Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κουντρασταδόροι, ένα διήγημα του Νίκου Κάσδαγλη

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2020


Αναζητούσα ένα διήγημα θαλασσινό, ναυτικό, μια και το καλοκαίρι είναι η εποχή που οι περισσότεροι βρισκόμαστε ή θέλουμε να βρεθούμε στη θάλασσα. Η εύκολη λύση είναι ο Καρκαβίτσας, αλλά είπα να διαλέξω κάτι λιγότερο γνωστό. Σκέφτηκα λοιπόν τα ναυτικά διηγήματα του Νίκου Κάσδαγλη. Ο Κάσδαγλης (1928-2009) ήταν σημαντικός συγγραφέας και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, με γνωστότερο έργο του το μυθιστόρημα «Κεκαρμένοι», μια σκληρή αφήγηση με θέμα τη στρατιωτική ζωή.

Γεννήθηκε στην Κω και πολλά από τα έργα του έχουν θέμα τη θάλασσα και τους ναυτικούς. Συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με το ιστολόγιο, αφού πέθανε στις 16.2.2009, τη μέρα που άρχισε να λειτουργεί το ιστολόγιο. Κι έτσι, ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου ήταν μια σύντομη νεκρολογία του, την επόμενη μέρα.

Σε εκείνο το άρθρο είχα δημοσιεύσει την αρχή από το διήγημα του Κάσδαγλη «Κουντρασταδόροι», που η συνέχειά του βρισκόταν στον παλιό μου ιστότοπο. Το διήγημα είναι παρμένο από τη συλλογή «Σπιλιάδες» (1952) με τέσσερα ναυτικά διηγήματα.

Δημοσιεύω λοιπόν σήμερα όλο το διήγημα. Κουντρασταδόροι είναι οι ναυτικοί που κάνουνε κουντράστα με τις βάρκες τους, που είναι το ανάλογο της κόντρας για τις μηχανές. Όπως και οι κόντρες, έτσι και τα κουντράστα είναι επικίνδυνη υπόθεση.

Το νησί δεν κατονομάζεται, αλλά νησάκι Νήμος υπάρχει δίπλα στη Σύμη.

Κουντρασταδόροι

του Νίκου Κάσδαγλη

Εμείς οι ντόπιοι το λέμε όμορφο το νησί μας και τ΄ αγαπούμε. Όσο ζούμε εδώ δε θέλουμε να φύγουμε, και σα μας σφίξει η ανάγκη – φτωχός μαθές ο τόπος – πάντα τόνε θυμούμαστε με μεράκι.

Δεν έχει άλλον τρόπο να ζήσεις, από την τέχνη τη θαλασσινή. Είμαστε ψαράδες, σφουγγαράδες, ναύτες. Όχι πως η θάλασσά μας είναι πλούσια· τα καΐκια μας παγαίνουν μακριά, στη Μπεγγάζη, για σφουγγάρι, και τα φορτηγά βγαίνουν από τη ρότα τους για να πιάσουν στο νησί.

Λιμάνια μόνο έχουμε μπόλικα. Βαθιά λιμάνια, σίγουρα σε όλους τους καιρούς, τριγυρισμένα από κοφτερούς βράχους – στο νησί δε θα βρεις μιαν ακρίτσα αμμουδιά – αποκούμπι για τους ψαράδες στα μελτέμια, που βαστούν τους πιο πολλούς μήνες του χρόνου. Δύσκολα θα πετύχεις στον καιρό τους και μια μονάχα μέρα μπουνάτσα – κι είναι άγρια. Βοηθάει και το νησί, βλέπεις. Γιομάτο απότομα βουνά και βαθιές χαράδρες, αλλού απαγκιάζει ολότελα, κι αλλού μαζεύει τη δύναμη του ανέμου και τόνε ξαπολάει σα φίδι που σφυρίζει. Μέρες μέρες ο καιρός δυναμώνει τόσο, που κλείνει στο λιμάνι όλα τα πανάδικα και τις βάρκες.

Αυτές είναι οι δύσκολες μέρες· όσοι την περνάνε μεροδούλι μεροφάι σφίγγουνε το ζουνάρι τους, οι άλλοι το ρίχνουνε στο πιοτί, γιατί η θάλασσα είναι μαζί δουλειά και παιχνίδι μας.

Να δεις τα κουντράστα που κάνουν οι ψαράδες ανάμεσα λιμάνι και Νήμο, το νησάκι της Ανατολής. Σαράντα πενήντα βάρκες, οι πιο άξιες του νησιού, κόβουνε βόλτες και παραβγαίνουνε. Κανένας δε θέλει να παραδεχτεί πως τόνε ξεπερνά ο άλλος, κι άμα βγουν όξω στη στεριά όλο και κάτι ψάχνουν να διορθώσουνε – πότε στη βάρκα, πότε στο πανί. Ψηλώνουνε τις αντένες, μεγαλώνουν τα πανιά, που στην αμάχη τους τα φτιάξανε μεγάλα, δυσανάλογα για μικρά φελούκια. Κάθε μέρα τουμπάρουνε βάρκες με τα πελώρια αυτά πανιά, που θέλουν άξιους τιμονιέρηδες. Μια ξαφνική σιγανιά, ένας ατζαμής μέσα στη βάρκα, φτάνουν για να σε φέρουν καπάκι. Πολλούς έκαμε να χάσουν τα μυαλά τους το μεράκι. Ο Βάσος ο Τσώρης, ο Τσαμπίκος του Νικόλα, ο Κοκκιμήδης ο βλαμμένος· αυτός ήταν ο χειρότερος απ΄ όλους.

Ψαράς από μικρό παιδί, και καλός ψαράς, όμως κανένας δεν είχε το πείσμα του. Ξεκινούσε για ψάρεμα, και δεν ήξερες πότε θα γύριζε. Μάστορης στην τέχνη του όσο λίγοι, είχε μάθει τόπους και καιρούς, και δεν καταδεχόταν να γυρίσει με λιγότερο ψάρι από τους άλλους.

Εκείνο τον καιρό τον αρρεβωνιάσανε με μιαν ορφανή, την Αννέτα της μακαρίτισσας της Ευαγγελίας. Ήτανε στα χρόνια του πάνω κάτω, κι όλοι το ξέρανε πως αγαπιόνταν από καιρό. Κανένας δεν ξαφνιάστηκε.

Λίγες μέρες πιο ύστερα, ο Κοκκιμήδης πήρε τη βάρκα του πατέρα του κι έφυγε μακριά. Έπρεπε να δουλέψει σκληρά, να κάνει δικιά του βάρκα, πριν να παντρευτεί.

Δεν έλειψε πολύ καιρό· νησί κι αρρεβωνιαστικιά τον τραβούσανε πίσω. Γύρισε όμως με τη βάρκα του φορτωμένη ανατολίτικα ξύλα και μουριές, και το κεμέρι γεμάτο. Τού ΄πανε να συφωνήσει με το Νικολιό – τον πιο καλό μάστορη – να του φτιάξει τη βάρκα, όμως αυτός δεν άκουγε.

Έκατσε μόνος του και σκάρωσε το φελούκι με περίσσια υπομονή, χαλώντας και ξαναφτιάχνοντας, ώσπου του φάνηκε αψεγάδιαστο. Ύστερα το πέτσωσε, και το βαρκάκι έδειξε τέλειο, ολοστρόγγυλο στα βρεχάμενα, ίδιο αυγό.

Σαν τό ΄ριξε στη θάλασσα σφάνταζε, σωστός γλάρος. Το αρμάτωσε, στην πρώτη βόλτα πήρε και την αρρεβωνιαστικιά του μαζί.

Ο Βάσος ο Τσώρης, που καυχιότανε πως αν τον ξεπερνούσε άλλη βάρκα την έκαιγε τη δικιά του, τού ΄πεσε δίπλα και πάσκιζε να τον αφήσει πίσω. Όμως ο Κοκκιμήδης γρήγορα βρέθηκε μπροστά, κι έπιασε τα σοβράνα.

Η Αννέτα πήρε το Βάσο στο ψιλό :

— Ε, Βάσο! Χάννους ψαρεύεις; Να σου ρίξουμε κάβο να σε τραβήξουμε στο λιμάνι;

Ο άλλος λύσσαξε από το κακό του κι έκανε να πιάσει κουπί, μα τον προγκήξαν απο τις βάρκες και τα παράτησε.

Ο Κοκκιμήδης, σκυμμένος πάνω στο τιμόνι, έκανε πως δεν καταλάβαινε, όμως καμάρωνε κρυφά.

Πώς να μην καμαρώνει! Μονάχος τό ΄χε φτιάξει το βαρκάκι· κι είχε μέσα και την αρρεβωνιαστικιά του. Εκείνη άπλωσε το χέρι και τού ΄σφιξε το δικό του κάτω από τον πάγκο.

Ο Κοκκιμήδης έβαλε πλώρη κατά το Διαπόρι, και σε λίγο χάθηκε.

Οι ψαράδες κλείνανε το μάτι ο ένας τ΄ αλλουνού.

Άργησε πολύ να φανεί πίσω από τον κάβο. Εκεί τον περίμεναν κι οι τρεις τους, ο Βάσος, που δεν τό ΄χε χωνέψει, ο Τσαμπίκος κι ο Ξίππας, να κουντραστάρουν. Και πάλι την πάθανε. Το βαρκάκι του Κοκκιμήδη βρέθηκε μπροστά με την πρώτη βόλτα. Η Αννέτα γελούσε.

Οι τρεις κουντρασταδόροι γίνανε πράσινοι. Να τους φτιάξει τέτοια δουλειά ένα παιδαρέλι με καινούργια, αδοκίμαστη βάρκα!

Ο Κοκκιμήδης μπήκε στο λιμάνι, πήρε μια βόλτα και τα πρύμνισε για πάνω τους.

— Ε, καπετάν Βάσο! φώναξε μόλις τους έπεσε δίπλα· τι χαμπάρια;

— Η βάρκα μου είναι λερωμένη, τ΄ απολογήθηκε. Θαν τη βγάλω όξω να την τρίψω. Και το ποδάρι λασκάρισε. Δε βλέπεις την αντένα πού ΄πεσε; Θέλει τζουντάρισμα, να σηκωθεί. Και το πανί έχει κάνα δυο λάθητα και χτυπάει. Θαν το διορθώσω. Θα ξαναβγούμε κουντράστο;

— Αύριο κιόλας, καπετάν Βάσο.

— Όχι αύριο, δεν προφταίνω να τοιμαστώ. Σε τρεις μέρες. Αληθινό όμως κουντράστο, όχι σαν το σημερινό. Να ξεκινήσουμε από το λιμάνι, να φέρουμε βόλτα την ξέρα στον κάβο, και να γυρίσουμε. Νά ΄χουν τράτος οι βάρκες να δείξουνε. — Θά ΄ρθετε και σεις, παιδιά; ρώτησε τον Τσαμπίκο και τον Ξίππα, που ερχόντανε καταϊδρωμένοι ξοπίσω.

— Θά ΄ρτουμε! Θά ΄ρτουμε!

— Εντάξει λοιπόν, καπετάν Βάσο, είπε ο Κοκκιμήδης καθώς ξεμάκραινε. Σε τρεις μέρες.

Τότε πέταξε κι η Αννέτα το λογάκι της :

— Δεν πάτε να κουβαλάτε κρομμύδια ΄πό την Ανατολή με τις βάρκες σας, που μου θέλετε και κουντράστο;

Και γέλασε κοιτάζοντας στα μάτια τον Κοκκιμήδη, που άναψε σαν παντζάρι.

* * *

Ο Βάσος ο Τσώρης τό ΄κανε τάμα να βγάλει τα δανεικά. Τράβηξε όξω τη βάρκα του, την έτριψε καλά, και καταπιάστηκε με την αρματωσιά.

Ο Κοκκιμήδης είχε άλλες σκοτούρες. Παντρευότανε σ΄ ένα μήνα. Η Αννέτα είχε χαθεί· τοίμαζε τα προικιά της.

Σαν τά ΄πανε του Κοκκιμήδη, γέλασε.

— Να παρακαλάει να μην του τα σηκώσει όλα ο καιρός και του τσακίσει τ΄ άλμπουρο. Μικρό πανί είχε, μαθές, και θέλει να το μεγαλώσει; Βαρκάκια είν΄ αυτά, πόσο πανί θαν τους βάλεις! Άμα με περάσει ο Βάσος, τήνε τσακίζω τη βάρκα μου εγώ!

Όμως, σαν ήρθε η ώρα του κουντράστου, ο Βάσος έβαλε τέσσερεις νομάτους μέσα στη βάρκα του για σαβούρα. Το άλμπουρό της τό ΄χε δυναμώσει με ξάρτια για να μη σπάσει, και πριν την πετάξει στη θάλασσα την πέρασε άλειμμα, να γλιστράει.

Σαν ξεκινήσανε, σήκωσε ένα πανί σωστό νέφαλο, έκρυψε τον ουρανό. Από την αρχή ξεχώρισε, γύρισε την ξέρα πρώτος, και μπήκε στο λιμάνι διακόσες οργιές μπροστά από τον Κοκκιμήδη. Οι άλλοι δυο είχανε μείνει πίσω.

Όσο να ξαρματώσει ο Κοκκιμήδης, ο Βάσος είχε κάτσει στον καφενέ κι έπινε μαστίχα. Τόνε φώναξε να τον κεράσει μια. Εκείνος σίμωσε, κατσούφης.

— Θα ξαναβγούμε, καπετάν Βάσο;

— Όποτε θέλεις, γιε μου.

— Τη Δευτέρα.

— Τη Δευτέρα θα πάω για ψάρεμα στην Αλιμνιά.

— Νά ΄ρθω κι εγώ μαζί, να κουντραστάρουμε.

— Εν τάξει.

Ο Κοκκιμήδης ρούφηξε τη μαστίχα, κέρασε και κείνος μια, κι έφυγε. Δε μιλιότανε.

Την ίδια μέρα κουβάλησε την αρματωσιά στο σπίτι και παράτησε τα γαμπριάτικα. Ολονυχτίς δούλευε, μάκρυνε την αντένα, ξύλωσε το πανί, και το ξανάφτιαξε μεγάλο, τρανό.

Την Κυριακή το μεσημέρι το μελτέμι άρχισε να κόβει· ως το βράδυ είχε πέσει. Ο Κοκκιμήδης πήγε και βρήκε το Βάσο στον καφενέ. Ήπιανε μαστίχα.

— Ανάποδο τόνε βλέπω τον καιρό για το αυριανό κουντράστο, είπε κάποιος. Μπουνάτσα· δε σειέται φύλλο.

Ο Βάσος έδειξε κάτι σκόρπια νέφαλα.

— Θα βάλει αέρα τη νύχτα, είπε.

Ο Κοκκιμήδης κούνησε το κεφάλι.

— Θα φύγουμε λοιπόν αύριο, καπετάν Βάσο· έτσι;

Την άλλη μέρα γινόταν χαλασμός κόσμου· χοντρή φουρτούνα. Τ΄ αεράκι που σηκώθηκε τα μεσάνυχτα έγινε σκύλος το πρωί. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κι ο καιρός έβγαζε φίδια. Τά ΄βλεπες να ξεχύνονται σα λάβα από τις ρεματιές, τη θάλασσα ν΄ ανατριχιάζει και να μαυρίζει στο πέρασμά τους, να ξεσπάει σε μικρά αφρισμένα κυματάκια, σα νά ΄βραζε. Πελώρια κύματα φανήκανε να σκάζουν στο βορινό κάβο, κι ο αντιμάμαλός τους έφτασε ως μέσα στο λιμάνι, που αναστατώθηκε.

Ο Κοκκιμήδης ήρθε ίσα ίσα τη στιγμή που ο Τσώρης σιγουράριζε με δεύτερο παλαμάρι τη βάρκα του.

— Ε, καπετάν Βάσο, θα ξεκινήσουμε; Η Αλιμνιά είναι μακριά.

— Δεν τόνε βλέπεις τον καιρό; να βγεις από το λιμάνι, να δεις χαμπάρια.

— Έλα τώρα, καπετάν Βάσο! Παλιός ψαράς εσύ, να φοβηθείς το μελτέμι! Νά ΄χει και κομμάτι γούστο δα το κουντράστο. Αμέ τι, με τα κουπιά θα παγαίνουμε; Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται.

— Σώπα, βρε ανήλικο, που θα μου πεις εμένα! Ο καλός ο καπετάνιος ξέρει πρώτα τον καιρό. Έχεις κέφι να σε πιάσει η τρόμπα;

— Η τρόμπα! όλο για την τρόμπα μιλάτε! Παλικάρι έγινα και μια φορά την είδα, κι αυτήν από μακριά. Ο καιρός έπιασε φουριόζος και θα κόψει γρήγορα. Καλοκαίρι είναι.

— Τράβα, μωρέ, που θα μου πεις πως κόβει· σκυλί λυσσασμένο!

— Άμα φοβάσαι, καπετάν Βάσο, κινάω μονάχος. Εγώ δε φοβάμαι.

— Θα πας για πνίξιμο. Δεν είναι καιρός να ΄βγεις έξω. Να, ρώτα και τους άλλους να σου πούνε – κι έδειξε μερικούς ψαράδες που τους τράβηξε η κουβέντα.

— Σωστά τα λέει ο Βάσος, κούνησε το κεφάλι ένας γεροκαπετάνιος που ΄παιζε το κομπολόι του. Μεγάλα καΐκια και ποδίζουνε σα σήμερα, όχι τα φελούκια.

— Μωρέ δεν πά΄ να λέτε, έκανε ο Κοκκιμήδης. Τα φάγατε τα ψωμιά σας, θαρρώ. Εγώ φεύγω.

Μπήκε μέσα στη βάρκα του κι άρχισε να την αρματώνει. Το μισό χωριό μαζεύτηκε να δει τέτοιαν αποκοτιά. Στείλαν να φωνάξουνε τον πατέρα του να τον βαστήξει, μα έλειπε στο Πάνω Χωριό. Η Αννέτα πήρε χαμπάρι κι έτρεξε στο λιμάνι. Τού ΄πιασε τα χέρια.

— Είν΄ άσκημος ο καιρός, είπε με παρακάλιο. Αύριο πας στο ψάρεμα.

— Για να πούνε πως φοβήθηκα; έκανε αγριεμένος.

Ο Βάσος τόνε σίμωσε κείνη τη στιγμή.

— Μη φύγεις, Κοκκιμήδη. Δες, να το φρύδι!

Κι έδειξε ένα στρογγυλό, σταχτογάλανο σύννεφο, που φάνηκε να σηκώνεται από σοβράνο. Εκείνος το κοίταξε σιωπηλός. Τό ΄χε δει κι άλλες φορές και τό ΄ξερε καλά. Όμως τώρα πια δεν ήθελε να τραβηχτεί. Δε μίλησε, μόνο πήρε την αρρεβωνιαστικιά του, που τον έβλεπε μ΄ ορθάνοιχτα, τρομαγμένα μάτια, και τη φίλησε σφιχτά στα χείλια.

Έλυσε ύστερα τον κάβο και πήδηξε στη βάρκα. Μόλις άνοιξε το πανί, έγειρε ίσαμε την κουπαστή, και ξεκίνησε με απότομο τίναγμα.

Τόνε βλέπανε πού ΄φευγε πρίμα κατά τη μπούκα του λιμανιού. Μια δυο φορές τόνε χτύπησαν τα φίδια, και φάνηκε πού ΄γειρε στο πλάι και πήρε νερό.

— Δε γλιτώνει! είπε ο Βάσος κι έδειξε το σταχτογάλανο σύννεφο που σκέπαζε μ΄ απίστευτη γρηγοράδα τον ουρανό.

Έμοιαζε τόξο χαραγμένο με το κουμπάσο, γκρίζο κι απειλητικό, χωρίς να το σπάει πουθενά η παραμικρή ραγισματιά.

Το τέλος ήρθε γοργό. Ακούστηκε ένα μακρινό βουητό, που ξέσπασε σε λυσσασμένο ουρλιαχτό του αέρα μέσα στις ρεματιές. Ήταν το μπουρίνι. Η βάρκα, που κόντευε να καβατζάρει, γονάτισε, έκανε να σηκωθεί, και ξανάγειρε· το πανί της βρέθηκε στα κύματα.

Ο Βάσος χίμηξε στη βάρκα του μ΄ ένα άλλο παλικάρι. Η Αννέτα πήδηξε και κείνη. Δεν τους έκανε καρδιά να της αρνηθούν.

Άδραξαν τα κουπιά, κι η βάρκα πέταξε. Προφτάσανε τον Κοκκιμήδη προτού να τον ξορίσει ο καιρός. Από μακριά τον είδανε που πάσκιζε να μαζέψει το πανί και να ξαρματώσει τη βάρκα.

— Να πεις του αρρεβωνιαστικού σου, είπε ο Βάσος, φτηνά τη γλίτωσε που τουμπάρισε δω κοντά. Αν είχε γυρίσει τον κάβο, μήτε που θα τόνε βλέπαμε.

Σιμώσανε, κι ο Κοκκιμήδης αρπάχτηκε λαχανιασμένος από την κουπαστή.

— Ένα παλαμάρι, παιδιά, να δέσω τη βάρκα, γύρεψε.

Η Αννέτα έσκυψε και του πήρε με λαχτάρα στα χέρια της το κεφάλι, μα ξαφνικά έμπηξε μια φωνή, βλέποντας πως η τουμπαρισμένη βάρκα ερχόταν κατά πάνω τους, σπρωγμένη με φόρα από ΄να θεόρατο κύμα.

Ο Κοκκιμήδης δεν πρόφτασε να καταλάβει τι γινόταν· η βάρκα τόνε χτύπησε στο κεφάλι, τα χέρια του παράλυσαν, και βούλιαξε.

Ο σύντροφος του Βάσου παράτησε τα κουπιά, βούτηξε στη θάλασσα και τον έβγαλε. Κι οι τρεις μαζί, με δυσκολία κατάφεραν να τραβήξουν το βαρύ, αναίσθητο κορμί. Το κεφάλι, γιομάτο αίματα, φαινόταν άσκημα χτυπημένο.

Γυρίσανε βιαστικά στο λιμάνι. Η Αννέτα τού βαστούσε το κεφάλι στην αγκαλιά της, να μη χτυπάει.

* * *

 

Έμεινε κάμποσον καιρό στο νοσοκομείο. Οι πληγές του γιατρεύτηκαν, όμως το μυαλό του είχε βλαφτεί. Έγινε σα μωρό παιδί. Στην αρχή δε θυμόταν τίποτα, μιλούσε τραυλίζοντας. Τώρα ακόμα λίγα πράγματα έμαθε να κάνει, και το μυαλό του είναι αδύνατο· ό,τι του λες το ξεχνάει ευθύς. Άδικα πολέμησαν ο πατέρας και τ΄ αδέρφια του – μάνα κι αδερφές δεν είχε – να τόνε συνεφέρουν. Ούτε την αρρεβωνιαστικιά του δε γνώριζε.

Μια νύχτα που οι δικοί του λείπανε στο ψάρεμα, η Αννέτα δεν κρατήθηκε· μπήκε στο σπίτι του. Ο Κοκκιμήδης ανακάθισε στο κρεβάτι ακούγοντας την πόρτα.

Πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε. Τα μάτια τού βλαμμένου την κοίταζαν, μεγάλα, γυάλινα. Πάσκισε να τον ερεθίσει, να τον κάνει να θυμηθεί — μα σαν το κατάφερε, εκείνος την άρπαξε απότομα, βίαια, σα ζώο. Η κοπέλα σπαρτάρισε, δοκίμασε να ξεφύγει κι έβαλε τις φωνές.

Οι γείτονες που τρέξαν τη γλιτώσανε μ΄ όλα της τα ρούχα κουρελιασμένα. Ο βλαμμένος άφριζε σα νά ΄χανε μπει μέσα του δαιμόνοι. Χρειάστηκε να τόνε δέσουν για να συχάσει.

Η Αννέτα, ντροπιασμένη, έκανε μέρες να βγει από το σπίτι. Σαν τ΄ αποφάσισε, οι φιλενάδες της δεν τη χαιρετούσαν κι οι άντρες τής κλεινανε το μάτι.

Πήρε τον κακό δρόμο. Δεν έμεινε πολύ στο νησί· έφυγε στη Ρόδο, δούλα, όμως κάποιοι δικοί μας σφουγγαράδες, που πέρασαν από κει, τη βρήκανε σε σπίτι με γυναίκες.

Άσπλαχνή ΄ναι η θάλασσα, π΄ ανάθεμά τη!.-

 

 

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Σπιλιάδες», Κέδρος 1982, σελίδες 9-18

81 Σχόλια to “Κουντρασταδόροι, ένα διήγημα του Νίκου Κάσδαγλη”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Αχ κι αυτό το ορφανό, η Αννέτα

    >ντροπιασμένη, έκανε μέρες να βγει από το σπίτι. Σαν τ΄ αποφάσισε, οι φιλενάδες της δεν τη χαιρετούσαν κι οι άντρες τής κλεινανε το μάτι.

    Πήρε τον κακό δρόμο. Δεν έμεινε πολύ στο νησί· έφυγε στη Ρόδο, δούλα, όμως κάποιοι δικοί μας σφουγγαράδες, που πέρασαν από κει, τη βρήκανε σε σπίτι με γυναίκες.

    Άσπλαχνή ΄ναι η θάλασσα, π΄ ανάθεμά τη!.-

  2. Γς said

    1:

    Εντελώς, μα εντελώς, άσχετο

    > τη βρήκανε σε σπίτι με γυναίκες.
    στη Ρόδο.

    https://caktos.blogspot.com/2014/04/d-amboise.html

  3. dryhammer said

    Έτσι είναι. Η θάλασσα θέλει σέβας. Ακόμα κι όταν χαδεύεται και γουργουρίζει σα γατούλα, είναι τίγρη και για πλάκα σε ρίχνει κάτω και σε ξεσκίζει και μετά ξαναγυρνά στα παιχνίδια της. Και το ξέρει. Εσύ δεν πρέπει να το ξεχνάς.

    Καλημέρα.

  4. dryhammer said

    Τα περί ξιπασιάς και ύβρεως θα τα πουν άλλοι φιλολογικότεροι εμού.

  5. dryhammer said

    Το Κοκκιμήδης, πόθεν; [άντε και πολλά είπα]

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Ωραίο!

  7. Γς said

    3:

    Σωστός!

    Αλλά πόθεν περί ξιπασιάς και ύβρεως {Σχ. 4];

  8. dryhammer said

    7. Δεν είναι ύβρις και ξιπασιά να κοντραστάρεις, όχι τον «αντίπαλο», μα τον καιρό και τη θάλασσα; [στο στεριανό, πού πα ρε Καραμήτρο;]

    ————–
    Στα μεγάλα, τα βαπόρια, το μέγεθος και η τεχνολογία, ενισχύουν την ψευδαίσθηση του «πανίσχυρου και ανίκητου» και παίρνουν κι άλλους μαζί τους. Ειδικά τώρα που στα γραφεία διοικούν άνθρωποι που ταξιδέψανε μόνο με ποστάλι ή με κρουαζιερόπλοιο.

  9. gpoint said

    Καλημέρα

    Πολύ μου άρεσε κι ας τα χαλάει λίγο στο τέλος. Οταν γράφεις κάτι που το αγαπάς και σε πονάει, το προσέχεις πολύ λέξη-λέξη κι αυτό σε κουράζει. Φαίνεται τι έχει προηγηθεί στον τρόπο που τελειώνει κάθε διήγημα.

    Σκέφτομαι να ανακρούσω πρύμνα και να ρίξω βάρκα στο νερό, την άλλη βδομάδα θα ριφθεί ο κύβος, τίμια κι ό,τι κάτσει

  10. Γς said

    Κουντρασταδόροι

    και το διάβασα Κονκισταδόροι

  11. gpoint said

    ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΦΙΛΟΝ ΣΧΟΛΙΟΝ

    # 3

    Οταν είσαι στην θάλασσα, παίζεις πάντοτε εκτός έδρας

    ———————————————————————————–

    Σήμερα στις 8 το βράδυ από το PAOK TV θα μεταδοθεί δωρεάν-ελεύθερα το παιχνίδι ΠΑΟΚ – Αρης. Είναι μια ευκαιρία να διαπιστώσετε πόσο μπροστά βρίσκεται από τις παραγωγές Κοσμοτέ και Νόβα και η αντικειμενικοτητα στην μετάδοση εξασφαλίζετι από τον κορυφαίο του είδους -και κυνηγημένο γι αυτό- Αλέξη Σπυρόπουλο.

    Το κλου της ημέρας (θα) είναι η (τυχόν) συμμετοχή του 16χρονου Κούτσια που θεωρείται ο (προσεχώς) κάτι μεταξύ Κριστιάνο, Λιονέλ, Ντιέγκο και Πελέ κι ελπίζω σφόδρα να μην μοιάσει του Κούτσια-νικούλη !!

    Οδηγίες εδώ : https://www.paokfc.gr/nea/20200718-to-antio-se-mia-peripeteiodi-sezon-dorean-apo-to-paok-tv/

  12. Γς said

    9:

    και σε σχολίασα ήδη στο 2:

    >Late Tonight, Κώστας Μυλωνάς (που φέρνει λίγο προς Γς. Φατσικά στον Τζι)

  13. Γς said

    8:

    Πράγματι έτσι είναι καπετάνιε

  14. Pedis said

    Νικοκύρη, πότε παίρνεις σειρά;

  15. Pedis said

    Ωχ! λάθος νήμα. Σορρυ.

  16. dryhammer said

    14. Πάντως όσο μεγαλώνει, δεν μοιάζει του Αρτέμη Μάτσα; [Συμπαθέστατου ανθρώπου σε μισητούς ρόλους – ο Μάτσας, έ;]

  17. LandS said

    Μα να μην έχω ακούσει ή διαβάσει τέτοια ιστορία θαλασσινή χωρίς τόσο τραγικό τέλος!

  18. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε τὸ σημερινό. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα δείχνει ἄνθρωπο ποὺ ξέρει ἀπὸ θάλασσα.

    Τὸ κουντραστάρω καὶ τὰ παράγωγά του τὸ ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς θάλασσας.

    Ἕνα συνώνυμό του εἶναι καὶ τὸ παργαντάρω ποὺ τὸ λέγανε οἱ Σπετσιῶτες.

    Τὴν ἐποχὴ τοῦ πανιοῦ στὶς βάρκες ἴσα ποὺ τὴν πρόλαβα. Ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 50 ἄρχισαν νὰ βάζουν μηχανὲς στὰ ψαροκάικα.

    Ὅμως οἱ ψαράδες δὲν ξέχασαν τὶς παλιές τους συνήθειες καὶ συνέχισαν νὰ κουντραστάρουν μὲ τὶς μηχανές.

  19. sarant said

    15 Εντάξει, δεν πειράζει. Με έχει και μένα απειλήσει με αγωγή.

  20. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Νίκος Κάσδαγλης» από τη σειρά ντοκιμαντέρ «Εποχές και συγγραφείς» του Τάσου Ψαρρά
    https://archive.ert.gr/8642/

  21. Νέο Kid said

    Τελικά , οι κόντρες και στη στεριά και στη θάλασσα είναι επικίνδυνες.
    Μόνο οι κόντρες στον αέρα είναι ασφαλείς!

  22. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    19. Η αγωγή μικρό το κακό, η προσαγωγή είναι σιχτιράκι …

  23. Χρίστος said

    18 παραργατάρω και αργάτα στην Κεφαλονιά . Μάλλον παραφθορά του ιταλικού regata.

  24. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πώς να ξεχάσουμε (ό,τι ζείς στα παθιασμένα νιάτα σου, μένει ανεξίτηλο..) και την συμμετοχή του Κάσδαγλη, με τον «Άθω», στα Δεκαοχτώ Κείμενα (και τις τιμητικά προτεταγμένες Γάτες τ’ Άη Νικόλα)..

  25. Theo said

    Ωραίος ο Κάσδαγλης (από το φρύδι του βουνού το επώνυμο; )
    Μου άρεσε και όλη αυτή η ατμόσφαιρα της παλιάς ναυτοσύνης, το φιλότιμο, οι παλικαριές και δυστυχώς η ύβρη και η νέμεση στο τέλος.

  26. sarant said

    20 Α μπράβο!

    23 Από τη regata και με παρετυμολόγηση, πολύ πιθανό

    25 Μάλλον από εκεί.

  27. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ωραίο διήγημα. Έχουμε εξαιρετικούς θαλασσογράφους. Ο Κάσδαγλης έχει γράψει και το εξαιρετικό «Στα δόντια της μυλόπετρας», όπου ο συγγραφέας παρουσιάζει τις αντιστασιακές οργανώσεις, το ΕΑΜ και τον ΕΔΕΣ, τον φόνο του Ψαρρού και τον αγώνα που γίνεται για τον έλεγχο των πανεπιστημίων, κυρίως όμως για τον έλεγχο των λεσχών και των συσσιτίων. Γενικώς, την αλληλοφαγωμάρα κομμουνιστών και δεξιών «εκείνα τα χρόνια»…

  28. Spiridione said

    23, 26

    Click to access 110983.pdf

  29. Γιάννης Κουβάτσος said

    14: Κι εδώ Μπογδάνος, ρε μάστορα; Δεν σου φτάνει το χτεσινό νήμα;

  30. ΚΩΣΤΑΣ said

    Νικοκύρη, θερμές ευχαριστίες για το σημερινό, κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Ίσως η εντύπωσή μου αυτή να οφείλεται στο ότι δεν έχω διαβάσει Ν.Κ.

    Το τέλος της ιστορίας στενάχωρο. Έπαθε ο καημένος ο Κοκκιμήδης ανήκεστο βλάβη του εγκεφάλου του και οδήγησε και την αγαπημένη του σε λάθος ατραπούς.

    Αναρωτιέμαι και για τον εαυτό μου. Μήπως άρχισαν τα πρόδρομα σημάδια αυτής της νόσου και για μένα; Δείτε τι σκέφτηκα και πως ανέλυσα το νόημα του διηγήματος. Ότι το διήγημα είναι αυτοβιογραφικό. Ο Ν.Κ. αυτοβιογραφείται ως Κοκκιμήδης που όσο ήταν νέος και ορθοφρονών, ήταν μάγκας και νικητής παντού. Μόλις το μυαλό του αργότερα πήρε στροφή προς άλλη κατεύθυνση, ήρθε το τέλος το δικό του και των αγαπημένων του!

    Δίδαγμα: Προσέχουμε στη ζωή μας προς τα που στρίβουμε! 😜

    Μάλλον θα με προσπεράσετε, δεν θα ακούσω τα σχολιανά μου γι’ αυτό το σχόλιο… 😉

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @28. Εὔστοχη καὶ διαφωτιστική, ὡς συνήθως, ἡ παραπομπή σου, Σπῦρο.

    Εὐχαριστοῦμε.

  32. Ωραίο, αλλά, ρε παιδί μου, κάτι διαφορετικό περίμενα από τον Κάσδαγλη. Αυτό θα μπορούσε να είναι Καρκαβίτσας.
    24 Ο «Άθως» είναι εκείνο με τον καλόγερο που επιστρέφει από το θάνατο φωνάζοντας «δεν υπάρχει»;

  33. 32 Μάλλον τα έκανα θάλασσα και δεν έχω κοντά τα «Κείμενα» να το τσεκάρω. Και στην πρώτη φράση είχα κατά νου μάλλον τον Καχτίτση. Μπερδεύομαι με αυτή τη γενιά.

  34. sarant said

    28 A μπράβο!

  35. Λεύκιππος said

    Ε δεν μπορεί όλα να έχουν happy end.

  36. Χαρούλα said

    Μοσχοβόλησε θάλασσα! Δρόσισε… Απλό. Λιτό. Ανταριασμένο. Θάλασσα που μια στιγμή δεν ησυχάζει.
    Πέρα από αυτήν την αλμύρα του ναυτικού, μόνο εγώ έπεφτα πάνω σε συμβολισμούς συνέχεια; Πετάει το μυαλό μου;
    Γιατί βλέπω με το ερέθισμα του έρωτα να ξεκινάει ο άνθρωπος να ονειρεύεται! Να βάζει στόχο, να δημιουργεί. Κι όσο έχει τον έρωτα δίπλα, μεγαλώνει το πανί. Αντρειεύει. Δεν φοβάται κανέναν! Κόντρα σ´όλα!
    Και μετά; Ο θεός γελώντας του χαλάει τα σχέδια, το όνειρο. Την Ύβρη. Και τότε; ξύπνάει μέσα του το τέρας. Ο άλλος εαυτός! Και τιμωρεί ποιόν; Αυτόν που άναψε την πρώτη σπίθα! Τον Έρωτα! Αποτέλεσμα καταστροφικό.
    Έχω ξεφύγει τελείως,εεεεε;;;;;; Η ζέστη θα με χτύπησε! Καλή σιέστα. Ίσως μετά να νοιώθω καλύτερα!😊

  37. Γς said

    Εδώ καιγόταν το σύμπαν. Μύριζε καμένη σάρκα. Ο δήμαρχος μας με τους πρώτους καμένους φώναζε ότι οι νεκροί θα φτάσουν τους 100. Τελικά ξεπέρασαν τους 100.
    Κι αυτοί, Τόσκας Τσίπρας και λοιποί στην τηλεόραση, άνετοι, δεν τρέχει τίποτα. Θυμάστε

    Διαβάζω στην Καθημερινή:

    «Πέντε πραγματάκια γράψε από την εμπειρία σου. Εαν είναι ελλιπή στοιχεία στα αρχίδια σου. Τι θα σου πει ο Εισαγγελέας; Τίποτα. Αυτά είχα, αυτά βρήκα, αυτά έβαλα» του λέει. Και συνεχίζει:
    «Εαν γράψεις για ευθύνες ανωτέρων σου, όλοι θα μαζευτούμε και θα σε σκίσουμε»

    Είδαμε, ή μάλλον δεν είδαμε, τα αεροπλάνα που δεν ήρθαν κι η θάλασσα το νερό ήταν δίπλα.
    Και άφησαν τη φωτιά από το Νέο Βουτσά να κατέβει κάτω, Και να περάσει τη Μαραθώνος.

    Και στέλνανε πίσω τ αυτοκίνητα που ανέβαιναν στην Μαραθώνος για να γλυτώσουν. Πίσω, κάτω στη κόλαση της φωτιάς.

    Θα λέμε Τσίπρα και θα κλαίμε

    Εδώ στη γειτονιά μας [τουλάχιστο]

  38. sarant said

    35 Eδώ που τα λέμε, θα ήταν αφύσικο να είχε χάπι εντ.

  39. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @32. (Άρτι αφιχθείς εκ του ντοματοκήπου.. 🙂 ). Όχι. Ο «Άθως» είναι ένα απλό οδοιπορικό στο Άγιο Όρος. Δεν έχει λογοτεχνικές αξιώσεις αλλά αξία πολιτική. Τα Δεκαοχτώ κείμενα εκδίδονται λίγο μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας από το Απριλιανό καθεστώς και σημαίνουν μόνο έναν ψίθυρο: «Εδώ είμαστε!» [Αναγνωστάκης, Μαρωνίτης, Αργυρίου, Βαλτινός, Ρούφος, Σινόπουλος, Τσίρκας κλπ]
    Αν κάτι αξίζει να διαβαστεί από τον Κάσδαγλη, είναι τα «δόντια της μυλόπετρας» που ανέφερε ο Γιάννης (27).

  40. Μαρία said

    24 κλπ
    Συμμετείχε και στα Νέα κείμενα, Κέδρος φθινόπωρο 1971, με το διήγημα Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται.
    Στα Νέα κείμενα δημοσιεύτηκε και το «Επί ασπαλάθων…» του Σεφέρη.

  41. Λεύκιππος said

    Όταν κάποιοι ξαναθυμουνται τα Γεγονότα δύο χρόνια μετά, κάτι δεν μου στέκεται καλά.

  42. 40 Άμα τα έχεις πρόχειρα, δεν μου βρίσκεις και τίνος είναι το διηγηματάκι με τον καλόγερο; Παίζει να είναι και από τα «Νέα κείμενα» (είδα τα περιεχόμενα των 18 και νομίζω τα θυμάμαι ένα προς ένα)

  43. Παναγιώτης K. said

    Βρεθήκατε στη Σύμη και στα πέριξ;
    Ανεβήκατε τα πολλά σκαλιά από το λιμάνι στη χώρα;
    Αν βρεθείτε στη Ρόδο, να πάτε ημερήσια εκδρομή στη Σύμη. Αξίζει!
    Το διάβασα, το ευχαριστήθηκα και ήταν σαν να βρέθηκα ξανά στη Σύμη.

  44. Ανδρέας Τ said

    «Έκατσε μόνος του και σκάρωσε το φελούκι με περίσσια υπομονή, χαλώντας και ξαναφτιάχνοντας, ώσπου του φάνηκε αψεγάδιαστο. Ύστερα το πέτσωσε, και το βαρκάκι έδειξε τέλειο, ολοστρόγγυλο στα βρεχάμενα, ίδιο αυγό.» Το πέτσωσε; Την ξέρω τη λέξη για κάποιον που έχει φάει καλά και η κοιλιά του είναι τεντωμένη. Για κατασκευή βάρκας πρώτη φορά το ακούω και δεν καταλαβαίνω τι έκανε στο σκάφος.

  45. sarant said

    44 Α, για τα πετσώματα είχαμε άρθρο πολύ πρόσφατα. Γίνεται λόγος και για την επένδυση σε σκάφη.

    https://sarantakos.wordpress.com/2020/06/18/petsomata/

  46. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Συγγραφέα των ταινιών, τον είπαν τον Νίκο Κάσδαγλη.
    Οι «Κεκαρμένοι» έγιναν ταινία από το Δημήτρη Μακρή, Το «Χώμα και νερό» ,τηλεταινία από το Φρέντυ Βιανέλλη «Οι Σφουγγαράδες» γυρίστηκαν στην ΕΣΣΔ σε σκηνοθεσία Μάνου Ζαχαρία, σενάριο Γιώργου Σεβαστίκογλου από τη Μος Φιλμ.
    Με «Τα δόντια της μυλόπετρας» καταπιάστηκαν αρκετές φορές κινηματογραφιστές, η Τόνια Μαρκετάκη μεταξύ αυτών, χωρίς να προχωρήσει η παραγωγή.

  47. Μαρία said

    42
    Τζίφος. Είδα και την «Κατάθεση ’73», και πάλι τζίφος.

  48. Πουλ-πουλ said

    Όποιος ξέρει από θάλασσα, τη φοβάται. Όποιος δεν τη γνωρίζει, την αψηφά.

  49. 47 Και όμως είμαι βέβαιος. Το πότε θα μπορέσω να το ξανακοιτάξω, είναι ένα ζήτημα…

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    46: Τα «Δόντια της μυλόπετρας» είναι σκληρό βιβλίο και θίγει θέμα που κάνει τζιζ: δολοφονίες και εκτελέσεις και από δεξιές οργανώσεις αλλά και από την ΟΠΛΑ. Ο Κάσδαγλης είναι αμερόληπτος ανατόμος εκείνης της εποχής. Στα χρόνια που δημιουργούσε η Μαρκετάκη, δύσκολα θα μπορούσε να γυριστεί τέτοια ταινία, χωρίς να υπάρξουν σφοδρές αντιδράσεις.

  51. Theo said

    @42:
    Είναι το «Ραντάρ» του Πλασκοβίτη.

  52. Α χα!

  53. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    46

    Ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς είναι και ο Νίκος Κάσδαγλης.
    […]
    Ο συγγραφέας μέσα από τα βιβλία του πραγματεύεται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα που αρνούνται να ενταχθούν μέσα σε ένα εχθρικό προς αυτά κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, και τις συνέπειες που υφίστανται όταν θελήσουν να αναιρέσουν τους εξουσιαστικούς του μηχανισμούς.

    Στο τελευταίο του αυτό διήγημα «Το Θολάμι» καταγράφει την σύντομη πορεία ενός νέου άντρα που καταλήγει σε αδιέξοδο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η ίδια η εσωτερική λογική της περιπέτειας που το άτομο ακολουθεί το απαιτεί.
    Η υπόθεση είναι απλή. Ένας νεαρός αντάρτης των πόλεων, κατά τη διάρκεια μιας άδοξης τρομοκρατικής απόπειρας, ενώ προσπαθεί να ξεφύγει με μια μοτοσικλέτα μαζί με τον συναγωνιστή του, μπλοκάρονται από την Αστυνομία. Στη συμπλοκή που ακολουθεί εκείνοι τραυματίζονται θανάσιμα και οι αστυνομικοί σκοτώνονται. Ο νεαρός (Ηρακλής) αναγκάζεται να σκοτώσει τον σύντροφό του για να μην τον προδώσει. Και θα αρχίσει έναν αγωνιώδη μαραθώνιο για να σωθεί.
    […]
    Μέσα από τους λακωνικούς μονολόγους του νέου, ο αναγνώστης αφήνεται –μόνος του, χωρίς την όποια επέμβαση του συγγραφέα-να ανιχνεύσει και να ψηλαφίσει τον εξωτερικό-ιδεολογικό χώρο, μέσα στον οποίο κινείται ο ήρωας.
    Ο χρόνος που εξελίσσεται η σύντομη αυτή σκηνική παρουσία δεν κρατάει παρά λίγες ώρες. Θα τολμούσε να έλεγε κανείς, ότι διαρκεί όσο μια μετάγγιση αίματος. Μια μετάγγιση που δότης είναι ο νέος και παραλήπτης ο θάνατος.
    […].

    http://giorgosbalurdos.blogspot.com/2014/07/blog-post.html

  54. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    46. Το θολάμι

    Αθήνα. Η τελευταία μέρα ενός μέλους μιας παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης. Η Δέσποινα πυροβολεί, σκοτώνει, περιδιαβαίνει στην πόλη, πασχίζει να βρει βοήθεια, αποτυγχάνει σε κάθε της προσπάθεια, την πυροβολούν, πεθαίνει στο διαμέρισμά της. Μέσα από την ταραγμένη διαδρομή της κεντρικής ηρωίδας διαγράφεται ένα πορτρέτο της Αθήνας. Το θολάμι –παραγωγή χαμηλού κόστους με αισθητική DIY και queer στοιχεία– είναι μια ταινία υπαρξιακής περιπλάνησης.

    Σκηνοθεσία: Βασίλης Νούλας
    Σενάριο: Βασίλης Νούλας, Κώστας Τζημούλης, Ελίνα Μαντίδη, βασισμένο στο διήγημα του Νίκου Κάσδαγλη
    Διεύθυνση φωτογραφίας: Αιμιλία Μηλού
    Μοντάζ: Κώστας Τζημούλης, Βασίλης Νούλας
    Ήχος: Άρης Παυλίδης, Αλέξης Κουκιάς Παντελής
    Ηθοποιοί: Δέσποινα Χατζηπαυλίδου, Νίκος Σάμπαλης, Βίκυ Κυριακουλάκου
    Παραγωγή: Nova Melancholia
    Παραγωγός/Παραγωγοί: Βασίλης Νούλας
    Συμπαραγωγή: ΕΚΚ
    Κοστούμια: Κώστας Τζημούλης
    Σκηνικά: Κώστας Τζημούλης
    Φορμάτ: DCP
    Χρώμα: Έγχρωμο
    Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
    Έτος Παραγωγής: 2019
    Διάρκεια: 76΄

  55. sarant said

    46-54 Α μπράβο.

  56. Μαρία said

    51,52
    Ωραία. Λύθηκε το μυστήριο.
    Τα 18 τα είχα δανείσει τότε και δεν τα έχω πια. Και δεν έχω τη μνήμη του Δύτη.

  57. Ε, ο Δύτης δεν τα είχε διαβάσει το ’74

  58. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εδώ «Η καλύβα ψηλά στο βουνό», έχει αντιρρήσεις για τη Σοροκάδα που έπεσε λέει στις εξετάσεις το 2007
    https://panosz.wordpress.com/2008/06/09/regulations/

  59. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Το νησάκι Νήμος δίπλα στη Σύμη
    και το Διαπόρι της
    Η Νίμος, ή Νύμος είναι νησίδα του νότιου Αιγαίου και ανήκει στα Δωδεκάνησα. Βρίσκεται ακριβώς στο βόρειο άκρο της Σύμης από την οποία και χωρίζεται με ένα μικρό αβαθή πορθμίσκο που αποκαλείται Διαπόρι.
    Είναι η νησίδα Ύμος των αρχαίων Ελλήνων.

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CF%82

  60. sarant said

    58 Δεν το θυμόμουν πως είχε πέσει σε εξετάσεις.

  61. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Φελούκια
    Η Φελούκα (πληθυντικός φελούκες) ήταν τύπος μικρού ξύλινου πλοιαρίου στη περιοχή κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που κινούταν με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα. …
    Η λεξη πιθανόν να προέρχεται από την αραβική, στην οποία «φαλούκα» και φούλκε» ονομάζονται τα βοηθητικά πλοιάρια για τις διαπορθμεύσεις, πιθανόν όμως (κατά τον Παλάσκα) να προέρχεται από την αρχαία ελληνική «εφολκίδα».
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1

  62. Triant said

    Άγρια η θάλασσα και αγριότερη για εκείνους που την αψηφούν. Πράγμα σπάνιο όμως σε ναυτικούς ίσως επειδή αυτοί που την αψηφούν έχουν τέλος αντίστοιχο με τον Κοκκιμήδη.

    Η Αλιμιά πράγματι είναι μακρυά. 25 μίλια από το λιμάνι και οι βάρκες τους δεν πρέπει να περνάγανε τους 5 κόμβους.
    Υπάρχει Αλιμνιά και στην Ηρακλειά. Είναι ένας όρμος με παραλία στα ΝΔ που έχει στην μπούκα του βυθισμένο ένα αεροπλάο του Β’ ΠΠ. Δεν είναι όμως προφανώς η Αλιμνιά του διηγήματος.

    Η Σύμη είναι περίεργο νησί. Προ αμνημονεύτων, προ GPS δηλαδή, πηγαίναμε ένα σκάφος ‘μεταφορά’ στην Ρόδο. Θα φτάναμε αργά το βράδυ οπότε είπαμε να διανυκτερεύσουμε στον Πανορμίτη της Σύμης που είναι όνομα και πράμα και να μπούμε μέρα στο λιμάνι της Ρόδου. Εγώ στο τιμόνι, ο άλλος κοιμότανε. Είχε αρκετό φεγγάρι για να ξεχωρίζεις μεγάλους όγκους αλλά μέχρι εκεί. Βλέπω μια ακτή που φαινότανε νησί εκεί περίπου που έπρεπε να είναι η Σύμη και είμαι έτοιμος να στρίψω. Κάτι όμως δεν μου άρεσε. Εκτός από έναν φάρο, ούτε ένα φώς. Δεν μπορούσε να είναι κατοικημένο νησι κι επειδή εκεί είσαι πολύ κοντά, σχεδόν μέσα, στα Τουρκικά παράλια είπα να μην πλησιάσω να δώ. Δεν είχα και πρόχειρο χάρτη να δω τον φάρο και με είχε φάει η αμφιβολία. Για καλή μου τύχη τελικά, εκείνη την ώρα ξύπνησε ο φίλος μου που ως επαγγελματίας είχε κάνει το δρομολόγιο δεκάδες φορές και μου έβαλε τις φωνές ‘καλά δεν το βλέπεις ολόκληρο νησί;’. Δεν πάθαμε τίποτα βέβαια, αλλά μου έχει μείνει το γεγονός ότι η Νότια πλευρά δεν είχε (έχει; ) ούτε ένα φως.
    Πολύ αργότερα πήγα ως τουρίστας με το ποστάλι και μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση. Το λιμάνι κούκλα αλλά η πλειονότητα (!) των κατοίκων, μονίμων παραθεριστών και επιχειρηματιών, ψωνάρες.

  63. Triant said

    Tip:
    Για όποιον ενδιαφέρεται και θέλει να χαζέψει υπάρχουν online και δωρεάν οι πολύ καλοί ναυτικοί χάρτες της Navionics.

  64. Πέπε said

    Τώρα αξιώθηκα να το διαβάσω.

    Ωραίο και τραγικό. Λίγο πριν το τέλος, εκεί που τον μαζεύουν σώο, είπα «τι ανατροπή! σώθηκε!». Μετά, αντανατροπή, χτυπάει. Αλλά και πάλι ζωντανό τον φέρονουν πίσω – νέα ανατροπή! (Φυσικά, στο μεταξύ είχα ξεχάσει ότι τον λέγανε βλαμμένο κι ότι είχα απορήσει που δεν ταίριαζε με την περιγραφή του – καλός ψαράς, αρραβωνιασμένος με την αγαπημένη του…)

    Ε, και τελικά…

    ______________

    Η Αλιμ(ν;)ιά είναι νησάκι της Χάρκης.

    Ρίξε μια πέτρα κι άλλη μια / στη Χάρκη και στην Αλιμιά.

  65. Γς said

    41, 37:

    Λάθος μου! Νόμισα ότι οι διάλογοι στην Καθημερινή ήταν αληθινοί από κάποια κασέτα ή κάτι τέτοιο. Παρασύρθηκα από τη θύμηση εκείνων των δραματικών στιγμών.
    Συγνώμη,

  66. Γς said

    Κι όμως βλέπω ρε γαμώτο ότι οι διάλογοι είναι αληθινοί.
    Αίσχος!

    http://www.youtube.com/watch?v=npNqo3b28lc

  67. konstantinos said

    Είχαμε κάνει έργο στη Σύμη πριν από 10+ χρόνια.
    Την ίδια εντύπωση έχω για τους κατοίκους με τον Τριαντ. Ψεύτες και κλέφτες. Μικρουλικά στο μοναδικό μαγαζί του νησιού σε τιμές χ10 την τιμή της Αθήνας. (όχι χ2 ή χ3 όπως στις κυκλάδες, χ10!).
    Τιμές φαγητού απλησίαστες.
    Χειμώνα, που είναι λίγες εκατοντάδες άνθρωποι, πήγαν στο έργο και μας ξηλώσαν καλοριφέρ, μποιλερ, αντλίες, ότι έβγαινε το πήρανε.
    Και κανείς δεν ήξερε τίποτα…

  68. dryhammer said

    63. Τσέκαρα το χάρτη πέριξ της Χίου (που ξέρω) και είναι πολύ καλός. Κάτι λαθάκια έχει στα τοπωνύμια, αλλά για ναυτιλιακή χρήση (όχι μόνο του καναπέως) είναι μια χαρά .

  69. Triant said

    68: Είναι καλοί σου λέω. Έχουν και την ξέρα που είναι κάτω από την Άνυδρο (μεσοπέλαγα, μισό μίλι από την ακτή και σχεδόν ξενερίζει) και που δεν την έχουν οι μπακάλικοι του Imray.

  70. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Γειά σας, θαλασσινοὶ (68,69).

    Καλὸς ὁ χάρτης. Τὸν ἔλεγξα κι ἐγὼ γιὰ τὰ Θερμιά.

  71. dryhammer said

    69. Με λογική ποντοπόρου (απόσταση από ακτές, με εξαίρεση τον ελλιμενισμό και την αγκυροβολία), έχει σκοπέλους και ύφαλους, έχει βυθίσματα, έχει φάρους και καταφανή σημεία, έχει και τα σεπαρέσια (wow!!). Αν τους ενημερώνουν και ταχτικά, τι άλλο θες;

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ο Τσαμπίκος του Νικόλα
    Τσαμπίκοι και Τσαμπίκες επιχωριάζουν στη Ρόδο και πέριξ λόγω της γνωστής Παναγίας τους
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%82

    41. κοντή μνήμη

    https://www.in.gr/2019/08/24/in-tv/foties-stin-ileia-12-xronia-apo-tin-ethniki-tragodia-tous-84-nekrous/

    https://www.ilia24.gr/index.php/arthografia/383-tameio-molybiath-%C2%ABpoy-phgan-ta-lefta-%C2%BB-mia-apanthsh-ston-antiperifereiarchh-hleias

  73. dryhammer said

    72. Ήτανε (και είναι ακόμα) τέσσερις ξαδέρφες από τη Ρόδο, όλες βαφτισμένες Μαρίες. Για να τις ξεχωρίζουν έγιναν Μαρία, Μαίρη, Ματσώ και Τσαμπίκα.

  74. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ!

    63 Α μπράβο!

    Κοιτάζω στην Αιγινα κι έχει και τα καλώδια τα υποθαλάσσια. Που πριν από μερικά χρόνια ένα κότερο ειχε κόψει με την άγκυρά του το καλώδιο και μείναμε τρεις μέρες χωρίς ρεύμα κατακαλόκαιρο.

  75. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα. Μου άρεσε, αν και πικρό σαν τα κύματα της τρελής.
    Και οι κοντράκηδες με τις κωλοφτιαγμένες βάρκες, κάγκουρες αβάν λα λετρ.

  76. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    63. Σούπερ! Φχαριστώ!
    Και βέβαια Macedonia (FYROM) στην καταγραφή της εποχής, προ Πρεσπών, για να θυμόμαστε…

  77. Triant said

    76: Περίεργο. Εγώ βλέπω Republic of North Macedonia

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    77. Προς στιγμήν τσιμπίθηκα , μα το είδα 🙂 !
    αλλά ναι, φαίνεται αν μικρύνεις/ρολάρεις το χάρτη πιο πίσω, εκεί που εμφανίζει μόνο χώρες και τα σύνορά τους (τα ονόματα των χωρών με κεφαλαία -χωρίς πόλεις) .

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    78 όχι με κεφαλαία
    https://webapp.navionics.com/#boating@2&key=qqfiFer~kE

  80. Triant said

    78: Προφανώς τους διέφυγε. Θα δω αν υπάρχει κανένα mail για διορθώσεις.

  81. Triant said

    78: Αμ αυτό το Crete τι σου λέει;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: