Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 (τέλος)

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2020


Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη και τελευταία. Η προηγούμενη, έβδομη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της, ενώ επίσης μαθαίνουν ότι υπήρξε ένας προδότης στην ομάδα των ανταρτών που έδρασε στο χωριό στην τελευταία φάση των εκκαθαρίσεων το 1949.

Σήμερα έχουμε το τέλος του διηγήματος.

 

ΠΕΝΤΕ

Το πρωί, κατά τις εννέα, αφού πήραμε όλοι μαζί το πρωινό μας, αποχαιρετήσαμε τους οικοδεσπότες μας, τους ευχαρίστησα εκ μέρους του Συλλόγου μας για τη φιλοξενία τους και υποσχέθηκα να στείλουμε σύντομα άλλο συνεργείο να ολοκληρώσει την καταγραφή των αρχείων. Με την Αναστασία πήραμε τη Ματίνα και φύγαμε. Το αυτοκίνητο της Ματίνας ήταν μικρό αλλά με δυνατή μηχανή, καινούργια λάστιχα και αξιόπιστα φρένα. Εξοικειώθηκα με την πρώτη στο χειρισμό του. Είπα στην Αναστασία να καθίσει δίπλα μου, στη θέση του συνοδηγού, αλλά εκείνη ζήτησε να καθίσει μαζί με τη Ματίνα στις πίσω θέσεις. Την έβλεπα από το καθρεφτάκι του οδηγού να την φροντίζει με αληθινή τρυφερότητα.

Η Ματίνα δεν είχε αλλάξει ούτε στάση ούτε έκφραση. Αφηνόταν στις φροντίδες μας χωρίς καμιά αντίδραση Τις κουβέντες που έκανα με την Αναστασία σα να μην τις άκουγε, αλλά όπως είχα παρατηρήσει χτες και όπως με διαβεβαίωσε ο γιατρός, η ακοή της ήταν περίφημη. Όταν σε μιαν ισόπεδη διασταύρωση με το τρένο σταθήκαμε περιμένοντας τον συρμό, παρατήρησα πως όταν άκουσε το σφύριγμά του στράφηκε αμέσως προς το μέρος από όπου ακούστηκε και όταν πέρασε μπροστά μας, τα μάτια της το παρακολούθησαν ώσπου χάθηκε.

Η Αναστασία, χωρίς να πάψει να έχει στο νου της τη Ματίνα, μιλούσε συνεχώς. Ίσως από αντίδραση στην κατάθλιψη που ένοιωσε μ΄ αυτό που έγινε, ίσως γιατί ενδόμυχα χαιρόταν που θα γύριζε στην Αθήνα και την παρέα της, κελαηδούσε ασταμάτητα. Και σε μένα έκανε καλό ν΄ακούω τη φωνή της και τα όσα έλεγε.

«Που λέτε κύριε Δημήτρη, τόσον καιρό στο Σύλλογο, δεν είχα καταλάβει πόσο σπουδαία γυναίκα είναι η Ματίνα. Στη διαδρομή που ερχόμαστε, αλλά και στο χωριό την κατάλαβα. Με περνάει τόσα χρόνια, που θα μπορούσε να ήταν όχι μάνα μου αλλά και γιαγιά μου κι όμως σε πολλά σημεία είναι πιο νέα από μένα.

»Ξέρετε, εγώ και η παρέα μου σας θεωρούμε, να με συγχωρείτε κι όλας, γερόντια, που ζείτε με αναμνήσεις. Τώρα που γνώρισα τη Ματίνα, σας βλέπω όλους με άλλο μάτι. Θα πρέπει να ζήσατε μιαν απίθανη, μια φανταστική ζωή στα νιάτα σας και γι΄ αυτό κρατιέστε τόσο ζωντανοί.

»Αλλά και σε πολλά άλλα σημεία η Ματίνα μου φάνηκε πολύ μοντέρνα. Στα μουσικά της γούστα, ας πούμε. Στον ερχομό μας, όταν βγήκαμε στην εθνική, έψαξα στο ντουλαπάκι και βρήκα πολλές κασέτες με σύγχρονους τραγουδιστές, δικούς μας και ξένους. Δεν το περίμενα.

»Στον ερχομό μας όταν κοντεύαμε στην Τρίπολη είχε μεσημεριάσει και έκανε μια ζέστη, άλλο πράμα. Της το είπα και για να με παρηγορήσει με βεβαίωσε πως θα δροσιστούμε στο βουνό, μέσα στα έλατα. Να σας πω, σε ελάχιστα βουνά έχω ανεβεί, αν και κάποιοι φίλοι μου έχουν μανία με το σκι και τα χειμερινά σπορ. Εγώ δεν το πάω καθόλου το χιόνι ούτε το κρύο. Άσε που το βουνό μου τη δίνει. Πολύ πρασινάδα και ερημιά. Εμένα, δώσε μου θάλασσα και πάρε την ψυχή μου.

»Όταν της το είπα χαμογέλασε, και μου είπε πως εκεινής της άρεσε και το βουνό και η θάλασσα. Μου εξήγησε πως της άρεσε η φύση γενικώς, ίσως γιατί ποτέ της δεν την χάρηκε όσο το πεθυμούσε. Αλλά το βουνό τη μάγευε. Ύστερα μου εξομολογήθηκε πως δεκαοχτώ χρονών, σε μια εκδρομή στην Πάρνηθα, που είχαν πάει μονάχοι με το φίλο της, έκανε για πρώτη φορά έρωτα. Να σας πω τα έχασα. Νόμισα πως μόνο στον καιρό μας οι κοπέλες κάνουν έρωτα από τόσο μικρές»

Ασυναίσθητα κοίταξα μέσα από το καθρεφτάκι του οδηγού τη Ματίνα, αλλά δεν είδα στο πρόσωπό της καμιά αντίδραση για τα όσα ανέφερε η μικρή. Την είχα ακουστά, μέσες άκρες, την περίπτωση. Ήταν τότε που δέθηκαν με τον Κώστα. Στην παρέα μας το είχαμε όλοι μαντέψει και το επικροτούσαμε. Μερικοί όμως, όπως ο Πάνος, ζήλευαν την τύχη του Κώστα, γιατί η Ματίνα ήταν τότε πανέμορφη.

Ύστερα όμως, μετά την αποφυλάκισή της και την εξαφάνιση του Κώστα, που όπως μάθαμε τότε, σκοτώθηκε στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Μοριά, τα έφτιαξε με τον Πάνο. Τότε, στη δεκαετία του ’50 οι κοπέλες κάνανε γα πρώτη φορά δειλά βήματα για να απαλλαγούν από τις προκαταλήψεις περί παρθενίας και δε συμμαζεύεται. Για πρώτη φορά, αρκετές δεν συνδέανε την ολοκλήρωση των ερωτικών σχέσεων με το γάμο. Κι εγώ, τότε τα έφτιαξα με τη Κική.

Η Αναστασία όμως είχε όρεξη για κουβέντα.

«Όταν μου το είπε, τη ρώτησα γιατί δεν παντρεύτηκε. Μου εξήγησε πως το παιδί εκείνο, με το οποίο γνώρισε τον έρωτα, βγήκε στο βουνό και σκοτώθηκε. Αργότερα είχε έναν άλλο δεσμό, που κράτησε πολλά χρόνια αλλά ο φίλος της δεν έκανε για άντρας της. Πλάγιαζαν μαζί και κάνανε παρέα, γιατί της άρεσε η ξεγνοιασιά και το κέφι του, αλλά δεν έκανε για άντρας της».

Στη Νεμέα σταματήσαμε για λίγο και κολατσίσαμε. Η Ματίνα μας ακολούθησε υπάκουα ως το κέντρο, κάθισε στην καρέκλα, ήπιε το νερό που της δώσαμε, ύστερα έφαγε μόνη της και τέλος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο εσωτερικό του κέντρου. Η Αναστασία, μαντεύοντας την επιθυμία της την οδήγησε ως την τουαλέτα.

Στην Αθήνα φτάσαμε όταν σουρούπωνε. Πήρα με το κινητό μου την αδελφή της Ματίνας, που την είχα ενημερώσει σχετικά πριν ξεκινήσω για τη Δροσοπηγή και πήγαμε στο σπίτι της, στου Ζωγράφου. Η συνάντηση των δύο αδελφάδων ήταν πολύ συγκινητική. Η Ντόρα αγαπούσε πολύ τη Ματίνα και όταν την είδε σ΄αυτή την κατάσταση δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα κλάματα. Ύστερα την έβαλε να καθίσει σε μια πολυθρόνα, κάθισε κι αυτή απέναντί της και την παρατηρούσε χωρίς να μιλά. Φαινόταν συγκλονισμένη. Η Αναστασία μας χαιρέτησε και κίνησε να φύγει. Κανονικά θα έπρεπε να μείνω με τις δυο αδελφές, αλλά ήμουνα αρκετά κουρασμένος και έτσι αφού συνεννοήθηκα με τη Ντόρα να πάω την επομένη το πρωί να μιλήσουμε, προθυμοποιήθηκα να πάω τη μικρή στο σπίτι της πριν καταλήξω στο δικό μου. Άλλωστε δεν έμενε πολύ μακριά.

Στο σπίτι ενημέρωσα την Κική για τη Ματίνα και το ταξίδι μου και για πολλήν ώρα κάναμε εικασίες για το τι μπορεί να έπαθε η φίλη μας.

 

Την άλλη μέρα το πρωί, πέρασα από τα γραφεία του Συλλόγου και ενημέρωσα τον Πρόεδρο και τον Μιχάλη, που είχε  «εφημερία» εκείνη τη μέρα, για τα όσα είδα και έμαθα στη Δροσοπηγή. Ο Πρόεδρος δεν είχε καν ακουστά τον Πάνο, συμφώνησε όμως με τον Μιχάλη, πως ήταν τυπική περίπτωση πράκτορα. Όταν δε ο τελευταίος μου είπε

«Να πάρεις τις φωτογραφίες και να πας να τις τρίψεις στη μούρη της σουπιάς», ο Πρόεδρος συμφώνησε.

«Εμείς μπορεί να συγκεντρώνουμε αρχεία, αλλά δεν φακελώνουμε τον κόσμο. Κάτι τέτοιοι τύποι όμως, πρέπει να ξέρουν πως οι βρωμιές τους τελικά μαθαίνονται»

Συμφώνησα μαζί τους και αποφάσισα να πάω αμέσως να δω τον Πάνο στην Υπηρεσία που δούλευε. Φυσικά του τηλεφώνησα προηγουμένως και από το ύφος του κατάλαβα πως παραξενεύτηκε. Δεν περίμενε να τον επισκεφθώ αλλά δεν πρόβαλε αντίρρηση. Αντίθετα όταν μπήκα στο γραφείο του με υποδέχτηκε εγκάρδια και φιλικά, με την κάπως πολιτικάντικη ευπροσηγορία, την οποία έχει αποχτήσει τα τελευταία χρόνια.

«Βρε, βρε, βρε, ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ; Πώς πάει ο αγώνας της Μνήμης κατά της Λήθης;» με πείραξε

«Λαός που θυμάται, ποτέ δεν ηττάται» του ανταπέδωσα το πείραγμα, παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα.

Δεν είχα όμως πάει εκεί για φιλοφρονήσεις και καλαμπούρια. Γι΄ αυτό, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα, τον ενημέρωσα για αυτό που έπαθε η Ματίνα, χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, τονίζοντας όμως πως αυτό συνέβη στη Δροσοπηγή, όπου είχε πάει να αποδελτιώσει κάτι αρχεία από τον καιρό του Εμφυλίου. Αμέσως κατάλαβα ότι ναι μεν δε φάνηκε να τον ένοιαξε και πολύ για ό,τι έπαθε η παλιά του αγαπημένη, αλλά δε μπόρεσε να κρύψει μιαν έκφραση ανησυχίας, που δεν αφορούσε αυτή καθεαυτή τη Ματίνα, αλλά το τι έκανε και τι βρήκε εκεί.

«Τι τα θέλετε μωρέ και τα ξεσκαλίζετε αυτά; Παλιών καιρών χαλάσματα. Αφήστε τα να ξεχαστούν. Μην αναμοχλεύετε αρχαία πάθη. Ανήκουν πια στη δικαιοδοσία των ιστορικών».

«Δεν αναμοχλεύουμε τίποτα. Αυτές οι υποθέσεις κλείσανε, αλλά η μνήμη τους πρέπει να μείνει ζωντανή. Γι΄ αυτό  κι εμείς θα τη συντηρούμε. Βοηθάμε έτσι τους ιστορικούς να ανακαλύψουν κρυμμένες αλήθειες. Επί του προκειμένου όμως, δε μου λες βρε Πάνο, είχες αυτομολήσει στους αντάρτες, όταν πήγες με τα Ειδικά Τάγματα των Μακρονησιωτών να τους πολεμήσεις;»

«Τι λες τώρα μωρέ Κώστα. Γίνονται τέτοια πράματα; Και θα έπιανα δουλειά στο Δημόσιο μετά;» μου είπε με ύφος που έδειχνε άνεση και αυτοπεποίθηση

«Αυτό να μου πεις. Αλλά τότε πώς εξηγείς αυτή τη φωτογραφία;»

Και του έδειξα την πρώτη από τις φωτογραφίες, που η Αναστασία εκτύπωσε για την περίπτωση

Άλλαξε τελείως ύφος. Τον είδα που άσπρισε. Έμεινε με ανοιχτό το στόμα και άργησε να μιλήσει

«Πού τη βρήκες;» του ξέφυγε κι αμέσως δαγκώθηκε και προσπάθησε, χαμογελώντας βεβιασμένα,  να μπαλώσει το πράμα

«Πολύ πετυχημένο φωτομοντάζ. Ποιό σκοπό εξυπηρετεί όμως;»

Ύστερα απότομα άλλαξε ύφος. Τώρα δε χαμογελούσε αλλά φώναζε, λες και οι φωνές του θα με τρόμαζαν

«Ποια σκευωρία πάτε να μου στήσετε; Τι μαγειρεύετε εις βάρος μου; Δεν έχω πάει ποτέ στο χωριό αυτό που μου λες»

«Τι σκευωρίες και σαχλαμάρες. Εμείς στο Σύλλογο ιδέαν δεν είχαμε για την τότε δράση σου, ώσπου η Ματίνα στη Δροσοπηγή βρήκε όχι μόνο αυτή τη φωτογραφία αλλά κι αυτές» και του έδειξα τις άλλες δύο «Βρήκε επίσης και έγγραφα και σημειώσεις για την αφεντιά σου» συμπλήρωσα.

«Να έρθει να μου τα πει η ίδια»

Τώρα ήταν πολύ ταραγμένος και τραύλιζε

«Η Ματίνα έφυγε. Θα αργήσεις να την ξαναδείς. Χρωστάς όμως κάποιες εξηγήσεις. Όχι σε μένα. Τι αρμοδιότητα έχω εγώ; Δεν υπήρξαμε άλλωστε ποτέ φίλοι. Αλλά κάποιοι άλλοι θα ενδιαφερθούν να μάθουν, όταν κάποτε θα δημοσιευτούν τα αρχεία»

«Με απειλείς τώρα;» άρχισε πάλι να φωνάζει, εκτός εαυτού τώρα. «Ολόκληρη η Ταξιαρχία των συμμοριτών εξοντώθηκε και όλος ο οπλισμός και τα έγγραφά του πέσανε στα χέρια του Στρατού. Έγιναν έρευνες σε όλα τα σπίτια της Δροσοπηγής. Αυτά που λες ότι βρήκες, είναι πλαστά»

«Άρα ήξερες τη Δροσοπηγή και ήξερες πως εκεί  ήταν η έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Με ποιάν ιδιότητα βρέθηκες εκεί; Αν ήσουν πραγματικός αυτόμολος θα σε είχαν εκτελέσει επί τόπου. Εδώ την επομένη εκτελέσανε όσους πιάσανε, ακόμα και τους τραυματίες, ακόμα και τις αντάρτισσες, μόνο που αυτές τις βιάσανε από βραδύς. Εσύ πώς γλίτωσες; Άρα δεν ήσουν αυτόμολος αλλά πράκτορας και προδότης και δολοφόνος, γιατί εσύ εκτέλεσες τον Κώστα»

Αυτό το τελευταίο τον αποτέλειωσε. Με κοίταζε κατακίτρινος και αποσβολωμένος, χωρίς να μιλά.

Του τα χρωστούσα. Τα είπα και ξεθύμανα. Δεν είχε νόημα να μένω άλλο εκεί.

«Μπορεί την ιστορία να τη γράφουν οι νικητές, η ιστορική αλήθεια όμως δεν κρύβεται. Αργά ή γρήγορα φανερώνεται», του πέταξα φεύγοντας

Πολύ ταραγμένος, τρέμοντας σχεδόν, βγήκα από το κτίριο, πήρα ένα ταξί και πήγα στο σπίτι της Ντόρας.

 

Βρήκα τις αδερφές να κάθονται δίπλα δίπλα στον καναπέ. Η Ντόρα με ενημέρωσε πως κάλεσε γιατρό, αλλά πως η συμπεριφορά της Ματίνας όλη τη νύχτα την καθησύχασε. Αν παρακάμψουμε τη σιωπή και τον ακατανόητο αυτισμό της, η υγεία της δε δείχνει να διατρέχει άμεσο κίνδυνο.

Με την ευκαιρία και περιμένοντας τον γιατρό, την ενημέρωσα για τα όσα μου είπαν η Αναστασία και ο Στάθης για το κακό που βρήκε την αδελφή της. Κατόπιν τη ρώτησα για τον Πάνο, χωρίς να της πω πως τον είχα συναντήσει μια ώρα πιο μπροστά. Είχα θάρρος μαζί της, μ΄ όλο που, καθώς είναι έξι χρόνια μικρότερη από τη Ματίνα, δεν κάναμε παρέα.

Όταν τη ρώτησα για τον Πάνο, στην αρχή κοίταξε την αδελφή της και δίστασε να μου μιλήσει. Της εξήγησα πως η Ματίνα δεν αντιλαμβάνεται τις κουβέντες μας. Παρ΄ όλα αυτά, όταν αποφάσισε να μιλήσει το έκανε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά

«Κοίτα να δεις, και σε μένα δεν άρεσε αυτός ο δεσμός και ποτέ μου δεν το χώνεψα πως μια γυναίκα με την προσωπικότητα και τη διάθεση προσφοράς της Ματίνας, μπόρεσε να γοητευθεί από έναν τέτοιον» δίστασε λίγο, αναζητώντας τους κατάλληλους χαρακτηρισμούς «αριβίστα και συμφεροντολόγο. Μ΄ όλο που, μπροστά μου τουλάχιστον, ποτέ δε μιλούσαν πολιτικά, καταλάβαινα πως διαφωνούσαν κι αυτό μου ήταν ακόμα πιο ακατανόητο, γιατί τότε η Ματίνα ήταν αδιάλλακτη. Δε σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Πώς ανεχόταν τις ειρωνείες του Πάνου για το Κόμμα;. Η μόνη εξήγηση που δίνω είναι πως στο τέλος την κέρδιζε το κρεβάτι. Η μάνα, Μικρασιάτισσα,  μας έλεγε πάντοτε: «της νύχτας ο καδής νικά». Άλλη εξήγηση δε δίνω».

«Θυμάσαι να ανέφερε ποτέ η Ματίνα ή και ο Πάνος, τι συνέβη στο διάστημα μεταξύ 1948 και 1952;»

«Εγώ τότε ήμουνα μικρή και το μόνο που θυμάμαι ήταν η αγωνία μας για την τύχη της Ματίνας. Ευτυχώς η καταδίκη σε θάνατο έγινε με ψήφους 3 προς 2 και τότε πια τέτοιες αποφάσεις δεν έφταναν στο απόσπασμα. Έτσι, γλίτωσε και το ΄52 στο Αναθεωρητικό η ποινή της από θάνατος έγινε τρία χρόνια και βγήκε. Με τον Πάνο τα έφτιαξαν το ΄54 και όπως μάθαμε, αυτός όταν στρατεύθηκε, είχε πάει στη Μακρόνησο, έκανε δήλωση και τον έστειλαν στις επιχειρήσεις».

Όσην ώρα μιλούσαμε, με τη Ματίνα να κάθεται αμίλητη κι αμέτοχη δίπλα μας, αισθανόμουν στην αρχή ένοιωθα κι εγώ άβολα, ύστερα όμως σκέφτηκα πως ήταν σα να μιλούσαμε μπροστά σε μια φωτογραφία της, μόνο που ήταν φωτογραφία έμψυχη και η σκέψη αυτή με ηρέμησε. Η Ντόρα συνέχισε.

«Άλλο τίποτα δεν έμαθα για τον Πάνο, αλλά ποτέ μου δεν τον συμπάθησα, μ΄ όλο που, δε στο κρύβω, η παρουσία του στο σπίτι μας, γιατί μπαινόβγαινε συχνά, έφερνε μια νότα ευθυμίας και ξεγνοιασιάς. Ακόμα και τον πατέρα μας, που, θα τον θυμάσαι, ήταν άνθρωπος παλαιών αρχών και λιγομίλητος, τον έκανε να γελά. Τώρα που σου τα λέω, θυμάμαι πως ούτε ο Σταμάτης, ο άντρας μου, τον χώνεψε ποτέ του. Μια φορά μάλιστα μου είπε: Αυτός ο τύπος, ο Πάνος δηλαδή, πρέπει να είναι πράκτορας της ΚΥΠ».

«Από πού το συμπέρανε αυτό. Είχε κάποιες πληροφορίες;»

«Θα τον ρωτήσω το μεσημέρι και θα σου πω. Αλλά τι τα θες, όταν χωρίσανε οριστικά, πριν έξι χρόνια, θαρρώ πως ήταν το 1989, ανακουφίστηκα, γιατί σ΄ αυτόν το δεσμό δεν έβλεπα μέλλον. Όλο μαλώνανε, χώριζαν, τα ξαναφτιάχνανε, ξαναχώριζαν και ούτω καθ΄ εξής. Τότε, είχαν πια πεθάνει οι γονείς μας, της πρότεινα να παντρευτεί με ένα φίλο του άντρα μου, χήρο και χωρίς παιδιά, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αυτή ούτε να σκεφτεί κάτι τέτοιο τώρα πια, μου είπε. Φαντάσου, να παντρευτεί στα εξήντα της! Και για πιο λόγο; τι να τον κάνει τώρα πια τον άντρα; Για να γεροκομήσει έναν ξένο, μαγκούφη; Έτσι μου είπε».

Η κουβέντα μας κατόπιν γύρισε πάλι στην κατάσταση της Ματίνας. Συμφώνησε να περιμένουμε τι θα μας πει ο ψυχίατρος που θα την εξετάσει και να συμμορφωθούμε με αυτά που θα μας υποδείξει.

«Ξέρεις, τη νύχτα που πέρασε, ενώ η Ματίνα κοιμήθηκε σαν πουλάκι, εγώ κι ο Σταμάτης δεν κλείσαμε μάτι. Κουβεντιάζαμε συνεχώς για το τι μπορεί να έπαθε. Ο Σταμάτης δε μπορούσε να δώσει καμιάν εξήγηση και μια στιγμή μου είπε «Θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται πίσω από ένα γυάλινον τοίχο. Μας βλέπει αλλά δε μας ακούει, ούτε την ακούμε»

Εκείνη την ώρα ήρθε ο γιατρός. Την εξέτασε με σχολαστικότητα, είναι η αλήθεια, αμίλητος και συνοφρυωμένος. Όπως κατάλαβα η περίπτωση που αντιμετώπιζε θα ήταν και γι΄ αυτόν πρωτοφανής. Όταν όμως τον ρωτήσαμε σχετικά, πρώτα η Ντόρα και μετά εγώ, δε μας είπε ουσιαστικά τίποτα το συγκεκριμένο. Ήταν πολύ επιφυλακτικός.

«Μόνον όταν εισαχθεί στο Νοσοκομείο και την εξετάσω εκεί, θα μπορέσω να σας πω».

Όταν έφυγε ο γιατρός, αποχαιρέτησα την Ντόρα, σφίγγοντας το χέρι της,  έσκυψα και φίλησα τη Ματίνα, όπως θα φιλούσα ένα εικόνισμα ή μιαν αγαπημένη φωτογραφία και έφυγα.

«Βρίσκεται πίσω από ένα γυάλινο τοίχο»

Η φράση αυτή στριφογύριζε μέσα στο μυαλό μου, καθώς πήγαινα στο σπίτι μου. Ήξερα μερικούς ανθρώπους, δοσμένους ολόψυχα στον αγώνα, σαν τον Άγγελο και την αδερφή του, τη Μαρία, που τόσο τους πίκραναν οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, ώστε έχασαν κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή και τελικά, στα καλά καθούμενα όπως λέμε, πέθαναν με δυο – τρεις μήνες διαφορά ο ένας από την άλλη.

Η Ματίνα όμως την αγαπούσε τη ζωή με πάθος. Τη ζούσε με το πνεύμα και το σώμα της. Η ανακάλυψη του ρόλου που έπαιξε στον Εμφύλιο ο άντρας, με τον οποίο μοιράστηκε τόσα χρόνια της ζωής της, και η αποκάλυψη πως αυτός σκότωσε τον αγαπημένο της, ήταν πολύ μεγάλο χτύπημα για να το αντέξει ακόμα κι ένας άνθρωπος σαν τη Ματίνα. Ύστερα από αυτό δε μπορούσε πια να ξαναγυρίσει στην παλιά της ζωή. Δεν πέθανε αλλά έφυγε, με δικό της τρόπο.

Μπορεί να φαίνεται παράλογο, μπορεί να μοιάζει φανταστικό, αλλά είναι η μόνη εξήγηση, που νομίζω πως ταιριάζει.

Η Ματίνα μας, έφυγε.  Μπορεί να είναι σωματικώς μια χαρά, αλλά δεν είναι πια εκείνη που ξέραμε. Η αληθινή Ματίνα έχει φύγει από μέσα της, αφήνοντας μόνο το κορμί, ζωντανό μεν αλλά άβουλο, σιωπηλό και άψυχο. Μας άφησε κι εμάς και τις έγνοιες μας και τη μιζέρια μας και τις μικρότητές μας και τους συμβιβασμούς μας. Μας άφησε να θυμόμαστε την θρυμματισμένη νιότη μας και τα σπαταλημένα χρόνια μας κι αυτή πέρασε μέσα από το γυαλί του καθρέφτη και πήγε στα ψηλώματα, να βρει, μέσα στα έλατα, τους αντάρτες.

98 Σχόλια προς “Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 (τέλος)”

  1. Μάλιστα, ωραίο! Περίμενα βέβαια κάτι πιο μεταφυσικό με τον παλιό καθρέφτη…

  2. dryhammer said

    Καλημέρα!
    0> «αισθανόμουν στην αρχή ένοιωθα κι εγώ άβολα» λείπει κάτι; (πχ πως)

  3. ΚΩΣΤΑΣ said

    Μάλιστα, η Ματίνα «πέρασε μέσα από το γυαλί του καθρέφτη και πήγε στα ψηλώματα, να βρει, μέσα στα έλατα, τους αντάρτες.»

    Συγκινητική ιστορία, ίσως και απόλυτα αληθινή. Καθένας βιώνει με τον δικό του τρόπο τα όνειρά του για έναν άλλο καλύτερο κόσμο, ανεξάρτητα πως κυλάει στην πραγματικότητα η ζωή. Άξια τιμής τέτοια πρόσωπα.

    Από όσα διάβασα του αείμνηστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο βενετσιάνικος καθρέφτης κράτησε ζωηρότερο το ενδιαφέρον μου. Ας είναι αιωνία η μνήμη του.

    Ευχαριστώ από καρδιάς τον Νικοκύρη για τις όμορφες και συγκινητικές στιγμές που μου χάρισε, αναδημοσιεύοντας διηγήματα του πατέρα του.

    Να είσαι πάντα καλά, Νικοκύρη, να θυμάσαι και να τιμάς τον πατέρα σου.

  4. Κουνελογατος said

    Καλημέρα.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και τα καλά λόγια!

    2 Το «αισθάνομαι» έφυγε στις τελικές διορθώσεις.

  6. antonislaw said

    Καλημέρα σας! Υπέροχο το διήγημα και το τέλος, τελικώς η Ματίνα πέρασε πίσω από τον βενετσιάνικο καθρέφτη και πλέον κοίταζε από εκεί, σαν εικόνισμα, σαν κάδρο τα τεκταινόμενα, επιλέγοντας, αποδεχόμενη αυτόν τον ιδιότυπο αυτισμό, εαυτισμό, κάτι που δεν έκανε σε όλη τη ζωή της, ζώντας στην πρώτη γραμμή όχι μόνο της δράσης αλλά και του πολιτισμού και των πολιτιστικών δρώμενων, αφού όπως λέει η άλλη πρωταγωνίστρια του διηγήματος αν και η Ματίνα θα μπορούσε να είναι έως και γιαγιά της εντούτοις ήταν πάντα στραμμένη με το βλέμμα στο παρόν και το μέλλον.
    Σπουδαίοι άνθρωποι, σπουδαίες γεννιές, νομίζω με ό,τι μας άφησαν από την αγωνιστικότητα και την αισιοδοξία τους πορευόμαστε και ακόμα αναπνέουμε σήμερα («λαός που θυμάται δεν ηττάται»), στο πείσμα των όποιων φαιδρεπίφαιδρων τηλεπροσώπων, άνευ άλλης -κατ’ουσίαν σημαντικής- ιδιότητας, που αναρρωτιούνται γιατί ενώ ηττήθηκε εκείνη η γενιά στρατιωτικά πολιτιστικά νίκησε.

    Μόνο-αν μου επιτρέπεται- εκείνο το τελευταίο «τα σπαταλημένα χρόνια μας» με στενοχώρησε και αν μπορούσα να μιλήσω στον πατέρα Σαραντάκο θα έλεγα, δεν ήταν σπαταλημένα, ξανακερδισμένα ήταν, με απίστευτες θυσίες και βάσανα.

  7. antonislaw said

    6 Συγγνώμη για το «γεννιά», διέλαθε της προσοχής, γενιά βεβαίως

  8. nikiplos said

    1@ Ο παλιός καθρέπτης είναι ο γυάλινος τοίχος, ξεθωριάζει τα είδωλα. Η Ματίνα είδε τον αντικατοπτρισμό της νιότης της και αναμετρώντας τη ζωή της με τον Πάνο, μίσησε τη ζωή της και τον εαυτό της. Κλείστηκε πίσω από έναν γυάλινο τοίχο.

    Επί του πρακτέου, αν δεν ήταν ο Πάνος θα ήταν οποιοσδήποτε άλλος. Ο Πάνος είχε κίνητρο τη ζήλια. Ο «άλλος» θα είχε κίνητρο το φόβο της εκδίκησης ή θυμό επειδή οι αντάρτες είχαν σκοτώσει κάποιον δικό του. Πάντως η τύχη του Κώστα αναμφισβήτητα θα ήταν προγραμμένη, από το ροδάνι της Ιστορίας. Υπό άλλες συνθήκες η Ματίνα δεν θα το έπαιρνε τόσο κατάκαρδα. Η επιλογή κάποιου να γίνει προδότης-εφιάλτης θέτοντας τον εαυτό του σε κίνδυνο, αλλά οδηγώντας τον σε μια νέα «αποκαθαρμένη από το μίασμα του κομμουνισμού» ανέμελη ζωή, καθιστώντας τον πολίτη Α’ Κατηγορίας, δεν είναι καθόλου σπάνια.

    Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να γίνει ένα ωραίο νουάρ, με την Ματίνα να εκτελεί τον Πάνο στο γραφείο του, ή να τον δολοφονεί σε ένα ραντεβουδάκι. Όμως είμαι βέβαιος πως ο Δ. Σαραντάκος ήθελε να δώσει το αληθινό στίγμα της γενιάς εκείνων των φωτισμένων παιδιών που θα μπορούσαν να πάνε την Ελλάδα μπροστά, αλλά βρέθηκαν να παίζουν τον ρόλο άλλων ισχυρών πατερούληδων. Γρανάζια κι αυτοί άθελά τους ενός άλλου μηχανισμού που σμπαραλιάστηκε άδοξα.

  9. LandS said

    Τι; Τέλειωσε;

  10. sarant said

    6 Άλλοτε τα βλέπεις έτσι, άλλοτε λες ότι τίποτα δεν πάει χαμένο.

  11. Theo said

    Καλημέρα!
    Τον «Βενετσιάνικο καθρέφτη» τον διάβασα το 2013 (βλ. https://sarantakos.wordpress.com/2012/12/14/venkathreftis/#comment-161075). Ενδιαφέρον το διήγημα αλλ’ όχι κάτι το ιδιαίτερο.

    Όσο για τον Εμφύλιο, πάντα έχω την αίσθηση του αγώνα (κι από τις δυο πλευρές) «για ένα πουκάμισο αδειανό», όπως είχα γράψει πέρσι για το άλλο βιβλίο του ΔΣ, αυτό για τον Χαράλαμπο Κανόνη (https://sarantakos.wordpress.com/2019/04/30/xaralamposkanonis-2/#comment-581102).
    Και νομίζω αυτό που προέχει μετά από 71 χρόνια, είναι η μετάνοια για το αίμα που χύθηκε και τον πόνο που βίωσε ο λαός μας κι η συγχώρεση και συμφιλίωση, όχι οι προσπάθειες δικαίωσης της μιας ή της άλλης παράταξης, ούτε οι γιορτές μίσους, τιμώντας τους δικούς μας και καταρώμενοι τους άλλους.

    Γράφει ο Πάνος Ζέρβας σχετικά:

    Δίκτυο Μνήμης Αντίστασης και Εμφυλίου

    Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος μιας σύγχρονης, έντιμης αλλά και τολμηρής προσέγγισης στην σύγχρονη Ιστορία μας. Θα μπορούσε να θεμελιωθεί και να αναπτυχθεί υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων, με τη συνεργασία Ιδρυμάτων και Πανεπιστημίων. Και θα περιλάμβανε μουσεία (ένα «κεντρικό» και πολλά περιφερειακά), εκθέσεις, μνημεία, εκδόσεις, διαδικτυακές παρουσιάσεις κλπ. Και θα ήταν στενά δεμένο με την εκπαίδευση των νέων.

    Για να συμβεί κάτι τέτοιο, προϋπόθεση είναι να υπάρχει ευρύτατη συναντίληψη στα ακόλουθα:

    Η Αντίσταση υπήρξε, ήταν σημαντική και δεν ήταν έργο μονάχα μιας οργάνωσης ή παράταξης.
    Ο Εμφύλιος πόλεμος άρχισε, συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε με συνευθύνη και των δύο πλευρών, διαφορετικής βαρύτητας στις διάφορες φάσεις του.
    Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την Αντίσταση και τον Εμφύλιο ως πρόσφορα πεδία σύγχρονης πολιτικής εκμετάλλευσης ή με διάθεση ταξινόμησης των πολιτικών δυνάμεων και των προσώπων εκείνης της περιόδου στην ηθικολογική κλίμακα «καλού – κακού», οι μελλοντικές οδυνηρές καταστάσεις μπορούν να θεωρούνται ως εξαιρετικά πιθανές.

    Οι σκέψεις αυτές είναι βέβαιο ότι απευθύνονται εις ώτα μη ακουόντων. Τις καταγράφω, παρ’ όλ’ αυτά.
    (https://greekcivilwar.wordpress.com/2017/03/30/gcw-1150/comment-page-1/#comment-10036)

  12. Costas Papathanasiou said

    ΜΙΑ ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
    « (…) παρά τα (σχεδόν εβδομήντα) χρόνια μου, δεν εννοώ να γίνω τυπικός συνταξιούχος και έτσι κατέληξα μέλος του Συλλόγου, που έχει την ευρηματική επωνυμία “Μνήμη κατά της Λήθης”» –Δημήτρης
    « (…) “Πώς έγινε και χάθηκαν τέτοιοι έξοχοι άνθρωποι;”[κεφ.1]
    (…) δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους, θα είναι σαν να σκοτώθηκαν για δεύτερη φορά.[κεφ.3] » –Ματίνα
    «Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμιούμαι και λυπούμαι» –Μοιρολόι

    Το βιβλίο “Ο βενετσιάνικος καθρέφτης” του Δημήτρη Σαραντάκου, είναι ένα σπουδαίο έργο που αξίζει να μνημονεύεται. Πράγμα που ακούγεται απλό ως προτροπή, μα τρόπο απλό δεν έχει, διότι δεν είναι η Μνήμη απόλυτη εγγραφή του Αληθούς: Κάθε καινούργια εντύπωση χωρεί σ’ ένα προικώο, νοητικό-αξιακό-κοινωνικό χωράφι (με κώδικα δυαδικό για άσχημα/ωραία, κακά/καλά, χυδαία και ευγενή κ.ο.κ.) και θάλλει στο ρευστό Παρόν για προσεχή ανάμνησή της (υπέρ ιδίας και κοινής ευημερίας, υποτίθεται). Αν όχι, την κλαδεύει η Λησμονιά (την τύχη Φούνες Μνήμονος ποιος θέλει;) και συνεχίζει ως λίπανση νέων αγρών πασχίζοντας αλλιώτικα το ίδιο: Την άρδευση Ζωής, δοτής ως ό,τι πιο πολύτιμο στον Κόσμο.
    Σε μία πάλη αντιθέτων φύσει κυκλική και βιωφελή (:Πόλεμος πατέρας πάντων, υιοθετηθείς εξ όλων και όπως λέμε: Θέρος, Τρύγος) που εκπίπτει σε αιματώδη αρένα αρρένων, η χείρα γυναικός μένει (επι)διωκόμενη και έτσι κι αλλιώς δεμένη, προδομένη. Όπως η Ελένη ως μήλον Έριδος Μενέλαου και Πάρη κι η Εύα(ή Ζωή) ανάμεσα σε Αδάμ και Όφι για όνομα Πατρός. Μ’ έναν ζυγό διπλό, τριπλό ν’αποτινάξει, αντάρτισσα που βγαίνει στο κλαρί, για να μετάσχει, επιπροσθέτως, στα κοινά απ’ τα οποία την είχε Άντρας και ανανδρία αποκλείσει.
    Κάθε Ματίνα γίνεται έτσι μάτι στον κυκλώνα εναντιομερών. Βιώνει την οργή του Καλιμπάν που αντικρίζει μονάχα μια κακή ή ουτοπική μορφή εν εσόπτρω. Βλέπει ως αυτόχειρα τον Νάρκισσο που πάει να πιάσει το είδωλό του στο νερό ενώ ο Λόγος της Ηχώς που τον καλεί σβήνει σε λέξεων απολήξεις.
    Ο βενετσιάνικος του Σαραντάκου είναι ως εκ τούτου αντι-κατοπτρικός:
    Δεν ξεμπροστιάζει μόνον όσους υποκρίνονται, ούτ’ είναι πύλη για όσα όνειρα προδόθηκαν, μα υποδηλώνει και κατάργηση ειδώλων, σφίξιμο αντίδικων χεριών και χειραφέτηση, έργα να πείθουν την Υφήλιο για τον Άνθρωπο, αυτόν που θέλουμε να βγει απ’το γυαλί της.
    Και εγείρει, πάνω απ’όλα, μια ριζική εναντίωση στην Αλησμόνη και το σόι της, εάν δεχτούμε ότι έχει ρίζα *wen που πάει να πει αγάπη (οπότε *wenetoi: «αγαπημένοι») και ότι το μίσος θρέφει πάντα κάτι μισερό, ενώ με ό,τι αγαπάς αγάλι πάς και πλήρης μένεις, αφού η καρδιά και όχι ο νούς ξέρει να πιάνει το σφυγμό απ’ ό,τι αξίζει να θυμόμαστε.

    ΥΓ
    Εν είδει μνημοτεχνικής και χάριν ανασκόπησης το όλον έργο μού εντυπώθηκε και ως τρίπτυχο εικόνων λαϊκότροπων, σάμπως παράθυρο ανοιχτό ιστορημένο ως εξής
    —Στο φύλλο το δεξί ελαιογραφία σε στυλ Μποστ:
    Τρεις άντρες, τρία χρώματα γιακάδων, σ’ένα τραπέζι καφενείου στρογγυλό πού’χει στη μέση ένα βάζο φεγγοβόλο, με κλάδο ελαίας. Όρθιος μιλάει ένας τύπος με τιμόνι σε σχήμα δίσκου ιπτάμενου. Στην άλλη άκρη ο καφετζής κοιμάται στο τεζιάκι του. Εμπρός και ανάμεσα η πόρτα μισανοίγει από ίσκιο μαύρο που γυρνά πίσω στη νύχτα που τον ξέρασε. Εκείνος με τον κόκκινο γιακά, του ρίχνει βλέμμα αυστηρό πάνω από τις “χρυσές” διόπτρες του.
    [Υπότιτλος: «Από λαδίλα σ’ελλαδίλα». Να παραπέμπει στην Ελλάδα που ποτέ της δεν πεθαίνει κι όλο στα ίδια μένει. Στην Ελλαδογραφία του Γκάτσου. Στο λάδι βάπτισης και στο Ευχέλαιο. Σ’εκείνους που βγαίνουν λάδι και σ’αυτούς που κάνουν τη λαδιά. Στη Χρυσόθεμη του Θιάσου που εκλιπαρεί τον μαυραγορίτη για λίγο λαδάκι. Στο λαδωμένο σχοινί της σατανικής Αγγελικής (ή μήπως Κλυταιμνήστρας) που Αναπαριστά το πνίξιμο του συζύγου. Στο λάδι στη Φωτιά και σε μια Θάλασσα-λάδι. Στο αίνιγμα «Το φίδι τρώει τη θάλασσα κι η θάλασσα το φίδι». Στο φως που καίει ακοίμητο. Σε ό,τι καλό επαγρυπνεί.]
    —Στη μέση, εικόνα περιγραφική όπως εκείνες του Ζωγράφου Παναγιώτη.
    Σειρά από μαύρα συννεφα πατούν από ζερβά βουνοκορφή και γίνονται ίσκιΟι-δίποδες, διώκτες δύο άνθρωπων που τρέχουν(ο ένας αιμάσσων) προς μία αλεπότρυπα ή λαγούμι (ή rabbit-hole) που πάει ίσαμε κάτω σ’ ένα ακροθαλάσσι. Σε σπήλαιο ενδιάμεσο, ο ένας όρθιος απαγγέλλει κι ο λαβωμένος γράφει καθιστός. Το φώς που βγαίνει από το στόμα και το χέρι αντιστοίχως, είν’ τόσο όσο για να σώζει την ανθρώπινη μορφή τους απ’το σκότος. Λίγο πιο κάτω ο ένας κουβαλά τον άλλο προς ένα λογχισμένο σκελετό Τέλος ο ίδιος, μόνος σ’έρημη ακτή, Άι-Λιας ανάποδος, κοιτάζει πέρα ένα σπιτάκι με αναθρώσκοντα καπνό.
    [Υπότιτλος: «Μία σπιλιάδα από σπηλιά». Η Μαυρηγή σαν κοινωνός Νηρέα/Πόντου και Αιθέρα/Ουρανού]
    —Το αριστερό φύλλο με πλαίσιο χρυσό (σάμπως καθρέφτη βενετσιάνικου), ζωγραφισμένο με τον τρόπο του Θεόφιλου:
    Στο φόντο κορυφογραμμή ίδια με τη μεσαία. Μπροστά της τέσσερις γυναίκες, πλάι πλάι, σε ορυζώνα.
    Δεξιά μας, μία ολότελα σκυφτή, αριστερά μια ολόρθη, οι δύο ανάμεσα να ορθώνονται σταδιακά. Πίσω τους ίσκιος (αντρικός;) που λιγοστεύει με το πλιότερο ανασήκωμα. Η όρθια, ηλιόφωτη, βαστά με το δεξί ένα φίδι (ή μήπως είναι ένα σκοινί;) και τείνει ένα κλαδάκι ρύζι με το άλλο. Φοράει φισεκλίκια χιαστί πού’χουνε στάχυα αντί για σφαίρες. Έχει χαμόγελο όπως όποιας αγαπώς.
    [Υπότιτλος:Una mattina.. O bella ciao…]
    Υπέρτιτλος τριπτύχου: Et in Arcadia Ego.

    Συμπέρασμα/Απολογία: Ό,τι θυμάμαι χαίρομαι(τρόπον τινα) και το ίδιο εύχομαι για όλους. Ευχή καθόλα περιττή αφού τον Σαραντάκο ούτως ή άλλως τον διαβάζεις και ξεσκάς απ’ τα όσα μαύρα.
    Καλημερίζω!

  13. Καλημέρα
    «Τι λες τώρα μωρέ Κώστα.» Κώστας; Ποιος Κώστας. Ο Δημήτρης δεν πήγε;
    «η Ταξιαρχία των συμμοριτών εξοντώθηκε» και μόνο η χρήση της λέξης «συμμοριτών» σηματοδοτεί τη θέση του.

  14. sarant said

    13 Όπως είπα, τα κείμενα που βάζω είναι από προσχέδιο, όχι το τελικό διορθωμένο που τυπώθηκε. Θα δω το βιβλίο το απόγευμα, αν διατηρήθηκε το λάθος ή αν διορθώθηκε.

  15. leonicos said

    Εντάξει

    σπαταλημένα δεν μπορείς να τα πεις, διότι έδωσαν μορφή στο ‘αίτημα’ που πάντα υπάρχει. Και η ιστορία προχωρεί με τα αιτήματα όταν ωριμάζουν. Αλλά ωριμάζουν πολύ πιο αργά από μας

  16. loukretia50 said

    14.Στην έκδοση Νοεμβρ.2012 που έχω, δε διορθώθηκε.

  17. Φανούρης said

    «Ύστερα μου εξομολογήθηκε πως δεκαοχτώ χρονών, σε μια εκδρομή στην Πάρνηθα, που είχαν πάει μονάχοι με το φίλο της, έκανε για πρώτη φορά έρωτα. Να σας πω τα έχασα. Νόμισα πως μόνο στον καιρό μας οι κοπέλες κάνουν έρωτα από τόσο μικρές»

    Μία από τις πιό συνηθισμένες κατηγορίες των μοναρχοφασιστών ενάντια στις Ελασίτισσες ήταν η εξής: Όποια ανεβαίνει στο βουνό με τους αντάρτες, θα κατέβει έχοντας χάσει την παρθενιά της

  18. nikiplos said

    13@ εκφράσεις κλισέ, που τα παλαιότερα χρόνια σε έκαναν να γλυτώνεις ακόμη και την κλήση της Τροχαίας. 🙂
    «Δεν είμεθα τίποτε συμμορίτες ή τετιμπόϊδες κυριε Αστυφύλακα»
    «κρυφή πουτάνα κρυφό κουμούνι» (παροιμία δήθεν χωρίς αιτία και σκοπό, αλλά να δώσει το στίγμα. Λέγεται και αντίστροφα: κρυφό κουμούνι, κρυφή πουτάνα)
    «Τότε με το συμμοριτοπόλεμο» (Σήμερα λένε εμφύλιο οι περισσότεροι, αλλά όχι παλαιότερα. Λέγοντας τον εμφύλιο συμμοριτοπόλεμο, έδινες το στίγμα σου)
    Λεξιλόγιο:
    Αμερικανός, Άγγλος, συμμορίτης, κουμούνι, συντρόφια, ρώσος, κλέφτης, εαμοβούλγαρος, κόκκινος κλπ
    Οι αριστεροί έλεγαν: Αμερικάνος, Εγγλέζος, μοναρχοφασίστας, φασίστας, γερμανοτσολιάδες, ταγματασφαλίτες, χίτες, μάϋδες, τεατζίδες, εσατζίδες. Τοπικά εικάζω «μπουραντάδες»
    Θα ήταν ενδιαφέρουσα μιαν αναδίφηση των εκφράσεων και λέξεων του εμφυλίου, αλλά και της πολιτικής ιστορίας μας που ήταν κληρονομιά του.

  19. sarant said

    16 Αυτή είναι, πώς και δεν το προσέξαμε.

    (Εκτός αν σκεφτούμε, που δεν νομίζω, ότι είναι εσκεμμένο. Ότι δηλαδή από την ταραχή του ο Πάνος χρησιμοποίησε το όνομα Κώστας επειδή είχε σκοτώσει τον Κώστα).

  20. Χαρούλα said

    Σήμερα ολοκληρώθηκε η ιστορία των ελλήνων αγωνιστών! Που με την Σαραντάκεια βοήθεια είδαμε το καθρέφτισμα της ψυχής τους, αλλά …μετά! Αργότερα! Όταν καταλάγιασε ο αχός. Και κάθε ένας, κατεργάρης ή όχι, βρέθηκε στον πάγκο των πιστεύω του.
    Μπορώ να βάλω πια, και μια άλλη ιστορία. Όχι πρις σύγκριση. Απλά και Μια άλλη σημερινή άποψη, που συνδιάζει καθρέφτη με αγωνιστές. Αλλά τα χρόνια τα πιο πρόσφατα.
    http://www.avgi.gr/article/10811/10569928/ena-poiema-ston-kathrephte

  21. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    18 Το «μπουραντάδες» έχει σαφώς αθηναϊκή προέλευση. Ο Νίκος Μπουραντάς ήταν διοικητής του μηχανοκίνητου της αστυνομίας.

    (αν και Σεπτέμβρης, το γραφτό έχει ατμόσφαιρα νοεμβριάτικη, κάτι σε βουρκωμένα μάτια).

  22. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    18 τέλος

    Νίκιπλε, σόρι που δε λινκάρω αλλά ψάξε στο σλανγκ: Τρουμανάκι, γαλατάς, σλανγκιές της εξορίας, καπαπίτης, σαντούρι, γλώσσα, κουκουβάγιες, γεροσοφούληδες, πολεμίτιδα (θα υπάρχουν κι άλλα όμως δεν τα θυμάμαι).

    Νικοκύρη σόρι για το σπαμάρισμα.

  23. Alexis said

    Με συγκίνησε το τέλος του «Βενετσιάνικου Καθρέφτη».
    Δεν ξέρω τι άλλο να πω, ειπώθηκαν ήδη πολλά παραπάνω…

    #18: Εσατζίδες στον εμφύλιο; Μήπως μπερδεύεσαι με τη χούντα;

  24. Alexis said

    #18, 22: Και ταγματαλήτες, κατσαπλιάδες και άλλα…

  25. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    24 και «φασισμός», τώρα το θυμήθηκα.

  26. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    23 Στη βίκι λέει πως η ΕΣΑ συστάθηκε το 1951.

  27. ΚΩΣΤΑΣ said

    6 –> «τα σπαταλημένα χρόνια μας»

    Γνώμη μου, είναι όντως διπλής ανάγνωσης αυτή η έκφραση. Εξαρτάται από τη σκοπιά που το βλέπει κανείς.

    Αν το δει κάποιος ότι έδωσε έναν ανιδιοτελή αγώνα για το κοινωνικό καλό, τίποτα δεν πάει χαμένο και δεν είναι σπαταλημένος ο χρόνος και οι θυσίες.

    Αν το δει από το αποτέλεσμα που είχε αυτό το όνειρο εκεί που οι αγώνες και οι επαναστάσεις πέτυχαν, όντως σπαταλημένα χρόνια και σπαταλημένες θυσίες.

    Μην ξεχνάμε ότι το διήγημα αυτό κυκλοφόρησε μετά την κατάρρευση του υπαρκτού.

  28. antonislaw said

    21
    «18 Το «μπουραντάδες» έχει σαφώς αθηναϊκή προέλευση. Ο Νίκος Μπουραντάς ήταν διοικητής του μηχανοκίνητου της αστυνομίας.»

    Και στην Κρήτη οι «μπαντουβάδες», παρόμοιο ηχητικά με τους μπουραντάδες.
    Ήταν οι ομάδες που είχαν εμπλακεί στη σύλληψη που κατέληξε στη δολοφονία και διαμελισμό το 1947 της Μαρίας Λιουδάκη, δασκάλας, λαογράφου και συγγραφέως, που είχε υπηρετήσει στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών με πρόταση του Γεώργιου Μέγα, της οποίας η αδελφή, η Χαρά, ήταν αρραβωνιαστικιά του Ναπολέοντα Σουκατζίδη που είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς το 1944 στην Καισαριανή.
    «Η Λιουδάκη ασχολήθηκε με τη λαογραφία και εξέδωσε παιδικά έργα, όπως τις συλλογές παιδικών παραμυθιών Στης γιαγιάς τα γόνατα (Αθήνα 1932) , Στου παππού τα γόνατα (Αθήνα 1947) και Γύρω στο μαγκάλι. Επίσης, τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την περίφημη συλλογή της «Μαντινάδες Κρήτης». Συνέγραψε πολλά σχολικά βιβλία και βοηθήματα για μαθητές και γονείς. Μεγάλο μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο από την Ακαδημία Αθηνών.»

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CE%9B%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B7#cite_note-4

    https://www.efsyn.gr/efkriti/politiki/106414_otan-o-kyriakos-exafanise-ton-emfylio-stin-kriti

    https://katerinatoraki.blogspot.com/2016/12/4-1947.html

    https://atexnos.gr/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CE%B7-%CE%B7-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1/

  29. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    28 Ωραία υπενθύμιση!

  30. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    28 Kαι οι άνευ θητείας γυπαραίοι, καλά παιδάκια ήτανε κι αυτοί.

  31. gpoint said

    Aς πω τις «σοφίες» μου, εξ άλλου οι σοφίες είναι για να ακούγονται και κανείς να μην τις παίρνει σοβαρά. Είχα μια ολιγοήμερη πολεμική εμπειρία στον εμφύλιο του Λίβανου, Αυτό που αποκόμισα είναι πως για να πολεμήσεις πρέπει ή νάχεις όραμα ή ένα πιστόλι κολημένο στην πλάτη κι έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει αν αρνηθείς ή να είσαι μεθυσμένος (όχι από το ποτό βέβαια ), Αυτό το γλυκό μεθύσι που προκαλεί η προσμονή κέρδους, πλιάτσικου ή φήμης ή ακόμα κι ερωτικού συντρόφου κινεί τους περισσότερους, γι αυτό κι είναι κεφάτοι στον πόλεμο, αντίθετα μ’ ότι πιστεύουν οι άκαπνοι, αλλά οι τελευταίοι πάντοτε «ξέρουνε» πιο καλά- έχουνε διαβάσει βιβλία…
    Πριν 30 χρόνια γνώρισα στην Βιέννη ένα συμπαθέστατο,, γλυκύτατο γεροντάκι. Αν δεν είχα αυτές τις εμπειρίες δεν θα πίστευα ποτέ πως αυτός ο άνθρωπος ήταν συνεργάτης των Γερμανών που έφυγε από την Ελλάδα λίγο πριν την κατάρρευση τους και δεν γύρισε ποτέ γιατί «θα με κρεμάγανε ανάποδα και καλά θα μου κάνανε» έλεγε κουνώντας το κεφάλι του. Εκανε οικογένεια εκεί και γύρναγε κοντά στο σπίτι του Ρήγα ν’ ακούσει κάποιον να μιλά ελληνικά και να πιάσει κουβέντα, να εξομολογηθεί στον άγνωστο, η αυστριακή οικογένειά του δεν ήξερε τίποτε.

  32. nikiplos said

    22@ Δεν γνώριζα καμία. Ευχαριστώ

  33. 31 Ωραία ιστορία αυτή

  34. sarant said

    31 Πράγματι, πολύ ωραία ιστορία!

  35. Georgios Bartzoudis said

    Μια «προδοσία» και μια παράξενη ψυχονοητική πάθηση, είναι τα κύρια συστατικά της πλοκής μιας καλής αφήγησης που αναφέρεται στο έτος 1995. Είναι το έτος που κάποιοι …μαρτυριάρηδες σύντροφοι δημοσιεύουν τα συντροφικά αίσχη που έλαβαν χώρα σε βάρος εκατοντάδων κατασκευασμένων προδοτών (περίπτωση 7ης μεραρχίας των ανταρτών, Μπούλκες κλπ). Εκτιμώ ότι ο πατήρ Σαραντάκος αποπειράται να «ανασκευάσει», με μια φανταστική ιστορία που δεν αποκλείεται να περιλαμβάνει και έναν πραγματικό πυρήνα.
    Δεν ήταν λίγοι οι σύντροφοι που δεν υπάκουσαν στο «κόμμα» (δλδ στην ενός ανδρός Ζαχαριάδεια Αρχή) για έναν νέο γύρο εμφυλίου σπαραγμού, χωρίς τον …μανδύα της εθνικής αντίστασης:
    – Ένας Σερραίος, διακεκριμένος ταγματάρχης του ΕΛΑΣ, όχι μόνο αρνήθηκε να συμμετάσχει στον νέο εμφύλιο αλλά προχώρησε και ένα βήμα παρακάτω: Προβλέποντας ότι το «κόμμα» θα τον κυνηγήσει «μέχρι να πατήσ(ει) μαύρου χιόν(ι)» (όπως λέμε Μακεδονιστί) πήγε και κατέθεσε στην Επιτροπή του ΟΗΕ εναντίον των πρώην συντρόφων του. Το αντάλλαγμα ήταν ένα διαβατήριο για την Αργεντινή μαζί με τη συμβία του. Οι γνωρίζοντες τα πράγματα λένε ότι τον είδαν, μετά την πτώση του …ανύπαρκτου σοσιαλισμού και πλήρη ετών, να έρχεται για λίγες μέρες στα πάτρια εδάφη.
    – Ένας Νιγριτινός, αρνούμενος να ανεβεί και πάλι στο βουνό, μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Είχε και μια καταδίκη σε θάνατο από το Στρατοδικείο, όπου έδειξε παλικαρίσια συμπεριφορά, αποδειχθείσα μαϊμού τοιαύτη. [είχε καταθέσει εναντίον των συντρόφων του στην Επιτροπή του ΟΗΕ, παίρνοντας την υπόσχεση ότι δεν θα εκτελεσθεί η ποινή]. Οι «σύντροφοι» του βουνού, προφανώς πληροφορημένοι, πήγαν μια ωραία …νύχτα στην πάτρια οικία και λιάνισαν τον γέροντα πατέρα του. Το «κόμμα» όμως έκρινε ότι είχε συμφέρον να του την χαρίσει, στέλνοντάς τον όμως, εκόντα άκοντα, στο …ωραίο Μπούλκες!
    – Να πω και για έναν πανελληνίως γνωστό αξιωματούχο του ΕΛΑΣ. Πρόκειται για τον Φοίβο Γρηγοριάδη. Αρνήθηκε να ξανανεβεί στο βουνό. Βιοποριζόταν συγγράφοντας και δημοσιογραφώντας στον δεξιό κυρίως τύπο. Πολύ «ωραία» είναι μια σειρά δημοσιεύσεών του στην ακροδεξιά εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος». Σε προφανή συνεννόηση με τον εκδότη έγραφε ιστορίες αντίστασης όπως ήθελε, με έναν μόνο περιορισμό: Τίποτα εναντίον του βασιλιά!

  36. Γιάννης Ιατρού said

    Όλη αυτή η ιστορία που έγραψε ο πατέρας σου Νίκο είναι απ΄τα πιό καλά του έργα που έχεις βάλει ✔✌👍.

    31: Οι Ερινύες… Γιώργο!
    Παιδία, καμία Φανουρόπιτα να φτιάξουμε…😎

  37. sarant said

    36 Νάσαι καλά!

  38. Χαρούλα said

    Στην μνήμη των αγνών αγωνιστών
    και στη μνήμη του Κατράκη που έφυγε το 1984 σαν σήμερα…
    ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΗΘΥΡΑ

  39. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    18>>…γερμανοτσολιάδες, ταγματασφαλίτες, χίτες, μάϋδες, τεατζίδες, εσατζίδες. Τοπικά εικάζω «μπουραντάδες»
    Ράλληδες (στο 43:12 κ.ε 44:05, 44:29, τα έργα τους «Μιχάλη άσε και για μας λίγο λάδι…») 46:07,
    ταγματασφαλίτες 45:30
    Κακολύρι,Μάιος 1944

  40. mitsos said

    Ευχαριστούμε Νίκο
    Νομίζω ότι καλύτερο έχω διαβάσει μέχρι τώρα από τον Δημήτρη Σαραντάκο. Με τέτοια παρακαταθήκη έχει εξασφαλίσει την αιώνια μνήμη του
    Να είστε όλη η οικογένεια καλά να τον θυμάστε .

    Μοιαζει με ημερολόγιο αληθινών γεγονότων. Πολύ δυνατών σαν μύθων .

    Κι εγ’ω σίγουρα θα έφευγα. Αλλά όχι πίσω από το γυαλί. Θα έκανα μια ριζική αλλαγή αλλά δεν θα πέρναγα απ΄την άλλη μεριά του Κάδρου. Θα έφευηα μακριά από αυτόν ίσως. Αλλά κάθε άνθρωπος αντιδρά με άλλον τρόπο. Και ο τρόπος της Ματίνας μου φαίνεται φυσιολογικά αναμενόμενος ή έστω δικαιολογημένος.

    Όχι την Ιστορία δεν την γράφουν πάντα και τελικά οι Νικητές. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Την ιστορία του Πελοποννησιακού δεν την έγραψαν τελικά οι Σπαρτιάτες. Και η ιστορία του 44-74 δεν έχει γραφτεί ακόμα …

    Καληνύχτα

  41. dryhammer said

    40. Το πως υπολογίζει κανείς πως θα αντιδράσει σε κάτι που του ανατρέπει όλη του τη ζωή (δλδ. πως θάθελε να αντιδράσει) με το πως πραγματικά αντιδρά όταν συμβεί, και όντας απροετοίμαστος γι αυτό, δεν συμπίπτουν πάντα. Ειδικά όταν δεν υπάρχει πια και χρόνος ή συνθήκες για διορθώσεις. Να ξανασημειώσω το όντας απροετοίμαστος. Πολλοί αρνούνται να το πιστέψουν ή/και να το αποδεχτούν.

  42. mitsos said

    @41 Δεκτή η ένσταση.
    Εικάζω εκ του ασφαλούς πως θα αντιδρούσα. Όντως τον εαυτόν μας συνεχώς τον γνωρίζουμε και τα όρια μας επίσης.

  43. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Ήξερα μερικούς ανθρώπους, δοσμένους ολόψυχα στον αγώνα, σαν τον Άγγελο και την αδερφή του, τη Μαρία, που τόσο τους πίκραναν οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, ώστε έχασαν κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή και τελικά, στα καλά καθούμενα όπως λέμε, πέθαναν με δυο – τρεις μήνες διαφορά ο ένας από την άλλη.»
    Αρρωστημένη ενασχόληση με την πολιτική. Το άλλο άκρο είναι η πλήρης αδιαφορία για την πολιτική. Δεν ξέρω ποια από τις δύο στάσεις ζωής είναι η χειρότερη.

  44. spyridos said

    18

    «Ράλληδες ταγματαλήτες
    Μπουραντάδες, Γερμανοί
    Τα κεφάλια σας θα πέσουν
    Απ’ τ’ αντάρτικο σπαθί»

  45. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Εκτός του ότι μου κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον -και βέβαια, μου άρεσε πολύ- πιστεύω πως θα μπορούσε να βγει από αυτήν την ιστορία ένα πολύ καλό μυθιστόρημα..

  46. ΚΩΣΤΑΣ said

    Το έβαλα προχθές σε άλλη ανάρτηση. Νομίζω ότι καλύτερα ταιριάζει εδώ. Ας το ξαναβάλω λοιπόν για να μένει για την ιστορία. Είναι ωραία και αληθινή αφήγηση, χωρίς φιοριτούρες και ιδεολογικές αγκυλώσεις. «Ο τελευταίος αντάρτης του Γράμμου».

    Και κάτι προς φίλους, συναγωνιστές ή συντρόφους. Ο εμφύλιος τέλειωσε. Ας γίνονται συζητήσεις αλλά χωρίς φόβο, μίσος και πάθος. Η συμφιλίωση έχει επέλθει στην κοινωνία. Οι λίγοι εναπομείναντες ακραίοι, ένθεν κακείθεν, ας προσαρμοστούν και αυτοί.

    https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/269051-%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85.html

  47. nikiplos said

    38@ τους έβαλαν άλλοι? Κι αυτοί οι ίδιοι δεν είχαν ευθύνες?

    Αξιωματικά ο κάθε άνθρωπος είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Δεν υφίσταται ούτε άνθρωπος ούτε παράταξη με ηθικό πλεονέκτημα, όταν διεξάγεται ένας πόλεμος. Η κάθε πλευρά θέλει να εξοντώσει την άλλη, η κάθε πλευρά θέλει να είναι αυτή ο νικητής. Η κάθε πλευρά θα εκμεταλλευτεί και θα εφαρμόσει στρατηγικές οι οποίες καθόλου έμπλεες ηθικής δεν είναι.

    Ο Βενετσιάνικος Καθρέφτης, περιγράφει ένα μόνο επεισόδιο ενός εμφύλιου πολέμου που τυπικά μόνο διήρκεσε 5 χρόνια, 1944-1949, ουσιαστικά όμως διήρκεσε τρεις δεκαετίες 1943-1974.

    Με τα μάτια ενός απλού συμμετέχοντα που αγαπάει τη ζωή, αγαπάει τις αξίες, αγαπάει τον τόπο και τους ανθρώπους του, συγχωρεί αλλά παράλληλα θέλει να μην χαθούν οι φωνές ένθεν κακείθεν, κυρίως για το γεγονός ότι υπήρξαν φωνές ανθρώπων, νέων.

    Φαινομενικά αυτό έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα της εθνικής συμφιλίωσης, το πνεύμα της λήθης, καθώς τα εγκλήματα έγιναν ένθεν κακείθεν.

    Όμως μια προσέγγιση η οποία θα κατέγραφε αναλυτικά κάποια γεγονότα, προσπαθώντας να τα ερμηνεύσει, με έναν αιτιολογικό τρόπο ίσως και προς ώρας να μην είναι δυνατή.

    Πιστεύω πως δεν είναι δυνατή από τρεις παράγοντες.
    α. Ο πρώτος είναι αυτός της υπερ-ερμηνείας που γινεται συνήθως από αριστερόφρονες συγγραφείς. Σύμφωνα με αυτήν και οι δύο πλευρές ήταν στρατευμένες, προσηλωμένες στο στόχο και βέβαια η αριστερή πλευρά είχε στόχο την κοινωνική επανάσταση κατ’ ουσία, ανεξαρτήτως εάν ήταν συγκεκαλυμμένη σε ένα πλαίσιο αβασίλευτης δημοκρατίας. Σύμφωνα με αυτούς όσοι βγήκαν στο βουνό ήταν αναμφισβήτητα αγνοί αγωνιστές. Βέβαια αν άλλαζαν στρατόπεδο, ήταν «προδότες», «πουλημένοι», «μίσθαρνα της αντίδρασης» κλπ. Στρατόπεδο φυσικά ήταν τα πλαίσια (ιδεολογικά, πολιτικά, τακτικά) που έθετε ο Ζαχαριάδης, ως πεφωτισμένος εκπρόσωπος του Πατερούλη.

    β. Ο Δεύτερος είναι της αφαίρεσης των πρωταγωνιστών από το προσκήνιο. Οι κακοί ξένοι μας έβαλαν να σκοτωθούμε εμείς ήμασταν καλά παιδιά κατ’ ουσίαν. Αυτή είναι σήμερα η κεντρώα και καθεστηκυία αφήγηση. Σε αυτόν μερικές φορές παρεμβάλλεται και ο λεγόμενος αναθεωρητισμός της δεξιόστροφης αφήγησης. Προσπαθεί εκ των υστέρων να αιτιολογήσει πως ναι μεν υπήρξε λευκή τρομοκρατία, αυτή όμως ήταν αποτέλεσμα των εγκλημάτων του ΕΑΜ. Ναι μεν εγκαταστάθηκε ένα ήκιστα δημοκρατικό αυταρχικό πολίτευμα, αυτό όμως ήταν αναγκαίο ώστε να μην γίνουμε λαϊκή δημοκρατία. (Λες και ήξεραν εκείνοι οι άνθρωποι τι ήταν μια λαϊκή δημοκρατία, τι ήταν σοβιέτ κλπ, ώστε να δοθούν ψυχή τε σώματι στην κατάκτησή της κάποιοι και κάποιοι άλλοι να εναντιωθούν. Κάπως τελεολογική ως αιτιολόγηση θα έλεγα).

    γ. Φυσικά ο τρίτος παράγοντας είναι η εργαλειακή πολιτική διαχείριση του πολιτικού έργου που παρήξε ο εμφύλιος πόλεμος. Καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να κάνει αυτοκριτική σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, έξω από τα παραταξιακά της όρια, ακριβώς γιατί υπάρχει εξαιτίας αυτών των παραταξιακών ορίων, που προέκυψαν από τον εμφύλιο. Όχι μόνο ανθεί το πολιτικό έργο του εμφυλίου, αλλά είναι διάχυτο και έμπλεο στην πολιτική μας ζωή. Ερμηνεύει εν πολλοίς συμπεριφορές που άλλως θα ήταν ανεξήγητες, όπως η στάση μας απέναντι στον Οτσαλάν ή στους βομβαρδισμούς τη Σερβίας από τη Δύση.

    Τέλος να πω, πως η μνήμη δεν είναι Ιστορία, αλλά ένα ντοκουμέντο μόνο της Ιστορίας. Ειπώθηκε πιο πάνω πως γράφεται από τους νικητές ή τους ηττημένους ενίοτε. Αν ο εργαλειακός στόχος μελλοντικών νικητών εξυπηρετεί τη στρατολόγηση των πρώην ηττημένων, σαφώς θα αλλάξει και η αφήγηση, πάντοτε όμως στα πλαίσια της διαδοχής.

    Μπορεί πράγματι οι Σπαρτιάτες να έγραψαν κάτι για τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Όμως μεσολάβησαν οι Μακεδόνες (οι καθιαυτού) και οι Ρωμαίοι, ας μην το ξεχνάμε αυτό.

  48. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ξέρεις, Κώστα, πόσοι ένθεν κακείθεν πολεμούν ακόμα στον Γράμμο και στο Βίτσι με το πληκτρολόγιο στα χέρια; Αριστεροί lenovoύχοι εναντίον δεξιών dellούχων, φωτιά στα ρούτερ, σύντροφοι και συναγωνιστές…

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ως συγγραφέας και με την ποιότητα του ανθρώπου Μίμη Σαραντάκου, η λύση που έδωσε στο αφηγήμά του ήταν πολύ δυνατή και δημιούργησε έντονο συγκινησιακό φινάλε, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο στη γραφή.

    Αν κάνουμε υποθέσεις πώς θ΄αντιδρούσαμε εμείς στην πραγματική ζωή, όντας και γυναίκα, τραμπαλίζομαι.Το πρώτο που λέω ότι οι κλινικές του χάρες (που υπονοείται ότι ήταν ο λόγος που ενω η σχέση παράπαιε, δεν κοβόταν,όσο ήταν νέοι) δε θα με στράβωναν να μυριστώ ότι ήταν κουμάσι. Μετά, για την εξαπάτηση και την προδοσία, κυρίως για το άδικο αίμα, θα τον έκανα να το πληρώσει (λμτ). Όταν το πρωτοδιάβασα (έχω το βιβλίο) να σας πω ότι μπήκα στο σβούρο να σκέφτομαι ένα άλλο φινάλε όπου να το πλήρωνε, αλλά να έμενε ατιμώρητο όπως και το δικό του έγκλημα. Όχι φόνο ακριβώς, ή τουλάχιστον όχι με την πεπατημένη. Να είχε μαστορική πλοκή έτσι που να το έπαιρνε ο ίδιος κι αυτό απάνω του. Κάτι να μπουρδούκλωνε τον ίδιο, όχι αυτοκτονία,που δεν ταιριάζει σε τέτοιο υποκείμενο.

  50. Αιμ said

    Πολύ ωραίο ! Και θεατρικό θα μπορούσε να γίνει. Ίσως και με διαφορετικό φινάλε. Άξιος

  51. Theo said

    @46:
    Συγκλονιστική αφήγηση!

  52. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και για τα καλά σας λόγια!

    49 κλινικές χάρες 🙂

    45 Ναι, ενώ τα δύο προηγηθέντα ειναι διηγήματα, τούτο εδώ θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε μυθιστόρημα.

  53. Alexis said

    #45: Και εξαιρετική κινηματογραφική ταινία επίσης. Όπου στην κανονική αφήγηση θα παρεμβάλλεται η αφήγηση των γεγονότων του εμφυλίου.

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    49 κάτι ακόμη
    Οι λογοτεχνικού τύπου υποθέσεις μου περί της συνέχειας που θα ήθελα να έδινα, δεν συνδέονται ηθικά οπωσδήποτε με τα εμφυλιοπολεμικά, αλλά σίγουρα για την προδοσία που θα την πλήρωνε ακριβά εξαιτίας άλλης βρωμιάς του πχ στη Χούντα.
    Ας πούμε, σαν προζύμι,(παρωνυχίδα βεβαίως όπως γίνανε τα πράματα) θυμάμαι την (πραγματική) περίπτωση ενός εκπαιδευτικού καριερίστα (δε λέμε ποιας βαθμίδας) που στη μεταπολίτευση διπλάρωσε μια φίλη μου, που δούλευε σε θέση που αυτός υπέθετε ότι θα μπορούσε να το κάνει, να εξαφανίσει από το φάκελό του υμνητικό έγγραφο/κάποια ενθουσιαστική ομιλία του για τη δικτατορία.
    Μυθιστόρημα θα γινόταν 🙂 .
    Είναι καιρός που τον πρωτοδιάβασα το Βενετσιάνικο Καθρέφτη, ήταν και σερί με την Χθόνια Οδύσσεια και είχα πολύ θαυμάσει το συγγραφέα αλλά και πολύ μελαγχολήσει. Το ίδιο και τώρα που τα διάβασα πάλι σε συνέχειες μαζί σας και είχαν άφθαρτο ενδιαφέρον κι ας ήξερα το τέλος.

  55. loukretia50 said

    Και για μένα ήταν το καλύτερο που έχω διαβάσει από τα έργα του.
    Σίγουρα θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε μυθιστόρημα ή να γίνει θεατρικό.
    Όμως ο συγγραφέας δεν είναι πια μαζί μας και ακόμα κι ο αναμφίβολα ταλαντούχος γιος του δε θα το απέδιδε με τον ξεχωριστό προσωπικό τόνο του Δ.Σαραντάκου.

    Ίσως βέβαια να έγραφε κάποτε το σενάριο ταινίας! Γιατί όχι?

  56. Πέπε said

    @40:
    > > Νομίζω ότι καλύτερο έχω διαβάσει μέχρι τώρα από τον Δημήτρη Σαραντάκο.

    Ωραίο παράδειγμα για το πώς μια ορθογραφική λεπτομέρεια μπορεί να αναποδογυρίσει τελείως το νόημα!

    Διαβάζοντας την παραπάνω φράση προσεχτικά και εντελώς τοις μετρητοίς (χωρίς να εννοήσουμε / προσθέσουμε / διορθώσουμε τίποτα), μαθαίνουμε ότι υπάρχει (τουλάχιστον) ένα έργο του Δ. Σαραντάκου καλύτερο από τον Καθρέφτη, που ο συντάκτης νομίζει πως το έχει ήδη διαβάσει.

  57. Παναγιώτης K. said

    Τόση ζωτικότητα!
    Χρησιμοποιήθηκε με λάθος τρόπο από ανεπαρκείς καθοδηγητές!
    Οι διάφορες εμμονές, οι δογματισμοί και η αντιγραφή της Ιστορίας- κάνουμε ό,τι έκαναν κάποιοι άλλοι είτε γιατί τους θαυμάζουμε είτε γιατί αδυνατούμε να αρθρώσουμε δικό μας λόγο-είναι η φυσική συνέπεια της ανεπάρκειας.

    Στην ταινία του Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα»και στη σκηνή του Κατράκη με τον Παπαγιαννόπουλο λέει ο Παπαγιαννόπουλος: «Μας βάλανε και πολεμήσαμε. Βγάλαμε τα μάτια μας. Εσύ από δω και εγώ από την άλλη μεριά. Χάσαμε και οι δυό»

  58. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πάντως, Νίκο, αν ήμουν ο κολλητός του Δ.Σ. που διαβάζει πρώτος τα λογοτεχνικά του και του κάνει κάποια φιλικά σχόλια, θα τον συμβούλευα να διαγράψει εκείνη την υπόθεση περί καλού αναβάτη. Όποιος γνώρισε κομμουνίστριες, ειδικά αυτές της παλαιάς κοπής, ξέρει πολύ καλά ότι ούτε στον βιρτουόζο του G-Spot χειρισμού δεν θα έκαναν τέτοιες παραχωρήσεις. (Νομίζω πως σχεδόν όλοι εδώ γνωρίζουν το ανέκδοτο που διηγούνταν ο Κύρκος για την Κουκούλου και την Παρτσαλίδου 🙂 )

  59. Alexis said

    Αυτό που έχει αλλάξει και διαφοροποιεί δραματικά το τότε από το τώρα είναι η ΠΙΣΤΗ.
    Όχι βεβαίως με την έννοια της τυφλής υπακοής σε ένα δόγμα αλλά με την έννοια της ελπίδας, της προσδοκίας ότι μια άλλη κοινωνία μπορεί να υπάρξει, πιο δίκαιη, πιο δημοκρατική, πιο ειρηνική.
    Οι άνθρωποι της Αριστεράς που πολέμησαν τότε, το πίστευαν αυτό και γι’ αυτό αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν.
    Σήμερα δεν έχει μείνει τίποτα από όλο αυτό, ζούμε σε μια εποχή που δεν περιμένει κανείς τίποτα, δεν προσδοκά ν’ αλλάξει τίποτα, το υπάρχον σύστημα θεωρείται δεδομένο και το ζητούμενο είναι η διαχείρισή του.
    Οι περισσότεροι νέοι σήμερα, της γενιάς των 20-30, δεν γνωρίζουν καν ότι κάποτε υπήρξε και κάτι διαφορετικό, και όσοι το γνωρίζουν έχουν μια πολύ στρεβλή εικόνα γι’ αυτό, βασισμένη στις σημερινές γελοίες καρικατούρες του συστήματος («βλέπετε τι κάνει αυτός ο τρελός στην Β. Κορέα; Ε, κάπως έτσι ήταν κάποτε η μισή Ευρώπη, ζούσε κάτω από τη μπότα του κομμουνισμού»)

    «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι θλιβερή» ήταν το μότο του Κωστόπουλου στα ’80ς-90ς. Σήμερα θα το παράφραζα στο «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλήσουμε σε αγώνες»

    ΥΓ: Η επόμενη εκπομπή βιβλιοπαρουσίασης-δισκοπαρουσίασης του Λάμπρου πότε θα είναι; Μια φορά το μήνα είπε ή εγώ δεν κατάλαβα καλά; 😎

  60. Alexis said

    #58, τέλος: Όχι, πες το…

  61. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Οι άνθρωποι της Αριστεράς που πολέμησαν τότε, το πίστευαν αυτό και γι’ αυτό αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν.»
    Καλά να θυσιάζεσαι εσύ. Δικαίωμά σου. Αλλά δεν είναι δικαίωμά σου να θυσιάζεις άλλους, επειδή δεν συμμερίζονται την τυφλή πίστη σου σε νεφελώδεις ουτοπίες και σε ναρκισσιστές τυράννους. Πολύ αθώο αίμα χύθηκε τον 20ο αιώνα από ιδεολόγους και «ιδεολόγους».

  62. Alexis said

    #61: Σύμφωνοι. Εγώ αυτό που ήθελα να τονίσω με το σχόλιό μου είναι ότι τότε υπήρχε ο «άλλος δρόμος», το διαφορετικό. Και υπήρχε όχι θεωρητικά αλλά πραγματικά, με σάρκα και οστά.
    Σήμερα δεν υπάρχει. Το μαντρί είναι ένα και μοναδικό.

  63. nikiplos said

    54@ Μα τότε ΈΦΗ θα ήταν θεολογική προσέγγιση σε έναν άνθρωπο. Θέλω να πω, δαιμονοποίησή του. Μια φορά κακός για πάντα κακός. Λίγο μανιχαϊστικό δεν είναι? Επίσης για το προηγούμενο σου σχόλιο, όχι ίσως να έδειχνε σε εσένα την ευαίσθητη και τρυφερή του πλευρά, ίσως να μην σου έκρυβε τους φόβους του. Κατ’ αρχήν ας πούμε ότι ήταν ο Πάνος. Ως οντότητα ας θέσουμε κάποια ερωτήματα:
    α. Γιατί πήγε στη Μακρόνησο? Τι ήταν αυτό που τον έκανε Μακρονησιώτη?
    β. Υπέστη εκεί βασανιστήρια? Είδε πράγματα που τον έκαναν να λιποψυχήσει να υπογράψει και να γίνει «δυό φορές Έλληνας»? Δηλαδή Ανανήψαντας?
    γ. Αυτή η δεύτερη μεταφορά του στην πρώτη γραμμή – κρέας για τα πολυβόλα του ΔΣΕ- τι ακριβώς ήταν?
    δ. Η αυτομόλησή του ήταν αποτέλεσμα φόβου του θανάτου? Ήταν αποτέλεσμα να ξεφύγει?
    ε. Ακόμη κι αν τον στρατολογούσαν για πράκτορα, μπορούσε να τους εμπιστευτεί ή να τον εμπιστευτούν οι στρατολογούντες? Αφενός κινδύνευε στον ΔΣΕ αν τον πρόδιδαν, ή ακόμη και από απλή καπριτσιόζικη στοχοποίηση. Αφετέρου κινδύνευε να αλλάξει ο ίδιος στις γραμμές του ΔΣΕ.
    στ. Αρκετοί που στο τέλος έδωσαν τους δικούς τους, δεν πήγαν με την άλλη πλευρά, έδωσαν πληροφορίες προκειμένου να σώσουν τη ζωή τους την ύστατη στιγμή. Μιλάμε για ένα καθεστώς τρόμου και φόβου. Για την εκλογή της Σοφί. Πολλοί είχαν στα μετόπισθεν, αγαπημένους ανθρώπους, τους οποίους η άλλη πλευρά, που τώρα διοικούσε τα πράγματα είχε στη μέγγενη.
    ζ. Τα «οφίτσια» που πήρε ο Πάνος, εκ των υστέρων δεν ήταν και τίποτε σοβαρό. Δεν πιστεύω πως ήταν και ευχάριστο.
    η. Μπορεί στην άλλη του ζωή, την κανονική να ήταν εντάξει άνθρωπος, αγωνιστής, σεβαστικός, πονετικός. Να τον έδερνε κι ο πόνος.

    Σαφώς όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη «λύση» την κατηγορία που προφορικά του εκτοξεύει ο ΔΣ ενώπιόν του, δεν είναι εύκολος τρόπος να αντιδράσει. Μπορεί οι Ερυνίες να τον τρών και τον ίδιο.
    (Όλα τα παραπάνω είναι υποθετικά, εξεταστικά και καθόλου δεν έχουν στόχο να αθωώσουν κανέναν)

    Θέλω να πω πως η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Σωστά ο ΔΣ τον ψέγει στο μυθιστόρημα για τον φόνο του Κώστα. Αυτό ναι είναι ορθή κατηγορία, γιατί υπήρξαν μάρτυρες εν ζωή. Ο Πάνος δολοφόνησε τον φίλο του, όπως στις αρχαίες τραγωδίες. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από τον φόνο ενός λυσσασμένου πολεμιστή, που πορρώνεται από τον πόλεμο. Αυτό εμπεριέχει προσωπική αντιπάθεια, ζήλια, φθόνο για τον Κώστα που του πήρε τη Ματίνα, που η Ματίνα διάλεξε αυτόν. Δεν είναι απλό να το διαχειριστεί κανείς.

  64. voulagx said

    #62: Αλεξη, ξεχνας την Κινα, οπου το ΚΚΚ κυβερναει ακομα.

  65. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @60. και για όσους άλλους δεν το ξέρουν..

    Το 1955 δικάζονται η Κουκούλου και η Παρτσαλίδου. Ο πρόεδρος τις καλεί στην αρχή της δίκης.
    –«Ρούλα Ζαχαριάδη, κύριε πρόεδρε», λέει η πρώτη.
    –«Αύρα Βλάσση», απαντά η δεύτερη. Με τον κύριο Παρτσαλίδη, αυτό το αντικομματικό στοιχείο, δεν έχω πλέον καμία σχέση.
    Τρία χρόνια αργότερα, (1958), η δίκη επαναλαμβάνεται στο Εφετείο. Συμβαίνει ο πρωτοδίκης της πρώτης δίκης να έχει προαχθεί σε εφέτη, οπότε ξέρει καλά το μάθημά του. Εκφωνεί:
    –Ρούλα Ζαχαριάδη;
    –Ρούλα Κουκούλου, κύριε πρόεδρε.
    –Αύρα Βλάσση;
    Αύρα Παρτσαλίδη, κύριε πρόεδρε!
    (Ο Ζαχαριάδης είχε καθαιρεθεί και ο Παρτσαλίδης είχε αποκατασταθεί)

  66. Alexis said

    #65: 😂 😂 😂 υπερβολές και κακίες των μίσθαρνων οργάνων του κεφαλαίου και του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού…

    #64: Δεν ξέρω αν η σημερινή Κίνα είναι παράδειγμα κακού κομμουνισμού ή κακού καπιταλισμού 🙂

  67. Angelos Angelos said

    Στην παλιά ψυχιατρική ορολογία η αντίδραση αυτή της Ματίνας ονομάζετο ψυχοαποσυνδετική υστερία (γαλλιστί état crépusculaire) και ήταν μια ασυνείδητη αντίδραση σε έντονα ψυχοτραυματικά γεγονότα πολλών γυναικών προηγούμενων κυρίως γενεών.

  68. Γιάννης Κουβάτσος said

    62: Πάντα υπάρχουν άλλοι δρόμοι. Η ζωή είναι πολύπλοκη και πλούσια σε δυνατότητες. Απλώς δεν έχουμε σήμερα τις ψευδαισθήσεις και τις «βεβαιότητες» που είχαν τότε. Τότε πίστευαν ότι ξέρουν τον δρόμο, τη «βασιλική οδό» προς μια ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία. Έκαναν λάθος και πήραν στον λαιμό τους πολύ κόσμο, δικούς και «άλλους». Αλλά η ιστορία δεν τελείωσε, συνεχίζεται, θα δούμε, αν προλάβουμε, προς τα πού.

  69. sarant said

    62-64 Η Κίνα είναι άραγε αυτο που θα εξελισσόταν η ΕΣΣΔ αν δεν διέκοπτε τη ΝΕΠ;

  70. Νέο Kid said

    Η ΝΕΠ τι είναι;

  71. Pedis said

    Νικοκύρη, προμηθεύτηκα το βιβλίο και μου άρεσε. Το πάσαρα και σε άλλους που είναι πιο κοντά στις γενιές των γεγονότων και τους άρεσε το ίδιο.

    Η πρώτη ιστορία είναι η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου. Η δεύτερη είναι κουφή, αν και καταλαβαίνω το συμβολισμό, μόνο που περνάει για πραγματική … Η τρίτη είναι δραματικη αν θέλει να περάσει ως ρεαλιστική μα λείπουν λεπτομέρειες, αν, όμως, ειναι συμβολική τότε είναι πετυχημένα τραγική. Παράλληλα με το δράμα της Ματίνας, άλλο δράμα μα βαρύτερο περάσανε οι οικογένειες των αγωνιστών Βλάσηδων για δεκαετίες.

    Όμορφα κι ανθρώπινα σκεφοταν κι εγραφε ο μακαρίτης ο πατέρας σου.

  72. Γιάννης Κουβάτσος said

    Νέα Οικονομική Πολιτική. Το καπιταλιστικό νερό που έριξε στο κομμουνιστικό μπρούσκο ο Λένιν. ☺

  73. nikiplos said

    72@ Η ΝΕΠ προέβλεπε 35 κλιμάκια στο μισθολόγιο του Σοβιετικού Δημοσίου και επέτρεπε και ίδρυση ιδιωτικών εταιρειών. Σαφώς πιο φιλελεύθερη από το ελληνικό κράτος με τα 25 κλιμάκια στο μισθολόγιο. 🙂
    Ο Πατερούλης πάλι είχε άλλη άποψη… 🙂

  74. mitsos said

    @56 Πέπε
    Έξυπνο ! 🙂
    Αν έτσι το κατάλαβες πράγματι σε πρώτη ανάγνωση, τότε θα είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσουμε να επικοινωνούμε. Διότι έχω προν πολλού πάψει να γράφω το «ό,τι». Γράφω πάντα «ότι» για οποιαδήποτε χρήση.
    Παρά την δυσκολία όμως είμαι σίγουρος πως θα με υπομείνεις και θα επιμείνεις στην προσπάθεια να καταλάβεις τι από τα δυο εννοώ .
    Σου υπόσχομαι να κάνω κι εγώ μια προσπάθεια να βρω μια καλύτερη σύνταξη που θα αποφεύγει τα διφορούμενα «ότι».

  75. mitsos said

    @69 Sarant
    ;Όχι.
    Δεν είναι μόνο διαφορετικές οι συνταγές …
    Είναι και πολύ διαφορετικά τα υλικά.

    Αλλά μόνο ατεκμηρίωτες εικασίες μπορούμε να κάνουμε για το ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της ΝΕΠ στην ΣΕ αν δεν την είχαν ακυρώσει ΄οι δογματικοί ( διότι δεν ήταν μόνο ο πατερούλης )

  76. Pedis said

    # 73 – 35 κλιμάκια; Πού το βρήκες;

    Η κριτική από τους τροτσκιστές στη δεκαετία του ’30 αναφερόταν σε αναρίθμητα μισθολογικά κλιμάκια (και προσωποποιημένα) που ήταν σε ισχύ …

    Υπήρχε οικονομικός φιλελευθερισμός τότε; 🤨

  77. sarant said

    71 Νάσαι καλά!

    75 Το γεγονός είναι ότι ο Λένιν είχε πει πως εννοούσε τη ΝΕΠ «στα σοβαρα και για πολύ καιρό».

  78. Triant said

    56, 74: Έχω την εντύπωση οτι το τονισμένο ότι είναι αντίστοιχο του ο,τι. Εάν αυτό ισχύει δεν υπάρχει αμφισημία στην πρόταση.

  79. ΣΠ said

    78
    Αυτό είχε προταθεί τότε αλλά δεν πέρασε. Αυτό που ισχύει είναι ότι όλες οι δισύλλαβες λέξεις τονίζονται.

  80. dryhammer said

    Απλά: όπου «ότι» βάζε «πως» άτονο και για το «ό,τι» βάζε «ότι».

  81. ΣΠ said

    80
    Μα το θέμα είναι να ακολουθούμε όλοι τους ίδιους κανόνες για να συνεννοούμαστε.

  82. Γιάννης Κουβάτσος said

    81: Πολύ σωστά.

  83. dryhammer said

    80,81. Δεν αντιλέγω, αλλά αφού γράφει αλα κέφα, μπας και λιγοστέψουν οι παρερμηνείες. [Άλλο τι; Να του «κοκκινίσεις» το γραπτό;]

  84. Πέπε said

    @74:

    Η φράση ξεκινάει με το «νομίζω ότι». Όποιος βλέπει «νομίζω» και μετά «ότι» δεν έχει και πολλές επικογές στο πού να πάει ο νους του. Μία μοναδική σημασία υπάρχει. Μ’ αυτή λοιπόν τη σημασία στον νου μου, προχώρησα στην υπόλοιπη φράση, σκόνταψα, ξαναγύρισα πισω, και με τη δεύτερη προσπάθεια το έβγαλα το νόημα.

    > > είμαι σίγουρος πως θα με υπομείνεις και θα επιμείνεις στην προσπάθεια να καταλάβεις…

    Παραδοσιακά πάντως αυτή η προσπάθεια είναι ευθύνη του γράφοντος (λέγοντος), όχι του αναγνώστη (ακροατή). Βέβαια η πραγματικά μεγάλη προσπάθεια έχει ήδη καταβληθεί από άλλους πριν από μας για μας, και οδήγησε στο να μπορούμε…

    > > να ακολουθούμε όλοι τους ίδιους κανόνες για να συνεννοούμαστε (#89).

    Μετά:

    > > …μια καλύτερη σύνταξη που θα αποφεύγει τα διφορούμενα «ότι»

    Δεν υπάρχει καλύτερη σύνταξη, η δικιά σου ήταν άψογη. Αλλά ούτε διφορούμενα «ότι» υπάρχουν.

    @80:

    > > Απλά: όπου «ότι» βάζε «πως» άτονο και για το «ό,τι» βάζε «ότι».

    Δεν είναι τόσο καλό σχέδιο. Για να ξέρει ο αναγνώστης ότι ο γράφων, για ειδικό σύνδεσμο, χρησιμοποιεί αποκλειστικά το «πως» και ποτέ το «ότι» (και άρα όποτε πει «ότι» εννοεί πάντοτε «ό,τι» και ποτέ «ότι»), θα χρειαστεί κονκορντάτσια. Βέβαια στην εποχή μας οι κονκορντάτσιες γίνονται εύκολα (Ctrl + F), αλλά όταν υπάρχει ακόμη πιο εύκολος τρόπος (το να χρησιμοποιούμε την κοινή σε όλους μας γλώσσα κι όχι ο καθένας τη δική του), γιατί να μην τον προτιμήσουμε;

    _________________________

    Κατά τα άλλα, οφείλω να παραδεχτώ ότι ο τρόπος που τονίζεται το «ότι» (το ειδικό) είναι εντελώς συμβατικός. Ανάλογα με την πρόταση και τον ρυθμό της, άλλοτε προφέρεται όντως έτσι, άλλοτε «οτί» και άλλοτε άτονο.

  85. mitsos said

    Ευχαριστώ

    Για να μην κουράζεστε αλλάζω διατύπωση :
    Νομίζω πως αυτό ήταν το καλύτερο από όσα του Δ.Σ. έχω διαβάσει μέχρι τώρα.

    Σαν εκείνον που πούλησε τον γάιδαρο επειδή δεν ήθελε να δίνει αφορμές για παρατηρήσεις σχετικά με το ποιος θα πηγαίνει καβάλα : αυτος; η γυναίκα του; και οι δύο; κανένας; …

  86. ΣΠ said

    85
    Μήτσο, την φράση «του είπα ό,τι ξέρω» εσύ προτιμάς να την γράψεις «του είπα ότι ξέρω». Συμφωνείς ότι αλλάζει το νόημα; Εκτός αν καταργήσεις τελείως τα ότι/ό,τι και γράψεις «του είπα όσα ξέρω» και «του είπα πως ξέρω»

  87. mitsos said

    Ακριβώς αυτό επιλέγω. Την κατάργηση .
    Συνεπώς θα μείνω με 4.999.998 λέξεις . 🙂

  88. Πέπε said

    Το «ό,τι» δεν είναι καταργήσιμο γιατί είναι αναντικατάστατο.

    Το «ότι» μπορεί να καταργηθεί μεν, αλλά κατάργηση δεν νοείται αν δεν την κάνουν όλοι οι ομιλητές μέχρι τον τελευταίο. Όσο ζει έστω και ένας που να ενδέχεται να νομίσει ότι «του είπα ότι ξέρω» σημαίνει …αυτό που όλοι ξέρουμε ότι σημαίνει (=του είπα πως ξέρω), η ασυνεννοησία ελλοχεύει.

    Βέβαια, αν εμπιστευτούμε τους παλιούς που από μακρών αιώνων έχουν θεσπίσει την ορθογραφική διάκριση των δύο ότι, δεν ελλοχεύει καμία παρανόηση.

    _________________________________

    Τον Κυνόδοντα τον έχετε δει; Η εσώκλειστη οικογένεια χρησιμοποιούσε ένα ειδικό λεξιλόγιο όπου κάποιες λέξεις σήμαιναν τελείως άλλο πράγμα απ’ ό,τι (χα! απ’ ό,τι, το ξαναλέω!) για όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους. Το παράδειγμα που μου ‘ρχεται στον νου είναι ότι με τη λέξη «πληκτρολόγιο» εννοούσαν το μουνί. Και δεν το έκαναν συνθηματικά, έτσι την ήξεραν τη λέξη.

    Όμως ήταν εσώκλειστοι, και με τους χρήστες του κοινού λεξιλογίου (που θα μπορούσαν να παρανοήσουν) δεν είχαν καμία επαφή.

  89. Γς said

    88:

  90. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έτσι την ήξεραν τη λέξη τα παιδιά, διότι οι γονείς, ιδίως ο πατέρας, συνειδητά αλλοίωναν τη σημασία των λέξεων, αφού σκοπός τους ήταν η κοινωνική απομόνωση των παιδιών και ο ισόβια διαβίωσή τους σε έναν τεχνητό μικρόκοσμο. Μιλάμε, δηλαδή, για περίπτωση Νέας Ομιλίας α λα 1984 που στενεύει τα όρια της σκέψης.

  91. Πέπε said

    90
    Ναι, ΟΚ, αυτό είναι το πλήρες πλαίσιο (+ ότι σ’ αυτό τον τεχνητό μικρόκοσμο δεν είχαν πληκτρολόγια και δεν ήξεραν ούτε την έννοια), αλλά ήθελα να εστιάσω σε συγκεκριμένες όψεις. Αν λες το μουνί «πληκτρολόγιο», είτε επειδή έτσι σ’ το ‘μαθαν είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ο μόνος τρόπος να συνεννοηθείς είναι αν αποκλειστείς από κάθε επαφή με όσους ξέρουν το πληκτρολόγιο και το λένε «πληκτρολόγιο».

  92. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    91 Η μόνη πιθανότητα συνεννόησης είναι να σου χυθεί πάνω στο πληκτρολόγιο κάνας καφές και να το κάνει μουνί.

  93. Alexis said

    #91: Δεν είναι ακριβώς έτσι. Όταν ήμασταν νήπια, και πριν μάθουμε «κακές» λέξεις λέγαμε το πέος «πουλί», «πουλάκι», «τσουτσούνι» κλπ. Συγχρόνως όμως ξέραμε ότι υπάρχει και το άλλο πουλί (το πετούμενο).
    Αν οι εσώκλειστοι του «Κυνόδοντα» βρεθούν στον πραγματικό κόσμο και μάθουν ότι το μουνί λέγεται μουνί, μπορεί να συνεχίσουν να το λένε «πληκτρολόγιο» μεταξύ τους συνθηματικά ή ως ένα είδος εσωτερικού αστείου.

  94. Γς said

    92:

    Μην πίνεις καφέ πάνω απ’ το πληκτρολόγιο

    Αν χυθεί καφές είναι λεφτά.
    Αν χυθεί πολύς καφές είναι πολλά λεφτά.

    Αν χυθεί όλος ο καφές είσαι μαλάκας και να προσέχεις

  95. dryhammer said

    94. Αν όποτε μου χυνόταν καφές έπαιρνα λεφτά, θα καθόμουν σε βίλα. (δλδ θα ζούσα σε έπαυλη)

  96. Γς said

    95:
    Κυπραίικη βίλα!

  97. Πέπε said

    @93:

    Εντάξει…

    Η γλώσσα είναι κώδικας, και αν δε χρησιμοποιούμε όλοι τον ίδιο κώδικα η επικοινωνία δεν πετυχαίνει. Αυτό έλεγα τόσην ώρα. Δε χρειάζεται να παραπέμψω (εκτός από Λάνθιμο) στον πύργο της Βαβέλ ή στη Βαβυλωνία, αρκούν τα ανωτέρω σχόλια #95 και #96. 🙂

    Οπότε, γράφετε το «ό,τι» «ό,τι» και το «ότι» «ότι».

  98. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Το τέλος μου τα χάλασε, το περίμενα καλύτερο, τα εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, παραμένει το καλύτερό μου απ΄όσα έχω διαβάσει εδώ.

    6 – «Σπουδαίοι άνθρωποι, σπουδαίες γεννιές, νομίζω με ό,τι μας άφησαν από την αγωνιστικότητα και την αισιοδοξία τους πορευόμαστε και ακόμα αναπνέουμε σήμερα («λαός που θυμάται δεν ηττάται»), στο πείσμα των όποιων φαιδρεπίφαιδρων τηλεπροσώπων, άνευ άλλης -κατ’ουσίαν σημαντικής- ιδιότητας, που αναρρωτιούνται γιατί ενώ ηττήθηκε εκείνη η γενιά στρατιωτικά πολιτιστικά νίκησε.»

    Ας μη γενικεύουμε καλύτερα Αντώνη, προσωπικά μέσα από ακούσματα, διαβάσματα και κυρίως, βιώματα, έχω πολύ διαφορετική άποψη. Ούτε όλοι ήταν σπουδαίοι, (αναλογικά, σκάρτα μια χούφτα νοματαίοι) ούτε οι γενιές ήταν διαφορετικές από την δική μου, την δική σου και την σημερινή των νέων παιδιών, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές όχι οι άνθρωποι, αυτοί, αναλογικά ήταν ίδιοι με τους σημερινούς με τα υπέρ και τα κατά, ΕΝΤΕΛΩΣ ΙΔΙΟΙ.
    Όσο για την πολιτιστική νίκη της ηττημένης γενιάς (αλήθεια η νικήτρια ποιά ήταν;) αφού την ονομάσω πλευρά κι όχι γενιά, θεωρώ πως ειδικά σ΄αυτόν τον τομέα, ηττήθηκε ΚΑΤΑ ΚΡΑΤΟΣ, εκτός κι αν θεωρείς νίκη αυτόν τον πολιτιστικό αχταρμά.

    Αν ξεφύγεις από την συναισθηματική νοημοσύνη και χρησιμοποιήσεις την λογική σου, θα καταλάβεις τι λέω.😊

    Ας σου αφιερώσω κι εσένα ένα τραγούδι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: