Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2020


Στην αρχή της πανδημίας, είχαμε αναφέρει την άποψη του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348, στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο. Σε εκείνο το άρθρο, πριν από τρεις μήνες, είχα γράψει ότι «τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά».

Σήμερα, που τα μέτρα περιορισμού έχουν χαλαρώσει, στην Ευρώπη τουλάχιστον μια και η πανδημία σε άλλες ηπείρους δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να εκπληρώσω αυτή την κάπως ασαφή υπόσχεση που είχα δώσει και να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το Δεκαήμερο.

Το έργο του Βοκκάκιου έχει τεράστια σημασία, διότι είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά. Είναι και το πρώτο νεότερο μυθιστόρημα, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλογή από ανεξάρτητες ιστορίες. Πάντως, άσκησε τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

O Ιωάννης Βοκκάκιος (1313-1375) έγραψε το Δεκαήμερο στα αμέσως επόμενα χρόνια μετά την επιδημία του 1348. Το 1352 το είχε τελειώσει. Καθώς η Φλωρεντία δοκιμάζεται από την πανούκλα, εφτά γυναίκες της καλής τάξης αποσύρονται στην εξοχή σε μια έπαυλη που έχει μείνει έρημη, μαζί με τρεις νεαρούς. Για να περάσει η ώρα, διηγούνται ιστορίες: κάθε μέρα μία ή ένας από τους δέκα χρίζεται βασίλισσα ή βασιλιάς της ημέρας και ορίζει το θέμα που θα έχουν οι ιστορίες. Στη συνέχεια το κάθε μέλος της δεκαμελούς συντροφιάς αφηγείται μια ιστορία και στο τέλος ο βασιλιάς ή η βασίλισσα κάνει μιαν ανακεφαλαίωση. Δέκα μέρες επί δέκα αφηγητές, εκατό ιστορίες.

Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, απηχούν λαϊκές διηγήσεις, πολλές έχουν θέμα τον έρωτα ή την απιστία, άλλες παρουσιάζουν έξυπνα κόλπα με τα οποία ο ήρωας μπόρεσε να βγει από μια δύσκολη θέση ή δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.

Το Δεκαήμερο έχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στο εμπόριο αυτή τη στιγμή κάποια έκδοσή του. Τα κείμενα που εγώ θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από την δίτομη έκδοση από τα Γράμματα σε μετάφραση του μεγάλου τεχνίτη Κοσμά Πολίτη.

Διάλεξα να παρουσιάσω την εισαγωγή, όπου ο Βοκκάκιος περιγράφει την επιδημία της πανούκλας στη Φλωρεντία. Σταματάω αμέσως πριν από το σημείο όπου γνωρίζουμε τις εφτά ηρωίδες.

Και για να μην μείνουμε με την πικρή γεύση, προσθέτω μιαν ευτράπελη ιστορία απιστίας, την 7η ιστορία της 7ης ημέρας, από την οποία καθιερώθηκε σε διάφορες γλώσσες η έκφραση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος».

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Ο συγγραφέας εκθέτει για ποιο λόγο συγκέντρωσε ορισμένα πρόσωπα που δε θ’ αργήσουν να εμφανι­στούν. Ύστερα, κάτω από την ηγεμονία της Παμπινέας, καθένα από τούτα τα πρόσωπα καταπιάνεται με το θέμα που του είναι περισσότερο αγαπητό.

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες, που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του τη φύση, είναι το φύ­λο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανού­κλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της εί­ναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμε­τωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ‘θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βου­νό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπρο­στά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμ­πος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισ­σότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύν­τομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευ­χαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δί­χως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρό­μο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτεί­νω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπο­ρώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγή­σω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Είχε φτάσει κιόλας το σωτήριο έτος 1348 της καρπο­φόρας ενσάρκωσης του Υιού του Θεού, όταν, στη Φλω­ρεντία, ωραιότερη ανάμεσα στις περιφημότερες πόλεις της Ιταλίας, χύμηξε άγρια η θανατερή επιδημία. Η πανούκλα, είτε στάθηκε έργο της αστρικής επιρροής, είτε αποτέλεσμα των παρανομιών μας, οπότε ο Θεός, μέσα στον δίκαιο θυμό Του, την ξαπόλυσε πάνω στους ανθρώπους για να τιμωρήσει τα κρίματά μας, πάντως είχε εκδηλωθεί, μερικά χρονιά πρωτύτερα, στις χώρες της Ανα­τολής και είχε γίνει αιτία να χαθούν αμέτρητες ανθρώπι­νη ζωές. Ύστερα, ασταμάτητα, πλησιάζοντας ολοένα, είχε απλωθεί, για την κακή μας τύχη, προς τη Δύση. Κά­θε προφύλαξη αποδείχτηκε ατελέσφορη. Άδικα οι δημοτικοί υπάλληλοι καθάρισαν την πόλη από τις στοιβαγμέ­νες ακαθαρσίες. Άδικα απαγόρεψαν την είσοδο κάθε αρ­ρώστου στην πόλη και πολλαπλασίασαν τις διατάξεις περί υγιεινής. Άδικα προσφύγανε —και όχι μια και δυο φορές, χίλιες φορές— στις παρακλήσεις και τις προσευ­χές που συνηθίζονται στις λιτανείες, καθώς και στις άλ­λες, που ο κάθε πιστός αναπέμπει στο Θεό. Κανένα απο­τέλεσμα. Από τις ανοιξιάτικες κιόλας μέρες της χρονιάς που προανέφερα, η φριχτή θεομηνία άρχισε ξαφνικά τις φοβερές καταστροφές της.

Εδώ, όμως, δεν ήταν όπως στην Ανατολή, όπου η αι­μορραγία της μύτης ήταν σίγουρο σημάδι αναπόφευκτου θανάτου. Σ’ εμάς, στην αρχή της επιδημίας, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες, φανερώνονταν κάτι οιδή­ματα στους βουβώνες ή στη μασχάλη: άλλα γίνονταν με­γάλα σαν ένα συνηθισμένο μήλο, άλλα σαν αυγό, άλλα λίγο μεγαλύτερα ή λίγο μικρότερα. Ο κοσμάκης τα ’λεγε «βουβώνες». Ύστερα, από τα δυο μέρη όπου είχαν εμφα­νιστεί στην αρχή, οι βουβώνες δεν άργησαν, για να σπείρουν το θάνατο, να βγαίνουν σε οποιοδήποτε μέρος του κορμιού. Έπειτα, τα συμπτώματα της αρρώστιας εξε­λίχθηκαν σε βούλες μαύρες ή ωχρές, που σε πολλούς εμ­φανίζονταν στα μπράτσα, στα μεριά και σε διάφορα άλ­λα σημεία, άλλοτε μεγάλες και αραιές, άλλοτε πυκνές και μικρές. Όπως ο βουβώνας ήταν στην αρχή —κι εξα­κολουθούσε να ’ναι— ένδειξη βέβαιου θανάτου, το ίδιο ήταν και για όσους είχαν αυτές τις βούλες. Όσο για τη θεραπεία της αρρώστιας, δεν υπήρχε αποτελεσματικό φάρμακο για να γίνει καλά ο άρρωστος ή για να ξαλαφρώσει κάπως. Ο χαρακτήρας της αρρώστιας να ’ταν τέ­τοιος; Να ’φταιγαν οι γιατροί; Ξέχωρα από τους διπλωματούχους γιατρούς, ξεφύτρωναν σε απίστευτα μεγάλο αριθμό ένα σωρό άντρες και γυναίκες, που έκαναν το γιατρό δίχως να ’χουν καθόλου ιατρικές γνώσεις. Να ’ταν η αμάθειά τους ανίκανη να ανακαλύψει τη ρίζα ταυ κακού και να βρει το κατάλληλο φάρμακο; Πάντως, οι θεραπείες ήταν σπάνιες, και μέσα σε τρεις μέρες από τό­τε που εμφανίζονταν τα συμπτώματα, γρηγορότερα ή αρ­γότερα, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά γενικά δίχως πυρετό και δίχως άλλη φανερή ενόχληση, πέθαιναν όλοι σχεδόν όσοι προσβάλλονταν.

Η επιδημία επιδεινώθηκε από το γεγονός πως οι άρρω­στοι, από την καθημερινή επαφή τους με τους υγιείς, τους μόλυναν κι αυτούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φω­τιά, που θρέφεται από όσες ξερές ή λιπαρές ύλες βρί­σκονται εκεί κοντά. Αυτό που είχε συμβάλει στη διάδο­ση της συμφοράς, δεν ήταν μονάχα πως ο συγχρωτισμός και η συνομιλία με τους αρρώστους τη μετέδιδαν στους υγιείς, προκαλώντας το θάνατό τους, αλλά και το ότι η επαφή με τα ρούχα ή με ό,τι είχαν αγγίξει οι πανουκλιασμένοι, φαινόταν να μεταδίδει την αρρώστια. Ακούστε τώρα το θαύμα που θα σας διηγηθώ. Κι αν δεν το ’χα δει, όπως και πολλοί άλλοι, με τα ίδια μου τα μάτια, δύσκο­λα θα τολμούσα να το πιστέψω, κι ακόμα περισσότερο να το γράψω, έστω κι αν το ‘χα ακούσει από αξιόπιστα πρόσωπα. Η αρρώστια μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλο με τόση ένταση και φυσικότητα, που όχι μονάχα η μόλυνση είχε διάφορες παραλλαγές από άνθρωπο σε άν­θρωπο, αλλά εμφανιζόταν κι ένα φαινόμενο περισσότερο εκπληκτικό, που διαπιστώθηκε μάλιστα πολλές φορές. Αν ένα αντικείμενο, που ανήκε σ’ έναν άρρωστο ή σ’ ένα θύμα της πανούκλας, τύχαινε να το αγγίξει ένα πλάσμα δίχως καμιά σχέση με το ανθρώπινο είδος, αυτό το πλά­σμα όχι μονάχα προσβαλλόταν, αλλά και πέθαινε σύντο­μα. Ορίστε, ανάμεσα σε άλλα, τι είδαν τα μάτια μου — σας το ‘χω πει πιο πάνω— μια μέρα. Είχαν πετάξει στον δημόσιο δρόμο τα κουρέλια κάποιου δύστυχου που είχε πεθάνει από την επιδημία. Δυο χοίροι έπεσαν πάνω τους —το ’χουν συνήθειο αυτά τα ζώα— τα ποδοπάτη­σαν, τα ‘πιασαν με τα δόντια τους, έτριψαν πάνω τα μου­σούδια τους. Σχεδόν αμέσως, θαρρείς και δηλητηριάστη­καν, κι οι δυο τους φανερώνουν σημάδια ζαλάδας και πέ­φτουν νεκροί πάνω στα κουρέλια που είχαν τραβολογήσει για το χαμό τους.

Αυτά τα επεισόδια, και πολλά άλλα του ίδιου χαρα­κτήρα, αν όχι και χειρότερα, γέννησαν σε όσους ήταν ακόμα ζωντανοί, κάθε λογής φανταστικούς πανικούς. Και όλοι οι πανικοί κατέληγαν στο  ίδιο αξιοθρήνητο αποτέλεσμα: να φεύγει ο κόσμος μακριά από τους αρρώστους και το  περιβάλλον τους. Στη σκέψη όλων, αυτό ήταν το μόνο μέσον για να σωθούν.

Μερικοί φαντάζονταν πως μια ζωή λιτή και αποχής από κάθε περιττό επιβαλλόταν για την καταπολέμηση μιας τόσο φοβερής επιδημίας. Σχημάτιζαν λοιπόν μια παρέα και ζούσαν μακριά απ’ όλους τους άλλους. Συγκεντρωμένοι και κλεισμένοι μέσα σε σπίτια όπου δεν υπήρχαν άρρωστοι κι όπου η ζωή περνούσε ευχάριστα έτρωγαν με μέτρο ελαφρά φαγητά κι έπιναν εξαίσια κρα­σιά, απέφευγαν κάθε ευκαιρία κραιπάλης και ακολασίας, δεν άφηναν κανέναν να τους μεταδώσει νέα απ’ έξω σχετικά με την αρρώστια ή με θανάτους, και αρκούνταν να περνούν την ώρα τους με μουσική ή με όποια άλλη δια­σκέδαση μπορούσαν.

Άλλοι περνούσαν διαφορετική ζωή: να παραδίνονται αχαλίνωτα στο πιοτό και στις ηδονές, να τριγυρνούν στην πόλη γλεντώντας και με το τραγούδι στα χείλια, να ικανοποιούν όσο περισσότερο μπορούν τα πάθη τους, να γελούν και να παίρνουν στο αστείο τα πιο θλιβερά γεγο­νότα — αυτό ήταν, κατά τη γνώμη τους, το πιο σίγουρο φάρμακο γι’ αυτή τη φριχτή αρρώστια. Για να περάσουν από μια τέτοια θεωρία στην πράξη, πήγαιναν μέρα νύχτα από ταβέρνα σε ταβέρνα, πίνοντας δίχως ντροπή και μέ­τρο. Μα ήταν πολύ χειρότερα στις ιδιωτικές κατοικίες, φτάνει να ‘βρισκαν αφορμή για γλέντι. Άλλωστε, τίποτα δεν ήταν ευκολότερο. Έχαναν κάθε ελπίδα πως θα ζήσουν, κι άφηναν στο έλεος της τύχης και τα αγαθά τους και τον εαυτό τους. Τα περισσότερα σπίτια κατάντησαν «μπάτε, σκύλοι, αλέστε», ξένοι είχαν εγκατασταθεί σαν αφεντικά, και εννοείται πως, κοντά στη σκαιότητα της διαγωγής τους, απέφευγαν πάση θυσία και τους πανουκλιασμένους. Αλίμονο! Μες στη μεγάλη θλίψη και τη συμφορά όπου βούλιαζε η πόλη μας, το κύρος και η επι­βολή των θεϊκών και των ανθρώπινων νόμων είχε ολότελα θρυμματιστεί και καταρρεύσει. Οι θεματοφύλακες και οι λειτουργοί του νόμου, ή άρρωστοι ήταν ή είχαν πεθάνει ή είχαν τόσο μεγάλη έλλειψη από βοηθούς, που τους ήταν αδύνατον να ενεργήσουν. Ο καθένας λοιπόν ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει.

Κοντά σ’ αυτούς που έβαζαν σε πράξη τις δυο μεθόδους ζωής που προανέφερα, πολλοί υιοθετούσαν έναν μέσο όρο. Φροντίζοντας λιγότερο από τους πρώτους να περιορίσουν το φαγητό τους, δεν παραδίνονταν ωστόσο στην κατάχρηση του πιοτού και στην κραιπάλη των δεύτερων. Δίχως τίποτα να στερούνται, έβαζαν κανονισμό στις επιθυμίες τους Αντί να κλείνονται στα σπίτια τους, κυκλοφορούσαν στα περίχωρα, κρατώντας στα χέρια τους είτε λουλούδια είτε αρωματικά βοτάνια είτε διάφορα μπαχαρικά. Τα ’φερναν συχνά στα ρουθούνια τους κι έκριναν καλό να προφυλάγουν τον εγκέφαλό τους ρουφώντας τις μυρωδιές, επειδή η ατμόσφαιρα ήταν μολυσμένη από τη δυσωδία των πτωμάτων, των αρρώστων και των γιατρικών. Μερικοί εκδήλωναν περισσότερη απονιά, αλλά ίσως περισσότερη σύνεση. Έλεγαν πως η ασφαλέστερη εγγύηση κατά της μόλυνσης ήταν η φυγή. Έχοντας αυτή την πεποίθηση, δε φρόντιζαν παρά μονάχα για τον εαυτό τους, και πολλοί άντρες και γυναίκες παρατούσαν την πόλη, τους συγγενείς τους, την κινητή και ακίνητη περιουσία τους, κι έφευγαν για τις γειτονι­κές επαρχίες ή, τουλάχιστον, για τα περίχωρα της Φλω­ρεντίας. Να πίστευαν άραγε πως η οργή του Θεού, οπλι­σμένη με τούτη τη μάστιγα, δε θα τους ανακάλυπτε όπου κι αν πήγαιναν, για να χτυπήσει τις παρανομίες των αν­θρώπων; Και πως, μια κι ο Θεός είχε ξαπολύσει την ορ­γή Του, θα περιοριζόταν να τιμωρήσει μονάχα όσους εί­χαν μείνει πίσω από τα τείχη της Φλωρεντίας; Μπορεί όμως και να φαντάζονταν πως κανένας δε θ’ απόμενε και πως η τελευταία τους ώρα είχε φτάσει.

Αν δεν πέθαιναν αναγκαστικά επειδή είχαν κανονίσει τη ζωή τους σύμφωνα με τη μια ή την άλλη μέθοδο, ωστόσο δε γλίτωναν όλοι από τη μοίρα τους. Όποια κι αν ήταν η θεωρία τους, πολλούς χτυπούσε το κακό, όπου κι αν βρίσκονταν. Πριν αρρωστήσουν, οι ίδιοι είχαν δώ­σει το παράδειγμα σ’ αυτούς που ήταν ακόμα υγιείς. Τώ­ρα, λοιπόν, κείτονταν κι αυτοί εδώ κι εκεί, εγκαταλειμ­μένοι, περιμένοντας το θάνατο. Είναι άραγε ανάγκη να προσθέσω πως οι πολίτες απέφευγαν ο ένας τον άλλο και πως κανένας δε νοιαζόταν για το γείτονά του; Επισκέ­ψεις ανάμεσα σε συγγενείς, αν υποθέσουμε πως γίνον­ταν, ήταν σπάνιες και σε αραιά διαστήματα. Η συμφορά είχε τόσο πολύ κατατρομάξει άντρες και γυναίκες, που ο αδερφός παρατούσε τον αδερφό, ο θείος τον ανιψιό, η αδερφή τον αδερφό, συχνά, μάλιστα, η γυναίκα τον  άντρα της. Ορίστε ακόμα κάτι φοβερό και σχεδόν απίστευτο: οι πατέρες και οι μητέρες, σαν να μην ήταν πια δικά τους τα ίδια τους τα παιδιά, απέφευγαν να πηγαί­νουν να τα δουν και να τα βοηθήσουν. Οι άρρωστοι κι από τα δυο φύλα -και ήταν αμέτρητοι— δεν έβρισκαν άλλο αποκούμπι από τη στοργή των φίλων (αλλά πόσο λίγοι είχαν αυτή την ευτυχία!) ή από την απληστία κάποιου υπηρέτη. Οι πελώριες αμοιβές τραβούσαν άντρες και γυναίκες, που μίσθωναν τις υπηρεσίες τους. Ήταν άνθρωποι με άξεστους τρόπους και οι περισσότεροι δεν ήξεραν τη δουλειά τους. Οι υπηρεσίες τους περιορίζον­ταν στο να δίνουν στους άρρωστους ό,τι ζητούσαν ή να τους παραστέκονται στην ώρα του θανάτου. Να προσθέ­σω κι ότι, για να προσποριστούν αυτό το κέρδος, έβρι­σκαν συχνά και οι ίδιοι το θάνατο.

Καθώς οι γειτόνοι, οι συγγενείς και οι φίλοι εγκατέλειπαν τους αρρώστους και καθώς σπάνιζαν οι υπηρέτες, επικράτησε μια συνήθεια άγνωστη ως τότε. Όταν αρρώσταινε μια κυρία, όσο κι αν ήταν κομψευόμενη, όμορφη κι από μεγάλο τζάκι, δεν έπαιρνε υπόψη τον άντρα που είχε στην υπηρεσία της, είτε γέρος ήταν είτε νέος. Φτά­νει να το απαιτούσε κάπως η αρρώστια της, και του φα­νέρωνε οποιοδήποτε μέρος του κορμιού της, σαν να ’χε μπροστά της μια γυναίκα. Πιθανόν, μια τέτοια αφροντι­σιά να γινόταν ύστερα, σε όσες γιατρεύονταν, η απαρχή για πιο ακόλαστα ήθη. Όσο γι’ αυτούς που τους άφηναν στην τύχη τους, πολλοί θα μπορούσε να ’χαν σωθεί αν βρισκόταν κάποιο πονετικό χέρι να τους βοηθήσει. Με τους αρρώστους δίχως την κατάλληλη περιποίηση και με την επιδημία να φουντώνει αδιάκοπα, τόσο πολλοί άνθρωποι πέθαιναν νύχτα μέρα, που έμενες μ’ ανοιχτό το στόμα σαν άκουγες να το λένε, κι ακόμα περισσότερο σαν το ’βλεπες με τα μάτια σου. Τέλος, σαν αποτέλεσμα της ανάγκης, επικράτησαν έθιμα αντίθετα μ’ εκείνα που συνηθίζονταν πρωτύτερα στην πόλη.

Ήταν συνήθεια -μια συνήθεια που διατηρείται ακόμα και τώρα- οι ξαδέλφες ή οι γειτόνισσες του νεκρού να μαζεύονται στο σπίτι του για να ενώσουν τα δάκρυα τους με τα δάκρυα πιο στενών συγγενών. Από την άλλη, οι γειτόνοι -και αρκετοί άλλοι πολίτες— συγκεντρώνον­ταν μαζί με την οικογένεια μπροστά στο σπίτι του νε­κρού. Πήγαιναν και οι κληρικοί, ανάλογα με την κοινω­νική τάξη του μακαρίτη. Ύστερα, πρόσωπα από την ίδια κοινωνική τάξη τον φορτώνονταν στους ώμους, και η νεκρική πομπή, μετά ψαλμών και λαμπάδων, τον μετέφερε στην εκκλησία που είχε διαλέξει ο ίδιος πριν πεθάνει. Μα όταν η επιδημία άρχισε να φουντώνει, παράτησαν αυτές τις συνήθειες ολοκληρωτικά ή κατά μεγάλο μέρος. Άλλες συνήθειες τις αντικατέστησαν. Πολλοί πέθαιναν δίχως να ’χουν γύρω τους πολυάριθμη γυναικεία συντρο­φιά. Πολλοί, μάλιστα, πέθαιναν έρημοι και μονάχοι. Και πολύ σπάνιοι ήταν εκείνοι που δεν τους έλειπαν οι σπα­ραχτικοί θρήνοι και τα πικρά δάκρυα των δικών τους. Σε αντάλλαγμα, ακούγονταν τα γέλια και τα αστεία κάποιος περαστικής παρέας γλεντζέδων. Οι γυναίκες, γενικά, ξε­χνώντας τη φυσική τους ευλάβεια και φροντίζοντας μο­νάχα για την υγεία τους, βολεύονταν περίφημα με την καινούργια συνήθεια. Και πολύ σπάνιοι ήταν εκείνοι που το ξόδι τους το συνόδευαν δέκα με δώδεκα νομάτοι πάνω κάτω. Δεν ήταν τίποτα έντιμοι και γνωστοί πολί­τες, αλλά κι εγώ δεν ξέρω τι λογής νεκροθάφτες, που προέρχονταν από τον όχλο, λέγονταν πεθαμενατζήδες, και οι υπηρεσίες τους ήταν πληρωτικές. Άδραχναν το φέρετρο και με γρήγορο βήμα το μετέφεραν, όχι στην εκκλησία που είχε ορίσει ο μακαρίτης πριν πεθάνει, αλ­λά στην πιο κοντινή. Πέντ’ έξι παπαδοπαίδια προπο­ρεύονταν, κρατώντας μια λεπτή λαμπάδα, που έλειπε κι αυτή ολότελα κάποιες φορές. Με τη βοήθεια των πεθαμενατζήδων και δίχως τη νεκρώσιμη ακολουθία να τρα­βάει σε μάκρος ή σ’ επισημότητα, κατέβαζαν στα γρήγο­ρα το φέρετρο στον πρώτο αδειανό τάφο που έβρισκαν μπροστά τους.

Ο λαουτζίκος, ίσως κι ένα μεγάλο μέρος από τη με­σαία τάξη, παρουσίαζε ένα θέαμα της πιο φριχτής εξα­θλίωσης. Η φτώχεια ή κάποια αόριστη απαντοχή κρα­τούσε τους περισσότερους στα σπίτια τους. Δεν ξεμά­κραιναν καθόλου από τη γειτονιά τους, και κάθε μέρα έπεφταν άρρωστοι κατά χιλιάδες. Δίχως καμιά βοήθεια, δίχως καμιάς λογής εξυπηρέτηση, πέθαιναν, σαν να λέ­με, ανελέητα. Μερικοί ξεψυχούσαν, νύχτα ή μέρα, μες στο δρόμο· και πολλοί άλλοι, αν και πέθαιναν στο σπίτι τους, ανάγγελναν στους γειτόνους το θάνατό τους με την μπόχα που ανάδιναν οι αποσυνθεμένες σάρκες τους. Η πόλη ξεχείλιζε από τούτα τα πτώματα κι από τα πτώματα άλλων που πέθαιναν παντού.

Ο τρομερός κίνδυνος που συνεπαγόταν η αποσύνθεση των πτωμάτων, καθώς και η στοργή της οικογένειας απέναντι στο μακαρίτη, υπαγόρευε γενικά στους γειτόνους την ακόλουθη συμπεριφορά: μονάχοι τους ή, αν ήταν δυνατόν, με τη βοήθεια μερικών βαστάζων, έβγαζαν τα πτώματα από τα σπίτια και τ’ αράδιαζαν μπροστά στις πόρτες. Αν έκανες μια βόλτα εκεί γύρω — προπάντων το πρωί- θα ‘βρισκες αμέτρητα πτώματα. Ύστερα έφερναν τα φέρετρα, Κι αν τα φέρετρα δεν ήταν αρκετά, τοποθετούσαν τους νεκρούς πάνω σε τάβλες. Πολλά νεκροσέντουκα χρησίμευαν για να κουβαλήσουν δυο και τρεις μα­ζί. Συχνά, πάνω στις ίδιες τάβλες ήταν πλαγιασμένο ένα αντρόγυνο, δυο τρία αδέρφια, πατέρας και γιος ή κάποιο ανάλογο ζευγάρι. Ποιος θα μπορούσε να πει πόσες φο­ρές, σε μια κηδεία, τρία ή τέσσερα φέρετρα που τα σήκωναν βαστάζοι, πήγαιναν πίσω από δυο παπάδες με το σταυρό στο χέρι; Ενώ οι παπάδες νόμιζαν πως είχαν μο­νάχα έναν νεκρό να θάψουν, έβρισκαν έξι ή οχτώ μαζί, κάποιες φορές και περισσότερους. Αλλά τους δύστυχους δεν τους τιμούσαν, ανάλογα, με δάκρυα, με λαμπάδες ή με συνοδεία. Το γεγονός καταντούσε τόσο κοινό και συ­νηθισμένο, ώστε κανείς δε νοιαζόταν για το θάνατό τους περισσότερο απ’ ό,τι θα νοιαζόταν σήμερα για το θάνατο μιας κατσίκας. Κι αυτό που η συνηθισμένη σειρά της ζωής κι ο σιγανός ρυθμός των συμφορών μας δεν είχαν μπορέσει να κάνουν τους μυαλωμένους ανθρώπους να υπομένουν αγόγγυστα, το μέγεθος της συμφοράς, όπως έγινε τότε ολοφάνερο, έκανε ως και τους απλοϊκούς να το πάρουν ξέγνοιαστα.

Με το πλήθος των πτωμάτων, όπως είπα πιο πάνω, που τα μετέφεραν κάθε μέρα και σχεδόν κάθε ώρα σ’ όλες τις εκκλησίες, τα νεκροταφεία δεν επαρκούσαν για όλους τους ενταφιασμούς, προπάντων αν ήθελαν, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, να παραχωρήσουν στον καθένα μια θέση αποκλειστικά δική του. Και καθώς όλοι οι τάφοι ήταν γεμάτοι, έσκαβαν, στα νεκροταφεία που συνέχονταν με τις εκκλησίες, λάκκους πολύ βαθιούς, κι εκεί μέσα βόλευαν, εκατοστές εκατοστές, τους νεοφερμένους. Όπως μέσα στο αμπάρι ενός καραβιού στοιβάζουν στρώσεις στρώσεις τα εμπορεύματα, έτσι σκέπαζαν κι αυτά τα πτώ­ματα με μια φτυαριά χώμα κάθε στρώση, όσο το κατάφερναν, όπως όπως, από ψηλά.

Για να μη διηγηθώ με λεπτομέρειες όλες τις συμφορές που έπεσαν τότε πάνω στην πόλη, θα αρκεστώ να πω πως εκείνες οι μέρες, οι τόσο καταστροφικές γι’ αυτήν, δε χαρίστηκαν ούτε στις γύρω εξοχές. Ας μη μιλήσουμε για τα χωριά που, κλεισμένα στον περίβολό τους, αποτελούσαν σαν μια μικρογραφία της μεγάλης πόλης. Στα χωριουδάκια, σκόρπια στον κάμπο, καμιά ιατρική βοήθεια, κανένας που να μπορούσες να λογαριάσεις στις υπηρε­σίες του. Στις δημοσιές, στα χωράφια, στα σπίτια, οι δύ­στυχοι ζευγολάτες κι οι φαμίλιες τους πέθαιναν νύχτα-μέρα, όχι σαν άνθρωποι, αλλά σαν τα ζώα. Αδιαφορών­τας όσο και οι αστοί για τις δουλειές τους, δε νοιάζονταν για το κτηματάκι τους και για την καλλιέργειά του. Θα ’λεγες πως όλοι τους περίμεναν το θάνατο, την κάθε μέ­ρα που ξημέρωνε. Δε φρόντιζαν για το τι θα αποδώσουν τα κοπάδια, οι σοδειές, οι καλλιέργειες, και για όλα όσα χρειάζονται προκαταβολική δουλειά, μην έχοντας άλλη σκέψη παρά να σκορπάνε όσα χρήματα είχαν στην μπάντα. Μια συνέπεια ήταν πως τα βόδια, τα γαϊδούρια, οι κατσίκες, τα γουρούνια, οι κότες, ακόμα και οι σκύ­λοι, οι πιο πιστοί σύντροφοι του ανθρώπου, το ’σκαγαν από τα υποστατικά και τριγυρνούσαν εδώ κι εκεί μες στα χωράφια, που το σιτάρι τους όχι μονάχα δεν ήταν αλωνι­σμένο, μα ούτε καν θερισμένο. Πολλά από τα ζωντανά, σαν να ’ταν όντα λογικά, βοσκούσαν όλη μέρα, και το βράδυ, με το στομάχι χορτάτο, ξανάπαιρναν το δρόμο για την αγροικία, δίχως κανένας τσοπάνης να τα ’χει προγκήσει.

Ας αφήσουμε όμως την εξοχή κι ας ξαναγυρίσουμε στην πόλη. Τι άλλο να προσθέσω πέρα από τούτη την απλή παρατήρηση; Η απονιά του ουρανού, ίσως και των ανθρώπων, στάθηκε τόσο αμάλαγη, η επιδημία αφάνισε τόσο άγρια τον τόπο από Μάρτιο σε Ιούλιο, ένα πλήθος άρρωστοι είχαν τόσο κακή περίθαλψη, ή ακόμα, από το φόβο που ενέπνεαν στους υγιείς, είχαν εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε υπάρχει κάθε λόγος να υπολογίζον­ται σε πάνω από εκατό χιλιάδες οι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους μέσα στην πόλη. Πριν απ’ τη θεομηνία, ίσως κανένας να μη φανταζόταν πως η πόλη μας είχε τό­σο πολλούς κατοίκους. Πόσα μεγάλα παλάτια, πόσα ωραία σπίτια, πόσες αριστοκρατικές κατοικίες, πρωτύτε­ρα γεμάτες υπηρέτες, αφεντάδες και κυρίες, είδαν να χά­νεται ώς κι ο πιο ταπεινός παραμάγειρας! Πόσες επιφα­νείς οικογένειες, πόσα επιβλητικά αρχοντικά, πόσες ξα­κουστές περιουσίες έμειναν δίχως νόμιμους κληρονόμους! Πόσοι γενναίοι άντρες, πόσες ωραίες κυρίες, πόσοι χαριτωμένοι νεαροί, που όχι κανένας άλλος μα ο ίδιος ο Γαληνός, ο Ιπποκράτης, ακόμα κι ο Ασκληπιός, θα τους είχαν δώσει ένα πιστοποιητικό ρωμαλέας υγείας, κολάτσισαν το πρωί μαζί με τους συγγενείς και φίλους, και το ίδιο βράδυ κάθισαν, στον άλλο κόσμο, στο δείπνο των προγόνων τους!

Αισθάνομαι όμως κάποια αποστροφή να σας διηγού­μαι λεπτομερειακά τόσες αποτρόπαιες συμφορές. Θ’ απο­φύγω από δω κι εμπρός να θίξω οποιοδήποτε τέτοιο θέμα που να μπορώ να το αποσιωπήσω. Η πόλη μας είχε φτάσει σε τέτοιο έσχατο κίνδυνο, είχε σχεδόν ερημωθεί, και ιδού, όπως μου ανέφερε ένα πρόσωπο αξιόπιστο, τι είχε συμβεί μια Τρίτη πρωί στη σεβάσμια εκκλησία της Σάντα Μαρία Νοβέλα.

Στην εκκλησία δεν ήταν κανένας άλλος πιστός εκτός από εφτά κυρίες. Ντυμένες πένθιμα, όπως ήταν πρεπού­μενο σε τέτοια περίσταση, άκουσαν τη θεία λειτουργία και υστέρα μαζεύτηκαν όλες μαζί σε μια παρέα. Όλες συνδέονταν μεταξύ τους με φιλία ή με συγγένεια. Καμιά δεν ήταν περισσότερο από είκοσι οχτώ χρόνων, και η νεότερη δεν ήταν λιγότερο από δεκαοχτώ. Προικισμένες με γνώση, με ευγενική καταγωγή και με ομορφιά, είχαν για στόλισμα τη χάρη και την αρμονία. Θα σας έλεγα τα αληθινά τους ονόματα, αλλά σοβαροί λόγοι με υποχρεώ­νουν να αποσιωπήσω.

(…..)

Kαι τώρα η ευτράπελη ιστορία:

ENA ΚΑΛΟ ΞΥΛΟΚΟΠΗΜΑ

Ο Λοντοβίκο ξομολογείται τον έρωτά του στην ντόνα Βεατρίκη, που στέλνει στον κήπο τον άντρα της, τον Εγκάνο, αφού τον ντύσει μ’ ένα δικό της φόρεμα, και πλαγιάζει με τον Λοντοβίκο. Ύστερα, σηκώνεται ο Λοντοβίκο, πηγαίνει στον κήπο και δέρνει μ’ ένα μπαστούνι τον Εγκάνο.

Όλοι θαύμασαν τη γρήγορη επινόηση της ντόνας Ισαβέλας, που διηγήθηκε η Παμπινέα. Μα η Φιλομένη, που την πρόσταξε ο βασιλιάς να πάρει τη συνέχεια, άρχισε:

Ερωτευμένες μου κυρίες, αν δε γελιέμαι, η ιστορία που πρόκειται να διηγηθώ αμέσως τώρα, δεν είναι λιγότερο ωραία από την προηγούμενη.

Ξέρετε, ασφαλώς, πως ένας φλωρεντινός ευπατρίδης, που κατοικούσε στο Παρίσι, αναγκάστηκε απ’ τη φτώ­χεια να γίνει έμπορος, και οι δουλειές του πήγαν τόσο καλά, που έκανε μεγάλη περιουσία. Από τη γυναίκα του απόκτησε μονάχα ένα γιο, τον Λοντοβίκο, που πήρε απ’ τον πατέρα του μονάχα τις αριστοκρατικές ροπές και κα­μιά κλίση για το εμπόριο. Για τούτο ο πατέρας του δεν του εμπιστεύτηκε τη δουλειά του, αλλά τον έβαλε μαζί με άλλους νεαρούς ευγενείς στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας, όπου έμαθε καλούς τρόπους και συμπερι­φορά.

Στο διάστημα που έμενε στην Αυλή, πολλοί ιππότες, που γύριζαν απ’ τους Αγίους Τόπους, τύχαινε να κουβεν­τιάζουν μπροστά του, όπως συνηθίζουν οι νέοι, για τις ωραίες γυναίκες της Γαλλίας, της Αγγλίας κι άλλων χω­ρών του κόσμου. Ένας από τους ιππότες άρχισε να λέει πως στις διάφορες περιπλανήσεις του δεν είχε δει ομορ­φιά που να μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά της ντό­νας Βεατρίκης, της γυναίκας του Εγκάνο Γκαλούτσι, στην Μπολόνια. Και όλοι οι σύντροφοί του, που την εί­χαν δει στην Μπολόνια, συμφώνησαν μαζί του.

Σαν το άκουσε ο Λοντοβίκο, που ήταν ακόμη αρχάριος στον έρωτα, ένιωσε τόσο μεγάλη επιθυμία να τη δει, που δεν είχε άλλη σκέψη στο νου του. Μ’ αυτό το σκοπό, αποφάσισε να πάει οπωσδήποτε στην Μπολόνια, και μά­λιστα να μείνει εκεί, αν του άρεσε η κυρά. Είπε λοιπόν στον πατέρα του πως ήθελε δήθεν να πάει στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα, και με τα πολλά κατάφερε να πάρει την άδειά του. Έφτασε στην Μπολόνια με το όνομα Ανιτσίνο, και τα ’φερε η τύχη να δει την άλλη μέρα κιόλας την κυρά σε μια γιορτή. Τη βρήκε ακόμα πιο ωραία απ’ ό,τι είχε φανταστεί, την ερωτεύτηκε φλογερά κι αποφάσισε να μη φύγει απ’ την Μπολόνια δίχως να χαρεί τον έρωτά της.

Κάθισε να σκεφτεί πώς θα το πετύχαινε, και βρήκε πως ο μόνος τρόπος που παρουσίαζε κάποιες πιθανότητες ήταν να μπει στην υπηρεσία του άντρα της, που είχε πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Πούλησε τα άλογά του, βόλεψε τους υπηρέτες του και τους έδωσε οδηγίες να κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν αν τύχαινε να τον αν­ταμώσουν. Ύστερα, πήρε παράμερα τον ξενοδόχο και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να μπει, αν ήταν δυνατόν, στην υπηρεσία κάποιου μεγάλου αφέντη.

«Μου φαίνεται» του αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, «πως εί­σαι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρέσεις σ’ έναν μεγάλο άρχον­τα αυτού του τόπου, τον Εγκάνο με τ’ όνομα. Έχει πολ­λούς υπηρέτες και τους θέλει με καλό παρουσιαστικό, σαν εσένα. Άσε — θα του μιλήσω».

Έκανε όπως είπε, κι ο Εγκάνο δέχτηκε να προσλάβει τον Ανιτσίνο, που η χαρά του δεν περιγράφεται.

Ο Ανιτσίνο, στην υπηρεσία τώρα του Εγκάνο, είχε συ­χνά την ευκαιρία να βλέπει την κυρά. Και υπηρετούσε τον αφέντη του τόσο καλά και με τόση αφοσίωση, που ο Εγκάνο τον συμπάθησε σε σημείο που να μην μπορεί τί­ποτα να κάνει δίχως αυτόν. Και εκτός που τον είχε στην προσωπική του υπηρεσία, του ανέθεσε και τη διαχείριση όλης της περιουσίας του.

Μια μέρα, ο Εγκάνο βγήκε να κυνηγήσει πουλιά, δί­χως να πάρει μαζί του τον Ανιτσίνο.

Η Βεατρίκη δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ο Ανιτσίνο ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά οι τρόποι του και το παρουσιαστικό του την έκαναν πολλές φορές να σκεφτεί πως ήταν χαριτωμένος και πως της άρεσε. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα τραπέζι και βάλθηκαν να παίζουν σκάκι, κι ο Ανιτσίνο, θέλοντας να την ευχαριστήσει, άφησε μ’ επιτηδειότητα να νικηθεί, προς μεγάλη χαρά της Βεατρίκης. Οι κοπέ­λες της συνοδείας της παράτησαν τότε να παρακολουθούν το παιχνίδι, και τους άφησαν μόνους. Ο Ανιτσίνο αναστέναξε βαθιά, και τότε εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε:

«Τι έχεις, Ανιτσινο: Σου κακοφάνηκε που σε κέρδισα! «Ντόνα» της αποκρίθηκε, «μια πολύ πιο σοβαρή αιτία με κάνει κι αναστενάζω».

«Για το καλό που μου θέλεις» του λέει, «πες μου την».

Ο Ανιτσίνο, ακούγοντας τη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο να τον εξορκίζει «για το καλό που της θέλει», αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. Η Βεατρίκη τον παρακάλεσε και πάλι να της πει ποια αιτία τον έκανε να αναστενάζει.

«Ντόνα» της αποκρίθηκε ο Ανιτσίνο, «φοβάμαι πως θα σας ενοχλήσω αν σας το πω. Φοβάμαι μην το πείτε και σε άλλους».

«Σου υπόσχομαι» του λέει, «να μη στενοχωρηθώ. Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις, και να ’σαι βέβαιος πως δε θα το πω σε κανέναν δίχως τη συγκατάθεσή σου».

«Αφού μου το υπόσχεστε» είπε ο Ανιτσίνο, «θα σας το πω».

Λες και τρεμόπαιζαν δάκρυα στα βλέφαρά του, όσο της διηγόταν ποιος ήταν, τι είχε μάθει γι’ αυτήν, πού και πώς την είχε ερωτευτεί, και για ποιο λόγο είχε μπει στην υπη­ρεσία του άντρα της. Ύστερα, όσο γίνεται πιο ταπεινά, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να στέρξει στον τόσο μυστικό και φλογερό πόθο του. Αν όχι, δίχως τίποτα ν’ αλλάξει στις σχέσεις τους, να ανεχτεί τη λατρεία του.

Ω, αίμα μπολονέζικο, μοναδικό για τη γλύκα σου! Πό­σες φορές δε σ’ έχουν υμνήσει σε τέτοιες περιστάσεις! Μακριά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, και πάντα υποκύπτεις στις ικεσίες και στον ερωτικό πόθο· κι αν ήμουν κατάλληλη να εγκωμιάσω τις αρετές σου, ποτέ δε θα ’σβηνε η φωνή μου.

Όσο μιλούσε ο Ανιτσίνο, η όμορφη κυρά τον κοίταζε κατάματα και πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε. Οι ικεσίες κι ο έρωτας του νεαρού τρύπησαν τόσο βαθιά την καρδιά της, που άρχισε κι αυτή να αναστενάζει. Κι αφού αναστέναξε μερικές φορές, του αποκρίθηκε:

«Γλυκέ μου Ανιτσίνο, μην απελπίζεσαι. Έχω τραβήξει -και τραβάω ακόμα— ένα πλήθος θαυμαστές. Μα ούτε τα δώρα, ούτε οι υποσχέσεις, ούτε το φλογερό πάθος, απ’ όποιον κι αν προέρχονταν, είτε από ιππότη, είτε από με­γάλο άρχοντα, είτε απ’ όποιον άλλο, δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινήσουν την καρδιά μου. Κι έφτασε τόσο λίγη ώρα. όσο κράτησαν τα λόγια σου, για να γίνει η καρδιά μου περισσότερο δική σου παρά δική μου. Μπόρεσες να κερδίσεις απόλυτα τον έρωτά μου. Σου τον χαρίζω και σου υπόσχομαι να τον χαρείς πριν να περάσει η νύχτα που έρχεται. Και για να κρατήσω την υπόσχεσή μου, έλα στην κάμαρά μου τα μεσάνυχτα — θ’ αφήσω την πόρ­τα ανοιχτή, ξέρεις σε ποια μεριά του κρεβατιού κοιμά­μαι, έλα εκεί, κι αν τύχει και κοιμάμαι, σκούντησε με ανάλαφρα για να ξυπνήσω, και θα σε αποζημιώσω για τον μακροχρόνιο πόθο σου. Και για να με πιστέψεις, πά­ρε για αρραβώνα ένα φιλί».

Τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, κι έδωσαν ένα μακρόσυρτο ερωτικό φιλί.

Ύστερα, ο Ανιτσίνο την άφησε για ν’ ασχοληθεί με διάφορες υποθέσεις, περιμένοντας με χαρούμενο καρδιο­χτύπι να νυχτώσει.

Ο Εγκάνο γύρισε απ’ το κυνήγι, κάθισε να φάει, κι όπως ήταν κουρασμένος, πήγε να πλαγιάσει. Δεν άργησε ν’ ανέβει κι η γυναίκα του, και σύμφωνα με την υπόσχε­σή της, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Την ορισμένη ώρα πήγε κι ο Ανιτσίνο, μπήκε στην κάμαρα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε προς το μέρος όπου πλάγιαζε η ντόνα Βεατρίκη, της άγ­γιξε το στήθος και είδε πως ήταν ξύπνια. Όταν κατάλαβε η Βεατρίκη πως ήταν ο Ανιτσίνο, του έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά. Ύστερα, γύρισε απ’ την άλλη, ξύπνη­σε τον άντρα της που κοιμόταν, κι άρχισε να του λέει: «Δε θέλησα να σου πω τίποτα σαν ήρθες, γιατί μου φάνηκες κουρασμένος. Μα πες μου, ο Θεός μαζί σου, Εγκάνο, απ’ όλους τους υπηρέτες σου, ποιος είναι ο καλύτε­ρος, ο πιο πιστός, αυτός που προτιμάς;»

«Ωραία ερώτηση!» της αποκρίθηκε. «Δεν τον ξέρεις; Ούτε είχα ποτέ, ούτε έχω σε κανέναν τόση εμπιστοσύνη, όση στον αγαπητό μου και πιστό Ανιτσίνο. Αλλά γιατί με ρωτάς;»

Ο Ανιτσίνο, βλέποντας πως ο Εγκάνο είχε ξυπνήσει, κι ακούγοντας να μιλούν γι’ αυτόν, φοβήθηκε πως η κυ­ρά τού είχε στήσει παγίδα, και δοκίμασε πολλές φορές να τραβήξει το χέρι του και να το βάλει στα πόδια, μα η Βεατρίκη το κρατούσε τόσο σφιχτά, που δεν μπόρεσε. Στο μεταξύ, αποκρινόταν εκείνη στον Εγκάνο:

«Θα σου πω. Τον νόμιζα κι εγώ, όπως εσύ, πιο αφοσιωμένο απ’ όλους. Και με έβγαλε ο ίδιος απ’ την πλάνη μου. Σαν έφυγες για το κυνήγι, εκείνος έμεινε, διάλεξε τη στιγμή και δεν ντράπηκε να μου κάνει ανήθικες προ­τάσεις. Και τότε εγώ, για να μη χρειαστεί να σου δώσω πολλές αποδείξεις και για να πειστείς με τα μάτια σου, του αποκρίθηκα πως είμαι σύμφωνη και πως απόψε κιόλας, μετά τα μεσάνυχτα, θα πάω να τον περιμένω στον κήπο, κάτω από το πεύκο. Φυσικά, δεν το ’χω σκοπό να πάω. Μα αν θες να διαπιστώσεις πόσο λίγο σου είναι πι­στός, είναι πολύ εύκολο: φόρεσε μια ρόμπα μου, τύλιξε το κεφάλι σου με μια σάρπα και πήγαινε να τον περιμέ­νεις. Είμαι βέβαιη πως θα ’ρθει».

«Σίγουρα θα πάω να δω» αποκρίθηκε ο Εγκάνο στα λόγια της γυναίκας του.

Σηκώθηκε όπως όπως στα σκοτεινά, φόρεσε μια ρόμπα της κυράς, τύλιξε μια σάρπα στο κεφάλι του, ύστερα πή­γε στον κήπο κι άρχισε να παραμονεύει κοντά σ’ ένα πεύκο.

Σαν τον είδε όρθιο η Βεατρίκη και τον άκουσε να βγαίνει, σηκώθηκε κι αυτή και σύρτωσε την πόρτα από μέσα. Ο Ανιτσίνο, που είχε δοκιμάσει τον μεγαλύτερο φόβο της ζωής του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τα χέρια της κυράς και καταριόταν εκατό χιλιάδες φορές τη Βεατρίκη, τον έρωτά του και την απλοϊκότητα που είχε δείξει, μα σαν είδε πού κατέληγαν όλα αυτά, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η κυρά ξαναγύρισε στο κρεβάτι, κι όταν τον κάλεσε, πλάγιασε κι αυ­τός, γδυτός όπως εκείνη, και για πολλή ώρα χάρηκαν τον αμοιβαίο έρωτά τους.

Σαν έκρινε η κυρά πως ο Ανιτσίνο δεν έπρεπε να μείνει περισσότερο, τον έβαλε να σηκωθεί και να ντυθεί και του είπε:

«Γλυκό μου στοματάκι, πάρε ένα χοντρό ραβδί, πήγαι­νε στον κήπο και προσποιήσου πως είχες θελήσει να με δοκιμάσεις. Βρίσε τον Εγκάνο σαν να ’μουν εγώ, και δώσ’ του κάμποσες με το ραβδί. Θα δεις το αποτέλεσμα και τι ωραία που θα περάσουμε οι δυο μας».

Ο Ανιτσίνο σηκώθηκε, κατέβηκε μ’ ένα ραβδί από ξύ­λο ιτιάς στο χέρι και σίμωσε στο πεύκο. Ο Εγκάνο, που τον είδε να ‘ρχεται, σηκώθηκε και προχώρησε με προ­σποιητή χαρά να τον υποδεχτεί, μα ο Ανιτσίνο έβαλε τις φωνές:

«Α, παλιογυναίκα! Ήρθες, λοιπόν! Πίστεψες πως θα πρόδινα τον αφέντη μου, ε; Χίλιες φορές καταραμένη η ώρα που ήρθες!»

Ο Εγκάνο, ακούγοντας αυτά τα λόγια και βλέποντας το ραβδί, το ‘βαλε στα πόδια, κι ο Ανιτσίνο, ξοπίσω του, δε σταματούσε να φωνάζει:

«Ε, που να το βρεις απ’ το Θεό, παλιοβρόμα! Έννοια σου, όμως, αύριο θα τα πω όλα στον Εγκάνο».

Ο Εγκάνο, που είχε φάει κάμποσες ξυλιές, γύρισε σε κακά χάλια στην κάμαρά του. Η γυναίκα του τον ρώτησε αμέσως αν είχε πάει ο Ανιτσίνο στον κήπο.

«Να ’δινε ο Θεός να μην είχε έρθει!» της αποκρίθηκε. «Με πήρε για σένα, με μαύρισε στο ξύλο και με έβρισε με τα χειρότερα λόγια, σαν να ’μουν καμιά πόρνη. Για να ’μαι ειλικρινής, μου φάνηκε πολύ παράξενο να σου είχε κάνει τέτοιες προτάσεις με την υστεροβουλία να με ατιμάσει. Θέλησε να σε δοκιμάσει, καθώς σ’ έβλεπε πάν­τα γελαστή και πεταχτή».

«Δόξα να ’χει ο Θεός, που εμένα με δοκίμασε με τα λό­για κι εσένα με τα έργα. Και σίγουρα μπορεί να λέει πως υπομένω τα λόγια καλύτερα απ’ ό,τι εσύ τα έργα. Ωστό­σο, μια και σου είναι τόσο πιστός, πρέπει να του δείξεις φιλία και να τον τιμάς».

«Ναι, έχεις δίκιο» αποκρίθηκε ο Εγκάνο.

Κι από κείνη την περιπέτεια, έβγαλε το συμπέρασμα πως είχε, απ’ όλους τους αριστοκράτες του τόπου, την τι­μιότερη γυναίκα και τον πιστότερο υπηρέτη. Και πολλές φορές οι τρεις τους ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν θυμόνταν το επεισόδιο – που, δίχως αυτό, ίσως να μην έβρισκαν, ο Ανιτσίνο και η κυρά, την ίδια ευκολία στις σχέσεις τους, που τις συνέχισαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι ο Ανιτσίνο έμεινε όσον καιρό θέλησε στο σπίτι του Εγκάνο, στην Μπολόνια.

 

199 Σχόλια to “Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία”

  1. Καλημέρα

    …πολλαπλασίασαν τις διατάξεις κερί υγιεινής. (!)

    μάλλον περί πλκτρολογικού περί πρόκειται παρά για σπάνιο είδος υγιεινής

  2. dryhammer said

    1. Ο τρισπάππους του Βελόπουλου, ο μάγος, το πουλούσε για την πανούκλα…

  3. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Αν σας πω ότι εδώ και 3-4 ημέρες έχω κατεβάσει το Δεκαήμερο (έχω μόνο τον Α’ τόμο, από μια εφημερίδα, και το είχα διαβάσει παλιά) και κάθε βράδυ διαβάζω μια ιστορία στην τύχη, χωρίς σειρά, τι κερδίζω;

    Για την ακρίβεια, το έκανα μέχρι προχτές, και χτες το βράδυ είπα να το πιάσω συστηματιά από την αρχή (εισαγωγή – πρόλογος), «ο συγγραφέας εκθέτει…», αυτό ακριβώς που βλέπουμε εδώ!

  4. Γιατί όμως δεκαήμερον το decameron και όχι δεκάμερον ( κάπου το είχα δει γραμμένο έτσι, αν θυμάμαι καλά στην παλιά μετάφραση του καλού στρατιώτη Σβέικ). Τι λένε οι γλωσσολόγοι ;

    Υ.Γ. φαντάζομαι πως τα γνωστά εννιάμερα δεν θα λέγονταν ποτέ εννεαήμερα λόγω της τρισφωνηεντικής χασμωδίας !!!

  5. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πάντα μου έκανε εντύπωση γιατί η μόνη γνωστή πλήρης μετάφραση του Δεκαήμερου στα ελληνικά ήταν και παραμένει του Κοσμά Πολίτη. Όλα τα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας έχουν μεταφραστεί αρκετές φορές και σε διάφορες εποχές, εκτός από το «Δεκαήμερο» και το «Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ» (μετ. Φίλιππου Δρακονταειδή). Ένα πολύ κατατοπιστικό σχετικό αφιέρωμα:
    «Η απαξία του Βοκκάκιου και η αποκατάσταση του στην κοινωνία και στην κριτική λογοτεχνίας της Ελλάδας»
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://spotlightpost.com/index.php/i-apaxia-tou-bokkakiou/&ved=2ahUKEwi0gvSCspLqAhUD7KYKHVvKClEQFjAEegQIAxAB&usg=AOvVaw2P-6fq9mWWMG1lnDNuBrY8&cshid=1592725608850

  6. Nestanaios said

    4.
    ‘Όλα είναι σωστα. Επειδή το πάθος είναι η έκθλιψη, καλλίτερα να μείνει το «η» για να έχουμε «εννήμερα». «ἐννῆμαρ μὲν ὁμῶς πλέομεν νύκτας τε καὶ ἦμαρ,
    τῇ δεκάτῃ δ’ ἤδη ἀνεφαίνετο πατρὶς ἄρουρα,»

  7. Υπάρχει και η ωραία ταινία του Παζολίνι.

  8. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Δίτομο το είχε μοιράσει κάποτε και η Ελευθεροτυπία (Βοκκάκιος και Κ. Πολίτης, ποινικό αδίκημα το να μην βρίσκεται σε κάθε ελληνική βιβλιοθήκη..). Και να μην ξεχνάμε ότι για πολλά τέρμινα ο Βοκκάκιος ήταν το εμβληματικό σκανδαλιστικό λογοτεχνικό έργο για την σεμνότυφη κοινωνία μας [Εξ ού και το τολμηρό άσμα «…και μεσ’ στο Αρσάκειο διάβαζα Βοκκάκιο» 🙂 ] .

  9. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @8. ..το Δεκαήμερό του, βεβαίως..

  10. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ δῶ.

    με κοντή σαν ήμουνα ποδίτσα
    στο σχολειό σιγανοπαπαδίτσα
    και εις το Αρσάκειο διάβαζα Βοκάκιο
    και εις το Βαρβάκειο είχα θαυμαστάς

    Δυστυχῶς δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ τὴ σκηνὴ ἀπὸ τὴν Εὐδοκία τοῦ Δαμιανοῦ.

  11. dryhammer said

    10. >και εις το Βαρβάκειο είχα θαυμαστάς

    Καλύτερα να είχε τους θαυμαστάς εις την Βαρβάκειο. Έτι χρησιμότερον.

  12. atheofobos said

    Το Cocu, battu, et content το έχει χρησιμοποιήσει και ο Λαφοντέν σε ένα από τους μύθους του.
    http://www.lafontaine.net/lesContes/afficheConte.php?id=5
    Δεν ξέρω από πού το ήξερε η μάνα μου που το χρησιμοποιούσε αμέσως όταν άκουγε για κάποιο κεράτωμα!

  13. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @10,8.Εἶχα κάνει ρεφρές, ἀλλὰ μὲ πρόκανε ὁ Γιῶργος Κατσέας, !@#$%^&*()!τὴν ἀργοπληκτρολόγησή μου μέσα.

  14. Πουλ-πουλ said

    Τι στρωτή γλώσσσ, τι ωραία ελληνικά! (με ένα θαυμαστικό).

  15. Αγγελος said

    Η παροιμιώδης έκφραση «και κερατάς και δαρμένος» είναι, νομίζω, πανελλήνια. Και βέβαια ελάχιστοι έχουν διαβάσει Βοκάκιο. Αυτές οι ιστοριούλες (fabliaux γαλλικά) πρέπει να κυκλοφορούσαν ευρύτατα στους λαούς της Ευρώπης.

  16. Aghapi D said

    Πολύ χορταστικό 🙂
    Και αληθινά ωραία γλώσσα

  17. Αγγελος said

    (12) Όχι στους Μύθους (Fables), παρά στα Διηγήματα (Contes), βιβλίο για το οποίο ο Ρουσό, που είχε κάκιστη γνώμη για την ηθική του Λαφοντέν, ενώ τον αναγνώριζε ως μεγάλο ποιητή, έλεγε «οι Μύθοι για τα παιδιά, τα Διηγήματα για τις μανάδες» (δηλ. ψυχοφθόρα και τα δύο).

  18. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    21 Ἰουνίου σήμερα. Καλό καλοκαίρι.

  19. atheofobos said

    17
    Σωστό, ευχαριστώ για την διόρθωση.

  20. Aghapi D said

    Στη διάρκεια τής καραντίνας προσπάθησα να γράψω ένα κείμενο για τις καραντίνες σε ιστορική προοπτική. Έμεινε να τελειώσω το ένα τρίτο, επειδή μάκραινε πάρα πολύ, έφτασε περίπου τις 150 σελίδες!

    Όμως θυμήθηκα την προσπάθειά μου αυτή ορμώμενη από τούτο το απόσπασμα τού άρθου τού Νίκου μας:
    «Αντί να κλείνονται στα σπίτια τους, κυκλοφορούσαν στα περίχωρα, κρατώντας στα χέρια τους είτε λουλούδια είτε αρωματικά βοτάνια είτε διάφορα μπαχαρικά. Τα ’φερναν συχνά στα ρουθούνια τους κι έκριναν καλό να προφυλάγουν τον εγκέφαλό τους ρουφώντας τις μυρωδιές, επειδή η ατμόσφαιρα ήταν μολυσμένη από τη δυσωδία των πτωμάτων, των αρρώστων και των γιατρικών»

    Για πρώτη – και ελπίζω για τελευταία – φορά προσθέτω μερικά αποσπάσματα από το ατελείωτο κείμενό μου που εξηγεί κάπως το γιατί προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από τις οσμές

    Συγγνώμη για το μέγεθος τού κειμένου

    Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι πραγματοποίησαν πολλές επιστημονικές ανακαλύψεις, ωστόσο οι ιατρικές τους γνώσεις ήταν υπερβολικά περιορισμένες. Δέν γνώριζαν τί ήταν οι ιοί και τα βακτήρια. Αν και κατανοούσαν πως πολλές νόσοι, όπως η πανώλης ήταν εξαιρετικά μεταδοτικές, όμως είχαν την εντύπωση πως τις επιδημίες τις προκαλούσαν τα μιάσματα – τις οποίες κυρίως ταύτιζαν με τις δυσάρεστες οσμές που αναδύονταν από τη γη. Γνώριζαν όμως ότι και οι άνθρωποι μπορούσαν να διασπείρουν αυτές τις παθήσεις. (…)
    Η λέξη μίασμα, προέρχεται από τα αρχαία Ελληνικά. Η ίδια αρχική λέξη φαίνεται πως μάς έδωσε και τη malaria, δηλαδή την ελονοσία, που προέρχεται από τα μεσαιωνικά ιταλικά και σήμαινε κυριολεκτικά «κακός αέρας». (…)
    Το μίασμα εθεωρείτο πως ήταν δηλητηριώδης ατμός ή ένα είδος ομίχλης γεμάτης από αποσυντεθειμένη ύλη (μιάσματα) που προκαλούσαν ασθένειες. (…)
    Σύμφωνα με τη «μιασματική υπόθεση» οι ασθένειες ήταν προϊόντα περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως είναι το μολυσμένο νερό, ο μολυσμένος αέρας και οι κακές συνθήκες υγιεινής. Αυτές οι μολύνσεις εθεωρούντο ότι δέν μεταδίδονταν από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά ότι έπλητταν τα άτομα που ζούσαν σε περιοχές με τέτοιους ατμούς, τις οποίες και αναγνώριζαν από τη βρωμερή μυρωδιά. Επίσης πίστευαν πως τα μιάσματα μεταδίδονταν από τα σκουλήκια που ανιχνεύονταν στα έλκη όσων έπασχαν από την πανώλη (…)
    Ο φόβος τών μιασμάτων καταγράφηκε και σε πολλές προειδοποιήσεις εναντίον και τής ομίχλης που υποτίθεται πως πρόδιδε την παρουσία τους: ήταν γενικά αποδεκτό πως τα μιάσματα δέν ταξίδευαν απλώς μέσω τού αέρα αλλά και μετέβαλαν τον αέρα και έτσι η ατμόσφαιρα μολυνόταν, το ίδιο και οι άνθρωποι. Πολλοί πίστευαν πως το μίασμα, με κάποιον μαγικό τρόπο, άλλαζε τις ιδιότητες τού αέρα και τής ατμόσφαιρας. (…)

    Στην ιατρική ιστορία τής Κίνας, η ελονοσία αναφερόταν με διαφορετικά ονόματα, ανάλογα με την δυναστεία που κατείχε τον θρόνο. Η δηλητηρίαση και η ψιττάκωση αποκαλούντο μιάσματα στην αρχαία Κίνα, επειδή δέν ήταν κατανοητές οι αιτίες που τις προκαλούσαν.
    Στην περίοδο τής δυναστείας Σούι, ο γιατρός Τσάο Γιουάν-φουνγκ and (Tsao Yuan-fung) ανέφερε τα μιάσματα στο βιβλίο του Περί Παθογένειας και Συνδρό-μων ( On Pathogen and Syndromes (諸病源候論). Στην ιατρική ιστορία τής Κίνας, η ελονοσία αναφε-ρόταν με διαφορετικά ονόματα, ανάλογα με την δυνασ-τεία που κατείχε τον θρόνο. Η δηλητηρίαση και η ψιτ-τάκωση αποκαλούντο μιάσματα στην αρχαία Κίνα, επειδή δέν ήταν κατανοητές οι αιτίες που τις προκαλούσαν. (…)

    οι τρομαχτικές ασθένειες που αποδίδονταν σε μιάσματα έκαναν ορισμένες περιοχές τής Κίνας ιδανικές για την εξορία εγκληματιών και τις δυσμενείς μεταθέσεις κρατικών υπαλλήλων.
    Για παράδειγμα, ο ποιητής Χαν Γιου ( Han Yu) επί δυναστείας Τανγκ έγραψε στον ανεψιό του που πήγε να τον αποχαιρετήσει όταν εξορίστηκε στην Επαρχία Τσάο (Chao Prefecture) το ποίημα Στον Δρόμο (En Route (左遷至藍關示姪孫湘 :παρμένο από τη μετάφραση τού Arthur Waley
    Την αυγή έστειλα μία μονάχα ειδοποίηση στον θρόνο τών Εννέα Βημάτων.
    Το δειλινό εξορίστηκα στο Τσάο Γιανγκ, οχτώ χιλιάδες λεύγες μακριά.
    Πάλεψα για χάρη μιας εξαιρετικής δυναστείας να καταρ-γήσω μια κακή κυβέρνηση
    Και τώρα πώς, μαραμένος και τσακισμένος, να θρηνήσω την τύχη που με περιμένει;
    Μαζεύονται τα σύννεφα στα βουνά και πώς να δω το σπίτι μου Το χιόνι έφραξε τα περάσματα, το άλογό μου δέν μπορεί να περάσει
    Όμως ξέρω πως θα έρθεις από μακριά, να εκπληρώσεις τον σκοπό σου
    Και πως με αγάπη θα μαζέψεις τα οστά μου, στις όχθες εκείνου τού ποταμού που τον χτύπησε η πανούκλα.

    .

  21. BLOG_OTI_NANAI said

    Θαυμάσια η μετάφραση, αν εξαιρέσει κανείς τα ονόματα, νομίζει ότι η εισαγωγή και η διήγηση γράφτηκε από Έλληνα. Πολύ και καλή δουλειά.

    Πιστεύω ότι αυτή η ιστορία, για την εποχή εκείνη, παραείναι σεξουαλική για να θεωρηθεί γυναικεία διήγηση! Φαίνεται ότι είναι καθαρά αντρικής έμπνευσης και αμφιβάλλω αν επέτρεπαν ή αν θεωρούσαν πρέπον στον 14ο αιώνα, γυναίκα να διαβάσει μια ιστορία σαν κι αυτή!

  22. Aghapi D said

    21 Αν σκεφτούμε πόσα πικάντικα τραγούδια κυκλοφορούσαν προς τέρψιν και τών γυναικών – εικάζεται μάλιστα πως συνέθεταν όχι μόνον άντρες αλλά και γυναίκες – θεωρώ πως μάλλον δέν πρέπει να έχεις δίκιο
    Κυκλοφορούν ευρέως εικόνες με γυναικεία τρίο

  23. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο Βοκκάκιος και στη δεκαετία του ’80 ο «Μπλοκάκιος»:

  24. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @15. Νομίζω πως ο Νικοκύρης έχει δίκιο. Η (εκτεταμένη) φράση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος» (και ευχαριστημένος παρακαλώ!) μόνο από μιά τέτοια ιστορία θα μπορούσε να είχε προκύψει. «Κερατάδες και δαρμένους συναντάμε όχι σπάνια» αλλά ο Εγκάνο Γκαλούτσι ήταν καί ευχαριστημένος επειδή είχε στο πλάι του έναν πιστό υπηρέτη! 🙂

  25. leonicos said

    Καλό το σεξ

    Δεν συμφωνείτε;

    Τζι! Δε σε ρωτήσαμε

  26. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Να πούμε επίσης ότι ο Βοκκάκιος όχι μόνο συνεισέφερε (μαζί με τους άλλους δύο Μεγάλους) τα δομικά υλικά για την νέα Ιταλική Γλώσσα, αλλά καί έδωσε αμέτρητες ιδέες σε νεώτερους δημιουργούς (της λογοτεχνίας, του θεάτρου και του κινηματογράφου) για το σκάρωμα πολλών κωμικών ερωτικών σκηνών (όπως αυτών της παραπάνω ιστορίας). Και βέβαια, όλοι εμείς εδώ ξέρουμε ότι η γνωστή προσωπογραφία του ενέπνευσε τον δημιουργό του εξώφυλλου του «Οπωροφόρες λέξεις» 🙂

  27. leonicos said

    Έχω δυο ή τρεις εκδοχές του Βοκκακίου εκτος από το τπρωτότυπο, αγορές προηγούμενων γενεών

    Εμένα δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα ως ανάγνωσμα. βασικά το βρίσκω ελαφρύ, και μπορεί να άσκησε επίδραση τ=στην πεζογραφία, αλλά εν τάξει

    Η πανούκλα μεταδίδεται από τυς ψύλους των ποντικών και όχι από άτομο σε άτομο

  28. Costas X said

    Χαιρετώ την ομήγυρη και ευχαριστώ τον κ.Νικοκύρη για τα απολαυστικά αποσπάσματα του «Δεκαήμερου». Παρότι έχω διαβάσει περί μεσαιωνικής εποχής, κι έχω ασχοληθεί αρκετά με την μεσαιωνική μουσική, δεν έχω διαβάσει μάλλον καθόλου μεσαιωνική λογοτεχνία !

    Και κάτι λεξιλογικό, για όσους δεν το έχουν ακούσει : Οι επιδημίες της μεσαιωνικής Ιταλίας έδωσαν και την κορφιάτικη λέξη «πιτσιγαμόρτης». Λεγόταν στην Κέρκυρα μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες, και ίσως να λέγεται ακόμα από τους παλιότερους. Έτσι ονόμαζαν τον νεκροθάφτη, τον νεκροφόρο-νεκροπομπό, ακόμα και τον ιδιοκτήτη γραφείου κηδειών. Η λέξη προέρχεται από τις ιταλικές pizzico + morto, και σημαίνει «αυτός που τσιμπάει τον νεκρό» (!). Έτσι ονόμαζαν αυτούς που, είτε είχαν ανοσία, είτε λόγω μεγάλης φτώχειας, μάζευαν τα πτώματα σε περιόδους πανδημίας. Για να είναι σίγουροι ότι δεν θα μαζέψουν κάποιον που δεν είναι ακόμα νεκρός, τον τσιμπούσαν δυνατά για να δουν αν θα αντιδράσει (!).

  29. Γς said

    Κι ένας σύντομος Γουσουάκιος.[του πάλαι ποτέ]

    Φιλαράκι συγκάτοικος:

    -Εχει γκόμενο σου λέω Γιάννη. Την παίρνω τηλέφωνο και δεν είναι σπίτι. Χτες είπα να την παρακολουθήσω και μόλις έφυγα πάρκαρα μακριά και κοίταζα την έξοδό της πολυκατοικίας. Τζίφος! Από που βγήκε γαμώτο;

    -Δεν βγήκε. Μπήκε! Στο από πάνω διαμέρισμα

    Δεν του το είπα όμως

  30. Georgios Bartzoudis said

    «είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά».
    # Δεν ξέρω για τον 14ο αιώνα, αλλά στον 16ο έχουμε έργα στα ελληνικά, όπως τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη,στη Φλωρεντία. Και βέβαια, τον 19ο έχουμε πληθώρα έργων αρχαίων ελλήνων, στα ελληνικά βεβαίως.

  31. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @26. ..παρόλο που διαδίδεται ότι είναι αντιγραφή ενός πίνακα του Αρτσιμπόλντο :).

  32. 28 https://sarantakos.wordpress.com/2015/09/15/mortu/

  33. Corto said

    Θα θυμάστε ασφαλώς την αγγλική σειρά θεάτρου σκιών με ιστορίες από το Δεκαήμερο που έβαζε η ΕΡΤ.
    Βρήκα την εν λόγω ιστορία στο youtube. (Προφανώς είναι από εγγραφή σε βίντεο απευθείας από την τηλεόραση, γιαυτό στην αρχή και στο τέλος έχει διαφημίσεις.)
    Η ιστορία αρχίζει στο 5.20 περίπου.
    Αριστουργηματική τεχνική.

  34. Χαρούλα said

    Και Ταβιάνι……….

    Και Παζολίνι………

    Και Εθνικό……!

    (αν και …αμερικανιά.) Χρόνια πολλά μπαμπάδες!

  35. Σπύρος said

    σας ευχαριστώ πολυ.

  36. Γς said

    Κερατάδων εντοπισμός.

    Μικρή πόλη της εσπερίας, που συχνά επισκεπτόμουν, καψούρης με μια παντρεμένη εκεί.

    Και φυσικά τακτικός θαμώνας του Griekse κουζίνα, Zorbas και τέτοια.

    -Πια είναι ρε; Για πες μου.

    -Α, δεν κάνει. Μπορεί να ξέρεις τον άντρα της.

    -Που θα μου πάει. Θα τον βρω. Θα τη στίσω στην γέφυρα δίπλα, που θα πιαστούν τα κέρατά του.

  37. BLOG_OTI_NANAI said

    22: Ασφαλώς τα ερωτικά θέματα ενδιέφεραν πάντα, τους πάντες, είτε κρυφά είτε φανερά. Ξέρουμε ότι πάντα υπήρχαν ερωτικά ξεφαντώματα, υπήρχαν ερωτικές εικόνες σε ζωγραφικούς πίνακες, εξωσυζυγικές σχέσεις κ.λπ. Αλλά το ασφυκτικό γυναικείο ντύσιμο του Μεσαίωνα, ο γυναικείος περιορισμός, ο σχεδόν καθολικός αποκλεισμός των γυναικών από τη μόρφωση, ο ρόλος του πατέρα στην επιβολή του γαμπρού και ο ρόλος της πατριαρχίας γενικότερα, δεν νομίζω ότι δείχνουν μια κοινωνία ανεκτική ως προς την γυναικεία ερωτική συναναστροφή. Πιθανόν στα κρυφά, ναι. Αλλά θα ήταν περίεργο να εξαιρείται το ταμπού του σεξ σε τόσο κλειστές για τη γυναίκα κοινωνίες. Άλλωστε, τα σημερινά συνεπακόλουθα της πατριαρχίας, είναι τόσο ισχυρά, διότι συνεχίζονται χωρίς διακοπή ήδη από την ελληνική αρχαιότητα και τους γυναικωνίτες, όπου μόνο εταίρες, αυλητρίδες και σκλάβες είχαν ερωτική ζωή.

    Πριν μερικές δεκαετίες, στην εποχή των γιαγιάδων μας, υπήρχαν πάντα αθυρόστομες θείες, οι δικές μας τις άκουγαν και γελούσαν, αλλά όλοι ήξεραν ότι μία ήταν αυτή που τολμούσε να τα λέει. Ακόμα και σήμερα, μια γυναίκα δεν μπορεί εύκολα να ανοιχτεί σε συζητήσεις για ερωτικές εμπειρίες ή ανέκδοτα όταν είναι μπροστά άντρες, φοβούμενη μήπως δοθεί λάθος μήνυμα ερωτικού καλέσματος. Αν λοιπόν αυτά επιβιώνουν ακόμα, μπορούμε να φανταστούμε πόσο περισσότερο πριν τόσους αιώνες.

    Αυτό που σίγουρα συμφωνώ είναι ότι θα υπήρχαν εξαιρέσεις, και ότι θα γίνονταν στα κρυφά. Πιστεύω όμως ότι το ασφυκτικό κλείσιμο της γυναίκας, θα είχε διαμορφώσει ακόμα και τα όρια του λεξιλογίου της, ακόμα μπροστά και σε άλλες γυναίκες. Πιστεύω ότι θα ήταν σε γενικές γραμμές πολύ πιο συγκρατημένες.

    Θυμήθκα και μια ωραία περιγραφή της Άννας Κομνηνής για έναν άντρα, τον 12ο αιώνα:

  38. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα και τα δεύτερα σχόλια! Σηκώθηκα πρωί και πήγα όχι στη θάλασσα παρά στον Υμηττό.

    3 Ε, φοβερή σύμπτωση! Σε ποια γλώσσα το έχεις κατεβάσει;

    4 Στα αρχαία θα ήταν δεχήμερον

    5 Χρήσιμο λινκ.

    14 Είδες;

    23 Ναι μπράβο, ο Μπλοκάκιος!

    28 Δες εδώ ένα από τα καλύτερα άρθρα του ιστολογίου
    https://sarantakos.wordpress.com/2015/09/15/mortu/

    31 Χαχαχά!

    33-34 Μπράβο!

    35 Συγνώμη που το σχόλιο κρατήθηκε!

  39. BLOG_OTI_NANAI said

    Ένα σπάνιο αθυρόστομο δημώδες κείμενο, γραμμένο φυσικά από άντρα, τέλη 15ου-αρχές 16ου αι., είναι το σατυρικό «ο έπαινος των γυναικών».
    Είναι απίστευτο το εύρος της αθυροστομίας του και εντυπωσιακό το πόσο κοντά είναι οι δημώδεις αυτές βωμολοχίες στις αντίστοιχες σημερινές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται, όπως επίσης, και οι στερεοτυπικές εικόνες για άπιστες παντρεμένες, ερωτιάρες χήρες, ψευδοπαρθένες νέεςτα :

  40. 37 Δεν είναι ο μεσαίωνας παντού και πάντα ίδιος. Στις ιταλικές πόλεις του ύστερου Μεσαίωνα, ίσως όμως και αλλού, δεν ήταν έτσι τα πράγματα απ’ όσο θυμάμαι. Αν περάσει ο Ρογήρος από δω σίγουρα θα μας διαφωτίσει.

  41. 40 Εδώ, καλή ανάγνωση (αν και δεν γράφει για το πολύ συγκεκριμένο)
    https://rogerios.wordpress.com/2010/03/12/%CE%B7-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1/
    https://rogerios.wordpress.com/2014/11/06/%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%bf%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b5%cf%8c%cf%84%cf%85%cf%80%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1%ce%af%cf%89%ce%bd%ce%b1/

  42. sarant said

    39 Το στιχούργημα αυτό το είχαμε παρουσιάσει εδώ

    https://sarantakos.wordpress.com/2017/01/29/epainos/

  43. papathm said

    #37: Η ξελιγωμένη περιγραφή της Άννας Κομνηνής αφορά τον Νορμανδό Βοημούνδο, γιο του Ροβέρτου Γυισκάρδου.
    Ψηλός, ξανθός, βουτυράτος –ξεχώριζε από του κακομούτσουνους Βυζαντινούς.

    Από τις μεγάλες φυσιογνωμίες του 11ου αιώνα. Ήταν ένας εκ των αρχηγών της Α΄Σταυροφορίας και αργότερα πρίγκηψ Αντιοχείας. Στην αρχή της καριέρας του είχε κατακτήσει τα Γιάννενα, και σ’ αυτόν οφείλεται που μια ασήμαντη, μέχρι τότε, επαρχιακή πόλη έγινε ένα εξωστρεφές διεθνές εμπορικό κέντρο. Υπάρχει και πύργος Βοημούνδου στο κάστρο Ιωαννίνων.

  44. Costas X said

    32. – 38.
    Ναι, το είχα διαβάσει κάποτε, αλλά δεν το θυμόμουν. Πολύ ωραίο άρθρο, αλλά δεν βλέπω να ετυμολογούσε πλήρως τον «pizzicamorte» (από το τσίμπημα του νεκρού).

    «…Είναι πολύ πιθανό ο μόρτης να προκύπτει από τον πιτσιγαμόρτο, πιτσικαμόρτη (< ενετ. pizzicamorte) με αποκοπή. Η λ. πιτσικαμόρτης διατηρείται και σήμερα στο κερκυραϊκό ιδίωμα με τη σημασία του νεκροπομπού…"

  45. Γιάννης Ιατρού said

    Για τη μέρα που ΄ναι σήμερα… 😏😉

  46. Μαρία said

    44
    Δίκιο έχεις. Αλλά το πιτσικάτο (τσιμπητό) είναι και ελληνική λέξη και ίσως ο Σπύρος παρέλειψε την ερμηνεία, για να μην προσβάλει τους φιλόμουσους 🙂

  47. Γιάννης Ιατρού said

    43: ..Ψηλός, ξανθός, βουτυράτος – ξεχώριζε από του κακομούτσουνους Βυζαντινούς…
    καλά, μην υπερβάλουμε κιόλας… 🙂

  48. Spiridione said

    44. Ναι, έχεις δίκιο. Και το beccamorti και το becchino που χρησιμοποιεί ο Βοκκάκιος την ίδια σημασία έχει
    http://www.treccani.it/vocabolario/becchino/

  49. Λάζαρος Μ. said

    – «Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, … δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.»
    Αυτό που μου είχε κάνει επίσης εντύπωση όταν διάβασα το Δεκαήμερο είναι ότι σατιρίζει με καυστικό τρόπο την εκκλησία και τους εκπροσώπους της, σε μια εποχή κατά την οποία η εκκλησία ήταν παντοδύναμη και είχε μεγάλη επιρροή στην κοινωνία. Αυτή η παρατήρηση προσλαμβάνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά «απηχούν λαϊκές διηγήσεις».

    – 5. Παραμελημένος μεταφραστικά είναι και ο έτερος μεγάλος δημιουργός της πρώιμης ιταλικής Αναγέννησης, ο Πετράρχης, σύγχρονος (1304-1374) και φίλος του Βοκκάκιου. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει μόνο μια ανθολογία σονέτων του από τις εκδόσεις Γκοβόστη (η οποία είναι εξαντλημένη εδώ και χρόνια και την έχω μεταχειρισμένη) και μια επιστολή του με λογοτεχνικές προεκτάσεις, η «Ανάβαση στο Όρος Βεντού».

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    49β: Σωστά. Πολύ καλαίσθητη αυτή η έκδοση του Γκοβόστη.

  51. π2 said

    49β: Θυμάμαι καλά ότι υπάρχει μια μετάφραση πολλών σονέτων του στα ελληνικά από Κύπριο λόγιο την εποχή της ενετοκρατίας;

  52. Γιάννης Κουβάτσος said

    51: Καλά θυμάσαι. Αλλά παραμένει άγνωστος ο Κύπριος μεταφραστής.
    «Όταν σε κείνη την μεριάν γυρίσω
    όπου το δει σου το γλυκόν γλαμπρίζει
    τόσον το φως σου μες στον νουν μου ’γγίζει
    που μ’ άφτει, και δεν σώνω πγειον να ζήσω…»
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://karagiorgos.blog-net.ch/gr/articles-and-essays/the-relationship-of-modern-greek-poetry-with-italian/&ved=2ahUKEwjQkpWRk5PqAhXR4KYKHdfiCSYQFjAGegQICBAB&usg=AOvVaw0CYVcL_ShLDZsH7qO6FPpV&cshid=1592751062705

  53. π2 said

    52: A, να μη νιώθω άσχημα που δεν θυμόμουν το όνομα δηλαδή. 🙂

  54. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και, ως γνωστόν, υπάρχει η θαυμάσια μετάφραση της Ωδής του Πετράρχη από τον Σολωμό, ένα αληθινό κομψοτέχνημα…

    Chiare, fresche e dolci acque
    Νερά καθαροφλοίσβιστα,
    γλυκύτατα και κρύα,
    που μέσα αναγαλλιάζετο
    η ασύγκριτη ομορφία·
    5
    χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε
    τ’ ωραίο της το πλευρό
    (μ’ ανοίγεται η ενθυμούμενη
    καρδιά με στεναγμό)·
    κι εσείς, που από το μόσχο σας,
    10
    δροσόχορτα, δροσάνθη,
    ο κόλπος του φορέματος
    ο αγγελικός ευφράνθη·
    αέρα ιερέ, που μ’ έσφαξαν
    τα μάτια τα λαμπρά·
    15
    ακούστε τα παράπονα
    που κάνω υστερινά.
    Αν να κλεισθούν οι μέρες μου
    δακρύζοντας μου μέλλει
    από το πάθος το άπειρο,
    20
    κι ο Ουρανός το θέλει,
    μιαν χάρην η βαριόμοιρη
    ψυχή μου επιθυμεί,
    να λάβει εδώ τον τάφο της
    κι ολόγυμνη να βγει.
    25
    Πικρός, πικρός ο θάνατος!
    Αλλά δεν είναι τόσο,
    αν τέτοια ελπίδα της ψυχής
    εγώ μπορώ να δώσω·
    γιατί πού νά βρει η δύστυχη
    30
    περσότερη ησυχιά,
    για να γδυθεί τα κόκαλα,
    τα μέλη τ’ αχαμνά;
    Ίσως καιροί θε να ’λθουνε
    που δε θα με μισήσει
    35
    η ωραιότης η άσπλαχνη·
    και θα ξαναγυρίσει
    στον τόπο που μ’ απάντησε
    τη μέρα την ιερά,
    και να με ιδούν τα μάτια της
    40
    θα δείξει επιθυμιά·
    Αλλά, στες πέτρες βλέποντας
    το υστερινό μου χώμα,
    θ’ ανοίξει αναστενάζοντας
    έτσι γλυκά το στόμα,
    45
    οπού για κάθε αμάρτημα
    θε να συγχωρεθώ —
    στενεύοντας με δάκρυα
    ωραία τον Ουρανό.
    Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε
    50
    απ’ τα κλωνάρια πλήθος,
    συρμένα από τον Έρωτα
    στο μαλακό το στήθος·
    κι έστεκε με ταπείνωση
    σε τόσην δόξα αυτή,
    55
    ολόλαμπρη, ολοστόλιστη,
    απ’ την ανθοβολή.
    Και ποιο από τ’ άνθια ησύχαζε
    απάνου στην ποδιά της,
    ποιο στα μαργαριτόπλεχτα
    60
    λαμπρόξανθα μαλλιά της·
    στην όψη ποιο του ρεύματος
    του λιβαδιού, και ποιο
    λες κι έλεε αεροπλέοντας:
    ο Έρως είν’ εδώ.
    65
    Πόσες φορές το πνεύμα μου
    από τρομάρα επιάσθη,
    και: Τούτη, τούτη, εφώναξα,
    στον Ουρανόν επλάσθη!
    Γιατί όλα τότε μου ’καναν
    70
    τα φρένα εκστατικά, —
    το σώμα, το γλυκόγελο,
    το πρόσωπο, η λαλιά·
    και τόσο αυτά μού κρύβανε
    στα μάτια την αλήθεια,
    75
    που ’λεα: Και πότε ανέβηκα,
    ποιός μου ’δωκε βοήθεια;—
    Θαρρώντας οπώς έλαβα
    οικιά στον Ουρανό·
    κι εγώ από τότε ανάπαψη
    80
    δε βρίσκω παραδώ.
    Και συ, και συ, τραγούδι μου,
    αν είχε ο νους μου φθάσει
    να σε στολίσει ως ήθελα,
    τώρ’ άφηνες τα δάση,
    85
    κι επρόβανες τα λόγια σου
    στον κόσμο θαρρετά·
    αλλά μην πας, κι απόμεινε
    μ’ εμέ στην ερημιά.

  55. sarant said

    49β Είχα την εντύπωση ότι τον Πετράρχη τον είχε πιάσει ή θα τον έπιανε ο Κεντρωτής αλλά βλέπω μονο μερικά σκόρπια να έχει μεταφράσει:

    http://www.poiein.gr/2009/01/28/francesco-petrarca-dhyioa-oiiyooa-iaouonaoc-aethnaio-eaionuotho/

  56. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @55. Τον Πετράρχη τον είχε πιάσει (..τον είχε παραπιάσει 🙂 ο Κεντρωτής (και φαινόταν ότι έκανε σπουδαία δουλειά..) αλλά νομίζω ότι μένει σε εκκρεμότητα το όλο εγχείρημα. Ας ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή θα το δούμε τελειωμένο..

    http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

  57. ΓΤ said

    (καθοικητιόλια στο ΑΠΘ https://hellasjournal.com/2020/06/zevgari-kathigiton-tou-apth-apolithike-meta-apo-erevna-tis-olaf-gia-katachrisi-evropaikon-kondilion/)

  58. Aghapi D said

    54 !!!!!!

  59. 11, … 10. >και εις το Βαρβάκειο είχα θαυμαστάς

    Καλύτερα να είχε τους θαυμαστάς εις την Βαρβάκειο. Έτι χρησιμότερον. …

    Ή εις Βαρβάτειο

  60. Costas X said

    46. Αγαπημένο το κοντσέρτο για μαντολίνο του Βιβάλντι σε ντο ματζόρε (RV425), όλοι παίζουν πιτσικάτο ! 🙂

    48. Η πλάκα είναι ότι στην Κέρκυρα αποκαλούσαν (και αποκαλούν;) «πιτσιγαμόρτες» ακόμα και τους ιδιοκτήτες γραφείων κηδειών ! 🙂

  61. Μαρία said

    57
    Μετά απο πόσα χρόνια; Τον Κεφαλογιάννη ακόμα τον ψάχνουν.

  62. Πέπε said

    @38:

    > > Σε ποια γλώσσα το έχεις κατεβάσει;

    Το έχω κατεβάσει από το ράφι! 🙂 🙂
    Ελληνικά. Πολίτης, Ελευθεροτυπία (αρχικά εκδ. Γράμματα)

    Αφού σου λέω, αυτουσιότατο! Χτες το βράδυ διάβαζα αυτόν ακριβώς τον πρόλογο.

  63. sarant said

    62 Χαχαχά, απο το ράφι! Κατέβασμα με παλιά τεχνολογία.

  64. kpitsonis said

    25 Μου θύμισες το ποίημα του Κιλλάκτορα , Ἁδύ τό βινεῖν ἐστι· τίς οὐ λέγει; ἀλλ’ ὅταν αἰτῇ
    χαλκόν, πικρότερον γίνεται ἑλλεβόρου. Και επ ‘ ευκαιρία έχει κανείς πληροφορίες για τον Κιλλάκτορα ; Δεν βρίσκω πουθενά .

  65. Πέπε said

    #39:

    > > …και όταν έλθη ο κακομοίρις,
    ο κρουσμένος νοικοκύρις,
    έξω απέ το σπίτι να έβγη,
    και αυτή διά καύχον πέμπει…

    Αυτή η λέξη, ο καύχος / καύκος (εραστής), έγινε γνωστή τελευταία, που ανασύρθηκε κι έγινε της μόδας αυτό το παλιό κρητικό τραγούδι:

  66. loukretia50 said

    Ωραίος ο Βοκκάκιος!
    Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε εικονογραφημένο – δύσχρηστο φευ! – τον Α΄τόμο σε μετάφραση Κ.Πολίτη.
    https://kupdf.net/queue/-_59c7d26b08bbc59a126872cb_pdf?queue_id=-1&x=1592761811&z=NDYuMTc2LjQ2LjEzMg==

    Και όλες οι ιστορίες του Δεκαήμερου στα αγγλικά :
    https://www.gutenberg.org/files/23700/23700-h/23700-h.htm

    Όμως δεν ήταν όλες εύθυμες,
    THE FIFTH STORY- Day the Fourth
    Lisabetta’s brothers slay her lover, who appeareth to her in a dream and showeth her where he is buried, whereupon she privily disinterreth his head and setteth it in a pot of basil. Thereover making moan a great while every day, her brothers take it from her and she for grief dieth a little thereafterward (216)

    Η δύστυχη ενέπνευσε τον ποιητή John Keats , μόνο που ρετουσάρισε ελαφρά το όνομα :
    John Keats “ISABELLA; OR, THE POT OF BASIL. A STORY FROM BOCCACCIO”.
    http://www.gutenberg.org/files/23684/23684-h/23684-h.htm#Page_47

    «Isabella» by American pre-Raphaelite artist Mary Lizzie Macomber (1861-1916), showing a poignant scene from Boccaccio’s Decameron

    Η Ιζαμπέλα / Λιζαμπέτα ενέπνευσε βέβαια και πολλούς ζωγράφους
    The Decameron: The flowerpot’s grisly secret
    https://eclecticlight.co/2018/12/20/the-decameron-the-flowerpots-grisly-secret/

  67. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πράγματι, στρωτή και ρέουσα η αφήγηση, ειδικά της 7ης ιστορίας.
    Στην εισαγωγή δεν μου ακούστηκε καλά η έκφραση: “Και πολύ σπάνιοι ήταν εκείνοι που…” (δύο φορές).

    – Έχω την εντύπωση ότι το ‘Δεκαήμερο’ το διάβασα, αρχές 70s, από βιβλιαράκι τσέπης Βίπερ (Εκδόσεις Πάπυρος), που τότε ήταν στις δόξες τους. Θυμάμαι καλά; [βοήθεια…! 🙂 ]

    – Και μερικά στιγμιότυπα της σημερινής ιστορίας από παλιές εικονογραφήσεις:http://www.enteboccaccio.it/files/original/1419/5070_f._260v.jpg

  68. loukretia50 said

    …ξανά – μανά! θέλησα να το σερβίρω έτοιμο , αλλά δεν…
    Κάντε εσείς το κατέβασμα από το ηλε-ράφι!
    https://kupdf.net/download/-_59c7d26b08bbc59a126872cb_pdf

  69. mitsos said

    Καλησπέρα
    @27 Leonikos :Η πανούκλα μεταδίδεται από τυς ψύλους των ποντικών και όχι από άτομο σε άτομο
    Αν και ο υπεύθευνος για την πανώλη βάκιλος παρασιτεί και σε μαύρους αρουραίους ( είναι και γι αυτούς παθογόνος , αυτοί αρρωσταίνουν και πεθαίνουν ) η μετάδοση της ασθένειας και στις τρεις μορφές της γίνεται και από άνθρωπο σε άνθρωπο ακόμα και μέσω σταγονιδίων .
    Αν κάνω λάθος πρέπει να γίνουν διορθώσεις σε όλες τις σχετικές αναφορές της βικιπαίδειας και όχι μόνο.
    Δες και αυτό :
    https://tinyurl.com/ydcl9dgc
    ……..
    @20 Εκτ’ος από τον «κακό αέρα» τον 14ο αιώνα είχαν αρκετή πέραση και οι Ιπποκράτιες θεωρίες περί 4 χυμών ( αίμα, μάυρη και λευκή χολή, φλέγμα ) καθώς και παραλλαγές αυτών των θεωριών… Ίσως άξιζε μια αναφορά και στον Κώο αν αποφασίσεις να το τελειώσεις.

  70. Pedis said

    Απορία: γιατί ο Νικοκύρης κι αλλοι σχολιαστές γράφουν Βοκκά*… με δύο κάππα (αν και στο εξώφυλλο των εκδ. «γράμματα» βλέπω μόνον ένα) και επιπλέον γιατί δεν λέμε

    Βοκάτσιος/Βοκάτσος/Μποκάτσιος/Μποκάτσος;

    Ποιος ευθύνεται για την δαρβινοποίηση του ονόματος του Μποκκάτσο;

  71. loukretia50 said

    «Ο ερωτικός Βοκκάκιος στη σύγχρονη Ελλάδα» – ‘Αννα Θέμου
    http://ejournals.lib.auth.gr/poliphilos/article/view/4436

    ————————————

    Από άλλη ιστορία
    How Liza Loved The King, 1890 Painting Edmund Blair

    ———————————————-

    Πέπε,
    μάλλον έχω χάσει επεισόδια,
    «πάλι τον καύκον έπιες πάλι τον νουν απώλεσας»

    Tόσο πολύ άλλαξε η έννοια? ή μήπως όχι?

  72. Μαρία said

    65
    Και μ’ αυτά και μ’ αυτά, φτάσαμε στον Κάφκα. Μια από τις 366 λέξεις που παρουσιάζονται στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι η λέξη καύκα. Καύκα και καύχα στα κυπριακά είναι η ερωμένη, και καύκος ο αγαπητικός. Παλιότερα η λέξη ακουγόταν και στον υπόλοιπο ελληνόφωνο χώρο: στις Κουκλοπαντρειές, ο Παπαδιαμάντης καταγράφει γυναικοκαβγάδες σε μια αυλή αθηναϊκού φτωχόσπιτου γύρω στο 1900: «να γκρεμοτσακιστεί γρήγορα, να φύγει απ’ εδώ αυτή κι ο καύκος της!». Ανάμεσα στ’ άλλα, στο βιβλίο γράφω και το εξής: Μπορεί να μην είναι αληθινό, αλλά απλώς ben trovato, λέγεται πάντως ότι στη δεκαετία του 1970, όταν έφτασαν από Ελλάδα στην Κύπρο αντίτυπα της Δίκης του Κάφκα που είχε παραγγείλει ένα βιβλιοπωλείο, ο τελωνειακός υπάλληλος απαγόρευσε την εισαγωγή διότι βλέποντας στο εξώφυλλο ΚΑΦΚΑ σκέφτηκε την καύκα και νόμισε ότι… είναι άσεμνο το περιεχόμενο!
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/12/10/kafka/

  73. loukretia50 said

    ώστε έτσι οι κουμπάροι! καυχησιάρηδες Καυκάσιοι ενίοτε κεκαυμένοι!

  74. Γιάννης Κουβάτσος said

    67: Ναι, καλά θυμάσαι. Κυκλοφόρησε σε 4τομη έκδοση.

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πε τον καύκο λόγια και τον άντρα μοιρολόγια (παροιμ.).

    Click to access arxeio_thrakikou_laografikou_glossikou_thisavrou_t10.pdf

  76. loukretia50 said

    Ο Κιλλάκτωρ ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής, γνωστός μόνο από επιγράμματά του.
    Τον συναντάμε στην Παλατινή Ανθολογία.

    https://www.openbook.gr/palatini-anthologia/

  77. sarant said

    76 Ηθοποιός που σκότωνε, Kill Actor

    70 Κανονικά Βοκάκιος, παλιά γράφανε Βοκκάκιος και κακώς το κράτησα.

  78. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Να θυμηθούμε και τη σπονδυλωτή ταινία του 1962 «Βοκκάκιος ΄70», με ιστορίες εμπνευσμένες από το «Δεκαήμερο», αλλά που διαδραματίζονται στην Ιταλία των 60s. Σκηνοθετημένες από τους Φεντερίκο Φελίνι, Βιττόριο Ντε Σίκα, Λουκίνο Βισκόντι και Μάριο Μονιτσέλι. Και με πρωταγωνίστριες τις –όντως γυναικάρες…- Σοφία Λόρεν, Ρόµυ Σνάιντερ, Ανίττα Έκµπεργκ. https://youtu.be/TBmP440Tu80

    74.
    Ευχαριστώ! Ο γνωστός …Έμενταλ δεν έχει πλησιάσει, λοιπόν, αρκετά… 🙂

    – Στο 67 μου: Πώς δεν θα έβγαιναν ‘φάτσα-κάρτα’ οι εικόνες, αλλά μόνο τα λίκνα (όπως το 1ο); Να μην άφηνα κενό και μεταξύ τους;

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Βλέπω ότι ο καύκος είχε την έννοια όπως λέμε σήμερα γκόμενος εκτός από κυριολεκτικά, μεταφορικά (πολύ ωραίος).
    Ο Έλπιος ο Ρωμαίος για τον προφήτη Ζαχαρία,
    σελ.136 “νέος, καύκος, εὐειδής, µειδιών καί χαρωπόν ἒχων τό πρόσωπον, παρά µικρόν ἰσόκουρος »

    Click to access %CE%94.%CE%94.%20-%20%CE%9C%CE%A0%CE%9F%CE%A1%CE%9C%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%94%CE%91%CE%9A%CE%97%20%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%CE%91.pdf

  80. Alexis said

    Πολύ καλό κείμενο και εξαιρετική γραφή!

    Για κάποιον περίεργο λόγο μου ήρθε στο μυαλό η σειρά ταινιών «Εντιμότατοι φίλοι μου» (Amici miei πρωτότυπος τίτλος) που διαδραματίζεται κι αυτή στη Φλωρεντία.
    Σε κάποια φάση έχει σκάσει το νέο ότι η γυναίκα ενός από τους πρωταγωνιστές του τα φοράει και οι υπόλοιποι της παρέας προσπαθούν να τον παρηγορήσουν. Συγχρόνως όμως δεν αντέχουν στον πειρασμό να μην του κάνουν καζούρα.
    Αυτός τους αναπτύσσει το σχέδιό του για να πιάσει την άπιστη στα πράσα.
    -Μπράβο φίλε μου! Πολύ έξυπνο! Είσαι πονηρός σαν ελάφι.
    -Μα το ελάφι είναι γρήγορο! Πονηρή είναι η αλεπού…
    -Ναι αλλά η αλεπού δεν έχει κέρατα!

  81. Pedis said

    # 77 – 70 Κανονικά Βοκάκιος, παλιά γράφανε Βοκκάκιος και κακώς το κράτησα.

    Οκέυ, μικρό το κακό.

    Καλά το βήτα στην αρχή του ονόματος, Β*, αντί για Μπ*, αλλά γιατί -κιος και όχι -τσιο(ς) ή ακόμη καλύτερα -τσο(ς);

    Ποιος (πριν από ν αιώνες(;)) είναι ο υπεύθυνος για την άσχετη (όπως, τουλάχιστον, μου φαίνεται … αν ήταν επιρροή από τα λατινικά θα ήταν κάτι σε -τίο, κορρέκτ;) μεταφορά του ονόματος στα ελληνικά;

  82. loukretia50 said

    77. Τώρα πια Κill Bill !

    ——————————————
    Καταπληκτικό άρθρο και νήμα Μόρτηδες και απόλοιμοι (μια συνεργασία του Spiridione).
    Πάρα πολύ ενδιαφέροντα σχόλια.

    ——————————————-
    Από την εισαγωγή της παλιάς έκδοσης στην Ανέμη, μια περιγραφή κατάλληλη για γραφείο συνοικεσίων !
    «Ο Βοκκάκιος είχε μορφήν ευάρεστον, αν και όχι πολύ κανονικήν. Είχε πρόσωπον στρογγύλον , ρίνα ολίγον συμπεπιεσμένην, χείλη παχέα αλλά ρόδινα, μικράν κοιλότητα εις την σιαγόνα καθιστώσαν το μειδίαμά του επαγωγόν. Οι οφθαλμοί του ήσαν ζωηροί και πλήρεις πυρός, η φυσιογνωμία του φαιδρά και χαρίεσσα, το δε ανάστημά του υψηλον και ολίγον τι παχύ. …»

    Να θεωρούνταν αρκετά καύκος?

  83. loukretia50 said

    81 …ακόμη καλύτερα -τσο(ς);

    «Βοκκάτσο » vuoi? Δε λέει!

  84. Γς said

    -cazzo δηλαδή;

  85. Μαρία said

    81
    > αν ήταν επιρροή από τα λατινικά θα ήταν κάτι σε -τίο, κορρέκτ;)
    Λάθος. Ο εκλατινισμένος είναι Boccaccius που εξελληνίζεται σε Βοκ(κ)άκ(κ)ιο. Στην ελληνική παράδοση προφοράς των λατινικών δεν τσιτακίζουμε.

  86. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    82 >>Να θεωρούνταν αρκετά καύκος?
    συνώνυμο του καύκου είναι μπέλλος. Σε άλλη εκδοχή του ριζίτικου λέει«τον μπέλλο μου είδα κυνηγό»

  87. Pedis said

    # 83 – Ποιος το λέει;

    Ο άλλος ας παραγγείλει μια πάστα cacio e pepe να τούρθουν καναδυό κατσόττι στη μάπα για να μάθει που το μυαλό του είναι εκεί κολλημένο.

  88. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μαρία,είσαι στεγνή; Κοσμοχαλασιά λέει στις Σέρρες, μεγάλες πλημμύρες… 😦

  89. Γς said

    83:

    >«Βοκκάτσο » vuoi?

    Ti piace?

  90. Μαρία said

    88
    Σήμερα στεγνή. Δεν μένω στις Σέρρες 🙂

  91. Pedis said

    # 85 – χρησιμοποιούνταν το διπλό c στα λατινικά; (ήρεμα ρωτάω).

    Πέρα από αυτό, γνωρίζεις ποιος την πρωτοέκανε την (δαρβινοειδή) κουτσουκέλα;

  92. kpitsonis said

    76 Σ’ ευχαριστώ Λουκρητία , μ’ ενδιαφέρει κυρίως το πότε έζησε . 77 Νίκο , ευτυχώς που κάνει ζέστη .

  93. Γς said

    87:

    spaghetti all’aragosta;

  94. Μαρία said

    91
    α.Φυσικά. Γιατί όχι; π.χ. bucca η μασέλα 🙂

    β. Αν εννοείς τον εκλατινισμό, ο ίδιος.

  95. Γς said

    25 φορές, μέχρι στιγμής, η Μπολόνια στο κείμενο.

    Κι έτοιμος είμαι να ξεπαγώσω κιμά.

    To σπαγγέτι μπολονέζ μου

  96. Pedis said

    # 94 – μερσί, αυτό μου διέφευγε. (Θα γραψω και σε γηγενεις κλασικάριους μήπως ξέρουν να μου πουν κάτι για την πρωτοιταλική προφορά.)

    β. Α, εννοεις ότι ο ίδιος το έκανε σε Iohannes Boccaccius. Δεν το ήξερα (Χρησιμοποίησε κι άλλα ονόματα για να υπογράφει https://www.academia.edu/26993778/Iohannes_de_Boccaccio_La_firma_dellautore).

    Να ρωτήσω, τωρα, αφού σε πετυχα 🙂 για ποιον λόγο το Β (μπί) το μεταγράφουμε ως βί/βου αφού στα λατινικά προφέρεται μπι;

  97. loukretia50 said

    Δεκαήμερο – 4η ημέρα ΄
    Ο Βοκάκιος απευθύνεται στις γυναίκες – Μετάφραση Κοσμά Πολίτη.
    Βοκάκιος https://youtu.be/gchCiZM5MQg Στοιχεία για την αγορά χαλκού- Γ πρόγραμμα

    Καληνύχτα!

  98. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    90. Που λέει ο λόγος 🙂
    Υπερχείλιση δυο ρεμάτων στην πόλη είναι φοβιστικό.

    και η ιστορία του ιππότη Φεντερίγκο ντέλι Αλμπερίγκι με το γεράκι

    https://www.lifo.gr/articles/book_articles/275297/ksanadiavazontas-to-dekaimero-toy-vokakioy

  99. Μαρία said

    96
    Για τον ίδιο λόγο που ο Μπαξεβάνης έγινε Βαξεβάνης κι ο Ντελής Δελής κι οι μπλούζες … βλούζαι.
    Τα δίψηφα μπ, ντ, κλπ δεν υπάρχουν στα αρχαία και γι’ αυτό θεωρούνται βαρβαρικά.

  100. Πέπε said

    Πέδη, ο βασικός λόγος που ο Βοκάκιος λέγεται Βοκάκιος στα ελληνικά είναι ότι δεν πήγαμε στην Ιταλία να τον μάθουμε, τον μάθαμε από τους πρώτους Έλληνες λογίους (δεν ξέρω ποιοι ήταν) που μίλησαν στα ελληνικά γι’ αυτόν.

    Τώρα, γιατί το b γίνεται β:

    Βασικά, επειδή γίνεται και το αντίστροφο. Παράδοση που ξεκίνησε στην κλασική Ρώμη, όπου στους εκλατινισμούς ελληνικών λέξεων τα β-γ-δ γίνονταν b-g-d επειδή, τότε, όντως έτσι προφέρονταν. Το ότι εφαρμόστηκε και αντίστροφα και μάλιστα πολλούς αιώνες αργότερα (με διαφορετική πλέον προφορά) μοιάζει σαν να στηρίζεται στην ιδέα ότι δεν υπάρχουν εκλατινισμένες ελληνικές και εξελληνισμένες λατινικές (ή ιταλικές, γαλλικές κλπ.) λέξεις αλλά απλώς παράλληλοι ελληνικοί και λατινικοί (και λατινογενών γλωσσών) τύποι, όπου είτε το βελάκι δείχνει έτσι είτε αλλιώς η αντιστοιχία γραμμάτων παραμένει η ίδια.

    Αυτή η λογική, είτε σε πείθει είτε όχι, επικράτησε για αιώνες.

    (Δεν είναι παράλογο να μη σε πείθει, αλλά δεν υπάρχει εναλλακτική που να μην έχει κι αυτή τα δικά της προβλήματα.)

  101. Pedis said

    # 99, 100 – Προσπαθώ να καταλάβω από περιέργεια (και μάλιστα ποτέ δεν μου κάθισαν καλά στο αυτί τα Δαρβίνος, Νεύτων, Γαλιλαίος, ο τελευταίος γραμμένος και με «αι» σαν να κατάγεται από τη Γαλιλαία) και ευχαριστώ για τον χρόνο σας.

    Αλλά δεν κατανοώ για ποιον λογο ακολουθούμε την αρχαία λατινική και όχι την ύστερη (εκκλησιαστική) προφορά του c δηλαδή εδώ και 1500 χρόνια, (όπως φαίνεται επίσης ότι θα πρόφερε το εκλατισμένο του όνομα ο Βοκάτσιους), ή προτιμούμε ως … πολύ φυσιολογική επιλογή την αρχαιοελληνική αισθητική για το Μπ -> Β που (θα) είναι σε αχρηστεία τα τελευταία 100*Ν (πείτε μου εσεις, αν γνωρίζετε, την τιμή του Ν) χρόνια κλπ.

    Συμβασεις είναι όλα αυτά, τιποτα το ουσιώδες (αφού κανείς πλέον δεν μιλάει λατινικά ή αρχ. ελληνικά για να θιχτεί αν δεν προφέρουμε σωστά τη γλώσσα του), αλλά έτσι για την κουβέντα.

  102. Πέπε said

    Γιατί η λόγϊα παράδοση είναι γραπτή, και αυτή τη δουλειά την κάνει με αντιστοιχίες γραμμάτων και όχι φθόγγων.

    (Οι αρχές βέβαια τέθηκαν σε φωνολογική βάση. Αλλά δες τι γίνεται με τα ορθογραφικά συστήματα όλων των γλωσσών που γνωρίζεις: κι εκεί οι αρχές τέθηκαν σε φωνολογική βάση, δηλαδή η γλώσσα αρχικά γράφηκε έτσι όπως προφερόταν, αλλά οι εξελίξεις στην προφορά, που γίνονται κατά ελάχιστα και ανεπαίσθητα βήματα μέρα με τη μέρα, δεν ακολουθήθηκαν από αλλαγές στην ορθογραφία που εκ των πραγμάτων γίνονται μόνο ορθά-κοφτά. Στα ελληνικά, κάποια στιγμή καταργήσαμε το η της υποτακτικής, αλλά μας πήρε αιώνες, και αφήσαμε ένα σωρό άλλα. Στα ιταλικά και τα ισπανικά κατήργησαν τα περισσότερα ομόηχα, αλλά το άφωνο h το κουβαλάνε ακόμη. Στα αγγλικά και κυρίως στα γαλλικά, απελπισία. Ακόμη και στα ρώσικα, που το αλφάβητο μεταρρυθμίστηκε πριν κάναν αιώνα, ή στα τούρκικα που πάλι τον ίδιο καιρό καθιερώθηκε εκ του μηδενός, υπάρχουν αντιφωνολογικές ορθογραφίες που διατηρούνται για λόγους ιστορικούς.)

    -Σόρι αν πω κοτσάνα, αλλά το όνομα Γκαλιλέο δε σημαίνει Γαλιλαίος εκ Γαλιλαίας;

  103. Pedis said

    # 102 – Galileo είναι βαφτιστικό όνομα στα Ιταλικά. Και δεν βλέπω κανένα λόγο να χρησιμοποιούνται τα ξένα ονόματα μεταφρασμένα. Ειδικά για το συγκεκριμένο που δεν είναι παραδοσιακό Ελληνικό βαφτιστικό (ή ήταν;) με το Γαλιλαίος έρχεται στο νου ο Ιησούς.

    To δικό «σου» φερειπειν είναι Πέπε, όχι Πέπες ούτε πολύ περισσότερο Σήφης (ξερωγώ) 🙂 .

    Στην περίπτωση, λοιπόν, του Γαλιλαίου αυτό ήταν το βαφτιστικό του κι όχι το επίθετο το οποίο αν θα έπρεπε να μεταγραφεί/φραστεί ντε και καλά θα ήταν Γαλιλαιίδης (μάλλον). Χάλια.

    Τέλος πάντων, κάποιοι είχαν την … τύχη τα ονόματά τους να εξελληνιστούν πλήρως, Θωμάς Ακινάτης, άλλοι, λ.χ. όπως οι Λεονάρδος Βινσίτης και Ιορδάνης Μελαχρινός, όχι.

    Οι Bernoulli ξέμειναν να προφέρονται με το Β το βάρβαρο 🙂 , οι Bacon μπήκαν, όμως, σε άλλη κλάση, ο Μιχαήλ Άγγελος εξελληνίστηκε κατά το ήμισυ αλλά του έμεινε το αρχικό «μπ» στο επίθετο όπως και του Bernini, οι διάφοροι Christian δεν κρίθηκε ότι άξιζαν να πάρουν στα Ελληνικά το (ανύπαρκτο κι αυτό) όνομα Χριστιανός κοκ. Ο Έγελος, όμως, για κάποιον λόγο υπέστη εκδίκηση από το νουνό του.

    Τι να σου πω, δεν βλέπω κάποιο νόημα σε όλο αυτό.

  104. Πέπε said

    @103

    Χριστιανός Χάνσεν

    Νομίζω ότι ανέκαθεν οι Γιάννηδες υπέγραφαν Iohannes, John, Jean, Giovanni κλπ. ανάλογα σε ποια γλώσσα μιλούσαν-έγραφαν. Το πασπαρτού Yannis είναι πολύ νεότερη ιδέα. Αν οι λέξεις Χριστιανός και Γαλιλαίος υπάρχουν μεν στα ελληνικά αλλά όχι ως κύρια ονόματα, τι να πει κανείς για τον Βιγκέσλαο λ.χ.; Κι ύστερα, δεν είναι εύκολο να πεις τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει: αν ανακαλύψεις το όνομα σε κάποιο αγιολόγιο, λ.χ.;

    Δεν έχω ακούσει ποτέ μου κανέναν Έλληνα να λέγεται Σεβαστιανός, αλλά το Sebastian είναι αναμφίβολα αυτή η λέξη. Το ότι σήμερα δε θα το μεταφράζαμε δεν είναι κάτι που μπορούμε αν το απαιτούμε από ανθρώπους άλλων αιώνων με άλλες συνήθειες.

    Το ξέρεις ότι γύρω στο 2006, ως δάσκαλος, βρήκα μαθητές Γυμνασίου που αυθόρμητα εξελήνιζαν τα ιταλικά επώνυμα (τύπου ο Μοντιλιάνης) γιατί δεν τους πήγαινε η γλώσσα να τα πούνε άκλιτα; Ε, κάποτε κανείς δεν είχε ακούσει άκλιτο όνομα σε ελληνική πρόταση.

  105. sarant said

    99-100 Και σε μη Ιταλών ονόματα, το Β (μπ) αποδόθηκε Β, Τυβίγγη, Βιττελσβάχοι,

  106. BLOG_OTI_NANAI said

    43: Η περιγραφή στο σχ. 37, (Αλεξιάδα Ι,12.3) αφορά τον Κων/νο Δούκα, που πέθανε σε νεαρή ηλικία, τον οποίο μάλιστα η Άννα είχε αρραβωνιαστεί στα γνωστά πλαίσια των παιδικών αρραβώνων με σκοπό την βασιλεία. Η περιγραφή του Νορμανδού, καθώς αναφέρει και το όνομα του, αφορά προφανώς τον ίδιο τον τον Ροβέρτο Γυισκάρδο (Αλεξιάδα Ι,10.4), που βέβαια, θα πρέπει να τον είδε όταν αυτός ήταν περίπου 60 ετών…

  107. Κιγκέρι said

    Από χτες γυρίζει στο μυαλό μου ένα σατιρικό ποιηματάκι για κάποιον πάτερ Ακάκιο που ριμάρει με τον Βοκάκκιο, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτε περισσότερο. Ξέρει μήπως κανένας άλλος;

  108. Γς said

    107:

    Ονούφριος;
    Δεν ριμάρει…

    https://caktos.blogspot.com/2015/06/blog-post_12.html

  109. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    69 (27) Μήτσο, ανοίγεις θέμα….

    Οι πιό πρόσφατες έρευνες επ΄ αυτού (2010, 2016, βλ. πιό κάτω) υποστηρίζουν την θεωρία της Βουβωνικής Πανώλης.
    Αλλά πάντως, δεν είναι και 100% βέβαιο πως επρόκειτο για πανούκλα (επομένως να μιά εξήγηση για τα «άφαντα» ποντίκια…), γενικά έχει χυθεί πολύ μελάνι επ΄αυτού.

    Στο βιβλίο του (2011) «The Black Death in London», ο αρχαιολόγος Barney Sloane (βλ. άρθρο της εφημερίδας που παραπέμπεις) το αναφέρει αυτό…

    …It is impossible for this author in this volume to attempt a full critical survey of all published theories on the Black Death and its character, but in order to provide the basis for any such argument, a summary of the different approaches and theories is necessary; it is hoped that the key elements of the various arguments have been acceptably precised here….

    There are a number of works which summarise the debates, including Theilmann and Cate, 2007, and especially Nutton 2008..

    Οι Theilmann and Cate (στο A plague of plagues: the problem of plague diagnosis in medieval England στο The Journal of Interdisciplinary History, ΜΙΤ, 2007, σελ. 371-393), αναφέρει πως οι απόψεις των Twigg, Scott και Duncan, Cohn, και άλλων αρνητών καταρρίπτονται συστηματικά από τις εργασίες του Ole J. Benedictow (2010).

    Πρόκειται για εργασίες/δημοσιεύσεις του Νορβηγού ιστορικού, που θεωρείται αυθεντία για πανδημίες στο μεσαίωνα, του Ole J. Benedictow, (2004), The Black Death 1346–1353: a complete history και (2010), What disease was plague? On the controversy over the microbiological identity of plague epidemics of the past

    Σχετικά αναφέρει και ο Bruce M. S. Campbell στο νεώτερο και γενικότερο για το θέμα βιβλίο του (2016) The Great Transition – Climate, Disease and Society in the Late-Medieval World

    H Monica H. Green έχει γράψει (2014) συγκεντρωτικά για το θέμα το «Pandemic disease in the Medieval World: Rethinking the Black Death» (προσφορά του υπογείου 🙂 )

  110. Κιγκέρι said

    Α, το βρήκα, Σουρής είναι βεβαίως βεβαίως!

    Μέσα στην Μονήν γυρίζω…
    τι γαλήνης ατμοσφαίρα!…
    τον Ακάκιον γνωρίζω,
    ευτραφέστατον πατέρα.

    Υψηλός και μαύρος μαύρος
    βγαίνει μέσ’ απ’ το κελί,
    έχει και λαιμό σαν ταύρος,
    έχει και πυκνό μαλλί.

    Όμως κάνει και λουτρά
    μες σ’ αρώματα και κρόκους,
    και μακάριος μετρά
    του κομπολογιού τους κόκκους.

    Πάντα χαβιαροσαλάτες
    θέλει για το δείπνο του,
    και καλόγριες αφράτες
    βλέπει και στον ύπνο του.

    Τίποτε να μη θυμάται,
    το ‘χει σκέψη κι έννοια του…
    τρώει , πίνει και κοιμάται
    κι ευλογεί τα γένια του.

    Πώς επάχυνε κι ετράφη
    ο πατήρ Ακάκιος…
    μοναχά που δε συγγράφει
    να γενεί Βοκάκιος.

    Ω! τον τρις ευλογημένο,
    τον πατέρ’ Ακάκιο
    να τον άφηναν λυμένο
    μέσα σ’ έν’ Αρσάκειο.

  111. Γιάννης Ιατρού said

    Κάτι δεν έκλεισε σωστά μετά τον σύνδεσμο
    A plague of plagues: the problem of plague diagnosis in medieval England στο The Journal of Interdisciplinary History….

  112. Alexis said

    #110: Ωραίο!!!
    (Έβαλα τρία θαυμαστικά, ελπίζω να μην εκληφθεί ως δείκτης αμορφωσιάς και κενότητας) 😆

  113. Pedis said

    # 104, 105 – Του ενός τού έχουν μεταφράσει τ’ όνομα, του άλλου όχι, τον άλλον τον έχουν πολιτοτογραφήσει Έλληνα με ονοματεπώνυμο, στον παράλλο το Β στ’ όνομά του μεταγράφεται βαρβαρικώς … ε, δεν υπάρχει σύστημα!

    Φοβάμαι ότι όπως ο απλός λαός σε όλες τις χωρες τους μετανάστες δεν μπορεί και δε θέλει να τους αποκαλεί με το όνομα που τους έδωσε η μαμά τους αλλά όπως τον βολεύει ή ακόμη χειρότερα, όπως νομίζει ότι είναι το απόλυτα σωστό, δηλαδή στη γλώσσα του, το ίδιο έγινε κι εδώ με τους διανοούμενους κι αυτό δεν είναι καθόλου ελληνικό φαινόμενο.

  114. Πέπε said

    113
    > > δεν υπάρχει σύστημα!

    Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Ό,τι και να κάνει κανείς, η Α γλώσσα είναι μια γλώσσα και η Β είναι μια άλλη γλώσσα. Οι λύσεις που προτιμώνται σήμερα επίσης καταλήγουν σε αδιέξοδα, βλ. πρόσφατες συζητήσεις για το πώς λένε στην πραγματικότητα διάφορους Ολλανδούς!

    Πάντως, ενώ βασικά έχεις δίκιο στην ένσταση ή έστω στην απορία σου για το b>β, η απολύτως ανάλογη τροπή d>δ είναι ελληνικότατη, όπως φαίνεται από διάφορα ιταλο(ενετο)γενή επώνυμα από Δα- και Δε-, από ενετογενείς λέξεις σε -ada / -άδα (βασικά, ακόμη κι από την ίδια την κατάληξη -άδα, ακόμη και στην πορτοκαλάδα) που απαντούν στην εντελώς φυσική λαϊκή γλώσσα, κλπ..

    Οπότε βλέπεις ότι η ίδια η γλώσσα δε σου επιτρέπει να έχεις σύστημα, αν το d>δ είναι εξίσου φυσικό για λογίους και για μούτσους κοντραμπατζήδικων αλλά το b>β μόνο για τους λογίους!

  115. Pedis said

    # 114 – Αφού λ.χ. υπάρχουν στη γλώσσα μας το μπ, το ντ, το γκ κοκ γιατί να τα αρνιόμαστε για μια υποτιθέμενη ευγενή μεγαλοπρέπεια στην ελληνική προφορά των ξένων ονομάτων;

    Επιπλέον, υποψιάζομαι ότι στο παρελθόν κάποιοι θα προσπάθησαν να πλασάρουν τα Δάλτων, Γάλτων όπως, Γλάδστων που ξέμεινε ενώ τα δύο πρώτα, ευτυχώς όχι.

    Ποιο το νόημα να χρησιμοποιούμε ακόμη τα πανάσχετα Νεύτων, Δαρβίνος και Καρτέσιος (πολύ μικρός νόμιζα ότι Ντεκάρτ και Καρτέσιος ήταν δύο διαφορετικοί φιλόσοφοι ενώ δεν ημουν βέβαιος ότι το Έγελος δεν ήταν το εξελληνισμένο ονομα του Ένγκελς) ενώ δεν λέμε, και σωστά, Λαμάρκιος, Λαπλάσιος, Λαγράνζιος, Βερνίνιος, Βουοναρότιος, Πικάσιος, Δαβίνσιος, Βρούνος, Οϋλέρος, Βερνούλιος, Ερμίτιος, Βανγόγιος, Βέρδης κοκ;

    Και τι γίνεται με τα πολύ γερμανικά ονόματα; Πώς εξελληνιζεται το Βάιερστρας μου λες; Και ο Γιόνχανσον φερειπείν αν χρειαστεί θα γίνει Ιωάννου (λέω τώρα); 🙂

  116. Μαρία said

    115
    Πω, πω γκρίνια. Αυτή ήταν η παλιά παράδοση. Μας κληροδότησε τον δαλτωνισμό και τα επίθετα εγελιανός και καρτεσιανός. Εσύ πώς τα λες τα καρτεσιανά γινόμενα, που μαθαίναμε στη θεωρία συνόλων; 🙂

  117. Αιμ said

    115. Ο Γιόχανσον Γιαννόπουλος βέβαια.

    Μην ξεχνάμε και τον Σιγμούνδιο Φρόυνδ, έχει εκδοθεί ως τέτοιος

  118. dryhammer said

    117. Σιγισμούνδος Φρόυδ, βεβαίως βεβαίως

  119. Αγγελος said

    Οι παλιομοδίτικοι εξελληνισμοί βόλευαν πολύ, ιδίως για την παραγωγή επιθέτων κλπ.: νευτώνεια μηχανική, καρτεσιανές συντεταγμένες, ευληριανά ολοκληρώματα, αβελιανές ομάδες, δαρβινισμός, δαλτωνισμός… Σαφώς «ιλβέρτειος χώρος» είναι πιο ελληνικό από «χώρος του Χίλμπερτ», πρβ. Hilbertscher Raum, Гильбертово пространство, και μας επιτρέπει να πούμε αβίαστα «ο ιλβέρτειος χώρος των συναρτήσεων οι οποίες…» — αλλά δεν ξέρω αν το λέει κανείς 😦

  120. ΣΠ said

    116
    Άλλωστε ο ίδιος ο Ντεκάρτ είχε εκλατινίσει το όνομά του σε Cartesius.

  121. Κιγκέρι said

    115, 119

    Στην Ανατομία να δεις τι γίνεται: υπάρχουν ιγμόρεια άντρα, ευσταχιανές σάλπιγγες, μαλπιγιανά σωμάτια, πακχιόνια βοθρία, βωμάνειος κάψα, αλλήρειος τρίπους, φαλλοπιανές σάλπιγγες και άλλα ακόμη, από το όνομα του ανατόμου που τα πρωτοπεριέγραψε

  122. Pedis said

    # 116 – Ένας λόγος παραπάνω: μια παράδοση που έχει τα κακά της τα χάλια και προκαλεί σύγχυση οφείλει να σταματήσει. Πάω στοίχημα ότι στα σχολικά βιβλία χρησιμοποιούνται ακόμη τα ονόματα Νεύτωνας και Δαρβίνος. Και καλά για τον δεύτερο δεν υπάρχει πρόβλημα επειδή είναι πρακτικά εκτός ύλης 🙂 και δε τον μαθαίνουν έτσ κι αλλιώς, ο πρώτος, όμως, όχι.

    Δεν υπάρχει κανένας λόγος να δικαιολογούνται και να συνεχίζονται οι χαζομάρες του παρελθόντος που επιμένουμε να τις ακολουθούμε. Όπως προσπεράστηκαν και ξεχάστηκαν πολλές άλλες (117 <- Σιγμούνδιος καλιώρα) να γίνει το ίδιο και με αυτές που έχουν απομείνει. Πού βλέπεις γκρίνια;

  123. Pedis said

    # 120 – Ε, τότε Καρτέσιους να φέρνει σε Λιθουανό.

  124. Pedis said

    #119 – ναι! ευληριανα ολοκληρώματα και ιλβέρτειος χώρος βοηθάνε πολύ τον έλληνα σπουδαστη να καταλάβει σε τι αναφέρεται …

  125. sarant said

    122 Να μας πει και κανένας καθηγητής αν λένε «νευτώνειος» και αν λένε Νεύτωνα ή Νιούτον στο σχολείο.

  126. Κιγκέρι said

    125:

    Εγώ μόλις ρώτησα δυο μαθητές που έχω πρόχειρους και μου είπαν ότι λένε «οι νόμοι του Νεύτωνα», αλλά τη δύναμη τη μετράνε σε Νιούτον.

  127. Χαρούλα said

    #116 Μαρία ν´αγιάσει το πληκτρολόγιο σου!

    #117 Μήπως τώρα αν επιβληθεί η σωστή εκφορά, δεν θα γίνει μεγαλύτερο μπέρδεμα; Ήδη οι νεώτεροι με τις επαφές, τις σπουδές, την μελέτη σε άλλες γλώσσες σιγά-σιγά εισάγουν την σωστή ανάγνωση των ονομάτων. Σε κάποια χρόνια θα γίνουν φυσιολογικά οι αλλαγές.

  128. Γιάννης Ιατρού said

    122 (125) Τις πίπες για τα τσιγάρα πάντως, παλιά, που ήταν μόδα, της ζητούσαν σαν πίπες Νιούτον, όχι τίποτα «νευτονικές» κλπ. 🙂

    Πολύ μπουμπουνιτό και βρόχα ante portas

  129. ΣΠ said

    Στην ρευστομηχανική τα newtonian fluids τα λένε νευτώνεια ρευστά.

  130. Μαρία said

    121
    Κι οι γεωπόνοι ξέρουν τον βορδιγάλειο πολτό απ’ το Μπορντό 🙂

  131. Pedis said

    # 126 – Εγώ μόλις ρώτησα δυο μαθητές που έχω πρόχειρους και μου είπαν ότι λένε «οι νόμοι του Νεύτωνα», αλλά τη δύναμη τη μετράνε σε Νιούτον.

    Ναι, έτσι τα μάθαμε. Σχιζοφρένεια!

    O Κουλόμπ για καλή του τύχη διατηρεί το ίδιο όνομα με τη μονάδα του.

    Κι ο Τζάουλ τη γλύτωσε, όπως και οι περισσότεροι. Σχετικά λίγοι είχαν την τιμή να τους περιποιηθούν οι πρόγονοι.

  132. nirevess said

    Δεν θα το έλεγα ότι στο τέλος της ημέρας η βασίλισσα ή ο βασιλιάς κάνει μια ανακεφαλαίωση. Δεν ισχύει.

  133. Πέπε said

    Όσο κι αν σήμερα η απόλυτα αδιαμφισβήτητη τάση είναι, όταν ένα ξένο όνομα πρωτομπαίνει για κάποιο λόγο στο λεξιλόγιό μας, να προσπαθούμε να το αποδώσουμε περίπου όπως προφέρεται, πραγματικά δεν είδα μέχρι τώρα ένα επιχείρημα γιατί θα έπρεπε να το εφαρμόσουμε αυτό αναδρομικά και σε όσα μπήκαν παλιότερα με εξελληνισμένη μορφή.

    Άμα είναι έτσι, να αποεξελληνίσουμε όλους τους Ρωμαίους και τους Εβραίους, και να γίνουν οι Γιάννηδες Γιοχαναάν (από το όνομα του αγίου) και οι Κωστήδες Κονσταν-τίνους (με χώρια το νι από το ταυ).

    Και γιατί μόνο τα ονόματα ανθρώπων; Και τους μήνες (Γιανουάριους, Φεμπρουάριους), και από μέρες το Σάμπαθ, και τα κοινά προσηγορικά όπως καφές, τσάι, μπριζόλα… Και τα τοπωνύμια, πού τα πας τα τοπωνύμια; Εντάξει, έχουμε ένα Καϊμακτσαλάν και καναδυό ακόμη παρόμοια, αλλά τι θα γίνει με όλα τα προελληνικά; Λυκαβηττός; Τι θα πει Λυκαβηττός;

    Όλα στην αυθεντική τους μορφή – αλλά, φυσικά, προσαρμοσμένη στα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και στην αντίστοιχη φωνολογία.

    Ένα ερώτημα είναι αν θα τα έχουμε άκλιτα ή θα τα κλίνουμε σύμφωνα με τη γραμματική της εκάστοτε αρχικής γλώσσας.

  134. Pedis said

    # 133 – Δεν είπαμε ότι είναι ανάγκη πάμε πίσω δυο-δέκα-είκοσι χιλιάδες χρόνια Πέπε, γιατί πρέπει να διορθώσουμε τις βλακείες που έκαναν κάποιοι πρόγονοι διανοούμενοι και άλλαξαν τα ονόματα διεθνών προσωπικοτήτων που βρίσκονται ακόμη στον δημόσιο παγκόσμιο καθημερινό λόγο και που τα καταμασκάρεψαν χωρίς λόγο και αιτία.

  135. Pedis said

    Πάλι, γιατί με έπιασε το αντιβαταλικό φλαγ:

    έγραφα: Και μην πει κανείς ότι έκανε σωστά ο Β/Μπάταλος που έγραφε Δόναλδ;!

  136. voulagx said

    Σιγα μην κανουμε τον Ρογήρο Ρότζερ. Ιστολόγιο του Ρογήρου και τα μυαλα στα καγκελα!!!!!

  137. Πέπε said

    Μα το λες αυτό, Πέδη, σάμπως να υπήρχε τρόπος να τ’ αφήσεις αμασκάρευτα! Τι λέγαμε τις προάλλες για τον Huyghens;

    Για δε το «χωρίς λόγο και αιτία»: δεν είναι ισχυρός λόγος το ότι μέσα σε μια παράδοση χιλιετιών δεν είχε εμφανιστεί σχεδόν κανένα όνομα, δεν πα’ να ‘ταν και κινέζικο, που να μην κλίνεται ελληνοπρεπώς;

    Για την ακρίβεια, για να μην υπερβάλλω με το «ούτε ένα μέσα σε χιλιετίες»: Στην παλαιά Διαθήκη των Ο’ και στην Καινή εμφανίζονται άκλιτα πολλά (όχι όλα όμως) εβραϊκά ονόματα. Αλλά και πάλι εξελληνισμένα ως ένα σημείο. Το χαρακτηριστικότερο κατά τη γνώμη μου είναι το όνομα Ιησούς που ναι μεν εξελληνίστηκε, και κλιτικά, αλλά αδυνατεί να σχηματίσει μια δοτική της προκοπής. Και πάλι, αφού «έπρεπε» να βάλουν δοτική, την έβαλαν (τω Ιησού), κι ας ήταν πρωτοφανής.

    Όπως σημείωσα παραπάνω, αυτό το φαινόμενο (το να μη χωράει στο μυαλό κάποιου ομιλητή ότι ένα όνομα μπορεί να μην κλίνεται) το συνάτησα ζωντανό σε νεαρά παιδιά προ 15 ετών.

    Κακώς το παρουσιάζεις λες και μέσα σ’ ένα γλωσσικό περιβάλλον τύπου «ο Άιζακ Νιούτον έτσι, ο Άιζακ Νιούτον αλλιώς» καποιανού ξαφνικά του σφύριξε να επιβάλει σ’ όλους «τέρμα τα Άιζακ Νιούτον και οι βαρβαρισμοί, από σήμερα όλοι Ισαάκ Νεύτων». Το να διαβάζεις/ακούς Newton στα αγγλικά και να λες/γράφεις Νεύτων στα ελληνικά ήταν τότε τόσο φυσικό όσο, σήμερα, να εξισώνεις το s με το sh και το ea με το i στα αγγλικά ονόματα.

    Τέλος:

    Αν πάμε πίσω όχι δυο-δέκα-είκοσι χιλιάδες χρόνια αλλά λιγότερο, πού ακριβώς είναι το όριο; Προφανώς όχι στο πόσο επίκαιρα είναι τα ονόματα, γιατί και ο Ιησούς, όπως και ο Λυκαβηττός, εξίσου παρόντες είναι στον δημόσιο λόγο (ο Ιησούς πιο διεθνής από τον Λυκαβηττό βέβαια).

  138. sarant said

    135 Ναι, σε έπιασε η βαταλοπαγίδα.

    Είχε κάνει κι ένα τεστ ο Νεοκίντ, δεν ξέρω γιατί.

  139. Pedis said

    Δεν σου δίνω άδικο ούτε είμαι μαξιμαλιστής.

    Δηλώνω, όμως, ότι ποσώς με νοιάζει τι έκαναν οι θεολόγοι με τα ονόματα της δουλειάς τους και τι δυσκολίες (μπορεί να νομίζαν ότι) βρήκαν και πώς τις ξεπέρασαν. 🙂

    Εδώ έχουμε καραμπινάτες περιπτώσεις ξένων ονομάτων επιστημόνων των προηγούμενων δύο-τριών αιώνων, περιπτώσεις σχετικά εύκολες στη μεταγραφή τους στα ελληνικά, που κάποιοι, από διαστροφή πολιτογράφησης ή δεν ξέρω τι, τους έβγαλαν τα μάτια.

    Επίσης, δεν βλέπω καμιά ανάγκη να κλίνονται τα ξένα ονόματα.

    Ευτυχώς που ο Αινστάιν δεν ήταν σύγχρονος του Γαλιλαίου διότι μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα του μετέφραζαν το όνομα …

  140. Pedis said

    # 139 -> 137

    Και στο τέλος-τέλος, Πέπε, οι θεολόγοι θα μπορουσαν να μην έχουν μπλεξει με την εβραική μυθολογία (και κατά συνέπεια με την εβραική γλώσσα) και τις αιρέσεις του Ιουδαισμού πριν από δύο χιλ. χρόνια, να έχουν κρατήσει την αρχαιοελληνική μυθολογία και να έχουν διατηρήσει έτσι, δικαίως, και την τρισχιλιετή παράδοση στην ελληνόφωνη θεολογία.

  141. Πέπε said

    Αυτό, το να το θεωρείς διαστροφή, είναι αναχρονισμός. Την εποχή που αυτό γινόταν από όλους (τότε και πάντα μέχρι τότε), διαστροφή θα ήταν να μην τα εξελληνίσεις.

    > > Επίσης, δεν βλέπω καμιά ανάγκη να κλίνονται τα ξένα ονόματα.

    Ναι, φυσικά. Έχεις ζήσει με άκλιτες λέξεις (ονόματα και μη) και ξέρεις ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Εκείνους τούς ρωτάς αν είχαν δει ποτέ τέτοιο πράγμα;

    Σήμερα έχουμε άκλιτα κύρια ονόματα, άκλιτα ουσιαστικά, και (πιο πρόσφατα μάλλον) και άκλιτα επίθετα, π.χ. λαρτζ. Άκλιτα ρήματα όμως όχι, αυτό είναι αδιανόητο. Αν μελλοντικά γίνει κι αυτό το άνοιγμα, και αρχίσει ο κόσμος να λέει «δε χρειάζεται να το κόπι μόνος σου, θα σου το πριντ εγώ», φαντάζεσαι πώς θα τους φαίνεται ότι εμείς, παλιά το 2020, επιμέναμε ελληνοκεντρικά να λέμε «σκανάρω» και «ποστάρω» και μάλιστα συζητούσαμε και αν είναι καλύτερο το γκουγκλάρω από το γκουγκλίζω;

  142. Κουτρούφι said

    #115. Λαπλάσιος: Ο αρχιδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος ο Αιγύπτιος, στο «Φυσική Πειραματική», Βιέννη (της Αούστριας), 1812, λέει Λαπλάκιος.
    Αναφέρει επίσης τον Λαυοϊσιήρο που πρέπει να είναι ο Lavoisier (Λαβουαζιέ στα νεοελληνικά).
    Έχει και άλλα πολλά τέτοια

  143. Pedis said

    # 141 – Με ενδιαφέρουν αυτά που γράφεις:

    Αυτό, το να το θεωρείς διαστροφή, είναι αναχρονισμός. Την εποχή που αυτό γινόταν από όλους (τότε και πάντα μέχρι τότε), διαστροφή θα ήταν να μην τα εξελληνίσεις.

    Είναι βέβαιον αυτο;

    Θέλω να πω δεν είχε η ελlηνική διανόηση του εσωτερικού ή του εξωτερικού ξενικές πολιτιστικές επιδράσεις, από τα γαλλικά να πούμε, που τις μετέφεραν ατόφιες στις ελληνικές φράσεις;

    Για το επόμενο που γράφεις: αν είχαν την ανάγκη να εξελληνίσουν τα ονόματα για να τα χρησιμοποιήσουν, πώς και τη γλύτωσαν τα πιο πολλά και την πάτησαν μόνον όσα μπορουσαν από τυχη να μοιάσουν με το απαραίτητο μασκάρεμα σε ελληνικά ονόματα;

    Υπήρξε λ.χ. εξελληνισμός των ονομάτων Leibnitz, Hook, Wallis, Maupertuis, Lavoisier, Spinoza, Hume, Locke, Mendeleev, Lamarck …;

    Δεν πάω στους συνθέτες και στους καλλιτέχνες γενικά επειδή, μάλλον, εκτός από κάνα Χάυδν, η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν πρέπει να απασχόλησε την ελληνική διανόηση τον καιρό που αυτή βάπτιζε (ή μου διαφευγει κάτι εδώ;), επιλεκτικά βέβαια, τους ευρωπαίους με ελληνικά ονόματα.

  144. Pedis said

    # 142 – χαχα! Ε πώς να πιάσουν;!

  145. Πέπε said

    @143

    > > Είναι βέβαιον αυτο;

    Όχι, υπόθεση είναι.

    Κάθομαι και σκέφτομαι: για να το κάνανε, κάποιο λόγο θα είχαν (άσχετα αν για μας σήμερα δεν είναι πειστικός λόγος). Και πιθανολογώ ποιος μπορεί να είναι αυτός.

    Πρέπει να πω ότι δεν έχω υπόψη μου ποια εποχή έδωσε περισσότερους επιστήμονες (ποιητές κλπ.) που να εξελληνίστικαν τα ονόματά τους και ποια λιγότερους, ούτε πότε πρωτοάρχισε να γίνεται λόγος στην ελληνική βιβλιογραφία για τον καθένα, ούτε πότε άρχισε να εμφφανίζεται η σημερινή τάση για απείραχτα ονόματα – γενικώς δεν το ‘χω ψάξει (και δεν το ‘χω και στις άμεσες εκκρεμότητες να το ψάξω).

    Σίγουρα όμως υπήρξε κάποια φάση όπου η κλίση της παλάντζας άρχισε ν’ αλλάζει. Ο Λεϊβνίτιος λ.χ. είναι αρκετά γνωστός, αλλά μόνο ως ανέκδοτο, ενώ όποιος θέλει να μιλήσει γι’ αυτόν στα σοβαρά θα τον πει Λάιμπνιτς, άρα όταν τον πρωτοείπαν Λεϊβνίτιο θα είχε αρχίσει να παρέρχεται αυτή η μόδα, αλλά δεν είχε χαθεί και τελείως.

    Πάντως κι εγώ, όταν συστήνομαι σε ξένους, λέω το όνομά μου όπως είναι στη γλώσσα που μιλάμε (π.χ. αγγλικά). Μου ξύνει τ’ αφτιά να το ακούω στην ελληνική του μορφή με αγγλική προφορά και χωρίς κλητική, και δε βλέπω κανένα λόγο να το υποστώ αυτό όταν υπάρχει καλύτερη λύση. Όσο για το «χ» στο επώνυμό μου, που ανέκαθεν το μετέγραφα ch, είχα την απίθανη τύχη, ποιος ξέρει από ποιο λάθος του συστήματος, να μου το κάνουν στη νέα δίγλωσση ταυτότητα έτσι όπως το έκανα κι από μόνος μου (νομίζω το στάνταρ είναι χ>x, όπως στα γκρίκλις).

  146. Μαρία said

    143
    >Υπήρξε λ.χ. εξελληνισμός των ονομάτων Leibnitz
    Έπεσες στην περίπτωση. Κάθε λυκόπουλο που σέβεται τον εαυτό του γνωρίζει τον Λεϊβνίτιο και το τρίλημμά του.

  147. Αγγελος said

    (121) και ρολάνδειος αύλαξ, και δουγλάσειος χώρος, και βαρθολίνειοι αδένες, και πλείστα όσα παρόμοια. Τα περισσότερα τα ξέρουν μόνο οι γιατροί, αλλά τα ιγμόρεια και την ιγμορίτιδα τα ξέρει και η κουτσή Μαριώ, χωρίς να υποπτεύεται βέβαια την ετυμολογία τους, οι δε ηλικιωμένοι έχουν ακούσει και το δάγγειο πυρετό. Ωραίες λέξεις, πλήρως ενταγμένες στην ελληνική γλώσσα — πράγμα που δεν θα έλεγα π.χ. για τα νησίδια του Langerhans 🙂
    Κοντά σ’αυτά αναδύονται από το βυθό της μνήμης μου (νεανικά διαβάσματα χημείας) το φελίγγειον υγρόν και η βούλφειος συσκευή… Εχουνε μια χάρη, πώς να το κάνουμε. Σε άλλες εποχές, ο Lieven αυτοβαπτιζόταν Έρασμος, ο Hausschein Οικολαμπάδιος, ο Schwarzerd Μελάγχθων και ο Trapassi Ματαστάσιος!

  148. Πέπε said

    Λοιπόν, εδώ σε θέλω:

    Έγραψα «ο Λεϊβνίτιος είναι αρκετά γνωστός», και μετά αναρωτήθηκα πόσο ακριβώς γνωστός είναι, και τον γκούγκλαρα. Ένα από τα πρώτα ευρήματα (από σύγχρονο κείμενο, όχι εποχής) λέει:

    > > Oct 17, 2013 – Ο Λεϊβνίτιος (Λάϊπνιτς) έλεγε:

    Δε σ’ αρεσε ο Λεϊβνίτιος επειδή δεν καταλαβαίνουμε ποιος είναι; Φάε Λάϊπνιτς, με τα διαλυτικά δώρο. 🙂

    (γκούγκλαρέ το και μόνος σου, είναι κι από τα σάιτ που θα σ’ αρέσουν)

  149. Αγγελος said

    Όχι, Πέπε, δεν είναι τύχη. Το χ μεταγράφεται ch σύμφωνα με το σχετικό Πρότυπο του ΕΛΟΤ.

  150. Pedis said

    # 146 – Σιιιγά! Πρώτη φορά μου φαίνεται ότι τον βλέπω … ντάξει δεν θάλεγα ότι μου έχουν πέσει στα χέρια μου βιβλια φιλοσοφίας βιντατζ στα ελληνικά αλλά δεν νομίζω τα σύγχρονα βιβλία απ’ όσο παρακολουθώ την ελληνική εκδοτική κίνηση να περιέχουν τέτοια καραγκιοζιλίκια! Με το συμπαθειο, αλλά πρόκειται για ξεφτίλα καραγκιοζιλίκια!

    Τώρα με αυτά πάτε να με πείσετε να κρατήσω τον Εγελο κα τον Νεύτωνα, να μην παραπονιέμαι και νάμαι κι ευγνώμων …

  151. Pedis said

    Βρε πώς την γλύτωσαν οι μετέπειτα από τους καραγκιοζοπαίχτες που η μόδα τους ευτυχώς πέρασε … θα είχαμε να κάνουμε με ονόματα όπως Εισλίθιος, Οουαμβέργιος, Διράκιος, Βόρος, Χαϊζεμβέργιος …

  152. Πέπε said

    @150

    Αν τον πετύχαινες σε σύγχρονο βιβλίο, θα ήταν όντως καραγκιοζιλίκι. Όχι όμως επειδή δεν είναι «Λεϊβνίτιος» το σωστό του όνομα στα γερμανικά, αλλά γιατί δεν είναι στα ελληνικά! (Τον καιρό που μάλλον παιζόταν ακόμη πώς θα τον πούμε στα ελληνκά, το Λεϊβνίτιος παίζει να μην ήταν καθόλου καραγκιοζιλίκι αλλά απεναντίας το προφανές.)

    Καραγκιοζιλίκι όμως θα ήταν και το «Ζιλ Βερν». Εκτός αν είχε καθιερωθεί από την αρχή έτσι.

    Όσο για το Νιούτον, δεν είναι καραγκιοζιλίκι αλλά είναι λίγο κακόγουστο πάντως αν το δει κανείς σε ελληνικό κείμενο. Ότι δηλαδή ξέρει ο άλλος το όνομα στα αγγλικά; Ντάξει, κι εμείς πήραμε Λόουερ, μπορούμε τώρα να μιλήσουμε για φυσική;

    (Προφανώς δεν προβάλλω την αξίωση να συμφωνεί ο καθένας άνευ όρων με αυτό το τελευταίο. Είναι η υποκειμενική μου άποψη, όπως έχει διαμορφωθεί από τις εμπειρίες μου, στις οπίες δεν περιλαμβάνεται ούτε το ελάχιστο ανάγνωσμα φυσικής μετά το Λύκειο. Και γι’ αυτό ακριβώς το λέω: ως ως δείγμα του πόσο υπκειμενικά, και εξαρτώμενα από του καθενός τις εμπειρίες, είναι αυτά.)

  153. Pedis said

    # 152 – Ντάξει τα ειπαμε όλα.

    Μόνον ένα τελευταίο:

    Όσο για το Νιούτον, δεν είναι καραγκιοζιλίκι αλλά είναι λίγο κακόγουστο πάντως αν το δει κανείς σε ελληνικό κείμενο.

    Τα ονόματα Κουλόμπ, Νταλαμπέρ, Μπιοτ-Σαβάρτ, Ρολ, Λέντζ, Λόρεντζ, Αβογκάντρο σου ακούγονται όμορφα ελληνικά και μόνον ο Νιούτον σου κτυπάει κάπως στ’ αυτί; 🙂

  154. Πέπε said

    Ε μα ναι, αφού εξήγησα: τον ένα τον ξέρω ως «αυτόν που όλοι τον λένε Νεύτωνα», τον άλλο ως «αυτόν που όλοι τον λένε Ντ’ Αλαμπέρ κλπ.». Αν ήμουν κάποιος άλλος άνθρωπος κάποιας άλλης εποχής με άλλες προσλαμβάνουσες θα είχα πιθανότατα άλλη άποψη.

    Δεν ισχύει το ίδιο για τις δικές σου απόψεις;

  155. Πέπε said

    Συμπλ.

    Δεν είπα «στο αφτί». Κακόγουστη βρίσκω την επιλογή να πει κανείς «όχι Νεύτωνας που το έχετε αλλιώσει στα ελληνικά, Νιούτον που είναι το σωστό». Διότι βέβαια, όταν όλοι λένε Νεύτωνας και κάποιος αποφασίζει να πει Νιούτον, υπονοείται όλη αυτή η δασκαλίστικη διόρθωση. Αυτό μ’ ενοχλεί, όχι η ακουστική του ονόματος ή ότι δεν κλίνεται.

  156. Μαρία said

    153
    Ρε συ, αυτή η συζήτηση, που την κάναμε επανειλημμένα, δεν οδηγεί πουθενά. Είναι καλή μόνο, για να κάνουμε την πλάκα μας. Οι Γάλλοι π.χ. δεν αλλάζουν βέβαια την ορθογραφία αλλά, όταν προφέρουν ονόματα μη γαλλόφωνων, τους αλλάζουν τα φώτα. Τους προφέρουν όλους σαν να ήτανε Γάλλοι π.χ. Φρεντ με κλειστό ε είναι ο Φρόιντ.

  157. Pedis said

    # 154 – Τώρα, σ’ έχασα. (δεν πειράζει …)

  158. Pedis said

    # 156 – Οι λατινογράμματοι έχουν πλεονέκτημα στη γραφή σε σχέση με μας. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ειναι να προσεγγίσουμε στον γραπτό λόγο όσο είναι δυνατό την προφορά του ξένου ονόματος. Τουλάχιστον να μην του αλλάζουμε τον αδόξαστο από καπρίτσιο ή από σύμπλεγμα κατωτερότητας-ανωτερότητας.

    Έπειτα στην προφορά ο κάθενας συμπεριφέρεται όπως τον έχει προικισει η γλώσσα του και οι γνωσεις του. Μα ακόμη και μεταξύ ομόγλωσσων η προφορά των λέξεων της γλώσσας τους διαφέρει λίγο, πολύ ή πάρα πολύ. Και τι μ’ αυτό; Δεν καταλαβαίνω. Θα δικαιολογούνταν να γράφουν όπως τους γουστάρει;

    # 155 – Για μένα δεν υπάρχει δασκαλίστικη διόρθωση. Το ένα προσεγγίζει το ορθό το άλλο είναι για τα πανηγύρια. Κι όπως παρατήρησε εύστοχα και μας θύμισε ο Κιγκέρι παραπάνω ο επιστήμων είναι Νεύτων και η μονάδα προς τιμή του είναι Νιούτον. Τέλος πάντων.

  159. dryhammer said

    139. Δεν θα πω τον Αϊνστάιν μονόπετρο, ακόμα κι αν με δέσουν πάνω σε δαχτυλίδι.

  160. voulagx said

    #159: Πες τον Μονόλιθο. Πχ. ο ογκόλιθος της επιστήμης κ.Μονόλιθος…

  161. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Ε ρε Θεόδωρος Πρωκτόλιθος στην Τριπολιτσά που σας χρειάζεται, τσόγλανοι…😜

  162. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    @156. Καὶ ποῦ ν᾿ ἀκούσεις κάτι Ρενάουλτ καὶ Πεουχεότ ἀπὸ τοὺς Ἱσπανούς. 🙂

    @159. Ὁ Ἡρόδοτος, πάντως, θὰ τὸν ἔλεγε Μουνόλιθο. 😉

  163. dryhammer said

    160. Πολύ δογματικός μου ακούγεται αυτός…

    162 (159). Η νέα γενιά «δεν προυφέρει καλά του ου»

  164. Νέο Kid said

    Ντ’αλαμπέρ δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο Ντ’αλμπέρ. Για τους Γερμανούς δε, υπάρχει μόνο Ντάλαμπερτ. … Σε λίγο θα μας υποδειχθεί ως καραγκιοζιλίκι το ότι λέμε τη μονάδα ισχύος Βατ κι όχι Γουάτ! Ή μήπως Ουάτ; …

    Νεύτων και Οϋλέριος για πάντα!

  165. Νέο Kid said

    Άσε δε που ο Νεύτωνας ήταν ένας και μοναδικός. Ενώ ο Νιούτον τράβαγε και φωτογραφίες…

  166. dryhammer said

    Ο Νέφτωνας είναι Έλληνας!!!

    https://lh3.googleusercontent.com/proxy/mO4QN63RQdE9j38Zhg79MJ31ORf5Lg5VGxCXY-c1wr3N1tWm-e5DZXJCfS2Xtl-fCfsUKOEqhbW6PT415gxnGj638mfg5CrTWlq60IwHvdbJ_rlmAQzoJHPx

  167. Αγγελος said

    Ντ´Αλαμπέρ, Νταλαμπέρ, ντ´Αλαμπέρ, όπως θέλετε, αλλά από πού κι ως πού Ντ´αλμπέρ (164); Και μετά συγχωρήσεως, και το Τζάουλ λάθος είναι: Τζούλ ήταν ο άνθρωπος! Αντιθέτως, το Δαλεμβέρτιος, που είμαι σίγουρος ότι αν ψάξουμε λίγο, θα το βρούμε σε κείμενα του 18ου αιώνα, δεν είναι λάθος, είναι απλώς παρωχημένο.

  168. Γιάννης Ιατρού said

    162β: 😂😂😂👍 άμα μελετάς τις αρχαίες διαλέκτους…

  169. Pedis said

    Αντισημιτικό σχόλιο;

    Καλά, πρόκειται για ένα ακόμη άριστο στέλεχος της δεξιάς ελληνικής πολιτικής και της διανόησης … Αναμενόμενο.

    Πείτε μου ότι το τουί είναι πειραγμένο, τουλάχιστον.

  170. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    166 Αντιθέτως ο Ντ’ Αλαμπέρ ήταν Τούρκος έμπορος από τη Βέρροια. Αλής Βερροίσιος με τ’ όνομα. Όταν μετανάστευσε για νταραβέρι στην Εσπερία το εκλατίνισε σε Δαλαβέριος.

  171. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    169 Γιατί να είναι πειραγμένο δλδ?
    https://www.documentonews.gr/article/to-sokaristiko-keimeno-ths-miranta-xafa-kai-h-parapoihsh-toy-aiswpoy

  172. Pedis said

    # 171 – Μωρέ έχω καταλάβει ότι ειναι σπίρτο κι αυτό το ηγετικό στέλεχος της χώρας μας, αλλά είμαι αισιόδοξος άνθρωπος …

  173. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    172 Δεν είσαι αισιόδοξος. Κακόπιστος, μίζερος και γκρινιάρης είσαι. Κικίλια σου δίνουνε, δε σου κάνει. Άδωνη, το ίδιο. Κεραμέως, Ξαφά, Μπάμπης, τίποτα. Μα τι θες τελοσπάντων?

  174. Πέπε said

    @157:
    > > #154 – Τώρα, σ’ έχασα. (δεν πειράζει …)

    Είπα, πολύ απλά, ότι έτσι νομίζεις επειδή έτσι νομίζεις κι όχι επειδή έτσι είναι. Το ίδιο κι εγώ. Το ίδιο και άλλοι άνθρωποι σε άλλες εποχές.

    Δεν υπάρχει αντικειμενκά σωστός τρόπος, αδιάβλητος, να αποδώσεις ένα μη ελληνικό όνμα στα ελληνικά. Υπάρχει μόνο ο τρόπος που υποκειμενικά θεωρεί ο καθένας καλύτερον, και μετά υπάρχουν και τα επιχειρήματα υπέρ και κατά του κάθε τρόπου.

    Και προφανώς, τα επιχειρήματα υπέρ του τρόπου που υποστηρίζω θα τα θεωρήσω ισχυρότερα από τα επιχειρήματα υπέρ ενός άλλου τρόπου (γιατί αλλιώς θα υποστήριζα τον άλλο τρόπο), και αυτό ακριβώς κάνεις κι εσύ.

  175. Pedis said

    # 174 – Διαφωνώ. Δες στο 158 να μην επαναλαμβάνομαι.

  176. voulagx said

    #170: Στοδγιαλοχτηνε, εσυ που ξερεις τα πολλα, για πες μας πώς ο Dryhammer έγινε ελληνιστί Ξεροσφύρης.

  177. dryhammer said

    On behalf of «Gotohellbeast» the complete story:

    During my last visit in Yggdrasilland, my Hummer suddenly stopped. It didn’t take long to estimate that the radiator run out of coolant. To my desperation, a Dinosaur passed by and asked: “Do Hummers get dry?” Not wanted to be understood I answered in Greek “Στο δγιάλο χτήνος”. He went away, by not so far as I wanted him to stay, because when he saw me banging the car with “matrakas” (a specialists’ tool) he laughed in Greek: “Ξεροσφύρι” and finally left me alone.

  178. Γιάννης Ιατρού said

    177: καλά που δεν σ΄έβγαλε «χλωρό κλαρί» … 🙂 🙂

  179. Πέπε said

    @175:

    Ναι, το είχα δει. Και σ’ αυτό απαντούσα. Δε μιλάει για γεγονότα το σχόλιό σου, για κρίσεις μιλάει.

    Απ’ όσο έχω υπόψη μου, στα ρώσικα τα ξένα ονόματα όχι απλώς μεταγράφονται στο κυριλλικό αλφάβητο (με μοιραίες συνέπειες για την προφορά τους, h > Γ [g]), αλλά κλίνονται κιόλας κατά τη ρωσική γραμματική. Αν θυμάμαι καλά, η ονομαστική μπορεί να λήγει σε οποιοδήποτε γράμμα, άρα το να μην της προσθέτουν έξτρα ρώσικες καταλήξεις (όπως εμείς -ος, -ιος κλπ.) δεν είναι ένδειξη ότι δε θέλουν να την πειράξουν αλλά απλώς ότι δε χρειάζεται.

    Οι άλλες σλάβικες γλώσσες δεν ξέρω τι κάνουν. Οι Τούρκοι νομίζω ότι κι αυτοί κλίνουν τα ξένα ονόματα.

    Μέχρι στιγμής δεν είχε αναφερθεί στη συζήτηση καμία γλώσσα με πτώσεις συγκρίσιμες με της ελληνικής, επομένως σύγκριση δεν μπορούσε να γίνει. Αν υπάρξει ενδιαφέρον και δυνατότητα να γίνει κάπως εκτενής σύγκριση, υποψιάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα είναι ότι εμείς, με το να μην εξελληνίζουμε πια τα ξένα ονόματα, είμαστε οι περίεργοι.

  180. Πέπε said

    @179 τέλος:

    Έκανα ένα πρόχειρο πείραμα. Κοίταξα τα λήμματα Λένον (των Μπιτλς), Καζαντζάκης, Χατζιδάκις, Ντεκάρτ και Λάιμπνιτς στη Βικιπαίδεια. Περίμενα ότι αν όχι οι πρώτοι, τουλάχιστον ο Ντεκάρτ και ο Λάιμπνιτς θα είχαν άρθρο στις βικιπαίδειες δεκάδων γλωσσών, αλλά περιέργως δε μαζεύονται πάνω από καμιά δεκαριά γλώσσες. Τσέκαρα λοιπόν και, όσο μπορώ να κρίνω από γλώσσες που δε γνωρίζω (ρώσικα, βουλγάρικα, μακεδονικά, κινέζικα, τούρκικα – νομίζω αυτές) φαίνεται να επιβεβαιώνομαι.

  181. ΣΠ said

    Οι Σέρβοι και οι Κροάτες, ενώ έχουν ουσιαστικά την ίδια γλώσσα, αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο τα ξένα ονόματα. Οι Κροάτες τα διατηρούν ως έχουν, π.χ. Einstein, ενώ οι Σέρβοι τα γράφουν όπως προφέρονται, π.χ. Ajnštajn ή Ајнштајн στο κυριλλικό.

  182. Πέπε said

    Και απ’ ό,τι καταλαβαίνω μάλλον τα κλίνουν. Στο κροάτικο λήμμα Αινστάιν της βικιπαίδειας βρίσκω τύπους Einsteinu, Einsteinov, Einsteinovo, Einsteinovog κλπ., και στο σέρβικο ανάλογα. Βέβαια δεν ξέρω μήπως μερικά από αυτά δεν είναι πτώσεις αλλά παράγωγες λέξεις (αϊνσταΐνειος κλπ.), κάποια όμως θα πρέπει να είναι πτώσεις.

    https://hr.wikipedia.org/wiki/Albert_Einstein
    https://sr.wikipedia.org/wiki/%D0%90%D0%BB%D0%B1%D0%B5%D1%80%D1%82_%D0%90%D1%98%D0%BD%D1%88%D1%82%D0%B0%D1%98%D0%BD

    Παρόμοια είχα δει και στα άλλα που κοίταξα.

    (Τι έχει πάθει η στήλη «Άλλες γλώσσες» στη βικιπαίδεια; Στο σέρβικο λήμμα δεν εμφανίζει το κροάτικο, ούτε στο κροάτικο το σέρβικο, ενώ υπάρχουν! Και στα δύο εμφανίζει μόνο σκάρτες καμιά δεκαριά γλώσσες, περίπου τις ίδιες που είχα δει και στην προηγούμενη αναζήτηση #180, σαν αν είναι οι μόνες στις οποίες υπάρχει λήμμα βικιπαίδειας για τον αφανή αυτό κύριο.)

  183. Pedis said

    # 179 – Πέπε, τάπαμε και τα ξανάπαμε: ειναι απλό αυτό που λέω, γιατί δεν το κατανοείς;

    Yπάρχουν πολλές περιπτώσεις για τις οποιες μια προσεγγιστική αποδοση του ονόματος στα ελληνικά είναι δυνατη και τουλάχιστον είναι τέτοια που δεν του αλλάζει τα φώτα και το κάνει αγνώριστο.

    Πάρε ένα απλό παράδειγμα που έχει κάποια δυσκολία για τα ελληνικά, έτσι για τη συζητηση: αν κάποιος θελήσει να γράψει και να διαβάσει στα ελληνικά το όνομα Πιραντέλο θα κάνει αναγκαστικά δύο (μικρά) λάθη σε σχέση με την Ιταλική προφορά του ονόματος, αλλά τόσο μπορεί, τοσο κάνει, εντούτοις μόλις το προφέρει θα γίνει κατανοητό από τους Ιταλούς, αν, όμως γράψει Πιραδέλος τότε θα κανει το όνομα, όχι μόνο εντελώς αγνώριστο, αλλά μάλλον δείχνει και κάποια διάθεση να το ξεφτιλίσει με κάποιον τρόπο ή να αυτορεζιλευτεί (δεν ξέρω).

    Φαντάσου τώρα τι σχέση ο Νεύτων με το πολύ σμουδ και πολύ κοντά στην αγγλική προφορά Νιούτον, ή ακόμη χειρότερα ο Λεϊβουνίσιος (πως στο καλό τον είπατε με τηη Μαρία παραπάνω) με τον Λάιμπνιτζ … 🙂 κλπ κλπ.

  184. Πέπε said

    Πέδη, πρόσεξε κάτι στο οποίο δεν έχεις δώσει τη δέουσα σημασία:

    Πρώτα απ’ όλα, αν διαβάσω Πιραντέλο δεν έχω, αντικειμενικά, ΚΑΝΕΝΑ κλου για το αν τον λέγανε Piradel(l)o, Pirandel(l)o ή Pirantel(l)o, ενώ αν διαβάσω Πιρανδέλλος δεν έχω καμία αμφιβολία. (Αλλά δεν είναι αυτό που ήθελα να τονίσω, αυτό είναι απλώς μια αναγκαία εισαγωγή.)

    Ο βαθμός απόκλισης από την αυθεντική προφορά είναι ίδια, στη συγκεκριμένη περίπτωση που είναι εύκολη. Οπωσδήποτε ισχύει ότι σε άλλες είναι μεγαλύτερη στο εξελληνισμένο (Νεύτωνας) παρά στο ανεξελλήνιστο (Νιούτον)*, αλλά εδώ έρχεται το κρίσιμο σημείο που παραβλέπεις:

    Εσύ προτιμάς να είναι μικρότερη η αλλοίωση του ονόματος. Οι παλιότεροι λόγιοι και -κατά τα φαινόμενα- όλοι οι ομιλητές διάφορων άλλων κλιτών γλωσσών προτιμού(σα)ν να είναι λιγότερο ξένο σώμα μες στη γλώσσα τους το όνομα. Δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος να προτιμήσει κανείς το ένα από το άλλο. Και την πίτα γερή και τον σκύλο χορτάτο δεν μπορούμε να τα ‘χουμε, οπότε άλλος διαλέγει αυθαίρετα το ένα και άλλος εξίσου αυθαίρετα το άλλο.

    Μπορείς να μου δώσεις έναν αντικειμενικό λόγο γιατί θα έπρεπε -με κάθε τίμημα- ένα όνομα να αλλοιώνεται μόνο λίγο; Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, απλώς το τίμημα δε σε συγκινεί. Αυτό είναι υποκειμενικό.

    Σήμερα ένα ελληνόπουλο, πριν κλείσει τα δύο, ξέρει ήδη πολλές άκλιτες και «απροσάρμοστες» λέξεις, και που να λήγουν σε άλλους από τους παραδοσιακούς ελληνικούς ληκτικούς φθόγγους (ονόματα ηρώων από παιδικά, ονόματα προϊόντων όπως κορν φλέιξ κλπ.). Όταν μεγαλώσει λίγο και ακούσει τον Λάιμπνιτς, δε θα του κάνει την παραμικρή αίσθηση να δει το όνομα άκλιτο: είναι κάτι που δεν προσκρούει στο αισθητήριό μας (και γι’ αυτό βάζω το «απροσάρμοστο» σε εισαγωγικά: στην πραγματικότητα είναι προσαρμοσμένο στον κανόνα που λέει ότι όταν μιλάμε ή ακούμε ελληνικά, είναι πιθανό να συναντήσουμε άκλιτα ουσιαστικά ή κύρια ονόματα που να λήγουν σε οτιδήποτε).

    Πριν ελάχιστους αιώνες όμως, το αισθητήριο διαμορφωνόταν σε άλλες γλωσσικές συνθήκες. Το τίμημα να έχεις μια λέξη απροσάρμοστη ήταν όχι απλώς βαρύ αλλά σχεδόν αδιανόητο, ενώ το κριτήριο του αν το όνομα μοιάζει με την αυθεντική του μορφή ήταν πολύ λιγότερο σημαντικό.

    Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και σήμερα σε γλώσσες που έχουν μεν πτώσεις, αλλά που η ονομαστική μπορεί να λήγει σε οτιδήποτε: Λιεϊμπνίτς, Λιεϊμπνίτσα, Λιεϊμπνίτσου, Λιεϊμπνίτσομ.

    Λες όλοι οι ομιλητές γλωσσών με αυτά τα δύο χαρακτηριστικά να είναι καραγκιοζοπαίχτες εθνικιστές; Όλοι οι Ρώσοι, όλοι οι Βούλγαροι, όλοι οι Τούρκοι, και παλιά όλοι οι Έλληνες (ενώ στη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχουν ούτε καραγκιοζοπαίχτες ούτε εθνικιστές)

    Νομίζω ότι το θέμα βγάζει περισσότερο ψωμί απ’ όσο είχε φανεί στην αρχή.

    ______________________________________

    * : Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις, π.χ. στα γαλλικά, που από ελληνική προφορά του μη εξελληνισμένου ονόματος δεν καταλαβαίνεις τίποτα, π.χ. Ζιλ Βερν: Gilles ή Jules; Με το Ιούλιος αυτά λύνονται, και η απόκλιση στην προφορά και πάλι είναι ίση – και στις δύο περιπτώσεις κρατάς μόνο το λάμδα και αλλάζεις όλα τα υπόλοιπα.

  185. Pedis said

    # 184 –

    Πριν ελάχιστους αιώνες όμως, το αισθητήριο διαμορφωνόταν σε άλλες γλωσσικές συνθήκες. Το τίμημα να έχεις μια λέξη απροσάρμοστη ήταν όχι απλώς βαρύ αλλά σχεδόν αδιανόητο, ενώ το κριτήριο του αν το όνομα μοιάζει με την αυθεντική του μορφή ήταν πολύ λιγότερο σημαντικό.

    Χτες που σε ρώτησα, δήλωσες ότι αυτό είναι μια δική σου εικασία, αν δεν κάνω λάθος … Γιατί την επαναφέρεις;

    Αν τον θέλεις εξελληνισμένο ντοκ, τότε η μοναδική λύση είναι Πινδαρέλλης με γνήσια καταγωγή από τη Λέσβο ή τη Μυτιλήνη … 😀

  186. ΣΠ said

    182
    Ναι, τα κλίνουν. Μάλιστα έχουν εφτά πτώσεις.
    https://en.wikipedia.org/wiki/Serbo-Croatian_grammar

  187. Πέπε said

    @185

    Το ότι τότε η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων που μπορούσε κανείς ν’ ακούσει στα ελληνικά ήταν κλιτές είναι γεγονός. Γεγονός είναι επίσης ότι εξελλήνιζαν τα ξένα ονόματα. Η εικασία μου περιορίζεται στο ότι αυτά τα δύο συνδέονται αιτιωδώς.

    Δε σου φαίνεται πιο πιθανή από τη δική σου, ότι ήταν καραγκιοζοπαίχτες και θέλαν να τους πολιτογραφήσουν;

    Ή αυτό δεν είναι εικασία;

  188. Πέπε said

    Φυσικά και δεν τον θέλω εξελληνισμένο! Λέω «ο Πιραντέλο» και «ο Λάιμπνιτς» όπως όλος ο κόσμος, δε μιλώ άλλα ελληνιικά!

    Απλώς προσπαθώ να διαχειριστώ με ψυχραιμία το γεγονός ότι, ενώ μια ζωή λέγαμε Λάιμπνιτς, ξαφνικά πριν τρακόσα χρόνια σκάνε κάτι ανατρεπτικοί και του αλλάζουν το όνομα.

  189. Pedis said

    # 187 – προφανώς, υπόθεση ήταν για πλάκα, για να σατυρισω που ήθελαν να μασκαρεύουν χωρίς έλεος και ντροπή τα ξένα ονόματα προσδιδοντας τους κύρος και κάνοντάς τά μεγαλοπρεπή τάχα μου στα ελληνικά …

    Αλλά μην κολλάς σε αυτό. Άσε τους παλιούς. Ποιος τους θυμάται; Ποιος να ξαναβάπτισε τον Νιούτον; Κανεις, υποθέτω, δεν θυμάται. Και τι μας ενδιαφέρει; Σήμερα τι κάνουμε.

    Επιτρέπουμε σε μερικές, ας τις πούμε, αστοχίες του παρελθόντος που δυστυχως επιβίωσαν να κυκλοφορούν ακόμη και μάλιστα να τις υπερασπιζόμαστε; Σου θυμιζω ότι για το 99% (λέω τώρα, μπορεί και το ποσοστό να είναι ακόμη μεγαλύτερο) των ξένων ονομάτων συνειδητές επιλογές που φέρνουν στα μασκαριλίκια του παρελθόντος, πλεον, δεν συναντάμε, και ευτυχώς. Αντίθετα, ακολουθείται, και σωστά, η τακτική να τα γράφουμε στα ελληνικά όσο πιο πειστικά, σε σχέση με την προφορά στη γλώσσα τους, είμαστε σε θέση να κανουμε.

  190. Πέπε said

    > > Σήμερα τι κάνουμε.

    Ευτυχώς που έβαλες τελεία κι όχι ερωτηματικό, γιατί τέτοιο ερώτημα δεν τίθεται. Προφανώς λέμε ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Γούντι Άλεν.

    (Βέβαια λέμε και «ο Κρούτσεφ» που είναι τρισπαμβάρβαρο και που δεν προσφέρει περισσότερα κλου για να καταλάβεις ποιον εννοούμε απ’ ό,τι αν λέγαμε «ο τέτοιος», αλλά τέλος πάντων…)

    Ωστόσο, ακόμη περιμένω μια τεκμηρίωση του γιατί σου φαίνεται ότι «ήθελαν να μασκαρεύουν χωρίς έλεος και ντροπή τα ξένα ονόματα προσδιδοντας τους κύρος και κάνοντάς τά μεγαλοπρεπή τάχα μου στα ελληνικά». Όταν υποστήριξα ότι το έκαναν έτσι διότι (α) ήταν απόλυτα φυσικό και (β) οτιδήποτε άλλο ήταν απόλυτα αφύσικο, προσθέτοντας ότι (γ) το ίδιο κάνουν όλοι, δε μου αντέτεινες τίποτε.

  191. Pedis said

    # 190 – Ωστόσο, ακόμη περιμένω μια τεκμηρίωση του γιατί σου φαίνεται ότι «ήθελαν να μασκαρεύουν χωρίς έλεος και ντροπή τα ξένα ονόματα προσδιδοντας τους κύρος και κάνοντάς τά μεγαλοπρεπή τάχα μου στα ελληνικά».

    «Ήθελαν» επειδή υποθέτω ότι δεν έγινε στη τύχη από μόνο του, αλλά από επιλογή και σκοπό. Το ότι έκαναν «μασκαρέματα» και «χωρίς έλεος», είναι ευλογοφανές, εκ του αποτελέσματος. Το «χωρίς ντροπή» το υποθέτω επειδή δεν αντιλαμβάνομαι να είχαν κανένα ενδοιασμό που τους άλλαξαν τον αδόξαστο. Όσο για το υπόλοιπο είναι πράγματι εικασία στην προσπάθεια να εξηγήσω το τόσο εξεζητημένο αποτέλεσμα.

    Πέπε, με το χέρι στην καρδιά: σου προτείνουν να κάνεις την φιλολογική επιμέλεια των σχολικών βιβλιων φυσικής στα οποία οι συγγραφείς έχουν επιλέξει να χρησιμοποιήσουν το όνομα Νιούτον (κοινό και για τον άνθρωπο και για τη μονάδα «του») αντί του ονόματος Νεύτων για τον άνθρωπο. Τι θα κάνεις;

  192. Alexis said

    #184: Πριν ελάχιστους αιώνες όμως, το αισθητήριο διαμορφωνόταν σε άλλες γλωσσικές συνθήκες. Το τίμημα να έχεις μια λέξη απροσάρμοστη ήταν όχι απλώς βαρύ αλλά σχεδόν αδιανόητο, ενώ το κριτήριο του αν το όνομα μοιάζει με την αυθεντική του μορφή ήταν πολύ λιγότερο σημαντικό.

    Εδώ είναι όλη η ουσία, νομίζω, του γιατί γίνονταν εξελληνισμοί στο παρελθόν.
    Ακόμα και σήμερα, άνθρωποι που δεν ξέρουν καθόλου αγγλικά (ναι, υπάρχουν 🙂 ) δυσκολεύονται πολύ να προφέρουν ένα, έστω και απλό, αγγλικό όνομα.

    Ξεχάσατε όμως τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο ρε παιδιά 😆

  193. Πέπε said

    191
    Δεν ξέρω. Πολύ δύσκολη περίπτωση. Ευθύνη προς πολλές μεριές – προς τους μαθητές, προς τη μελλοντική επιστημονική κοινότητα στην οποία θα ανήκουν κάποιοι από τους μαθητές, προς την ίδια τη γλώσσα, προς την ίδια τη φυσική. Σίγουρα το πρώτο που θα κάνω θα είναι να το συζητήσω με πολλούς φυσικους. Πάντως για μένα η γλώσσα δε γεννιέται τη στιγμή που τη μιλώ εγώ, φέρει κι ένα παρελθόν.

    Αλλά, μιας και για σένα μετράει τόσο πολύ αυτή η λεπτομέρεια με το όνομα της μονάδας, φαντάσου κάποια μονάδα να ονομαζόταν προς τιμήν Έλληνα. Πώς θα σου φαινόταν το «πέντε αρχιμήδηδες»; Που έτσι κι αλλιώς, κατά πάσα πιθανότητα δε θα το διδασκόσουν έτσι αλλά «πέντε αρσιμέντ».

  194. Alexis said

    #193: Πώς θα σου φαινόταν το «πέντε αρχιμήδηδες»;

    Θα μας ξένιζε, για δύο λόγους:
    1)Γιατί ξέρουμε ότι είναι άνθρωπος, πράγμα που στα Νιούτον, Κουλόμπ, Τζάουλ κλπ. δεν είναι αυτόματα προφανές.
    2)Γιατί δεν υπάρχει πληθυντικός «αρχιμήδηδες» ή τουλάχιστον δεν είναι δόκιμος…

  195. Pedis said

    # 193 – Σιγά την παράδοση και την ευθύνη βρε Πέπε, λες και θα γραφτεί κάτι λαθος σχετικα με τους νόμους του!;

    Και γιατί πρέπει να καταλάβεις τι θέλει η πλειοψηφία;

    Αν σε μια ανάλογη περίπτωση η πλειοψηφία των φιλολόγων που θα ρωτήσεις σου προτείνουν το Χέγκελ να το κάνεις Έγελο, θα το κάνεις;

    Κι αν η πλειοψηφία αυτών που θα ρωτήσεις σου πει να προστεθούν πνεύματα και περισπωμενες σο κείμενο; Λέω τώρα.

    Πάω στόιχημα ότι μεταξύ του διδακτικού προσωπικού στο πανεπιστήμιο, σήμερα, Νιούτον τον αποκαλουν αυθόμητα τον άνθρωπο, κι ας κουρεύεται η πλειοψηφία των καθηγητών στο σχολείο που ακολουθούν αυτό που τους λέει το βιβλίο και θα το υποστηρίξουν βεβαια, αν τύχει Πέπε, και τους ρωτήσεις.

  196. Pedis said

    # 193 – Αλλά, μιας και για σένα μετράει τόσο πολύ αυτή η λεπτομέρεια με το όνομα της μονάδας, φαντάσου κάποια μονάδα να ονομαζόταν προς τιμήν Έλληνα. Πώς θα σου φαινόταν το «πέντε αρχιμήδηδες»; Που έτσι κι αλλιώς, κατά πάσα πιθανότητα δε θα το διδασκόσουν έτσι αλλά «πέντε αρσιμέντ».

    Αυτό πού κολλάει και τι θέλει να πει;

  197. Πέπε said

    Μα πραγματικά, τόσο δύσκολα μιλάω;

    > > Και γιατί πρέπει να καταλάβεις τι θέλει η πλειοψηφία;

    Πού είπα εγώ τέτοιο πράγμα; Θα το συζητήσω είπα. Θα ανταλλάξουμε απόψεις, θα μου αναπτύξει ο άλλος κάποια που τυχόν δεν έχω σκεφτεί. Αυτό που κάνουμε τώρα οι δυο μας εδώ και τρεις μέρες. Εσύ απ’ όλο αυτό έχεις συγκρατήσει το στατιστικό στοιχείο ότι ένας άνθρωπος (εγώ) υποστηρίζει αυτά που υποστηρίζει; Εγώ πάντως έχω κρατήσει μάλλον τους λόγους (όσο τους καταλαβαίνω) που ένας άλλος άνθρωπος υποστηρίζει το δικό του. Είδες πουθενά να σε ρωτάω πόσοι συμφωνούν μαζί σου;

    > > Αυτό πού κολλάει και τι θέλει να πει;

    Δε θέλει να πει τίποτα. Είπε αυτό που είχε να πει. Δεν ήταν ποίηση, ούτε πυθικός χρησμός. Όταν λέω «φαντάσου» εννοώ «φαντάσου», όταν λέω «μια μονάδα να ονομαζόταν προς τιμήν Έλληνα» εννοώ «μια μονάδα να ονομαζόταν προς τιμήν Έλληνα», κ.ο.κ.. Και όταν λέω «μιας και για σένα μετράει τόσο πολύ αυτή η λεπτομέρεια με το όνομα της μονάδας» εξηγώ πού ακριβώς κολλάει.

    Σου θυμίζω ότι χρωστάς ακόμη να μας εξηγήσεις πού είναι το κακό με τον «Νεύτωνα». Το μόνο που είπες είναι ότι το όνομά του είναι αλλοιωμένο (που το ξέραμε – και το ξέραν και οι Έλληνες που τον βάφτισαν Νεύτωνα). Προσπαθώ ακόμη να καταλάβω γιατί δε θα έπρεπε.

    Τέτοια επιχειρηματολογία μου θυμίζει τον αγρότη με τις δύο αγελάδες:

    -Τις πουλάς πατριώτη;
    -Τις πουλώ.
    -Βγάζουν γάλα;
    -Ουου! Η μαύρη βγάζει κουβάδες!
    -Κι η άσπρη;
    -Ε, κι η άσπρη.
    -Και τρώνε πολύ;
    -Α πα πα! Η μαύρη, δυο χούφτες χορταράκι η καημένη!
    -Κι η άσπρη;
    -Ε, κι η άσπρη το ίδιο.
    -Καλά ζώα είναι;
    -Δεν έχεις δει καλύτερο από τη μαύρη. Ήσυχη, υπάκουη, όπου την αφήσεις εκεί τη βρίσκεις.
    -Κι η άσπρη;
    -Ε, κι η άσπρη το ίδιο.
    -Καλά, αφού όλα ίδια τα κάνουν, εσύ γιατί μου παινάς μόνο τη μαύρη;
    -Γιατί η μαύρη είναι δική μου!
    -Και η άσπρη;
    -Ε, κι αυτή δική μου είναι.

    -Και είναι καλά τα εξελληνισμένα ονόματα;
    -Όχι, γιατί είναι αλλοιωμένα.
    -Και τα μη εξελληνισμένα;
    -Κι αυτά αλλοιωμένα είναι.
    -Καταλαβαίνει κανείς πώς είναι το κανονικό όνομα;
    -Από τα εξελληνισμένα; Τρελάθηκες; σιγά μην καταλάβει!
    -Και τα μη εξελληνισμένα;
    -Ε, το ίδιο.
    -Και τότε γιατί επιμένεις στη μία γνώμη;
    -Γιατί αυτή η γνώμη είναι η δική μου.

  198. Pedis said

    Προτείνω να το αφήσουμε διότι τέντωσε πολύ το πράγμα και θα παρεξηγηθούμε χωρίς λόγο.

  199. Πέπε said

    7-8 ώρες μετά, το #198 αναπάντητο; Νόμιζα πως είχα στείλει μια απάντηση, δεν ξέρω τι απόγινε.

    Συνοπτικά έλεγε:

    α) Οκέι.
    β) Πάντως το θέμα θα μπορούθσε να γίνει άρθρο. Είναι ευρύτερο από μια απλή διαφωνία μεταξύ δύο ατόμων. Μην πω ότι θα απορούσα αν δεν υπάρχει ήδη άρθρο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: