Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η κραυγή του Οδυσσέα (Συνεργασία από Cronopiusa)

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2020


Κλείνει σήμερα χρόνος από τον αδόκητο θάνατο της αγαπημένης μας Cronopiusa, της φιλης μας της Αμαλίας, που τόσα χρόνια μας συντρόφευε με τις μουσικές και με τις εικονες της.

Ο φίλος μας ο Χτήνος, που αταίριαστο μοιάζει το χρηστώνυμό του στην τόση ευαισθησία του, είχε την ιδέα να κάνει το ιστολόγιο μνημόσυνο στην Cronopiusa, και μαζί με τη φίλη μας τη Λουκρητία βρήκαν το υλικό που θα παρουσιάσω σήμερα. Πρόκειται για ένα κείμενο της Αμαλίας για τα Αναφιώτικα. H Κρόνη το έγραψε το 2003 με αφορμή ένα άρθρο της Καθημερινής και το έστειλε στην εφημερίδα, χωρίς να ελπίζει σε δημοσίευση βέβαια -και πώς να δημοσιευτεί αφού η Αμαλία δεν μασούσε τα λόγια της. Όπως θα δείτε είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο που κρύβει πολλή δουλειά και φανερώνει πολλή αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του.

 

Η κραυγή του Οδυσσέα

«O Aνδρούτσος  έστειλε στους Τούρκους μολύβι για να μην σπάνε τα μάρμαρα, τον γκρέμισαν απ΄την Ακρόπολη, ακόμα τα βράδυα ακούγονται οι φωνές του. Δεν έμαθα πολλά γράμματα στο σχολειό, εκείνα τα χρόνια η ζωή ήταν δύσκολη ,και τα παιδάκια έπρεπε να συμβάλλουν στην οικονομία του σπιτιού. Ευρυδίκη Ανδριανού η δασκάλα μου, παρακαλούσε τον πατέρα μου να συνεχίσω: «Τόσες κόρες έχεις, άσε μια  στα γράμματα». Από Ιστορία μόνο για τον Ανδρούτσο θυμάμαι, τ’άλλα , την Ιστορία με το Γλέζο και τον  Σιάντο , που κατεβάσανε τη σημαία των Γερμανών, τά ’ζησα ….»

Λιπόσαρκη, αεικίνητη, νευρώδης,σπαθάτη η ογδοντάχρονη κυρά Βαγγελιώ. Ο λόγος της λιτός, σταράτος, όπως ο λόγος των βαθιά φιλοσοφημένων και πονεμένων ανθρώπων μπορεί να είναι. Τα μάτια της, μαύρα σαν ελιές σε κοιτάνε ίσα στα μάτια και πίσω απ’αυτά, η ματιά  της γιαλίζει όταν οι σκέψεις της αλέθουν τα περασμένα, γίνεται νερό και δάκρυ στο αυλάκι του χρόνου όταν η φωνή της κυλάει σαν λάδι στο καντυλάκι της ελπίδας. Να μην χάσει το σπίτι της, να μην την ξεσπιτώσουν στα γεράματα της, να μη χάσει τις βραδινές βεγγέρες με τα παιδιά κ’εγγόνια της στη πεζούλα της γειτονιάς:

«Eίμαι από την Σαντορίνη, στην Αθήνα  ήρθα το 33, ήμουνα  έντεκα χρονών. Ο πατέρας μου είχε δεκατέσσερα παιδιά, ήτανε μιναδόρος, έβαζε φουρνέλα, έχασε τα δυο του χέρια και το μάτι του το ’50 στις βουλευτικές εκλογές. Τον  αδερφούλη μου, ένα χρόνο μικρότερο από μένα τον χάσαμε στον πελτέ, την βράζαμε τότε την ντομάτα κι έπεσε  μέσα, …κάηκε…, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες το χάσαμε το παιδί μας. Τρείς χιλιάδες οκάδες ντομάτα πήγανε στη θάλασσα , κανένας δεν έπαιρνε τον πελτέ, είχαμε χρέος στις  τράπεζες, καταστραφήκαμε.

Πήγα σε σπίτι και δούλεψα…. Τα  ξένα χέρια , είναι μαχαίρια… έκλαψα πολύ,κι’ όταν θυμόμουνα το νησί έβαφε η θάλασσα κόκκινη, … ο πατέρας μου με σκοινια  κρεμασμένος στο βράχο στα Φυρά ,στο γυαλό, να φωνάζει: «Βάρδα φουρνέλο», … η μάνα μου,να δουλεύει και να τραγουδάει: «… …Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω μία τέντα, νάρχεται το παιδάκι μου να πιάνουμε κουβέντα….. Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω εκκλησιδάκι , να βγαίνει το παιδάκι μου να παίρνει αντιδωράκι…».

Στ’ Αναφιώτικα είχα συγγενείς,τον άντρα μου εδώ τον γνώρισα, Πλακιώτης γεννημένος στην οδό Υπερείδου, τραγούδαγε ωραία, ο πατήρ Σουλιανός σαν πέθανε είπε: «Φεύγει άλλος ένας Πλακιώτης». Παντρευτήκαμε στη Σαντορίνη το 45, δεν τον ήθελε ο πατέρας μου γιατί ήταν φαντάρος, ούτε η μάνα του με ήθελε γιατί ήτανε κρητικιά., αγαπιόμασταν. Με καϊκι πήγαμε, … οχτώ μέρες βάσταξε το ταξίδι, …το ηλιοβασίλεμα να βάφεται η θάλασσα κόκκινη, και εγώ να θυμάμαι το τραγούδι του αδερφούλη μου: «Απ’όταν εγεννήθηκα φωτιά με τριγυρίζει, και να με κάψει δεν μπορεί μόνο με φοβερίζει.».

… Σ’αυτό τό δωμάτιο γέννησα πέντε παιδια, τώρα μένει ο Σπύρος ο γιος μου, το αυλιδάκι ετούτο ήταν κοινό για άλλα δυο σπίτια, αυτή η κληματαριά έχει δει τα παιδιά μου να μεγαλώνουν και βλέπει τώρα τ’αγγόνια μου.

… Ητανε μεγάλη η πείνα κι’ η απόγνωση στη Κατοχή, σκότωσαν οι Γερμανοί τον άντρα της μεγάλης μου της αδερφής και την άφησαν χήρα εικοσιτριών χρονών με τέσσερα παιδιά…. Τρεις πολέμους ζήσαμε, τους Γερμανο-ιταλούς, τον εθνικοαπελευθερωτικό και  τον Εμφύλιο, τον πιο σκληρό απ’όλους… Όλες μαυροφορεμένες είμαστε, παντού γκρεμισμένοι τοίχοι, σπασμένα κλιμακοστάσια, ανέχεια και η μάχη για «τον άρτον ημών τον επιούσιο.

… Πολλά στερηθήκαμε για να επισκευάζουμε τα φτωχικά μας, φτωχοί βιοπαλαιστες είμαστε, μεροκαματιάρηδες, πότε είχαμε δουλιά πότε δεν είχαμε, από κανένα δεν ζητήσαμε, με προσωπικη δουλιά τα μερεμετιάζαμε, τα ασπρίζαμε, τα στολίζαμε. Φροντισμένη και όμορφη ήταν η γειτονιά μας, γεράνια, βασιλικά, ρόδα και γιασεμιά, και μυρουδιές από την κατσαρόλα της γειτόνισας,και οι φωνούλες των παιδιών που παίζαν. Πάντα φίλευε η μια στην άλλη ό,τι μαγέρευε, για τη μυρουδιά… Εδώ έζησα, εδώ θέλω να πεθάνω. Γιατί θέλουν να μας πάρουν τα σπίτια μας;

Τα σπίτια που μένουμε εμείς τα περιποιούμαστε, αυτά που έχει η Αρχαιολογία ρημάζουν…Στη Σαντορίνη όλα τα σπίτια έχουν καμάρες, για τους σεισμούς, ξύλινη ήταν η καμάρα του δικού μου σπιτιού για να κρατήσει τη δίριχτη στέγη που αρχικά ήταν φτιαγμένη από ακατέργαστους κορμούς στηριγμένους στους τοίχους, τα κενά ήταν σκεπασμένα με καλάμια, κι από πάνω κεραμίδια, όταν το νοίκιασα, η στέγη ήταν από τσίγκο, μ’ενα ψευτοτσιμέντο από πάνω, στο πάτωμα  της κουζίνας μισοσπασμένες σανίδες,  έβαζα από πάνω ένα κοντραπλακέ να μην πέσω μέσα. Ταπεινό ήταν το σπιτάκι μου, μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι είχαν λιθοδομή, μπαγδατί και πλινθόκτιστοι οι εσωτερικοί, μόνο στολίδι του ο ασβέστης και τα λουλούδια .

Δεν έναι εύκολο να συντηρίσεις ένα σπίτι με τέτοια κατασκευή, δεν δέχτηκα τους εργάτες πούθελε να μου δώσει η Αρχαιολογία, μόνη μου τους πλήρωσα από το στέρημα μου, από τους κόπους των παιδιών μου. Πάνω από τους εργάτες ήμουνα  όταν δούλευαν, δούλευα με τον τρόπο μου κι εγώ κι ο Σπύρος μου, γιατί τα πονάμε εμείς τα σπίτια μας, τα νοιαζόμαστε και τα φροντίζουμε, την αγαπάμε εμείς την γειτονιά μας και την προσέχουμε.

Δεν έχει παράπονο η Αρχαιολογία από εμάς, ούτε οι εργάτες της έχουν, στο δικό μου ψυγείο φύλαγαν το κολατσιό τους, και πάντα είχαν μια καλή κουβέντα κι ένα ποτήρι δροσερό νερό όταν δούλευαν εδώ, τότε που στήριζαν τα βράχια της Ακρόπολης.

Ρημάζουνε και πέφτουν τα σπίτια που δεν μένουν άνθρωποι, αυτά που κάνανε αποθήκες, κι αυτά που θέλουνε να κάνουνε γραφεία.

Τί ξέρει από την Πλάκα η δημοσιογράφος που θέλει να κάνουνε πολιτιστικά ψιλικατζίδικα για τους τουρίστες τα Αναφιώτικα ; Εχει πιεί ποτέ καφέ στο σαντορινιό καφενείο, εκεί που μετά γίναν τα τουριστικά του Σπαταναίου; Απέναντι ήταν η ΕΒΓΑ του Νίκου, είχε δυο κορίτσια. Στη γωνία, εκεί που είναι τώρα τα τουριστικά ήταν ο φούρνος του Μαστορίδη, εκεί που είναι τα σουβλάκια , γωνία Κυδαθηναίων και Αδριανού ήταν γαλακτοπωλείο, πλάι πρατήριο τσιγάρων, χοντρική, και δίπλα έμενε ο Λατίφης, μετά ήταν ένα τριώροφο, κάτω ήτανε μπακάλικο, από πάνω οδοντιατρείο κι από πάνω το σπίτι του γιατρού. Πιο πάνω, στην Αδριανού ήταν τα ψαράδικα, πρίν το φαρμακείο, μετά ήταν το αυγουλάδικο, τα φιστίκια, πιο κατω το χασάπικο, φαγάδικο και χασάπικο μαζί. Πριν το σχολείο η πρώην Καμπάνη είχε βιβλιοπωλείο-χαρτοπωλείο, το βιβλιοχαρτοπωλείο του Σπανού που αγόραζαν τα παιδάκια μας μολυβάκια και τετραδια, απέναντι ήταν κάτι σαν παιδικός σταθμός, είχε και γιατρό που κοίταζε τα δόντια των παιδιών πριν παν σχολείο, στην Κατοχή μοιράζανε συσσίτιο και γάλα στα παιδάκια. Όποιος δεν τάχει ζήσει αυτά Αθηναίος δεν είναι, γυρνάει σαν το μπαρμπα-Γιάννη το κανατά που δεν πουλάει πια  κανάτια παρά φωτογραφίες που πότε λένε πως είμαστε ακόμα ζωντανοί και πότε πως εδώ και είκοσι χρόνια έχουμε πεθάνει. Γιατί θέλουν να χαλάσουν την γειτονιά μας; Φοβάμαι και τα βράδυα ακούω τα ουρλιαχτά του Οδυσσέα…»

Ξεδιπλώνεται η κραυγή του Οδυσσέα, γίνεται προέκταση της κραυγής του Προμηθέα κι ορφανή και μόνη κρύβεται στις φούστες της Καλαμιώτισσας, στα χαλάσματα του Αγίου Συμεών, του Αγίου των ανέστιων, των τσιγγάνων, των μεταναστών, των προσφύγων. Σκύβει ο φτωχούλης ο Άγιος και μαζεύει τον επιθανάτιο ρόγχο του Δυσσέα σα να ήτανε γατάκι, και τον φυλάει στον κόρφο του, και τον χαϊδέυει, και του τραγουδά. Tο ίδιο μοιρολόι αργότερα θα ξαναπεί κάθε φορά που κινδυνεύει ο λαθραίος κυκλαδικός οικισμός των  Αναφιώτικων από των νεοκλασικιστών  αρχιτεκτόνων τις φροντίδες , από τις πένες των πουλημένων καλαμαράδων, από τα Μέσα Μαζικής Επιρροής , από το εκάστοτε σινάφι των Αμαρτωλών και Κλεφτών της Υπηρεσίας Παχύδερμου Ωχαδερφισμού.

Δουλεύει ο Άγιος όπως τότε , με την Έξωση του Όθωνα,που κρατούσε τσίλιες όταν κουβαλούσανε νερό από το Πηγαδάκι που υπήρχε στη συνάντηση της οδού Μνησικλέους με την οδό Λυσίου οι Αναφιώτες. Να χτίσουν κατά το παράδειγμα του Προαστείου τα  σπιτάκια τους, να φτάξουν και για τον Άγιο ένα αποκούμπι, κάπου ν’ανάβουν κι ’ ένα κεράκι στη μνήμη του Δυσσέα…  «Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι…».

Mικρό λευκό χωριουδάκι σαν κύμα στα μαύρα βράχια της ξενιτιάς η γειτονιά, αλμυρή από ιδρώτα, δάκρυα, κι αίμα αρμενίζει τους καημούς και τις χαρές της σε τόπο άβατο που κατοικούσαν οι  Ερινύες. Οι πρώτες αχτίδες του φεγγαριού πέφτουν στο «…Επί πλείον πλύνον με…»  και ο Γώργος Δαμίγος, και ο Μάρκος Σιγάλας, οι δυο πρωτομάστορες από την Ανάφη, επινοούν,  πλέκουν τον ιστό των σπιτιών , οργανώνουν τις νησιώτισσες και τους νησιώτες απ’ τις Κυκλάδες και χτίζουν. Λίγο πιο κάτω, στην οδό Θόλου, άλλοι δυο πρωτομάστορες, ο Κλεάνθης και ο Σάουμπερτ επινοούσαν, στο σχεδιαστήριο, τον πολεοδομικό ιστό της Αθήνας. Άγνωστα, για το πολύ κόσμο, τα ονόματα των δυο ταπεινών αρχιτεκτόνων που διαμόρφωσαν τον οικιστικό ιστό, μόνο το τοπωνύμιο Αναφιώτικα μαρτυρεί το πέρασμα τους  Στη σκιά  της Ακρόπολης το υφαντό της Ανάφης …

Mια  σταλιά  η Ελλαδίτσα του 1860, περιλάμβανε την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και την Στερεά  με οροθετική γραμμή που ξεκίναγε από τον κόλπο του Ζητουνίου στις εκβολές του Σπερχειού, ακολουθούσε την κορυφογραμμή της Οίτης και τα όρη της Αρτοτίνας κι ’έφτανε μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο.

Μικρό νησάκι στις Κυκλάδες η Ανάφη, μόλις 38,35 τ.χλμ, πήρε το όνομα της από τους Αργοναύτες : «τω παρά προσδοκίαν αναφανήναι» νησί που τους φώτισε με μια αστραπή ο Απόλλωνας μεσα στή θαλασσοθύελλα σαν έψαχναν την Ευρώπη.

–   Την βρήκαν την Ευρώπη οι Αργοναυτες ;

–  Όχι, τους βρήκε αυτή, με φράγκικο καλυμαύκι τις μέρες που έπεσε η Πόλη στους Λατίνους, και με δημοσιογραφική γόβα στιλέτο νούμερο 42, χρώματος γαλανού με εικοσιεφτά αστράκια  στρας, αφού έπεσε  η Βαγδάτη.

 

Mια μπουκίτσα η Ελλάδα, και η Αθήνα μια μπουκίτσα κι αυτή, μάζευε αυτούς που ψάχνανε στον ήλιο μοίρα  και φεύγανε … πρόσφυγες απ’τη Κρήτη, την Ηπειρο, την Χιό, την Σκόπελο, την Μανη … μετανάστες απ΄την Άνδρο, την Τήνο, τη Νάξο, την Σαντορίνη, την Ανάφη, σαν τους Ιρακινούς, τους Κούρδους, τους Πόντιους, τους Αλβανούς ,καληώρα,  …. και ερχότουσαν να δουλέψουν οικοδόμοι χτίστες και σοβατζήδες, λατόμοι, πηγαδάδες και μαραγκοί στην Αθήνα. Να χτίσουνε  στρατώνες, στάβλους, ανάκτορα, αποθήκες, δρόμους.σπίτια και μέγαρα, εργαστήρια, και δημόσια κτίρια, το νομισματοκοπείο, το ειρηνοδικείο, το εθνικό τυπογραφείο, ένα νοσοκομείο, σχολεία, …κι αυτοί να μην έχουν στον ήλιο μοίρα, ένα  κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους. Τις νύχτες στις παρυφές της Ακρόπολης, δειλά σαν αγριολούλουδα προβάλουν οι παράγκες, τα σκέπαστρα, τα παραπήγματα που σιγά σιγά  με φτηνά τοπικά υλικά μετατρέπονται στα χαμόσπιτα της φτωχογειτονιάς.

Παραμονεύει ο Άη Γιώργης ανατολικά ,κι ο Άη Συμιός δυτικά , κι’ αυτοί χτίζουν.  Κάθε που βλέπει ύποπτη κίνηση τραγουδάει το μοιρολόι της μάνας του Οδυσσέα ο Άγιος Συμεών κι ο Αη Γιώργης λέει το Τούρνα της Αθήνας :

Άλλοι σε λένε μέλισσα
μα εγώ σε λέω σφήγκα
έχεις  της σφήγκας το κεντρί
της μέλισσας τη γλύκα….

Κινήσεις ψαράδων που μαζεύουν τα δίχτυα, ρυθμός που ο Δυσσέας ξετυλίγει για την επιλογή των υπερασπιστών στο χάνι της Γραβιάς, κουβάδες με νερό που δίνουν χέρι με χέρι οι εργάτες που παράτησαν τα δύχτια τους στην Ανάφη και χτίζουν τα όνειρα τους κάτω από το βλέμμα της Παλλάδας Αθηνάς.

Στη « Νεοελληνική Αρχιτεκτονική » του Δημήτρη Φιλιππίδη διαβάζουμε για την αισθητική των Αναφιώτικων : « Μικροσκοπικοί όγκοι προστίθενται ο ένας  δίπλα στον άλλο, συχνά με διαφορετικά υλικά και διαμόρφωση, μεγάλη ποικιλία εντυπώσεων , ασυμμετρία, γραφικότητα, τέλεια προσαρμογή στις απότομες κλίσεις του βράχου της Ακρόπολης με μεγάλη οικονομία μέσων.»

Όλα αυθαίρετα, όλα δουλιά της νύχτας, τα υλικά περνάνε χέρι με χέρι, ο Αυγερινός και η Πούλια με ματωμένα χέρια δίνουν πέτρα την πέτρα στο Κοσμά και στο Δαμιανό. Όλα αυθαίρετα, οι δρόμοι δημιουργούνται χωρις χάραξη κατά τις ραβδώσεις του βράχου,ο χώρος δημιουργεί ταυτότητα ελκυστική, μοναδική, που μόνο οι ανέραστοι παραβλέπουν και κατατρέχουν. Αυθαίρετο κτίσμα  το εκκλησάκι με τις κόκκινες και μελιές λωρίδες για τον Αγιο Συμεών στα δυτικά του οικισμού, ο Νίκος ο Γαβαλάς και η μάνα του η κυρά Βάσω το φροντίζουν τώρα. Αυθαίρετο και το ασβεστωμένο κονάκι του Αη Γιώργη στα ανατολικά.

– «Η συχωρεμένη η κυρ-Άννα έβλεπε τον Αη Γιώργη καβαλλάρη να κάνει περιπολία στον οικισμό».

– «Τα κάγκελα τα’φτιαξε ο Λάβρης και τη μάντρα ο κυρ Αντώνης ο Τσουλής».

– «Μέσα στον Αη Γιώργη έχει ένα τάφο παλιό».

Αυθαίρετη και η λάξευση του ιερού βράχου, αυθαίρετα και τα μικρόσπιτα στα κοιλώματα του, αυθαίρετο το λουλούδισμα στον εικαστικό κήπο του Κουτλίδη, αυθαίρετα τα βασιλικά, τα γεράνια, τα όνειρα πάνω από το Μετόχι του Παναγίου Τάφου.

 

Οι Άγιοι Ανάργυροι προασπίζονται τους πρόσφυγες απ’ την Ανάφη παρέα με τον  Άγιο των θαλασσινών τον Ραγκαβά, ο πολεμιστης Άη Δημήτρης θυμάται τον Αθανάσιο Διάκο να ψέλνει το «Τη υπερμάχω …» σαν διακόνευε στο εκκλησάκι του και κρατάει μετερίζι απέναντι απ’το φανάρι του Διογένη. Ο ναός των Αρρηφόρων ψηλά, το Ερεχθείο, «απολαμβάνουν την κνίσα των μαγερειών της συνοικίας  ως θυμίαμα», και προστατεύουν κι αυτά με τον τρόπο τους εκείνους που άκουσαν την φωνή του ποιητή :

«… Με ξυπόλυτα όνειρα μην κάνεις παρέα είναι παλιόπαιδα
Ούτε μ’ επιθυμίες που φοράν λουστρίνια….».

Γράφει ο Κώστας Μπίρης «Αι Αθήναι 1830-1966» ότι : « Έμεινεν αμιγής ο λαθραίος οικισμός των Αναφιώτικων της Ακροπόλεως έως τας δύο πρώτας δεκαετίας του επομένου αιώνος. Διότι η αλληλεγγύη και βοήθεια  εκ μέρους των εγκατεστημένων οικιστών, που ήτο απαραίτητος δια την -μυστικήν πάντοτε- εγκατάστασιν νέων, φυσικόν ήτο να παρέχεται μόνον εις συγγενείς και συμπατριώτας. Και επειδή όχι μόνον από καταγωγής υπήρξεν ομοιογένεια μεταξύ των αλλά και από πλευράς επιτηδεύματος, αφού όλοι οι οικισταί δεν ήσαν άλλο παρά μία συντεχνία νησιωτών οικοδόμων, το συνθετικόν των ένστικτον, η παράδοσις του νησιώτικου νοικοκυριού  και η απαράμιλλη νησιώτικη μαστοριά τους οδηγούν εις το να διευθετούν και να εκμεταλλεύονται με σοφήν συνθετικήν φαντασία την πλαστικότητα του εδάφους εις την κτιριολογικήν συγκρότηση του σπιτιού των και εις την από διαισθήσεως ρυμοτομίαν του οικισμού των. Αι συνθήκαι, πάντως της στενότητος χώρου, αλλά και οικονομικών μέσων, τους επίεζον εις το να τα διαμορφώνουν όλα εν μικρογραφία….» Ο Άρης Κωνσταντινίδης έλεγε ότι : «…Τα καλά πράματα , τα όμορφα πράματα βγαίνουν πάντα μέσα από μια ανάγκη … … Κι ο Βολταίρος το είπε κάπου : « Το  ωραίο βγαίνει από το αναγκαίο»… ».  Στο όμορφο βιβλιο της «Οι πόλεις της σιωπής» γράφει η Λίλα Λεοντίδου πως : « Οι μόνοι που αγανακτούν με τα Αναφιώτικα είναι οι πολεοδόμοι, τόσο για την αυθαίρετη εγκατάσταση όσο και για τη βεβήλωση του ιερού βράχου της Ακρόπολης, όπως ο Μπίρης  (1966), και ο Δημητρακόπουλος (1937), που θεωρεί τα Αναφιώτικα περίπτωση «σκανδαλώδη». Η κοινότητα αυτή προκάλεσε πιθανόν και το πρώτο διάταγμα κατά της αυθαίρετης δόμησης το 1872, και τις συνακόλουθες προσπάθειες να καταγραφούν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα και να επιβληθούν πρόστιμα (Δεμαθάς και Κούρτης,1976: 109-10).»

Το 1970  έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση, μερικά απ’τα πιο όμορφα σπίτια , στα ριζά του βράχου γκρεμίστηκαν για να γίνει ο Αρχαίος Περίπατος, άλλα έγιναν αποθήκες, άλλα ρημάζουν. Από τους κατοίκους. άλλοι πήραν τα λεφτά της απαλλοτρίωσης και έφυγαν, άλλοι τα πήραν και έμειναν, άλλοι τα πήραν και τα νοικιάζουν, άλλοι δεν δέχτηκαν να πάρουν δραχμή και μένουν. Οι συνέπειες της απαλλοτρίωσης, μία  ιδιόρρυθμη μορφή κατοχής που κάνει τους  Αναφιώτες ευάλωτους και ανασφαλείς, δύσπιστους και φοβισμένους.

Στην κατηγορία των ΘΕΟΚΤΙΣΤΩΝ τα Αναφιώτικα γερνάνε. Από τις  ρωγμές στις σανίδες της στέγης και τα κεραμίδια εισρέει η όξινος  βροχή. Μόυχλα διακοσμεί τους σταχτερούς τοίχους, χωρίς παραθυρόφυλλα, εκτεθειμένους στις επιδράσεις της εξωτερικής θερμοκρασίας και στην αναλγησία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας  που προτιμά να γίνουν τα σπιτάκια αποθήκες, φωτιά και μπούρμπουλη, σκουπιδότοπος από το να κατοικηθούν.

Η απόλυτος ακτημοσύνη της πλειοψηφίας των γειτόνων που ναι μεν τα  κατοικούν, πλην όμως ανήκουν  στην βαλιδέ Αρχαιολογική Υπηρεσία και στον εκάστοτε βοεβόδα έφορο αρχαιοτήτων τους κάνει ευάλωτους στην όποια έμπνευση δημάρχων καγκελάριων, που παραχωρούν σε ποδοσφαιριστή να κάνει καφετέρια το θέατρο σκιών του Χαρίδημου, που αναρτούν αναμνηστικές μαρμάρινες στήλες σε φαντάσματα στο μονοπάτι πλάι στο εκκλησάκι του Αη Γιώργη, που στο όνομα της Ολυμπιάδας σκεπάζουν με κοκκινόχωμα  «τα χαλάσματα» στο φανάρι του Διογένους.

Και από τη μια μεριά τραβάνε το σκοινί «Τράβα, τράβα, καλέ  τράβα» οι Καλατράβα, οι Πασαρέλι και Νικολέτι , οι Βωβοί  κι από την άλλη οι Ρωμιοέλληνες,  χαλαροί, «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» στην εαρινή ραστώνη.  Με πλαστική σαγιονάρα κάμπερ, βερμούδα αρμάνι, κάμελ φρέντο και φραπεδιά , αμέριμνοι διαβάζουν στην Καθημερινή της 31ης Ιουλίου 2003, άρθρο δαιμόνιας κοσμικογράφου, εαρινής ρεπόρτερ που βασιζόμενη σε φωτογραφίες του «ακούραστου Αιγινήτη-αθηναίου Ν. Καπίρη» (του ίδιου καλλιτέχνη που στις «7 μέρες» (23/6/1996} ειχε δημοσιεύσει φωτογραφία με λεζάντα « Τα Αναφιώτικα επιμένουν να ζούν»}  οτι : «στα Αναφιώτικα εδώ και 20 χρόνια όλοι πέθαναν», και καλά εδώ οι Αναφιώτες γελάνε, αλλά όταν διαβάζουν την εναλλακτική λύση που κάποιος-α  της υπαγόρευσε θυμώνουν.

Οι θυμόσοφοι Αναφιώτες πολύ περισσότερο Αθηναίοι από τους Αθηναίους από τα Δολιανά ή την Αίγινα, με μπύρες, κρασάκι και τσίπουρα  κάνουν Τσικνοπέμπτη στο δεκαπενταύγουστο και με μουσική υπόκρουση το «κάνε κουράγιο καρδιά μου, σου είχα πει να προσέχεις, με καρδιοκλέφτρες γυναίκες, άλλη φορά να μην μπλεκεις» συσκέφτονται.

Βέβαια, το καρδιοκλέφτρες γυναίκες δεν απευθύνεται ούτε στη δήμαρχο Αθηναίων που πήρε την ιστορική απόφαση  λειτουργίας οίκων ανοχής «σε ξενοδοχεία και άλλους χώρους» για «τις καποιες άλλου είδους «διασκεδάσεις» …» των αθλητών, αθανάτων και άλλων τυχάρπαστων , ουτέ στην υπερυπουργό που διευθετεί  δεντροφυτεύσεις και συγκομιδη απορριματων, ούτε στη θεραπαινίδα της  «πλατυτέρας των πατουσών» με την κλαρωτή φούστα  της Χαλυβουργικής που τοποθετεί στο Παναθηναϊκό Στάδιο «πινακίδες στην Αγγλική πάνω και στην Ελληνική κάτω, αλλά με γράμματα κατα εν πέμπτον μικρότερα από τα αποπάνω».

Καρδιοκλέφτρα γυναίκα είναι η Άννα η Πόντια,  που μάζεψε 27.000 υπογραφές για την επιστροφή των Ελγίνειων,  είναι η ενενηντάχρονη κυρά Βάσω που κερνάει καφεδάκι και γλυκό του κουταλιού, παρόλη την οσφυαλγία της που οφείλεται στα χρόνια κι όχι στις υποκλίσεις. Καρδιοκλέφτρα γυναίκα είναι η κυρά Βαγγελιώ που χορεύει  τον Αντωνάκη τον εγγονό της στη ποδιά της. Καρδιοκλέφτρα γυναίκα είναι η τετράχρονη Ευα, ένα από τα τέσσερα παιδάκια που έχουν απομείνει στα Αναφιώτικα, «κι ένα χωριό που δεν έχει παιδιά μαραζώνει». Καρδιοκλέφτρα γυναίκα είναι η Ειρήνη η αρχιτεκτόνισσα  που ταΐζει τα αγριοπερίστερα και πάντα έχει ένα χαδι για  τα  αδέσποτα  σκυλάκια  και  γατάκια  της  γειτονιάς.  Καρδιοκλέφτρα  γυναίκα είναι η Αλεξάντρα ,που τραγουδάει το Ρόβα και δακρύζει η Άγραυλος και ο Δυσσέας.

 

Απόβραδο και όλοι είναι εδώ, ο Νίκος,ο μερακλής, προσφέρει κνίσα απ’ τα σαρακοστιανά μπριτζολάκια που ψήνει στη σχάρα στον Ποσειδώνα και στην Αθηνά , Η μακαρίτισσα η κυρά Βαγγελιώ να κοιτάει θλιμένα, την ξεραμένη τριανταφυλιά της. Ο Τσιτσάνης και η Σωτηρία   Μπέλλου. Ο Νταντινάκης και η Πολυδούρη. Ο Ελύτης με τα ρω του έρωτα παραμάσχαλα, χωρίς την Ιουλίτα, κι ο χαλκέντερος αμερικανός ποιητής Τιμ, μόνιμος κάτοικος των Αναφιώτικων είκοσι χρόνια τώρα. Ο Κέκροπας με τον  Αη Γιώργη  που  ψάχνει  τη  ζωγραφιά  του στον  κήπο του  Κουτλίδη  κι  ο  Κουτλίδης, πολύ πιο ζωντανός από τη ρεπόρτερ που κάνει ρεπορτάζ από τη κουζίνα του σπιτιού της και γράφει :

 «… Εάν αναπλασθούν, στις διαστάσεις και στον αρχιτεκτονικό τους τύπο, τα σπιτάκια αυτά και χρησιμοποιηθούν, πάντα από την Πολιτεία , από τον ΕΟΤ, από το ΤΑΠΑ, για τουριστικές υπηρεσίες, πωλητήρια χαρτών, καρτών και βιβλίων  οδηγών, αλλά και για πληροφορίες γύρω από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 που έρχονται, και τα σπιτάκια θα σωθούν από βέβαια εξαφάνιση και θέσεις εργασίας θα δώσουν και ένα σημαντικό έσοδο…».

Απόβραδο, ο ήλιος χρυσίζει τον ιερό βράχο, ο Μάνος  με την Πηνελόπη να τραγουδάνε  Εγγονόπουλο : «….είσαι του Ρήγα Φεραίου παιδί, του Αντωνίου Οικονόμου -που τόσο άδικα τον σφάξαν- και του Πασβαντζόγλου ο αδελφός. Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής, ένα μονάχα είναι γνωστό πως είμαι γιος σου..», ο  Άλόνσο Κιχάνο με το Φεδερίκο και τον σουμπκομαντάντε Μάρκος λένε στη Άννα την Πόντια πως κι εκείνοι θα υπογράψουν την απάντηση στη γοργόνα: «… Δεν ξέρουμε αν ο Μέγα Αλέξανδρος ζει, τα Αναφιώτικα όμως είναι ζωντανά …»

 

Ο Άγιος Συμεών κατηφόρισε να μας πει να μη φοβόμαστε. Αν πλησιάσουν του Χασεκή τα τσιράκια, η του Χρυσοχοΐδη οι συναγωνιστές θ’ αρχίσει να τραγουδά το  μοιρολόι  της  μάνας  του  Ανδρούτσου, και με βυζαντινα μελίσματα, κατανυκτικά, άρχισε  ο  Άγιος  να τραγουδάει:

«….. Δεν στόπα γω Δυσσέα μου, δεν στόπα γω παιδί μου
με τη Βουλή μην πιάνεσαι, με τους καλαμαράδες
κάνουν το Γκούρα Κεχαγιά και το Νικόλα πρώτο….».

 

Αυτό το κείμενο γράφτηκε από την  Αμαλία  Βασιλακάκη τον Αύγουστο του 2003 και αποστέλλεται, μαζί με αποκόμματα των επίμαχων άρθρων, στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και σε ευαίσθητους εραστές των γραμμάτων και των τεχνών.

Στη φωτογραφία που βλέπετε, η Αμαλία παραδίδει μάθημα ελληνικών σε μετανάστες στα Πίσω Θρανία.

Υπάρχει και ένα εικοσάλεπτο ντοκιμαντέρ για τα μαθήματα αυτά, αλλά ελάχιστα φαίνεται η πάντοτε σεμνή φίλη μας -ακούγεται όμως περισσότερο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

64 Σχόλια προς “Η κραυγή του Οδυσσέα (Συνεργασία από Cronopiusa)”

  1. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Νικοκύρη μια διόρθωση: Από εσωτερική πληροφόρηση που έχω (μη ζητάς λεπτομέρειες) μάθε πως τη χοντρή δουλειά την έβγαλε η γάτα του ιστολογίου. Ο άλλος ο κοπρίτης πι-αρ έκανε. Αλήθεια.

    (δεν μπορεί να μην της άρεσε αυτό)

  2. Aghapi D said

    Για αυθαίρετα στα Αναφιώτικα (όχι εκείνα που αποκλείουν παραλίες και κλείνουν δρόμους, αλλά για τα κτίσματα που έγιναν για τη στοιχειώδη επιβίωση με τη σοφία αιώνων) :
    «Αυθαίρετη και η λάξευση του ιερού βράχου, αυθαίρετα και τα μικρόσπιτα στα κοιλώματα του, αυθαίρετο το λουλούδισμα στον εικαστικό κήπο του Κουτλίδη, αυθαίρετα τα βασιλικά, τα γεράνια, τα όνειρα πάνω από το Μετόχι του Παναγίου Τάφου.»
    Βλέποντας τα έργα τού δημάρχου μας καταλαβαίνω ακόμα μια φορά πως στην Αθήνα το όμορφο, το λιτό και το λειτουργικό είναι αυθαίρετα.
    Δακρύζω

  3. dryhammer said

    Αυθαίρετη και η ζωή η κόντρα στην αυθαιρεσία της ισχύος

  4. atheofobos said

    Με ιδιαίτερη συγκίνηση διάβασα το μοναδικό αυτό κείμενο, γιατί τα Αναφιώτικα ήταν ένα από τα μέρη που περιδιαβάζαμε όταν κάναμε κοπάνα από το παλιό μου γυμνάσιο, λίγο πιο κάτω, για το οποίο έχω γράψει σχετικά :
    Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΘΗΝΩΝ-ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
    http://atheofobos2.blogspot.com/2016/09/blog-post_13.html

    Εξαιρετική δε είναι και η περιγραφή της περιοχής από τον Κώστα Μπίρη.

  5. Νέο Kid said

    Μα τι ωραίο! Να τη θυμόμαστε την Κρόνη μας, και μπράβο κι εύγε, στο Χτηνώδες Χτήνος!

    «Μιναδόρος» απ το miner υποθέτω. Ωραίο.

  6. Χαρούλα said

  7. Κουνελόγατος said

    Καλημέρα.

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια! Θα θυμόμαστε για πάντα την Cronopiusa, την Κρόνη μας.

    1 Να αποδώσουμε λοιπόν τα της Λουκρητίας στη Λουκρητία

    4 Ο μιναδόρος από τη μίνα, που είναι ο υπόνομος, το λαγούμι για να βάλεις φουρνέλο. Ιταλικό δάνειο, όχι αγγλικό.

  9. ΓΤ said

    Έκλαψα, αγαπούσα τη γνώμη της θα ήθελα να την έχω γνωρίσει…

    (δύο παρατηρήσεις: δεν θα ήθελα να έχουν βγει στον αέρα διευθύνσεις και αριθμοί τηλεφώνων. Επίσης, καλό θα ήταν να είχαμε μια άλλη φωτογραφία και όχι αυτή από την παράδοση μαθημάτων ελληνικών σε μετανάστες, διότι, δυστυχώς, εκεί βλέπουμε «χρυσόμαΛο», και δεν θέλουμε να μίσγει με το λάθος αυτή η ευγενική αειζώντανη μορφή)

  10. Και μια εικόνα του εκ Πρέβεζης Οδυσσέα, στη μνήμη της φίλης. https://www.tomistinenimerosi.gr/wp-content/uploads/2020/06/androutsos-agalma.jpg

  11. ΓΤ said

  12. ΓΤ said

    https://cadenaser.com/programa/2018/06/22/hoy_por_hoy/1529654493_838219.html

    https://tomov.gr/2019/09/27/amalia-vasilakaki-anthropos/

  13. Γς said

    8 β:

    μάινερ φόρτινάινερ

    γιου αρ γκόν εντ λοστ φορ εβερ

    dreadful sorry Cronopiusa

  14. nikiplos said

    Το κείμενο με συγκίνησε. Τι κρίμα για την Καθημερινή, να μην δημοσιεύσει ένα τόσο όμορφο κείμενο, για την πιο γνήσια γειτονιά της Αθήνας. Τι κρίμα η Αμαλία να μην κάνει βιβλίο κάποια από αυτά βάζοντας μέσα όλο το απόσταγμά της.

    Δυστυχώς η εκάστοτε Εξουσία διακατέχεται από το σύνδρομο της «βλαπτικής έπαρσης».
    Στα πλαίσια αυτά φαντασμένοι του Αθήνα2004, έβαλαν σχέδια επί χάρτου που ευτυχώς δεν κατάφεραν ούτε πρόλαβαν να πραγματοποιήσουν. Την βλαπτική έπαρση την βλέπουμε σήμερα και στον «μεγάλο περίπατο» αλλά και αλλού, χωρίς να παραβλέπω το γεγονός ότι πίσω από αυτές τις ενέργειες μερικές φορές κρύβονται ειλικρινείς προθέσεις.

    Σαφώς αυτοί οι άνθρωποι όχι επειδή ήταν φτωχοί ή μεροκαματιάρηδες, αλλά κυρίως γιατί δεν είχαν φαντασμένους και ψωροπερήφανους σκοπούς, αλλά διακατεχόμενοι μόνο από την ενάργεια και την ταπεινότητα, σεβάστηκαν τον ιερό βράχο, περισσότερο από τους μεγαλαυχείς βατταρίζοντες Υπουργούς, τους αποστειρωμένους και οχυρωμένους πίσω από το «η τέχνη για την τέχνη» Αρχιτέκτονες, ή τους λογής ακαδημιογράφους, που ήθελαν τον χώρο κενόν ανθρώπων, αλλά έμπλεο με Τουρίστες, πουλμαντζίδες άναρχα παρκαρισμένους, πωλητές κινέζικων πρίαπων και αθλίων καρτποστάλ και πλαστικές δημόσιες τουαλέτες να ζέχνουν.

    Ούτε και οι αρπαχτοί «πλακιώτες» με την «tradition» φάλτσου ηλεκτρικού μπουζουκιού και γκαρίφωνων με echo φυσικά μεταχειρίστηκαν την ως επί το πλείστον εκκλησιαστική ιδιοκτησία των ακινήτων της Πλάκας, αφού την γέμισαν με καμακώνες ντίσκο και νεοκυματιστές μπουάτ με σταθερά μπόμπα ποτό.

    Που είναι η Αθήνα, και που αρχίζουν τα όρια της νέας πόλης? Που είναι η πρωτεύουσα, της Διοίκησης, των Υπουργείων, των Υπηρεσιών (εκείνων των οποίων οι Υπάλληλοι σθεναρά αρνούνται να μεταβούν στα αχρησιμοποίητα ολυμπιακά ακίνητα στους θρακομακεδώνες). Πάντα ρεί, αλλά δεν είναι κακό να μένουν και λίγα γνήσια…

    Θυμάμαι, τις πρώτες μέρες που είχα γυρίσει από το εξωτερικό και είχα πάρει το περιβόητο 222 από του Ζωγράφου, το οποίο μετά από μια απίστευτη ταλαιπωρία και άγριο στριμωξίδι, κατέβαινε ασθμαίνον και έρπον τη Σόλωνος με ψιλόβροχο. Σε μια κολώνα η αφίσα ενός γηρασμένου και σοβατισμένου από μακιγιάζ ηθοποιου, με έδειχνε με το δάχτυλο και γελούσε. Με χλεύαζε, όλους εμάς μέσα στο λεωφορείο.

  15. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  16. Theo said

    Καλημέρα!

    Πολύ ωραίο και εμπεριστατωμένο το άρθρο της αλησμόνητης Χρονοποιούσας, γραμμένο μ’ ευαισθησία και μαστοριά.
    Ευχαριστώ όσους μόχθησαν για ν’ ανεβεί.

    Μου θύμισε ένα άρθρο του φίλου Φαίδωνα Χατζηαντωνίου για την Αυθόρμητη αρχιτεκτονική στο Άγιον Όρος, όπως παρουσιάστηκε στη «Μακεδονία», πλαισιωμένο κι από άλλα σχετικά κείμενα.

  17. nikiplos said

    4@ περιδιαβάζαμε είναι σωστό? Μήπως περιδιαβαίναμε?

  18. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Δια την τάξιν, το σχετικό της Καθημερινής: https://www.kathimerini.gr/opinion/692342/ziteitai-thelisi/

    Και οι 27000 υπογραφές: https://www.kathimerini.gr/culture/140342/mazepse-27-000-ypografes-gia-ta-marmara/amp/

  19. sarant said

    11 Ωραίο εύρημα, όπως και τα άλλα.

    18 Είχα βάλει το λινκ, και πάνω σε μια διόρθωση το έσβησα κατά λάθος. Το ξαναπροσθέτω.

  20. spiridione said

    Ποταμός η Κρόνη.
    Εδώ διάφορα δημοσιεύματα για τ’ Αναφιώτικα (και της Μπίστικα)

    Click to access anafiotika_presentation_Part1.pdf

  21. sarant said

    Να μεταφέρω από το ΦΒ ένα σχόλιο συναγωνιστή της:

    Aγαπημένη φίλη, συντρόφισσα, συνεργάτιδα, συνοδοιπόρος σε ουκ ολίγες πορείες και διαδηλώσεις απ’ την αλησμόνητη Πρωτομαγιά στο Πέραμα μέχρι την Θεσσαλονίκη μετά τη Γένοβα, ακούραστη δασκάλα, εφευρετική, επίμονη, με πολλή αγάπη για τη γλώσσα, για τον άνθρωπο, για τη γνώση, για τον τόπο. Χαμογελαστή κι όρθια και στα πολύ δύσκολα… Σπουδαία, πραγματικά σπουδαία. Αιωνία της η μνήμη. «….. Δεν στόπα γω Δυσσέα μου, δεν στόπα γω παιδί μου
    με τη Βουλή μην πιάνεσαι, με τους καλαμαράδες
    κάνουν το Γκούρα Κεχαγιά και το Νικόλα πρώτο….».

  22. Pedis said

    # 18 α – Γλειφογραφίς η Μπίστικα ή παρεξήγησα;

  23. ΓιώργοςΜ said

    Μετά από ένα τόσο μεστό και συγκινητικό κείμενο, δε βρίσκω να γράψω κάτι που να μη μου φαίνεται φλύαρο.
    Αιωνία η μνήμη, μια αιωνιότητα κερδισμένη.

  24. dryhammer said

    Τρία τραγούδια για τ΄Αναφιώτικα [Μη βρίζετε, το 2ο, που μ’ αρέσει, είναι σε στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου]

  25. spiridione said

    18. Και αυτό μαζί, που πέθανε όλους τους κατοίκους των Αναφιώτικων.
    https://www.kathimerini.gr/opinion/692343/gia-ta-anafiotika-poy-rimazoyn-diatiritea-alla/

  26. leonicos said

    Εμεινα δυο χρόνια στην Υπερίδου και ένα χρόνο στην Πρυτανείου. Το σπίτι μας ηταν διαμπερές μεταξύ Στρατώνος και Πρυτανείου, απέναντι από το άνοιγμα που οδηγεί στα Αναφιώτικα, ακριβώς στο υψος του Μετοχίου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Υπέροχος χώρος. Πολλά ελεύθερα σημεία έχουν καταληφθεί από φαγάδικα και μια σκάλα που σε ανέβαζε προς τον Άγιοο Συμεών σήμερα είναι τυφλή

    Δεν ξέρω τι έχει απομείνει

    Και πολύ όμορφη η Κρόνη

  27. leonicos said

    Στη Υπερίδου μένεουν και οι Κύροι της Εστίας (Αν υπάρχουν ακόμα)

  28. loukretia50 said

    Παράξενη νοσταλγία – Χρήστος Λεοντής /Θοδωρής Βουτσικάκης

    «Παράξενη με πιάνει νοσταλγία
    γι’ αγάπες και για όνειρα παλιά
    οι έρωτες κι αν βγουν στην ανεργία
    χαράματα πουλούν στους ναυαγούς φιλιά.

    Αν ήτανε ναρθείς σα θάλασσα έλα
    στο πέλαγος θα είμαι νησί
    το φως της αυγής εσύ.
    Μεσάνυχτα στην πόρτα περιμένω
    σα θάλασσα και μάνα στη στεριά
    σαν πούπουλο στα πάθη μου βαθαίνω
    μ’ ονόματα μικρά και μυστικά βαριά.

    Περίεργη με πιάνει επιθυμία
    κι αφήνω την ψυχή μου στη βροχή
    τελειώνει πια κι αυτή η προθεσμία
    να φτάσουμε ξανά στην πιο παλιά αρχή.»
    Δημήτρης Λέντζος

  29. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα κι απ΄εδώ

    Δεν έχω πολύ χρόνο να σχολιάσω, το βράδυ περισσότερα.
    Δεν θα ήθελα όμως να παραλείψω μια μικρή συνεισφορά μου στην αγαπημένη μας Αμαλία, ένα απόσπασμα τεσσάρων και κάτι λεπτών που επεξεργάστηκα από το φίλμ Lettre à Théo της Elodie Lélu που είχε προβληθεί από την ΕΡΤ παλιά. Ίσως το έχω αναρτήσει και παλιότερα, δεν θυμάμαι τώρα, πάντως το είχα στο «υπόγειο» και το είχα φτιάξει και στείλει τότε στην Αμαλία.

  30. sarant said

    Ευχαριστώ για τα σχόλια και τις ωραίες προσθήκες!

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τι να πεις για την Κρόνη…Θα τη θυμάμαι πάντα…Αυτό είναι αρκετό.

  32. nikiplos said

    Επί των Αναφιώτικων και του άρθρου:
    Ο πατήρ Σουλιανός, είναι βέβαια ο αρχιμανδρίτης πατέρας Σιλουανός, ένας ιδιαίτερος κληρικός για όσους γνωρίζουν έστω στο ελάχιστο τα τεκταινόμενα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά. Φοβερή προσωπικότητα, αλλά καθόλου ταιριαστός για τους σεμνότυφους και εσωστρεφείς νεοΟρθόδοξους.

    Το εκκλησάκι του Αγίου Συμεών, έχει από την πάνω μεριά του ένα δρομάκι μικρό, που ανήκει στον «περίπατο των Αναφιώτικων». Στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν κάπως έρημο, δηλαδή δεν είχε πολλούς περαστικούς, ιδιαίτερα τις αργές ώρες. Έτσι ήταν ιδανικό σημείο να συνοδεύσουμε στη βόλτα μας μια κοπέλα που μας ενδιέφερε. Μετά το εκκλησάκι του Αγίου Συμεών είναι ένα σημείο με εκπληκτική θέα. Εκεί λοιπόν, μετά ρεμβασμών και ατένισης του πανοραμικού θεάματος, ήταν ιδανικός τόπος να δοκιμάσεις να φιλήσεις την κοπέλα ώστε να διαπιστώσεις αν ήταν αμοιβαίο. Η κοπέλα χαλάρωνε συνήθως καθώς δεν υπήρχε εκεί κανείς να την δει. Και η Πλάκα με τις μπουάτ ακριβώς από κάτω, έφερνε τον αχό των χαροκόπων, και γεμάτες φοιτηταριό, ήταν το καλύτερο ξεκάρφωμα. (Βέβαια τέτοια ντουγάνια ήμασταν, γιατί για να μας ακολουθούσε εκεί πάνω μια κοπέλα μόνη της, δεν μπορεί να ήταν αδιάφορη). Πάντως αν ευόδωνε το φιλί, μετά υπήρχαν εκεί γύρω ταρατσάκια να ατενίσεις τα αστέρια και να σε βρει το πρωί ακόμη, γιατί όχι.

  33. Theo said

    Στο μετόχι του Παναγίου Τάφου τη δεκαετία του ’80, τότε που έξαρχος ήταν ο μετέπειτα πατριάρχης Ειρηναίος (δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος ιερομόναχος εφημέρευε), σύχναζαν ο Γιανναράς, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος και κάποιοι άλλοι από τους αποκαλούμενους «Νεορθόδοξους». Ο Τσαρούχης μού είπε πως αυτός το πρωτοανακάλυψε. Έμοιαζε (και μοιάζει) για γειτονιά χωριού. Λίγο παραπέρα ήταν το «Αρχονταρίκι» με τον π. Φιλόθεο Φάρο, που μάζευε αρκετούς ανήσυχους νέους.

  34. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Παράλειψή μου:

    Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Σ.Β. και στην Μ.Κ.
    Χωρίς την πολύτιμη βοήθειά τους το σημερινό δεν θα υπήρχε.

  35. gpoint said

    # 4

    Είχες προλάβει τον Μπομπό, γυμνασιάρχη ;

  36. gpoint said

    Είχα γνωρίσει την Κρόνη σε μια σύναξη, στη Νέα Σμύρνη αν θυμάμαι καλά. μορφή και προσωπικότητα ταιριαστή με τις εδώ αναρτήσεις της.

  37. atheofobos said

    35
    Όχι, γυμνασιάρχης ήταν ο Δράκος και υποδιευθυντής ο Κοφινάς. Μιλάω για μέχρι το 1961 που το τελείωσα.

  38. Πέπε said

    Η Ανάφη καλλιεργεί από δω και πολλές πολλές γενιές τις τέχνες τις σχετικές με το χτίσιμο. Αναφιώτες ήταν πολλοί από τους μαστόρους και τους εργάτες που ήρθαν να πρωτοχτίσουν την Αθήνα όταν έγινε πρωτεύουσα (τα διάφορα δημόσια κτίριά της εννοώ). Και επειδή είχαν ανάγκη να μένουν και κάπου, έχτισαν και τα Αναφιώτικα.

    Στην Ανάφη γμώρισα ένα θαυμαστό σοφό γέροντα που ανήκε κι αυτός στο ίδιο ταράφι, αλλά είχε ζήσει και εργαστεί όλη του τη ζωή στο νησί. Πετράς ήταν συγκεκριμένα. Μανόλης Πελέκης. Το επώνυμό του δείχνει ότι το σόι του κρατούσε την ίδια τέχνη από τον καιρό που καθιερώθηκαν τα επώνυμα. Τα έργα των χειρών του Μανόλη είναι παντού στο νησί: στο χωριό και στις εξοχές, σε χώρους δημόσιους και ιδιωτικούς, βρύσες, εκκλησιές, αυλές, κάθε λογής.

    Η Ανάφη είναι ένα πολύ μικρό νησί με ένα μοναδικό χωριό (καμιά 200ριά κάτοικοι τώρα, όχι πάνω από 1000 στο απόγειο της πληθυσμιακής της ακμής). Είναι όμως ένας ολοκληρωμένος κόσμος, ένα μικρό σύμπαν, για όσους ζουν εκεί μόνιμα, ή τουλάχιστον για όσους ζούσαν μέχρι πριν λίγες δεκαετίες (γιατί τώρα …). Με την οικονομία της, κυρίως πρωτογενή σε διάφορους τομείς, αλλά και δευτερογενή όπως με τους μαστόρους, με την κοινωνική της διάρθρωση, το γλωσσικό ιδίωμά της, τα έθιμά της, την τοπική μουσική της, την πολιτισμική της φυσιογνωμία.

    Εκτός από την τέχνη της πέτρας, ο Μανώλης κάτεχε και την τέχνη της τσαμπούνας. Όπως σε κάθε νησί, έτσι και στην Ανάφη, η τσαμπούνα υπηρετεί ένα εντελώς τοπικό μουσικό ιδίωμα, συγγενές βέβαια με των άλλων νησιών αλλά πάντως διακριτό. Το ιδιαίτερο γνωρισμα της αναφιώτικης τσαμπούνας είναι το ιδιαίτερα μικρό ρεπερτόριο σκοπών που, ωστόσο, μέσα από τη διαρκή ανάπλαση και από διάφορες τεχνικές λαϊκού μινιμαλισμού, δημιουργεί κι αυτή έναν πλήρη αυτόνομο μουσικό κόσμο, κατάλληλο να καλύψει όλες τις ανάγκες της κοινωνικής ζωής της κοινότητας: για γάμο, για χορό της ομαδικής ενότητας, για χορό της ατομικής προβολής, για χορό για φλερτ, για καντάδα, για έμμετρη συζήτηση – αναμέτρηση, για τα έθιμα του κύκλου του χρόνου…

    Αυτό το μικρό νησί που είναι ένας ολόκληρος κόσμος, ο Μανώλης, που το είχε χτίσει ολόκληρο με τα χέρια του, το είχε χωρέσει ολόκληρο στον ασκό της τσαμπούνας του. Κάθε που φύσαγε την τσαμπούνα του, αναδημιουργούσε όλο το σύμπαν της μικρούλας Ανάφης.

    Πρέπει να ‘χει καμιά διετία που συχωρέθηκε. Αινωία του η μνήμη.

  39. Πουλ-πουλ said

    «Τον αδερφούλη μου, ένα χρόνο μικρότερο από μένα τον χάσαμε στον πελτέ, την βράζαμε τότε την ντομάτα κι έπεσε μέσα, …κάηκε…, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες το χάσαμε το παιδί μας.»

    Απίστευτο. Θυμήθηκα τον Παπαδιαμάντη: «Σαν να χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ΄οι καϋμοί του κόσμου”.

  40. sxoliko said

    Μπορώ να το ομολογήσω πως πολλές φορές περιδιάβαινα τα σχόλια, χωρίς να τα διαβάσω, για να σταθώ στις μουσικές της.

  41. sarant said

    38 Ωραίο σχόλιο!

  42. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Πολ ωραίο κείμενο. Περισσότερα στο

    https://www.in2life.gr/features/notes/article/587962/10-pragmata-poy-den-xerate-gia-ta-anafiotika.html

    Αναφιώτικα : Τα λιλιπούτεια σπίτια που ήταν νοίκιαζαν οι φοιτητές για τις πρώτες γκαρσονιέρες την δεκαετία 60, αρχές 70

  43. leonicos said

    38 Πέπε
    Μανόλης Πελέκης. Το επώνυμό του δείχνει ότι το σόι του κρατούσε την ίδια τέχνη από τον καιρό που καθιερώθηκαν τα επώνυμα.

    Ο ναυπηγός που έχτισε το πλοίο του Πάρι για να πάει στη Σπάρτη λεγόταν Αρμονίδης. Τότε άρμοζαν, δεν κάρφωναν. Και το – ιδης δείχνει ότι ήταν απόο σόι ναυπηγών

  44. aerosol said

    Ευχαριστούμε Χτήνος, Λου και Νίκο που μας έφεραν για λίγο την Κρόνη.
    Υπάρχει άνθρωπος που ν’ ανακάλυψε τ’ Αναφιώτικα και να μην έμεινε με το στόμα ανοιχτό; Λαθραία μένει η ομορφιά σ’ αυτό τον τόπο, ούτε που ξέρω πώς αντέχει.

  45. Κουτρούφι said

    Το κείμενο είναι πλούσιο. Με μια μικρή παρέμβαση θα μπορούσε να ήταν ένα αυτόνομο διαχρονικό κείμενο για τα Αναφιώτικα, ανεξάρτητο από την αφορμή για την οποία γράφτηκε.

    Και μερικά σχετικά με Σίφνο.

    Η Σιφνέικη εκδοχή του δίστιχου:
    Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω μία τέντα,
    νάρχεται το παιδάκι μου να πιάνουμε κουβέντα
    είναι
    Πίσω στο Ξερολάγκαδο θα πάω να στήσω τέντα
    για να περνά η αγάπη μου να πιάνουμε κουβέντα

    Τροποποιημένο ως προς τα τοπωνύμια, το δίστιχο αυτό βρίσκεται σε πολλές άλλες περιοχές και καταγράφεται σε συλλογές από τα μέσα του 19ου αιώνα.

    Στην Σίφνο υπάρχει μοναστήρι του Αγίου Συμεών το οποίο πανηγυρίζει δύο φορές το χρόνο (3 Φεβρουαρίου, του Θεοδόχου και 1 Σεπτεμβρίου, του Στυλίτου). Ο Αη Συμεός της Σίφνου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο προσκύνημα μετά τη Χρυσοπηγή. Οι Σιφνιοί της Αθήνας (κυρίως οι Μαρουσιώτες αγγειοπλάστες) στις 3 Φεβρουαρίου έχουν καθιερώσει εορτή στο Μαρούσι και η μεγάλη πλειοψηφία των Σιφνιών πηγαίνει εκεί. Υπάρχουν όμως και μερικοί που δεν μένουν κοντά στο Μαρούσι και εκείνη την μέρα πηγαίνουν (ή πήγαιναν) στον Αγιο Συμεών στα Αναφιώτικα.

  46. Πέπε said

    @45:

    Στην Ανάφη τραγουδάνε διάφορα δίστιχα πάνω στο μοτίβο «ανάμεσα (=καταμεσίς) στη θάλασσα θα χτίσω … για να περνά η αγάπη μου …». Έτσι, για παράδειγμα:

    -Ανάμεσα στη θάλασσα θα χτίσω ένα φουγάρο
    για να περνά η αγάπη μου ν’ ανάβει το τσιγάρο.

    (Αυτό είναι εμφανές ότι αναφέρεται σε ναυτικούς.)

    -Ανάμεσα στη θάλασσα θα χτίσω ένα σχολείο
    για να περνά η αγάπη μου με το χρυσό βιβλίο.

    (Εδώ μάλλον δε χρειάζεται να γυρεύουμε πολλή κυριολεξία…)

  47. gpoint said

    Ανάμεσα στη θάλασσα θα κτίσω ένα φούρνο
    για να ρωτάς πως θα γενεί και να σε λέω στούρνο ! 🙂

  48. mitsos said

    Συνταρακτικό .
    Δυο στάλες είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στις κόχες των ματιών μου εκεί στα μέσα. Τις σκούπισα , σοβάρεψα και ξανάρχισα από την αρχή λίγο πιο προσεκτικός στην μελέτη του – δύσκολου παραγματικά κειμένου – αλλά με απόφαση αυτή τη φορά πιο ψυχρός. Στο κείμενο είχε επενδυθεί όχι μόνο πάθος αλλά κοπιαστική έρευνα και δημιουργικό μεράκι.

    Δεν είχε έρθει νομίζω τις δυο φορές που συμμετείχα σε συναντήσεις . Αλλά ήταν σαν να την γνώριζα.

    Δυο μεγάλο ευχαριστώ στην ΛΟΥ και στο Χτήνος, άντε και ένα τρίτο στο Νικοκοίρη.

    Καληνύχτα .

  49. sarant said

    46 Καλό.

  50. ΚΩΣΤΑΣ said

    Η αείμνηστη Κρόνη μας, ζει στο μυαλό και στις καρδιές μας. Μπράβο στη Λου, στο Χτήνος και στον Νικοκύρη, που τέλεσαν σήμερα αυτό το ετήσιο φιλολογικό μνημόσυνο στη μνήμη της. Μας έδωσαν κι εμάς την ευκαιρία να συμμετάσχουμε.

    Με συγκίνησε το κείμενο της Κρόνης και εκ των υστέρων γνώρισα μια ακόμη πτυχή της πολυσχιδούς προσωπικότητάς της. Η τοπική ιστορία, ο πολιτισμός και τα κοινωνικά ζητήματα αναδύονται με πολύ έντονο και καλό τρόπο μέσα από το υπέροχο αυτό κείμενο.

    Να είμαστε καλά να τη θυμόμαστε πάντα και να την τιμάμε.

  51. nwjsj said

    Μπράβο στη Λουκρητία και το Χτήνος που μας έδωσαν την ευκαιρία να διαβάσουμε ένα τόσο όμορφο κείμενο γεμάτο εικόνες και ευωδιές για τα αγαπημένα Αναφιώτικα!

    Λυπάμαι πολύ που δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω έναν τόσο υπέροχο άνθρωπο σαν την Αμαλία Βασιλακάκη που κατάφερε να κάνει τη διαφορά στις ζωές τόσων ταλαίπωρων και κατατρεγμένων. Όπου και όπως μπορούμε, ας ακολουθήσουμε το παράδειγμά της.

    Εδώ μια σύντομη ανάλυση της επανεκλογής ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβρη του ’15 στο λατινοαμερικάνικο δίκτυο TeleSur:

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δικό σου σήμερα το νήμα
    -συνεργασία- ο τίτλος συνεπής
    είχες καιρό να δώσεις σήμα
    εσύ που τόσα είχες να μας πεις

    Θαυμάζω πώς απλώνεις στις αράδες
    του ανθρώπου και του τόπου το λυγμό
    κι αφήνεις να κυλά απ΄τις χαραμάδες
    το δίκιο το παλιό με τον καημό

    Οργή και στοχασμός και πόνος
    -βαθύ νερό να σκύψω να σε δω-
    ίδια ως σ΄ήξερα κι ας κλείνει χρόνος
    Κρονούλα που δεν είσαι πια εδώ
    😥

  53. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    8 >>Ο μιναδόρος από τη μίνα,
    Παραμίνα λένε το σιδερένιο μακρύ σαν ακόντιο λοστάρι που ανοίγανε (με τα χέρια παλιά) τις τρύπες στα βράχια που τις γέμιζαν μετά μπαρούτι και τ΄ ανατίναζαν (Βάρδα φουρνέλο).

  54. Lez Did said

    «μόνον ἡ τουρκικὴ λέξις γκιουζὲλ θὰ ἠδύνατο κατὰ προσέγγισιν νὰ ἐκφράσῃ»

    Με τους πρώτους ολυμπιακούς αγώνες παράγγειλαν στους λογίους να γράψουν για την Αθήνα ως ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και ο Παπαδιαμάντης έστειλε

    «Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις

    Συνέπεσε μίαν ἑσπέραν, ὥρᾳ καθ᾿ ἣν ἤναπτον τοὺς φανούς, νὰ διέλθω πλησίον τοῦ παλαιοῦ Τζαμίου, παρὰ τὰς ποινικὰς φυλακάς. Ἐκεῖ, ἔξω εἰς τὸν πρόδομον, ἄνωθεν τῆς πλατείας μαρμαρίνης κλίμακος, εἶδον μορφὴν γυναικὸς μὲ μακροὺς λευκοὺς πέπλους, νὰ ἵσταται ἀκίνητος ἔξωθεν τῆς θύρας, ἐπὶ τοῦ προδόμου. Εἶπα: «Ἰδοὺ βγαίνουν ἀκόμη φαντάσματα!» Καὶ ᾐσθάνθην κρυφὴν χαράν.

    Δὲν ἠρώτησα ἂν εἶχον προορίσει τὸ Τζαμίον ὡς κατάλυμα διὰ γυναικόπαιδα, πρόσφυγας ἀτυχεῖς, ἀποδιωγμένους ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν ἀνεμοζάλην, θύματα τοῦ μίσους καὶ τοῦ φανατισμοῦ. Ὅταν ἀπεμακρύνθην μόνον ἐπαρουσιάσθη ἡ ἐξήγησις, ἡ εἰκασία αὕτη, εἰς τὸ πνεῦμά μου.

    Ὑπῆρχον ἀνέκαθεν, ἐκτὸς τοῦ Τζαμίου τούτου, δύο ἄλλα, ἴσως μικρότερα. Τὸ ἓν εἶχε χρησιμεύσει ὡς φυλακή, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, τὸ ἄλλο ὡς στρατιωτικὸς φοῦρνος. Ἐκεῖνο, περὶ οὗ ἐν ἀρχῇ ὁ λόγος, ἐχρησίμευεν ὡς στρατὼν τῶν ἀνδρῶν τῆς μουσικῆς. Τὸν χορὸν τῶν ὀρχουμένων δερβισῶν διεδέχθη χορὸς μουσικῶν Ἑλλήνων.

    Ὅταν ἐτύχαινε νὰ περάσῃς κάπου ἐκεῖ σιμά, κατ᾿ ἐκείνους τοὺς χρόνους, ἤκουες τὸν εὐάρεστον καὶ παράξενον ἦχον τῶν χορδιζομένων ὀργάνων καὶ τῶν συλλαβιζομένων ἢ παραλλαγιζομένων μελῳδιῶν. Καὶ διετίθεσο τότε εὐθύμως, καὶ ἐνόεις τί θὰ πῇ νὰ εἶναί τις δερβίσης.

    Γύρω – γύρω, ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη δωδεκάδες μαγειρεῖα καὶ πατσατζίδικα καὶ εἰκοσάδες ταβέρνες. Ἐκεῖ ἦτο ἡ Παλαιὰ Ἀγορά. Ἐκεῖ ἦσαν ὑπόγεια μὲ δεκαπέντε καὶ εἴκοσι σκαλοπάτια κάτω, ὅπου ἦτο κόπος ν᾿ ἀναβῇ τις πλέον, ἅμα ἅπαξ κατέβαινεν. Ἐκεῖ ἐπωλεῖτο ἡ εὐθυμία. Μὲ εἴκοσι ἢ τριάντα λεπτὰ ἠγόραζέ τις μεγάλην δόσιν, μέγα ποσὸν εὐθυμίας. Μὲ ἑξῆντα λεπτὰ ἠγόραζον ὁλόκληρον τὴν εὐθυμίαν.

    Ὅλα αὐτὰ ἦσαν πολὺ γείτονα μὲ τὸ Τζαμίον, ζῶσαν ἀνάμνησιν τῆς παλαιᾶς πόλεως, καὶ στρατῶνα τῶν ἀνδρῶν τῆς μουσικῆς. Ἀπὸ ὅλους τοὺς καλλιτέχνας, τοὺς μουσικοὺς ἀγαπῶ περισσότερον. Εἶναι πολὺ καλὰ παιδιά, καθὼς λέγουν οἱ Γάλλοι.

    Τώρα δὲν ἠξεύρω πλέον εἰς τί χρησιμεύει τὸ Τζαμίον. Ποτὲ δὲν ζητῶ πληροφορίας. Ἄλλως, οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι τώρα τόσον πολυάσχολοι, ὥστε διὰ νὰ ἐρωτήσῃς κανένα τίποτε, πρέπει νὰ τοῦ πληρώσῃς τὰ χασομέρια του.

    Ὅλα ταῦτα ἴχνη τῆς Τουρκοκρατίας. Ἤκουσα ὅτι οἱ Τοῦρκοι τῶν Ἀθηνῶν ἦσαν πολὺ καλοὶ καὶ φρόνιμοι ἄνθρωποι. Ὡμίλουν ἑλληνιστί. Ἐπονοῦσαν τὸν τόπον. Ὅσοι ἐπέζησαν μετὰ τὴν Ἀνεξαρτησίαν, καὶ ἠναγκάσθησαν ἀπὸ τὰς προλήψεις τῆς φυλῆς των νὰ φύγουν, ἔχυσαν πύρινα δάκρυα. Ἐπώλησαν πλεῖστα κτήματα ἀντὶ ἑκατοντάδων τινῶν γροσίων. Ἄλλοι τὰ ἄφησαν ἔρημα, διὰ νὰ τὰ καταλάβουν οἱ ἡμέτεροι Ἀθηναῖοι.

    Ἐκ τῶν προμάχων τῆς Ἀκροπόλεως ὀλίγοι ἐζήτησαν ἢ ἔλαβον μισθοὺς καὶ βαθμούς. Ἐπροτίμησαν ὡς πρακτικοὶ ἄνθρωποι, προβλέποντες τὴν ὑπερτίμησιν τῶν γαιῶν, ν᾿ ἀποκτήσουν περιουσίας. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας, τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα τῆς διαδικασίας ἦτο ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις. Ὅσοι τῶν Ἀθηναίων ἦσαν νηφάλιοι, καὶ τοιοῦτοι ἦσαν πλεῖστοι, ἔσπευδον νὰ ἐπωφεληθῶσιν. Οἱ λοιποὶ ἐλάμβανον ἓν ἢ περισσότερα σβάντσικα καὶ ἠγόραζον τὴν εὐθυμίαν εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Ἀγορᾶς καὶ τῆς Πλάκας. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἐσχηματίσθησαν πολλαὶ περιουσίαι, καὶ πλεῖστοι ἀπέθανον ἐπὶ τῆς ψάθης.

    Ἐκεῖ ὄπισθεν εἶναι τὰ Τσαρουχάδικα, ὁ στενὸς μικρὸς δρομίσκος, μὲ τὰ μαγαζάκια ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὅπου μυρίζει τελατίνι, καὶ βλέπει τις λευκὰς ποδιὰς καὶ μπόλιες, καὶ ἀκούει κετοὺ ἴστε καὶ μαρὰζ μὸς βέρ. Κάτω, πρὸς δυσμάς, εἶναι τὰ Γύφτικα.

    Ἐλέχθη πρὸ καιροῦ ὅτι εἶχαν ἀποφασίσει νὰ μετατοπίσουν ὅλον τὸ ἰσνάφιον τοῦτο εἰς τὰ Πετράλωνα ἢ δὲν ἠξεύρω ποῦ. Τώρα δὲν ἔμαθα ἂν τὸ σχέδιον ἐγκατελείφθη. Ποτὲ δὲν μανθάνω τι ἐγκαίρως. Θὰ ἦτο λυπηρὸν νὰ ἔλειπεν ἀπὸ ἐκεῖ ὅλος ὁ εὐάρεστος ἐκεῖνος θόρυβος τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐργασίας, ὁποὺ στομώνει τὰ ὦτα καὶ δυναμώνει τὰ νεῦρα. Δὶς ἢ τρὶς τῆς ἑβδομάδος μ᾿ ἀρέσει νὰ περνῶ ἀπ᾿ ἐκεῖ. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα διὰ τοὺς παροίκους, τοὺς τυχὸν ἀσθενεῖς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι συνηθίζει τις μὲ τὸν καιρόν, ἀρκεῖ νὰ μὴν εἶναι ἄρρωστος.

    Πέραν τῆς συνοικίας τοῦ Ἁγίου Φιλίππου εἶναι ἡ Παναγία ἡ Βλασαροῦ, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, καὶ ἀνατολικώτερον, ἄνωθεν τῆς Πύλης τῆς Ἀγορᾶς, τὸ Ριζόκαστρο. Ἡ συνοικία αὕτη μοῦ εἶναι γνωστὴ καὶ προσφιλής. Ἐνθυμοῦμαι μίαν παλαιὰν οἰκίαν, μὲ μεγάλην αὐλήν, μὲ ἔξοχον μεγελοπρεπῆ θέαν πρὸς τὸν Ἐλαιῶνα, τὴν Πεντέλην καὶ τὸν Πάρνηθα.

    Ἐκεῖ ἤκουα, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τακτικὰ πᾶσαν νύκτα κιθάραν καὶ ᾆσμα καὶ μανδολῖνον. Ἡ πατινάδα ἤρχετο κάθε βράδυ, περὶ τὴν ὥραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ἔστεκε μισὴν ὥραν ἔξω τῆς αὐλῆς, σιμὰ εἰς τὴν βρύσιν, κάτωθεν τοῦ παραθύρου μὲ τὸ σιδηροῦν κιγκλίδωμα, καὶ ἔψαλλε ρωμαντικὰ τραγούδια. Ἐπάνω εἰς τὸ παραθυράκι, αἱ γάστραι μὲ τὰ βασιλικά, μὲ τοὺς μενεξέδες, καὶ μὲ πολλῶν λογιῶν φραγκολούλουδα, τῶν ὁποίων δὲν ἠξεύρω τὰ ὀνόματα, ἐφαίνοντο ὅτι ἐσείοντο ἴσως ἀπὸ τὴν νυκτερινὴν αὔραν, ὁποὺ ἔπνεεν εἰς τὸ ὕψωμα ἐκεῖνο.

    Δὲν ἦσαν αἱ γάστραι ὁποὺ ἐσείοντο, ἦσαν δύο ὡραῖαι ξανθαί, κασταναὶ κεφαλαί, μὲ ἀναδεδεμένας τὰς κόμας, μὲ ἡδυπαθεῖς τακεροὺς ὀφθαλμούς. Δὲν ἠδύναντο νὰ κοιμηθῶσιν ἐνωρίς, καὶ εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξέρχωνται διὰ ν᾿ ἀκούσωσι τὴν πατινάδαν. Ἤκουες μειλιχίους ψιθυρισμοὺς ν᾿ ἀναμειγνύωνται μὲ τὴν νυκτερινὴν αὔραν, καὶ ὅλα αὐτά, ἡ μελῳδία τῶν ᾀσμάτων, τῆς κιθάρας οἱ φθόγγοι, τὸ φύσημα τῆς αὔρας, οἱ ψιθυρισμοὶ εἰς τὸ σκότος, καὶ τῶν ἀνθέων τὸ ἄρωμα, ἀπετέλουν κρᾶμά τι ἡδυπαθές, ἀπερίγραπτον, ἄρρητον, τὸ ὁποῖον μόνον ἡ τουρκικὴ λέξις γκιουζὲλ θὰ ἠδύνατο κατὰ προσέγγισιν νὰ ἐκφράσῃ.

    Ὁ κόσμος καὶ τὸ ᾆσμα καὶ ἡ ἀπόλαυσις αὐτὴ μὲ ἀπεκοίμιζον ὡραῖα, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Ἔκτοτε εὐτυχίαν λογίζομαι ν᾿ ἀκούω μουσικὴν καὶ ᾆσμα κατὰ τὰς ὥρας τοῦ ὕπνου ἢ τῆς ἀυπνίας. Δὲν ἦτο ἀδικαιολόγητον τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον ἤκουσα τελευταῖον παρά τινος τάξεως πολιτῶν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου των, ὅτι ἤθελε νὰ ἐμποδίσῃ τὰ βιολιὰ καὶ τὰ τραγούδια, κατὰ τὰς ἑσπέρας τῶν Κυριακῶν καὶ ἑορτῶν, καὶ μάλιστα καθ᾿ ὃν χρόνον εἶχον μορφωθῆ καλοὶ τραγουδισταὶ καὶ ὀργανοπαῖκται μεταξὺ τῆς νεολαίας. Διὰ τοὺς δευτέρους ἦτο καὶ ὑλικὴ ζημία. Ἦτο διωγμὸς καθ᾿ ἑνὸς κλάδου τῆς βιομηχανίας. Δὲν ἄφηναν τοὺς καλοὺς νέους ἐλευθέρους νὰ διασκεδάζουν τὸν ἑαυτόν τους καὶ τοὺς ἄλλους; Δὲν διασκεδάζουν δωρεὰν καὶ οἱ ἴδιοι; Θὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐκήδοντο τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς τάξεως. Ἀλλὰ τότε ἔπρεπε ν᾿ ἀπαγορεύουν τὸν οἶνον καὶ ὄχι τὰ βιολιά. Ὅπου βιολιά, δὲν γίνονται συνήθως καυγάδες. Ὁ θόρυβος τῆς μουσικῆς ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ λογομαχήσουν. Ἡ ἡδύτης τῆς μελῳδίας, καὶ ἀφοῦ σιγήσουν ἀκόμη τὰ ὄργανα, ἀπελαύνει τὰ ἐχθρικὰ αἰσθήματα.

    Ὀλίγον παραπάνω εἶναι τ᾿ Ἀναφιώτικα. Ἐκεῖ ἀνάφτουν καθ᾿ ἑσπέραν ἐναέριοι λύχνοι. Ἐκεῖ εἶναι ἀναρίθμητα παλαιὰ παρεκκλήσια, χωμένα κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν γῆν. Ὑπάρχουν σπήλαια τεχνητὰ καὶ φυσικὰ φρέατα. Σταυροὶ λαξευμένοι ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους. Κανδῆλαι ἀναμμέναι εἰς μικροὺς σηκούς, εἰς παλαιοὺς βωμοὺς περιφράκτους, θυμίαμα, κηρίον, λατρεία. Ἀντηχεῖ ὑψηλὰ ἐκεῖθεν ἀκόμη τό, Ἀγνώστῳ Θεῷ.

    Ἐκεῖ ἐπιφαίνονται ἐνίοτε δύο λαμπραὶ ὀπτασίαι.Ἡ μία φορεῖ πενιχρὸν χιτῶνα, καὶ ἀναβεβλημένον ἐπὶ τῶν ὤμων τὸ ἱμάτιον. Κρατεῖ βακτηρίαν. Γαλιλαῖος, ἐπίρρινος, ἀναφαλαντίας, καὶ ἁρπαγεὶς ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Ἡ ἄλλη φορεῖ φαιλόνιον ὑφασμένον μὲ ἐρυθροὺς σταυρούς, ἐπιτραχήλιον κεντητὸν μὲ ἀγγελούδια, καὶ ὠμοφόριον ἀπὸ μαλλίον προβάτου. Εὐθύρριν, βαθυπώγων, σεβάσμιος, ἐξήρθη ποτὲ μέχρι τῆς ἄνω ἱεραρχίας καὶ περιέγραψε τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων.

    Ἀμφότεραι αἱ ὀπτασίαι εἶναι ὑψηλαί, ἐπιβάλλουσαι, μεγαλοπρεπεῖς. Ἡ πρώτη ὀνομάζεται Παῦλος, ἡ δευτέρα Διονύσιος.

    Ἐκεῖθεν καὶ ἐφεξῆς, ὑψηλά, ἐπάνω, ἐπιφαίνεται μία αἴγλη. Σέλας συλληφθέν, ἀκτὶς ἡλίου στερεοποιημένη. «Μάρμαρον θεῖον, ὁποὺ πρέπει νὰ τὸ φιλήσῃ τις», καθὼς εἶπεν ὁ Ἀμπού, ὁ σατυριστὴς τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Ἂς ὀπισθοχωρήσωμεν, ἢ μᾶλλον ἂς σταματήσωμεν ἐδῶ. Σαρκικοί, ὑλόφρονες καὶ νωθροὶ ἄνθρωποι, δὲν δύνανται ν᾿ ἀνέλθωσιν εἰς τὸν ἱερὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως.»

    http://papadiamantis.net/Ποιήματα-καὶ-Ἄρθρα/Φιλολογικά

  55. sxoliastis2020 said

    Εξαιρετικό κείμενο.
    Το πάθος ξεχειλίζει!
    Κρίμα για την Καθημερινή.

  56. loukretia50 said

    «Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»
    Πόσοι μπορούν?

    Προσωπικές μαρτυρίες μεταναστών –μαθητών του σχολείου για τους μετανάστες (που λειτουργεί από την ομάδα δασκάλων «Τα πίσω θρανία») οι οποίοι ζουν και εργάζονται στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια.

    Click to access diadromes1.pdf

    (Eλπίζω να βγαίνει σωστά)

  57. Γς said

    Κι έγραφα εδώ

    Και ξαφνικά μου λέει μια φίλη:

    «Χτες σε ονειρεύτηκα, μου είχες χαρίσει λέει, ένα πολύτιμο βιολί να σου φυλάξω»

    Κι άρχισα να ονειρεύομαι. Το βιολί. Το πολύτιμο βιολί, βιολί stradivarius, βιολί σαντουροβιόλι.[Θα χορέψουν οι διαβόλοι – βιολί σαν του Ροβιόλη] και άλλα τέτοια κι άρχισα να το φωνάζω ούρμπι και όρμπι μέχρι που μου είπε:

    «αισθάνομαι σαν να έχω βγάλει σε πλειστηριασμό το βιολί που μου εμπιστεύτηκες χτες στον ύπνο μου»

    Κι έκλαψα οικτρώς που δεν μπορώ πια να ονειρευτώ ούτε με ξένα όνειρα

    ——–

    Ναι, ήταν αυτή

    Πώς ξαναγυρίζουν οι ψυχές αν ισχύει μετεμψύχωση;
    Είναι τόσο καλοί όσο στην προηγούμενη ζωή τους;
    Θυμούνται τίποτα από τους πόνους που βίωσαν;

    Μυρτώ ονόμασαν οι νοσηλευτές του νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία το νεογέννητο μωρό που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο, στο πεδίο του Άρεως.

    Είναι δυο εβδομάδων και ζυγίζει τρία και κάτι κιλά.
    Σε καλά χέρια πια πίνει το γαλατάκι του και κοιμάται ευτυχισμένο σαν γατάκι που γουργουρίζει.

    Θέλω να ισχύει η μετεμψύχωση

  58. gpoint said

    Η Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης ανακοίνωσε την ακύρωση της σεζόν 20-21 και τον προγραμματισμό της 21-22 ελπίζοντας στην μέχρι τότε ήττα του κορονοϊού

  59. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    Δεν πρόκαμα χθες το βράδυ να ανεβάσω ακόμη ένα βιντεάκι που έχω και που επιμελήθηκε η Κρόνη, οπότε κάλιο αργά παρά ποτέ…

    Μιλά για τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή του 2014 (Συρία κλπ.), τους βανδαλισμούς παγκόσμιων μνημείων πολιτισμού (π.χ. στην Παλμύρα), τα θύματα και τους κατατρεγμένους, τους πρόσφυγες κλπ. και γενικότερα για τα εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα που προέρχονται από τα στρατηγικά, οικονομικά κι άλλα συμφέροντα…

  60. sarant said

    58 Σοβαρά; Και καλά αυτοί, θα αντέξουν. Οι άλλες όπερες;

    59 Α μπράβο!

  61. 54 Α, τι ωραίο αυτό! δεν το ήξερα.

  62. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Κείμενο καρδιάς και νου (γνώση)! Πολύ ωραίο. Με καταπληκτικές εικόνες μιας άλλης εποχής… Που παρόμοιες έχουμε μερικοί από ‘μας φυλαγμένες σε κάποιο κουτάκι της μνήμης…
    Ευχαριστίες σε όσους συνεργάστηκαν για το σημερινό (χθεσινό) και ας θυμόμαστε την Κρόνη – όταν οι συνθήκες το (την) καλούν…

    ’’Με καϊκι πήγαμε, … οχτώ μέρες βάσταξε το ταξίδι, …το ηλιοβασίλεμα να βάφεται η θάλασσα κόκκινη, και εγώ να θυμάμαι το τραγούδι του αδερφούλη μου: «Απ’όταν εγεννήθηκα φωτιά με τριγυρίζει, και να με κάψει δεν μπορεί μόνο με φοβερίζει.»’’

    (Ίσως δεν ήταν του γούστου της Κρόνης, αλλά το βάζω για την παραλλαγή του στίχου).

    ’’Ρημάζουνε και πέφτουν τα σπίτια που δεν μένουν άνθρωποι, αυτά που κάνανε αποθήκες, κι αυτά που θέλουνε να κάνουνε γραφεία.’’
    Παροιμία: «Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη».

    – Ο Ι. Κονδυλάκης, σε ένα χρονογράφημά του στο ΕΜΠΡΟΣ της 11/12/1906 με τίτλο «Οι λιλιπούτειοι», αναφέρεται στ’ Αναφιώτικα. Όπου, ξεκινώντας με μια ανάλαφρη και παιγνιώδη περιγραφή της περιοχής με τα ‘λευκά σπιτάκια’, στο τέλος υπερθεματίζει για την ‘άρσιν της αταξίας’, δηλαδή ‘να κρημνισθούν από την πλευράν του ιερού βράχου’, χαρακτηρίζοντάς τα ‘ασεβή παράσιτα’. [Σχεδόν πάντοτε ο Ι.Κ. υπέρ της ευταξίας, του νόμου κλπ…] http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=108&dc=11&db=12&da=1906

    52, 54.
    👍

  63. spyridos said

    Σήμερα βρήκα το χρόνο να το διαβάσω με ησυχία απόλυτη.
    Ευχαριστώ σε όλους όσους κόπιασαν να το παρουσιάσουν.

    Υπάρχουν απ όσο ξέρω δυο ακόμα οικισμοί που φτιάχτηκαν από μετοίκους με την τεχνοτροπία του τόπου τους.
    Κάποια υπολείμματά τους διασώζονται και σήμερα.
    Τα Γαυδιώτικα στην Παλιόχωρα των Χανίων και τα Ικαριώτικα στο Πέραμα.

  64. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Βρήκα τυχαία την παρουσία της Κρόνης σ΄ένα κείμενο του Μακριδάκη πριν οκτώ χρόνια. Για τη μνήμη της.

    Περιττό να σας πω τι άλλο βλέπετε στις φωτογραφίες,είπαμε γιορτή ήταν,κάναμε και τα γενέθλια της Ρόζας, μας έπαιξε κι ένα θεατρικό σκετσάκι η Αμαλία και φάγαμε και ήπιαμε,όλοι μαζί από αυτά που φέραμε ρεφενέ κι αυτό θα κάνουμε μέχρι τελικής νίκης,όσο έχουμε έτσι θα μοιραζόμαστε και την Κυριακή και την ρακή και την λογοτεχνία!
    http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.com/2012/10/blog-post.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: