Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αναπληροφόρηση στο Ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2021


Θα ευλογήσω τα γένια μου σήμερα, αφού θα μιλήσω για το τελευταίο μου βιβλίο -αλλά θα τα ευλογήσω μέσω πληρεξουσίου ή πιο σωστά μέσω πληρεξουσίων.

Όπως γράφει και ο τίτλος, το σημερινό άρθρο είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που ο κ. Μπαμπινιώτης θα έλεγε feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία).

Με αυτά τα αρθρα αναπληροφόρησης έχουμε καθιερώσει μια μικρή παράδοση στο ιστολόγιο. Σε προηγούμενα βιβλία μου, ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης έκανε τον κόπο να διαβάσει το κάθε βιβλίο μου με χαρτί και μολύβι και να γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε. Βιβλία που έχει σχολιάσει με αυτόν τον τρόπο ο Άρης, που οδήγησαν σε αντίστοιχα άρθρα του ιστολογίου ήταν το Η γλώσσα έχει κέφια (το άρθρο εδώ), οι Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Στο σημερινό άρθρο ο Άρης τιμά την παράδοση που έχει δημιουργήσει και μου στέλνει τα συνειρμικά σχόλιά του για το Ζορμπαλίκι των ραγιάδων, αλλά σήμερα η χαρά μου είναι διπλή διότι ο Άρης έχει καλή παρέα, αφού παρόμοια σχολια μού έστειλε επίσης ο φίλος μας ο Δημήτρης Ραπτάκης. Με τιμά που οι δυο φίλοι αφιέρωσαν τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αλλά και βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά τους και ελπίζω ότι θα σας δώσουν αφορμή και για δικά σας σχόλια.

Με τη σύμφωνη γνωμη και των δύο, τα κείμενά τους θα συστεγαστούν στο παρόν άρθρο -δεν θα ήταν και τόσο σεμνό να απασχολήσω δύο άρθρα του ιστολογίου για το ίδιο θέμα. Στο τέλος του άρθρου έχουμε και μια τρίτη, ειδική συνεισφορά.

Τα σχολια του Άρη Γαβριηλίδη για το Ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Νίκου Σαραντάκου

 Αγαπητέ Νίκο

Ακολουθώντας την παράδοση που δημιουργήσαμε με τα προηγούμενα βιβλία σου, εδώ σού στέλνω τώρα τα σχόλια μου για το νέο σου έργο, για δημοσίευση, εφόσον φυσικά τα βρεις ενδιαφέροντα.

αγαρηνός: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει» Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Δ. Σολωμού.

αγάς: Το θέατρο σκιών βρίθει αγάδων.

αγιάνης: Ξαδέλφια του ο Γιάννης Αγιάννης και ο Αϊ Γιάννης (ο Ρέντης,  ο Πρόδρομος ή Αποκεφαλιστής και ο Θεολόγος )

αρεστάρω: Στη Βαβυλωνία, γραμμένη το 1836, «αρέστο» διέταζε ο Αστυνόμος στέλνοντας τους γλεντοκόπους στη φυλακή.

άρματα: Άρματα σήμερα, έστω και ομοηχούντα, εκτός από τα άρματα μάχης (τανκς) έχουμε και στα καρναβάλια.

αρματολοί: Παλαιότερα «αρματωλός». Πράγματι, στο βιβλίο της Ιστορίας του δημοτικού, δεκαετία του ’50, έτσι πρωτόειδα την λέξη και την απομνημόνευσα. Γι’ αυτό μου φαίνεται ακόμη παράξενη η γραφή με όμικρον.

γαζέπι: Και σήμερα επώνυμο Γαζέπης. Τον είδαμε και στο στιχούργημα του Σουρή  με τίτλο «Μάτια», που αρχίζει:  «Σοφέ μας οφθαλμίατρε και κύριε Γαζέπη, / σε τούτον τον ψευτόκοσμο τι μάτια κανείς βλέπει!»

γελέκι: Εμένα με παραπέμπει στο άσμα «το γελεκάκι που φορείς» όπως και στο παιχνίδι «πετάει-πετάει το πουλί» που παίζαμε πιτσιρικάδες, όπου για να μπερδέψουμε τους συμπαίχτες λέγαμε «το λελέκι, το λελέκι, το γελέκι!»

γεμιτζής: Τον βρήκαμε και στην «Θάλασσα» του Καρκαβίτσα, στο τραγούδι «Όμορφος που ‘ναι ο γεμιτζής, όταν βραχεί κι αλλάξει / και βάλει τ’ άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτσει». Το διήγημα πρωτοδιάβασα στα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» της Α΄ Γυμνασίου, το 1961.

γιαράς: Η πόντια πεθερά μου για να περιγράψει κάτι πολύ οδυνηρό έλεγε «γιερά (πληγή) και σην γιεράν απάν’ φουσκαλίδα».

γιατάκι: «Απάνω στο γιατάκι σου, φίδι νωθρό κοιμάται» Ν. Καββαδίας.

γιουρούσι: Και σήμερα χρησιμοποιείται όχι με πολεμική έννοια αλλά την ομαδική εφόρμηση ανθρώπων για να καταλάβουν ένα χώρο.

γρόσι: Έχω ακούσει την λέξη σε σκωπτικό τραγούδι πού τελείωνε «…ένα γρόσι κι ένα διάρι (δυάρι;) άφεριμ τον κασιδιάρη».

δερβένι: Έχουμε και το Δερβένι Κορινθίας.

δοβλέτι: «Να τα έχεις καλά με το δοβλέτι (κράτος)», η ιστορική φράση του Μποδοσάκη.

δουατζής: Και σύγχρονο επώνυμο. Θυμάμαι παλιό δημοσιογράφο με αυτό το όνομα.

Κακλαμάνος: Και σύγχρονο επίθετο με παραλλαγές Κακλαμάνης και Κακλαμανάκης.

καραούλι: Και τοπωνύμιο (περιοχή Οινόης)

καταδίκι: Εμένα μου θυμίζει το «γμ..την καταδίκη μου!»

κεχαγιάς: Ήταν ο παππούς μου σε αγρόκτημα στην Σμύρνη. Το «Δεν θέλω κεχαγιάδες πάνω απ’ το κεφάλι μου» το ξέρω σε πιο χυδαίο παραλλαγή: «Εσένα τι σε βάλαμε; Κεχαγιά στ’ @ρχίδ%@ μας;»

 καφίρης: Και σύγχρονο επίθετο.

κονάκι:  Και στο τραγούδι του Νεκρού Αδελφού: «…νά ’χω κι εγώ παρηγοριά, νά ’χω κι εγώ κονάκι», λέει η μάνα.

Κονιάρος-ης: Και σύγχρονα επίθετα. Δεν ξέρω αν το επίθετο Κανιάρος είναι παραλλαγή.  Άραγε υπάρχει σχέση με το διακονιάρης;

κοτζάμπασης: Είχα συνάδελφο στο στρατό με αυτό το επίθετο, από τον Βόλο.

κουρμπάνι: νομίζω ότι έχει διασωθεί η λέξη στην Μυτιλήνη. Αν θυμάμαι καλά την έχω δει σε διήγημα του Μάκιστου.

λαγούμι: Στις μέρες μας, κάθε υπόγειο όρυγμα σκαμμένο από ανθρώπους ή ζώα.

μαγαζί: Γενίκευση της λέξης στην εποχή μας με χαλαρή διάθεση που ξεφεύγει από την έννοια του καταστήματος και αναφέρεται σε  επιχείρηση,  αθλητική ομάδα, πολιτικό κόμμα κλπ.

μαξούς: Η Σμυρνιά γιαγιά μου το έλεγε μάξους. με την έννοια του επίτηδες.

μασγάλι: Το έχω ακούσει «μασγαλάς» είδος εργαλείου. Δεν ξέρω αν σχετίζονται.

μπέης: αυτούσιο ως σύγχρονο επίθετο αλλά και εν συνθέσει: Δουράμπεης, Παπαμπέης κλπ. Πρόσωπο του θεάτρου σκιών. Και στη φράση «περνάμε μπέηκα», ωραία!

μπεϊζαντές: Βεïζαδές το επίθετο του ζεύγους που έκαψε την Σπυριδούλα, το 1955.

μπιτίζω: το έλεγε η γιαγιά μου με την ίδια έννοια: τελειώνω. Μέχρι τώρα νόμιζα ότι είχε εφεύρει η ίδια την λέξη αυτή, χάριν παιδιάς, επειδή μου φαινόταν ηχητικά αστεία. Τώρα εδώ μαθαίνω την πραγματικότητα.

ντογάνα: Η οδός Δογάνης, στον Πειραιά, πήρε το όνομα της από το τελωνείο που υπήρχε κάποτε εκεί.

πασάς: «Πασά μου (ή πασιάκα μου) εσύ!», ενθουσιώδης φιλική προσφώνηση.

σεφέρι: Και ο Σεφέρης; Πόθεν;  

τσαπράζι: είναι και η ζικ-ζακ θέση των δοντιών του πριονιού για να κόβει καλύτερα.

τσίρκα: Και στα αγγλικά λέμε σίρκα (circa) με την ίδια έννοια.

φισέκι: «…και τα φουσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν» που λέει το δημοτικό μας  τραγούδι.

φουσάτο: «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν, σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά» λέει το εμβατήριο.

φρεγάδα: «Φρεγάτα μου εσύ!» ήταν το σύνηθες πείραγμα ανδρών παλιά κοπής προς ευειδείς νέας στο δρόμο.

χάψη: η φυλακή και στην «Βαβυλωνία».

Βραχώρι: Δάσκαλο με το όνομα Βραχωρίτης είχα στο δημοτικό. Φανταζόμουν ότι το Βραχώρι ήταν κάποιο μικρό χωριό, χαμένο κάπου στην επαρχία. Τώρα ξέρω ότι ήταν το Αγρίνιο.

Ο τίτλος του βιβλίου ευρηματικός και ευμνημόνευτος, ο υπότιτλος διαφωτιστικός ως προς το περιεχόμενο.

Το εξώφυλλο χαρούμενο και στο πνεύμα του βιβλίου. Όλη η έκδοση υψηλής αισθήτικής.

Σε ευχαριστώ για τη ευκαιρία που μου έδωσες να διαβάζω πιο εύκολα τα ιστορικά κείμενα της εποχής.

Ραντεβού στο επόμενό σου βιβλίο.

 

Συνεχίζω με τη συνεισφορά του φίλου Δημήτρη Ραπτάκη. Ο Δημήτρης είναι Κρητικομανιάτης την καταγωγή (ή Μανιατοκρητικός), όπως φαίνεται και από τα σχόλια

Διαβάζοντας το Ζορμπαλίκι…

  1. Αλικοντίζω: εν χρήσει στην Κρήτη. Μαντινάδα: αλικοντίζω τον καιρό να μη γοργοδιαβαίνει/και σπολατίζω τσι χαρές κάθε στιγμή που φέρνει.
  2. Αρμαμέντος: επίθετο επιχωριάζον εν Σκιάθω. Βλ. πρόχειρα, Αλ. Παπαδιαμάντη, Το σπιτάκι στο λιβάδι https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_libadi.html. Επίσης, δικηγόρος Αθηνών και συγγραφέας.

3.Βοεβόδας: Αλ. Παπαδιαμάντη, Ωχ, Βασανάκια https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_basanakia.html : «Γίνε, Μαριώ μου, βόιβοδας, και συ, Λενιώ μου, μπέης/και συ, μικρό Κατερινιώ, κριτής για να με κρένεις».

  1. Γαϊρέτι/Καερέτι: εν χρήσει στην Κρήτη, κυρίως με την έννοια της βοήθειας. Ό,τι κι αν πάθω στη ζωή, δεν θέλω καερέτι, ξέρει η καρδιά μου να πονεί και να γελά όντε πρέπει.
  2. Γιατάκι: Στίχος του Καββαδία: Επάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται.
  3. Γουλάς: Γουλιάνικα στα σύνορα Μάνης-Λακεδαίμονος, στα Κόκκινα Λουρία (λούρες ή χταΐρια, οι πέτρινοι αναβαθμοί, οι πεζούλες).
  4. Ζαϊρές: Ετσι σήμερα η γέμιση χοιρινού λουκάνικου στην ορεινή Φθιώτιδα (Άγιος Γεώργιος, ορεινά χωριά της Μακρακώμης).
  5. Ζορμπάς: Βλ. μοιρολόι για τον Μανιάτη πειρατή Νικολού Σάσσαρη: ε, μονομάτη Νικολό, ζε το ‘σκουξα το ψυχικό/μην πάεις κουρσάρο και ζορμπάς/μην πάεις να γδύνεις τα φτωχά. Το ακούς εδώ.
  6. Καϊμακάμης: Για ένα φιλί που τσ’ ήδωκα και ίντα δεν έχει κάμει/με πήγε η σκύλα στον κατή και στον καϊμακάμη. Δεν τη θυμάμαι καλ
  7. Λέτο: στίχος από το μοιρολόι του Γιώργαρο(υ) Σκυλακάκη, εκ Κίττας Μέσα Μάνης, ο οποίος σκοτώθηκε κατά την απόπειρα του Βαυαρού Φέδερ να προβεί σε «κούρεμα» των πύργων εν έτει 1837: «ε, Μπουραζάναινα Πετρού/βάλε το λέτο στο λιακό/και το κανόνι στέριωσο/ γιατ’ έρχονται διακοναριοί/φουστανελάδες και στενοί/ ε, Μπουραζάναινα Πετρού/για δύο πέτρες του λιακού/ζε γράφου με τους σερνικούς. Η Πετρού Μπουραζάναινα ήταν η αδερφή του. Το ακούς εδώ:

[Δικό μου σχόλιο: Από την Πετρού Μπουραζάναινα δεν έχει διασωθεί ούτε το όνομα -Πετρού, κόρη του Πέτρου]

  1. Μαχμουτιές: Παλιά μαντινάδα: Δεν είμαι ψεύτικος παράς να με πετάξεις πέρα/είμαι χρυσός μαμουντιές και πιάσ’ με από τη χέρα.
  2. Μουκατάς: Ακούγεται στο τραγούδι του Κωστή Μουντάκη (Μουντόκωστα, εξ Αλφά Μυλοποτάμου Ρεθύμνης). Το ακούς εδώ:

https://www.youtube.com/watch?v=mYVysJd6yGQ&t=513s&ab_channel=elladatvvideos

Περιγράφεται εδώ το πάχτωμα του μουκατά, η ενοικίαση του φόρου της δεκάτης: «οφέτος τον επάκτωσα τον μουκατά στα’ αγάπες/ και θα γυρίζω να ρωτώ ξαθές και μαυρομάτες!….Εγώ ’μαι και ο μουκατατζής, εγώ κι ο μουλτεζίμης/κι είμαι στα χάδια ακριβός και στα φιλιά καΐρης/τον μουκατά στον έρωντα τον έχω παχτωμένο/ κι ανάλογο απού το σεβντά δικαίωμα να παίρνω. Έχω την εντύπωση ότι οι στίχοι είναι του Κωστή Φραγκούλη (Λάστρος Σητείας).

  1. Μούλκι: Απαντά συχνά σε δικαστικές αποφάσεις εμπραγμάτου δικαίου, όταν καλείται σε εφαρμογή το οθωμανικό δίκαιο δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
  2. Μπινίσι: ριμάδα του μπάρμπα-Παντζελιού (τραγούδι του Δασκαλογιάννη): καί παίρνει τό μπινίσι του, πάει ‘ς τή ἐκκλησιά του,/γιά νά διαβάση τό ‘σπερνό, ταχυά τή λειτουργιά του/καί παίρνει τό μπινίσι του πάει ‘ς τή ἐκκλησία/ παράκλησι γιά τσοί ‘Ρωμηούς κάνη ‘ς τήν Παναγία.
  3. Μπεντένι: Κομμένο Μπεντένι στο Ηράκλειο Κρήτης. Επίσης και σε μαντινάδες: ψήλα ‘ναι τα μπεντένια σου, ντουνιά, μα εγώ θα φύγω/γιατ’ είναι τα νύχια μου γαμψά και σκάφτω λίγο-λίγο.
  4. Σεΐρι: Γνωστή η μαντινάδα του Ανωγειανού Αριστείδη Χαιρέτη (Γυαλάφτη): Ο Ψαραντώνης με μεθεί χωρίς να πιω ποτήρι και κάνω κοπελίστικα και γίνομαι σεΐρι. Αναλυτικό το άρθρο του slang: https://www.slang.gr/lemma/12265-kano-seiri
  5. Φουσάτο: στη Μέσα Μάνη, το φάντασμα.
  6. Χάκι: Δυο τρεις ελιές το χάκι μου, κεντράδια και μολύβες/μ’ αυτές με το λαδάκι ντως χτίζου τσι τσι καλύβες. Μαντινάδα από το Κέντρος Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης. Εδώ η λέξη με την έννοια του κλήρου.
  7. Χουσμεκιάρης: «Ο δάσκαλος» του Κώστα Βίρβου: Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο/ αυτόν τον σαρδανάπαλο/ να μου τον φέρετε στο στρώμα/ που λέει στους χουσμεκιάρηδες/που λέει στους μεσιακάρηδες/ ότι δικό τους είν’ το χώμα.

Είχαμε όμως και μια έκτακτη συμμετοχή στον λεξιλογικό σχεδιασμό.

Όπως σημειώνει ο φίλος μας ο Άρης, από τη λέξη «δουατζής» πλάστηκε και επώνυμο Δουατζής, όπως ο δημοσιογράφος.

Επειδή και στο προχτεσινό άρθρο είχαμε τη λέξη «δουατζής», μου έγραψε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Δουατζής, και μου λέει τα εξής:

Για την ιστορία: Το επώνυμο Δουατζής -το οποίο φέρω- βρέθηκε σε αναζητήσεις του πατέρα μου που έφτασαν ως το 1850 στην περιοχή της Λαμίας και πάντα υπήρχε ένας μόνον Δουατζής. Από το 1850 και μετά, όποτε υπήρχαν δύο αδελφοί με το ίδιο επώνυμο ο ένας πέθαινε από βίαιο θάνατο. Ο προπάππους μου είχε αδελφό που σκοτώθηκε σε συγκρούσεις με Τούρκους στη Θεσσαλία, ο παππούς δεν είχε αδελφό, ο πατέρας μου είχε αδελφό τον Γιώργο Δουατζή – καπετάν Όθρυ του ΕΛΑΣ με μεγάλη αντιστασιακή δράση στην Εύβοια, ο οποίος επίσης σκοτώθηκε. 
Είμαι ο μόνος επιζών Δουατζής και το επίθετο αυτό θα εκλείψει οριστικά με τον θάνατό μου, λόγω μη ύπαρξης επιγόνων.

 

 

120 Σχόλια προς “Αναπληροφόρηση στο Ζορμπαλίκι των ραγιάδων”

  1. leonicos said

    Θα ευλογήσω τα γένια μου σήμερα

    Ele;yuera

  2. leonicos said

    Θα ευλογήσω τα γένια μου σήμερα

    βλόγα τα λεύτερα

  3. leonicos said

    Θα ευλογήσω τα γένια μου σήμερα

    Αν δεν ευλιγήσεις τα γένια σου, θα έχεις τ μισά

  4. leonicos said

    Αραιογένης νοικοκύρης…. δεν φελά

  5. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Κι ένας δικός μου συνειρμός με το «γιαράς», παροιμία: «Είδε η αλουπού τον κώλο τ’ς και τον είπε γιερά», για όποιον μεγαλοποιεί καταστάσεις ή δημιουργεί εκ του μη όντος.

  6. Λεύκιππος said

    μαξούς. Κι εμένα η Θρακιώτισα γιαγιά μου το έλεγε με επίταση, «μάξως κι επιταυτού».

  7. leonicos said

    διακονιάρης < διακονώ = υπηρετώ, εξυπηρετώ ΔΕΙΝΩΣΗ είμαι υπηρέτης ΔΕΙΝΩΣΗ διακονεύω=ζητιανεύω

  8. leonicos said

    סםר, σεφέρ εβραϊστί το βιβλίο

  9. leonicos said

    ספר σέφερ

  10. nikiplos said

    Καλημέρα κι από εδώ. Η λέξη «γιουρούσι» χρησιμοποιήθηκε αρκετά την εποχή των πολύφερνων γκαλά πριν την Κρίση. Οι εκλεκτοί ερίτιμοι καλεσμένοι, κουρασμένοι από τις σχοινοτενείς φλυαρίες των πολύχρωμων παπαγάλων, που παιάνιζαν από κάποιο μικρόφωνο, συχνά, κόντρα στο πρωτόκολλο, έκαναν γιουρούσι στο μπουφέ, με αποτέλεσμα η ομιλία να σταματήσει αμέσως. Ήμουν παρών σε μια τέτοια με τον Χρήστο Μαρκάτο ομιλητή.

    Υπάρχει και ο νεοπαγής νεολογισμός μπέηκον, για να δηλώσει το ham που λένε και στα χωριά μου.

  11. leonicos said

    τσαπράζι: είναι και η ζικ-ζακ θέση των δοντιών του πριονιού για να κόβει καλύτερα

    δεν είναι τα παραφερνάλια, τα συμπράνγκαλα; και κατ’ επέκταση όπλα, πολεμοφόδια, ακόμα και κοσμήματα που κουβαλάει πάνω του κάοιος

  12. Σώνει!

  13. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ τον Λεώνικο για τα πρώτα σχόλια!

    11 Όχι, δεν είναι συμπράγκαλα

    5 Μπράβο. «Προς εκείνον που φοβείται δια την υγείαν του από το παραμικρό» λέει η Ακαδημία, αλλά ο δικός σου ορισμός είναι νομίζω καλύτερος.

  14. Αγγελος said

    Κι εγώ τα τσαπράζια ως μεταλλικά στολίδια κρεμαστά, συχνά με πέτρες από γυαλί χρωματιστό, τα ήξερα.

  15. Κιγκέρι said

    5, 13:

    Θα διαφωνήσω ως προς το ζώο, εγώ με μαϊμού την ξέρω την παροιμία! 🐵

  16. Αγγελος said

    Σέφερ είναι βεβαίως εβραϊκά το βιβλίο, αλλά ο Σεφέρης, που στην πραγματικότητα λεγόταν Σεφεριάδης, μάλλον εξελληνισμός κάποιου Σεφέρογλου ή ίσως και Σεφερλή μου φαίνεται.

  17. Αγγελος said

    (15) Άλλωστε της μαϊμούς τα οπίσθια είναι και σε άλλες συ φράσεις παροιμιώδη…

  18. sarant said

    16

    Σεφερλήδες λέγονταν στα πολεμικά πλοία της εποχής όσοι είχαν σκοπό κυρίως να πολεμάνε. Οι άλλοι, που είχαν κυρίως ναυτικά καθήκοντα, ήταν οι γεμιτζήδες.

  19. Dimitrios Raptakis said

    Δύο σχόλια. 1. Η Πετρού είναι η γυναίκα του Πέτρου, όχι η κόρη του Πέτρου. Μπουραζάναινα επίσης η γυναίκα του Μπουραζάνη. Η Πετρού Μπουραζάναινα ήταν Σκυλακίτσα, ήγουν το γένος Σκυλακάκη.
    2. Σεφέρι σημαίνει τον καιρό. Χρησιμοποιείται ακόμη στην Κρήτη. π.χ. κάναμε μαζί φαντάρι ένα σεφέρι.

  20. 19 ένα σεφέρι = μια εκστρατεία (μια περίοδο εκστρατείας). Μια φορά το χρόνο, από άνοιξη ως φθινόπωρο δηλαδή.

  21. Μερικά συνειρμικά από τα προηγούμενα συνειρμικά…

    γελέκι: [Το λέμε «γιλέκο» στα ΒΙ και αντιστοιχούμε, ως σωστό (!), το -ι- στο αντίστοιχο του ζιλέ].
    μαγαζί: [Να προσθέσουμε και τα κέντρα διασκεδάσεως].
    μπέης: [Και ο καθηγητής Κώστας Μπέης που με την ιδιότητα του ως ιερέας διάβαζε το κυριακάτικο Ευαγγέλιο στη δημοτική γλώσσα, στην Πρέβεζα, στη σχετική γλωσσική εκκλησιαστική μεταρρύθμιση που έγινε στην πόλη αλλά σταμάτησε.]
    γιουρούσι: [Όταν πρωτοείδαμε το γιούσουρι του Α. Καρκαβίτσα, νομίσαμε πως ήταν τυπογραφικό λάθος στο σχολικό βιβλίο.]
    σεφέρι [Σεφέρης από το Σεφεριάδης, από το Seferoğlu (= ταξιδ-όγλου [;]). Προσέχουμε πως τα αραβικά -α- διορθώνονται σε -ε- στις εκ μεταφοράς λέξεις, π.χ. Σατανάς, αραβ. Σαϊτάν, τουρκ. Şeytan.]

  22. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα.

    çapraz παναπεί διαγώνιος, και σήμερα χρησιμοποιείται για την οδοντοστοιχία των πριονιών, όπως τα λέει το άρθρο.

    Θυμήθηκα τον Μυριβήλη που έγραφε για το λουρί του ντουφεκιού που κάνει γιατάκι στο κρέας (=χώνεται στον ώμο από το βάρος του όπλου).

    Ο αρματολός από τον αρματολόγο βέβαια. (Μαυρόλυκοι, από μνήμης: Λιοκαμένος, μεσοκαιρίτης, γερός άντρας. Θάλεγες αρματολόγος αν δεν φορούσε πλατύγυρο σκιάδι και φαρδύ καφεδί τζουμπέ σα φραγκόπαπας).

  23. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΖΑΚΟΣ said

    Νίκο, υπάρχει και επίθετο Τσίρκας, ο Δήμαρχος του Μαραθώνα.

    Στις Παρ, 26 Φεβ 2021 στις 9:41 π.μ., ο/η Οι λέξεις έχουν τη δική τους

  24. ΓΤ said

    21@
    «Προσέχουμε πως τα αραβικά -α- διορθώνονται σε -ε- στις εκ μεταφοράς λέξεις, π.χ. Σατανάς, αραβ. Σαϊτάν, τουρκ. Şeytan».
    Αυτό είναι κάτι που δεν παρατηρούμε στο al-hatir.

    Βλέποντας το «(= ταξιδ-όγλου [;])», θυμηθήκαμε το επώνυμο «Ταξίδης» σε επιμέλειες/διορθώσεις των εκδόσεων «Γνώση» (Μάνος Ταξίδης). Για όσους δεν γνωρίζουν, πίσω από το «Μάνος Ταξίδης» ήταν ο Μάνος Ελευθερίου.

  25. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @20. Μπράβο! Πολύ καλή η (εντός παρενθέσεως) εννοιολογική «γέφυρα» χρονικής περιόδου – πολεμικού σκηνικού/ πολεμιστή- εκστρατείας.

  26. Καλημέρα,
    Δεν θυμάμαι αν έχουν αναφερθεί:
    Η χάψη είναι και στο τραγούδι του Παπαδόπουλου (ο στιχουργός) Σεβάχ ο Θαλασσινός
    Μούλκι και το σημερινό Αιάντειο, Σαλαμίνας

  27. Κιγκέρι said

    Το σεφέρι εγώ το έμαθα από τον Παπαδιαμάντη και την Ντελησυφέρω του:

    ΠΩΣ ΕΒΙΑΣΘΗ κ’ εσήμαινε τόσον ενωρίς, ο παπα-Mανωλής ο Σιρέτης, την ακολουθίαν των Χριστουγέννων; ‘Η ύπνον δεν θα είχε, ή τ’ ωρολόγι του είχε σταματήσει, ή το ξυπνητήρι του τον εγέλασε. Άλλες χρονιές η καμπάνα εβαρούσε τέσσερες ώρες να φέξη, τώρα εχτύπησε βαθιά τα μεσάνυχτα.
    Κ’ η θεια-Μαριώ η Χρήσταινα, η κοινώς λεγομένη Ντελησυφέρω, μόλις είχε κλείσει τ’ όμμα εις ελαφρόν ύπνον, καί αμέσως την εξύπνησε των κωδώνων η χαρμόσυνος κλαγγή. Κι αυτή οπού τις άλλες χρονιές ήτον επί ποδός μίαν ώραν αρχύτερα, πριν σημάνη, στολισμένη κ’ έτοιμη, δια να πάη με την ώραν της να πιάση και το στασίδι της, εις το διαμέρισμα των ηλικιωμένων γυναικών -το οποίον ευρίσκετο χωριστά από τον ανώγειον γυναικωνίτην, εις το επίπεδον του ναού, κατά την βορειοδυτικήν γωνίαν-, τώρα μόλις θα πρόφθανε να ενδυθή και να ετοιμασθή και θα έτρεχε με βίαν, μήπως προλάβη καμμία άλλη, από εκείνας που πηγαίνουν εις την εκκλησίαν δύο φορές τον χρόνον, δια να δείξουν τα στολίδία τους, και της πάρη με αδιακρισίαν το στασίδι της.

    Εσηκώθη, ενδύθη κ’ εστολίσθη, κ’ εφόρεσε την μακράν μεταξωτήν μανδήλαν της. εσήκωσε τον μικρόν εγγονόν της, τον ένιψε, τον εστόλισε, άφησε την νύμφην της, την χήραν, να κοιμάται μαζί με το μικρόν κοράσιόν της, άναψε το φαναράκι της κ’ εξήλθε, συνοδευομένη από τον εγγονόν της. Κ’ είχε δίκαιον να ανησυχή δια το στασίδι, διότι οι περισσότερες, οι τωρινές, είναι βιλάνες, σούσες-μαρούσες, αναφάνταλες, αστάνευτες. Δεν ξέρει καθεμιά την αράδα της. Αυτή, δια να ξέρη καλά την δική της και να προσπαθή με πάντα τρόπον να την φυλάξη, της έβγαλαν κι αυτό το παρεγκώμι, και την είπαν Ντελησυφέρω. Οι τωρινές, ενόμιζαν τάχα πως ήτον «ντελήδισσα για το συμφέρο της» και δεν ενθυμούντο πλέον τα παραμύθια της κυρούλας τους: «Κίνησ’ ο βασιλιάς να πάη στο σεφέρι», οπού θα πη εκστρατεία, πόλεμος.

  28. Georgios Bartzoudis said

    ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
    Γ.1: «γιαράς: Η πόντια πεθερά μου … έλεγε «γιερά (πληγή) και σην γιεράν απάν’ φουσκαλίδα».
    # Η Μακεδόνισσα μάνα μου έλεγε: Είδι αλιπού τουν κώλου τ’ς κι νόμ’ζ(ι) ήταν γιαράς. Έλεγε επίσης: Παν’ στην πληγή κι κουκούδ(ι)
    Γ.2: «γρόσι: «Έχω ακούσει … ένα γρόσι κι ένα διάρι (δυάρι;) άφεριμ τον κασιδιάρη».
    # Έλεγε ο Μακεδών πατέρας μου (απειλώντας κάποιον): Θα σι δείξου γω πόσις παράδις κάν(ει) του γρόσ(ι)
    Γ.3: «κεχαγιάς: Ήταν ο παππούς μου σε αγρόκτημα στην Σμύρνη. Το «Δεν θέλω κεχαγιάδες πάνω απ’ το κεφάλι μου» το ξέρω σε πιο χυδαίο παραλλαγή: «Εσένα τι σε βάλαμε; Κεχαγιά στ’ @ρχίδ%@ μας;»
    # Εν Μακεδονία λέμε κεχαγιά τον κάθε κτηνοτρόφο-ιδιοκτήτη κοπαδιού αιγοπροβάτων.
    Γ.4: «Κονιάρος-ης: Και σύγχρονα επίθετα. Δεν ξέρω αν το επίθετο Κανιάρος είναι παραλλαγή. Άραγε υπάρχει σχέση με το διακονιάρης»;
    # Κόινιαρος εν Μακεδονία ο εξ Ικονίου-μεριά Τούρκος. Κόινιαρος και ποικιλία οινοποιήσιμου σταφυλιού (όπερ εις ΑΠΘ κοϊνιάρικο ελέγετο).
    Γ.5: «κουρμπάνι: νομίζω ότι έχει διασωθεί η λέξη στην Μυτιλήνη»
    # Εν Μακεδονία, «σίμιρα οι γειτόν(οι) έχουν κουρμπάν(ι)»= Έχουν σφάξει κριάρι κλπ. Αλλά και: «τσιρίζ(ει) κι χτυπιέτι καϊμέν(η). Έφιραν το γιο τ’ς κουρμπάν(ι)»!
    Γ-6: «μαγαζί: Γενίκευση της λέξης … με χαλαρή διάθεση που ξεφεύγει από την έννοια του καταστήματος και αναφέρεται σε επιχείρηση, αθλητική ομάδα, πολιτικό κόμμα κλπ».
    # Εν Μακεδονία (και) μαγαζάς=αποθήκη, και καπνομάγαζο=χώρος επεξεργασίας καπνού [και το τραγούδι: «στα καπνομάγαζα, στα συνεργεία, γειάσου περήφανη κι αθάνατ(η) εργατιά»].
    Γ.7: «μαξούς: Η Σμυρνιά γιαγιά μου το έλεγε μάξους. με την έννοια του επίτηδες»
    # Ομοίως λεει και εν Μακεδονία πάσα γιαγιά και μάνα και πατέρας και τέτα και …των τέκνων. Λένε επίσης και μάξους.
    Γ.8: «μπέης: αυτούσιο ως σύγχρονο επίθετο … Και στη φράση «περνάμε μπέηκα», ωραία»!
    # Ομοίως και εν Μακεδονία, ένθαπερ από αιώνος υπάρχει και το «Ούζο Μπέη»
    Γ.9: «μπιτίζω: το έλεγε η γιαγιά μου με την ίδια έννοια: τελειώνω»
    # Ομοίως λεει και εν Μακεδονία πάσα γιαγιά και μάνα και πατέρας και τέτα και …των τέκνων. Και μπίτ’σα, μπίτ’σαμι και εις πάντα χρόνο γραμματικής.
    Γ.10: «σαπράζι: είναι και η ζικ-ζακ θέση των δοντιών του πριονιού…»
    # Εν Μακεδονία τσιαπράζια=(μόνο) οι φυσιγκιοθήκες, η αρματωσιά
    Γ.11: τσίρκα: Και στα αγγλικά λέμε σίρκα (circa) με την ίδια έννοια.\
    # Σίρκα εν Μακεδονία ένα (νοστιμότατο) ψαράκι του γλυκού νερού

    ΡΑΠΤΑΚΗΣ
    Ρ.1: «Γαϊρέτι/Καερέτι: εν χρήσει στην Κρήτη, κυρίως με την έννοια της βοήθειας. Ό,τι κι αν πάθω στη ζωή, δεν θέλω καερέτι, ξέρει η καρδιά μου να πονεί και να γελά όντε πρέπει».
    # Γκαϊρέτ(ι)=το κουράγιο, εν Μακεδονία [τουν πυρουβόλ’σαν στη βούζα, αλλά είχι του γκαϊρετ(ι) να φτάσ(ει) μέχρι του σπίτ(ι)]
    Ρ.2. «Γιατάκι: Στίχος του Καββαδία: Επάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται».
    # Γιατάκ(ι)=παν κατάλυμα αγρίου ζώου, εν Μακεδονία. Αλλά και, «Μήτσιους έκανι ένα γιατάκ(ι) στου μιρά για να νταλαβιρίζιτι μι τη Λέγκου, κρυφά ‘π’ τουν άντρα τ’ς.
    Ρ.3: Χουσμεκιάρης: «Ο δάσκαλος …. που λέει στους χουσμεκιάρηδες/που λέει στους μεσιακάρηδες…».
    # Μακεδονιστί, χουσμέτ(ι)=η οικιακή εργασία. [Μάνα μ’ έκανι τα χουσμέτια στου σπίτ(ι) κι’ ύστιρα ήρτι στου χουράφ(ι)].

  29. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και για τις συμπληρώσεις

    19 Σωστά, η γυναίκα του.

  30. Jago said

    Οπότε ο πατέρας του Γιώργου Δουατζή είναι ο Γιάννης που είχε γράψει τη συνταρακτική έρευνα για τους ταγματασφαλίτες της Εύβοιας.

  31. Corto said

    Χαίρετε!

    Ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις των φίλων σχολιαστών.

    Με την ευκαιρία θα ήθελα να ρωτήσω (αν και το έχουμε κάπου ξαναπεί, αλλά ένα μυαλό κι αυτό ρωμαίικο), οι γιάννηδες ή γιάνηδες της αργκό σχετίζονται ετυμολογικώς με τους αγιάνηδες; Και εν πάση περιπτώσει ποια είναι η ετυμολογία τους;

  32. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Τὸ γράφω γιὰ νὰ μήν τὸ ξεχάσω πάλι.

    Ἀφορᾶ τὸ λῆμμα τεσκερές.

    Ὅπως (σωστὰ) γράφει ὁ Νικοκύρης προέρχεται ἀπὸ τὸ τούρκικο tezkere. Σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ προηγούμενα νήματα ὁ Δύτης τὸ ἀπέδωσε (στὰ ἑλληνικὰ) τεΖκερές. Νομίζω ὅτι τὸ ἔκανε ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ τὸ teskere=φορεῖο. Μάλιστα, ἂν θυμᾶμαι καλά, χρησιμοποεῖται μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἀπὸ τὸν Μακρυγιάννη ἢ κάποιον ἄλλον τῆς ἐποχῆς. Κάπου γράφει «τὸν ἔφεραν στὸν τεσκερὲ» ἢ κάτι παρόμοιο.

    Τὴν προηγούμενη φορὰ ξέχασα νὰ ρωτήσω σχετικὰ τὸν Δύτη καὶ τὴ συλλογικὴ σοφία τοῦ ἱστολογίου. Ἂν κάποιος ἔχει δεῖ τὴ χρήση τοῦ τεσκερὲ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ φορείου σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ γραφτὰ τῆς ἐποχῆς, ἂς μᾶς πληροφορήσει σχετικά.

  33. 32 Τεζκερές το έχω συνηθίσει, δεν ξέρω αν συνηθίζεται. Τον τεσκερέ/φορείο δεν τον έχω δει ποτέ, αλλά δεν έχω εντρυφήσει όσο ο Νικοκύρης στα κείμενα του ’21.

  34. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Γειά σου Κόρτο! Τι εννοείς «οι γιάννηδες ή γιάνηδες της αργκό»? Οι αγιάνηδες, πρόκριτοι/προύχοντες επί τουρκοκρατίας (και αργότερα, μέλη της Συγκλήτου) έχουν αραβική αρχή κατά τον Νισανιάν.

  35. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @32. Δύτη, εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἄμεση ἀπάντηση.

  36. @ 24 ΓΤ

    Καλό.

  37. Corto said

    34: Χτήνος μπον ζουρ!

    «Αχ , η ζωή των Γιάννηδων, μες την απελπισία
    Πότε στα κρατητήρια, και πότε σ’ ευτυχία»

    (Τουμπελέκι-Τουμπελέκι, Κώστας Μπέζος, 1931)

    Οι σχετικές αναφορές:

    https://sarantakos.wordpress.com/2016/11/06/bezos/#comment-393258
    (σχόλιο 87 και σχετικά)

    και από τον Νίκο η αναφορά: «Να σημειώσουμε επίσης ότι στην παλιότερη αργκό γιάννηδες λέγονταν οι λωποδύτες.»

    https://sarantakos.wordpress.com/2021/01/07/giannides-4/

  38. ΓΤ said

    Ασπασία Μπερμπέρη, «Μορφολογική προσαρμογή και λεξικοσημασιολογικός δανεισμός των τούρκικων δανείων στα αρχεία του Αλή Πασά», διπλωματική εργασία, Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, ΑΠΘ, Δεκέμβριος 2017.

    Στην εργασία αυτή υπάρχει Γλωσσάρι 208 σελίδων.
    http://ikee.lib.auth.gr/record/302254/files/?ln=el

  39. ΓιώργοςΜ said

    13β Μάλλον πιο σωστός ο ορισμός της Ακαδημίας, ο δικός μου λίγο διασταλτικός. Το θυμάμαι κυρίως για χτυπήματα κλπ όταν ήμουν μικρός, μεταφορικά επίσης όπως έγραψα στο #5, πιο σπάνια όμως.

  40. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    37 Μμμ, δε βλέπω ετυμολογική σύνδεση μεταξύ λωποδυτών και προκρίτων. Εκτός και το πάμε αναρχοκομμουνιστικά οπότε σου σκαρώνω ό,τι σύνδεση τραβάει η καρδιά σου 🙂

  41. dryhammer said

    34. > Οι αγιάνηδες, πρόκριτοι/προύχοντες επί τουρκοκρατίας
    37. > στην παλιότερη αργκό γιάννηδες λέγονταν οι λωποδύτες

    Άρα Γιάννης Αγιάνης = λωποδύτης πρόκριτος [άνευ αναρχουκομμουνισμού ο Ουγκός]

  42. ΓιώργοςΜ said

    Για το τσαπράζωμα, να προσθέσω και τον τσαπραζολόγο, ειδικό εργαλείο για το τσαπράζωμα των πριονιών.

  43. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    38 Που νομίζω ότι αντλεί από το γλωσσάρι των αρχείων Αλή Πασά.

    32 Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει τεσκερέ = φορείο. Ο Μακρ. χρησιμοποιεί τον τεσκερέ ή ντεσκερέ με τη σημασία του σημειωματος/γράμματος:

    Γράφω κι’ ένα τεσκερέ του Κουντουργιώτη., του κυρ Λάζαρου, και του λέγω: «Οσοι ντεσκερέδες είναι τόσους ανθρώπους γλήγορους να βγάλης, να τους πάνε εις την θέσιν του κάθε ενός αρχηγού, να μη μάθουν τον καυγά και κινηθούν τ’ ασκέρια.

  44. Corto said

    40 & 41: Χαχαχα!!! Αυτά είναι ατάκες!

    Από την άλλην βεβαίως βεβαίως, οι δερβίσηδες οθωμανιστί/ τουρκιστί είναι μοναχοί, σχεδόν ιερά πρόσωπα, ενώ ελληνιστί είναι χασικλήδες. Συνεπώς κουλουβάχατα…

  45. Corto said

    44 (συνέχεια)
    Κατ’ αναλογίαν σκέφτομαι μήπως οι γιάννηδες (γιάνηδες) = λωποδύτες σχετίζονται με τους γενιτσάρους…(ως νέοι; ως βίαιοι; ως πλιατσικολόγοι; εικασίες κάνω)

  46. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    44 Κουλουβάχατων συνέχεια:

    Η λέξη palikarya στα τρκ πήρε τη σημασία τσογλάνι, κωλόπαιδο, αλήτης. Όπως στα ελλν το iç oğlan (=νέος εσωτερικής υπηρεσίας στο Σαράι, άρα καλό) κατέληξε να σημαίνει αυτό που σημαίνει.

  47. ΓΤ said

    @43α

    Το στείλαμε κυρίως για όσα φιλομαθή μάτια φωλιάζουν ανάμεσά μας, αλλά και επειδή μας έκανε εντύπωση η έκτασή του 🙂

  48. ΣΠ said

    «Φρεγάτα μου εσύ!» ήταν το σύνηθες πείραγμα ανδρών παλιά κοπής προς ευειδείς νέας στο δρόμο.

  49. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Συμπληρωματικά εκ Κρήτης (ύστερα από όσα ωραία συνεισέφερε ο κ. Ραπτάκης):
    – «Έ, να σού ’ρθει γαζέπι!» μου φώναζε η μάνα μου όταν έκανα καμιά διολιά… 🙂
    (και γαζεπιασμένος = καταραμένος)
    [Τώρα βλέπω ότι περιλαμβάνεται και στις «Λέξεις που χάνονται» του Νικοκύρη]
    – τσαπράζι: Αν δεν έχει δόντια, δεν είναι…http://1.bp.blogspot.com/-Z0xPvDiYCEI/VEP8fyjVK2I/AAAAAAAAJEI/JkcjO60bE7k/s1600/IMG_0714.jpg
    – μπιτίζω: Στην Κρήτη –και σήμερα- με την έννοια του ‘εξαντλούμαι (δεν υπάρχω πλέον) ή σταματώ (χρονικά)’. Όχι με την έννοια ‘τελειώνω κάποια δουλειά’ κ.τ.ό
    ‘Εμπιτίσανε μπλιό τα σύγλινα στην κουρούπα!’
    ‘Μπιτίζει ο χειμώνας, σιγά-σγά…’

    32, 43.
    Ο Βασ. Ορφανός έχει:
    τεσκερές ή ντεσκερές: η απόδειξη (πληρωμής φόρου) / πιστοποιητικό αρχών, άδεια, διαβατήριο / (κωδικοποιημένο) μήνυμα / αναμνηστικό, ενθύμιο.

  50. Corto said

    46: Φαντάζομαι palikarya από Έλληνες παλληκαράδες σαν κι αυτούς:

    https://periergaa.blogspot.com/2017/07/blog-post_964.html

    Αλλά και η λέξη λεβέντης αντίστοιχη ιστορία έχει κατά κάποιον τρόπο.

  51. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    45 Δε νομίζω να υπάρχει τρκ σύνδεση. Ο Γιάννης στα ελλν είναι πασπαρτού, δες μόνο το πλήθος παροιμιών. Τους νεοσύλλεκτους γιατί τους λέγανε γιαννάκια/γιαννάκηδες?

  52. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    50 Υποθέτω πως ήδη από τα χρόνια του Αγώνα, αν όχι νωρίτερα, είχε πάρει την απαξιωτική σημασία. Τώρα που το κοίταζα στο τουρκόφωνο νέτι κάπου πήρε το μάτι μου πως palikarya λέγανε και τους καϊξήδες, όσο νάναι κοντά στον υπόκοσμο ήτανε κι αυτοί. Αλλά δεν ξαναμπαίνω τώρα, έχουμε και δουλειές 🙂

  53. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    48 Και η νταρντάνα από το πλοίο ταρτάνα, νο?

  54. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    49
    Μπιτίζω. Ακριβής η απόδοση στην Κρήτη < τρκ bitmek. Το "τελειώνω κάποια δουλειά" θα ήταν μπιτιρίζω < bitirmek.

  55. Corto said

    51 & 52:
    Άριστες οι παρατηρήσεις σου, ω Χτήνε! Σε ευχαριστούμε πολύ!

    (Είχε παλαιότερα κυκλοφορήσει και η υπερβολική μάλλον άποψη ότι η λέξη γιάννης = λωποδύτης προέρχεται από τον Γιάννη Αγιάννη των Αθλίων, εξ ού και ο προβληματισμός)

  56. Στα τουρκικά υπάρχει και με τη σημασία «εξαντλούμαι», για τα βιβλία, «εξαντλήθηκε» = bitti.

  57. ΚΩΣΤΑΣ said

    Κονιάρος / Κοονιάροι , μουσουλμάνοι αγροτοκττηνοτρόφοι που τους έφεραν οι Τούρκοι στην Ελλάδα, για να ελέγχουν από εξεγέρσεις τον αγροτικό χριστιανικό πληθυσμό. Προέρχονταν κυρίως από την περιοχή του Ικονίου και ως εκ τούτου και το Κονιάροι. Στη Θεσσαλία και κυρίως Λάρισα – Μαγνησία περίπου αφθονούσαν. Υπάρχει συχνό και το επώνυμο Κόνιαρης.

  58. Άρα ο Σκυλίτσης τα είχε συνδυάσει; Τα σχετικά με Αθλίους, του Νίκου, εδώ.

  59. Corto said

    58: Αν αναφέρεσαι στο σχ.55 σχετικώς με τον Γιάννη Αγιάννη, δεν μου φαίνεται απίθανο να είναι ένα είδος λογοπαιγνίου.

  60. @ 59 Corto

    Αναρωτιόμουν πάντα αν ο Σκυλίτσης είχε ελληνοποιήσει τον Ζαν Βαλζάν με βάση τον Άγιο Ιωάννη ή κάτι άλλο.

  61. sarant said

    60 και πριν: Αν το Valjean είναι από το Voila Jean ίσως και ο Αγιάννης να είναι από το «Α, ο Γιάννης»

  62. Κιγκέρι said

    Το τσαπράζι το ήξερα κι εγώ μόνο σαν σταυρωτό επιστήθιο κόσμημα, που λέγεται και κιουστέκι, να, σαν κι αυτό:

    Ψάχνοντας όμως να βρω μια εικόνα για να βάλω εδώ, είδα πράγματι ότι τσαπράζι λεγεται στην Κρήτη ο κυρτός, αναδιπλούμενος, οδοντωτός σουγιάς, που στη Λάρισα τον λέμε σβανά (ονομαστική, ο σβανάς) – βάζω και εικόνα, γιατί του Μικιού δεν βγήκε:

    Πέρυσι το καλοκαίρι λοιπόν είχα μια σουρεαλιστική στιχομυθία με την μητέρα μου:
    Ανοίγοντας ένα ντουλάπι στην κουζίνα του εξοχικού μας, βρήκα ένα ζαμπονάκι Zwan, που το είχαμε αφήσει από την προηγούμενη χρονιά και,
    – Α, μαμά, έχουμε εδώ κι ένα σβανάκι!
    – Τι να το κάνουμε καλέ το σβανάκι, να σφαχτούμε; 🙃

  63. Το Val υπάρχει όμως και ως λέξη-πρόθεμα με τη σημασία «πεδιάδα».

  64. Corto said

    60 & 61:
    Πάντως στα ελληνικά υπάρχει επώνυμο Αγιάννης και Αγιαννιτόπουλος -άρα ασχέτως της αρχικής σκέψης του Σκυλίτση, το όνομα ήταν πειστικό -και παραπέμπει συνάμα και στον Αγιάννη τον Πρόδρομο (αγαπημένο άγιο της φτωχολογιάς). Συνεπώς είναι πολύ επιτυχημένη μεταφραστική επιλογή.

  65. eran said

    Να αφήσουμε ασχολίαστο το σημερινό Μπαμπινιώτειο «περιήλθε εις γνώση μου» ή όχι;
    Πάντως δεν έχω διακριβώσει αν όντως το έγραψε έτσι ή απλώς μεταφέρθηκε από ιστοσελίδες.

  66. Corto said

    63: Πεδιάδα ή κοιλάδα;
    Στα κέλτικα (βάσει των αποστακτηρίων ουίσκι) έχουμε πλήθος Glen…. που σημαίνει το ίδιο.

  67. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Κιγκέρι. (62β) Μήπως ἐννοοῦσε πὼς θὰ σφαχτεῖτε μὲ τὸ κονσερβοκοῦτι τοῦ Ζβάν, ἔτσι ὅπως ἔσφαζαν οἱ κουμουνισταί; 🙂

  68. Dimitrios Raptakis said

    Εμπίτισε το λάδι: ο φόβος κι ο τρόμος της Κρήσσας νοικοκεράς.

  69. Dimitrios Raptakis said

    Εμπίτισε το λάδι: ο φόβος κι ο τρόμος της Κρήσσας νοικοκεράς.

  70. ΣΠ said

    Υποθέτω ότι το «μπιτίζω» έχει σχέση με το «μπιτ για μπιτ».

  71. William T. Riker said

    51 Και σε άλλες γλώσσες φαντάζομαι, π.χ. στα Αγγλικά έχουμε τον John Bull των Βρετανών, ή τον Johnny Reb των νοτίων κ.ο.κ.

  72. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    71 Και τον John Thomas 🙂
    https://www.urbandictionary.com/define.php?term=John%20Thomas

  73. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μὲ τὰ προηγούμενα θυμήθηκα τὴν ἀτάκα τῆς Μαρίκας Κρεβατᾶ στὸν Νῖκο Ρίζο (ἀπὸ τὴν Κόμισσα τῆς Φάμπρικας):

    Ἄμ ἐσὺ δὲν εἶσαι Γιάννης Ἀγιάννης, εἶσαι Χρῆστος ἄχρηστος 🙂

  74. dryhammer said

    Κι αν είναι το Ζβαν ληγμένο, πάμε για το κύκνειο άσμα

  75. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @61. Like! 🙂 Παιδική υποψία που επιβεβαιώνεται μετά από πολλές δεκαετίες! 🙂

  76. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @64. Στην περιοχή Γιαννιτσών (ιδίως στα καραμανλήδικα χωριά) συναντάται το επώνυμο Αγιαννίδης. Και βέβαια, όταν μου προκύπτει κανένας τέτοιος ασθενής, τον γράφω με ένα ν, κάτι δηλ. σαν βαρουφάκια αύρα.

  77. ap8938 said

    65
    https://www.facebook.com/profile.php?id=100014819679993

  78. ΣΠ said

    κοτζάμπασης: Είχα συνάδελφο στο στρατό με αυτό το επίθετο, από τον Βόλο.

    Είχα φοιτητή από την Κύπρο με αυτό το επώνυμο, που όμως το έγραφε «Κοτζάμπασιης» για να δείξει ότι υπάρχει παχύ σ.

  79. Χαρούλα said

    Ενδιαφέρουσα προσέγγιση για ένα βιβλίο λέξεων. Να είναι καλά και οι δυό.

    Κουρμπάνι σωζεται και στην Θράκη. Φαντάζομαι με την ίδια έννοια της Μυτιλήνης. Ζώο-θυσία-φαγητό σε ντόπιο άγιο που πανηγυρίζει.

    Στην Αλεξανδρούπολη υπήρχε από παλιά το επίθετο Αγιάνογλου.

    Μπίτ(ι)σα το λέμε και εδώ ως τελειώνω, αλλά γιατί κουράστηκα, βαρέθηκα, δεν αντέχω άλλο.

  80. Corto said

    Επειδή δεν ξέρω τούρκικα, προσθέτω αυτό με βάση το μειωμένης αξιοπιστίας google translate, και ας με διορθώσουν οι γνώστες:

    Ελληνικά: λωποδύτης – Τουρκικά: yankesici

    https://www.google.com/search?q=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5&rlz=1C1GCEU_elGR868GR868&oq=%CF%84%CF%81%CE%B1&aqs=chrome.0.69i59j0i131i433j69i57j46i131i433j46j0i433l2j46i433j0i433l2.2346j0j15&sourceid=chrome&ie=UTF-8

    Από την wikipedia, λήμμα για ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν με τίτλο «Twenty Minutes of Love»:
    Cast:
    Charles Chaplin – Pickpocket

    https://en.wikipedia.org/wiki/Twenty_Minutes_of_Love

    Στην τούρκικη έκδοση:

    Oyuncular:
    Charles Chaplin – Yankesici

    https://tr.wikipedia.org/wiki/Twenty_Minutes_of_Love_(film,_1914)

  81. Georgios Bartzoudis said

    62 Κιγκέρι said….
    # το μαχαίρι που εικονίζεται λέγεται Μακεδονιστί «δερπανούδι». Χρησιμιποιούνταν για το κλάδεμα του αμπελιού και άλλες παρόμοιες δουλειές.

  82. @ 66 Corto

    Μάλλον κοιλάδα.

  83. spiridione said

    80.
    https://sarantakos.wordpress.com/2017/11/27/cerigo/#comment-472576

  84. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    62.
    ΟΚ, ωραία! Φοβήθηκα ότι θα έβγαινε τεράαααστια η φωτο, έβαλα μόνο το λινκ, αλλά προέκυψε… ημι-λινκ. 🙂

    68.
    Ε, ναι! Αλλά και το να μπιτίσει το κρασί σε σπίτι (μερακλή) νοικοκύρη;!

    70.
    Όπως και το ντιπ-για-ντιπ! ή ντιπ-κατά-ντιπ! 🙂

  85. Alexis said

    μπιτίζω=τελειώνω: Το έχει κι ο Λουντέμης στο «παιδί»
    -Πάει αυτό, μπίτισε, θα το ρίξω στο ντερέ (ο Μπίθρος για το παιδί που έχει πιάσει)

  86. Michelle said

    Το «δουατζής» είναι εξελληνισμένος τύπος του «ντουατζή» από το τούρκικο «duaci», που σήμαινε τον στρατιώτη που ήταν υπεύθυνος για την τέλεση της (μουσουλμανικής) προσευχής στο σώμα που υπηρετούσε. Από αυτόν τον προσευχόμενο στρατιώτη πήρε το «ντουατζής – δουατζής» τη σημασία του ευχέτη.

    Ο κ. Γ. Δουατζής είναι όντως ο τελευταίος Έλληνας που φέρει το επώνυμο «Δουατζής», αλλά στην Ήπειρο απ’ όπου κατάγεται η μητέρα μου υπάρχουν ακόμη αρκετοί «Ντουατζήδες» που δεν εξελλήνισαν το επώνυμό τους

  87. sarant said

    65-77 Δικό του είναι το «περιήλθε εις γνώση μου» αλλά γιατί το επισημαίνετε;

  88. eran said

    Κανονικά μετά το «περιήλθε εις» δε θα έπρεπε να περιμένουμε ένα «γνώσιν»; Αλλιώς «σε γνώση». Αυτό όμως δεν κολλάει με το περιήλθε. Γενικά η διατύπωση μου φαίνεται λίγο ανακατεμένη αρχαιοδημοτική.

  89. aerosol said

    #21
    Σεϊτάν Αλαμάν: τρομερός εχθρός του Γιώργου Θαλάσση, γνωστός και ως πράκτορας 13 και άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα!

  90. Κιγκέρι said

    Και Δουβατζής επίθετο υπάρχει.

  91. Να γράψω κι εγώ για το μπιτίζω, στα Μυτιληνιά (ή μάλλον το μπικίζου στα Πλωμαρίτικα)..
    Μπιτίζω λοιπόν σημαίνει ότι τα καταφέρνω να κάνω κάτι: Μπίκσι ι δλιάμ, έγινε η δουλειά μου. Παγ μπάτσι μπικίσου κάν’ αυγό Πάω μήπως βρω κάν’ αυγό. Το μπικίσαμι, το καταφέραμε και το κάναμε ή μας έφτασε.

    Το τσαπράζι στα πριόνια είν’ αυτό που ειπώθηκε, το να πάνε τα δόντια του πριονιού ένα απ’ τη μια κι έν’ απ’ την άλλη ώστε να τρώγεται το ξύλο και να κόβεται. Ο τσαπραζολόγος που παρουσιάστηκε είναι για μικρά πριόνια του χεριού, αλλά στην πριονοκορδέλα π.χ. γίνεται σε πιο ειδικό εργαλείο.
    Το εργαλείο της φωτογραφίας του Μικιού αλλά και στο 62 απ’ το Κιγκέρι, λέγεται σβαναδέλ, αλλά περισσότερο το μικρό χειροπρίονο. Αυτό συνήθως λέγεται κλαδευτήρι (όπως και το άλλο, το κλαδοψάλιδο).

  92. sarant said

    88 Aυτό ναι.

    90 Ίδιας ετυμολογίας άραγε;

  93. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα!
    32 Δημήτρης Μ.:
    -Σε τουρκικά έγγραφα ανευρίσκεται με τις μορφές-σημασίες “τεσκερές/ δεσχερές/ δεσκερές/ δισχερές/ ντεσκερές/ ντεσχαρές/ ντισκιρές/ ντεσχερές/ τεσχερές- 1. απολυτήριο 2. πιστοποιητικό 3. ένταλμα 4. υπόμνημα “ [βλ. “Μορφολογική Προσαρμογή και Λεξικοσημασιολογικός Δανεισμός των Τούρκικων Δανείων στα Αρχεία του Αλή Πασά” Μπερμπέρη Ασπασία , Θεσσαλονίκη 2017 ]
    -Στον ελληνικό γραπτό λόγο βρίσκουμε “τεσκερές & ντεσκερές : 1. η απόδειξη, κυρίως για πληρωμή φόρου επί Τουρκοκρατίας· 2. «πιστοποιητικόν αρχών, άδεια, διαβατήριον» (Κονδ.)· 3. (κωδικοποιημένο) μήνυμα· 4. αναμνηστικό, ενθύμιο.[< tezkere ‘απόδειξη’ (Πάγκ.)]” (βλ-Βασίλης Ορφανός “ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ”, Published at Propylaeum,Heidelberg University Library 2020.)
    -Στο διαδίκτυο εμφανίζεται και η εξής διάκριση, ως ορθογραφικό πρόβλημα υπό τίτλον “Teskere mi tezkere mi TDK” [ βλ. https://yazili-sorulari.com/tezkere-mi-teskere-mi-teskere-nasil-yazilir-tdk/ ], όπου TDK=Türk Dil Kurumu’nun (Ένωση Τούρκων Γλωσσολόγων):
    Tezkere TDK anlamı
    1. isim Pusula(II):
    “Bu vaziyette en tabii çare, ona küçük bir tezkere yazmaktı.” – Reşat Nuri Güntekin
    2. isim Bir iş için izin verildiğini bildiren resmî kâğıt:
    “Nihayet yol tezkerem yapıldı, üstüm başım düzeltildi.” – Yahya Kemal Beyatlı
    3. isim, askerlik Askerlik görevinin bittiğini bildiren belge.
    Teskere TDK anlamı
    1. isim, eskimiş Sedye.
    2. isim, eskimiş Yapılarda malzeme taşımak için kullanılan, dört kollu ve iki kişinin taşıdığı tahta araç.
    Όπου φαίνεται ότι η σημασία “φορείο, κουβαλητάρι υλικών με τέσσερις χειρολαβές για δύο άτομα”(προερχόμενη ίσως από την έννοια “άδεια μετακίνησης”), συνδέεται και με το γιαπί και με τη γραφή “teskere”.

  94. Αν με τον χορό των μεταμφιεσμένων κερδίζεις την είσοδο στον παράδεισο, με τον Ερνάνι έχεις σουίτα !! η πιο δραματική σε πλοκή και απαιτητική σε ρόλους (τρεις βαρύτονοι, μια σοπράνο) όπερα του Βέρντι με τα συνήθη υπέροχα χορωδιακά στο κλασσικό επίπεδο της Μετροπόλιταν, σήμερα μέχρι τα χαράματα για τους φίλους του μπελκάντο.

  95. Corto said

    83: Μπράβο Spiridione! Αυτό έψαχνα -κάτι θυμόμουν, αλλά θολά…

  96. Corto said

    82 (Dimosioshoros): Ευχαριστώ για την απάντηση, κάπως με το vallée το συνέδεσα….

  97. Κιγκέρι said

    92β: Ιδέα δεν έχω, αλλά ήξερα παλιά κάποια που λεγόταν Δουβατζή και όταν είδα το Δουατζής, εκεί πήγε το μυαλό μου.

  98. freierdenker said

    Στην νεοελληνική λογοτεχνία, ίσως η πιο αποτελεσματική χρήση λέξεων όπως τσορμπατζής, καϊμακάμης ή βοεβόδας έγινε νομίζω από την Πηνελόπη Δέλτα. Δεν μπορώ να φανταστώ τα βιβλία της να λειτουργούν χωρίς αυτές τις λέξεις (και άλλες φυσικά, όπως πλάβα) που περνάνε μια αίσθηση κινδύνου/περιπέτειας, δίνουν έναν τόνο εξωτισμού, και δημιουργούν και μια αίσθηση εμείς-αυτοί. Δεν μιλάω εδώ για λογοτεχνική μαεστρία, που ούτως ή άλλως στην παιδική λογοτεχνία δεν μετράει και τόσο, αλλά για την αποτελεσματικότητα της στο να βάζει φωτιά στην φαντασία των παιδιών.

    Προφανώς η παιδική λογοτεχνία είναι πιο εύκολο είδος, αλλά αν κάνουμε μια έστω και λίγο άδικη γενικότερη σύγκριση, τις περισσότερες φορές, τέτοιες λέξεις σε ένα λογοτεχνικό κείμενο αφήνουν απλά μια αίσθηση φολκλόρ ή ρετρό.

  99. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @93. Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν ἐμπεριστατωμένη πληροφόρηση.

  100. ΚΩΣΤΑΣ said

    Γνωρίζω άτομο με το επώνυμο Δεβετζής, δεν ξέρω πόση σχέση μπορεί να έχει με τον Δουατζή.

    Και κάτι χαλαρωτικό.
    Κιλελέρ (Κυψέλη), στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν καθιερώθηκε ο εορτασμός του αγροτικού ξεσηκωμού. Λόγω και της γειτνίασης με την εθνική οδό Αθηνών – Θεσσαλονίκης, πολλά λεωφορεία με τουρίστες έκαναν και μια παράκαμψη για να επισκεφτούν τον τόπο της εξέγερσης των αγροτών. Στο χωριό υπήρχαν και 2-3 καφενεδάκια που λειτουργούσαν παράλληλα και ως τσιπουράδικα και ταβέρνες. Πάει ένα λεωφορείο με τουρίστες που μάλλον ήταν και πεινασμένοι, μπαίνουν στο καφενείο, ό,τι είχε τα καταβρόχθισαν όλα. Μετά από λίγη ώρα καταφθάνει άλλο λεωφορείο. Πεντέξι τουρίστες, αφού κατέβηκαν, κατευθύνονται ίσα προς το καφενείο, λέγοντας στη γλώσσα τους, τουαλέτ, τουαλέτ… Φυγάτι αρά, δεν έχου τίποτα, μπίτ΄σαν ούλα, τά ‘φαγαν οι προηγούμενοι, δεν ά’φσαν τίπουτα..

    Γελάτε ρε, τί σας ζητάω;… 🤣🤪🤗

  101. ΚΩΣΤΑΣ said

    100 όλο μλκς κάνω
    Εννοείται ότι ο καφετζής είπε τελευταία λόγια στους τουρίστες.

  102. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  103. 101. Ετσι το κατάλαβα και μόνο αφού είδα το 101 ξαναδιάβασα το 100 και διαπίστωσα ότι έλειπε…

  104. Alexis said

    #0: μπέης: αυτούσιο ως σύγχρονο επίθετο αλλά και εν συνθέσει: Δουράμπεης, Παπαμπέης κλπ.

    Ένας μπάρμπας μου συνήθιζε να λέει και ψωλάρμπεης. Δεν ξέρω πώς ακριβώς το εννοούσε ούτε και το έχω ακούσει από άλλον. Αν κάποιος το έχει ακούσει ποτέ ας πει.

    Χάκι: Στο Ξηρόμερο υπάρχει η έκφραση «πήρα τα χάκια μου». Σημαίνει «πήρα το αίμα μου πίσω, δικαιώθηκα». Δεν ξέρω αν πρόκειται για την ίδια λέξη «χάκι»

  105. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @100. Κώστα, τὸ Δεβετζῆς προέχεται ἀπὸ τὸ ντεβετζῆς δηλ. καμηλιέρης. Ντεβές λεγόταν ἀρσενικὴ καμήλα (ἀπὸ τὸ τούρκικο deve).

  106. 105 Και, όπως λέει και η παροιμία, Şanssız Deveyi Çölde Kutup Ayısı Sikermiş.
    Την άτυχη καμήλα τη γαμάει στην έρημο πολική αρκούδα.

  107. 104 τέλος

    Η ίδια λέξη είναι, αραβ. αρχής τρκ hak = δικαίωμα, δίκιο.

  108. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    62 >>στη Λάρισα τον λέμε σβανά (ονομαστική, ο σβανάς)
    σβανά τονε λέμε κι εμείς (ανατολικά τουλάχιστον) αλλά
    σβαναδάκι ο μικρός σβανάς.
    Σβανάδες και σβαναδάκια επουλούσαμε στο μαγαζί 🙂 .

    68 >>Εμπίτισε το λάδι: ο φόβος κι ο τρόμος της Κρήσσας νοικοκεράς.
    Ναι, μα και όλων όμως στη μεταφορική του έννοια 😦
    Στο σκωπτικό του παλιού λαουτιέρη Γ.Κουμιώτη, Η γρα Παγώνα, λέει
    και δε θέλω μπλιο μου χάδι
    γιατ΄εμπίτισε το λάδι

  109. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Μαχμουτιές: Παλιά μαντινάδα: Δεν είμαι ψεύτικος παράς να με πετάξεις πέρα/είμαι χρυσός μαμουντιές και πιάσ’ με από τη χέρα.
    Μαμουδϊές σ΄εμάς.
    σελ 139 με ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο ψιλολόγια (κυρίως βότανα: κανελόλαδο, φασκομηλόλαδο κ.ο.κ.) αλλά και μπιχλιμπίδια και μαμουδιέδες για τις γυναίκες

    Click to access teuxos5.pdf

    -Δεν είμαι ψεύτικος παράς
    να με πετάξεις πέρα
    είμαι χρυσός μαμουντϊές
    και κράτα με στη χέρα

    -Να γράψω θέλει γράμματα
    εις το μαμουντϊέ σου
    πως μεροξημερώνομαι
    στ΄ς αγκάλες τς αδικές σου

  110. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    139α (ξέχασα) στο λινκ σελ.138 ο μουκατάς

  111. Χρήστος Π. said

    108 Έφη από τη Λάρισα είσαι; Εκεί γεννήθηκα!

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    111 Είναι μπελί

  113. Χρήστος Π. said

    112. Ναι είναι μπελί! Για σένα δηλαδή από τα γραφόμενά σου. Είμαι γεννημένος στη θρυλική κλινική του Στεργίου από τον ίδιο! (ελπίζω να ξέρεις από παλιά Λάρισα).

  114. Χρήστος Π. said

    112 Εβαπτίσθην στη εκκλησία του Αγ. Κωνσταντίνου. Στην ίδια κολυμπήθρα -σεμνύνομαι να αναφέρω- στην οποία βαπτίσθηκαν σημαντικοί Θετταλοί. Το μέταλλό της κατά τους θρύλους ανάγεται στον Μένωνα. Δεν λέω τίποτα παραπάνω γιατί δεν θα κατανοηθεί πλήρως από τις ευτελείς προσωπικότητες που κυκλοφορούν εδώ…

  115. ΓΤ said

    114@

    Βέβαια, «σεμνύνομαι» σημαίνει «υπερηφανεύομαι»…

  116. Χρήστος Π. said

    115 Ναι φυσικά, έχεις δίκιο. Αλλά κομψά 🙂

  117. Alexis said

    #107: Ωραία, ευχαριστώ

  118. Κιγκέρι said

    Μάλλον αυτός είναι ο χρυσός μαχμουντιές:

  119. Κιγκέρι said

    Αν θέλετε λεπτομέρειες, να, εδώ τον βρήκα:

    https://en.numista.com/catalogue/pieces29671.html

  120. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ, ωραία σχόλια έγιναν!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: