Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αρρώστια στην Αθήνα (διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2020


Άλλη μια φορά παρουσιάσαμε στο ιστολόγιο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), του μεγαλύτερου διηγηματογράφου μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία. Και δεν έζησε άνετα.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αν το ιδιότυπο στιλ του Βουτυρά, που τόσο είχε προβληματίσει τους κριτικούς στην εποχή του -το λεγόμενο «πρόβλημα Βουτυρά»: πώς γίνεται ένας τόσο «άτεχνος» συγγραφέας να έχει τόση απήχηση στο κοινό- στέκεται καλά εκατό χρόνια μετά, στον σημερινό αναγνώστη.

Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο, αλλά είναι επίκαιρο. Μας το προσφέρει ο φίλος μας ο Spiridione, που τον ευχαριστώ πολύ. Το διάλεξε επειδή αναφέρεται, ακριβώς, στην πανδημία της γρίπης του 1918, όπως την έζησαν στην Αθήνα τότε. Εκατό (και κάτι) χρόνια μετά, έχουμε μιαν άλλη πανδημία.

Tο διήγημα δημοσιευτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Ανθρωπότης, τεύχος Ζ’, Μάιος 1920 -απ’ όπου και το πήρε ο φίλος μας. Στη συνέχεια, συμπεριλήφθηκε στη συλλλογή «Η αριστοκρατική γειτονιά και άλλα διηγήματα», του 1924 καθώς και στον 5ο τόμο των Απάντων στην έκδοση του Τσοκόπουλου.

Στο κείμενο έχουν γίνει κάποιες ορθογραφικές προσαρμογές και έχει μονοτονιστεί. Επίσης έκανα μερικές αλλαγές, εντελώς δευτερεύουσες, με βάση το κείμενο που υπάρχει στα Άπαντα.

Οι Μαξιμαλιστές που αναφέρονται στην εφημερίδα είναι οι Μπολσεβίκοι -η Οκτωβριανή επανάσταση είχε μόλις γίνει.

 

Αρρώστια στην Αθήνα

Η βροχή χτυπούσε κάποτε στα παράθυρα, τα τυμπάνιζε, και ο άνεμος, η φωνή του, ακουγότανε να βουίζει, να βογκά…

Μαζεμένοι είμαστε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου του καφενείου, και μιλούσαμε για την αρρώστια, που, από λίγες μέρες, είχε πέσει στην Αθήνα. Και μάλιστα αυτήν την ημέρα είχε γίνει θόρυβος γι’ αυτή πολύς. Τρομαχτικά πράγματα λέγανε.

Καθισμένος εγώ, κοντά στην κλειστή πόρτα, κοίταζα κάποτε, απ’ τα γυαλιά της, την άγρια νύχτα, έβλεπα κάτι δεντράκια που ήταν απ’ έξω απ’ το καφενείο, να σαλεύουν σα να δερνόντουσαν, να κλαίγανε κι αυτά για τη συμφορά, που ‘χε πέσει στην πόλη της Αθηνάς. Κι ερημιά, ερημιά στο δρόμο. Σπάνια να φανεί διαβάτης.

Και οι διηγήσεις για την αρρώστια, για τα χτυπήματα, που ‘δινε, αύξαναν, πλήθαιναν. Λέγανε για στρατιώτες που πλήθος πέθαιναν και δεν πρόφταναν να τους θάψουν, για οικογένειες που ξεκληρίστηκαν ολόκληρες σε δυο, ή τρεις μέρες.

Ο Άγγελος, ο κοντός Άγγελος, ο υποψήφιος άντρας, όπως τον έλεγε ο Τρίγκας, μας είπε την καλύτερη ιστορία. Και ήταν καλύτερη, γιατί στο τέλος ο άρρωστος έζησε, νίκησε τον θάνατο. Και η ιστορία του ήταν αυτή.

Κάποιος στρατιώτης αρρώστησε από γρίπη και τον πήγανε στο νοσοκομείο.

Μετά δυο, τρεις μέρες, ο στρατιώτης έμεινε κόκκαλο! Τον αρπάξανε λοιπόν, μόλις τον είδαν έτσι, και μια και δυο τον κουβαλήσανε κάτω στην εκκλησιά. Εκεί τον βάλανε σ’ ένα ξυλοκρέβατο και τον αφήσανε χάμω στις πλάκες. Και τον λησμονήσανε. Πάει κι αυτός! Είχαν άλλους τώρα, να στείλουν! Ξαφνικά ένας νοσοκόμος βλέπει αυτόν τον στρατιώτη, τον πεθαμένο, να μπαίνει μέσα σιγά και να λέει μισοκλαίοντας:

— Τι με βάλατε κει κάτω και ξύλιασα απ’ το κρύο!..

Εδώ ο Άγγελος έκανε τον στρατιώτη πώς τα ‘λεγε, σα να τον είχε δει.

Ο νοσοκόμος το ‘βαλε στα πόδια κι έτρεξε να το πει και στους άλλους. Εκεί τότε έγινε το ανάστα ο Κύριος! Φόβος και τρόμος! Αφού τρόμαξαν αρκετά, βεβαιώθηκαν επιτέλους πως ο άνθρωπος δεν είχε πεθάνει και δεν ήτανε βρικόλακας!

Η ιστορία του Αγγέλου, όμως, δεν έγινε πιστευτή. Τη χτύπησαν άγρια, την περγέλασαν. Κάποιος του τη φούρνισε…

Ο Άγγελος ορκιζόταν πάλι, πως την άκουσε από σοβαρό γιατρό, που δε θυμότανε τ’ όνομά του, και, και… Μάταια όμως, όλα. Επιτέλους ο Τρίγκας μπήκε στη μέση:

— Μακριά πια απ’ τους αρρώστους! Έχουνε γρίπη! Πέτε τίποτε άλλο!, τους είπε.

— Σωστά, σωστά! μίλησε και ο Μιστόκλης ο μπογιατζής, που καθότανε στην αντικρινή γωνιά, μαζί με τον αχώριστο σύντροφό του και συντεχνίτη του, έναν ψηλό νέο με κόκκινα μάγουλα. Αυτός ο Μιστόκλης, με το σύντροφό του κι έναν άλλο γνωστό μου από πολύν καιρό, Αφάντη τ’ όνομα, που δεν είχε έρθει αυτή τη βραδιά, ερχόντουσαν στο δωμάτιο κείνο, που μόνο μεις συχνάζαμε. Καθόντουσαν κι ακούγανε, τις περισσότερες φορές, τι λέγαμε και παίρνανε και μέρος. Αλλά σ’ όλο το διάστημα είτε μιλούσανε με μας, ή μεταξύ τους, ο σύντροφος του Μιστόκλη ο κοκκινομάγουλος νέος, ποτέ δεν άνοιγε το στόμα του να πει κάτι. Κάποτε μόνο χασμουριότανε.

Ο Αφάντης ερχόταν καθαρός με τη στολή του κλητήρα της Βουλής να λάμπει. Οι άλλοι δυο με τα ρούχα της δουλειάς, σχισμένα κι όλο μπογιές. Αυτές όμως τις ημέρες ερχόντουσαν φορώντας δυο σακάκια, το ‘να πάνω απ’ τ’ άλλο. Ο Μιστόκλης ένα πιο κοντό απ’ το μέσα, μαύρο, μισοκάθαρο και γερό, και ο άλλος δυο κοντά, κοντά τόσο σα γελέκα.

Ο Μιστόκλης δεν έβγανε ποτέ το ‘να σακάκι του όση κι αν έκανε μέσα κει  ζέστη, ο σύντροφός του όμως το πετούσε από πάνω του. Αλλ’ όταν θέλανε να φύγουν και το ‘παιρνε ζητώντας να το φορέσει, σχεδόν πάντα ο Μιστόκλης θα του ‘λεγε κάνοντας ότι θέλει να τον βοηθήσει:

— Στάσου Γιωργάκη μου, στάσου! στάσου να σε βοηθήσω να βάλεις το παλτεσού!..

Τα λόγια του Τρίγκα πήγανε χαμένα, γιατί όλη η παρέα μας την ίδια ομιλία έπιασε πάλι.

Εγώ κοίταζα έξω. Ένα αμάξι περνούσε σιγά. Κοίταξα καλά. Ήτανε μια παλιά νεκροφόρα… Μέσα είχε ένα φέρετρο:

— Για κοιτάτε κει! είπα στους άλλους.

Στο πόδι όλοι. Πλησιάσανε γρήγορα, στα γυαλιά, τα καθάρισαν και κόλλησαν τις μύτες τους πάνω. Μερικοί βγήκαν και πήγανε στην πόρτα να δούνε καλύτερα.

— Ναι, ναι!… και τη νύχτα κουβαλούνε!…

— Η καψοκάρδα! έκανε ο Μιστόκλης.

Πάλι καθίσανε στις θέσεις τους.

— Τρομερό! είπε ένας απ’ εκείνους, που ‘χανε βγει στην πόρτα. Το είδατε;.. Έτσι τους πηγαίνουν και τη νύχτα.

— Ας πεθάνουν! έκανε ο Τρίγκας, όσο λιγότεροι, τόσο καλύτερα! Και που ζουν τι κάνουν; Κάνουν άλλο από του να τρώνε;…

— Ε; ε!…

— Σώπα, Τρίγκα, σώπα!…

Πάλι άρχισε συζήτηση, μάλωμα.

Εγώ σκεπτόμουνα αφήνοντάς τους να μαλώνουν.

Μετά τον πόλεμο η αρρώστια! Πόσοι που ‘ναι έξω, όταν θα ‘ρθούνε δε θα δούνε τα αγαπητά πρόσωπα, που τόσο λαχταρούνε να ‘ναι κοντά! Τι κατάρα!…

Όλοι μιλούσανε, φωνάζανε και μαζί μ’ αυτούς κι ο Μιστόκλης, ενώ ο κοκκινομάγουλος νέος, ο σύντροφός του, έμενε σιωπηλός, ακίνητος και σαν ξένος σ’ όλα αυτά.

Είδα τη ματιά του να ‘χει μια έκφραση, που μου θύμισε των βοδιών.

— Όλοι υπόδικοι είμαστε!, τους είπε στο τέλος ο Μιστόκλης.

Η βροχή χτύπησε κείνη τη στιγμή, πάλι τα γυαλιά και ο άνεμος μουγκρίζοντας έσεισε δυνατά την πόρτα…

*

*  *

Φύγαμε απ’ το καφενείο όταν πάλι σε λίγο, κόπηκε η βροχή. Και φύγαμε όλοι μαζί. Παρακάτω όμως, χωρίσαμε. Εγώ, ο ψηλός και αδύνατος Σάγκούδας με τον κοντό Άγγελο, πήραμε το δρόμο για τα σπίτια μας, ενώ οι άλλοι το δρόμο μιας ταβέρνας, για να πιούν, όπως έλεγε ο Τρίγκας, ένα αντιγριπικό.

Ο Άγγελος βάδιζε κοντά στον ψηλό Σαγκούδα προσπαθώντας να κάνει το ίδιο βήμα μ’ αυτόν, και ανοίγοντας τα πόδια του τόσο σα να ζητούσε να τα ξεσχίσει…

Αυτό μου ‘φερε ευθυμία και θυμήθηκα και τα λόγια του Βίλτα, που ‘λεγε,  πως ο Άγγελος δε συνοδεύει το Σαγκούδα, αλλά τα πόδια του Σαγκούδα!…

Είχαμε φτάσει κοντά σε μια εκκλησιά, όταν ακούσαμε χτυπήματα σφυριών πολλά, πολλά, πλήθος, κάτι να καρφώνουν.

— Μωρέ, δουλειά!

— Τί δουλειά! κάνουν κάσες!…

Ήταν ένα φερετροποιείο φωτισμένο καλά, και από μέσα, απ’ το βάθος του, έβγαιναν τα χτυπήματα των σφυριών, που κάρφωναν, κάρφωναν, δούλευαν γρήγορα, βιαστικά. Είχαμε σταθεί σαν οι κρότοι που ‘βγαιναν, κρότοι σα γεμάτοι θάνατο και πρόσκληση μαζί του θανάτου, να μας είχαν κλείσει το δρόμο.

— Να πάρει ο διάβολος! Μα πώς τ’ αφήνουν αυτά! Και να ‘ναι μέσα σε κεντρικό μέρος!..

— Να ‘ναι κανένας άρρωστος δω κοντά, σίγουρα θα τα τινάξει απ’ αυτούς τους κρότους!

— Εμπρός, εμπρός! Τι στεκόμαστε!

Και ο ψηλός Σαγκούδας ανοίγοντας τα πόδια του πολύ, προχώρησε γρήγορα, κάνοντας τον Άγγελο να τρέξει για να τον προφτάσει.

Με βήμα γλήγορο κατηφορίζαμε, μακρυνόμαστε απ’ το καταραμένο μαγαζί, που δούλευε, δούλευε μανιακά για το θάνατο. Όχι πολύ μακριά απ’ το μαγαζί αυτό, είδαμε ένα σπίτι με μαύρα απ’ έξω, στην πόρτα.  Ο κρότος των σφυριών έφθανε κει δυνατός.

— Τι φρίκη!

— Πάμε!

Δεν είχαμε κάνει πολλά βήματα και να κι ένα άλλο σπίτι μαυροφορεμένο!

— Τι λες; ρώτησε ο Σαγκούδας τον Άγγελο.

— Τι να πω! του απήντησε αυτός με την ψιλή φωνή του, τώρα θυμήθηκα τα λόγια του Μιστόκλη του μπογιατζή: Όλοι είμαστε υπόδικοι!

*

*  *

Στο σπίτι τούς βρήκα όλους φοβισμένους. Καθόντουσαν στο τραπέζι. Το φαΐ ακόμη δεν ήταν έτοιμο.

— Μα τ’ είναι αυτό πάλι! έκανε η μάνα μου. Τα ‘δες! Και κείνο το παιδί του μπακάλη, πάει, πέθανε! Τώρα λένε ψυχομαχούν τα δυο του μεγάλα αδέλφια! το κορίτσι, ένα της παντρειάς και ο μεγάλος αδελφός του!

Λυπήθηκα πολύ το παιδί αυτό, που ‘χε πεθάνει, γιατί το ‘ξερα. Ήταν ένα μελαχρινό όμορφο, που όλο το χαμόγελο είχε στα χείλια…

Η μάνα μου ξακολούθησε:

— Αμ ο Παναγιωτάρας! Είναι άντρακλας. Συ δεν τον ήξερες. Πάει κι αυτός!… Πέθανε το πρωί!.. Μα τ’ είναι τα όνειρα!

Ό πατέρας μου τραβούσε το μουστάκι του σκεπτικός.

— Ας είναι, είπε αφήνοντας το τράβηγμα του μουστακιού του και κουνώντας το χέρι του σα να φοβέριζε κάποιον να δείρει, ας είναι, την παλιά μέθοδο στη μέση, την παλιά γιατρική!.. Οι γιατροί ξοφλήσανε, πάνε! Κρεμμύδια, σκόρδα. Αυτό το γιατρικό, που βρήκε ό λαός, αυτό να βάλουμε μπρος!… Για πέτε μου, έχετε; Και αν δεν έχουμε, πρέπει να πάρουμε!…

— Ναι, ναι, έχουμε, αλλ’ όχι πολλά.

 Θα πάρουμε κι άλλα! Πρέπει να τα βάλουμε μπρος!… Τι να κάνουμε! έκανε ο πατέρας μου σα να δικαιολογόταν, ανοίγοντας τα χέρια, αφού οι γιατροί ξοφλήσανε!…

— Είναι τρομερό, αλήθεια! είπε και η μεγάλη μου αδελφή.

— Μα τα όνειρα τι φοβερό πράγμα είναι! έκανε η μάνα μου. Κι έπειτα λένε, να μην τα πιστεύουμε!

— Ποιος το λέει;

— Δε σας είχα πει τ’ όνειρό μου για τους λάκκους, που ‘δα να ‘χουν ανοίξει σ’ όλους τους δρόμους όπως όταν βάζουνε νερό; Και πήγε ο Παναγιωτάρας να πηδήσει κι έπεσε μέσα! Το ‘δατε;

— Αμ η αδελφή της Μαργίτσας, ένα μικρό κοριτσάκι, το ‘χετε δει που ‘ρχεται κάποτε και παίζει απ’ έξω; Αυτό είδε μια γριά δίχρωμη, κίτρινη και μαύρη, με τα δόντια απ’ έξω και μ’ έξι δάχτυλα, να γυρίζει και να τρώει όποιον εύρισκε!…

— Είναι τρομερά τα όνειρα.

— Είναι η αλήθεια, άρχισε να λέει ο πατέρας μου, αλλά κείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε με βία…

Κανείς δεν ήταν. Μια δυνατή πνοή άνεμου είχε σπρώξει την πόρτα. Πετάχτηκα και την έκλεισα.

— Μου κόπηκε το αίμα! είπε η αδελφή μου η μεγάλη.

— Και μένα! είπε η μάνα μου.

Ο πατέρας μου και οι άλλοι δε μίλησαν.

Εγώ πρέπει να πω την αλήθεια. Είχα τρομάξει. Και το άνοιγμα τής πόρτας το ξαφνικό, δεν ξέρω πως μου φάνηκε…

Η αδελφή μου η μικρή, πήγε κοντά στη μητέρα της και στριμώχτηκε.

— Για κοιτάτε την!

— Έλα, πεινάσαμε! είπε ο πατέρας μου, ακόμα αυτό το φαΐ!

Η Φωφώ σηκώθηκε και πήγε στο μαγεριό.

Στη σιωπή που ‘γινε, ακούστηκε το ρολόγι, ο χτύπος του, σα να ‘τρεχε ο γέρο Χρόνος καβάλα με καλπασμό…

*

*  *

Προσπάθησα να κοιμηθώ. Στο νου μου όμως, όλο ερχόταν το παιδί του μπακάλη που πέθανε. Κι ήταν ένα μελαχρινό, γλυκό, παιδί, με μάτια μαύρα μεγάλα. Κι όλο χαμογελούσε…

Επιτέλους το κατόρθωσα. Έκλεισα τα μάτια διώχνοντας απ’ το νου μου την κάθε σκέψη.

Μια σειρά τραπεζιών με μαύρο ντύμα, απ’ εκείνα που βάζουν πάνω τους, τους νεκρούς, όταν τους έχουνε στην κάσα, είδα να περνά, το ‘να κοντά στ’ άλλο, και πολλά να ‘χουνε ζωγραφισμένη μια άσπρη νεκροκεφαλή πάνω στο μαύρο ντύμα…

Άνοιξα τα μάτια. Χάθηκαν. Πάλι, μετά από ιδέες πολλές που μου ‘ρθανε γι’ αυτό που είδα, θυμήθηκα το παιδί κείνο, που πέθανε, αλλά τώρα πως το χαμόγελο του ήτανε θλιβερό!…

Έδιωξα αυτή τη σκέψη κι έκλεισα τα μάτια ζητώντας τον ύπνο.

Μου φάνηκε ν’ άκουγα τώρα, το Ραφτίδα να μιλά, να μιλά, κι η σουβλερή φωνή του να υψώνεται. Και καθώς μιλούσε, ενώ μου φαινόταν, πως τον έβλεπα μέσ’ το καφενείο του Σπίτα, αισθανόμουν το χέρι του να με κρατά απ’ το κουμπί του ρούχου μου και να με πιέζει…

Στεναχωρέθηκα και ανοίγοντας τα μάτια, γύρισα.

— Μπα! έκανα.

Κείνη τη στιγμή μια φωνή, ένα ξεφωνητό γυναικείο, άκουσα μέσ’ στη σιωπή να ξεπετιέται, μέσ’ στη σιωπή που ‘χε γίνει γιατί δεν ακουγόταν ο άνεμος πια να βογκά. Πάγωσα.

Ακροάστηκα. Πάλι το άγριο ξεφωνητό μέσ’ στη νύχτα πάλι! Θάνατος ήταν δίχως άλλο, κάποιον θα χτύπησε, θα ξέκανε η αρρώστια!

Έμεινα ακούγοντας. Στο σπίτι σιωπή. Ίσως να μην ακούσανε, θα ‘χαν κοιμηθεί.

Η φωνή λιγόστεψε σιγά, σιγά. Τίποτα πια. Ησυχία.

Ζήτησα να κοιμηθώ. Αλλά τώρα, μου φαινότανε ν’ ακούω φωνές, ξεφωνητά από παντού…

Κι έμενα μ’ ανοιχτά μάτια μέσ’ το σκοτάδι.

Στον τοίχο ξαφνικά ένας σκελετός παρουσιάστηκε. Κρατήθηκα και πρόσεξα.

Ο σκελετός άρχισε να κουνιέται, να κουνιέται. Δεν εκράτησε όμως, πολύ αυτό το κούνημα, γιατί χωρίστηκε απ’ το λαιμό και κάτω, και χάθηκε, αφήνοντας μόνο το κρανίο. Αλλά κι αυτό άλλαξε, έλαβε μορφή γυναίκας και σαν κυκλωμένη από κάποια ομίχλη…

*

*  *

Πάλι την άλλη μέρα συννεφιά και καταχνιά. Ο καιρός υγρός, υγρός. Μια σκοτεινή μέρα θλιμμένη.

Όταν πήγα στην τραπεζαρία και είπα της μάνας μου για τις φωνές, μου είπε:

— Ναι, το ξέρω, τ’ άκουσα κι εγώ! Πέθανε η παντρεμένη κόρη κείνου του νταμαρτζή, που μας έφερνε τα ξύλα! Η καημένη! Άφησε κι ένα παιδάκι!

— Από τι πέθανε;

— Από τι άλλο! Απ’ αυτή τη διαολοαρρώστια! Αυτή μου φαίνεται πως θα θερίσει κόσμο και κόσμο! Εσύ να ντυθείς καλά! Το ‘πε και ο μπαμπάς σου, να φορέσεις και το κασκόλ, να τυλιχτείς! Εδώ δε θέλει παλικαριές!… Α, α, έχασες! Α, και να ‘βλεπες το μπαμπά σου πώς τυλίχτηκε! Ήτανε κωμικός!… Μα σα να αισθάνομαι ρεύμα!.. Βρε συ! Πηνελόπη!.. μην άνοιξες μέσα το παράθυρο;

Η αδελφή μου η μεγάλη φάνηκε.

— Τ’ είναι; ρώτησε.

— Για κοίταξε, Φωφώ μου, μην άνοιξε κείνη η τρελή το παράθυρο; Τι, έχουμε ανάγκη από μικρόβια;

Και καθώς η αδελφή μου πήγαινε γρήγορα να δει μέσα:

— Καλύτερα να βρωμίσουμε, είπε, τι να τον κάνουμε τον αέρα, αφού είναι γεμάτος μικρόβια;

Βγήκα έξω τυλιγμένος σα να ‘ταν πάγια. Αλλά και άλλους που είδα στη στάση, τα ίδια χάλια είχανε. Ρούχα πάνω σε ρούχα, κι είχαν τυλίξει και το λαιμό τους. Κι όλοι μιλούσανε για την ασθένεια που ‘κοβε κόσμο…

Δεν μπορούσα ν’ ακούω τα ίδια, τα ίδια, με νεύριαζε, κι έφυγα και πήγα ίσαμε κάτι νερά, που πέρα λίγο λίμναζαν.

Κοντά εκεί, στο αμαξοστάσιο απ’ έξω, μια άμαξα  μεγάλη, κλειστή, ήτανε μόνη χωρίς άλογα. Πάνω της, στο κουβούκλιο, ή στην κουκούλα της, μια όρνιθα σταχτιά ήταν ανεβασμένη και στη ρόδα της άλλη μια άσπρη. Και οι δυο μένανε όρθιες και ακίνητες. Πιο πέρα ο πετεινός με τη άσπρη ουρά του να κουνιέται απ’ τον άνεμο, πήγαινε προς το δρόμο, συνοδεύοντας σαν κύριος κομψός, κυρίες, δυο, τρεις όρνιθες και κάνοντας κινήματα σα να τους διηγόταν κάποια ιστορία…

— Αυτός, σκέφτηκα, δε φοβάται από γρίπη!

Ναι, ναι, αλλά… Κάτι παρουσιάστηκε και μ’ έκανε να τ’ αφήσω αυτά. Ένας άνθρωπος μ’ ένα φέρετρο περνούσε απ’ το δρόμο.

Γύρισα πίσω, αλλά τώρα τρόμαξα.

Είδα ένα άλλο φέρετρο να παρουσιαστεί. Το σήκωνε ένας άντρας χοντρός, στον ώμο του.

Οι άνθρωποι, που περίμεναν το τραμ, παραμέρισαν γρήγορα να διαβεί.

Και ήταν ένα φέρετρο, μεγάλο, μεγάλο, γιγάντιο φέρετρο.

Το τραμ ήρθε και ορμήσαμε ν’ ανεβούμε.

Πάλι κει μέσα για την αρρώστια μιλούσαν.

Μυρουδιά καμφοράς δυνατή…

Δεσποινίδες, κυρίες έμεναν κρατώντας τη μύτη τους χωμένη στο μαντίλι, που θα ‘χε καμφορά ίσως…

Και το τραμ προχωρούσε στην Αθήνα, στους κεντρικούς δρόμους. Είχε μπει στον πλατύ δρόμο, που φέρνει στη δενδροστοιχία, όταν μια κηδεία φάνηκε με άμαξα.

Πρόσωπα μέσα κόκκινα θλιμμένα, κλαμένα…

Πιο πέρα να, άλλη! Κι αυτή με αμάξια! Και φύγανε αυτά γρήγορα πετώντας λάσπες. Είχαμε φτάσει στη δεντροστοιχία και τρέχαμε σ’ αυτή, όταν το τραμ έκοψε το δρόμο του λίγο.

Ήταν πάλι κηδεία και μεγάλη. Πήγαιναν όμως πεζοί.

Αλλά κείνη τη στιγμή άλλος νεκρός με λίγους να τον ακολουθούνε παρουσιάστηκε στο πεζοδρόμιο. Πήγαιναν απ’ εκεί για να μην πατούνε στις λάσπες. Και βαδίζανε γρήγορα, γρήγορα. Ο παπάς! Ω ο παπάς! Αυτός σχεδόν έτρεχε, κόντευε ν’ αφήσει το νεκρό και να βρεθεί στο νεκροταφείο μόνος του.

Έχει δίκαιο, σκέφθηκα, έχει πολύ δουλειά!

Το τραμ σταμάτησε στο Σύνταγμα και πάλι κούνησε.

Ήχος μουσικής. Έσκυψα. Κηδεία ερχόταν πάλι. Ο νεκρός σε νεκροφόρα και στρατιώτες με μουσική. Και βαδίζανε γρήγορα και ρυθμικά με το χρόνο της μουσικής.

Θυμήθηκα ενός φίλου κάτι λόγια, που μου ‘χε πει κάποτε:

— Θέλω να με πάνε με μουσική, αλλά μαζί θέλω να την αισθάνομαι, να την ακούω.

 

Τους βρήκα όλους ακόμα στο τραπέζι, αν και η ώρα ήταν περασμένη. Ο πατέρας μου μιλούσε κείνη τη στιγμή, και άμα με είδε μου είπε:

— Άκουσέ το και συ! Λέω πάλι η αρρώστια αυτή, είναι η κατάρα, οι κατάρες, όχι η κατάρα, που άφησαν τόσες χιλιάδες, εκατομμύρια σκοτωμένοι! είναι το βογκητό τους, η φωνή η τελευταία! Απ’ αυτά έγινε αυτή η αρρώστια!

Η μάνα μου, η αδελφή μου η μεγάλη, η Πηνελόπη η μικρή και τ’ αδελφάκι μου, τον κοιτάζανε χωρίς ν’ ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους, να σαλεύουνε τα ματόκλαδά τους.

Σίγουρα αυτά που έλεγε ο πατέρας μου, θα τα πίστευε καλά, αυτό φανέρωνε ο τόνος της φωνής του. Στο τέλος όμως έβηξε.

— Ω, ω! έκανε η μητέρα μου, μην το κουνήσεις απόψε διόλου, ούτε στιγμή! Να σου βάλω βεντούζες!

— Δεν ντρέπεσαι! δεν είναι τίποτα!

Εγώ δεν ξέρω! θα σου βάλω βεντούζες και θα σε τρίψω!.. Εσένα ρώτησα γυρίζοντας στο αδελφάκι μου, το κεφάλι σου πώς πάει; Δεν τον έστειλα σκολείο, γιατί μου ‘πε πως του πονεί λίγο το κεφάλι…

— Μα θα κλείσουν και τα σχολεία.

— Αλήθεια; πετάχτηκε το μικρό και ρώτησε.

Είδα στο πρόσωπο του τη χαρά. Αλλά δεν είπα τίποτα. Ίσως και ο πονοκέφαλός του να ‘τανε ψεύτικος.

Έφαγα γρήγορα.

— Αμ πού να δεις! Για έλα δω, έλα να δεις: μου είπε η μητέρα μου, άμα τελείωσα το φαΐ.

Ο πατέρας μου δεν ήτανε κει. Είδα τον καπνό του τσιγάρου του στην άλλη κάμαρα.

Η μητέρα μου προχώρησε κι εγώ την ακολούθησα. Άνοιξε την πόρτα του μαγεριού και μου ‘πε δείχνοντας μέσα:

— Για κοίτα!

Είδα τέσσερες μεγάλες πλεξάνες σκόρδα και διπλάσια κρεμμύδια να κρέμουνται.

— Το γιατρικό μας!

Δεν είπα τίποτα, δε θέλησα να της ταράξω την πίστη της, που της έδινε θάρρος. Αν το ‘κανα δεν είχα τίποτα άλλο να της πω. Αλλ’ αυτή σα να εννόησε τη σκέψη μου.

—  Ο πατέρας σου λέει, μου είπε, πως ο λαός, αυτός ο αμαθής λαός, αυτό βρήκε για φάρμακο! Και θα ‘χει δίκαιο! Γιατί πάει κι αυτός σαν τα ζώα, που τρέχουν και ζητούν μέσ’ τα χορτάρια το φάρμακο τους! είδες τη γάτα που…

*

*  *

Βγήκα όταν άρχισε να βραδιάζει. Αν και ήθελα να μείνω στο σπίτι για να ευχαριστήσω τη μάνα μου, δεν μπόρεσα να το κάνω.

Σύρθηκα δυνατά να βγω, όταν είδα το σκοτάδι να ‘ρχεται. Άνεμος φυσούσε υγρός και σύννεφα πάλι, είχαν κουκουλώσει τον Υμηττό. Κάποτε έβλεπα μαύρο σε πόρτες, μπαλκόνια. Ο θάνατος έτρεχε, γύριζε χτυπώντας αδιάκοπα.

Σ’ ένα δρόμο έρημο, που περνούσα, θυμήθηκα τον Αφάντη. Εκεί ήταν το σπίτι του. Κι είδα και φωτισμένο ένα παράθυρό του.

Στη γωνία αυτού του δρόμου λίγο έλειψε να συγκρουστώ με κάποιον που ξεφύτρωσε βιαστικός. Κοιταχτήκαμε. Ο Αφάντης!

— Μα τι έγινες; τον ρώτησα.

— Τι έγινα; Δεν βλέπεις εδώ! μου απάντησε και μου ‘δειξε κάτι, που κρατούσε. Ήτανε φάρμακα. Τρόμαξα.

— Έχεις κανέναν άρρωστο;

— Ο Αριστείδης μου! από πυρετό! Είναι δυο μέρες τώρα! Άσε με, άσε με!…

— Μόνο πυρετό έχει;

—Τι μόνο πυρετό έχει; Καίγεται, βρε αδελφέ, καίγεται!.. Για έλα, έλα να τον δεις!…

Δεν ήξερα πώς να του αρνηθώ. Και αν ήταν γρίπη;

Τον ακολούθησα όμως. Και στο δρόμο ζητούσα να δώσω θάρρος στον εαυτό μου. Ίσως, έλεγα να μην είναι τίποτα, κι έπειτα ακόμα δεν έχει φανερωθεί…

Στον κρότο των βημάτων μας, στη σκάλα, μια πόρτα άνοιξε και φάνηκε ένα πρόσωπο γυναίκας κρατώντας φως. Ήταν η γυναίκα του Αφάντη.

Απάντησε στο χαιρετισμό μου, με σιγαλή φωνή, και κούνησε το κεφάλι απελπιστικά.

— Πώς είναι; τη ρώτησε ο Αφάντης.

— Πώς να ‘ναι! τα ίδια! φωτιά!

Προχώρησαν μέσα κι εδώ τους ακολούθησα.

Σ’ ένα κρεβάτι μεγάλο του αντρόγυνου ίσως, κοιμόταν ένα παιδάκι, ο Αριστείδης του. Το ‘ξερα καλά. Η μάνα πλησίασε κι έβαλε το χέρι της στο μέτωπό του:

— Φωτιά είναι!… είπε στον άντρα της.

Το παιδάκι ούτε κινήθηκε, ξακολουθούσε να κοιμάται και ν’ αναπνέει βαριά. Πόσο θλιβερό μου φάνηκε κείνο το δωμάτιο, με τη λάμπα στο κομμό, πού είχε αμπαζούρα με ζωγραφισμένα γατάκια να παίζουν εύθυμα, να κυνηγιούνται, και με τα στεφάνια του γάμου στον τοίχο πάνω απ’ το κρεβάτι, που κοιμόταν το άρρωστο παιδί. Είχε όμως κι έναν αέρα! Αν μπορούσα θα ‘κλεινα στόμα, μύτη να μην αναπνέω διόλου.

Θυμήθηκα όλα τα γιατροσόφια, που ‘χα ακούσει κι άλλα δικά μου, και θέλησα ν’ αρχίσω να τους τα λέω. Αλλά κείνη τη στιγμή μια φωνή υπόκωφη, παράξενη φωνή ακούστηκε, που με πάγωσε.

Το παιδάκι μιλούσε και ταραζόταν στον ύπνο του:

— Πω, πω, πώς τρέχουν! πατέρα μου! Κι είναι και μια γυναίκα μαζί!.. Βάρα πατέρα! Βάρα και μας φτάνουν! Βάρα!..

Είχα παγώσει. Ο πατέρας πλησίασε το παιδί του.

— Παιδάκι μου…

Η γυναίκα του τον εμπόδιζε:

—Μη, μη! Μην το ξυπνάς ! του είπε.

Έφυγα σε λίγο, καπνίζοντας σα φουγάρο, το ‘να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο. Είχα θυμηθεί μια συμβουλή ενός φίλου μου.

Μού ‘χε πει αυτός να καπνίζω άγρια, γιατί ο καπνός διώχνει, σκοτώνει τα μικρόβια…

Η φωνή του παιδιού όμως δεν μπορούσε να φύγει απ’ τ’ αυτιά μου:

—Βάρα πατέρα!

Χωρίς άλλο, σκεπτόμουνα, σε κάποιο αμάξι ή στη σούστα τους, γιατί είχανε σούστα και δούλευε στην αγορά, θα ‘βλεπε πως ήτανε με τον πατέρα του, και τους κυνηγούσανε, γι’ αυτό έλεγε έτσι για να χτυπήσει τ’ άλογο ίσως…

*

*  *

Οι μέρες περνούσαν. Η αρρώστια χειροτέρευε. Άκουγα τρομαχτικά πράγματα να διηγούνται. Σπίτια είχανε μείνει με τα κλειδιά στις πόρτες, οικογένειες ολόκληρες, μεγάλες, είχανε ξαφανιστεί.

Απ’ του φίλου μου του Αφάντη δεν πήγα να ρωτήσω για το παιδί του. Μα είχα βρει και το διάολό μου, γι’ αυτό που ‘χα κάνει.  Ο πατέρας μου που το ‘μαθε, ή που του το είπα, είχε γίνει έξω φρενών.

— Μα, βρε συ, βρε ανόητε, μου είπε, δεν έχεις νου κουκούτσι. Δε βάζεις με το νου σου, πως πολλοί φορούνε προσωπίδες! και συ πήγες μέσα στη φωτιά!…

Τα γιατρικά του κάθε μέρα τα μεταχειριζόμαστε. Αλλά και στο καφενείο, που άρχισα να μην πηγαίνω συχνά, όταν πήγα, είδα πως όλοι είχανε βάλει σε ενέργεια αυτό το γιατρικό. Όλοι μυρίζανε, ή όλο το καφενείο μύριζε την ευωδιά του σκόρδου. Η μάνα μου πάλι, το ‘χε παρακάνει με τις προφυλάξεις. Να μη δει κανενός να του τρέξει η μύτη, να του έρθει κάποια ζάλη! Ευθύς θα τον κάθιζε στο κρεβάτι και θ’ άρχιζε τα διάφορα θερμαντικά και άλλα φάρμακα της εφεύρεσης του πατέρα μου.

Μια μέρα όμως, κι αυτουνού του πατέρα μου, του παρουσιάστηκε μικρό συνάχι.

— Ω, ω! έκανε η μάνα μου να πας να ξαπλωθείς! γρήγορα!

Μπα, δε βαριέσαι! είπε αυτός, άμα φάω το βράδυ, κάμποσα κρεμμυδάκια και σκόρδα και πιώ και δυο κρασιά, πάει!

Αυτά έλεγε, αλλά την άλλη μέρα του παρουσιάστηκε κι ένας πόνος!

Έγινε τότε, αναστάτωση στο σπίτι. Κι αυτός είχε φοβηθεί. Κι όσο κι αν ήθελε να κάνει το γενναίο, φαινόταν ό φόβος.

Και η μάνα μου τον κάθισε στο κρεβάτι και τον σκέπασε, μετά απ’ τις βεντούζες, με τόσες κουβέρτες, που τον έκαναν να φωνάξει:

— Πάει, μ’ έσκασες!..

Ήθελε και κάτι άλλο να του πει η μάνα μου, όταν είδε, πως δεν του έπαυε ο πόνος, αλλά δεν τολμούσε. Επιτέλους όμως, του το ‘πε:

— Να στείλουμε για το γιατρό; να μας δώσει μια ιδέα!..

Ο πατέρας μου στο άκουσμα αυτό, τίναξε το πάπλωμα, τις κουβέρτες, τα κλώτσησε, και πετάχτηκε όρθιος.

— Στο διάολο! Τους δολοφόνους θέλεις να μπάσεις μέσα δω; Δεν έχω τίποτα, τίποτα δεν έχω!.. Νευρικός θα ‘ναι ο πόνος!…

Και ντύθηκε. Αδύνατο στάθηκε να πέσει πάλι στο κρεβάτι. Ο πόνος έτυχε το βράδυ, να περάσει. Δεν τον αισθανόταν πια.

— Δε σας το ‘λεγα γω; νευρικός ήτανε, νευρικός! έλεγε ο πατέρας μου και καμάρωνε. Μωρέ γω, έπρεπε να γίνω γιατρός, όχι για επισκέψεις! Να καθόμουνα και να δούλευα! Και τότε θα βλέπατε αν θα ‘βρισκα το φάρμακο της γρίπης…

*

*  *

Μια μέρα οι εφημερίδες είχανε μια είδηση σπουδαία. Κάποιος γιατρός ξένος είχε βρει το φάρμακο της γρίπης…

Ήμουνα έξω που το ‘μαθα. Πολλοί γνωστοί μου φοβισμένοι, έπαιρναν θάρρος, και κάμποσοι το χρώμα τους και την ευθυμία τους, που τους είχε φύγει. Μερικοί είχαν εφημερίδες στα χέρια τους και τη διάβαζαν και την ξαναδιάβαζαν την είδηση. Πάει πια η αρρώστια! Θα τηλεγραφούσε ο γιατρός το φάρμακο. Και περίμεναν το τηλεγράφημα σαν Άγγελο σωτηρίας, που θα σκορπούσε, θα κυνηγούσε την αρρώστια!

Όταν πήγα στο σπίτι είδα στην αυλή, σε καρέκλα, να κάθουνται η μάνα μου με μια φίλη της, που ‘χε κρυφτεί απ’ την ημέρα της αρρώστιας.

Ήταν ήλιος, ο ουρανός καθαρός, αυτήν την ημέρα, στην πλάτη όμως του γέρου Υμηττού σύννεφα ξεκουράζοντο…

Πέρα λίγο ο πατέρας μου κοντά στην πόρτα της τραπεζαρίας, διάβαζε εφημερίδα.

Για να ‘ναι έξω κατάλαβα πως είχαν πάρει θάρρος κι αυτοί απ’ το τηλεγράφημα. Και όταν θέλησα κάτι να τους πω για το φάρμακο, μου είπανε γρήγορα:

—Σωθήκαμε, σωθήκαμε! Τώρα το τηλεγράφημα περιμένουμε!..

Και ξακολούθησαν την ομιλία τους.

— Τι λες; ρώτησα τον πατέρα μου.

—Τι να πω! μου απήντησε αυτός, ξένος, ξένος το βρήκε! Δικός μας τίποτα! εδώ μόνο αισχροκέρδεια, τίποτε άλλο!

Κι έσκυψε στην εφημερίδα του πάλι.

Πήρα ένα σκαμνάκι, και κάθισα μόνος πίσω από κάτι λουλούδια που ‘χανε γιγαντωθεί απ’ την πολλή βροχή.

Άκουγα τη φλυαρία των γυναικών, χωρίς να προσέχω τι λέγανε.

Σε λίγο βλέπω τον πατέρα μου να σηκώνεται και να κατευθύνεται στη γυναίκα του και στη φίλη της:

— Δεν ακούτε δω, και τους είπε, τι τρομερά πράγματα συμβαίνουν! Χιλιάδες αξιωματικούς και παπάδες έχουν σφάξει οι Μαξιμαλιστές! Κάθε μέρα τουφεκίζουν αξιωματικούς και παπάδες!

— Τους κακόμοιρους! έκανε η γυναίκα του.

— Τι παθαίνουν! είπε η φίλη της.

— Ο Νέβας ο ποταμός, ξακολούθησε αυτός, κάθε μέρα παρασύρει εκατοντάδες πτωμάτων τουφεκισμένων απ’ τούς Μαξιμαλιστές!

—Τα κρινάκια σου φύτρωσαν; ρώτησε η μάνα μου τη φίλη της.

— Α, όχι, ακόμα, αλλά…

  Ο πατέρας μου τις κοίταξε κι έφυγε κουνώντας το κεφάλι του.

*

*  *

Αλλά το φάρμακο κείνο αποδείχτηκε τίποτα, και πάλι τον κόσμο άρχισε να τον δέρνει ο φόβος. Και η αρρώστια έκοβε, ξακολουθούσε τη δουλειά της, θέριζε…

— Πάνε, πάνε, ξόφλησαν όλοι! Είχανε λίγο μυαλό, τους το πήρε ο πόλεμος κι έμειναν κολοκύθες, νεροκολοκύθες με ψηλό καπέλο! έλεγε ο πατέρας μου.

Κι ύστερα:

— Στα φάρμακά μας τα πρωτόγονα! Δεν παν στο διάολο όλοι!..

*

*  *

Μια βραδιά ήρθε ο Βίλτας και με πήρε ενώ δεν είχα σκοπό να βγω.

Ο ουρανός είχε ανοίξει λίγο, σύννεφα μαύρα εδώ και κει μόνο. Πίσω απ’ το βουνό όμως, μια λάμψη φώτιζε κάθε τόσο τη μαυρίλα, έδειχνε τα σκοτεινά σύννεφα. Και φώτιζε τρέμοντας σα να ‘ταν κάποιο γιγάντιο έντομο με φωτεινές φτερούγες, που πάλευε να ξεκολλήσει πίσω απ’ το βουνό, που ήτανε ριχμένο.

Και σιωπή βαθιά παντού. Ο άνεμος είχε κοπεί. Αλλά σταγόνες πάλι αρχίσανε να πέφτουν, καθώς πηγαίναμε, και να ραντίζουν τη σκαμμένη απ’ το νερό γη…

Καθώς περνούσαμε από μια σειρά μαγαζιών, ο Βίλτας θέλησε κάτι ν’ αγοράσει και πλησιάσαμε σ’ ένα απ’ αυτά.

Σταθήκαμε στην πόρτα όπου απ’ έξω βρισκόταν ένας πάγκος γεμάτος χορταρικά, πορτοκάλια, κι άλλα. Το μαγαζί όμως, ήτανε μπακάλικο.

Ο Βίλτας πήρε ό,τι ζήτησε. Αλλά καθώς πλήρωνε,  ήρθε το παιδί του μπακάλη και μου είπε, πως κάποιος μας ζητά μέσα.

Κοίταξα τότε κι είδα στο βάθος του μαγαζιού, αντικρύ στην πόρτα, να κάθεται ο Αφάντης.

— Ο Αφάντης είναι μέσα… είπα στο Βίλτα και μπήκα στο μαγαζί.

—Τι γίνεσαι; ρώτησα τον Αφάντη.

— Τι να γίνω, τι να γίνω! έκανε αυτός, δεν το ‘μαθες; Πάει ο Αριστειδάκης μου!

Τότε παρατήρησα και πένθος να ‘χει στο μανίκι του.

Αυτός ξακολουθούσε να λέει.

— Πάει, πάει το παιδί μου, το ‘χασα! Δώδεκα μέρες παιδευόταν δώδεκα! Σωστές δώδεκα! Και δε μπόρεσα να το σώσω, δεν μπόρεσα! Α, οι γιατροί! αυτοί μου το πήραν στο λαιμό τους, αυτοί…

Το παιδί έφερε κρασί και ποτήρια. Έβαλε μόνος του και στα τρία, και πήρε το δικό του και το ήπιε.

Είδα το πανταλόνι του απ’ το γόνατο και κάτω να ‘ναι όλο χώματα υγρά…

Ζήτησε κι άλλο κρασί.

Κατάλαβα πως ζητούσε να πνίξει τη λύπη με το κρασί, και τον λυπήθηκα πιο πολύ.

— Είχα πάει και τ’ άναψα ένα καντήλι στο μνήμα του! Αχ παιδί μου, Αριστείδη μου!…

Γι’ αυτό, σκέφτηκα, έχει το πανταλόνι του όλο χώματα! Θα το λέρωσε, που γονάτισε, κι έπειτα θα του ερχόταν κακό να βγάλει, ή να τινάξει το χώμα αυτό από πάνω του, που ήταν απ’ το χώμα, που σκέπαζε το παιδί του!

Ο Αφάντης άρχισε να λέει για το παιδί του, να διηγείται, πώς του φέρονταν πριν αρρωστήσει, που το ‘χε πάρει με τη σούστα έξω, σε μια εξοχή, τις ερωτήσεις του…

— Αχ, και το ‘δα και στον ύπνο μου! είπε, αφού ανάφερε όλα αυτά. Είχα πλαγιάσει ένα μεσημέρι, και βλέπω στον ύπνο μου, πως πήρα το πριόνι κι έκοψα το χέρι του απ’ την παλάμη πάνω! πέρα και πέρα!  Κι έπεσε το χέρι μου κάτω, στο πάτωμα.

Τι να του πω, τι να του πω εγώ; Αλλ’ ενώ εγώ δεν εύρισκα λόγια να τον παρηγορήσω, ο Βίλτας μίλησε. Κι είχε ένα ύφος πάρει σοβαρό, επίσημο.

Του ανέφερε διάφορες φιλοσοφικές σκέψεις για τη ζωή και θυμήθηκε και κείνο: Μηδένα προ του τέλους μακάριζε! Κι εύρισκε ευτυχία σ’ αυτό το παιδί, που δεν είχε βρει άλλο θάνατο, που δεν είχε τυραννιστεί και στη ζωή! Και αν ζούσε;

Κι αλήθεια ο Αφάντης σα να παρηγορήθηκε, έμεινε χωρίς να μιλά, με σκυμμένο το κεφάλι.

Πάνω σ’ αυτό, μια γυναίκα ξεσκούφωτη, μεσόκοπη αδύνατη και μελαχρινή, μ’ ένα σημάδι στο λαιμό σα σημάδι πληγής, μπήκε και πλησίασε τον Αφάντη και τον συλλυπήθηκε. Την ήξερα. Ήταν η γυναίκα του μεγάλου αδελφού τού Αφάντη.

— Μου το ‘πε ο Τίμος, πως είσαι δω.

Παρατήρησα όμως ένα χαμόγελο, ή γέλιο, που δεν μπορούσε καλά να το κρατήσει, της ξέφευγε… Και ανοιγόκλεινε το στόμα της σα να μασούσε, ή σα να ‘χε κάτι κολλήσει στα δόντια της και προσπαθούσε να το βγάλει.

— Ο Μίμης τα ‘χει με σένα! Συ δεν πρόσεξες, λέει το παιδί!

Και το γέλιο έκανε να ξεπεταχτεί.

— Εγώ, εγώ! είπε ο Αφάντης, χίλιες πεντακόσιες δραχμές ξόδεψα! Εμένα…

— Ουμ! έτσι λέει! Εμείς δεν ήρθαμε, είχαμε αρρώστιες! Η Αννίτσα…

— Πάμε! μου έκανε ο Βίλτας. Σφίξαμε το χέρι του Αφάντη και φύγαμε.

— Μα ποια είναι αυτή, μην τη γνωρίζεις; με ρώτησε ο Βίλτας, άμα προχωρήσαμε λίγο.

— Είναι η γυναίκα του μεγάλου αδελφού τού Αφάντη, του Μίμη…

—Α, α! καταλαβαίνω! Μωρέ δεν είδες: χαιρόταν!  Φαινόταν καθαρά! Μπα! Μα τι τέρας είναι ο άνθρωπος!..

Μια αστραπή φώτισε κείνη τη στιγμή, έδιωξε σαν άγγελος περαστικός τα σκοτάδια μ’ ένα χτύπημα, ή άνοιγμα των φωτεινών φτερών των.

Ένα σκοτάδι βαθύ, βαθύ όμως απλώθηκε έπειτα, που τίποτα δε βλέπαμε σα να βρεθήκαμε στον Άδη.

87 Σχόλια προς “Αρρώστια στην Αθήνα (διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)”

  1. Aghapi D said

    Καλημέρα
    πριν (ξανα)διαβάσω το διήγημα, έχω ερώτηση: έχει γράψει και ο Γιάννης Μαρής διήγημα επιδημίας ή το φαντάζομαι;

  2. dryhammer said

    Καλημέρα.
    Δεν είναι παράξενο που άρεσε ο «άτεχνος» Βουτυράς. Ο λόγος του ρέει χωρίς στριφογυρίσματα και περικοκλάδες που θα τον έκαναν «έντεχνο»

    Κάπου στην αρχή λέει:
    «Μαζεμένα είμαστε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου…»

    Το «μαζεμένα» είναι επίρρημα ή είναι «μαζεμένοι» που το ο και το ι κόλλησαν σε α; [Συνέβαινε συχνά στα χειρόγραφα, αν κι εδώ δεν το νομίζω παρεκτός αν μπερδεύτηκε ο πρώτος τυπώσας]

  3. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Φεύγοντας γιά πότισμα..
    https://parallaximag.gr/thessaloniki/pararlama-to-steki-pou-egrapse-tin-blues-istoria-tis-thessalonikis

  4. Κωνσταντίνος said

    Καλημέρα σας! Ωραίο και το σημερινό.
    Τώρα, μιας και δεν βλέπω σχόλια, ας ξεκινήσω εγώ. αν και πολύ άσχετο απο το παρόν θέμα , τολμώ να ρωτήσω , καθώς βλέπω σε κάποια μετάφραση γκρικλις το  «αείζωον πυρ» να αποδίδεται ως «aeizon pyr», με ένα μόνο o. Είναι αραγε σωστό;

    Β. Μια επίσης εντελώς άσχετη, αλλα σύντομη απορία, που μόλις μου ήρθε, και μιας και δυσκολεύομαι να βρω απάντηση, ρωτάω:
    Σε κεφαλαία γραφή μπορω να κάνω χρήση διαλυτικών κανονικά ;

    Αν μπορεί οποιοδήποτε να με διαφωτίσει, ευχαρίστως, να μην κουράζουμε συνέχεια τον κύριο Νίκο…

  5. ΓΤ said

    @4β
    https://www.facebook.com/PanathinaikosGreekPage/

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Μπράβο που το είδες, ήταν λάθος της πληκτρολόγησης.

    4 Οι ξένοι πάντως γράφουν aeizoon. Και ναι, καλό είναι να βάζεις διαλυτικά σε κεφαλαία αλλιώς αν γράψεις ΣΕΡΒΙΡΟΝΤΑΙ ΠΑΪΔΑΚΙΑ χωρίς διαλυτικά θα σε πάνε μέσα

  7. Costas X said

    Καλημέρα !

    Ωραίος ο Βουτυράς, διαβάζεται μονορούφι. Θυμάμαι ακόμα την εντύπωση που μου έκανε το «Παραρλάμα» πριν από 40 χρόνια, όταν ήμουν ακόμα στο Λύκειο.

    «Αφού τρόμαξαν αρκετά, βεβαιώθηκαν επιτέλους πως ο άνθρωπος δεν είχε πεθάνει και δεν ήτανε βρικόλακας!»

    Ήξεραν τι έκαναν οι πιτσιγαμόρτηδες, που τους τσιμπούσαν δυνατά πριν τους μαζέψουν ! 🙂

  8. dryhammer said

    6(4) Γιατί; Μόνο τους μεγάλους σερβίρουν; [Να πεις ΠΑΪΔΑΚΙΑ ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ, ή ΟΙ 3 ΠΑΪΔΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ για φαγητό φούρνου ]

  9. ΓΤ said

    6@
    https://www.athinorama.gr/restaurants/article/ta_kalutera_paidakia_tis_attikis_opos_eseis_ta_psifisate!_-2500273.html
    ασφαλώς με ψωμί και ντοματοσαλάτα Κατσέα (για να έχουμε μια σύνδεση με το χθεσινόν νήμα βεβαίως βεβαίως)

  10. dryhammer said

    btw

  11. gpoint said

    Καλημέρα

    Αντεξα μέχρι ένα σημείο, όπου κατάλαβα πως δεν πρόκειται να στρώσει πιο κάτω… Εποχής που όποιος ήξερε γραφή κι ανάγνωση βιοποριζότανε, βεβαίως. Αγνοούσα την ύπαρξή του ενώ εντύπωση μου έκανε που γράφει γιαλιά τα τζάμια !

  12. antonislaw said

    Καλημέρα σας!
    Επίκαιρο το σημερινό διήγημα, αποδίδει πλήρως και σε βάζει στην αποφορά της αρρώστιας. Είναι όμως τόσο ζωντανό που περισσότερο πάει στο αφήγημα, όταν κάπου λογοτεχνίζει ο συγγραφεας σαν επιμελής αλλά και ψυχαναγκαστικός κηπουρός κόβει τους λαίμαργους βλαστούς.
    Σας ευχαριστώ πολύ για την ανάρτηση κ τον Spridione για την πληκτρολόγηση.

  13. ΓΤ said

    11@

    Συμφωνώ απόλυτα. Πρωινή κυριακάτικη αφορητίλα…

    Καλύτερα να ετοιμαστούμε για

    22:00 Παρί Σεν Ζερμέν-Μπάγερν [3,10-3,95-1,87]
    και
    25.08, 21:00 ΠΑΟΚ-Μπεσίκτας [2,12-3,00-3,30]

  14. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα κι από δώ,

    αρρώστια στην Αθήνα… Κι όχι μόνο, πανελλαδικώς. Κολομβία γίναμε, what else…
    SPOILER, χωρίς πλάκα, προ μιάς ώρας…

  15. Κωνσταντίνος said

    Χαχαχα ωραίο παράδειγμα. Ευχαριστώ!

  16. Παλτεσού το παρντεσού, αλλά οι Μαξιμαλιστές φυσικά τράβηξαν το ενδιαφέρον μου. Μπολσεβίκοι, απ’ όσο θυμάμαι, σημαίνει πλειοψηφικοί – ήταν και μαξιμαλιστές βέβαια 🙂

  17. sarant said

    16 Συχνά τους έλεγαν έτσι στις εφημερίδες της εποχής -ίσως μεταφέροντας αντίστοιχο γαλλικό.

  18. Theo said

    Καλημέρα!

    Ενδιαφέρον στη μακαβριότητά (sic ρε) του το διήγημα του Βουτυρά.
    Κοφτοί διάλογοι, χωρίς φιοριτούρες, που δεν σε αφήνουν να το σταματήσεις κι αγωνιάς για το τέλος που προοιωνίζεται μακάβριο 😉

  19. Αγγελος said

    Σαν παράξενο το τέλος. Γιατί να χαίρεται η νύφη που πέθανε το ανίψι της;

  20. dryhammer said

    Να παρατηρήσουμε και την πεποίθηση της εποχής να κλείσουν τα παράθυρα να μη μπαίνει ο μολυσμένος αέρας…

  21. 17 Ναι: https://www.cnrtl.fr/definition/maximalisme//0
    Από κακή μετάφραση άραγε; Τα σημερινά γαλλικά λεξικά φυσικά εξηγούν ότι κατά λέξη ο μπολσεβίκος σημαίνει majoritaire.

  22. dryhammer said

    19. Πήρε ο χάρος το μερδικό του απ΄τη φαμίλια από το άλλο σπιτικό ή ίσως είχε χάσει κι εκείνη παιδί ή ο Αριστειδάκος ήταν πιο όμορφος από το δικό της ή ακόμα το δικό της θα τα κληρονομούσε όλα ή απλά για να είναι μαυροφορεμένη η συννυφάδα της.

  23. sarant said

    19-22 Θα αντιπαθιόντουσαν οι συννυφάδες

    20 Α μπράβο!

  24. antonislaw said

    19,22,23
    Νομίζω ότι η χαρά της νύφης που πέθανε ο ανηψιός απηχεί και τη λαϊκή αντίληψη περί κρυφού μίσους μεταξύ αδερφών, πχ θυμάμαι έλεγε η μάνα μου τη φράση «-Ποιος σου έβγαλε το ματι; – Ο αδερφός μου! – Γι’αυτό στο έβγαλε βαθιά!» ή ως αποτροπή για πιθανό θανατικό ή σοβαρό επικείμενο πρόβλημα «Μακριά από την πόρτα μου κι ας ειν’ και του αδερφού μου!»
    Νομίζω η αντίδραση της νύφης-συνυφάδας είναι από τα πιο δυνατά σημεία του αφηγήματος

  25. BLOG_OTI_NANAI said

    Ένα βιογραφικό από το αφιέρωμα του «ΔΙΑΒΑΖΩ» (βγαίνει μεγάλο):

  26. BLOG_OTI_NANAI said

    25: Ίσως έπρεπε να βάλω ανά δύο τις σελίδες, όχι τρεις… Τέλος πάντων.

    Κανονικά, με κλικ επάνω στην εικόνα (ή με δεξί κλικ άνοιγμα σε νέα καρτέλα), ο browser θα εμφανίσει μόνη την εικόνα και το σύμβολο «+» για μεγέθυνση.

  27. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Οι Αλανιάρηδες είναι το πιο ολοκληρωμένο έργο του Βουτυρά στην κατηγορία της «αλητογραφίας» ή της «ταβερνοφαγίας», όπως ονομάσθηκε. Ωστόσο, το πλαίσιο του έργου δεν είναι τα περιθωριακά στρώματα, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά ολόκληρο το ελληνικό προλεταριάτο της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα μας, που ήταν ένας κόσμος ρευστός και ασαφής στο εσωτερικό του. Στη νουβέλα ο Βουτυράς αποτυπώνει σε πρώτο επίπεδο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της μποέμικης αργοσχολίας, αλλά υφαίνει ταυτόχρονα στο φόντο και «δένει» με την ιστορία του τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνικής πραγματικότητας των αρχών του αιώνα: οι όρνιθες στο φτωχόσπιτο που θα χρησιμεύσουν ως τελευταία εφεδρεία διατροφής, το μεσιτικό γραφείο που δεν έχει προσφορά εργασίας, το εργατικό καφενείο και ο «εργατικός» που παίρνει «μικροδουλειές εργολαβία», η μισοβιομηχανική εποχιακή εργασία του ήρωα, ο χειμώνας που στη διάρκεια του «οι δουλειές κλείνανε…», η προοπτική της μετανάστευσης κ.λ.π. Ο πλούτος των «Αλανιάρηδων» μπορεί να συνοψιστεί στο γεγονός ότι ο Βουτυράς κατάφερε να εγγράψει τον ψυχισμό και τις πιο μικρές αποχρώσεις της ανθρώπινης ατομικότητας, την ιδιαιτερότητα των οποίων δεν αναιρεί η υπαρξιακή γενικότητα της φτώχειας, μέσα σε μια κοινωνική τοιχογραφία, της οποίας την πιστότητα δεν αναιρεί η υπαινικτική σκιαγράφησή της. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

  28. ΚΩΣΤΑΣ said

    Αν και η περιγραφή είναι απλή, κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το ευχαριστήθηκα. Ευχαριστούμε Νικοκύρη και Σπύρο.

    Και τώρα ένα λίγο κακεντρεχές σχόλιο. 😜

    Πανδημία τότε και τώρα, παράλληλες εποχές με ομοιότητες και διαφορές. Τότε, εκτός από την πανδημία, θέριζε ζωές και το σφυροδρέπανο των μαξιμαλιστών. 🤣 και το εμβόλιο μούφα. Σήμερα, οι μαξιμαλιστές συντάσσονται με τη δύση και το εμβόλιο που ανακάλυψε ο απόγονος των μαξιμαλιστών είναι το μόνο ασφαλές, εγώ με αυτό θα εμβολιαστώ! 🤗

  29. antonislaw said

    25,26
    Ευχαριστώ πολύ Μπλογκ, πολύ ωραίο και διαφωτιστικό το βιογραφικό που αναρτησες. Μεσοαστός, μαγκας με φλέβα αριστοκράτη, που θά ‘λεγε κι ο Μάρκος. Μιλούσε σε όλους στο ίδιο ύφος ανεξαρτήτως κοινωνικής θεσης, έζησε από το γράψιμο φτωχός, του έκοψαν την τιμητική σύνταξη στα γέρα και δεν τον δεχτηκαν στην ακαδημία, ενώ η αριστερά είχε αμφίθυμη ή μάλλον αρνητική στάση απέναντί του. Κλασική Ελλάς…

  30. Spiridione said

    Μερικά στοιχεία για τη γρίπη του 1918 στην Αθήνα εδώ
    https://www.athenssocialatlas.gr/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF/%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1/
    Η επιδημία δεν μας επηρέασε όπως άλλες χώρες. Νεκρούς είχαμε τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1918 (κυρίως τους δύο πρώτους). Παρ’ όλα αυτά είναι εμφανής η αύξηση της θνησιμότητας το 1918 σε σχέση με τα προηγούμενα και επόμενα έτη βάσει των ληξιαρχικών πράξεων θανάτου.

    Συμπέρασμα
    Η ισπανική γρίπη ενέσκηψε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1918 και άρχισε να προκαλεί θανατηφόρα κρούσματα στην Αθήνα από τον Οκτώβριο και μετά, στη διάρκεια δηλαδή του δεύτερου κύματος εξάπλωσης της επιδημίας. Έχασε την έντασή της ήδη τον Δεκέμβριο και, ως εκ τούτου, δεν προκάλεσε συναγερμό στις υγειονομικές υπηρεσίες της χώρας. Έτσι η Ελλάδα, μαζί με άλλες χώρες, όπως η γειτονική Βουλγαρία, δεν γνώρισε επανάκαμψη της επιδημίας στις αρχές του 1919. Τα θύματα, εκτός από τα παιδιά έως πέντε ετών, ήταν κυρίως άνδρες μεγαλύτεροι των δεκαπέντε ετών, ιδίως ανάμεσα είκοσι πέντε και σαράντα ετών, που ήταν στρατιώτες και αξιωματικοί ή προέρχονταν από λαϊκά στρώματα. Οι πυκνοκατοικημένες λαϊκές συνοικίες της πρωτεύουσας, βεβαίως, κατέγραψαν τα περισσότερα θύματα, αλλά ο ιός δεν εξαίρεσε καμιά συνοικία.
    Ωστόσο, ο αριθμός των θυμάτων στην Ελλάδα ήταν μικρός σε σχέση με τις άλλες χώρες. Εξάλλου, το ελληνικό κράτος και ιδίως οι Σύμμαχοι ανησυχούσαν, το 1918, για τις 55.000 στρατιώτες που βρίσκονταν στη βόρεια Ελλάδα και είχαν μολυνθεί από ελονοσία. Η μόλυνση είχε ενσκήψει τόσο ορμητικά, που ο αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων έγραψε στους ανωτέρους του ότι η Στρατιά της Ανατολής κινδύνευε πραγματικά να διαλυθεί εξαιτίας της ελονοσίας. Η ισπανική γρίπη ήταν, λοιπόν, ένα σύντομο επεισόδιο στην υγειονομική ιστορία της χώρας.

    Και κάτι για την ονομασία ‘ισπανική γρίπη’:
    Ισπανική ονομάστηκε διότι, λόγω της ουδετερότητας της Ισπανίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, μόνο ο ισπανικός τύπος είχε τη δυνατότητα να δημοσιεύει ειδήσεις για την επιδημία. Αντίθετα απαγορευόταν κάθε αναφορά σε αυτή από όλες τις εμπλεκόμενες στον πόλεμο χώρες, προκειμένου να μη θιγεί το ηθικό των στρατευμάτων. Εξαιτίας αυτού του αποκλεισμού στην ενημέρωση, διαχεόταν παντού η εντύπωση πως η επιδημία γρίπης είχε πλήξει μόνο την Ισπανία, ενώ πέθαιναν εκατομμύρια στρατιώτες, κυρίως, και πολίτες, δευτερευόντως, σε όλον τον κόσμο.

  31. Γς said

    24:

    Το παιδί της συννυφάδας επί Μελετίου Γ’ *
    ό,τι
    η κατσίκα του γείτονα επί Χριστοδούλου ;

    ———

    * Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από το 1918 έως το 1920

  32. BLOG_OTI_NANAI said

    29: Να’ σαι καλά.
    Πράγματι, φαίνεται πως ήταν έντονη προσωπικότητα ο Βουτυράς.

  33. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    27 .Οι Αλανιάρηδες του Δημοσθένη Βουτυρά , Διονύσης Τζαρέλλας

    Η ζωή και ο θάνατος των απόκληρων
    Διονύσης Τζαρέλλας

    Δρ. Πολιτικής Κοινωνιολογίας – Συγγραφέας

    Ο Δημοσθένης Βουτυράς (1872-1958), αν και παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστος στο ευρύ κοινό, είναι ένας κλασικός και συγχρόνως πρωτοπόρος συγγραφέας της νεωτερικής ελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του αποτελείται από εκατοντάδες διηγήματα και δεκάδες νουβέλες που καλύπτουν ευρύ φάσμα θεματικών και τεχνοτροπίας και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής.

    Το έργο του Βουτυρά υπήρξε ιδιαίτερα πρωτοπόρο για την εποχή του, τόσο λόγω του περιεχομένου όσο και της μορφής του, γεγονός που συμπυκνώνεται στην αμηχανία, αν όχι την ανοιχτή εχθρότητα, κάποιων λογοτεχνικών κύκλων της εποχής του απέναντι στην εκδοτική επιτυχία του Βουτυρά και στην επιρροή που άσκησε το έργο του στην «ανήσυχη» νεολαία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

    Το λεγόμενο πρόβλημα Βουτυρά1 αναφέρεται ακριβώς στην αμφιθυμία των λογοτεχνών και των κριτικών της εποχής απέναντι στα πρωτοπόρα −αισθητικά και πολιτικά− χαρακτηριστικά του έργου του. Ο Βουτυράς εγκαλούνταν για απουσία πλοκής, για χαώδη γραφή, για διάχυτο πεσιμισμό, για υπερπαραγωγή διηγημάτων σε βάρος της ποιότητας και κυρίως για έλλειψη σεβασμού απέναντι στους βασικούς κανόνες της λογοτεχνικής συγγραφής. Σημαντικοί συγγραφείς και λογοτέχνες της εποχής (Ξενόπουλος, Νιρβάνας, Άγρας, Πολίτης) υπερασπίστηκαν τον Βουτυρά, αν και, σε κάποιο βαθμό, συμμερίζονταν την αμηχανία απέναντι στο πρωτοπόρο ύφος του.

    Ο Βουτυράς ήταν πράγματι ένας πρωτοπόρος της νεωτερικής λογοτεχνίας, που κατέγραψε, με συγκλονιστικά ρεαλιστικό τρόπο, τις αλλαγές στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές του 20ού αιώνα και την επέλαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· επέλαση που παρήγαγε την εξαφάνιση των παλαιότερων κοινωνικών στρωμάτων και την εμφάνιση του προλεταριάτου ως βασικής κοινωνικής τάξης.

    Ο Βουτυράς υιοθετεί διάφορα στιλ γραφής, κινούμενος με άνεση από το ρεαλισμό και τα ηθογραφικά στοιχεία στην επιστημονική φαντασία, στο διήγημα μυστηρίου, στην ελλειπτική γραφή και στο παράλογο. Είναι πράγματι εντυπωσιακό το ότι ο ίδιος άνθρωπος που έχει γράψει διηγήματα που θυμίζουν έργα του Πόε έχει γράψει και άλλα που «ανταγωνίζονται» τον στρατευμένο ρεαλισμό του Ζολά ή την αναλυτική ψυχογραφία του Ντοστογιέφσκι, δίχως μάλιστα −καθώς φαίνεται− να έχει πλήρη εποπτεία της ξένης λογοτεχνίας. Αξίζει να σημειωθεί πως, παρά τις μεταγενέστερες αναγνώσεις του έργου του Βουτυρά, που μπορούν να ανιχνεύσουν έντονα στοιχεία μοντερνισμού και πολλαπλών σημειολογικών επιπέδων, ο ίδιος δεν ήταν αυτό που σχηματικά αποκαλούμε διανοούμενος. Ήταν πιο πολύ ένας «εργάτης του πνεύματος» που παρήγε διηγήματα, δεν σύχναζε σε λογοτεχνικά σαλόνια, αλλά αντίθετα συναναστρεφόταν καθημερινά στις ταβέρνες με ανέργους, εργάτες και ευρύτερα ανθρώπους του λαού.

    Η εναλλαγή τεχνοτροπίας (λόγω της οποίας κατηγορήθηκε ως μη συγγραφέας), που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό πρωτοπορίας της μορφής του έργου του, δεν καταδεικνύει την εγγενή αδυναμία του Βουτυρά να ολοκληρωθεί ως συγγραφέας. Αντίθετα, αποτελεί τρανή απόδειξη της σύνδεσής του με τη μεταβατικότητα/ρευστότητα της εποχής του. Ο Βουτυράς δεν είχε έναν τρόπο γραφής γιατί ως υποκείμενο διαισθανόταν και εξέφραζε το αντικειμενικό γεγονός τής μη παγιωμένης ακόμα κοινωνικής συγκρότησης. Ο Βουτυράς γράφει σε μια εποχή όπου ακόμα συντελείται η αστικοποίηση του κοινωνικού σχηματισμού, όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις και κατ’ επέκταση το πολιτισμικό εποικοδόμημα εμπεδώνονται και συγκροτούν τη νέα κοινωνική πραγματικότητα αποδομώντας προηγούμενες κοινωνικές ισορροπίες, ήθη και καθημερινές συμπεριφορές. Παλιοί κοινωνικοί τύποι, επαγγέλματα και εντέλει ταξικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου εξαφανίζονται και αντικαθίστανται με νέα, μέσα από την απρόσωπη δυναμική των εκμεταλλευτικών σχέσεων της αστικής κοινωνίας. Αυτή η διαρκής καταστροφή και ανασύνθεση των κοινωνικών σχέσεων και των υποκειμένων σε υλικό και ιδεολογικό επίπεδο, αυτή η ταχύτητα των εξελίξεων, που καθιστά τον άνθρωπο έρμαιο των αλλαγών, ενυπάρχει στο ύφος του Βουτυρά και στο περιεχόμενο του έργου του. Η πολλαπλότητα των μορφών του νέου αδυσώπητου και άκαρδου κόσμου που υπάγει στο κεφάλαιο «τον παλιό τρόπο ζωής» στον Βουτυρά μορφοποιείται ως μετάβαση από τον έναν τρόπο γραφής στον άλλο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη στιγμή διαλεκτικής συσχέτισης του αντικειμενικού πλαισίου με το υποκείμενο που το καταγράφει και το αναπαριστά.

    […]

    Μέσα από αυτό το πρίσμα γίνο
    https://tetradia-marxismou.gr/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AC/

  34. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    http://digital.lib.auth.gr/record/13618/files/npa-2005-13230.pdf?version=1

  35. sarant said

    25 Καλό

    30-33 Α μπράβο

    34 Άρχισαν να εκδίδονται τα Άπαντα, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν, όπως είπαμε

  36. Πέπε said

    @4Β:

    Ναι, μπορείς να βάλεις διαλυτικά στα κεφαλαία. Όλες οι γραμματοσειρές το επιτρέπουν και οι περισσότεροι το κάνουν.

    Προσωπικά όμως το θεωρώ λάθος, για διάφορους λόγους που συνοψίζονται στα παρακάτω σημεία:

    α) Στα κεφαλαία (όλο κεφαλαία) δε βάζουμε τόνους, δε βάζαμε πνεύματα όταν υπήρχαν πνεύματα, δε βάζουμε γενικώς τίποτα. Γιατί τα διαλυτικά να αποτελούν εξαίρεση; Ακόμη και από την άποψη της τυπογραφικής αισθητικής, τα κεφαλαία γράμματα έχουν όλα -και τα 24- το ίδιο ύψος, κανένα δεν προεξέχει προς τα πάνω ή προς τα κάτω, και τίποτε δεν μπαίνει από πάνω τους, γι’ αυτό και οι τόνοι στα αρχικά κεφαλαία μπαίνουν στο πλάι. Τα Ϊ και Ϋ είναι η παράταιρη εξαίρεση. (Και δε θ’ αρχίσουμε βέβαια να βάζουμε το ένα διαλυτικό από τη μια μεριά του Ι ή -πόσο μάλλον- του Υ και το άλλο από την άλλη, σαν άνω τελείες, αυτό θα ήταν πια ένα καινούργιο σύμβολο.)

    β) Η κεφαλαιογράμματη γραφή δεν αποσκοπεί στη λεπτομερή ακρίβεια, αλλά στη συντομία και την περιεκτικότητα. Πότε γράφουμε όλο κεφαλαία; Σε τίτλους, επικεφαλίδες, συνθήματα στον τοίχο, πινακίδες. Όχι σε κείμενα μεγαλύτερα από 2-3 αράδες μάξιμουμ. Επομένως, η απόλυτη ακρίβεια θυσιάζεται χάριν της αμεσότητας. Ναι μεν χωρίς διαλυτικά θα μπερδέψεις τα παϊδάκια με τα παιδάκια, αλλά έτσι κι αλλιώς στα κεφαλαία κινδυνεύεις (θεωρητικά) να μπερδέψεις το άλλα με το αλλά, τον νόμο με τον νομό, τους συνθέτες και τις παραγωγές τους με τις σύνθετες και παράγωγες (λέξεις), και κανείς δεν ενοχλείται από αυτό.

    γ) Επιπλέον, αν αποφασίσουμε ότι ο κίνδυνος να παραναγνωσθούν τα ΑΙ, ΕΙ, ΑΥ, ΟΥ κλπ. είναι τόσο σημαντικός ώστε πρέπει να προλαμβάνεται, θα πρέπει στα κεφαλαία να αρχίσουμε να βάζουμε διαλυτικά και στις λέξεις που με μικρά δε χρειάζονται γιατί λύνει την αμφησημία ο τόνος, π.χ. ΓΑΪΔΑΡΟΣ, ΝΕΡΑΪΔΑ (ενώ «γάιδαρος, νεράιδα»), πράγμα όλως παράλογο.

  37. gpoint said

    # 13

    Πέρα από προγνωστικά, κάτι χρωστάει η μπάλλα -και η διιτησία βεβαίως, αυτό με την Μπαρτσαλιώμα ήταν η μεγαλύτερη σφαγή στο τσουλου- και μακάρι να της το δώσει σήμερα. Το 3.90 για το Χ ελκυστικό, αν μιλάμε για τα 90 λεπτά μόνο.
    Ο ΠΑΟΚ μόνο καλή άμυνα μπορεί να παίξει κι αν σκοράρει κανένα μπακ από στημένο να βάλει γκολ. Δεν έχει παίκτη να ταΐσει τους φορ, η Μπεσίκτας άγνωστη…το 2,12 το θεωρώ λίγο.

    ( λείπει και το τρολλ, να παίζαμε το αντίθετο απ’ ότι έλεγε-σίγουρα λεφτά… )

  38. dryhammer said

    37. …λείπει και το τρολλ…

    Τώρα ως φιλόλογος Ευρυδίκη, δεν μπορεί να δίνει προγνωστικά ποδοσφαίρου στο εύπιστο κοινό του ιστολογίου…

  39. Κωνσταντίνος said

    Η αλήθεια είναι πως ξεφεύγουμε απο το σημερινό θεμα και φταίω εγώ. Πάντως πολλή ενδιαφέρουσα η γνώμη σου Πεπε. Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου. Τα είπες πολύ όμορφα. Βλέπω όμως οτι εκτός από τον παναθηναϊκό και το Σκάι τα βάζει. αν δεν κανω λάθος αυτό πρόκειται για λάθος, αφού υπάρχει τόνος στο α.

  40. Πουλ-πουλ said

    Διήγημα, σαν σκηνές από ταινία προσεχώς, μου φάνηκε.

  41. ΓιώργοςΜ said

    36 Η τυπογραφική αισθητική, και οι κανόνες όπως τους θυμάμαι, λένε να βάζουμε διαλυτικά στα κεφαλαία. Έτσι θυμόμουν, αλλά και μια αναζήτηση σε τίτλους βιβλίων το αποδεικνύει.

  42. aerosol said

    Ωραίο το σημερινό. Βαρύ κλίμα, γραφή πυρετώδης, ασθμαίνει, σου μεταδίδει την ένταση. Πολύ περίεργη η συχνή, «άτεχνη» χρήση του κόμματος.

    «Η εναλλαγή τεχνοτροπίας (λόγω της οποίας κατηγορήθηκε ως μη συγγραφέας)»
    Μα τι άσχετο επιχείρημα!

  43. ΓΤ said

    κρούσματα: 284

  44. geobartz said

    Ο Βουτυράς, καλός αφηγητής. Βέβαια, μην ξεχνάμε ότι λόγω της επικαιρότητας κάθε παρόμοιο αφήγημα άλλης εποχής είναι ενδιαφέρον.
    Και φυσικά, η αρρώστια δεν είχε χτυπήσει μόνο την Αθήνα, αλλά και βορειότερα, ένθαπερ το Μακεδονικό Μέτωπο υφίστατο.
    Χαρακτηριστική περίπτωση θανάτου από ισπανική γρίπη είναι αυτή του Δημητρίου Γιαγκλή, μοναχογιού του γενναίου Μακεδονομάχου Γιώργη Γιαγκλή. Ο Δημήτριος, 18 ετών, υπηρετούσε στρατιώτης στο Βόλο, εν έτει 1918. Πήρε άδεια και πήγε στην Ιερισσό για να δει το νεογέννητο παιδί του. Το είδε, απήλθε και απέθανε. Το παιδί, βαπτισθέν Γιάννης, το μεγάλωσε ο Μακεδονομάχος (βασιλόφρων δε) παππούς του. (ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο «βασιλοαναθρεμμένος» εγγονός Γιάννης Γιαγκλής υπήρξε αργότερα στέλεχος του ΕΛΑΣ. Με αυτή την ιδιότητα φέρεται ότι δολοφόνησε Έλληνες που δρούσαν στο Συμμαχικό δίκτυο πληροφοριών. «Οι Ιερισσιώτες ποτέ δεν του συγχώρησαν αυτό το έγκλημα», μου γράφει ΦΒ-φίλος από την Ιερισσό).
    Να και ένας άλλος θάνατος από ισπανική γρίπη: Αναγκάστηκε να παρατήσει για 3 χρόνια το σπιτικό της, καθότι βρισκόταν σε νευραλγική περιοχή του Μακεδονικού Μετώπου (γραμμή Στρυμόνος). Επέστρεψε το 1918 μαζί με τη μάνα της και τη μικρότερη αδερφή της (τον πατέρα της τον είχαν κατασφάξει πριν κάποια χρόνια οι …τσιπρόφιλοι ΒουλγαροΣκοπιανοί, κλεπταποδόχοι της Μακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας). Μόλις πάτησε στο πατρικό της, πρόλαβε να κρατηθεί από τον παρασταθό της εξώπορτας και εξέπνευσε. Έκτοτε, η μικρότερη αδερφή της (αντ μάι μάδερ) έζησε μόνη της κλπ, κλπ.
    Συμπέρασμα: Άλλο να τα …βουτυρώνεις σε ένα διήγημα και άλλο να τα ζεις!

  45. Aghapi D said

    6 ?????

  46. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πράγματι, κάπως «παράξενο» το στιλ του Βουτυρά, αλλά, με την αμεσότητα και τη ρέουσα διήγηση, σε κερδίζει.

    30, Spiridione
    Πολύ ενδιαφέρουσα η μελέτη!
    Πάντως, πολλοί οι θάνατοι από τη γρίπη μόνο σ’ ένα τρίμηνο: 1668 (Κοπανάρης, 1933) ή 1726 (Ληξιαρχείο Δ. Αθηναίων).
    Σ’ ένα πληθυσμό περίπου 293.000 κατοίκων (1920).
    Αν τολμήσουμε μια αναλογία με το σήμερα, που ο Δ. Αθηναίων έχει περίπου 664.000 κατοίκους (2011), τα νούμερα προκύπτουν εφιαλτικά: Περίπου 3.800 θάνατοι σε τρεις μήνες!! ΧΑΜΟΣ!

    Τα σχολεία πρέπει να έκλεισαν, κατά περιοχές της χώρας, τέλη Οκτωβρίου-αρχές Νοεμβρίου 1918.
    Άνοιξαν ξανά οριστικά στις 16-1-1919, ενώ σε μερικές περιοχές στις 31-1-1919.
    Εν τω μεταξύ, όμως, φαίνεται ότι έγιναν κάποιες ενδιάμεσες προσπάθειες, όπως τουλάχιστον λέει αυτό το δημοσίευμα. (Που θα μπορούσες να το πεις και επίκαιρο…)

  47. ΓΤ said

    37@
    Ναι, το σετ αποδόσεων αφορά έκβαση στο 90λεπτο.
    Από εκεί και μετά, να το σηκώσει η Παρί στη παράταση πληρώνει 12,00, με 9,85 το αντίστοιχο για την Μπάγερν. Να σηκώσουν «τα μεγάλα αυτιά» μετά από πέναλτι πληρώνει 14,50 για αμφότερες.

  48. Aghapi D said

    46 Το μετέφερα στον τοίχο μου στο φέισμπουκ, ελπίζω να μήν πειράζει

  49. sarant said

    43 Η χειρότερη ημερήσια καταγραφή…

  50. ΓΤ said

    49@
    Πού να δεις τα κρούσματα ηλιθιότητας…

  51. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    24, Νομικαντώνη
    Να και μια μουσική απόδοση της γνωστής αυτής φράσης. Βαμβακάρης-Μπιθικώτσης. Ωραίο τραγούδι! (στα χνάρια κάποιου άλλου παλιότερου…)

    40, 43, 49, 50
    Δίκιο έχετε! Έτσι που πήγαμε –και πάμε! Χ$στα κι άστα! (Άσε, και μου ανεβαίνει η πίεση, γμτ…)

    48.
    Γιατί να πειράζει; Να ρέει η πληροφορία. 🙂 (Εγώ δεν έχω φεισμπούκι…)

  52. antonislaw said

    Για τον Βουτυρά αναφέρει ο Μενέλαος Λουντέμης στο βιβλίο του «Ο Κονταρομάχος (Κ.Βάρναλης)», συγχωρέστε με αν σας κουράσω:
    »
    Κεφάλαιο Δεύτερο (απόσπασμα)
    (Μιλάει ο Νίκος Βέης στον Λουντέμη)
    -Ξέρεις… Θα ήθελα να πάμε στο Δημοσθένη…Αλλά-ο ευλογημένος-μιλά πολύ. Δε σ’αφήνει να πάρεις ανάσα.
    -Έχει ολόκληρα μπουλούκια που κάθονται και τον ακούνε με το στόμα ανοιχτό.
    -Ναι, μα εμείς δεν είμαστε «βωβά πρόσωπα». Αλλά τι κρίμα να μην κρατά κανείς καλάμι να τα γράφει όλα αυτά. Πάει… Χάσαμε τον καλύτερο Βουτυρά. «Τά’γραψες αυτά που είπες Δημοσθένη;» τον ρωτά. «Θα τα γράψω», του λέει. «Τώρα άσε με». Τό’δες; Κάθονται γύρω του τόσοι και δεν σκέφτηκε κανείς να πάρει μαγνητόφωνο. Όσο για το τραγούδι του «Εσένα πάντα βλέπω στ΄όνειρό μου»…
    Ένα βράδυ, λέει, σμίξανε οι δυο τους, ο Βουτυράς κι ο γερο-Μαρίνος, ο συνθέτης του τραγουδιού. Θεέ μου! Είδηση δεν είχε ο γέρος με ποιον έπινε. Κείνος τραγουδούσε. Ο Βουτυράς σώπαινε. Είχε δίπλα του το Βρεττάκο κι όλο τον σκουντούσε. Κάποτε ο Μαρίνος τελείωσε το «μικρό μου κοριτσάκι»-στίχοι, μουσική, εκτέλεση του ίδιου. Χειροκροτήματα, φιλιά κι ενθουσιασμοί. «Έλα τώρα, μπες του!…», λέει στο Βρεττάκο κι όλο κοιτούσε αμείλικτα εμένα. «Τι συμβαίνει Νικηφόρε;» ρωτώ το Βρεττάκο. «Ο μπάρμπα-Δημοσθένης σε συγχωράει, μου λέει, που κάποτε του χάλασες μια διήγησή του (ούτε το θυμόμουνα), τώρα θέλει να πιάσεις την κιθάρα και να τον ακομπανιάρεις στο ίδιο τραγούδι».
    -«Τρελάθηκε;» φωνάζω. «Ναι!», μου λέει. Κι άρχισε… Σαν τελείωσε σείστηκε το μαγαζί.
    «Μπράβο… είπ’ ο γέρο-Μαρίνος. Κράτα το έτσι γερο-Μαράζη! Κράτα το έτσι. Μην το βουλώνεις. Κι ο χάρος δε σε ζυγώνει!» «Μα τι κάνει αυτό το Μελόδραμα Αθηνών;» είπε ο Βέης.
    -«Με γύρεψε…είπε ο Μπάρμπα-Δημοσθένης. Πώς όχι! και πήγα. Μα μόλις άνοιξα το στόμα μου να τραγουδήσω βλέπω κοντά μου το μαέστρο.
    -Πέτα τη βέργα ρε! του λέω. Δεν είμαι βόιδι, να με σαλαγάς με τη βουκέντρα!»
    -Ε, τι έγινε;
    -Δεν την πέταξε. Έτσι έφυγα εγώ. Και μ’ αυτό τελείωσε κι η μουσική μου σταδιοδρομία».
    -«Άκουσα τόσους. Κανένας δε σε φτάνει…»

    Κεφάλαιο Δέκατο Πέμπτο

    Σε τούτο ταίριαζε (αναφέρεται στο Βάρναλη) με το μπάρμπα-Δημοσθένη το Βουτυρά. Διάλεγε κι εκείνος τους συμπότες του ύστερα από διπλό και τριπλό κοσκίνισμα. Πρώτον όμως είχε πάντα το Βρεττάκο. Μεγαλοψυχία, έμφυτη καλωσύνη και -προπάντων- υπομονή. Να οι μεγάλες αρετές του Βρεττάκου. Προπάντων η υπομονή. Διέκοψες το μπάρμπα-Δημοσθένη στην κουβέντα του; Χάθηκες.
    -Άκου δω! σού’λεγε. Άρθρον πρώτο: Να μη με διακόφτεις. Αλλοιώτικα θα κόψουμε και την καλημέρα. Δε θέλω ύστερα να σ’ έχω να μου λες ότι δε σε προειδοποίησα. Θα μου πεις ότι έβαλες εσύ το κρασί. Ευχαριστώ. Έβαλα κι εγώ την παρέα. Είμαστε πάτσι. Σε διέκοψα εγώ ρε ποτές; Όχι. Σε διέκοψα ποτέ εσένα Νικηφόρε; Όχι.
    -Τι να τον διακόψεις αυτόν; Σάματι μιλάει;
    -Ας μιλήσει…
    Ένας λόγος είν’αύτός. Και να τό’θελα ο γέρος δεν μπορούσε να κάνει «κράτει».Ήταν «μονοτερματζής» γεννημένος.
    -Που λέτε ένα πρωινό χτυπάει σα σκασμένο το κουδούνι μου. Ρίχνω απάνω μου ένα σουρτούκο και βγαίνω. Στην πόρτα ψυχή.
    -Εγώ βάρεσα… ακούω. Γυρίζω και βλέπω ένα μούτρο τενζερεδίσιο. Ήταν ο καρρολόγος των σκουπιδιών.
    -Τι θέλεις ρε άνθρωπε πρωί-πρωί;
    – Απ’ του λόγου σου; Τίποτα;
    -Ε τότε γιατί βάρεσες;
    -Εγώ; Βάρεσα εγώ το κουδούνι σου; Όχι. Εγώ βάρεσα το κουδούνι μου.
    -Και ποιος θα σ’ανοίξει;
    -Τι να μ΄ανοίξει;
    -Ε τότε γιατί βάρεσες βρε άνθρωπε του θεού;
    -Την άδεια θα σου πάρω; Νάτα μας! Δικό μου δεν είναι το καρότσι; Δικό μου. Δικό μου δεν είναι και το κουδούνι; Δικό μου. Το λοιπόν θα σου γυρέψουμε την άδεια; Μωρέ απαίτηση ο κύριος!
    Μου στρίβανε ρε παιδιά τ’άντερα. «Τέλος του λέω. Για τελευταία φορά δίνω τόπο στην οργή. Κοίτα όμως να μην ξανάρθεις αύριο. Ε;»
    -Μπα, θα ξανάρθω.
    -Το μπελά σου γυρεύεις ρε;
    – Όχι, σκουπίδια.
    -Ε, δεν έχω!
    -Τι με νοιάζει;
    -Ώστε θα ξαβαρέσεις;
    -Ναι.
    Ε, τότε μού’ρθαν τα ζουμιά ως τα μάτια.
    -Δεν έχω σκουπίδια ρε! του λέω. Αλλά για χατήρι σου θα κάνω.
    Κι αρπάζω την κανάτα και τη σαβουρντίζω καταπάνω του. Βρήκε τον κώλο του κι έσκασε. Τον επίλογο τον είχα με τη γυναίκα μου στο σπίτι. Μου γύρευε το κανάτι. Μ’ ερέθισε τόσο πολύ που βλαστήμισα την ώρα που το χαράμισα για τον κώλο του σκουπιδιάρη. Ήταν ένα κι ένα για το κεφάλι της. Αλλά δεν είχα άλλη.
    -Τό’γραψες αυτό; τον ρωτούσαμε.
    – Θα το γράψω.
    Αυτός ήταν. «Θα το γράψει» Αδιαφόρετη υπόσχεση. Είχε πάψει να γράφει από χρόνια. Έγινε ραψωδός προφορικός. Βαριόταν. Για να μπει σε οίστρο έπρεπε να πιει. Για να πιει όμως πάλι έπρεπε νά’χει παρέα. Και με την παρέα τι να γράψει; Έτσι πήγαινε χαράμι ο οίστρος. «Θα το γράψω!». Κείνη την ώρα όμως που τό’λεγε το πίστευε. Το πρωί όμως ξυπνούσε ζαβλακωμένος. Αν θυμόταν το τάξιμο δεν θυμόταν το θέμα. Κι έτσι έμενε με τις υποσχέσεις. Δεν μπορώ να πω πως ο μπάρμπα-Δημοσθένης δεν την αποζητούσε την παρέα μου. Ίσα-ίσα. Αν έκανα καναδυό μέρες να φανώ απ’το «Μεθυσμένο Καράβι» ρωτούσε το Μιχάλη: Τι απόγινε ρε Μιχάλη κείνο το ζιζάνιο! Αρρώστησε; Ε, τότε να του στείλουμε λίγο «γιατρικό».
    Μια φορά όμως τον διέκοψα πολύ άσκημα κι από τότε μου κρατούσε κακία. Γι’ αυτό κι εγώ σαν έμπαινα καθόμουνα παράμερα, σ’ άλλο τραπέζι. Κείνος διηγόταν κι όλο κοιτούσε κατά το τραπέζι μου. «Κοίτα, έλεγε. Αντί να θυμώσω εγώ θύμωσε εκείνος».
    -Βρε παιδιά… λέω στην παρέα του. Δεν ήταν προχθές που θύμωσε μαζί μου;
    -Προχθές; Και τι θαρρείς πώς μόνο προχθές θύμωσα;Τώρα δεν είμαι θυμωμένος;
    -Ε να γιατί κι εγώ κάθισα μακριά.
    -Καλά, είμαι θυμωμένος. Μα κι ο θυμωμένος έχει ψυχή. Δεν θέλει να τσουγκρίσει με τον οχτρό του. Ρε Μιχάλη. Για να τιμήσουμε το μαθητή φέρε μας εδώ από λόγου του μισή. Νικηφόρε… πες του κι εσύ νά’ρθει γιατί εγώ δε μιλιέμαι μαζί του.
    Θα μπορούσες να γράψεις ένα μαγευτικό έργο και να το τιτλοφορήσεις «Τα παραμύθια του μπάρμπα-Δημοσθένη».
    Αυτή τη μαγεία, αυτή τη θαλπωρή, κανείς δεν την έζησε, δίπλα σε κανέναν παππού. Αυτά τα παραμύθια είχαν τέτοιο αφηγηματικό θέλγητρο που σ’έκαναν να μην μπορείς να ξεκολλήσεις από κοντά του. Πιστεύω πως κανένας άλλος άνθρωπος δεν είχε τη δύναμη να σε κρατήσει αμίλητο, κοντά του τόσες ώρες χωρίς να βαρεθείς, χωρίς να κουραστείς ή να βαρυγγομήσεις. Ο μπάρμπα-Δημοσθένης ήταν ένα βιβλίο με ανθρώπινη φωνή που σε έδενε με άθραυστα δεσμά απάνω του. Λες και μαγευόταν κι ο ίδιος, πως συνεπαίρνονταν απ’ την ίδια του την αφήγηση. Και να γιατί… γινόταν λύκος άμα τον διέκοπτες. Κι η απειλή «σε σκολάω» δεν έμενε μόνο απειλή. Ήταν και φορές που γινόταν πράξη. Ποτέ- ή πολύ σπάνια- τά’πινε με συνομίληκους. «Τι δουλειά έχω εγώ με τους γέρους, έλεγε. Αυτοί όλο βογγάνε. Να μου πεις για τον Κώστα. Το Νίκο. Ε, μ’αυτούς κάτι πάει κι έρχεται. Ο ένας (ο Βάρναλης) είναι κουφός. ο άλλος ο Νίκος (ο Βέης)…
    -Ε, τι είναι αυτός;
    -Αυτός είναι η πέτρα της υπομονής. «

  53. Ο Βέης, αναρωτιέμαι, είναι ο βυζαντινολόγος;

  54. antonislaw said

    53 Ναι στο Νίκο Βέη, το βυζαντινολόγο- ακαδημαϊκό αναφέρεται. Αναφέρεται σε πολλά περιστατικά γι’αυτόν ο Λουντέμης σε σχέση με την παρέα που έκαναν μαζί με το Βάρναλη. Θυμάμαι ότι σε ένα σημείο αναφέρει ότι είχε τόσο χιούμορ και αυτοσαρκασμό ώστε- λόγω ασχήμιας- έλεγε ο Βέης στο Βάρναλη, αναφερόμενος στον εαυτό του, ότι είναι ο χαμένος ενδιάμεσος κρίκος της εξέλιξης μεταξύ ανθρώπου και πιθήκου

  55. mitsos said

    Νικοκύρη
    για τον Βουτυρά
    μόνο το όνομά του είχα ακούσει και δεν μου είχε περάσει απ΄το νου πως πίσω του κρυβόταν ένα ολόκληρο κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας

    Για το συγκεκριμένο διήγημα
    Μου άρεσε.
    Αλλά αν ήταν άλλο το θέμα ή το διάβαζσ σε άλλη εποχή ίσως να μην με κέρδιζε

    Ένα ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    και άλλα δυο Ευχαριστώ στον Αφώτιστο Πατριώτη για το @33 και στον Σλαβαντώνη για το @52

  56. sarant said

    55 Νομικός μάλλον παρά Σλάβος 🙂

  57. Γιάννης Ιατρού said

    56 (τέλος) χαχαχα, ρε συ, τι σκέφτηκες!!! Ο Μιχάλης είναι γνωστός για την δημιουργηκότητά του, θα κάνετε τώρα ντοθέτο;
    Καλά που δεν το είπες το παιδί και Σλαβάδωνη! Παρά λίγο. Απαπα 😂

  58. Γιάννης Ιατρού said

    διμιουργικότητά του

  59. Γιάννης Ιατρού said

    Ά, δεν πάω καλά,,,, καληνύχτα!
    δημι*

  60. loukretia50 said

    Δεν ήθελα να το διαβάσω, και μόνο ο τίτλος ήταν απωθητικός.
    Όμως το Βουτυρά τον εκτιμώ και τελικά το στενάχωρο κείμενο με κέρδισε.
    Πάντα είχε μια καθαρή ματιά στη ζωή, αν και νομίζω εστίαζε υπερβολικά στη σκοτεινή πλευρά.
    Ίσως και να είχε δίκιο, αν σκεφτούμε τα προσωπικά του βιώματα – πολύ ενδιαφέρον το κείμενο του « Διαβάζω» στο σχ. 25.
    Είναι κρίμα που ήταν υποχρεωμένος να γράφει για βιοπορισμό.
    Ένα τόσο πληθωρικό ταλέντο έπρεπε να εκφράζεται ελεύθερα.
    Και μου άρεσε πολύ το κείμενο στο σχ. 52. Είναι σα να τον γνωρίζω.

    Το πιο γνωστό διήγημά του
    Παραρλάμα http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2702/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_B-Lykeiou_html-empl/index_a_10_01.html
    έγινε κόμικς.
    Δεν ξέρω αν η διάσταση που έδωσε ο αναμφίβολα ταλαντούχος δημιουργός του Θ. Πέτρου είναι αυτή που θα ήθελε ο Δ.Βουτυράς, αλλά το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.
    Κρίνετε μόνοι σας.

  61. mitsos said

    56 , 57 καλά συγνώμη
    διορθώνω
    Ευχαριστώ τον τοβ συγγραφέα του @52

  62. loukretia50 said

    61. Γιατί διορθώνεις? Χάρη στον Antonislaw το διαβάσαμε!

  63. sarant said

    60 Α μπράβο!

  64. mitsos said

    Λου
    @60 Πολύ καλό
    @62 Έστω και μια στο εκατομμύριο να είναι αληθές ότι «ο Anton είναι νόμος» θεώρησα σκόπιμο να ζητησω συγνώμη για το προηγούμενο άστοχο χιούμορ μου με το χρηστεπώνυμο του πολύ αγαπητού σχολιαστή.
    ( το έθεσα τώρα καλύτερα 😉

  65. loukretia50 said

    Mitsos
    Νομίζω πως κι εσύ δεν πιστεύεις ότι η έκφραση πρέπει να υποκύπτει στη φόρμα,
    Συχνά κάτι εντελώς έξω από την πεπατημένη σε ξαφνιάζει αναπάντεχα
    Yann Tiersen – https://youtu.be/9z3jCiCrsx0 Porz Goret
    Καληνύχτα!

  66. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μου άρεσε πολύ το διήγημα.Φαινομενικά απλό αλλά είναι ολόκληρη ταινία δρόμου με κομπλέ δραματουργία. Γυρίζεται μονοπλάνο.
    Ρέει νεράκι και είσαι εκεί μαζί του. Παράξενο αλλά δεν ανταριάστηκα από τα γραφόμενα, παρότι το διάβασα άγρια νύχτα. Αντιθέτως.
    Ίσως επειδή είμαι αρκετά τρομαγμένη ήδη από την ανοδική πορεία και το νέο ρεκόρ των κρουσμάτων. Πάνω από 280!

    Η χαιρεκακία της συννυφάδας,νομίζω ότι οφείλεται στο ότι πέθανε το αγόρι. Ο γιος που είχε η άλλη, ενώ ετούτη είχε κόρη: -«Εμείς δεν ήρθαμε, είχαμε αρρώστιες! Η Αννίτσα…»
    …………………………………………………………..
    15.04.2018
    Ο συγγραφέας των κατατρεγμένων
    Εξήντα χρόνια από τον θάνατο του Δημοσθένη Βουτυρά

    «Διαβάζουμε στις εφημερίδες πως ο Δημοσθένης Βουτυράς, άρρωστος από καιρό, περνάει τα στερνά του μέσα σε τραγική φτώχεια. Τα λογοτεχνικά σωματεία προσπαθούν ν’ αποσπάσουνε για το κορυφαίο μέλος τους μια μικρή σύνταξη, από το Κράτος ή το Δήμο, χωρίς να το πετυχαίνουν!».

    Γράφει ακόμα στο ίδιο κείμενο ο Βάρναλης: «Σ’ αυτόν τον τόπο, σε καιρούς με περισσότερη ντροπή, δεν μπήκανε στην Ακαδημία ένας Βλαχογιάννης, ένας Γρυπάρης, ένας Μαλακάσης κ’ ένας Σικελιανός (για ν’ αναφέρουμε μονάχα πεθαμένους!), σ’ αυτόν τον τόπο, που αφέθηκε να πεθάνει τότε στην ψάθα ένας Παπαδιαμάντης – σ’ αυτόν τον τόπο σήμερα, που έλειψε και το τελευταίο ίχνος ντροπής, ζητάμε να τιμηθεί ο Βουτυράς και να μην πεθάνει στην ψάθα!».
    https://www.efsyn.gr/themata/peridiabainontas/147086_o-syggrafeas-ton-katatregmenon

  67. antonislaw said

    51 Μι_κιε σε ευχαριστώ για το τραγούδι, ακούγεται η κοφτή πενιά του Μάρκου, ε, ομολογώ ότι δεν το ήξερα το συγκεκριμένο και στιχος άμεσος και η ερμηνεία υπέροχη του σερ

    60,66 κυρίες του ιστολογίου,Λου και Έφη πολύ ενδιαφέροντα τα όσα παρουσιάσατε, το ταινιάκι δεν το ήξερα, εντυπωσιακό!

    55-61 χαχα, πολύ γέλασα με το Σλαβάδωνης Γιάννη! Μόνο με μια τέτοια ερμηνεία του χρηστώνυμου(ωραία λέξη mitsos)μου θα μπορούσα-λέμε τώρα-να στενοχωρηθώ! Παρεξήγηση μηδέν που λένε! Antonislaw, από το antonis lawyer, νομικαντώνης στα καθημας,που με βάφτισε κι ο Δημήτρης ο Θερμιώτης(έχω καιρό να σε διαβάσω ή μου φαίνεται;)

  68. «…Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του…»

    Δεν έχω διαβάσει τίποτα από τον Βουτυρά αν και το όνομά του μου είναι οικείο.
    Σε μια από τις ιστορίες που συνιθίζει να λέει ο Βασίλης Βασιλικός είανι η εξής:
    «Στη μόνιμη διαφωνία με τον πατέρα μου, για το αν θα μπορώ να βιοποριστώ σαν συγγραφέας, ο πατέρας Βασιλικός είπε:
    -Βρές μου δυο συγγραφείς που να βιοπορίζονται από την πένα τους.
    -Ο Καζαντζάκης και ο Βουτυράς.
    -Μα ο ένας έιανι απόφοιτος νομικής και ο άλλος πέθανε στην ψάθα.
    και κάπως έτσι σπούδασα ΄στη νομική, του χάρισα το πτυχίο μου και έγινα συγγραφέας.»

    καλημέρα

  69. Γς said

    Antonislaw και Antonis[avait deux yeux bleus κι κι αχτένιστα μαλλιά]

    http://www.youtube.com/watch?v=9L4Tg2a5Q7k

    Ο Μάνος τραγουδά στα ελληνικά, η Μελίνα στα γαλλικά.
    Το βίντεο γυρίστηκε για λογαριασμό της γαλλικής τηλεόρασης.

    Κι όταν έγινε Υπουργός Πολιτισμού πάλι πλάκωσαν το 1981 τα γαλλικά κανάλια για μερικά βίντεο.

    Κι ήταν μια συστοιχία κάμερες στην Ερμού και την έπαιρναν που περπατούσε.
    Ο κόσμος στα πεζοδρόμια χάζευε και σιγά μην καθόταν φρόνημα ο Γς που πήγαινε για Γιουσουρούμ Κυριακή πρωί.
    Την διπλάρωσα και

    -Μελίνα [κάποια μλκία της είπα μπας και ζωντανέψει το γύρισμα]

    Κι αυτή θαμπώθηκε από τη φωτογένεια μου και μ αγκάλιασε.

    -Αγάααπη μου! [και άλλα τέτοια τρυφερά κι … αισθησιακά]

    Σίγουρα θα έπαιξα εις Παρισίους και κανείς δεν σκοτίστηκε.

    Εις τας Αθήνας όμως έγινε χαμός όταν τα κανάλια προβάλαν συνεχώς το στιγμιότυπο αυτό μαζί με την είδηση του θανάτου της το 1994.

    -Που την ήξερες ρε; -Τι σου βρήκε; -Α, δεν μας τά’πες αυτά. κλπ κλπ
    Κι ούτε ένα αυτόγραφο δεν μου ζήτησαν…

    Μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια έψαξα ελαφρώς για το βίντεο αλλά…
    Πρέπει να το βρω για να’χω κάτι να λέω στον Γς-τζούνιορ και την Γουσούλα για τον ζεν πρεμιέ παππού τους

  70. konstantinos said

    «Σε λίγο βλέπω τον πατέρα μου να σηκώνεται και να διευθύνεται στη γυναίκα του και στη φίλη της:»

    Πρωτη φορά συναντώ το «διευθύνεται» να χρησιμοποιείται αντί για το απευθύνεται.
    Συνηθιζόταν;

  71. Γιάννης Ιατρού said

    καλημέρα,

    66: Eφη …τρομαγμένη ήδη από την ανοδική πορεία… Δεν είσαι η μόνη, και που να γυρίσουν από τας εξοχάς όλοι…

    67γ: Τι περιμένεις όταν μπλέκεις μ΄αυτά τα παλιόπαιδα εδώμέσα 🙂

  72. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Επειδή, Νικοκύρη, είναι εμφανές το ιδιαίτερο ενδιαφέρον σου για τον θαυμάσιο Βουτυρά, ελπίζω να επανέλθεις σύντομα με το κατοχικό ημερολόγιό του. (Προσωπικά, για μένα, θα είχε πρόσθετο και μεγάλο ενδιαφέρον η παρουσίαση της κριτικής που του έκανε ο Παρορίτης..)

  73. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    72 Θα το έχω λοιπόν στο νου μου. Ίσως κάνω έκκληση για πληκτρολόγηση.

    70 Ωχ, λάθος της πληκτρολόγησης είναι, που μου ξέφυγε κι εμένα. «Κατευθύνεται» ήταν, το διόρθωσα.

  74. spiridione said

    73β. Έτσι το γράφει ο Βουτυράς στην πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ανθρωπότης. Δεν ξέρω αν το διόρθωσε ο ίδιος στην έκδοση της συλλογής διηγημάτων, ή ο επιμελητής.

  75. antonislaw said

    73,74
    Κι εμένα με ξένισε το «διευθύνεται» αλλά μπήκα στο λκν και δίνει και την ερμηνεία »
    στρέφω κτ. προς ένα ορισμένο σημείο: ~ την κάννη του όπλου προς το στόχο. ~ το τηλεσκόπιο / το βλέμμα προς τον ουρανό.»
    και το ενέταξα στον κόσμο του Βουτυρά και μου φάνηκε πιο ατμοσφαιρικό από το» κατευθύνεται», ότι τελικά ταιριάζει.
    Spiridione αν κατάλαβα λες ότι στην πρώτη δημοσίευση έλεγε» διευθύνεται»;

    Νικοκύρη, για πληκτρολόγηση Βουτυρά δηλώνω παρών!

  76. spiridione said

    75. Ναι, στην πρώτη δημοσίευση έλεγε ‘διευθύνεται’. Πρέπει να το χρησιμοποιούσαν έτσι παλιότερα, δηλ. αντί του απευθύνω.

  77. sarant said

    74 Α, μάλιστα. Δεν έχω τη συλλογή σε βιβλίο, οπότε δεν ξέρω ποιος το διόρθωσε. Μόνο τα Άπαντα έχω.

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Tο διήγημα δημοσιευτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Ανθρωπότης, τεύχος Ζ’, Μάιος 1920 –

    Στο ΦΒ αυτό που είναι αφιερωμένο στο Δ.Βουτυρά είδα το κομμάτι-του περιοδικού(;) με αναφορά στην πανδημική κατάσταση του ’18 και μ΄άρεσε το «Ιατροσυνέδριον», ο ΕΟΔΥ της εποχής.

    Λεξιλογικό το (ειρωνικό) του διήγημα
    «Η μποτίλια είναι λέξη ελληνική»
    …Εμποτίζω, ή εμβάζω, εμβοτίλια!.. Ζήτω μου!. Θα κάνω κρότο!…

  79. […] Άλλη μια φορά παρουσιάσαμε στο ιστολόγιο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), του μεγαλύτερου διηγηματογράφου μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου. Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες,… — Weiterlesen sarantakos.wordpress.com/2020/08/23/bouturas-2/ […]

  80. dryhammer said

    78. Αυτό το
    «Η μποτίλια είναι λέξη ελληνική» θα μπορούσε να είναι το «ευαγγέλιο» του ιστολογίου
    ειδικά η κατάληξη
    «…καταλαβαίνουν, αλλά δεν τους συμφέρει!..»

  81. antonislaw said

    77 αυτό το να κάνεις λάθος στην πληκτρολόγηση και να πέσεις από το κατευθύνεται στο διευθύνεται, που ήταν η πρώτη γραφή ή η πρώτη έκδοση του διηγήματος, εμένα σαν θέμα «βουτυρικοΰ» διηγήματος μου κάνει… Σαν να γελάει από κάπου σαρδώνια

  82. Γιάννης Ιατρού said

    Ρωτάω, αν βλέπετε τίποτα το περίεργο… Μετά βγαίνει ο άλλος στην τηλεόραση και λέει να προσέχουμε κλπ!

  83. Χαρούλα said

    #82
    Τι εννοείς; Εντοπίζεις με κάποιο τρόπο ότι δεν φροντίζουν …την προσωπική τους υγιεινή;;;;!😂🤣😂🤣😤 Δεν βλεπω τίποτα περίεργο αφού!😄😬

  84. Γιάννης Ιατρού said

    83: Καλά που δεν απάντησες: «…τον ΠΘ με ρούχα» 😂

  85. sarant said

    78β-80 Μου είχε ξεφύγει το σχόλιο της Έφης και το διήγημα για τη μποτιλια. Ίσως θα άξιζε ένα μικτό άρθρο.

  86. Γιάννης Ιατρού said

    Να το γράψετε μαζί με τον φίλο σου τον Παντελή 🙂

  87. Γιάννης Ιατρού said

    Θ Α Υ Μ Α

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: