οι όροι στις επικείμενες πανελλαδικές…

    http://www.iep.edu.gr/images/IEP/Modules/Sj_K2_Extra_Slider/Fakeloi_Ylikou/Neoelliniki-Glossa_G-Lykeiou_Fakelos-Ylikou_Diktya-Keimenon.pdf (σελ. 165)

  26. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    24 Προχτές ήταν η επέτειος, όχι χτες που έγραψα.

    21 Σπύρο νάσαι καλά. Το είχα ξεχάσει εντελώς, μα εντελώς λέμε, αυτό το άρθρο, πάνε εφτά χρόνια βεβαια
    Ευτυχώς που δεν έβαλα τα ίδια αποσπάσματα σήμερα όπως και τότε 🙂

  27. Costas X said

    Το διάβασα μονορούφι όλο το απόσπασμα, δεν με δυσκόλεψε, αλλά δεν μου λέει και τίποτα. Με κούρασε και το μακροσκελές εγκώμιο του αδελφού του, λίγο χιουμοριστικό, λίγο αλληγορικό και σε κάποια σημεία ρατσιστικό.

    «Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν [,,,] καρίδες δυο χιλιάδες…»

    Σίγουρα εννοεί «γαρίδες», όχι «καρύδες». Ίσως στην Πόλη να είχαν διατηρήσει την αρχαία λέξη, «καρίς», μάλλον από το «κάρα», επειδή έχουν μεγάλο κεφάλι !

    Υ.Γ. Από αύριο πιάνω ξανά δουλειά, κάθε κατεργάρης στον «μπάνκο» του !
    Θα μπαίνω βέβαια να ρίχνω μια ματιά, αλλά δύσκολο να σχολιάζω.

  28. sarant said

    Nαι, καρίδες οι γαρίδες.

  29. leonicos said

    ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΙΚΕς ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
    έλεγες πύργος που περπατεί.
    Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει.

    ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΠΙΑ ΕΤΣΙ
    αι το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή

    ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΠΙΑ
    άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι,

    ΧΟΝΔΡΟΕΙΔΕΙΣ ΕΝΤΙΦΑΣΕΙΣ Ως ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ
    έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε.

    ΚΑΚΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ
    Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

    Κατά τα άλλα, τα αναμενόμενα

    Σ’ ένα θα συμφωνήσω. Ν’ ανεβαίνεις το Β’οσπορο με το πλοίο της γραμμής είναι μοναδική εμπειρία

  30. leonicos said

    27 Κώστα

    στα τούρκικα karides, tomates, patates στον ενικό αριθμό

  31. leonicos said

    Πέπε στο 1 Έτσι ε΄ναι

    έχω την εντύπωση Α) είχε βλακωδώς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του β) αυτά που λέει για τη γλώσσα ου ένα »να» τη χαλάει είναι αρλούμπα πρώτου μεγέθους. Καμιά γλώσσα δεν ειναι αμιγής, όπως καμιά ιδέα και κανένας λαός

  32. giorgos said

    Εθνικιστής (μέ τήν κακή έννοια , γιά ξένα συμφέροντα δούλευε) , βασιλόφρων καί μεγάλο λαμόγιο ό Ψυχάρης . http://katotokerdos.blogspot.com/2013/09/2.html#more

  33. Ριγκολέτο στο … Λας Βέγκας με πολυκατοικίες, καζίνα , μπαράκια και στρηπτιζάδικα. Πολύ προσεγμένη παράσταση που βλέπεται ευχάριστα κι ακούγεται ακόμα καλύτερα ενω το νοιώθεις πως με το παραμικρό θα μπορούσε να γελοιοποιηθεί…αλλά όταν στο καρνέ που σημειώνει η Τζίλντα έχει μια χρυσή καρδιά στολίδι και το αυτοκίνητο του επί πληρωμή δολοφόνου έχει πινακίδα SPARAFUC καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει περίπτωση λάθους, ακόμα και η εεπιλογή τον Μοντερόνε να τον παρουσιάσει σαν Αραβα είναι αμερικανιά μέσα στα επιτρεπόμενα όρια.

    Ο Βέρντι θεωρούσε τον Ριγκολέτο την πιο ποιοτική του όπερα κι από μια άποψη έχει δίκιο γιατί κανείς ακούγοντάς την μια φορά δεν θα ξεχάσει τα la donna e mobile, quest’ o quello, caro nome και tutte le feste al tempio. Κι όταν κατακαθίσει η σκόνη καταλαβαίνει πωε το πηκ ήτανε η τετραφωνία στο bella figlia dell amore !

  34. sarant said

    33 E βέβαια, το κουαρτέτο αυτό είναι αριστούργημα.

    Παλιά είχα αγοράσει μια βιντεοκασέτα που είχε μεταφέρει τον Ριγολέτο στη μαφία της Νέας Υόρκης. Ενώ η Λυρική σχετικά πρόσφατα είχε ανεβάσει Ριγολέτο στη φασιστική Ιταλία.

  35. ΣΠ said

    Η περιγραφή του τί έτρωγε ο αδερφός του μου θύμισε αυτό

    και αυτό

  36. Αγγελος said

    To διαιτολόγιο του αδερφού είναι σαφώς εμπνευσμένο από τον Γαργαντούα. Και η φράση «η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει» παραπέμπει αμέσως, για όσους έχουν γαλλική παιδεία, στον Μαλέρμπ και τους crocheteurs du Port-aux-foins που τους θεωρούσε ses maîtres en langage.
    Διαβάζοντας, στην αρχή είπα «μα Γιάννη δεν τον έλεγαν τον Ψυχάρη, πώς μπορεί να είχε αδερφό Γιάννη;» Μετά άρχισα σιγά-σιγά να διαισθάνομαι πως είναι φανταστικό πρόσωπο, αλλά χρειάστηκε να φτάσω στο (6) του Νικιπλού για να πω «ναι, βρε βλαξ, αυτό είναι!»
    Εντύπωση μου έκανε η τόσο … ψυχαρική (όχι στη γλώσσα, στις ιδέες) κριτική του Γαβριηλίδη. Σαν να έλεγε «επιτέλους, βρέθηκε κάποιος να πει και να εφαρμόσει αυτά που σκεφτόμουν!»
    Λεώνικε (31), αυτό με το «να» που χαλάει «όλη την ψέφτικη ομορφιά της λίμνης» το λέει για τους κόντειους (ψευδ)αττικιστές των νεανικών του χρόνων. Όταν καμαρώνεις πως ακολουθείς στη γλώσσα τα πρότυπα του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα και θέλεις να τα επιβάλεις και στους άλλους, ε, ναι, τα αναπόφευκτα «να» και «θα» σου χαλάνε τη μαγιονέζα…

  37. sarant said

    36 Κάπου τα έλεγε «καθημαξευμένα λεξίδια» ο Κόντος τα «να» και «θα»

  38. venios said

    Η γλώσσα διαβάζεται ανετότατα και σήμερα, παρότι έχει λέξεις ή ορθογραφία που είναι παρωχημένες. Σίγουρα πολύ ευκολότερα από στρυφνά κείμενα λογιωτατισμού που κινδυνεύεις να στραβολαιμιάσεις από την συντακτική ανάλυση – ακόμη και σήμερα…

  39. Κιγκέρι said

    Από το αυτοβιογραφικό έργο του Μανώλη Καλομοίρη «Η ζωή μου και η τέχνη μου» ένα χαριτωμένο απόσπασμα, στο πνεύμα νομίζω του Ψυχάρη:
    (Βάζω και λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται γιατί μου φαίνεται νόστιμο.🙂Κρατώ την ορθογραφία και τη στίξη αλλά όχι τους τόνους- και να ’θελα να τους βάλω, δεν ξέρω πώς!)

    ….Ύστερ’ από μερικούς μήνες, η κυρία Ευδοκία (σημ: η διευθύντρια του σχολείου που πήγαινε ο επτάχρονος Καλομοίρης στη Σμύρνη, το 1890), ανάγγειλε στη μάνα μου πως «η σχολή επρομηθεύθη εν κλειδοκύμβαλον» και «ο μουσικοδιδάσκαλος κ. Διγενής Καπαγκρόσσας, άριστος καθηγητής της μουσικής εκ Ζακύνθου, θα διδάξη το όργανον τούτο εις όσους εκ των μαθητών επιθυμούσαν και θα κατέβαλον δέκα γρόσια γερά μηνιαίως».
    Η μάνα μου μ’ έγραψε αμέσως και μένα να μάθω το «όργανον τούτο», όχι γιατί της περνούσε ποτέ απο το μυαλό πως μπορούσα να γίνω «μουζικάντης», αλλά γιατί φανταζότανε πως θα ήτανε πολύ ωραίο, σα θα γύριζα κάποτε από την «Ευρώπη» «γιατρός» -το αιώνιο της όνειρο-, να παίζω και λίγο πιάνο μαζύ με τα Γαλλικά μου που θα μιλάω…
    ….Εγώ, αντί να παίζω τις ανιαρές σκάλες και τα πιο ανιαρά γυμνάσματα του Καπαγκρόσσα, δοκίμαζα τα διάφορα κόκκαλα, τα άσπρα και τα μαύρα, και προσπαθούσα να βρω διάφορους συνδυασμούς ήχων και να νοιώσω το μυστήριο που έκανε άλλα κόκκαλα να φαίνονται πως αγαπιώνται αναμεταξύ τους, άμα τα χτυπούσες ταυτόχρονα, κι άλλα σα να μαλώνουνε.
    Εννοείται πως οι παρατονισμοί μου αυτοί φτάνανε ως τ’ αυτιά της κυρίας Ευδοκίας, που έμπαινε μέσα στο δωμάτιο της μουσικής συνοφρυωμένη και αυστηρή: «Μανωλάκη, πάλι τα ιδικά σου παίζεις! Θα αναγκασθώ να σε τιμωρήσω και θα το καταγγείλω και της μητρός σου».
    Γιατί η καλή γυναίκα μιλούσε πάντα «εις υπερκαθαρεύουσαν», τόσο που πίστευα πως δεν ήξαιρε να μιλάη τη γλώσσα που μιλούσε η Μάνα μου και η Νενέ μου. Με μεγάλη μου κατάπληξη, μια φορά που ήτανε θυμωμένη με την καθαρίστρα του σκολειού, την άκουσα να τη βρίζη ακριβώς στη γλώσσα που έβριζε η μάνα μου και η γιαγιά μου το δουλάκι μας.
    Πήγα σπίτι και είπα της Μάνας: «Μάνα, και η κυρία Ευδοκία ξαίρει και μιλάει τη γλώσσα μας!» Και η μάνα μου προσπαθούσε να μου εξηγήση πως η κυρία Ευδοκία ήτανε γραμματιζούμενη και μιλούσε την «καλή» τη γλώσσα, όπως εγώ φορούσα τις Κυριακές τα «καλά» μου φορέματα, μα πως με την καθαρίστρα μιλούσε την πρόστυχη τη γλώσσα, τη συνηθισμένη. «Και καλά, εσύ κ’ η γιαγιά κ’ εγώ είμαστε πρόστυχοι που μιλάμε το ίδιο με το δουλάκι μας;» Κ’ η μάνα μου δεν ήξαιρε η καημένη τι να μου αποκριθή.

  40. Γ-Κ said

    Αν θυμάμαι καλά, ο Ψυχάρης θεωρούσε τον Ουγκό δάσκαλό του ή μέντορά του. Σε τι πράγμα όμως; Στη γλωσσολογία ή στη λογοτεχνία;
    Είχε κάποια ιδιαίτερη επίδραση ο Ουγκό στη Γαλλική γλώσσα; (Όλοι οι λογοτέχνες έχουν επίδραση στη γλώσσα, αλλά υπήρχε κάποιος λόγος να τον αναφέρει ο Ψυχάρης; )

    Δηλώνω παντελώς άσχετος από τη Γαλλική Γλώσσα και γραμματεία…

  41. Costas X said

    28. Ε, βέβαια, σιγά μην έτρωγε 2.000 καρύδες, στις 20 θα τον έπιανε τσιρλιό ! 🙂

    30. Μάλλον από τους Ρωμιούς θα τα πήραν, σιγά μη μάθαιναν και να τα κλίνουν ! 🙂

  42. nikiplos said

    32@ Αγαπητέ Giorgos ωραία τα λέει ο ΓΚ, όμως γεννάται το ερώτημα:

    Ο καπιταλισμός (η έννοια του κεφαλαίου, η πρόσβαση σε μακροχρόνιο δανεισμό, η συστηματικοποίηση της αξίας των αγαθών) έκανε την Αστική Τάξη ή η Αστική Τάξη τον καπιταλισμό? Ιδού η απορία… 🙂

    Θέλω να πω πως η μη πρόσβαση σε πιστοληπτική ικανότητα-παρά μόνο τοκογλυφικά Αγγλικά Δάνεια- της υποτιθέμενης πρωτοπόρας τάξης της χώρας (Έμποροι, εισοδηματίες, μεγαλοϊδιοκτήτες γης, εφοπλιστές), δεν δημιουργούσε τις αντικειμενικές εκείνες συνθήκες ώστε να φτιάξουν τάξη ή κάστα, αφού για να κάνουν τη δουλειά τους έπρεπε να είναι προσδεδεμένοι στο Πρυτανείο (Κλήρος, Παλάτι, Οικογενειοκρατία), ώστε να μπορούν με άνωθεν παρέμβαση να δανειστούν. Έτσι ελάχιστα έγιναν… όχι ότι δεν φέρουν ευθύνη δηλαδή, αλλά δεν ήταν κάτι το οποίο είχε αντικειμενικές συνθήκες να υλοποιηθεί, δημιουργηθεί, γίνει πρωτοπόρο και παραγωγικό…

  43. mitsos said

    Νικοκύρη μας ταξίδεψες με τον Ψυχάρη σου σε ,,, «όμορφα νερά». Να σαι καλά

    υγ! Καλά πως ο Ψυχάρης ήταν ζωόφιλος τόσο που θα πήγαινε τα σκυλιά για βουτιές στον Βόσπορο πολύ φυσιολογικό για την εποχή . Αλλά ότι ο αδερφός τους , ο Γιάννης κάτεχε κι από λογαρίθ,ους ! Μάλλον κάτι άλλο λέγανε τότενες λογάριθμο; . Ε ;

    Την καλησπέρα μου σε όλη τη παρέα

  44. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το διάβασα σε φυσική ροή αλλά με δόσεις.Φαινόταν/πήγαινε να γίνει φλύαρο αλλά κάτι έλεγε πάλι κι ανανέωνε το ενδιαφέρον. Αυτό με τα χούγια των ρωμιών κλπ με ξενέρωνε ολίγον τι, δεν τις πάω αυτές τις εθνολογικές αναλύσεις αλλά αυτόματα σκεφτόμουν σε ποια εποχή έγραφε και τελοσπάντων ήθελε να δώσει κι έναν κριτικό τόνο. Δεν πήγε εν πρώτοις ο νους μου ότι ήταν αλληγορία, που είδα μετά στα σχόλια. Αλλά αν ο ταυτώνυμος Γιάννης είναι η ρωμιοσύνη, ο φίλος του ο Πλατανίσσης ποιος να είτανε; Ο …Μόσκοβος;
    Δε με ξένισε η γλώσσα και τα πολίτικα «μ’ άρεζε», «διες- διέστε» τα λέει στο φυσικό τους και μια καλή μου φίλη Σαλονικιά που ΄χε γιαγιά Σμυρνιά.
    Ωραίο είταν το ταξιδιάρικο, στη γλώσσα, στο χρόνο και στο …
    Μπουγιούγντερε.

  45. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του.

    Το ξύλο του πλατάνου δεν είναι ιδανικό για μπαστούν.Σκληρό μεν αλλά σκάει. Δεν ήταν δηλαδή πράγματι κανένα μπαστούνι της προκοπής αλλά του το παίνεψε 🙂

  46. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    43 Σωστή η παρατήρηση για τους λογάριθμους.

  47. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    21 >>πεισματάρικο και επαναστατικόν, ως ορθώς ωνομάσθη, και καθ’ όλα νεωτεριστικόν βιβλιαρίδιον του κ. Ψυχάρη.
    βιβλιαρίδιον! πολύ μ΄άρεζε 🙂

  48. antonislaw said

    Σας ευχαριστώ πολύ για το απόσπασμα από το Ταξίδι μου. Δεν το είχα διαβάσει, ίσως και από το φόβο που μας είχαν γεννήσει κάποιοι δάσκαλοι ότι δε διαβάζεται λόγω μαλλιαρής γλώσσας, ότι θα είναι γεμάτο με «κωλοκαθίστρες» και τα παρόμοια. Καμία σχέση τελικά! Ειδικά όταν διάβασα την καρέκλα ως «καρέγλα», πήγε η ψυχή μου στη θέση της. Εξαιρετικό κείμενο και ως πολεμική και λογοτεχνικά μου άρεσε, το ρούφηξα. Σπουδαίος ο Ψυχάρης και μεγάλος σε όλα του. Είχε δίκιο τελικά ο Κριαράς που μας είχε πει κι από κοντά πόσο είχε χαρεί που ως νεαρός είχε γνωρίσει τον Ψυχάρη στα Χανιά.

    » Ήταν Ιούλιος του 1925, ο Κριαράς ήταν μόλις 19 χρονών, θυμάται καλά τα γεγονότα εκείνα, εξάλλου ήταν αυτός που τον υποδέχτηκε μαζί με άλλους «φιλολογούντες νέους» της πόλης (ήταν και ένας από τους νέους του Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου και του περιοδικού «Αυγερινός» των οποίων τη δραστηριότητα παρουσιάζει ο Πιτσιτάκης). Και γράφει για την άφιξή του με το πλοίο, όπου βλέπουμε και τις συνθήκες της εποχής:

    «Ερχόταν βέβαια με βαπόρι ο Ψυχάρης στα Χανιά. Έφτανε μάλιστα σε ώρα σφοδρής τρικυμίας. Εμείς που θα υποδεχόμαστε τον Ψυχάρη ανοιχτήκαμε με τη βάρκα μας στο πέλαγος, πλησιάσαμε τη σκάλα του βαποριού, όμως λόγω της μεγάλης τρικυμίας δεν μπορούσαμε, όπως οφείλαμε, να ανεβούμε στο βαπόρι για να υποδεχτούμε το Δάσκαλο. Αναγκαστήκαμε να τον παροτρύνομε από κάτω εκείνος να κατεβεί, μια και εμείς δεν μπορούσαμε να ανέβομε. Εκείνος μας φώναζε άγρια από πάνω. «Δεν κατεβαίνω! Δεν κατεβαίνω»! Και το ανέβασμα και το κατέβασμα της σκάλας ήταν αληθινά επικίνδυνο. Τελικά βέβαια πείστηκε να κατεβεί. Τον άρπαξε ο χεροδύναμος βαρκάρης μας και τον έβαλε στη βάρκα. Κατόπιν στη συνέντευξη που έδωσε ο Ψυχάρης σε δημοσιογράφους είπε πως κατάφερε να μπει στη βάρκα, γιατί τον έπεισε «μεθοδικά» ο βαρκάρης. Και εδώ η υπογράμμιση της «μεθόδου» από τον Ψυχάρη.»

    Συνεχίζοντας ο Κριαράς, αφηγείται άλλο στιγμιότυπο, όπου φαίνεται και η τραχύτητα των τρόπων του Ψυχάρη:

    ¨Του προσφέραμε γεύμα σε ένα παραλιακό κέντρο των Χανιών. Συζητούσαμε κατά τη διάρκεια του γεύματος. Ένας από τους συνδαιτημόνες – όχι ο νεότερός μας – ζωγράφος ήδη αρκετά γνωστός, τόλμησε να φέρει κάποια αντίρρηση· ίσως επίμονα στην άποψή του Ψυχάρη. Εκείνος δεν έχασε καιρό και του φώναξε: «Πιτόρε, τα πινέλα σου!»
    Από το ιστολόγιο «Καγκουρώ» της Κατερίνας Τοράκη
    https://katerinatoraki.blogspot.com/2015/09/1925.html?m=1

  49. Theo said

    Το «Ταξίδι» το αγόρασα και το διάβασα έφηβος. Με κούρασε τότε το βιβλίο και με ξένισε η φτιαχτή (έστω, ανοίκεια για τ’ αυτιά μου) γλώσσα του. Τα αποσπάσματα που διάβασα πριν από λίγο εδώ μου άρεσαν (αν εξαιρέσουμε τις τερατολογίες για τον αδελφό του και τον φίλο του) και τα διάβασα χωρίς διακοπή.

  50. Νέο Kid said

    43. 46. Αυτή η σκέψη για τους λογάριθμους μού ήρθε κι εμένα όταν διάβαζα το κείμενο , αλλά μετά θυμήθηκα ότι εκείνες τις παλιές εποχές υπήρχε ευρεία χρήση λογαρίθμων για πολύ πιο «πεζούς» λόγους απότι σήμερα. Απαραίτητο εργαλείο καλών λογιστών , μιας και μια βασική εφαρμογή των λογαρίθμων είναι να μετατρέπουν πολλαπλασιασμούς σε πρόσθεση !
    Έτσι ας πούμε, ενώ για έναν πολλαπλασιασμό δυο δεκαψηφιων αριθμών θέλεις με την παραδοσιακή «σχολική» μέθοδο 200 βήματα, με χρήση λογαρίθμων το μετατρέπεις σε πρόσθεση και θέλεις μόλις 10.
    Πιθανότατα , ο Ψυχάρης ήξερε καλά τι έγραφε.

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά
    Ψωμαθειά

    Μια γειτονιά της Πόλης, που βρέχεται από τη Θάλασσα του Μαρμαρά, γνωστή στα Βυζαντινά χρόνια ως το Θείον Ύψωμα. Ψωμαθειά για τους Ρωμιούς από την Οθωμανική εποχή μέχρι και σήμερα, Σαμάτυα για τους Τούρκους.
    Στα Ψωμαθειά ανάμεσα σε άλλες γνωστές προσωπικότητες γεννήθηκε η Λωξάντρα (η γιαγιά και ηρωίδα του βιβλίου της Μ. Ιορδανίδου) και ο πατέρας του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη. Στις μέρες μας βέβαια, το σύνολο σχεδόν των Αρμενίων και Ρωμιών κατοίκων τους έχει εκλείψει. Η αίσθηση της εγκατάλειψης είναι έντονη, σε τέτοιο βαθμό που ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον περιπατητή.
    http://constantinoupoli.com/%CF%88%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%AC/

  52. Μαρία said

    48
    Αλλάξαν οι καιροί. Τον πρόλογο στην 1η έκδοση τον δίδαξα πριν εικοσαριά χρόνια.
    http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A111/262/1919,6399/

  53. venios said

    ‘O,τι είναι οι αριθμομηχανές τσέπης σήμερα ήταν οι λογάριθμοι τότε, τουλάχιστον στη Δύση. Στην Κίνα και την Άπω Ανατολή γενικότερα, υπολογίζανε ταχύτατα με τους άβακες, αυτούς με τις χάντρες,

  54. Αγγελος said

    Tους λογαρίθμους τους πρόσεξα κι εγώ, υποπτεύομαι όμως πως ο Ψυχάρης είχε ξεχάσει τι είναι και τους έβαλε για να στρογγυλέψει τη φράση («κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους»). Δεν βλέπω γιατί ένας έμπορος θα χρησιμοποιούσε λογαρίθμους στους υπολογισμούς του — κάθε τόσο προσθέσεις και αφαιρέσεις θα χρειαζόταν να κάνει, και ακόμα κι αν έπρεπε να μετατρέψει π.χ. νομίσματα ή να υπολογίσει τόκους, με το χέρι θα έκανε τους πολλαπλασιασμούς…

  55. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    43 >> Καλά πως ο Ψυχάρης ήταν ζωόφιλος τόσο που θα πήγαινε τα σκυλιά για βουτιές στον Βόσπορο πολύ φυσιολογικό για την εποχή
    Τον είχε δαγκώσει σκύλος 🙂 :
    «Λύσσα λύσσην πέφυκε. Τὰ μέν, ὁ ἐν Παρισίοις ἄμουσός τε καὶ βάρβαρος ἕλλην καθηγητής, κ. Ἰ. Ν. Ψυχάρης, ὁ μυρίαις μανίαις οἰστρηλατούμενος, ὁ καταστροφεὺς τῆς ἡμετέρας γλώσσης, ὁ ὑβριστὴς ἔθνους ὁλοκλήρου, …
    ὁ κύριος οὗτος, ἅτε λυσσητικός, ἐ δ ή χ θ η τῇ παρελθόντι νυκτὶ ὑπό τινος οἰκιακοῦ κυναρίου. »
    http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/new/show.html?id=228

  56. ΓΤ said

    Αφήνοντας κατά μέρος ότι το «Ταξίδι» στον τίτλο μάς έβγαλε τα μάτια που έμεινε άτονο, έχω την αίσθηση ότι η ψυχαρική «ορθο»γραφία δεν πειράχτηκε. Αναρωτιέμαι, δε, γιατί προ ημερών είχε «πειραχτεί» η γραφή του Κασομούλη…

  57. Γς said

    43:

    >ο Γιάννης κάτεχε κι από λογαρίθ,ους ! Μάλλον κάτι άλλο λέγανε τότενες λογάριθμο; . Ε;

    Παλιός φοιτητής; Που μας κάνατε Γενετικούς Λογάριθμους

    Γς: Εγώ; Λογάριθμους; Αλγόριθμους, ναι! Γενετικούς Αλγόριθμους

    http://maxitisthrakis.blogspot.com/2020/01/blog-post_77.html

  58. Γς said

    48:

    >Σας ευχαριστώ πολύ για το απόσπασμα από το Ταξίδι μου.

    Και πως θα μπορούσε να γραφτεί καλύτερα για να φαίνεται ότι συγγραφέας δεν είναι ο Antonislaw;

  59. nikiplos said

    43@, 55@ Μα νομίζω πρόδηλος ο συμβολισμός ότι ως «σκυλιά» είναι οι Τούρκοι… 🙂

  60. nikiplos said

    44@ ως Τελαμών σε εμένα φάνηκε ο στερεοτυπικός Δάσκαλος που εμφορείται από την αρχαία γλώσσα. Ίσως όμως να είναι υπόρρητη αναφορά στον Καβάφη, γιατί μια εποχή έζησε στην Πόλη και είχε αλλάξει το όνομά του για να θυμίζει το μεγάλο της μητρός του καθώς θεωρούσε εκείνο του πατέρα του ταπεινό. Ο Πλατανίσσης ίσως είναι απλά ο στερεοτυπικός ρωμιός της Πόλης ή μιας συγκεκριμένης περιοχής. Δεν αποκλείεται κι εδώ να περιγράφεται ένας διάσημος Πολίτης της εποχής.

  61. Αγγελος said

    (56) Διότι ο Κασομούλης ήταν ολιγογράμματος και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πώς έγραφε, ενώ η ορθογραφία του Ψυχάρη (συντηρητικότατη άλλωστε, εκτός όσον αφορά τα αυ και ρυ — μέχρι δασεία στο αρχικό ρ έβαζε) αποτελούσε μέρος της διδασκαλίας του.

  62. Costas Papathanasiou said

    [ΚΑΛΗΜΕΡΑ!]
    Ανεξάντλητο το ζήτημα της (κάθε) Γλώσσας νοούμενης ως πολυμορφικό επικοινωνιακό εργαλείο, το οποίο (ως τέτοιο, εξ ορισμού) φθείρεται κατά τη χρήση του, προσαρμόζεται σε νέα αντικειμενικά δεδομένα (ειδάλλως αχρηστεύεται) και αξίζει να μελετάται, να φροντίζεται και να διδάσκεται επί τούτοις σεβαστικά (όχι κανονιστικά) με την αγάπη που αναλογεί(*) σε ένα πρωτεύον όπλο της ανθρώπινης υπόστασης χωρίς το οποίο η υπεράσπισή της προς επίτευξη συν-εννόησης καταντά ευλόγως ανόητη.

    Κοντά λοιπόν στο ψυχανέμισμα του Ψυχάρη αξίζει να μνημονεύονται και
    ▪ο έξοχος, ένθερμος σολωμικός«Διάλογος» [ Ποιητής: Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; (…)Σοφολογιότατος: (…), οι λέξες της τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμένες (…)Τί ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξες μας αν είναι διεφθαρμένες; Ποιητής; (…)άμε νά βρεις τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα·…], επισημαίνοντας την υπερταξικότητα αυτής της θέσης(ως προερχόμενης από έναν ”Κόμητα”) και συμπαρατάσσοντάς την με εκείνη του εύπορου γεωκτήμονα Δημήτρη Δανιήλ Φιλιππίδη (πρωτοποριακού υπέρμαχου της Δημοτικής και πολέμιου των στείρων μεθόδων απομνημόνευσης),
    ▪ο διαπρύσιος λόγος του αρχαϊστή Σχολάρχη Νεόφυτου Δούκα[«Είτα δεν αισχύνεθε , ώ άνδρες, πολεμούντες ούτω το μόνον πρατρώον κειμήλιον, το oποίον η φορά του χρόνου και των πραγμάτων το φέρει εις τας αγκάλας ημών; Βλέπω δε , ότι μεγάλην επιμέλειαν διά διαφόρων δεικνύετε διαδύσεων να συμπείσητε και της Εκκλησίας την Ιεράν και σεβάσμιον Σύνοδον, να σβέση και τον σωζόμενον έτι εν αυτή- εξ αρχής της αρχαίας γλώσσης σπινθήρα»-”Περί της Λαλουμένης Γλώσσης”] και
    ▪ η περίφημη ”μέση οδός” του Κοραή [«Το κυριώτατον, το αναγκαιότατον, το ουσιωδέστατον μέρος της ανθρωπίνης φύσεως, χωρίς του οποίου δεν ηθέλαμεν έχειν καμμίαν από τ’ άλογα ζώα διαφοράν, (…), είναι η Γλώσσα· διά τούτο αποφασίσαντες η νέα Ελλάς να εξετάσωμεν κατ’ ολίγον την μερικωτέραν ημών γλώσσαν, την συγγένειαν αυτής προς την παλαιάν, και την κάθαρσιν και διόρθωσιν της ομιλουμένης, είναι αναγκαίον να ερευνήσωμεν και την καθολικωτέραν, από την οποίαν εκπηγάζει πάσα μερική παντός της γης έθνους γλώσσα»], η οποία προβληθείσα τελικά, γελοιωδώς, ως Καθαρεύουσα Πρωθιέρεια (αντί Προσαρμοσμένη Κοινή), εξέπεσε μετά τον θάνατο του Κοραή σε όχημα Δικτατορικής Λεωφόρου για εθνοκάθαρση.

    ….Έτσι, για να εννοείται καλύτερα και ο λόγος του ποιητή «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη», (κάτι που με την -πάντα όμορφη- τοπικιστική του θέρμη τονίζει ορθότατα και ο κ. Γ.Μπαρτζούδης στο σχόλιο 17 ) και έτσι ώστε να μπορούμε να απαντούμε στο υβριστικό ερώτημα «Τί ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξες μας αν είναι διεφθαρμένες;»: -«Την ψυχική ευγένεια και ομορφιά αυτών που πέθαναν μ’ αυτές στο στόμα για να μπορούν οι λαοί να συλλογάνται ελεύθερα»

    (*)Νομίζω, εξ άλλου, ότι σε αυτό αποσκοπούν και άπαντες(με προεξάρχουσες, συνήθως, τις κύριες), οι θαμώνες του παρόντος ιστολογίου, καθένας με τον δικό του ξεχωριστό, ωραίο τρόπο.

  63. Αγγελος said

    (59) Επειδή στην Πόλη υπήρχε και υπάρχει πρόβλημα αδέσποτων σκυλιών, και μάλιστα In the late 19th century, Sultan Abdülaziz decreed that the dogs should be rounded up and deported to Hayirsiz, an island of barren, steep cliffs in the Marmara Sea. Sivriada, a tiny island to which Byzantine rulers once banned criminals, made headlines in 1911 when the governor of Istanbul released tens of thousands of dogs there. A yellowed postcard shows hundreds of dogs on the beach; their voices could be heard even at great distances. However, an earthquake that occurred shortly thereafter was taken as a sign of God’s displeasure, and the dogs were brought back, δεν μου είχε πάει καθόλου ο νους στον «πρόδηλο συμβολισμό« του φουνταρίσματός τους στον Βόσπορο, μέχρι που τον επισήμανε ο Νικιπλός.!

  64. mitsos said

    Καλημέρα

    @55 Έφα η Εφη Εφη … και «έγραψε»πάλι ! ( οπου το βρήκε; )
    Πολύ πιθανός και ο συμβολισμός του Νίκοπλεύσαντος στο 59 ( σκυλί μαύρο ο Τούρκος )
    @@ 54, 57 Πολύ πιθανό να υπήρξε και μπέρδεμα με την λέξη αλγόριθμος …Οι λογάριθμοι του Νέπερ είχαν στα μαθηματικά υιοθετηθεί από το 1620 αλλά σε εργασίες φυσικής ( Όιλερ ) και μηχανικών αρχίζει να εμφανίζεται 150 χρόνια αργότερα. Οι λογιστές και οι έμποροι δεν νομίζω να είχαν ποτέ χρησιμοποιήσει τον λαγαριθμικό κανόνα μέχρι το 1970 που εμφανίστηκαν οι αριθμονηχανές κάθε είδους .

  65. Costas Papathanasiou said

    62: Διόρθωση αστερίσκου κάτω: «…συνήθως, τις Κυρίες»-και όχι κύριες (ο ανάγωγος δαίμων έφαγε το κομπλιμάν και ο γραφιάς του μόλις τώρα το πήρε χαμπάρι)
    Ξαναγειά σας!

  66. ΓΤ said

    61@

    Όπως κι αν έγραφε, ας το αφήναμε, αυτό ήθελα να πω.

  67. sarant said

    56-61 Γι’ αυτό.
    Αν και ο επιμελητής (Γιάννης Π.) έχει κάνει μερικές δευτερεύουσες επεμβάσεις και στην ψυχαρική ορθογραφία, που τις εκθέτει στην αρχή της δημοσίευσης εδώ:

    https://logotechnikoistologio.wordpress.com/2019/02/03/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%88%cf%85%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%83/

  68. ΓΤ said

    67@

    Θέλω να πω το εξής, με πολλή αγάπη, πραγματική, και όχι κατά το «πολύ σχολαστικά» του Σπύρου Παπαδόπουλου με εκείνη την επίταση του γκαβόματού του:
    Αν παραθέταμε Μακρυγιάννη, έχω την αίσθηση ότι δεν θα πειράζαμε τίποτε. Πες ότι επιμελούμαστε κάτι, και στο κειμενικό σώμα υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στον Κασομούλη, δεν θα παραθέσουμε ατόφια; 🙂 Και να πω εδώ ότι το σχολιάζω καθυστερημένα γιατί δεν ήθελα εκείνη την ημέρα, ενώ το είχα παρατηρήσει, να ταυτιστώ επ’ ουδενί με τον λυματίδη τα χρηστώνυμα του οποίου τραβούν στο συν άπειρο…

  69. Πέπε said

    @68
    > > Πες ότι επιμελούμαστε κάτι, και στο κειμενικό σώμα υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στον Κασομούλη, δεν θα παραθέσουμε ατόφια;

    Ατόφια από την έκδοση βέβαια, όχι από το χειρόγραφο. Δηλαδή θα παραθέσουμε ατόφιο τον επιμελητή. Ή, αν έχουμε αντιρρήσεις (επειδή λ.χ. σήμερα κάτι το γράφουμε αλλιώς απ’ ό,τι τότε), θα παραφράσουμε τον επιμελητή.

    Ο Ψυχάρης όμως ήταν (υποθέτω) επιμελητής του εαυτού του. Και εδώ έρχεται το #61 του Αγγέλου. Η ορθογραφία και γενικά η γλώσσα του «Ταξιδιού» είναι το έργο! Η υπόθεση είναι απλώς η αφορμή.

  70. ΓΤ said

    @69 OK, συνεννοηθήκαμε 🙂

  71. sarant said

    69 Όπως τα λέει ο Πέπε. Ο Μακρυγιάννης (αλλά και ο Κασομούλης) είχε φριχτές ανορθογραφίες, τις οποίες ο Βλαχογιάννης διόρθωσε.

    Επιπλέον, στις διάφορες εκδόσεις του Μακρυγιάννη η ορθογραφία διαφέρει.

    Και στον Παπαδιαμάντη, στην κριτική έκδοση, ο ΝΔΤριαντ. έχει κάνει επεμβάσεις στην ορθογραφία. Και καλά έκανε.

  72. antonislaw said

    58
    48:

    >Σας ευχαριστώ πολύ για το απόσπασμα από το Ταξίδι μου.

    Και πως θα μπορούσε να γραφτεί καλύτερα για να φαίνεται ότι συγγραφέας δεν είναι ο Antonislaw;

    Μάλλον έχετε δίκιο, νομίζω αν το βάζαμε σε εισαγωγικά μαζί με την κτητική αντωνυμία που ανήκει στον τίτλο

    Σας ευχαριστώ πολύ για το απόσπασμα από το «Ταξίδι μου».

  73. Spyros said

    30 Υπάρχουν τουρκικές λέξεις που είναι ίδιες με τις αντίστοιχες ελληνικές. Εκτός από karides και patates υπάρχει και το liman: προφανώς έχοντας μεταναστεύσει από τα βάθη της Ανατολής, από μέρη που δεν είχαν θάλασσα, υιοθέτησαν χωρίς άλλο την ελληνική λέξη για το λιμάνι.

    32 Ψυχάρης – εθνικισμός – βασιλοφροσύνη.
    Προφανώς κάποιοι διανοούμενοι και λογοτέχνες έβλεπαν τη δημοτική γλώσσα σαν κοντινότερη στον ελληνικό λαό, που ενδεχομένως τον ταύτιζαν με το ελληνικό έθνος. Ο πατριωτισμός τους απέρριπτε τον δύσκολο αττικισμό και έβλεπε την απλή γλώσσα σαν αποθέωση του λαού και του «έθνους». Έτσι μάλλον ο Ψυχάρης, έτσι βέβαια και ο Παλαμάς, τον οποίο θαύμαζε ο Ρομαίν Ρολλάν (όχι τυχαίο).

    Στα εξαιρετικά Φιλολογικά Απομνημονεύματά του ο Βάρναλης περιγράφει τον Ψυχάρη σαν στριφνό και δύστροπο, που έπαιζε νευρικά με τα γυαλιά του στο χέρι… και ακατάδεχτο με τους Έλληνες φοιτητές, που είχαν πάει να τον δουν στο Παρίσι. Μου είχε κάνει εντύπωση, όταν το είχα διαβάσει, αφού κρίνοντας από τη γλώσσα ο Βάρναλης είχε προφανώς επηρεαστεί από τον Ψυχάρη… έντιμα όμως διαχωρίζει τον άνθρωπο από το έργο, εστιάζει στον χαρακτήρα του και επισημαίνει τον σχολαστικισμό του στη συμπεριφορά.

  74. sarant said

    73 Οι περισσότεροι θεωρούν ότι το λιμάνι είναι αντιδάνειο, δηλ. οι τούρκοι πηραν το λιμήν.

  75. Μαρία said

  76. Spyros said

    74 Μάλιστα… φαντάστηκα ότι λόγω της ελάχιστης διαφοράς των δύο λέξεων το συγκεκριμένο παράδειγμα δεν εντάσσεται στα αντιδάνεια. Φαντάστηκα δηλαδή ότι ο λιμήν έγινε στην πορεία απευθείας λιμάνι, χωρίς πρώτα να περάσει μέσα από τα τούρκικα.
    Ευχαριστώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: