Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τα κρούσματα (διήγημα)

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2020


Κάνω μια ζαβολιά στο σημερινό λογοτεχνικό μας άρθρο. Δεν αναφέρω το όνομα του συγγραφέα, κι αυτό βέβαια σκόπιμα: για να δείτε τίτλο «Τα κρούσματα» και να σκεφτείτε ότι πρόκειται για φρέσκο διήγημα, γραμμένο μέσα στην πανδημία -που μιλάει για ασυμπτωτικά κρούσματα, για τεστ, για το δίλημμα ενός θρησκευτικού ή πολιτικού ηγέτη που κάποιος στενός συνεργάτης του βρέθηκε θετικός… αλλά όχι.

Θα υπάρχουν διηγήματα γραμμένα μέσα στην πανδημία και για την πανδημία, κι αν ξέρετε κανένα καλό να μου το συστήσετε να το βάλω καμιά Κυριακή, αλλά το σημερινό, παρά τον τίτλο του, δεν έχει σχέση με τον κορονιό ούτε με άλλον ιό ή άλλην πανδημία. Κι η λέξη, άλλωστε, του τίτλου έχει άλλη σημασία -αν και τα τότε κρούσματα επίσης φόβο προκαλούσαν.

Το διήγημα είναι του Παπαδιαμάντη, και «Τα κρούσματα» είναι τα φαντάσματα ή τα στοιχειά, όπως τα λέγανε στη Σκιάθο. Και το διήγημα είναι σκιαθίτικο. Περιγράφει μια διανυκτέρευση στο «χωριό», το Κάστρο, τον παλιό και ερειπωμένο πια οχυρωμένο οικισμό όπου κατοικούσαν τα παλιά χρόνια οι Σκιαθίτες (για τον φόβο των πειρατών) πριν τον εγκαταλείψουν για την παραθαλάσσια σημερινή πόλη. Στο έργο του ο Παπαδιαμάντης συχνά αναφέρεται στο Κάστρο. Ο ίδιος δεν το πρόλαβε ζωντανό, αφού οι Σκιαθίτες το εγκατέλειψαν το 1829, όμως το πρόλαβαν οι Σκιαθίτες της προηγούμενης απ’ αυτόν γενιάς. Αυτό θα το δούμε και στο σημερινό διήγημα.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1903 στο περιοδικό Παναθήναια. Το κείμενο το πήρα απο τον ιστότοπο papadiamantis.net και το μεταφέρω αυτούσιο, χωρίς μονοτονισμό ή άλλες επεμβασεις. Εξηγώ κάποιες λαϊκές λέξεις με αστερίσκο, όχι όμως τις καθαρευουσιάνικες που είναι πολλές στην αρχή. Αξίζει να μην αποθαρρυνθεί κανείς από την κακοτράχαλη αρχαΐζουσα αρχή -μόλις γίνει λόγος για ζωντανούς ανθρώπους γλυκαίνει το ύφος και γίνεται πιο προσιτή η γλώσσα.

Τα κρούσματα

Γενικὸν προσκύνημα τῶν κυμάτων, καθολικὴ σύναξις ὅλων τῶν βρυχηθμῶν τῶν ἀνέμων καὶ ὅλων τῶν ἀλαλητῶν τῶν καταιγίδων, ἦτον ὁ ὀρφνὸς καὶ φαλακρός, ὁ ὑψίνωτος τῆς πέτρας πάγος. Παλάτιον τῆς ἐρημίας καὶ τῆς σιγῆς, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ὁ πελώριος βράχος ὁ βορεινός, ὁ θαλασσόπληκτος, ἐπάνω τοῦ ὁποίου ἦτο κτισμένον ποτὲ τὸ παλαιόν, τὸ κατηρειπωμένον σήμερον χωρίον. Δὲν ὑπῆρχε κῦμα τοῦ θρᾳκικοῦ πελάγους καὶ τῶν κόλπων τῆς Χαλκιδικῆς, δὲν ὑπῆρχε κῦμα ἐξωσμένον ἐκ τῆς Μαύρης Θαλάσσης καὶ τῆς Προποντίδος, διωγμένον ἀπὸ τοὺς κόλπους καὶ διϋλισμένον διὰ τῶν πορθμῶν, ἀποπτυσμένον ἀπὸ τοὺς ἀφροὺς τοῦ πελάγους καὶ ἐξερευγμένον ἀπὸ τὰ ἀβόλιστα βάθη τοῦ πόντου, τὰ κάτωθεν τοῦ πολιοῦ, καταπληκτικοῦ Ἄθωνος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ἤρχετο νὰ φιλήσῃ τὰ κράσπεδα τοῦ ἀμαυροῦ τιτανείου βράχου.

Ἀνέτεινεν ἐπάνω τῆς θαλάσσης εἰς ὕψος ἔμπληκτον, πλῆρες ἰλίγγου καὶ σκοτοδίνης, καὶ ἦτο ποτὲ καλιὰ πλήρης ψυχῶν καὶ φωνῶν, καὶ τώρα ἦτο ἔρημος πλήρης ἐρειπίων. Καὶ δύο μεγάλοι αἰγιαλοὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἁπλώνονται, κάτω, εἰς τὰ θεμέλια δύο φοβερῶν κρημνῶν. Ὁ εἷς σπαρμένος μὲ βράχους κομμένους εἰς σχήματα πρανῆ καὶ κωνοειδῆ, ὡς λείψανα παλαιᾶς γιγαντομαχίας σωζόμενα εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, στρωμένος μὲ χαλίκια λευκά, ἐρυθρά, μαργαρώδη, ἐπίχρυσα, καὶ μὲ ἄμμον φαιάν, στίλβουσαν· καὶ ἡ ἄμμος κυρτοῦται διὰ μιᾶς, καὶ ὁ βυθὸς ἀποτόμως βαθύνεται· ὁ κολυμβητής, ἂν ἤθελε τολμήσει νὰ ἐπιβῇ εἰς τὸ κῦμα, ἕλκεται πρὸς τὴν σύρτιν τὴν βαθεῖαν, τὴν λευκὴν καὶ πρασινίζουσαν καὶ γαλανήν, τὴν οὖσαν λίκνον τοῦ μικροῦ Τρίτωνος καὶ παστάδα τῆς μελαγχολικῆς Σειρῆνος, ὅπου ἀφρὸς καὶ πόντος, ὅπου κῦμα καὶ ἄβυσσος, φαιδρῶς παίζουσι ποικίλην καὶ ἐνίοτε φοβερὰν παιδιάν.

Δεξιὰ πρὸς ἀνατολὰς ἀντικρύζει ὁ μέγας βράχος, εἰς δέκα πρυμνησίων ἐναέριον ἀπόστασιν μὲ τὴν ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη τὴν λευκὴν καὶ κυρτήν, ὅπου φαντάσματα καὶ δαίμονες, σπανίως ὁρατοί, δὲν παύουν νὰ κυλίωσι παμμεγέθεις λίθους, ἀπὸ τὴν σάραν καὶ τὸν κρημνὸν τὸν εὐόλισθον. Κάτω εἰς τὴν βάσιν τοῦ κρημνοῦ, μίαν σπιθαμὴν πρὸ τῆς ἅλμης τοῦ κύματος, ἐπὶ τῆς πέτρας τῆς προβλῆτος, ρέει βρύσις γλυκύ, ψυχρόν, παγωμένον νερόν. Τὸ πρωὶ πολλάκις πλησιάζουν ἀπὸ τοῦ πελάγους ψαράδες μὲ τὴν βάρκαν, διὰ νὰ πίουν καὶ νὰ γεμίσουν τὰ βαρέλια. Καὶ τὸ νερὸν ὅλην τὴν ἡμέραν μένει ψυχρὸν καὶ παγωμένον μέσα εἰς τὰ βαρέλια, κατὰ Ἰούλιον μῆνα, ὑπὸ τὰς φλεγούσας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἀπὸ τὰς ὁποίας ψήνονται πεταλίδες καὶ πορφύραι καὶ ὀστρείδια ἐπάνω τοῦ μικροῦ φατνώματος τῆς πλώρης τῆς βάρκας.

Πλὴν ἀνίσως, τὴν νύκτα, οἱ ψαράδες, ἀπόκοτοι, τολμήσουν νὰ πλησιάσουν διὰ νὰ ὑδρευθοῦν εἰς τὴν δροσερὰν βρύσιν τὴν μαγικήν, κάτω εἰς τὰ κράσπεδα τῆς ἀκτῆς, ἐπὶ τῆς προβλῆτος χθαμαλῆς πέτρας, τότε βρόντος καὶ πάταγος ριγηλὸς ἀντηχεῖ ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ ἄνωθεν, καὶ λίθοι καὶ βράχια τρομακτικὰ κυλίονται κατερχόμενα κατὰ τῶν κεφαλῶν τῶν ψαράδων… Τότε μόλις οὗτοι προφθάνουν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν των καὶ νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν… Οἱ λίθοι ἐκεῖνοι θὰ ἦσαν ἱκανοὶ καὶ αὐτομάτως νὰ κυλίωνται ἀπὸ τὸν κρημνὸν ἐκεῖνον… πόσῳ μᾶλλον ὅταν ἀόρατοι δυνάμεις δαιμονίων τοὺς ὠθοῦσι προσκολλώμενοι εἰς τὸ ὀλισθηρὸν τῆς ἀκτῆς, ὅπως συνήθως προσκολλῶνται εἰς τὸ ἀσθενὲς μέρος, εἰς ἔρωτας καὶ μίση, ἐξάπτοντες τὸ πάθος εἰς φλεγμονήν, καὶ τρέποντες τὴν ὀργὴν εἰς λύσσαν…

Ἀριστερόθεν τοῦ γιγαντιαίου βράχου τοῦ Ἐρήμου Χωριοῦ, πρὸς δυσμάς, ἄλλος αἰγιαλὸς ἀπρόσιτος, ἄνορμος ἁπλώνεται. Δὲν φαίνεται ἐκεῖ στρῶμα κομψῶν χαλικίων καὶ ἄμμου στιλπνῆς οὔτε εἶναι ὁρατὴ τῆς θαλασσίας νύμφης ἡ παστάς, ὁ θάλαμος τῆς Νηρηίδος. Πέλαγος βαθὺ ἕως τὴν ἀντικρινὴν στερεὰν ἁπλοῦται, καὶ μονόχορδος ὑμνῳδὸς δὲν παύει νὰ τὸ ὀργώνῃ ὁ ἄνεμος, ὁ Ἀργέστης. Καὶ κατέμπροσθεν, ὀλίγον βορειοδυτικῶς εἰς τὸν βράχον τοῦ Ἐρήμου Χωριοῦ, ἀπεσπασμένοι, βαπτισμένοι εἰς τὸ κῦμα δύο βράχοι παντέρημοι ἀνακύπτουσι. Κάτω εἰς τοὺς πόδας τούτων, εἰς τὰ ἄντρα τὰ θαλάσσια καὶ τὰς σπιλάδας τὰς θαλασσογλύπτους, ἐκεῖ βόσκουσι καὶ λοξοπατοῦσι τὰ θαυμασιώτερα πετροκάβουρα καὶ παγούρια τοῦ κόσμου, μὲ τὰ ἐρυθρὰ προέχοντα ὡς κλαδωτὰ αὐγά των, ψηνόμενα, ψάλλοντα μελῳδικῶς εἰς τὴν ἀνθρακιάν, μεγάλα, εὔχυμα τὴν γεῦσιν. Κ᾽ ἐπάνω εἰς τοὺς δύο ἐκείνους ὑψηλοκρήμνους σκοπέλους, ὅστις θὰ ἐτόλμα ποτὲ ν᾽ ἀναρριχηθῇ, διὰ νὰ συλλέξῃ ἂν δύναται ἐξαίσια λάχανα καὶ θαυμασίας ἀγριοκράμβας, ὀφείλει νὰ ζωσθῇ καλῶς μὲ χονδρὸν σχοινίον περὶ τὴν μέσην, νὰ προσδέσῃ τὸ ἓν ἄκρον εἰς τὸν χονδρὸν κορμὸν τοῦ γηραιοῦ θαλασσίου θάμνου, τοῦ προσφυομένου ἐπὶ τῆς ὀφρύος τοῦ βράχου, εἶτα ν᾽ ἀναρριχηθῇ εἰς τὸ μέτωπον τοῦ κρημνοῦ ἀργὰ καὶ μὲ ἄκραν προφύλαξιν, καὶ πάλιν βέβαιος δὲν θὰ εἶναι ἂν θὰ εὐτυχήσῃ νὰ κατέλθῃ σῷος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τὸ ὕψος ἐκεῖνο, ὅπου οἱ γλάροι θρηνωδῶς κρώζοντες περιίπτανται περὶ τὰς γωνίας τοῦ βράχου καὶ τὰς ἐξοχάς, περὶ τὸ μέρος ὅπου κρύπτεται ἡ φωλεά των, εἰς τὴν θέαν τοῦ ξένου ἐπιδρομέως.

Εἶναι τόσον πολύτιμα τὰ ἀγριολάχανα τοῦ θαυμασίου ἐκείνου βράχου, ὥστε ποτὲ δὲν ἀγοράζονται ἀντὶ ὁσουδήποτε ποσοῦ χρημάτων… Μόνον πληρώνονται ἢ μὲ ἀγάπην καὶ μὲ φιλίαν, ἢ ἐνίοτε μὲ κεράσματα, εἰς τὸν ἀφωσιωμένον κουμπάρον μας, τὸν Τζενεγόν, ἢ κάποτε καὶ μὲ ψήφους, ὅταν ἐπίκεινται ἐκλογαί… ἐπειδὴ ὁ κουμπάρος Τζενεγὸς εἶναι λίαν βαθέως ἀφωσιωμένος εἰς τοὺς φίλους του, καὶ τότε μόνον θὰ σὲ φιλέψῃ «λάχανα θαλασσινά», ὅταν εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ δώσῃς ψῆφον εἰς τὸ «κόμμα μας».

Ὀλίγον ἀπωτέρω, πρὸς νότον τῶν δύο βράχων, εἰς τὸ μέσον τοῦ πόντου, πάντοτε σχεδόν, ἐν γαλήνῃ καὶ ἐν τρικυμίᾳ, ἀκούεται μία ὀρχήστρα, ἥτις ἔχει πάντοτε «δικό της σκοπό», καθὼς λέγουν. Εἶναι μία ὕφαλος, ἥτις καλεῖται κοινῶς Καλαφάτης. Διά τινος ὀπῆς ἐκβλύζει ὑποβρυχίως τὸ νερόν, εἶτα ἀναπηδᾷ καὶ ἀποτελεῖ κρότον ὅμοιον μὲ τὸν τῆς «ματσόλας» ἢ ξυλίνης σφύρας τοῦ καλαφάτη, ―ἢ τοῦ «διανάκτου», ὅπως λέγουν εἰς τὸν Β. Ναύσταθμον,― ἐπὶ τῶν πλευρῶν ἐπισκευαζομένου πλοίου. Ἡ ματσόλα ἢ ἡ σφῦρα αὐτὴ δὲν παύει, ἡμέραν καὶ νύκτα, ἀκούραστος, ἀκοίμητος ν᾽ ἀκούεται. Κατ᾽ ἄλλους ὁ Καλαφάτης ὠνομάσθη οὕτω μετ᾽ εἴρωνος εὐφημισμοῦ, ὡς καλαφατίζων τάχα τὰ πλοῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέπιπτον σιμὰ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του ― οἱονεὶ εἰς τὸ «Καρινάγιο» του.

Ὅλον τὸ παλαιὸν χωρίον ἦτον ἐρείπιον, ἁπλωμένον ἐπὶ τῶν νώτων τοῦ γίγαντος, τοῦ μὲ τοὺς πόδας θαλασσωμένους βράχου. Μέρος αὐτοῦ εἶχε κατεδαφίσει ὁ χρόνος, μέρος οἱ ἄνθρωποι. Πότε οἱ ἴδιοι πρῴην κάτοικοι τῶν παλαιῶν οἰκιῶν, συχνότερον τὰ τέκνα των, πότε οἱ μαστόροι, οἱ κτίσται, κατ᾽ ἐντολὴν ἢ ἄνευ ἐντολῆς, ἔπαιρναν ἀπὸ τὰ παλαιὰ κτίρια ὅ,τι στερεὸν εἶχον ταῦτα, τὴν ξυλείαν τῆς στέγης, πόρτες, παράθυρα, πολλάκις τοῦβλα καὶ κεραμίδια, βιαζόμενοι ἐκ τῆς ἀχρηματίας, ἐπειδὴ ἡ «ξύντροφος πενία» ἐμάστιζε καὶ τότε δεινῶς τὸ ἑλληνικόν, καὶ μάλιστα τοὺς κατοίκους τῆς νήσου, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, κατόπιν τοῦ φοβεροῦ Ἀγῶνος ― τὰ μετεκόμιζον δὲ διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης εἰς τὴν πολίχνην τὴν νεόκτιστον, πρὸς νότον, ἀπέχουσαν δρόμον τριῶν ὡρῶν. Ἀλλ᾽ ὅμως ἡ θεια-Μαχὼ τὸ Φαλκάκι, ἠγάπα τὸ παλαιὸν χωρίον της, τὸ μέρος ὅπου εἶχε γεννηθῆ κι αὐτὴ ἕνα καιρόν, ὅταν τὸ χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, περὶ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀγῶνος, καὶ ὅπου διῆλθε τὰ προσφιλῆ εἰς πᾶσαν μνήμην ἔτη τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Διὰ τοῦτο ἐφρόντισε μὲ κάθε τρόπον νὰ διατηρήσῃ τὸ παλαιὸν σπιτάκι, τὴν φωλεὰν τῶν γονέων της, τὴν κοιτίδα αὐτῆς τῆς ἰδίας. Μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν καὶ καθαριότητα, καὶ μὲ συχνὰ ἀσβεστώματα, εἶχε κατορθώσει νὰ διασώσῃ τὴν μικρὰν αὐτὴν γωνίαν, ὅπου ἤρχετο ἐνίοτε νὰ λάβῃ ἀναψυχὴν καὶ νὰ κοιμηθῇ τὴν νύκτα, συνήθως ὁμοῦ μὲ τὴν μητέρα της, ἢ μὲ συντροφίαν ἄλλων γυναικῶν.

Ὁ μικρὸς οἰκίσκος, μία ἐπάνοδος εἰς τὸ παρελθόν, μία ὀπὴ διὰ τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τὰ περασμένα ὡς εἰς πανόραμα, ζωντανὴ ἀνάμνησις μέσα εἰς τὴν τέφραν τῆς λήθης, ὀρθὴ σκοπιὰ μεταξὺ κοιμωμένων σωμάτων, ἔκειτο πλησίον εἰς τὸν σωζόμενον τότε ὡραῖον ναΐσκον τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας, πέριξ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον καὶ δύο ἢ τρεῖς οἰκίαι ἀκόμη διατηρούμεναι, ἀπὸ ἄλλας γυναῖκας, ζηλωτρίας τοῦ παρελθόντος. Ὁ ναΐσκος, ἑορτάζων τὸ Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου, ἦτον εὐπρεπής, κ᾽ ἐδέχετο συχνὰ τὸν φόρον τῆς εὐλαβείας αὐτῶν τῶν οἰκοκυράδων, ὅστις διετήρει καὶ τὰς σωζομένας τριγύρω μικρὰς οἰκίας, ὅπως καὶ ἄλλων γυναικῶν.

Ἡ Μαχὼ τὸ Φαλκάκι ἔφθασεν ἐνωρίς, περὶ δύσιν ἡλίου, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός, κρατοῦσα τὸ καλαθάκι της, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν ἄρτον, ἐλαίας χαμάδας, ὀλίγα κυδώνια καί τινας τομάτας. Εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν πόλιν τὸ πρωί. Ὅλην τὴν ἡμέραν διῆλθεν εἰς τὸν ἐλαιῶνα συλλέγουσα ἐλαίας, εἶτα τὰς ἔβαλεν εἰς σάκκους, καὶ δι᾽ ἡμιόνου τὰς ἔστειλεν εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα τῆς πόλεως. Ὁ ἐλαιὼν ἦτο πολὺ πλησίον εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον, ἀπεῖχε δὲ πολὺ ἀπὸ τὴν σημερινὴν πολίχνην. Ἐπειδὴ ἔμελλε καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν ἐργασίαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα, ἦλθεν εἰς τὸ παλαιὸν ἔρημον χωρίον, διὰ ν᾽ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας καὶ διανυκτερεύσῃ, ὅπως ἐνίοτε συνήθιζεν, εἰς τὸν ἐρημικὸν οἰκίσκον της, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν τὸ πρωὶ εἰς τὸν ἐλαιῶνα.

Ἡ Μαχὼ τὸ Φαλκάκι συνωδεύετο εἰς τὴν ἐκδρομὴν αὐτὴν ἀπὸ τὸν υἱόν της τὸν Φάλκον, παιδίον δεκατριῶν ἐτῶν. Ὁ μικρὸς μάγκας εἶχεν ἀκούσει πολὺ συχνὰ ἀπὸ παιδία μεγαλύτερα ἀπ᾽ αὐτὸν παμπόλλας διηγήσεις περὶ φαντασμάτων τὰ ὁποῖα ἔβγαιναν τακτικὰ τὴν νύκτα εἰς τὸ παλαιὸν ἔρημον χωρίον, ἐν μέσῳ τόσων ἐρειπίων, ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν ὑψηλόν, τὸν μὲ θαλασσωμένα τὰ σκέλη γίγαντα, ὅπου ἡ ἠχὼ τῶν κυμάτων, τὰ ὁποῖα ἐχόρευε μαινόμενος ὁ βορρᾶς νύκτα καὶ ἡμέραν, ἀντήχει εἰς τὰ καθίσματα τῶν βράχων, κάτω, εἰς τὰ ἄντρα τὰ θαλάσσια.

Τὰ φαντάσματα ταῦτα, στοιχειά, ἐξωτικά, λογιῶν-τῶν-λογιῶν κρούσματα* δὲν ἔπαυαν νὰ ἐμφανίζωνται τὴν νύκτα, νὰ ἐπισκέπτωνται μελαγχολικῶς τὰ ἐρείπια, νὰ περιφοιτῶσιν εἰς τὰς κατεδαφισμένας οἰκίας, αἵτινες ἐστέγασαν ποτὲ ζωὰς καὶ ψυχάς, καὶ τώρα ἐκάλυπτον μυστήρια ἄγνωστα ὑπὸ τοὺς σωροὺς τῶν λίθων. Ἑκάστη παλαιὰ οἰκία εἶχε τὸ ζῴδιόν της. Τὸ ζῴδιον τοῦτο ἐλάμβανε τὴν μορφὴν ἐκείνου τοῦ σφαγίου, τὸ ὁποῖον εἶχε θυσιασθῆ κατὰ τὴν θεμελίωσιν τῆς οἰκίας τῆς κτιζομένης ἑκάστοτε, μετὰ τὸν ψαλέντα ἁγιασμόν. Ἐὰν τὸ σφαγὲν ζῷον ἦτο πετεινός, ὁ πετεινὸς ἔβγαινε συχνὰ τὴν νύκτα, ἐξαφνίζων τοὺς ἐνοίκους, ἐνόσῳ ἡ οἰκία ἦτον ὀρθία ἀκόμη, καὶ ἐξακολουθοῦσε καὶ τώρα νὰ βγαίνῃ παραπονετικῶς, λαλῶν μὲ φωνὴν θρηνώδη ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπια. Ἐὰν τὸ θυσιασθὲν ἦτο ἀρνίον, ἓν πρᾶγμα λευκόν, πρᾷον, ἥμερον, ὁμοιάζον μὲ ἀρνίον, δὲν ἔπαυε νὰ βγαίνῃ ἀκόμη γύρω εἰς τὰ θεμέλια τῆς οἰκίας, βελάζον θλιβερῶς. Ἐὰν τὸ θῦμα ἦτο μοσχάριον, ἕνα βοϊδάκι μικρόν, μαυροκόκκινον ἐπαρουσιάζετο τριγύρω εἰς τὰ ἐρείπια. Ἐμούγκριζε μὲ σιγανὴν φωνήν, καὶ πολλάκις, ἐνόσῳ ἡ οἰκία ἐκατοικεῖτο, τὸ μούγκρισμά του προεσήμαινε κακὸν διὰ τοὺς οἰκοκυραίους.

Ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ διηγοῦντο οἱ μάγκες ὅπως τὰ εἶχον ἀκούσει ἀπὸ τὰς προμήτοράς των, καὶ μάλιστα τὰ ἀβγάτιζαν κ᾽ οἱ ἴδιοι μὲ τὴν παιδικὴν ψευδομανίαν των. Καὶ τώρ᾽ ἀκόμη πολλοὶ τὰ ἔβλεπον. Αὐτὴ ἡ Μαχὼ εἶχε διηγηθῆ ἄλλοτε εἰς τὸν υἰόν της, τὸν Φάλκον, ὅτι εἶδε μὲ τὰ μάτια της, ἕνα μεσημέρι, νεράιδες νὰ χορεύουν, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Ἐρήμου Χωριοῦ, ὅπου εὑρίσκετο, μίαν φοράν, ὅταν ἦτο μικρὰ κόρη ἀκόμη, καταντικρύ, ἐπὶ τῆς κρημνώδους ἀκτῆς τοῦ Κουρούπη. Ἐκεῖ ἐπάνω, εἰς τὸν κρημνόν, ἔβλεπε τὶς νεράιδες, ἕνα πλῆθος λευκοφορεμένων γυναικῶν, ποὺ ἦσαν πιασμέναι εἰς χορόν, κ᾽ ἐχόρευαν «στὸν καλό τους καιρό», κ᾽ ἐτραγουδοῦσαν.

― Καὶ τί τραγούδι ἔλεγαν, μάννα; ἠρώτησεν ἡ μικρὰ Τσιτσώ, ἐννέα ἐτῶν παιδίσκη, τὴν μητέρα της.

―Ἔλεγαν, κορίτσι μου: «Ἀκοῦτέ μας· μιλᾶτέ μας· ἡμεῖς, καλὲς κυράδες…»…

―Ἤθελα κ᾽ ἐγὼ νὰ τό ᾽βλεπ᾽ αὐτό, μάννα, εἶπεν ὁ Φάλκος.

―Ὁ Θεὸς νὰ μὴ σ᾽ ἀξιώσῃ, παιδάκι μου. Ἐγὼ ἔπεσ᾽ ἄρρωστη στὸ κρεβάτι, ποὺ τὸ εἶδα, κ᾽ ἐπιάστηκε σαράντα μέρες ἡ γλῶσσά μου.

― Καὶ δὲ μοῦ λές, θειά, ὑπέλαβεν ὁ ἀνεψιός της, ὁ Σταμάτης τὸ παπαδόπουλο, ἕνας ἄλλος μάγκας ὁμήλικος σχεδὸν μὲ τὸν Φάλκον, ποῦ τὸν ηὗραν τὸν τόπο, γιὰ νὰ χορέψουν; Ἀπάνω ἐκεῖ, στὸν κρημνό, στὴν σάρα, πῶς δὲ γλιστροῦσαν νὰ πέσουν;

― Αὐτὲς εἶναι νεράιδες, παιδάκι μου, καὶ πατοῦν στὸν ἀέρα, ἀπήντησεν ἡ Μαχώ.

Τὴν διήγησιν διὰ τὶς νεράιδες ποὺ χόρευαν τὴν ἐπεβεβαίωσε καὶ ἡ γρια-Φαλκίτσα, ἡ μητέρα τῆς Μαχῶς, μία γραῖα κοντὴ καὶ κυρτή, ὁμοία μ᾽ ἕνα κουβαράκι. Αὐτὴ εἶχεν ἰδεῖ στὸν καιρόν της πολλὰ ἀπίστευτα πράγματα.

Ὁ Φάλκος διὰ πρώτην φορὰν εὕρισκε τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, νὰ διανυκτερεύσῃ εἰς τὸ Ἔρημο Χωριό, χωρὶς νὰ εἶναι πολὺς κόσμος, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ διώξῃ τὰ στοιχειά. Εἶχε μεγάλην περιέργειαν μεμειγμένην μὲ μεγαλύτερον φόβον, νὰ ἔβλεπε στοιχειά.

Διὰ νὰ λάβῃ ὀλίγον θάρρος, εἶχεν ἐρωτήσει τὴν μάμμην του ἂν ὅλα τὰ φαντάσματα κάμνουν κακὸν εἰς ὅσους τὰ ἰδοῦν, καθὼς εἶχαν κάμει ἄλλοτε οἱ νεράιδες εἰς τὴν μητέρα του. Ἡ γραῖα τοῦ ἀπήντησε ὅτι εἶναι καὶ στοιχειὰ ἀβλαβῆ καὶ ἀκίνδυνα, καὶ μάλιστα τὰ ζῴδια τῶν σπιτιῶν ὡρισμένως δὲν κάμνουν ποτὲ κακόν.

Μόλις εἶχαν φθάσει, καὶ ἤρχισε νὰ νυκτώνῃ. Ἡ Μαχὼ ἐπίστευεν ὅτι θὰ εὕρισκεν εἰς τὸ Ἔρημο Χωριὸ δύο ἢ τρεῖς ἄλλας γυναῖκας μαζὶ μὲ ἄλλα τόσα παιδία ἢ κοράσια, αἵτινες διενυκτέρευον ἀπὸ ἡμερῶν εἰς τὸν τόπον, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ Μαχώ. Ἠσχολοῦντο τὴν ἡμέραν εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου, κ᾽ ἐπειδὴ τὸ παλαιὸν χωρίον εὑρίσκετο σιμὰ εἰς τὰ κτήματά των, μὴ θέλουσαι νὰ κοιμῶνται εἰς τὸ ὕπαιθρον, καὶ διότι ἔπιπτεν ἄφθονος δρόσος καὶ ὑγρασία τὴν νύκτα, καὶ διότι ἦσαν γυναῖκες, χάριν εὐκολίας κατήρχοντο καὶ διενυκτέρευον αὐτόθι, εἰς τὰς δύο ἢ τρεῖς σωζομένας μικρὰς οἰκίας, διὰ ν᾽ ἀναλάβουν ἐνωρὶς τὴν ἐργασίαν τὴν ἐπαύριον.

Ἤλπιζε λοιπὸν ἡ Μαχὼ νὰ εὕρῃ συντροφιάν, καθόσον δὲν θὰ εὐχαριστεῖτο νὰ μείνῃ μόνη της μὲ τὸ παιδίον τὴν νύκτα εἰς τὸ ἔρημον μέρος, ὅπου «κροτίζει* ὁ τόπος», ἀπὸ τὰς τόσας παλαιὰς ἀναμνήσεις καὶ τὰ τόσα στοιχειά. Ἀλλ᾽ ἡ Μαχὼ ἐγελάσθη. Αἱ γυναῖκες εἶχον τελειώσει πρὸς τὸ παρὸν τὴν πρώτην συλλογὴν τῶν ἐλαιῶν, καὶ δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ εἶχον ἐπιστρέψει τὸ βράδυ εἰς τὴν πολίχνην.

Ἡ Μαχὼ δὲν εὗρε ψυχὴν εἰς τὸ Ἔρημον Χωρίον. Ἐνύκτωνεν ἤδη, ἡ πανσέληνος ἦτον περασμένη, καὶ ἡ σελήνη θ᾽ ἀνέτελλε δύο ἢ τρεῖς ὥρας νύκτα. Ἄλλως, ὁ Φάλκος ἐπεθύμει νὰ διανυκτερεύσῃ εἰς τὸ ἄγριον μέρος, κ᾽ ἐπέμενε νὰ μείνωσιν. Ἤθελε νὰ κάμῃ κι αὐτὸς τὸν ἀνδρειωμένον εἰς τὸν ἐξάδελφόν του Σταμάτην, ―ὅστις συνήθως ἔκαμνε τὸν ἄφοβον μεταξὺ ὅλων τῶν παιδίων,― καὶ νὰ ἔχῃ νὰ τοῦ διηγῆται ὅτι εἶδε τόσα κρούσματα, τόσα στοιχειά, εἰς τὸ Ἔρημο Χωριό, καὶ «δὲν ἵδρωσε τὸ μάτι του».

Ἡ Μαχὼ ἔκαμε τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν κ᾽ ἔμεινεν. Ἐν πρώτοις, ἄναψε τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας. Ἦτον μία μεγάλη εἰκὼν τῆς Θεοτόκου, ἀρχαϊκή, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας, μὲ πρόσωπον τὸ διπλάσιον τοῦ φυσικοῦ, μὲ μεγάλους, πολὺ μεγάλους ὀφθαλμούς, καὶ μὲ τὸν Χριστόν, ἓν βρέφος μὲ παμμεγίστην κεφαλήν, φοροῦν χιτῶνα ἐπίχρυσον, φωτεινόν, «τὸν ἀναβαλλόμενον τὸ φῶς ὡς ἱμάτιον».

Εἶτα ἄναψε φωτιὰν εἰς τὸ στενόν, μεταξὺ δύο ἐρειπίων, ἀντικρὺ τοῦ ναΐσκου, καὶ κατέμπροσθεν εἰς τὴν θύραν τοῦ οἰκίσκου της. Ἔψησε καφὲ διὰ τὸν Φάλκον της, τὸν καλομαθημένον, εἶτα ἐμαγείρευσε φαγητὸν ἀπὸ τομάτες καὶ κρόμμυα μὲ λάδι. Ἀφοῦ ἔφαγαν, ἐκλείσθησαν εἰς τὸν οἰκίσκον διὰ νὰ κοιμηθοῦν.

Ἡ Μαχὼ ἦτον κουρασμένη, καὶ δὲν ἄργησε ν᾽ ἀποκοιμηθῇ. Ὁ Φάλκος ὅμως ἔκαμε τὸν ψόφιον καταρχάς, κι ἄρχισε νὰ ροχαλίζῃ. Ἅμα ἐνόησεν ὅτι ἡ μητέρα του εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ἐσηκώθη, κι ἄνοιξε τὴν πόρταν. Θὰ ἦτον κρῖμα, ἐφαντάζετο, νὰ μὴν ἀπολαύσῃ αὐτὸ τὸ θέαμα, τὸ πρωτοφανὲς δι᾽ αὐτόν, ἂν καὶ δὲν ἤξευρε καλὰ πῶς νὰ τὸ παραστήσῃ· τὴν νύκτα τὴν μυστηριώδη καὶ σιγηλήν, τὸν ἄπειρον οὐρανόν, τὴν ἀχανῆ θάλασσαν, ὑψηλά, ἄνωθεν τοῦ ἐρήμου μαγικοῦ βράχου. Καὶ ἦτον, ἐπὶ τέλους, πιθανὸν νὰ ἴδῃ καὶ κανὲν φάντασμα…

Ἐρρίγησεν. Ἂς ἔλειπαν τὰ φαντάσματα! Καθὼς ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὕπαιθρον ὁ Φάλκος, καταρχὰς ἐστράφη ὀπίσω πρὸς τὴν θύραν τοῦ οἰκίσκου τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ἀνοικτήν, καὶ ἠκροᾶτο διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὴν ἀναπνοὴν τῆς μητρός του κοιμωμένης. ᾘσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ συντροφιὰν τὴν πνοὴν τῆς μητρός του… Εὐτυχῶς ἡ μήτηρ του τοῦ εἶχεν ἀφήσει καὶ ἄλλην συντροφιάν, τὴν φωτιὰν τὴν ὁποίαν εἶχε θρέψει μὲ ξύλα πολλὰ καὶ κουτσοῦρες ἐπίτηδες, καὶ ἀφοῦ τὴν περιώρισε μεταξὺ πλακῶν καὶ λίθων, μακρὰν παντὸς ξηροῦ χόρτου ἢ θάμνου χλωροῦ ἢ ρίζης δένδρου, εἶπεν ὅτι τὴν ἀφήνει «γιὰ συντροφιὰ» καὶ δὲν τὴν ἔσβησε. Τώρα, ὅσον προέβαινεν ἡ νύξ, ὁ βρόμος τοῦ πυρὸς καὶ ἡ λάμψις τῶν καιόντων δαυλῶν, καὶ τὸ θάλπος τὸ ὁποῖον διέχυνεν ἡ ἀνθρακιά, ἦτο πράγματι ἀνεκτίμητος παρηγορία, εἰς τὴν ἐρημίαν ἐκείνην, ἀναμέσον τῶν τόσων ἐρειπίων.

Καθὼς ἐξῆλθεν ὁ Φάλκος ἔξω, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀντικρὺ τῆς θύρας τοῦ οἰκίσκου εἶδε νὰ φαίνεται ἕνα μαῦρον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε παρατηρήσει ἀφ᾽ ἑσπέρας. Τοῦτο ὡμοίαζε πολὺ μὲ γραῖαν μαυροφόραν καθημένην εἰς τὸ σκότος, ἥτις τὸν ἐκοίταζε μακρόθεν. Ἐπειδὴ ᾐσθάνετο φόβον, καὶ ἤθελε μὲ κάθε τρόπον νὰ διώξῃ τὸν φόβον ἀπὸ μέσα του, ἔλαβεν ἕνα δαυλόν, ἐπῆγε κατ᾽ εὐθεῖαν εἰς τὸ πρᾶγμα τὸ μαῦρον, καὶ τὸ ἐψηλάφησε κ᾽ ἐβεβαιώθη ὅτι ἦτο μαῦρον κούτσουρον ρίζης πάλαι ποτὲ ὑπάρξαντος δένδρου, τὸ ὁποῖον εἶχε καῆ, καὶ ἦτον ὡς καψάλα. Παραπέρα ἐκεῖ ἵστατο ἓν πρᾶγμα ὄρθιον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ὡς ἄνθρωπος μὲ τὸν ἕνα βραχίονα ἄνω ἁπλωμένον. Κρατῶν τὸν δαυλὸν ἐπλησίασε, καὶ εἶδε καλά, κ᾽ ἐβεβαιώθη ὅτι αὐτὸ ἦτο κορμὸς ἀγριοσυκῆς ξηραδιάρας, τῆς ὁποίας τὰ φύλλα ἐφαίνοντο νὰ εἶχον φαγωθῆ ἢ μαδηθῆ προσφάτως, καὶ τὸ ἕνα κλωνάρι ἦτο σπασμένον, κ᾽ ἔγερνε κάτω, τὸ δὲ ἄλλο, εὑρισκόμενον εἰς τὴν θέσιν του, ἔτεινε πέραν ὁριζοντίως.

Ἐκεῖ δίπλα, εἶδε τὴν ἀνταύγειαν τῶν κανδηλίων τοῦ ἐκκλησιδίου, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀνάψει ἐνωρὶς ἡ μήτηρ του. Ὁ Φάλκος προέκυψε κ᾽ ἐκοίταξε διὰ τῆς ὑάλου τοῦ παραθύρου. Εἶδε τὴν σκιὰν καὶ τὸ ἱερὸν θάμβος τῶν εἰκόνων καὶ τῶν θυρίδων καὶ τῶν γωνιῶν, τὰς ἀμαυρὰς μορφὰς τῶν Ἁγίων, ὠσφράνθη τὸ μεικτὸν ἄρωμα τοῦ κηρίου, τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ θυμιάματος, κ᾽ ἐκοίταξεν ἐπὶ μακρόν, εἰς τὸ φρῖσσον φῶς τῶν πυρσῶν τῆς κανδήλας, τὰ μεγάλα ὄμματα τῆς Παναγίας, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο νὰ τὸν προσβλέπουν μετ᾽ ἀύλου θωπείας καὶ ἐπιεικίας βασιλοπρεπῶς, μέσον τῶν ὑάλων τοῦ παραθύρου. Ἔκαμε ταχέως δύο σταυροὺς καὶ ἀπεμακρύνθη.

Ἡ ἰαχὴ τῶν κυμάτων ὑπόκωφος, μονότονος, ἀνήρχετο ἀπὸ τὰ θεμέλια τῶν βράχων, ἀπὸ τὰ θαλάσσια ἄντρα. Ὁ οὐρανὸς ἄνω ἐσελάγιζεν ἀπὸ ἄστρα, καὶ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὴν ἀνταύγειαν τῶν ἄστρων ἐφαίνετο νὰ γυαλίζῃ τὸ πέλαγος φρῖσσον, καὶ ἡ ἀκτὴ τοῦ Κουρούπη ἄσπριζεν ἀπέναντι, μελαγχολική, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποίαν ἐχόρευον οἱ νεράιδες τὸ μεσημέρι, ἐνῷ τὴν νύκτα ἔπιπτον μετὰ κρότου οἱ λίθοι, τοὺς ὁποίους ἐκύλιον τὰ δαιμόνια, φυγαδεύοντα τοὺς τολμῶντας νὰ πλησιάσουν εἰς τὴν βρύσιν ἁλιεῖς… Ζέφυρος λεπτός, εὐώδης, δρόσος ζωηφόρος ἔπνεεν. Ὁ Φάλκος ᾐσθάνετο κάτι ὡς ἐλαφρότητα, ὡς διάθεσιν πρὸς πτῆσιν, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν εἶχε δοκιμάσει εἰς τὸ χωρίον του, ὅταν ἐκυλίετο μέσα εἰς τὰ ποτόκια* καὶ τ᾽ αὐλάκια τῶν λιθοστρώτων στενῶν δρομίσκων, παίζων ὁμοῦ μὲ τ᾽ ἄλλα παιδία.

Ἀνάμεσα εἰς τὸν ρόχθον ἐκεῖνον τῶν θαλασσῶν, ξεχώριζε κάτι ὡς δοῦπος, ὡς κτύπος σφύρας, μονότονον καὶ ρυθμικόν, ἐπίμονον ὅπως τὸ ᾆσμα τοῦ τέττιγος καὶ τὸ λάλημα τῶν στρουθίων. Ὁ Φάλκος, ὅσον καὶ ἂν ἐβασάνιζε τὸν νοῦν του, δὲν ἐνόει τί πρᾶγμα ἦτον ὁ συνεχὴς ἐκεῖνος κρότος.

Ἀνυπόμονος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν μητέρα του. Τὴν ἔσεισε διὰ νὰ τὴν ἐξυπνήσῃ.

― Μητέρα, τί πρᾶμα εἶν᾽ αὐτὸ ποὺ κάνει τὰκ τάκ, στὴ θάλασσα, κάτω; Μὴν εἶναι κανένα στοιχειό;

Ἡ Μαχὼ ἐσάλευσεν, ἔτριψε τὰ μάτια της καὶ εἶπεν:

― Εἶν᾽ ὁ Καλαφάτης, παιδί μου.

Κ᾽ ἔκαμε νὰ γυρίσῃ ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν.

― Καὶ τί πρᾶμα εἶν᾽ ὁ Καλαφάτης; ἐπανέλαβεν ὁ Φάλκος.

Ἡ Μαχὼ ἐχασμήθη, ἔκλεισε τὰ μάτια, καὶ δὲν ἀπήντησεν. Ὁ Φάλκος ἐπέμεινε.

― Πές μου, μητέρα, τί εἶν᾽ ὁ Καλαφάτης; εἶπε σείων τὸν ὦμον τῆς κοιμωμένης.

― Ὁ Καλαφάτης, εἶπε μετὰ κόπου ἡ Μαχώ, εἶναι μιὰ ξέρα κάτω στὸ γιαλό, ποὺ τὴν λὲν ἔτσι… Κοιμήσου, παιδί μου.

Ἡ Μαχὼ δὲν εἶχεν ἐννοήσει ὅτι ὁ υἱός της ἔλειπεν ἀπὸ πλησίον της, καὶ ὅτι εἶχεν ἐπανέλθει τώρα ἔξωθεν. Ἐνόμισεν ὅτι, πλαγιασμένος πλησίον της εἶχεν ἀκούσει τὸν κρότον τῆς ὑφάλου.

Πάραυτα ἀφοῦ εἶπε τὸ «Κοιμήσου, παιδί μου» ἀπεκοιμήθη πάλιν, ὁ δὲ Φάλκος καὶ πάλιν ἔσπευσε νὰ ἐξέλθῃ.

Μεσονύκτιον ἦτον ἤδη, καὶ ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ πολλοῦ. Ὁ Φάλκος, ὅταν ἐξῆλθε τὸ δεύτερον ἔξω, ἔρριψε ξύλα εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ μὴ σβήσῃ, ἐπειδὴ μεγάλως τὸν ἔτερπε καὶ τὸν ἐγοήτευε τὸ πῦρ, εἰς τὴν σιγὴν καὶ τὴν γαλήνην τῆς νυκτός, εἰς τὸ μέσον τῶν ἐρειπίων.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὁ Φάλκος ἤκουσε λάλημα πετεινοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαίνετο νὰ εἶναι ἀπὸ πολὺ πλησίον, ἀλλ᾽ οὔτε καὶ μακρόθεν. Ἂν δὲν ἔπλεε καμμία βρατσέρα ἢ καμμία γολετίτσα τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὸ πέλαγος, ὀλίγον ἀνοικτὰ ἀπὸ τὴν ἀκτήν, ἡ ὁποία θὰ ἔτυχε νὰ ἔχῃ ὀρνιθῶνα εἰς τὸ κατάστρωμά της, τὸ λάλημα πιθανὸν νὰ ἤρχετο ἀπὸ τὸ καλύβι μιᾶς ποιμενίδος, τῆς Κοκκινίτσας λεγομένης, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεῖχε πολύ, εὑρισκόμενον ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀντικρύζον μὲ τὸ Ἔρημον Χωρίον.

Ὁ Φάλκος ἐνθυμήθη τὰς διηγήσεις τῶν παιδίων, τὰς παραδόσεις ὅσας εἶχον παραλάβει ἀπὸ τὰς γραίας προμήτορας σχετικῶς μὲ τὰ «ζῴδια» τῶν οἰκιῶν, τὰ ἐμφανιζόμενα κάποτε τὴν νύκτα.

Τότε, ἂν καὶ ἡ μάμμη του τὸν εἶχε βεβαιώσει ὅτι τὰ ζῴδια ταῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ βλάψουν, ᾐσθάνθη ἀληθῆ τρόμον, ἔτρεξεν, εἰσῆλθεν εἰς τὴν θύραν ἔσωθεν, ἔκαμε τὸν σταυρόν 〈του〉 κ᾽ ἐπλάγιασε πλησίον τῆς μητρός του.

― Μητέρα, εἶπεν ἔντρομος· ἄκουσα ἕναν πετεινό… εἶναι τὸ ζῴδιο τοῦ σπιτιοῦ μας!

Ἡ μήτηρ του δὲν ἀπεκρίθη, ἐκοιμᾶτο βαθιά.

― Πές μου, μητέρα, ἐπανέλαβεν ὁ Φάλκος, σείων αὐτὴν διὰ νὰ τὴν ἐξυπνήσῃ ―ἐπειδὴ ᾐσθάνετο τώρα μεγαλυτέραν ἀνάγκην συντροφιᾶς, καὶ πρὸ πάντων τῆς ἀνθρωπίνης ὁμιλίας― πές μου, τί πρᾶμα εἶχαν σφάξει ὅταν τὸ ἔχτισαν αὐτὸ τὸ σπιτάκι; Δὲν ἔσφαξαν πετεινό;

Ἡ Μαχὼ ἐξύπνησε, καὶ ἀνεσηκώθη ἐπὶ τῆς μαλλίνης τσέργας*, ἐφ᾽ ἧς ἦτο πλαγιασμένη.

― Τί ἔχεις, παιδί μου, καὶ δὲν κοιμᾶσαι; εἶπε. Δὲν ἔχεις ὕπνο;

― Ὄχι, ὄχι… εἶπεν ὁ Φάλκος. Ἄκουσα ἕναν πετεινό.

― Ποῦ τὸν ἄκουσες;

―Ἐδῶ ἔξω.

― Στὸ καλύβι τῆς Κοκκινίτσας θὰ λάλησε… Ἔχει ἕνα σωρὸ πετεινάρια… Θέλεις νὰ σοῦ ἀγοράσω ἕνα αὔριο καὶ νὰ σοῦ τὸ σφάξω τὴν Κυριακή;…

―Ἀκοῦς ἐκεῖ; Μακάρι…

― Καλά, Φαλκάκι μου. Κοιμήσου τώρα, καὶ μεθαύριο, σὰν πᾶμε κάτω, ἐγὼ θὰ σὲ φιλέψω πετεινό…

Τώρα ὁ Φάλκος ᾐσθάνετο νυσταγμόν, τὸν ὁποῖον τὸ πρὶν εἶχε νικήσει ἡ περιέργεια. Καὶ πάλιν θὰ ἐπεθύμει νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ ἐξέλθῃ, πλὴν ἤρχισε νὰ ζαλίζεται καὶ νὰ ναρκοῦται ἀπὸ τὴν ἔφοδον τοῦ ὕπνου. Τοὐναντίον, ἡ μήτηρ του, ἀφοῦ εἶχε μισοχορτάσει τὸν ὕπνον, ἐξενύσταξε, κ᾽ ἔμεινεν ἀνακαθισμένη καὶ συλλογισμένη, σιμὰ εἰς τὸ προσκέφαλον τοῦ Φάλκου της.

Μετ᾽ ὀλίγον εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ὁ Φάλκος, ἡ δὲ μήτηρ του, καθισμένη καθὼς ἦτον, καὶ στηρίζουσα μὲ τὴν χεῖρα κεκυφυῖαν τὴν κεφαλήν, ἤρχισε νὰ νυστάζῃ πάλιν καὶ νὰ λαγοκοιμᾶται.

Καὶ οἱ δύο μετ᾽ ὀλίγον ἐξύπνησαν ἀπὸ ἕνα κρότον καὶ μίαν ἀλλόκοτον φωνήν.

Ἔξωθεν τῆς θύρας των ἠκούετο ὡσὰν ἕνα μούγκρισμα.

― Μπ! μοῦ! βοῦ! μοῦ! μποῦ! μοῦ!

Ὁ Φάλκος ἀνετινάχθη. Ἡ Μαχὼ ἐξαφνίσθη εἰς τὸν ἐλαφρὸν ὕπνον της.

― Παναγία μου! τί εἶναι;

Εἰς τὴν ἐπιφώνησιν τῆς Μαχῶς, ἀπήντησε καγχασμός, ὅστις ὅμως οὐδόλως καθησύχασε τὴν γυναῖκα.

Πολλὰ φαντάσματα τῆς νυκτός, καθὼς καὶ οἱ νεράιδες τὴν ἡμέραν, εἶχον ἀκουσθῆ κατὰ καιροὺς ὑπὸ πολλῶν νὰ γελοῦν θορυβωδῶς.

Ἀλλ᾽ ὁ Φάλκος, παραδόξως, μέσα εἰς τὸν φόβον του ἐγέλασε.

―Ἂν εἶναι στοιχειό, εἶπε, θὰ μοιάζῃ μὲ τὸν ἐξάδελφό μου τὸν Σταμάτη…

Τῷ ὄντι εἶχεν ἀναγνωρίσει τὴν φωνὴν καὶ τὸν γέλωτα τοῦ ὁμήλικος ἐξαδέλφου του.

― Βρὲ παιδί, παλάβωσες, θὰ τοὺς σκιάξῃς… θὰ κοπῇ τὸ αἷμά τους, ἀπήντησε φωνὴ ἔξωθεν εἰς τὸν ἀκουσθέντα καγχασμόν.

Δεύτερος γέλως ἀντήχησεν, εἶτα δροσερά, νεανικὴ φωνὴ εἶπε:

― Δὲν τὰ φοβοῦμαι τὰ στοιχειὰ ἐγώ, θεια-Μαχώ.

Ὁ Φάλκος ἤνοιξε τὴν θύραν.

Ὁ Σταμάτης ἐφάνη εἰς τὸ χάσμα τῆς θύρας, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν γρια-Φαλκίτσα, τὴν μάμμην του καὶ μάμμην τοῦ Φάλκου, μητέρα δὲ τῆς Μαχῶς.

Ἡ γρια-Φαλκίτσα, κοντὴ καὶ κυρτή, συμμαζωμένη, ἔβλεπε καλὰ τὴν νύκτα, καθὼς ἔκυπτε πρὸς τὴν γῆν, εἶχε γερὰ πόδια, κ᾽ ἐπάτει μὲ βῆμα ἐλαφρόν.

Ὁ Σταμάτης ἀφῆκε κραυγὴν θριάμβου.

― Καλῶς σᾶς ηὕραμε!… Γιὰ χατίρι σας, κόντεψαν νὰ μᾶς φᾶνε τὰ στοιχειά!

Ὁ Φάλκος ἠρώτησε τὴν μάμμην του:

― Ξέρεις νὰ μοῦ πῇς μαννού*, τὸν καιρὸ ποὺ ἔκτιζαν αὐτὸ τὸ σπίτι, τί εἶχαν σφάξει στὰ θεμέλια;… Μὴν ἔσφαξαν πετεινό;… Γιατὶ ἄκουσα ἕναν πετεινὸ νὰ μιλῇ, πολληώρα…

Ἡ γρια-Φαλκίτσα ἀπήντησεν εὐθύμως:

―Ἀκοῦς ἐκεῖ! Τί ἄλλο θὰ ἔσφαξαν ἀπὸ πετεινό, παιδί μου… καλὰ ἐξεφάντωσαν ἐκεῖνοι μὲ τὸν πετεινό, τὸν μικρὸν ἐκεῖνο. Μακάρι νὰ εἴχαμε κ᾽ ἐμεῖς ἕνανε!

― Τώρα τὸν εἶχα μελετήσει, μάννα, καὶ τοῦ ἔταξα τοῦ γυιοῦ μου ἕνα πετεινάρι, εἶπεν ἡ Μαχώ…

― Καὶ τί νὰ μᾶς κάμῃ ἕνα πετεινάρι, θειά, εἶπεν ὁ Σταμάτης, ποὺ ἔχουμε κι ἄλλους δικούς μας κάτω στὸ χωριό; Μισὸ μοναχὰ θέλω ἐγὼ στὸ μερδικό μου…

― Θὰ πάρω δυὸ ἀπ᾽ τὴν Κοκκινίτσα, Σταματάκη μου, φτάνει νὰ μοῦ δίνῃ, εἶπεν ἡ Μαχώ.

Εὐθὺς τώρα ἡ γρια-Φαλκίτσα ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς καὶ διατί ἦλθε, μαζὶ μὲ τὸν ἔγγονόν της, εἰς τοιαύτην ὥραν.

― …Σὰν εἴδαμε, πλιό, παιδάκι μ᾽, πὼς ἀργήσατε, καὶ καταλάβαμε πὼς ἤθελε κοιμηθῆτε στὸ χωριὸ τὸ δικό μας πλιό, καὶ θὰ ἤσαστε μοναχοί σας, γιατὶ ἡ Διόμαινα καὶ ἡ Μπάλαινα κ᾽ ἡ γειτόνισσά μας τὸ Γηρακὼ εἶχαν φύγει νωρίς, γιατὶ δὲν εἶχαν ἄλλες ἐλιὲς νὰ μαζέψουν, πλιό, κ᾽ ἦρθε τὸ Γηρακώ, ἡ γειτόνισσα, καὶ μᾶς εἶπε πώς, νὰ τό ᾽ξερε, ἤθελε καθίσει στὸ χωριό μας, γιὰ νὰ σᾶς κάμῃ συντροφιά (χωριό της ὠνόμαζεν ἡ γραῖα τὸ παλαιὸν Ἔρημον Χωρίον) καὶ τῆς κακοφάνηκε ποὺ δὲν τό ᾽ξερε, γιὰ νὰ καθίσῃ· σὰν τ᾽ ἄκουσε κι ὁ Σταματάκης, αὐτὸ τὸ ἁιόπαιδο, δὲν ἤθελε νὰ βασταχθῇ, κ᾽ ἐφοβέριζε νὰ κινήσῃ νὰ ᾽ρθῇ στὸ χωριὸ μεσάνυχτα, μοναχός του· σὰν ἐβγῆκε τὸ φεγγάρι, κ᾽ ἐβλέπαμε νὰ περπατοῦμε, πλιό, γιὰ νὰ μὴν κινήσῃ νά ᾽ρθῃ μοναχός του ὁ Σταματάκης, ὁ ἀπόκοτος, κ᾽ ἔχω δυὸ καημούς, καὶ γιὰ τ᾽ ἐσᾶς καὶ γιὰ τ᾽ αὐτόνε, εἶπα κ᾽ ἐγώ, ἂς κινήσουμε νὰ πᾶμε, τώρα ποὺ βγῆκε τὸ φεγγάρι, πλιό… Κ᾽ ἔτσ᾽ ἤρθαμε.

Εἶχαν ἔλθει ψηλὰ ἀπὸ τὴν ράχιν, ἀπὸ τὰ Καλύβια τοῦ βουνοῦ, ὅπου εἶχαν μείνει νὰ διανυκτερεύσουν, ἡ γραῖα κι ὁ ἔγγονός της. Ἀπὸ τὸ πρωὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν μάνδραν, εἰς τὸ βουνόν. Εἶχαν ὑπάγει διὰ νὰ ζητήσουν ἀπὸ δύο βοσκοὺς κολλήγας των ὀλίγα καθυστερούμενα, εἰς μυζῆθρες καὶ τραχανάν, προερχόμενα ἀπὸ ἀντισπόρους καὶ ἀπὸ ἐνοίκια βοσκῶν. Τὸ βράδυ, αἱ τρεῖς γυναῖκες, αἵτινες εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν γειτονιὰν τοῦ Ἐρήμου Χωριοῦ, ἐπιστρέφουσαι εἰς τὴν πολίχνην ἐπέρασαν ἀπὸ τὰ Καλύβια, καὶ ἡ Φαλκίτσα γνωρίζουσα ὅτι ἡ κόρη της ἡ Μαχὼ εἶχε πρόθεσιν νὰ μείνῃ εἰς τὸ Ἔρμο Χωριὸ τὴν νύκτα ἐκείνην, ἐξηγήθη μὲ τὰς τρεῖς γυναῖκας, αἵτινες ἐξέφρασαν λύπην διότι δὲν τὸ ἤξευραν νὰ μείνουν χάριν συντροφιᾶς. Τότε, σὰν ἐνύκτωσε, ὁ Σταμάτης, τ᾽ ἁγιόπαιδο, καθὼς τὸν ἐπωνόμαζεν ἡ μάμμη του, ἐσήκωσεν ἐπανάστασιν, ἀπαιτῶν νὰ ὑπάγουν ὁμοῦ εἰς τὸ Παλαιὸν Χωρίον, ἄλλως ἠπείλει ὅτι θὰ ἐπήγαινε αὐτὸς ἢ μόνος ἢ μὲ δύο βοσκόπουλα, τὰ ὁποῖα θὰ ὡδήγουν τὰ μικρὰ κοπάδια τους πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο.

Ἡ γραῖα ἐνέδωκε, καὶ ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς σελήνης ἀνεχώρησαν ὁμοῦ.

Ὁ Σταμάτης τώρα ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὸν ἐξάδελφόν του τὸ πῶς ἐγέλασε τὰ δύο βοσκόπουλα, τὰ ὁποῖα εἶχαν σχεδιάσει νὰ τὸν «σκιάξουν», καὶ ματαιώσας τὰ σχέδιά των, τὰ ἔσκιαξεν αὐτός, ἀντὶ νὰ τὸν σκιάξουν ἐκεῖνα.

― …Τὰ μυρίστηκα ἐγώ, ποὺ ἤθελαν νὰ κρυφτοῦν κάτω στὸ ρέμα, δίπλα στὸ δρόμο μας… τοὺς ἄκουσα ποὺ μουρμούριζαν οἱ δύο τους: «― Βρὲ σὺ Στάθη, καημένε, νά, μὲ τὴν κάπα νὰ στήσῃς ὁλόρθη τὴν κουκούλα, καὶ τὰ μανίκια τῆς κάπας νὰ τὰ σηκώσῃς ψηλά, νὰ φαίνεται σὰ στοιχειό. ― Ποῦ, βρὲ σύ, Γιάννη; τοῦ λέει, ὁ ἄλλος. ― Νά, κάτω, στὰ σκίνια ἐκεῖ… κ᾽ ἐγὼ νὰ κάνω τὸ βοϊδάκι, τάχα, νὰ μουγκρίζω… κι ἀπέκει, σὰ λακήσουν, τοὺς παίρνουμε μὲ τὰ κοτρώνια». Σὰν τά ᾽κουσα, καλά, νὰ σᾶς δείξω ἐγώ!… Λέγω τῆς γριᾶς νὰ καθίσῃ στὴν ἄκρη, νὰ βαστᾷ τὸν ἀνασασμό της, καὶ νὰ μὲ καρτερῇ, κ᾽ ἔφτασα… «― Ποῦ πᾷς; ― Σιώπα!» Παίρνω τὸ μονοπάτι, στὴν πέρα πάντα… Κατὰ τὰ σκίνια αὐτοί, κατὰ τὰ πρινάρια ἐγώ… Τοὺς βλέπω ἀντίκρυ ποὺ παραμόνευαν κρυμμένοι. Μιὰ πετριά· δεύτερη πετριά· κ᾽ ἐχώθηκα στὰ κλαριὰ μέσα… Ξαφνίζονται, γυρίζουν νὰ ἰδοῦν πόθεν ἔρχονται οἱ πετριές, σηκώνομαι, τοὺς βάζω στὸ κοντό, τοὺς ἀρχινῶ μὲ τὰ βράχια… Κατὰ τὰ σκίνια αὐτοί, κατὰ τὰ πρινάρια ἐγώ… Τό ᾽κοψαν κουμπούρι*… κ᾽ ἐλάκησαν, κι ἀκόμα λακοῦν… πίστεψαν πὼς ἦτον στοιχειὸ ποὺ τοὺς κυνήγησε. Τρέχω, ηὗρα τὴ μαννού μου, καὶ τὸ βάλαμε στὰ πόδια γιὰ δῶ. Καὶ νά μας, ἤρθαμε… Ἄ! δὲν φοβοῦμαι τὰ κρούσματα, θεια-Μαχώ!

Κι ἀφοῦ εἶπε ταῦτα, ὁ Σταμάτης τὸ παπαδοπαίδι, τ᾽ ἁγιόπαιδο, ἥρπασε τὴν φλάσκαν τὴν γεμάτην νερόν, καὶ τὴν ἄδειασε σχεδὸν ὅλην διὰ νὰ ξεδιψάσῃ… Εἶτα ἐξηπλώθη πρηνής, παρὰ τὸ κατώφλιον τῆς θύρας, καὶ ἤρχισε νὰ ροχαλίζῃ ἀκόμη πρὶν κοιμηθῇ.

(1903)

Λέξεις:

κρούσματα: τα φαντάσματα

κροτίζει ο τόπος: προκαλεί φόβο, με ανεξήγητους θορύβους

μαννού: η γιαγιά

το κοβω κουμπούρι: το βάζω στα πόδια

173 Σχόλια προς “Τα κρούσματα (διήγημα)”

  1. Καλημέρα,,
    Προφανώς δεν διάβασα το κείμενο. Αλλά να στείλω τις ευχές μου στο Νικοκύρη:
    Χρόνια καλά και πολλά. Υγεία και δύναμη άλλα και χαρά και ευτυχία. Να απολαμβάνεις ό,τι επιθυμείς.

  2. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Λείπουν μερικά πνεύματα και τόνοι, αλλά δεν πειράζει. Είναι όμορφο με τα «σκουληκάκια» του.. 🙂
    Χρόνια πολλά κι από εδώ (Πάντως, είχε μπόλικους ΝΙκόλες ο Παπαδιαμάντης για να βάλεις..).

  3. Εγκάρδιες ευχές στο φίλο Νικο(κύρη).

  4. Νέο Kid Al Afrikii said

    Χρόνια πολλά για τη γιορτή σου Νικοκύρη!

  5. Και μην ξεχνάμε:
    «Κρουσματίες ενωμένοι, ποτέ νικημένοι».
    🙂

  6. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ο Άγιος έχει γράψει επίσης και το «Εξοχικόν Κρούσμα».

  7. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα καὶ χρόνια πολλὰ στὸν Νικοκύρη καθὼς καὶ σ᾿ ὅλες τὶς ἑορτάζουσες καὶ τοὺς ἑορτάζοντες.

    Ὑπέροχο τὸ σημερινὸ διήγημα.

    Τὸ καλύτερο δῶρο καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν ἑορτάζοντα.

    Πάντα τέτοια.

  8. leonicos said

    Για να διευκολύνω κάπως τα πράγματα

    Mountain of Flowers and Fruit (Huaguo shan, 花果山)
    Κινεζική Ιερή Βουδιστική Γεωγραφία. Στο κέντρο του κόσμου βρίσκεται το Όρος Sumeru, διάβαζε Ximi shan, 須彌山 / Miaogao shan, 妙高山.Το Όρος Sumeru περιβάλλεται από τον Μεγάλο Ωκεανό. Βορείως του Sumeru βρίσκεται η Uttarakuru, διάβαζε Beijuluzhou, 北俱盧洲· νοτίως η Jambudvipa, καθ’ ημάς Κίνα, διάβαζε Nan shan bu zhou, 南贍部洲· δυτικά η Godānīya, πιο γνωστή ως Ινδία, διάβαζε Xi niu he zhou, 西牛賀洲 και ανατολικά, τί άλλο; η πασίγνωστη Purvadiveha, δηλαδή, για όσους δυσκολεύονται κάπως με τα Σανσκριτικά, η Dongtu, 東土. Η Uttarakuru αποτελείται από την Kuru και την Kaurava· η Godānīya από την Uttaramantri και την Satha· η Purvadiveha από την Videha και την Deha· και η Jambudvipa από την Camara και την Aparacamara. Προς διευκόλυνση των μετακινήσεων, διευκρινίζεται ότι η Kuru και η Camara βρίσκονται δυτικά των Kaurava και Aparacamara, και ότι η Uttaramantri και Videha βρίσκονται βορείως των Satha και Deha, αντίστοιχα. Για να ξερετε πού βρισκεστε κάθε φορά, και να μη με πέρνετε τηλέφωνο.

  9. leonicos said

    αι να μη με παίρνετε τηλέφωνο

    μην παρεξηγηθούμε κι όλας

  10. leonicos said

    Τα κρούσματα» είναι τα φαντάσματα ή τα στοιχειά

    βασική σημασία ‘πρέπει’ δηλαδή υποθέτω είναι ‘ξαφνική συνάντηση, αναπάντεχο’

  11. leonicos said

    ὁ ὑψίνωτος τῆς πέτρας πάγος

    άφταστο

  12. leonicos said

    ἐξερευγμένον ἀπὸ τὰ ἀβόλιστα βάθη τοῦ πόντου,

    αξεπέραστο

  13. leonicos said

    ἦτο ποτὲ καλιὰ πλήρης ψυχῶν

    ανυπέρβλητο

  14. Χαρούλα said

    Καλημέρα! Καλημέρα!
    Χρόνια πολλά! Όμορφα! Δημιουργικά! Με αγάπη! Να σας χαίρονται και να χαίρεστε αγαπημένους!

    «Άγιε Νικόλα παρακαλώ σε στα πέλαγα όλα λουλούδια στρώσε»

  15. Πουλ-πουλ said

    » ὁ βρόμος τοῦ πυρὸς»

    Νάτος πάλι ο βρόμος, εδώ με την έννοια του τριζοβολήματος της φωτιάς, υποθέτω. Πολύχρονος.

  16. Το κάστρο γνωστό από «Στο Χριστό, στο Κάστρο»- αγαπημένο μου χριστουγεννιάτικο διήγημα-, εδώ βάβαια η περιγραφή είναι εκτενέστερη. μεγάλη η τέχνη του Παπαδιαμάντη να βρίσκει λέξεις σπάνιες και να τις εντάσσει στο διατηρώντας την μουσικότητα της διήγησης.

    Αγαθοί οι νησιώτες, βαφτίζουν κρούσματα, ήχους και σχήματα της νύχτας, αντίθετα από τους στεριανούς, όπου τα φαντάσματά των » σινδόνην λευκήν περιτυλίσσονται, πολλάκις γυμνόποδα -τα υποδήματα θορυβούν- και περιφέρονται μεταμεσονυκτίως από κλίνης εις κλίνην»…

  17. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και για τις ευχές!

  18. atheofobos said

    Χρόνια πολλά στον Νικοκύρη και σε όλους τους υπόλοιπους που γιορτάζουν σήμερα.
    Έχοντας διδαχθεί την καθαρεύουσα στα σχολικά μου χρόνια, μπορώ να απολαύσω την ομορφιά της γραφής του Παπαδιαμάντη του Ροΐδη και του Καβάφη, δεν φαντάζομαι δε ότι θα είχα την ίδια αίσθηση αν τα κείμενα τους είχαν γραφτεί στην δημοτική.
    Γι αυτό και θεωρώ πολύ δύσκολο το έργο των μεταφραστών να μπορέσουν να αποδώσουν τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων μια γλώσσας, εδώ η καθαρεύουσα, σε κάποια άλλη.
    Διαβάζοντας το κείμενο μου ξαναήρθαν ζωντανές οι ευχάριστες εικόνες από τότε που είχα πάει στο Κάστρο και την παραλία που περιγράφει.
    Τέλος ὑψίνωτος τι σημαίνει;

  19. GeoKar said

    Χρόνια Πολλά κ πολύ καλά στον οικοδεσπότη, στον Βόλο και σε όλους/ες που επίσης γιορτάζουν σήμερα!

  20. Αγγελος said

    Χρόνια πολλά κι από μένα, Νίκο! Αυτά τα κρούσματα είναι ακίνδυνα – τα άλλα να φοβόμαστε…

  21. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χρόνια πολλά, καλά και δημιουργικά, Νικοκύρη!
    Καμιά κακοτράχαλη αρχή, απλώς ο Παπαδιαμάντης που αγαπάμε. Και αφού είναι του αγίου Νικολάου σήμερα, ας μνημονεύσουμε τον αγαπημένο ιερέα του Παπαδιαμάντη, που λειτουργούσε στον άγιο Ελισσαίο, τον ναξιώτη παπα-Νικόλα Πλανά, που αγιοποιήθηκε και η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Μαρτίου:

    ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ (του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

    «…Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία. Είναι τύποι λαικοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνώσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πως να διδάσκωσι το ποίμνιον.

    Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοικότερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν η πενήντα λεπτά η μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί ολόκληρον παννύχιον ακολουθίαν. Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, Λειτουργίαν. Το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν του δώσης μόνον δύο δραχμάς, δεν παραπονείται.

    Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα, δι᾿ είκοσι λεπτά τα οποία του έδωκες εισάπαξ. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο η τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ᾿ αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού, από πρόσφορα η αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

    Μίαν φοράν έτυχε να χρεωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πληρώση, είχε δέκα η δεκαπέντε δραχμάς, όλα εις χαλκόν, επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσε και δεν ημπορούσε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος, εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και του τα εμέτρησεν.

    Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος, και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσοτέρας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον τας περισσοτέρας εσφαλμένας. Θα ειπήτε, διατί η αντίθεσις αυτή; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ᾿ εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν του Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ η δις ή, το πολύ, τρις του έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά αλλ᾿ ατάκτως επανερχομένων, ως εις τους Αγιασμούς και τας Παρακλήσεις.

    Τα λάθη, όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά. Καί όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου του εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθίσαμεν, και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοικός και ενάρετος. Είναι άξιος του πρώτου των Μακαρισμών του Σωτήρος.

    Τώρα, υποθέσατε δύο υποθέσεις, μίαν αδύνατον, και μίαν δυνατήν, υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχεν εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν η νέον· θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασσαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσότερον οίησιν και αξιώσεις. Θα ήτο διά τούτο καλύτερος; …»

  22. Myriolis said

    Χρόνια πολλά και καλά! Πάντα γερός!

  23. Αιμ said

    Χρόνια Πολλά στον Νικοκύρη μας, στον ξενιτεμένο μας ερευνητή και σε όλους τους εορτάζοντες συσχολιαστές.
    Καλημέρα από την αστυνομοκρατούμενη Αθήνα

  24. Kilkis said

    Χρόνια Πολλά!

  25. voulagx said

    Χρόνια πολλά και καλά, Νικοκύρη!

  26. # 18

    Μάλλον ο έχων αυτιά σαν του γαϊδάρου, κατά το υψινομος, ο βοσκός των ψηλ΄ψν βονών και υψίνοος, το μεγάλο πνεύμα. Εδώ προφανώς έχει την έννοια του κατακόρυφου όπως τα αυτιά τγν ιπποειδών και όχι μόνο

  27. Χρόνια πολλά κι από δω, Νικοκύρη!

  28. Χρόνια πολλά με υγεία Νικοκύρη και σε όλους και όλες που γιορτάζουν σήμερα.

  29. Διαβάζω «δεν αναφέρω το όνομα του συγγραφέα», αλλά το μάτι τρέχει στη φωτογραφία. Και σκέπτομαι πως τέτοιο μέρος θα μπορούσε να είναι και για Παπαδιαμάντη. Και διαβάζω λίγο παρακάτω πως είναι Παπαδιαμάντης. Κι εγώ δεν έχω πάει εκεί ν’ αναγνωρίσω το μέρος!

  30. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Το «Φάλκος/ Φαλκίτσα» είναι ονόματα αρβανίτικα. Κα ο Σταμάτης του σκιαθίτικου 1800-κάτι, το παπαδοπαίδι, το αγυιόπαιδο, το «αϊόπαιδο» της γριάς Φαλκίτσας, μας δίνει ένα σημαδάκι της εγκάρδιας διαδρομής προς την δροσερή, παπαδιαμαντική ελληνοφωνία αυτής της υπέροχης ράτσας…

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όταν σε αφήνει το καραβάκι στην παραλία του Κάστρου και αρχίζεις την ανάβαση για την κορυφή, Ιούλιο μήνα, είναι ένα πολύ καλό τεστ κοπώσεως. ☺

  32. Ανδρέας Τ said

    Χρόνια Πολλά. Ευχαριστώ για το Παπαδιαμάντιο κέρασμα. Με ξανάφερε πίσω μισό αιώνα και βάλε όταν πρωτοδιάβαζα τον κυρ Αλέξανδρο. Χρόνια Πολλά και πάλι.
    Αχ αυτά τα ονόματα στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο Φάλκος (γεράκι), η Μαχώ, η Τσιτσώ (;).

  33. Χρίστος said

    Χρόνια Πολλά στον κύριο Σαραντάκο, σε όλους τους Νίκους και τις Νικολέτες.
    18 26 υψίνωτος .Μήπως ο στητός (έχει ψηλά τις πλάτες νώτα νώτους);

  34. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @18, 33. Βεβαίως! Αυτός που έχει με υψηλή πλάτη.
    [Αλλά το παρακάτω; «..τῆς πέτρας πάγος»;; Ταυτολογία; Εδώ σε θέλω κάβουρα! 🙂 ]

  35. ΣΠ said

    Νικοκύρη, χρόνια πολλά με υγεία, δύναμη και δημιουργία.

  36. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @34.Αυτός που έχει ψηλή πλάτη.

  37. Georgios Bartzoudis said

    # Χρόνια Πολλά στον Νοικοκύρη και σε κάθε Νίκο, Νικόλα, Νικολάκη, Νικολό, Νικολούση, Νικολίνα, Νίνα.
    # Πράγματι, ο κοσμοκαλόγερος αρχίζει το διήγημα αυτό με αρκετά καθαρευουσιάνικη γλώσσα.
    # Μερικά γλωσσικά, καθότι τα Μακεδονικά είχαν ανέκαθεν αλισβερίσι με τα Σκιαθίτικα και Σκοπελίτικα: Τα δυο νησιά ήταν, πριν 1-2 αιώνες, σταθμοί για τα τότε υπερσύγχρονα μέσα μεταφοράς, τα μικρά και μεγάλα καϊκια. Συχνά οι Μακεδόνες κατέλυαν στα δυο νησιά, όταν κατέβαιναν χαμαί ή όταν ανέβαιναν. Έχουμε και λέμε:
    – Το φάντασμα το λέμε «ίσκιωμα», που ίσως προέρχεται από το παπαδιαμάντικο στοιχειό (ή από το στοίχιωμα)
    – Υπάρχει στα Μακεδονικά η λέξη «σάρα», που όμως δεν έχει σχέση με τον γκρεμό, αφού σημαίνει το «πρωτόγαλα» (χαμουτζιστί κολάστρα)
    – Λέμε ζούδια αντί για ζώδια [Τί είνι καλικαντζάρ(οι), μάνα; /Είναι ζούδια σ’ νύχτας, πιδάκι μ’)
    – Αντί «δὲν εἶχαν ἄλλες ἐλιὲς νὰ μαζέψουν, πλιό», λέμε …..πλια.
    – Λέμε σχεδόν ακριβώς «καὶ γιὰ τ᾽ ἐσᾶς καὶ γιὰ τ᾽ αὐτόν» (κι για τ’ ιμένα κι για τ’ ισένα)

  38. Jorge said

    ποτόκια* ;

  39. venios said

    Χρόνια πολλά και δημιουργικά κι από μένα.
    Διαπιστώνω ότι η γλώσσα του Π. μου είναι πλέον απωθητική και μούρχεται να ανακράξω «»εσύ μπαμπά σου γλώσσα γιατί δε μιλάς;». Άσε πια εκείνο το «παιδία και κοράσια»…

  40. ΚΑΒ said

    Πολύχρονος, Νικοκύρη. Εύχομαι να είσαι πάντα γερός και δημιουργικός.

    Το διήγημα το διάβασα πριν από 2 μέρες, δηλ. το ξαναδιάβασα. Έψαχνα κάτι στη σταχομαζώχτρα και μου έκανε εντύπωση ο τίτλος στα περιεχόμενα του τόμου.

  41. gpointofview said

    # 33

    Σαφώς, παρασύρθηκα από …υψούν και θεώρησα πρώτο συνθετικό το υψιν-, κακώς αντί του σωστού υψι-, υψιπετείν που λένε κι οι σμηνίες !

  42. ΓΤ said

    Κλειστοί σταθμοί σήμερα:

    @Μετρό> Αττική, Ευαγγελισμός, Μέγαρο Μουσικής, Ομόνοια, Πανεπιστήμιο, Σύνταγμα, Ακρόπολη, Μοναστηράκι, Βικτώρια, Σεπόλια, Πανόρμου, Αμπελόκηποι, Συγγρού-Φιξ, Ν. Κόσμος, Δάφνη, Αιγάλεω, Ελαιώνας, Κεραμεικός, Μεταξουργείο
    @Ηλεκτρικός> Κάτω Πατήσια, Αγ. Νικόλαος, Θησείο, Πετράλωνα και Καλλιθέα

  43. # 34

    πάγος όπως Αρειος, βράχος αλλά και κάτι που έχει πήξει και είναι σκληρό όπως ο…πάγος !!

  44. ΓΤ said

    @41

    Και το «αιέν υψικρατείν» της ΠΑ

  45. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τριπλή χαρά σήμερον. Εν πρώτοις η εορτή του (αγίου λεξιλογικού πατρός ημών) Νίκου Σαραντάκου. Εις πολλά έτη, Νικο-κύρη, με υγεία, με χαρές, ακάματος και δημιουργικός πάντα. Χρόνια πολλά και σε σχολιαστές/στριες που γιορτάζουν σήμερα, Νίκοι, Νίκες, …

    Δεύτερη χαρά, κυριακάτικο λογοτέχνημα με τον πολυαγαπημένο άγιο των γραμμάτων μας, τον «κυρ Αλέκο» μας.

    Τρίτη χαρά, για μένα, μικτή γλώσσα που την απόλαυσα. Παράκληση κι ευχή μου, ας παντρέψουμε τις διάφορες μορφές της αενάως εξελισσόμενης γλώσσας μας κι ας μην στρατευόμαστε σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ό,τι μας αρέσει ας το χρησιμοποιούμε, με μόνη προϋπόθεση να μας καταλαβαίνει ο συνομιλητής μας ή ο αναγνώστης.

  46. ΓΤ said

    Μέρα Γρηγορόπουλου σήμερα, κι έσκασε ο αφόρητα κουραστικός Παπαδιαμάντης.
    Ευτυχώς που ο Pedis έβαλε τη διαμαρτυρία του Γιώργου Θαλάσση, τότε γυμνασιάρχη του Γρηγορόπουλου, προς τον Χρυσοχοΐδη, στο πίσω νήμα.

  47. Πάνος με πεζά said

    Χρόνια πολλά αγαπητέ Νίκο,χρόνια πολλά και σε όλους τους εορτάζοντες !

  48. Αράουτ said

    Το Επιτελείο μας έχει μερικές στοιχειώδεις ερωτήσεις – επισημάνσεις για τον εορτάζοντα κύριο Σαραντάκο (Χρόνια σας Πολλά, κύριε Νίκο) :

    1) Παρασυρμένος από τον επιπόλαιο Τριανταφυλλόπουλο, ο κ. Σαραντάκος μάς βεβαιώνει πως «Τα Κρούσματα» πρωτοδημοσιεύθηκαν στα «Παναθήναια» του 1903. Πώς γίνεται όμως τα GoogleBooks να μάς βεβαιώνουν με αδιάσειστα ντοκουμέντα ότι η πρώτη δημοσίευσις «Των Κρουσμάτων» έγινε στα «Παναθήναια» του 1902 ; Εδώ σε θέλω κάβουρα που περπατάς στα κάρβουνα…

    2) Το Γλωσσάριο που παραθέτει στο τέλος του διηγήματος ο κ. Σαραντάκος είναι ελλιπέστατο. Για παράδειγμα, δεν μάς εξηγεί πόθεν η προέλευσις του ονόματος «Φάλκος» που έχει ο ήρως του διηγήματος, γιατί η μήτηρ του ωνομάζετο Μαχώ το Φαλκάκι και γιατί η γιαγιά του ωνομάζετο «γρια-Φαλκίτσα». Με αποτέλεσμα να δώσει το δικαίωμα στους αποδομητές της Θείας Ελληνικής Γλώσσης (βλέπε το σχόλιο 30 του Θεσσαλονικιού Γιώργου Κατσέα) να ισχυριστούν πως το ελληνικώτατο όνομα «Φάλκος» (που είναι συνηθέστατο σε όλη την Θεσσαλία, σημαίνει την αρσενική νυκτερίδα στα αρχαία ελληνικά και επιβεβαιώνει την τρισχιλιετή συνέχεια της Θείας Ελληνικής Γλώσσης) είναι «αρβανίτικη» λέξις!.. Αναρτώ το σχετικό λήμμα του Liddell-Scott Κωνσταντινίδη :

    2) Ο κ. Σαραντάκος αποφεύγει όπως ο Διάολος το λιβάνι να μάς εξηγήσει την προέλευση του ονόματος «Τσιτσώ» (επίσης πολύ συνηθισμένου ονόματος σε όλη την Θεσσαλία) που έχει το 9ετές θυγάτριον της Μαχώς και αδελφή του Φάλκου. Γιατί, άραγε; Απλή άγνοια ή κάτι άλλο;

    3) Καθώς το διήγημα «Τα Κρούσματα» ασχολείται με παπαδοπαίδια κι επειδή ο ίδιος ο κύρ Αλέξανδρος ήτο παπαδοπαίδι, θα ώφειλε ο κ. Σαραντάκος να ενημερώσει τους αδαείς αναγνώστες του πόσο βαθύτατα περιφρονούσαν τα παπαδοπαίδια όλοι οι κάτοικοι της Σκιάθου του 19ου αιώνος. Τα θεωρούσαν «κουραμπιέδες», λαμόγια, καλοπερασάκηδες κλπ. Το γεγονός το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στο μνημειώδες διήγημά του »Τα Δαιμόνια στο Ρέμα» (1900). Μεταφέρω επί λέξει:

    «Καθὼς μ᾽ ἐδάγκαναν τὰ καβούρια, οὕτω μὲ ὠνείδιζαν καὶ τὰ παιδιά. Δύο ἢ τρία ἐξ αὐτῶν, ἄνευ αἰτίας, ἤρχισαν νὰ μὲ «ἀναγορεύουν»*, ὅπως λέγουν εἰς τὴν γλῶσσάν των, νὰ μὲ προσφωνοῦν δηλαδὴ μὲ ὑβριστικὰ ἐπίθετα. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ κλαίω.
    Καθὼς μ᾽ ἔφευγαν τὰ καβούρια, οὕτω μ᾽ ἔφυγαν, μετ᾽ ὀλίγον, καὶ τὰ παιδιά. Εἶχαν ἀλλάξει διεύθυνσιν ἔξαφνα, κ᾽ ἐπήγαιναν πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος. Ἐκεῖνα ἔτρεχαν, ἐγὼ ἔμενα ὀπίσω.

    Δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν περίπου συνομήλικά μου. Ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἦσαν ἀπὸ δώδεκα ἕως δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ἦσαν δέ, ὅσον δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκτιμήσω, πανοῦργοι, παμπόνηροι. Ἐθόλωναν τὰ νερά, ἐστραβοπατοῦσαν, ἔφευγον τρέχοντα. Ὡμοίαζον πολὺ μὲ τοῦ ρεύματος τὰ καβούρια.
    Ἔτρεχον ἐγὼ ἀπηλπισμένος κατόπιν των.
    ― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμέ!
    Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην.
    ―Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!
    ― Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!
    Ὠνόμαζαν οὕτω τὰ πρόσφορα, τοὺς ἄρτους τοὺς προσφερομένους εἰς τοὺς ναούς. Μὲ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαίδι. Ἐκεῖνοι ἦσαν τέκνα ναυτικῶν, πορθμέων, ναυπηγῶν, γεωργῶν. Οἱ πατέρες ἐθαλασσοπνίγοντο ἢ ἵδρωναν πολὺ γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί, καὶ οἱ υἱοὶ τὸ εἶχον διὰ καύχημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐμὲ μ᾽ ἐπεριφρονοῦσαν,
    ― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμένα!
    ― Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα*…
    ― Μιὰ στιγμή, καρτερεῖτε!
    ― Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…
    Ἔβαλα κλαυθμηρὰς φωνάς, ἀλλ᾽ εἰς μάτην. »

    ΥΓ: Σε 3,5 ώρες από τώρα, στις 5.15 μ.μ. του Αγίου Νικολάου ανήμερα, ξεκινά στην άδεια Τούμπα ο αγώνας Πρωταθλήματος ΠΑΟΚ – Αστήρ Τριπόλεως. Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο αποδεκατισμένος ΠΑΟΚ μετά την καρπαζιά που έφαγε την Πέμπτη από το ΑΚΕΛ, ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΖΕΙ με τίποτα σήμερα. Παίξτε ΑΦΟΒΑ το Χ και το 2 και θα πάτε Ταμείο με ένα αρκετά καλό χαρτζηλίκι, διότι
    Το stoiximan δίνει
    αρκετά καλές αποδόσεις: 5,05 για το Χ και 8.50 για το 2.

    Είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ούκ έχω

  49. dryhammer said

    [Μπαίνω όποτε μπορώ κι όποτε κι όπου λάχει]

    Χρόνια Πολλά Νικοκύρη μας, και όποιος άλλος κι άλλη εορτάζει [και ο μισός ΛεώΝΙΚΟΣ]. Να σας χαίρονται και να τους/τις χαίρεστε

  50. # 48

    Μπάρμπα, άλλα λεξικά, άλλα λένε, το ξύλο που προσαρτάται στην καρίνα λέγεται η φάλκις-ιδος και ο φάλκης-όχι η φάλκη, ψάχνε καλύτερα πρώτα και μετά κάνε … μνημειώδεις παρατηρήσεις και προβλέψεις.

  51. 50 Έλα τώρα ρε Τζη. Φαλλό και Πρίαπο έχει κιτρινίσει πρώτα-πρώτα. Για το μπούτσο είναι το σχόλιο, τι ασχολείσαι να πούμε…

  52. Αράουτ said

    Αφελέστατε οπαδέ του ΠΑΟΚ, κύριε Gpointofview :

    Αντί να προσπαθείς να βγάλεις σκάρτο το Επιτελείο μας, κάτσε και σκέψου τί παπαριές θα βρείς πάλι να μάς πείς στις 7.30 μ.μ. απόψε, για να δικαιολογήσεις την νέα αποτυχία του αγαπημένου σου ΠΑΟΚ στο μάτς με τον Αστέρα Τριπολιτσάς.

    ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ: Να βγεί ο εορτάζων κ. Σαραντάκος και να μάς εξηγήσει το εξής απλό: Πώς γίνεται ο Μέγας Παπαδιαμάντης να γράφει στο παρόν διήγημα το «εκύτταξε» με ύψιλον και δύο ταύ (σ.σ.: το Επιτελείο μας διαθέτει σχετικά χειρόγραφά του για τους άπιστους Θωμάδες και αν προκληθώ θα τα αναρτήσω) και ο Τριανταφυλλόπουλος να αλλάζει την ορθογραφία σε «εκοίταξε»; Πώς γίνεται ο κύρ Αλέξανδρος να γράφει «εκοιμάτο βαθειά» με έψιλον ιώτα και ο Τριανταφυλλόπουλος να απλοποιεί την ορθογραφία σε σκέτο ιώτα; Εδώ σε θέλω κάβουρα που περπατάς στα κάρβουνα…

    Αναρτώ την 1η δημοσίευση «Των Κρουσμάτων» στα «Παναθήναια» του 1902 (και όχι του 1903) για του λόγου το αληθές:

  53. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @48. Αποφεύγω να ακολουθήσω τον συρμό του ιστολογίου και να σε κακολογήσω προκαταβολικά αλλά φαίνεται πως αυτό που πραγματικά σου χρειάζεται είναι το άμέσως επόμενο λήμμα στο Liddell-Scott Κωνσταντινίδη. (ο φάλκης, το κεκαμμένον ξύλον).
    Πού βρήκες το «αρσενική νυχτερίδα»; (..και γιατί επεσήμανες και το «φαλλός»..).
    Το «φάλκη» πότε το ανέσυραν οι νεοέλληνες από τα αρχαία ελληνικά και το έδωσαν στα παιδιά τους; Τα βάφτιζαν Νυχτερίδα για να τιμήσουν ποιόν; Τον Στράους, τον Τσίρκα ή τον Κασιδιάρη;

    Κοίταξε το λεξικό του Κ. Χριστοφορίδη (σελ. 456) και ξαναέλα.

  54. ΚΑΒ said

    38. η θεια Αχτίτσα στο διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη «Η σταχτομαζώχτρα»: Κατά τον Οκτώβριον, άμα ήνοιγαν τα ελαιοτριβεία, έπαιρνεν ένα είδος πήχυν, έν πενηντάρι εκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν κι εγύριζεν εις τα ποτόκια όπου κατεστάλαζαν αι υποστάθμαι του ελαίου κι εμάζωνε την μούργα. Διά της μεθόδου ταύτης ωκονόμει όλον το ενιαύσιον έλαιον του λυχναρίου της.

    άρα: ποτόκια =μικροί λάκκοι

  55. Κουτρούφι said

    Νίκο, χρόνια πολλά και από μένα. Σε σένα και σε όσες και όσους γιορτάζουν σήμερα.
    Μού άρεσε το σημερινό και ιδιαίτερα οι πρώτες παράγραφοι.

    Μια ερώτηση. Εδώ και κάμποσο καιρό γράφεις «κορονιός». Πώς το προφέρεις; Τρισύλλαβο ή τετρασύλλαβο (κορονι-ός);

  56. Μάντις said

    Υπέροχο! Να είσαι χιλιόχρονος Νικο-Κύρη!

  57. Avonidas said

    Χρόνια πολλά και καλά, Νικοκύρη! 🥳🥳🥳
    Πολλές ευχές στους Νικους και τις Νικολεττες του ιστολογίου, φανερούς😉 και ινκόγκνιτο 🤐

  58. nwjsj said

    Χρόνια πολλά με υγεία και πάντα με δημιουργικό και μαχητικό πνεύμα, Νικοκύρη! Μακάρι του χρόνου το γλέντι να είναι διπλό και ξένοιαστο!

  59. Triant said

    Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα κι από μένα Νίκο!

    Το πισί μου έπνευσε τα ολοίσθια και κάνω βουντού απ’το πρωί αλλά εις μάτην. Ολοίσθησε για τα καλά 😞

  60. Antonopoulos Grigoris said

    Με τις θερμότερες ευχές στον ακούραστο Νικοκυρη

  61. Είναι βέβαια κατά παραγγελία, αλλά να ένα ολόκληρο βιβλιαράκι (σε τρίγλωσση έκδοση, αν δεν κάνω λάθος) για την πανδημία:
    https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6831-4

  62. Α, στο μεταξύ, εγώ τώρα είδα ότι είναι 6 Δεκεμβρίου…
    Χρόνια Πολλά!

  63. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και να με συμπαθάτε για την απουσία!

    Ευχαριστώ πολύ και για όλες τις ευχές σας!

    30 Σίγουρα αρβανίτικο ο Φαλκος; Όχι γεράκι;

    38 Ποτόκια είναι τα αυλάκια για τις ακαθαρσίες ή εκεί που μαζεύεται η μούργα από το λιοτριβιό Αλλού τα λένε ποδόχια.

    48.1 Για τα Παναθηναια επιφυλάσσομαι.

    55 Τρισύλλαβο, σαν τον μπασκετμπολίστα του Περιστερίου.

  64. leonicos said

    54 άρα: ποτόκια =μικροί λάκκοι

    ποτόκια < ποδόχια < υποδοχείς = κάθε ειδους απορροή

  65. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @63. Ναί, είναι είδος γερακιού, λέξη αρβανίτικη (Λεξικον Αλβανικής Κ. Χριστοφορίδου, σ. 645),
    (Προς επίρρωσιν, το ψευδώνυμο θεσσαλονικιού λογοτέχνη και πανεπιστημιακού: 🙂 )

    https://tasosfalcos.wordpress.com/about/

  66. Κιγκέρι said

    Χρόνια πολλά και καλά Νικοκύρη!

    Κι εγώ όταν είδα Φάλκος, το γεράκι σκέφτηκα. Φάλκος ο παππούς, γριά-Φαλκίτσα η γυναίκα του, η Μαχώ το Φαλκάκι η κόρη του και Φάλκος κι ο εγγονός, ο μικρὸς μάγκας του διηγήματος.

  67. ΓΤ said

    Εάν εκδράμουν υπουργοί στην Πάρνηθα, θα έχουμε ανανοηματοδότηση της «κυβέρνησης του βουνού».

  68. Αράουτ said

    Αφελέστατε κύριε Κατσέα (σχόλια 53 + 30),

    Ίσως δεν έχετε ακόμη πληροφορηθεί ότι δεν είμαι μόνος μου, έχω ολόκληρο Επιτελείο από πίσω μου, στο οποίο κατά βάσιν χρεωστώ τα λίαν αποκαλυπτικά σχόλιά μου, που γίνονται αποδεκτά ως «μάννα εξ ουρανού» από όλους τους αναγνώστες του Σαραντακείου Ιστολογίου… ΣΑΣ ΕΡΩΤΩ:

    1) Πότε πρωτοκαταγράφεται το «φάλκος» των αγαπημένων σας Αρβανιτάδων; Διότι στην Θεία Ελληνική Γλώσσα το όνομα «Φάλκης» (= το κυρτό ξύλο των νεών και η αρσενική νυχτερίδα) πρωτοκαταγράφεται στην Ιλιάδα (Ξ΄ 513) ως το όνομα ενός φονευθέντος μαχητού των Τρώων. Υπήρχε επίσης ο Φάλκης ο Τημένου ο βασιλεύς της Σικυώνος. Αν ήμουν ο Νίκος Σαραντάκος, θα σάς απέβαλα για μία εβδομάδα από το Ιστολόγιο για παραπλάνηση αναγνωστών.

    2) Στο σχόλιο 65 πάτε εκ νέου να μάς παρπλανήσετε, ισχυριζόμενος ότι «φάλκος» στα αρβανίτικα είναι είδος γερακιού. Πώς είναι δυνατόν, κύριε Κατσέα μου, να αυτοχαρακτηρίζεσθε «ελληνογνώστης’ και να αγνοείτε ότι το όνομα «Φάλκος» με την σημασία «είδος γερακιού» πρωτοκαταγράφεται στον θρυλικό «Πουλολόγο» (ένα βυζαντινό δημώδες ποίημα συντεθέν πρό του 1222, όπως απέδειξε ο Μέγας Σάθας), όπου ο Βασιλιάς προσπαθεί να βάλει μυαλό στα πουλιά που τσακώνονται; ΑΝΑΡΤΩ το σχετικό απόσπασμα για το ξεστράβωμά σας:

    2) Υπόψιν ότι η λέξις «φάλκος» επαναλαμβάνεται τουλάχιστον άλλες 5 φορές στον «Πουλολόγο» και σημαίνει έν είδος ιέρακος (falcon στα λατινικά και στα αγγλικά) που έχει κυρτά φτερά όπως η νυχτερίδα. Σημειωτέον ότι τόσον η «φάλκη» (= νυχτερίδα στα αρχαία ελληνικά) όσον και το λατινικό «falconem – falco» που σημαίνει «γεράκι» προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «φάλκης» (βλέπε λήμμα Liddell-Scott στο σχόλιο 48) που εσήμαινε το κυρτό ξύλο το οποίο εχρησιμοποιείτο στην ναυπήγηση πλοίων. Η λέξις «φάλκης» εξελίχθηκε να σημαίνει την νυχτερίδα και το γεράκι, επειδή τα δύο αυτά ιπτάμενα όντα έχουν κυρτά φτερά.

    4) Τελειώνοντας, σάς ενημερώνω και για κάτι άλλο που δείχνει την αδιάπτωτη συνέχεια της Υπερτρισχιλιετούς Ελληνικής Γλώσσης: Στην Ναυτική Ορολογία των Ελλήνων ο όρος «φάλκης» υπήρχε πάντα (και εσήμαινε τον περίφημο «ταλιαμά»), όπως αποδεικνύεται από το μνημειώδες «Ονοματολόγιον Ναυτικόν» (Αθήναι 1884) που πρωτοεξεδόθη το 1858 επί Όθωνος

    ΥΓ: Για να τον κλαίν’ οι ρέγγες είναι ο βετεράνος οπαδός του ΠΑΟΚ, κ. Gpoint, που είχε και το θράσος να μάς αμφισβητήσει στο σχόλιο 50. Το ημιχρόνιο του ΠΑΟΚ – Αστήρ Τριπόλεως τελείωσε 0-0 με ούτε μισή ευκαιρία απο τους Θεσσαλονικείς. Στην επανάληψη που μόλις άρχισε, οι Τριπολιτσιώτες θα έχουν το πάνω χέρι, δεδομένου ότι στο 38΄ απεβλήθη με απευθείας κόκκινη ο Ομάρ Ελ Καντουρί και ο ΠΑΟΚ αγωνίζεται με 10 παίκτες.

    Εμείς σάς προειδοποιήσαμε (σχόλιο 48) ότι ο ΠΑΟΚ δεν κερδίζει σήμερα, ώστε να παίξετε το Χ και το 2 και να βγάλετε ένα καλό χαρτζηλίκι, του Αγίου Νικολάου ανήμερα. Κάποια ζώα δεν μάς πιστεύανε… Τώρα θα μάς πιστέψουν και τα ζώα…

  69. leonicos said

    εχει και ο Αράουτ δίκιο. παρα το ύφος του

    γι’ αυτό είμαι υπέρ των κακότροπων που κυκλοφορούν εδώ

    Και για το 1903 ή 1902 δεν με νοιάζει

    αλλά για το εκύτταξε και το βαθειά με νοιάζει

    έτσι τα είχα πρωτομάθει. Δεν τα γραφω πια, αλλά η παρέμβαση σε παλιά κείμενα ειναι άτοπη και επ’ αυτού δεν υπαρχει δικαολογία

    Γι’ αυτό δυσφορώ και όταν ΚΑΚΩΣ μονοτονίζεις κείμενα που τα γράψανε πολυτονικά. Εκτός αν ζει ο συγγραφέας και σου το επιτρέψει.

    Όσο για τη γλωσσα… ειναι πηγάδι απύθμενο, αι μπορείς να βρεις τα πάντα

    Απολαύστε υπεύθυνα: Πάπυρος του Δερβενίου 3ος αι προ ΚΧ

    τὴν ἀλκὴν λαµμά̣νειν παρ’ αὐτοῦ̣. αντί λαμβάνειν
    βασίλευσεν, κρούοντα τὸν Νοῦμ πρὸς αναύξητος αόριστος σε πεζό
    τὴμ βασιλείαν αὐτόγ. Κρόνον δὲ
    ἀφαιρεῖσθαι δ’ αὐτὸμ τὴμ βασιλείαν
    κἂμ ποήσηι τὸν ἥλιον
    τόδε μῆτιγ καὶ μακάρων κατέχωμ βασιλίδα

    Αλἰμονο αν αλλοιώνυμε τα κείμενα για να τα κάνουμε πιο προσιτά στο κοινό ή πιο οικεία στα μάτι αμας

  70. aerosol said

    Χρόνια πολλά στον Νίκο μας και σε όλους τους εορτάζοντες και εορτάζουσες. Άντε και του χρόνου χωρίς εγκλεισμούς!

  71. leonicos said

    68 Αράουτ

    Με τις αναρτήσεις σου συμφωνώ. Σιχαίνομαι τα σχόλιά σου

    εκτός ενός σημείου: της υπερτρισχιλιετούς

    μπορούμε να την κοψουμε σε δύο, τρεις, πέντε, επτά και ένδεκα κομμάτια

    αλλά τη συέχει δεν μπορούμε να την αρνηθουμε

  72. dryhammer said

    68. > …έχω ολόκληρο Επιτελείο από πίσω μου…

    Γι αυτό φωνάζεις «να κλείσει ο κύκλος»;

  73. leonicos said

    50 Τζι

    Μπάρμπα, άλλα λεξικά, άλλα λένε, το ξύλο που προσαρτάται στην καρίνα λέγεται η φάλκις-ιδος και ο φάλκης-όχι η φάλκη, ψάχνε καλύτερα πρώτα και μετά κάνε … μνημειώδεις παρατηρήσεις και προβλέψεις.

    δεν διόρθωσες κατ’ ουσίαν τίποτα, και διολισθαίνεις στο να υιοθετήσεις κακούς τρόπους

    φάλκης, ο ταλιαμάς, ο κόφτης tagliare

    εξ ου la taille, talieur κοκ

  74. leonicos said

    tailleur

  75. leonicos said

    39 Venios

    Διαπιστώνω ότι η γλώσσα του Π. μου είναι πλέον απωθητική και μούρχεται να ανακράξω ….

    Δεν φταίει η γλώσσα του Π.Φταίει η σχέση σου με τη γλώσσα

  76. venios said

    69 Λεώνικε, άλλο η διατήρηση λόγω συνήθειας της τέως σχολικής ορθογραφίας στους παλιότερους, κι άλλο η προσαρμογή κειμένων στην ισχύουσα ορθογραφία. Πρώτοι διδάξαντες οι ΑΗΠ, που άλλαξαν τόσες φορές τη γραφή, πότε χωρίζοντας τις λέξεις, πότε εισάγοντας τα μικρά γράμματα, τους τόνους τα πνεύματα, πότε καταργώντας γράμματα και πότε εισάγοντας συντομογραφίες. Πόσες φορές άλλαξε η γραφή των ομηρικών επών από τότε που πρωτογράφτηκαν μέχρι σήμερα;

  77. nikiplos said

    Καθυστερημένα, να μπω κι εγώ και να ευχηθώ χρόνια πολλά, δημιουργικότητα και μακροημέρευση στον Νικοκύρη από εδώ! Πολύχρονος και Καλόχρονος Νικοκύρη!

  78. sarant said

    Τις αλλαγές αυτές στην ορθογραφία του διηγήματος τις έκανε (και σωστά) ο Τριανταφυλλοπουλος, όχι εγώ!

  79. sarant said

    Στις 7 η ώρα, η συζήτηση για το Γκαμπί της Βασίλισσας εδώ:

  80. ΚΑΒ said

    ανεμογάμης

    https://poulia4.blogspot.com/2011/10/falco-tinnunculus.html

  81. venios said

    75 Φίλτατε, η σχέση μου με τη γλώσσα είναι αυτή που είναι, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα σε δεκαετίες. Παλιά κάποια αποσπάσματα του Παπαδιαμάντη μου άρεσαν, και η γλώσσα του ήταν αξιοπερίεργη. Τώρα, την βρίσκω πλέον εξεζητημένη, με κουράζει. Και όπως λέει ο σύγχρονός του ποιητής:
    Το κάλλος δεν το αγαπώ, δεν αγαπώ το κάλλος.
    Πας άλλος ας το αγαπά, ας το αγαπά πας άλλος

  82. ΓΤ said

    Στη μέχρι στιγμής αθλητική κίνηση:

    ΟΦΗ-Απόλλων 0-2
    ΠΑΣ-Λαμία 2-0
    ΠΑΟΚ-Αστέρας Τρίπολης 2-0

    Ιωνικός-ΠΑΟ 53-79

  83. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    69. Πότε είχε δίκιο το ..επιτελείο του Μυστήριου, Λεώνικε; Όταν τραβούσε από την κληρωτίδα «αρσενική νυχτερίδα» (που έλεγε αυτός στο 48) ή όταν ανακάλυψε το «είδος γερακιού» (που έλεγα εγώ στο 63);
    Και από πού κι ως πού ένα μεσαιωνικό φάλκον «προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «φάλκης»»; Σε ποιό λεξικό το γράφει αυτό;

    https://www.etymonline.com/word/falcon

    Και πού ακριβώς αναφέρεται ότι «η λέξις «φάλκης» εξελίχθηκε να σημαίνει την νυχτερίδα και το γεράκι, επειδή τα δύο αυτά ιπτάμενα όντα έχουν κυρτά φτερά»;
    Τί ετυμολογικά παπάρια είναι αυτά;

  84. # 68

    Μετά Χριστόν προφήτη :

    εγώ α-φελλ-έστατος

    εσύ σκέτος φελλ-ός

  85. ΓΤ said

    101
    600

  86. Εδώ που το φτάσαμε (διαβάζω 75 Venios) θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσε να είχε γίνει εάν ο μεγάλος μας Παπαδιαμάντης προσπαθούσε να περιγράψει και να τυποποιήσει το τοπικό του βόρειο ιδίωμα (ΒΙ) και να επιχειρούσε να γράψει σε αυτό. Θα μας κατέλειπε έναν ανεκτίμητο θησαυρό. Κάτι σαν Δάντης;

  87. Corto said

    Νίκο, χρόνια πολλά και ό,τι επιθυμείς, με υγεία πάνω από όλα!
    Και βέβαια σε ευχαριστούμε για τις ωραίες λογοτεχνικές Κυριακές που μας χαρίζεις!

  88. Κιγκέρι said

    Η Παναγία η Μεγαλομάτα

    https://www.romfea.gr/afieromata/1478-i-panagia-i-megalomata

  89. # 73

    Λεώνικε, οι περί ναυπηγικής γνώσεις σου μπορεί να εξηγήσουν ένα ξύλο που προσαρτάται στην καρίνα (ελπίζω να ξέρεις τι είναι η καρίνα και το οποίον λογικά είναι μέσα στο πλοίο τι ακριβώς κόβει ;

    το τάλιαρε το έμαθα από φλιους μου ιταλούς, όταν έκοβα τα μακαρόνια και ανατριχιάζανε !

    αυτά που έγραψα στο 50 είναι από το λεξικό του Σ.Βυζάντιου, αν ήμουνα στο Γαλαξίδι θα κοίταζα στις σημειώσεις ξυλοναυπηγικής που έχω, ίσως ο Μαρτίνος αν παρακολουθεί μπορεί να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους

  90. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Χρονια πολλα
    για την ονομαστικη σου εορτη

  91. Γιάννης Ιατρού said

    57: Έτσι, να τους χαιρόμαστε! 🙂

  92. Γιάννης Ιατρού said

    72: 🙂 🙂 🙂 Μνημειώδες👍

  93. Γιάννης Ιατρού said

    68: …Εμείς σάς προειδοποιήσαμε (σχόλιο 48) ότι ο ΠΑΟΚ δεν κερδίζει σήμερα, ώστε να παίξετε το Χ και το 2 και να βγάλετε ένα καλό χαρτζηλίκι…

    Ο ορισμός του ΣΟΥΡΓΕΛΟΥ έχεις γίνει. 2-0 ο ΜΠΑΟΚ (#82)…, κερδάμε που θά ΄λεγε κι ο Τζι👍

  94. Γιάννης Κουβάτσος said

    86: Το πολύ-πολύ να είχε γίνει Καρκαβίτσας. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι take it or leave, για να μιλήσουμε σε σημερινό ιδίωμα. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει Παπαδιαμάντης, χωρίς αυτήν δεν θα τον διάβαζα, για να πω την αλήθεια. Δεν με γοητεύει η θεια-Αχτίτσα, υπάρχουν πολλές στην ηθογραφική λογοτεχνία μας. Με γοητεύει κυρίως η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, αυτό το μοναδικό λεκτικό μίγμα, που κινείται, κατά Ελύτην, από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά της γλωσσικής κλίμακας και, στις πολλές ευτυχισμένες στιγμές του, δημιουργεί μεγάλη ποίηση.

  95. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Σε μιά άλλη έκδοση του Παπαδιαμάντη που -επίσης- έχω, εκεί που αντιγράφεις Νίκο (από Τριανταφυλλόπουλο, προφανώς) το «μαννού», λέει «μάννα» το οποίο δεν είναι άμοιρο της έννοιας γιαγιά (βλ. καλομάννα)

  96. Γιάννης Κουβάτσος said

    94:Take it or leave it, για να μιλάμε σωστά την τρέχουσα γλώσσα μας. ☺

  97. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @94. Ποίηση, Γιάννη. Προ πάντων Ποίηση..

  98. Alexis said

    Χρόνια πολλά Νίκο, να έχεις πάντα υγεία και δύναμη και να συνεχίζεις αυτό που κάνεις!

  99. Alexis said

    Χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες και τις εορτάζουσες!

  100. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μη βγεις, Βάτμαν, και πεις τίποτα για το δεύτερο ημίχρονο με την ΑΕΚ, θα χαλάσει η φιλία μας. Μετά τη λήξη κάνε πρόβλεψη. 😊

  101. Alexis said

    Ρε παιδιά τον πρόδωσε το επιτελείο του τον άνθρωπο, μην είστε τόσο σκληροί… 😆

  102. Alexis said

    Δεν έχω διαβάσει το διήγημα, ίσως αργά το βράδυ, αλλά πάντως δεν είχα ξανακούσει τη λέξη κρούσματα με αυτή τη σημασία.

  103. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πολλές ευχές για τον Νικοκύρη μας! Να χαίρεται τ’ όνομά του, πάντα με υγεία! (για να τον χαιρόμαστε κι εμείς 🙂 ). Ευχές και στους εορτάζοντες/ουσες του ιστολογίου.

    – Θα συμφωνήσω με Αθεόφοβο (#18), Κουβάτσο (#21+94), Κουτρούφι (#55), Κατσέας (#97) κ.ά. ως προς την καθαρεύουσα του –μισού περίπου- σημερινού διηγήματος. Την καθαρεύουσα του Ππδ, τη βρίσκω γοητευτική/ποιητική –καμία σχέση με την «ξύλινη» κρατική ή δημοσιογραφική ή εκκλησιαστική κλπ καθαρεύουσα. Και η μείξη της με τη γλώσσα των ‘ζωντανών ανθρώπων’ είναι μαστορική, της δίνει άλλη πνοή και χάρη. [Γούστα είν’ αυτά…]

    – «Γιατὶ ἄκουσα ἕναν πετεινὸ νὰ μιλῇ, πολληώρα»: εδώ μάλλον σημαίνει ‘πριν λίγη ώρα’.

    – «….ὡς κλαδωτὰ αὐγά των, ψηνόμενα, ψάλλοντα μελῳδικῶς εἰς τὴν ἀνθρακιάν…»:
    Καταπληκτική λεπτομέρεια! Έτσι και οι χοχλιοί στα κάρβουνα (αλλά και μπουμπουριστοί)! ‘Τραγουδούνε’ λέμε εδώ στην Κρήτη.

    – Κι άλλες λέξεις παρόμοιες/αυτούσιες στην καθημερινή μας ντοπιολαλιά: αφ’ εσπέρας, στὴν πέρα (μ)πάντα, «εξενύσταξε» κλπ.
    Αντίθετα η λ. τσέργα είναι άγνωστη σε μας. Στο «Ετυμολογικό γλωσσάρι στο έργο του Παπαδιαμάντη» του Κ. Καραποτόσογλου, είδα ότι είναι ‘χλαίνα, κλινοσκέπασμα’.

  104. Jane said

    Δυο γραμμές μπήκα να γράψω.
    1η Χρόνια πολλά , κύριε Σαραντάκο, να είστε γερός και δημιουργικός πάντα. Σας διαβάζω ανελλιπώς.
    2η Τι ψηφίσατε , βρε μαλάκες;

  105. mitsos said

    @102
    Για ομαδική παράκρουση όμως ; Σίγουρα θα έχεις ακούσει.

  106. Alexis said

    #103: Στο Ξηρόμερο:
    τσέργα=φλοκάτη
    πολληώρα=πριν από λίγο

  107. Γιάννης Ιατρού said

    104: το πόδι έφτιαξε, όλα καλά;

  108. William T. Riker said

    Χρόνια πολλά και καλά, Νικοκύρη! Πολλές ευχές και σε όλους τους εορτάζοντες/εορτάζουσες!

  109. Alexis said

    #105: Βέβαια

  110. MA said

    Χρόνια πολλά και καλά Νικοκύρη, με υγεία και χαρές. Και πάντα με κέφι να μας κερνάς😊

    Χρόνια πολλά και στους/στις εορτάζοντες/εορτάζουσες σχολιαστές/σχολιάστριες

    Και καλή λευτεριά για όλους μας

  111. dryhammer said

    95. Υπάρχει και το παλαιοχιώτικο μανή (μαννή;) που σημαίνει γιαγιά.

    [Η συχωρεμένη η μάνα μου, μού διηγόταν για ένα (τότε, προπολεμικά) γειτονόπουλο που, επειδή ήταν ασκημομούρικο, με κρεμασμένα μάγουλα κλπ το κορόιδευαν «πάππου» και το προγκάρανε με το στιχάκι «Πάππου πάππου και μανή, έβγ’ από τη γκλαβανή»

    Εγώ τον γνώρισα μεσήλικα, και μού λέγε πως «Από μικρός έτσι δα γέρος ήτανε. Τώρα που πάχυνε λιγάκι η μούρη του -και ταιριάζει και με τα χρόνια του- είναι πιο όμορφος(!)»]

  112. Χαρούλα said

    #102 Αlexis το αγγελοκρουσμένος/η/ο δεν το λέτε;

    #94 & #97 Μαζί σας. Διαβάζω δε δυνατά για να απολαμβάνω τον ήχο να χαιδεύει τα αυτιά. Εν τω μεταξύ μπορει να έχω χάσει και τμήμα της …υπόθεσης! Αλλά το φχαριστιέμαι!

  113. ΓΤ said

    Η σημερινή αθλητική κίνηση κλείνει με το

    ΑΕΚ-ΠΑΟ 1-2

  114. leonicos said

    95 Κατσέας

    καλομάννα είναι η νονά, όχι η γιαγιά

    Βαφτίζανε χωριατόπουλα οι αθηναίοι, και όταν μεγάλωναν τα παίρνανε την αθήνα, συνήθως για τις δουλειές του σπιτιού, τζάμπα, μόνο φαϊ ίσως ρούχα και σχολείο. Και φώναζαν τους νονούς καλομάνα και καλοπατέρα

  115. leonicos said

    83

    Τί ετυμολογικά παπάρια είναι αυτά;

    Εμ… δεν είναι. έτσι είναι

  116. Πολύ ενδιαφέρουσα η αναμετάδοση για το «Γκαμπί» / Gambit.
    Επειδή την παρακολούθησα χωρίς προβλήματα μπορούμε να έχουμε μια αναφορά σχετικά με την τεχνική υποδομή και τα προαπαιτούμενα;

  117. Γιάννης Κουβάτσος said

    Εντάξει, αφήστε ελεύθερο τον Βάτμαν. 👍💚

  118. leonicos said

    78 Νικο-κύρη

    Τις αλλαγές αυτές στην ορθογραφία του διηγήματος τις έκανε (και σωστά) ο Τριανταφυλλοπουλος, όχι εγώ!

    Δεν με απασχολεί ποιος έκανε τις αλλαγές. Ανφισβητώ το δικαίωμά του να τις κάνει.

    Θα διορθωσεις το τόρα του Σολωμού και θα το κάνεις τώρα; Για ποιον λόγο;

  119. ΓΤ said

    116@

    Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και πολύ καλά ενημερωμένη η «Θρυαλλίδα». Προλογίζοντας τον Σαραντάκο, ακούσαμε ότι «ο Νίκος ζει στο Παρίσι», οπότε ανέλαβε τον ρόλο του πύργου. Πολύ σωστά, ζίγκα στις χαμοκέλες το Λουξεμβούργο…

  120. dryhammer said

    117. Ο λαός το απαιτεί

  121. leonicos said

    76 Οι ΑΗΠ κασρέφανε μνημεία για να χτίσουν πάνω τους άλλα, αλλάζανε τα ονοματα των θεοτήτων και των πόλεων. Δεν θα τους επαινέσουμε γι’ αυτό και συνεπώς δεν θα τους μιμηθούμε.

    Η κρίση τους για τα σύγχρον΄τους πράγματα δεν είναι η δική μας θέση για τα ιδια πράγματα

  122. 94 Γιάννης Κουβάτσος

    Γιατί Καρκαβίτσας; Και ο Καρκαβίτσας αθηναϊκό ιδίωμα, κατά βάση, δεν έγραφε; Λέμε να πίστευε κάποιος, ιδιοφυής τελοσπάντων, στη γλωσσική αξία του ιδιώματος και να μας άφηνε μερικά χιλιοσέλιδα. 🙂

  123. leonicos said

    118

    Αμφισβητώ το δικαίωμά του να τις κάνει

  124. leonicos said

    Μίλησα και για τη μονοτόνηση. Επομένως η διαφορά απόψεών μας είναι ευρύτερη

  125. leonicos said

    89 Γλυκιέ μου Τζι

    Λεώνικε, οι περί ναυπηγικής γνώσεις σου μπορεί να εξηγήσουν ένα ξύλο που προσαρτάται στην καρίνα

    Δεν προσαρτάται στην καρίνα

    Μπαίνει εκέι που πρέπει ώστε ν’ αποτελέσει την καρίνα. Επιπλεόν μπορεί να είναι η συνέχεις της καρίνας προς τα πάνω που σχηματίζει την πλώρη. Μπορεί να είναι και τα παρειακά κυρτά ξύλα ένθεν και ένθεν της καρίνας. Δεν μπορώ να ξέρω τι σήμαινε κατά καιρο΄ς και κατά καρνάγιο, αλλά σήμινε κάτι σχετικό με το κόψιμο του νερού. αλλιως δν θα είχε νόξημα το tagliare

  126. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @114. Λεώνικος,

    Καλομάνα σημαίνει διάφορα, κυρίως όμως γιαγιά

    file:///C:/Users/KATSEA~1/AppData/Local/Temp/4128-7690-1-SM.pdf

    Στην Ποντιακή διάλεκτο σημαίνει αποκλειστικά γιαγιά.

  127. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα! Μόλις τελείωσε η εκδήλωση.

    116 Στο τέλος κόπηκε απότομα όμως η μετάδοση. Χρησιμοποιήσαμε το Jitsi Meet, αλλά περισσότερα δεν ξέρω.

  128. leonicos said

    89 Tzi

    Δες και τα υπόλοιπα που παραθέτει

    λέσβιον η επικαμπή του φάλκου. knee of the head. Είναι η γωνία που σχηματίζεται καθώς η καρίνα μεταπίπτει σε πλώρη

  129. Γιάννης Κουβάτσος said

    122: Στο ναυτικό του ιδίωμα αναφερόμουν. Σε ντοπιολαλιά έχουν γράψει πολλοί (μέχρι Ιλιάδα και Οδύσσεια έχουμε μεταφρασμένη στο κρητικό ιδίωμα), θα μπορούσε να γράψει κι ο Παπαδιαμάντης, αλλά δεν είχε γαλουχηθεί μόνο με το ιδίωμα του τόπου του, είχε ανατραφεί και με τη γλώσσα των Ευαγγελίων, των ύμνων, των ψαλμών, μια γλώσσα που την αγαπούσε πολύ. Δεν έκανε λογοτεχνία ο Παπαδιαμάντης, στο γόνατο έγραφε, να προλάβει να παραδώσει το χειρόγραφο μπας και δει λίγο ήλιο, το ηλιοβασίλεμα από το Ζάππειο. Γι’αυτό είναι τόσο άνισος, όχι από διήγημα σε διήγημα αλλά από παράγραφο σε παράγραφο.

  130. 127

    Εντάξει. Ευχαριστώ. Συγχαρητήρια. Και στους εκεί φίλους.

  131. 129. Γιάννης Κουβάτσος

    Σωστά. Όλα όμως έχουν αγνοηθεί για διάφορους λόγους. .

  132. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @126. (εκείνος ο αποτυχημένος σύνδεσμος)

    ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ ΜΑΜΗΣ

    καλομάνα, η,
    1) η μάνα που γεννά το πρώτο της παιδί κορίτσι· «της καλομάνας το παιδί το πρώτο νά ’ναι κόρη», για­τί είναι η βοηθός της μάνας,
    2) η γιαγιά, η μαμή, η προμήτωρ (λέγεται και «σταυ­ρομάνα»),
    3) η στοργική μάνα,
    4) η γριά- Μπάμπω (μαμή), από μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπό της.

  133. ΓΤ said

    Κάτι ενδιαφέρον για τα «εμβόλια»
    http://www.francesoir.fr/opinions-societe-sante/vaccin-arnm-lappel-solennel-du-pr-perronne

  134. sarant said

    133 Θέλει συζήτηση αυτό το άρθρο.

  135. Και ναι, να ευχηθώ χρόνια πολλά και χρόνια καλά και για τους άλλους Νίκους του ιστολογίου. Κι ιδιαίτερα τους ινκόγνιτο 🙂

    111 Και σε μας από πάνω η γιαγιά ήταν μανή. Αντιγράφω από την ιστορία της προγιαγιάς μου</a:
    "Τη γιαγιά στο χωριό τη λέγανε μανή. «Η μανή μ’ του Χρυσανθώ» λέει πάντα η μάνα μου όταν αναφέρεται σ’ αυτή. Κι έτσι απαιτούσε να τη φωνάζουνε. Το γιαγιά το θεωρούσε πως πάει να πει γριά. Ενώ το μανή είχε την έννοια της συγγένειας των παιδιών με τη μητέρα των γονιών τους«. (Διαβάζω το «λέει» για τη μάνα μου και κοίταξα την ημερομηνία. Σε λιγότερο από δυο μήνες η μάνα μου δεν έλεγε πια για τη γιαγιά της. Είχε πάει να τη βρει…)

  136. Στραβά μπήκε ο σύνδεσμος, κάπου μπερδεύτηκαν τ’ αυτάκια, αλλά το νόημα βγαίνει.

  137. Avonidas said

    #79. Παρακολούθησα τη συζήτηση με μεγάλο ενδιαφέρον (και με κάποια διαφορά φάσης, μιας και είχα τηλεφωνήματα). Νικοκύρη, πού θα ήταν καλύτερα να σχολιάσω, εδώ ή στο άρθρο σου για το γκαμπί;

  138. 18.Το καλό σάιτ του συγγραφέα και γνωστού για τα γλωσσολογικά του κείμενα Νίκου Σαραντάκου:
    Ιστοτόπος του Νίκου Σαραντάκου

    Κάπως έτσι σε αναφέρει στους εορτάζοντες Νίκους το LIFO. Φυσικά χρόνια πολλά κι από μένα.

  139. # 125

    Το ξύλο που λες λέγεται κοράκι, δες εδώ, αυτό σκίζει την θάλασσα, είναι πασίγνωστο

    To Τρεχαντήρι είναι το πιο αγαπητό, καλοτάξιδο και γνήσιο ελληνικό σκαρί. Η κατασκευή του άρχισε από τα μέσα του 17ου αιώνα. Το σκάφος είναι οξύπρωρο και οξύπρυμνο. Το μήκος του Τρεχαντηριού έφτανε τα 25 – 30μ. Χαρακτηριστικό της μορφής του είναι το μεγάλο κύρτωμα του κορακιού του, που καταλήγει σ’ ένα είδος κεφαλής και του μυτερού ποδοστήματός του, που είναι ή πλησιάζει την ευθεία γραμμή.

    Διάβασε προσεκτικά και τον ορισμό στο # 48, καμιά σχέση με αυτά που λες, το ξύλο αυτό είναι στο εσωτερικό του πλοίου, στραβόξυλο για να είναι κεκαμμένον και δεν κόβει τίποτε

  140. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Χρόνια πολλά στο Νικοκύρη.(Στη λήξη!)

  141. ΣΠ said

    138
    Δεν έβαλες λινκ.
    https://mikropragmata.lifo.gr/listes/25-ksechoristoi-nikoi-me-aformi-ti-giorti-tous/

  142. Λεύκιππος said

    141 Ευχαριστώ αλλά δεν ήξερα πως

  143. sarant said

    137 Kαλή ερώτηση, μάλλον εκεί

    138-141 Α, ευχαριστώ, δεν το είχα δει. Τιμητικό, αλλά δίνει λινκ στο παλιό σάιτ περιέργως.

  144. Μαρία said

    Δεν είναι δυνατή η δημοσίευση αυτού του σχολίου, αντί μαρμάγκας. Μυστήριο!

  145. Μαρία said

    133
    Ο καθηγητής Κλινικής Φαρμακολογίας Δημήτρης Κούβελας εξηγεί https://www.efsyn.gr/themata/thema-tis-efsyn/271631_oles-oi-apantiseis-gia-embolio
    Οι όποιες παρενέργειες χωρίζονται σε εκείνες της οξείας φάσης, που φαίνονται δηλαδή άμεσα με το τσίμπημα ή στα πρώτα 24ωρα, και τις μετέπειτα που μπορεί να φανούν σε 1, σε 10, σε 20 χρόνια, αναφέρει ο ίδιος. Προσθέτει πως «στην περίπτωση της παλιάς τεχνολογίας εμβολίου (AstraZeneca) μπορεί μια παρενέργεια να είναι κάποιο πρήξιμο στο σημείο της ένεσης, πυρετός, διάρροια κ.λπ. Και τις μακροχρόνιες συνέπειες τις γνωρίζουμε. Εάν από τον κορονοϊό πεθάνουν 15.000 άνθρωποι στη χώρα μας, από το εμβόλιο θα χαθούν 5 σε πληθυσμό 10 εκατομμυρίων. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι με τον κορονοϊό θα χαθούν 15.000 μεγάλοι σε ηλικία με συννοσηρότητες, ενώ με το εμβόλιο μπορεί να πεθάνουν 5 παιδιά. Για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της νέας τεχνολογίας (Μοderna και BioNTech) δεν γνωρίζουμε τίποτα».

  146. ΓΤ said

    Θεοδωρό για Μπαμπινιώ
    https://www.kathimerini.gr/opinion/561185938/oi-ellinopoiiseis-toy-k-mpampinioti/

  147. Χρόνια πολλά και Καλά Νικοκύρν,
    Να ΄σαι πάντα καλά και να μας χαρίζεις τ΄λετοια όμορφα κείμενα.

  148. Κάναμε και την εσπερινή επίσκεψη στον εορτάζοντα, μάς φίλεψε γλύκισμα — πολύχρονος!

  149. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Και πάλι χρόνια πολλά Νικοκύρη.
    Α, ώστε διακόπηκε στο τέλος η συζήτηση στη Θρυαλλίδα, γιατί νόμιζα πως έχασα εγώ τη σύνδεση από το τάμπλετ. Μπράβο σε όλους σας. Πολύ ευχάριστη και λαγαρή κουβέντα. Εγώ σήμερα μυήθηκα σ΄αυτή τη μετάδοση.

    Μαγεία το διήγημα. Ωραίο κέρασμα,όντως. Θερμά ευχαριστώ! Με διαπότισε ως τα μύχια (και τα νύχια, που είχα πρωτογράψει :)).
    Έχω μνήμες από τέτοιες νυχτερινές πορείες στα παιδικά και εφηβικά χρόνια και αξωμονή (παραμονή για ύπνο) σε σπίτι απομονωμένο και καιρό κλειστό και το απόλαυσα. Και ασφαλώς ιστορίες για φαντάσματα μπόλικες! Τα γροίκησα και τα οσφράνθηκα όλα.
    Ο Παπαδιαμάντης χωρίς στη γλώσσα του, νομίζω θα είχε τη μισή γοητεία του.Το επιτήδειο μείγμα όρων της δημοτικής με την ιδιότυπη αρχαϊζουσά του και με τους διαλόγους στη λαϊκή λαλιά, κάνει να τραγουδάει το κείμενο και να ομορφοκυματίζουν οι εικόνες του.
    Τραγουδάει στα δικά μου αυτιά βέβαια. Σε άλλα γρατζουνάει 🙂

    >>ὅπου «κροτίζει* ὁ τόπος»,
    Φαντάσει ο τόπος, λέμε κάτω.
    πχ στην πεζούλα που έστησαν και σκότωσαν οι Γερμανοί τόσους χωριανούς όπου λένε ότι ακούγονται βογγητά κάποιες νύχτες.
    Φανταξές ή αφανταξές,τα φαντάσματα.

    102 >>λέξη κρούσματα με αυτή τη σημασία
    Εμένα, στον κρουσμένο, τον κουζουλό, πήγε ο νους μου καθώς και στο αγγελόκρουσμα, την κατάσταση όπου ο ετοιμοθάνατος «βλέπει τον άγγελό του».

  150. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η φωτογραφία είναι πολύ υποβλητική.Πέτρες που άλλοτε στέγασαν ζωές ανθρώπων.

    >>Εἶτα ἄναψε φωτιὰν εἰς τὸ στενόν, μεταξὺ δύο ἐρειπίων, ἀντικρὺ τοῦ ναΐσκου, καὶ κατέμπροσθεν εἰς τὴν θύραν τοῦ οἰκίσκου της.
    Είναι απαραίτητο να ανάβεις φωτιά πριν μείνεις/ κοιμηθείς, σε κλειστό για καιρό σπίτι στην εξοχή. Εκτός από παρέα ή και ζεστασιά (ανάλογα τον καιρό), κάνει και τα διάφορα ενοχλητικά ζώα ν΄απομακρυνθούν (κουνάβια, σκορπιούς, ποντίκια κλπ).
    Πιο αποτελεσματικό γίνεται αν ρίξεις στη φωτιά κάτι δερμάτινο/πέτσινο πχ παλιό παπούτσι. Μυρίζουν το καιόμενο δέρμα και νομίζουν λέει ότι έπιασε φωτιά και καίγονται ήδη ζώα, οπότε όπου φύγει φύγει.

  151. Συγχαρητήρια στον ΠΑΟ για την νίκη στο ντέρμπυ που επιβεβαίωσε δυο ρήσεις μου : πως ο Μπόλονι έχει τόση σχέση με Αναστασίου, Ουζουνίδη, Δώνη, Παγιέτος όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο και πως η ΑΕΚ όταν δεν παίζει ο Σιμόες είναι κακή ομάδα.

  152. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @146. Το λές και είδος συνδρόμου Στοκχόλμης. 🙂 Ο Θεοδωρόπουλος (τον οποίον εγώ διαβάζω- ας λέει ο Νικοκύρης..) τα ρίχνει στον Μπαμπινιώτη, σπέρνει στο κείμενό του παρατηρήσεις και σχόλια (..που θα μπορούσαν να είναι..) του Νίκου και για να μην αφήσει καμιά αμφιβολία για το πού κατευθύνει τα αισθήματά του, χώνει επίσης και ένα «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» σ’ αυτό. (Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς! 🙂 )

    Υ.Γ. Περιμένοντας να ψηθή το ελιόψωμο, Γιάννη (Ιατρού) 🙂

  153. ΓΤ said

    152@

    Πουτάνα ζωή: άλλοι περιμένουν το ελιόψωμο κι άλλοι τον Γκοντό.

  154. Γιάννης Ιατρού said

    152: σε είδα! 🙂 🙂 γιατρέ!

    144: Μαρία, όταν «λήγει» το κούκι με το login σου στο μπλογκ (θα το είχες μέρες ανοιχτό 🙂 .
    Κλείσε το tab και ξανάνοιξέ το, με credentials.

  155. ΓΤ said

    154@

    Αλλάζει η ζωή: απ’ το κουκί στο κούκι.

  156. …απ του κ’κι στου κούκκ…

    Φωνητικά: [ap tu kci stu kuc]. Το [c] είναι όπως στο «κιόλας»

  157. ΓΤ said

    Προκλητικός Μιχάλης Καλαφάτης, άκα Παντελεήμων Ξάνθης: Ανοίγει τις εκκλησίες παρά την απαγόρευση – «Μας θωρακίζει το Σώμα του Χριστού»
    Καλεί τους κατοίκους να κοινωνήσουν και να λάβουν αντίδωρο.

    https://www.in.gr/2020/12/07/greece/prokalei-o-mitropolitis-ksanthis-anoigei-tis-ekklisies-para-tin-apagoreysi-mas-thorakizei-soma-tou-xristou/

  158. ΓΤ said

    156@

    Σε κοινή πορεία η Πρέβεζα με το Ελσίνκι: κρύο και διπλά κάπα.

  159. dryhammer said

    150. Στη γειτονιά μου, όταν εμφανιζόταν κανένα φίδι λόγω γειτνίασης με χωράφια, έκαιγαν παλιοπάπουτσα και αβγότσοφλα «για να ακούσει τη μυρωδιά και να φύει»

  160. Δελιόπουλος Δημήτριος said

    Γράφω για να σας ευχηθώ να είστε πολύχρονος και καλόχρονος.
    Με την ευκαιρία όμως να σας κάνω γνωστούς και τους τύπους του ονόματός σας στο Ρουμλουκιώτικο Ιδίωμα.
    Νικόλαος: Νίκους, Νικόλας, Νικουλάηκ’ς, Κουλιός, Κουκόλιας.
    Σίγουρα θ’ ακούγονται λίγο παράξενα!

  161. dryhammer said

    Btw, ένας τύπος του Νίκος που δεν τον έχω ακούσει εκτός Χίου είναι και ο Κόκος.

  162. sarant said

    Καλημέρα από εδώ, ευχαριστώ και για τις ευχές!

    160 Κύριε Δελιόπουλε, να είστε καλά! Θα προσθέσω τις παραλλαγές εδώ:

  163. Γιάννης Ιατρού said

    155: κι από κούκι σε κούκι και σε λίγο στο κούΓκι… Ρόδα είναι και γυρίζει😉

  164. Αράουτ said

    Αφελέστατε οπαδέ του ΠΑΟΚ κ. Gpointofview (σχ. 84),

    Το χθεσινό μάτς (ΠΑΟΚ – Αστήρ Τριπόλεως 2-0) το πήρατε χάρις στην κωλοφαρδία του όντως ταλαντούχου Χρήστου Τζόλη. Το σούτ που έκανε στο 1-0 μπαίνει κάθε 35 χρόνια, ενώ το πέναλτυ που κέρδισε στο 2-0 ήταν φιλανθρωπική προσφορά των αμυντικών του Αστέρος.

    ΑΝΑΡΤΩ το σημερινό άρθρο του γάβρου + μπολσεβίκου Γιώργου Χελάκη στο οπισθόφυλλο της «Sportday» για να πάρουν όλοι χαμπάρι πώς συνωμότησε ο Διάβολος και πήγαν στον κουβά οι ασφαλέστατες προβλέψεις του Επιτελείου μας

  165. sarant said

    162 Λάθος λινκ βέβαια. Θα προσθέσω τις παραλλαγές στο άρθρο για το όνομα Νίκος:

    https://sarantakos.wordpress.com/2016/12/06/nikos/

  166. ΣΠ said

    165
    Υπάρχει και μεταγενέστερο άρθρο για το όνομα Νίκος:
    https://sarantakos.wordpress.com/2017/12/06/nikos-2/

  167. Αγγελος said

    Για την ορθογραφία:
    Ο Παπαδιαμάντης γράφει βασικά στην καθαρεύουσα, η οποία έχει την καθιερωμένη της ορθογραφία. Θα είναι άτοπο να την αλλάξουμε συστηματικά, να βγάλουμε π.χ. τα πνεύματα ή τις υπογεγραμμένες ή να γράφουμε όλα τα παραθετικά με ο.
    Χρησιμοποιεί όμως ως γνωστόν και πάρα πολλές λέξεις και τύπους της δημοτικής. Αυτούς μου φαίνεται απόλυτα θεμιτό να τους γράψουμε όπως τους γράφουμε σήμερα, διορθώνοντας οπωσδήποτε το «είνε», το «ποῦ την λεν» και το «ᾑ νεράϊδες» των παραθεμάτων του Αράουτ΄– οπότε γιατί όχι και το «κυττάζω» και το «βαθιά»; Και ναι, και το «τόρα» του Σολωμού (ή μάλλον του Πολυλά, διότι είναι γνωστό πως ο Σολωμός ήταν ανορθόγραφος και πως η ορθογραφία των δημοσιευμένων έργων του είναι των επιμελητών) θα το διόρθωνα σε χρηστική ή σχολική έκδοση.
    Και οι Γάλλοι άλλωστε, που ξέρουμε πόσο περί πολλού έχουν την ορθογραφία τους, εκσυγχρονίζουν συστηματικά την ορθογραφία των κειμένων του 16ου αιώνα και μετά.

  168. sarant said

    166 Και είναι προτιμότερο

  169. Nestanaios said

    83. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη.

    Η φαλκονέρα είναι γεμάτη με νυχτερίδες. Πρέπει να κοιμηθείς εκεί ένα βράδυ για να τις δεις.

  170. Αράουτ said

    Πολλά συγχαρητήρια στον λαμπρό ελληνιστή κ. Νεσταναίο (σχόλιο 169) που με 16 λέξεις κόλλησε στον τοίχο τον ανελλήνιστο Θεσσαλονικιό κύρ-Γιώργη Κατσέα.

    Η Φαλκονέρα (αρχαία ελληνική ονομασία «Hierakia (Ἱεράκια») ονομάστηκε έτσι από τους Ενετούς γιατί είναι γερακότοπος.

    Ωστόσο, η τρισχιλιετής Ελληνική Γλώσσα πήρε την εκδίκησή της: Επειδή «φάλκη» στα αρχαία ελληνικά είναι η «νυκτερίδα», στην Φαλκονέρα βουρβουλακιάζουν οι νυχτερίδες. Χίλια μπράβο στον κύριο Νεσταναίο, αν και μάς έκλεψε την μπουκιά από το στόμα, γιατί θέλαμε εμείς να κατατροπώσουμε τον αθεράπευτα αφελή κύριο Κατσέα

  171. Πέπε said

    Παρατήρησε κανείς το εξαιρετικό φροϋδικό σώβρακο (freudian slip) στο #69 του Λεώνικου;

    Ξεκινάει σχολιάζοντας κάτι για τον Αράουτ, συνεχίζει μια σκέψη που ξεκίνησε μ’ αυτή την αφορμή, καθ’ οδόν απομακρύνεται τελείως από τον Αράουτ, και καταλήγει :

    > > Αλἰμονο αν αλλοιώνυμε τα κείμενα για να τα κάνουμε πιο προσιτά στο κοινό ή πιο οικεία στα μάτι αμας

    Το «αλλοιώνυμε» (=αλλοιώνουμε, τουλάχιστον σ’ ένα πρώτο επίπεδο) είναι ένα από τα τυπογραφικά που κάνει συχνά ο Λεώνικος. Πολλά τον έχουν πει τον Αράουτ, αλλά αλλοιώνυμο πρώτη φορά!

  172. sarant said

    Καλό το σλιπάκι!

  173. Πισμάνης said

    поток στά ρώσικα η ροή, ο χείμαρρος. Τοπωνύμια: Ποτόκια απέναντι από τό Καστρί (Ερμιόνη), Ποτοκάκι δίπλα στό Πυθαγόρειο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: