Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020


Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Με συνομηλίκους μου στο χωριό δεν είχα πολλές επαφές. Έτυχε κιόλας να μην έχω ξαδέρφους στην ηλικία μου, «αξάδες» που τους έλεγαν, είχα κυρίως ξαδέρφες στην ηλικία μου, πράγμα που δεν βοηθούσε εκείνη την εποχή.

Νομίζω ότι ο Φώτης, ο γιος του συγχωριανού νονού μου, ήταν εκείνος που με έβαζε στις παρέες των συνομήλικων παιδιών του χωριού τις ελάχιστες φορές που έτυχε να βρεθούμε κι οι δύο εκεί. Και ο νονός μου, κουμπάρος των γονιών μου, είχε χτίσει κι αυτός από την άλλη μεριά της Λαγκαδά, με το ίδιο σκεπτικό φαντάζομαι, αλλά και για να είναι όλοι μαζί οι συγχωριανοί και να αισθάνονται κάποια ασφάλεια. Ο Φώτης είχε, πάντως, μεγα­λύτερη επαφή με το χωριό. Μάλλον επειδή αυτός είχε ζήσει εκεί κάποια χρόνια.

Μία από τις ελάχιστες αυτές φορές ήταν ένα καλοκαίρι, πριν ή μετά το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, που γιόρταζε η παλιά (και μόνη, τότε) εκκλησία του χωριού. Το καλοκαίρι ήταν ζεστό και ο Μπογδάνας, το ποτάμι που διασχίζει το χωριό, είχε αρκετό νερό, μπαίναμε μέσα βγάζοντας τα παπούτσια και κοι­τάζαμε τα μεν ψαράκια με ενδιαφέρον, τις δε νεροφίδες που κο­λυμπούσαν ανήσυχα λόγω της παρουσία μας με δέος.

Πριν περάσει πολλή ώρα αποφασίστηκε να πάμε για μπάνιο κάπου στα ανάντη του ποταμιού. Όπως φάνηκε από τη συμπεριφορά τους, αυτοί το έκαναν συχνά, όσο κι αν εμένα μου φάνηκε εντελώς τρελό κι αναπάντεχο. Μου φαινόταν απίθανο να κάνεις μπάνιο χωρίς θάλασσα, και δεν μου περνούσε καν από το μυαλό η ιδέα ότι θα υπήρχε κάπου αρκετό νερό. Τους ακολούθησα, βέ­βαια, πιο πολύ από περιέργεια παρά από επιθυμία, που δεν ήταν κι αυτή μικρή πάντως. Η κατάπληξή μου δεν μειώθηκε καθοδόν και μάλιστα μεγάλωσε επιπλέον όταν φτάσαμε κι άρχισαν να γδύνονται, να βγάζουν όλα τα ρούχα τους και να πηδάνε κιόλας από το βράχο στο δροσερό νερό της λιμνούλας που σχηματιζόταν στο σημείο εκείνο με άνεση, χαρά, οικειότητα και ευκολία. Με παρότρυναν κι εμένα να γδυθώ και να βουτήξω και λίγο έλειψε να το κάνω, τόση ήταν η λαχτάρα μου κι εμένα, να αποτελέσω μέρος της ομάδας, να αφεθώ στη στιγμή, στην αυθόρμητη χαρά και απόλαυση. Πολύ γρήγορα, όμως, ο -κρυφός- ενθουσιασμός μου πέρασε, καθώς φοβήθηκα, πέρασε απ’ το μυαλό μου η υποψία ότι μπορεί να ήταν συνωμοσία, να μου πάρουν τα ρούχα και να μ’ αφήσουν γυμνό στους λόφους με τα πουρνάρια της Μπαλάφτσας και να κάνουν πλάκα με τον «πρωτευουσιάνο».

Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι ήταν από εκείνες τις στιγμές αυτογνωσίας που καταλαβαίνεις τον εαυτό σου, που βλέπεις το μέλλον σου, που, όσο κι αν δεν το θέλεις να το δεχτείς, ξέρεις ότι έτσι, με επιφύλαξη και με φόβο, θα αντιδράς σε παρόμοιες κα­ταστάσεις στη ζωή σου, χωρίς να μπορείς να αφεθείς στην αυ­θόρμητη χαρά.

Η ΓΛΩΣΣΑ

Οι παππούδες κι οι γονείς μου μιλούσαν και «βουλ­γαρικά», ιδίως όταν ήθελαν να μην καταλάβουμε τι λένε· ο πατέρας μου επέμενε πώς είναι «ντόπια», αλλά δεν ήξερε να μου πει πού και πώς τα έμαθαν, τα ήξεραν…

Η γλώσσα δεν καθόριζε την εθνική ταυτότητά τους, ήταν, ένοιωθαν Έλληνες και ορθόδοξοι και τραγουδούσαν και χόρευαν ευχαρίστως τα μακεδονικά δημοτικά τραγούδια που τραγου­δούσαν η Νίτσα Τσίτρα και ο Κώστας Κουφογιάγκος. Το «Ένα νερό κυρά-Βαγγελιώ» το έλεγε ο πατέρας μου με νόημα για τη μάνα μου.

Να προσθέσω ότι η εκφορά των ελληνικών ήταν «καθαρή», χωρίς παχύ λ, χωρίς άλλες παραφθορές ή ιδιαιτερότητες, όπως σε άλλες περιοχές, χωρίς καν τα «με, σε, τον» παρά το ότι με το ζόρι τέλειωσαν το δημοτικό, σε αντίθεση με τον παππού Αναστάση που ήταν πιο μορφωμένος.

Mπούρλιασμα καπνών στην αυλή

ΤΑ ΚΑΠΝΑ

Ο καπνός, «τα καπνά», ήταν κύρια ασχολία στον κάμπο μας, μαζί με τη ντομάτα και τα καρπούζια, και χρειαζόταν χέρια.

Το καλοκαίρι, αξημέρωτα, πήγαιναν με το κάρο στα καπνοχώραφα για το «σπάσιμο», έκοβαν πρώτα τα κάτω φύλλα (το «πρώτο χέρι» και ακολουθούσαν το δεύτερο και το τρίτο προς τα πάνω) όσο ακόμα ήταν υγρά και τρυφερά προτού τα δει ο ήλιος, στη συνέχεια, «πασταλιασμένα», σε στοίβες, τα μετέφε­ραν μέσα σε κοφίνια στην αυλή, όπου όλη η οικογένεια κατα­πιανόταν με το «μπούρλιασμα», περνούσαν τα φύλλα λίγο πολύ ίδιου μεγέθους, τρυπώντας τα στο κεντρικό κοτσάνι, σε μια με­γάλη μεταλλική βελόνα, κατόπιν ακολουθούσε το «αρμάθιασμα», από τις βελόνες σε γερή κλωστή και, μετά, γινόταν το κρέμασμα στα «τιζιάφια», σε ξύλινα πλαίσια, για να ξεραθούν. Αργότερα γινόταν το «σαντάλιασμα», πολλές αρμαθιές μαζί κρεμιόταν από ένα σημείο για ν’ αεριστούν και να αποξηρανθούν. Στο τέλος περνούσαν στη δεματοποίηση, φτιάχνοντας δέματα συγκεκρι­μένου μεγέθους με λινάτσες στην κάσα πατήματος. Οι καπνέμ­ποροι που γυρνούσαν τα χωριά τα κατέτασσαν σε κατηγορίες και όριζαν τις τιμές.

Όλες οι παραπάνω ιστορίες είναι από την αρχή του βιβλίου. Κάνουμε τώρα ένα άλμα στο τέλος του, και παραθέτω την τελευταία ιστορία από την ενότητα «Δεκαετίες του 60 και του 70» και τη μοναδική ιστορία από την τελευταία ενότητα -δεκαετία 80.

ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ[1]

Τις δεκαετίες του 60 και λίγο του 70, στο δημοτικό και στην πρώτη γυμνασίου, μαζεύαμε χαρτάκια διαφόρων ει­δών, από τα αρχικά που είχαν τις σημαίες και τις εθνικές ενδυ­μασίες όλων των κρατών της γης έως αρχηγούς κρατών και ήρωες της επανάστασης. Τα περισσότερα βρίσκονταν μέσα σε γκοφρέτες που αγοράζαμε με το χαρτζιλίκι μας από το κυλικείο ή τα περίπτερα. Ορισμένα έπρεπε να τα κολλήσουμε σε ειδικά άλμπουμ για να συμπληρώσουν μια μεγάλη εικόνα (the big pic­ture). Η πιο αγαπητή και γι’ αυτό και πιο συχνή κατηγορία ήταν όμως οι ποδοσφαιριστές[2]. Έτσι τους μαθαίναμε απέξω (κι ανακατωτά). Ζαντέρογλου και Μποτίνος του Ολυμπιακού ήταν οι πιο συνηθισμένοι, τους θυμάμαι ακόμα. Αν μαθαίναμε έτσι και τα μαθήματα, θα ήμασταν άριστοι, σχολίαζαν συχνά οι γονείς μας. Με τη συμπλήρωση εκείνου του άλμπουμ στην πρώτη γυ­μνασίου, με θέμα τους ποδοσφαιριστές, θα κέρδιζα μια μπάλα πλαστική, ούτε καν δερμάτινη. Για κάποιο λόγο μου είχε γίνει εμμονή αυτή η επιθυμία να συμπληρώσω το άλμπουμ. Μου έλλειπε φυσικά το πλέον σπάνιο. Ο παίκτης του ΠΑΟΚ Νέτο Γκουερίνο. Μια μέρα, μόλις ακούστηκε, στο διάλειμμα, ότι το βρήκε κάποιος, θυμάμαι ακόμα ότι ήταν ο συμμαθητής μας με το διαφορετικό χρώμα ματιών, πήγα και του ζήτησα πρώτα να το ανταλλάξω με (πολύ) περισσότερα φυσικά και μετά να μου το πουλήσει. Στη λαχτάρα μου να συμπληρώσω το άλμπουμ, να εκβιάσω την τύχη και να κερδίσω την προσφορά, την πλαστική μπάλα, του έδωσα τελικά 25 δραχμές! Όλα τα λεφτά που είχα μαζέψει από τα τεύχη της «Ζωής του Παιδιού» που είχα που­λήσει εκείνον τον μήνα· ναι, ήμουν ο ανταποκριτής της απ’ το δημοτικό. Όταν επιτέλους έφτασε στο κυλικείο και την πήρα στα χέρια μου και πριν ακόμα προλάβω να τη χαρώ, ένας μεγα­λύτερος, ένα κωλόπαιδο, μου την άρπαξε και την καντήλιασε, ο τσόγλανος. Έτρεχα μετά γεμάτος οργή, θυμό και πίκρα να τη κυνηγάω ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα, στη Λαγκαδά. Ακόμα εξορ­γίζομαι όταν το θυμάμαι.

[1] Καντήλι, δυνατό σουτ προς τον ουρανό

[2] Η πιο εξελιγμένη μορφή τους είναι σήμερα τα άλμπουμ της Πανίνι που ακόμα αγοράζω και συμπληρώνω, αν και ποτέ πλήρως.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΜΑΓΑΖΟΥ

Στις αρχές του ’80 τα πολλά καπνομάγαζα στη Θεσσα­λονίκη, κυρίως στη Σταυρούπολη, όχι μόνο δούλευαν ακόμη, αλλά γνώριζαν άνθηση, δίνοντας δουλειά σε πολύ κόσμο. Το καλοκαίρι, στα καπνομάγαζα αυτά έφταναν τα φύλλα του καπνού σε σαντάλια, γινόταν θερμική επεξεργασία των φύλλων σε φούρνους, για να μαλακώσουν και, στη συνέχεια, όσα περ­νούσαν από τη διαλογή, δένονταν σε δέματα από εργάτριες σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα από τους ατμούς των φούρνων και τη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά και από την έντονη μυρωδιά του καπνού που καθόταν και στα ρούχα μας. Κατόπιν, μια ομάδα τριών, ως επί το πλείστον νέων και δυνατών, φορτώναμε τα δέ­ματα σε καροτσάκια και τα μεταφέραμε για αποθήκευση στους διάφορους ορόφους, όπου αναλάμβαναν να τα στοιβάξουν οι πιο έμπειροι καπνεργάτες. Τον Οκτώβριο-Νοέμβριο τα ζύγιζαν και τα έστελναν συνήθως στη Σοβιετική Ένωση. Δεν ξέρω πώς ήταν παλιότερα που ο κλάδος ήταν στην ακμή του, αλλά επειδή ήταν εποχιακή εργασία, υπήρχαν λίγοι καθαροί καπνεργάτες και πολλοί που βρίσκονταν τυχαία για κάποια μεροκάματα και βέβαια και κάποιοι φοιτητές, όπως εγώ, που δούλευα για να πάω αργότερα διακοπές. Τα πρώτα καλοκαίρια πήγα για δουλειά στο καπνομάγαζο Αθανασόπουλου, που είχε το πλεονέκτημα ότι ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου. Ο πατέρας μου ήξερε τον επι­στάτη, συναντιόνταν, μαζί με άλλους, στα «5Φ» για μπακα­λιάρο και ρετσίνα, πριν ακόμη δημιουργηθούν τα ΚΑΠΗ. Εκείνο το καλοκαίρι, όμως, του 83 ίσως, βρέθηκα να δουλεύω σε ένα άλλο λίγο πιο μακριά, στο ΕΞΕΛΚΑ, στο οποίο επικρατούσαν κάπως καλύτερες συνθήκες θυμάμαι. Στο φαγητό, που φέρναμε απ’ το σπίτι βέβαια και το τρώγαμε σε πρόχειρους πάγκους, οι συζητήσεις στρέφονταν συνήθως γύρω από την πολιτική κατά­σταση της εποχής. Μια μέρα, όμως, ένας ψηλός κι αδύνατος, βλάχος την καταγωγή, μας διηγήθηκε ότι, στον στρατό, τον είχαν πάρει στους Ευζώνους, στην προεδρική φρουρά. Του είχαν αναθέσει, μεταξύ άλλων, να βγάζει βόλτα τα σκυλιά της Φρειδε­ρίκης και του έδιναν και κονσέρβες να τα ταΐζει. Αυτός όμως πεινούσε και τις έτρωγε ο ίδιος, μας αποκάλυψε. Κάποια στιγμή τον πήραν χαμπάρι και τον έδιωξαν απ’ το ευζωνικό, μας είπε όχι χωρίς κάποια πικρία.

 

140 Σχόλια to “Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη”

  1. dryhammer said

    Καλημέρα! Το μαγαζί 5Φ (Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε) το θυμάμαι. Το δρόμο που ήταν δεν θυμάμαι και σπάω το κεφάλι μου… (Πρέπει να ήταν κάπου κοντά στο τότε σπίτι μου)

  2. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για το πρώτο σχόλιο. Βέβαια, 5Φ υπάρχουν πολλα σε όλη την Ελλάδα, αλλά εσύ θα εννοείς της Θεσσαλονίκης.

    Σχολιάζω τώρα διότι φεύγω για μια εκδρομή και θα τα πούμε το απογεμαβραδάκι.

  3. Παναγιώτης Κ. said

    Καλημέρα,

    «η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου»».

    Έναρξη Κυριακάτικης ανάγνωσης και προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω την παραπάνω φράση.
    Την Ιεραποστόλου Κοσμά δεν τη ξέρω.
    Λεωφ. Στρατού εκτός από το κέντρο της πόλης έχει και στην Πολίχνη απ ό,τι λέει ο γκούγκλης.
    Άρα δεν υπάρχει…αντίφαση!

  4. Κιγκέρι said

    Καλημέρα!

    Το Άσυλο που έδωσε το όνομα στη γειτονιά προφανώς είναι το Ψυχιατρείο Σταυρούπολης.

  5. sarant said

    4 Άρα είναι λάθος αυτό που γράφω, με μπέρδεψαν τα άσυλα.

    Και φεύγω.

  6. Γς said

    Καλημέρα

    >«Άνωθεν Ασύλου». [..]. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

    «Πίσω απ το Χίλτον», η μεγάλη περιοχή της Αθήνας

    ————-

    Και «Δίπλα απ την Χίλτον», ο μεγάλος [μπιπ] της οικουμένης:

  7. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Κι εγώ στο Άσυλο γενήθηκα, Τάσσο, και ναί!- είχατε πολλά κωλόπαιδα εκεί, στην Σταυρούπολη. Γι αυτό και οι δικοί μας, της γειτονικής Πολίχνης [τώρα πιά, είμαστε ένας δήμος, του Παύλου Μελά..] σε κάθε ευκαιρία, ειδικότερα στους αγώνες Φοίνικα-Π. Μελά, τους ανοίγανε τα κεφάλια! 🙂 🙂 🙂

  8. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τοπικό το σημερινό και το χάρηκα ιδιαίτερα. Ευχαριστίες στον Τάσο Αγγελίδη και στον Νικοκύρη.

    Φυσικά η περιοχή Άνωθεν Ασύλου είναι το κομμάτι βόρεια του Ψυχιατρείου Σταυρούπολης. Νομίζω ότι σήμερα διοικητικά ανήκει στην τοπική κοινότητα Πολίχνης και όχι στη Σταυρούπολη. Σύχναζα κάπου-κάπου σε μια καφετέρια της Ιεραποστόλου Κοσμά, όμως πάντα έλεγα πάω Σταυρούπολη, δεν υπάρχουν σαφή όρια.

    Μια ερώτηση στον αγαπητό Τάσο. Γιατί λείπει ο πασίγνωστος τοπικός προσδιορισμός Λεμπέτι;

  9. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Οι κολλητοί (αγαπημένοι) γείτονές μας στην Πολίχνη ήταν Πόντιοι Μπαλαφτσανοί. Εκεί πρωτοέμαθα την Μπαλάφτσα, από μιά τρελή της γειτονιάς που μάλωνε μαζί τους και έβριζε την γιαγιά τους: «Γι αυτό σηκώθηκες κι έφυγες από την Μπαλάφτα, συμμορίτισσα!! 🙂 🙂 «

  10. Παναγιώτης Κ. said

    Για συμπλήρωμα στην ορολογία των καπνών… 🙂

  11. nikiplos1 said

    Καλημέρα ήμουν από τους τυχερούς που είχα βρει τον ν
    Νέτο Γκουερίνο τότε στα εκείνα τα χαρτάκια και φυσικά τον είχα ανταλλάξει με πολλά άλλα γιατί πάντα μάζευα τα άλμπουμ αδιάφορα χωρίς να θέλω ποτέ να τα συμπληρώσω….

  12. ΚΩΣΤΑΣ said

    Από ό,τι είδα στο χάρτη τώρα, υπάρχει Άνωθεν Ασύλου και στη Σταυρούπολη και στην Πολίχνη. Οπότε, σωστή η περιγραφή.

  13. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    ..και επί της (λογοτεχνικής) ουσίας: Διαβάζεσαι ευχάριστα και έχεις να πεις όμορφες ιστορίες Συγχαρητήρια για σένα και για το Σαιξπηρικόν!

  14. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εντός του Ψυχιατρείου και από την Ιεραποστόλου Κοσμά ήταν η είσοδος του ταβερνοχώρου «Κιβωτός». Το λειτουργούσαν κυρίως απεξαρτημένοι πρώην τρόφιμοι. Είχα πάει αρκετές φορές. Πολύ ωραίος χώρος, ωραία μεζεδάκια και ωραία μουσική και… φτηνά. Τα έσοδα πήγαιναν για βοήθεια αυτών των ατόμων.

    Άντε και κανένας άλλος, τι πάθατε σήμερα οι νότιοι!!! Κατάλαβα, 3/ήμερο, λείπετε όλοι στα εξοχικά σας, ενώ εμείς οι φτωχοί δεξιόστροφοι στο σπίτι μας… 🤣

  15. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @11. Να, λοιπόν, ακόμη ένας τρόπος για να διαχωρίζονται και να αναγνωρίζονται οι κλάσσεις: Οι γκοφρέτες και τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Γκουερίνο εσείς; ΜΕΛΟ, Σαραβάκος, Λινοξυλάκης και Μάλτα -λίγα χρόνια νωρίτερα- εμείς! 🙂

  16. nikiplos said

    15@ όπως σωστά λέει το άρθρο, μαθαίναμε τους αστέρες-ποδοσφαιριστές της εποχής… Νέτο Γκουερίνο ήταν το πιο σπάνιο… Νομίζω πως η μπάλα που έδιναν εκείνα τα χαρτάκια ήταν όντως από τις καλές… Δεν την είχα πάρει…

    Λίγο νωρίτερα έβγαιναν πλαστικές 3D μορφές ποδοσφαίρου, κάτι σαν στρατιωτάκια και τότε είχαμε τον Γιώργο Δεληκάρη ως πιο σπάνιο.

    Την ίδια εποχή ήταν ο «Πόλεμος των Άστρων» που οι διοργανωτές ξεκούδουνα είχαν εμφιλοχωρήσει τον Σούπερμαν, που δεν είχε καμία σχέση με την ιστορία… Πάλι ήμουν από τους τυχερούς που τον είχα βρει εις διπλούν. Ήταν το μόνο άλμπουμ που είχα συμπληρώσει… Μπάλα ποδοσφαίρου δήθεν αλλά πλαστική τελικά…

  17. nessim said

    εξαιρετικά αφηγήματα!
    και αυτή η τελευταία παράγραφος στο «ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ» τόσο καίρια!

  18. Χαρούλα said

    Καλημέρα!
    Το ανοίγω και βλέπω κατεβατό! Ωχ! Δεν προλαβαίνω. Ξεκινάω όμως. Για πότε κύλησε, τελείωσε, και έψαχνα και το υπόλοιπο μετά την διαφήμιση.
    Τάσσο με δύο σ συγχαρητήρια. Ευχαριστώ σε και τον φίλο σου τον Νικοκύρη που φρόντισε για την γνωριμία.

    Χαρτάκια θυμάμαι και γω, αλλά ως κοριτσάκι, μάζευα σημαίες του κόσμου, και παραδοσιακές ελληνικές στολές. Τις σημαίες με πάθος, τις στολές για να τις ανταλλάσω με …σημαίες.

    Οι Θεσσαλονικείς σήμερα την τιμητική τους! Απολαύστε το διπλά!

  19. Georgios Bartzoudis said

    η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου».

    # Μην ψάχνεστε. Η περιγραφή είναι λανθασμένη. Μεταξύ Σταυρούπολης και Λεωφόρου Στρατού περιλαμβάνεται σχεδόν ολόκληρη η Θεσσαλονίκη. Το «άσυλο» του διηγήματος είναι, όπως λεει ο αφηγητής, κοντά στο «Συντριβάνι», δίπλα δηλαδή από το παλιό Κεντρικό κτίριο του ΑΠΘ. Εκεί ακούγαμε βογγητά από γεννητούρια στο τέλος της δεκαετίας του ’50 κλπ.. Αυτό που είπαν κάποιοι σχολιαστές «ασυλο» Σταυρούπολης είναι προφανώς το Ψυχιατρείο (ή όπως αλλιώς λέγεται σήμερα) και δεν έχει καμία σχέση με γεννητούρια!

  20. vogiatzisd said

    Καλημέρα σε όλους.
    Ο αγαπητός Τάσος μας έφερε στο νου τα παιδικά μας χρόνια. Σε αντίθεση με τον Τάσο εγώ γεννήθηκα στο Λαγκαδά με τη βοήθεια της μαμής, αφού οι γονείς μου που είχαν ήδη ακολουθήσει το δρόμο της εσωτερικής μετανάστευσης έμεναν μεν στη Θεσσαλονίκη (δυτικές συνοικίες όπως όλοι σχεδόν οι προερχόμενοι από την επαρχία Λαγκαδά) αλλά βρέθηκαν στο Λαγκαδά επισκεπτόμενοι τους παππούδες μου. Αν και η καταγωγή μου είναι από το πιο ορεινό Κρυονέρι τα καλοκαίρια και τα Σαββατοκύριακα των παιδικών μου χρόνων τα πέρασα στον Λαγκαδά. Ο μεγάλος χείμαρρος που συναντάμε δίπλα στο Λαγκαδά ονομάζεται κι αυτός Μπογδάνος. Είναι προφανές ότι η ονομασία είναι σλαβικής προέλευσης αφού βόντα- μπόντα είναι είναι το νερό. Πάντως σε όλα τα χωριά οι ευκαιρίες για μπάνιο δίνονταν είτε στις γκιόλες ( φυσικές κοιλότητες) ή στις στέρνες που υπήρχαν για το πότισμα των κοπαδιών. Αυτή η επιλογή ήταν αρκετά ριψοκίνδυνη αφού πολλές φορές οι κτηνοτρόφοι μας κυνηγούσαν γιατί με τις βουτιές και τα παιχνίδια μας ταράζαμε τα νερά και τα θολώναμε σε βαθμό που τα ζώα δεν μπορούσαν να ανακουφίσουν τη δίψα τους.

  21. vogiatzisd said

    *Μπογδάνας ονομάζεται. Ο κορέκτορας έκανε το θαύμα του…

  22. ΓΤ said

    Προλαβαίνουμε! 🙂 https://www.paninigroup.com/en/int/panini-collectors-app

  23. Theo said

    Καλημέρα!

    Με ταξίδεψαν οι αφηγήσεις του Τάσσου στην παιδική μου ηλικία.

    Μάλλον είμαι κανά δυο χρονάκια μεγαλύτερός του και τον Γκουερίνο σε χαρτάκι από γκοφρέτα δεν τον θυμάμαι. Θυμάμαι τον Λινοξυλάκη, τον Λουκανίδη και άλλους. Όταν γνώρισα τον Γιάννη Φρονιμίδη πριν από 25-30 χρόνια, θυμήθηκα το όνομά του από τα χαρτάκια, τον ρώτησα αν ήταν τερματοφύλακας του Ολυμπιακού και μου το επιβεβαίωσε.

    Κι εγώ ποτέ δεν συμπλήρωσα κανένα άλμπουμ με χαρτάκια. Θυμάμαι μόνο κάποιες ανταλλαγές και που παίζαμε ένα παιχνίδι με αυτά. Τα κολλούσαμε στον τοίχο στο ύψος των ματιών μας και τα αφήναμε να πέσουν κάτω. Όταν κάλυπταν κάποιο άλλο, το κερδίζαμε.

  24. ΚΩΣΤΑΣ said

    19 Αγαπητέ μου φίλε Γιώργο Μπ. Μια λαϊκή παροιμία λέει στα καθιαυτού θισσαλικά*: «Ου παπάς απτ΄νμπόλη, η παπαδιά μουλουγάει» 😉 Άλλο το «Άσυλο του Παιδιού» και άλλο η περιοχή Άνωθεν Ασύλου που βρίσκεται στη Δυτική Θεσσαλονίκη – βόρεια του ψυχιατρείου Σταυρούπολης – και διαμοιράζεται μεταξύ των συνοικισμών Σταυρούπολης και Πολίχνης. άλλο το πού γεννήθηκε ο συγγραφέας και άλλο πού έμενε , σχολείο που πήγαινε… κλπ. Υπάρχει και Λεωφόρος στρατού στην Πολίχνη. Δεν υπάρχει λοιπόν λάθος περιγραφή.

    * Μου είσαι συμπαθέστατος και νιώθω οικειότητα μαζί σου, για αυτό και το καλαμπούρι με τα καθιαυτού… 🙂 αν σε ενόχλησε, συγνώμη

  25. Theo said

    @20:
    Το νερό στα μακεδόνικα (αλλά και στα βουλγάρικα) πάντα βόντα το ακούω. Ποτέ μπόντα.

    Το Μπογδάνας πρέπει να ετυμολογείται από το Bogdan, ένα αρκετά κοινό σλαβικό όνομα, μάλλον μετάφραση του ελληνικού Θεόδωρος, Θεοδόσιος ή Θεόδοτος (βλ. τη Wiki)

  26. vogiatzisd said

    Πρώτ’απ’όλα να ζητήσω συγνώμη από τον κ.Τάσσο Αγγελίδη που δεν του έδωσα από την πρωτη στιγμή τα συγχαρητήριά μου. Μου άρεσαν τόσο πολύ τα διηγήματα και έχοντας τα ίδια βιώματα έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι θα μπορούσα να τα έχω διηγηθεί εγώ (όχι όμως τόσο απλά και όμορφα) ή να μου τα αφηγούνταν αυτός σε μια παρέα ξεκινώντας θυμάσαι τότε..
    Σχετικά με τον τίτλο του βιβλίου. Φυσικά μπορεί να μας το διευκρινίσει ο συγγραφέας αλλά έχω την αίσθηση πως εδώ έχουμε να κάνουμε με δυο άσυλα. Ένα το άσυλο του παιδιού στο οποίο γεννήθηκε ο συγγραφέας και βρίσκεται όντως απέναντι από το συντριβάνι στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης αρκετά μακριά από τη Λεωφόρο στρατού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Δεύτερο άσυλο προφανέστατα το ψυχιατρείο της Σταυρούπολης το γνωστό Λεμπέτι άνωθεν του οποίου φύτρωσαν σε ελάχιστα χρόνια χιλιάδες λαθραία σπίτια που στέγασαν τους εσωτερικούς μετανάστες.

  27. Καλημέρα
    Από σμαρτόφωνο τι να γράψω. Φωνητική πληκτρολόγηση θα ήταν μια λύση, αλλά μετά θέλει διορθώσεις. Κι είμαι στο δρόμο (δεν έχει ο Νικοκύρης το μονοπώλιο). Η πρώτη βόλτα εκτός Αττικής από την Αποκριά.

    Για καπινά θα μπορούσα, αλλά στο έτσι δεν γίνεται. Τώρα, πώς βρέθηκα εγώ ο άσχετος να ασχοληθώ μ’ αυτά, άλλο θέμα.

  28. vogiatzisd said

    25 Theo ευχαριστώ δεν το ήξερα.

  29. BLOG_OTI_NANAI said

    «Οι παππούδες κι οι γονείς μου μιλούσαν και «βουλ­γαρικά» … Η γλώσσα δεν καθόριζε την εθνική ταυτότητά τους, ήταν, ένοιωθαν Έλληνες και ορθόδοξοι»

    Να επισημαίνουμε τέτοιες μαρτυρίες που περιγράφουν τα αυτονόητα για τη συνείδηση των ρωμιών.

    Σε ιατρικό περιοδικό του 1926 αναφέρεται ένα Άσυλο Παιδιού στη Θεσ/νίκη:

  30. Χαρούλα said

    Ναι BLOG, αυτό είναι.
    https://asylopaidiou.gr/home-page-2/istoria-orosima

  31. Γς said

    16:

    >η μπάλα που έδιναν εκείνα τα χαρτάκια ήταν όντως από τις καλές… Δεν την είχα πάρει…

    Εγώ την είχα πάρει.

    https://caktos.blogspot.com/2014/04/blog-post_29.html

  32. Κιγκέρι said

    Χαζεύοντας στο Ίντερνετ βρήκα αυτές τις δύο εργασίες για το Κολχικό ή Μπαλάφτσα, το χωριό του Τάσσου Αγγελίδη, που με μια πρώτη ματιά μου φάνηκαν ενδιαφέρουσες – κι έχουν και λέξεις που χάνονται, αν δε χάθηκαν ήδη.

    Ο συγγραφέας τους λέγεται Ν.Γ. Κοσμάς.

    Η πρώτη αφορά τα λαογραφικά της Μπαλάφτσας και έχει χρονολογία 1965 και η δεύτερη, με χρονολογία 1960, τη φορεσιά:

    https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/viewFile/6109/5847

    Click to access 5967.pdf

  33. Μιας κι απ’ την περιοχή δεν έχω ιδέα, να θυμηθώ κι εγώ τα αυτοκόλλητα. Αλλά μόνο από την ΙΟΝ, οι άλλες δεν μου άρεσαν.

    Και μια παρατήρηση: Όλοι οι υπάλληλοι στα ΚΥΓ έχουν πρόβλημα στο σαγόνι και του έχουν βάλει ένα πανί, στερεομένο με λαστιχάκι στ’ αυτιά. 🙂

  34. Κιγκέρι said

    Κάτι δεν πήγε καλά. Δοκιμάζω πάλι

    Click to access 5967.pdf

  35. Κιγκέρι said

    ☹️

    Κρίμα. Κι είναι καλή δουλειά..

  36. Κιγκέρι said

    Έκανα κι ένα λαθάκι στο όνομα του συγγραφέα. Είναι Νίκος Β. Κοσμάς.

  37. Γς said

    20:

    >Πάντως σε όλα τα χωριά οι ευκαιρίες για μπάνιο δίνονταν είτε στις γκιόλες ( φυσικές κοιλότητες) ή στις στέρνες που υπήρχαν για το πότισμα των κοπαδιών.

    Στο Λαγκαδά κι εγώ. Στην επιστράτευση του 74.

    Τόσο καιρό χωρίς ένα μπάνιο και μια μέρα δεν άντεξα.
    Τα πέταξα όλα και μπλουμ σε μια στέρνα ποτίσματος σε μια αυλή.
    Και δεν ήταν οι πάπιες του Καπιτώλιου, αλλά οι κότες που με πρόδωσαν, που άρχισαν να κακαρίζουν.

    Βγαίνει μια γριά και κατατρόμαξε σαν με είδε τσίτσιδο.

    -Συγνώμη αλλά έχουμε βρομίσει τόσο καιρό στο στρατό.

    -Α, είσαι που [θα πάρουμε τη Πόλη και τέτοια].

    -Ναι, ναι, εγώ

    Μού έφερε σαπούνι, πετσέτες και άρχισε να μου λέει για τσι Τούρκοι. Πρόσφυγας.

    Μόνο που ο άθλιος τι το ήθελα:

    -Γιαγιά ξέρεις τούρκικα;

    -Μα 30 χρονών έφυγα.

    -Πως λένε στα τούρκικα το «παραδίνομαι»;

    -Γιατί μανάρι μου; Τι το θέλεις;

    Πήγα να μπαλώσω. Οτι έκανα πλάκα, αλλά η ζημιά είχε γίνει.

    ——

    Για το Λουτράκι, το κτήμα του Διφωνή, την στέρνα με το νερό που ο νεαρός Γς πήγα να δω αν έχει ψάρια και που είδα την ξαδέλφη ολόγυμνη μεσ το νερό, σας έχω πει;

  38. ΣΠ said

    25
    Το Bogdan είναι από το Bog (Θεός) + dan (δοσμένος). Το dan είναι μετοχή παρακειμένου του dati = δίνω. Υπάρχει και το Božidar από το Bog + dar (δώρο).

  39. BLOG_OTI_NANAI said

    30: Οπότε αφού το 1926 λειτουργούσε «από επταετίας», έχει ήδη έναν αιώνα ζωής.

  40. Χαρούλα said

    Ναι BLOG. Και το τιμούν.

    100 ΧΡΟΝΙΑ Άσυλο του Παιδιού
    Κοντεύουμε να γίνουμε 100! Από το 1919 προσφέρουμε αδιάλειπτα τις υπηρεσίες μας, έχοντας μορφώσει δεκάδες γενιές παιδιών….

    Εδώ όλα
    https://www.asylopaidiou.gr/

  41. Μαρία said

  42. Theo said

    @38:
    Στη Wiki (βλ. λίκνο του σχ. 25) θεωρούν το Bozidar παραλλαγή (variant) του Bogdan.

  43. Theo said

    αποφασίστηκε να πάμε για μπάνιο κάπου στα ανάντη του ποταμιού
    […]
    Πολύ γρήγορα, όμως, ο -κρυφός- ενθουσιασμός μου πέρασε, καθώς φοβήθηκα
    […]
    Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι ήταν από εκείνες τις στιγμές αυτογνωσίας που καταλαβαίνεις τον εαυτό σου, που βλέπεις το μέλλον σου, που, όσο κι αν δεν το θέλεις να το δεχτείς, ξέρεις ότι έτσι, με επιφύλαξη και με φόβο, θα αντιδράς σε παρόμοιες κα­ταστάσεις στη ζωή σου

    Στην Έδεσσα η τσακαλοπαρέα της γειτονιάς έκανε μπάνιο στο ποτάμι, δίπλα στον παλιό «Φόρο», στην έξοδο της πόλης προς Φλώρινα. Εκεί είχε κάποια μέτρα βάθος, κι έδιναν βουτιές από την όχθη. Στην τρίτη δημοτικού ένας συμμαθητής μου καρφώθηκε με το κεφάλι σ’ έναν πάσσαλο καθώς βουτούσε κι έμεινε στον τόπο. (Σα να θυμάμαι θάνατο κι άλλου βουτηχτή εκεί αλλά δεν είμαι σίγουρος.) Η μητέρα μου φοβόταν μήπως πάθω κάτι κι εγώ (εξάλλου, δεν ήξερα κολύμπι -έμαθα τον επόμενο χρόνο στην πλαζ της Αγίας Τριάδας στη Θεσσαλονίκη), μου το είχε απαγορεύσι, κι έτσι δεν το επιχείρησα ποτέ κι έμεινα να βλέπω την υπόλοιπη παρέα να χαίρονται τις βουτιές εκεί.

  44. Γιάννης Ιατρού said

    Χαιρετώ

    37: Ρε Γς, απίθανος είσαι, και στο Λαγκαδά μα την γαογιά και στο Λουτράκι με την ξαδέλφη (του φίλου σου;), αμάν ρε συ!

    33: Γιάννη, πολλοί το έχουν πάθει τελευταία, αυτό με το σαγόνι 🙄, καλά να περάσεις στην εκδρομή, εμείς χθες… επιθεώρηση στο ερημητήριο κι επιστροφή το απόγευμα (της πουτάνας στις παραλίες, καφετέριες, εστιατόρια…., κανένας θαμών και Τουταγχαμόν δεν κρατούσε τα μέτρα που συνέστησαν κλπ., τα γκαρσόνια εντάξει σχετικά ανταποκρίθηκαν, απ΄ό,τι είδα στα γρήγορα).

    14 (τέλος): Μη φωνάζεις ρε Κώστα, εδώ είμαστε, αλλά έχουμε κι αγροτικές ασχολίες το πρωί 😎

    2: Νίκο, κι εσύ καλά να περάσεις, δεν έχεις αφήσει άκρη για άκρη, όλα τα έχεις οργώσει στην εσπερία 👍😉👌
    ΥΓ: Προηγουμένως διάβασα (συνειδητά που λέει κι ο Λάμπρος😲) για το ΦΒ στο χθεσινό νήμα… Τι να πεις, κακιούλες, προφανώς από «φίλους»🤢 ή ζουλιάρηδες😡. Έτσι κι έτσι, το ΦΒ έχει ξεπέσει πολύ σε σχέση με παλιά, πολλοί για ιστορικούς λόγους το έχουν (ακόμα).

    Αφού λοιπόν είπα τα καλόκαρδα σχόλιά μου να πω τις εντυπώσεις μου για το πολύ όμορφο σημερινό άρθρο με τα αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του Τάσσου Αγγελίδη:

    Διαβάζεται πολύ καλά, για πότε φτάνεις στο τέλος δεν το καταλαβαίνεις. Προφανώς και το θέμα και η γραφή συμβάλουν σ΄αυτό. Βέβαια κυρίως σ΄όσους έμειναν, πέρασαν ή ακόμη μένουν στην περιοχή και στα τριγύρω (διασταλτικά αυτό😉) θα ξύπνησαν σήμερα θύμισες. Σ΄εμάς τους υπόλοιπους λιγότερο από πλευράς τόπου. Αλλά και τα λαογραφικά και τα γλωσσολογικά θέματα είναι πάντα κι ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά. Τα «χαρτάκια» κλπ. βέβαια ήταν πανελληνίως γνωστά και (ποθητά) αντικείμενα, είτε για ανταλλαγή είτε αφ’ εαυτού.

    Κι από την δική μου πλευρά λοιπόν ευχές να πάει καλά το βιβλίο κι ευχαριστίες στον Τάσσο Αγγελίδη για τα σημερινά αποσπάσματα που απολαύσαμε, αλλά και στον Νίκο για την παρουσίαση εδώ στο μπλογκ👍🤩

  45. Α! Έτσι εξηγείται που ολονών τα σαγόνια πάθανε κάτι ξαφνικά. Ακολουθούν εθνικές υποδείξεις!

  46. Χαρούλα said

    #44, 45 εεεε, για να πουλήσουν οι φίλοι μας, δεν θα κρύψουμε και την ομορφιά μας!

  47. nessim said

    35: μια χαρά φαίνονται (και τα δυο)

  48. Theo said

    Οι παππούδες κι οι γονείς μου μιλούσαν και «βουλ­γαρικά», ιδίως όταν ήθελαν να μην καταλάβουμε τι λένε
    […]
    Να προσθέσω ότι η εκφορά των ελληνικών ήταν «καθαρή», χωρίς παχύ λ, χωρίς άλλες παραφθορές ή ιδιαιτερότητες, όπως σε άλλες περιοχές, χωρίς καν τα «με, σε, τον» παρά το ότι με το ζόρι τέλειωσαν το δημοτικό

    Το ίδιο συνέβαινε και στο σπίτι του εκ μητρός πάππου, όπου μεγάλωσα, μετά που οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν τριών χρόνων.
    Αποδίδω την «καθαρή» και χωρίς ιδιωματισμούς εκφορά και των δικών μου στο ότι έμαθαν τα ελληνικά στο σχολείο. Πριν γεννηθώ, μάλλον στο σπίτι μιλούσαν μακεδόνικα, κι η γιαγιά μου δεν ήξερε καλά ελληνικά. Μπροστά μου δεν τα μιλούσαν, εκτός κι αν δεν ήθελα να καταλάβουν τι έλεγαν, και δεν μου τα μάθαιναν, «για να μη χαλάσει η προφορά» μου, όπως μου έλεγαν, γιατί οι ντόπιοι δεν θεωρούνταν πολίτες πρώτης κατηγορίας, δύσκολα διορίζονταν στο δημόσιο, κλπ.

  49. Theo said

    Οι πρώτες δύο παράγραφοι είναι του κ. Αγγελίδη, αλλά κάτι μπέρδεψα και δεν βγήκαν σε πλάγια. Οι άλλες, δικές μου.

  50. Μαρία said

    48
    Αν η προφορά είχε σχέση με το σχολείο, θα είχαν σβήσει όλες οι ιδιωματικές προφορές και των ελληνόφωνων.

  51. panionas said

    Το Άσυλο αυτό πρέπει να είναι το Άσυλο Ανιάτων που βρίσκεται λίγο παρακάτω στην οδό Λαγκαδά.

  52. Theo said

    @50:
    Κι ο συγγραφέας κι εγώ αναφερόμαστε σε εκφορά των ελληνικών, όχι σε προφορά.
    Πάντως και στην Έδεσσα απουσιάζουν το παχύ λ και τα «με, σε, τον» του ιδιώματος της Θεσσαλονίκης.

    Όσο για την προφορά, όσοι συμμαθητές μου στο γυμνάσιο προέρχονταν από τα ορεινά «ντόπια» χωριά κι όσοι από τους Εδεσσαίους μιλούσαν μακεδόνικα στο σπίτι ήσαν ευδιάκριτοι. Οι ίδιοι είχαν και κάποιους ιδωματισμούς, όπως «δώσε το τόνο» (δηλαδή, η αιτιατική ενικού του αρσενικού άρθρου ίδια με την αιτιατική του ουδέτερου) ή «αυτήνα η γωνία είναι ίση με εκείνηνα τη γωνία», «αυτόνα», κλπ, για τους οποίους οι άλλοι τους παίρναμε στο ψιλό.

  53. ΚΩΣΤΑΣ said

    Μένω δυτικά στη Θεσσαλονίκη αλλά είμαι μέτοικος, έτσι δεν γνωρίζω και πολλά για παλιότερες εποχές. Είναι αληθές ότι το τοπωνύμιο Άνωθεν Ασύλου δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στο ευρύ κοινό. Πες Λεμπέτ(ι), πες ψυχιατρείο Σταυρούπολης, γίνεσαι απολύτως κατανοητός. Και πιστεύω ότι το όνομα αυτό προέκυψε μεταπολεμικά.

    Αναμένω την εμφάνιση του Τάσσου Αγγελίδη, ίσως δώσει περαιτέρω εξηγήσεις γι’ αυτή την επιλογή.

  54. 6, … Και «Δίπλα απ την Χίλτον», ο μεγάλος [μπιπ] της οικουμένης: …

    Ποζάρει ως Πάρης δίπλα στην Χίλτον;

  55. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Πολὺ ὅμορφα τὰ σημερινά. Ἁπλᾶ, λιγόλογα, χωρὶς περιττὰ στολίδια καὶ φιοριτοῦρες. Χωρὶς κάποιαν ἰδιαίτερη πλοκή καὶ κορυφώσεις.

    Ἔτσι ὅπως εἶναι ἡ πραγματική ζωή.

    Τὶς περισσότερες φορές, τοὐλάχιστον.

    Εὐχαριστοῦμε τὸν Τάσσο Ἀγγελίδη γιὰ τὴ γραφὴ καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ δημοσίευση.

  56. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @54. Μιχάλης Νικολάου said:

    » …Ποζάρει ως Πάρης δίπλα στην Χίλτον; »

    Μᾶλλον ὡς …παπάρης. 😉

  57. Georgios Bartzoudis said

    24, ΚΩΣΤΑΣ said: «…Υπάρχει και Λεωφόρος στρατού στην Πολίχνη. Δεν υπάρχει λοιπόν λάθος περιγραφή».

    # Αν υπάρχει «Λεωφόρος Στρατού» στην Πολίχνη, τσιορ-τσιοπ! Πάντως, σε κάθε περίπτωση, όταν λέμε (ή λέγαμε;;) «Λεωφόρος Αμαλίας» στην Αθήνα εννοούμε μία και όχι κάποια άλλη στην …Κυψέλη! [εν ολίγοις, εάν η περιγραφή δεν είναι λανθασμένη είναι αποτυχημένη!]. Κατά τα λοιπά, δεν με ενοχλεί καμία κριτική. Και για να …χαρείς, σε πληροφορώ ότι έχω 12,5% Θεσσαλικό αίμα (Κρανιά Καρδίτσας) και 87,5% καθιαυτού Μακεδονικό!
    Επί της ουσίας (που δεν πρόλαβα να πω τίποτα διότι μου τέλειωσε η μπαταρία, εκτός έδρας γαρ…) οι διηγήσεις του Αγγελίδη είναι απλές και αληθινές, και γι’ αυτό πολύ καλές!

  58. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα! Ελειπα όλη μέρα αν και κάποια στιγμή μπήκα και ξεμπλόκαρα κάποιο πιασμένο σχόλιο.

    Μου κάνει επίσης εντύπωση πόσα στοιχεία βρήκατε, αλλά βέβαια Θεσσαλονίκη ειναι αυτή.

    17 Όντως

    33 Χαχαχά!

    53 Ο Τάσσος δεν έχει μεγάλη δικτυακή παρουσία, αλλά μάλλον θα περάσει.
    Ωστόσο, βρίσκω στο γκουγκλ «Ενοικιάζονται κατοικίες περιοχή Άνωθεν Ασυλου»

  59. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  60. Μαρία said

    52
    >Πάντως και στην Έδεσσα απουσιάζουν το παχύ λ
    Έτσι νομίζεις, γιατί δεν το ακούς. Όλοι οι βόρειοι προφέρουμε άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο νταρκ λ. Άμα σε πετύχω πουθενά, θα σε βάλω να πεις Λούλα 🙂

    Όσο για το άλλο κουσούρι, τη γενική παράλειψη του ν στα άρθρα την και τον, το έχει κι ο φίλος σου ο Θεοδωράκης, ανεξήγητο γιατί.

    58
    Να τον ρωτήσεις και για το διπλό σ στο όνομά του. Μέχρι τώρα ήξερα τον κουμπάρο Παπαδόπουλο και τον χαράκτη.

  61. sarant said

    60 Mάλλον για ομορφιά.

  62. ΚΩΣΤΑΣ said

    58 (τέλος)
    Δεν λέω ότι είναι ανύπαρκτη η ονομασία, ευρέως γνωστή δεν είναι. Πιθανό να έχει δίκιο στο @51 ο σχολιαστής Panionas, υπάρχει πιο κάτω μια υπηρεσία της κοινωνικής πρόνοιας. Παλιότερη ονομασία Άνωθεν Ασύλου που βρίσκω εγώ αναφέρεται στη 10/ετία του 1960.

  63. Μαρία said

    62
    Στο χάρτη η περιοχή είναι στα αριστερά του Λεμπέτ και τη βρίσκω μόνο σε μεσιτικά γραφεία. Άσυλο ανιάτων στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει.

  64. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    «Το καλοκαίρι, αξημέρωτα, πήγαιναν με το κάρο στα καπνοχώραφα για το «σπάσιμο», έκοβαν πρώτα τα κάτω φύλλα (το «πρώτο χέρι» και ακολουθούσαν το δεύτερο και το τρίτο προς τα πάνω) όσο ακόμα ήταν υγρά και τρυφερά προτού τα δει ο ήλιος,…..»

    Περιγραφει σχεδον με γλυκυτητα 🙂 την παιδικη εργασια μεταβασης -αξημερωτα- στα καπνοχώραφα, συλλογης των φυλλων και επιστροφης στην οικιακη καπναποθηκη.

    Ομως, πως μου ειπε συναδελφος απο την Αιτωλοακαρνανια, η παιδικη εργασια αποτελουσε το «τραυμα»,και ηταν φυσικο τα παιδια του δημοτικου και των πρωτων ταξεων του γυμνασιου να θελουν να παιζουν ν ή να κανουν βολτες με την παρεα τους, αντι να εργαζονται , οποτε αφου ηταν εξυπνος διαβασε και μπηκε στο ΕΜΠ και εφεξης πηρε διαζυγιο με την χειρωνακτικη εργασια.

    Ειναι αυτο που λεω λακωνικα «σπουδασε για να μην σκαβει», σε αντιθεση με τα παιδια των προαστιων που αρκετοι προλαβαμε κηπους οπου «σκαβαμε γιατι γουσταραμε», σχεδον χωρις κανενα καταναγκασμο οποτε «παιζαμε και σπουδαζαμε» κανοντας και διαφορες περιστασιακες δουλειες για να ενισχυσουμε το φτωχο χαρτζηλικι μας, η πιο σημαντικη : φροντιστηρια σε μαθητες.

  65. Κιγκέρι said

    Βρε παιδιά κι εγώ στο Γκουγκλ Μαπς τη βρήκα την περιοχή και είδα ότι είναι ακριβώς από πάνω από το Ψυχιατρείο, το οποίο ονομαζόταν και Άσυλο Φρενοβλαβών. Ε, κοντά στον νου κι η γνώση..

    Και για την ιστορία του Ψυχιατρείου:
    https://www.vice.com/gr/article/vb7kad/an8rwpoi-fantasmata-sto-psyxiatreio-ths-8essalonikhs-twn-arxwn-toy-20oy-aiwna

  66. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @63. Όντως δεν υπάρχει ΄Ασυλο ανιάτων στην Θεσσαλονίκη. Ό όρος «άσυλο» χρησιμοποιούνταν ευρέως σε παλιότερες εποχές ως ευφημιστική εναλλακτική ονομασία διαφόρων θλιβερών ιδρυμάτων. Να μην ξεχνάμε ότι μέχρι και σήμερα οι Έλληνες πάνε «σε Νευρολόγο» και όχι σε Ψυχίατρο οπότε, η μετονομασία «Άσυλο» για ένα Ψυχιατρικό Νοσοκομείο παλαιοτέρων εποχών, ήταν αναμενόμενη.. (Θυμάμαι το ανεπανάληπτο Άσυλο Αλητοπαίδων της Κοκκινιάς..)

  67. ΚΩΣΤΑΣ said

    63 Στον χάρτη, η περιοχή Άνωθεν Ασύλου βρίσκεται στη συνέχεια της οδού Λαγκαδά (δεξιά μεριά), καθώς εξερχόμαστε από τη Θεσσαλονίκη. Ένα τμήμα της ανήκει στη Σταυρούπολη και το άλλο στην Πολίχνη. Υπήρχε σίγουρα παλιότερα – δεν ξέρω αν υπάρχει σήμερα – κάποια υπηρεσία της κοινωνικής πρόνοιας ο Άγιος Παντελεήμων (χρονίως πασχόντων…). Επίσης απέναντι από την περιοχή αυτή υπάρχει συνοικία της Σταυρούπολης με την ονομασία Πρόνοια. Ακόμη υπάρχει εκεί σήμερα και ναός του Αγ. Παντελεήμονος. Όλα αυτά αποτελούν τον καμβά αυτής της περιοχής, περισσότερες λεπτομέρειες όμως δεν ξέρω. Δεν αποτέλεσε πεδίο μελέτης μου αυτή η περιοχή.

  68. Μαρία said

    65
    Το Λεμπέτ ποτέ δεν ονομαζόταν άσυλο φρενοβλαβών. Διάβασε προσεχτικότερα το άρθρο.

  69. Τάσσος Αγγελίδης said

    Ευχαριστώ πολύ τον φίλο Νίκο για την παρουσίαση και όλους εσάς για τα καλά σας λόγια.

  70. sarant said

    Τάσσο, ευχαριστούμε κι εμείς για τα διηγήματα!

  71. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @65. Νομίζω πως η ονομασία «Άσυλο Φρενοβλαβών» δεν δόθηκε ποτέ στο Ίδρυμα που χτίστηκε στο Λεμπέτ#, αλλά αφορούσε το προγονικό του, σε παλαιότερες εποχές και σε άλλο σημείο της Θεσσαλονίκης. Η ονομασία «΄Ασυλο» για το Λεμπέτ χρησιμοποιήθηκε ευφημιστικά..

    [#Για να μην αδικούμε την Ιστορία του χώρου, αξίζει να πούμε ότι αρχικά (πριν από τον πόλεμο) είχε διατεθεί ένας τεράστιος χώρος, στον οποίο προβλέπονταν να στεγαστούν όχι μόνο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, αλλά και Άσυλο Ανιάτων και Νοσοκομείο Λοιμωδών. Επειδή όμως αυτός ο αρχικός χώρος καταπατήθηκε αγρίως για να χτιστούν αυθαίρετα -κυρίως στην περιοχή που ονομάστηκε αργότερα Άνωθεν Ασύλου- δεν λειτούργησε ποτέ Άσυλο Ανιάτων..]

  72. Κιγκέρι said

    68:

    Μαρία, το διάβασα και πρόσεξα ιδίως το σημείο που λέει:

    …Έτσι, μετά το 1918 μεταφέρθηκαν σταδιακά στις παραπάνω εγκαταστάσεις οι πρώτοι ασθενείς, όχι πάντως με αξιόπιστα επιστημονικά κριτήρια. «Ήταν ένα μίγμα δυστυχισμένων ανθρώπων. Υπήρχαν επαίτες, άνθρωποι με νοητική στέρηση, πόρνες, περιθωριακά στοιχεία, ακόμη και πυροπαθείς της φωτιάς του ’17 και πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η μεταβατική περίοδος διήρκεσε ως το 1925, οπότε ιδρύθηκε το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης», περιγράφει ο κ. Σεβρής. Η αρχική του ονομασία ήταν Δημόσιο Ψυχιατρείο…

    Εγώ από αυτό συμπεραίνω ότι από το 1918, που άρχισαν να μεταφέρονται οι τρόφιμοι του Ασύλου Φρενοβλαβών στη Σταυρούπολη, ως το 1925, οπότε και ονομάστηκε επίσημα Δημόσιο Ψυχιατρείο, το ίδρυμα δεν είχε κάποιο επίσημο όνομα. Μου φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανό να εξακολούθησε ανεπισήμως να λέγεται Άσυλο σ´αυτό το διάστημα.

  73. Τάσσος Αγγελίδης said

    Μετά τον θάνατο των γονιών μου οι ιστορίες που διηγιόνταν, κυρίως ο πατέρας μου, καθώς και λέξεις και εκφράσεις ιδιωματικές που χρησιμοποιούσαν, έρχονταν και όλο και πιο συχνά στη μνήμη μου. Θυμόμουν επίσης έντονα τα βιώματα που με καθόρισαν τόσο στο χωριό όσο και στη Σταυρούπολη, που έγινε Πολίχνη μετά, όταν επέστρεφα με άδεια στην πατρίδα και τα έβλεπα αλλιώς. Η συγγραφή τους άρχισε με την έκδοση του περιοδικού «Φαινόμενο του Λουξεμβούργου» όπου συνυπήρξαμε με τον Νίκο στα πρώτα τεύχη και συνεχίστηκε στο FB.
    Όμως, η έκδοση του βιβλίου, παρότι επιθυμητή, έγινε μάλλον τυχαία, «συνωμότησε το σύμπαν». Όπως έγραψα, παρουσιάζοντας το βιβλίο στο FB:
    «Με μια –άδηλα, τότε- ενορχηστρωμένη αλληλουχία κινήσεων και συναντήσεων μιας μέρας πριν από έναν χρόνο, ξεκίνησε η περιπέτεια αυτή, η έκδοση του παρόντος βιβλίου που ολοκληρώθηκε με την κυκλοφορία του αυτές τις μέρες.
    Ωστόσο, η σταδιακή συγγραφή του άρχισε πολλά χρόνια πριν.
    Τα δε στιγμιότυπα βίου που εξιστορούνται σ’ αυτό έλαβαν χώρα πάρα πολλά χρόνια πριν σ’ έναν διαφορετικό κόσμο,
    στο χωριό, τη Μπαλάφτσα (Κολχικό)
    και, κυρίως,
    άνωθεν ασύλου, στη Σταυρούπολη.
    Ευχαριστώ τον Γ. Αλισάνογλου, τη Γ. Τρούλη, τον Παντελή που με συνόδεψε στο Σαιξπηρικόν την πρώτη φορά, τον Γιώργο Μαθιουδάκη για το έξοχο κείμενο του εξωφύλλου και τις φίλες συναδέλφους, νυν και πρώην, για τις προτάσεις, τις διορθώσεις και, κυρίως, την ενθάρρυνση.».

  74. ΓΤ said

    (ΠΑΟΚ-ΟΣΦΠ 0-1)

  75. sarant said

    73 Ευχαριστούμε και πάλι!

  76. Theo said

    Συγγνώμη που μέχρι τώρα δεν ευχαρίστησα τον κ. Αγγελίδη και τον Νικοκύρη.

    —————-
    @60α:
    Πάντως το παχύ λ των Κωνσταντινουπολιτών το ακούω 🙂

  77. Τάσσος Αγγελίδης said

    Όσον αφορά το «άσυλο», πρόκειται πράγματι για την περιοχή πάνω από το Άσυλο Ανιάτων, που ήταν πολύ κοντά στο Ψυχιατρείο, το Λεμπέτ(ι), πιο παλιά ονομασία που δεν πέρασε στη γενιά μου. Σε γράμματα που μας έστελνε η θεία μου από τη Γερμανία, έγραφε μετά το όνομα, Άνωθεν Ασύλου. Από κει το ξέρω. Χωράφια που πουλήθηκαν ως οικόπεδα και κτίστηκαν σε αυτά αυθαίρετα. Το άσυλο συνηθιζόταν πολύ εκείνη την εποχή για ιδρύματα. Πρόκειται πάντως για συνωνυμία με το μαιευτήριο τότε Άσυλο του Παιδιού. Αν δεν γνωρίζει κανείς, μπορεί πράγματι να μπερδευτεί.

  78. Τάσσος Αγγελίδης said

    32-33. Ο Νίκος Κοσμάς ήταν δάσκαλος στο χωριό, όπως μου είχε πει ο πατέρας μου, και έγραψε τα «Λαογραφικά της Μπαλάφτσας». Έχω μόνο μια φωτοτυπία, όπου δεν περιλαμβάνονται οι φορεσιές. Όπως βλέπω σε υποσημείωση «Η φορεσιά της Μπαλάφτσας» δημοσιεύτηκε στα «Μακεδονικά».

  79. sarant said

    77 Όπως μπερδεύτηκα εγώ

  80. Κιγκέρι said

    78: Κε Αγγελίδη, η εργασία του Ν. Κοσμά για τη φορεσιά υπάρχει στο ίντερνετ, την είδα και τη διάβασα, αλλά το λινκ δε βγαίνει σωστά και φαίνεται μόνο η πρώτη σελίδα.
    Θα δοκιμάσω λοιπόν και μια ακόμα φορά, από άλλο μονοπάτι (και ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη από όλους αν δεν δουλέψει!)

    Η φορεσιά της Μπαλάφτσας

    Click to access ekd_pemk_04_kosmas.pdf

  81. Αγγελος said

    Κιγκέρι, και τις δύο φορές που δημοσίευσες τη μελέτη του Κοσμά, μια χαρά διαβάζεται, τουλάχιστον στον δικό μου υπολογιστή. Σταχυολογώ, για να πικάρω τον αγαπητό Γιώργο Μπαρτζούδη, την εξής φράση:«Tο ποντιακό στοιχείο, μέ τό βαθύ τοπικιστικό πνεύμα, κρατεί μέ πείσμα τό γλωσσικό του ιδίωμα, τα τραγούδια καί τα ήθη καί τα έθιμά του.» Το ‘ιθαγενές’ όμως στοιχείο (έτσι το λέει ο συγγραφέας λίγο πιο πάνω)…

  82. Κιγκέρι said

    Δυστυχώς δεν…
    Παραιτούμαι ☹️

  83. Μαρία said

    80
    Στο 32 και στο 34 διαβάζουμε ολόκληρο το άρθρο για τη φορεσιά. Μήπως τα λινκάρεις απο εξυπνόφωνο; 🙂

  84. Αγγελος said

    Μια τεχνική παρατήρηση: η μελέτη είναι φυσικά (αφού είναι του 1965) γραμμένη με πολυτονικό, η κοπυπάστη όμως μετατρέπει όλες τις περισπωμένες σε οξείες, ενώ τα πνεύματα τα εξαφανίζει!

  85. Κιγκέρι said

    81:

    Ωχ, Άγγελε αλήθεια; Εγώ χρησιμοποιώ i pad και μου βγάζει μόνο την πρώτη σελίδα.
    Αν την έχω βάλει εν αγνοία μου τρεις φορές, τι να πω, ντρέπομαι! 😔

  86. ΚΩΣΤΑΣ said

    82 Ρε πατρίδα, μια χαρά το διάβασα όλες τις φορές που το ανέβασες, το έμαθα σχεδόν απέξω!!! 😉🤔🤪 Κάποιο πρόβλημα θα έχει ο υπολογιστής σου και δεν το βλέπεις εσύ ή κάτι λάθος κάνεις στο άνοιγμα.

    Συγνώμη για το ύφος γραφής μου, η οικειότητα αποτέλεσμα της μεγάλης εκτίμησης στο πρόσωπό σου. 🙂

  87. Μαρία said

    81
    Τους ιθαγενείς τους πρόσεξα κι εγώ. Αμέσως μετά τους λέει ντόπιους.
    Οι πόντιοι τα κράτησαν όλα και κυρίως τη γλώσσα τους, εκτός απ’ τη φορεσιά, ενώ οι συνεσταλμένοι ντόπιοι μόνο τη φορεσιά 🙂
    Σε χωριό της Νάουσας όπου δούλευα απ’ το ’78 μέχρι το ’81, υπήρχε μοδίστρα που έραβε για τις σλαβόφωνες γριές, που δεν έβγαλαν ποτέ την παραδοσιακή φορεσιά.

  88. Μαρία said

    85
    Σου το ‘πε κι ο Nessim στο 47.

  89. sarant said

    84 Πράγματι!

  90. Κιγκέρι said

    Τώρα άνοιξα τον μεγάλο υπολογιστή και είδα τα χαΐρια μου..Δεν κατάλαβα ότι έβγαινε στο σχόλιο όοοολο το κείμενο (το οποίο παρεμπιπτόντως εγώ το βλέπω σε κανονικό πολυτονικό), δεν πρόσεξα και το σχόλιο του Νεσσίμ, βράσε ρύζι…

  91. Τάσσος Αγγελίδης said

    8
    Το όριο ανάμεσα στην Πολίχνη και τη Σταυρούπολη είναι η οδός Φλέμινγκ. Το έμαθα στην έκτη δημοτικού, όταν πήγα να γραφτώ και μάλιστα είπα ψέμματα ότι μένω απ΄την άλλη μεριά για να τελειώσω το δημοτικό στη Σταυρούπολη. Οδός Φλέμινγκ υπάρχει όμως και στη Σταυρούπολη και γίνεται ένα σχετικό μπέρδεμα με τους ταξιτζήδες, όταν τους λέω πού πάμε.

  92. Τάσσος Αγγελίδης said

    13 Ευχαριστώ πολύ!

  93. Τάσσος Αγγελίδης said

    18 Ευχαριστώ πολύ! Τα κορίτσια στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Σταυρουπόλεως μάζευαν «σκαλιστά».

  94. Τάσσος Αγγελίδης said

    60, 61 Στα χρόνια του κολεγίου, επηρεασμένος απ’ τα αγγλικά (για να μην προφέρεται το σ ως ζ), αλλά και ως «ομορφιά», το έγραφα με δύο σ. Τότε βέβαια έγραφα, από αντίδραση, χωρίς τόνους. Πολύ αργότερα συνάδελφος, πολύγλωσσος γλωσσολόγος μου εξήγησε ότι και στ’ αρχαία ελληνικά διπλασιαζόταν το μεσαίο σύμφωνο στα υποκοριστικά. Με βόλεψε η αρχαιοπρέπεια και το πίστεψα χωρίς περαιτέρω έρευνα.

  95. loukretia50 said

    Απλά και όμορφα γραμμένα κείμενα, νοιώθεις οικειότητα με τον αφηγητή, σα να σου εξομολογείται γλυκόπικρες αναμνήσεις.
    Και βέβαια πλούσιο σε λαογραφικά και γλωσσικά στοιχεία.
    Περισσότερο μου άρεσε το «Μπάνιο», ειδικά το τελείωμα.
    Αναπόφευκτα θυμήθηκα με όλα κάποια προσωπικά βιώματα , από τις επισκέψεις στο χωριό και τις συμμαθήτριές μου που περνούσαν το καλοκαίρι στα καπνά, μέχρι τις γκοφρέτες με τις σημαίες.
    Ευχαριστώ!
    —————-
    Βρήκα ένα γλωσσάρι του καπνού, από τη Βόρεια Ελλάδα.
    http://synmorphose.gr/index.php/el/projects-gr/tobacco-glossary-menu/%CE%A4

    Στην πάλαι ποτέ καπνοπαραγωγική περιοχή μου – κι ύστερα ήρθαν οι φράουλες – δε συνηθίζεται το «μπούρλιασμα», λένε όλη τη διαδικασία αρμάθιασμα ή βελόνιασμα (μπιλόνιασμα στα καθιαυτού!)
    Οι βελόνες ήταν τρομαχτικές στα χέρια μικρών παιδιών και συχνά πλήγωναν τα δάχτυλα.
    Για να σταματήσει το αίμα τύλιγαν το κόψιμο με φύλλο καπνού.

    Ένα λινκ για πληροφορίες σχετικές με τα καπνά και πολλές παλιές φωτογραφίες
    https://agriniotobaccomuseum.gr/oi-mazoxtades-tou-kapnou-aytoi-oi-doyldeytades/

  96. Τάσσος Αγγελίδης said

    71, 72 Πράγματι, αυτοί που βλέπαμε εμείς στον περίβολο του Ασύλου ήταν δυστυχισμένοι άνθρωποι, μάλλον με νοητική υστέρηση, μας ζητούσαν λεφτά ή τσιγάρα.

  97. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τέτοια είναι που μ΄αρέσουνε! Αφηγήματα – φέτες ζωής, απλά και ξάστερα ειπωμένα. Θραύσματα ιστοριών αυτών ή και ολόκληρες, βιωμένες κι από τους αναγνώστες. Συναξαρια της μεταπολεμικής (βόρειας) Ελλάδας. Ευχαριστούμε και μπράβο σας κ.Αγγελίδη

    >>«αξάδες» που τους έλεγαν(του ξαδέλφους)
    Κι εμείς!

    60τέλος
    Τα σου του Τασσου : βλ. σχ .94 🙂

  98. Αγγελος said

    O Νικοκύρης δεν έχει μπαναριστεί από το ΦΒ. Η δημοσίευσή του από το Cochem π.χ. εμφανίζεται. Δοκίμασα όμως να αναδημοσιεύσω στη δική μου σελίδα τη φωτογραφία με την ηλικιωμένη μαϊμού και δεν μου το επέτρεψαν. Διαμαρτυρήθηκα φυσικά, αλλά προειδοποιούν ότι «δεν είμαστε σε θέση να εξετάζουμε μεμονωμένες αναφορές,» Ίσως αν λάβουν πολλές διαμαρτυρίες για το ίδιο θέμα…

  99. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @96. Έτσι, ακριβώς! (και χαρακτηριστικά: κουρεμένοι με την ψιλή..)

  100. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @95. ή τιζεύω/ τίζεμα 🙂

  101. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    20 >>Ο μεγάλος χείμαρρος που συναντάμε δίπλα στο Λαγκαδά ονομάζεται κι αυτός Μπογδάνος.
    &21
    Άμα είτανε θολός και λασπουριάς άλλαζε κατάληξη 🙂

  102. loukretia50 said

    Απέναντι απ΄το πατρικό μου ήταν καπναποθήκες. Συνηθίζαμε τα μικρά να χαζεύουμε τους εργάτες στα παράθυρα του δεύτερου ή τρίτου ορόφου να τοποθετούν επιδέξια ένα – ένα τα δεμάτια καπνού σε μια λεία μακριά σανίδα που κατέληγε στην ανοιχτή καρότσα φορτηγού.
    Περιμέναμε ανυπόμονα να γλιστρήσει στο πεζοδρόμιο κάποιο δεμάτι για να γελάσουμε με τις αντιδράσεις τους. Νομίζαμε ότι είναι εύκολη και διασκεδαστική δουλειά.
    Οι γονείς μας προσπαθούσαν να μας εξηγήσουν ότι δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά ήταν δύσκολο να καταλάβουμε.
    Μέχρι τη μέρα που έπεσαν τρία δεμάτια στη σειρά , εμείς πανηγυρίζαμε μέχρι που αντήχησε η γειτονιά στο καταμεσήμερο από τις βρισιές του επιστάτη που έδιωξε «το μεθύστακα».
    Δεν ξαναγελάσαμε από τότε με το θέαμα.

  103. sarant said

    98 Όχι, δεν έχω μπαναριστεί, έχει κατεβεί (από όλα τα προφίλ) κάθε άρθρο του ιστολογίου. Καλά έκανες και διαμαρτυρήθηκες,να ελπίζουμε να μαζευτούν πολλές διαμαρτυρίες.

  104. Μαρία said

    96
    Στο Λεμπέτ πήγαινα στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Είχα πάντα μαζί μου δυο πακέτα τσιγάρα. Κάποιοι απ’ αυτούς που μου τα ζητούσαν δεν ήταν άποροι. Οι άνθρωποι το έκαναν για την επαφή.

  105. Μαρία said

    103
    Το φουμπού δέχεται αναφορές όπως το τουίτερ;

  106. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Καπνο-ποιήματα» Μαθητών μιας Καπνούπολης
    2ο Γυμνάσιο Αγρινίου «Κοσμάς ο Αιτωλός»
    Δημιουργική γραφή στο ποίημα: «Χρονικό»*, του Λευτέρη Ξανθόπουλου.

    Κωνσταντίνα Θώδη Β2
    Καπνοκαλλιεργητές

    Πριν ο ήλιος ανατείλει
    και πριν φύγει η δροσιά
    είναι όλοι στα χωράφια
    για να αρχίσουν τη δουλειά.

    Όλη μέρα στο χωράφι
    ο ιδρώτας τους τρέχει καυτός
    Θέλει δύναμη και κόπο
    για να μαζευτεί ο καπνός!

    ***
    Παναγιώτης Γκρίζης,Β2
    Ο Καπνοπαραγωγός

    Από μικρός στον καπνό
    μες στις λάσπες ζω
    ήλιο, κρύο και βροχή
    όλα τα αψηφώ

    προκειμένου λίγο μεροκάματο
    να βγάλω και εγώ
    οικογένεια να θρέψω
    και τον έμπορα να θεριέψω …

    *Χρονικό
    Ο πατέρας είπε
    αγαπώ τον ξεραμένο καπνό
    έγινε καπνεργάτης…
    Λευτέρης Ξανθόπουλος
    https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/283986_mathites-kalliergoyn-kapno-kai-armathiazoyn-lexeis

  107. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, που γιόρταζε η παλιά (και μόνη, τότε) εκκλησία του χωριού
    Ν. Κοσμάς, Ένα φιρμάνι για την ‘Αγ. Παρασκευή Μπαλάφτσας

    Η ορθή όνομασία του χωριού είναι αυτή που άναφέρεται στο φιρμάνι «Μπαλιφτσός». Ετσι αποκαλούνταν και από τους κατοίκους των γύρω χωριών, Λαγκαδά, Σωχού, Όσσας, Προφήτη, Λητής. Το όνομα «Μπαλάφτσα» επικράτησε μετά την άπελευθέρωση του 1912.Το φιρμάνι που εκδόθηκε από το σουλτάνο Μαχμούτ Β’ (1808-1839) απαγορεύει τις επεμβάσεις και τις βιαιοπραγίες των κρατικών οργάνων στις έκκλησίες και είναι στοιχείο χρήσιμο στην έρευνα τών προνομίων
    https://www.researchgate.net/publication/290952539_Ena_phirmani_gia_ten_ekklesia_tes_Agias_Paraskeues_tes_Mpalaphtsas_Kochliko_Thessalonikes

  108. Μαρία said

    107
    Καλά, ετοιμαζόμουνα να το λινκάρω. Είδα την παραπομπή στον Συμεωνίδη.

  109. Μαρία said

    107
    Διαβάζεται καλύτερα http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_17/ekd_pemk_17_Symmikta.pdf σ.411

  110. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    108,109, Α ωραία! Αναφέρει και Τα τουρκικά «Μουκατα’α » σλ.423 τέλος, που λέγαμε προχθές

  111. Καίτοι έμεινα έξι χρόνια στη Σαλονίκη αυτή την περιοχή δεν την ξέρω καθόλου. Πείτε μου όμως, αν ξέρετε, η ταβέρνα Άσυλο στην Ευαγγελίστρια έχει να κάνει με κάποιο Άσυλο και ποιο;

  112. Μυλοπέτρος said

    Μικρά μικρά κειμενάκια που πρέπει να διαβαστούν σιγά σιγά όπως αργά αργά αφήναμε να λιώσουν στο στόμα μας οι καραμέλες που μας άρεσαν μικροί σας είμαστε, για να μας μείνει η γεύση τους όσο πιο πολύ γινότανε.
    Ευχαριστώ για την αίσθηση.

  113. Μυλοπέτρος said

    Φαντάρος ων περνούσα για Καρατάσιου έξω από το σταυρουπολ. Αργότερα έμαθα πως ήτανε κινηματογράφος με το όνομα Σταυρούπολις που όμως έχασε το -ις.
    Κάπου εκεί ήτανε και ένα συνεργείο με την ταμπέλα » το βερεσέ καπούτ».

  114. Κιγκέρι said

    111: Δύτη,

    εδώ έχει μια ιστορία για την ταβέρνα που λες.

    https://www.lifo.gr/team/u13557/31837

  115. 114 !!! Κοίτα να δεις!

  116. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    114 Ωραία ιστορία!

  117. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    64. Διερωτωμαι γιατι κανεις σχολιαστης δεν αναφερθηκε στο σχολιο μου 64 που αναφερεται στο μικροδιηγημα ΤΑ ΚΑΠΝΑ.

    «Περιγραφει σχεδον με γλυκυτητα 🙂 την παιδικη εργασια μεταβασης -αξημερωτα- στα καπνοχώραφα, συλλογης των φυλλων και επιστροφης στην οικιακη καπναποθηκη.

    Ομως, οπως μου ειπε συναδελφος … η παιδικη εργασια αποτελουσε το «τραυμα», και ηταν φυσικο τα παιδια του δημοτικου και των πρωτων ταξεων του γυμνασιου να θελουν να παιζουν ή να κανουν βολτες με την παρεα τους, αντι να εργαζονται , οποτε αφου ηταν εξυπνος διαβασε και μπηκε στο ΕΜΠ και εφεξης πηρε διαζυγιο με την χειρωνακτικη εργασια.»

    Ας σκεφτουμε τις επιπτωσεις αναλογων παιδικων τραυματων στην μετεπειτα πορεια αρκετων παιδιων της επαρχιας….

  118. loukretia50 said

    Αφώτιστε,
    δε νομίζω να σε φωτίσω, η άποψη του παρατηρητή υποθέτω δε μετράει, αλλά τη σερβίρω!
    Γνώρισα πολλές οικογένειες που δούλευαν στα καπνά, παιδιά που παράτησαν το σχολείο, σπούδασαν ή ξενιτεύτηκαν.
    Το τραύμα που λες ήταν κυρίως η πίκρα για το άδικο, όταν συνειδητοποιούσαν ότι άλλα παιδιά στο σχολείο δεν ήταν αναγκασμένα να δουλεύουν.

    Όμως στα χωριά η παιδική εργασία δυστυχώς ήταν κάποτε μια κατάσταση δεδομένη.
    Η εργασία όλων ήταν ανάγκη γενικά αποδεκτή : όλα τα μέλη της οικογένειας, ακόμα κι οι γιαγιάδες και τα πολύ μικρά δούλευαν σκληρά ανάλογα με τις δυνατότητές τους, συχνά και παραπάνω.
    Ωστόσο δεν τους ένωνε μόνο η ατέλειωτη κούραση.
    Στις περισσότερες οικογένειες υπήρχε συνεργασία και συντροφικότητα για ένα κοινό σκοπό, αγάπη, εμπιστοσύνη, κατανόηση και συχνά οι ώρες του μόχθου – ειδικά στο αρμάθιασμα – πέρναγαν με ιστορίες, πειράγματα, γέλιο και τραγούδι.
    Οι άνθρωποι ήταν δεμένοι με τη γη κι έδιναν την ψυχή τους στο έργο τους.
    Αυτό το ένοιωθαν τα παιδιά, και όσο κι αν δυσκολεύονταν, δε συνήθιζαν να παραπονιούνται.
    Η πρόωρη ωριμότητα έκανε την πίκρα περηφάνεια και συχνά σκληρότητα.
    Η ανάγκη να ξεφύγουν καθόρισε σίγουρα τη ζωή πολλών.
    Πέτρινα χρόνια, αναμφισβήτητα, αλλά υπήρχαν πολλά στοιχεία που δικαιολογούν τη νοσταλγία, εκεί νομίζω θέλει να εστιάσει ο συγγραφέας.
    Αλλά εκείνος είναι αρμόδιος να απαντήσει.

  119. Μαρία said

    117
    Πού το διάβασες, ρε έξυπνε, οτι τα παιδιά πήγαιναν στο σπάσιμο;
    Τα παιδιά συμμετείχαμε στο μπούρλιασμα, που ήταν πολύ διασκεδαστικό. Μάλλον δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει παιδικό τραύμα.

  120. Χαρούλα said

    #119 ουφφφ! Πέστα Μαρία. Από το πρώτο ακόμη σχόλιο, διαφώνησα. Αλλά νόμισα πως ήταν προσωπική εκτίμηση.
    Εγώ παιδί του κέντρου της πόλης, με θείους δασκάλους σε χωριό της Δράμας, πήγαινα(οικογενειακώς φυσικά) για διακοπές. Άπειρες χαρές για ένα παιδί! Ελευθερία και «αλητεία»! Και ναί, μια από τις χαρές το βελόνιασμα. Όλα τα παιδιά μαζί, κάποια εγκυμονούσα η ασθενής μαζί για επίβλεψη και καθοδήγηση. Και κέρασμα! Σπιτική βυσσινάδα, υποβρύχιο, τέτοια.
    Διάβασα την εκμετάλευση και αισθάνθηκα ιδιόρυθμη. Τόσο λάθος ήταν αυτές οι ωραίες αναμνήσεις; Μα ολλα τα παιδιά το διασκεδάζαμε. Δεν είχαμε καν αντιληφθεί ότι δουλεύαμε. Χωρίς υποχρεωτικό ωράριο, αυστηρό έλεγχο, ήταν ένα διαφορετικό παιχνίδι.

  121. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    119. Κακογλωσσα παντοτε.

    Που διαβασες σε`σχολιο μου για «σπάσιμο» ή μπούρλιασμα» ;

    Απλως μεταφερω αυτα που μου ειπε συναδελφος απο τα χωρια του Αγρινιου οτι η παιδικη εργασια αποτελουσε το «τραυμα», και ηταν φυσικο τα παιδια του δημοτικου και των πρωτων ταξεων του γυμνασιου να θελουν να παιζουν ή να κανουν βολτες με την παρεα τους, αντι να εργαζονται , οποτε αφου ηταν εξυπνος διαβασε και μπηκε στο ΕΜΠ και εφεξης πηρε διαζυγιο με την χειρωνακτικη εργασια.»

    Ειναι αυτο που λεω λακωνικα για τα προικισμενα παιδια της επαρχιας που «σπουδασαν για να μην σκαβουν», σε αντιθεση με τα παιδια των προαστιων που αρκετοι προλαβαμε κηπους οπου «σκαβαμε γιατι γουσταραμε», σχεδον χωρις κανενα καταναγκασμο.

    Τα αναλυει και η loukretia50 στο 118 με την τεραστια συναισθηματικη της νοημοσύνη :

    «Γνώρισα πολλές οικογένειες που δούλευαν στα καπνά, παιδιά που παράτησαν το σχολείο, σπούδασαν ή ξενιτεύτηκαν.
    Το τραύμα που λες ήταν κυρίως η πίκρα για το άδικο, όταν συνειδητοποιούσαν ότι άλλα παιδιά στο σχολείο δεν ήταν αναγκασμένα να δουλεύουν.»

    Το τραύμα δεν ήταν μονον η πίκρα για το άδικο, αλλα και ο καταναγκασμος απο τον πατερα αφεντη.

    Περαστικα…

  122. Μαρία said

    121
    Ο συνάδερφός σου τα έγραψε αυτά;
    >Περιγραφει σχεδον με γλυκυτητα 🙂 την παιδικη εργασια μεταβασης -αξημερωτα- στα καπνοχώραφα, συλλογης των φυλλων και επιστροφης στην οικιακη καπναποθηκη.

    Το μάζεμα του καπνού γίνεται καλοκαίρι και το μπούρλιασμα πρωινές ώρες. Ούτε το σχολείο στερείται κανείς ούτε το παιχνίδι.

  123. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Epomenvw, oτι πιο …προοδευτικο :- ) ξεπηδησε από τα προικισμενα παιδια της επαρχιας με τα τραυματα που «σπουδασαν για να μην σκαβουν».

    Ομως τα τραύματα δεν ήταν μονον η πίκρα για το άδικο, αλλα και ο καταναγκασμος απο τον πατερα αφεντη, οι περιορισμενες προσλαμβανουσες,….

    Για αυτο λχ. ο συναδελφος μου απο τα χωρια του Αγρινιου, χαμηλου υψους, εγινε «μηχανη παραγωγης χρηματος» και εκτισε σπιτι 300+ τ.μ. για να γλυκανει την στρωματσαδα και την κατοικηση σε υπογεια ως φοιτητης, ενω συναδελφοι σχολιαζουν : δεν κουραζεται να περπατα σε τοσο μεγαλο σπιτι ;

    Σε αντιθεση με τα παιδια των προαστιων απο οικογενειες με περιορισμενα οικονομικα, που αρκετοι προλαβαμε κηπους οπου «σκαβαμε γιατι γουσταραμε» σε νοικιασμενα σπιτια , σχεδον χωρις κανενα καταναγκασμο οποτε «παιζαμε και σπουδαζαμε» κανοντας και διαφορες περιστασιακες δουλειες.

    Τα οποια τραυματα μας ηταν καταστασεις απο τις οικογενειες. ατυχεις εφηβικοι ερωτες ή γιατι δεν ειχαμε λεφτα στα 15 μας για να αγορασουμε μοτοποδηλατο που ειχαν τα παιδια των πολυσιουτερωνν , το οποιο αγορασα στα 21 μου με χρηματα απο φροντιστηρια σε μαθητες, ωστε να συντομευω τον χρονο μεταβασης .

  124. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ορθη επαναληψις

    Επομενως, oτι πιο …προοδευτικο 🙂 ξεπηδησε από τα προικισμενα παιδια της επαρχιας με τα τραυματα που «σπουδασαν για να μην σκαβουν».

  125. Τάσσος Αγγελίδης said

    64, 117, 123
    Ας διευκρινίσω αρχικά ότι, στο εν λόγω αφήγημα, δεν περιγράφω την παιδική εργασία (και βέβαια όχι με γλυκύτητα), περιγράφω τη διαδικασία από το πρώτο στάδιο, τη συλλογή, έως το τελευταίο, την ξήρανση, που γινόταν στο χωριό, όπως τη γνώρισα ως επισκέπτης και τη βίωσα προσωπικά ως έφηβος για μια βδομάδα, τον Ιούλιο του 74, όταν πήγα να βοηθήσω στη συγκομιδή της καλοκαιρινής σοδειάς, γιατί ο θείος μου με την επιστράτευση που ακολούθησε βρέθηκε στον Έβρο.

    Καθένας κάνει τη δική του ανάγνωση των έργων φυσικά, έχω όμως την εντύπωση ότι συγχέετε κάπως τα πράγματα, μάλλον επειδή δεν διαβάσατε ολόκληρο το βιβλίο ή τα άλλα σχόλια, γενικεύετε και βιάζεστε να κάνετε αναγωγές με βάση τις δικές σας παιδικές (και μεταγενέστερες) εμπειρίες.

    Το πνεύμα στο συγκεκριμένο αφήγημα και σε ένα άλλο συναφές είναι πιο κοντά στο σχόλιο 118 της loukretia50 και ιδίως στις γραμμές:
    «Η πρόωρη ωριμότητα έκανε την πίκρα περηφάνεια και συχνά σκληρότητα.
    Η ανάγκη να ξεφύγουν καθόρισε σίγουρα τη ζωή πολλών.»

    Δίνοντας όμως τόσο μεγάλη και τέτοια έμφαση σε αυτό το αφήγημα, περιορίζετε πολύ το εύρος του βιβλίου και χάνετε τη μεγάλη εικόνα που είδαν άλλοι σχολιαστές τους οποίους και ευχαριστώ και πάλι για τα καλά τους λόγια.

  126. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για νόμπελ παιδοψυχιατρικής αυτή η γενίκευση (και ανάλυση!) ξαφνικά περί παιδικών τραυμάτων και απωθημένων που συνδέονται με το αν ως παιδιά ζούσαν στην επαρχία (όπου δούλευαν στα χωράφια-και με πατέρες αφέντες) ή στην πόλη (που έπαιζαν και βόλταραν στις αλάνες -με πατέρες λεβεντιά καμαρωτή).

    Αφώτιστε, μου επιτρέπετε, καλή φώτιση ,μέρα που ΄ναι! 🙂

  127. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    125. κ.Αγγελίδη, δεν είχα κάνει ανανέωση και δεν είχα δει το σχόλιό σας όπου εξηγείτε θαυμάσια αυτό που είχα στο κεφάλι μου και δεν θα «την έλεγα» στον Αφώτιστο αισθανόμενη ότι έδωσε άλλη χροιά (που ούτε προκύπτει από τα διηγήματα, ούτε ισχύει έτσι στην πραγματικότητα) και αδικεί κατά τη γνώμη μου την ουσία των αφηγημάτων.
    Αν μπούμε σε περιπτωσιολογίες (όπως ο εξ επαρχίας «συνάδελφος με τα 300+ τ.μ. σπίτι» ) ας πω τότε κι εγώ ότι βίωσα την πόλη/πρωτεύουσα φυλακή -παιδί ακόμη που έφυγα από τα χωράφια μας κι ήλθα στο διαμέρισμα και τους δρόμους της Αθήνας, με τα αδέλφια μου, χωρίς γονεϊκή παρουσία και έλεγχο κιόλας. Εκεί κάτω όλα τα είχα στην εξουσία μου, τα δέντρα, τις πλαγιές, τις ακρογιαλιές, τον ποταμό. Εδώ τα πάρκα ήταν ίσαμε δυο πεζούλες μας , κι ο Εθνικός Κήπος όσο τα Λιβαδερά στους Λάκους κι έπρεπε να πάρω και δυο λεωφορεία να πάω. Πού τα πουλιά, πού οι φωλιές τους και πού τα ρυάκια…
    Ναι «να σπουδάσετε να μη βαστάτε ντεμπλί* και σκαπέτι* και να μη ρωτάτε τον καιρό αν βρέξει κι αν δε βρέξει», είτανε οι γονεϊκές παραινέσεις που όλοι καταλαβαίναμε ότι ήταν για τη σκληρή και αμφίβολης απόδοσης αγροτική ζωή.
    Και ναι, δουλεύαμε το κατά δύναμιν στις ελιές(π.χ. χαμομάζωμα) και σε πολλές καθημερινές δουλειές(ποτίσματα, ζώα κλπ) αλλά ότι μπορεί να αποτελούσανε παιδικά τραύματα-αυτά τα συγκεκριμένα- αυτό δεν το είχα ως τώρα ακούσει (και κυρίως καταλάβει 🙂 ) .

    *ραβδί για τις ελιές και *σκαλίδα για σκάψιμο

  128. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    125. κ.Αγγελίδη,δεν ηταν στις προθεσεις μου να σας αναστατωσω.
    Υποσχομαι αυριο να διαβασω και αλλα μικροδιηγηματα σας.

    Γνωρισα πολυ καλα την σχετικα ευπορη επαρχια απο ελαιοπαραγωγο χωριο με ηλεκτρικη εταιρεια απο το 1924,οπου πηγαινα διακοπες Πασχα και καλοκαιριου αλλα και την Αθηνα πηγαινοντας σε καλο Δημοσιο Γυμνασιο της Αθηνας , οσο και τα ΒΑ προαστεια μενοντας σε νοικιασμενο σπιτι με κηπο (ενα απο τα πολλα χωρια της Αθηνας) οπου μονον οι κεντρικοι δρομοι ηταν ασφαλτοστρωμενοι , υπηρχαν αλανες ,….

    Συμφωνουμε οτι η loukretia50 στο 118 με την τεραστια συναισθηματικη της νοημοσύνη αναλυει την ολη κατασταση :

    «Γνώρισα πολλές οικογένειες που δούλευαν στα καπνά, παιδιά που παράτησαν το σχολείο, σπούδασαν ή ξενιτεύτηκαν.
    Το τραύμα …. ήταν κυρίως η πίκρα για το άδικο, όταν συνειδητοποιούσαν ότι άλλα παιδιά στο σχολείο δεν ήταν αναγκασμένα να δουλεύουν.»

    Συμπληρωνω οτι το τραύμα δεν ήταν μονον η πίκρα για το άδικο, αλλα και ο καταναγκασμος απο τον πατερα αφεντη. Και» η πρόωρη ωριμότητα έκανε την πίκρα περηφάνεια και συχνά σκληρότητα» (loukretia), που συχνα πυροδοτηθηκε απο τον πατερα αφεντη.

    Εκεινη την εποχη, θα θυμαστε την θεση της γυναικας και μαλιστα της νεας γυναικας ειδικα στην επαρχια (εγκλεισμος στο σπιτι, αυστηρη απογορευση σχεσεων με το αλλο φυλο, κ.λπ.) και την μικρη βελτιωση στην Αθηνα το τελος της δικτατοριας.

    Και στην Αθηνα, ειχαμε τα δικα μας τραυματα οπως καταστασεις απο προβληματικες οικογενειες. ατυχεις εφηβικοι ερωτες ή ελλειψεις σε αγαθα (ρουχα, ποδηλατο, μοτο ποδηλατο) γιατι δεν ειχαμε λεφτα στα 15 μας.Προσωπικα δουλεψα σε βενζιναδικο το καλοκαιρι της 4ης Γυμνασιου.

    Η συγχυση δεν ειναι δικη μου, κρινω τους επαρχιωτες απο το 60% των συμφοιτητων μου στο ΕΜΠ που διαφερουν σημαντικα σε θεματα κουλτουρας απο τους επαρχιωτες και μη σχολιαστες του παροντος ιστολογιου πο φυσικα υπερεχουν.

  129. ΓΤ said

    Πολύ ωραίο το μάζεμα του καπνού. Είναι το πρώτο στάδιο για να γεννηθεί καρκίνος στον πνεύμονα του αγοραστή τσιγάρου. Κατά τα άλλα, κάποιοι έχουν στήσει ανδριάντα στον Παπαστράτο, ο Ανδρέας Καρέλιας εξυμνείται γιατί μπονουσάρει τους υπαλλήλους του, και νήδυμος ο ύπνος για τους μπασμακουλάκηδες χωριαταραίους…

  130. Από τραυματικούς επαρχιώτες μέχρι μπασμακουλάκηδες χωριαταραίους έχει ο μπαξές… πήξαμε στην αστική καταγωγή βλέπω. Για το κόμπλεξ του πρωτευουσιάνου που ανάγει τα φλιπεράκια της Φωκίωνος Νέγρη σε καταγωγικό μύθο έχουμε πει;

  131. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    130. Ειναι προφανες οτι εκνευριζομαι οταν διαβαζω βουκολικα ή αστικα διηγηματα που αποκρυπτουν το τραυμα…

    Το σημαντικο δεν ειναι η αστική καταγωγή, αλλα η παραμονη το αστυ τα χρονια που διαμορφωνεται η προσωπικοτητα του παιδιου, οι προσλαμβανουσες, τα μικτα Γυμνασια,….

    Και δεν μιλω για τα παιδια της επαρχιας απο ευπορες οκογενειες, που δεν ειχαν να ζηλεψουν τιποτα απο τα παιδια των δυτικων συνοικιων…

    Κατα τα αλλα σιγη για την δεινη θεση της γυναικας και μαλιστα της νεας γυναικας ειδικα στην επαρχια εκεινη την εποχη.

    Ρωτηστε και θα μαθετε, ειναι η δεκαετια των αποκαλυψεων, τραυματικων γεγονοτων που κρατουσαν κρυφα…

  132. Μαρία said

    12 Μαΐου https://www.youtube.com/watch?time_continue=16&v=qb6BODTBHdw&feature=emb_logo

    Χτες: Αφού εγκωμίασε το έργο του Νίκου Χαρδαλιά, τονίζοντάς του ότι «Είσαι φοβερός, έσωσες την χώρα», του ζήτησε να βγουν μια αναμνηστική φωτογραφία.
    Ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας, δέχτηκε και μόλις τον πλησίασε η Ιωάννα Κουσκούση άρπαξε ένα ποτήρι με νερό που ήταν στο τραπέζι και το έριξε πάνω στο Νίκο Χαρδαλιά, μπροστά στα μάτια της κόρης του.
    Ο Νίκος Χαρδαλιάς γευμάτιζε χωρίς την αστυνομική του φρουρά. Ωστόσο, άμεση ήταν η επέμβαση των ανδρών ασφαλείας του υφυπουργού Μακεδονίας-Θράκης Θόδωρου Καράογλου οι οποίοι την προσήγαγαν ενώ κατάσχεσαν το κινητό της φίλης της που τραβούσε βίντεο εκείνη τη στιγμή.

    Σήμερα: Στο Λεμπέτ https://www.gazzetta.gr/plus/koinwnia/article/1483234/sto-psyhiatreio-thessalonikis-i-ioanna-koyskoysi-meta-tin-epithesi-ston-niko-hardalia-vid

  133. Stratos Tom Jones said

    Χαίρετε κ.Αγγελίδη ,όταν άρχισα να διαβάζω το «Ανωθεν Ασύλου» είδα ότι έχουμε κάποια παράλληλα βιώματα : 1) Γεννήθηκα στα μέσα της δεκαετίας του 50 ενώ εσείς προς το τέλος, 2) Και οι δύο στο Άσυλο του παιδιού,δίπλα από την παλιά Φιλοσοφική Σχολή . 3) Εσείς μένατε Άνωθεν Ασύλου ενώ εγώ Έναντι Ασύλου…απέναντι από το καπνομάγαζο του Αθανασόπουλου πάνω από το ποτάμι ( Δενδροπὀταμος). Τώρα για την ιστορία. Άσυλο θεωρείτο και ελέγετο το Γηροκομείο παραδίπλα από το καπνομάγαζο ,που τώρα βρίσκεται απέναντι από το ΤΙΤΑΝ. Στο υπολειτουργόν Άσυλο υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα.Το ψυχιατρείο (ΔΨΘ) το αποκαλούσαν τότε αδόκιμα ΛΕΜΠΕΤ και όχι άσυλο.Το Λεμπἐτ ήταν τοπωνύμιο στην περιοχή της Ευκαρπίας επἰ τουρκοκρατίας και όχι οι γαλλικοί στάβλοι (από το αντίστοιχο όνομα στα γαλλικά) Στις δεκαετίες του 50 και του 60 και ίσως και του 70 , επειδή δεν υπήρχαν ο Ταχυδρομικοί Κώδικες ,στις επιστολές -που τότε ήταν πολύ συχνές- έγραφαν Έναντι Ασύλου ή Άνωθεν Ασύλου κλπ…Ως προς τα 5Φ ήταν ταβέρνα πίσω από τον Κινηματογράφο ΣΤΑΥΠΟΥΠΟΛ μετά το γεφυράκι (σήμερα δεν υπάρχει ούτε ο κινηματογράφος ούτε το γεφυράκι και η ταβέρνα είναι εγκαταλελειμμένη).Τελείωσα το 1ο δημοτικό το λεγόμενο » Πέτρινο» επί της Γρηγορίου Λαμπράκη και ΣΤ’ εξατάξιο Γυμνάσιο ,το μοναδικό τότε στη Δυτική Θεσσαλονίκη με το αστρονομικό νούμερο μαθητών 1350 ανά βάρδια ….οι περιοχές που εξυπηρετούσε τότε ήταν ,Σταυρούπολη, Πολίχνη, Αμπελόκηποι,Μενεμένη,Ηλιούπολη,Εύοσμο,Νεάπολη,Ωραιόκαστρο, Ευκαρπία μέχρι και τον Δρυμό. Όλα τα καλοκαίρια δουλεύαμε στα καπνομάγαζα με τους φίλους μου,στην Αυστροελληνική (Πετρίδης) επί της οδού Ωραιοκάστρου 8 ώρες και 4 υπερωρίες και τα Σάββατα,ακόμα και κάποιες Κυριακές με διπλο μεροκάματο.. Αναφέρεσαι στο καντήλι δηλ. στο ποδόσφαιρο αλλά θα ήθελα να κάνεις νύξη για τις ομηρικές μάχες του Παύλου Μελά με τον Φοίνικα Πολίχνης..Μου κάνει εντύπωση που θυμάσαι το Ζαντέρογλου και τον Μποτίνο και όχι τους Κούδα Σαράφη, Δομάζο, Παπαϊωάννου,Χατζηπαναγή….Σαν τοπωνύμιο την Μπαλάφστα δεν την γνώριζα παρ’όλου που έχω πάει πολλές στο Κολχυκό. Τελικά από μία έρευνα που έκανα το όνομα μάλλον προέρχεται από ένα Βυζαντινό κάστρο (11ος-15ος αιώνας) στη περιοχή των Στεφανινών ,δίπλα από τον Σοχό .Έτσι αποκαλούν και τα γύρω χωριά από τον Λαγκαδά μέχρι τον Σοχό. (Μπαλιφτσός-Balifcos) παραθφορά του Βεσελτζός η ονομασία του Βυζαντινού κάστρου

  134. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τις μακρόχρονες παρατηρήσεις μου για τον ψυχισμό μερικών επαρχιωτών της χώρας μας και όχι μόνον.

    Εγωισμός, κρύφια επιθετικότητα, εκδικητικότητα και ενίοτε βαρβαρότητα, υπολογισμός, αρχοντοχωριατισμός,…..

    Στην προ του AIDS εποχή η ερωτική αντιζηλία και η εγκληματική προσπάθεια εξαφάνισης του προσώπου της αντιζήλου ήταν δυνατόν να καταλήξει σε ….ερωτική συνεργασία , σύμφωνα με τον Βίλχελμ Ράιχ, που δεν συμμεριζόταν τη Φροϋδική άποψη πως τα σεξουαλικά ένστικτα είναι απαραίτητο να καταπιέζονται προσαρμοζόμενα στο πλαίσιο που θέτει ο πολιτισμός και πίστευε, πως οι πρωτογενείς (υγιείς) σεξουαλικές ορμές είναι συμβατές με την ειρηνική συνύπαρξη 🙂 των ανθρώπων και κύρια προϋπόθεση για ουσιαστική κοινωνική πρόοδο.

    Η 35χρονη γυναίκα φέρεται ότι είχε ερωτική αντιζηλία με την 34χρονη Ιωάννα και το χωριό καταγωγής της είναι κοντινό με εκείνο της Ιωάννας.

    «Μετά από ενδελεχή έρευνα προσήχθη σήμερα το πρωί στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Αθηνών 35χρονη ημεδαπή η οποία εξετάζεται ως ύποπτη για την επίθεση με καυστικό υγρό σε βάρος ημεδαπής στην Καλλιθέα την 20/05/2020», αναφέρεται στην επίσημη ανακοίνωση της ΕΛΑΣ.

    Η προσαγωγή αναμένεται να μετατραπεί σε σύλληψη, μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης και τη συμπλήρωση της δικογραφίας που θα αποσταλεί στον εισαγγελέα.

    Η 35χρονη γυναίκα φέρεται ότι είχε ερωτική αντιζηλία εδώ και ένα χρόνο με την 34χρονη Ιωάννα και το χωριό καταγωγής της είναι κοντινό με εκείνο της Ιωάννας. Από την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών προέκυψε ότι έστελνε μηνύματα στο κινητό της Ιωάννας σε σχέση με κάποιο δεσμό που είχε.

    […]

    https://www.ert.gr/featured/epithesi-vitrioli-sta-xeria-twn-arxvn-i-feromeni-drastida/

  135. Χαρούλα said

    #134 γκάγκαρος φαντάζομαι…

    Εμείς στις πρωτεύουσες των Νομών, κάναμε παρόμοιες σκέψεις για τις οικογένειες που μας ήρθαν από τα χωριά μετά το 60. Αυτοί πάλι τα ίδια σκέφτηκαν όταν ήρθαν οι παλιννοστούντες.
    Η αντιμετώπιση του διαφορετικού με δόσεις εγωισμού, πως η δική μας είναι η …σωστή διαφορετικότητα!
    Πόσοι άλλωστε σήμερα πιά είναι οι «γνήσιοι» κάτοικοι ενός τόπου, που επιπλέον τιμούν την κουλτούρα του;

  136. ΚΩΣΤΑΣ said

    133 Stratos Tom Jones

    Συγχαρητήρια, πολύ κατατοπιστικός! Σημαντικότατη προσωπική μαρτυρία για την τοπική ιστορία. Σωστά περίπου είχα προβλέψει στο #67 σχόλιό μου.

    Στα αρχεία του 1ου Δημ. Σχολείου Σταυρούπολης υπάρχει μαθητολόγιο όπου αναφέρεται κτήση ελληνικής ιθαγένειας; μαθητή με την χαρακτηριστική ένδειξη «δι’ εγκαταστάσεων 1914». Έτσι ο φίλος μου Σπύρος Λαζαρίδης* προσπαθεί να τεκμηριώσει ότι η Σταυρούπολη ήταν ο πρώτος οικισμός στην εκτός των τειχών δυτική Θεσσαλονίκη, στο ομότιτλο βιλίο του.

    *Αφού ξέρεις τόσα, φαντάζομαι ότι θα ξέρεις και τον Σπύρο Λ.

  137. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    «135. Οχι γκάγκαρος , γεννηθείς και διαβιών εν Αθήναις, σχετικά πολυμαθής και μάλλον μοντερνιστής.

    Στον δρόμο αντιμετωπίζω σχεδόν καθημερινά επιθετικές συμπεριφορές σε σχόλια μου περί επαρχιωτισμου (του τύπου να πας στο χωριό σου να το κάνεις αυτό ) σε ενέργειες από εκνευριστικές, βάρβαρες έως επικίνδυνες (κορνάρισμα, ρίψη σκουπιδιών έξω από το αντικείμενο λατρείας (ΕΙΧ) έως παραβίαση κόκκινου,….), διοτι -πιστευω- ότι με τα σχόλια μου αμφισβητώ το δικαίωμα ύπαρξης τους στο άστυ μετά από πολλή προσπάθεια , ενώ οι δήθεν θιγόμενοι απαντούν ατταβιστικα .

    Στον σχολιασμό εκνευρίζομαι από τις δήθεν γλυκιές αστικές ή επαρχιωτικες αφηγήσεις με απώθηση των τραυμάτων.

    Επομένως το σημαντικό δεν είναι η αστική καταγωγή, αλλά η παραμονή στο άστυ τα χρόνια που διαμορφώνεται η προσωπικότητα του παιδιού, οι προσλαμβάνουσες,…..

  138. spiridione said

    Από επιχειρησιακό πρόγραμμα του Δήμου Παύλου Μελά:
    Άνωθεν Ασύλου (Σταυρούπολης): Εντάχθηκε στο σχέδιο το 1986, με συντελεστή δόμησης 0,8. Εκτείνεται ανατολικά της οδού Λαγκαδά και πρόκειται για πυκνοδομημένη σε σημείο κορεσμού και υποβαθμισμένη περιοχή κατοικίας. Η έξοδός της προς την οδό Λαγκαδά γίνεται διαμέσου της οδού Κύπρου, καθώς κατά μήκος της Λαγκαδά εκτείνονται οι πρώην εγκαταστάσεις του Ιδρύματος «Άγιος Παντελεήμων».

    Click to access %CE%95%CE%A0_%CE%9C%CE%95%CE%A1%CE%9F%CE%A3_%CE%91.pdf

  139. Τάσσος Αγγελίδης said

    133. Stratos Tom Jones

    1, 2, 3. Πράγματι, έχουμε παράλληλα βιώματα· τότε δεν γίνονταν μεγάλες αλλαγές τόσο γρήγορα. Έτυχε να γνωρίσω λίγο μεγαλύτερους από μένα, από την περιοχή Έναντι Ασύλου, που πήγαν μάλιστα στο Παρίσι για σπουδές. Ίσως και να έχουμε συναντηθεί, στο σφαιριστήριο του Λυκ π.χ.
    Προσπαθώ να εντοπίσω και μια αλάνα, όπου παίζαμε μπάλα δίπλα στο Σταυρουπόλ, όποτε είμαι εκεί, αλλά εις μάτην. Είναι πλέον όλα χτισμένα. (Εκεί κοντά έμενε κι η Ιωάννα, συμμαθήτρια στο δημοτικό.)

    Πράγματι· η εκκλησία είναι πλέον ανοιχτή για τους κατοίκους της περιοχής, ενώ πριν πηγαίναμε στον Άγιο Ελευθέριο. Τελευταία πηγαίναμε (μ)ε τη μάνα μου, επειδή ήταν πιο κοντά.

    Παρακάτω, στο σημαντικό και πολύ ενδιαφέρον επιχειρησιακό πρόγραμμα του Δήμου Παύλου Μελά που παραθέτει ο spiridione (ευχαριστώ πολύ) διευκρινίζεται ενδελεχώς η χρήση του τοπωνυμίου ΛΕΜΠΕΤ (και όχι μόνο). Στον δρόμο πάνω απ το Άσυλο/Γηροκομείο στεκόμασταν και βλέπαμε τις ταινίες-υπερπαραγωγές του τότε που προβάλλονταν στο θερινό Σταυρουπόλ (Ούρσος, Ηρακλής κ.τ.) το καλοκαίρι. Τελείωσα κι εγώ το 1ο δημοτικό, δηλώνοντας στην έκτη ότι μένω στη Σταυρούπολη, αντί της Πολίχνης. Πήγα μια χρονιά στο ΣΤ Γυμνάσιο, περίπου 60 μαθητές στην τάξη· μια βδομάδα πρωί, μια απόγευμα· δίναμε συνεχώς εξετάσεις τότε. Δίπλα ήταν/είναι ακόμα το γήπεδο του Παύλου Μελά, στο οποίο έτυχε να πάω μία φορά μόνο με συμμαθητές και άκουσα για πρώτη φορά τις βρισιές με τις οποίες στόλιζαν τον διαιτητή και τους επόπτες. Επειδή πήγα σε άλλο γυμνάσιο μετά, δεν ξαναπήγα στο γήπεδο αυτό. Ο πατέρας μου όμως με έπαιρνε μαζί του στο γήπεδο του Χαριλάου (μετά Κλεάνθης Βικελίδης, περηφανευόταν ότι τον γνώρισε). Θυμάμαι βεβαίως τους Θεσσαλονικιούς θρύλους, ειδικά του Άρη (μάλιστα στο Πολυτεχνείο ήταν και ο Ζήνδρος λίγο αργότερα), αλλά είδα στο γήπεδο και τον καλύτερο παίκτη της Ελλάδας (σε σχετικό δημοψήφισμα), τον Χατζηπαναγή. Αυτά όμως αργότερα, ελπίζω.

    Στο Κολχικό, Μπαλάφτσα, βρέθηκε κάποτε ένας δίσκος με τον όνομα «Βαλάχτσια» αντί Μπαλάφτσας (μάλλον μια προσπάθεια ευπρεπισμού του ονόματος), δημιουργήθηκε πολιτιστικός σύλλογος και ενδιαφέρον λαογραφικό μουσείο με το όνομα αυτό. Μένουν ακόμα συγγενείς μου εκεί, πηγαίνω συχνά όταν έρχομαι στην Ελλάδα, και ευχαρίστως στην ταβέρνα «Μάρκος» των ξαδέρφων μου.

    Χάρη στον Κιγκέρι (32, 34, 80), τον οποίο και ευχαριστώ ιδιαίτερα, πληροφορήθηκα και τις λοιπές εργασίες του Νίκου Κοσμά, δασκάλου στο χωριό, για τις φορεσιές της Μπαλάφτσας και το φιρμάνι για την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής όπου αναφέρεται το όνομα Μπαλιφτσός. Για την προέλευση από το «Βεσελτζός», την ονομασία του Βυζαντινού κάστρου δεν γνωρίζω.

    Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο κι ελπίζω να σας αρέσει το βιβλίο.

  140. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

    […]

    Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής.

    […] το ποτάμι που διασχίζει το χωριό, είχε αρκετό νερό, μπαίναμε μέσα βγάζοντας τα παπούτσια και κοι­τάζαμε τα μεν ψαράκια με ενδιαφέρον, τις δε νεροφίδες που κο­λυμπούσαν ανήσυχα λόγω της παρουσία μας με δέος.

    Πριν περάσει πολλή ώρα αποφασίστηκε να πάμε για μπάνιο κάπου στα ανάντη του ποταμιού. Όπως φάνηκε από τη συμπεριφορά τους, αυτοί το έκαναν συχνά, όσο κι αν εμένα μου φάνηκε εντελώς τρελό κι αναπάντεχο. Μου φαινόταν απίθανο να κάνεις μπάνιο χωρίς θάλασσα, και δεν μου περνούσε καν από το μυαλό η ιδέα ότι θα υπήρχε κάπου αρκετό νερό. Τους ακολούθησα, βέ­βαια, πιο πολύ από περιέργεια παρά από επιθυμία, που δεν ήταν κι αυτή μικρή πάντως. Η κατάπληξή μου δεν μειώθηκε καθοδόν και μάλιστα μεγάλωσε επιπλέον όταν φτάσαμε κι άρχισαν να γδύνονται, να βγάζουν όλα τα ρούχα τους και να πηδάνε κιόλας από το βράχο στο δροσερό νερό της λιμνούλας που σχηματιζόταν στο σημείο εκείνο με άνεση, χαρά, οικειότητα και ευκολία. Με παρότρυναν κι εμένα να γδυθώ και να βουτήξω και λίγο έλειψε να το κάνω, τόση ήταν η λαχτάρα μου κι εμένα, να αποτελέσω μέρος της ομάδας, να αφεθώ στη στιγμή, στην αυθόρμητη χαρά και απόλαυση. Πολύ γρήγορα, όμως, ο -κρυφός- ενθουσιασμός μου πέρασε, καθώς φοβήθηκα, πέρασε απ’ το μυαλό μου η υποψία ότι μπορεί να ήταν συνωμοσία, να μου πάρουν τα ρούχα και να μ’ αφήσουν γυμνό στους λόφους με τα πουρνάρια της Μπαλάφτσας και να κάνουν πλάκα με τον «πρωτευουσιάνο».

    ΥΓ Έχουμε κάποια κοινά : την απρόθυμη επιστροφή στις ριζες, τις οδυνηρές και επώδυνες επαφές με τους συγγενείς , την συμπεριφορά των επαρχιωτοπουλων αγριμιών στον «πρωτευουσιάνο»,…

    Όσο για το ποτάμι στο χωριό δεν είχαμε, όμως στην περίπτωση του ΒΑ προαστίου ήταν ένα ρεμμα του Ιλισσού που αμέσως μετά την έντονη βροχόπτωση έπαιζε τον ρόλο ποταμιού και οι τολμηρότεροι κολυμπούσαν στο κόκκινο από την άργιλο νερό….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: