Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μνήμη Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2020


Συμπληρώθηκαν χτες 64 χρόνια από τον θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, στα 47 του χρόνια, στις 29 Αυγούστου 1956, προδομένος από την πάντοτε εύθραυστη υγεία του κι αφού είχε βασανιστεί σ’ όλη του τη ζωή από την ανέχεια, την ανέχεια που κατέτρυχε τον επαγγελματία γραφιά, όταν η μέση του δεν ήταν αρκετά εύκαμπτη ώστε να προσκολληθεί σε κάποιον ισχυρό και να βρει κάποιαν αργομισθία. Για να βιοπορίζεται, οταν έγινε οικογενειάρχης και αυξήθηκαν τα έξοδα, έκανε με πυρετώδη ρυθμό μεταφράσεις πολυσέλιδων κλασικών μυθιστορημάτων, για το Ρομάντζο: Άθλιοι, Παναγία των Παρισίων, Μαρία Στιούαρτ, Μπεν Χουρ, Οι τρεις σωματοφύλακες, καθώς και τυπογραφικές διορθώσεις μέχρι που η πολλή δουλειά, από τις 6 το πρωί ως τις 8 το βραδυ, τον νίκησε.

Με τον Κοτζιούλα συνέβη το παράδοξο, ο τωρινός αιώνας να έχει σταθεί ευνοϊκός στην υστεροφημία του, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο προηγούμενος. Ενώ τις πρώτες δεκαετίες μετά τον θάνατό του το έργο του είχε λίγο-πολύ ξεχαστεί, με εξαίρεση το βιβλίο του για τον Άρη Βελουχιώτη, και ενώ τα (όχι πλήρη) Άπαντά του, που εκδόθηκαν λίγο μετά τον θάνατό του, είχαν προ πολλού εξαντληθεί, σήμερα το έργο του κυκλοφορεί και διαβάζεται πολύ περισσότερο, ενώ, πέρα από τις επανεκδόσεις των εξαντλημένων βιβλίων, έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια πολλά ανέκδοτα έργα του, βεβαίως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του γιου του, του Κώστα Κοτζιούλα αλλά και ορισμένων μελετητών που αγάπησαν το έργο του ποιητή από την Πλατανούσα.

Τα τελευταία χρόνια (2016-2020) έχουν εκδοθεί του Κοτζιούλα: 1. «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 2. «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα», Δρόμων, επιμέλεια Στέλιος Φώκος. 3. «Αντάρτες», Ασίνη, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 3. «Κριτικά Α΄ «Η ασυλία του πνεύματος», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου και Κώστας Κοτζιούλας. 4. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας για τα Τζουμέρκα» (δημοτικά τραγούδια, λαογραφικές σελίδες, Κ. Κρυστάλλης), ΙΛΕΤ-Τζουμερκιώτικα Χρονικά, επιμέλεια Κώστας Μαργώνης και Κώστας Κοτζιούλας. 5. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει αρχαίους Έλληνες ποιητές», Οδυσσέας, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 6. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει γαλλόφωνους ποιητές», Σαΐτης, επιμέλεια Λητώ Αλεξάκη. Επίσης έχουν παραδοθεί για έκδοση τα Ημερολόγια (Σαραντάκος), τα Κριτικά Β, «Μορφές του πνεύματος» (Μελετίου και Κ. Κοτζιούλας). Παραδίδονται έτοιμα, σύντομα, οι «Ηπειρώτικες περιοδείες και άλλα διηγήματα (Κ. Μαργώνης και Γ. Γιαννάκης) και οι Συνεντεύξεις και Συνομιλίες (Κ. Κοτζιούλας).
Έχουν επίσης κυκλοφορήσει μελέτες και αφιερώματα για τον Κοτζιούλα: 1. Συλλογικό, Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο, Πρακτικά ημερίδας, Χανιά 16 Ιουλίου 2018, εκδ. Δρόμων – Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, επιμέλεια Ζώης Μπενάρδος. 2. Περιοδικό Eνεκεν, τεύχος 48-49, Συλλογικό, Αφιέρωμα στον  Γιώργο Κοτζιούλα, επιμέλεια Γιώργος Γιαννόπουλος 3. Κώστας Μιχαλάκης, «»Τα πάθη των Εβραίων» του Γιώργου Κοτζιούλα», Επέκεινα.
Τέλος, η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου έγραψε τη βιογραφία του, «Ποίηση και πολεμικη», Κίχλη 2015, που τιμήθηκε με το βραβείο δοκιμίου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».

Στον παλιό μου ιστότοπο έχω φτιάξει μια ειδική σελίδα με εκτενή ανθολόγηση του ποιητικού και πεζογραφικού έργου του Κοτζιούλα. Σας προτρέπω να διαβάσετε ένα τουλάχιστον ποίημά του σήμερα, εις μνήμην.

Εδώ θα βάλω δύο κείμενα, ένα για τον Κοτζιούλα και ένα του Κοτζιούλα.

Καταρχάς, ένα χρονογράφημα του Μ.Κ.Πετρόχειλου, από τη Βραδυνή, γραμμένο ένα χρόνο μετά τον θάνατο του ποιητή, που μιλάει για τη γνωριμία με τον νεότατο Κοτζιούλα όταν είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα στη δεκαετία του 1920

Μ. Κ. Πετρόχειλου, Ενώ κλείνει ένας χρόνος… Ένα χρονογράφημα για τον Κοτζιούλα, Βραδυνή 21-8-1957.

Το 1926 ετελείωσεν ο Κοτζιούλας το γυμνάσιο στην Άρτα. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου πρωτοήλθε στην Αθήνα φορώντας ένα μπλε σερζ σακκάκι, γελέκο και παντελόνι – για να μην το πω κουστούμι αφού δεν ήταν ασφαλώς ραμμένο ούτε στην Άρτα – χωρίς καπέλο και με πλεχτές κόκκινες κάλτσες (τσουράπια) που τον ξεχώριζαν αισθητά από τους άλλους φοιτητές.

Τον είχα γνωρίσει απ’ τα Γιάννενα που έτυχε να τα επισκεφτώ το ίδιο καλοκαίρι κι έτσι με πολλή αγάπη τον ξανασυναντούσα.

Μου διηγήθηκε θυμάμαι το ακόλουθο περιστατικό του με τον Χάρη Σταματίου:

Συνεργαζόμενος στο «Μπουκέτο» από το 1925 με τις εκλεχτές μεταφράσεις του, μόλις ακριβώς έφθασε στην Αθήνα, έσπευσε να πάει στα γραφεία του θέλοντας να ζητήσει από το Διευθυντή του να τον προσλάβει κι εργαστεί σ’ αυτό.

Τη στιγμή που έμπαινε ο Κοτζιούλας, ο μακαρίτης Σταματίου καθόταν στο γραφείο του κι όταν μπήκε ο Κοτζιούλας και τον ζήτησε, απασχολημένος φαίνεται από κάποιο του γράψιμο, έδειξε στον Κοτζιούλα τον καναπέ του προθαλάμου και του είπε «περίμενέ τον, δεν είναι εδώ».

Ο Κοτζιούλας περίμενε. Θα είχε περάσει μισή ώρα όταν ξαναβγαίνοντας ο Σταματίου, τον ερώτησε:

– Ποιον θέλεις;

Ο Κοτζιούλας ξανάειπε:

– Τον κ. Χάρη Σταματίου.

– Εγώ είμαι, του είπε τότε ο Σταματίου.

– Εγώ είμαι ο Κοτζιούλας, του απήντησε.

– Ο Κοτζιούλας;

Φαντασθήτε την έκπληξι του Σταματίου όταν αντί για κάποιον ώριμον άντρα καθώς θα είχεν υποθέσει, αντίκρυζε ένα κακοντυμένο χωριατόπουλο.

– Έλα μέσα.

Τον πήρε στο γραφείο, όπου και τον προσέλαβε στο προσωπικό του περιοδικού.

Το επεισόδιο ο Σταματίου το μετέφερε σε κάποιο του χρονογράφημα, που δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποια εφημερίδα το δημοσίευσε (ημερομηνίας Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1926) και που ατυχώς δεν το ξαναβρίσκω παρά τις έρευνες που έκαμα, αφού το άλλαξε λιγάκι, μιλώντας για ένα χωριατόπουλο που ήρθε στην Αθήνα για να βρει εργασία.

Μια άτυχη φράση του χρονογραφήματος «… δυο μάτια χαζά προβατίσια…», ήταν ό,τι στενοχώρησε τον Κοτζιούλα, όταν αφού του το παρουσίασα γιατί έτυχε να το πρωτοδώ, το διάβασε.

Η αλήθεια είναι πως τα μάτια του είχαν ένα βουβό στοχασμό καθώς αποδείχτηκε απ’ την εργατικότητά τους και μιαν απέραντη καλωσύνη.

 

Τέλος, παρουσιάζω εδώ ένα αυτοτελές κομμάτι από το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Κοτζιούλα «Από μικρός στα γράμματα». Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα, που υπάρχει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια της φίλης μας της Μαρίας. Στο τέλος εξηγούνται κάποιες λέξεις.

Ο Κοτζιούλας είναι φοιτητής γυμνασίου, δεκαετία του 1920, στην  Άρτα.

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΥΦΑ

Στο ίδιο σοκάκι μ’ εμάς, απ’ τ’ αντικρινό μέρος, στο παλιό Τούρκικο Προξενείο, κάθονταν τώρα οι πρόσφυγες, αυτοί που είχαν έρθει απ’ τη Μικρασία, πετσοκομμένοι, με την ψυχή στο στόμα. Τους βρίσκαμε στο δρόμο κοιτώντας τους με περιέργεια, γιατί ξεχώριζαν και στο ντύσιμο και στη μιλιά τους. Κι αφού οι Αρτινοί μας φαίνονταν σαν ξένοι, για τους πρόσφυγες είχαμε ακόμη χειρότερη ιδέα. Τους θεωρούσαμε αλλόφυλους, να πει κανένας, κάτι σαν τους Οβριούς, που κάθονταν ξέχωρα στη λωβιασμένη συνοικία. Κι όμως δεν αργήσαμε να σχετιστούμε μαζί τους, για καλό και δικό μας κι εκείνων.

Εκεί που περνάγαμε, ο Νάκος κι εγώ, τραβώντας ήσυχα για το γυμνάσιο, βλέπαμε ψηλά σ’ ένα χαλασμένο μπαλκόνι κάποιον μεγαλόσωμο, ροδοκόκκινο, καλοντυμένο, που διάβαζε δυνατά φημερίδα. Δεν ξέραμε για ποιον ξεφώνιζε έτσι, για τους άλλους ή για τον εαυτό του. Ήταν αρχή ακόμα και δεν τον γνωρίζαμε. Αλλά σε κάνα δυο βδομάδες είδαμε αυτόν τον αντράκλα, που θα ’ταν τότε ως είκοσι χρονώ, να ’ρχεται στο γυμνάσιο και μάλιστα μαζί μ’ εμάς, στην πρώτη τάξη. Ήταν κάτι το πρωτάκουστο για τα χρονικά του γυμνασίου.

Σα να μην έφτανε αυτό –η μεγάλη του ηλικία και το αντρίκιο ανάστημά του- αποδείχτηκε πως ο νεόφερτος μαθητής δε σκάμπαζε πολύ ούτε από γράμματα, ούτε από ρωμαίικα. Πρόφερνε ανάποδα τις λέξεις (έλεγε «ααπητέ», «ελάτε στα δικά μας» αντί στο σπίτι), και όταν τον πείραζαν και θύμωνε, βλαστημούσε παράξενα, σε άγνωστη γλώσσα, έτσι που προκαλούσε πιο πολύ την ευθυμία των συμμαθητών. Τον έλεγαν «ο Μπες», γιατί κάθε τόσο μεταχειρίζονταν αυτή την προσφώνηση: μπε!

Ήταν όμως πολύ χεροδύναμος, μπορούσε με μια γροθιά να σε ρίξει κάτω, και γι’ αυτό δεν τον πείραζαν πια έτσι φανερά ή φρόντιζαν να τον κουρντίζουν από μακριά, για να ’ναι έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια, μόλις τους επιτεθεί. «Της που… τον υιόν!» έβριζε αυτός από πίσω, αγριεμένος σαν Τούρκαρος. Απ’ τα πολλά που έλεγε ξεχωρίζαμε κανένα λόγο με υβριστική σημασία, γνωστό και σ’ εμάς απ’ την εποχή του τούρκικου: τσογλάν, κιοπέκ, πεζεβέγκ κι άλλα τέτοια.

Εμάς τους δυο όμως ο «Ιάννες» – όπως τον λέγαμε αργότερα κατά την προφορά των σπιτικών του- όχι μονάχα δε μας κυνηγούσε, παρά μας προστάτευε κιόλα. Επειδή πρόσεξε πως ήμασταν επιμελείς στα μαθήματα και καθόμασταν στην ίδια γειτονιά μ’ αυτόν, σκέφτηκε να ζητήσει τα φώτα μας. Μας καλούσε λοιπόν εκεί στο Προξενείο, ανάμεσα στους δικούς του και διαβάζαμε μαζί. Κοπιάζαμε αλήθεια πολύ ώσπου να τον βάλουμε στο νόημα, γιατί δεν τα ’παιρνε εύκολα ο κακότυχος. Αλλά μας αποζημίωνε με το παραπάνω για τον κόπο μας, αφού μας φίλευε κακάο και μπισκότα, απ’ αυτά που τους έστελνε μπόλικα η Περίθαλψη και που εμείς δεν είχαμε ελπίδα να τα δοκιμάσουμε αλλιώς. «Φάτε, μπε, να χορτάσετε!», μας παρακινούσε ο ίδιος κι οι δικοί του.

Ο συμμαθητής μας είχε έναν αδελφό Κυριάκο –Γιάκα τον έλεγαν μεταξύ τους- που ήξερε κάμποσα γαλλικά. Τον πήραν λοιπόν καθηγητή στην ιερατική σχολή, όπου είχε έλλειψη και σιγά σιγά κόλλησε κοντά στους παπάδες. Είχαν και δυο αδερφές που τις έλεγαν Μάρουλα και Τζιόφα, δηλαδή Σοφία. Σκεπάζονταν με κάτι βαριά παπλώματα, γεμισμένα βαμβάκι και λούζονταν λέει, έκαναν μπάνιο, μες στη σκάφη. Έτρωγαν πολύ χορταστικά, έπιναν κούπες τσάι, την μια πάνω στην άλλη, τσάι αγοραστό βέβαια, όχι σαν το δικό μας του βουνού.

Μια νύχτα, εκεί που κοιμούνταν στο Προξενείο, έπεσε απ’ το μισοτρύπιο ταβάνι στα στρώματά τους ένα φίδι ζωντανό. Για καλή τύχη τους ήταν μουδιασμένο απ’ το κρύο, αλλιώς κάποιον θα δάγκωνε απ’ όλους. Φοβήθηκαν απ’ αυτό κι άλλαξαν κατοικία. Πήγαν να μείνουν μαζί με τους πολλούς, στο παλιό Νοσοκομείο, φάτσα στην Αϊ-Θοδώρα. Πάλι κοντά μας ήταν, γι’ αυτό δε λείπαμε από κει, αφού βρίσκαμε κοντά τους και κάποια περιποίηση. Η καλή μου βάβω τους έστελνε από μακριά ευλογίες, όποτε της πήγαινα στο χωριό λίγο κακάο με ζάχαρη. Θα πέθαινε και δε θα ’χε βάλει στο στόμα της απ’ αυτό το ρόφημα.

-Βοηθήστε, παιδιά, κι αυτόν τον δικό μου, είναι αστοιχείωτος, ανάθεμά τον! μας έλεγε ο φιλόστοργος Κυριάκος, που πολύ φρόντιζε για τον αδερφό του. Δεν κατέχει ούτε τις βάσεις, δε μας άφησαν ήσυχους οι διωγμοί, ο Οσμάναγας…

Φαίνεται αληθινά πως ο συμμαθητής μας δεν είχε περάσει καθόλου από σχολαρχείο και πως τον έβαλαν στο γυμνάσιο με τα ψέματα, με φτιαστά χαρτιά. Μα και τώρα βαριόταν να διαβάσει απ’ το βιβλίο, περιμένοντας να μάθει το μάθημα με τ’ αυτί, καθώς του το λέγαμε απ’ έξω εμείς οι δυο, μια ο Νάκος, μια εγώ και πάλι και ξανά, από τρεις τέσσερις φορές ο καθένας. Στις εξετάσεις έρχονταν και κάθονταν από πίσω μας, για ν’ αντιγράφει με την ευκολία του.

-Μη σκύβεις, μπε! φώναζε κιόλας.

Οι καθηγητές το ’ξεραν και δε μιλούσαν, πάντα για χάρη του μεγάλου του αδερφού.

Μόνο στη γυμναστική είχε τα πρωτεία. Έτρεχε σαν παλαβός, κλωτσούσε με φόρα τη μπάλα και στις σχολικές επιδείξεις έπαιρνε βραβεία. Ο γυμναστής μας, ο Κουμπούρας, τον είχε υπόληψη, αυτόν και κάνα δυο άλλους συμπατριώτες του σε μεγαλύτερες τάξεις. Είναι αλήθεια πως οι πρόσφυγες –οι Πόντιοι- πρωτόφεραν στην επαρχία μας την ατομική καθαριότητα και την καλλιέργεια του αθλητισμού.

 

Οι πρόσφυγες φάνηκαν χρήσιμοι και σε μένα, αυτοί με σκούντησαν στο ποιητικό στάδιό μου. Και να πώς έγινε αυτό. Κοντά στην οικογένεια του συμμαθητή μας, που όλο μας παίνευαν για τη φιλομάθειά μας, είχα γνωριστεί και μ’ έναν πρόσφυγα ελληνοδιδάσκαλο, τον Αυγουστίνο Παγκρατίδη (να ζει άραγε πουθενά;). Αυτός είχε μάθει πως έγραφα και στίχους, που δεν τους έδειχνα όμως κανενός, ούτε έβρισκα να τους δημοσιέψω ακόμα. Και ήρθε καιρός που χρειάστηκε αυτό το χάρισμά μου, που βγήκε στο φως με τη μεσολάβηση του Παγκρατίδη.

Είχαν οριστεί τότε να γίνουν τ’ αποκαλυπτήρια της προτομής του Σκουφά, στο γενέθλιο χωριό του, το Κομπότι της Άρτας. Μεγάλη τελετή περιμενόταν, λόγοι θα εκφωνούνταν απ’ τους επίσημους, θα ’ρχονταν ακόμα κι άνθρωποι απ’ τα Γιάννενα, απ’ την Αθήνα. Όλα ετοιμάζονταν από βδομάδες και τίποτε δε θα ’λειπε απ’ το γιορτασμό.

-Μονάχα ποίημα δεν έχουμε! αναστέναξε ο Παγκρατίδης, θερμός πατριώτης, όπως οι περισσότεροι απ’ τους ξεριζωμένους της προσφυγιάς.

Τότε θυμήθηκε πως εγώ στιχουργούσα. Και σκέφτηκε πως εγώ, ο μικρός Δαβίδ, με την πετριά της ποίησης, μπορούσα να βγάλω απ’ τη δύσκολη θέση τους όλους αυτούς τους σπουδαίους.

-Θα σου πάρω μια βδομάδα άδεια απ’ το γυμνάσιο, για να το συντάξεις όπως πρέπει, μου είπε ο αγαθός πρόσφυγας.

Μα εγώ δεν ήθελα τέτοιες φασαρίες, να μάθουν απ’ το γυμνάσιο πως γράφω ποιήματα και να με πάρουν ύστερα οι καθηγητές με κακό μάτι, να με απορρίψουν στα καλά καθούμενα σε τίποτε φυσικές ή μαθηματικά. Ας έλειπε η διαφήμιση, να ’χω ήσυχο το κεφάλι μου. Μπορούσα ένα Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή να σταφνίσω ήσυχα ήσυχα τους στίχους, φτάνει να πετύχαινα τις ομοιοκαταληξίες.

-Καλά τότε, συμφώνησε ο Παγκρατίδης. Να πας όμως απάνω στο Κάστρο, για να εμπνευσθείς καλύτερα.

Αυτό μάλιστα, το δεχόμουν. Τράβηξα δειλά προς το παλιό φρούριο, πίσω απ’ το ψηλό πέτρινο ρολόι, που χτυπούσε τις ώρες και μας ειδοποιούσε για το σκολειό. Προχώρησα δισταχτικά στη μεγάλη καμάρα με την πόρτα τη βαριά και βρέθηκα μέσα σ’ εκείνο το κλείσμα το ακατοίκητο απ’ ανθρώπους, όπου θρασομανούσαν οι τσουκνίδες κι οι αγριομολόχες και τ’ αγκαθόχορτα. Ανέβηκα σιγά σιγά τις ακατάλυτες σκάλες που έστριβαν από δω κι από κει, οδηγώντας σ’ εκείνες τις παράξενες πολεμίστρες με τις σκισμάδες από μέσα. Εδώ ήταν καλά μα το θεό, για έναν ποιητή που του παράγγειλαν πατριωτικό ποίημα…

Κάθισα εκεί σε μια κόχη και κοιτώντας το άγριο τοπίο ρίχνοντας καμιά ματιά και πέρα στο ποτάμι που κυλούσε δυνατό, σαν ήμερο στοιχειό, έχοντας όμως το νου μου περίφοβα και στους φυλακισμένους, που παραμόνευαν ίσως κλεισμένοι κάπου εκεί γύρω, προσπαθούσα να βάλω τη φαντασία μου σ’ ενέργεια, για ν’ αναβλύσουν οι στίχοι που θα έσωζαν την τιμή του γυμνασίου. Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα. Χρειαζόταν επίσημος τόνος, σοβαρός. Μου ερχόταν στο νου περίφημες αρχές από άλλα ποιήματα: «Σε γνωρίζω από την κόψη…», «Πώς μας θωρείς ακίνητος…»

Επιτέλους ο κρουνός άρχισε να στάζει:

Νύχτα βαριά και σκοτεινή…

Σιγά σιγά το πρώτο τετράστιχο είχε ετοιμαστεί, καταλήγοντας στην κορώνα:

…μεγάλε μας Σκουφά!

Παιδεύτηκα ώρες, ίσως και μέρες, αλλά το ποίημα έγινε όπως το περίμεναν από μένα, όπως το ήθελα κι εγώ. Οι λέξεις έρχονταν η μια κοντά στην άλλη χτυπητές, οι ομοιοκαταληξίες ταίριαζαν όπως οι κόπιτσες αναμεταξύ τους, οι έννοιες σε σήκωναν στον αέρα, σου έδιναν φτερά.

Ενθουσιάστηκε ο Παγκρατίδης, άμα το είδε και το πέρασε στη γραφομηχανή. Μου φάνηκε πιο ωραίο κι εμένα, έτσι που ήταν τώρα, σχεδόν «του τύπου». Αλλά έμενε κάτι σπουδαίο: η απαγγελία. Τι θα γινόταν μ’ αυτήν; Ήταν φανερό πως εκεί δε θα τα ’βγαζα πέρα. Δεν είχα καλή φωνή, μου έλειπε και το θάρρος, μπορούσα να τα παρατήσω στη μέση. Ο Παγκρατίδης τα γύριζε όλ’ αυτά στο μυαλό του και δεν έβρισκε εύκολα λύση. Να τ’ αφήσει σ’ εμένα; Θα ’χανε την αξία του. Να τ’ αναθέσει σε άλλον; Θα ’ταν άδικο για μένα.

Δεν ήξερε πια τι να κάμει, όταν έφτασε η Μεγάλη Βδομάδα. Και τότε εμείς που ήμασταν από χωριό, δίχως να χάσουμε καιρό, σαν τους στρατιώτες που παίρνουν άδεια, κινήσαμε ίσια για τα σπίτια μας τα τόσο ποθητά. Ο δρόμος, που μας φαινόταν τόσο ατέλειωτος, τόσο δύσκολος στο έλα, γινόταν τώρα παιγνίδι κάτω απ’ τα πόδια μας τα φτερωμένα. Θα βλέπαμε τους δικούς μας, θα τρώγαμε χορτάτα τις μέρες της Λαμπρής, θα παίζαμε και με τα νέα κατσίκια, που τα ’χαμε αλησμονήσει.

Όταν ξαναγυρίσαμε στην Άρτα, παραμονή του Θωμά, είχα ξεχάσει πια και το ποίημα και το Σκουφά. Δεν άργησα όμως να μάθω, αφού όλη η πόλη μιλούσε γι’ αυτό, πως η τελετή για την προτομή θα γινόταν στο Κομπότι, όπως ήταν ορισμένο, την άλλη μέρα Κυριακή. Στο μεταξύ πληροφορήθηκα πως και το ποίημά μου δεν είχε μείνει αχρησιμοποίητο. Θα το απάγγελνε ένας συμμαθητής μου, γιος μπακάλη (αργότερα έγινε δικηγόρος), από κείνους που μας τρόμαζαν στην αρχή με τα φανφαρόνικα γαλλικά τους και που γρήγορα τους είχαμε αφήσει πίσω, ο Νάκος κι εγώ. Έμαθα από τρίτους πως όλες αυτές τις μέρες, που εμείς λείπαμε στο χωριό, ο αντικαταστάτης μου δεν κάθονταν αργός. Έβγαινε στην πλατεία του ρολογιού, κοντά στο σπίτι του, μαζί με το γείτονα του τον Παγκρατίδη κι εκεί ο δεύτερος εξασκούσε τον πρώτο στην απαγγελία, σαν κανένας έμπειρος δάσκαλος της σκηνής, δείχνοντάς του πού να σταθεί, πότε να υψώσει τη φωνή του και προπαντός με τι χειρονομίες να συνοδέψει τους στίχους, για να πάρουν χρώμα, να γίνουν ζωντανοί.

-Θα πάμε κι εμείς στο Κομπότι; ρώτησα το Νάκο την παραμονή.

Προφασίστηκε πως ήταν κουρασμένος απ’ την πορεία, μα κατάλαβα πως θα προτιμούσε να διαβάσει, για να ’ναι έτοιμος τη Δευτέρα.

Μα εμένα με τραβούσε κάτι για κει έξω. Ήθελα να παρακολουθήσω την τελετή, μα πιο πολύ την τύχη του έργου μου. Δεν ξέρω πώς, χώθηκα σ’ ένα αυτοκίνητο χωρίς να πληρώσω και βρέθηκα μαζί με τους άλλους στο Κομπότι, μες στην πολυκοσμία. Είχαν έρθει εκεί Νομάρχηδες και Δήμαρχοι και δικηγόροι και γιατροί και μεγάλα πρόσωπα. Πολλοί κρατούσαν στα χέρια τους χαρτιά και ξανακοίταζαν τους γραμμένους λόγους τους, όλο ελληνικούρες, να μην ξεχάσουν καμιά στην κρίσιμη ώρα.

Αμέτρητοι ήταν οι λόγοι, ο ένας πιο ακατάληπτος, πιο ανιαρός απ’ τον άλλον. Μα στίχους δεν είχε ανακατώσει κανένας τους παρά μονάχα, ίσως του Σολωμού. Τέλος ανέβηκε μ’ όλο του το κουράγιο στο πρόχειρο βήμα ο συμμαθητής μου κρατώντας και το χειρόγραφο στο χέρι, για καλό και για κακό:

Νύχτα βαριά και σκοτεινή…

Οι στίχοι πήδαγαν καμπανιστοί κι ο μαθητής του Παγκρατίδη τους έλεγε θαρρετά, με καμάρι, χωρίς να σκοντάφτει πουθενά, σα να τους είχε γράψει ο ίδιος. Εγώ στεκόμουνα σε μιαν άκρη μαραμένος, άγνωστος ανάμεσα στο πλήθος. Τι ωφελούσε που παιδεύτηκα τόσο μ’ αυτό το διατανοποίημα. Άλλος το απάγγελνε τώρα, άλλον κοίταζαν στα μάτια. Εκείνος ήταν καλοντυμένος, με άσπρο γιακά, με κοντά παντελόνια. Γι’ αυτό είχε ύφος και πεποίθηση, γι’ αυτό πετύχαινε καλύτερα από μένα. Και τώρα του βαρούσαν τα παλαμάκια, του χαμογελούσαν όλοι ευχαριστημένοι. Εμένα κανένας δε μ’ ήξερε, κανένας δε θα με μάθαινε ποτέ…

Άξαφνα, εκεί που στεκόμουν ανύποπτος, μ’ αρπάζει ένα χέρι απ’ την αμασχάλη, αλαφρόν σαν το τσατσούλι που είχα μια φορά, και με σηκώνει ψηλά, με δείχνει στον κόσμο. Κι ακούγεται παραπίσω μια φωνή, απ’ την ίδια αόρατη δύναμη, όπως τότε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου ή στη βάφτιση του Χριστού:

-Αυτός είναι ο μαθητής του γυμνασίου που έγραψε το ποίημα, όχι ο άλλος που το είπε. Εκείνος έκαμε απαγγελία, αλλά τη σύνταξη την έκαμε αυτός εδώ!…, εξηγεί αναλυτικά ο άνθρωπος πως εγώ ο τάδες, από το δείνα χωριό, ήμουν ο συντάχτης του ποιήματος.

Διπλάσια χειροκροτήματα απ’ την πρώτη φορά υποδέχτηκαν την αναγγελία, ενώ εγώ, που έστεκα μετέωρος μπροστά σε τόσους άγνωστους, κόντευα να λιγοθυμίσω πια, τρέμοντας σχεδόν από την ταραχή μου.

Τι είχε συμβεί; Ο Νίκο Γιώτης, ο καθηγητής μας των γαλλικών, άνθρωπος αυτοδημιούργητος (που είχε την υπομονή να πάρει αργότερα και δίπλωμα νομικής στα πενήντα του χρόνια), έχοντας μάθει, φαίνεται, τα σχετικά με το ποίημα και μην υποφέροντας να δοξάζεται ο δυνατόφωνος στη θέση του δημιουργού, ο ηθοποιός σε βάρος του συγγραφέα, έκαμε αυτή την ανέλπιστη επέμβαση, που έφερε αμέσως το αποτέλεσμά της.

Επιτέλους! Υπάρχει θεός που βλέπει το άδικο, υπάρχει Θεία Πρόνοια που δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο. Είχα αρχίσει πια να λυπάμαι το συμμαθητή μου, που έχασε έτσι μεμιάς το γόητρό του, που του επισκίασα εγώ με την επιτυχία. Μα τι να γίνει; Ο μακαρίτης ο Γιώτης ήταν κι αυτός χωριάτης απ’ τα Τζουμέρκα και δεν ήθελε τα φτωχά, τ’ άτολμα πατριωτάκια του να παραγκωνίζονται απ’ τα παιδιά της πόλης, τα ξυπνημένα μπακαλόπουλα. Γι’ αυτό με πήρε με τη χερούκλα του και με σήκωσε να μ’ αναδείξει.

Στο τέλος απ’ την τελετή με πλησίασαν μερικοί με κολάρο και με κοίταζαν σαν περίεργο ζουλάπι.

-Πόσο χρονών είσαι, μικρέ;

-Μπήκα στα δεκατρία.

-Και το κατέβασες απ’ το μυαλό σου, δεν πήρες σκέδιο από πουθενά;

Τς, τς! απορούσαν μοναχοί τους.

-Μωρέ μπράβο, δεύτερος Κρυστάλλης θα γίνει! προφήτεψε κάποιος δικολάβος απ’ τους διαβασμένους.

 

Εκείνο το αδέξιο, αλλά ιστορικό ποίημα για τον Ηπειρώτη αρχηγέτη της Φιλικής Εταιρείας το είχα δώσει στη μάνα μου για φύλαμα κι εκείνη το ’χε μεριάσει μέσα στην κασέλα της μαζί με δικά της ειδίσματα, τιμαλφή χωρίς αξία. Μα την τελευταία φορά που ξαναπήγα στο χωριό έπειτ’ από χρόνια, δε βρήκα εκεί το παλιό χαρτί μου. Φαίνεται πως ανακατεύτηκε, παράπεσε κάπου ανάμεσα στα προικιά, τα νυφιάτικα των αδερφάδων μου. Και τα ξέχασα πια, μονάχα την ιστορία του θυμάμαι.

 

123 Σχόλια προς “Μνήμη Γιώργου Κοτζιούλα”

  1. dryhammer said

    Καλημέρα!
    0 > Είναι αλήθεια πως οι πρόσφυγες … πρωτόφεραν στην επαρχία μας την ατομική καθαριότητα …

    Και λέγαν τις πρόσφυγιες «παστρικές» ήτοι πόρνες, γιατί πλένονταν, καθότι η τιμιότητα έπρεπε να ζέχνει από μακριά.

  2. atheofobos said

    Υπέροχο διήγημα!

  3. Γιάννης Ιατρού said

    Ωραίο το σημερινό Νίκο.

    1. Αφού αποτελούσαν «θανάσιμη» απειλή, έπαιρναν τους (καλούς) γαμπρούς από τις ντόπιες… ;
    Επικρατούσε η δοξασία: Το πλυνες: -Το χάλασες. 🙂 🙂

  4. dryhammer said

    3.
    1999. Δουλεύω σε μεσιτικό γραφείο. Μια κυρία κάποιας ηλικίας μας έχει δώσει για νοίκιασμα ένα σπίτι. Βρίσκω κάποιον που ενδιαφέρεται. Της το λέω. Με ρωτάει πως λέγεται. Της λέω το επώνυμο. «Μα αυτοί είναι πρόσφυγες! Όχι!»
    [ Ο σύζυγος της κυρίας -εκ καλής οικογενείας- όταν βγήκε από την φυλακή μετά από 7 χρόνια ποινή για εμπορία ναρκωτικών, έβγαλε με πιρούνι το μάτι της πρώτης γυναίκας του -που τον έδωσε-, έκανε άλλα 7 χρόνια και μετά άνοιξε και διατηρούσε μπαρ με κοπέλες εκδιδόμενες μέχρι το θάνατό του. Αλλά είχε καλό επώνυμο – όχι προσφυγικό]

    Χρειάστηκαν πολλά χρόνια (σίγουρα μετά τον ΒΠΠ) για να γίνουν «μεικτοί» γάμοι, (καθότι τα κορίτσια ήταν και άπροικα…).

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Δεν το περίμενα να διατηρείται το στερεότυπο 75 χρόνια μετά.

  6. Παναγιώτης Κ. said

    Μπράβο Νικοκύρη για την επιλογή!

  7. dryhammer said

    5. Ούτε εγώ. Πρώτη (και τελευταία) φορά το συνάντησα δια ζώσης. [Μόνο για γύφτους παλιά, μετά Αλβανούς και πρόσφατα για «σκούρους*» (και από τους Αλβανούς**)]

    *και να σκεφτείς πως ένας μελαχροινός ντόπιος (πχ ο δήμαρχος) είναι πιο σκούρος από έναν ξερωγώ Σύριο.

    ** κάποια στιγμή η κόρη μου είπε πως συμβούλεψε μια γιαγιά που πάει και βλέπει, της ψωνίζει κλπ να κλειδώσει, κι όταν δει κάτι παράξενο να την πάρει τηλέφωνο γιατί ένα ζευγάρι «μεταναστών» καθόταν στο παραλιακό τοιχαλάκι κοντά στο σπίτι.
    «Εσύ γιατί γελάς;» με ρώτησε θυμωμένη.
    «Πριν 20 – 25 χρόνια τα ίδια θα έλεγαν αν καθόταν ένα ζευγάρι που έμοιαζαν Αλβανοί» της είπα.
    Καταστράβωσε. «Εγώ πάντως της είπα να με πάρει, κι εσύ είσαι μόνο ειρωνεία»
    Η μάνα της απλά αναστέναξε…

  8. Πέπε said

    4
    Αμάν κι εσύ. Ένα σφάλμα έκανε κι αυτός και το ‘κανες θέμα! Άσε που για να της φερθεί τόσο απότομα, φαντάσου τι κουμάσι θα ‘ταν κι εκείνη!

    ____________________

    Και τώρα κάτι άσχετο, αλλά ενδιαφέρον (ίσως για κάποιους), που μου ‘ρθε ακριβώς αυτή τη στιγμή σε φλασιά:

    Γιατί λέμε «κουμάσι» = άνθρωπος κακής ποιότητας; Κουμάσι είναι το κοτέτσι.

    Απάντηση: γιατί προφανώς στο «τι κουμάσι», «καλό κουμάσι» κλπ. υπονοείται «από τι κουμάσι / από καλό κουμάσι», όπως στο «τι σόι».

    (Οπότε και πάλι στην καταγωγή καταλήγουμε, είδατε; Άμα είσαι από σόι, είσαι από σόι, πάει και τελείωσε. 🙂 )

  9. Costas X said

    Καλημέρα !

    «Σας προτρέπω να διαβάσετε ένα τουλάχιστον ποίημά του σήμερα, εις μνήμην».

    Διάβασα αρκετά από τα ποιήματα, εις μνήμην του ποιητή, αλλά παρότι μου αρέσει η κλασική φόρμα του, μέτρο και ομοιοκαταληξία, πρέπει να πω ότι περισσότερο με συγκίνησε το πεζό «Ποίημα για τον Σκουφά». Τι να κάνουμε, γούστα είναι αυτά.

  10. 8 Κουμάσι είναι στα τούρκικα (kumaş) το ύφασμα και συνεκδοχικά η ποιότητα, κυρίως χαρακτήρα, η στόφα (άλλη λέξη που καταρχήν σημαίνει είδος υφάσματος!)

  11. sarant said

    8-10 Δεν είχαμε άρθρο κάποτε;

    https://sarantakos.wordpress.com/2018/07/19/qumas/

  12. Πέπε said

    10
    Α ναι;
    Ε, και πάλι παρόμοιο είναι. Από τι στόφα (ύφασμα).

  13. dryhammer said

    Στόφα λένε στα καθιαυτού βαπορίσια τη μαγειρική εστία (stove).

  14. Γιάννης Ιατρού said

    11: Μα θα ήταν ποτέ δυνατόν να είχε το μπλογκ τέτοια παράλειψη; 🙂

    Συνοψίζοντας, δύο οι εκδοχές:
    Α εκδοχή: <βυζαντ. κουμάσιον & κουμάς < τουρκ.kumes = ορνιθώνας ή άλλο κτίσμα για οικόσιτα ζώα <περσ. kume=καλύβα.
    Υποδηλώνει την ηθική βρομιά, τις ακαθαρσίες, λόγω της δυσωδίας του συγκεκριμένου χώρου.
    Β εκδοχή: <μεσαιων. κουμάσι(ν) / κουμάσιον < τουρκ. kumaş < αραβ. qumāš: κομμάτι ύφασμα, ρούχο, κουρέλι, ρετάλι.
    Υποδηλώνει τη χαμηλή ποιότητα του χαρακτήρα.

  15. dryhammer said

    Κουμάσιον επί κουμασίου = ένα κουρέλι στο κοτέτσι

  16. Costas X said

    8, 10, 11. «κουμάσι»

    Πληροφοριακά, οι λέξεις που σημαίνουν «κουμάσι» στα καθιαυτού κορφιάτικα είναι οι ιταλογενείς «μέμπρο» και «σουγκέτο». Κάποια στιγμή, ίσως με τους πρόσφυγες, ήλθε στους Κορφούς και το «κουμάσι», μαζί με τον μανάβη, τον χασάπη, τον μπακάλη, τα παπούτσια και τους κεφτέδες ! 🙂

  17. Γς said

    13:

    >Στόφα λένε στα καθιαυτού βαπορίσια

    Παντού. Και στα καθαυτού βαπορίσια

    https://lexilogia.gr/forum/showthread.php?8603-%CE%95%CF%83%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%B1

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και μια καημένη θεία μου που βρέθηκε νύφη σε μανιάτικο σόι, Σμυρνιά την ανεβάζανε, Σμυρνιά την κατεβάζανε. Τα σουτζουκάκια της όμως τα τρώγανε και τα καλοτρώγανε.

  19. dryhammer said

    17. Είδες που κανένα καθιαυτού δεν έχει την αποκλειστικότητα;

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    9: Ο Κοτζιούλας είναι άνισος ποιητής. Τα «στρατευμένα» ποιήματά του είναι από μέτρια έως κακά, αλλά κάποια λυρικά του ποιήματα είναι πολύ όμορφα. Στην πολύ καλή προσωπική ανθολογία του «Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς» ο Μανόλης Αναγνωστάκης έχει συγκεντρώσει οκτώ από αυτά. Σημαντικός αριθμός, αφού η επιλογή του ανθολόγου ήταν πολύ αυστηρή.

    ΑΠΟΛΟΓΟΣ

    Ζω με υποψίες, μία υποψία ζωής,
    και μου αρκεί να ‘χω κάτω από τη σκέπη
    τ’ ουρανού του ψηλού που δε με βλέπει
    τη συντροφιά σου, ω χόρτο που θροείς.

    Ωσάν λαθραίος διαβάτης απ’ τη γη
    με βιάση θα περάσω και θα φύγω
    μα θα με συνοδεύει εκεί το λίγο,
    το λίγο φως που πήρα απ’ την αυγή.

    Απ’ όσα θα ‘χω κάπως αισθανθεί
    τον πόνο λέω να γνώρισα και μόνο,
    γιατ’ οι χαρές μου επνίγονταν με στόνο
    μες στο παράπονό μου το βαθύ.

    Μα όταν θα πέσω στο άπειρο κενό,
    να μη απομείνει θέλω πισωθέ μου
    ουδέ και μιας στιγμής η λύπη, Θε μου,
    που αφήνει φύλλο φθινοπωρινό.

  21. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεοτερα, θα λείψω για μερικές ώρες.

  22. Πέπε said

    @14
    Ναι, κάτι θυμόμουν ότι έχει συζητηθεί (όπως το καθετί). Αλλά η καινούργια ιδέα που μου ήρθε είναι ότι αν μεν ισχύει το Α (βυζαντ. κουμάσιον & κουμάς < τουρκ.kumes = ορνιθώνας ή άλλο κτίσμα για οικόσιτα ζώα <περσ. kume=καλύβα), τότε δεν [υ]ποδηλώνει την ηθική βρομιά, τις ακαθαρσίες, λόγω της δυσωδίας του συγκεκριμένου χώρου, αλλά το αν προέρχεσαι από καλό ή κακό κοτέτσι/μαντρί/καλύβι, αν πάλι ισχύει το Β (μεσαιων. κουμάσι(ν) / κουμάσιον < τουρκ. kumaş < αραβ. qumāš: κομμάτι ύφασμα, ρούχο, κουρέλι, ρετάλι), και πάλι δεν [υ]ποδηλώνει τη χαμηλή ποιότητα του χαρακτήρα, αλλά το αν προέρχεσαι από «ύφασμα» καλής ή κακής ποιότητας.

    Ότι δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις υπονοείται ένα «από» που κάνει όλη την έκφρασει να λειτουργεί ταξινομικά. Δεν είσαι εσύ ο ίδιος «κουμάσι», είσαι «από κουμάσι»: ανήκεις, ταξινομείσαι κάπου.

    Όταν είσαι από σόι, από σπίτι, από τζάκι, εννοείται πάντοτε από καλό σόι ή σπίτι. Όταν είσαι από κουμάσι, εννοείται πάντοτε από κακό. Η στόφα όμως είναι ουδέτερη, υπάρχει και καλή και κακή στόφα. Οπότε (σκέφτομαι), και τα άλλα μπορεί θεωρητικά να νοούνται ως ουδέτερα αλλά στην πράξη να έχει επικρατήσει για τα μεν το θετικό πρόσημο, για το δε το αρνητικό. Άλλωστε το «τι σόι» κι αυτό ουδέτερο είναι.
    .

  23. Theo said

    Καλημέρα!

    Ωραίο και συγκινητικό το «Ποίημα για τον Σκουφά», κι η ανάρτησή του ένα μνημόσυνο στον ευθύ, τίμιο και ακέραιο Ηπειρώτη Γιώργο Κοτζιούλα.

    Ευχαριστώ, Νικοκύρη.

  24. Georgios Bartzoudis said

    Φαίνεται να άζτεψαν κάποιοι από μια απλή αναφορά του Κοτζιούλα στους πρόσφυγες (βέβαια τότε «δεν ήξερε» ότι «το κόμμα» μποϋκοτάρησε την εκστρατεία στις …πατρίδες των προσφύγων). Λοιπόν: Σε ένα χωριό στη Μακεδονία ήταν (και είναι) φίφτυ-φίφτυ οι ντόπιοι και οι πρόσφυγες (Θρακιώτες και Μικρασιάτες), χωρίς να έχει υπάρξει απολύτως ΚΑΜΙΑ δυσκολία στη συμβίωσή τους.
    Να πω επίσης ότι οι ντόπιοι της Μακεδονίας λένε «καθίστρα» και όχι «κουμάσι» (όπως οι πρόσφυγες) ούτε «κοτέτσι» (όπως οι …χαμαί).
    Και μια ιστοριούλα για έναν που δεν ήταν …Κοτζιούλας. Ενόψει των γιορτών του Πάσχα, η φιλόλογος είχε την έμπνευση να υποχρεώσει όλους τους μαθητές να γράψουν μια εργασία της αρεσκείας τους πάνω σε ένα διήγημα (νομίζω του Καρκαβίτσα). Είς εκ των μαθητών συνέθεσε ένα ποίημα 5-6 σελίδων. Ενθουσιάστηκε η καθηγήτρια και το διάβασε ενώπιον όλων των καθηγητών. Την επομένη είχαμε Μαθηματικά. Ο λεγάμενος ήταν καλός και στα Μαθηματικά, αλλά λόγω κάποιου απρόσμενου θορύβου δεν άκουσε την ερώτηση που του έκανε ο καθηγητής των Μαθηματικών, και συνεπώς δεν μπορούσε να απαντήσει. Έπεσε άγριο ξύλο! [Μας έγινες ποιητής έ! Να κι αυτή, να και την άλλη!]

  25. Τον συνάντησα για πρώτη φορά στα εννιά μου, όταν διάβασα τους Αθλίους του Ρομάντζου, και συγκράτησα το όνομα. Πολύ ωραίο το διήγημα.

    Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα περί των προσφύγων καθότι κι εγώ από προσφυγική οικογένεια προέρχομαι και μεγάλωσα σε προσφυγική γειτονιά του Πειραιά.

  26. Γς said

    ΕΡΤ1 Ειδήσεις τώρα.

    μια κυρία στην ρεπόρτερ:

    -Εχω ευπαθή ομάδα στο σπίτι.

    Κι εγώ έχω ευπαθή ομάδα στο σπίτι. Τον Γς

  27. Αγγελος said

    (24) «Σε ένα χωριό στη Μακεδονία ήταν (και είναι) φίφτυ-φίφτυ οι ντόπιοι και οι πρόσφυγες (Θρακιώτες και Μικρασιάτες), χωρίς να έχει υπάρξει απολύτως ΚΑΜΙΑ δυσκολία στη συμβίωσή τους.»
    Μπράβο στο συγκεκριμένο χωριό, αν είν’ έτσι. Αυτό που έχω ακούσει όμως εγώ για άλλα μέρη είναι πως οι ντόπιοι λέγανε «Έφυγαν οι Μουσουλμάνοι Τούρκοι και πλάκωσαν οι Χριστιανοί Τούρκοι», για τον απλό λόγο ότι έλπιζαν να πάρουν (και πολλοί είχαν ήδη αγοράσει ή καταπατήσει) τα κτήματα των Τούρκων, τα οποία δόθηκαν στους πρόσφυγες.
    Μου κάνει πάντως εντύπωση (4) να υπήρχε αντιπροσφυγική προκατάληψη το 1999. Σε ποιο μέρος συνέβη αυτό;

  28. Πέπε said

    @26:
    Παλικάρι 65 Μαΐων άκουσε στην τηλεόραση «και να προσέχετε τους γέρους!» και είπε ντάξει, εμείς δεν έχουμε γέρους!

  29. ΓιώργοςΜ said

    Η οικογένειά μου, πρόσφυγες σε χωριό ντόπιων, είχαν την αντιμετώπιση που περιγράφει το κείμενο και τα παραπάνω σχόλια. Επειδή μια φορά τη βδομάδα πήγαιναν στο ρέμα να λουστούν και κάθε δεκαπέντε έπλεναν (πού ακούστηκε!) και τα σεντόνια, οι ντόπιοι έλεγαν πως οι πρόσφυγες ήταν άρρωστοι.
    Εγκαταστάθηκαν αρχικά σε αντίσκηνα, κι ακόμη όταν αυτά έσπασαν από το βάρος του χιονιού, ελάχιστοι ντόπιοι τους έδωσαν κατάλυμα. Έγκυος η νύφη του παππού μου μια από αυτές τις περιπτώσεις.
    Απαξία η προσφυγική ιδιότητα, μέχρι ακόμη και το 67 που διαβάζω σ’ ένα βιβλίο:
    «Τὸ 1925 εγκατεστάθησαν εν αυτω αρκεταὶ οικογένειαι προσφύγων(…) λίαν ενωρὶς υπέστησαν τὴν επίδρασιν του περιβάλλοντος, εκσυγχρονίσθησαν καὶ ήλθον εις επιµιξίας μετὰ των γηγενών, ώστε σήμερον νὰ μὴ καθίσταται εύκολος η αναγνώρισις αυτών εκτὸς της γλωσσικής προφοράς των, ήτις δὲν είναι ευδιάκριτος εις όλους.»

  30. Γς said

    29:

    και να προσέχετε την ευπαθή ομάδα του ιστολογίου.

    Θα μου πείτε τώρα περπατάνε οι ιοί στα σύρματα του ιντερνετ;

    https://caktos.blogspot.com/2014/05/pc-codoms.html

  31. Γς said

    30->28

  32. Πέπε said

    @29
    Δηλαδή συγγνώμη ρε παιδιά, όλα τ’ άλλα τα καταλαβαίνω, και γι’ αυτούς που τους δέχτηκαν ανοιχτά (σπανιότερο) και για τους άλλους που τους δέχτηκαν σχεδόν εχθρικά, αλλά το ζήτημα της καθαριότητας;

    Είναι γνωστό ότι παλιά οι άνθρωποι πλένονταν λιγότερο ή και καθόλου. Οκέι. Ούτε νερό τρεχούμενο είχαν σπίτι τους, ούτε έβρισκαν και πολύ στο νόημα να ξεπλύνουν την τραΐλα ή την ψαρίλα για να πάνε να ξαναβουτηχτούν μέσα της πλυμένοι. Υπέθετα όμως ότι οι αλλαγές που τελικά οδήγησαν στα σημερινά ήθη θα είχαν γίνει λίγο πολύ παράλληλα παντού. Να πλένονταν συχνότερα οι Σμυρνιοί (της πόλης) από τους Ελλαδίτες αγροτομοιμένες κατανοητό, αλλά μεταξύ ομοειδών, αστοί με αστούς – αγροτοποιμένες με αγροτοποιμένες, υπήρχε όντως τόση διαφορά; Πώς εξηγείται;

  33. dryhammer said

    27. Χίος. Ήταν η μόνη φορά που το άκουσα, αλλά με εντυπωσίασε…

    Πάντως το 1912 όταν ελευθερώθηκε η Χίος από τους Τούρκους, η πρώτη πρώτη δουλειά ήταν να κάψουν το Κτηματολόγιο… [Το Τούρκικο. Το Ελληνικό είναι under construction εν έτει 2020]

    29…εκσυγχρονίσθησαν…
    Ο πάππους μου όταν ήρθε είχε τελειώσει 8τάξιο γυμνάσιο, μιλούσε και έγραφε γαλλικά (αν πήγαινε και 2 χρόνια στη σχολή της Χίου θα ‘βγαινε δάσκαλος) και επειδή ήταν καλός στα μαθηματικά μπορούσε να κάνει προϋπολογισμό από τα σχέδια και να δώσει προσφορά στις μαραγκοδουλειές των κτιρίων, (η παλιά αστυνομία – τώρα Goody’s, το σχολείο του Πυργιού (1928), η εκκλησιά του Ανάβατου, κ.ά.) από πατώματα, στέγες, κουφώματα, ντουλάπες, σκάλες, παγδατιά, όλα. Αλλά άμα έρθεις μόνο με τα ρούχα που φοράς και δυο παιδιά στο χέρι κι ένα στο βυζί, είσαι ψειριάρης τουρκόσπορος β΄διαλογής από ανθρώπους που υπόγραφαν με σταυρό και πλένονταν άμα τους έπιανε βροχή στο δρόμο.

  34. Πέπε said

    > > ούτε έβρισκαν και πολύ στο νόημα να ξεπλύνουν = ούτε έβρισκαν και πολύ νόημα στο να ξεπλύνουν

  35. dryhammer said

    32. Τούρκικες επιρροές (λουτρά και βρύσες).

  36. Theo said

    Δεν ξέρω για τα χωριά της περιοχής, αλλά στην Έδεσσα, από το 1959 που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν υπήρχαν προκαταλήψεις για τους πρόσφυγες στον 2ο (προσφυγικό) Συνοικισμό που μεγάλωσα. Οι πρόσφυγες, που ήταν η πλειονότητα και προέρχονταν από μικρά αστικά κέντρα, μια χαρά συμβίωναν με τους ντόπιους, οι περισσότεροι από τους οποίους μετοίκησαν εκεί από χωριά στην Κατοχή ή τον Εμφύλιο. Και δεν θυμάμαι να υπήρχε καμιά διαφορά στην καθαριότητα, κλπ. Αλλά και στο Γυμνάσιο-Λύκειο όπου οι ντόπιοι Εδεσσαίοι ήσαν περισσότεροι, δεν υπήρχε καμιά διαφορά. (Αν εξαιρέσουμε κάποια απαξίωση/ειρωνεία για τα παιδιά από τα ορεινά χωριά που η προφορά τους έδειχνε πως στο σπίτι μιλούσαν μακεδόνικα).

  37. Μυλοπέτρος said

    Ξεροσφύρη
    Τι έκαναν οι ντόπιοι στου γιαυρτοβαφτισμένους ανατολίτες;
    Δεν τους άφηναν να μπούνε, εντελώς χριστιανικά στην εκκλησία τους οπότε αυτοί χτίσανε την Αγία Παρασκευή στο Καστέλο.
    Ο γαμπρός μπορεί να ήτανε καλο παιδί «μα μαρή κόρη μου εναι Ανατολίτης ίντα μως α τόνε βάλεις στο σπί σου».
    Οι άνθρωποι αυτοί με την ελευσή τους ανέτρεψαν ισορροπίες αιώνων. Λογικό είναι να προκαλέσουν την αρνητική σταση των ντόπιων. Από εκεί όμως μέχρι τον κανιβαλισμό υπάρχει μια μεγάλη διαφορά.
    Οι παππούδες μου πρόσφυγες οι ίδιοι τη γνώρισαν αν και όχι σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά αυτή.

  38. Γς said

    35:

    >λουτρά και βρύσες

    Και γιατί γμτ όταν είμαι στο μπάνιο αρχίζουν να χτυπάνε κινητά και σταθερά

    Σαν να πηγαίνει σκύλος του Παυλόφ στο μπάνιο και να χτυπάει το καμπανάκι

    Να το ψάξω

  39. Δεν της φέρθηκε απότομα. Της απέταμε το όμμα. Απότομμα λοιπόν.

  40. dryhammer said

    37. Έτσι χτίσανε και τον Αγ. Χαράλαμπο στο Βαρβάσι (200 μέτρα από τον. Αγ. Λουκά) και τους έμεινε να λένε για παρηγοριά «Τσεσμελήδες, ευγενήδες. Χιώτηδοι, χωριάτηδοι». Και να σκεφτείς πως αρκετοί από τους κατοίκους του Τσεσμέ ήταν χιακής καταγωγής που πήγαν απέναντι για διάφορους λόγους, ξαδέρφια των ντόπιων με το ίδιο επώνυμο. [Εκεί βέβαια μπορεί να μπαίνανε και φόβοι πιθανών διεκδικήσεων και οι κατεξοχήν φραγκοφονιάδες…]

    38. Παίρνε τα μαζί σου, για να μη χτυπάνε (νόμος του Ιφρέμ)

  41. dryhammer said

    39. (δεν το πρόλαβα) Όπως λέει και το άσμα, Της την κοπάνησε απότομμα.

  42. Πέπε said

    41
    Φως φανάρι πως δε θα του ξηγήθηκε (αυτή) φιλότιμα.

    40 τέλος:
    Τότε θα χτυπήσει η πόρτα.

  43. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Φυλάω μεγάλη αγάπη, σαν να τον είχα γνωρίσει, να ήταν οικείος μου ο Γιώργος Κοτζιούλας.Έχω τόσες εικόνες και συμβάντα της παιδεμένης ζωής του από τα γραφτά του που με το σημερινό μ΄έπιασαν τα δάκρυα.
    Το κακάο που εξοικονομούσε για τη βάβω, η έγνοια του στη σκέψη πώς μπορεί να μην προλάβαινε να γευτεί αυτό το εκλεκτό ρόφημα εκείνη, πόσο μεγάλη τρυφερότητα αναδίνει και πόσο πυροδοτεί την ανάμνηση ενός απέραντου πελάγου αγάπης σε όσους ευτυχήσαμε να έχουμε ζήσει τέτοια σχέση με γιαγιάδες και
    παππούδες. Δυνατοί δεσμοί για μια ζωή.
    Ευχαριστώ, και προσωπικά, Νικοκύρη.

  44. leonicos said

    επνίγονταν με στόνο

    επιβίωση του ομηρικόυ ἐστείνοντο. καταπληκτικό

  45. leonicos said

    Στις Κουκουβάουνες (σήμερα Μεταμόρφωση Αττικής) της εεκαετίας του 50, όπου 90% μιλούσαν σπίτι τους αρβανίτικα, τους πρόσφυγες τούς έλεγαν αούτηδες. Συνήθως δεν υπήρχε πρόβλημα, αλλά αν κατά κάποιο τρόπο κάτι συνέβαινε, το αούτης έβγαινε φόρα

    φόρα < fuori

  46. leonicos said

    Φέτος, επιτέλους αξιώθηκα να πάω στο Μουσείο Παπαγιάννη, Ελληνικό Ιωαννίνων

    Καταπληκτικό μουσείο ενός μεγάλου καλλιτέχνη διεθνούς εμβέλειας (και ελληνικής αφού ήταν ε μια ζωή καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, τελευταια δε και πρύτανις, που αξίζει να πάει να δει κανείς.

    Τη μεθεπομένη πήγα και στο Μουσείο της Βέροιας, ηθική υποχρέωση της Φωτεινής, που μου το είχε εὺποσχεθεί από καιρό. Κάναμε μπάνια κοντάστην Κατερίνη, κατόπιν τούτου

    Ο Παπαγιάννης έχει μια προτομή του Κοτζιούλα, και πολύ σγκινήθηκα λόγω ιστολογίου και αρχιιστολόγου. Την πήραμε φωτογραφία αλλά δεν ξέρουμ πώς να την αναρτήσουμε. Μάλλον θα τη στείλουμε στον Ιατρού να το κάνει εκείνος.

    Πολύ ωραία προτομή

  47. Γς said

    46:

    > Μάλλον θα τη στείλουμε στον Ιατρού

    Να μου τη στείλετε εμένα. Να της βάλω και κάδρο

  48. Γιάννης Ιατρού said

    47: ΓουΣου, ρίχνεις τις τιμές και χαλάς την πιάτσα! Εμείς δηλαδή κλέφτες θα γίνουμε;

  49. gpoint said

    Ωραίο το διήγημα του Κοτζιούλα, θίγει ένα θέμα που συμβαίνει περισσότερες φορές από όσες φανερώνεται.
    Το να μη θυμάται κάτι που έγραψε πριν χρόνια είναι φυσιολογικό, σήμερα ευτυχώς έχουμε το διαδίκτυο που τα αποθηκεύει καλύτερα από κάποια χαρτιά, τόσο καλά που μερικά να μην θυμάμαι ότι τα είχα γράψει. Από την άλλη όμως είναι συγκινητικό να βρίσκεις κάπου ξεχασμένο ένα χαρτί που δεν άναψε το τζάκι, δεν βρήκε άλλη χρήση από το να φιλοξενήσει τις πρώτες σκέψεις για ένα ποίημα.

    https://postimg.cc/JycXv8Fx

  50. Χαρούλα said

    Συμφωνώ απόλυτα με το #9 του Costas X

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>είχε έναν αδελφό Κυριάκο –Γιάκα τον έλεγαν μεταξύ τους-
    Γιάκας, καλύτερο από Κούλης
    >>Τζιόφα, δηλαδή Σοφία.
    Μια Σοφία, φίλη αλλου καιρού τη λέγαμε Τσόφα αλλά νόμιζα ότι ήταν μονον για κείνην φτιαγμένο από κάποιον μεταξύ μας.

    Ο Κολιός /Το μαστορόπουλο του Κοτζιούλα, πάντα με συγκινεί αμείωτα κι ας είναι πασίγνωστο κι ας είχε μπει και στο σχολικό βιβλίο κι ας <a href=here://www.youtube.com/watch?v=ltY_SBot5Gs>τραγουδήθηκε . Δεν πάλιωσε καθόλου εκείνο
    «…τον πήραν οι μαστόροι
    παιδί απ΄το σχολειό να μάθει πηλοφόρι
    και
    Μας έφυγε ο Κολιός κι είχε μια τέτοια λύπη
    θα ν όλοι εκεί τ΄Αη Λιος και μόνο αυτός θα λείπει»

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    51.Δεν ποσταρίστηκε το λινκ του τραγουδιού, αλλά δεν πειράζει-τραγουδάνε παιδιά και το κάνει χαρωπό -που δεν είναι καθόλου.

    Εδώ ο Αναγνωστάκης διαβάζει Κοτζιούλα

  53. Η προκατάληψη εναντίον των προσφύγων, τα πρώτα χρόνια, αντικατοπτριζόταν στον απαξιωτικό χαρακτηρισμό τους «πρόσφιγγες».

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    46 >>πολύ ωραία προτομή

  55. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    (Νικοκύρη, έχω στείλει κάτι στο προσωπικό μέιλ)

    Με το έργο του Γ. Κοτζιούλα δεν είχα έρθει σε επαφή. Μόνο τα τελευταία χρόνια, που παρακολουθώ το ιστολόγιο (και μέσω αυτού…), έχω διαβάσει μερικά έργα του. Προτιμώ τα διηγήματά του. Το σημερινό αυτοβιογραφικό του, το βρήκα καταπληκτικό (και ως περιεχόμενο και ως γραφή).

    4, 5, 27: Ναι, μέχρι και τότε (τέλη 20ου αι.) επιβίωναν προκαταλήψεις των ντόπιων κρητικών για τους «πρόσφιγγες» (σχ. 53). Δεν έχω προσφυγική καταγωγή, αλλά αισθανόμουν άσχημα ακούγοντας μερικούς συγγενείς ή οικογενειακούς φίλους -κυρίως ηλικιωμένους κρητίκαρους- να μιλούν απαξιωτικά για τους μικρασιάτες και κάποια «χούγια» τους. Τονίζω το ‘μερικούς’ γιατί νομίζω ότι γενικά η συμβίωση ήταν αρμονική και ομαλότατη –τουλάχιστον μετά τη δεκαετία του ’50, χρονικό διάστημα για το οποίο μπορώ να έχω προσωπική γνώμη.

  56. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @51. Τσ(ι)όφα -με παχύ σ και ένα μισαδάκι ι μετά το σ- είναι το σωστό [το όνομα της γιαγιάς μου 🙂 ], αλλά φαίνεται ότι ο Κοτζιούλας αυτό το παχύ ‘τσ’ το «έπιανε» ως ‘Τζι’

  57. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Το ‘Μάρουλα’ είναι η Μαρούλα στην κλητική, όπου ανεβαίνει ο τόνος! 🙂

  58. geobartz said

    27 Αγγελος said: «…Αυτό που έχω ακούσει όμως εγώ για άλλα μέρη είναι πως οι ντόπιοι λέγανε «Έφυγαν οι Μουσουλμάνοι Τούρκοι και πλάκωσαν οι Χριστιανοί Τούρκοι», για τον απλό λόγο ότι έλπιζαν να πάρουν (και πολλοί είχαν ήδη αγοράσει ή καταπατήσει) τα κτήματα των Τούρκων, τα οποία δόθηκαν στους πρόσφυγες».
    # Τίποτα δεν αποκλείεται. Εκτιμώ όμως ότι αυτά που λες είναι …ανακαλύψεις φανταστικών εχθρών, ιδίως από προσφυγοκάπηλους! Το ίδιο ισχύει και για λεγόμενα του ΓιώργοςΜ (σχόλιο 29), Μυλοπέτρος (σχόλιο 37) κλπ, κλπ. Μέσα στα πράγματα είναι ο Πέπε (σχόλιο 32) και άλλοι τινές

  59. Πέπε said

    @53:
    > > Η προκατάληψη εναντίον των προσφύγων, τα πρώτα χρόνια, αντικατοπτριζόταν στον απαξιωτικό χαρακτηρισμό τους «πρόσφιγγες».

    Πρόσφυγκες είναι απλώς μια παραφθορά της λέξης. Και τώρα ακόμη έχω ακούσει κάποιους να τη λένε έτσι.

    Δεν πιστεύω ότι ήταν σκόπιμο λογοπαίγνιο, πολύ αμφιβάλλω αν είχε σκεφτεί κανείς προ 100 ετών τον συγκεκριμένο τύπο λογοπαιγνίων. Απλώς η λέξη δεν έχει πολύ προφανή ετυμολογία. (Καθόλου, εδώ που τα λέμε: ο πρόσφυγας δεν προσφεύγει, καταφεύγει.)

    Η προκατάληψη φαίνεται στο φορτίο που έριχναν στη λέξη, όχι στη μορφή της. Άμα θελει ο άλλος να σου ρίξει φαρμάκι, μπορεί να το κάνει και λέγοντάς σε με το όνομά σου, και να ακουστεί σαν τη χειρότερη βρισιά.

  60. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    50, ωπ, Χαρούλα, δε σε είχα δει, πάλευα να βάλω το λινκ (που δεν μπήκε-και καλύτερα τελικά) ,όταν εσύ ήδη το πόσταρες. Σύμπτωση. Σόρυ.
    59>>Πρόσφυγκες είναι απλώς μια παραφθορά της λέξης
    Φοβάμαι πως είναι ηθελημένο, κακόβουλο. Αλλο αν κάποιοι πράγματι από άγνοια το παραφθείρουν. Σε άλλη συζήτηση είχε ποστάρει εδώ, η Μαρία κυρίως νομίζω, ντοκουμέντα να φρικάρει κανείς. Πέθαιναν της πείνας, ζήταγαν γάλα για ετοιμοθάνατα μικρά και αρνιόντουσαν οι νοικοκυραίοι και τότε. Τους κυνήγησαν κρυφά και φανερά. Τί τουρκόσπορους, τί παστρικιές, τί γιαουρτοβαφτισμένους…. Μαύρες σελίδες αλλά πρέπει να λέγονται κι αυτά.

  61. Ο πατέρας μου και η οικογένειά του, πρόσφυγες από την Παλιά στη Νέα Αρτάκη, διηγιόταν πολλά τέτοια. Μεγάλη η διαφορά τους από τους ντόπιους στις συνήθειες, μάθαιναν στο σχολειό που άφησαν γαλλικά για παράδειγμα, παρά την ανέχεια, κρατούσαν ένα επίπεδο πολιτισμού διαφορετικό. Τους έδωσαν την παραθαλάσσια έκταση γιατί δεν ήταν για καλλιέργεια, λέω εγώ, ο πατέρας μου έλεγε την διάλεξαν γιατί θύμιζε ο κόλπος την πατρίδα που άφησαν. Μέχρι τη δεκαετία του 70 που θυμάμαι καλά, διέφερε πολύ η Νέα Αρτάκη από τα χωριά του κοντινού κάμπου.

  62. Μαρία Καρρα said

    Το καλοκαίρι διάβασα απ’ το περιοδικό Θέατρο του εκδότη Κώστα Νιτσου αρκετά για τον Κοτζιούλα και τη συμβολή του στο θέατρο του βουνού. Το περιοδικό αυτό έκανε αφιερωμα. Θα το βρείτε στη διεύθυνση https://ejournals.lib.uoc.gr/index.php/theatre/issue/view/102/%CE%98%CE%95%CE%91%CE%A4%CE%A1%CE%9F%20%CE%A4%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82%20%CE%98%27%2C%20%CE%A4%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82%2053-54%2C%20%CE%A3%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B7%CF%82%20-%20%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B7%CF%82%201976.
    Οι κληρονόμοι του Κώστα Νιτσου έδωσαν το δικαίωμα ψηφιοποίησης του περιοδικού στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης.

  63. dryhammer said

    44. Πράγματι ο στόνος ήταν υπέροχος [Κάτι μου θύμιζε απροσδιόριστα και μ’ έκανε να το ψάξω]

  64. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα και να με συμπαθάτε για την πολύωρη απουσία

    29 !!

    37 Γιαουρτοβαφτισμένοι, ακριβώς

    46 Είναι πολύ ωραίο μουσείο, πράγματι. Και έχει σκορπίσει και γλυπτά σε όλο το δρόμο ίσαμε τη μονή εκείνη που είναι ψηλά (Τσούκα;) και βλέπεις κάτω χαμηλά τον Άραχθο

    55 Ελήφθη, ευχαριστώ!

    62 Καλά κάνετε και αναφέρετε ότι το περιοδικό είναι διαθέσιμο ονλάιν, είναι πολύτιμο!

  65. Πέπε said

    61
    Η παλιά Αρτάκη τι τόπος ήταν; Χωριό, πόλη; Τι ασχολίες είχαν οι κάτοικοι;

    (Νομίζω ότι σε γενικές γραμμές υπήρχε μια προσπάθεια να πάνε όλοι σε μέρη παρόμοια με τα δικά τους ώστε να ασκήσουν τις ασχολίες που ήξεραν, όχι; Δεν ξέρω κατά πόσον βρέθηκαν αστοί σε τσοπανοχώρια και τσοπάνηδες σε πόλεις.)

  66. sarant said

    65 Ναι, αλλα οι κατηγορίες ήταν δύο. Πόλεις και ύπαιθρο.

  67. mitsos said

    Ευχαριστούμε Νίκο
    πολύ καλή η σημερινή επιλογή
    Υπέροχο «το ποιήμα στον Σκουφά »

    Ο πατέρας μου έλεγε πως για το μόνο πράγμα που είχε η μάνα του ζητήσει συγνώμη ήταν για το μένος της ενάντια στις «παστρικές» και τους «τουρκόσπορους» που είχαν έρθει το 22.

    Για την γιαγιά μου όντως απίστευτο. Από παλιά οικογένεια της Ορεινής Κορινθίας που έτρεμαν ως και οι Ιταλοί και οι Γερμανοί στην Κατοχή. Μεγάλωσε 6 παιδιά μόνη με μεθόδους που τώρα θα την οδηγούσαν σίγουρα στην φυλακή.
    ( Ο άντρας της είχε γυρίσει σώος από την εκστρατεία στον Σαγκάριο ποταμό, αλλά έφυγε για Αμέρικα και γύρισε το 26 με κίτρινο πυρετό μόνο για να πεθάνει σπίτι του )
    Για να καταλάβετε
    Κάποιος γείτονας είχε παραπονεθεί το 28 πως ο πατέρας μου, τότε 7 χρονών, έκοψε ΕΝΑ αχλάδι από την αχλαδιά του στην μάντρα. Η μάνα του τον κρέμασε στην συκιά της αυλής ανάποδα και του έβαλε από κάτω φωτιά. Τον έσωσαν οι γείτονες.
    Το μονίμως βλοσυρό ύφος της το γνώρισα κι εγώ ( πέθανε το 72 ) Δεν την είδα ποτέ να χαμογελάει (λέγανε πως συνέβη όταν πάντρεψε την μεγάλη κόρη της) Με αξαίρεση ίσως ένα δυο από τα 11 εγγόνια της δεν την πλησιάζαμε. Ήταν ο φόβος, ο τρόμος και ο θυμός αυτοπροσώπως μαυροφορεμένος και με τσεμπέρι.
    Αυτή λοιπόν αναγκάστηκε το 1942 να ζητήσει συγνώμη από τις «παστρικές του Συνοικισμού» και να παραδεχτεί δημοσίως πως έκανε μεγάλο λάθος! Προσπαθώ να το φανταστώ και δεν μπορώ.

  68. Πέπε said

    @66
    Και όχι ας πούμε ύπαιθρο-παράλια / ύπαιθρο-κάμπος – ύπαιθρο-βουνό;

  69. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @64 (62). Είναι όντως πολύτιμο! Το πρωτοέπιασα στα χερια μου προς τα τέλη της δικτατορίας, ως τελειόφοιτος Γυμνασίου και με εντυπωσίασε. Μάθαμε πολλά από το «Θέατρο» της δεκαετίας ’70. Ήταν εμφανής ο αντικαραμανλικός αριστεροπασοκικός φανατισμός του (Χατζιδάκις, Μαρωνίτης, Μινωτής και άλλοι πολλοί, στο πυρ το εξώτερον..) αλλά οι συνεργασίες που εξασφάλιζε το περιοδικό και η θεματολογία του ήταν υψηλού επιπέδου..

  70. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εξαιρετικός και συγκινητικός και σήμερα ο Γ. Γκοτζιούλας.

    Νύχτα βαριά και σκοτεινή
    …………………………………
    σκέπασε την πατρίδα
    όλα τα πλάκωνε η σκλαβιά
    και δεν υπήρχε ελπίδα.

    Οι κλέφτες πάνω στα βουνά
    κι άλλοι σ’ άλλη πατρίδα
    με Ξάνθο, Τσακάλωφ και Σκουφά
    ξανάρθε η ελπίδα.

    Ένα δικό μου γύμνασμα, τιμής ένεκεν, στον αγαπημένο μου Γ.Γ. *

    Λου, Έφη… κλπ ας πάρουν τη σκυτάλη.

    Ευχαριστούμε, Νικοκύρη.

  71. Γς said

    70!

    >Λου, Έφη… κλπ ας πάρουν τη σκυτάλη.

    Σκυταλοδρομία νεανίδων

    Και με τουτα και με τ’αλλα μπήκαμε τη ζώνη των νέων [πουρο]ταλέντων

  72. Γιάννης Κουβάτσος said

    71: Ντροπή.

  73. ΚΩΣΤΑΣ said

    71 Εεε, Γς, εσύ στον τομέα σου…, όχι κριτικός ποίησης 😉

  74. sarant said

    72 Προβολή λέγεται αυτό, να έχεις πρόβλημα που γερνάς και να το προβάλλεις σε πολύ νεότερούς σου που δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα.

  75. Γς said

    72, 73:

    Ναι, λάθος μου!
    Λάθος, τόπος, χρόνος, άρθρο, καλαμπούρι.
    Ας το προσπεράσουμε. Δεν έγινε δολίως.

  76. gbaloglou said

    67 Πράγματι πολύ ενδιαφέρουσα η συγγνώμη της, πως την δικαιολόγησε;

  77. Γς said

    74:

    Ετσι είναι γιατρέ μου.
    Καλή διάγνωση.
    Εχω καμιά ελπίδα;

  78. ΚΩΣΤΑΣ said

    Έχω τη γνώμη ότι το «παστρικιές» λεγόταν κυρίως για τις Σμυρνιές και όχι μόνο από τον γηγενή πληθυσμό, αλλά και από πρόσφυγες άλλων περιοχών της Μ. Ασίας.
    Το δικό μου συμπέρασμα από μια μελέτη του προσφυγικού στοιχείου στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, οι Σμυρνιοί ήταν οι πιο καλλιεργημένοι από όλο το προσφυγικό στοιχείο. Υπερτερούσαν και των Κωνσταντινουπολιτών.

  79. mitsos said

    ΄@76
    Δεν ξέρω ακριβώς
    Πάντως είχε πει : » …τελικά αλήθεια ήταν στα μέρη τους αρχόντοι»
    ( αν μεταφέρω σωστά αυτό που είχε πεί ο πατέρας μου. )

  80. Γς said

    «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν – ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα» (Καθημερινή, 30.7.1928).

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πρόσφατα στην Κρήτη ένα ταξιτζής από της Μεσσαράς τα μέρη, μου έλεγε για τα όσα έφεραν οι Μικρασιάτες στην Κρήτη, με αφορμή που τον ρώτησα πώς τα λέμε αυτά τα ροζ αγριολούλουδα που κάλυπταν ολόκληρες πλαγές ,αρχές Ιούνη, στην ενδοχώρα του νησιού που ταξιδεύαμε. Ήξερα ότι είναι καλό φυτό,εωδιαστό, της μελισσοκομικής αλλά δε ήξερα/θυμόμουν καθόλου πώς το λέγαμε. Δεν είχαμε και πολλά προς τα μέρη μου. Μου λέει λοιπόν ότι μ΄αυτό* ο παππούς του ο Μικρασιάτης γέμιζε μαξιλάρια! Απαλό, σαν μπαμπάκι και τζάμπα.Είδε που με ενθουσίασε και συνέχισε ότι αυτός ο παππούς τους έμαθε να κεντρίζουνε τ΄αμπέλια και στο ημιορεινό χωριό που εγκαταστάθηκαν έβαλε άνυδρο μποστάνι και τον κορόιδευαν οι ντόπιοι όταν το φύτευε. Όμως εκείνος ήξερε, στάθμισε το περιβάλλον κι έβαλε ξερικές ντομάτες και μελιτζάνες (ίσως μ΄είπε και πατάτες) εκεί που έπρεπε και πετύχανε πολύ κι έκτοτε τον παραδέχτηκαν. Μου είπε κι ότι έφερε «από την πατρίδα», βέργες από ένα θαυμάσιο κλήμα και πως ακόμη σώζεται κι έχει ο ίδιος κρεβατίνα που κάνει μεταξωτά σταφύλια μα και φύλλα αέρινα, μοναδικά για ντολμαδάκια!
    Κόλλησε το μυαλό μου,ήμουν και πολύ θολωμένη και δε θυμάμαι τον τρόπο που μου είπε ότι κράτησε χλωρές στο ταξίδι ο παππούς τις κληματόβεργες που έφερε από απέναντι. Στο στόμα του; Εχω κατα νου να το επιβεβαιώσω κάποια στιγμή.

    *Αυτό είναι ο κρητικός έβενος λέει (βρήκα μετά), το πεντάμορφο,όπως και τ΄όνομά του, πλουμί .
    Εκείνος ο ταξιτζής τα είπε κρουμουτσούλια, κάποια ντόπια εκφορά, έτσι για την πιστότητα της αφήγησης.

    https://www.e-storieskritis.gr/2017/05/blog-post_13.html

  82. 65 Η παλιά Αρτάκη ήταν παραθαλάσσια πόλη, με ενδοχώρα εύφορη, κυρίως αμπέλια, κηπευτικά, αλλά είχαν και παραγωγή μεταξιού.

  83. ΓΤ said

    Πρωτοσύγκελλος Τρίκκης και Σταγών Αλέξης Κανίνας, 28.02.2020, «δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης του κορονοϊού από τη Θεία Κοινωνία».
    29.08.2020 βρέθηκε θετικός στον κορονοϊό. Σπέσιαλ από την «(κρ)Αυγή»:
    http://www.avgi.gr/article/10813/11406822/trikala-thetikos-ston-io-o-archimandrites-pou-delone-oti-apo-te-theia-koinonia-den-yparchei-kindynos-metadoses-
    Έτσι μπράβο, πιες τώρα βλαχάια κλάους με τρίμματα, να στρώσεις 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂
    Ουστ, ρασονόγιδα!

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    81. κι έγινε ένα μικρο θαύμα! Γούγλισα τώρα για κρουμουτσούλια/πλουμί κι έπεσα στην πληροφορία ότι το φυτό το λένε και αλιματσά!
    Ναι γαμώτο, αλιματσά το λέγαμε εμείς! το εύκολο προσάναμα! Μα με την πυρκαγια του ΄85 απολιγόστεψαν, ποιος να το ξαναπεί και πού να τ΄ακούσω, ξεχάστηκε
    https://www.cretanmagazine.gr/gnorimia-me-toys-thamnoys-tis-kritis-i-alimatsa/

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    83

  86. Πέπε said

    83
    Προσφέρεται για πολλή καζούρα, αλλά -στα σοβαρά- δεν ξέρω κατά πόσον είναι ανιχνεύσιμο αν όντως τον τσίμπησε από κοινωνία τον ιό. Είτε αρχιμανδρίτης είτε οποιοσδήποτε άλλος, έχει χίλιες δυο ευκαιρίες να τον τσιμπήσει κι αλλού.

  87. ΓΤ said

    @86
    Μα η συνταγή είναι πολύ απλή: o άθρωπας κόλλησε τον ιό από αλλού, όχι από τη Θουκού, οπότε λαβίδα να παίξει και τα λοιπά, για να παίξουν και θεραπείες, θαύματα και λοιπά για όλα τα τσερτσοκοβιγίδια, ιδίως για αυτά που βλέπουν γυμνή γυναίκα και βάζουν τα κλάματα, και, ως αντιλοιμωξιολόγοι, συμβουλεύουν τα καραπρόβατα οι γαμωποιμενάρχες.

  88. ΓιώργοςΜ said

    58 Στο βαθμό που με αφορά, πρόκειται για οικογενειακές ιστορίες, διασταυρωμένες.
    Μάλλον κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια όταν αναφέρεσαι σε καπηλεία…

  89. 37>>Οι άνθρωποι αυτοί με την ελευσή τους ανέτρεψαν ισορροπίες αιώνων. Λογικό είναι να προκαλέσουν την αρνητική σταση των ντόπιων.

    (Και σεις κ.Ουράνη; ε δεν σας τόχα!) :
    Οι γυναίκες αυτές ή είναι ανούσια αισθηματικές ή τρομερά φιλήδονες, […] έχουν κάτι το κοινό και το χυδαίο. […] Δεν έχουν απάνω τους καμιά αρχοντιά, καμιά ένστικτη λεπτότητα. Δεν είναι “κυρίες”. Είναι θηλυκά
    https://www.e-prologos.gr/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-1922-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BF/

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    (αν και πρέπει να μεταφερθούμε για τα εκτός θέματος, στο χθεσινό μεζεδόνημα)
    86>>αν όντως τον τσίμπησε από κοινωνία τον ιό.
    Αλλού είναι το θέμα: αν τσίμπησαν οι ανεβάσταγοι πιστοί από την κοινωνία (του)

  91. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κοντός ψαλμός

    Ήμουνα μικρό παιδάκι
    μ’ έλεε ο πατέρας Γάκη
    και με βλέπαν τοσοδούλη
    στο σκολειό με το τσατσούλι.

    Μη ζηλεύοντας τη χάρη
    του τσοπάνου του εξοχάρη,
    γράμματα ήθελα να μάθω
    να μην κάνω ούτ’ ένα λάθο.

    Πήγα στα Κατσανοχώρια
    να `μαι απ’ τους δικούς μου χώρια
    και της Άρτας το γιοφύρι
    μ’ είχε χρόνια μουσαφίρη.

    Το παιδί της Πλατανούσας
    (χωριατόπουλα, το νου σας!)
    γράμματα ήθελε να μάθει
    και κατάντησε στη Βάθη.

    Μη ρωτάτε παρακάτου
    ποια ήταν τα καλά υστερνά του.
    Για σπουδάματα όποιος τρέχει
    διάφορο τη φτώχεια του έχει.

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Νικοκύρη σε αντιγράφουν δίχως να σε γράφουν!
    https://www.taneatismikrospilias24.com/alpharhochiiotakappaeta-sigmaepsilonlambdaiotadeltaalpha/9062385

  93. Πέπε said

    @89
    Πώς γίνεται το λινκ στο όνομα της Έφης να δίνει το άβαταρ του Ξηροσφύρη; Μπας κι εσείς οι δύο είστε ο ίδιος άνθρωπος και δεν το λέτε; 🙂 🙂

  94. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    93 Ωχ! ο μεγάλος αδρεφός! Μπα, χώρια είμαστε εγώ είμαι άλλη 🙂 αλλά ιντα ΄ναι ετούτονα πάλι;
    Τώρα που το σκέφτομαι, επειδή σ΄εμένα δεν έφτιαξε η …πόρσε και κάθε σχόλιο πρέπει να ξαναγράφω το μέιλ κ τ΄όνομα, σε κάποιο σχόλιο που πήγα να τ΄ανακαλέσω, είδα δευτερόλεπτα το όνομα του «Dry» αλλά (νομίζω) ξαναπάτησα με το δικό μου βέβαια. Κουφά! Και πες ότι άφησα κατά λάθος τ΄όνομα (ανεξήγητο πώς μπορεί ν αντιγράφηκε,αλλά τεσπά) συμπαρασύρει και το άβαταρ ολόκληρο;

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για κάνε δοκιμή να γράψεις αντί τ΄ονομά σου, του Dry (επειδή έχει άβαταρ, ή του Γιάννη Ιατρού) να δούμε τί παίζει; Ή μάλλον άσε μην μπει σε τίποτε μπελάδες διόρθωσης ο Νικοκύρης.
    Δε γατέω πράμα! Μπλέξαν οι γραμμές μας.

  96. Γς said

    92:

    >Νικοκύρη σε αντιγράφουν δίχως να σε γράφουν!

    Mήπως όμως ο Νικοκύρης τους αντιγράφει χωρίς να του γράφει;

    Και τα δύο κείμενα ανέβηκαν χθες. Του Νικοκύρη στις 9:40 το πρωί το δε της Μικροσπηλιάς της Αρτας γύρω στα μεσάνυχτα κατά την Google.

    Αρα όντως μας κλέβουν!

  97. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    96 🙂

  98. Γς said

    96:

    > της Μικροσπηλιάς της Αρτας

    Του καθ’όλα έγκυρου και με γνήσιο σενσο ντελ ουμορίσμο ιστολόγιου:

    «ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΝ ΜΕΣΙ!

    Μετά την είδηση της φυγής του Λιονέλ Μέσι από την Μπαρτσελόνα αρκετές ομάδες στον κόσμο ανακοίνωσαν την απόκτηση του Αργεντινού σταρ…»

    https://sarantakos.wordpress.com/2020/08/30/kotzioulas-13/#comment-675354

  99. Γς said

    98:

    Ωχ, λάθος λινκ.

    Το σωστό:

    https://www.taneatismikrospilias24.com/alpharhochiiotakappaeta-sigmaepsilonlambdaiotadeltaalpha/3442822

  100. Γς said

    98:

    Διαβάστε τη συνέχεια στο Sports Cave 24

    http://sportscave24.weebly.com/alpharhochiiotakappaeta-sigmaepsilonlambdaiotadeltaalpha/8243435

  101. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    84, ΕΦΗ
    Καλημέρα!

    Όπως συμβαίνει με τις λαϊκές ονομασίες πολλών φυτών, έτσι και με την αλιματσά υπάρχει μπέρδεμα…
    Αλιματσά, εδώ στο Ηράκλειο δεν λέμε τον έβενο, αλλά αυτό το φυτό.

    Με το οποίο είναι γεμάτα τα ενετικά τείχη -παλιότερα πολύ περισσότερο. Έχει γερά κλαδιά και ρίζες και θυμάμαι ότι, σαν παιδιά, μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε από κάτω ως πάνω στα τείχη (ή να κατεβούμε) χρησιμοποιώντας τις αλιματσές.

  102. Γιάννης Ιατρού said

    94/95: Όντως παράξενο, το avatar βγαίνει από το μέηλ που δίνεις, όχι από το όνομα (χρηστώνυμο) που γράφεις. Αλλιώς θα γινόταν της μουρλής😎.

    Αλλά έστω πως το μέηλ της Έφης μοιάζει με εκείνο του Ξεροσφύρη και έγινε μπέρδεμα. Τότε όμως πρέπει να ταιριάζουν και τα άλλα credentials (μεηλ/κωδικός) που δίνεις (αρχικά, άπαξ, μιάς και καταγράφεται σε cookie) σε δεύτερη φάση στη WP για να πιστοποιήσεις το ποιός είσαι.

    Πιό πιθανό θεώρησα το σχόλιο #89 να το έκανε ο Ξεροσφύρης, γράφοντας κατά λάθος το χρηστώνυμο της Έφης. Βγήκε όμως η Έφη στο #94 και απ΄αυτά που λέει συμπεραίνω ότι ισχυρίζεται πως αυτή, κι όχι ο Ξεροσφύρης, έγραψε το #89!

    Οπότε τι;

  103. Τεστ με το url του αβαταρ του ξεροσφύρη στο πεδίο «ιστότοπος»

  104. Γιάννης Ιατρού said

    103: BINGO 🙂
    Η Έφη το έγραψε το #89 (γι αυτό και δεν βγάζει τη εικονίτσα από το avatar του Ξεροσφύρη, δεξιά), αλλά προφανώς από παραδρομή, στο πεδίο «ιστότοπος» (το τρίτο στην εισαγωγή στοιχείων σχολιαστή) πέρασε το URL του avatar του Ξεροσφύρη (http://gravatar.com/dryhammer)…

  105. sarant said

    92 Δεν το είχα δει, ευχαριστώ!

    104 Έχει δει κανείς την Έφη και τον Ξεροσφύρη μαζί;

  106. Χαρούλα said

    Ναι Ιατρέ μου, αφού τους ανακάτεψες(ελπιζω οι σύντροφοι τους, να μην μας διαβάζουν) λίγο πριν το διαζύγιο, έρχεςαι με το #104 να τα διορθώσεις!😂🤣😂🤣😹🤪 Παιδιά (Έφη-Ντράι) ευτυχισμένοι να είστε!😅

    ΕΦΗ ξέρεις αν μπορώ να βρω μαξιλάρι με αλιματσιά; Πριν 20 χρόνια ειχα βρει με γιαπωνεζικους «σπόρους» που στις ιδιαιτερότητες μου, ταίριαξε αφάνταστα. Φαντάζομαι αντίστοιχο θα είναι και το κρητικό. Αν ακούσεις κάτι, θυμήσου με σε παρακαλώ.

  107. dryhammer said

    Εγώ την ώρα εκείνη (1:30 πμ) είχα τον υπολογιστή κλειστό.

    [Η σύζυγος, ερωτήσεως γενομένης από την αδερφή της, εάν τυχόν κλπ κλπ απάντησε: «Αν είναι να πάψει η γρίνα του, να του δώσω και λεφτά να τη βγάλει για φαγητό»]

  108. Γιάννης Ιατρού said

    105β: Ρε Νίκο, αφού ξεροσφύρι τα έπιναν!
    106: Χαρούλα, είδες πλοκή, ε; Τα αθώα 😂🙄🙄😂 τα παιδιά, παρ΄ολίγον θύματα fake news!
    107: α) Πρώτα να φέρεις τα log να τα δούμε…
    β) 👍🤣ακόμα γελάω ρε συ! Καλά, πως γίνεται ρε σεις, γυναίκες με τόσο χιούμορ να πέφτουν στα χέρια τέτοιων παλιανθρώπων, ε;

  109. dryhammer said

    108τέλος. 1) Με κόβεις πως θα μπορούσα να ζήσω με έναν άνθρωπο που δεν έχει χιούμορ (ή που δεν το αντιλαμβάνεται;); Θα είχαμε σφαχτεί.
    2) Εάν δεν εμπεριέχεται και κάποιος αυτο- / αλληλο- σαρκασμός δεν κάνομε τίποτα. [Θα γελάμε μόνο με το χαζό του χωριού, επειδή μ’ αυτόν νιώθομε ανώτεροι;]

  110. Γιάννης Ιατρού said

    109: Αθώος κε πρόεδρε!

  111. Αιμ said

    54. πάντως στην προτομή ο Κοτζιούλας που πέθανε 47 χρ. φαίνεται για πάνω από 60 (και λίγο λέω) με τα σημερινά δεδομένα.
    Δεν σχολιάζω άλλο ίνα μη προβώ σε ανίερες συγκρίσεις με τα σημερινά αετόπουλα 🙂

  112. Μάρκος said

    Το φέις-μπουκ μου αρνείται την δημοσίευση της ανάρτησης του κ. Σαραντάκου για τον αγαπημένο μου Γ. Κοτζιούλα! …Γιατί!?.

  113. sarant said

    112 Αγαπητε, το ΦΒ αρνειται οποιαδήποτε παραπομπή από το ιστολόγιο.

    Δώστε το λινκ του Τουίτερ, είναι το ίδιο

  114. loukretia50 said

    Ελεγείο στον Γιώργο Κοντζιούλα από τη Σοφία Κολοτούρου
    http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/2132
    Ευκαιρία να θυμηθούμε μια αξιόλογη ποιήτρια και φίλη που έχει πολύ καιρό να φανεί
    —————————————————

    Ηπειρωτική Εστία: μηνιαία επιθεώρησις εν Ιωαννίνοις,
    τεύχος 51-52-53 (1956) (Βιβλίο/Μονογραφία)
    http://62.217.125.92/jspui/handle/123456789/27470?mode=less

    Σελ. 778 /162 μέχρι 805 /183 δημοσιεύονται κείμενα του Γ.Κοντζιούλα και ποιήματα δικά του αλλά και άλλων αφιερωμένα σ΄αυτόν
    —————————————
    Δημοσίευμα στο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ για τις τελευταίες μέρες του Γ.Κοντζιούλα

  115. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    «Τον έλεγαν «ο Μπες», γιατί κάθε τόσο μεταχειρίζονταν αυτή την προσφώνηση: μπε!»
    (Τί θυμήθηκα μεσανυχτιάτικα!) «Μπες» λέγονταν (νομίζω για τον ίδιο λόγο) και ο βαρεμένος βοσκός στην «Μεθυσμένη Πολιτεία» του Πατατζή (Ν. Καλογερόπουλος στο τηλεοπτικό σήριαλ). Και μάλιστα, οι δύο ιστορίες εκτυλίσσονται στον ίδιο χρόνο- λίγο μετά την μικρασιατική καταστροφή, σε μιά μικρή επαρχιακή πόλη..

  116. sarant said

    114 Κι αυτό σκέφτομαι μήπως το βάλω κάποια χρονιά

    115 Είδες σύμπτωση!

  117. dryhammer said

    Απορία: «Επίσημα» είναι Κοτζιούλας.
    Από σχολιαστές (εκ των εκλεκτών μάλιστα), τον βλέπω γραμμένο «Γκοτζιούλα» και «Κοντζιούλα». Έχει να κάνει με προφορές του δικού του τοπικού ιδιώματος, του δικού τους ή απλά «γράψε λάθος»;

  118. loukretia50 said

    117. Aπό μένα ήταν απλώς λάθος!
    Σκέφτομαι ένα παχύ -ντζ και το αποδίδω κατά περίπτωση!

  119. ΚΩΣΤΑΣ said

    117 Στους: «(εκ των εκλεκτών μάλιστα)» ανήκω κι εγώ; 😉 Συνέχεια το μπερδεύω, δεν ξέρω πως μου έχει κολλήσει από παλιά. Και Γκοτζιούλας, και Κοντζιούλας και ενίοτε Κοτζιούλας. Είμαι καλά γιατρέ μου; 🙂

  120. dryhammer said

    Όπως γκαφές (119) και νεραντζάκι (118,9). Πέραν της υπογλυκαιμίας, απλά αναρωτήθηκα μήπως στα μέρη του λέγεται έτσι αλλά γράφεται «εξευγενισμένα», κάτι που συμβαίνει όχι μόνο σε επώνυμα.
    [Έξη χρόνια συμμαθητής μου (Γυμνάσιο και Λύκειο) πίστευε πως ένα -γι- που έχω στο επώνυμο είναι -λι- που προφέρεται νησιώτικα κατά το ήγιος (=ήλιος), μέχρι που το είδε γραμμένο στο φύλλο με τα αποτελέσματα των πανελλήνιων]

  121. architektonein said

    62 – Ευχαριστούμε για αυτόν το σύνδεσμο!

    Ήθελα να μοιραστώ αυτό (σελ. 8-9): https://typos-i.gr/storage/app/media/Exofyllo/exofyllo119.pdf που δημοσιεύτηκε σήμερα.

  122. sarant said

    121 Σας ευχαριστούμε!

  123. Αιμ said

    Ανακάλυψα με έκπληξη αλλά και συγκίνηση στην πατρική βιβλιοθήκη του ερημητηρίου μία πολωνική έκδοση στα ελληνικά του «από μικρός στα γράμματα » του Γιώργου Κοτζιούλα. Βαρσοβία 1975 από όσο καταλαβαίνω. Σε άψογη κατάσταση, αδιάβαστο μάλλον όπως και θα μείνει μιας και το διάβασα πρόσφατα στα κείμενα του Νικοκύρη. Βιβλιολάτρης ο πατέρας μου δεν πρόλαβε να τα διαβάσει όλα, έφυγε νωρίς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: