Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2020


Δημοσιεύω σήμερα ένα αφήγημα δικού μου ανθρώπου, γραμμένο για έναν δικό του άνθρωπο. Η εξαδέλφη μου Άννα Ρόδη, από τη μεριά της μητέρας μου στην Αίγινα, μου έστειλε ένα αφήγημα που έγραψε για τον πατέρα της, που έφυγε φέτος από τη ζωή. Με συγκίνησε, κι επειδή πολύ λίγα αιγινήτικα έχω βάλει στο ιστολόγιο (ενώ μυτιληνιά ή μανιάτικα περισσότερα) το δημοσιεύω σήμερα.  Τη φωτογραφία της βυσσινιάς την πρόσθεσα εγώ. Μακάρι να είχα και κονιακοβύσσινο (ή βυσσινοκονιάκ;) αλλά έχει τελειώσει.

Διατηρώ τις υποσημειώσεις της Άννας -μου αρέσουν παρόλο που είναι ασυνήθιστες σε αφηγήματα. Για τα πομοντόρια και κομοντόρια δείτε και παλιότερο άρθρο.

Η Άννα Ρόδη γεννήθηκε το 1966, είναι δασκάλα και ζει με την οικογένειά της στην Αίγινα. Αρθρογραφεί εδώ και χρόνια σε περιοδικά όπως η Εκπαιδευτική Κοινότητα, τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, η Αιγιναία, στο διαδίκτυο και αλλού. Τα θέματα που την απασχολούν αφορούν κυρίως την εκπαίδευση, την ιστορία της εκπαίδευσης, την τοπική ιστορία και λαογραφία του νησιού της, κτλ.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, τα περιβόλια και 18 βυσσινιές να… βρίσκονται

 

                                                                                       Στον πατέρα μου

 

                                                                              «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε[1]»

 

   Ο πατέρας έφυγε νωρίς εκείνο το καλοκαίρι. Βρήκε καλό μπάρκο και δεν θέλησε να το χάσει. Τα γκαζάδικα δεν ήταν παίξε – γέλασε, τον περίμενε κι εκεί σκληρή δουλειά, να ψήνεται στις κουζίνες τους[2] και να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας[3].

Φέτος ήταν ένα… καλό καλοκαίρι κι εκείνος όπως πάντα δυνατός, δραστήριος, εργατικός. Από το προηγούμενο πλοίο είχε ξεμπαρκάρει την άνοιξη και οι αγροτικές δουλειές είχαν προχωρήσει καλά. Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, που ποτίζονταν όχι μόνο από το κρυστάλλινο νερό του αλλά και από τον ιδρώτα, που έρεε ποτάμι από την κάψα του ήλιου και τον σκληρό μόχθο του ίδιου και των ανθρώπων του. Πίσω από τους στάβλους έβοσκαν μακάρια δύο ήμερες λευκές φοράδες και ένα ατίθασο μαύρο άλογο, ενώ πιο πέρα μια γαϊδουρίτσα, η Πιτσίκα, κι ένα τζαναμπέτικο μουλάρι επιδίδονταν στην ίδια απολαυστική ασχολία. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι την περίοδο αυτή έδειχναν πιο κουρασμένα και λιγότερο ζωηρά από τα υπόλοιπα, γιατί είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα. Η εκκλησούλα μας, η Παναγία Ελεούσα (η Σισίκα όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι Ρόδηδες), συμπαραστεκόταν με συγκαταβατική αυστηρότητα και τις ευλογίες της σε ανθρώπους και ζωντανά.

Και κάπως έτσι άρχισαν να βγαίνουν οι καρποί και να συγκεντρώνεται η σοδειά. Το πατατοχώραφο πλημμύρισε με χρυσές πατάτες, παραδίπλα επικρατούσε μέσα σε πράσινες πινελιές άλλο χρώμα, το κόκκινο της φωτιάς από τις αμέτρητες πεντανόστιμες ντομάτες και τα κ(π)ομοντόρια[4] με την κρουστή σάρκα και πιο πέρα απλωνόταν το σκιερό δάσος με τις ψιλόλιγνες κορμοστασιές των αμπελοφάσολων, των νοστιμότερων φασολιών του κόσμου! Δεν έλειπαν όμως και τα άλλα φασόλια, οι μελιτζάνες, τα κολοκύθια, που τότε είχαν γεύση, τα αγγούρια και τα ξυλάγγουρα. Τα πάντα έσφυζαν από ζωή και δημιουργία.

Ανάμεσα στα περιβόλια και σε άλλα σημεία του χτήματος υπήρχαν και διάφορα καλοκαιρινά φρουτόδεντρα. Οι βερικοκιές και κυρίως η μεγάλη κοντά στο ποτάμι «στολίστηκαν» με τα πορτοκαλί τους κοσμήματα («και το κουκούτσι αμύγδαλο») και φάνηκαν στον κόσμο σαν τις λαμπρές βασίλισσες του παραμυθιού, ενώ οι χαμηλές βανίλιες, πιο… σεμνές και ταπεινές φανέρωσαν κι εκείνες τους ρουμπινόχρωμους καρπούς τους. Τα βερίκοκα δεν τα πουλούσαμε, γιατί ήταν λίγα και αγαπημένα από την οικογένεια. Τα περισσότερα τα τρώγαμε, κάποια τα δίναμε σε συγγενείς και φίλους, μια ποσότητα γινόταν μαρμελάδα και οπωσδήποτε κάμποσα τα δίναμε στην θεία την Κατινούλα[5], που έφτιαχνε το καλύτερο γλυκό βερίκοκο Πειραιώς Αθηνών και περιχώρων. Στην καρδιά του καθενός σιροπιασμένου φρούτου έβαζε και αμύγδαλα. Τι αμβροσία ήταν αυτή!

Οι συκιές πάλι ετοίμαζαν κι εκείνες σιγά – σιγά τα μελένια πουγκάκια τους μα εκείνη η μία και μοναδική βασιλικιά με τα μελιτζανί σύκα της, που άρεσαν τόσο πολύ στη νονά μου την Κική[6] και πάντα της φυλάγαμε μερικά, ήταν πραγματικά ασυναγώνιστη. Το αμπέλι, οι ελιές και οι αμυγδάλες με αφράτο (αγάλικο) ή σκληρόφλουδο καρπό και η μεγάλη καρυδιά (που μετά από λίγα χρόνια κόπηκε και από τα ξύλα της φτιάχτηκε το πρώτο μου έπιπλο – γραφείο[7]) σιωπούσαν ακόμη αινιγματικά, γιατί θα μας «μιλούσαν» για την προκοπή τους και θα μας πρόσφεραν τα πολύτιμα δώρα τους αργότερα.

Ο παππούς, ο Γιώργης, με περίμενε συνήθως καθισμένος στη μεγάλη κοτρώνα κάτω από την ελιά και μου έκοβε ζουμερά κιτρινοπράσινα τζάνερα από ένα μεγάλο δέντρο, που αργότερα το ξερίζωσαν, γιατί οι ρίζες του είχαν πάει τόσο βαθιά που θα βούλιαζαν το πηγάδι. Από τότε δεν ξανάφαγα τέτοια φρούτα ούτε κανείς από τους γύρω μου φαίνεται να τα γνωρίζει. Η γιαγιά έκανε δουλειές και περίμενε να με κεράσει γλυκό βύσσινο από τον καρπό της περασμένης χρονιάς και να με ξεδιψάσει με δροσερό νεράκι από την αιγινήτικη στάμνα της με το κουκουνάρι για πώμα.

Τίποτα δεν έλειπε από κείνο το κτήμα και τίποτε δεν έμενε αφρόντιστο. Εκείνο μάλιστα που θα θυμάμαι πάντα είναι ένα μικρό ποταμάκι που το σκίαζαν κάτι ψηλά (έτσι μου φαίνονταν τουλάχιστον) καταπράσινα δέντρα με μαυροκόκκινους γυαλιστερούς καρπούς σαν κεράσια. Όταν περνούσε κανείς απ’ αυτό, δεν υπήρχε περίπτωση να μη βραχούν τα πόδια του με σχεδόν παγωμένο νερό κι ας ήταν κατακαλόκαιρο και τα δέντρα του ήταν 18 πανέμορφες βυσσινιές, που γέμιζαν ένα σωρό τελάρα με βύσσινα.

Το καταμεσήμερο ο πατέρας μετά τη δουλειά στο χωράφι φορτωνόταν με τσάντες και καλάθια, έπαιρνε το λεωφορείο από τον Κοντό και κατέβαινε στο σπίτι μας στην Αίγινα μοιράζοντας σχεδόν τα μισά πράγματα ή και ακόμη παραπάνω σε οδηγούς, εισπράκτορες, φίλους αλλά και τους θείους μου, που βρίσκονταν στον δρόμο του.

Κάθε δύο μέρες ερχόταν στο σπίτι της Αίγινας μια πράσινη μοτοσικλέτα με την καρότσα της γεμάτη ζαρζαβατικά και η βεράντα του δρόμου γινόταν σκέτο μανάβικο, ενώ οι πατάτες μεταφέρονταν στο υπόγειο, γιατί εκεί υπήρχε σκιά και δροσιά. Οι νοικοκυρές της γειτονιάς κατέφθαναν, για να ψωνίσουν και η μπαλάντζα ζύγιζε ασταμάτητα. Τότε στηνόταν πανηγύρι αληθινό με φωνές, αστεία, πειράγματα και… κουτσομπολιά. Στις πωλήσεις συμμετείχαν μάνα και πατέρας, όπως και στην καλλιέργεια των φιστικιών, που βρίσκονται μπροστά στο σπίτι μας. Είναι ν’ απορεί κανείς πώς τα κατάφερναν αυτοί οι άνθρωποι κι έκαναν τόσα πράγματα μαζεμένα!

Ένα τέτοιο απόγευμα ερχομού της πράσινης μοτοσυκλέτας τα ζαρζαβατικά ξαφνικά φαίνεται πώς έχασαν έστω και για λίγο την… αίγλη και την πρωτοκαθεδρία τους και η βεράντα χρωματίστηκε βυσσινί (να φανταστεί κανείς ότι πολλά βύσσινα είχαν πάει ήδη στον μανάβη). Για πότε το έμαθαν οι γειτόνισσες από τον Μεριστό ως τη Βάρδια και από τον Ασώματο μέχρι κάτω στην πόλη, δεν ξέρω αλλά έρχονταν μια – μια ή πολλές μαζί και ρίχνονταν με μανία να τα εξαφανίσουν. Έβλεπα τα χέρια τους να τα χουφτιάζουν σαν να είχαν μοτεράκι σε αντίθεση με τα περιβολιστικά που, αν και ήταν εκλεκτά, κάποιες συνήθισαν να τα μαλάζουν και να τα διαλέγουν τόσο εξονυχιστικά που μας εκνεύριζαν. Πόσο λυπήθηκα, όταν τα βύσσινα εξαφανίστηκαν τόσο γρήγορα ως δια μαγείας κι έχασα από τα μάτια μου το απίστευτο χρώμα τους!

Τώρα γιατί έκαναν έτσι τότε οι γυναίκες για τα βύσσινα δεν ήταν δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Σχεδόν κάθε νοικοκυρά (εξαιρούνται οι… ακαμάτρες και τις ανεπρόκοπες) έπρεπε να φτιάξει το κονιακοβύσσινο και το γλυκό του κουταλιού της χρονιάς για την οικογένεια και τους επισκέπτες. Έτσι γρήγορα βρήκα που είχαν… κρυφτεί τα βύσσινά μου. Άλλα απ’ αυτά ήταν στις ταράτσες των σπιτιών της γειτονιάς και του δικού μου μέσα σε μεγάλα γυάλινα μπουκάλια με στόμιο σκεπασμένο με τούλι «ποτισμένα» με ζάχαρη και κονιάκ, αφημένα στον ήλιο για μέρες, για να γίνει το περίφημο λικέρ κονιακοβύσσινο και άλλα μέσα στα σπίτια σε μεγάλες γυάλες με σιρόπι που έκλειναν μέσα τους τόση γλύκα, αγάπη και τρυφερότητα!!! Ακόμη έχω στο στόμα μου τη γεύση του γλυκού βύσσινου της γιαγιάς της Άννας στον Κοντό αλλά πιο πολύ της γερόντισσας Μαρίας Καλαμάκη, της γειτόνισσας που με συντρόφευε μέχρι τα εφηβικά μου χρόνια.

Εκείνο όμως ήταν το τελευταίο καλοκαίρι που… κολυμπήσαμε στα βύσσινα. Κάποιος είχε την ιδέα να αλλάξουν τη ροή στο μικρό ποταμάκι του Κοντού, για να πηγαίνει το νερό κατευθείαν στα περιβόλια και όλοι συμφώνησαν και την άλλαξαν. Το νερό τότε άρχισε να φεύγει με ορμή προς τα περιβόλια και να «κοντοστέκεται» για πολύ λίγο στις ρίζες των δέντρων. Στην αρχή εκείνα από κεκτημένη ταχύτητα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν κάθε σταγόνα του, σιγά – σιγά όμως μαράζωναν και στο τέλος εγκατέλειψαν την προσπάθεια μέχρι που ξεράθηκαν εντελώς.

Όσο για τον άνθρωπο που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, πέρασε ακόμη πολλά καλοκαίρια μεταξύ ξηράς – αγροτικής ζωής και θάλασσας – θαλασσινής ζωής, προσπαθώντας να τα συνδυάζει και να τα προλαβαίνει όλα για το καλό της οικογένειάς του μέχρι που οι… ρίζες του δεν έβρισκαν πια ούτε στάλα νερό, για να τον δροσίσει. Έτσι έφυγε κι εκείνος, για να ξεκουραστεί και να γαληνέψει από τον ατελείωτο αγώνα και την υπερπροσπάθεια… σαν τις βυσσινιές του.

 

Αίγινα, Ιούλιος 2020

[1] Αυτό ακριβώς μου είπε ο πατέρας μου Παναγιώτης Ρόδης λίγες μέρες πριν πεθάνει και έσπευσα να το σημειώσω, για να μην το ξεχάσω.

[2]  Ήταν μάγειρος.

[3] Στα γκαζάδικα την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν air-condition.

[4] Εμείς όλοι τα λέγαμε τότε κομοντόρια αλλά το σωστό είναι πομοντόρια.

[5] Η θεία Κατίνα Ακριτίδου, σύζυγος Ιωάννη, ήταν πρώτη εξαδέλφη της μητέρας μου Ελένης Ρόδη το γένος Πρωτονοταρίου από το σόι της μητέρας της Ζαφειρίας. Και εκείνη και ο σύζυγος της απεβίωσαν πριν από μερικά χρόνια και ήταν πολυαγαπημένοι μου θείοι.

[6] Πρόκειται για την Κική Σαραντάκου, το γένος Πρωτονοταρίου, πρώτη εξαδέλφη της μητέρας μου από το σόι του πατέρα της Δημητρίου, πολυαγαπημένη θεία και νονά μου.

[7] Θυμάμαι ότι τα ξύλα της συγκεκριμένης καρυδιάς δόθηκαν στον επιπλοποιό Μπάμπη (Χαράλαμπο) Τζανέτογλου (στα τελευταία του χρόνια είχε… λάβει το παρατσούκλι Σερίφης), που διατηρούσε το επιπλοποιείο του στην οδό Αφαίας -35- απέναντι και διαγωνίως του φούρνου «Αφαία» (Καρανάτση), εκεί που σήμερα λειτουργεί πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Μετά από λίγο καιρό παρέλαβα το γραφείο μου με μεγάλη χαρά και χωρίς καμιά τύψη για το ζωντανό δέντρο που θανατώθηκε χωρίς ουσιαστικό λόγο.

 

154 Σχόλια προς “Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)”

  1. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  2. Καλό.

  3. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Αν το έβαζες ξεκάρφωτο συν ένα κουίζ: «Τί επάγγελμα υποθέτετε ότι κάνει η συγγραφέας;» θα σου απαντούσα ανεπιφύλακτα «δασκάλα»! [Είμαι βέβαιος ότι ο εξάδελφός της θα της σβήσει κάποια παραπανίσια αποσιωπητικά, εισαγωγικά και παραπομπές, και το χαριτωμένο διηγηματάκι με τις μεθυστικές αιγινήτικες μυρωδιές θα είναι έτοιμο για δημοσίευση και στην «Εκπαιδευτική Κοινότητα»]. Καλή σας ημέρα!

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3: 🙂

  5. atheofobos said

    Πιο πολύ από την περιγραφή της ζωής στο κτήμα, με άγγιξε η εικόνα της απόκτησης ενός γραφείου από δική σου καρυδιά! Σίγουρα όταν κάθεται εκεί αποκλείεται να μην έρχεται στην σκέψη της μερικές φορές η εικόνα του δέντρου πριν να κοπεί!

  6. dryhammer said

    Καλημέρα!
    …και ξαφνικά γίναμε όλοι συγγενείς, γειτόνοι, φίλοι να σκαλίζουμε τις σακούλες και τα καφάσια με τα φρούτα και τα ζαρζαβάτια, να γευόμαστε, να μυρίζουμε… [αλλά να μην τρώμε]

    Κι ύστερα ήρθε η εκτροπή του Κοντού…

  7. Παναγιώτης Κ. said

    @ Sarant. Πολύ καλά έκανες που ανάρτησες το σημερινό!

  8. Καλημέρα
    Μιας και δεν είχες εσύ φωτογραφία για κονιακοβύσσινο να βάλω εγώ μία και μαζί και τη συνταγή όπως το έφτιαχνε η μάνα μου https://gevseis.blogspot.com/2014/03/koniak-bisino.html. Πάνε πάνω από τέσσερα χρόνια από τότε που πέθανε, όμως ακόμα μου έχει μείνει λίγο (όπως και ουζοστάφυλο).

  9. sarant said

    6 Καλό!

    8 Α μπράβο, έτσι περίπου και το δικό μας!

  10. Aghapi D said

    καταπληκτικό
    και πολύ τρυφερό

  11. sarant said

    10 Χαίρομαι που άρεσε, θα χαίρεται και η συγγραφέας.

    Θα λείψω για μερικές ώρες.

  12. Costas X said

    Καλημέρα !

    Πολύ ωραίο το αφήγημα, μύρισε εξοχή και περιβόλια !

  13. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εξαιρετική η περιγραφή του περιβολιού και της ζωής περί αυτό και εξ αυτού. Αν υπήρχε και λίγη σάλτσα (λογοτεχνική) με αθώα παιδικά συναισθήματα και σκιρτήματα, θα ήταν τέλειο – σύμφωνα με τις δικές μου παραξενιές και γούστα. 😉

    Συγχαρητήρια Άννα, ευχαριστούμε Νικοκύρη

    Και μια ένσταση:

    Άννα, γιατί έκοψες την καρυδιά,
    γιατί, γιατί;
    αγέρας θά ‘ναι λέει η Άννα
    και περπατεί. 😪

  14. Χαρούλα said

    Καλημέρα! Ευχαριστούμε τα ξαδέλφια!
    Ταξίδι του μυαλού στο τότε, που πάντα είναι όμορφο, γιατί είμασταν ανέμελα παιδιά.
    Επιτέλους κάποιος τα λέει τζάνερα! Λατρεμένος καρπός! Αλλά έπρεπε να τον μάθω μεγαλώνωντας ως …κορόμηλο! Μα αυτό είναι δάκρυ, όχι φρούτο.😊

    Να πω και την σκέψη μου. Το θέμα δεν έχει επιρροές Βυσσινόκηπου;

  15. Ωχ, μεγάλη βγήκε η φωτογραφία στο 8. Και τώρα δεν αλλάζει.
    Α! Ξέχασα να πω πως μου άρεσε και το αφήγημα. Καραβομάγειρας – αγρότης. Οι νοικοκύρηδες στο χωριό δεν περίμεναν μόνο από τα αγροτικά που καλά χρυσά ήταν αλλά δεν άφηναν το κάτι παραπάνω. Έτσι κι ο δικός μου πατέρας. Ήταν οικοδόμος – αγρότης. Και όταν άρχισαν τα προβλήματα με την καρδιά του πήγε σε επιτροπή που τον έκρινε «ανίκανο μεν για το επάγγελμα του οικοδόμου – αγρότη, ικανόν δε για τα παρεμφερή». Π.χ. να πουλάει χαρτομάντιλα ή δεν ξέρω τι άλλο 🙂

    Και μιας κι αναφέρθηκε το κονιακοβύσσινο θυμήθηκα να αναζητήσω το δικό μου. Και κοντά σ’ αυτό να δω τι άλλα φτιαχτά ποτά έχουμε. Που κάποια δεν γράφανε απέξω τι είναι και να ψαχνόμαστε. Πως γίνεται η διαπίστωση; Μα με γευστική δοκιμή. Μισή μια γουλίτσα. Και μετά από πεντέξι τέτοιες δοκιμές νοιώθω μια ζέστη. Αρχίζω να ιδρώνω. Τι μου συμβαίνει γιατρέ μου;

  16. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Κονιακοβύσσινο, βυσσινοκονιάκ [αφού το εν λόγω ποτό περιέχει μπράντυ ως βασικό συστατικό] ή λικέρ; Ως λικέρ βύσσινο νομίζω ότι αναφέρεται..

    (Και ποιά μάνα δεν το έκανε; 🙂 )

  17. Γς said

    >και τα κ(π)ομοντόρια [4]
    [4] Εμείς όλοι τα λέγαμε τότε κομοντόρια αλλά το σωστό είναι πομοντόρια.

    και για όσους δεν πρόσεξαν, για ντομάτες λέμε

  18. Χαρούλα said

    #16 και μεις λικέρ βύσσινο το λέγαμε. Και ήταν και φάρμακο για τον κοιλόπονο, ιδιαίτερα της περιόδου. Και το απολαμβάναμε. Ενώ τα άλλα λικέρ(πικραμυγδαλο και κράνα) ήταν για …τον κόσμο.
    Η μητέρα μου είχε και διαφορετική μέθοδο παρασκευής. Το βύσσινο με την ζάχαρη στον ήλιο, τα άλλα, μόνο με το αλκοόλ και μετά ανάμιξη(δέσιμο) με σιροπί ζάχαρης.
    Σε όλα αγοράζαμε χύμα κονιάκ. Που να ξέραμε. Αν και από ποτοποιϊα ζητούσαμε την καλή ποιότητα, δεν είχαμε μάθει ακόμη να μην το λέμε λάθος Κονιάκ, αλλά σωστά Μπράντυ.

  19. Χαρούλα said

    Ντράι απορία.
    Όταν λέει προθάλαμο ψυγείου, τι εννοεί; Πώς είναι τα ψυγεία στα καράβια; Στα ξενοδοχεία είναι κτιστά, δυό συνεχόμενα δωμάτια, το πρώτο συντήρηση και το επόμενο κατάψυξη. Κάπως έτσι και στα πλοία;. Και χαλάρωνε στην συντήρηση; Σωστά κατάλαβα;

  20. Γς said

    17:

    Και μιας που λέμε για ντομάτες:

    Υβριδια ντοματας

    https://caktos.blogspot.com/2019/09/blog-post_11.html

  21. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @18. Α-κ-ρ-ι-β-ώ-ς! [Αν το σχόλιό σου ήταν ανυπόγραφο και το έβλεπα μετά από κανένα εξάμηνο, θα πίστευα ότι το έγραψα εγώ 🙂 ]

  22. dryhammer said

    14. Ούτε τζάνερα ούτε κορόμηλα. Νεράμπουλες! Ούτε βανίλιες. Ρεγκλότες!
    [Ρώτα και τη γιαγιά μήπως της θυμίζουν τίποτα οι λέξεις]
    Τις ονομασίες τις άλλες τις «Αθηναίικες»,τις έμαθα από τα μανάβικα των σουπερμάρκετ.

  23. Γς said

    19:
    >προθάλαμο ψυγείου

    φτου, φτου!

    [ο Γς τον κόρφο του]

  24. dryhammer said

    19. Περίπου έτσι, δύο «δωμάτια», αλλά συνήθως είναι 3 ψυγεία των δυο χώρων (ο φρουτάς, ο τυράς, ο κρεατάς) με διαφορετικές θερμοκρασίες ψύξης (και κατάψυξης) το καθένα. Συχνά είναι ένα δωμάτιο με τις 3 πόρτες των ψυγείων στις άλλες τρεις πλευρές (η τέταρτη είναι η πόρτα του δωματίου αυτού). Βλέπεις πρέπει να μπορεί το βαπόρι να έχει προμήθειες για 2 – 3 – 4 μήνες. [πχ. 40-45 μέρες ταξίδι, άλλες τόσες ράδα και μπαίνεις σε λιμάνι του 4ου κόσμου – Τι τρόφιμα να πάρεις από κει; Θά ‘χει το βαπόρι μετρητά για να ψωνίσει; Το γκαζάδικο θα μπει σε λιμάνι ή θα φορτοεκφορτώσει στην τσαμαδούρα με τον αγωγό 5-10-20 μίλια απόξω; Μπέρδεγουέι και πρέπει αυτά να προβλεφτούν – χώρια οι στραβές.]

  25. 17 Και κομιντέρια – πομιντέρια

    18 τέλος Τότε δεν είχαν είχαν βρεθεί οι ονομασίες ΠΟΠ. Κι έτσι όλοι κονιάκ το λέγανε αυτό το απόσταγμα. Ακόμα κι ο Μεταξάς. Και σαμπάνια τα αφρώδη κρασιά όπως της ΚΑΪΡ. Αργότερα άρχισαν οι περιχαρακώσεις. Αφού το κονιάκ πρωτοβγήκε σε μια συγκεκριμένη πόλη μόνο αυτό είναι κονιάκ. Τα άλλα δεν ξέρουμε τι είναι. Και τα είπαν μπράντι ενώ ο Μεταξάς που είχε γίνει φίρμα παγκοσμίως τα είπε Μεταξά και καθάρισε.

  26. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @22, 14. Υποψιάζομαι ότι στο «δάκρυ κορόμηλο» δεν έχουμε απλώς τυχαία σύγκριση μεγεθών, αλλά υπονοείται η νερουλή σύσταση του δευτέρου. Νερ-άμπουλες, τζά-νερα..

  27. nikiplos said

    18@ πιπέρι! Άκου κονιάκ λάθος και σωστά το μπράντυ! Ο μον ντιέ! Που να σου εξηγώ τα Μαίν, τα Αρμανιάκ κλπ. Αποστάγματα οίνου αλλά λέγονται κονιάκ στην ημεδαπή. Μπράντυ το λέει η Αγγλόσφαιρα που πίνει τζίν, που πίνει ό,τι νά ‘ναι.

    Πολύ ωραίο το διήγημα, αλλά με εντυπωσίασε η ιδιαίτερα γλαφυρή περιγραφή του. Θα έπαιρνα όρκο ότι η κυρία Ρόδη είναι και ερασιτέχνης ζωγράφος, όχι τόσο από την γλαφυρότητα της περιγραφής – αυτήν την έκανε και ο Αγγ. Τερζάκης με το μούχρωμα – αλλά από το αφαιρετικό στοιχείο που υπάρχει μέσα σε αυτήν.

    Δεν ξέρω γιατί άφηναν στον ήλιο τα μείγματα για να γίνουν λικέρ. Εγώ εδώ και χρόνια τα κρύβω στα ντολάπ μου και πάλι γίνονται. Αυτό θα ήθελα κάποτε να το μάθω. Ίσως να υφίσταται κάποια ζύμωση στα συγκεκριμένα με το βύσινο, την οποία δεν ήθελαν να χάσουν, ενώ εγώ φτιάχνω τριαντάφυλλο, αρμπαρόριζα – το αγαπημένο μου – και καρυδάκι.

  28. 22 Μούσμουλα από πάνω! Κι αυτά που οι άλλοι λένε μούσμουλα, σε μας φραγκόμηλα (αλλά τάχω ξαναπεί). Και, ναι. ρεγκλότες.
    24 5 -10 – 20 μίλια; Μίλια; Αλήθεια; Δεν το περίμενα. Γιατί τόσο μακριά;

  29. Χαρούλα said

    #21 μπααά! Θα βλέπατε την διαφορά. Γράφω απρόσεχτα, τρώω τόνους, ή τους αντικαθιστώ με λ!😊 Απολ τεκείτσες δε, αρκετές για όλα τα σχόλια!🤣

    Ντράι ευχαριστώ. Άγνωστες οι λέξεις. «Κατοχή ήταν παιδάκι μου, που να τα βρούμε αυτά;». Είναι και 90 τα έτη…
    Για τα ψυγεία, ναι άλλες αναγκές, δίκιο έχεις. Λογική που μοιάζει όμως.

  30. Γς said

    >να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας

    Στην ανελέητη ζέστη του Χιούστον [με «, Texas»]

    να βγαίνω έξω στους 100-102 βαθμούς [°F] για να ζεσταθεί το … κοκαλάκι μου απ το αιρκοντίσιον του γραφείου μου [που δεν μπορούσα να ελέγξω-κοινό σ όλη τη σχολή]

  31. dryhammer said

    28β. Για να μην μπουν στο λιμάνι. (Φόβος για ρύπανση ή φωτιά – έκρηξη)
    Γιατί δε χωράνε στο λιμάνι. (Έχει και μεγάλα, έχει και πολύ μεγάλα – είναι και θέμα βυθίσματος)
    Γιατί δεν υπάρχει λιμάνι (κανονικό). Μπορεί να είναι ένα διυλιστήριο ή απλά η κατάληξη ενός αγωγού κι ένα αντλιοστάσιο.

  32. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Ξεκίνησα να διαβάζω μηχανικά, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, χωρίς διάθεση, αλλά αυτό άλλαξε αμέσως.
    Όποιος έχει δουλέψει με τη γη, καταλαβαίνει την ικανοποίηση που νιώθουν όσοι κόβουν έναν καρπό ή ένα λουλούδι που φύτεψαν, πότισαν, ξεβοτάνισαν. Θα μπορούσε να έχει γραφτεί για δικούς μου ανθρώπους, με ελάχιστες αλλαγές στις λεπτομέρειες.
    Πολλές ευχαριστίες, στη συγγραφέα και τον οικοδεσπότη.

  33. Αγγελος said

    Ρεγκλότες; Προφανώς το γαλλικό reine-claude, αλλά πρώτη φορά το ακούω στα ελληνικά.

  34. 27 Για την αμπαρόριζα ή το λιμοντσέλο (τα άλλα δεν τα ξέρω) θέλει ήσυχο και σκοτεινό μέρος. Για το βύσσινο ή το σταφύλι θέλει ήλιο. Για περισσότερα να ρωτήσω τη Μαρία (όχι τη δική μου, μια πολύ μικρότερή μου που όμως ασχολείται – εκτός από τα άλλα – με το να φτιάχνει διάφορα λικέρ).

  35. geobartz said

    Θα το έλεγα ένα καλό βουκολικό διηγηματάκι. Αναρωτιέμαι όμως τι τις ήθελε τις υποσημειώσεις, που το κάνουν σαν περίληψη ημερολογίου. Το διήγημα πρέπει να αφήνει στη φαντασία του αναγνώστη κάποιες θεωρήσεις και επεκτάσεις.

  36. Παναγιώτης Κ. said

    «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε»

    Το διήγημα που ακολουθεί, δεν δικαιολογεί αυτή την αποτίμηση.

  37. 31 Τους λόγους τους καταλαβαίνω. Για τα τόσα μίλα αγωγό μου έκανε εντύπωση. Ακόμα και τα 5 μου φαίνονται πολλά. Σκέψου τάλλα. Αλλά προφανώς εσύ κάτι ξέρεις 🙂

    33 Είδες; Χιος και Μυτιλήνη αγοράσαμε από Γαλλία 🙂

  38. Γς said

    34:

    >μια πολύ μικρότερή μου

    σωστός…

  39. Παναγιώτης K. said

    Θέλεις να περάσεις καλά μισή ώρα; Κάνε σεξ!
    Θέλεις να περάσεις καλά έναν μήνα; Ερωτεύσου!
    Θέλεις να περάσεις καλά όλη σου τη ζωή; Καλλιέργησε κήπο!
    (Κινέζικη σοφία).

  40. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @27. Δεν πρόκειται για σωστό/ λάθος. Όλος ο κόσμος στην Ελλάδα, κονιάκ το έλεγε- σ’ αυτό δεν χωράει συζήτηση! Επειδή, όμως, στο μεταξύ μεγαλώσαμε και μάθαμε να χαμπαριάζουμε κάποια πράγματα και να ορίζουμε ακριβέστερα (και δικαιότερα..) τις λέξεις, τώρα που ξέρουμε την διαφορά, αξίζει πλέον να ακριβολογούμε. Αν ήμουν ο παραγωγός του Κονιάκ (περιοχή Σαράντ, παρακαλώ! 🙂 ) και περηφανευόμουν ότι από τους παππούδες μου ξεκίνησε ένα παγκόσμιας αξίας Π.Ο.Π., θα χαμογελούσα πικρά αν έβλεπα έναν καφετζή της Θήβας να μου σερβίρει κονιάκ παραγωγής του..

  41. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Συμπαθητική ιστορία, τρυφερή όντως. Δε θα είχα κάτι πομπωδέστερο να προσθέσω προς έπαινό της.

    Παρατηρήσεις – σκέψεις:

    1. > > να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας

    Κάποτε, κατακαλόκαιρο με ανελέητη ζέστη, φαντάρος στο Κεβόπ με το κλίμα ερήμου, μ’ έστιλαν να κάνω κάτι στο ψυγείο-δωμάτιο. Η δροσιά ήταν ευχάριστη, αλλά είχα μαζέψει τόση ζέστη μέσα μου που ήθελα κάτι παραπάνω. Προχώρησα στην κατάψυξη, παλινδρομώντας μεταξύ θάρρους και τρόμου. Μπήκα. Ήταν πιο δροσερά. (Φαντάζομαι ότι δεν ήταν δροσερά αλλά πολύ κάτω από το μηδέν, όμως δεν το ‘νιωθες αμέσως.) Να κλείσω και την πόρτα; Την έκλεισα.

    Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ένοιωσα τον πανικό να ανεβαίνει, ξεκλείδωσα κι έφυγα.

    2. > > Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, […]. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι […] είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα.

    Στο Λασίθι γι’ αυτή τη δουλειά είχαν τους ανεμόμυλους. Παλιότερα γύριζαν δεν ξέρω πόσες χιλιάδες ανεμόμυλοι στον κάμπο. Σήμερα οι πιο πολλοί (από τους λίγους που έχουν απομείνει) είναι διακοσμητικοί, κάποιοι όμως εξακολουθούν να κάνουν την ίδια δουλειά. Φαίνεται ότι ο λασιθιώτικος ανεμόμυλος είναι εφεύρεση κάποιου συγκεκριμένου προσώπου και αποτέλεσε παγκόσμια πρωτοτυπία (δεν το ‘χω διαδσταυρώσει – η αλήθεια είναι ότι φαίνεται κάπως υπερβολική η πληροφορία).

    3. > > τα κ(π)ομοντόρια

    Ε όχι. Ή θα πεις πομοντόρια γιατί είναι «το σωστό», ή κομοντόρια γιατί έτσι τα έλεγαν. Και επεξηγηματική υποσημείωση υπερβολή είναι για λογοτεχνία (ας μην καταλάβουμε στην τελική! δε θα εξαρτηθεί από αυτό η πρόσληψη και απόλαυση του κειμένου), αλλά η διπλή γραφή μόνο ανασφάλεια δείχνει.

    4. > > τα πορτοκαλί τους κοσμήματα / τα μελιτζανί σύκα της / η βεράντα χρωματίστηκε βυσσινί

    Μ’ ενοχλεί λίγο αυτή η ακλισιά. Το ξέρω βέβαια πως είναι υπαρκτή, αλλά αφού είναι εντελώς αναίτια ενώ παράλληλα λέγεται και αλλιώς, γιατί να προτιμηθεί; Τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια.

    5 > > (εξαιρούνται οι… ακαμάτρες και τις ανεπρόκοπες)

    Κάποια διόρθωση έμεινε ημιτελής. Ή τις ανεπρόκοπες, ή εξαιρώντας τις ακαμάτρες. Τα αποσιωπητικά δεν προσθέτουν χάρη στο κείμενο (όπως και στο «οι χαμηλές βανίλιες, πιο… σεμνές και ταπεινές», στο «και …κουτσομπολιά», και σε καναδυό άλλα σημεία).

  42. Πέπε said

    @35:
    Σπάνιο να συμφωνήσουμε τόσο πολύ σε κάτι ο κ. Μπαρτζούδης κι εγώ.

  43. dryhammer said

    37. Και λίγα είπα.

    πχ Al Basrah -Iraq.
    Στο πρώτο λίκνο θα δεις το πού (άνοιξε-μεγάλωσε το χάρτη) στο δεύτερο το πως είναι [άμα δε βαριέσαι – Κυριακή άλλωστε]

    https://shipnext.com/port/al-basra-oil-terminal-iqmab-irq

  44. Χαρούλα said

    #27
    Οι Γάλλοι είναι απόλυτοι με τα ονόματα. Έχουν αλτομα στις πρεσβείες τους που παρακολουθούν και το πηγαίνουν δικαστικά αμέσως. Αλλά στο γραπτό. Δεν μπορούν να μού απαγορεύσουν στα λόγια να τρώω «ροκφόρ» ή να πίνω «Μποζολέ».
    Πάντως ακόμη και σήμερα κονιάκ😊 πίνουμε για συγχώριο!

    Το Metaxa είναι διαφορετικό προϊόν, γιαυτό άρεσε πολύ. Όλα είναι αποστάγματα κρασιού. Το Μετάξα είναι «απόσταγμα εκ σταφύλης», αυτό το κάνει ελαφρώς πιό γλυκό και πολύ πιο ευκολόπιοτο. Μέχρι πρίν κάποια χρόνια το έγραφε και στην ετικέτα. Δεν ξέρω πότε και γιατί αφαιρέθηκε.

  45. Πέπε said

    @40 κ. σχετ.:

    Νομίζω ότι η λέξη «μπράντι» με την έννοια «κονιάκ που δεν προέρχεται από την περιοχή Κονιάκ» είναι μια χαρά για καθημερινή χρήση. Δεν τη βρίσκω εξεζητημένη, ούτε κατάλληλη μόνο σε εξειδικευμένα συμφραζόμενα.

    Όχι όμως αποκλειστικά: γεγονός παραμένει ότι στα ελληνικά η λέξη κονιάκ έχει καθιερωθεί να σημαίνει «μπράντι από οπυδήποτε». Πρέπει οπωσδήποτε να διορθώνεται στις ετικέτες και σε κάθε εμπορική χρήση, αλλά όχι στον άτυπο καθημερινό λόγο. Τέτοιες (τυπικά) ανακρίβειες είναι συχνότατες στη γλώσσα -θυμίζω διάφορα άρθρα εδώ για τις ονομασίες ανά τον κόσμο φρούτων, πουλερικών κλπ.- και απολύτως αποδεκτές.

  46. Όμορφο και παραστατικό, αλλά εκείνα τα εισαγωγικά «στολίστηκαν», «μιλούσαν», «κοντοστέκεται» δείχνουν έλλειψη εμπιστοσύνης της γράφουσας στις ίδιες της τις λέξεις. Χτυπάει άσκημα στο μάτι.

  47. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @45. Έτσι είναι! Εξ άλλου, στο μεγαλύτερο (σε έκταση) τμήμα της Ελλάδας αν παραγγείλεις μπράντυ, θα σου πουν «τί είναι αυτό;». [Στην γειτονιά που μεγάλωσα, άνοιξε κάποτε ένα ζαχαροπλαστιάκι ο -τουρκόφωνος- μπαρμπα Μιχάλης. Κάποιο πειραχτήρι εκείνου του καιρού που αρέσκονταν να παριστάνει τον καουμπόυ, κάθισε στο πάνινο κάθισμα του Μιχάλη και παράγγειλε «ένα σκάτς». Βγήκε ο μπαρμπα Μιχάλης αγριεμένος και του είπε: «Μπρε σύ, έτσι μιλάς στην μάνα σου;» [Υποθέτω ότι κάτι παρόμοιο θα του έλεγε αν το πειραχτήρι, ο Νίκος, παράγγελνε «ένα μπράντυ».. 🙂 ]

  48. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    «…. Άλλα απ’ αυτά ήταν στις ταράτσες των σπιτιών της γειτονιάς και του δικού μου μέσα σε μεγάλα γυάλινα μπουκάλια με στόμιο σκεπασμένο με τούλι «ποτισμένα» με ζάχαρη και κονιάκ, αφημένα στον ήλιο για μέρες, για να γίνει το περίφημο λικέρ κονιακοβύσσινο και άλλα μέσα στα σπίτια σε μεγάλες γυάλες με σιρόπι ….»

    Πολυ απλά
    Σε μπουκαλι 1 λιτρου με μεγαλη οπη (γαλακτος)

    1/ βυσσινο ή κεράσι
    1/3 ζαχαρη
    1/ 3 αλκοολ (τσιπουρο,τσικουδια,….)
    κανελλα, γαρυφαλο 1/2 μοσχοκαρυδο.
    Στο ηλιο επι 30 εως 40 μερες.

    Κατα την γνωμη μου με κερασι ειναι απιθανο λικερ. Αν σας φαινεται γλυκο συμπληρωνετε με αλκοοολ.

  49. 43 Όντως, 20+ το βγάζει απ’ την πιο κοντινή στεριά (όχι πόλη ή λιμάνι). Μώρε μπράβο. Δεν το περίμενα:
    44 – 45 Μαζί (τα) γράφατε 🙂

  50. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    48. Το λεκερ κερασι σερβιρεται σε ποτηρι γεματο παγο!

  51. Να το πατεντάρουμε ως καψοκράσι (< brandywine < burnt wine) 🙂

  52. dryhammer said

    47. Θυμάμαι σε τιμοκατάλογο καφε-ζαχαροπλαστείου «κονιάκ με καραμέλα». [Μια παστίλια κόκκινη – Μια φορά που του είχαν τελειώσει, κατέβηκε στο εργαστήριο και του έσπασε ένα κομματάκι κουβερτούρα(!)]

    49(α) Μέγιστο βύθισμα γράφει 21μ. Όσο πιο ρηχά νερά (αμμούδες, εκβολές κλπ), τόσο πιο μακριά θα το πάνε το steel island.

  53. dryhammer said

    50>…Το λεκερ κεράσι…
    Πράγματι, άμα στάξει στα ρούχα στίβει.

  54. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πάντως, με τόσα οπωροκηπευτικά και καρπούς στο διήγημα, τέτοιο επώνυμο συγγραφέως θα περίμενε κανείς.. 🙂

  55. Γς said

    43:

    Είναι και τα «αρνητικά» μίλια:

    30 και βάλε. Πάνω από 50 χιλιόμετρα. Από τη θάλασσα στο κέντρο της πόλης.

    Το Houston Ship Channel

  56. Χαρούλα said

    #51 Χτήνος κατά μια άποψη, έτσι πήρε το όνομα. Οι Βίκινγκς που δοκίμασαν κρασιά στην Γαλλία, σκέφτηκαν για να τα μεταφέρουν εύκολα και χωρίς αλλοιώσεις, στον τόπο τους, να τα βράσουν και εκεί να τα νερώσουν. Αλλά άρεσαν και βρασμένα! Στις σκανδιναβικές γλώσσες λοιπόν, κάπως σαν μπράντυ ακούγεται το καμένο κρασί! Παντού υπάρχει ένας …μύθος!😊

  57. antonislaw said

    Καλημέρα σας! (Ναι και στη μιάμιση καλημέρα λέω ή χαίρετε ή γεια σας, καλησπέρα με τη δύση του ηλίου)
    Πολύ όμορφο το αφήγημα! Διαβάζοντάς το φαντάστηκα μια φωτογραφία με τα δύο ξαδερφάκια παιδιά, ασπρόμαυρη ή έγχρωμη φλούο μέσα στους κήπους…
    Γλωσσολογικές ερωτήσεις:
    Τις φυστικιές τις λέτε αμυγδάλες στην Αίγινα; Στην Κρήτη στο χωριό της μάνας μου, δίπλα στο Ρέθυμνο, τραμιθιές. Βλέπω δτο διαδίκτυο ότι είναι συγγενικό φυτό με τη φιστικιά-pistacia vera. Βέβαια εμένα ίδια μου φαίνονται τα μεν κ τα δε.
    https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%B2%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82_(%CF%86%CF%85%CF%84%CF%8C)

    Τζάνερα, νεραμπούλες. Στην Κρήτη μπουρνέλες. Καμία ιδέα για το ετυμον της μπουρνέλας;

    Το ποτό (πιοτό) βύσινο στην Κρήτη όπως κ όλα τα ποτά, πχ πιοτό τριαντάφυλλο με πρώτη ύλη αλκοόλ τη ρακή.

  58. dryhammer said

    56. Μάλλον παντού υπάρχει ένας πίθος (με κρασί ή άλλο τι αλκοολούχο).

  59. Γς said

    Τσίπρας: «Η κυβέρνηση θα είναι υπεύθυνη για ό, τι ακολουθήσει τον χειμώνα που έρχεται»

    ό, τι, ό, τι και να γίνει!

    και καθάρισε

    😉

  60. Γς said

    Κι έχεις και τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ που βαφτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος

  61. dryhammer said

    60. Τώρα πρόσεξα το «μπόλι» στο αριστερό του μπράτσο…

  62. antonislaw said

    69
    «Τσίπρας: «Η κυβέρνηση θα είναι υπεύθυνη για ό, τι ακολουθήσει τον χειμώνα που έρχεται»

    ό, τι, ό, τι και να γίνει!

    και καθάρισε»
    Το είπε παλιά κι ο Χατζιδακις
    Ό,τι και να γίνει, ό,τι και να λάχει, κούντου λούνα βίνι τραγουδάν οι βλάχοι…
    Πότε ήρθε το φεγγάρι, πότε πέρασε ο καιρός (θα λέμε)

  63. antonislaw said

    Διορθωση:στο 62 το 69 να γίνει 59.

    60 Για τον Ντεπαρτιέ

    Ρωσορθόδοξος,και από το 2013 με ρωσική υπηκοότητα, φίλος του Πούτιν κ με τον ίδιο πνευματικό. Θλίψη…

  64. dryhammer said

    Πριν αποσυρθώ:
    63α. Δε φταις εσύ. Σ’ εκείνον το 59 γίνεται 69…

  65. Γς said

    62:

    > κούντου λούνα βίνι τραγουδάν οι βλάχοι…

    κι η Doris Day

  66. Γιάννης Κουβάτσος said

    63: Γιατί θλίψη; Είναι κάποια σοβαρή και συγκροτημένη προσωπικότητα ο Ντεπαρντιέ; Ένας ανερμάτιστος αλητάμπουρας υπήρξε σε όλη του τη ζωή.

  67. sarant said

    Ευχαριστω για τα νεότερα!

    18 Και το κράνο όμως είναι πολύ ωραίο

    22 Όπου ρεγκλότες είναι το Reine Claude

    24 Βρε τι μαθαίνει κανείς, τρία ψυγεία

    26 Στα τζανερα είναι συμπτωματικό το νερό, ετυμολογούνται από ένα τουρκοπερσικό

    33 Νομίζω μόνο στη Χίο το έχουν

    57 prunella ή κάτι τέτοιο υποθέτω. Prunes εδώ τα μπουρνελοειδή.

  68. Γς said

    65:

    Το πρωτάκουσα στα 10 μου και νομίζω ότι ήταν χτες

    Χτες, προχτές ο Μακρόν στο Λίβανο σνόμπαρε τους πολιτικούς – Στην τραγουδίστρια Φαϊρούζ η 1η επίσκεψη!

    Ναι, το Que sera, sera το τραγούδησε κι η Φαϊρύζ

  69. Πέπε said

    67 τελευταίο:

    Στη Σάμο πάντως μπουρνέλια λένε κάτι μικρά ντοματάκια (το ίδιο με τα κομιντόρια ίσως;). Και μπουρνελάδες λένε τους Παν’βαθιώτες, γιατί δήθεν είναι λέτσοι και γενικά χαμηλού πολιτιστικού επιπέδου, και είναι μονίμως λερωμένοι με σποράκια από μπουρνέλια επειδή τρώνε άγαρμπα…

  70. Γς said

    Λικέρ, μπράντυ και τέτοια

    Και συζητούσα με την μάνα του Γς_τζούνιορ για τη θέση της γυναίκας στο Λίβανο:

    -Εξαρτάται από την πληθυσμιακή και θρησκευτική της ομάδα.
    (και στο Λίβανο υπάρχουν τα πάντα…όλα)

    -Μπορείς να πιεις ελεύθερα εκεί, έτσι;

    -Εξαρτάται από αυτά που είπαμε, αλλά και από το χώρο.

    -Πάντως μπορείς να αγοράσεις αλκοολούχα ποτά από το σούπερ μάρκετ στη γειτονιά σου;

    -Δεν πουλάνε.

    -Στο λίκορ στορ όμως; Εχετε τέτοια μαγαζιά.

    -Είχαμε ένα.

    -Εκλεισε;

    -Όχι, το ανατίναξαν τη δεύτερη μέρα που άνοιξε !

  71. sarant said

    Κι ένα πρόβλημα πιθανοτήτων βγαλμένο από τη ζωή (δεν ξέρω την απάντηση)

    Πήγα μια εκδρομή και είχα μαζί μου ένα στικάκι με 300 τραγούδια για να ακούω στο δρομο.
    Ακουσα 30 τραγούδια.
    Ποια είναι η πιθανότητα τα 30 αυτά να είναι όλα διαφορετικά, να μην άκουσα κανένα δεύτερη φορά;

    Μικρή μάλλον, αλλά ποια;

    Και, μπόνους -σε ποιο αριθμό τραγουδιών χ/300 έχουμε 50% την παραπάνω πιθανότητα;

  72. 41 Και όμως πράγματι είναι εφεύρεση ντόπιου λασιθιώτη, και μάλιστα δυο διαδοχικών, νομίζω ο ένας επινόησε τον ανεμόμυλο που στριφογυρίζει στη φορά του ανέμου.

  73. https://lasithi.gov.gr/sights/anemomyloi/

  74. Γς said

    εδώ μικρούτσικοι οι ανεμόμυλοι

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μου άρεσε πολύ το σημερινό. Συγκινητικός τρόπος (απο)χαιρετισμού της κόρης στον πατέρα, με τις αναφορές σε όσα μια ζωή μοιράστηκαν, εκείνα που φρόντισε, ανάθρεψε, δούλεψε και γέμιζε τις μέρες του βίου τους.
    Μας έφερε την αύρα από όχι πολύ μακρινά περασμένα του χωριού. Περβόλια, μποστάνια, νεραύλακα,πηγάδια, δροσερικά (φρούτα), όλα οικεία, εκτός από την κομμένη καρυδιά που δε φανταζόμουν τόσο άμεση τη μεταποίση σ΄έναν μικρό τόπο. Νόμιζα ότι οι κορμοί θένε πολλή επεξεργασία (στέγνωμα,φιλετάρισμα- πώς να το πω το «τάβλιασμα»,φούρνισμα κλπ) μέχρι να γίνουν έπιπλα κι όλα αυτά όχι σ΄ένα επαρχιακό μαραγκούδικο.

    Ίσως οι επεξηγήσεις στο τέλος, συνδέονται με το ότι η κ. Άννα Ρόδη ως δασκάλα, έχει νοερή απεύθυνση στους μαθητές της (πάντα του δημοτικού-τρυφερο χαμόγελο εδώ).

    Για τους ανεμόμυλους, που ξανάχουμε πει, μετά. 🙂

  76. Νέο Kid said

    71. Ενδιαφέρον Νικοκύρη!
    Δεν είναι και τόσο μικρή η πιθανότητα. Είναι 0,2231 ή χοντρικά 22%. Ελαφρώς πάνω από μία στις πέντε δηλαδή.
    Το πρόβλημα ουσιαστικά ανάγεται σε μια παραλλαγή του birthday paradox , όπου ο χρόνος έχει 300 μέρες αντί για 365, και το ζητούμενο είναι ποια η πιθανότητα 30 άνθρωποι να μην έχουν κανένας μεταξύ τους κοινά γενέθλια. 😀
    Για το β. δεν έχω καταλάβει ακριβώς τι ζητάς . Αν ζητάς ποσά τραγούδια πρέπει να ακούσιες για να πέσει στο μισό η παραπάνω πιθανότητα, η απάντηση είναι 36 τραγούδια. Τότε η πιθανότητα να είναι όλα διαφορετικά είναι 11,21%

  77. Νέο Kid said

    76.71. Αν εννοείς απ την άλλη, ποσά τραγούδια πρέπει να ακούσεις για να είναι η πιθανότητα 50% , η απάντηση είναι ότι στα 20 τραγούδια έχεις 52% και στα 21 τραγούδια 49%

  78. Αιμ said

    Μιας και το φερε η κουβέντα έχει ακούσει κανείς πως έχει πέσει ένας ιός στις ντομάτες πολύ κακός τόσο που μπορεί να γίνουν είδος πολυτελείας ;

  79. ΣΠ said

    71
    Αν ακούσεις Μ από Ν τραγούδια η πιθανΙότητα είναι Ν!/[(Ν-Μ)! Ν^Μ]. Τα υπόλοιπα, όπως τα λέει ο Κιντ.

  80. nikiplos said

    34@ 48@,

    λικέρ αρμπαρόριζα:
    1 λίτρο κρασί κόκκινο
    400gr ζάχαρη
    8 φύλλα αρωματικής αρμπαρόριζας (όλο το άρωμά της τον Μάϊο).
    Σε δοχείο σε σκοτεινό μέρος με τακτικό κούνημα του δοχείου. Είναι έτοιμο σε 1 εβδομάδα γιατί ειδάλλως τα φύλλα σαπίζουν

    Το ίδιο και το τριαντάφυλλο.

    Το καρυδάκι:
    1 λίτρο τσίπουρο
    400gr ζάχαρη
    δύο χλωρά καρύδια, κομμένα στη μέση (να μην έχει σκληρύνει το εσωτερικό)
    Η ίδια διαδικασία, αλλά θέλει δύο εβδομάδες.
    Πάλι με τακτική ανάδευση. Δεν απαιτείται σκοτεινό μέρος.

    Σε όλες τις προηγούμενες διαδικασίες το δοχείο κλείνει καλά με το καπάκι, «σφραγίζεται», δεν μένει ανοικτό ή με τουλουπάνι στο στόμιο.

    Το 40 με 50 μέρες δεν το έχω συναντήσει πουθενά.

    Λικέρ βερίκοκο:
    Είχα δοκιμάσει παρόμοια με το καρυδάκι, αλλά μόνο με τα κουκούτσια του καρπού, και είχε βγεί μάπα. Σε πιο χλωρή εκδοχή των καρπών, θύμιζε έντονα πικραμύγδαλο, και έχοντας διαβάσει Μεγκραί, το είχα πετάξει.

  81. sarant said

    76-77 Νάσαι καλά Κιντ -και εννοούσα αυτό που λες στο 77.

    Κι εγώ σκέφτηκα το παράδοξο των γενεθλίων.

    79 Ω, μερσί.

  82. aerosol said

    Όμορφο το κείμενο. Τρυφερό και συγκινητικό. Νομίζω η τάση να ανατέμνουμε το καθετί που μας φαίνεται άστοχο δεν είναι πολύ γενναιόδωρη.

    Λικέρ βύσσινο και πικραμύγδαλο η μάνα μου. Σουξέ το βύσσινο αλλά τελικά είχα μια αδυναμία στο, λιγότερο γλυκό, πικραμύγδαλο. Νομίζω η καλύτερη χρονιά ήταν όταν για αλκοόλ διάλεξε ένα κίτρινο ρούμι.

  83. α. Έξοχο! Μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια στο περιβόλι του θείου μου, στη Σαλαμίνα.

    β. Τώρα θα βλέπω με διαφορετικό μάτι τις εξοχές της Αίγινας.

    γ. «για έναν δικό του άνθρωπο». Γιατί όχι «ένα», αφού το πρόσθετο ν δεν είναι ευφωνικό καθώς το πρώτο γράμμα της επόμενης λέξης είναι σύμφωνο;

    δ. Με αυτό το ποτό είχα γίνει κάποτε ελαφρώς ρεζίλι. Νιόπαντρος, το σέρβιρα σε συνάδελφο που μας επισκέφθηκε, μέσα σε μπουκάλι από Grand Marnier, όπου είχε την θεϊκή έμπνευση να το βάλει η γειτόνισσα που μας το είχε φτιάξει και μας το δώρισε. Ακόμη θυμάμαι τα μούτρα του συναδέλφου, όταν το έβαλε στα χείλη του! Άντε μετά να κάθομαι και να του εξηγώ…

  84. Πέπε said

    83 γ:

    Πρώτον, γιατί ακολουθεί επίθετο, που δεν προκύπτει άμεσα αν είναι αρσενικό ή ουδέτερο. Από το γένος του επιθέτου καταλαβαίνουμε και το γένος του «ένα», οπότε, αν πρέπει να φτάσουμε μέχρι το ουσιαστικό για να τα καταλάβουμε όλα αυτά τα πίσω-μπρος, το -ν διευκολύνει.

    Δεύτερον, κατ’ αναλογία προς το «τον» που παίρνει πάντοτε -ν, προφέρεται δεν προφέρεται. (Και όχι μόνο πριν από κ-π-τ και λοιπά.)

  85. Νέο Kid said

    Επειδή ο τύπος του Σπύρου στο 79. θα τρόμαζε με το μέγεθος των αριθμών του ακόμα και τον ατρόμητο Αρχιμήδη… 😊 μπορούμε να έχουμε μια πολύ καλή προσέγγιση της πιθανότητας με χρήση σειρών Taylor, όποτε έχουμε:
    p(ν,κ)=1-e^(-ν^2/2κ) η πιθανότητα κάποιο τραγούδι να επαναληφθεί.
    Όπου ν=30 και κ=300 στην περίπτωση μας δίνει: 1-e^(-30^2/600)=0,7768 (Που είναι το συμπληρωματικό του 0,2231 που έγραψα στο 76.)

  86. 84. Ευχαριστώ πολύ για την απάντηση. Όμως ο εις του ενός είναι τριτόκλιτο και τα τριτόκλιτα έχουν κατάληξη α ή ν (π.χ. την νύκτα, τον φύλακα, την πόλιν) όχι α και ν.

    Και ο Τζάρτζανος στην Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, στο κεφάλαιο Ζ παρ. 166, κλίνει εις, ενός, ενί, ένα και εν, ενός, ενί, εν, πουθενά δεν βρίσκουμε έναν.

    Ο Τριανταφυλλίδης, στη παράγραφο 183, γράφει ένας, ενός, ένα(ν) χωρίς να διευκρινίζει εάν το ν στην παρένθεση είναι, όπως νομίζω, ευφωνικό (αν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν, οπότε «έναν άνθρωπο, ένα δίσκο) ή αν το αφήνει στην διακριτική ευχέρεια του χρήστη.

  87. Γς said

    83:

    > Ακόμη θυμάμαι τα μούτρα του συναδέλφου, όταν το έβαλε στα χείλη του! Άντε μετά να κάθομαι και να του εξηγώ

    Κι εγώ, ο ταλαίπωρος με τα πολλά ψυγεία, που’ ναι γεμάτα με πλαστικά μπουκάλια νερό, κόκα-κόλες, σπράιτ και τέτοια.

    Ανοιξα ένα χτες και πήρα μια μισοάδεια κρύα κόκα κόλα.

    Φευ! Κόκα κόλα ήταν μόνο στο χρώμα.

    Κάποτε, ποιος ξέρει πριν πόσο καιρό, είχα τη φαεινή ιδέα να φτιάξω χαμομήλι και το ξέχασα μέσα στο μπουκάλι της Κόκα-κόλα, που το είχα μεταγγίσει.

    Αυτό πάντως που ήπια δεν ήταν χαμομήλι. Ηταν σκούρο πολυκαιρισμένο φασκόμηλο

  88. Πέπε said

    86
    Δεν είναι τριτόκλιτο. Ήταν τριτόκλιτο όταν κλινόταν έτσι όπως γράφεις, εις, ενός (αυτό διατηρείται), ενί, ένα, αλλά αυτό δεν επηρεάζει το πώς κλίνεται σήμερα.

    (Σε ορισμένα νεοελληνικά ιδιώματα θα δεις τελικά -ν που με βάση την αρχαία γραμματική θα ήταν αντικανονικότατα: τον άρχονταν, την μητέραν, το πράγμαν, το παιδίν… Μεσαιωνικά επιβιώματα μάλλον. Το -ν ορισμένων αρχαίων τύπων της α’ και β’ κλίσης πρώτα γενικεύτηκε και στα -πρώην- τριτόκλιτα και μετά άρχισε, στην κοινή νεοελληνική, να αποβάλλεται, μέχρι που έμεινε σε λιγοστές περιπτώσεις.)

  89. aerosol said

    #83 & 84
    Σύμφωνα με την ισχύουσα γραμματική το «τον» και το «έναν» διατηρούν πάντα το ν στο αρσενικό. Αλλά είναι λογικό κάποιο μπέρδεμα διότι (1) αν θυμάμαι καλά ο Τριανταφυλλίδης θεωρούσε σωστή την αφαίρεση του ν (πράγμα που ορθώς θεωρήθηκε κάπως προβληματικό και φτάσαμε στον τωρινό κανόνα) και (2) στον προφορικό λόγο δεν είναι πάντα ευχάριστο το ν και δεν το λέμε.
    Τελικά μιλάμε για κανόνες που δεν είναι πολύ γνωστοί κι ας αφορούν κάτι τόσο καθημερινό -οπότε συχνά κινούμαστε μάλλον ενστικτωδώς παρά με τον κανόνα.

    Μόλις είδα πως, όταν μιλάμε για δεικτική αντωνυμία, δεν μπαίνει το ν στο «αυτόν». Δηλαδή πρέπει να γράψουμε «με αυτό τον τρόπο», «αυτό τον Δημήτρη εννοώ, όχι τον ξάδερφό μου». Είναι κάπως περίεργο, δεν είναι;

  90. Theo said

    Καλησπέρα!

    Μια τρυφερότητα που ξεχειλίζει από τα πράγματα που άφησε ή που φρόντιζε ο μακαρίτης πατέρας της συγγραφέα. Θα άρεζε* στον Πεντζίκη που προτιμούσε να αφήνει να μιλούν τα πράγματα που παρέθετε σωρηδόν κι όχι το εγώ του.

    Ευχαριστώ.

    *Το «άρεζε» το λέμε στην Έδεσσα. Ο Πεντζίκης έλεγε «άρεγε».

  91. sarant said

    84-89 Εγω το βάζω πάντοτε, όπως και στο «τον» πλέον.

  92. Πέπε said

    @89
    > > Σύμφωνα με την ισχύουσα γραμματική το «τον» και το «έναν» διατηρούν πάντα το ν στο αρσενικό. Αλλά είναι λογικό κάποιο μπέρδεμα διότι (1) αν θυμάμαι καλά ο Τριανταφυλλίδης θεωρούσε σωστή την αφαίρεση του ν (πράγμα που ορθώς θεωρήθηκε κάπως προβληματικό και φτάσαμε στον τωρινό κανόνα) και (2) στον προφορικό λόγο δεν είναι πάντα ευχάριστο το ν και δεν το λέμε.

    Ακριβώς έτσι.

    > > Τελικά μιλάμε για κανόνες που δεν είναι πολύ γνωστοί κι ας αφορούν κάτι τόσο καθημερινό

    Δεν είναι γνωστοί γιατί δεν τους διδάχτηκαν στο σχολείο οι σημερινοί δασκάλοι.

  93. aerosol said

    #92
    Οι δάσκαλοι ενημερώνονται για τις αλλαγές στην ισχύουσα γραμματική. Νομίζω πως απλά ο κόσμος τους ξεχνά. Οι περισσότεροι δεν ανατρέχουν σε κανόνα για κάτι τόσο άμεσο όπως η γλώσσα.

  94. dryhammer said

    Κάργα οξυγόνο!!

  95. sarant said

    94 Καιγομαστε, σου λέω!

  96. dryhammer said

  97. Τι χάνω με τα οξυγόνα και τις φωτιές;

  98. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Δεν είναι γνωστοί γιατί δεν τους διδάχτηκαν στο σχολείο οι σημερινοί δασκάλοι.»
    Μα οι δάσκαλοι δεν διδάσκουν ό,τι θυμούνται από το σχολείο. Υποτίθεται ότι ρίχνουν μια ματιά στη σχολική γραμματική, πριν διδάξουν το εκάστοτε γραμματικό φαινόμενο.
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-F102/580/3784,16613/&ved=2ahUKEwiBnZbUjdXrAhUEKuwKHUHtD-AQFjAAegQIAhAB&usg=AOvVaw3I2ee53cgGcGHyc9L93w-8&cshid=1599415174579

  99. loukretia50 said

    97. Δε χάνεις, άλλοι καίγονταννν.
    Εσύ μάλλον προστατεύεις τον εγκέφαλο από υπερβολική οξυγόνωση

  100. Νέο Kid said

    97. Για το πολύν το νιν λένεν, που οξυγονώνειν κάργαν τον εγκέφαλον! 🤪

  101. α, ναι ή μάλλον ννναι

  102. Γς said

  103. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    72,73, πρόκαμες για τς ανεμόμυλους.Αλλά όταν λέμε για κείνους του Οροπεδίου πάει σετάκι με τις σκηνές από την ταινία Lebenszeichen του Χέρτζοκ (μουσική Στ. Ξαρχάκου) .Το θέαμα των φουσκωμένων πανιών ,να γυρίζουν όλα μαζί, κουζουλαίνει τον πρωταγωνιστή
    wp-content/uploads/2020/05/%CE%B1%CE%BD.jpg
    Στο 58:54

  104. Πέπε said

    @93, 98

    Γενικά έχω παρατηρήσει ότι ο περισσότερος κόσμος, ή αρκετός τέλος πάντων, έχει έστω αμυδρή γνώση του κανόνα με τα κ-π-τ (ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει για το θηλυκό – ίσως είναι κι αυτός ένας παράγοντας σύγχυσης). Και σίγουρα έχω συναντήσει μαθητές στο Γυμνάσιο που ήξεραν από το Δημοτικό τον παλιό, καταργημένο κανόνα. (Για την ακρίβεια, κανείς ποτέ δε μου έχει πει ή δείξει ρητά ότι ξέρει τον ισχύοντα κανόνα.) Και μετά, ξέρετε, έρχεται η λεπτή στιγμή όπου πρέπει να πεις του παιδιού ότι ο προηγούμενος του τα ‘πε λάθος… Αλλά εντάξει, βρίσκονται τρόποι.

    Πάντως εγώ από δω μέσα έμαθα ότι άλλαξε, όχι όταν άλλαξε αλλά πολύ αργότερα. Στο Δημοτικό φαίνεται ότι κάποιοι δάσκαλοι δε διαβάζουν Σαραντάκο.

  105. Νέο Kid said

    104. Τι σημαίνει «εξακολουθεί να ισχύει για το θηλυκό» ;
    Ότι δηλαδή το σωστό πλέον είναι «τον δράστη» (αντί για «το δράστη», που ξέραμε παιδιόθεν) αλλά εξακολουθεί να είναι «τη δράκαινα» κι όχι «την δρακαινα» ;
    Αν είναι έτσι ,μιλάμε για κάργα ψυχανωμαλία…

  106. Πέπε said

    103
    Βλέπω όμως και μερικούς που λουφάρουν. Στο πρώτο μάλιστα πλάνο τρεις τεμπελόμυλοι είναι μπροστά μπροστά.

  107. Πέπε said

    @105
    Δεν είναι ψυχανωμαλία. Στο θηλυκό γράφεις αυτό που λες, γιατί έτσι κι αλλιως δε φοβάσαι τη σύγχυση. Στο αρσενικό γράφεις πάντα αυτό που είναι μόνο αρσενικό και όχι ουδέτερο, γιατί εδώ υπάρχει ενδεχόμενο σύγχυσης.

    Μπέρδεμα, ναι, αλλά όχι παράλογο. Ίσως ξεκίνησε από την τάση που άρχισε κάποια στιγμή να γράφουν πολλοί πάντοτε «τον» όταν δεν είναι σαφές το γένος της επόμενης λέξης (επίθετα, ξένα άκλιτα, τοπωνύμια…), η οποία επίσης έχει τη λογική της αλλά άμα πας να την περιγράψεις με κανόνα θα σου βγει απελπιστικά περίπλοκος. Ας πούμε, σε κάποια επίθετα -αντίθετα από τα περισσότερα- το αρσενικό ξεχωρίζει από το ουδέτερο στην αιτ. εν. (το διεθνή – το διεθνές), οπότε αυτά θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εξαίρεση; Οπότε, καλύτερα πάντα -ν σε όλα τα αρσενικά και ξεμπερδεύουμε.

  108. ΣΠ said

    107
    Και γιατί να μη βάζουμε ν παντοτε και στο θηλυκό αντί να θυμόμαστε κανόνες για κ-π-τ;

  109. Γιάννης Κουβάτσος said

    105:»έρχεται η λεπτή στιγμή όπου πρέπει να πεις του παιδιού ότι ο προηγούμενος του τα ‘πε λάθος…»
    Στο δημοτικό, αυτή η λεπτή/δύσκολη στιγμή αφορά συνήθως τον ανύπαρκτο αλλά ανθεκτικότατο «κανόνα» που απαγορεύει το κόμμα πριν και μετά το «και».

  110. Γηράσκω αεί διδασκόμενος. Ευχαριστώ όλους.

  111. loukretia50 said

    Νοσταλγικά τρυφερό και καλογραμμένο κείμενο.
    Νομίζω ότι οι άνθρωποι του μόχθου που ήταν αληθινά δεμένοι με τη γη, αγαπούσαν πολύ την ενασχόληση με το περιβόλι και αντλούσαν τόσο μεγάλη χαρά και ικανοποίηση από τη συγκομιδή, που θάλεγε κανείς ότι λησμονούσαν την κοπιαστική διαδικασία.
    Ή, έλεγαν «χαλάλι!» γιατί η προσπάθεια δικαιώθηκε.
    Και ανυπομονούσαν να προετοιμάσουν τη νέα σοδειά.
    Πώς είναι δυνατόν να σκεφτούν ότι δεν κέρδισαν τίποτε?

  112. Κιγκέρι said

    Στα πεταχτά σάς διαβάζω τον τελευταίο καιρό, αλλά η συζήτηση για το τελικό ν στα θηλυκά μού θύμισε έναν μνημονικό κανόνα από τα σχολικά μου χρόνια:
    «Τον ΜπεΝτεΓκα τον τσίμπησε μύγα ΤσεΤζε κι έπαθε ΨύΞη»!

  113. Κουτρούφι said

    Από σιφνέικα κάλαντα ενός πιτσιρικά την δεκαετία του 70:
    «Έχω πατέρα ναυτικό
    μα κατά βάθος χωρικό»
    Η εικόνα με τον ναυτικό που μόλις ξεμπαρκάρει ασχολείται με τις αγροτικές εργασίες ήταν αρκετά συνηθισμένη στη Σίφνο μέχρι πριν μερικές δεκαετίες. Οι Σιφνιοί δεν είχαν μεγάλη ναυτική παράδοση πριν τον Β’ ΠΠ. Οι μεταπολεμικές συνθήκες τους έστρεψαν μαζικά στη ναυτιλία (όχι τόσο στη μετανάστευση). Μεγάλο ποσοστό προερχόταν από αγροτοκτηνοτροφικές οικογένειες. Έτσι, όταν ξεμπαρκάριζαν, επέστρεφαν αμέσως στις πατρογονικές ασχολίες που τις συνέχιζαν οι ηλικιωμένοι πια γονείς τους. Στη δική μου περίπτωση, η σύμπτωση με το σημερινό είναι ακόμη μεγαλύτερη καθότι ο μακαρίτης ο πατέρας μου ήταν μάγειρας στα βαπόρια και έχουμε και περιβόλι με παρόμοια προϊόντα (όχι όμως βυσσινιές).

    #76, #77. Εκ πρώτης όψεως, η πιθανότητα (22%, περίπου) να παιχτούν διαφορετικά τραγούδια φαίνεται να είναι μικρή (όχι μεγάλη). Γιατί, από μια λίστα 300 τραγουδιών, αν παιχτούν μόλις 30 (10%), η πιθανότητα να πέσεις ξανά σε κάποιο είναι κοντά στο 78%. Και χρειάζονται 20 προσπάθειες (6.7% περίπου) για να έχεις πιθανότητα πάνω από 50% να ξαναπέσεις στο ίδιο τραγούδι. Αλλά τι να κάνουμε; Αυτά είναι τα μαθηματικά. Θα πάμε κόντρα στους δεκαδικούς αριθμούς, που λέει και ο Ζήκος;

  114. Κιγκέρι said

    Αχ, διόρθωση:
    «ΚάΠοΤε Τον ΜπεΝτεΓκα τον τσίμπησε μύγα ΤσεΤζε κι έπαθε ΨύΞη»!

  115. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    106 >>τεμπελόμυλοι 🙂
    και ήθελα να μπει η χαρακτηριστική φωτό, αλλαά τα μούσκεψα
    Ιδιαίτερη η σχέση του Χέρτζοκ και της ταινίας του με την Ελλάδα
    Ποιο ήταν το στόρι της ταινίας; Είμαστε στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κι ένας γερμανός αλεξιπτωτιστής, ο Στρότσεκ (Peter Brogle) τραυματίζεται και μεταφέρεται για να αναρρώσει σ’ ένα ελληνικό νησί, μαζί με τη γυναίκα του Νόρα (Αθηνά Ζαχαροπούλου) και δύο στρατιώτες, τον βίαιο και παρορμητικό Μάινχαρντ (Wolfgang Reichmann) και τον χαμηλών τόνων Μπέκερ (Wolfgang von Ungern-Sternberg). Όλοι αυτοί κατασκηνώνουν σ’ ένα παλιό φρούριο (σ.σ. γυρίσματα στο κάστρο της Κω), το οποίο χρησιμοποιείται και σαν αποθήκη πυρομαχικών. Στην πορεία όμως κάτι δεν πάει καλά. Η ομάδα αρχίζει να χάνει την εξωτερική συνοχή και την εσωτερική ισορροπία της, εμφανίζοντας κάποια σημάδια ψυχικής διάλυσης, με τον Στρότσεκ να επηρεάζεται περισσότερο απ’ όλους. Η δύναμη μιας φυσικής εικόνας από ψηλά (σ.σ. γυρίσματα στο οροπέδιο Λασιθίου με τους εκατοντάδες ανεμόμυλους) του παίρνει το μυαλό. Κλείνεται στο κάστρο και αρχίζει να συμπεριφέρεται πέρα από κάθε λογική.
    https://www.lifo.gr/articles/cinema_articles/115848/ta-ellinika-film-toy-diasimoy-germanoy-skinotheti-verner-xertzogk-sta-sixties

  116. Πέπε said

    @108:
    Γιατί, τη μέση σου έχεις; 🙂

  117. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η τζανεριά της αφήγησης είναι ίδια με μια τεράστια κίτρινη τζανεριά(έτσι τη λέμε κι εμείς) των παιδικάτων μου. Νομίζω επιβιώνει ακόμη ή κάποια νεότερη παραφιάδα της.Συμπτωματικά σκίαζε κι αυτή ένα πηγάδι αλλά δεν την κατέστρεψαν.Και το πηγάδι έμενε ακέριο και η τζανεριά ζήλεμα. Από κάτω ,πάνω στην τσιμεντένια πλάκα του πηγαδιού χτυπούσε το καλοκαίρι η κεντρική φλέβα της γειτονιάς,μην πω και του μισού χωριού. Ήταν παρέκει στη μεγάλη/βασιλική βρύση με τις γούρνες κι εκεί έστηναν τα καζάνια για μεγάλες μπουγάδες, βαφές,πλύσιμο σταροκρίθαρουκι εμείς τα παιδιά απλώναμε τις πετρούλες για τα πεντόβολα ή φτιάχναμε με κάρβουνο τη σκάλα του κουτσού και τόσα άλλα. Ευλογημένο δέντρο, πάντα στην εποχή του θα μας κέρναγε όλους απ΄τα ζουμερά ευωδιαστά κιτρινοπράσινα τζάνερα που αν γλίτωναν μερικά στα ψηλά,γίνονταν κεχριμπαρένια. Έβγαζε και κάτι μελίχρωμα μπαλάκια κόλλας που τα βράζαμε, τα βράζαμε και κάναμε χαρτόκολλα.

    Μπουρνέλια λέγαμε τα μικρούλια τζανεράκια/κορομηλάκια. Κορόμηλα κι εγώ στην Αθήνα τα έμαθα. Μπουρνέλες τις έλεγε ο δάσκαλος που ήταν από πιο ανατολικά μέρη, προς Σητεία.
    Θυμάσαι που τσι τρώαμε
    στ΄αμπέλι τσι μπουρνέλες
    κι έτρωα γω τσ΄αγίνωτες
    κι εσύ τσι γινωμένες
    (Συνεχίζεται με «Θυμάσαι που τσι τρώαμε στ΄αμπέλι τσι σταφίδες», κλπ)

    Η γιαγιά μου το κονιάκ το έλεγε κονιάκι αλλά με αθηναίικο το *κι* όχι «τσι» 🙂

  118. Triant said

    Πολύ ωραίο και το σημερινό και μου θύμισε και μια ιστορία.

    Πριν από πολλά χρόνια, δεκαπεντάρης περίπου, παίζαμε με τον ξάδερφό μου τάβλι στο σπίτι της θείας μου στην Αίγινα. Δεν έπαιζαν τότε αρκουδίσια και τέτοια οπότε φορούσαμε ένα σορτσάκι και πολύ ήτανε.
    Δίπλα μας στα δύο – τρία μέτρα, πάνω στο πάσο της κουζίνας (το σπίτι ήταν προχωρημένο) ήταν ένα γυάλινο βάζο με το σπιτικό λικέρ βύσσινο που προφανώς έβραζε.
    Ξαφνικά ακούμε ένα δυνατό κρότο και γεμίζουμε αίματα ή ετσι νομίσαμε. Δεν ήταν αίματα τελικά ήταν το βύσσινο που πετάχτηκε από το βάζο που είχε σκάσει. Προφανώς κάποιος το είχε κλείσει αεροστεγώς με το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Αρχίσαμε να χαζογελάμε με τον ξάδερφό μου (μιας και δεν φταίγαμε οπότε δεν θα καθαρίζαμε εμείς) ώσπου το γέλιο μου πάγωσε. Είδα δίπλα μου ένα κομάτι γυαλί καρφωμένο στον τοίχο στο ύψος του λαιμού μου. Αφού δεν έγινα τότε θρήσκος ήταν προφανές οτι δεν θα γινόμουνα ποτέ.

    Αλήθεια Νίκο, την περιοχή που είναι το σπίτι (κοντά στον φάρο) την λέγαμε Βάσανο. Είναι πραγματική ονομασία ή ήταν εσωτερική της οικογένειας;

  119. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Της κ. Άννας Ρόδη κι αυτό

    http://odosaeginis.blogspot.com/2018/06/blog-post_27.html

  120. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μαγγανοπήγαδο

  121. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δε θυμόμουν καθόλου, έχω χρόνια να πάω, ποια είναι η περιοχή Κοντός.
    Λέει και για ρεματιά εκεί με «Γριάς Πήδημα» (που λέγαμε προ καιρού ότι επιχωριάζει στο παντού)
    https://weloveaegina.com/el/aigina/%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%8c%cf%82/

  122. Γς said

    Τρεις το πρωί.

    Σηκώθηκα για πιπί μου και μετά μπήκα στην κουζίνα
    κ άνοιξε το ψυγείο μόνο του.

    Δεν πεινάω ρε!
    Διψάω

    Αλλά δεν την ξαναπατάω [Σχ. 87]

  123. Γς said

    118:

    >Δεν έπαιζαν τότε αρκουδίσια και τέτοια οπότε φορούσαμε ένα σορτσάκι και πολύ ήτανε.

    ;

  124. antonislaw said

    103 Έφη να είσαι καλά, σε ευχαριστώ πολύ που μας έδειξες αυτή την εκπληκτική κινηματογραφική σκηνή, δεν την ήξερα για το οροπέδιο Λασιθίου με τους χιλιάδες ανοιχτούς ανεμόμυλους. Σήμερα γυμνό σιωπά, κρίμα

    Από το pruna, prunella η μπουρνέλα λοιπόν, ευχαριστώ πολύ κ Σαραντάκο!

  125. antonislaw said

    123
    «118:

    >Δεν έπαιζαν τότε αρκουδίσια και τέτοια οπότε φορούσαμε ένα σορτσάκι και πολύ ήτανε.

    Αρκουδίσια=Αιρκοντίσια, που λέει κι η μαμά μου

  126. Γς said

    125;

    Ναι, γμτ!

    Κι ο νους μου πήγε στον αρκουδιάρη και την αρκούδα του. Μέχρι την Μεγάλη Αρκτο [και τη μικρή]

    https://caktos.blogspot.com/2014/01/polaris-ursa-minor.html

  127. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ο θείος μου ο Παναγιώτης Πρωτονοτάριος, ο υδραυλικός
    Της Άννας Ρόδη
    https://sxedia.espivblogs.net/2014/10/16/%ce%bf-%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%80%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%bf/

    125 Αρκουδίσια=Αιρκοντίσια, που λέει κι η μαμά μου
    Αρκοντίσιο λέει η θεια μου,90. Λέει και αλόγα τη σόμπα αλογόνου.

  128. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    124 >>Σήμερα γυμνό σιωπά, κρίμα

    Αυτό το οροπέδιο θέλουν τώρα οι Γερμανοί τεχνοφασίστες τής ΕNERCON και τα εγχώρια τσιράκια τους να το γεμίσουν με ανεμογεννήτριες. Σε αναβρασμό είναι και κει Δήμοι και κάτοικοι.
    https://www.alerta.gr/archives/5291

  129. vogiatzisd said

    #103 Έχω την εντύπωση πως η σκηνή με τους δύο άντρες μπροστά στους ανεμόμυλους και οι αντιδράσεις τους καθώς και οι φυσιογνωμίες τους, είναι έμμεση αναφορά στον Θερβάντες και την περιγραφή της επίθεσης του Δον Κιχώτη στους γίγαντες – ανεμόμυλους. Μπορεί βέβαια και να κάνω λάθος…

  130. Alexis said

    #78: Ναι.
    Υπερβολικά τα περί είδους πολυτελείας, αλλά δες εδώ
    Κάποια στιγμή θα δοθεί λύση με ανθεκτικά υβρίδια, όπως έγινε στο παρελθόν και με άλλες ιώσεις.

  131. Πέπε said

    @124
    > > Σήμερα γυμνό σιωπά, κρίμα

    Τουλάχιστον η εικόνα δεν είναι ακριβώς έτσι. Εξαπατά αυτή η φωτογραφία – είναι και πολύ πιο μακρινή, είναι βέβαια και πολύ πιο λίγοι οι ανεμόμυλοι, και ασφαλώς ακόμη πιο λίγοι οι λειτουργικοί, αλλά όταν είσαι κοντά, π.χ. στον περιφερειακό του οροπεδίου, βλέπεις αρκετούς να γυρίζουν (έστω και στον …αέρα).

  132. Γιάννης Ιατρού said

    καλημέρα

    130: Αλέξη, παρόμοια μέτρα προφύλαξης (εκτός αναπνευστικών και καύσης…>🙄😟😕 μολυσμένων) με τον κορονοιό (επαφή κλπ.).

  133. nikiplos said

    «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε», Η φράση μου θύμισε την καταπληκτική ταινία Ο Μετανάστης .
    Αν και για τους ναυτικούς, τα έχω ξαναπεί εδώ σε άλλο νήμα σχολίων.
    Ενδεικτική για μια γενιά νέων από φτωχές οικογένειες που κυριολεκτικά γεννιόντουσαν με ευθύνες. Έπρεπε νεότατοι να μπουν στην εργασία, προκειμένου να ξεχρεώσουν χρέη των πολύτεκνων πατεράδων τους, υποθήκες κτημάτων-προικώων των αδερφών τους, να συμβάλλουν στην οικογένεια. Αυτό σιγά, σιγά γινόταν δεδομένο για τους συγγενείς τους.
    Αρκετοί είχαν την τύχη του Μετανάστη στην ταινία, πολλοί άλλοι έμειναν στον τόπο και δούλεψαν σαν σκυλιά, ενώ εκείνοι οι ελάχιστοι που τολμούσαν να ορθώσουν το ανάστημά τους σε όλην αυτήν την σκλαβιά, γίνονταν οι αλήτες, οι κατακριτέοι, οι άσωτοι «που παράτησαν την οικογένειά τους να πεινάσει στους 5 δρόμους». Οι άλλοι οι πολλοί αποδέχτηκαν την «ευθύνη» της οικογένειας, μπήκαν στο μαγγανοπήγαδο από τα 12τους χρόνια και οι περισσότεροι όταν είχαν περραιώσει τις υποχρεώσεις τους στην οικογένεια – σβήσιμο χρεών, πάντρεμα και προίκισμα αδερφάδων κλπ ήταν ήδη γεροντοπαλίκαρα. Ελάχιστοι εξ αυτών έκαναν οικογένειες. Πλείστοι έφυγαν νεότατοι από τον μάταιο τούτο κόσμο, που το μόνο που περιελάμβανε γι’ αυτούς ήταν η «ευθύνη».

    (Φυσικά ο πατέρας της ΑΡ, δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, αλλά σε εκείνη του ναυτικού, που προσιδιάζει λίγο αλλά όχι τόσο).

  134. Καλημέρα
    67 προτελευταίο Τώρα έμαθες πως δεν τόχουν αποκλειστικότητα, το λεν και από πάνω (34) 🙂

  135. 100 Γι’ αυτό κι οι Κυπραίοι σας βάζουν τα γυαλιά. Γιατί όλο με το ν μιλούσιν 🙂
    Πριν χρόνια ήμασταν στο σπήλαιο Πετραλώνων και βγαίνει μια ομάδα από μέσα τραγουδώντας:
    Όταν παίρνω φόραν
    φόραν κατηφόραν
    Ε, αμέσως καταλάβαμε την καταγωγή τους!

  136. dryhammer said

    135. Κι άμα «κολλάει» κάπου το μυαλό τους παθαίνουν οξυγονοκόλλησιν.

  137. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    118τέλος
    Ενας παλιός Βάσανος αναφέρεται εδώ (χλωμό το βλέπω να σχετίζεται-αλλά είναι όμορφα τα του κειμένου, έχει και γλυκό βύσσινο και νερό απ΄το κανάτι, μα κυρίως ιστορικά πρόσωπα)

    «…Όταν έφυγε ο Καζαντζάκης και έχτισε το σπίτι του στα Πλακάκια και ο Καλμούχος δίπλα του το δικό του, εγώ τότε ήμουν προέφηβος [1937]. Μια μέρα ειδοποίησε μάλλον με τον « Βάσανο» που είχε άμαξα, την αδελφή μου την Ευτυχία να πάει να τον δει. Την αγαπούσε πολύ γιατί η Ευτυχία είχε κλίση προς τα γράμματα. Πήγαμε τελικά. Στη βεράντα του σπιτιού του είχε μια ξύλινη γοργόνα χρωματιστή από κάποιο πλοίο που την είχε βρει στο καρνάγιο. Όταν μπήκαμε μέσα στο μεγάλο δωμάτιο αντικρίσαμε πάνω στο μεγάλο καναπέ να κάθεται μια πανέμορφη νεαρή κυρία. Ήταν η Αλίκη, η κόρη της Κυβέλης, που εκείνη την εποχή είχε βρει καταφύγιο στο σπίτι του Καζαντζάκη. Μας κέρασε ο ίδιος γλυκό του κουταλιού βύσσινο και νερό από ένα κανάτι που είχε στο βορινό παράθυρο …»
    Κώστας Χάνος, Η Οδύσσεια της ζωής μου τον 20ο αιώνα. Επιμ. εκδ. Γ. Μπήτρος και Γ. Ιερωνυμάκης. Αίγινα 2011.

  138. Αιμ said

    130. Alexis ευχαριστώ για την απάντηση και κυρίως για το όνομα του ιού για να μπορώ να τον ψάξω.
    νόμιζα πως πρόκειται για μωσαϊκό του καπνού αλλά τώρα είμαι σχεδόν σίγουρος πως είναι το καινούργιο.
    Μιλάμε για πτώση παραγωγής >90% !
    Μέχρι να βγουν τα ανθεκτικά υβρίδια να βάλω βλίτα λες ; 🙂

  139. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    138. Βλίτα έχουμε πολλά, ντομάτες (να τους πάρουμε με τις ντομάτες) πρέπει να εξασφαλίσουμε! 🙂

  140. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    139 Από το 138 κ σχετ αντιλαμβάνομαι πως πρέπει να υπάρχει υπερεπάρκεια σε σάπιες ντομάτες, μην ανησυχείς.

  141. Αιμ said

    139, 140. Έτσι ακριβώς, αλλά επειδή είμαι ρεαλιστής 🙂 νομίζω ότι δεν υπάρχει σωτηρία (από τότε που έφυγε και η Μπέλου τουλάχιστον)

  142. Triant said

    137
    Ευχαριστώ πολύ. Είναι πολύ πιθανόν ο «Βάσανος» (Μιχάλης Τζίτζης, απ’ ότι βρήκα στον Γούγλη) να έδωσε το όνομά του σε μια περιοχή. Άλλωστε και το σπίτι της θείας μου είναι κοντά στα πλακάκια.

  143. sarant said

    118-142 Τώρα το είδα αυτό. Δεν είχα ξανακούσει περιοχή Βάσανο.

  144. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    141 Σωτηρίες τέρμα. Πάει και η Λεονάρδου πέρυσι 😦

    Πού τις σκέφτεσαι τις ντοματιές Αιμ; Εδώ στην Αθήνα;
    Εγώ, τυχαία, φέτος,τώρα-άκρα καιρού, κάνω προγύμναση για αστικά ζαρζαβατικά :
    Φύτρωσε μια κολοκυθιά αδέσποτη δίπλα στην περγαμοντιά.(Ρίχνω διάφορα αποκάθαρα για τις χελώνες κι ρίζωσε κάποιος σπόρος.)Από την αρχή τη γνώρισα ότι ήταν αναρριχώμενη (άρα κολοκύθα) και τη «βαγιοκλαδίζω»,την προστάτεψα μην τη χάψει η Μαρέτα Μαρέτα, να δω τί θα ξετελέψει.Έπλεξε και ξεκόρφισε απά στο δεντράκι, εμφάνισε εδώ και μερικά πρωινά και ανθούς αρσενικούς, παναπεί χωρίς καρπό, αλλά από προχθές έδεσε και ένα κολοκυθάκι το οποίον μάνι μάνι θα είναι 5-6 πόντους.
    Σαν τον Κοντορεβυθούλη με την μια τη ρεβυθιά η υπόθεση 🙂

  145. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  146. Γιάννης Ιατρού said

    144β: Ο κήπος της Εδέμ θα γίνει εκεί πέρα! 👍🤗

  147. dryhammer said

    Μάλλον της Εδέσμ. (Φαγώσιμα δεν ειν όλα;) [ Αγγλιστι The Garden of Eaten ]

  148. Αιμ said

    144. Άργησα λίγο, δυό τρεις μέρες δηλαδή, να σε δω Εφη.
    Ναι εδώ στα ορεινά της Κυψέλης σε έναν φαρδύ ακάλυπτο με ±6 ώρες ήλιο το καλοκαίρι. Αλλά φέτος τζίφος. Έχω και τρεις κολοκυθιές κίτρινες που μου τις πετσοκόβουν όμως το ζευγάρι χελωνών. Αγανάκτησα όμως και θα τις μεταναστεύσω στο λόφο απέναντι. Ίσως γλυτώσω και από τα τσιμπούρια κάθε τέτοιο καιρό. Τά πα και ξαλάφρωσα 🙂 ουφ

  149. Γιάννης Ιατρού said

    Εννοείς πως οι χελώνες σου έχουν γίνει τσιμπούρι, ε;

  150. Αιμ said

    Α γεια σου. Σένα πώς πήγαν φέτος οι ντοματιές σου ;
    Να σου πω και τ άλλο τώρα που δεν μας ακούν, ο Τζι είναι παρεξηγημένος ;

  151. Γιάννης Ιατρού said

    150: Καλά είναι ο Τζι ρε συ. Κάτι προβλήματα είχε στο ερημητήριο με το δίκτυο. Γιατί ρωτάς;
    Οι ντομάτες φέτος γιοκ, είχα άλλες αγροτικές δουλειές (κλαδέματα, ελιές κλπ.). Δεν πήγα στο εξοχικό καθόλου, Θα πάω όμως 🙂

  152. Αιμ said

    Είδα ένα σχόλιο αλλά δεν κατάλαβα καλά για ποιον ήταν. Λάθος θα κάνω

  153. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    148. Α! οι κυρα χελώνες! *
    Κάνε «τείχος» πχ από γλάστρες. Εγώ έχω βάλει γύρω από την κολοκυθιά 5-6 βρισκούμενα παλιά τούβλα κι απο πάνω στοίβα αγκαθωτά κλαριά(τα κλαδεμένα από τις τριανταφυλλιές κι από τις γαζίες) αφού την έδεσα με χόρτο στο δέντρο. Ήθελα να κρατώ μακριά και τα δυο σατανικά περίεργα γατονάκια που παίζουν, σκαλίζουν, αράζουν στην υγρασία και μπορεί να την ξεριζώσουν. Σήμερα είδα δεύτερο κίτρινο κολοκυθάκι όσο ένα νύχι να εμφανίζεται. Ήλπιζα να ήταν χοκάιντο (στρογγυλό) αλλά όχι, είναι στενόμακρο.

    *Όταν έγιναν πολλές δεν υποφερόντουσαν, ροκάνιζαν κάθε καινούργιο φυτούλι και κόπριζαν το σύμπαν αλλά το χειρότερο, τα μεσημέρια ακούγονταν ως απάνω τα γκάπα γκούπα των καύκαλων τους από τις ερωτοτροπίες τους. Έτσι τις πήγα στη Ρεματιά. Κράτησα μία μικρή η οποία σαν μεγάλωσε ξεφούρνισε δυο μικρά, αυτά τα ήθελαν και τα έριξα στο διπλανό κηπάριο που έχει μόνο δέντρα.Είναι χαμηλό το πεζούλι και τους ρίχνω κι από κει, τώρα κυρίως το καλοκαίρι που είναι ξεραϊλα, φλούδες λαχανικών και φρούτων. Ξέρουν το σημείο κι έρχονται ακριβώς από κάτω.

  154. Γιάννης Ιατρού said

    153: …η οποία σαν μεγάλωσε ξεφούρνισε δυο μικρά..

    :επομένως υπήρξε και «μικρός» 🙂 🙂

    ΥΓ: εισιτήριο κόβεις για τον βοτανικό και ζωολογικό σου κήπο;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: