Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2021


Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα διήγημα από τις Νησιώτικες ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχει κάποια αμυδρή σχέση με την επικαιρότητα, αφού αύριο είναι η παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα λόγος που το διάλεξα. Θέλω συνάμα να παρουσιάσω μια καινούργια λογοτεχνική πρωτοβουλία που αξίζει να προσεχτεί.

Η ηθοποιός Κατερίνα Παπανδρέου, αντιδρώντας στον εγκλεισμό της πανδημίας, έφτιαξε τον ιστότοπο vivliofagos.com, στον οποίο ανεβάζει ηχητικά αρχεία (podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης) από λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που τα διαβάζει η ίδια. Επικοινώνησε προ καιρού μαζί μου για ένα θέμα πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που δείχνει και προσοχή στη λεπτομέρεια) και επειδή μου άρεσε η πρωτοβουλία της θέλησα να την προβάλω σήμερα διαλέγοντας, ακριβώς, ένα από τα διηγήματα που ανεβασε σε ηχητικό αρχείο. Μπορείτε να ακούσετε εδώ την Αγγέλικα, όπως τη διαβάζει η Κατερίνα Παπανδρέου. (Ίσως το διήγημα να το διάλεξα κιόλας επειδή έχω σύζυγο, μητέρα και κόρη Αγγελική).

Ο Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης στο πραγματικό του όνομα, 1849-1923) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης και ειναι απο τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Ποιήματά του και διηγήματά του έχουν αντέξει στον χρόνο και διαβάζονται ακόμα, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το σημερινό διήγημα περιλαμβάνεται στον τόμο «Νησιώτικες ιστορίες», που έχει εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οικους. Το εδώ κείμενο το πήρα από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, όπου υπάρχει το σύνολο αυτης της συλλογής διηγημάτων.

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχνε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τήνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα.
Σκολειό χτισμένο δεν είχαν ακόμα. Της νοικιάζουν ένα σπιτάκι, και μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια. Ως εδώ η δουλειά πήγαινε καλά. Τα κορίτσια μάθαιναν, πως το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος, και σαν τέλειωναν τα μαθήματα άρχιζε τ’ αργόχειρο. Και το βράδυ, σαν πηγαίνανε στα σπίτια τους, άλλη έδειχτε στον πατέρα της μπιμπίλες, άλλη παντούφλες, κι άλλη κεντημένες καπνοσακούλες. Κι ο πατέρας τα ‘βλεπε αυτά και καμάρωνε που τέλος πάντων είδαν ανθρωπισμό τα κορίτσια.

Η δουλειά όμως δεν σταμάτησε ως εδώ. Οι μεγάλες οι κοπέλες, που δεν μπορούσαν πια να πάνε στο σκολειό, δεν έπρεπε να μείνουν κι αυτές πίσω. Πώς να βγουν οι μικρότερες αδερφάδες πιο άξιες και πιο χαριτωμένες στον κόσμο! Ρίχτουνται λοιπόν της Αγγέλικας κι ησυχία δεν της αφήνουν. Νυχτέρι δεν γίνουνταν, που να μην την έχουνε στη μέση να λέει ιστορίες, να ξηγά συνήθειες της χώρας, να τραγουδάει τραγούδια της χώρας, να κόβει και να ράβει, κι αυτές να λησμονούν κάθε χωριάτικο παιχνίδι, τραγούδι και παραμύθι, και να κάθουνται σα μαγεμένες ν’ ακούν την Αγγέλικα.

Είναι αλήθεια πως σαν έφευγε η δασκάλισσα στο σπιτάκι της οι χωριατοπούλες ―πώς να την ξεχάσουν την τέχνη!― της κάνανε χίλια περιγέλια της κακόμοιρης! Άλλη να μιμάται τη φωνή της, άλλη τ’ ασυνήθιστα τα λόγια της, άλλη τη μαργιόλικη της ματιά. Αθώα περιγέλια, δίχως ζούλια και δίχως κακία, έτσι να της βρουν κατιτίς να γελάσουν. Και σα σκάνανε στο γέλιο, άρχιζαν πάλι να της θαυμάζουν τα κόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια, το μικρό ποδαράκι, την περπατηξιά της, τα στολιδάκια της, τις φορεσιές της, όλη της τη χάρη και την ομορφιά.


Και με το βλέπε και θάμαζε, άρχισαν οι χωριατοπούλες ν’ αλλάζουνε συνήθειες. Η αλλαγή αυτή ήτανε βέβαια σιγανή κι απ’ έξω μοναχά. Το φυσικό της δεν μπορούσε να τ’ αλλάξει η χωριατοπούλα. Άλλαζε το λοιπό μερικά λόγια, μερικά φερσίματα, μερικά φορέματα και στολίδια. Κι αυτό ίσια ίσια ήταν που τους έκαμε τους χωριανούς να μην την καλοβλέπουν τη λουσάτη εκείνη τη μάγισσα. Δεν έσωναν πια τώρα τα σπιτίσια τα τούλια και τα λινομέταξα, έπρεπε να φέρνουν κι από το μαγαζί λογής λογής κορδέλες, κουμπιά και κουρέλια. Και το χειρότερο, που η μίμηση δεν μπορούσε να είναι σωστή, κι έβλεπες άξαφνα καπελίνο και γερντάνι μαζί, ή φράγκικο φραμπαλά και κοντογούνι, ή κάτι τέτοιο. Ο πατέρας φυσικά δεν κοίταζ’ αυτά. Ο πατέρας μέσα του τα καμάρωνε ίσως. Εκείνο που τον πονούσε τον πατέρα ήταν η τσέπη, το έξοδο, αυτή ήταν η επανάσταση που έβλεπε ο νοικοκύρης και τον έπιανε τρομάρα. Κι όσο στολίζουνταν η κόρη του, τόσο τη φύλαγε αυτός τη λιγδωμένη του γούνα, ή το μπαλωμένο του πόδημα.
Μήτε δω δε σταμάτησε το κακό. Η Αγγέλικα, καθώς είπαμε, ήτανε ζωηρή και μιλητικιά. Άρχισε λοιπό σιγά σιγά να ψαλιδίζει και της χωριατοπούλας τη γλώσσα, κι ας ήταν και κανένας ξένος μπροστά της. Καμιά φορά έλεγε και κατιτίς αδιάντροπο του πατέρα της. Οι προεστοί κι οι έφοροι ήταν καλοί πατριώτες κι ήθελαν την πρόοδο του χωριού. Η νοικοκυροσύνη τους όμως ήταν κι από τον πατριωτισμό μεγαλύτερη, και κάθε φορά που έπαιζαν τα κομπολόγια τους στο καφενεδάκι τους συλλογιούνταν πώς να τη συμμαζέψουνε λιγάκι αυτήν τη δασκάλισσα. Να τη διώξουνε δεν ταίριαζε. Μια δασκάλισσα έπρεπε να ‘χουν. Ποιος ξέρει α δεν τους ήρχουνταν και χειρότερη.

― Εγώ τόνε βρήκα τον τρόπο, τους λέει μια μέρα ένας τους ―Σπανό τόνε έλεγαν, αν και δεν ήτανε σπανός. Να την παντρέψουμε τη δασκαλίτσα. Θα νοικοκυρευτεί και θα συχάσει κι αυτή και μεις.

― Πού να την παντρέψεις! Δεν άκουσες τι έλεγε τις προάλλες της κόρης μου, πως είναι ντροπής να την παντρεύουν οι γονιοί της και να μη διαλέγει απατή της το παλληκάρι της!

― Ε, την αφήνουμε λοιπόν και τόνε διαλέγει απατή της. Λίγο τερτίπι κι έγινε η δουλειά.

Καλή τους τύχη που είχαν έναν ανοικονόμητο χουβαρντά, τον πρωτομάστορα το Μυζήθρα. Πηγαίνει ο Σπανός μια βραδιά στην ταβέρνα, του ρίχνεται του Μυζήθρα, και με λίγα λόγια τον ετοιμάζει για το τερτίπι.

― Τι κάθεσαι και χάνεις τη νιότη σου και την ομορφιά σου; του λέει· πού θα την ξαναβρείς τέτοια Νεράιδα, τέτοιον αφρό, τέτοιον κρίνο; Τι καλύτερο θες από μια τέτοια γυναίκα; Το δικό σου το ‘χεις, τι πειράζει α δεν έχει και προίκα; Τρέχα σκάρωσε της μια πατινάδα. Αν τη φοβάσαι την πατινάδα, ένα λουλούδι, μια πρόφαση, και τέλειωσε η δουλειά. Τι χάνουμε τα λόγια μας; Πήγαινε σπίτι της απόψε να κοιτάξεις μην τύχει κι άρχισε να καθίζει ο καινούριος ο τοίχος. Πες πως σ’ έστειλα ‘γώ. Μη φοβάσαι· κάμε συ την αρχή, κι όσο για τα στερνά, έννοια σου, και ‘γώ είμαι δω.

Ο Μυζήθρας στην αρχή τα πήρε όλ’ αυτά για κοροϊδέματα του κυρ-Σπανού. Τον ήξερε πως αγαπούσε να πειράζει τον κόσμο, και δεν πολυπρόσεξε. Σαν πήγαινε όμως σπίτι του τη βραδιά εκείνη ο Μυζήθρας δεν τραγουδούσε καθώς που συνήθιζε. Ήτανε βυθισμένος σε παράξενες συλλογές. Ησυχία δεν είχε. Γιατί τάχα να κάμει τέτοιο χωρατό ο Σπανός; Γιατί να μην είναι κι αλήθεια; Τι χάνει να δοκιμάσει; Αν πιτύχει, ποιος άλλος μες στο χωριό θα έχει τέτοιο θησαυρό για γυναίκα; Α δεν πιτύχει και το μάθει ο κόσμος, και της βγάλουν τραγούδι, ας όψεται ο Σπανός, που στάθηκε η αιτία.

Ανέβαινε τον ανήφορο και πήγαινε προς το σκολειό. Στάθηκε μια στιγμή να πάρει την αναπνοή του. Έριξε μια ματιά προς τα παράθυρα της Αγγέλικας, και του ήρθε να ξεσπάσει στο τραγούδι, που να πάει καπνός. Κρατήθηκε όμως και πήγε μπρος. Φτάνει στην πόρτα. Η καρδιά του έτρεμε τώρα, ο λαιμός του στέγνωνε, ίδρως ψιλός τον περεχούσε. Σκύβει και βλέπει από την κλειδαρότρυπα πρι να χτυπήσει. Μέσα στο χαγιάτι η παρακόρη, η θύρα όμως της κάμαρας ανοιχτή, κι η Αγγέλικα μπρος σ’ ένα τραπεζάκι και κεντούσε.

― Καλά λέει ο Σπανός πως είναι Νεράιδα η διαόλισσα, είπε. Ωστόσο τι να της πρωτοπώ σαν έμπω! Ε, ας της πω καλησπέρα, κι έχει ο Θεός για τ’ άλλα.

Χτυπάει την πόρτα. Ανοίγει η παρακόρη, και μπαίνει μέσα ο πρωτομάστορας.

Η Αγγέλικα σηκώνεται μισοτρομασμένη. Στάθηκε σα λαμπάδα με τα μαύρα της μάτια ορθάνοιχτα, σα να του έλεγαν τι θέλει εκεί τέτοια ώρα!
― Καλησπέρα σας, κι ένα λυχνάρι, της λέει, να ρίξω μια ματιά στο κατώγι, γιατί ο καινούριος ο τοίχος λεν πως καθίζει, και μ’ έστειλε ο κυρ-Σπανός να κοιτάξω.
― Μαρούλα, φωνάζει η Αγγέλικα, άναψ’ ένα φως και δος το του μάστορα να κοιτάξει. Ελπίζω πως δεν είναι τίποτε.
― Εγώ κοίταξα καλά απ’ έξω και να σας πω δεν παρετήρησα τίποτις. Ωστόσο ας δούμε κι από μέσα.

Κατεβαίνει στο κατώγι, και σε λιγάκι ξανανεβαίνει και λέει πως δεν έχει φόβο ο τοίχος, και να μην το κάμει μήτε λόγο, να μην τρομάξει ο κόσμος του κάκου, και δε στέλνει σκολειό τα κορίτσια του.

Εδώ στάθηκε μια στιγμή ο Μυζήθρας μπροστά της. Ο Μυζήθρας δεν ήταν άσχημο παλληκάρι Ήταν αψηλός, μεγάλα καστανά μάτια και μικρό μουστάκι λεβέντικο, ήταν και γλυκομίλητος. Έλα όμως που δέθηκε η γλώσσα του τώρα! Τι να της πει, που ήταν κι η παρακόρη παρέξω;

― Ας δούμε μια και στο σκολειό μέσα, λέει άξαφνα, εκεί που κοίταζε γύρω τους τοίχους.
Και παίρνει το λυχνάρι, και πηγαίνει μοναχός του κάμαρα του σκολειού να συλλογιστεί πώς ν’ αρχίσει ομιλία.
― Λάτε να δείτε, της φωνάζει από μέσα.

Η Αγγέλικα πηγαίνει στην κάμαρα του σκολειού.

Έφεγγε δεν έφεγγε μέσα στη μεγάλη εκείνη την κάμαρα με το μικρό το λυχνάρι Η Αγγέλικα περπάτηξε λαφριά λαφριά και πήγε και στάθηκε μπροστά του σαν άγαλμα, με το αμελημένο της φόρεμα, με τα μαύρα της μάτια, με τον άσπρο το λαιμό της, και με τα δυο της χεράκια σφιγμένα κοντά στα στήθια, σα να μισοκρύωνε.

― Αυτή τη χαραμάδα πρέπει να είδε ο κυρ-Σπανός και φοβήθηκε. Λίγο σουβά θέλει και τίποτα άλλο. Το σπίτι είναι γερό, μας βγήκε και καλορίζικο. Όλες μας οι κοπέλες άνθρωπεύουν εδώ μέσα.

― Καλοσύνη σας να το λέτε αυτό· και του χαμογέλασε η Αγγέλικα.

― Δασκάλισσά μου, εμείς οι χωριανοί τα λέμε ίσια τα πράματα, θα σας έλεγα και μια άλλη αλήθεια, α δε φοβούμουν πως ίσως το πάρετε άσκημα.

― Σαν τι αλήθεια; του κάνει η Αγγέλικα, και πάει ένα βήμα κοντύτερά του.

― Πως είναι μια ψυχή στο χωριό που πάει να τρελαθεί με τα σας.

― Καλέ τι μου λες! Και ποια να είναι, να σε χαρώ αυτή η ψυχή; πες μου το τώρα που δε μας ακούει κανένας.

― Κι α θυμώσετε;

― Σου το τάζω πως δε θυμώνω, όποιος κι αν είναι. Γιατί να θυμώσω;

― Καλά, να σας το πω το λοιπόν. Είναι ένας, που δεν είναι γέρος, δεν είναι και φτωχός. Δεν ξέρει πολλά γράμματα, είδε όμως στον καιρό του λιγάκι κόσμο. Έξω την έμαθε την τέχνη του. Είναι λοιπόν και τεχνίτης. Δεν ξέρει να λέει τον πόνο του σα βιβλίο, ξέρει όμως να τον τραγουδάει σαν το πουλί μες στα δάση. Δεν ξέρει να χαιρετάει φράγκικα, μα ξέρει ν’ αγαπά και να χαδεύει ρωμαίικα.

― Και τ’ όνομά του; ρωτάει η Αγγέλικα, χτυπώντας το ποδαράκι της.

― Δεν μπορώ να το πω τ’ όνομά του· δεν αποκοτώ. Και σταμάτησε α Μυζήθρας.

― Να είναι έτσι αψηλός, νόστιμος, παλικαράς, γλυκομίλητος; ρωτάει πάλι η Αγγέλικα γελώντας.

― Δεν μπορώ, δεν μπορώ να σας πω. Πάει να σβήσει ο νους μου σαν αυτό το λυχνάρι. Και βάζει το λυχνάρι σ’ ένα θρανί, και κοιτάζει χάμω συλλογισμένος.

― Τι έπαθες, παλικάρι μου; τι έχει ο καημένος! Γυρίζει τότες ο Μυζήθρας και την καλοκοιτάζει και της λέει:

Δεν είναι πράμα ν’ αρρωστά, πράμα να θανατώνει
σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει.

Η δασκάλισσα, αν και φυσικά κάτι ένιωσε, ή όμως ήθελε να παίξει και να περάσει την ώρα της, ή είχε όρεξη ν’ ακούσει κι άλλα κι έκανε την ανήξερη ακόμα.

― Έχεις αγάπη μες στην καρδιά σου, καθώς βλέπω, του λέει. Και ποια να είναι η άτυχη αυτή αγαπητικιά, που δεν το ξέρει τι πόνο την έχεις;

Και της ρίχτει τώρα φλογερή ματιά ο Μυζήθρας και της μουρμουρίζει:

Αγγελικούλα ζάχαρη, κι Αγγελικούλα μέλι,
κι Αγγελικούλα κρύο νερό που πίνουν οι Αγγέλοι.

Δεν μπορούσε πια η Αγγέλικα να καμωθεί, πως δεν ένιωθε. Αρχίσανε να της έρχουνται σύγκρυα. Δεν ήτανε φρόνιμο να μείνει κοντά του. Μπορούσε να σκύψει κιόλας να τήνε φιλήσει. Τραβήχτηκε λοιπό δυο βήματα, πήρε το συνηθισμένο τον αέρα της σαν έβλεπε ξένο, και
― Λοιπό δεν έχει τίποτις ο τοίχος, του κάνει. Ας είσαι καλά για τον κόπο σου.

Και πήγε μέσα.

Ο Μυζήθρας τα είχε χαμένα. Τον έδερνε η αγάπη κι η ντροπή. Κοιτάζει γύρω του να δει πώς να φύγει χωρίς να τον ξαναδεί η περήφανη η Αγγέλικα. Βλέπει την πόρτα που έβγαιναν τα κορίτσια σα σκόλαζαν, την ανοίγε, κι ίσια έξω, χωρίς μήτε ν’ ακουστεί το περπάτημά του.

Σα βγήκ’ έξω από την αυλή, και κατέβαινε τον κατήφορο και τόνε χτύπησε τ’ αγέρι και συνέφερε, χάθηκε η ντροπή και του έμεινε η αγάπη. Και σαν τράβηξε ακόμα παρακάτω κι είδε μπροστά του τον κάμπο, και το φεγγάρι να παίζει στα κύματα, ξύπνησε το χουβαρνταλίκι μες στην καρδιά του, και διαλάληξε αμέσως ο κόσμος με το τραγούδι του:

Καλονυχτίζω μια ψυχή και τ’ όνομα δε λέγω,
κι α μελετήσω τ’ όνομα, βουρκώνομαι και κλαίγω.

― Πείτε μου, πείτε μου κι άλλα, να σας χαρώ, απ’ αυτά τα δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα ―έλεγε μια βραδινή στις κοπέλες η Αγγέλιkα, εκεί που έραβαν και κεντούσανε γύρω στου νυχτεριού το λυχνάρι. Είναι γλυκά γλυκά και νόστιμα, είναι μυρωδάτα σαν το βασιλικό, πείτε μου κι άλλα, πεθαίνω για τα χωριάτικά σας αυτά τα ζουμπουλάκια, που τα καταφρονείτε, καημένες, μα δεν ξέρετε τι θησαυρό έχετε! Αχ, χωριό και πάλι χωριό! Πού να βρει κανένας τέτοιο νυχτέρι στη χώρα! Πού ν’ ακούσει τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θα τα μάθω, θα τα μάθω και ‘γώ αυτά τα τραγούδια! Δεν μπορώ πια να ζήσω δίχως αυτά.

Κι άρχισε αμέσως να ψιλοτραγουδάει σ’ ένα σκοπό του χωριού:

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, σκύψε να σου λαλήσω,
έχω δυο λόγια να σου πω, κι απέ να ξεψυχήσω.

Και δος του γέλια οι κοπέλες, που πήγανε να λωλαθούνε μαζί της.

― Τι όμορφα τα τραγουδάει, σα να γεννήθηκε στο χωριό η μαριολεμένη! φωνάζανε.

― Μπα! και μήγαρι δε γεννήθηκα σε χωριό; Την καημένη με φέρανε στη χώρα μικρή μικρή ―μήτε μάνα είχα μήτε πατέρα. Ο καημένος ο θειος μου ο παπα-Φέστας με πήρε στη χώρα και με πρόκοψε. Τη θυμάμαι τη δύστυχη τη μάνα μου σα να ήτανε χτες. Να! έτσι φαίνουνταν. Όλοι μου έλεγαν πως της έμοιαζα.

Και παίρνει μια μαγουλίκα, και την τριγυρίζει στο κεφάλι της, και τις κοιτάζει με ήμερη και συλλογισμένη ματιά. Ήταν αληθινή ζουγραφιά τώρα.

Οι χωριατοπούλες κάθουνται και τη βλέπουν αμίλητες και συγκινημένες· δυο τρεις δάκρυσαν κιόλας.

― Είσαι δική μας, Αγγέλικα, και βγάλτ’ από το νου σου πως θα μας φραγκέψεις, της λέει η μια τους, η μεγαλύτερη.
― Εγώ να σας φραγκέψω, αγάπη μου; Θεός να φυλάξει! Κοιτάξτε να μη με φραγκέψετε σεις τώρα που ξανάγινα πάλι χωριατοπούλα. Μια βδομάδα θα μου τραγουδάς το τραγούδι της νύφης.
Έμειναν όλες ξερές. Βάζουν τ’ αργόχειρα χάμω, βλέπουν η μια την άλλη, αρχινούν ένα τσιριχτό σα λωλές, πηδούν όρθιες, και τριγυρνούν την Αγγέλικα, να μάθουν τι τρέχει.
― Αφήστε με να σας τα πω. Να! Απλό πράμα· αγάπησα ένα παλληκάρι, και θα το πάρω. Μη ζουλέψετε. Δεν είναι καμιανής αρραβωνιαστικός. Είναι από τον άλλο το μαχαλά. Δεν είναι γέρος, δεν είναι και φτωχός. Δεν ξέρει πολλά γράμματα, ξέρει όμως την τέχνη του. Δεν μπορεί να μου την πει την αγάπη του σα βιβλίο, ξέρει όμως και τραγουδά σαν το πουλί μες στα δάση.
Και τ’ όνομά του; φωνάζουν όλες.
― Τ’ όνομά του; Ένα πράμα που γίνεται νόστιμο με το μέλι.
― Ο Μυζήθρας! φωνάζει η μεγαλύτερη.
― Λοιπόν εσύ που τον ένιωσες, θα ‘ρθεις να στολίσεις τη νύφη. Ο γάμος γίνεται στο σπίτι του κυρ-Σπανού.
Κι έτσι έγινε. Ο Σπανός πήρε όλη τη δουλειά απάνω του, σαν πατέρας της ο καημένος.
Η Αγγέλικα, και καλά να γίνει νύφη σωστή του χωριού. Μήτε οι τρέμουσες λείπανε, μήτε τα χίλια άλλα τα στολίδια και τα γλέντια, που κάνουν τους χωριανούς να λεν το γάμο χαρά.
Όσο για το γαμπρό, αυτός πια συμμαζεμό δεν είχε. Ως και στη στεφάνωση απάνω έσκυψε κι είπε του κυρ-Σπανού:
― Είμαι Βασιλιάς, η Αγγέλικα είναι κορόνα μου, και του λόγου σου ο Βεζίρης μου.
Και δεν έλεγε ψέματα. Σα Βεζίρης τη βόλεψε τη δουλειά ο κυρ-Σπανός. Αυτός ήταν που πήγε και της φύσηξε τη φωτιά της Αγγέλικας ύστερ’ από κείνη τη βραδινή. Αυτός έκαμε και την προξενιά της Μυζήθραινας· και σε δυο βδομάδες ήταν όλα τελειωμένα, κι η Μυζήθραινα κατασταλαγμένη με το γιόκα της και με τη νύφη της, κι αποφασισμένη να ζήσει μαζί τους, να κοιτάζει, έλεγε, τα εγγονάκια της, σαν πήγαινε η Αγγέλικα στο σκολειό.
Κι έτσι νοικοκυρεύτηκε η δασκάλισσα, ντύνουνταν και μιλούσε και φερνότανε σαν όλον τον κόσμο, γλίτωσαν και του χωριού οι κοπέλες από την τρέλα να θέλουν και καλά να φαίνουνται φράγκισσες.

135 Σχόλια προς “Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)”

  1. Άγγελος Σέρτης said

    «(podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης)»

    Η επιτομή της αυτεπίστροφης «ειρωνείας»…

  2. mazianos said

    Γλυκύτατη αφήγηση.
    Αγαπημένος Εφταλιώτης.

  3. Καλημέρα,
    Ακούω και διαβάζω. Πολύ ωραία ανάγνωση, τονισμένη σωστά κι όχι ένα μηχανικό διάβασμα. Παρατηρώ κάποιες μικροδιαφορές. «ήτανε» ακούγεται πάντα, ήταν γράφει το κείμενο. Και το απατή της είναι μεταφρασμένο σε μόνη της 🙂

    Α! και μια διόρθωση: Επανάσταση έφερε στο χωριά η Αγγέλικα. Χωριό, βέβαια.

  4. Πουλ-πουλ said

    «χάθηκε η ντροπή και του έμεινε η αγάπη»
    Ωραίο. Καλημέρα.

  5. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    “…Το σπίτι είναι γερό, μας βγήκε και καλορίζικο. Όλες μας οι κοπέλες ανθρωπεύουν εδώ μέσα. “
    Πολύ όμορφο το να’ σαι αγράμματος τεχνίτης και να βλέπεις το σκολειό σαν σπίτι μιας δασκάλισσας.
    Στενοχωριέμαι όμως και λιγάκι σαν διαβάζω ή ακούω τέτοιες παλιές καλές ιστορίες: Όσο και να τις έχει εξωραΐσει ο συγγραφέας τους, όσο μυθοπλαστικό αλάτι κι αν έχει προσθέσει, στο τέλος μου αφήνουν την εντύπωση ότι εδώ, σε τούτη τη γη, εξακολουθεί να υπάρχει ένας ανθρώπινος παράδεισος, που είτε δεν μπορούμε πια να τον δούμε, είτε εν γνώσει μας τον περιφρονούμε, διότι απλούστατα έχουμε ξεανθρωπέψει.

  6. Δροσερό και μυρωμένο!

  7. Εγώ τη μόνη Αγγέλικα που ήξερα, ήταν αυτή: https://www.corfuhistory.eu/?p=5084 Πούκανα κι ένα ταξίδι μαζί της https://gevseis.blogspot.com/2020/07/athina.html

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    5τελος: Λες να είναι έτσι;

    3 Αναρωτιέμαι τι είναι προτιμότερο όταν έχεις ανάγνωση διηγήματος -να αφήσεις την ιδιωματική λέξη με τον κίνδυνο να μη γίνει κατανοητή ακόμα κι από κάποιον που θα την κατανοούσε διαβάζοντάς την ή να την αλλάξεις;

  9. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Γλυκειά αφήγηση, αν και δεν καταλαβαίνω το νόημα: ενός του βάλανε λόγια ν’ αγαπήσει μια κοπέλα, αυτός την αγάπησε από υποβολή, αυτή τον αγάπησε επειδή αυτός την αγάπησε, κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα… Ήρθε μια δασκάλα στο χωριό, άρχισε να φέρνει καινά δαιμόνια, μετά δεν έφερε άλλα, κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

    Τέλος πάντων. Εγώ κρατάω μια πτυχή που μου έκανε κλικ:

    Το πόσο πολύ οι άνθρωποι εκφράζονταν τραγουδώντας.

    Υπάρχουν αφηγήσεις για ξένους που ήρθαν για διάφορες δουλειές στην Ελλάδα, μέχρι και αρχές 20ού αιώνα ακόμη, και αγανάχτησαν τόσο πολύ με την ακατάσχετη μανία των Ελλήνων να τραγουδάνε συνέχεια ώστε πλήρωναν έξτρα χαρτζιλίκι στους αγωγιάτες και όσους άλλους Έλληνες προσλάμβαναν για να κρατάνε το στόμα τους κλειστό, και πάλι δεν τα κατάφερναν.

    Έτσι κι εδώ π.χ.:

    > > Α δεν πιτύχει και το μάθει ο κόσμος, και της βγάλουν τραγούδι, ας όψεται ο Σπανός, που στάθηκε η αιτία.

    Να σου βγάλουν τραγούδι; Χειρότερο κι από διαπόμπευση στο γάιδαρο καβάλα. Η διαπόμπευση γίνεται μια φορά και τέλος. Το τραγούδι μένει για καιρό. Μερικά τέτοια τραγούδια τα ξέρουμε μέχρι και σήμερα, όπως της Έλλης που παράτησε τον άντρα της και πήρε κομισέρη.

    > > Καλονυχτίζω μια ψυχή και τ’ όνομα δε λέγω,
    κι α μελετήσω τ’ όνομα, βουρκώνομαι και κλαίγω.

    Εδώ με το ίδιο δίστιχο μια Καλυμνιά καλημερίζει:

    Γενικά, αν το προσέξει κανείς, το διήγημα βρίθει αναφορών που δείχνουν ότι το να τραγουδάς ήταν όχι απλώς ισότιμος τρόπος έκφρασης με το να μιλάς, αλλά και ισχυρότερος.

    ____________________________

    Κάτι άλλο:

    > > να μην τρομάξει ο κόσμος του κακού

    Παρατονισμός; Ή όντως λένε «του κακού» αντί «του κάκου» (αδίκως, μάταια);

    Τέλος, διαβάζω εδώ ότι ο Εφταλιώτης γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης, και στη σελίδα με το πόντκαστ ότι γεννήθηκε στη Μήθυμνα της Λέσβου! Μήπως όμως τότε το έλεγαν στ’ αλήθεια Μόλυβο (πρακτικά και τώρα έτσι το λένε, επισήμως όμως όχι), και η πιο επίσημη διατύπωση συνιστά πραγματολογικό λάθος (αναχρονισμό);

  10. 8 τέλος. Μα μου άρεσε η προσαρμογή (γι’ αυτό κι η φατσούλα). Έχει και κάποιες άλλες αλλαγές που δεν είναι σίγουρο αν ήταν εσκεμμένες αλλά η συγκεκριμένη (που επαναλαμβάνεται κιόλας) είναι πολύ βολική. Θαρρώ πως δεν χαλάει το κείμενο.

  11. Το διάβασα και μ’ άρεσε σαν διήγημα αλλά όχι σαν πραγματικότητα…

    Για σκεφτείτε να είχε πάει κανένας Γιάννης μαθηματικός σε κανά χωριό της Βαυαρίας να διδάξει και να τον είχε τυλίξει καμιά μπαουερίνα με μπίρες και λουκάνικα, τι απώλειες θα είχε το ιστολόγιο !! 🙂 🙂 🙂

    ( Οι μηχανικοί Γιάννηδες δεν έχουν ανάγκη )

  12. Νίκος Μαστρακούλης said

    0: Ένα δακτυλογραφικό: «Δεν ξέρει μα λέει τον πόνο του σα βιβλίο», σωστό «να λέει».

    Μου άρεσε το «και καλά» που έχει δυο φορές προς το τέλος, σήμερα το ακούμε σαν νεανικό και οριακά αργκοτικό.

  13. ΣΠ said

    9 Παρατονισμός; Ή όντως λένε «του κακού» αντί «του κάκου» (αδίκως, μάταια);

    Μάλλον, τυπογραφικό. Η ηθοποιός διαβάζει «του κάκου».

  14. ΣΠ said

    Συνέντευξη της Κατερίνας Παπανδρέου για τον «Βιβλιοφάγο».
    https://www.elculture.gr/blog/article/i-katerina-papandreou-milaei-gia-ton-vivliofago-pou-zontanevei-mesa-apo-ti-foni-tis-erga-tis-ellinikis-logotechnias/

  15. 9 «Το πόσο πολύ οι άνθρωποι εκφράζονταν τραγουδώντας.» Μέχρι και τη δεκαετία του 60 (μπορεί και στις αρχές της δεκαετίας του 70) ακούγονταν στο χωριό τραγούδια και τραγουδίσματα. Και τα δυο (και πολλές φορές ανακατεμένα). Τη δεκαετία του 80 μόνο σαν επετειακά από κάποιους αμετανόητους!

    Εγώ, Μήθυμνα δεν έμαθα ποτέ. Πάντα Μόλυβο και Μολυβιάτες ήξερα. Και κανένας Μολυβιάτης δεν μούπε πως είναι Μηθυμναίος. Δεν ξέρω ακριβώς την ιστορία του χωριού. Ταυτίζεται ο σημερινός Μόλυβος με την αρχαία Μήθυμνα. Κι ό,τι είν’ αρχαίο έχει ιδιαίτερο λούστρο. Έτσι το χωριό έγινε Δήμος Μηθυμναίων κι η επαρχία της δυτικής Λέσβου, επαρχία Μηθύμνης με πρωτεύουσα όμως την πιο μεγάλη και πιο κεντρική Καλλονή. Εκεί ήταν όλες οι αρχές (ο Μόλυβος δεν είχε ούτε τράπεζα παρά την πολύ μεγάλη τουριστική κίνηση). Εκεί ήταν και η έδρα της Μητρόπολης Μηθύμνης (που έπιανε τη βόρεια Λέσβο).
    Για τη διπλή ονομασία έχει καλό κομμάτι και η Βικιπαίδεια https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AE%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%B1_%CE%9B%CE%AD%CF%83%CE%B2%CE%BF%CF%85#%CE%9F%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1
    Προφανώς στο ποντκαστ θέλησε η αφηγήτρια (ή όποιος είχε την ευθύνη) να δώσει το επίσημο όνομα, το σημερινό. Το γκουγκλ μου βγάζει περίπου διπλάσιες ανευρέσεις για τον Μόλυβο

  16. Γιάννης Ιατρού said

    11: χαχα, αυτοί περάσανε απ΄ εκεί. Κάτι σαν εμβόλιο 🙂

  17. Πέπε said

    > > Προφανώς στο ποντκαστ θέλησε η αφηγήτρια (ή όποιος είχε την ευθύνη) να δώσει το επίσημο όνομα, το σημερινό.

    Ε ναι, προφανώς. Έχει όμως κάποια σημασία αν ήταν και τότε επίσημο ή όχι. Ειδάλλως, είναι σαν να λέμε π.χ. «γεννήθηκε στη Ρωσία» για κάποιον που γεννήθηκε στην ΕΣΣΔ.

    Και ιδού, βλέπω στη Βικιπαίδεια, ανάμεσα σε άλλα αναμενόμενα (ότι Μήθυμνα ονομαζόταν στην αρχαιότητα αλλά επί αιώνες επικράτησε το «Μόλυβος»…), και το εξής:

    > > Το 1912, όταν απελευθερώθηκε η Λέσβος από την τουρκοκρατία, επανήλθε και πάλι η αρχαία ονομασία ως επίσημη.

    Ο Εφταλιώτης γεννήθηκε το 1849. Άρα, στον Μόλυβο.

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πολύ ωραίος ιστότοπος, συγχαρητήρια στην κυρία Παπανδρέου.

  19. Παναγιώτης Κ. said

    «Άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια».
    Γίνεται; Βεβαίως γίνεται! Ο καταλύτης που λέμε στη Χημεία…
    Νικοκύρη πολύ καλή η επιλογή σου.
    Προσθέτω στο σχόλιό μου και το #5.

  20. Georgios Bartzoudis said

    «Αγγελικούλα ζάχαρη, κι Αγγελικούλα μέλι…. Αρχίσανε να της έρχουνται σύγκρυα. Δεν ήτανε φρόνιμο να μείνει κοντά του. Μπορούσε να σκύψει κιόλας να τήνε φιλήσει».

    # Μια …της μόδας έλεγε προ ημερών σε ένα «επίκαιρο» πάνελ πως είναι σεξουαλική παρενόχληση αν μπει στο γραφείο και της πει ο άλλος «φτου σου κοριτσάρα μου»! (πούσαι Αγγελική να προυμ’θεύ’ς τις …φράγκισσες της σήμερον).
    # Ωραίος ο Εφταλιώτης. Μου θύμισε τα νειάτα μου. Ήξερε και καλά Μακεδονικά: Πόδημα, ίδρως. περιχούσε, σκολείο, νυχτέρ(ι) [το λέγαμε και παρακαμνιό], κλπ.

  21. 11 Τυλιγμένος πήγε, και μπασμένος στα χρόνια. Τι να τυλίξουν πια…

  22. Λεύκιππος said

    Ο Αργύρης Εφταλιώτης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) ………….Τρία χλμ. ανατολικότερα της κωμόπολης βρίσκεται η παραλία Εφταλού.

    Από εδώ μάλλον επέλεξε το επίθετο ο Κλεάνθης Μιχαηλίδης. Αλλά το Αργύρης;

  23. 17 Έτσι

  24. Νομίζω ότι είχε αλληγορικό σκοπό ο Εφταλιώτης: είναι ας πούμε η ελληνική διανόηση η Αγγέλικα, πάει να φέρει τα φώτα του πολιτισμού στον άξεστο λαό αλλά στην πορεία μαγεύεται από τη γλώσσα του (κυρίως) και υποτάσσεται σ’ αυτή. Στα πλαίσια του δημοτικισμού δηλαδή.

    Α δεν πιτύχει και το μάθει ο κόσμος, και της βγάλουν τραγούδι: καλό αυτό, ο Μυζήθρας θα αποτύχαινε, στην Αγγελικούλα θα βγάζαν το τραγούδι!

  25. Χρήστος Π. said

    Καλά έκανες και το διάλεξες. Αγγελική είναι και η δική μου γυναίκα! Όντως Άγγελος!

  26. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Μιά χαρά στέκει και σήμερα ο πεζογράφος Εφταλιώτης, αλλά εκεί που τον συναντώ συχνότερα είναι όταν θέλω να διαβάσω κάτι από Οδύσσεια. Πάντα συμβουλεύομαι και την δική του μετάφραση..

  27. sarant said

    9 Ωραίο σχόλιο

    12-13 Διόρθωσα. Ευχαριστώ!

    15 Η Βικιπαίδεια αναφέρει «Μήθυμνα»

  28. Παναγιώτης K. said

    Είδα το σχόλιο μου στην οθόνη του υπολογιστή με τη διευκρίνηση «περιμένει έγκριση». Το αναφέρω διότι πρώτη φορά το εμφάνισε.

  29. leonicos said

    5 Costas Papathanasiou

    Είπες μια μεγάλη αλήθεια

    Συμφωνώ και με τον Πουλ Πουλ το 4

  30. @ 17 Πέπε

    >>Ειδάλλως, είναι σαν να λέμε π.χ. «γεννήθηκε στη Ρωσία» για κάποιον που γεννήθηκε στην ΕΣΣΔ.

    Ακόμα και αν γεννήθηκε στο ρωσικό κομμάτι της ΕΣΣΔ;
    Δεν είναι πιθανό να προτιμηθεί η παραδοσιακή πατρίδα και όχι το μεταγενέστερα συγκροτημένο κρατικό έδαφος;

  31. leonicos said

    26 Γιώργος Κατσέας

    Σωστός, πολύ σωστός

  32. leonicos said

    26 Αλλά δεντ την πρόλαβε όλη. Πέθανε πριν την τελειώσει

  33. Pedis said

    Με εξαίρεση τη γλώσσα, ανιαρό.

  34. leonicos said

    12 Μου άρεσε το «και καλά» που έχει δυο φορές προς το τέλος, σήμερα το ακούμε σαν νεανικό και οριακά αργκοτικό.

    Ολόκληρο είναι ‘καλά και σώνει’ = με κάθε τρόπο, οπωσδήποτε

    σώνει και καλά… θέλεις σώνει και καλά να γινει το δικό σου

  35. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @32. Έχω την (ατελή) έκδοση της Εστίας (παμπάλαια και έτοιμη να διαλυθή 🙂 ). Ξέρω ότι ολοκλήρωσε φιλότιμα την μετάφραση ο Ποριώτης αλλά δεν το κατέχω (το συμπλήρωμα..)

  36. dryhammer said

    34. το «ντε και καλά (μου)» είναι χωριάτικο επειδή παραπέμπει σε γαδάρους; (χωρίς ϊ )

  37. Κουτρούφι said

    Το πρώτο δίστιχο «Δεν είναι πράμα ν’ αρρωστά» με παραλλαγμένη την αρχή βρίσκεται σε τραγούδι στον δίσκο «Τραγούδια για τους μήνες» (Ελευθερία Αρβανιτάκη/ Δημ.Παπαδημητρίου», 1996). Μάλιστα το «σαν την αγάπη την κρυφή» έδωσε και τον τίτλο στο τραγούδι:

    Το δίστιχο, όπως το καταγράφει ο Εφταλιώτης, βρίσκεται στον Passow (δεκαετία του 1850) και σαν προέλευση αναφέρεται η Κρήτη. Στο δίσκο, το «δεν είναι πράμα ν’ αρρωστά» έγινε «δεν είναι πόνος να πονεί».

    – «της βγάλουν τραγούδι». Η αγωνία του Σιφνιού ήταν ( είναι) να μην αποτύχει σε κάποιο εγχείρημά του (όχι μόνο ερωτικό) και «του βγάλουν ρίμες». Όχι μια στροφή μόνο αλλά πολλές.

    – #9: «Το πόσο πολύ οι άνθρωποι εκφράζονταν τραγουδώντας.»
    Όταν αυτό γίνεται με αυτοσχεδιασμό έχω μια σκέψη. Σε κοινωνίες που ευδοκιμεί ο αυτοσχεδιασμός, όταν κάποιος δυσκολεύεται να θίξει ένα θέμα που είναι περίπλοκο και ενδέχεται να δημιουργηθούν πικρίες και κακοκαρδίσματα δεν θα το πει straight αλλά με αυτοσχέδιο. Όχι κατ’ ανάγκη τραγουδιστά, αλλά και «περαστά». Ίσως με αυτόν τον τρόπο μετριάζεται η όποια δυσφορία δημιουργηθεί. Η ερωτική εξομολόγηση είναι ένα από τα θέματα αυτά. Αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Μου ήρθε στο νου μια περίπτωση στη Σίφνο. Είχε αρραβωνιαστεί ο γιος μιας κυρίας η οποία είχε αμελήσει να ενημερώσει τον αδερφό της μάνας της. Ο θείος παρεξηγήθηκε. Όταν συναντηθήκανε στον δρόμο ο θείος δεν της εξέφρασε το παράπονό του με πεζό λόγο αλλά με δίστιχο:

    Από τον κόσμο το ‘μαθα, το σφάλμα είναι δικό σου
    ότι αρραβωνιάστηκε, Ειρήνη μου, ο γιος σου.

  38. Νέο Kid Al Afrikii said

    34. Αλλο το «και καλά» του Εφταλιώτη, που σημαίνει όντως το ‘καλά και σώνει’ = με κάθε τρόπο, οπωσδήποτε, ή σώει και καλά, και άλλο το «νεανικό και οριακά αργκοτικό» σημερινό «και καλά!» που σημαίνει δήθεν, «ντεμέκ» που λένε και οι Θεσσαλονικείς (με τα λίγα τουρκικά που ξέρουν…)

  39. Xρήστος Π. said

    Με ένα μήνα καθυστέρηση, το καθεστώς των ισχυρών ανώμαλων παιδεραστών ή/και των προστατών τους, αποφάσισε να κάνει έρευνα στο σπίτι του διωκόμενου και προφυλακισμένου Λιγνάδη!! Είναι ρουτίνα οι διωκόμενοι για σεξουαλικά εγκλήματα (και μάλιστα παιδεραστία) να υφίστανται έλεγχο στα σπίτια τους, τους υπολογιστές τους κλπ. Ο Λιγνάδης ήταν μια «τυχαία» εξαίρεση. Είχαν τόσο πολύ ασχοληθεί με το σπίτι του, που «ξαφνικά» έμαθαν τώρα ότι ήξεραν όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας, ότι διέθετε αποθηκευτικό χώρο! Έψαξαν «τώρα» και βρήκαν επιστολές ανηλίκων…

    Μιας και μιλάμε και για Αγγελικούλες, η Αγγελική μου φοβάμαι πως θα δικαιωθεί (και) στη πρόβλεψή της, ότι προκειμένουν να καλύψουν τους ανώμαλους που θέλουν, δεν θα σταματήσουν εκεί. Τα προσχήματα και οι ανάγκες τής αληθοφάνειας θα τους κάνουν να εκθέσουν ή να εκβιάσουν πως θα εκθέσουν ανήλικους και οικογένειες.

    Άντε να δούμε τώρα με πόσο κράτος και άλλο παρακράτος, διαπλέκεται το παρακράτος των ανώμαλων παιδεραστών και βιαστών…

  40. Αγγελος said

    «το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος» 🙂 🙂 🙂

    Δύο άγνωστες λέξεις έχω: μπιμπίλες και πατινάδα. Η δεύτερη μήπως είναι τοπική παραλλαγή της μαντινάδας;

    Αντίθετα με άλλα τοπωνύμια (Σάλωνα, Ζητούνι…), όπου σχεδόν μόνον οι ντόπιοι θυμούνται την παλιά ονομασία, τον Μόλυβο όλοι, και εκτός Λέσβου, Μόλυβο τον ξέρουν.

  41. ΚΩΣΤΑΣ said

    Εξαιρετικό, με την αλληγορική σημασία του, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο αγαπητός μου Δύτης. Και επίσης και για μένα Εφταλιώτης = Οδύσσεια, όπως επισημαίνει ο άλλος αγαπητός φίλος Γιώργος Κ.

    Μόνο… ας μην ήταν Μυζήθρας, ας ήταν ξέρω ΄γω… Τριαντάφυλλος, Γαλακτομπούρεκος, Γλυκοπατάτας… 😉

  42. Παναγιώτης Κ. said

    Έχω πράγματα να θυμάμαι από τον Μόλυβο.
    Να επιστρέψουμε λοιπόν στην…κανονική…κανονικότητα για να ξαναβρεθώ στη Λέσβο, στο Μόλυβο, στην παραλία Συκαμιάς εκεί που είναι και το εκκλησάκι της Παναγιάς της γοργόνας και ένα σωρό ακόμη ωραία μέρη σε αυτό το θαυμάσιο για μένα νησί!

  43. Xρήστος Π. said

    28 Κι εμένα μου το κάνει συχνά τελευταία. Μετά συνήθως περνάνε, αν και ένα ή δυο νομίζω χάθηκαν. Μάλλον υπάρχει τεχνικό πρόβλημα.

  44. sarant said

    28-39 Τα σχόλια είχαν κρατηθεί -ποιος ξέρει γιατί.

    40 Η πατινάδα προέρχεται από τη matinada, όπως και η μαντινάδα.

  45. Χρήστος Π. said

    42 Υπέροχες παραλίες, θάλασσες και χωριά η Λέσβος….

  46. Γιάννης Κουβάτσος said

    20. Προφανώς, πρόεδρε, και δεν έχουν θέση σε χώρους εργασίας τέτοιες απρόκλητες διαχύσεις, εκτός αν υπάρχει οικειότητα εκατέρωθεν. Εσείς πώς θα νιώθατε αν μπαίνατε σ’ ένα γραφείο και σας έλεγαν «Φτου σου, αγόραρε, ίδιος ο Τσίπρας στα νιάτα του!»

  47. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @Αυτόν τον καιρό, κανένας Έλληνας δεν δικαιούται να δηλώνει άγνοια για το «μπιμπίλες» 🙂

  48. Κιγκέρι said

    40: Άγγελε,

    μπιμπίλα είναι ένα είδος δαντέλας.

    http://www.kopaneli.gr/?p=bibila

  49. Κιγκέρι said

    Νησιώτικες – ξενησιώτικες οι ιστορίες, όλοι οι δρόμοι οδηγούνε στη Λάρισα! 😛

    https://www.facebook.com/Aggelikoula.Zahari/

  50. Alexis said

    Μυζήθρας…
    Πού πας ρε Καραμήτρο να βγάλεις γκόμενα με τέτοιο όνομα;
    Ας είναι καλά ο κυρ-Σπανός που την έσαξε τη δουλειά! 😆

    (Πλάκα κάνω βέβαια. Ωραίο το διήγημα, μου άρεσε)

  51. Alexis said

    #9: Να σου βγάλουν τραγούδι; Χειρότερο κι από διαπόμπευση στο γάιδαρο καβάλα. Η διαπόμπευση γίνεται μια φορά και τέλος. Το τραγούδι μένει για καιρό. Μερικά τέτοια τραγούδια τα ξέρουμε μέχρι και σήμερα, όπως της Έλλης που παράτησε τον άντρα της και πήρε κομισέρη.

    Σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν τραγούδια που έχουν βγει από τέτοιες ιστορίες.
    Εδώ το τραγούδι του «Τριτσιμπίδα» από τη Μπαρμπάσαινα Ηλείας:

  52. ΣΠ said

    35
    Αυτή η έκδοση υπάρχει online. https://www.openbook.gr/omirou-odysseia/

    Σε αυτήν υπάρχει και το συμπλήρωμα. http://e-library.iep.edu.gr/iep/collection/browse/item.html?code=01-42166&tab=01

  53. Χαρούλα said

    Ναι Δύτη! Μ´αρέσει η προσέγγιση σου.
    Πέπε τι όμορφη σύνδεση με το τραγούδι στα νησιά. Η στεριανή ούτε που θα το σκεφτόμουν.
    Γιατρεέ μου(#47), καλοοό!😊

    Και τώρα στην ταμπακιέρα. Μ´αρέσει πολύ το κείμενο. Άλλωστε έχω μιά αγάπη σε αυτούς τους «παλιούς» λογοτέχνες. Μου μύρισε και θάλασσα, χωρίς να ξέρω γιατί. Αλλά…..
    παρά το τεράστιο Μπράβο στην κ.Κατερίνα Παπανδρέου για την ιδέα και την δουλειά της,
    εμένα δεν μου ταίριαξε η φωνή στο κείμενο. Πρώτα το διάβασα, και ίσως γιαυτό. Στα αυτιά μου φανταζόμουν τον …Σπανό με την μπάσα αλλά και τραγουδιστή φωνή του.

  54. Αργυρώ said

    Η «Αγγέλικα» του Εφταλιώτη, παρά τις τρομερές της ατέλειες και την απερίγραπτη αφέλειά της, είναι θαυμάσιο διήγημα και διαβάζεται απνευστί με μεγάλη απόλαυση ακόμη και σήμερα. Ήταν μιά πάρα πολύ καλή επιλογή του κ. Σαραντάκου. Επιτρέψτε μου να κάνω μερικές καίριες παρατηρήσεις που όφειλε να κάνει ο αγαπητός μας κύριος Νίκος:

    1) Ο βασικός σκοπός του ρωμιοσυνιστή Εφταλιώτη στην «Αγγέλικα» είναι καθαρά προπαγανδιστικός: Να μάς πείσει πόσο ανώτερη είναι η Ρωμιοσύνη από την Φραγκιά, αφού οι γεμάτοι χαρίσματα ρωμιοί χωριάτες καταφέρνουν να ξανακάνουν ρωμιοπούλα την φραγκοφορεμένη και φραγκοσπουδασμένη δασκάλα

    2) Όλα τα διηγήματα των «Νησιώτικων Ιστοριών» (1894) που ο Εφταλιώτης έγραψε ώριμος άνδρας 45 ετών προσπαθώντας να θησαυρίσει στην Φραγκιά, αυτόν τον σκοπό έχουν: Να προπαγανδίσουν ΥΠΕΡ της Ρωμιοσύνης και εναντίον της Φραγκιάς. ΜΕΤΑΦΕΡΩ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από ένα άλλο διήγημα των «Νησιώτικων Ιστοριών» την περίφημη «Στραβοκώσταινα»:

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ: «Και τώρα ας σας ρωτήσω εσάς, αρχοντόπουλα της ρωμιοσύνης, που πάτε στην Ευρώπη και ξοδεύετε τα μαλλιοκέφαλά σας: πώς δεν κάνε­τε κάθε χρόνο κι από ’να ταξίδι στα νησιά μας, να τα δείτε όλ’ αυτά κι άλλα πιο περίεργα κι όμορφα, και να τα ξέρετε και να τ’ αγαπάτε, σα δικά σας που είναι, και να μην αδειάζει και το πουγκί σας, μόνο τρέχετε στα ξένα, και δεν το βλέπετε πως τα μεγαλύτερα έθνη σ’ αυτήν την Ευρώπη σας είναι κείνα που θαμάζουνε τα δικά τους, αυτά τα χωριάτικα που τα θαρρείτε ασήμαντα, και που θ’ αρχίσουνε να ’ρχουνται καμιά μέρα οι Φράγκοι κοπαδιαστά να τα σεργιανίζουνε και να λεν πως ζουν ακόμα οι χάρες κι οι ομορφιές της Ο­δύσσειας, και τότες θα τ’ αγαπήσουμε και μεις από μίμηση, κι όχι από δικό μας γούστο! Αμέτε, αμέτε γλήγορα, κάθε χρόνο κι ένα νησί. Θα βρείτε φιλοξενία, θα βρείτε φί­λους, θα βρείτε απόλαψες που μελλιούνια δεν τις αγοράζουνε στην Ευρώπη, και θα γυρίζετε μ’ ανοιχτή καρδιά και με καινούρια πλεμόνια στη σκονισμένη σας την Αθήνα.»

    3) Όπως βλέπετε, έχουμε να κάνουμε με έναν κυνικό απατεώνα: Καλεί εμάς τους φουκαράδες να παραμείνουμε αποβλακωμένοι Ρωμιοί, να συνεχίσουμε να ζούμε μέσα στην φτώχεια και στην δυσωδία, μέσα στις χριστιανικές προλήψεις και στον φασισμό της Ορθοδοξίας, ενώ αυτός γλεντοκοπά και θησαυρίζει στην Φραγκιά, έχοντας πάρει ακόμα και γυναίκα φράγκισσα, την πάμπλουτη Αγγλίδα προτεστάντισσα Elisa Graham!.. Την οποία – εννοείται – αυτός ο μεγάλος θαυμαστής της Ρωμιοσύνης δεν στεφανώθηκε με ορθόδοξο χριστιανικό γάμο, αλλά με πολιτικό. Τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών…

    4) Εκεί όπου ο ρωμιοσυνιστής Εφταλιώτης δείχνει περίτρανα τις αποβλακωτικές του προθέσεις είναι στην διαβόητη «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» (1901) που ο κ. Σαραντάκος αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι να μάς παρουσιάσει στα 12 χρόνια λειτουργίας του Ιστολογίου του. Πρόκειται για μιά περιληπτική Ιστορία του Βυζαντίου (η λέξη Βυζάντιο αναφέρεται 112 φορές!) όπου αποθεώνεται η Ορθοδοξία που μετέτρεψε τους ελληνόφωνους που δημιούργησαν το Ελληνικό Θαύμα σε αποβλακωμένους Ρωμιούς πασιφιστές που εφοβούντο και τον ίσκιο τους και κοιτούσαν πώς να καταφύγουν στα μοναστήρια για να μή πολεμήσουν τους βαρβάρους εισβολείς.

    Θα πώ μόνο το εξής για να αντιληφθούν όλοι πόσο απατεώνας είναι ο – γοητευτικός κατά τα άλλα – Εφταλιώτης: Στην «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» αφιερώνει 2.500 λέξεις στην πόρνη Αυτοκράτειρα Θεοδώρα εξυμνώντας αποκρουστικά τις αρετές της μέχρι αηδιαστικού γλειψίματος, και καθυβρίζει συγχρόνως τον Μέγα Προκόπιο επειδή αποκάλυψε στην «Απόκρυφη Ιστορία» του πόσο μεγάλη πόρνη ήταν!.. Μάλιστα, καθυβρίζει τον Προκόπιο επειδή μιμήθηκε τον Θουκυδίδη και δεν έγραψε τα έργα του στην καθομιλουμένη του καιρού του, αλλά προτίμησε την αττική διάλεκτο.

    5) Είναι όντως περίεργο (και απολύτως ύποπτο) ότι όλοι οι μεγάλοι ρωμιοσυνιστές του 20ού αιώνος (Γιάννης Ψυχάρης, Αλέξανδρος Πάλλης, Ίων Δραγούμης, Αργύρης Εφταλιώτης, παπα-Γιάννης Ρωμανίδης, Δημήτρης Κιτσίκης, παπα-Γιώργης Μεταλληνός, Χρηστάκης Γιανναράς κλπ) είχαν επωφεληθεί απολύτως από όλα τα ευεργετήματα της Φραγκιάς (είτε θησαύρισαν, είτε μορφώθηκαν εκεί) και την ίδια ώρα ζητούσαν από εμάς τους φουκαράδες να παραμείνουμε με κάθε θυσία Ρωμιοί, διότι τάχα η Ρωμιοσύνη είναι πολύ ανώτερη και οι Φράγκοι την ζηλεύουν και της βάζουν τρικλοποδιές για να την καταστρέψουν!

    6) Το πόσο μπερδεμένος ήταν ο ρωμιοσυνιστής Εφταλιώτης φαίνεται από το εξής απλό: Στην «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» νομίζει πως η Ρωμιοσύνη είναι Φυλή!.. Ακόμα και στον πρόλογο όπου απευθύνεται στον Γιάννη Ψυχάρη, αναφέρει ότι είναι Φυλή η Ρωμιοσύνη: «Αν υπάρχει ξένος που έννοιωσε τη φυλή μας και περίγραψε με το νυ και με το σίγμα μερικά μας πολύ σοβαρά χαραχτηριστικά, και μάλιστα θρησκευτικά, είναι ο μεγάλος ο Πεθερός σου, στου Απόστολου Παύλου την Ιστορία»!.. Για τέτοια τρικυμία εν κρανίω μιλάμε…

    7) Τέλος, κάτι άλλο βασικό για τον Εφταλιώτη που αποφεύγει (όπως ο διάολος το λιβάνι) να μάς πεί ο κ. Σαραντάκος είναι το εξής: Ο Εφταλιώτης ήταν δεδηλωμένος αντισημίτης και στην «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» αναφέρεται 22 φορές στους Εβραίους, τις μισές για να τους λοιδορήσει και να τους προσβάλει!.. Περιγράφοντας την πολυεθνική Αλεξάνδρεια του 4ου μ.Χ. αιώνος, φτάνει μέχρι του σημείου να μιλάει για «Εβραΐλα»!.. Και κατακρίνει τον Μέγα Ιουλιανό επειδή συμπαθούσε τους Εβραίους: «Το ίδιο και με τους Εβραίους, που τους προστάτευε κιόλας.»

    ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ: Γιατί όλα αυτά τα σημαντικά μάς τα απέκρυψε ο αγαπητός μας κύριος Νίκος; Εδώ σε θέλω κάβουρα που περπατάς στα κάρβουνα

  55. tryfev said

    Νίκο μου, θαυμάσιο, έως συγκινητικό σε ορισμένα σημεία, διήγημα. Ως εξ αγχιστείας (γάμου) Λέσβιος, έχω επισκεφθεί αρκετές φορές τον Μόλυβο/Μήθυμνα και την Εφταλού. Ο Εφταλιώτης, μου είναι γνωστότερος από την απόδοση στη δημοτική των Ραψωδιών α΄ – φ΄ της «Οδύσσειας».

    Με την ευκαιρία, θυμήθηκα κάτι ευτράπελο: ΄Οταν πρωτοπαντρεύτηκα, κάποιος με ρώτησε για την -αείμνηστη πια- Μαίρη μου και, μεταξύ άλλων, του είπα, επίτηδες, ότι «είναι Λεσβία». ΄Εχασε το χρώμα του μέχρι που του εξήγησα ότι εννοούσα πως είναι γεννημένη στη Λέσβο.

  56. Νίκος Μαστρακούλης said

    38 (34): Περίπου ταυτόχρονα έγραψα σχόλιο παραδεχόμενος αυτό ακριβώς (άλλο το ένα «και καλά» κι άλλο το άλλο), όμως κάτι έκανα στραβά κι εξαφανίστηκε. Όπως και να ‘ναι, έχεις δίκιο.

  57. kpitsonis said

    Μήπως η Αργυρώ έβγαλε τη μπάλα Αράουτ ;

  58. nikiplos1 said

    Καλημέρα σε όλους και καλή αποκριά. Πραγματικά πολύ όμορφα το διήγημα του Εφταλιώτη λιτό και απέριττο. Στην παρατήρηση που έγινε σε ένα σχόλιο πιο πάνω για την υποβολιμαία δήθεν αγάπη που εμφυσήστηκε στον Μυζήθρα, να θυμίσουμε ότι το κείμενο γράφτηκε μία εποχή που οι άνθρωποι δεν επέλεγαν ποιον θα παντρευτούν και θα πορευτούν στη ζωή τους. δεν τολμούσαν οι γυναίκες της εποχής να σηκώσουν βλέμμα ή να φανταστούν άντρα. Οι γονείς τους μετά από παζάρια και αλισβερίσι σαρκός, αποφάσιζαν ποιον θα παντρευτούν. και οι άρρενες όμορφοι ή όχι, έπρεπε να λάβουν προίκα και να έχουν περιουσία. Σε ένα τέτοιο Πλαίσιο λοιπόν ήταν αρκετά επαναστατικός ο γάμος της Αγγελικούλας με τον Μυζήθρα.

  59. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε τὸ σημερινό. Κι ἂς ἔχει μιὰ γλυκειάν ἀφέλεια κι ἂς ἐξιδανικεύει τὸ περιβάλλον τοῦ χωριοῦ.

    Τὸ διάβασα ἀκούγοντάς το ταυτόχρονα.

    Μοῦ ἄρεσε ἡ ἀνάγνωση τῆς Κατερίνας Παπανδρέου καὶ τὴν συγχαίρω γιὰ τὴν πρωτοβουλία της. Τέτοιες προσπάθειες πρέπει νὰ τὶς ὑποστηρίζουμε ὅλοι.

    Εὐχαριστῶ καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ σημερινὴ δημοσίευση καὶ γιὰ τὴν προβολὴ τῆς ἀξιέπαινης προσπάθειας τῆς Κατερίνας Παπανδρέου

  60. Christos said

    Άσχετο με το θέμα, μάλλον σχετικό με το ιστολόγιο:
    https://www.news247.gr/koinonia/otan-to-facebook-den-ekrypse-ena-scholio-alla-tin-pragmatikotita.9162241.html?utm_source=sport24&utm_medium=footer&utm_campaign=24MediaWidget&utm_term=Pos2

  61. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    61 Δεν το είχα δει -ευχαριστώ!

    57 Πάντως δεν το έχει πιάσει η μαρμάγκα.

  62. leonicos said

    60 Δημήτρης Μαρτῖνος

    Μα… από το στόμα μου το πήρες;

  63. leonicos said

    58 Μήπως η Αργυρώ έβγαλε τη μπάλα Αράουτ ;

    Καλά δεν το κρύβει ο / η / το / οι / αι /τα Αργυραράουτ και Σια

    Ομολογώ δεν έχω διαβάσει τη Ρωμιοσυνη του Εφταλιώτη. Δεν αποκλείεται να έχει δίκιο σε όσα λέει

    Μπορεί να ηταν αντισημίτης. Και στο φορτηγό που τούμπαρε στον Κηφισό το μεσημέρι, στο πλάι του οδοστρωματος γράφει ‘έξω οι εβραίοι από την Ελλάδα’. Ο βλαξ ξέχασε ότι έχει γεμίσει μουσουλμάνους.

    Έχω μουσουλμάνους φίλους, Παλαιστινιος με χειρούργησε πρόπερσι

    και άλλο τα διηγήματα του Εφταλιώτη

    Βέβαια, ότι παρείναι ‘σχολικό’ κατάλληλο και για κάτω τοω 8 ετών, δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς.

    Αλλά έχω γράψει παραμύθια για ακόμα μικρότερα παιδιά, πανέμορφα .

  64. Μαρία said

    24
    Ή πώς η μπιμπίλα κατήγαγε νίκην κατά του φράγκικου φραμπαλά.

    Μελοποιημένος Εφταλιώτης.

  65. Γιάννης Ιατρού said

    Ρε αθεόφοβε Βάταλε (Αργυρώ δηλ. #55), θορυβείς εσύ και ψέγεις τον Εφταλιώτη γιατί κατά την γνώμη σου προτιμούσε τα «έξω» από τα της πατρίδας τους κι απ΄ την άλλη είχες φαγωθεί με το ILL OINOH και το Σικάγο και και τα παινέματα με τις ΗΠΑ που τάχα μου ζούσες και τάχα μου προόδευες εκεί κλπ. κλπ.;
    Άντε ρε, ούτε μνήμη, ούτε συνέπεια δεν σού ΄χει μείνει!

  66. eran said

    Γραμματική σπαζοκεφαλιά:
    Αντιγράφω από το σημερινό Βήμα: » Είναι δε σαφές ότι μετά την κρίση του περασμένου καλοκαιριού στην Α. Μεσόγειο έχουν αναφυεί (sic) σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια …»

    Ας προσπεράσουμε το εντελώς αδόκιμο του τύπου «έχω αναφυεί» (ως παρακείμενος του αναφύονται), τύπος που μάλλον δεν γκουγκλίζεται. Ας προσπεράσουμε επίσης το ότι εύκολα θα μπορούσε να αποφευχθεί όλο αυτό με ένα απλό έχουν παρουσιαστεί/ προκύψει/ανακύψει/δημιουργηθεί – ακόμα και έχουν εγερθεί, για πιο τραβηγμένο και καθαρευουσιάνικο ύφος.
    Η απορία μου είναι η εξής: γιατί τονίζουμε στη λήγουσα; Θα απαντούσε κάποιος ότι ως παθητικός ο τύπος θα έπρεπε εκεί να τονιστεί, κατά το έχει δημιουργηθεί/γραφεί κ.τ.λ.
    Στα αρχαία όμως το ἔφυν, που χρησιμοποιείται ως μεσοπαθητικός τύπος του αορίστου του φύομαι, είναι ενεργητικός β΄ αόρ. Δε θα έπρεπε λοιπόν να τονιστεί στην παραλήγουσα, κατά το έχω δράσει, έχω γράψει; Δηλαδή θα επικρατήσει η φωνή ή η διάθεση;
    Βέβαια όλα αυτά συμβαίνουν γιατί προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε κάπως βίαια και εκβιαστικά στα ν.ε. τύπους της κλίσης ρημάτων της αρχαίας που η σύγχρονη γλώσσα δεν έχει ενσωματώσει.

  67. Γιάννης Ιατρού said

    Μια «νοσταλγική» νότα το σημερινό, εύκολο και ευχάριστο στο διάβασμα. Η διαφορά αντιλήψεων και τρόπου ζωής στις κοινωνίες της επαρχίας/χωριού και των πόλεων, το πάλαι ποτέ. Ένα θέμα που έχει απασχολήσει ακόμα και τον κινηματογράφο, π.χ. στο «η κυρά μας η μαμή» το 1958 με τους αξέχαστους Ορέστη Μακρή, Νίτσα Τσαγανέα, Γεωργία Βασιλειάδου, τον τότε νέο Δ. Παπαμιχαήλ κλπ. κλπ. Πάντα με χάπυ εντ και συγκερασμό των νοοτροπιών, συνήθως στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή 🙂

  68. Christos said

    Σε μένα πάντως, το διήγημα θύμισε το The Country of the Blind, του Wells.

  69. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Εφταλιώτη μόνο αποσπασματικά έχω διαβάσει – προ αμνημονεύτων χρόνων… 🙂 Το ύφος του -στο σημερινό- έχει κάτι ιδιαίτερο, προσωπικό, λιτό και ‘απαλό’, κατάλληλο για την ηθογραφική προσέγγιση του θέματος.
    Η ανάγνωση της κ. Παπανδρέου πολύ καλή και ευχάριστη. Και μπράβο της για την πρωτοβουλία!
    Μερικές φορές, που κάνουμε κάποια δουλειά ρουτίνας, μπορεί να μας συντροφέψει λογοτεχνικά!
    Δυο μικροσχόλια:
    – Στην ανάγνωση, το «Ε, ας της πω καλησπέρα,…» ακούγεται «Άϊ…» και το ίδιο επαναλαμβάνεται και σε άλλο σημείο παρακάτω. Ίσως διάβαζε από κείμενο στην αρχική του μορφή, που το «Ε,..» γράφεται «Αἴ…».
    – Λέει ο Εφταλιώτης: …έναν ανοικονόμητο χουβαρντά, τον πρωτομάστορα το Μυζήθρα και παρακάτω ξύπνησε το χουβαρνταλίκι μες στην καρδιά του, και διαλάληξε αμέσως ο κόσμος με το τραγούδι του.
    Μου φαίνεται ότι εδώ η σημασία του χουβαρντά είναι πλησιέστερα προς του μερακλή, του παθιασμένου για (ή με) τα πράγματα και όχι στην σημερινή/πανελλήνια του γενναιόδωρου κλπ. Επιβιώνει αυτή η σημασία στη Μυτιλήνη και σήμερα;

    7.
    Μπράβο, εκεί πήγε κι εμένα το μυαλό μου αμέσως!
    Το ατμόπλοιο ‘Αγγέλικα’ έκανε και δρομολόγιο Ηράκλειο – Χανιά(;) – Πειραιά, μέσα ’50-αρχές ’60. Δεν έτυχε να ταξιδέψω, αλλά πιτσιρικάς είχα μπει ως επισκέπτης και ‘θυμάμαι’ ακόμη την χαρακτηριστική καραβίλα που μύρισα, βαδίζοντας στους διαδρόμους των καμπινών. Οι κοινόχρηστοι χώροι του, πάντως, με είχαν εντυπωσιάσει!

  70. Χαρούλα said

    Πάντως θέλει πολύ ταλέντο και κακία για να καταφέρνεις να βρίσκεις πάντα μια βρωμιά να γράψεις για όλους. Ο καθένας με τα χαρίσματα του! (και φυσικά, δεν τα ζηλεύω😊)

  71. Nestanaios said

    60. Δημήτρης Μαρτῖνος.

    Εγώ θέλω να ρωτήσω τι είναι αυτό που καθιστά το «ι» μακρό στο επώνυμο. Από πού λαμβάνει τον επιπλέον χρόνο;

  72. Nestanaios said

    66. Γιάννης Ιατρού
    Δεν υπάρχει πόλη σαν το Σικάγο. Ούτε στις ΗΠΑ.

  73. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @72. Ἔτσι μοῦ ἔμαθαν νὰ τὸ γράφω ἀπὸ τὰ μικρᾶτα μου.

    Ἔχει ξανατεθεῖ τὸ ἐρώτημα καὶ πιὸ παλιὰ καὶ ἀπάντησαν ἄλλοι ποὺ τὰ ξέρουν καλύτερα.

    Ἂς μοῦ συγχωρηθεῖ ἡ ἄγνοια, ἀλλὰ δὲν τὸ θυμᾶμαι.

  74. Κιγκέρι said

    Και μια Αγγελικούλα ζάχαρη από τα βάθη των σέβεντις:

  75. ΚΑΒ said

    1958. Χανιά-Ρέθυμνο-Ηράκλειο και αντίστροφα.

  76. ΚΑΒ said

    Υπάρχει ένας παθητικός αόριστος β΄ ἐφύην, οπότε φυῶ κλπ.

  77. Nestanaios said

    67. Eran
    Επειδή πήρε αποβολή το στοιχείο «σ».

  78. sarant said

    70 Σωστές οι δυο παρατηρήσεις για το «Αι» και τον χουβαρντά.

  79. Πέπε said

    @67, Εράν:

    Έφυν είναι μεν αόριστος (ενεργητικός) με μέση σημασία. Για την παθητική σημασία όμως χρησιμοποιόταν κανονικός παθητικός αόριστος β’ εφύην. Οπότε το «έχουν αναφυεί» είναι κανονικός σχηματισμός. Μπορεί να σου φαίνεται υπερβολικά βαριά καθαρεύουσα για να το πει κανείς σήμερα, αλλά είναι θέμα συνήθειας. Εγώ έτυχε να έχω ακούσει αρκετά και το «ανεφύη – ανεφύησαν» και τους υπόλοιπους σχετικούς τύπους, να αναφυεί, έχει αναφυεί κλπ. και δε με ξενίζει. (Φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι είναι λόγιος τύπος αλλά, κατά τις συνήθειες και τις εμπειρίες μου, όχι απαγορευτικά λόγιος.)

    @40:

    Άγγελε, πατινάδα είναι η καντάδα. Παράγεται όντως από τη matinada (=πρωινή), όπως και η μαντινάδα, αλλά σημαίνει άλλο πράγμα.

    Εκτός από κλασική καντάδα (τραγούδι έξω από το σπίτι της αγαπημένης), κατά τόπους πατινάδα είναι και η κάθε περίσταση όπου τραγουδούν ή παίζουν μουσική στον δρόμο, και η ίδια η αντίστοιχη μουσική (π.χ. γαμήλια πατινάδα = η γαμήλια μουσικοτραγουδιστή πομπή, ή/και ο μουσικός σκοπός της γαμήλιας πομπής).

  80. Πε πράμα και για την κλωτσοπατινάδα (που είναι και επίκαιρη) 🙂

  81. Alexis said

    #66: Ποιος ΒάταλοΣ βρε Γιάννη, αυτός σ’χωρέθηκε, οσονούπω θα του κάνουμε και το μνημόσυνο!
    Τώρα λέγεται Αργυρούλα και είναι επαγγελματίας φιλόλογος. 🙂

  82. Alexis said

    #55: Ήταν και αναρχοκομμούνι ο Εφταλιώτης, να τα λέμε κι αυτά, γιατί το αποκρύπτετε;

  83. @ 67 Eran

    Πάντως θυμίζει συνηθισμένο παρακείμενο όπως έχει ‘ρθει / γραφεί / χρτπηθεί / αποφευθεί κ.λπ. Με Google εμφανίζονται πολλές χρήσεις. Εδώ, στις πρώτες γραμμές, από άρθρο γνωστού πανεπιστημιακού.

  84. χτυπηθεί / αποφευχθεί… sorry 🙂

  85. @ 83 Alexis

    «[Α]ναρχό-«; Ή ειρωνικά; 🙂

  86. eran said

    77,80. Πολύ σωστά.

  87. @ 67 Eran

    Γνώμη μου βέβαια αλλά: τα ανακύψει / δημιουργηθεί είναι προβληματικά. «Ανακύψει»: πολύ καθαρευουσιάνικό, «δημιουργηθεί»: έχει θετική χροιά.

    Βέβαια, και η προσέγγιση με αναφορά σε αρχαιότροπες μορφές δεν οδηγεί σε καλά συμπεράσματα. Η αρχαία γραμματική είναι μεγάλη παγίδα ως τυφλοσούρτης.

  88. Sarant

    Επαναφέρω μία πρόταση για δημοσκοπήσεις εδώ στο ιστολόγιο. Για γλωσσικά θα ήταν ό,τι πρέπει. Για παράδειγμα, το ωραίο θέμα @ 67 / Eran θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο δημοσκόπησης.

  89. Μαρία said

    80
    Και η αποκριάτικη μουσικοχορευτική πομπή στη Νάουσα.

  90. eran said

    84.Όντως, πολύ γνωστός ο πανεπιστημιακός. Μόνο οι αντίπαλοί του είναι άγνωστοι! (Για να θυμηθούμε και τη χτεσινή ανάρτηση.)

  91. ΓΤ said

    αθλητική κίνηση

    ΟΦΗ-ΑΕΛ 2-3
    Ατρόμητος-Αστέρας Τρίπολης 1-1
    ΠΑΣ-ΠΑΟ 1-0
    ΟΣΦΠ-Λαμία 3-0
    Παναιτωλικός-Βόλος 1-0
    ΠΑΟΚ-Άρης 2-2

    Ιωνικός-Ξάνθη 1-1
    Εργοτέλης-Δόξα Δράμας 6-0
    Καραϊσκάκης-Ιεράπετρα 2-3
    Απόλλων Λάρισας-Τρίκαλα 0-0
    Χανιά-Λεβαδειακός 0-0

    Περιστέρι-Ηρακλής 70-79
    ΑΕΚ-Μεσολόγγι 98-76
    Άρης-ΑΕΛ 70-52
    ΠΑΟΚ-Προμηθέας 81-78
    Κολοσσός-ΠΑΟ 82-95

  92. sarant said

    89 Eχουμε κάνει μερικές φορές δημοσκοπήσεις. Να το δω.

  93. Alexis said

    #86: Ε, φυσικά πλάκα κάνω Γιάννη με όσα εξοργιστικά γράφει ο απίθανος τύπος του #55
    Σε λίγο θα μας «καταγγείλει» ότι ο Εφταλιώτης όταν ήταν μικρός κέρδιζε τους φίλους του με ζαβολιές στο κρυφτό 😡

  94. Πέπε said

    @67, 88

    Αναφύεται σημαίνει, προφανώς, ξεφυτρώνει. Μπορείς κάλλιστα βέβαια να χρησιμοποιήσεις ακριβώς την ίδια μεταφορά με το πολύ πιο κοινό ρήμα, και να πεις «ξεφύτρωσε ένα ζήτημα», «ξεφυτρώνουν προβληματάκια». Όμως δημιουργείς άλλο ύφος.

    Η συγκεκριμένη μεταφορά, με τη συγκεκριμένη σημασία και με το συγκεκριμένο ύφος μιας φράσης όπως «αναφύεται ένα ζήτημα» δεν αποδίδεται ολόιδια με άλλη λέξη.

    Άλλωστε αυτός είναι ο λόγος που έχουμε εννιάμισι δισεκατομμύρια λέξεις: ότι καμία (ή σχεδόν) δε σημαίνει απολύτως το ίδιο με άλλην, αν ληφθούν υπόψιν όλες οι συνυποδηλώσεις, οι υφολογικές αποχρώσεις κλπ.

  95. sarant said

    88 Θέλω να γράψω ένα σημείωμα για να δούμε αν το «δημιουργώ» εξακολουθεί να έχει χροιά θετική.

  96. Μαρία said

    67
    Χτεσινή εφσυν https://www.efsyn.gr/themata/peridiabainontas/284521_aggoyri-i-hrimatagora
    Και η (προφητική) έγνοια του ποιητή για το αύριο του τόπου: «Η αναζήτηση κεφαλαίων από την παγκόσμια χρηματαγορά είναι ένα αγγούρι που βρήκε χωράφι να αναφυεί. Συνεπώς δίνουμε τη μάχη με τους τοκογλύφους, με απρόβλεπτες συνέπειες. Από εδώ κι εμπρός η πολιτική μας ζωή, εάν δεν το καταλάβουμε, θα είναι περιστασιακή και άκρως επικίνδυνη. Δηλαδή ξέφραγο αμπέλι. Αυτή είναι η αγωνία μου»…

  97. @ 91 Eran
    🙂

  98. @ 94 Alexis

    🙂

  99. @ 95 Πέπε

    >>Άλλωστε αυτός είναι ο λόγος που έχουμε εννιάμισι δισεκατομμύρια λέξεις: ότι καμία (ή σχεδόν) δε σημαίνει απολύτως το ίδιο με άλλην, αν ληφθούν υπόψιν όλες οι συνυποδηλώσεις, οι υφολογικές αποχρώσεις κλπ.

    Σε όλες τις γλώσσες δεν συμβαίνει αυτό; Όλες οι ανθρώπινες γλώσσες δεν έχουν κοινούς λειτουργικούς χαρακτήρες;

  100. @ 96 Sarant

    Καλό, για τις έννοιες δημουργώ/δημιουργία.

  101. Πέπε said

    @100

    Υποθέτω σε όλες.

    Υποθέτω δε επίσης ότι όλες έχουν γύρω στα εννιάμισι δισεκατομμύρια λέξεις. Μία πάνω, μία κάτω…

  102. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ας τραβήξουμε και μιά μεσονύχτια τζούρα συγκίνησης από ομηρική Ιλιάδα και καζαντζακική Οδύσσεια, δια χειρός Π. Μπουκάλα..

    https://www.kathimerini.gr/opinion/561287494/i-omiriki-iliada-kai-i-kazantzakiki-odyseia/

  103. eran said

    80, 95. Συμφωνώ απόλυτα στο ζήτημα των υφολογικών αποχρώσεων. Όντως το αναφύεται δεν αντικαθίσταται εύκολα. Ομολογώ όμως πως δεν έχω προσέξει τη χρήση άλλων παρεπόμενων του ρήματος πέραν της οριστικής ενεστώτα, γι΄ αυτό και με ξένισε το έχει αναφυεί, που, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, είναι κληροδότημα της καθαρεύουσας. (Το ΛΚΝ σημειώνει για το αναφύομαι: μόνο Ενεστώτας.)

    97. Έτσι δεν μπορώ να μη σταθώ στο: «Η αναζήτηση κεφαλαίων είναι ένα αγγούρι που βρήκε χωράφι να αναφυεί».
    Νομίζω ότι θέλει μεγάλη τέχνη για να υφάνεις το αγγούρι και το να αναφυεί σε ένα ενιαίο και αποδεκτό ύφος λόγου.

  104. #12, 38, 57

    […] εγίνετο λόγος μεταξύ οδηγού και λοχίου να διαμείνη το απόσπασμα εις Ταχταλή δύο τρείς ημέρας έως ότου καλλιτερεύση ο καιρός του Θεού και ο πους του γραμματικού· ο αποσπασματάρχης δεν ήθελε και καλά να αναχωρήση από το χωρίον χωρίς γραμματικόν.

    Η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι, 1870

  105. 33
    Ανιαρό δεν θα το έλεγα, αφελές ναι. Με την επιφύλαξη του #24.

  106. Αγγελος said

    Νεσταναίε (71), τα ονόματα Μαρτίνος (= Martinus = Άρειος· Mars = Άρης) και Κωνσταντίνος (=Ευσταθιάδης· Κώνστας = Constans = ευσταθής) είναι λατινικά, και το i της παραλήγουσας το είχαν μακρό, γι’ αυτό και τονίζονταν εκεί. (Στα λατινικά, οι πολυσύλλαβες λέξεις τονίζονταν στην παραλήγουσα αν ήταν φύσει ή θέσει μακρά και στην προπαραλήγουσα αν η παραλήγουσα ήταν βραχεία. Αυτός ο κανόνας ακολουθείται π.χ. συνήθως ως σήμερα στα αγγλικά για τον τονισμό και των ελληνικών λέξεων, όταν έχουν περάσει αυτούσιες, γι’ αυτό και οι Αγγλοσάξωνες τονίζουν Sócrates, Eurípides, αλλά Meneláus, Melíssa.) Οπότε και στα ελληνικά πέρασαν με ι μακρό, και ως εκ τούτου έπαιρναν περισπωμένη.
    Ορίστε, Δημήτρη Μαρτίνε, έμαθες κάτι για τ’όνομά σου 🙂
    Η κρατική Νεοελληνική Γραμματική του 1941 («του Τριανταφυλλίδη»), που απλούστευσε ουσιαστικά το πολυτονικό αν και δεν επιτράπηκε στους συντάκτες της να το καταργήσουν τελείως, όπως θα ήθελαν, όρισε ότι όλα τα δευτερόκλιτα με δίχρονο στην παραλήγουσα (γεμάτος, Μαρτίνος, γραικύλος κλπ.) θα παίρνουν οξεία, εκτός από το Κωσταντίνος. Έχει ακουστεί ότι αυτό οφείλεται σε επέμβαση του Παλατιού!!!

  107. 107
    Άγγελε είσαι ανεπίδεκτος. Ως γνωστόν, οι Λατίνοι (όπως και όλοι οι υπόλοιποι δυτικώς της Ιαπωνίας και ανατολικώς της Καλιφόρνιας) ούτε είχαν ούτε έχουν γλώσσα. Συνεπώς δεν έχουν ούτε γραμματική. Ό,τι γρυλίζουν από μας το πήρανε και του αλλάξανε τα φώτα. Άρα τι τονισμούς και παραλήγουσες μας τσαμπουνάς εκεί χάμω 🙂

  108. Pedis said

    # 106 – ΟΚ. Το δεύτερο η αιτία, το πρώτο το αποτέλεσμα (χωρίς να προσβάλω όσοι έχουν αντίθετη άποψη) Μα η γλώσσα που χρησιμοποιεί μού άρεσε (το τονίζω).

  109. Pedis said

    +109: … όσους έχουν …

  110. 110 Γιατί, σωστά το έγραψες. Όσους άνθρωποι έχουν αντίθετη άποψη 😁

  111. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Έχεις τσουκάλι πήλινο
    και ψήνεις φασουλάδα
    κι εγώ απ’ την λαχτάρα μου
    παίζοντας την κιθάρα μου
    σου κάνω πατινάδα

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>τα δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα

  113. Ευγενής και ουσιαστική αυτή η ιδέα της κυρίας Κατερίνας Παπανδρέου Μπράβο της. Ευχαριστούμε Νικοκύρη που μας γνώρισες τον ιστότοπό της.

    >>Μια βδομάδα θα μου τραγουδάς το τραγούδι της νύφης.
    Νυφ’κάτος

    Πατινάδα του γάμου απο τη Λέσβο.
    Παιζότανε απο τους μουσικούς όταν πηγαίνανε με το γαμπρό να πάρουνε τη νύφη απο το πατρικό της

  114. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αργύρη Εφταλιώτη, «Πατινάδα»
    Τώρα που η νύχτα πύκνωσε και γέρνει το φεγγάρι,
    που ένα αγόρι ξαγρυπνάει για το χατήρι σου,
    που το σκοτάδι η γης φορεί κι ο ουρανός τη χάρη,
    έβγα φεγγαροπρόσωπη στο παραθύρι σου.

    Έβγα και γλυκοπότισε λουλούδια μαραμένα,
    κι αν έχεις στάλα πονεσιά μες την καρδούλα σου,
    λυπήσου με και δόστηνα σε χείλη διψασμένα,
    να αναστηθώ σα λούλουδο με τη δροσούλα σου.

    Η θάλασσα τη γης φιλάει και τις ιτιές τ’ αγέρι,
    κι εγώ μονάχα δε φιλώ τα δυο χειλάκια σου.
    Με χίλια αστέρια ο ουρανός κι εγώ χωρίς αστέρι!
    σκοτάδι η γη, κι εγώ χωρίς τα δυο ματάκια σου.

    Κατέβα και περπάτηξε, Νεράιδα, μες τα σκότη,
    και μίλησέ μου, να θαρρώ πως αναστήθηκα.
    Πες μου τα λόγια τα γλυκά που πρωτολέει η Νιότη,
    κι ας απεθάνω ακούγοντας πως αγαπήθηκα.

    [πηγή: Εφταλιώτης, Άπαντα, τόμος πρώτος, φιλ. επιμ. Γ. Βαλέτας, Εκδόσεις Πηγής, Αθήνα 1952, σ. 55]

  115. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Μήτε οι τρέμουσες λείπανε, μήτε τα χίλια άλλα τα στολίδια και τα γλέντια, που κάνουν τους χωριανούς να λεν το γάμο χαρά.
    Τί είναι οι τρέμουσες; Τίποτε κρεμαστά στολίδια;
    (Πριν ρωτήσεις, γκούγκλαρε μπρε) και ναι:
    Τρέμον (τό) Στα τελευταία χρόνια αντικατέστησαν το τσσιαρκούλ με το τρεμόν, αραχνοΰφαντο μεταξωτό με πολλές τρέμουσες.
    http://santasmotos.gr/page/index.php/laografia/endimasia/12-2011-04-26-13-55-13-2011-04-26-13-55-13/367-endimasianifiki

  116. Γιάννης Ιατρού said

    103: Γιώργο, πολύ καλό το «δια ταύτα» στο τέλος (ο τονισμός δικός μου 🙂 )
    …Οσο υπάρχουν όμως ταμένοι άνθρωποι, όπως ο Νικόλα Κροτσέττι και ο Πάου Σαμπατέ, που η αγάπη τους δεν περιμένει χορηγίες και τιμές για να δουλέψει, μπορούμε να ελπίζουμε…

  117. ΓιώργοςΜ said

    104 Για μένα τον ταπεινό, τα αγγούρια φυτρώνουν στο χωράφι.
    Αναφύονται σε μέρη από αγρό και πάνω, κι εκεί μάλλον ως σικυοί αναφύονται 😛

  118. Γιάννης Ιατρού said

    118: Πως μιλάς έτσι; Τα μεγέθους σημαντικά συνοδεύονται από το «με το συμπάθιο» (συνήθως στο τέλος) 🙂 🙂

  119. ΓιώργοςΜ said

    119 Απουσιολόγε, για να συνταχθεί με το συμπάθιο, θα πρέπει να περιλαμβάνει επιτατικά του μεγέθους, πχ «ένα αγγούρι να, με το συμπάθιο», και συνήθως αναφέρεται στα Καλυβιώτικα 😛 😛 😛
    Αυτά που με ταπεινότητα αναφέρω είναι Κνωσού, γι’ αυτό και η ταπεινότητα…

  120. Γιάννης Ιατρού said

    Κνωσού ε; 🙂 🙂

  121. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    #104, 118

    Μελανόχρουν, πτυσσόμενο αγγούρι ανεφύη στην κεντρική πλατεία Νέας Σμύρνης. Αι ημέτεραι δυνάμεις προασπίζονται την ακώλυτη ανάπτυξή του με όλα τα Μέσα.

    Μια χαρά αναπτύσσεται με κάθε υφολογική απόχρωση.

  122. dryhammer said

    108. Άρα, πλην ημών, μόνον οι δυτικώς της Καλιφορνίας και ανατολικώς της Ιαπωνίας είχαν γλώσσα (αν και κάτι έρευνες μιλούν για πανάρχαιους Έλληνες εξερευνητές-εκπολιτιστές των εκείθεν νήσων)

    120-121. Επίσης άρα, οι Μινύες δεν ήσαν προικισμένοι διό και κατέρρευσαν εκ σεισμού μη έχοντες τρίτον πόδα ως αντηρίδα.

  123. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    123 >> αν και κάτι έρευνες μιλούν για πανάρχαιους Έλληνες εξερευνητές-εκπολιτιστές των εκείθεν νήσων

    Δε σε βλέπω καλά στις εξετάσεις. Σου χρειάζονται πολλές επαναλήψεις.
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/09/27/simalakas/

  124. Νίκος Μαστρακούλης said

    122: Δεν είναι μελάγχρουν (κατά το Μελάγχθων);

    Παρεπιφτού και αΠροΠό, μήπως γνωρίζει κανείς αν είναι νόμιμη η χρήση των πτυσσόμενων κλομπ; Πριν κάποια χρόνια ήταν παράνομη και οι παληκαράδες μπάτσοι (και λιμενικοί) τα προμηθεύονταν στη ζούλα για να κάνουν το κομμάτι τους.

    (Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, το Υπουργείο ΠροΠο και Τυχερών Παιγνίων ονομάστηκε έτσι γιατί άμα τους βρεις μπροστά σου παίζεις τη ζωή σου κορόνα-γράμματα).

  125. Georgios Bartzoudis said

    46 Γιάννης Κουβάτσος said: «Προφανώς … δεν έχουν θέση σε χώρους εργασίας τέτοιες απρόκλητες διαχύσεις, εκτός αν υπάρχει οικειότητα εκατέρωθεν….

    # Τσιπροαντιπρόεδρε, είδες ποτέ σου γραφείο που να μην «υπάρχει οικειότητα εκατέρωθεν»;; Μη μου θυμίζεις σε παρακαλώ τη ρήση «ουδείς μωρότερος των … αν δεν υπήρχαν οι…».

  126. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    125 Και τα δύο παίζουνε αλλά κερδίζω 2-1 γιατί αυτός εκεί στην παρένθεσή σου έχει πεθάνει 🙂
    Καρακατάμαυρο είναι κι άμα μας μπει το τελευταίο που θα μας νοιάζει θα είναι η γραμματική της τρισχιλιετούς κι αν θα είναι νόμιμο το μαύρο αγγούρι.
    http://policenet.gr/forum/26384

  127. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    127 Από τα σχόλια στο λυγξ:

    >> ετσι απαγορεύεται να κατέχουν μεταλλικά γκάλοπ

    Να εξηγήσω ότι τα μεταλλικά γκάλοπ είναι αυτά που κάνουν τα ΜΜΑ υπέρ των μπάτσων, και όπως βλέπουμε είναι παράνομα.

  128. Nestanaios said

    107. Αγγελος.

    Υπάρχει μία περίπτωση που η συλλαβή «ιν» φέρει το «ι» μακρό και αυτή η περίπτωση είναι στην ονομαστική ενική, όπου το «ν» αποβάλλει την πτωτική κατάληξη «ς» και εκτείνει το «ι» σε μακρό. Αυτό γίνεται μόνο στην ονομαστική, στις άλλες πτώσεις δεν χρειάζεται να εκταθεί το «ι» σε μακρό.

    Ιν-ς (αποβάλλεται το «ς» και εκτείνεται το «ι» για να έχουμε «ιν»).
    Ιν-ος
    Ιν-ι
    Ιν-α
    Ιν-

    Αν ετυμολογήσουμε το όνομα «Μαρτ – ιν – ος», θεωρούμε ότι η «ιν» είναι ονομαστική ενική και τη θεωρούμε μακρά, αλλά δεν είναι έτσι. Η «ιν» εδώ είναι συλλαβή και όχι όνομα και ως συλλαβή γίνεται όνομα αφού δεχτεί πτωτική κατάληξη. Αν τη δεχθεί χωρίς να την αποβάλλει παραμένει βραχέα. Αν την αποβάλλει γίνεται μακρά εκτείνοντας το «ι». Αν λέγαμε ο «Μαρτίν», το «ι» εκτείνεται σε μακρό γιατί αποβάλλει το «ς» της ονομαστικής. Τώρα λέμε ο «Μαρτίνος» και το «ι» παραμένει βραχύ.

    Ο Τριανταφυλλίδης σίγουρα δεν τα ήξερε αυτά. Οι δε Λατίνοι δεν τα υπολόγιζαν.

    Και κάτι ακόμα για τον Σωκράτη. Το όνομα στα ελληνικά είναι «Σώκρατες» και κλίνεται.

    Το θέμα είναι «Σώκρατε» και έχουμε:

    Σώκρατε – ς (φεύγει το «ς» και εκτείνεται το «ε» σε «η» για να έχουμε τον Σωκράτη)
    Σωκράτε – ος (ε+ο = ου καταχτητικώς)
    Σωκράτε – ι
    Σωκράτε – α ( ε+α= η)
    Σώκρατε –

    Όλα είναι ελληνικά από πολύ παλιά.

  129. Γιάννης Ιατρού said

    129: Απόλαυση είσαι Νικόλα!

  130. Eli Ven said

    Και πάλι καλά να λέει η κοπέλα. Τι να πει κι η καημένη η ηρωίδα στο «Αντιτιμον» του Καμπούρογλου.

  131. sarant said

    131 Xμμμ… δεν πρέπει να το έχω διαβάσει

  132. loukretia50 said

    129. «…αν ετυμολογήσουμε το όνομα «Μαρτ – ιν – ος», θεωρούμε ότι η «ιν» είναι ονομαστική ενική και τη θεωρούμε μακρά, αλλά δεν είναι έτσι. Η «ιν» εδώ είναι συλλαβή και όχι όνομα και ως συλλαβή γίνεται όνομα αφού δεχτεί πτωτική κατάληξη. Αν τη δεχθεί χωρίς να την αποβάλλει παραμένει βραχέα. Αν την αποβάλλει γίνεται μακρά εκτείνοντας το «ι». Και ν λέγαμε ο «Μαρτίν», το «ι» εκτείνεται σε μακρό γιατί αποβάλλει το «ς» της ονομαστικής.
    Τώρα λέμε ο «Μαρτίνος» και το «ι» παραμένει βραχύ.»
    ———————————————-

    Με αφορμή τον αμφισβητούμενο κυματισμό μιας συλλαβής και την αναμφισβήτητα ακύμαντη ευγένεια συγκεκριμένου προσώπου, συμπεραίνω ότι ο εν λόγω ευγενής* ταυτίζεται με το όνομά του και δικαιούται να το γράφει καταπώς γουστάρει.

    * βαρύ το εκτόπισμα αμφοτέρων – αλλά δεν είναι του παρόντος!

    =====================

    AΦΙΕΡΩΣΗ
    Ο Δον Μαρτίνος πάντοτε κοσμεί το όνομά του
    με ένα κύμα ονειρικό, περίσσεια η αρχοντιά του.

    Παράξενη ή γραφική, σκιά λησμονημένη,
    σ΄εκείνον όμως ταιριαστή μοιάζει η περισπωμένη!

    Ευγένεια καταγωγής το όνομα δηλώνει
    Ιντριγκαδόρα συλλαβή μεράκι φανερώνει

    Καθώς στη βάρκα με γητειές γοργόνα έχει δεμένη,
    τα λόγια του με σύμβολα νοσταλγικά βαραίνει

    Αγάπης τόνο η πέννα του δίνει στα κείμενά του
    Σαν κύματα στα γράμματα γλιστρούν τα όνειρά του
    ΛΟΥ
    Επί μακρόν θα είναι «ιν» η τόση ευγένειά του.
    Τι κι αν το «ι» κριθεί βραχύ – «περί δια γραμμάτου»!

  133. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ σε, Λοῦ, γιὰ ὅσα ὄμορφα μοῦ γράφεις.

    Δυστυχῶς δὲν ἔχω τὴ δική σου χάρη γιὰ νὰ σοῦ ἀπαντήσω ἐμμέτρως.

    Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ εἶναι νὰ σοῦ στείλω ἀμέτρητες εὐχές.

    Νὰ εἶσαι πάντα καλὰ καὶ νὰ ὀμορφαίνεις τὶς στιγμές μας μὲ τὶς ρίμες σου.

    Ἐπίσης, εὐχαριστῶ τὸν Ἄγγελο καὶ τὸ Νεσταναῖο ποὺ εἶχαν τὴν καλοσύνη ν᾿ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ ἐπώνυμό μου.

    Ὅ,τι καὶ νὰ λένε οἱ κανόνες θὰ συνεχίσω νὰ τὸ γράφω μὲ περισπωμένη.

    Ὅπως θά ᾿χετε καταλάβει, δὲν μ᾿ ἀρέσουν οἱ ὀξύτητες.

    Κι ἀπὸ μικρὸς ἔχω μάθει μὲ τὸ κῦμα.

  134. Eli Ven said

    # 133 Μικρούλι είναι, δείτε το: http://eimaistahaimou.blogspot.com/2017/03/blog-post.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: