Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2020


Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης. Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον Κωστή Φραγκούλη, λαϊκό λογοτέχνη που έγραφε στο κρητικό ιδίωμα, με θέμα παρμένο από τη Μάχη της Κρήτης. Πρόπερσι, ο ίδιος μάς είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Ο Φραγκούλης, όπως είπα, γράφει στα κρητικά κι έτσι ο σημερινός (μη Κρητικός) αναγνώστης θα συναντήσει δυσκολίες σε κάποια σημεία. Ο φίλος μας ο Αντώνης όμως εξηγεί τις λέξεις αυτές στο γλωσσάρι που θα βρείτε στο τέλος.

Επίσης, ο Αντώνης έστειλε και μια εισαγωγή όπου δίνει πληροφορίες για τον συγγραφέα. Την παραθέτω χωρίς άλλα εισαγωγικά και στο τέλος προσθέτω ένα βίντεο αφιερωμένο στον συγγραφέα.

Εισαγωγή

Με αφορμή την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μάη με 1 Ιούνη 1941), που είναι κάτι σαν γιορτή των απανταχού Κρητικών και όπως σας είχα ξαναστείλει στο παρελθόν ένα διήγημα που είχα πληκτρολογήσει του ζεύγους Νίκου και Αργυρώς Κοκοβλή, πήρα πάλι το θάρρος να σας αποστείλω ένα διήγημα που βρήκα σχετικό με τη Μάχη της Κρήτης και το πληκτρολόγησα για το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά το διήγημα λέγεται «ο Κοκοβιός» και είναι του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη ή Ανταίου, από το βιβλίο του: «Η κατσιφάρα- Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή», εκδόσεις Κνωσός Αθήναι, 1974. Το διήγημα ανήκει μάλλον στο είδος της επαρχιώτικης ηθογραφίας και χρησιμοποιεί ως φόντο τη μάχη της Κρήτης. Στην ηθογραφία του αυτή ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στη μάχη της Κρήτης, καθώς ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη. Έτσι πέρα από τις δυνάμεις των Άγγλων, των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών, κάποιων μικρών τμημάτων ελληνικού στρατού και ελληνικής χωροφυλακής, έντονη παρουσία κατά τη μάχη της Κρήτης υπήρξε από Κρήτες αμάχους, ηλικιωμένους, γυναίκες, ανήλικους αλλά και νέους άντρες, που όμως είχαν κριθεί «ανίκανοι» να φέρουν όπλα, όπως και ο ήρωας του διηγήματος αυτού, ο Κοκοβιός. Μάλιστα ο ανορθόδοξος και ασύνταχτος τρόπος που πολέμησαν οι άτακτοι και εν πολλοίς απέλπιδες αυτοί μαχητές εξερέθισε ιδιαίτερα και τον ιστορικό Heinz Richter ,  ο οποίος στο βιβλίο του « η μάχη της Κρήτης» εκδόσεις Γκοβόστη, 2011, μέμφθηκε τη δράση αυτή των ατάκτων, ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του πολέμου και ότι ευθύνονταν για βιαιοπραγίες κατά  Γερμανών στρατιωτικών, με επακόλουθο την πολύκροτη δίκη κατά του βιβλίου και του ιστορικού, με την οποία είχε ασχοληθεί και το παρόν ιστολόγιο.

Στο συγκεκριμένο διήγημα, ο ήρωας, τη στιγμή που καταφέρνει να καταβάλει με ένα αναπάντεχο τρόπο τον επιτιθέμενο Γερμανό, παρουσιάζεται από το συγγραφέα να πηγαίνει πάνω από τον πνέοντα τα λοίσθια στρατιώτη και να τον «χτυπά με μια πρωτοφανή λύσσα, μ’ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα» αλλά όχι από τυφλό μίσος παρά για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία του χωριού του ως άντρας ισότιμος με όσους πολέμησαν στο Αλβανικό. Το διήγημα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και ευτράπελο τα παθήματα του Κοκοβιού από τους συγχωριανούς και τις γυναίκες λόγω της δυσμορφίας και της ακαταλληλότητας για να υπηρετήσει στο στρατό καθώς και τη δικαίωσή του και την αναβάπτισή του μέσα από τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης χωρίς να αποφεύγονται ίσως συναισθηματισμοί και πλατειασμοί.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Κωστής Φραγκούλης (1905-2005) ήταν αξιόλογος ποιητής (ποιητάρης μάλιστα, καθώς έγραψε στο τοπικό κρητικό ιδίωμα) συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής γεννημένος στη Λάστρο της Σητείας, και επομένως συντοπίτης του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπως έχει επισημανθεί. Βέβαια ο ίδιος ο Φραγκούλης για αυτή τη σύγκριση είχε γράψει σε μια μαντινάδα του (ή μαντινιάδα, κατά το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης) : «Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος, μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος». (Από τη Λάστρο Σητείας είχε απώτερη καταγωγή και ο ποιητής Άρης Δικταίος.). Όσον αφορά την εγκύκλια εκπαίδευση, ο Κωστής Φραγκούλης είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά ήταν βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος. Άσκησε το επάγγελμα του τυπογράφου στην Αθήνα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ως χαρακτήρας καταγράφεται ότι ήταν πρόσχαρος και χωρατατζής, ευαίσθητος και ερωτικός, και διατηρούσε και τιμούσε τις φιλίες του σε όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής του.

Τα κυριότερα έργα ήταν τα δύο βιβλία του με ποιήματα -κρητικά τραγούδια τα ονόμαζε ο ίδιος- σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, «Τα δίφορα» το 1961, και «Τα δίφορα-βιβλίο δεύτερο» το 1988, για το οποίο τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα από την Ακαδημία Αθηνών ενώ νωρίτερα, το 1988, του είχε απονεμηθεί τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή της σύνταξης αυτής ήταν η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ που είχε χαρακτηριστικά επισημάνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.». Άλλα βιβλία που δημοσίευσε ο Κωστής Φραγκούλης είναι: Η ποιητική συλλογή «Μ’ανοιχτά φτερά», 1933, οι συλλογές διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000.Τα βιβλία του τα  στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος ενώ διαβάζουμε ότι διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το B.B.C.

Πηγές:

http://lexima.gr/lxm/read-521.html

http://www.ekevi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=3683&cnode=573

http://www.alkman.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7/

https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

 

Ο Κοκοβιός

Κωστή Φραγκούλη

Από το βιβλίο «Η κατσιφάρα» Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την Κατοχή

Εκδόσεις Κνωσσός Αθήναι, 1974

Το Νικολιό του Τρεχαλογιώργη δεν τό ’βρισκες αλλοιώς, αν δεν τό ’λεγες Κοκοβιό. Κι αυτό,  γιατί ‘ταν ένα κοντακιανό και αχαμνό αντράκι, με λιανά σκεβρωμένα πόδια, πλατύ στόμα βατράχου, κρεμασμένα πλαδαρά μάγουλα κι αυτιά μεγάλα, σαν δυο χναρόφυλλα, κολλημένα στη χοντρή κεφάλα του. Ίδιος κοκοβιός, τον είπε κάποιος μια μέρα και τού ‘μεινε.

Με την αστεία φάτσα του λοιπόν και το ακατάστατο σουλούπι που είχε, όσο και νά’θελες να τον πάρεις στα σοβαρά, δε μπορούσες. Μια σου προκαλούσε οίκτο κι άλλη γέλιο. Μ’όλα ταύτα, το Νικολιό, ήταν ένα ήμερο και αγαθό ανθρωπάκι, αβάρετο, εργατικό και πρόθυμο για κάθε «μετάπιασμα και αμπασοδούλι», δίχως πλερωμή, τζάμπα, για να σου φανεί πρόθυμος και να τά ‘χει καλά μαζί σου. Και το μόνο «κουσούρι» που είχε, ήταν πως ερωτευόταν όλα τα κορίτσια του χωριού. Μ’ ένα έρωτα, φυσικά, δίχως ανταπόκριση, δίχως πραγμάτωση, δίχως ελπίδα να φτάξει εκεί που φτάνουν οι ερωτευμένοι. Κι αυτό γινόταν αφορμή, να τον πειράζουν και να γελούν μαζί του όλοι στο χωριό. Κάποτε υπερβολικά, με σκληρότητα και αυτό γιατί, κανένας δεν πίστευε, πώς μέσα στ’ αδύνατο και κοκαλιάρικο στέρνο του, μπορούσε να χτυπά μια τρυφερή καρδιά σαν τη δική τους και να φωλιάζει ένα δυνατό κι άγιο αίσθημα, καθώς ο αληθινός έρωτας.

-Ποια θα πάρεις Κοκοβιέ; τον ρωτούσαν τις σκολάδες που δεν είχανε δουλειά και μαζεύονταν οι άντρες στα καφενεία κι οι γυναίκες στις αυλές και τα δώματα. Και για τον ευκολύνουν, τού ‘λεγαν τρεις από τις καλύτερες κοπέλες του χωριού: Το Κατερινιό του Τσαγκαρογιάννη, το Μαρούλι του Κατσίγαρου και την Πολυξένη του Μπαρμπέρη.

Έξυνε τότε το μεγάλο κεφάλι του το Νικολιό, έκανε πως σκεφτόταν λιγάκι και κατόπιν τους απαντούσε:

-Και τσι τρεις!

-Μονομιάς Κοκοβιέ, ή μια-μια;

-Μονομιάς! ξανάλεγε με κωμικό πείσμα.

-Ντα, Τούρκος είσαι, μπρε, νά ‘χεις χαρέμι; Τότε πρέπει να σου κάμωμε σουνέτι και να σε λέμε Αληό…

-Ίντα θα πει σουνέτι;

-Δεν το κατέχεις; Αντί να βαφτίζουνε τα τουρκάκια στην κολυμπήθρα σαν κι εμάς, τώσε κόβγουνε μια ολιά πεδούλι από ‘κεια που δε λέγεται…

– Κι ίντα θα του ‘πομείνει κατόπι; Αυτός έχει και δεν έχει, έλεγαν και τράνταζαν όλοι από τα γέλια.

– Γιάντα δε λες και τ’ άλλο, συμπλήρωνε τότε κάποιος.

-Ποιο; ρωτούσαν, έτοιμοι να ξαναγελάσουν;

– Πώς δεν είναι άξος μηδέ τη μια ντως χέρα να σηκώσει έτσα μεγαλόφυλες πού’ ναι παρεχτός ανέ ζητήξει να του κάμουν αγίδα…

– Για γροίκα! Ντα μεσοδόκια, μπρε, θα κουβαλήσω; Τέτοιες δουλειές μηδέ μαρτύρους θέλουνε μήτ’ αγίδα. Μόνο σφαλίζεις την πόρτα και κάνεις ό,τι μπορείς αμοναχός σου, απαντούσε το Νικολιό, κι έκλεινε με αστεία πονηριά το μάτι.

Κάθε φορά που ακουόταν κάποια παντρειά, κανένας αρραβώνας, καμμιά κλεψιά, ήταν μια καινούρια ευκαιρία να ξαναπέσουν απάνω του.

-Ήφαές τηνε πάλι, Κοκοβιέ, την χυλόπιττα. Με τσ’ υγείες του, το λοιπός, και σ’ άλλη με καλό, του λέγανε.

Στήλωνε τότε κάπου περίλυπος το νωθρό βλέμμα του, κι ύστερα, παίρνοντας κουράγιο, απαντούσε.

-Κι εποκάμανε, κοντό, Θέ μου, οι κοπελιές από το χωριό; Το μοναστήρι νά ‘ναι καλά κι από καλογρές…

-Χαράς το μοναστήρι, να θέλει και καλογρές! τον απόπαιρναν τότες οι άλλοι, καγχάζοντας. Μ’ αυτός, αντί να θυμώνει, γελούσε, καλόκαρδα, μαζί τους.

Με τέτοιο αστείο σουλούπι λοιπόν, το Νικολιό του Τροχαλογιώργη, έδιδε χίλιες αφορμές να ψυχαγωγούνται και να γελούν μαζί του οι χωριανοί. Όμως είχε κάποια περιουσία κι αυτό λογαριάζεται πολύ στα χωριά. Έβγαζε λάδι, κρασί, στοροκρίθαρα, μαγεροψήματα, κι είχε κι ένα σπιτάκι με μικρό κήπο στην άκρη του χωριού. Και μήτε μάνα είχε, μήτε κύρη, μήτ’αδέρφια να τα μοιραστεί μαζί τους. Νοικοκυρόπαιδο, δηλαδή κι άξο να ζήσει μια γυναίκα. Δεν τον έπαιρνε όμως καμμιά γιατί ‘ταν ασχημομούρης κι «ανεμπαίγνιδο των ανθρώπω». Κι ακόμη γιατί, όταν έβλεπε θηλυκό, αποβασίλευαν τα μάτια του, σαν να τον έπιανε το «γλυκύ του».

Είχε σεβντά μ’ όλες τις κοπέλες του χωριού, πιο πολύ όμως τον έπιανε το ζάρι της Χοχλακομαρίας, που καθόταν παρακάτω στην ίδια γειτονιά, μονοψυχήτισσα κι αυτή και χήρα, ψηλή και ζουμερή και χωρατατζίνα. Γυναικάρα, γερή και νταβραντισμένη, που μπορούσε να λιώσει τον καημένο τον Κοκοβιό με τό ‘να της χέρι, αν ήθελε.

-Γύρευε τη δουλειά σου από τη χήρα, του λέγανε οι χωριανοί, γιατί αυτή θέλει γερές μασέλες, κι εσύ δεν έχεις, φουκαρά, θρουλί δόντι!…

Αυτός όμως δεν τους άκουε.

-Εσείς θα με κάνετε κουμάντο; τους απαντούσε κι εγύρευε χίλιες αφορμές να μπερδεύεται στα πόδια της.

Έτσι μια μέρα, που είχε πάει να πλύνει και να κοπανίσει κάτι ρούχα στον ποταμό και πέρασε ο Κοκοβιός, καβάλα στον καινουργοστρωμένο γάιδαρό του, στάθηκε μόλις την είδε και την κύτταζε, σα μαγνητισμένος,καθώς έσκυβε κι η σκούρα φούστα της ανασηκωνόταν δυο πιθαμές πάνω από τον αστραφτερό της αστράγαλο.

-Ίντα ξανοίγεις, Κοκοβιέ και δεν πας στη δουλειά σου; τού ‘πε η χήρα, μαντεύοντας τη χαζομάρα του.

– Τ’ ατζά σου, πού ‘ναι άσπρα, σαν το χιόνι του Ψηλορείτη, απάντησε με αυθάδεια ο Κοκοβιός.

-Καλλιά σου να λαλείς, μη σου βγούνε σε κακό, είπε η χήρα παιγνιδιάρικα, και τού ‘δειξε τον κόπανο που κρατούσε.

– Γιάντα, πειράζω σε; Τα μάτια δεν έχουνε, ζάβαλε, διασάκι. Δεν το γατές; είπε με αυθάδεια.

-Κι ίντα καταλαβαίνεις από τ’ ατζά; τ’ άλλα είναι τα σπουδαία, Κοκοβιέ, ανέ θέλεις να κατέχεις.

– Ποια μαθές; ρώτησε μ’ ενδιαφέρον.

– Τ’ αποδέλοιπα! Τα γόνατα, λόγου χάρη. Έχεις ξαναδεί;

-Όι, δεν εξανάδα, είπε ο Κοκοβιός και τα μάτια του άστραψαν από νοσηρή περιέργεια.

– Κι ίντα δίδεις να δεις, είπε, με σκοπό να τον πατάξει, το δυστυχή, μια και τα γύρευε.

– Ό,τι μου ζητήξεις, μόνο να τό ‘χω! είπε πρόθυμα.

– Ένα μίστατο λάδι, το δίδεις;

– Δυο θα σου δώσω, είπε ο Κοκοβιός, και το στενό, κοκαλιάρικο στήθος του λαχάνιασε από ξαφνική λαχτάρα, να δει.

– Μην τηνε σπάσεις, κακομοίρη μου, γιατί θα σε κοπανίσω σαν τα ρούχα που πλύνω, τον εφοβέρισε η χήρα.

– Δεν τηνε σπω, θεόψυχά μου, μόνο κάμε ό,τι θα κάμεις εδά πού ‘ναι αμοναξιά και δε μασε θωρεί κιανείς!

Σύρνοντας, τότες, η χήρα μονομιάς το φουστάνι της απάνω, έδειξε τ’ άσπρα και παχουλά πόδια της ίσαμε το γόνατο ψηλά.

-Παναγία μου! είπε ο Κοκοβιός, γουρλώνοντας τα μάτια καθώς είδε τα τορνευτά πόδια της χήρας, σα δυο καλοπελεκημένες κολώνες. Και , χάνοντας την ισορροπία του, έπεσε κάτω ανάσκελα.

Το βράδυ, όταν φάνηκε με δεμένο κεφάλι στα καφενεία, οι χωριανοί τον ερωτούσαν:

-Ποιος σου την έκαμε τη μπαρόλα, Κοκοβιέ;

-Η πουλαρίνα που ξιπάται, π’ ανάθεμά τη.

– Ας ήθελα τη μερώσεις πρώτα. Δεν γατές, Κοκοβιέ, την παροιμία που λέει πως, πρώτα μερώνουνε τσι φοράδες κι ύστερα τσι καβαλικεύγουνε;

Θα πήτε, τι έγινε με το λάδι, το πήρε η Χοχλακομαρία; Ο Κοκοβιός κι αυτή το ξέρουνε. Πολλοί όμως θά’ διναν και παραπάνω για να δούνε τα ατζά και τα πόδια της χήρας κι ένα τρακοσάρικο βαρέλι να τα πιάσουνε, γιατί ‘ταν καλόσωμη και στιμωνερή γυναίκα και, δίχως να το θέλει, άναβε πόθους και αναστάτωνε πάθη, σε παντρεμένους και ανύπαντρους στο χωριό…

Έτσι περνούσαν ήσυχοι και ξέγνοιαστοι στο χωριό. Να κάθονται τις σκολάδες και τα βράδια στους καφενέδες και δωματάκια οι κουρασμένοι ξωτάροι, να κάνουν παλιά νάκλια οι γέροι, ν’ αγαπιώνται και να μπολιάζωνται οι νέοι. Να γελούν και να πειράζουν τον Κοκοβιό, για να περνά η ώρα, που δεν περνούσε αλλοιώς. Ήσαν οι μέρες του προπολέμου, τότε που οι άνθρωποι έσκυβαν ειρηνικά κι ανεχούμιζαν τη γης, έσπερναν, θέριζαν, φύτευαν αμπέλια κι ελιές, ίδρωναν και τα βράδυα κλείνονταν στα σπίτια τους και περνούσαν τις νύχτες αράθυμοι και χωρίς εφιάλτες και κακά όνειρα. Ώσαμε, που ένα πρωί, ακούστηκε πως ο Μουσολίνι μας άρχισε τον πόλεμο και κηρύχτηκε γενική επιστράτευση. Ένας κόμπος έγινε στην αρχή στις καρδιές των ανθρώπων, ένα σούσουρο για τ’ αναπάντεχο. Κανένας δισταγμός όμως, κανένας φόβος δεν έσκιαξε τα μαυριδερά, ηλιοψημένα πρόσωπά τους. Το πρώτο ξάφνιασμα διαδέχτηκε η οργή και σε κάθε ψυχή αναστήθηκε η παλιά προγονική παληκαριά. Οι επίστρατοι ετοιμάστηκαν βιαστικά, αποχαιρέτισαν αδάκρυτοι κι αποφασιστικοί τους δικούς τους κι έφυγαν για το μέτωπο. Και δεν απόμειναν στα χωριά παρά οι γυναίκες, οι γέροι, τα παιδιά, κι από τους νέους ο Κοκοβιός-πετειναράκι δίχως κρέατα-γιατί σαν «ανίκανος» που ήταν, δεν τον ήθελαν στο στρατό…

-Γιάντα δεν πας, Κοκοβιέ, κι εσύ στον πόλεμο; τον ρωτούσαν οι γυναίκες ειρωνικά.

-Δεν ήρθε ακόμη το δικό μου νομπέτι, απαντούσε, αποφεύγοντας να πει πως τον είχαν βγάλει ραχητικό και πλατύποδα, δηλαδή ανίκανο.

-Και γιατί πήγανε τότες οι σογκαιρίτες σου; Δεν είχε τι ν’ απαντήσει και κόμπιαζε γεμάτος ντροπή. Η Χοχλακομαρία μάλιστα, που είχε πιο πολύ θάρρος μαζί του, μια μέρα που πήγε σπίτι της και τη βρήκε ν’ αλεσματεί μ’ άλλες γυναίκες στο πόρτεγο, του είπε:

– Α δεν πας στον πόλεμο, Κοκοβιέ, καμμιά μας δεν θα σε πάρει γιατί, σάικα πράμα σακατιλίκι θα νά ‘χεις και γι’αυτό δε σε παίρνουνε.

-Ίντα σακατιλίκι; έκαμε ξαφνιασμένος. Γερός και καλός είμαι. Κι α δεν πιστεύγετε… Ήθελε να πει να τον ψάξουν μα δεν τολμούσε.

-Κι αμέ στα καλά καθούμενα, μαθές, σε λιώσανε από τα χαρτιά των αντρώς;

-Θωρείτε σεις να μου λείπει πράμμα; Όλα οσά ‘χουνε οι καλοί άντρες τάχω κι εγώ. Κι έβαλε παντού τα χέρια στο καχεκτικό κορμί του σα νά ‘θελε να βεβαιωθεί κι ο ίδιος για την αρτιμέλειά του. Η χήρα όμως και οι άλλες γυναίκες, που θέλανε να περάσουν την ώρα τους και να γελάσουν με τα κωμικά φερσίματά του, δεν τον άφηναν ήσυχο και τον κούρντιζαν ανελέητα.

-Σαξελίμ φαίνεσαι, Κοκοβιέ, απόξω, μα κοντό από μέσα;

– Κι από μέσα το ίδιο είμαι, είπε με πείσμα ο Κοκοβιός.

– Αφήνεις με να σε πασπατέψω για να δούμε; είπε και το Δεσποινιό του Λιανοχοχλιού που της άρεσαν κι αυτηνής οι χωρατάδες και τα πιπεράτα νάκλια. Κι εσηκώθη, για να πάει κοντά του με τεντωμένα τα χέρια, έτοιμη, τάχατες, να βάλει σε ενέργεια την απειλή της.

-Άστονε και ξα του, επενέβη τότε η Χοχλακομαρία. Εμείς θα ξεδιαλύνωμε το μαντέ; Μίζερους άντρες, μια βολά, δεν παίρνωμε, γιατί εμείς θέλωμε γερούς, παιγνιδιάρηδες κι όχι να τσι χυλοταΐζωμε…

Κοκκίνησε τότε ο Κοκοβιός, θύμωσε, πεισμάτωσε, άφρισε, μα δεν μπορούσε να κάμει τίποτε. Ανάθεμά σε για πλατυποδία ίντα δουλειές μου ξεπαράλυσες κι έπεσα από τω γυναικώ το μάτι, έλεγε από μέσα του κι έβραζε. Τι θα βγη που είχε λάδια, κρασά και στραροκρίθαρο; Όλα μάταια, σαν ήταν ανίκανος για τον πόλεμο. Ποια θα τον έπαιρνε για τα μαξούλια του; Καμμιά! Και τον έπιασε απελπισμένη αγανάκτηση…

Επέρασε κακή νύχτα, να ντουχιουντίζει πώς θά ‘βγανε τη ντροπή από πάνω του. Και την άλλη μέρα τον είδαν να στρώνει το γάιδαρο και μ’ ένα κόκκινο νταμάτο χιράμι στο σωμάρι να φεύγει για τη Χώρα.

-Πού πας, Κοκοβιέ; τον ερώτησαν καθώς περνούσε από το καφενείο.

-Θελοντής! απάντησε, μ’αισιόδοξη διάθεση.

-Με το γάιδαρο μαζί;

Δεν απάντησε. Τους κύτταξε όμως με βλέμμα οίκτου.

-Στο ιππικό θα πάει, φαίνεται, είπε ο Χατζή Στερεός, διακόπτοντας το ναργιλέ του, κι εγέλασαν όλοι τους.

-Όπου θέλω πάω! Λογαριασμό θα σασε δώσω; είπε με αγέρωχο ύφος. Και, νηματώντας τον ατυχή γάιδαρο στα καπούλια, χάθηκε, καλπάζοντας, στη γωνιά του δρόμου.

Το βράδυ όμως γύρισε με κατεβασμένο το κεφάλι, σκυφτός κι αμίλητος, σαν άνθρωπος που άκουσε την οριστική καταδίκη του. Δεν τον θέλανε μήτε «εθελοντή»! Τι να σε κάμωμε; του είπαν. Στο στρατό θέλομε άντρες να κρατάνε τουφέκι. Εσύ μήτε τσάπα δεν μπορείς! κι έφυγε άπραχτος. Με τι μούτρα όμως θα γύριζε στο χωριό; Έδεσε λοιπόν για να μην τον δουν το γάιδαρό του σ’ ένα χωράφι, κι όταν εβράδυασε, γλίστρησε αθόρυβα, σαν συνωμότης, στη γειτονιά. Η Χοχλακομαρία όμως, που έτυχε να είναι κείνη την ώρα έξω και τον είδε χωρίς το «χτήμα» του, βρήκε την αφορμή, να πει πάλι τον περίσσο λόγο της:

-Μωρέ καβαλάρης ήφυγες Κοκοβιέ, και πεζός εγύρισες; Σάικα που κρατήξανε το γάιδαρο στο στρατό και εδιώξανε σένα! Δε στό’ πα γω, πως δεν τζι κρατήζουνε τσι σακάτηδες;

Τ’ αναγέλασμα ήταν σκληρό, μα δεν είπε τίποτε. Ντα δε θα μου σάσει κι εμένα καμμιά βολά; συλλογιζόταν κι έβραζε μέσα του. Και τότες θα δήτε αν είναι άντρας ο Κοκοβιός. Κι ο ίδιος, όμως, δεν ήξαιρε, με τι τρόπο θα «τού σαζε» για να δείξει την αντρειωσύνη του.

Και να ήταν μόνο η Χοχλακομαρία που τον απόπαιρνε, μα ήταν κι οι άλλες γυναίκες και τα κορίτσια, που δεν τον αφήνανε να σταθεί σε χλωρό κλαδί. Και με το παραμικρό τού ‘λεγαν για το στρατιωτικό και του θύμιζαν, με σκληρότητα, την ανημποριά του. Είναι να μην πάρουνε «στο γαζέπι» κανένα στο χωριό. Τον πήρανε; «Το λάδι του βγάνουνε», που λένε. Καμμιά φορά, μάλιστα, το παρακάνουνε και λίγη γνώση αν έχει, τη χάνει κι αυτή και «’ποκουζουλαίνεται». Καλή ώρα σαν το Νικολιό, που δεν τ’ αφήνανε «ν’ αναστενάξει».

-Έτσα που ‘πόδωκες, Κοκοβιέ, απόκλαψε πως θα δεις γυναίκα στο μαξελάρι σου!

– Πώς απόδωκα, μαθές, αντίλεγε με σθένος. Καλός και γερός είμαι!

– Οι καλοί κι οι γεροί πήγανε στον πόλεμο. Μα εσένα μήτε ‘θελοντή, να καθαρίζεις κρομμύδια, δε σε θέλουνε!

Το μαρτύριο του Κοκοβιού κρατούσε μήνες. Όσο άκουε πως ο στρατός μας έκαμε τούτο, έκαμε κείνο, πήγε στην Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρρα, τσάκισε τους Ιταλούς, ρεζίλεψε το Μουσολίνι κι ελληνική λόγχη ξεφούσκωσε το μπαλόνι της «αυτοκρατορίας» του, και τραβάει τώρα για Τίρανα κι αυτός έλλειπε, μήτε να φάει μπορούσε, μήτε να κοιμηθεί, μήτε να χαρεί τις νίκες σαν τους άλλους. Χτυπούσαν, κάθε τόσο, νικητήριες οι καμπάνες, χαρμόσυνες, γινόταν δοξολογίες, σηκώνανε σημαίες στα σπίτια και τα μαγαζιά, γελούσε κι έκλαιγε ο κόσμος από χαρά και περηφάνεια, για τη δόξα του, για την Ήπειρο, για τα παιδιά του, κι αυτός δεν ήξερε αν έπρεπε να περηφανεύεται σαν Κρητικός και σαν Έλληνας ή να λυπάται, που δεν ήταν στρατιώτης εκεί πάνω, ν’ αντραγαθήσει και να δείξει την παλληκαριά του.

-Ντα μπορείς εσύ να κάμεις πράμα, κακομάζαλε, πού ‘σαι μια μπουκιά, σαν τον ατσέλεγα; Εκεί θέλουνε άντρες, όι ανεφυσίδια! Τον αποσβόλωσε η Χοχλακομαρία πάλι μια μέρα, που γινότανε λόγος για τις δύσκολες μάχες στη Ντρεμπεσίνα, κι ο Κοκοβιός είπε, πως, αν ήτονε αυτός εκεί πέρα, δεν «ήθελ βρει ο παππάς Ιταλό να θάψει». Όλους θα τα’ ήκανε σκόνη!

Κουλουριάστηκε τότες ο Κοκοβιός με τα καυτά λόγια της χήρας, έσκυψε το χοντρό κεφάλι του κάτω και μαζεύτηκε σαν το χοχλιό, που του ρίχνουνε αλάτι.

-Ανάθεμα την ώρα, που δεν παίρνανε κι εμένα στρατιώτη, κι εδά δε με κάνει χάζι καμμιά γυναίκα, είπε μέσα του. Κι ένοιωσε να τον βαραίνει αβάσταχτη δυστυχία, να πλαντά και να στενεύει ο κόσμος γύρω του, γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει ζωή δίχως την αγάπη των κοριτσιών και των χηράδων.

-Ίντα ζεις και κάνεις, σα δε σε θέλουν οι γυναίκες, Κοκοβιέ, τον κούρντιζαν οι άντρες.

-Δεν τσι θέλω, μπάρε, κι εγώ! απαντούσε τσατισμένος, αλλά χωρίς πεποίθηση.

-Μηδέ τη Χοχλακομαρία; λέγανε, ξαίροντας το κουμπί του.

Κόμπιαζε τότε, θυμότανε τ’ ατζά της, τα τροφαντά, που είδε στον ποταμό, και δεν έλεγε τίποτε. Πώς να πει όχι, που την είχε στην καρδιά του; Την αγαπούσε κι ας τον παίδευε. Και ποιος δα δεν την ήθελε; Όλοι κρυφά και φανερά. Γι’ αυτόν ήταν το περίσσο, λοιπόν;

Μια μέρα όμως τ’ Απρίλη του σαρανταένα, μαθεύτηκε πως οι Γερμανοί, σαν είδαν ότι ο Μουσολίνι, αντί να πιει τον καφέ του στην Αθήνα σε μια βδομάδα, καθώς καυχήθηκε, κόντευε να τον πιουν οι Έλληνες στη Ρώμη, χτύπησαν, με τα φοβερά μέσα, που είχαν συγκεντρώσει, τους δικούς μας στο Μακεδονικό μέτωπο. Φυσικά ο στρατός μας, αν κι ελάχιστος, γιατί πολεμούσε στην Αλβανία, δεν παράδωσε τα όπλα, όπως έκαμαν άλλοι, πιο μεγάλοι και πιο τρανοί από μας. Αντιστάθηκε με πείσμα, πολέμησε με ηρωισμό, κράτησε με καρτερία τα οχυρά του, όπως οι Τρακόσιοι του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, τα πολυάριθμα στίφη των βαρβάρων. Ο χείμαρρος όμως ήταν τόσο μεγάλος και τα μέσα του εχθρού τόσο τέλεια και πολλά, που στο τέλος λύγισε κι ο πόλεμος τέλειωσε για λίγες μέρες. Προσωρινά, γιατί όλος ο κόσμος ξαίρει πως ο Έλληνας δεν συνθηκολόγησε ποτέ.

Τέλειωσε, μα οι Κρητικοί πού ‘λειπαν στα μέτωπα, δεν μπορούσαν να γυρίσουν, γιατί το Γερμανικό στρατηγείο σκόπευε να χτυπήσει και την Κρήτη κι οι στρατιώτες της, δοκιμασμένοι στη φωτιά και στο σίδερο, ήταν φοβερό εμπόδιο για τα σχέδιά του. Τους κράτησαν λοιπόν στην παληά Ελλάδα κι άμα έκαμαν τις ετοιμασίες τους, άρχισαν μιαν ανοιξιάτικη μέρα -20 του Μάη- να πέφτουν, σαν ακρίδες, από τον ουρανό, που είχε γεμίσει αεροπλάνα, με κάτι ομπρέλλες πολύχρωμες, παράξενες.

Ξαφνιάστηκε στην αρχή ο κόσμος, γιατί δεν είχε ξαναδεί τέτοιο θέαμα. Κατόπιν όμως ξανάβρε τον εαυτό του, πήρε συνείδηση του κινδύνου που τον απειλούσε, μπούκωσε από αγανάκτηση κι οργή κι άρπαξε, άλλος παλιοτούφεκο, άλλος μαχαίρι, άλλος κλαδευτήρι, άλλος τσεκούρι, άλλος τη βέργα του μόνο, και βγήκαν στα χωράφια. Κι άρχισαν να χτυπούν αλύπητα κι ανελέητα, όπως μπορούσε ο καθένας, τους ομπρελλάδες, που έπεφταν βροχή από τον ανοιξιάτικο ουρανό.

-Απάνω τους μωρέ, να μη μολέψουνε και τον τόπο μας! ήταν η αντρειωμένη κραυγή, που έβγαινε από τα ψυχωμένα στήθη κάθε άντρα και γυναίκας.

Και τα χωράφια με τα καστανιασμένα κριθάρια, τ’ αμπέλια με τις αγγουρίδες, οι δετάδες με τ’ αγριολούλουδα, τα λιόφυτα και τα περβόλια, τα χαντάκια κι οι νεροσυρμές, τα βουνά κι οι χωματόλοφοι γέμισαν μαχητές, που ξεσηκώθηκαν να ποτίσουν τη λευτεριά με το αίμα τους. Να μην αφήσουν τους Ναζήδες να περάσουν. Ο τόπος, από γιαλό σ’ αόρι, γέμισε καπνούς κι άγρια βουή μάχης και ξανάζησε η παλιά προγονική παληκαριά. Μια κατσιφάρα γεμάτη θανάσιμη ανάσα ήταν παντού.

Πώς βρέθηκε κι ο Κοκοβιός μ’ ένα σκουριασμένο μονοτούφεκο στο χέρι ανάμεσα στον άλλο σκορπισμένο λαό, που κρατούσε μετερίζι και μαχόταν με πάθος εδώ κι εκεί, κανείς δεν ξαίρει. Το βέβαιο είναι πως τον είδαν σ’ ένα παράμερο χαντάκι, να σημαδεύει και να ρίχνει, κάθε φορά που έβλεπε να πέφτει ομπρέλλα κοντά του.

Πολλοί αναγέλασαν όταν τον είδαν κι ούτε κείνη τη δραματική ώρα δεν του χαρίστηκαν.

-Κουράγιο, μωρέ κοπέλια, και σαν είναι ο Κοκοβιός μαζί μας, μη φοβάστε. Δράκου δόντια νά ‘χουνε οι Γερμανοί, δεν την πατούνε την Κρήτη!

Κι η Χοχλακομαρία, που ήταν καμμιά διακοσαριά μέτρα πιο κάτω και πολεμούσε κι αυτή μ’ ένα σκουριασμένο ρεβόλβερο του μακαρίτη τ’ αντρούς της, δεν κρατήθηκε άμα τον είδε να μπαλοτοκοπά με το παλιοτούφεκο αδέξια κι αναγέλασε.

-Να το κατέχανε, μωρέ Κοκοβιέ, οι Γερμανοί, πως είσαι κι εσύ επαέ, ήθελα κόβγουνε μίλλια μακρυά.

Ξαναχοχλάκισε το αίμα του Κοκοβιού σαν τ’ άκουσε, μα δεν είπε τίποτε. Κατάπιε μόνο το μίσος πού’ νιωθε από την περιφρόνηση των χωριανών του, τον πόνο που δεν τον πήρανε μήτε «θελοντή», όλη την πίκρα που τον πότιζαν οι γυναίκες, ακόμη και τώρα, που κρατούσε τουφέκι και πολεμούσε σαν τους άλλους κι όμως, δεν τον εμετρούσαν κι αυτόν με τους άντρες. Και ρίχτηκε πιο φουριόζος στη μάχη.

Η ώρα που περίμενε να ξεπλύνει τη ντροπή και να δείξει πως είναι κι αυτός παλληκάρι, σαν τους άλλους, ήρθε κυριολεκτικά ουρανοκατέβατη. Γι’ αυτό, χωρίς να λογαριάζει τ’ αυτόματα που κροτάλιζαν και σκορπούσαν γύρω το θάνατο, άρχισε να ρίχνει χωρίς να παίρνει καμμιά προφύλαξη. Τι να την κάνει εξάλλου τέτοια ζωή που την είχε; Καλλιά θάνατος. Να μη βλέπει και να μην ακούει τις γυναίκες να λένε πως δεν είναι άντρας σωστός σαν τους άλλους.

-Φυλάξου, μωρέ, του φώναξε κάποιος, που τον είδε να ρίχνει όρθιος σαν χαζός, γιατί θα πας άδικα. Θαρρείς πως είναι μπαλοτιές για ψίκι;

Αντί να προφυλαχτεί όμως, βλέποντας ένα Γερμανό να ξεμυτίζει, προς το μέρος που ήταν η Χοχλακομαρία, κάνει λίγα βήματα μπροστά και μασκαλιάζει.

-Μπαμ! εξεφούσκισε το παλιοντούφεκο μα είτε γιατί δεν ήταν καλογεμισμένο είτε γιατί ‘ταν κάπως μακρυά, δεν έκαμε τίποτε. Κι ο Γερμανός ,π’ ούτε τον πήρε χαμπάρι μέσα στην οχλοβοή και την αντάρα της μάχης, έτρεχε διαρκώς και προχωρούσε προς το χαντάκι.

-Το νου σου, Μαρία, γιατί ένας Γερμανός έρχεται καταπάνω σου, φώναξε τότε δυνατά ο Κοκοβιός κι άρχισε να τρέχει κι αυτός προς το μέρος της.

Εκείνη την κρίσιμη ώρα ξέχασε την πικρή κοροϊδία, που τού ‘κανε τόσο καιρό και λίγες στιγμές πριν ακόμη, και μονάχα ο πόθος να τη σώσει με κάθε θυσία τον κυρίευσε. Μόλις τον είδε όμως ο Γερμανός άλλαξε στόχο κι άρχισε να ρίχνεται καταπάνω του. Οι σφαίρες του περνούσαν πλάι του, σφύριζαν στ’ αυτιά του, σαν αγριομέλισσες βούιζαν γύρω του άγρια, μα δεν τον άγγιζαν. Κι αυτός, σκουντουφλώντας, έφτασε στο χαντάκι και σωριάστηκε, λαχανιασμένος, πλάι στη Μαρία. Εκεί ας τον έβρισκε ο θάνατος. Θά ‘ταν γλυκύς…

-Παίξε του το λοιπός! είπε ο Κοκοβιός, γιατί εγώ δεν έχω άλλο μπαρούτι!

Πώς να του παίξει, όμως, που μήτε κι αυτή δεν είχε; Όλα τα φυσέκια τά ‘χε ξοδέψει και τα λίγα που της απόμεναν ήταν «ανεδωμένα» κι άχρηστα. Κι ο Γερμανός όλο νά ‘ρχεται, όλο να προχωρεί, πότε τρέχοντας, πότε έρποντας. Σ’ ένα λεφτό, σε λιγότερο ακόμη, θά ‘ταν από πάνω τους. Και τότες… μόνο ένα θαύμα θα τους έσωζε. Άρπαξε τότε με λύσσα το σκουριασμένο περίστροφο από τα χέρια της Μαρίας και το σήκωσε να πυροβολήσει. Μπορεί να ήταν πιο τυχερός αυτός.

-Τσικ! ακούστηκε ο ξερός κρότος της αφλογιστίας. Ξαναπίεσε δεύτερη φορά, μα τίποτε! Κι η άλλη σφαίρα, που ήταν στη ρόδα, δεν πήρε φωτιά. Ξαναπίεσε τη σκανδάλη, το ίδιο. Ατυχία! Κι ο Γερμανός όλο κι επλησίαζε… Είκοσι μέτρα, δεκαπέντε μέτρα, δέκα μέτρα… Ο θάνατος ερχόταν σίγουρος, βέβαιος, αναπόφευκτος. Κάτι έπρεπε να κάμουν, αλλά τι; τίποτε. Και περίμεναν.

Όταν όμως είναι να γίνει ένα θαύμα, τότε γίνεται μόνο του, αυτόματα, χωρίς να το καταλάβει κανείς πώς. Έτσι έγινε και τότε. Γιατί ο Γερμανός, λίγα μέτρα προτού φτάσει στο χαντάκι, τους πέταξε μια χειροβομβίδα και έπεσε δίπλα τους. Πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο πράμα ο Κοκοβιός, είχε ακούσει όμως ιστορίες στο καφενείο από παληούς στρατιώτες, πως κάποιος γλύτωσε από τέτοιο θάνατο, στέλνοντάς την πίσω στον εχθρό προτού σκάσει. Το ίδιο έκαμε από ένστικτο κι ο Κοκοβιός. Την άρπαξε και με απίστευτη γρηγοράδα, για το μυαλό και το χέρι του, την έστειλε πίσω στο Γερμανό, που τους την πέταξε.

Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε κι ο Γερμανός, που έσκασε από πάνω του η χειροβομβίδα, δεν ξανασηκώθηκε.

-Αέρα! φώναξε τότε με μιαν άγρια χαρά ο Κοκοβιός, καθώς ανασηκώθη κι είδε τον εχθρό του να σπαράζει από τα θανάσιμα τραύματά του. Και πηγαίνοντας από πάνω του, άρχισε να τον κτυπά με πρωτοφανή λύσσα, μ’ ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα, σα να ήθελε να ξεσπάσει απάνω του όλα όσα είχε σωρέψει στην ψυχή του η περιφρόνηση των χωριανών του, όσα είχε υποφέρει από τα τσουχτερά πειράγματα των γυναικών και προπαντός, από τα πικρά λόγια της Μαρίας. Τον ξαρμάτωσε ύστερα, πήρε το αυτόματο που κρατούσε, ζώστηκε τις μπαλάσκες του, και στάθηκε μ’ έπαρση πάνω στο ματωμένο κορμί του εχθρού του, σαν το Δαβίδ πάνω στ’ άψυχο κουφάρι του γιγαντόσωμου Γολιάθ.

-Μπράβο Κοκοβιέ! του είπε τότε κι η χήρα με θαυμασμό, που είδε από την αρχή μέχρι τέλους την αναπάντεχη παλληκαριά του και την ετοιμότητα να στείλει πίσω στο Γερμανό τη φονική χειροβομβίδα. Ένας σωστός άντρας δεν θα σκεφτόταν να το κάμει. Αν έχανε την ψυχραιμία του κι οι δυο τους θά ‘σαν τώρα μακαρίτες…

-Με παραδέχεσαι τώρα Μα… Μαρία ήθελε να πει, μα δεν πρόλαβε γιατί μια σφαίρα δεν τον άφησε να τελειώσει τη φράση του. Από κάπου άρχισε πάλι να δουλεύει άλλο αυτόματο κι ο Κοκοβιός ήταν περίφημος στόχος, καθώς έστεκε ακάλυπτος, συνεπαρμένος από την αναπάντεχη επιτυχία του.

Έπεσε κι η χήρα κάτω, μ’ αψηφώντας τις σφαίρες που σφύριζαν αδιάκοπα γύρω κι απάνω απ’ το κεφάλι της, τον τράβηξε μέσα στο χαντάκι. Εκεί τον ξεκούμπωσε, πασπάτεψε το λιγνό κορμί του κι ευρήκε την πληγή που έτρεχε ασταμάτητα το αίμα. Κι επειδή δεν είχε πώς αλλοιώς να τη δέσει, ανασηκώνοντας το σκούρο χωματισμένο φουστάνι της, έκοψε μια πλατειά λουρίδα επίδεσμο από το μεσοφόρι της. Ο Κοκοβιός άνοιξε τότε τα μάτια του, είδε την άσπρη γύμνια των ποδιών της κι ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το ισχνό στήθος του.

-Με παραδέχεσαι τώρα γι’ άντρα Μαρία; την ερώτησε με κομμένη ανάσα.

-Και με το παραπάνω, είπε η Μαρία, προσπαθώντας να δέσει την πληγή του. Μη μιλείς, όμως, γιατί δεν κάνει. Έχομε καιρό να τα πούμε.

-Χρωστώ σου και λάδι, που σού ‘ταξα μιαν ημέρα που κοπάνιζες ρούχα στον ποταμό. Ανεστοράσαι το; Γιάντα δεν ήρθες να το πάρης; είπε ξεχνώντας τον πόνο που τον θέριζε.

-Άμα γειάνεις θα ‘ρθώ, είπε κι έκοψε άλλη μια λουρίδα, γιατί δεν έφταξε η πρώτη και φάσκιωσε σαν μωρό. Καθώς όμως έσκυβε απάνω του, τα χείλη της ακούμπησαν τυχαία στα δικά του. Ο Κοκοβιός αναταράχτηκε τότε, ανατρίχιασε, ζωντάνεψε και το μαυρισμένο κι ιδρωμένο του πρόσωπο πήρε μιαν άφατη γλύκα.

-Δε με γνοιάζει τώρα, Μαρία, και να ΄ποθάνω, σα με φίλησες.

-Οι άντρες, μωρέ, δεν ποθαίνουν κι εσύ τό ‘δειξες που είσαι κι από τσι καλούς. Και σκύβοντας, επίτηδες τώρα, τον φίλησε δυο φορές στο μέτωπο.

-Άντρας! Τι μαγική, τι όμορφη λέξη! Αξίζει όσο ακριβά κι αν την αγοράσει κανείς. Ακόμη και με τη ζωή του.

Τώρα στο χωριό δεν παίζει πια κανένας μαζί του. Το κατόρθωμά του να σκοτώσει ένα Γερμανό και να σώσει τη Χοχλακομαρία, βεβαιωμένο από το τραύμα και το αυτόματο που έφερε στο χωριό το βράδυ, τον ανέβασε οριστικά στην εχτίμηση των χωριανών. Μήτε ειρωνείες πια μήτε κουτσομπολιά μήτε πειράγματα. Ούτε και Κοκοβιό δεν τον λέει πια κανένας. Με το παλιό του τ’ όνομα, το Νικολιό του Τροχαλογιώργη, τον φωνάζουν τώρα οι χωριανοί, δείχνοντας μεταμέλεια και σεβασμό. Κι οι γυναίκες, που τόσο σκληρά τον παίδεψαν, τον έγραψαν «στα χαρτιά των αντρώς». Αγόρασε ακριβά, βέβαια, την εγγραφή του, μ’ άξιζε. Για μια τιμή στέκει ο κόσμος…

Αυτός όμως, στενοχωριέται κι είναι ώρες που θυμάται τον παλιό, τον προπολεμικό καιρό, που έλεγαν Κοκοβιό, που τον πείραζαν οι γυναίκες κι έσπαζαν πλάκα μαζί του οι χωριανοί. Και γελούσαν όλοι καλόκαρδα, κι αυτός μαζί τους.

Κι όταν μετά το σαρανταπέντε, που έφυγαν οι Γερμανοί, διωγμένοι και ταπεινωμένοι από την αδάμαστη κι αδιάκοπη αντίσταση του λαού, η λευτεριά, ποτισμένη με ποταμούς αίμα, ξανάρθε πίσω στα βουνά και στους κάμπους της Κρήτης, έφεραν παράσημο να το κρεμάσουν στον Κοκοβιό, αυτός δεν το δέχτηκε.

-Τση Χοχλακομαρίας ταιριάζει καλύτερα παρά σ’ εμένα, είπε, με σεμνότητα.

– Γιατί; εκείνη τον εσκότωσε το Γερμανό;

-Εγώ, μα με το κουράγιο τζη όμως! Αν ήλειπε…

Γλωσσάριο

αβάρετο: ακούραστο, που δε βαριέται

αγίδα: βοήθεια

αλεσματώ και αλεσματίζω: καθαρίζω τον καρπό πριν αλεστεί

αμπασοδούλι: μικροαπασχόληση

ανεδωμένος: υγρός

ανεμπαίγνιδο: περιγέλασμα

ανεστορούμαι: θυμάμαι

ανεχουμίζω: ανακατεύω ακατάστατα, όπως κατά τον αποχωρισμό του χουμά (ορός γάλακτος) από το γάλα

αποδέλοιπα, τα: υπόλοιπα

απόδωκα: κατάντησα

ας ήθελα τη μερώσεις πρώτα: ας την ημέρωνες πρώτα

ατζί, το, ατζ(ι)ά, τα: γάμπα, γάμπες

ατσέλεγας, ο: σπουργίτης

γατές: ξέρεις (γατέω κ’ κατέω κ’ κατέχω: ξέρω)

δετάδες, οι (και δέτες, οι): οι γκρεμοί

διασάκι: απαγόρευση [Για την παροιμία «τα μάτια δεν έχουνε διασάκι» έχουμε άρθρο]

ζάβαλε: κακορίζικε

θρουλί: κομματάκι, ψίχουλο, καθόλου (δεν έχει θρουλί δόντι: δεν έχει καθόλου δόντια)

κακομάζαλος: ανήμπορος, καχεχτικός

κατσιφάρα, η: πυκνή ομίχλη

κοντό: άραγε

λαλώ: προχωρώ, οδηγώ ζώα (λαλώ τσι αίγες: οδηγώ, ποιμαίνω τις κατσίκες)

μαγεροψήματα: όσπρια

μαντές, ο: υπόθεση

μαξούλι, το: εισόδημα

μεγαλόφυλος: μεγαλοκαμωμένος

μετάπιασμα: μικροδουλειά

μίστατο, το: μέτρο για υγρά έξι οκάδες

μπαλοτιά, η (κ’ μπαλοτέ) : ο πυροβολισμός

μπαλοτοκοπώ: πυροβολώ

μπάρε (μπάρε μου): τότε (Δεν τσι θέλω, μπάρε, κι εγώ: δεν τις θέλω τότε κι εγώ),  τουλάχιστον (Βιάζεσαι; Ε κάτσε, μπάρε μου, δυο λεπτά να σε δω)

μπαρόλα: καρούμπαλο

νάκλια, τα, νάκλι, το: αφηγήσεις, ιστορίες

νομπέτι, το: σειρά προτεραιότητας

νταμάτος: (για υφάσματα) αυτός που έχει επάνω του υφασμένα ή σταμπαρισμένα συνεχόμενα μικρά τετράγωνα, όπως αυτά τού πίνακα που χρησιμοποιείται στο παιχνίδι τής ντάμας, νταμωτός.

ντουχιουντίζω (κ’ ντουσουντίζω): σκέφτομαι, συλλογούμαι

ξα του, εξά του: ας κάνει ό,τι θέλει, όπως νομίζει (ξα ή εξά: η εξουσία)

ξανοίγω: κοιτάζω, παρατηρώ

ξεπαραλώ: ξηλώνω, μτφ προκαλώ κάτι αρνητικό, μτφ επεξηγώ κάτι

ξιπάται: ξαφνιάζεται (για ζώα)

ξωτάρος: άνθρωπος της εξοχής, ξωμάχος

παίζω: κοροϊδεύω [αλλά το «παίξε του το λοιπός» σημαίνει, βέβαια, «χτύπησέ τον», «πυροβόλησέ τον»]

πατάσσω (να τον πατάξει): πειράζω (να τον πειράξει)

πόρτεγο, το : το κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού

πράμα: κάτι (κ τίποτα): (Κάμε πράμα: κάνε κάτι, πράμα δεν τού ΄καμα: δεν του έκανα τίποτα. Πράμα δε θέλω: δε θέλω τίποτα.)

πράμα: τίποτε

σάζω: ισιάζω, φτιάχνω, τακτοποιώ, συγυρίζω, συμφιλιώνω (δε θα μου σάσει κι εμένα καμμιά βολά: δε θα μου δοθεί κι εμένα η ευκαιρία)

σάικα: ασφαλώς

σαξελίμ: ακέραιος

σογκαιρίτης: συνομίληκος

στιμωνερή: (και στημονερή) γεροδεμένη, σαν το στημόνι

χναρόφυλλα: φύλλα φραγκοσυκιάς

ψίκι, το: γαμήλια πομπή

 

Και ένα βίντεο για τον Κωστή Φραγκούλη:

149 Σχόλια to “Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)”

  1. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Όμορφα κυλά η διήγηση του Φραγκούλη σε σημείο που κάποιες άγνωστες στον μη Κρητικό λέξεις να προσπερνιώνται γιατί στο περίπου καταλαβαίνεις τι εννοούν. Κάποιες υπάρχουν και στα Χιώτικα ίδιες ή σε παραλλαγή. Να σταθώ όμως και στην καλή («επιμελημένη» θά ΄λεγα) εισαγωγή του Antonislaw που μας βάζει στον τόπο και τον χρόνο των τεκταινόμενων και μας πληροφορεί και για τον συγγραφέα.

    Ευχαριστούμε Antonislaw, ευχαριστούμε Νικοκύρη.

  2. Παναγιώτης K. said

    Εισαγωγές και διήγημα, όλα ταιριαστά!
    Λαϊκό διήγημα , με… ρυθμό!

  3. Παναγιώτης K. said

    Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή με κάποιον άλλον… αχαμνό, στη στεριανή Ελλάδα.
    Ακούγεται ως ανέκδοτο αλλά είναι πραγματικότητα.
    Επιστρατεύτηκαν λοιπόν οι άντρες του χωριού και του αχαμνού «του έφεξε». Προκύψανε τυχερά!
    Τελείωσε ο πόλεμος, οι άντρες γύρισαν , όσοι γύρισαν, και τα… τυχερά πήραν τέλος, του έδωσαν να καταλάβει ότι τέλειωσαν αυτά που ήξερε οπότε, ξεσπώντας και γεμάτος αγανάκτηση είπε:
    -Δεν θα ξαναγίνει πόλεμος; Τότε θα σας…δείξω εγώ! 🙂

  4. Καλημέρα

    Ωραίο και ρέει το διήγημα και την γλώσσα ταιριαστή την βρήκα μόνο αυτό το σαξελίμ (τούρκικο ; ) μου κακοχτύπησε λιγάκι- δεν έχω κάνει στην Ανατολική Κρήτη να ξέρω αν ακούγεται εκεί.

    Τώρα όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα υπάρχει μια αντίφαση- στα όρια της ανοχής όμως- σχετικά με τους άντρες που είχαν στρατευθεί όλοι και δεν τους άφησαν οι γερμανοί να γυρίσουνε, αλλά στην περιγραφή της μάχης κυριαρχεί το αντρικό γένος αντί του θηλυκού. Από τα λίγα που ξέρω ο Τσολάκογλου υπέγραψε την παράδοση του στρατού ώστε να αποφύγει την αιχμαλωσία του, οπότε πιο πιθανό μου φαίνεται να μην βρήκαν πλοίο να γυρίσουν – όπως όλοι – από την απαγόρευση των γερμανών στους κρητικούς που δεν ήταν αιχμάλωτοι.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και ευχαριστώ τον Αντωνη για τη σημερινη του προσφορά!

    4 Συγκοινωνία δεν υπήρχε πχ ούτε για τη Μυτιλήνη, αυτό είναι γεγονός.

  6. atheofobos said

    Από όσα διηγήματα δημοσίευσες φέτος το καλύτερο!

  7. Κιγκέρι said

    Καλημέρα!
    Έριξα μια ματιά, αλλά δεν μπορώ να το διαβάσω τώρα με την ησυχία μου☹️
    Βλέπετε, Κυριακή πρωΐ μας πιάνει η προκοπή!

    Σαν να μου θύμισε λίγο τον Κερκέζο του Κονδυλάκη ο Κοκοβιός!

    https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kondulakhs_kerkezos.html

  8. Παναγιώτης Κ. said

    @4.
    «Από τα λίγα που ξέρω ο Τσολάκογλου υπέγραψε την παράδοση του στρατού ώστε να αποφύγει την αιχμαλωσία του, οπότε πιο πιθανό μου φαίνεται να μην βρήκαν πλοίο να γυρίσουν – όπως όλοι – από την απαγόρευση των Γερμανών στους κρητικούς που δεν ήταν αιχμάλωτοι».

    Αυτό ξέρω και εγώ.

  9. sarant said

    4-5 Είχαμε πρόπερσι κι ένα διήγημα του Κοτζιούλα που περιγράφει τους αποκλεισμένους νησιώτες στο καταστραμμένο λιμάνι του Πειραιά:

    https://sarantakos.wordpress.com/2018/05/06/kotzioulas-10/

    Αλλά ο Φραγκούλης μάλλον απηχεί τη λαϊκή πεποίθηση ότι οι Κρητικοί ειδικώς εμποδίστηκαν.

  10. sarant said

    7 Α γεια σου, σωστό. Και ολο το σκηνικό (λεξιλόγιο κτλ.)

  11. Παναγιώτης Κ. said

    Κάτι μου λέει το όνομα Κοκοβιός.
    Το συναντάμε σε ελληνικές κωμωδίες του ασπρόμαυρου.

  12. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Του βγάζω το καπέλο! Σπουδαίος λογοτέχνης!

  13. Costas X said

    Καλημέρα !

    Πολύ ωραίο το διήγημα του Φραγκούλη, αφήγηση, ροή, ηθογραφία και περιγραφές συναισθημάτων. Παρά τους ιδιωματισμούς, διαβάζεται άνετα, δεν χρειάστηκε να ανατρέχω στο γλωσσάρι.

    Έσπασα το κεφάλι μου να θυμηθώ τι μου θυμίζει.
    Το διήγημα είναι εμφανέστατα εμπνευσμένο από τον «Κερκέζο» του Ι.Κονδυλάκη, θα μπορούσα να πω ίσως και μεταφορά του σε άλλη εποχή. Εκεί ο «λειψός» ήρωας ο Ανδρουλιός, το «ανεμπαίγνιδο» του χωριού, ανακτά τον ανδρισμό του και την εκτίμηση των χωριανών όταν σκοτώνει έναν Καυκάσιο μισθοφόρο των Τούρκων. Πολλές λεπτομέρειες είναι ίδιες.

    Εδώ σε PDF, διαβάστε το και πείτε τη γνώμη σας :
    http://www.geocities.ws/pipetabor/temp/O_Kerkezos

  14. Costas X said

    7. & 10.

    Δεν πρόλαβα να το πω πρώτος, έψαχνα τον «Κερκέζο», από το στόμα μου το πήρατε !

  15. atheofobos said

    Το κοκοβιός (εκτός απο ψάρι) προέκυψε και ως παρατσούκλι στον ηθοποιό Πέτρο Γιαννακό, από το ρόλο του «Κοκοβιού»σε μια ταινία του Τζαβέλα.

  16. Χαρούλα said

    Καλημέρα!
    Τι γνήσια λαϊκή γλώσσα και γραφή! Όμορφη χωρίς «λογοτεχνικά» στολίδια. Λιτά, αυθεντικά. Τόσο ευχάριστη η ανάγνωση! Ταλέντο!
    Ευχαριστούμε τον Νικοκύρη, φυσικά και τον Αντώνη. Ένα μπράβο και για τον συγγραφέα(που επιπλέον το ονοματεπώνυμο του, με σημαδεύει και σε προσωπικό επίπεδο).
    Όμορφη Κυριακή σε όλους

  17. sarant said

    13 Ή εδώ, στον παλιό μου ιστότοπο:

    https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kondulakhs_kerkezos.html

    Θα λείψω για μερικές ώρες.

  18. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @10, 13. Δεν θυμίζει μόνο τον «Κερκέζο» αλλά και άλλα (..στην γλώσσα, το ύφος και την ροή..) έργα. Αλλά ένας πραγματικός μάστορας -όπως είναι ο Φραγκούλης- μπορεί να φτιάξει σπουδαία λογοτεχνήματα ακόμη κι από μεταποιημένα υλικά..
    (Με ενθουσίασε και λυπάμαι που τον ανακάλυψα τόσο αργά! 🙂 )

  19. Καλημέρα κι από δω
    13 «Πολύ ωραίο το διήγημα του Φραγκούλη, αφήγηση, ροή, ηθογραφία και περιγραφές συναισθημάτων. Παρά τους ιδιωματισμούς, διαβάζεται άνετα, δεν χρειάστηκε να ανατρέχω στο γλωσσάρι.» Έτσι. Τα είπες όλα.
    Αλλά μιας και ξέρουμε πως ο Νικοδεσπότης ενδιαφέρεται όχι για τους ιδιωματισμούς που καταλαβαίνουμε αλλά γι’ αυτούς που υπάρχουν και σε άλλες περιοχές, λέω να πω τι ξέρω ‘γω απ’ το χωριό μου. Ας γράψει κι ο Ξεροσφύρης (#1) τα Χιώτικα, είναι σίγουρο πως θα γραφτούν τα καθιαυτού, κι όποιος άλλος δεν είν’ Αθηναίος 🙂

    Αβάρετος, ανεδωμένος, αποδέλοιπα, ατζιά (και σκέτο τζια), λαλώ, μαξούλι, νταμάτο, ξεπαραλώ, ξιπάται (ξ’πιέται) σάζω (μα αυτό δεν είναι πανελλήνιο;) (ίδια σε σημασία και τρόπος που λέγονται)
    Την αγίδα δεν την κατάλαβα, αλλά τελικά την έχουμε σαν αγιούτο.
    αμπασοδούλι = κουτσοδούλι
    μίστατο = λαΐνι
    μπάρε Μόνο που εγώ το καταλαβαίνω πιο πολύ σαν φίλε, κουμπάρε κλπ. («Ιγώ μπάρι’ μ θα πάρου κι Αυγή» μου είχε απαντήσει ο πατέρας μου το 76 που τούλεγα να πάρει Ελευθεροτυπία που είχε τότε θέματα εξετάσεων για τις εισαγωγικές. Που θα ταίριαζε και με κάτι διαπιστωτικό σαν το τουλάχιστον – έτσι το δίνει κι ο Αρ. Στεργέλλης που έχει γράψει «Το τοπικό ιδίωμα του Πλωμαρίου», και θαρρώ πως τόχω ξαναγράψει παλιότερα. Ή άλλο παράδειγμα «δεν μ’ λεγ’ς ρε μπάρι).
    νομπέτι = νεμπέτι

  20. Εξαίσιο! Το καταυχαριστήθηκα!

  21. # 11, 15

    Το κοκοβιός είναι λαϊκή ονομασία του ψαριού κωβιός ( ή και γωβιός) και είναι πετυχημένη παρομοίωση με τον ήρωα του έργου αφού τον παρουσιάζει με μεγάλο κεφάλι και προεξέχοντα αυτιά. Οντως οι κοκοβιοί συχνάζουν στα ρηχόνερα και στην συνηθισμένη τους στάση, ακίνητοι στον βυθό φαίνονται με μεγάλο κεφάλι και στα πλάγια τα πτερύγιά τους απλωμένα σαν αυτιά ! Μικρό ψάρι αλλά νόστιμο για βραστό αν είναι από καθαρά νερά (στα βαθιά είναι κατακόκκινοι) ή είναι οι λεγόμενοι τρουπολόγοι που ζούνε μέσα σε τρύπες και φτάνουν σε μέγεθος γόπας. Από τέτοιους είχα κάνει τραπέζι σε 5 άτομα την μοναδική φορά που βούτηξα στα νερά του Πλακιά. Τους έβλεπα με την μάσκα και τους έβαζα το αγκίστρι με το δόλωμα μέσα στην τρύπα, είχε και μερικά τενεκεδόψαρα (σκορπιοί μικροί, καφέ )

  22. # 19

    το αγίδα πιο πολύ από την αιγίδα μου φέρνει

  23. Γιάννης Ιατρού said

    Α γειά σας, μου φτιάξατε τη μέρα!
    Και τον Αντώνη γιά την επιλογή και τον κόπο του και τον Νίκο για την φιλοξενία, ευχαριστώ και τους δυό σας!

    Και η γραφή, και η γλώσσα κι όλα, πολύ το φχαριστήθηκα.
    Τώρα θες που ‘χω διαβάσει αρκετά έργα με ιδιωματισμούς Κρητικούς, θες από την εξάσκηση με την κουβέντα με γνωστά εδωμέσα προσώπατα, θες τυχαία, δυσκολίες στις λέξεις κι ιδιωματισμούς δεν είχα.

  24. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ωραία αφήγηση, ευχάριστο το όλον διήγημα. Εντάξει, οι ιδιωματισμοί λίγο με δυσκόλεψαν, το νόημα όμως έβγαινε από τα συμφραζόμενα. Κι εμένα ήρθαν στο νου μου παρόμοια διηγήματα, δεν πρόκειται όμως για αντιγραφή, είναι αυτόνομη ιστορία, από αυτές που όντως συμβαίνουν στα χωριά. Σάματις οι άλλοι από πού τα εμπνεύστηκαν; από παρόμοια ακούσματα, προφανώς.

    Από το γλωσσάρι, ξέρω μόνο τα:
    ανεδωμένος (ανάδωσε λέμε εμείς), αποδέλοιπα, ατζί (το λέμε άντζα), μαξούλι, μπαλοτιά, ψίκι.

    Ευχαριστούμε Antonislaw και Νικοκύρη.

  25. Χαρούλα said

    #11 & 15 Παναγιώτη Κ., atheofobos έχουμε και την κυρία Κοκοβίκου, του Αντωνάκη!

    Εμείς το χρησιμοποιούμε και ως περιγραφή ανδρών. Πάντα άνδρας. Όχι με θετικό πρόσημο. Μάλλον ως γελοίο, γεροντοκόρο, κουτοπόνηρο, με προσεγμένο ντύσιμο.

  26. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλογραμμένη ηθογραφία. Απογυμνώνει από κάθε εξωραϊσμό τα «αγνά ήθη» του χωριού, όπως κάνει και ο Παπαδιαμάντης και άλλοι ειλικρινείς συγγραφείς μας. Αλίμονο σου αν ήσουν (είσαι) διαφορετικός καθ’οιονδήποτε τρόπο σ’ αυτές τις κλειστές κοινωνίες…

  27. Πουλ-πουλ said

    «-Άντρας! Τι μαγική, τι όμορφη λέξη! Αξίζει όσο ακριβά κι αν την αγοράσει κανείς. Ακόμη και με τη ζωή του.»

    Ωχ!

  28. antonislaw said

    Καλημέρα σας! Μεγάλες ευχαριστίες στο Νικοκύρη που φιλοξένησε το διήγημα του Κωστή Φραγκούλη και όλους τους αναγνώστες για την αποδοχή τους.
    Πολύ σωστά εντοπίστηκε η σχέση του Κοκοβιού με τον Κερκέζο του Κονδυλάκη. Στην ίδια συλλογή διηγημάτων του ο Φραγκούλης περιλαμβάνει κι άλλο ένα με ήρωα αχαμνό, τον Ατσέλεγα (=σπουργίτης) που αρχίζει ως εξής : «Ό, τι συνέβη με τον » Κερκέζο»του Κοντυλάκη στην επανάσταση του ενενήντα εφτά το ίδιο έγινε το Μάη του σαρανταένα με τον Αγγελή του Καντηλανάφτη.»
    Να είμαστε καλά κι αν σας άρεσε να το πληκτρολογήσουμε!
    Ο ίδιος ο Φραγκούλης που πολέμησε στο Αλβανικό αποκλείστηκε στη Θήβα και δεν έλαβε μέρος στη μάχη της Κρήτης. Τα σχετικά τα αναφέρει στο διήγημα από την ίδια συλλογή» Παντέρμη Κρήτη». Λέει» Δεν μας άφησαν να περασωμε κατω και να γυρισωμε στα σπίτια μας όπως οι άλλοι στρατιώτες με το τέλος του πολέμου»

  29. dryhammer said

    19. Στα χιώτικα:
    αβάρετο: το ίδιο
    αμπασοδούλι: αμπάσος ο μικρός, ο κοντός (μπάσες στεριές)
    ανεδωμένος: (α)νεδωτισμένος. –τά σπίρτα ανεδωτίσανε και δεν ανάβουνε
    αποδέλοιπα, τα: το ίδιο
    απόδωκα: πιο πολύ με τη σημασία του ξέκαμα, τελειώσαν τα κουράγια μου, απόκαμα
    ας ήθελα τη μερώσεις πρώτα: το ήθελα γίνεται ήθε και άθε –άθε τηνε μέρωνες πρώτα
    μαξούλι, το: το ίδιο
    μετάπιασμα: το ίδιο
    μίστατο, το: μέτρο για υγρά έξι οκάδες
    μπαλοτιά, η (κ’ μπαλοτέ) : ο πυροβολισμός
    μπαλοτοκοπώ: πυροβολώ
    μπάρε (μπάρε μου): μπάρεμ
    νταμάτος: το ίδιο, πιο πολύ νταμωτός
    ξανοίγω: το ίδιο (ξανοίω)
    ξιπάται: το ίδιο ξιπάζεται (γι ανθρώπους και ζώα)
    παίζω: το ίδιο (και για το χτύπημα και για το φεύγω προς..)
    πόρτεγο, το : το ίδιο
    σάζω: το ίδιο (πιο πολύ σιάζω – παραίνεση προς DJ: Μεγάλε, σιάξε μας!!)
    ψίκι, το: το ίδιο

  30. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Πολύ ωραίο το διήγημα. Μόνο για το «αγίδα» προσέτρεξα στο λεξιλόγιο(μάλλον από το αγιούτο, ε;).

  31. dryhammer said

    29. Λάθος διαγραφής. Τα μίστατο, μπαλοτιά, και μπαλοτοκοπώ δεν υπάρχουν στα Χιώτικα, διέλαθον της διαγραφής που λένε κι οι πάσχοντες.

    ——–
    Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν θα μπω ποτέ για θέμα στις πανελλήνιες.

  32. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Με εντυπωσίασε το βιογραφικό του Κωστή Φραγκούλη. Πόσο καλλιεργημένος άνθρωπος ήταν, τι συγγραφικό έργο είχε, έχοντας τελειώσει μόνο το Δημοτικό.

  33. ΣΠ said

    11, 15
    Ο Πέτρος Γιαννακός είχε τον ρόλο του Κοκοβιού στις περισσότερες ταινίες που έχει παίξει.

  34. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Ευχάριστη έκπληξη το σημερινό! Πολλές ευχαριστίες στον Αντώνη και τον Νικοκύρη!

    Για τον Κ. Φραγκούλη να πω απλώς ότι ήταν ένας πολύ ξεχωριστός άνθρωπος και προικισμένος δημιουργός-ποιητής. Ιδιαίτερα αγαπητερός, λόγω φυσιογνωμίας-συμπεριφοράς-τρόπου ομιλίας. Πρόλαβα και τον γνώρισα…

    Ο «Κοκοβιός» του έχει μεν ομοιότητες και αντιστοιχίσεις ως προς το περιεχόμενο με τον «Κερκέζο», αλλά υπάρχει κάποια διαφοροποίηση ως προς τη γλώσσα: Ο Κονδυλάκης γράφει –όπως συνήθιζε- στην καθαρεύουσα και έχει τους διαλόγους στην κρητική διάλεκτο, ενώ ο Φραγκούλης έχει εμπλουτίσει συνειδητά και την αφήγηση με στοιχεία της τοπικής διαλέκτου, παρά το ότι βέβαια γράφει στην κοινή νεοελληνική. Αυτό το στοιχείο δίνει, νομίζω, μια ιδιαίτερη γοητεία και ομορφιά στο γράψιμό του.

    Και μερικά λεξιλογικά, διευκρινιστικά-συμπληρωματικά στο ενημερωτικότατο γλωσσάρι του Αντώνη:

    – ανεδωμένος: Αυτός που έχει αποβάλει (ανα(ε)δώσει) περίσσεια υγρασία. Κατ’ επέκταση, που εμφανίζεται επιφανειακά βρεγμένος.
    – κακομάζαλος: καημένος, κακότυχος (αυτή την ερμηνεία έχει και ο Κ.Φρ. στα ΔΙΦΟΡΑ-ΙΙ)
    – χναρόφυλλο: Φύλλο «χνάρι» παστού μπακαλιάρου. Δες π.χ. https://www.cretangastronomy.gr/2011/12/bakaliaros-giaxnera-xorta/
    (ως προς το μέγεθος των αυτιών, πάντως, δεν υπάρχει διαφορά με το φύλλο φραγκοσυκιάς… 🙂 )

    #4, G: Κι όμως ακούγεται και σήμερα πολύ ως επίθετο σαξελίμικος,-η,-ο. Ακόμη και στις πόλεις από τους σχετικά παλιούς… Τούρκικο, βέβαια: sağ salim, σώος και αβλαβής.

    #22. αγίδα: Απ’ ευθείας από το παλαιοβενετικό aida (και ιταλ. aita, aiuto: βοήθεια)

    #19. μίστατο: Βέβαια είναι πήλινο δοχείο (που μοιάζει με λαΐνι) αλλά έχει συγκεκριμένο μέγεθος, γιατί το χρησιμοποιούσαν και σαν μέτρο χωρητικότητας για υγρά (κρασομίστατο-λαδομίστατο). Υπάρχει σοβαρή διάσταση απόψεων για την χωρητικότητά του. Παρά το ότι αναφέρεται η ισοδυναμία με 6-7 οκάδες, φαίνεται πιθανότερη η τιμή των 9 έως 10 οκάδων.
    Ως προς την ετυμολογία υπάρχει η προταθείσα από Δημ. Πετρόπουλο: «Από το αμάρτυρο *ημίστατον, αφού η λ. στατόν και (στάτον) ως μετρική μονάδα απαντάται στις αρχαίες επιγραφές».
    Δεν ξέρω αν είναι αποδεκτή…

  35. William T. Riker said

    O Κριαράς στο Λεξικό του πάντως την δέχεται την πρόταση του Πετρόπουλου για το μίστατο και δίνει και αρκετά παραδείγματα

  36. gbaloglou said

    ψίκι

  37. 34 τέλος. Δεν έγινα κατανοητός μάλλον. Αυτό που εσείς λέτε μίστατο εμείς το λέμε λαΐνι. Δεν είναι θέμα ομοιότητας αλλά ως μέτρο χωρητικότητας υγρών και κυρίως λαδιού. 6 οκάδες και 100 δράμια. Γι’ αυτό έκανα και την αντιστοίχηση. Ακόμα και σήμερα, παρόλο που ούτε στα εργοστάσια το χρησιμοποιούν για μέτρημα (εγώ δεν πρόλαβα τη διαδικασία αλλά λαΐνια είχανε ακόμα) ούτε και η οκά είναι μονάδα μέτρησης (αντικαταστάθηκε απ’ το κιλό αλλά στις αγοροπωλησίες παίζει το λίτρο, άλλος πόνος, πουλάει ο αγρότης ούτε 2€ το κιλό το λάδι κι ο έμπορος το πουλάει με το λίτρο), παρ’ όλ’ αυτά λέω το χρησιμοποιούν στο χωριό σαν μέτρο απόδοσης όταν κάποιος αλέθει. Είναι περίπλοκη διαδικασία ο υπολογισμός, όμως αντί να πουν 4:1 (4 κιλά ελιές να δώσουν ένα κιλό λάδι) λεν ότι πήγαν στα 20 (20 λαίνια στο μόδι = 500 οκάδες ελιές).

  38. gbaloglou said

    36 Σχετίζεται, μέσω Βυζαντινού «οψικίου», και με το obsequious = «δουλοπρεπής» (που είχα μάθει στις ΗΠΑ υπό σίγουρα ενδιαφέρουσες περιστάσεις που όμως δεν θυμάμαι πια)!

  39. Γιάννης Ιατρού said

    34 (τέλος) …«Από το αμάρτυρο *ημίστατον…
    στατόν => το σταθερό, προφανώς σε αντίθεση με κανένα κινητό (υπάγον)
    από τα άρθρο του: «Συμβολή εις την έρευναν των λαϊκών μέτρων και σταθμών», σελ. 81

  40. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Ξεκίνησα να το διαβάζω το πρωί, πριν εμφανιστεί οποιοδήποτε σχόλιο, αλλά έχω τη γνωστή δυσκολία με το διάβασμα λογοτεχνίας στην οθόνη, κι έτσι λίγο το προχώρησα.

    Τον Φραγκούλη λίγο τον ήξερα. Συγκεκριμένα, από ένα δημοτικοφανές ποίημά του που είναι όντως εξαιρετικό, και που το πρωτοάκουσα ως τραγούδι (ταιριασμένο σ’ έναν από τους δημοτικούς σκοπούς της Κρήτης που χρησιμοποιούνται για κάθε πολύστιχο κείμενο), που μάλλον πρέπει να ηχογραφήθηκε όσο ζούσε ακόμη. Υπάρχει ακόμη αυτό το είδος ποιητάρηδων στην Κρήτη, αλλά ως επί το πλείστον είναι φτωχότατου επιπέδου. Ο Φραγκούλης ξεχωρίζει σαν φάρος. Όλως κατ’ εξαίρεσιν, ένας ακόμη πιο πρόσφατος (δηλαδή εν ζωή, μάχιμος και όχι ιδιαίτερα ηλικιωμένος) και αξιολογότατος είναι ο Χαρίδημος Σιγανός στο Λασίθι, περιώνυμος ως μαντινιαδολόγος στο χωριό του, μάλλον άγνωστος παραόξω, που ανάμεσα στα πολλά του έχει βγάλει και μερικά διαμαντάκια.

    Ότι ο Φραγκούλης έχει εκδώσει και βιβλία δεν το ήξερα, ούτε ότι έγραφε και πεζά (ούτε βέβαια ότι ήταν τυπογράφος και διαβασμένος). Βέβαια το πρώτο θα μπορούσα να το φανταστώ.

    ____________________________
    Κοκοβιός / Γωβιός είναι και παρατσούκλι του Μπιρικόκου, του μικρότερου γιου του Καραγκιόζη. Ίσως λόγω της ομοιότητας των δύο λέξεων (-κοκο- και στον Μπιρικόκο και στον κοκοβιό), ίσως επειδή το ψαράκι, εκτός από την εμφάνισή του, είναι και στη συμπεριφορά λίγο αστείο (ο κοκοβιός, Τζη, δεν είναι που κάθεται και έξω από το νερό, σε βραχάκια που τα χαϊδεύει το κύμα; και που εναλλάσσει την απόλυτη ακινησία με τα αστραπιαία τινάγματα σαν της γαρίδας;), ίσως και επειδή απλώς η λέξη είναι αστεία.

    Θυμίζω επίσης την κυρία Κοκοβίκου.

  41. Alexis said

    Πολύ καλό!!!
    Γνήσιο λογοτεχνικό ταλέντο ο Φραγκούλης!
    Θα ήθελα πολύ να διαβάσω και τα ποιητικά έργα του. Κυκλοφορούν άραγε ακόμα;
    Πολλές ευχαριστίες σε Αντώνη και Νοικοκύρη για το σημερινό…

  42. nikiplos said

    καλησπέρα… πολύ όμορφο, το διασκέδασα πάρα πολύ. Κι οι δύστυχοι οι στραβοχυμένοι, άθυρμα στα πικρόχολα σχόλια των υπολοίπων στις παλιές εκείνες κοινωνίες. Κι οι ατυχήσασες χήρες, όλο υποννοούμενα ως τίτλοι και συμπεριφορές.

    Κι εδώ που τα λέμε η Χοχλακομαρία, κι αν έβραζε κι αυτή στο ζουμί της, δίχως άντρα σε μέρη που οι γυναίκες δεν είχαν δικαιώματα. Ίσως γι’ αυτό και ξέσπαγε στον κοκοβιό περισσότερο από τις άλλες. Ένας μυστικός δεσμός τους έδενε, γιατί ωραία ούσα, θα μπορούσε να διαλέξει ως προστάτη της τον καλύτερο του χωριού…

  43. Γιάννης Ιατρού said

    39: (συνέχεια) Στατόν κλπ.
    Επειδή προηγουμένως δεν πρόκαμα γιατί με χρειάστηκαν για μια δουλειά, εδώ η συνέχεια με την ενδιαφέρουσα (κι επιγραφικά😉) παραπομπή [10] στο τέλος του παραπάνω κειμένου του Δημ. Πετρόπουλου (1953):

  44. # 40

    Οχι, Πέπε, η σαλιάρα μπορεί και το κάνει αυτό γιατί έχει αυτή την γλοιώδη ουσία που την προστατεύει για λίγο έξω από το νερό. Δεν τρώγεται όμως και δεν έχει «αφτιά»

  45. Theo said

    Χριστός ανέστη!

    Ωραίο το διήγημα του Φραγκούλη. Το διάβασα μονορούφι. Τις περισσότερες από τις λέξεις του γλωσσαριού τις ήξερα και δυσκολεύτηκα ελάχιστα στην ανάγνωση, μια και πολλές από τις άγνωστες τις καταλάβαινα από τα συμφραζόμενα.

    Θα περίμενα όμως μεγαλύτερη ανατροπή: Ο Κοκοβιός στο τέλος να παντρευτεί τη χήρα, σαν τις παλιές ελληνικές ταινίες. Αλλά η πραγματικότητα της ζωής διαφέρει από την «πραγματικότητα» του κινηματογράφου. Όπως γράφει κι ο αγαπημένος μου Σαχτούρης:

    «και το βράδυ
    στον κινηματογράφο
    βλέπεις
    ό,τι δεν είδες το πρωί
    το χαρούμενο κηπουρό
    το αληθινό αυτοκίνητο
    τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
    ότι δεν αγαπάει το θάνατο
    ο κινηματογράφος.’

  46. # 34

    Ανεξάρτητα από τι γράφουν τα ετυμολογικά, πολύ δύσκολα λογικά το αγίδα μπορεί να προέλθει από το αγιούτο ή την αΐντα. Εχουμε πολλές λέξεις με -αγι όπου το γάμα χάνεται : π.χ. Αι Νικόλας, σαΐτα, ενώ το γ εμφανίζεται όταν ακολουθεί -ιου : π.χ, του Μαΐου και του Μαγιού, αλλά όχι ο μάγις, μόνο Μάΐος ή Μάης, του υιού και του γιού ,ακόμα και το λάδι του λαδ(γ)ιού ακούγεται. Δύσκολο λοιπόν να φυτρώσει το γάμα στην αΐ(ν)τα και ακόμα πιο δύσκολο να ξεκινήσει από το αγιούτο και να μην παραμείνει έτσι όπως συμβαίνει σ’ όλη την Ελλάδα-και μένα η γιαγιά μου στο Γαλαξίδι, δοσμου έν’ αγιούτο μούλεγε !
    Ακόμα πιο δύσκολο το βενετικό aida (το aita γράφεις πως είναι ιταλικό αλλά στην Κρήτη Βενετοί ήρθανε, όχι Ιταλοί ) να μην αποδοθεί αΐδα αλλά αΐτα τότε και ταν φίλο μας τον Μαρτίνο δεν θα τον προσφωνούσαμε Δον αλλά Tον !!
    Επίσης στην κρητική διάλεκτο έχουν επίζήσει η αίγα, η θύρα και η όρνιθα, δεν θα με παραξένευε και η αγίδα είτε εκ παραφθοράς από την αιγίδα, είτε ακόμα από τυπογραφικό λάθος-συμβαίνουν κι αυτά.

  47. sarant said

    Eυχαριστω για τα νεότερα!

    19-29 Το «αμπασοδούλι» θα περίμενα να ετυμολογείται (κατά το πρώτο συνθετικό) από την αμπασάδα που θα πει εκδούλευση και είναι κατά τη γνώμη μου ομόρριζο με τα embassy, ambassade κτλ.

    Αλλά μπορεί να είναι και από το αμπάσος = μικρός, δεν ξέρω

    26 Να τα λέμε κι αυτά

    36 Α μπράβο, κι ήθελα να το βάλω καιμετά το ξέχασα

    45 Να παντρευοταν τη χήρα, δεν θα παραήταν χάπι εντ;

  48. Λευκιππος said

    Πόσο πραγματικό..

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ωπ! Από τη μικρή πατρίδα το αφιέρωμα σήμερα κι άργησα!
    Μπράβο κι ένα μικρό μπραβάκι που ΄λεγε ο πατέρας μου.
    Ευχαριστούμε τον Αντώνη για την ιδέα και την επιμέλεια και βέβαια τον φιλόξενο Νικοκύρη.
    Εδώ έχουμε κι άλλες φορές παρεμβάλλει παρεμπιπτόντως μαντινιάδες και παραπομπές στα Δίφορα κι αλλού, νομίζω, του Κωστή Φραγκούλη.

    >>θρουλί: κομματάκι, ψίχουλο, καθόλου (δεν έχει θρουλί δόντι: δεν έχει καθόλου δόντια)
    Θρουλί ψωμί, ψιχάλι ψωμί, ούτε ψίχουλο
    θρουλώ: θρυμματίζω, μαδώ, ξεκουκκίζω

    34 >>χναρόφυλλο (και χνάρι μπακαλιάρου) :
    Χνάρα λέμε τον ενδημικό κάκτο(λένε ότι είναι παρόμοιος μ΄αυτόν της τεκίλας) με μεγάλα και με δαντελωτές αγκαθωτές άκρες φύλλα (χναρόφυλλα)* αλλού τονε λένε αθάνατο-είδος αγαύης. Βγάνει ετήσια έναν πανύψηλο κορμό, χοντρό σαν δέντρου, με τα άνθη στην κορυφή. Είναι κούφιος κι ελαφρύς αυτός ο κορμός και γινόταν το πρώτο μας παιδικό φυσικό σωσίβιο, εκεί κάτω, καθώς πιάναμε στη σειρά η μαρίδα αυτό το αλαφροκούτσουρο και κολυμπούσαμε.
    *ειδικά όταν ξεραθούν τα χναρόφυλλα, είναι σαν ταγαριασμένοι μπακαλιάροι 🙂
    Α να ,βρήκα!

    http://agroselida.blogspot.com/2014/01/blog-post_6847.html

  50. ΚΑΒ said

    Από το ΙΛΑ. Νομίζω ότι το αμπασοδούλι πρέπει να σχετίζεται με το αμπασ(σ)άδα και όχι με το (α)μπάσος. Ο Φραγκούλης ή οι Κρητικοί πρόσθεσαν την κατάληξη -δούλι για έμφαση, για να δειχτεί περισσότερο το μικρό

  51. ΚΩΣΤΑΣ said

    45 – 47

    Ε! ναι, να παντρευόταν τη χήρα, θα παραήταν χάπι εντ; Φτάνει ότι πλέον κατατάχθηκε στους κανονικούς άντρηδες. Αλήθεια, πώς να ζούσε μετά ο Κοκοβιός στο νέο συμπεριφορικό πλαίσιο των συγχωριανών του; Προσαρμόστηκε ή νοσταλγούσε τον παλιό καλό καιρό; Όποιος μάθει γυμνός και ξυπόλητος, ντρέπεται μετά ντυμένος και ποδεμένος. Κίνητρο στον Αντώνη να γράψει ο ίδιος ένα διήγημα με την νέα ζωή του Κοκοβιού. 😉
    …………………………………………………………………………………………………………

    Για την συμπατριώτισσά μου το Κιγκέρι, μπορεί να σε ενδιαφέρει το παρακάτω, καθότι βλέπω ότι κι εσύ παρακολουθείς τα δρώμενα στη Λάρισα*.

    file:///C:/Users/kosta/Downloads/5213.pdf

    * Νικοκύρη, ζητώ την κατανόησή σου για τις τοπικιστικές μου υπερβολές.

  52. dryhammer said

    34. Το κακτοειδές της φωτογραφίας, που μοιάζει σαν αγαύη ή σαν αλόη με γιγαντισμό (αξαδέρφια πρέπει νάναι όλα τούτα), στη Χίο το λέμε απομονές (ναι στον πληθυντικό).

  53. ΚΩΣΤΑΣ said

    51 Εδώ καλύτερα το λινκ, μπορείτε να το κατεβάσετε

    https://www.openbook.gr/o-ponos-tis-epistrofis/

  54. loukretia50 said

    Πολύ μου άρεσε η γλώσσα και η στρωτή, ζωντανή αφήγηση.
    Απολαυστικοί οι διάλογοι.
    Ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική η εισαγωγή, το γλωσσάρι πλούσιο και χρήσιμο στους μη εξοικειωμένους , αν και γενικά είναι κατανοητές οι λέξεις από τα συμφραζόμενα.
    Δεν ήξερα τον Κώστα Φραγκούλη και χαίρομαι που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσουμε.
    Ευχαριστούμε!

  55. Ωραίο το σημερινό, ευχαριστούμε τον Νικοκύρη και τον Έννομο Αντώνιο.
    Η ανάγνωση ρέουσα και το λεξιλόγιο χωρίς προβλήματα.

  56. Νέο Kid said

    Ένα επίκαιρο ανέκδοτο (κρύο! Προειδοποιώ!) που άκουσα πριν λίγο σε κυπριακό «show»…
    Περπατάει μια κοτσιάκαρη στο δρόμο και της επιτίθεται ένας τσαντάκιας. Βουτάει την τσάντα της και φεύγει τρέχοντας. Μετά από καμιά εκατοστή μέτρα πετάγεται μπροστά του ένα χελωνονιντζάκι , τον πλακώνει στις καρατιές και επιστρέφει την τσάντα στην κοτσιάκαρη.
    -Θενκ κιου λεβέντη μου. Να ζήσεις! Μα ποιος είσαι εσού;
    -Χελονονιντζάκι, γιαγιά.
    -Α, έτσι παλικάρια βγάλει πάντα η Κρήτη!
    …😩🤢

  57. takis#13 said

    52. έτσι το λέμε και στην Κω

  58. sarant said

    50 A, καλά που το έβαλες.

  59. nessim said

    49,ο αθάνατος, (συνήθως αγαύη η αμερικανική), ζει δεκάδες χρόνια αλλά μόνο στο τέλος της ζωής του αναπτύσσει αυτό το «κατάρτι» στο οποίο συγκεντρώνονται όλοι οι χυμοί του (από αυτούς φτιάχνουν το απόσταγμα στο Μεξικό) με τα άνθη σαν πολυέλαιο ψηλά. Μετά ξεραίνεται, (δίπλα του εν τω μεταξύ έχουν αναπτυχθεί τα «παιδιά» του με παραφυάδες), χάνονται οι χυμοί και γίνεται κατάλληλο για σωσίβιο!

  60. Theo said

    @47, 51:

    Με το που έσωσε τη χήρα θυμήθηκα τα χάπι εντ των ελληνικών ταινιών των 60ς.
    Αλλά θα μου πείτε πως το φτωχό και αδικημένο από τη ζωή και την κακούργα κενωνία παλικάρι που στο τέλος παντρευόταν την όμορφη και κατά βάθος καλή πλουσιοκόρη δεν έμοιαζε με ΑΜΕΑ όπως ο Κοκοβιός της ιστορίας.

  61. Χαρούλα said

    #59 την Τεκίλα και το Μεζκάλ στο Μεξικό, τα φτιάχνουν από μπλέ αγάβη. Δεν αναπτύσει κοντάρι στο κέντρο αλλά μιά πίνα, σαν τεραστιο ανανά Όταν καθαριστεί.
    https://www.piperies.gr/posts/fyto-tis-tekilas

  62. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τ΄ αμοναχό
    Πάρις Πρισυνάκης/Φραγκούλης Κωστής-Ανταίος/ Βασίλης Σταυρακάκης

  63. Γιάννης Ιατρού said

    62: η χέρα του να ζουγλαθεί…
    Εδώ του κυνηγού που σκότωσε το ταίρι του, αλλά γενικώς, τη φράση καλό είναι να τη σημειώσουμε και να την θυμόμαστε…, ο καιρός γαρ εγγύς 🤔😜😉

  64. Λευκιππος said

    Τι είναι κοτσιακαρη; Υποθέτω αλλά δεν είμαι σίγουρος.

  65. 64 Γριέντζω < τρκ kocakarı

  66. Κιγκέρι said

    51, 53

    Ευχαριστώ ΚΩΣΤΑ!
    Το κατέβασα και το ξεφύλισα ήδη στα γρήγορα, ψάχνοντας γνωστά ονόματα και καταστάσεις.
    Τον συγγραφέα δεν τον γνωρίζω, άλλη γειτονιά, άλλο σχολείο, είναι και δυό-τρία χρόνια μικρότερός μου, που στη σχολική ηλικία είναι ιλιγγιώδης διαφορά 🙂, όμως
    πολλά πράγματα τα θυμάμαι με τον ίδιο τρόπο. Άσε που έπαιρνα και τα ίδια δώρα στις γιορτές!

  67. ΚΩΣΤΑΣ said

    66 Απλά, Κιγκέρι, να θυμηθείς κάποιες στιγμές από την λίγο παλιότερη Λάρισα. Καλά, εγώ θυμάμαι και την αρχαία. 😉 Μάχος (Τηλέμαχος), Βασιλάκης ο Β’, Τρακάλας… κάτι από γραφικές φιγούρες. Αφήνω αλκαζάρια, υδραγωγεία, σινεμάδες, ξενυχτάδικα, κ@λ@μπαρα, παζάρια… 😪

  68. Κουτρούφι said

    Ευχάριστο το σημερινό. Ωραία επιλογή.

    #45. Θα μπορούσε όμως να είχε και λυπητερό τέλος. Να είχε, τελικά, πεθάνει ο καημένος.

    Μερικά γλωσσικά σε σχέση με τη Σίφνο.

    Αμπασάδα, όπως βρίσκει και το #50 και ρήμα το αμπασαδεύ(γ)ω: Εξυπηρετώ κάποιον.

    «ξανοί(γ)ω». Πρέπει να έχει και την έννοια του «προσέχω», «έχω το νου μου», όπως και σε μας. Φαντάρος όταν ήμουνα (στο χωριό του dryhammer), μια νύχτα σηκώθηκα για να πάω για σκοπιά. Εκεί στα σκοτεινά όπως κατέβαινα από το κρεβάτι μού λέει ένας κρητικός που ήταν θαλαμοφύλακας: «Ξάνοιε να μη μισερωθείς». Αιφνιδιάστηκα που άκουγα σιφνέικα (και το «μισερώνομαι» έχουμε) εν τω μέσω της νυκτός στα Καρδάμυλα. «εε…ξανοίω, του λέω, ξανοίω…». . Επίσης, σε μας, και «ξανώ»

    «ανεδώνω»: «Ηνεδώσανε οι μπαταρίες». Βγήκε το υγρό τους έξω.

    «ξιπάται» σε μας εκφέρεται «ξιπhάται» (κυπρέικα):
    » Ο Κρούστης άφταστος γερός
    καλαμιδάς και κυνηγός
    και το βράδυ που κοιμάται
    και από τα δυο ξιπάται»
    (από κάλαντα)

  69. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    51 >>Προσαρμόστηκε ή νοσταλγούσε τον παλιό καλό καιρό;
    Μα λέει το (και είναι ένα από τα καλύτερα σημεία κατ΄εμέ)
    «Αυτός όμως, στενοχωριέται κι είναι ώρες που θυμάται τον παλιό, τον προπολεμικό καιρό, που έλεγαν Κοκοβιό, που τον πείραζαν οι γυναίκες κι έσπαζαν πλάκα μαζί του οι χωριανοί. Και γελούσαν όλοι καλόκαρδα, κι αυτός μαζί τους.»

    Ένα κινηματογραφικό φινάλε θα ήταν το φίλημα στο χαντάκι με επίδεσμο το μεσοφόρι της και το βλέμμα να κανακεύει τις γάμπες της.

    63 ( Άστα.Μοιρολόι)
    Η χέρα ντου να ζουγλαθεί (ή Ανάθεμα στον κυνηγό)
    που σκότωνε τ΄αηδόνι
    κι εμαυροντύθηκ’ η αυγή
    κι αργεί να ξημερώνει 😥

    ο κόσμος είν’ ένα δεντρί
    κι εμείς το πωρικό ντου
    κι ο χάρος είναι τρυγητής
    και παίρνει τον καρπό ντου (του Κ.Φραγκούλη)

    Του Κωστή Φραγκούλη είναι οι στίχοι στο Βοσκαρουδάκι που το πρωτοτραγούδησε ο Κ.Μουντάκης μα τώρα έγινε πολύ δημοφιλές στους νέους με τον κοντοχωριανό του, τον Στειακό, Γιάννη Χαρούλη.

  70. Χαρούλα said

    #67 ΚΩΣΤΑ Αν και μόνο λίγο την έζησα, σινεμάδες,παζάρια και Αλκαζάρ(με τα φεστιβάλ νεολαιών😊) τα χάρηκα και γω! Που με ταξιδεύεις βραδιάτικα….!🥰

  71. nessim said

    61, σωστά η τεκίλα φτιάχνεται μόνο από μπλε αγαύη και από συγκεκριμένη περιοχή, το μεσκάλ από διάφορες περιοχές και είδη αγαύης.
    Από τον ¨αθάνατο¨ (maguey) παίρνουμε τον χυμό που πίνεται όπως είναι ( Aguamiel ) ή μετά από ζύμωση (όχι απόσταξη όπως έγραψα) σαν «κρασί» (pulque).

  72. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλησπέρα.

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε τὸ διήγημα τοῦ Κωστῆ Φραγκούλη. Ζωντανή, λαϊκὴ γλώσσα, ὡραία ἀφήγηση, χωρὶς ἐξωραϊσμοὺς γιὰ τὴ σκληρότητα τῶν μικρῶν κοινωνιῶν ἀπέναντι στοὺς διαφορετικούς.

    Ἡ γλώσσα δὲν μὲ δυσκόλεψε. Χάρη στὴ ρέουσα ἀφήγηση δὲν χρειάστηκε νὰ συμβουλευτῶ τὸ πολὺ κατατοπιστικὸ γλωσσάρι κατὰ τὴν ἀνάγνωση.

    Μοῦ θύμισε κι ἐμένα τὸν Κερκέζο τοῦ Κονδυλάκη, ἀλλὰ τὸ καταφχαριστήθηκα.

    Εὐχαριστοῦμε πολὺ τὸν Ἀντώνη καὶ τὸν Νικοκύρη.

    Τὰ Θερμιὰ δὲν εἶχαν ἐλαιοπαραγωγὴ καὶ χρησιμοποιοῦσαν τὸ μίστατο γιὰ τὴν μέτρηση τοῦ κρασιοῦ.

    Τὸ μίστατο ἦταν ὑποδιαίρεση τῆς βαρέλας ποὺ εἶχε χωρητικότητα 70 ὀκάδων κρασιοῦ. Κάθε βαρέλα εἶχε 10 μίστατα· συνεπῶς τὸ θερμιώτικο μίστατο εἶχε χωρητικότητα 7 ὀκάδων κρασιοῦ.

  73. Κιγκέρι said

    Τον Μάχο κι εγώ τον θυμάμαι αμυδρά. Φον Τέλεμαχ τον έλεγε ο πατέρας μου.
    Ακόμα έχω στα μάτια μου την εικόνα του Παζαριού, όπως το βλέπαμε να απλώνεται στο Αλκαζάρ από πάνω από τα σκαλιά, γεμάτο κόσμο και φώτα, να έτσι:

  74. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    72 Είχανε και πρότυπα δοχεία για το μίστατο;

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη.

    Με το σκοπό του Διγενή (ένα απόσπασμα με το Ν.Ξυλούρη)
    Χίτλερ να μην το καυχηθείς

    Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη
    ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της
    στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία
    μα πάλι επολεμήσανε…

  76. Κιγκέρι said

    Ωπ, Χαρούλα, τώρα σε είδα!

  77. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    37, Γ. Μαλλιαρός
    Ναι, το πήρα έτσι «στραβά» γιατί στην Κρήτη λαΐνια λέμε τα γνωστά πήλινα σταμνιά, ανεξαρτήτως μεγέθους! 🙂
    Ως προς την (ποικίλη) χωρητικότητα του μίστατου, κατατοπιστικά είναι τα όσα παραθέτει παρακάτω ο κ. Ιατρού.

    39-43, Γ. Ιατρού
    ΟΚ. Ευχαριστώ! Να προσθέσω μόνο ότι το μίστατο αναφέρεται σε συμβόλαιο του νοτάριου του Χάνδακα Pietro Scadron, ήδη από το 1271. Και βέβαια σε αρκετά μεταγενέστερα συμβόλαια.

    41, Alexis
    Δεν νομίζω ότι τα έργα του Κ.Φρ. κυκλοφορούν πλέον. Ωστόσο ΤΑ ΔΙΦΟΡΑ (το 1ο) κατεβαίνουν από εδώ: https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

    46, Gpointofview
    Για την αγίδα γράφω: «Απ’ ευθείας από το παλαιοβενετικό aida», παραλείποντας τα προφανή -> αΐδα -> αγίδα = βοήθεια!
    Υπήρχε (καταγραμμένο) και το αντίστοιχο ρήμα αϊδάρω ή αϊδέρνω -αλλά και ως αδιάρω, αδιέρνω- = βοηθώ, συμπαρίσταμαι. Παρέμεινε επίσης και στην Κρήτη ο τύπος «αγιουτάρω».
    Η ανάπτυξη ευφωνικού γ δεν είναι ασυνήθιστη στην κρητική διάλεκτο και ούτε μόνο όταν ακολουθεί –ιου. π.χ. μεριά – μερ(γ)ιά, κριός – κριγιός, αντρειά – αντριγειά κ.ά.
    Ακόμη και στη νεοελληνική έχουμε: αέρας – αγέρας, έκαιε – έκαιγε κ.α.
    Και, βέβαια, η αιγίδα δεν σημαίνει βοήθεια!

  78. Κιγκέρι said

    69, 75:

    Μ´αρέσει πολύ το Βοσκαρουδάκι, απ´τον Μουντάκη όμως! Δεν ήξερα τίνος είναι οι στίχοι.

    Για την τραγική μοίρα της Μεραρχίας Κρήτης στην Κατοχή:

    https://archive.patris.gr/articles/158144

  79. ΚΩΣΤΑΣ said

    69 –> Προσαρμόστηκε ή νοσταλγούσε τον παλιό καλό καιρό;
    Ναι, δίκιο έχεις, μου διέφυγε.

    70 Χαρούλα, χάρηκα που στάθηκα η αφορμή να αναπολήσεις ωραίες στιγμές από τη ζωή σου. 🙂

    73 Φον Τελεμάκ τον λέει και ο Μάκης Λαχανάς, στο βιβλίο του «η πόλις». Να το πάρεις και αυτό! 🙂

    Το παρακάναμε σήμερα με την παλιά Λάρισα, σε λίγο θα μας πάρει ο Νικοκύρης με το σκουπόξυλο, δικαιολογημένα. Επανερχόμαστε άλλη φορά… 😉

  80. Χαρούλα said

    #73 Κίγκερι βίντεο για το Παζάρι χωρίς Αγαπούλα και τον χαλβά της γίνεται;;;
    Είχα πάθει πολιτισμικό σοκ. Εμείς παζάρι λέγαμε την εβδομαδιαία λαϊκή αγορά. Και είδα αυτό! Τρελάθηκα. Το γυρνούσα τμηματικά! Σαν να είχα πάει ταξίδι! Ζώα, ρούχα, φαγώσιμα,λούνα-παρκ, έκυεση ζωγραφικής, είδη σπιτιού,…. !!! Η Ντίσνευλάντ του καθημερινού ανθρώπου. (Και είναι γυρισμένο μόλις ένα χρόνο αφότου έφυγα)
    Την καληνύχτα μου! Έχω να κάνω όμορφα ταξίδια του νου, απόψε. Ευχαριστώ Κίγκερι και ΚΩΣΤΑ.

  81. Πέπε said

    Τελικά κατάφερα να τελειώσω την ιστορία.

    Ποιος ήταν που σχολίασε «θλιβερή μα αληθινή – ήταν σκληρές αυτές οι κοινωνίες»; Άκρες-μέσες αρκετοί το είπαν αυτό.

    Ε λοιπόν εγώ έχω μια ένσταση. Γαμπρός με ελιές και αμπέλια δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει στο ράφι. Στην ιστορία φαίνεται οι κοπέλες να τα κανονίζουν όλα σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους, αλλά δε νομίζω -στην προπολεμική ελληνική επαρχία!- ότι αυτό ξεπερνούσε τα όρια των ευχών τους και ήγγιζε εκείνα της πραγματικότητας.

    Η γαμήλια αγορά ήταν μια σκληρή μπίζνα. Τον γαμπρό που δεν άρεσε σε καμιά, θα τον έπαιρνε κάποια που δεν της άρεσε – τόσο απλά. (Εφόσον υπάρχουν οι ελιές και τ’ αμπέλια στη μέση πάντα.) Κι αν ήταν και λίγο ελαφρός στα μυαλά, θα τον έπαιρνε καμιά αζήτητη: καμιά γκαβή, καμιά καμπούρα σαν και του λόγου του, καμιά γεροντοκόρη, καμιά άφραγκη.

    _________________________

    > > Ντα μεσοδόκια, μπρε, θα κουβαλήσω;
    > > Ντα δε θα μου σάσει κι εμένα καμμιά βολά;

    Να και μια λέξη που δεν την περιέλαβε ο Αντώνης στο γλωσσάρι του. Και τι να εξηγήσεις από δαύτη; Είναι μάλλον η ιδιωματικότερη λέξη όλης της κρητικής ομιλίας. Μετά από 5 χρόνια μόνιμης εγκατάστασης στην Κρήτη έχω πλέον καταλάβει αρκετά καλά τι σημαίνει και πώς χρησιμοποιείται, αλλά να την εξηγήσω δεν ξέρω. Νομίζω ούτε σε κρητικά λεξικά δεν έχω βρει ικανοποιητική ερμηνεία, πόσο μάλλον ετυμολογία (και καλά από το ίντα – καμία σχέση νοηματικά).

    Εισάγοντας ερωτήσεις επιτείνει μετρίως την απορία (πραγματική ή ρητορική), εκφράζει κάποια αμφισβήτηση, και λειτουργεί αντιθετικά προς τα προηγούμενα. Αλλά δεν εισάγει μόνο ερωτήσεις.

    Δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στην κοινή νεοελληνική. Στα εν λόγω παραδείγματα, ιδίως στο πρώτο, θα μπορούσε να αντικατασταθεί με το «σάμπως» ή «σάματις» αφήνοντας το νόημα περίπου αναλλοίωτο, αλλά τα πλήρη νοηματικά πεδία του «ντα» και του «σάμπως / σάματις» σαφώς δεν ταυτίζονται.

  82. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @74. Εἶχαν κάποια δοχεῖα, ποὺ δὲν ἦταν πιστοποιημένα.

    Θυμᾶμαι ὅτι τὰ σταθμά, ὀκάδες καὶ δράμια παλιότερα – κιλὰ καὶ γραμμάρια ἔπειτα, ἦταν χτυπημένα μὲ κάποιο ἀνάγλυφο μεταλλικὸ σφραγιδάκι, ποὺ πιστοποιοῦσε ὅτι ἐλέγχθηκαν ἀπὸ κάποιαν ἁρμόδια ἀρχή.

    Δὲν νομίζω νὰ γινόταν κάτι ἀντίστοιχο γιὰ τὰ μίστατα, ἐπειδὴ ἦταν διαφορετικὰ ἀπὸ νησὶ σὲ νησί, ὅπως λέει κι ὁ Γιάννης στὸ #39.

    Πάντως ἦταν εὔκολο νὰ διαπιστώσουν ἂν κάποιο μίστατο «ἔκλεβε», ζυγίζοντάς το γεμᾶτο καὶ ἄδειο. Μιλᾶμε, βέβαια, γιὰ τὸ ἴδιο ὑγρό. Γιὰ παράδειγμα, τὸ μίστατο τοῦ κρασιοῦ χωροῦσε λιγότερες ὀκάδες λαδιοῦ.

  83. mitsos said

    Το διέτρεξα το μεσημέρι, Καλό αλλά …΄ηξερα τι μου έλειπε …
    Επανήλθα λοιπόν τώρα να το διαβάσω φωναχτά, μιμούμενος την προφορά και τον ρυθμό του ιδιώματος όπως εγώ το φαντάζομαι με βάση όσα ακούσματα έχω.
    Α γεια σου. Τώρα ήντονε σωστό.
    Ευχαριστώ Antonislaw. Ευχαριστώ Νικοκύρη
    Καλό ξημέρωμα.

  84. Γιάννης Ιατρού said

    72: Δημήτρη,
    7 οκάδες λές, δηλ. 7*1,283 λίτρα ~ 9 λίτρα. Σχεδόν το μισό, απ΄ότι παλιότερα στην Κρήτη, που για το κρασί το μιστρατο είχε περίπου 20 λίτρα… (όπως αναφέρει ο Ιστορικός Σ. Σπανάκης – Μonuments de l’Histoire de la Crète, tome ΙΙ, το 1950)

    La Crète, source de matières premières

    Du Royaume [de Crète] sont exportés de nombreux tonneaux de vin, un nombre pas du tout méprisable. Les bonnes années, il peut produire 50 000 mistata [un mistato = vingt litres environ] de muscat, autant d’huile et beaucoup de malvoisie brusco. Il remplit des navires entiers de fromage, 80 000 mistata de raisins secs, 10 000 de laudanum, 5 000 de glands, du miel en grande quantité. Il peut produire du sel autant qu’on en veut, si on introduit l’emploi des galions latins, tout le lest nécessaire peut être le sel ; il y a peu, on a transporté à Venise 11 000 mesures de sel, de même qualité que celui de Chypre, comme on peut le voir de l’échantillon que j’ai rapporté que Candie…

    77b MIK-IE 👍 Όλα τα καταγράφανε οι Βενετσιάνοι!

  85. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    77 τέλος

    Η αΐδα στους Μαυρόλυκους του Θ. Πετσάλη-Διομήδη (ο συγγραφέας σε υποσημείωση παραπέμπει, προφανώς λανθασμένα, στο γαλλ. aide)

    Κι ύστερα λαβωμένοι, πελεκημένοι οι Αγαρηνοί τραβιούνται στα παβγιόνια τους να ξανασάνουν, καρτερώντας αΐδα, κι οι φράγκοι αφανισμένοι, με την ψυχή στο στόμα, ξανακλειούνται μες στο Κάστρο να συνεφέρουν, προσμένοντας τα κάτεργα με τις βοήθειες.

  86. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @84. Γιάννη, ὅπως φαίνεται κι ἀπὸ τὸ ἀπόσπασμα ποὺ παραθέτεις στὸ #39, τὸ μίστατο εἶχε μεγάλη διακύμανση ἀπὸ τόπο σὲ τόπο.

    Προφανῶς, ὅταν γινόταν συναλλαγὲς ἀνάμεσα σὲ μέρη μὲ διαφορετικὲς μονάδες μέτρησης, θά ᾿βρισκαν μιὰ κοινὰ ἀποδεκτὴ μονάδα, π.χ. ὀκά.

  87. Spiridione said

    77. συμπλ. από το ΙΛΝΕ
    ἀίδα ἡ, Κρήτ. Νάξ. Σάμ. Σύμ. ἄιδα Σύμ. Άγίδα Κρήτ. ἐγίδα ᾿Αντικύθ. ἀίτα Κύπρ. ἀίτη Κύπρ.
    Ετυμολογία
    εκ τοῦ Ἑνετ. αidα. Πβ. καὶ Ἰταλ. aita.
    Σημασιολογία
    1. Βοήθεια Ἀντικύθ. Κρήτ. Κύπρ. Νάξ. Σάμ: Ὅπο͜ιος ἔχει πολλὰ παιδιὰ ἔχει ἀίδα Κρήτ. Παίρνω τὲς κόρες μαζίν μου ᾿ς τὰ χωράφκια νὰ μοῦ κάμνουν ᾽λ-λίην ἀίταν Κύπρ. Νά ᾿ρθῃς αὔριο νὰ μοῦ δώσῃς μιὰν ἀίδα Νάξ. Ἔλα νὰ μοῦ κάμῃς ἀίδα Κρήτ. Κάμνει μου καλὴν ἀίταν Κύπρ. || Γνωμ. Ὁ γείτως ἔν’ ἀίτα (γείτως = γείτων) αὐτόθ.
    β) Περίθαλψις περιποίησις Σὔμ. ||) ᾿Εν τῷ πληθ., παιδιά, καθ’ ἣν ἕκαστος τῶν παικτῶν θέτων ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ποδὸς μάρμαρον ἢ ἐπίπεδον λίθον καὶ ἔχων τὸν πόδα τοῦτον ὑψωμένον προσπαθεῖ διὰ τοῦ ἑτέρου ποδὸς πηδῶν νὰ ἀνέλθῃ τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος. Ὁ κατορθώνων νὰ ἀνέλθῃ οὕτω τὴν κλίμακα χωρὶς νὰ πέσῃ τὸ ἐπὶ τοῦ ποδὸς μάρμαρον ἢ νὰ ἐγγίσῃ που ὁ ἴδιος ὰνακηρύττεται νικητὴς Σύμ. Ἔλα νὰ παίξουμε τὲς ἆίδες. β) Αὐτὸς ὁ ἐπίπεδος λίθος, δι᾿ οὗ παίζεται ἡ ἀνωτέρω παιδιὰ Σύμ.

    ἀιδάρω Κίμωλ. Κρήτ. Κύθηρ. Νάξ. κ. ἀ. ἀδιάρω Κρήτ. Σίφν. ’διάρω Σίφν. ἀιτάρω Κέρκ. Μεγίστ. Παξ. ἀιδέρνω Ἰων. (Σμύρν.) Κρήτ. ἀιτέρνω Μεγίστ. ἀιδαρίξω Κρήτ.
    Ετυμολογία
    Ἐκ τοῦ Ἑνετ. aidar. Τὸ ἀιτάρω ἐκ τοῦ Ἰταλ. aitare. Ἡ λ. καὶ παρὰ Φωσκόλ. Φορτουν. πρόλογ. στ. 129 (ἔκδ. ΣΞανθουδ.) «θωρῶντας τσοι τέτοιας λοῆς κ’ ἐγὼ ἐιδάρισά τσοι».
    Σημασιολογία
    Βοηθῶ, ἐπικουρῶ ἔνθ’ ἀν.: Ἄdες νὰ τὴν ἀιδάρωμεν ν᾿ ἀποθερίσῃ Κρήτ. Ἀίδαρέ με ν᾽ ἀρμέξωμε αὐτόθ. Νά ᾽ρθῃς αὔριο νὰ μ᾿ ἀιδάρῃς ’ς τ’ ἀμπέλι Νάξ. Ἔλα ν᾿ ἀιδαριστοῦμε νὰ σκάψωμε τ᾿ ἀμπέλιˬα μας αὐτόθ. || Φρ. Ὁ Θεὸς ν᾿ σ᾿ ἀιδάρῃ! Κύθηρ. ᾎσμ. Ἅγιε Παντελεήμονα κιˬ ἅγιε ἁ-Στράτηγέ μου, ἀιδάρετέ με τ᾿ ὀρφανὸ νὰ χτίσω μοναστῆρι Κρήτ. Συνών. ἀγιˬουτάρω 1.

  88. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    85 συνέχεια ( για 77 τέλος)

    Ερωτό

    Ο τόπος ήτον ακριβός κι έχουν ολίγη ολπίδα
    γιατί ήσωνε η λαβωματιά κι ετρύπα την παγίδα

    (Η παγίδα, προφ η παΐδα, τα παΐδια, ο κλωβός των πλευρών).

  89. sarant said

    87 Μπράβο. Ευτυχώς που για τα γράμματα Α-Γ και μισό Δ έχουμε το ΙΛΝΕ.

  90. Γιάννης Ιατρού said

    86: Έτσι είναι Δημήτρη. Και χρονικά επίσης υπάρχει μεγάλο εύρος.

    Στην πολύ (γενικότερα) πολύ ενδιαφέρουσα μονογραφία της Eμπόριο και Σταυροφορία – H Bενετοκρατούμενη Κρήτη και τα Εμιράτα του Μεντεσέ και του ΑΪδινίου (1300-1415) (εδώ, προσφορά του υπογείου για τις Κρητικοπούλες και τους ρέκτες εδώμέσα 🙂 ) η κα Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Τουρκολόγος🤩 καθ. στην Κρήτη, αναφέρει σχετικά στη σελ. 150:

    … The local measure for wine in Crete was the mistato; the buta was also used there but most probably only for exports and it was a convenient measure for commercial transactions because it was three times the popular Venetian measure for wine, the bigonzio. In July 1394 Venice instructed the Cretan administration to abandon the use of the old local wine measures and to adopt those of the metropolis, a further change which complicates any study of the measures; however two 14th century texts stated clearly that the mistato was 1/56 of the anfora of Venice, which was 600,9 Liter; therefore the mistato was approximately 11 Liter

    δηλαδή όγκος που έρχεται πολύ πιό κοντά στα δικά σας στην Κύθνο με τα 9 λίτρα… (φυλάτε ….Θερμοπύλες στον νησί 🙂 ) απ΄ότι πολύ μεταγενέστερα, τον 19ο αι. με τα 20 λίτρα που αναφέρονται από τον Σ. Σπανάκη στο #84)

  91. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Πάντως, Γιάννη, μέχρι τὶς μέρες μας (τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ εἰκοστοῦ αίώνα) ὑπῆρχε ἡ συνήθεια νὰ κάνουν μεταξύ τους οἱ ἔμποροι ἀγιάρι, δηλ. νὰ συμφωνοῦν τὶς ποσότητες τῶν ἐμπορευμάτων ποὺ διακινήθηκαν, τὶς τιμὲς κλπ. πρὶν κλείσουν τὴν συναλλαγή. Τὴ λέξη μοῦ τὴν ἔμαθε, πρὶν λίγα χρόνια, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλεμπόρους τοῦ νησιοῦ, ποὺ παρὰ τὰ 77 του χρόνια εἶναι πλήρως ἐνεργός.

    Τὴν ξαναβρῆκα ἐδῶ σὲ σχόλιο τοῦ Κ. Καραποτόσογλου, πρὶν ἀπὸ δυὸ χρόνια περίπου.

    https://sarantakos.wordpress.com/2018/02/04/tzoges/#comment-490324

  92. Γιάννης Ιατρού said

    91: Πάντα ενδιαφέρουσες οι εξηγήσεις του κου Κραποτόσογλου,
    Ναι, αγιάρι, έτσι κάνουν οι έμποροι. Αλλιώς τι, γουρούνι στο σακί θα παίρνανε. Βλ. χρηματιστήριο…(πού ΄ναι ο Λάμπρος τώρα,,, 🙂 ) τι να την κάνεις την μετοχή; Χαρτί είναι, το πολύ-πολύ 🙂 Ενώ ένας τόνος στάρι ή μιά μπότσα τσίπουρο (λέμε τώρα…), ξέρεις τι έχεις!
    Αλλά η γενικότερη γνώση για τα μέτρα και τα σταθμά είναι χρήσιμη και αναγκαία για όποιον ενδιαφέρεται να καταλάβει σε τι ποσότητες διακινείτο κάποιο αγαθό/εμπόρευμα στην εκάστοτε χρονική περίοδο και γεωγραφική περιοχή που εξετάζει.

  93. Γιάννης Ιατρού said

    Καραποτόσογλου …

  94. # 77 και 87

    Ρε παιδιά έλεος ! ΛΟΓΙΚΑ έγραψα όχι ετυμολογικά, το ξέρω κάποιος τάγραψε έτσι και το θεωρείτε θέσφατο ενώ χρειάζονται πολλαπλά ΛΟΓΙΚΑ άλματα για να αιτιολογηθεί. Δικαίωμά σας να πιστεύετε ότι λέει ο κάθε επώνυμος αμάσητο, αλλά διάλογο κάνουμε, βρέστε μου μια ΛΟΓΙΚΗ εξέλιξη της λέξης να με πείσετε.

    Το aida προφέρεται αΐντα και το aiuto αΓιούτο. Τόσα παραδείγματα έχουμε στο #87 και ούτε σε ένα δεν υπάρχει το γάμα, αϊδάρω, αΐδα κ.λ.π.. Μόνο στην (τεράστια ) Σύμη αγίδα και στο ΙΛΝΕ για την Κρήτη εμφανίζεται το εγίδα- η ορθογραφία του ύποπτη μπορεί νάτανε και αιγίδα !!!
    «Υπήρχε (καταγραμμένο) και το αντίστοιχο ρήμα αϊδάρω ή αϊδέρνω -αλλά και ως αδιάρω, αδιέρνω- = βοηθώ, συμπαρίσταμαι. Παρέμεινε επίσης και στην Κρήτη ο τύπος «αγιουτάρω».»
    Μα δεν καταλαβαίνεις πως μόνος σου αποδυναμώνεις το επιχείρημά σου, το ρήμα δεν έγινε αγιδάρω ή αγιδέρνω, γιατί να γίνει αγίδα η αΐδα ;;. Στο αγιουτάρω το γ προϋπήρχε στο αγιούτο αλλά να μην τα ξαναλέμε, Βενετσιάνοι ήρθαν στην Κρήτη, όχι Ιταλοί.

    Το αιγίδα σημαίνει φροντίδα , καθόλου μακριά από την βοήθεια αφού όποιος βοηθά, φροντίζει κι όποιος φροντίζει, βοηθά.

    «Η ανάπτυξη ευφωνικού γ δεν είναι ασυνήθιστη στην κρητική διάλεκτο και ούτε μόνο όταν ακολουθεί –ιου. π.χ. μεριά – μερ(γ)ιά, κριός – κριγιός, αντρειά – αντριγειά κ.ά.Ακόμη και στη νεοελληνική έχουμε: αέρας – αγέρας, έκαιε – έκαιγε κ.α.»
    Ασχετα παραδείγματα αφού το γ αναπτύσσεται σε άσχετη θέση (μεργιά) σαν γι (κριγιός) και σε κανένα παράδειγμα δεν υπάρχει γ να αναπτύσσεται μεταξύ α και ι. Αντίθετα όπως έγραψα σ’ όλη την Ελλάδα το γ του αγίου έφυγε κι έχουμε Αι -Γιώργη, Αι Γιάννη, Αι Νικόλα κ.λ.π. Δεν έχω ακούσει αγιτό τον αϊτό, ούτε καγίλα την καΐλα ή ξεραγίλα την ξεραΐλα.

    Ελπίζω στην Κρήτη το Ay Carmella να μην το τραγουδάνε Αγι Καρμέλλα, Αγι Καρμέλλα 🙂 🙂

  95. 90 Μερσί, μου έλειπε αυτό σε πεντέφι.

  96. Παναγιώτης Κ. said

    Ακτή Γωβιού ή Αρκούδα ή Μακεδνός (από το όνομα του ξενοδοχείου που βρίσκεται εκεί) λέγεται η ακτή που βρίσκεται στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής στον κόλπο της Κασσάνδρας. Την προτείνω ανεπιφυλάκτως!

  97. Κουνελόγατος said

    Δική του -νομίζω- είναι και το δίστιχο:
    Όπ’ έχει θηλυκό παιδί, στη Λάστρο να το δώσει,
    γιατί βραδιάζει ενωρίς κι αργεί να ξημερώσει.
    Την προφορά δε μπορώ να την πετύχω…

  98. Costas Papathanasiou said

    ΚΑΛΗΜΕΡΑ.
    Καλά ειπωμένα και γραμμένα όλα, αληθινή κι ανεπιτήδευτη η γραφή του Κ.Φραγκούλη, εξαίρετη η επιμέλεια του διηγήματός του από τον Αντώνη και ανάλογος ωραίος σχολιασμός .
    Εν είδει εστίασης, επιτρεπομένης-εν μέρει- από σήμερα, μπορεί να αναπτυχθεί και ο εξής περαιτέρω προβληματισμός (ερειδόμενος κυρίως στα σχόλια 27,28,43&82)
    –Νομιμοποιείται η μεταχείριση ανθρώπου ως «ανεμπαίγνιδο», με πιθανό επιχείρημα ότι έτσι (εκ)παιδεύεται για να γίνει άντρας και να δοξαστεί για το ”μέγα” «κατόρθωμά του να σκοτώσει» ;
    –Κατάλαβε άραγε ποτέ, έστω κι ένας χωριανός του Κοκοβιού, ότι όταν εκείνος έβλεπε τον Γερμανό «όλο νά ‘ρχεται, όλο να προχωρεί, πότε τρέχοντας, πότε έρποντας», ήταν σαν να’ βλεπε έναν απ’αυτούς τους ανελέητους χλευαστές του;
    –Αντιλήφθηκε κανείς απ’ αυτούς πως αφού το παίγνιό τους άρχισε να κτυπά τον ημιθανή επιτεθέντα Ναζί «με πρωτοφανή λύσσα, μ’ ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα, σα να ήθελε να ξεσπάσει απάνω του όλα όσα είχε σωρέψει στην ψυχή του η περιφρόνηση των χωριανών του, όσα είχε υποφέρει από τα τσουχτερά πειράγματα των γυναικών και προπαντός, από τα πικρά λόγια της Μαρίας», θα μπορούσε να στραφεί με ίδια οργή κι απελπισία και προς τον εαυτό του (αφού τους άλλους τους ανέχονταν χωρίς να τους μισεί) ;
    Κι αφού Όχι (προφανώς) στα παραπάνω, ποιο θαύμα έσωσε αυτή αυτή τη λαβωμένη ψυχή απ’το να μη χαθεί στο σκοτάδι;
    –Μάλλον το ότι «Καθώς (η Μαρία) έσκυβε απάνω του, τα χείλη της ακούμπησαν τυχαία στα δικά του»(:Αίνιγμα*: Αν ένα μίστατο, λάδι, η μια γάμπα, πόσες ελιές για ένα φιλί;)
    Το λεν , εξ άλλου και τα παραμύθια, ”ένα φιλί σε πρίγκιπα τον βάτραχο αλλάζει/ αρκεί να δει η πριγκίπισσα πώς στην ψυχή της μοιάζει” ή κάπως έτσι τέλος πάντων (από μαντινάδες δεν κατέω πράμμα), εξού κι η βασική μου απορητική κατακλείδα:
    –Αν καθένας μας είχε έστω ένα τυχερό φιλί στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του, πόσο καλύτερος θα’ταν ο Κόσμος μας;
    (–Δεν ξέρω την απάντηση αλλά πολύ θά’θελα να τη ζήσω.)

    (*)ΠΙΘΑΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ:Μία και στο μάγουλο.

  99. leonicos said

    Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να το δω χτες

    Αρνούμαι να ‘κρίνω’ το διήγημα ούτε ως προς το θέμα ούτε ως λογοτέχνημα.

    Λάθος. Δεν αρνούμαι, αλλά ντρεπομαι.

    Φυσικά ακούγοντάς τον δεν θα πίστευε κανείς ότι είναι άνθρωπος του δημοτικού.

    Κι ακόμα πιο φυσικό, δεν έχει καμιά σημασία τι ‘χαρτιά’ πήρες αλλά ποια μόρφωση πήρες

    Εξ ου και το χτύπητο (δικό μου) από τον Μπασιά αν θυμάστε: Το πτυχίο κάνει τον πτυχιούχο.

    Ο άνθρωπος είναι μεγαλειώδης

  100. spiridione said

    94. Ποια λογική υπάρχει σε αυτά που γράφεις;
    Τέλος πάντων, για να σε διευκολύνω, η αιγίδα με τη σημ. προστασία είναι λόγιο μεταφραστικό δάνειο απ’ τα γαλλικά, φρ. υπό την αιγίδα, sous l’égide de
    https://www.cnrtl.fr/definition/%C3%A9gide

  101. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @92. Γιάννη, ἄλλη μιὰ ἐνδιαφέρουσα μονάδα μέτρησης ὄγκου προϊόντων εἶναι τὸ ξάι, μὲ ἐτυμολογία ξάι < μεσαιωνική ελληνική ξάι < ελληνιστική κοινή ἐξάγιον < λατινικά exagium.

    Εἶναι δοχεῖο μὲ χωρητικότητα 7 ὀκάδες κριθαριοῦ.

    Καὶ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρει τὴν προηγούμενη συζήτηση.

    Στὸν ἑνικὸ τὸ γάμμα ἐκθλίβεται μεταξὺ τοῦ ἄλφα καὶ τοῦ ἰῶτα: ξά(γ)ι, ἀλλὰ παραμένει στὸν πληθυντικό: ξάγια (τὸ για προφέρεται ὅπως στὴ γιαγιά). Γιὰ λόγους εὐφωνίας προφανῶς. Τὸ ξάγϊα δὲν ἀκούγεται καλά.

  102. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα!
    87. 👍👌

    94. Ό,τι πεις! Αρκεί να είναι ικανοποιημένος ο εαυτός σου…

    98. ❗

  103. # 100

    Ωστε γαλλικό δάνειο ;

    Ετυμολογικό λεξικό Ανδριώτη-Οικονόμου -Σταύρου :

    αιγίς η, ασπίς θεών, μεταφορικά προστασία, υπό την αιγίδα. επειδή η ασπίδα φιάχνεται για να προστατεύει δεν χρειαζότανε να πάει πρώτα στην Γαλλία και να γυρίσει, έτσι δεν είναι ;

    Αιγίδα ήταν το γιδοτόμαρο του Δία ΑΛΛΑ και η φιδίσια που φόραγε η Αθηνά. Πως λοιπόν το φιδοτόμαρο με το κεφάλι της μέδουσας και τα ζωντανά φίδια λεγότανε ..αιγίδα αν δεν υπήρχε και η έννοια της προστασίας ;;; Γνωστόν επίσης πως αιγίδα έφερε και η ιέρεια της Αθηνάς κατά την τελετή του γάμου, συμβόλιζε δηλαδή την προστασία του συζυγικού βίου. Ιδού και η εικόνα :

    Ας αφήσουμε αυτό στην ισοπαλία, μιλάς για λογική όταν εγώ με αρκετά παραδείγματα σου δείχνω πως είναι δύσκολο να αναπτυχθεί το γ μεταξύ α και ι στην αΐδα ενώ εσύ δεν παρουσιάζεις κάποιο που να ανατρέπει αυτό που εσύ δεν θεωρείς λογικό.

  104. dryhammer said

    Έχει σχέση, το ότι στη Χίο είχαμε Γενοβέζους κι όχι Βενετσιάνους, με την απουσία λέξεων που τις έχει όλο το άλλο Αιγαίο;

  105. # 102 β

    Για το τι σημαίνει αιγίδα διάβασε το # 103

    Εγώ δεν λέω πως έχω δίκιο ντε και καλά, αλλά και δεν πείθομαι επειδή είναι κάπου γραμμένο από κάποιον που κατέληξε σ΄αυτό το συμπέρασμα χωρίς πιθανόν να εξετάσει αυτά που γράφω εγώ.

  106. voulagx said

    #92 @Ιατρου: «…ή μιά μπότσα τσίπουρο…» Που την ξερεις εσυ την μπότσα; καθ’ ημίν: botsa=μπουκάλι

  107. loukretia50 said

    Ορεξάτους σας βρίσκω! Mε μπερδέψατε!
    Στα Ομηρικά έπη σίγουρα συναντάμε την αιγίδα σε αρκετά σημεία.

    «…δὴ τότ’ Ἀθηναίη φθισίμβροτον αἰγίδ’ ἀνέσχεν
    ὑψόθεν ἐξ ὀροφῆς· τῶν δὲ φρένες ἐπτοίηθεν.»» Οδ. 451

    Στη μεταφ. των Καζαντζάκη-Κακριδή γίνεται «βροντοσκούταρο»!!! – (ωχ Θέ μου!)

    όμως, πιθανότατα χάριν ευφωνίας το -γ- πολύ συχνά παρεμβάλλεται σε λέξεις
    πχ του Μαγιού, των Βαγιών κ.α
    άρα η «αϊδα» εύκολα γίνεται «αιγίδα».

    Επίδης υπάρχει μια ενδιαφέρουσα λέξη , «ναϊα» = το φίδι νάγια ή ΄κόμπρα (άλλη δίνουν ινδ/κή προέλευση, δεν ξέρω, απλά το αναφέρω, γιατί μια άλλη ονομασία που είχε κάποτε ήταν «ασπίδα».

  108. loukretia50 said

    αΪδα – αγίδα , παρντόν!

  109. # 107

    Λου αν προσέξεις το # 46 εξηγώ για την διαφορά που έχει γιου (και το γιο ) σαν παρεμβολή του γ όταν ακολουθεί φωνήεν , το -γι στο Μαγιού και στο Βαγιών δεν έχει την ίδια προφορά που έχει το -γ στο αγίδα. Αν μπορέσεις να βρείς παρεμβολή του -γ μεταξύ α και ι και μετά το ι να ακολουθεί σύμφωνο θα είναι ένα καλό αντεπιχείρημα στα λεγόμενά μου

  110. loukretia50 said

    109. Μα δεν προσπάθησα να κάνω αντίλογο! Μόνο να συνοψίσω!
    Με το αξάν γενικά έχω θεματάκια!

  111. # 107 συνέχεια

    Για να γίνω πιο σαφής το -ι γίνεται -γι όταν ακολουθεί φωνήεν είτε στην αρχή ιατρός-γιατρός, είτε στη μέση όπως προφέρεται είτε χωρίς να γράφεται του λαδιού-λαδγιου, του παιδιού-παιδγιού, είτε γραφόμενο του μαγιού.

  112. ΣΠ said

    109
    παΐδια – παγίδια
    https://xrysessyntages.com/syntagi/pagidia-vodina-mpreze-me-koyskoys/

  113. loukretia50 said

    Χμμ! κάτι σαν τα «παγιδάκια» στην Κύπρο?

  114. loukretia50 said

    112. Μη ζμπρώχνεστε! Δεν είναι αληθινά !

  115. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    112

    Δες και 88. Αλλά για κάποιο λόγο δεν μου ανοίγει ο διαδικτυακός Τριαντάφ για να τσεκάρω τα παϊδάκια, την παγίδα και άλλα τινά.

  116. # 113

    κι από την Τζυίπρον κολύμπησε στην Κρέτα ;

    # 112

    δεκτόν αν και σπάνιον, μάλλον τα λέει έτσι γιατί είναι βοδινα, δηλαδή ένας πήχυς το καθένα, φτάνει όμως μια και…βοδινή ;

    # 115

    κοίτα στον ερωτόκριτο και στις κρητικές μαντινάδες αλλάζουν τις λέξεις κατά το δοκούν για να φιάξουν ρίμα. Πάρε μια από μένα για παράδειγμα

    Μπορεί να ήμουν νηστικός
    να μ’ έτρωε η πείνα
    αλλα ποτέ δεν έχασα
    για το ψωμί ελπίνα

    όπου ελπίνα = ελπίδα για την ομοιοκαταληξία και την προσέγγιση των 6.785 432 λέξεων της τρισχιλιετούς 🙂

  117. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    116 τέλος

    Υπάρχει σε ερωτό/μαντινάδες τέτοιο παράδειγμα αλλαγής λέξεων εκτός του συνήθους πλαισίου παραφθοράς (του νόμιμου εννοώ, κατά τους κανόνες του ιδιώματος)? Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, έχεις κάποια παραδείγματα υπόψη?
    Αν κατάλαβα καλά, η ελπίνα είναι μάλλον δική σου, έχει καμιά παλιότερη εμφάνιση που να τη νομιμοποιεί?

  118. dryhammer said

    ελπίνα είναι η πίνα στα αραβικά;

  119. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    118 Προσοχή, θα προκαλέσεις τζι-χαντ.

  120. Κιγκέρι said

    109:

    > >….Αν μπορέσεις να βρείς παρεμβολή του -γ μεταξύ α και ι και μετά το ι να ακολουθεί σύμφωνο θα είναι ένα καλό αντεπιχείρημα στα λεγόμενά μου.

    Η μαρμάγκα μού κρατάει το λαΐνι-λαγίνι, δεν ξέρω γιατί, θα δίψασε φαίνεται, αλλά στο μεταξύ σκέφτηκα και τη συκομαΐδα-συκομαγίδα.

  121. loukretia50 said

    Εν τη ρύμη του λόγου… γίνονται απίστευτες ρίμες!
    Πιθανόν να μη γράφονται, αλλά ταξιδεύουν!

    Κι είναι αυτή η παράξενη και γοητευτική περιπέτεια των λέξεων , στην προσπάθεια να προσαρμοστούν ή να αποδώσουν την προφορά, πχ ο Αίας – Αjax

    118. Dry, αυτή μάλλον είναι Αlpina ! – θεριό της ερήμου (xDrive της BMW)

    Ρομαντινάδα

    Μοίρα κακή να μη χαρώ την έμορφη Ελίνα,
    Αφράτη, ροδομάγουλη, μια κοντεσίνα φίνα

    Εμίσεψα και έχασα αγάπη και ελπίνα…
    (μαύρη η δόλια μου καρδιά φοράει πελερίνα! – Αχ!)

  122. Epaminondas Papayannis said

    Όσον αφορά την αγίδα, και στα ισπανικά η βοήθεια είναι ayuda.

  123. Κιγκέρι said

    109:

    >>….Αν μπορέσεις να βρείς παρεμβολή του -γ μεταξύ α και ι και μετά το ι να ακολουθεί σύμφωνο θα είναι ένα καλό αντεπιχείρημα στα λεγόμενά μου.

    Λαΐνι-λαγίνι, πιάνεται;

  124. # 120

    Κιγκέρι έχεις λάθος : από το λαγήνι βγαίνει το λαήνι, στ’ αρχαία λάγηνος. Το συκομα(γ)ίδα δεν το ξέρω πρώτη φορά το ακούω, ούτε βρίσκω πουθενάα λέξη μαΐς- δα ή μαγίς-δα. Αντίθετα την μάϊνα κανένας δεν την είπε μάγινα οίυτε την μαϊμού μαγιμού.

  125. # 122

    Ναι, αλλά προφανώς έχει ίδια προέλευση με το aiuto πολλά t στα ιταλικά γίνονται d στα ισπανικά όπωςη ζωή vita–>vida, και όχι από το βενετσιάνικο aida

  126. dryhammer said

    121. Άλλοι ρέβουνε της πείνας κι άλλοι βόσκουν τας Αλπίνας σε πανάκριβας βιτρίνας μ’ αρκοντίσιον και ερμίνας.

    (Ξέρεις πόσες γούνες πουλιούνται εκεί κάτω;)

  127. spiridione said

    103. Εντάξει, δεν παίζεσαι με τίποτα. Σου λέω ότι η φράση ‘υπό την αιγίδα’ είναι γαλλισμός (που μόνο αυτή χρησιμοποιούμε τυποποιημένα, δεν λέμε ποτέ σκέτα αιγίδα = προστασία), και εσύ ψάχνεις ακόμα αν βάζουμε γ πριν απ’ το ου ή πριν απ’ το ε ή το ι.

  128. loukretia50 said

    Τον αγαπητόν μας Δον μάλλον θα προφέρουν Ντον
    οι ρομαντικοί Ιταλιάνοι
    Μα για άρχοντα σωστόν, ταίρι αρμονικό τυγχάνει
    Δέσποινα – των λογισμών!!

    (διαφωνεί κανείς? δε νομίζω!)

  129. Κιγκέρι said

    124:

    Τζη, να σου πω την αλήθεια μπερδεύτηκα και δεν κατάλαβα τι ακριβώς πάμε ν´ αποδείξουμε, άσε που δεν είμαι και φιλόλογος. Σκέφτηκα απλώς δυο λέξεις όπου παρεμβάλλεται ένα -γ ανάμεσα στο α και ι και μετά το ι ακολουθεί σύμφωνο, όπως ζήτησες.

  130. ΣΠ said

    112, 116
    Τώρα βλέπω ότι και το παΐδι από το παγίδι προέρχεται και όχι το αντίστροφο.

  131. ΣΠ said

    130
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CE%90%CE%B4%CE%B9&dq=

  132. loukretia50 said

    Με μια τόση δα αγίδα* */ a little help from our friends!
    συνεχίζεται η παρτίδα
    και γινόμαστε ξανά μια κεφάτη συντροφιά
    «μια ατμόσφαιρα ωραία!»

  133. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα και ακλή βδομάδα,

    95: ✅😀

    106: Εμ, μ΄ όποιον δάσκαλο καθίσεις… (

    Αιγίδα:
    Ρε σεις μην τσακώνεστε για τα αυτονόητα, και αιγίδες και ό,τι θέλετε. Χαλάει κι ο καιρός αυτή την εβδομάδα 😎😒😨
    Θυμίζω μόνο το Αιγαίο πέλαγος κλπ. εν αιγί αλός>/i>, όπου «αίγες», δηλαδή κατσίκες λέγονταν τα ορμητικά (βλ. ρήμα ἀΐσσω = κινούμαι ορμητικά) κύματα.

    Εν προκειμένω έχουμε την κατσικοπροβιά που ενίσχυε την ασπίδα του Δία (βλ. Ἰλ. Ε. 738), από το δέρμα της αγαπημένης του Αμάλθειας (την γίδα – τροφός του στο Ιδαίο Άντρο, όπου τον είχε κρύψει η μητέρα του η Ρέα για να γλυτώσει από τον πατέρα του, τον Κρόνο, ο οποίος έτρωγε τα παιδιά του😎).
    Σε απεικονίσεις, αγάλματα (π.χ. της Αθηνάς) κλπ. την συναντούμε όχι σαν ασπίδα, αλλά σαν κοντό επενδύτη, καλυμμένο με λέπια και με την κεφαλή της Γοργόνας καθώς και με θυσάνους (βλ. Όμηρος, θυσσανόεσσα αἰγίς Ιλ. 15, 229. 17, 593 και Αισχύλ. Χo. 592/593).

    Αυτή λοιπόν η προβιά είναι που μας έχει δώσει μεταφορικά την έκφραση «υπό την αιγίδα» που χρησιμοποιείται για εκδηλώσεις κτλ. που γίνονται με την υλική ή ηθική υποστήριξη κάποιου φορέα.

  134. loukretia50 said

    133. Τότε που είχες αποκλειστεί παρέα με τις γίδες στην καταιγίδα, σώθηκες με μικρή αιγίδα – ξόρκια παναπεί! – ενώ ο πσαράς θαλασσοπνίγηκε ξαφνικά!
    Ιδέα δεν έχω σε ποιό νήμα!

  135. # 103

    Αυτός που δεν παίζεται ΕΣΥ είσαι που επιμένεις σε κάτι επειδή το γράφει ένα γαλλικό λεξικό ενώ σου δείχνω πως ένα ελληνικό δεν το αναφέρει έτσι και ΚΥΡΙΩΣ πως η λέξη χρησιμοποιείται από τος αρχαίους για το ένδυμα της Αθηνάς που ΔΕΝ ΗΤΑΝ από αίγα -υπάρχουν πολλές περιγραφές- άρα αιγίδα δεν ήταν μόνο το γιδοτόμαρο αλλά και η χρήση του κι εσύ επιμένεις πως το πήραμε από τους γάλλους !!!
    Ανοιξε το λεξικό του Ηλιου στην λέξη αιγίς και διάβασε το τέλος του άρθρου να πεισθείς γιατί μόνο τα τυπωμένα υπολογίζεις.
    Αν δεν το κάνεις, για να μην αναγκασθείς να παραδεχθείς το λάθος στο γαλλικό λεξικό…

    Δικαίωμά σου να πιστεύεις ό,τι θέλεις, η πίστη με την λογική δεν έχουν πάντοτε καλή σχέση.

  136. Το προηγούμενο σχόλιο απαντά στο # 127

  137. spiridione said

    129.
    Για να το εξηγήσω: Προσπαθεί να αποδείξει ότι τα αΐδα, αϊδάρω = βοήθεια, βοηθώ, δεν προέρχονται από τα ενετ. aida (ιταλ. aita), aidar = βοήθεια, βοηθώ, αλλά από την αιγίδα (για τη σημασία της αιγίδας είπα παραπανω). Δηλαδή ακόμη και το κυπριακό αΐτα προέρχεται απ’ την αιγίδα! Δηλαδή και το ρήμα αϊδάρω κτλ. προέρχεται από την αιγίδα! – παρ’ όλο που η κατάληξη –άρω συναντάται αποκλειστικά σε ξένες λέξεις.
    Μέσα σε όλους τους τύπους που παραθέτει το Ιστορικό Λεξικό (βλ. σχ. 87) υπάρχει και το κρητικό αγίδα, – αλλά όμως παράλληλα στην Κρήτη υπάρχουν και οι τύποι αΐδα, αϊδάρω, που είναι και ο πιο παλιοί.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%B1%CE%90%CE%B4%CE%B1&dq=
    (Υπάρχει και το εγίδα, όχι στη Σύμη, στα Αντικύθηρα).
    Και τίθεται λοιπόν το θέμα πώς προέκυψε ο τύπος αγίδα. Για μένα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βάσει του υλικού των λεξικών ο αρχικός τύπος ήταν με –αΐ- και ο τύπος –αγι- είναι δευτερογενής.
    Το μεσοφωνηεντικό –γ- το συναντάμε αρκετά συχνά σε λέξεις, όπως π.χ. (παραδείγματα από το ΙΛΝΕ): αγέρας, άγουρος, αγώρι, ακούγω, καίγω, κλαίγω, μυίγες-μυίγα, φταίγω, ώα-ούγια κτ.τ. Δεν το συναντάμε όντως, κατά τα φαινόμενα, μεταξύ των α και ι (προσοχή όχι το -γι- πχ. Μαγιού, αλλά σκέτο -γ-), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει σε διαλέκτους και ιδιώματα, έστω και σπάνια, και μάλιστα σε παλιότερες εποχές. Για παράδειγμα, βρίσκω σε διαλεκτικό υλικό από την Τένεδο τα εξής (τα οποία υπάρχουν και σε άλλα νησιά του βορείου Αιγαίου):
    «Για την αποφυγή χασμωδίας παρουσιάζεται ανάπτυξη ενός μεσοφωνηεντικού ή , π.χ. έκλι-γ-α, ξό-γ-ανου, κλαί-γ-ου, υπάκου-γ-ους, α-γ-έρας, νηρα-γ-ίδα, ξηρα-γ-ίλα, Μαρί-γι-α, Σουφί-γι-α αλλά και Σουφ-γ-ιά, Λιφτιρί-γι-α < Ελευθερία, τρί-γι-α, χρεί-γι-α, παρί-γι-α < παρέα, υγεί-γι-α, κά-γι-ουμι, κρύ-γι-ου."
    http://www.lingetscript.com/2010/08/blog-post_1013.html

  138. # 133

    Βρε Γιάννη πλάκα μου κάνεις ;

    Σαφώς και δεν είναι η ίδια αιγίδα του Δία και της Αθηνούλας, όχι μόνο για το μέγεθος αλλά γιατί του Δία ήταν γιδοτόμαρο ενώ της Αθηνούλας από φίδι !!! Εσύ που τα ψάχνεις μπορείς να βρεις περιγραφές της αιγίδας της Αθηνάς, του Δία υπάρχει στην Ιλιάδα ( Β 448 ). Εγώ περιορίζομαι στις περιγραφές του λεξικού του Ηλίου.

    Κι όπως έγραψα για να λένε και της Αθηνάς αιγίδα αυτό που ήταν φιδίσιο παναπεί πως δεν αναφερότουσαν στην πρώτη έννοια του αιγίς= γιδοτόμαρο αλλά στην ιδιότητα να προστατεύει. Αρα το υπό την αιγίδα δεν προήλθε από μετάφραση του sous l’égide de επειδή το έγραψε έτσι ένα γαλλικό λεξικό. Γι αυτό τσακωνόμαστε κι ήρθες να μας βάλεις υπό την αιγίδα σου 🙂 🙂

  139. # 137

    Παρερμηνεύεις τα πάντα, βλέποντας τα όπως σε βολεύουν…

    Πρώτα- πρώτα δεν προσπαθώ να αποδείξω πως το αΐδα δεν προέρχεται από το aida, δεν είμαι τρελλός, το αγίδα αμφισβήτησα γιατί δεν υπάρχουν εύλογα αντίστοιχες περιπτώσεις να παρεμβάλλλεται το γ μεταξύ α και ι ενώ αντίθετα απαλείφεται όταν υπάρχει (Αγιος, λαγήνι κ.λ.π.)

    Αυτό αδυνατίζει αρκετά την υπόθεση αΐδα–>αγίδα,είναι φυσικό. Να στο κάνω πιο λιανιά πιο πιθανό θεωρώ να προέρχεται από το αγιούτο.

    Εγραψα μάλιστα μήπως η λέξη ήταν αιγίδα και υπάρχει τυπογραφικό λάθος γιατί στην κρητική διάλεκτο υπάρχουν λέξεις της αρχαίας (θύρα, όρνιθα). Αν ζούσε ο Φραγκούλης θα μας έλυνε την απορία. Δεν απέδειξα πως είναι έτσι, το μόνο που απέδειξα ήταν πως δεν πήραμε την έννοια αγίδα= προστασία από τους γάλλους όπως έγραψες σαν επιχείρημα στο # 100.
    Εγώ εξετάζω κάθε τι που διαβάζω, δεν το δέχομαι τυφλά επειδή το είδα γραμμένο κάπου, κι εκεί άνθρωπος το έγραψε και εράρε ουμάνουμ εστ, που λέμε στην Φωκίδα

  140. Γιάννης Ιατρού said

    Ρε, σας είπα να μην τσακώνεστε, αλλά δεν ακούτε.
    Γιώργο, για το αν ήταν διαφορετικό μοντελάκι (π.χ. Zeus & Dione😂😁) η αιγίδα της Αθηνάς από αυτό του Δία κλπ. θα επανέλθω αργότερα. Να πω μόνο πως ο Όμηρος περιγράφει την (όποια) αιγίδα τουλάχιστον 11 φορές στην Ιλιάδα, και όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο… (έντεκα μαρτυρίες: Β 447, Δ 167, Ε 738, Ρ 593, Ο 229, 308, 318, 361, Σ 204, Φ 400, Ω 20, έντεκα διαφορετικές περιγραφές, για την «αιγίδα» του Δία, του Απόλλωνα και της Αθηνάς!)

    Σπύρο, άσχετα από το 137 κλπ. που γράφεις, για να καταλάβω το #100 (..λόγιο μεταφραστικό δάνειο απ’ τα γαλλικά..): Από που συνεπάγεται πως δεν έχει χρησιμοποιηθεί ενωρίτερα με αυτή ή παραπλήσια σημασία από Έλληνες ή σε ελληνηκά κείμενα/επιγραφές κλπ.; Δηλ. το «δάνειο» πως αιτιολογείται (για να ξέρουμε σε ποιόν χρωστάμε 🙂 )

  141. spiridione said

    140. Γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει στα αρχαία και στα μεσαιωνικά ελληνικά (λεξικά κλπ.). Αν το βρεις σε επιγραφή χαλάλι σου 🙂
    Δες και εδώ Άνθιμου Παπαδόπουλου, γαλλισμοί της ελληνικής γλώσσης
    https://books.google.gr/books?id=OehDAAAAIAAJ&q=%22%CF%85%CF%80%CF%8C+%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1%22+egide&dq=%22%CF%85%CF%80%CF%8C+%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1%22+egide&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwiIhIfU8M7pAhUDw8QBHQCDBnMQ6AEIKDAA

  142. Για να μην τρελλαθούμε σημασία δεν έχει πότε και από ποιόν πρωτοχρησιμοποιήθηκε η έκφραση » υπό την αιγίδα» αλλά αν η λέξη αιγίς σημαίνει μόνο ασπίδα ή και την προστασία που προσφέρει με το δεύτερο να προκύπτει εύλογα από τις αναφορές της λέξης στην Ιλιάδα, δεν πήραμε την έννοια από τους γάλλους.

  143. Αγγελος said

    Voulagx (106), τη μπότσα την ήξερα κι εγώ (από καταλόγους μέτρων και σταθμών) ως μονάδα μέτρησης του μούστου, ίση με 2 οκάδες. Θυμάμαι εξάλλου τη μητέρα μου, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αθήνα από Πολίτη πατέρα και Μωραΐτισσα μητέρα, να χρησιμοποιεί τη λέξη για μεγάλη ποσότητα… ούρων!

  144. Γιάννης Ιατρού said

    141: ΟΚ Σπύρο, ρώτησα γιατί μπορεί να υπήρχε κάποια (ρητή) σχετική σημείωση/αναφορά σε κάποιο λεξικό ή άλλο βιβλίο, εκτός από το εύρημα στο περιοδικό ΑΘΗΝΑ, 1930, τ. 42 κλπ.\

    Όπως έγραψα προηγουμένως (140α), ο Όμηρος στην Ιλιάδα χρησιμοποιεί 11 φορές εκφράσεις με την «αιγίδα», Θυμόμουν πως είχα διαβάσει σχετικά αλλά μέχρι να κατέβω στο υπόγειο να το βρω…

    Επειδή το έθιξε σε διάφορα σχόλια ο Τζι, και βεβαίως για τους μερακλήδες ρέκτες τέτοιων θεμάτων😎 (απ΄όλα έχει ο μπαξές, δηλ. το υπόγειο🙄📚 ), παραθέτω λοιπόν το σχετικό απόσπασμα από τα σχόλια στην Β’ ραψ. της Ιλιάδας (στ. 446-451) του κλασσικιστή και καθ. στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, Geoffrey Kirk, γνωστό και από για τα βιβλία του για τον Όμηρο, την Μυθολογία κλπ.
    Εν ολίγοις μας λέει πως η σημασία της δεν είναι σταθερά η ίδια στην Ιλιάδα, άλλωτε την έχει ο Δίας, άλλωτε η Αθηνά ή ο Απόλλωνας, κι εξηγεί τις διάφορες χρήσεις (αμυντικές, απιθετικές, για προφύλαξη, μάλιστα στο 24.20 έχει και θεραπευτικές ιδιότητες😨 κλπ., γενικά, τα λέι όλα, το πώς και το γιατί…🙄 Ας βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα.

    G. S. Kirk – The Iliad – A Commentary, Volume 1, Books 1-4, Cambridge University Press, 1985, pp.161-162

    Β 446-51 The poet stresses the importance of the occasion by another intervention on the part of Athene, designed to lift morale still further. This is the first of a sequence of special effects (the series of five similes at 459ff., the invocation of the Muses at 484ff, the catalogues themselves from 494 on) to presage the beginning of the battle that forms the heart of the whole epic. The divine intervention is in one respect metaphorical, since Athene did not take human appearance, or say anything, nor did the troops actually sec her – they just seem to have felt her presence as she filled them with strength, σθένος, at 451. Yet the vivid description of the αιγίς, the aegis, that she has or holds (έχουσ’, 447) gives her a certain visual impact too. Exactly how the poets of the epic tradition imagined the aegis is a difficult question. It is deployed by Zeus (4.167 and 17.593) and Apollo (15.229, 308, 318, 361; 24.20) as well as Athene (here and at 5.738; 18.204; 21.400; 22.297). It is probably a goat-skin in some form, for that is its obvious etymology (so e.g. Chantraine, Dict. s.v.); it is put around the shoulders at 5.738 and 18.204 (that is, presumably, like a sword (-strap), 5X Il., or shield (-strap), 1X Il.). This suggests that it may be thought of as a shield covered with goat-skin, although in classical art Athene’s aegis is a skin thrown over the shoulders like a small shawl; see also Arch. Hom, Ε 53-6. No less interesting than the object itself is the nature of its quite intricate description here, which can be compared with the very different account at 5.738-42, where it is decorated with a Gorgon’s head. Rout, Strife and so on. The present passage shows signs of careful elaboration on the basis of occasional formular elements, in a manner that in itself is not typically oral. The commonest noun-epithet formula for the aegis is αιγίδα θυσανόεσσαν (5X Il.), which seems to have generated the description of its hundred golden tassels in 448 f., like those on Here’s girdle at 14.181; it is replaced here by another formula, ‘ageless and deathless’, perhaps because αιγίδ* needs to be first word in the verse for emphasis, not near the verse-end as in the tassel formula. But παγχρύσεοι, ‘all-golden’, is unique here as a term if not as a concept, and ηερέθονται (‘dangle’ or ‘float’, an epic form αείρω) is hardly formular, although see on 3.108. Similarly in 449 both ευπλεκέες and εκατόμβοιος belong to the Homeric vocabulary but are not used here in any established formular way, and in 450 παιφάσσουσα (implying darting rather than dazzling, see Chantraine, Dict. s.v.) is paralleled only by εκ-παιφάσσειν at 5.803. The phraseology seems therefore to have been developed and adapted for the occasion; there is none of the awkwardness that seems to characterize specifically post-Homeric development, for example by rhapsodes, and we might therefore see here the work of the main composer himself.

  145. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @143. Αγγελος said:

    » …τη μπότσα την ήξερα κι εγώ… Θυμάμαι τη μητέρα μου να χρησιμοποιεί τη λέξη για μεγάλη ποσότητα… ούρων! »

    Ἕνας φίλος μου ἔλεγε: «Πάω νὰ ρίξω μιὰ μπότσα κάτουρο».

    Ὁ μικρός, τότε, γιός του εἶχε κάνει τὸ ραμόνι:

    «Πάω νὰ ρίξω μιὰ πούτσα κάτουρο».

    Ἡ μπότσα δὲν τοῦ ἔλεγε τίποτα. 🙂

  146. Christos Chasapis said

    Η ομοιότητα προς τον «Κερκέζο» του Κονδυλάκη εξηγείται, διότι ο ίδιος ο Φραγκούλης αναφέρει ότι όχι μόνο μικρό παιδί πρόλαβε τον Κονδυλάκη (που πέθανε το 1920), αλλά στοιχειοθέτησε και τα τελευταία του άρθρα.

  147. sarant said

    146 Ευχαριστώ!

    145 Το έχω ακούσει και με πούτσα, πάντως 🙂 Θα είναι κοινο ραμόνι

  148. Λαΐνι για μέτρημα του λαδιού, 6 οκάδες και 100 δράμια (8 κιλά) μέχρι το τρίγωνο άνοιγμα.

    Λαΐνες λαδιού

    Λαΐνα νερού. Μοιάζει με την άλλη (βέβαια) αλλά είναι πολύ πιο μικρή. Υπήρχαν και πήλινες (ακόμα πιο μικρές).

  149. 123 Ε, ναι. Λαΐνα και λαγίνα, λαΐνι και λαγίν’ λέγονται αδιακρίτως.
    Μεγάλες μου βγήκαν οι φωτογραφίες, ξέχασε που τούχα πει να τις μικραίνει…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: