Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η Λευκάδα και το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις (μια συνεργασία του Βασίλη Φίλιππα)

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2021


Μια από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που αισθανόμαστε όλοι εμείς που γράφουμε, βιβλία ή άρθρα εννοώ, είναι όταν βλέπουμε άλλους να προσέχουν τη δουλειά μας, που τόσο μόχθο της έχουμε αφιερώσει, και μάλιστα να αφιερώνουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον χρόνο τους στο έργο μας και να παρουσιάζουν κάτι δικό τους.

Αυτήν ακριβώς τη συγκίνηση την αισθάνθηκα πριν από μερικές μέρες, όταν ο φίλος μας Βασίλης Φίλιππας από τη Λευκάδα, δεινός μελετητής του λευκαδίτικου ιδιώματος, που σχολιάζει περιστασιακά και στο ιστολόγιο, μου έστειλε ένα εκτενές κείμενό του με τίτλο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων: αναζητώντας τις κοινές λέξεις του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου με αυτές του λευκαδίτικου ιδιώματος».

Με άλλα λόγια, ο φίλος μας ερεύνησε ποια από τις 300 λήμματα του βιβλίου Ζορμπαλίκι των ραγιάδων υπάρχουν και στο λευκαδίτικο ιδίωμα, και μάλιστα ποιες σημασίες έχουν πάρει στη συνέχεια. Σε αυτό άντλησε υλικό από το πλουσιότατο λεξικό που συντάσσει εδώ και χρόνια -με αποτέλεσμα να προκύψει μια πολυσέλιδη και πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που περιλαμβάνει τις λέξεις από το Ζορμπαλίκι που εμφανίζονται και στο λευκαδίτικο ιδίωμα.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω το σύνολο της μελέτης του Βασίλη Φίλιππα αφού ξεπερνάει τις 12.000 λέξεις. Από τα 139 «κοινά» λήμματα, διάλεξα μερικά, με κριτήριο το ενδιαφέρον για έναν τρίτο ή την αναπάντεχη σημασιακή εξέλιξη -όπως, ας πούμε, τη λέξη «κόνσολας», δηλαδή πρόξενος, που έχει φτάσει σήμερα στη Λευκάδα να χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του παλιόπαιδου! Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει πολλές ακόμα συνεργασίες φίλων για ντοπιολαλιές και λέξεις από διάφορα μέρη. Κάποτε θα παρουσιάσω ένα άρθρο-ευρετήριο, με χάρτη.

Θα (ανα)δημοσιεύσω επίσης εκτενή αποσπάσματα από την εισαγωγή του Β. Φίλιππα, διότι περιέχουν άγνωστες σχετικά πληροφορίες για τη Λευκάδα κατά την τουρκοκρατία και την επανάσταση. Όμως δεν λέω περισσότερα προς το παρόν. Δίνω τον λόγο στον Β. Φίλιππα -δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε [αγκύλες].

(…)

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, όπως ανέφερα και στην αρχή του κειμένου, μού έδωσε το έναυσμα για μια σύγκριση των λέξεων του λημματολογίου του με αυτές του ιδιώματος της Λευκάδας —που επί πολλά χρόνια ερευνώ— τόσο για την αναζήτηση των κοινών τους λέξεων όσο και για τον εντοπισμό των διαφορών που αυτές συχνά έχουν τόσο στη μορφή τους όσο και στην ερμηνεία τους.

Ένας από τους λόγους που με οδήγησαν σε αυτήν τη συγκριτική μελέτη είναι το ότι η Λευκάδα είναι η μόνη από τα Επτάνησα που βρέθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα στα χέρια των Οθωμανών (συγκεκριμένα, από το 1479 έως το 1684. Στην Κεφαλονιά 1479-1500, τη Ζάκυνθο 1479-1485 και στα Κύθηρα από το 1715 έως και το 1718), αλλά και λόγω της γειτνίασής της με την ηπειρωτική χώρα και τις αρπακτικές βλέψεις των Οθωμανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και του Αλή Πασά, με κορύφωση την προσπάθεια του τελευταίου να την καταλάβει το 1807. Οι εμπορικές, οικονομικές κ.ά. άλλες σχέσεις, τα διασυνοριακά θέματα, η καταφυγή στη Λευκάδα αρματολών που είχαν πέσει σε δυσμένεια, φυγάδων, καταζητούμενων κ.ο.κ. διαμόρφωσαν και την ανάλογη γραπτή επικοινωνία των αξιωματούχων των δύο πλευρών.

Το λευκαδίτικο λεξιλόγιο περιλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο αριθμό λέξεων τουρκικής ρίζας απ’ ότι τα υπόλοιπα Επτάνησα, στα οποία το ποσοστό των τουρκικών λέξεων είναι αμελητέο. Παρά τους δύο ολόκληρους αιώνες, όμως, που έμειναν στο νησί οι Οθωμανοί, οι τουρκικές λέξεις αυτούσιες, παρεφθαρμένες ή ως μέρος σύνθετων λέξεων, είναι κατά πολύ λιγότερες του αναμενόμενου, γύρω στο 5% του κατεγραμμένου γλωσσικού υλικού. Η οθωμανική περίοδος άφησε και λιγοστά τοπωνύμια, που αποτελούν δήλωση ιδιοκτησίας: «Πασά», «Mπέη», «Kουζούντελη». Οι αναγκαίοι περιορισμοί στην έκταση του παρόντος κειμένου καθιστούν αδύνατη περαιτέρω ανάλυση του φαινομένου, αλλά ας σημειωθεί ότι οι τουρκικές λέξεις παρέμειναν σε χρήση μετά το τέλος της τουρκοκρατίας λόγω και των έποικων από την απέναντι Στερεά και Ήπειρο, των αδιάκοπων εμπορικών συναλλαγών με τον απέναντι οθωμανοκρατούμενο χώρο αλλά και του ότι χιλιάδες φτωχοί Λευκαδίτες χωρικοί έφευγαν κάθε χρόνο από το νησί για να δουλέψουν στα εκεί χωράφια. Επίσης, και εξαιτίας του ότι κλειστοί κόσμοι, όπως αυτοί των χωριών, αποβάλλουν με μεγαλύτερη καθυστέρηση γλωσσικά στοιχεία. Το τελευταίο δικαιολογεί και τη διατήρηση περισσοτέρων τουρκικών λέξεων στα χωριά σε σχέση με την πόλη.

Οι ιδιωματικές λέξεις της Λευκάδας έχουν, βέβαια, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ελληνική (αρχαία, μεταγενέστερη ή μεσαιωνική) και ιταλική (κυρίως βενετική) ρίζα και συναντώνται συχνά σε όλον τον ιόνιο νησιωτικό χώρο.

Η σύγκριση των λημμάτων του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου έγινε με αυτά του ανέκδοτου μέχρι στιγμής λεξικού του λευκαδίτικου ιδιώματος, το οποίο αποτελεί προϊόν της τριακονταετούς μου συστηματικής συλλογής γλωσσικού υλικού, τόσο του προφορικού λόγου —της καθημερινής ζωής και των ιδιαίτερων επαγγελματικών ιδιωμάτων— βάσει ερωτηματολογίων, όσο και του γραπτού με την αποδελτίωση του συνόλου της λευκαδίτικης εργογραφίας από το 1845 έως τις ημέρες μας (αποδελτιώθηκαν γύρω στα 1.300 βιβλία, λεξικά, γλωσσάρια, μελέτες, άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, λογοτεχνικά έργα, διδακτορικά, μεταπτυχιακά, φοιτητικές εργασίες, χειρόγραφες συλλογές κατατεθειμένες σε βιβλιοθήκες, σε αρχεία πανεπιστημίων, στην Ακαδημία Αθηνών κ.α.). Αποδελτίωσα επίσης πάμπολλα συμβόλαια, προικοσύμφωνα κ.λπ. της περιόδου της βενετοκρατίας (1684-1797) που βρίσκονται στο Αρχείο (ΓΑΚ νομού Λευκάδας), ενώ πλούσιους καρπούς απέδωσε και η σύγκριση του τοπικού ιδιώματος με αυτά των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών, της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τον σκοπό 33 λεξικά των κατά τόπους ιδιωμάτων. Το ανέκδοτο Ιδιωματικό Λεξικό της Λευκάδας εκτείνεται σε 3.402 σελίδες (χωρίς τα προλογικά και χωρίς τα όσα αφορούν τις γλωσσικές ιδιαιτερότητές του (τα τελευταία θα εκδοθούν σε ξεχωριστό τόμο) και οι λέξεις που περιλαμβάνει ανέρχονται σε 28.132, με 26.936 λήμματα. Από αυτές, 11.386 εντοπίστηκαν μετά από την έρευνά μου, 3.291 από τις οποίες δεν παρουσιάζονται πουθενά αλλού καταγραμμένες. Σε πολλές χιλιάδες ανέρχονται, επίσης, οι αποδελτιωμένες λέξεις στις οποίες δόθηκε ερμηνεία μετά από έρευνα (τόσο βιβλιογραφική όσο και με τη βοήθεια ηλικιωμένων), καθώς και αυτές που είτε συμπληρώθηκαν με σημασίες άγνωστες στην ως τώρα βιβλιογραφία, είτε εμπλουτίστηκαν με φράσεις, παροιμίες, αινίγματα, κατάρες, απαγορεύσεις, ξόρκια, γλωσσοδέτες κ.λπ., και αποσπάσματα από συμβόλαια, κώδικες λαϊκής ιατρικής κ.ο.κ. Στο Λεξικό δεν συμπεριλήφθηκαν οι χιλιάδες κοινές ελληνικές λέξεις που καταγράφονται στα παλαιότερα λευκαδίτικα γλωσσάρια ως τοπικές.

Στο Λεξικό κατέγραψα τις πηγές κάθε λήμματος, δίνοντας έτσι δυνατότητα στους ερευνητές και τους φιλίστορες να το χρησιμοποιήσουν ως βιβλιογραφικό οδηγό. Σε αυτό κατέγραψα επίσης την ιστορική (πρώτη χρονική) αναφορά σε κάθε λέξη, όπου αυτό στάθηκε δυνατό. Επιχείρησα με χρήση επιστημονικής βιβλιογραφίας και εξειδικευμένων λεξικών την ετυμολόγηση των λημμάτων. Σημείωσα, τέλος, όπου στάθηκε δυνατό, την επιστημονική ονομασία σε φυτά, ζώα, πτηνά, ψάρια και οστρακοειδή.

Περισσότερα γι’ αυτό μπορεί να δει κανείς στη διεύθυνση αυτή καθώς και στο Βασίλης Φίλιππας, «Προσεγγίσεις στην ιδιωματική γλώσσα της Λευκάδας», Πρακτικά ΙΓ΄ συμποσίου: Ο λαϊκός πολιτισμός της Λευκάδας και ο Πανταζής Κοντομίχης, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας, Γιορτές Λόγου και Τέχνης, Λευκάδα 11-13 Αυγούστου 2008, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2009, σ. 37-46.

Ένας ακόμη βασικός λόγος για την ενασχόλησή μου με την αναζήτηση των κοινών λέξεων του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου με αυτές του λευκαδίτικου ιδιώματος υπήρξε η ενεργή, πολύμορφη και πολυπληθής συμμετοχή των Επτανησίων γενικότερα και των Λευκαδιτών ειδικότερα στην Επανάσταση, παρ’ ότι τα Ιόνια νησιά την εποχή εκείνη συναποτελούσαν το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων (Stati Uniti delle Isole Ionie), ένα κατ’ ουσία ιδιόμορφο βρετανικό προτεκτοράτο — δεν βρισκόταν δηλαδή ούτε υπό οθωμανική κυριαρχία, αλλά ούτε και απειλούνταν πια από τους εξασθενημένους Οθωμανούς.

Χιλιάδες πέρασαν εθελοντικά στις επαναστατημένες περιοχές του ελλαδικού χώρου για να πολεμήσουν στα πεδία των μαχών και πολλοί έπεσαν εκεί μαχόμενοι. Πολέμησαν είτε ως μέλη οργανωμένων επτανησιακών σωμάτων (όπως π.χ. στην πολιορκία του Λάλα), είτε σε ομάδες με επικεφαλείς συντοπίτες τους (οι οποίοι συχνά κάλυπταν και τα έξοδά τους), είτε εντάχθηκαν σε ομάδες μεγαλύτερων ή μικρότερων Στερεοελλαδιτών και Πελοποννήσιων οπλαρχηγών.

Στα Ιόνια νησιά, συγκεντρώνονταν επίσης όπλα, φάρμακα, πληροφορίες και χρήματα που στέλνονταν στη συνέχεια στους επαναστάτες, ενώ ήταν και ο τελευταίος σταθμός των Φιλελλήνων πριν τις επαναστατημένες περιοχές. Οι γλωσσομαθείς και σπουδαγμένοι στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια Επτανήσιοι αποτέλεσαν δίαυλους ενημέρωσης της κοινής γνώμης της Ευρώπης για τη στήριξη της Επανάστασης. Στα Επτάνησα βρήκαν, επίσης, καταφύγιο χιλιάδες γυναικόπαιδα για να γλυτώσουν από τον θάνατο, τα βασανιστήρια και τους βασανισμούς κατά τις εκστρατείες των οθωμανικών στρατευμάτων εναντίων των επαναστατημένων.

Όλα τα παραπάνω δεν έγιναν χωρίς τίμημα για τους Επτανήσιους.

Η γενικότερη αντεπαναστατική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και ειδικότερα οι καλές σχέσεις που ήθελε να διατηρήσει εκείνη την περίοδο με το οθωμανικό κράτος, είχε και τις ανάλογες αντανακλάσεις στα Ιόνια νησιά, που βρισκόταν υπό την «Προστασία» της. Η ουδετερότητά τους σήμαινε στην πράξη τη με κάθε τρόπο στήριξη των Τούρκων και την αποτροπή της συμμετοχής των πολιτών του ιονικού κράτους σε αυτήν.

Την βρετανική πολιτική ανέλαβε με ζήλο να εφαρμόσει ο αρμοστής Μέτλαντ, ο οποίος λόγω της βαρβαρότητας και αυταρχικότητάς του έμεινε στην μνήμη των Επτανησίων ως μισητό πρόσωπο και το όνομά του, Μέτιλας ή Μέτελας, πέρασε στα τοπικά ιδιώματα ως φοβέρα στα παιδιά («φάε μη σε φάει ο Μέτελας»), βρισιά των χαρτοπαικτών και στην ειρωνική φράση: «τα παράπονά σου στο Μέτιλα».

Οι συμμετέχοντες στην Επανάσταση βρέθηκαν στο στόχαστρο της Προστασίας και των «Καταχθόνιων» συνεργατών τους. Ανάμεσα στα μέτρα που εφάρμοσαν ενάντιων τους ήταν η δήμευση των περιουσιών, η κατεδάφιση των σπιτιών, η αφαίρεση της ιθαγένειας του Ιόνιου πολίτη, οι άγριοι ξυλοδαρμοί στο «καβάλο πιάνκο» στα αστυνομικά τμήματα, οι δίκες, οι καταδίκες, τα πρόστιμα, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις.

Η απώλεια τόσου μεγάλου αριθμού ανδρικών εργατικών χεριών —στις πιο παραγωγικές τους μάλιστα ηλικίες— σε κοινωνίες που βασιζόταν στην χειρωνακτική εργασία, είχε άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στις οικογένειες τους.

(…)

Για να γυρίσουμε και στο θέμα της μελέτης, της σύγκρισης δηλαδή των λημμάτων:

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα —με βάση τα μέχρι τώρα καταγεγραμμένα— συναντούμε 139 λήμματα κοινά με αυτά του βιβλίου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων— λιγότερα, δηλαδή από τα μισά. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν 17 ακόμη, που οι λέξεις τους είναι κοινές στη νέα Ελληνική (οι λέξεις: Aγαρηνός, άρματα, αρματολοί, ασκέρι, άσπρο, βόλι, γιουρούσι, γρόσι, δεκατιά, κορβέτα, λαγούμι, μπέσα, παράς, πλιάτσικο, τελάλης, τερτίπι, τσαντίρι, χαράτσι).

Το λημματολόγιο που ακολουθεί, είναι αρθρωμένο ως εξής: Ξεκινά με την καταγραφή της λέξης που διακρίνει το κάθε λήμμα στο Ζορμπαλίκι των Ραγιάδων κι ακολουθούν η ετυμολόγησή της και η ερμηνεία της, καθώς και ο αριθμός της σελίδας του βιβλίου στην οποία βρίσκεται το λήμμα.

Όσον αφορά την ετυμολογία, αμέσως μετά τη λέξη καταγράφεται αυτή που παραθέτει ο συγγραφέας στο βιβλίο του. Σε παρένθεση δίνεται η ετυμολόγηση από το ανέκδοτο λεξικό μου. Η μεγάλη πλειοψηφία των ετυμολογήσεων είναι κοινή. Σε πολλές λέξεις στην παρένθεση υπάρχει αναλυτικότερη ετυμολογία τους ή και βενετικές λέξεις αντί μόνο των ιταλικών.

1. αλικοτίζω < alikodim αορ. του τουρκ. alikomak

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 30-31): εμποδίζω, κάποιον, τον καθυστερώ, του παρεμβάλλω προσκόμματα.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «αλ(ι)κοτάω» και «αλ(ι)κοτίζω, -ομαι»:

{«αλ(ι)κοτισμένος, -(η), -ο» [σημ.: πλην τον παρακάτω ερμηνειών έχει, επίσης, τις σημασίες βασκαμένος, δυστυχής, άμοιρος («ο αλικοτισμένος είχε χάσει γυναίκα και θυγατέρα»]} 1. μεταβάλλω την όψη του προσώπου μου εξαιτίας αδόκητου γεγονότος (στο πρόσωπό μου αποτυπώνεται ο θυμός, η αηδία, η δυσαρέσκεια κ.ο.κ.), «τον είδα κι αλ’κοτίστ’κα», ΣΥΝ.: «αλικουτίζομαι», 2. αδιαθετώ, αρρωσταίνω, παρουσιάζω τα συμπτώματα ασθένειας, ασθενώ ελαφρά, εμποδίζομαι από ελαφρά ασθένεια, «αλ’κοτ’ιστ’κα από θέρμ’ και δεν ήρτα», «μ’ αλικοτίστηκε το παιδί μου», «αλικοτίστ’κε και δε μπορεί να σ’κωθεί απ’ το γιατάκι τ’», «το παιδί μ’ είναι λίγο αλικοτισμένο σήμερα», ΣΥΝ.: «μαλικοτίζομαι», 3. αδυνατίζω πολύ, «αλικότισε το παιδί», 4. μεταβάλλω τη διάθεση προς το χειρότερο, στενοχωριέμαι, δυσθυμώ, «σήμερα είμαι αλικοτισμένος, δε ξέρω τι έχω», «ο προκομμένος ο ν’κοκυρ’ς μ’ αλ’κότισε», «δεν αλικοτίστηκε ποτέ», «σαν και σ’κώθηκες αλικοτισμένος σήμερα», ΠΑΡ.: «αλικοτίστηκε ο γαμπρός κι αστόχησε τη νύφη», 5. εμποδίζω, κρατώ, φέρω προσκόμματα, ΕΓΓΡ.: «να πράξεις ωσάν βασιλικός άνθρωπος και όχι να φοβερίζεις να σκλαβώσεις και να αλικοτάς το αλεσιβερίσι» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας σε Oθωμανό αξιωματούχο, 1799), «σας εγράψαμε διά να βάλετε νιζάμι των κλιτζαριντίδων εις το βενετζιάνικο σύνορο […] διά να μην αλικοτούν και φέρουν ζαράρι των πτωχών δουλευτάδων» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας σε Oθωμανό αξιωματούχο, 1800), «του αλικότισαν τα άσπρα με το μέσος του Kριτηρίου» (επιστολή, 1809), ΣΥΝ.: «αλικατίζω».

2. αρεστάρω < ιταλ. arrestare

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 33): συλλαμβάνω, και μτχ. «αρεστάδος»: συλληφθείς, κρατούμενος.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα:

  1. συλλαμβάνω, κρατώ, «τόνε βρήκανε με τα λεφτά τα ξένα στα χέρια και τονε αρεστάρανε», ΣΥΝ.: «ρεστάρω», 2. και για παιδί, ΕΓΓΡ.: «επειδή τις και από Θεού να μην του αρεστάρισε παιδί νόμιμόν του κανένα μήτε θηλυκό μήδε σερνικό διά να τον κληρονομήσει» (συμβόλαιο, 1727).

αρεστάδος, -α, -ο: συλληφθείς, κρατούμενος, ΕΓΓΡ.: «να συντροφεύσετε εις Kορυφούς τους κάτωθεν έξι αρεστάδους», «να πάρετε ευθύς ιμπάρκο εις την μπρατζέρα» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας, 1800), «ο ευρισκόμενος εις το Kάστρο ως αρεστάδος […] ευγενής Mαρίνος Σταύρακας, ζητείται […] να ελευθερωθεί» (ψήφισμα, 1802). ΣΥΝ.: «αρεστάτος».

3. γεμιτζής < τουρκ. gemici

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 54): ναύτης, ναυτικός.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «γεμ(ι)τζής», «γιμιτζής», «εμιτζής»:

ναυτικός, έμπειρος ναύτης, θαλασσόλυκος, ΔΗΜ.: «ο γεμιτζής στη θάλασσα δεν πρέπει να φοβάται / μα να ’χει το κύμα πάπλωμα να στρώνει να κοιμάται», «ο γεμιτζής στη θάλασσα δεν πρέπει να κοιμάται, / πρέπει να στέκει ξάγρυπνος, τις μπόρες να φοβάται» (δίστιχα που έλεγαν σε ναυτικούς κατά το «ανάπιασμα» των προζυμιών του γάμου).

4. είδισμα, σχεδόν πάντα στον πληθ.: ειδίσματα < αρχ. εδος

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 70-71): αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη και ρούχα, συχνά ειδικώς τα κοσμήματα, τα τιμαλφή.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «γειδίσματα», «ειδίσματα»:

{πάντα στον πληθ.} είδη ατομικά ή οικιακής και εξωοικιακής χρήσης, «άι στο διάλο κουτσαύλω, μην μ’ ανακράζεις, για τα ειδίσματα σε νιάζ’, για μένα δε σε νιάζ’» «τέτοια ειδίσματα δεν τα βρίσκεις εύκολα». Στον ενικό η λ. σημαίνει: τίποτα.

5. ιντζενιέρης και τζινιέρης, τζενιέρης < ιταλ. ingegnere

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 81): μηχανικός.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα «ιντζενιέρης», «ινζενιέρος», «ιντζενιέρος»:

πολιτικός μηχανικός, κατασκευαστής κτιρίων, ειδικός μηχανικός, ΕΓΓΡ.: «εξεκαθαρίζοντας ότι το αμπέλι των πέντε τσαπιών οπού λαβαίνει ο Bλαντής να αγρικιόνται κατά τη μέτρα του ιντζενιέρη» (1731), «των κριτηρίων, καγκελαρίων, νοταρίων, προκουρατόρων, ιντζενιέρων, επιστατών και άλλων δημοσίων αξιωματικών» (διάταγμα, 1809).

6. κιντέρι και κεντέρι < τουρκ. keder

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 99): πόνος, θλίψη, καημός, βάσανο, στεναχώρια.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «κιντέρ(ι)» και «κεντέρ(ι):

καημός, μαρασμός, μαράζι, στεναχώρια, δυστύχημα, βάσανο, «βάσανά μου και κεντέρια μου», «βάσανα μου και κιντέρια μου», βάσανά μου και δυστυχία μου (επιφωνηματική φρ.), ΔΗΜ.: «τη ξενιτιά τη γνώρισα ένα βαρύ κεντέρι / κι ότι έχω στην καρδούλα μου, κανένας δε το ξέρει».

7. κόνσολας ή κόνσολος < ιταλ. console (< βεν., ιταλ. console < λατ. consulis)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 105): πρόξενος.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «κόνσολας», «κόνσολος», «κονσόλος»:

  1. πρόξενος, πρέσβης, ΕΓΓΡ.: «ελέχτει τον ευγενή σιορ κονσόλο Λεονάρδο δε Πάουλα κομέσον του και καθολικόν του επίτροπον εις την κρίση όπου έχει» (1710), «Iωάννης Δουμπρόκας κονσεγιέρης και κόνσολας οικουμενικός του Φράντζα» (1727), «ο γενικός ρωσικός κόνσολας Λιμπέριος Mπενάκης» (1802), ΣΥΝ.: «αμπασαδόρος», «αμπασάτος», «κονσολαρίας», 2. παιδί άτακτο, πειραχτήρι, αλητόπαιδο, αλάνι, αλητάκι, μάγκας (έτσι ονομάτιζαν και τα κορίτσια με αρνητική πάντα έννοια), «μ’ πετιέται, τση μαύρ’ς ένας κόνσολας, τ’ν αρπάζ’ τ’ λαΐνα αλέστα κι αρχινάει τα κοσάκια και τσου σάλτους»· στον πληθ.: «κονσόλοι»: κυρίως η νεολαία, η «μουλαρία», η «κονσολαρία», «ου, οι παλιοκονσόλ’, κακόχρόνο να ’χ’νε, δε μ’ αφήκανε γλάστρα για γλάστρα», «τσόβαλα τσι φωνές αλλά που να μ’ ακούσ’νε οι κονσόλοι», «άντε παρα πέρα μαρές παλιοκονσόλοι μας σταυρώσατε» «αυτά δεν είναι παιδιά είναι κονσόλοι», ΣΥΝ.: «κονσολαρίας», «κονσόλι», «μούλος», «πρέντζιπες», 3. ποικιλία φασολιού με μικροκαμωμένο, μελαμψό καρπό, μαυρομάτικο φασόλι, ΣΥΝ.: «γυφτοφάσουλο», «κονσόλι», «χαρόνι».

8. λέτο < ιταλ. letto (< βεν. leto, ιταλ. letto, βεν. letto da canon)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 113-114): κιλλίβαντας κανονιού.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα:

  1. κλίνη, κρεβάτι, «τ’ν άλλ’ τ’ βολά π’ ανάψανε τα γαλλ’καφώτα κάτ’ απ’ το παλιολέτο και μου κάψανε το τουρναλέτο», 2. κιλλίβαντας κανονιού, η ξύλινη βάση του κανονιού, «τα κανόνια πήρανε, τα λέτι τους χαλούνε» (σε ποίημα του I. Kολόκα, 1819), 3. οχύρωση, 4. ησυχία.
    [προσέξτε τον ιταλότροπο πληθυντικό «τα λέτι» στο ποίημα]

9. μάσκουλο < ιταλ. mascolo (< βεν., ιταλ. mascolo)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 257): κροτίδα, βαρελότο, μικρό πυροβόλο.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα «μάσκ(ου)λο»:

  1. βαρελότο, είδος κροτίδας που έσκαζαν στις μέρες των εορτών, 2. μικρό εμπροσθογεμές πυροβόλο (κανονάκι) που είχαν οι εκκλησίες για εορταστικούς κανονιοβολισμούς στα πανηγύρια καθώς και στον Eσπερινό και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ΕΓΓΡ.: «σε μπαρούτι διά τα μάσκουλα £4 £25» (1771), «εις μπαρούτι διά τα μάσκουλα της εορτής 1:29» (καταγραφή, 1778), «δύο μάσκουλα» (καταγραφή, 1807), 3. μεντεσές, 4. προγούλι, 5. κομμάτι από το κεφάλι ζώου, 6. μούσκλο, μυς στα μπράτσα, «ποντίκι». [Σημ.: τα 4.-5. πιθ. από τη λ. «μούσκουλο» (< λατ. musculus ή ιταλ. musculo < λατ. musculus, το 6. < μσν. μούσκλιον < λατ. muscus)]

10. μέστι < τουρκ. mest

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 125): λεπτό δερμάτινο παπούτσι που φοριέται μέσα στο σπίτι ή μέσα από το καθαυτό υπόδημα.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα «μέστ(ι)»:

είδος πάνινου ή πλεχτού υποδήματος, ΔΗΜ.: «βάλτε τσαρούχια ’πό λαγό, τα μέστια από καννάβι, / βάλτε τα κοντογέλεκα για την αλεστοσύνη», ΕΓΓΡ.: «ένα ζευγάρι κάλτζες με τα μεστιά τους γυναικεία» (καταγραφή, 1750).

11. μουνιτσιόνες ή μονιτσιόνες < ιταλ. munizione (< βεν. *munizion, ιταλ. munizione)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 134-135): πυρομαχικά.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «μουνιτζιόν», «μουνιτζιόνα» και «μουνιτσιόν»:

  1. εφόδιο, εφόδια, ΕΓΓΡ.: «τες μουνιτζιόνες οπού μας έστειλεν η Γερουσία διά φύλαξήν μας» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας, 1800), 2. πολεμοφόδια, πυρομαχικά, ΕΓΓΡ.: «εχθές επήγεν [στην Πρέβεζα] και ένα φοβερόν στράτευμα καβαλαρίας και ακαταπαύστως κουβαλούν ζαερέδες και μουνιτζιόνες» (1800), «τες μουνιτζιόνες οπού μας έστειλεν η Γερουσία διά φύλαξήν μας» (έγγραφο Διοίκησης Λευκάδας, 1800), 3. αποθήκη, ΕΓΓΡ.: «ένας κήπος σύνδεντρος στο Κάστρο σύγκολλα της μουνιτσιόν έως μισού κουβελίου τζίρκα» (1813).

12. μπαϊράκι < τουρκ. bayrak

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 138-139): σημαία.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «μπαγεράκι», «μπαγιεράκι», «μπαεράκι», «μπαϊράκ(ι)»:

  1. σημαία, λάβαρο, ΣΥΝ.: «μπαντιέρα», «παντιέρα», «φλάμπουρο», 2. ειδικότερα η «σημαία» που αναρτούσαν το Σάββατο πριν τον γάμο στο σπίτι του γαμπρού, την οποία την επόμενη μέρα κρατούσε ο «μπαϊρακτάρης» που προπορευόταν της πομπής του χωριάτικου γάμου, η οποία κατέληγε στο σπίτι της νύφης, όπου τελούταν ο γάμος, ή της συνοδείας της νύφης όταν αυτή ήταν από άλλο χωριό. Το τελετουργικό αυτό έθιμο γινόταν μόνο στα χωριά. 3. το ματωμένο πουκάμισο της νύφης (απόδειξη παρθενίας) που επιδείκνυαν υψωμένο σε ένα κοντάρι και το περιφέραν στους δρόμους του χωριού οι συγγενείς του γαμπρού την επόμενη του γάμου ή το επεδείκνυαν με περηφάνια αρμοσμένο σε καλάμι και οι προσκαλεσμένοι πυροβολούσαν και χόρευαν γύρω απ’ αυτό.

13. μπεζερίζω < τουρκ. bezdirmek (< τουρκ. bezer (< τρίτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα του ρ. bezmek) + κατάλ. –ίζω (στον Σαραντάκο, τουρκ. bezdirmek))

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 142-143): το ρήμα μόνο στον αόριστο, με σημασία, βαρέθηκα, απόκαμα, εξαντλήθηκα.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα: «μπεζεράω» και «μπεζερίζω» και «μπεζεριάζω»:

  1. αποκάνω, κουράζομαι, αποκάνω εργαζόμενος και θέλω να σταματήσω ή να κάνω κάτι άλλο, δειλιάζω από κούραση, «εμπεζέρ’σα στ’ δ’λειά», «λογιάζω θα μπεζέρ’σες τσαλμουρδίσματα και φαρομανητό», 2. τυραννιέμαι, αισθάνομαι ψυχικό κάματο, «εμπεζέρισα να καρτερώ», μπουχτίζω, βαριέμαι, «τι λες, κερά μου, Xριστού, Λαμπρή, το μπεζερίσαμε [το κρέας]», «Kρέας; Πάσχα, Λαμπρή το μπεζερίσαμε!» (ειρωνικά), «εμπεζέρ’σα ν’ ακούω τα ίδια και τα ίδια», ΔΗΜ.: «μπεζέρισα, βαρέθηκα δώδεκα χρόνους κλέφτης», «ξένε μου δε μπεζέρισες τόσο καιρό στα ξένα», «μπεζέρισα ορφανή, βαρέθηκα η καημένη, / όσο να σμίξομε τα δυο γιατ’ είμαι μαραμένη» (δίστιχο), 3. επαναλαμβάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια κάνοντας τους άλλους να δυσανασχετούν, «δε μπεζέρισες βρε Γιάννη να μας λες τα ίδια και τα ίδια; Kοντεύεις να μας λουτιάνεις», «μπεζέρισα τα προξενιά», 4. συνηθίζω, «όλα μπεζερίζονται», 5. λιποψυχώ, απελπίζομαι, «η μάνα του είχε μπεζερίσει». 6. αηδιάζω, 7. μτφ. χορταίνω, 8. λιποθυμώ.

14. ορδινία και ορδινιά < λατ. ordo (< μσν. ρδινιά < ρδινιάζω ή μσν. ρδινος (< λατ. ordo -inis)), όρδινο (< μσν. ρδινο < μσν. ρδινος < λατ. ordo -inis, όρντινο < ιταλ. ordine)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 170-171): εντολή, διαταγή.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «ορδίνια», «ορδ(ι)νιά», όρδ(ι)νο», «όρντινο»:

  1. διαταγή, εντολή, «ετούτο το φοβερό όρντινο», ΕΓΓΡ.: «κατά τις ορδινιές όπου έχει» (πληρεξούσιο, 1709), «μην πλερώνοντας τίποτα εις την κάμαρα έως άλλην μου ορδίνιαν» (1741), «είναι αναγκαίον να δώσετε ορδινιάν διά να έλθουν έξι σολντάδοι από την κομπανίαν του καπετάν Παρμεζάν» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας, 1800), «ημείς ελάβομεν επί τούτου σφοδρές ορδίνιες» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας, 1800), «στην Πισκοπή αρεβάρισαν, τους επιστάτας κράζουν, / και ορδινιά διαβάσανε κι ευθύς αναστενάζουν» (σε ποίημα του I. Kολόκα, 1819), 2. τάξη, οργάνωση, «τονε ’φερε σε όρντ’νο», ΠΑΡ.: «το ντισόρντ’νο φέρν’ τ’ όρντ’νο», 3. ευπρέπεια, 4. εξοπλισμός, «τα φορτηγά ζώα είχαν όλα τα σαμάρια τους και όλη την ορδινιά τους».

15. ταμπούρι < κατά Πετρούνια παλαιό τουρκ. tabur (< όψιμο μσν. ταμπούρι < πιθ. τουρκ. tabur)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 213): οχύρωμα φυσικό ή τεχνητό.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «ταμπούρ(ι)»:

  1. καλύβι από λυγόβεργες, καλάμια και ψαθιά ή από κλαριά ιτιάς και πλάτανο ολόγυρα, με καλαμωμένη σκεπή και χωμάτινο δάπεδο, που κατασκευαζόταν στον κάμπο της νότιας Λευκάδας και σ’ αυτό διέμενε ο καλλιεργητής με την οικογένειά του κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών, σπάνια ήταν σταθερής κατασκευής με πέτρα και κεραμιδένια στέγη· συχνά ήταν διώροφο, ο κάτω όροφος χρησίμευε για αποθήκη κι ο πάνω για να κοιμούνται, ΣΥΝ.: «ξεμόνι» (2.), «ξεμόνιο», 2. έτσι ονομαζόταν επίσης όλη η εγκατάσταση η οποία, πέρα από το «ταμπούρι» ή την «μπαράκα», περιλάμβανε τον προαύλιο χώρο που είχε ένα ακόμη υπερυψωμένο και κατασκευασμένο με τα ίδια υλικά κρεβάτι, καθώς και μια πρόχειρη «γωνιά» προστατευμένη από τους ανέμους με ημικυκλικό τοίχο, όπου τοποθετούσαν και τα κουζινικά σκεύη, 3. σημείο στον αγρό που μαζεύονται οι αγρότες για να ξεκουραστούν και να φάνε, 4. μικρό σπίτι μέσα σε χτήμα.

16. τενταρούκι ή τανταρούκι < τουρκ. tendarik

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 219): προμήθεια διαφόρων ειδών, «κάνω/είμαι σε τενταρούκι»: προετοιμάζομαι για κάτι«

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «ντανταρούκ(ι)» και «νταραρούκι»:

  1. φιλοφρόνηση, 2. γλέντι, «τσ’ Aπόκριες παλιά γινόντανε μεγάλα ντανταρούκια», 3. λογομαχία, φιλονικία, καβγάς, φασαρία (κύρια στον πληθ.: «ντανταρούκια» και συνήθως με ειρωνική απόχρωση), «άμα το μαθαίνανε θα ’χαμε κι άλλα ντανταρούκια», «είχαμε ντανταρούκια ψες στη γειτονιά μας».

17. τσίρκα ή τζίρκα (< ιταλ. circa) και ιντζίρκα/ιντσίρκα < ιταλ. circa (< ιταλ. incirca)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 236): περίπου.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «γιντζίρκα», «εντζίρκα», «ιντζίρκα», «ιντσίρκα», «ιτζέρκα», «ιτζίρκα», «νιτζίρκα», «τζίρικα», «τζίρκα»:

περίπου, σχεδόν, πάνω-κάτω, ΕΓΓΡ.: «εκκλησία του μάκρου οριές οχτώ, και του πλάτου οριές τέσσερες ιντζίρκα» (1692), «ένα κομμάτι αμπέλι τζαπιών τεσσάρων ιντζίρκα» (συμβόλαιο, 1709), «παιδί σερνικό ονομαζόμενο Tζόρτζη έως χρονών τεσσάρων ιντζίρκα» (συμβόλαιο, 1722), «αφήνω […] το χωράφι εις την Βροντισμένη κάδου ενού ιντζίρκα» (διαθήκη, 1725), «1736, Σεπτεμβρίου 30, ημέρα Πέμπτη και ώρες δύο ιντσίρκα της ημέρας εις την κοντράδα του Aγίου Σπυρίδωνα» (διαθήκη, 1736), «ήτον 35 χρονών ιντζίρκα» (1743), «δύο ώρες ιντζίρκα της νυχτός εγίνη ένας σεισμός» (ενθύμηση, 1783), «ομοίως έμασε και λάδι τζουκάλια τρία ιντζίρκα οπού εμείναν διά ούζο της εκκλησίας» (1806), «ο ίδιος Tόλης εκαζάντισε τον Λουίγη εις τζίρκα γρόσια χίλια και τον είχε στο κονάκι του έξι μήνες τζίρκα» (επιστολή, 1809), «το μάκρος οργιές οκτώ ιντζίρκα» (1850).

18. χαβάνι < τουρκ. havan

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 244-245): 1. όλμος, 2. γουδί.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «χαβάν(ι), «χάβανο»:

  1. 1. γουδί από ορείχαλκο (και σπανιότερα από ξύλο, σίδερο ή πέτρα), «κοπανάω νερό στο χαβάνι»: ματαιοπονώ, κάνω μια ανώφελη πράξη, η παραπάνω φρ. λέγεται και ως παροιμιακή, ΕΓΓΡ.: «ένα χαβάνι» (καταγραφή, 1722), «ένα χαβάνι πέτρινον» (συμβόλαιο ενοικίασης εξοπλισμού καφενείου, 1850), ΣΥΝ.: «καυκιά», «καυκί», κοπανιστήρι, 3. εργαλείο κοπής καπνού, 4. κουδούνι που έβαζαν στις στείρες γίδες. Παράγωγες λέξεις: «χαβανοκούδουνο», «χαβανόκ(υ)προ», «χαβανοσίδερο», «χαβανοχέρ(ου)λο». Ομόηχη η λέξη που ερμηνεύεται μτφ. ως χαζός, βλάκας (< τουρκ. hayvan).

19. χαζίρι < τουρκ. hazır (< τουρκ. hazır < αραβ. αρχής)

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 245-246): έτοιμος, ετοιμασία, χωρίς κόπο, «κάνω χαζίρι: ετοιμάζω.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «χαζίρ(ι)»:

  1. έτοιμος, «ο φούρνος ήτανε χαζίρι για να ρίξ’νε το ψωμί», «δεν έγινε χαζίρι το φαγητό», «είμαι χαζίρι, έφτασα», «δεν είναι χαζίρι, γιε μ’, ακόμα», «όλα χαζίρι για το γάμο», «το ’καμα χαζίρ’»: το ετοίμασα, ΠΑΡ.: «από ’μέ τον παπά-Γιάννη, εις ’σέ το γκενεράλη / το κατράμι είναι χαζίρι, στείλε άσπρα να το πάρεις», ΕΓΓΡ.: «έχομε χαζίρι εσπρέσο»: περί τούτω πλοίο (1800), «κατά το ζήτημά σας θέλει είναι χαζίρι έτοιμη η γούντουλα και έξι αρματολοί οι οποίοι θέλει υποτάζονται εις την κάθε σας ορδινίαν» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας σε Oθωμανό αξιωματούχο, 1800), 2. αμέσως, γρήγορα, «να ’ρτ’ς χαζίρι». Παράγωγες λέξεις: «χαζιρεύω», «χαζιρώνω».

20. χαλεύω < πιθ. χαλώ (Κοραής) [< χαλή δωρ. τύπος του αρχ. χηλή, πιθ. χαλώ (Κοραής)]

Στο Ζορμπαλίκι (σ. 255-251): ζητώ, ψάχνω, γυρεύω.

Στο λευκαδίτικο ιδίωμα:

  1. ψάχνω, ερευνώ, αναζητώ, φροντίζω να ανακαλύψω, «μην τονε χαλεύεις, ψ’χή μ’, έφ’γε για τη δ’λειά τ’», «ότ’ και να χαλεύεις εδώ δεν είναι», «τι χαλεύεις εδώ;», «άντρα χαλεύει», «γιάτρα ωρέ άνθρωπος, εδώ τ’ δίν’νε φαΐ κι αυτός χαλεύει να με βαρέσ’», «περβάτα, χάλευε»: τρέχα-γύρευε, ψάξε τώρα να βρεις τι συμβαίνει, «τι γυρεύεις, τι χαλεύεις» και «γύρευε χάλευε»: άστα καλύτερα, μην προσπαθείς να βγάλεις άκρη, ΑΙΝ.: «ένα μικρό μικρούτσικο στο δρόμο κάθεται και τσιτσί χαλεύει» (: το αγκάθι), ΠΑΡ.: «εδώ καράβια χάνονται [και σεις), βαρκούλες τι χαλεύετε», «που έχει κούνια και παιδί στο γάμο τι χαλεύει», «χαλεύεις ψύλλ’ς στ’ άχερα», «στραβός βελόνι χάλευε μέσα στον αχεριώνα», ΔΗΜ.: «μια γρια μονοδοντού / άντρα χάλευε η πορδού» (άσεμνο), «χαλεύει μια γειτόνισσα να μπει να μπελονιάσει» (μοιρολόι), ΕΓΓΡ.: «ημείς τους ανθρώπους σου δεν εχαλεύαμε να τους πιάσουμε» (σε επιστολή της Διοίκησης Λευκάδας σε Oθωμανό αξιωματούχο, 1799), 2. ζητώ να μου δώσουν, «μη μπάει κ’ ήρτα, κανιά βολά στ’ μπόρτα σου να σ’ χαλέψω τίποτσι;», «πάμε να χαλέψ’ με τ’ κοπέλα», «μα άκου, μαρή κοπέλα, μου λέει εκειός που σε χαλεύει δεν είναι κανένας της σειράς μας», «πόσους χρόνους χαλεύεις να ζήσεις;», ΔΗΜ.: «εκατό χρονώ(ν) γρια / και χαλεύει παντρειά» (περιπαιχτικό δίστιχο και ως παροιμία), «δυο ρόδα της εχάλεψε κι αυτή του δίνει πέντε», 3. προσπαθώ να καταφέρω, επιδιώκω, επιζητώ, «εχάλεψε να το φάει», «εγώ δε χαλεύω να ντονε κλείσεις μέσα ευτόνε, αλλά να ντου κλείσεις το στόμα», «χαλεύει του Λαζάρου τ’ αβγά»: φρ. που λέγεται για κάποιον που δεν ξέρει τι θέλει, που κυνηγάει χίμαιρες, ΠΑΡ.: «όποιος χαλεύει τα πολλά, χάνει και τα λίγα», «χαλεύ’ ν’ αδειάσ’ τ’ θάλασσα με το κ’ τάλ’», 4. ζητιανεύω, «κάλλιο νηστικός να πέσω, παρά να χαλέψω, όγοιος χαλεύει, πέφτει», 5. για θηλυκό ζώο: είναι σε αναπαραγωγική περίοδο και επιζητά συνουσία, «είναι καιρός της τώρα [της φοράδας] και χαλεύει».

106 Σχόλια προς “Η Λευκάδα και το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις (μια συνεργασία του Βασίλη Φίλιππα)”

  1. Αγγελος said

    Καλημέρα!
    Όρντινο έλεγε η μητέρα μου (που δεν είχε καμιά σχέση με τη Λευκάδα) τον κατάλογο των κηδειών τον αναρτημένο στο νεκροταφείο. Το έχει ακούσει κανένας άλλος;

  2. Κουνελόγατος said

    Μπράβο κι ευχαριστούμε.

  3. Η Πρέβεζα χαιρετίζει εγκάρδια. Θα επανέλθουμε.

  4. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Μπράβο κι ευχαριστούμε! Κοίτα τι ωραία πράματα βγαίνουν όταν δύο κεφάλια, αφού πρώτα κοπιάσουν χώρια, μετά συναντιούνται κιόλας!

    > «βάλτε τσαρούχια ’πό λαγό, τα μέστια από καννάβι, / βάλτε τα κοντογέλεκα για την αλεστοσύνη»

    Ωραίος στίχος αυτός! Συνήθως όταν περιγράφονται έτσι τα στοιχεία της ένδυσης ο σκοπός είναι είτε απλώς να εμπλουτίζεται η αφήγηση, είτε να δοθεί η εικόνα της πολυτέλειας και της ομορφιάς. Εδώ όμως, τα κοντογίλεκα για την αλεστοσύνη φαίνεται να συνδέονται με κάτι πιο συγκεκριμένο. Φαντάζομαι θα αναφέρεται είτε σε ναύτες είτε σε πολεμιστές.

    Μήπως έχετε πρόχειρο το πλήρες κείμενο;

  5. Καλημέρα

    Ενδιαφέρον άρθρο

    Χαρομαι που επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο αυτό που έγραψα πως κατά την Επανάσταση θεωρούσαν τους Επτανήσιους έλληνες, φιλέλληνες ή ξένους ανάλογατων συνθηκών. Η Λευκάδα βέβαια ήταν λίγο διαφορετική λογω πιο παρατεταμένης τουρκοκρατίας.

    Από το πολύ σύντομο πέρασμά μου στo λιμάνι της Λευκάδας θυμάμαι ακόμα ένα διάλογο μεταξύ ενός ηλικιωμένου που ψάρευε κι ένος νέου που τον..ψάρευε

    – Μπαρμπ’ Αποστόλη, τσιμπούνε ;
    -.Χμμμ
    – Μπαρμο’ Αποστόλη, τσιμπούνε ; Δος μου ένα τζιάρο !
    -Πάρε τον τζιάρο σου και άμε στο διάλο. Τσιμπούνε, δεν κολλούνε !

  6. Όρντινο, ναι. Με την έννοια της «διάταξης» ως ακολουθίας και προγράμματος αλλά όχι ως «διαταγή» και εντολή. Ο συμφυρμός υπάρχει στις εκφράσεις μας «ημερησία διαταγή» και «ημερησία διάταξη» (cf. ordre du jour) που το πρώτο υπάρχει πάντα στο στρατό ενώ το δεύτερο χρησιμοποιείται σε πολιτικά σώματα (π.χ. συνεδριάσεις συλλόγων).

  7. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Αν περάσει ο κ. Φίλιππας ίσως έχει πρόχειρο το κείμενο. Αλλά σου θυμίζω το παράγγελμα «στο γελέκι» των αγωνιστών του 21 που σήμαινε «χωρίς κάπες, χωρίς βαριά όπλα, έτοιμοι για δράση και μάχη εκ του σύνεγγυς».

  8. Alexis said

    Καλημέρα.
    Μπεζερίζω και χαλεύω κοινά και στην ξηρομερίτικη ντοπιολαλιά.
    Το ταμπούρι και το μπαϊράκι δεν τα υπολογίζω γιατί είναι πανελλήνια.

  9. Γιάννης Ιατρού said

    τι ωραίο (και) το σημερινό. Ιδιαίτερα με χαροποιεί το ό,τι γίνονται αλυσιδωτές αντιδράσεις, ενίοτε και με ανάδραση. Εννοώ πως π.χ. το βιβλίο του Νίκου έδωσε έναυσμα στον κ. Βασ. Φίλιππα να εξειδικεύσει, να ερευνήσει και να μας δώσει την, απ΄όσα διάβασα στα γρήγορα, πολύ ενδιαφέρουσα και λεπτομερή μελέτη του. 👍
    Μπράβο και στους δυό σας!

  10. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Να μπεγεντίσω πρώτα τον κ. Φίλιππα για τον κόπο και τη δουλειά του και μετά να σημειώσω [τόχω ξαναγράψει άραγε;] για το αλικοντίζω πως μέχρι πριν περίπου 30 χρόνια το είχα ακούσει να επιβιώνει στην αλικόντιση που στέλνανε τα παιδάκια να πάρουν από γειτόνισσα, θεία κλπ όποτε θέλανε να κουβεντιάσουν κάτι στο σπίτι που δεν ήθελαν να ακουστεί ή/και να διαδοθεί (ιδίως στην ηλικία που τα πιτσιρίκια επαναλαμβάνουν έξω – με καμάρι- ό,τι ακούσουν μέσα).
    Από άλλο ιδίωμα και το https://www.slang.gr/definition/4557-alikompeni

  11. Χρίστος said

    Καλημέρα! Συγχαρητήρια στους ακάματους.

    Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό… λεέι ο Καββαδίας.

  12. loukretia50 said

    Καλημέρα! Εξαιρετική συνεργασία !
    Πραγματική απόλαυση για κάθε ενδιαφερόμενο – και όχι μόνο!

    Η λέξη όρντινο είναι γνωστή στους σκηνοθέτες :

    «Όρντινο είναι φύλλο χαρτί που μοιράζεται στους συντελεστές την παραμονή του γυρίσματος, διαφορετικό για κάθε σκηνή, και αναφέρει την ακριβή ώρα που πρέπει να παρουσιαστούν. Ουσιαστικά δίνει τη γραμμή για να κυλήσει το γύρισμα «.
    – Η δουλειά του σκηνοθέτη από το σενάριο μέχρι την τελική κόπια – Π.Χούρσογλου

    Είναι γνωστή βέβαια και η ορντινάτσα.

  13. sarant said

    9 Καλό αυτό με την αλυσιδωτή αντίδραση!

    12 Αυτό το όρντινο δεν το ήξερα.

  14. Λεύκιππος said

    Το διάβασα όλο προσεκτικά στη μνήμη του Λευκαδίτη φίλου μου Κωστάκη Τσερέ, που έλεγε αρκετές απ’ αυτές τις λέξεις, κι εγώ τον κοίταζα περίεργα.

  15. Κιγκέρι said

    Όρντινο εχω ακούσει τους καλλιτέχνες της Λυρικής να λένε το πρόγραμμα για τις πρόβες.

  16. Ενα μήνα μετά το ατύχημα,, το κανάλι του Μαρινάκη δημοσίευσε βιδδεο, ξεκάθαρο από όλες τις γωνιές πριν και μετά του δυστυχήματος στην Βουλή όπου φαίνεται πως υπάρχει και συνοδηγός στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Το βίδδεο – που περιέχει εικόνες και από τις κάμερες της Βουλής- προφανώς υπήρχε και δημοσιεύθηκε σήμερα για ΄΄ενα από τους δυό λόγους κατά την γνώμη μου :

    Α, Μελετήθηκε δεόντως ώστε να δώσουν κατάλληλες οδηγίες για την απολογία του οδηγού που δεν έχει γίνει ακόμα !!
    ή
    τσαντίστηκε ο Βαγγέλας από την ανάληση της παραγγελιάς για τα σελφ τεστ στον ευνοούμενό του πρόεδρο της ΠΑΕ ΟΑΡΗΣ (σικ, μια λέξη και με κεφαλαία) σε συνδυασμό με τα τελευταία ατυχή αποτελέσματα των ομάδων των με ΠΑΟΚ και τρολλάρει την κυβέρνηση να πιέσει για διαιτητικές εύνοιες ξανά !

    Ξέρω πως το τελευταίο μπορεί να σας φαίνεται περίεργο αλλά οι λεφτάδες αυτού του τύπου έχουνε περί πολλού το γόητρό του, δεν ανέχονται να μη περνάει ο λόγος τους ή οι επιθυμίες τους από όσους έχουν στο χέρι τους

    Το βίδδεο δεν αντιγράφεται εύκολα υπάρχει εδώ και αξίζει να το δείτε :

    https://www.sdna.gr/politiko-deltio/ellada/832402_trohaio-sti-boyli-neo-sokaristiko-binteo-ntokoymento

  17. Κιγκέρι said

    Χαβάνι έχουμε κι εμείς στο σπίτι μας, από τη γιαγιά μου. Είναι πράγματι το μεταλλικό γουδί, με ένα σχετικά κοντό πόδι για να το πιάνεις, λίγο πιο στενό στη βάση και πιο φαρδύ και κάπως πιο ανοιχτό στα χείλη, το δε γουδοχέρι του το λέμε στούμπο (ο στούμπος, αρσενικό).
    «Κατέβασέ μου καλέ τον στούμπο και το χαβάνι, θέλω να κοπανήσω μύγδαλα!»

  18. Κιγκέρι said

    Εκτός από το όρντινο και το χαβάνι, ξέρω τα: γεμιτζής, μπαϊράκι, μπεζερίζω, ταμπούρι, χαλεύω.
    Καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα: αρεστάρω, ιντζενιέρης, κόνσολας, μουνιτσιόνες, τσίρκα.
    Δεν ξέρω τα: αλικοτίζω, είδισμα, κιντέρι, λέττο, μάσκουλο, μέστι, τενταρούκι, χαζίρι.

  19. dryhammer said

    17. Έχω κι εγώ, σαν κύπελλο χωρίς χέρια με γουδοχέρι, μπρούτζινο και τό ‘ξερα ως «το γδάκι» για να ξεχωρίζει από το μεγάλο ξύλινο και το πέτρινο που ήτανε «τα γδιά» […και το γδί Νικολή…]

  20. loukretia50 said

    Χαβάνι έλεγε η γιαγιά το γουδί. Και «χαϊβάνι» το μπακαλόγατο.
    Δε φανταζόμουν ότι μπορεί να υπάρχει κάποια σχέση, αλλά στο λήμμα βλέπω να αναφέρεται η (σχεδόν) ομόηχη τούρκικη λέξη
    » hayvan » που ερμηνεύεται μτφ. ως χαζός, βλάκας

  21. Georgios Bartzoudis said

    «των λέξεων του λημματολογίου του με αυτές του ιδιώματος της Λευκάδας —που επί πολλά χρόνια ερευνώ…»

    # Όταν το διάβασα σκέφτηκα ότι υπάρχουν και χειρότεροι από μένα!
    Όμως, βρήκα και κάποιες Μακεδονικές λέξεις να συχνάζουν σε ζορμπαλίκια και Λευκάδες:
    – είδισμα, ειδίσματα =είδη σπιτιού
    – μπαϊράκι=σημαία «ανεξαρτησίας». Και χωριό Μπαϊρακτάρ(ι)=το νυν Φλάμπουρο.
    – Μπεζερίζω: Μπιζιρντώ ή μπιζιρντίζω. Και μπιζέρ’τσα. «Μπιζέρντισα βαρέθηκα με μια γειτόνισά μου…», λεει ο παραδοσιακός Μακεδονικός αμανές.
    – Χαβάνι=το μεταλλικό γουδί (το ξύλινο είναι αρκετά μεγαλύτερο και λέγεται κούτλος). Και η εν παροιμία φράση: «Γω σι προυμθεύου κι συ. του γουδί του γουδουχέρ(ι) κι τουν κόπανου στου χέρ(ι)»
    – Χαζίρι: Χουζούρ(ι)=… «Μεις δ’λεύουμι κι συ κάν’ς χουζούρ(ι)»
    – Χαλεύω=ζητώ, θέλω.

  22. Κιγκέρι said

    Βρήκα και εικόνα – τέτοιο είναι και το δικό μας:

  23. Άλλο το χαβάνι, άλλο το χαϊβάνι – και άλλο το χουζούρι, άλλο το χαζίρι. Εκ του χρυσοποίκιλτου 🙂

  24. Κιγκέρι said

    23: Θα σου μείνει! 🙂

  25. loukretia50 said

    Και από το λινκ που αναφέρεται στο άρθρο δύο οθονιές

    =========================

    23. Δύτη,
    Το γνωρίζω, γιαυτό το ανέφερα κι έγραψα «σχεδόν» ομόηχα!
    Eίναι λοιπόν παρετυμολογία ή όχι?
    btw
    Πειράζει που βρίσκω θαυμάσιο το «χρυσοποίκιλτος»?

  26. ΚΩΣΤΑΣ said

    23 Χαιρετώ τον αδαμαντοστόλιστο!!! Σκόπιμα χρησιμοποιώ άλλο κοσμητικό, μη σου κολλήσουν το πρώτο. 😉

    Χαβάνι, ξέρει κανένας τι σημαίνει το γαβάνι που λένε οι Χαλκιδικιώτες;

  27. spiridione said

    Εντυπωσιακοί οι Κονσόλοι!

    Από κάποιο άρθρο μάλλον του Λασκαράτου, στα Άπαντα:
    «Και γιατί αυτά τα προνόμια σε μερικούς, ενώ η νομοθεσία μας δεν παραδέχεται να υπάρχουνε προνόμια; Ίσως γιατί έτσι το θέλει ο Κυρίαρχος Λαός των Ιονίων; Μα ποιος λοιπόν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, πρέπει να κυβερνά; Μήπως ο όχλος; Ή μήπως οι Λιάπιδες της Ζακύνθου, οι Μιλόρδοι της Κεφαλονιάς, οι Κονσόλοι της Λευκάδας, κ ‘ οι Πινιατόροι των Κορφώνε πήρανε τα γκέμια από τα χέρια της Αγγλίας, κ’ η Αγγλία κ’ εμείς μαζί της καταντήσαμε, λόγω ανωτέρας βίας υποτελείς σ ‘ αυτούς τους Λιάπιδες κάθε λογής;»
    https://books.google.gr/books?hl=el&id=A_9QAQAAIAAJ&dq=%CE%9A%CE%B1%CE%B9+%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF+%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC+%CF%84%CE%B1+%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82&focus=searchwithinvolume&q=%CE%9B%CE%B9%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%82

    Πινιατόροι (άνθρωποι της πιάτσας) λέγεται ακόμα και σήμερα στην Κέρκυρα, όπως και Λιάπηδες βλέπω στη Ζάκυνθο.
    Και Μυλόρδοι στην Κεφαλονιά, σαρκαστικά λέει.
    https://archive.org/details/laographia06hell/page/258/mode/1up

  28. Κιγκέρι said

    Τα μέστια είναι μάλλον αυτά που εγώ τα ξέρω «τερλίκια».

  29. Αγγελος said

    (25) Μα αυτές οι λέξεις είναι σχεδόν όλες και της κοινής! Δεν είναι βέβαια ειδικά λευκαδίτικες το γελέκο, το τσεμπέρι ή το τσουράπι! Απλώς μερικές (το πεσκίρι π.χ.) είναι πια απαρχαιωμένες.

  30. Χρίστος said

    Να προσθέσω τη λέξη μουρτάρι (ιταλικά mortaio , mortaro) στα επτάνησα που στα ιταλικά επίσης σημαίνει και το γουδί και τον όλμο.

  31. Λεύκιππος said

    Θυμάμαι όταν για πρώτη φορά επισκέφτηκα την Λευκάδα στα 80ς, οι ηλικιωμένες ήταν ντυμένες με κάτι καφέ, μελιτζανί αποχρώσεις, σε αντίθεση με τα συνήθως μαύρα που είχα συνηθίσει να βλέπω στην χερσαία Ελλάδα.

  32. Κιγκέρι said

    25: «Έγινα τελατίνι», το λένε οι γονείς μου με την έννοια «ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ».

  33. loukretia50 said

    Στην παρακάτω ιστοσελίδα αναφέρονται συγκεντρωτικά -ως πηγές- πολλά Λεξικά – Γλωσσάρια για το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα, μεταξύ των οποίων και τα βιβλία του Β.Φίλιππα.
    https://lexikolefkadas.gr/via/

    (έχει βέβαια το χαβάνι και το χαϊβάνι!)

  34. Παναγιώτης K. said

    κιντέρι και κεντέρι < τουρκ. keder

    Στο Ζορμπαλίκι (σ. 99): πόνος, θλίψη, καημός, βάσανο, στεναχώρια.

    Στο λευκαδίτικο ιδίωμα, «κιντέρ(ι)» και «κεντέρ(ι):

    καημός, μαρασμός, μαράζι, στεναχώρια, δυστύχημα, βάσανο, «βάσανά μου και κεντέρια μου», «βάσανα μου και κιντέρια μου», βάσανά μου και δυστυχία μου (επιφωνηματική φρ.), ΔΗΜ.: «τη ξενιτιά τη γνώρισα ένα βαρύ κεντέρι / κι ότι έχω στην καρδούλα μου, κανένας δε το ξέρει.

    Σχολιογράφος από τα Γρεβενά δεν υπάρχει για να δώσει την μουσική επένδυση στα κιντέρια; 🙂
    Δεν επιτρέπεται να κάνω…εισπήδηση έστω και αν είμαι από τον γειτονικό Ν.Ιωαννίνων ! 🙂

    Περισσότερα στο,
    https://sarantakos.wordpress.com/2020/05/28/kasomoulis/

  35. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Χαλκέντερος ο κ. Φίλιππας, εντυπωσιακός όγκος και ποιότητα δουλειάς! Ευχαριστούμε τον ίδιο και τον Νικοκύρη!

    Μια επουσιώδης διόρθωση: αλικοτίζω > σε ομάδες με επικεφαλής συντοπίτες τους.

  36. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Κάτι μου φάγανε οι αγκύλες.

    Ξαναγράφω: αλικοτίζω < τρκ alıkoymak, αόρ. alıkoydum.

    Και ένα τυπογραφικό που ξέφυγε: σε ομάδες με επικεφαλής συντοπίτες τους

  37. Δεν ξέρω αν είπαμε πως hayvan = ζώο εξ ου και hayvan bahçesi = ζωολογικός κήπος (το -si για να κάνει προσδιοριστική την προηγούμενη λέξη: ζω-ικός μπαχτσές).

  38. Χαρούλα said

    Μπεζέρισα
    Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό, Κρυστάλλης και Σταυραετός

    …………….
    Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
    Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
    μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
    Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
    Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
    καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
    Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
    νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
    νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.
    ……………….

    Καταλαβαίνω- ξέρω τα: μπαϊράκι, μπεζερίζω, ταμπούρι, χαλεύω.

    Κιγκέρι(#28) και γω αμέσως τα τερλίκια σκέφτηκα. Αν και δεν ξέρω την ιστορία της λέξης.

    Ακόμη η μητέρα μου έχει το (μικρό μπρούτζινο) γουδί σε χρήση! Ξηροί καρποί, μαστίχα, μπαχαρικά, δεν γίνονται καλά στο μούλτι λέει, η παλιά νοικοκυρά! «Μπρούτζινο γουδί» το λέμε για να το ξεχωρίζουμε από το «ξύλινο γουδί» το μεγάλο, όπου η …παλιά νοικοκυρά ακόμη χτυπά τον ταραμά και την σκορδαλιά!

  39. loukretia50 said

    37. (στην προσφώνηση έχω θέμα, το είπαμε!)
    Ήμουν σίγουρη ότι θα γίνει αναφορά στο θαυμαστό ταξίδι του Λευκάδιου Χερν http://hallofpeople.com/gr/books/Hearn.pdf κι ας μην έγραφε στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

    «Επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούν πια να δουν το χρώμα, τις αποχρώσεις που έχουν οι λέξεις, τη μυστική φανταστική κίνησή τους, επειδή δεν μπορούν να αφουγκραστούν το ψιθύρισμα των λέξεων,
    το θρόισμα που κάνουν τα γράμματα το ένα μετά το άλλο,
    το ονειρεμένο φλάουτο,
    τα ονειρεμένα τύμπανα που απαλά και παράξενα παίζουν οι λέξεις, επειδήδεν αισθάνονται τον μορφασμό των λέξεων,
    τη συνοφρύωση και την έξαψη των λέξεων,
    το κλάμα, τη λύσσα, το πανδαιμόνιο και την ανταρσία των λέξεων, επειδή δεν αισθάνονται καθόλου τη λάμψη των λέξεων,
    το άρωμα και τη δυσοσμία τους,
    την απαλότητα ή τη σκληράδα, τη στέγνια ή τους χυμούς των λέξεων, είναι λόγος αυτός να μην προσπαθήσουμε
    να τους ωθήσουμε να τα ακούσουν,
    να τα δουν, να τα αισθανθούν όλα αυτά;»
    ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ ΧΕΡΝ

    Και μια μικρή ακόμα ιστορία από την Ιαπωνική παράδοση
    «Μια ιστορία μαντείας» – Διήγημα του Λευκάδιου Χερν https://www.openbook.gr/mia-istoria-manteias/
    =====================

    Αλήθεια, οι Λευκαδίτες πόσο δικό τους τον θεωρούν?

  40. Κιγκέρι said

    38: Σου ’χω πει, Χαρούλα ότι η καταγωγή μου είναι από τη Θράκη, Ανατολική και Βόρεια; Τερλίκια μας έπλεγε η γιαγιά μου, αυτή που είχε και το χαβάνι (βλ. 17) και το «πλέκω» το έλεγε «πλέγω»!

  41. Γιάννης Ιατρού said

    16: Ρε Γιώργο, από συρραφές εκπομπών/βίδεων του Μέγκα και του Εισαγγελάτου μου φαίνεται πως αποτελείται, τι καινούργιο έχει; Όσο για το κατέβασμα που λες, εύκολο είναι κι υπάρχει αν το χρειαστείς στο υπόγειο 🙂
    Για τα άλλα που λές, γιατί το αναρτούν τώρα κλπ. μπορεί να είναι έτσι ή αλλιώς, το μόνο σίγουρο είναι πως το μαγείρεμα συνεχίζεται και το δίκιο τους δεν πρόκειται να το βρούνε οι συγγενείς του άτυχου νεαρού, και τελικά θα κουκουλωθεί, μάλλον με την συνήθη μέθοδο των 1000+1 αναβολών κλπ.

  42. Bασίλης Φίλιππας said

    Καλησπέρα σε όλους-ες
    Κάνοντας ένα διάλειμμα από τα της δουλειάς θα ήθελα ξεκινώντας να ευχαριστήσω πρώτα από όλα και από εδώ από καρδιάς τον κ. Σαραντάκο τόσο για τη δημοσίευση όσο και για τα πολύ καλά του λόγια. Το εξαιρετικό του βιβλίο υπήρξε η αιτία συγγραφής της μελέτης αυτής – χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε. Ξεκίνησε εν είδει άσκησης και κατέληξε στο να αφήσω όσα άλλα δούλευα και να καταπιαστώ με αυτή μέχρι να τελειώσει, χωρίς αρχικά να έχω τότε σκοπό τη δημοσίευσή της. Ήταν ανάμεσα σε άλλα ένα ευχάριστο διάλειμμα μέσα στον ζόφο των ημερών που όλοι ζούμε.
    Ευχαριστώ, επίσης, για τα θετικά σχόλια (2, 3, 4, 5, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 35)…
    4. Θα ψάξω στις πηγές μου κι ελπίζω να το βρω… δυστυχώς πολλές από τις πηγές είναι χειρόγραφες εργασίες που εναπόκεινται σε βιβλιοθήκες, συλλογές, στην Ακαδημία Αθηνών, στα Λαογραφικά αρχεία των Πανεπιστήμιων κ.ο.κ. Όταν κατέγραφα τότε τα αποσπάσματα των δημοτικών τραγουδιών ενδιαφερόμουν μόνο για τα συμφραζόμενα της λέξης… Θα το κοιτάξω όμως.
    8. «Το ταμπούρι και το μπαϊράκι δεν τα υπολογίζω γιατί είναι πανελλήνια» και 29. «Μα αυτές οι λέξεις είναι σχεδόν όλες και της κοινής! Δεν είναι βέβαια ειδικά λευκαδίτικες το γελέκο, το τσεμπέρι ή το τσουράπι! Απλώς μερικές (το πεσκίρι π.χ.) είναι πια απαρχαιωμένες». Έχετε δίκιο ως προς το ότι συναντούνται στην κοινή βρήκαν όμως θέση στο λευκαδίτικο ιδιωματικό λεξιλόγιο για δύο λόγους α) γιατί διαφέρει η ερμηνεία τους σε σχέση με τη νέα ελληνική π.χ. το ταμπούρι αφορά τα γεωργικά καταλύματα κατά την εποχή των εργασιών, το μπαϊράκι την ιδιαίτερη γαμήλια σημαία των χωριών κ.λπ. και β) γιατί στα άλλα Επτάνησα (ή σε κάποια από αυτά) οι λέξεις δεν συναντούνται. Ειδικά για τα ενδύματα συμπεριέλαβα τις λέξεις αυτές γιατί αποτελούσαν μέρη της τοπικής λαϊκής φορεσιάς και η συμπερίληψή τους μπορεί να γίνει πιο κατανοητή αν ιδωθούν στο σύνολο των τοπικών λέξεων που τα αφορούν, π.χ. για τα μαντίλια της κεφαλής υπάρχουν άλλες περίπου 20-30 λέξεις ακόμη (με ιταλική ή ελληνική ετυμολογία). Γι’ αυτά περισσότερα όταν με το καλό εκδοθεί το λεξικό μου.
    Να συμπληρώσω εδώ ότι για όλες τις τουρκικές λέξεις υπάρχουν και αντίστοιχες συνώνυμες με ελληνική ή βενετική/ιταλική ρίζα και μάλιστα αυτές (τουλάχιστον στην πόλη της Λευκάδας) χρησιμοποιούνταν πιο πολύ από της τουρκικές (π.χ. αντί για «χαβάνι», «μορτάρι» ή γουδί ή «ιγδί», αντί για «τσοράπια» (και όχι τσουράπια) σκάλτσες, σκαλτσούνια κ.ο.κ. Άξια λόγου πιστεύω ότι είναι και η πανελλήνια κάποτε παντιέρα την οποία συναντούμε -και στο πνεύμα της επανάστασης του 21- στην πολύ κοινή φράση μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. στην πόλη της Λευκάδας «εσήκωσε παντιέρα γκρέκα»: έκανε δηλαδή μεγάλη επανάσταση, έδειξε μεγάλη απείθεια, «έκαμε μεάλο «ατζάρδο».
    27. Εξαιρετικό το απόσπασμα ευχαριστώ… Όντως η δείνωση της σημασίας της λέξης άρχισε τον 19ο αιώνα… Πρόχειρα μου έρχεται στο νου και η λέξη «μπαρόνος» που συν τω χρόνω έγινε κατεργάρης, απατεώνας αλλά και τσιγκούνης.
    31. Η φορεσιά αυτή είναι η «γριίστικη» της τοπικής λαϊκής φορεσιάς «ρωμέικα» που διακρινόταν σε τρεις τύπους α: της ανύπαντρης με κλειστό λαιμό και σοβαρά χρώματα, β) τη νυφική και της παντρεμένης με ανοιχτά χρώματα και ανοιχτές στο μπούστο και γ) της ηλικιωμένης με σκούρα χρώματα. Τα «ρωμέικα» είναι από τις κομψότερες ελληνικές φορεσιές με έντονότατες δυτικές επιρροές αφού ήταν εκλαϊκευμένη φορεσιά των αρχοντικών οικογενειών της πόλης…
    Όσον, τέλος, αφορά το όρντινο με εντυπωσίασε η παροιμία «το ντισόρντινο φέρν’ τ’ όρντινο»: την αταξία ακολουθεί η τάξη που την άκουσα για πρώτη φορά από ηλικιωμένο δεξιών θέσεων για τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου…

  43. aerosol said

    Εντυπωσιακό το έργο του Βασίλη Φίλιππα και ενδιαφέρον το σημερινό.
    Το χαλεύω σημαίνει ψάχνω, γυρεύω. Το χαρχαλεύω λογικά έχει ίδια ρίζα και σημαίνει ψαχουλεύω, υποδηλώνοντας τις μικροκινήσεις χεριών και δακτύλων.

    #17 & 32
    Τελατίνι γίνονται και οι δικοί μου γονείς, οι οποίοι διαθέτουν και χαβάνι (αλλά και παμπάλαιο βαρύ πέτρινο γουδί). Πολύ μακριά από τη Θράκη, στο χυδαίον χαμουτζιστάν, ίδιες λέξεις.

    #38
    Πολλά πράγματα γίνονται καλύτερα σε γουδάκι πάρα στο μούλτι. Το μούλτι κόβει, στο γουδί συμβαίνει έκθλιψη, λιώσιμο με τριβή, με αργό τρόπο που βγάζει τα αρώματα. Οι υπομονετικοί εκεί κάνουν και το πέστο.

  44. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα! Πολύ ωραία σχόλια!

    42 Κύριε Φίλιππα, σας ευχαριστώ πολύ για το άρθρο και για την προσοχή με την οποία σκύψατε στο βιβλίο μου!

    30και αλλού: Θέλει άρθρο, διότι σε πολλές γλώσσες χρησιμοποιείται η ίδια λέξη για το γουδί και για τον όλμο. Άλλωστε, όλμος στα αρχαία σημαίνει γουδί (μα, δεν το έχω γράψει;)

    27 Το απόσπασμα του (αντιδραστικού, πολιτικά, λόγω προσκόλλησης στον κόντε Δελλαδέτσιμα) Λασκαράτου είναι ΄πράγματι πολύ ενδιαφέρον.

  45. @ 38 Χαρούλα

    «Μπρούτζινο γουδί» το λέμε για να το ξεχωρίζουμε από το «ξύλινο γουδί» το μεγάλο, όπου η …παλιά νοικοκυρά ακόμη χτυπά τον ταραμά και την σκορδαλιά!

    …δηλαδή την καφκιά. 🙂

  46. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    «Μια από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που αισθανόμαστε όλοι εμείς που γράφουμε, βιβλία ή άρθρα εννοώ, είναι όταν βλέπουμε άλλους να προσέχουν τη δουλειά μας, που τόσο μόχθο της έχουμε αφιερώσει, και μάλιστα να αφιερώνουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον χρόνο τους στο έργο μας και να παρουσιάζουν κάτι δικό τους. »

    Πρόταση «καλλωπισμού»

    Μια από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που αισθανόμαστε όλοι εμείς που γράφουμε, βιβλία ή άρθρα εννοώ, είναι όταν βλέπουμε άλλους να προσέχουν τη δουλειά μας, για την οποία έχουμε αφιερώσει τόσο μόχθο, και μάλιστα να αφιερώνουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον χρόνο τους στο έργο μας και να παρουσιάζουν κάτι δικό τους.

    ΥΓ Μήπως έγινα σχολαστικός ?

  47. Χρίστος said

    45 Dimosioshoros. Μάλλον καυκιά, καύκος καύκαλο, καυκί

  48. sarant said

    46 Δηλαδή αλλάζεις το «τη δουλειά μας, που τόσο μόχθο της έχουμε αφιερώσει» σε «τη δουλειά μας, για την οποία έχουμε αφιερώσει τόσο μόχθο»

    Εγώ προτιμώ το «αφιερώνω σε». Και θεωρώ ισοδύναμες τις δύο δομές κατά τα άλλα. Θέμα ύφους.

  49. @ 47 Χρίστος

    >>Μάλλον καυκιά, καύκος καύκαλο, καυκί.

    Σωστό. Το έψαξα αλλά νόμισα πως υπερτερούσε με -φ- σε λαϊκή εκδοχή.
    Συμφωνώ για «καυκιά» λόγω και ετυμολογίας.

  50. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Πολύ ενδιαφέρον το σημερινό για τη γειτονική Λευκάδα.
    Χαλεύω λέγαμε και στην Ακαρνανία με τη σημασία ψάχνω ζητάω. Σήμερα το λέμε μόνο σαν πείραγμα για κάποιον που ζητάει από γυναίκα να συνάψουν σχέση: «Μη δείς γυναίκα αμέσως να χαλέψεις!»
    Από τις άλλες λέξεις μόνο το μπαϊράκι και το ταμπούρι γνωρίζω, παρόλο που η Λευκάδα είναι κοντά.

  51. Αράουτ said

    Εξαιρετική + υψηλοτάτου επιπέδου η εργασία του κ. Βασίλη Φίλιππα, τα πιό θερμά μας συγχαρητήρια.

    ΡΩΤΑΜΕ τον κ. Φίλιππα, που κάνει «μπάμ» από μακρυά πως είναι κάργα ελληνόψυχος:

    1) Τί σχέση έχει με τον θρυλικό αρχισυντάκτη του «Ριζοσπάστη» , Βασίλη Φίλιππα (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Τάμπανος»), που εκτελέστηκε από τους Ναζήδες την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή μαζί με τους διακόσιους κομμουνιστάς, χορεύοντας πρώτος τον χορό του Ζαλόγγου;

    2) Γιατί ο κ. Σαραντάκος μάς απέκρυψε στο άρθρο πως είναι εγγονός του; Μήπως γιατί ο εκτελεσθείς αρχισυντάκτης του «΅Ριζοσπάστη» ήτο τροτσκιστής και έχει μπεί στα μαύρα κατάστιχα του ΚΚΕ, με αποτέλεσμα να μή του έχει κάνει ποτέ ΟΥΤΕ ΜΙΣΟ αφιέρωμα ο «Ριζοσπάστης», καίτοι ήτο επί χρόνια αρχισυντάκτης του, καίτοι διπλασίασε την κυκλοφορία της κομμουνιστικής εφημερίδος εν μιά νυκτί;

    2) Τί σχέση έχει με τον πρόεδρο των ιδιοκτητών ενοικιαζομένων σκαφών Λευκάδος
    Βασίλη Φίλιππα ; Κι αν είναι ο ίδιος, γιατί μάς το απέκρυψε κι αυτό ο κύριος Νίκος;

    Εδώ σε θέλω κάβουρα που περπατάς στα κάρβουνα

  52. Χαρούλα said

    Δεν μας χ&&@@ς ρε Ντ@*αρ@!!!!
    Για να δαβάσω κάτι, πρέπει να ξεκινήσω από το ληξιαρχείο;;;!!
    Ή να ψάχνω τους φακέλους που κρατούσαν(κρατάνε;) οι φασίστες;🤯😛

  53. @ 52 Χαρούλα

    Χαρούλα, τα ‘πες ούλα. 🙂

  54. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

  55. Georgios Bartzoudis said

    23 Δύτης των νιπτήρων said: «Άλλο το χαβάνι, άλλο το χαϊβάνι – και άλλο το χουζούρι, άλλο το χαζίρι. Εκ του χρυσοποίκιλτου»
    # Κάνω πάσο. Ούτε βουτηχτάρι είμαι ούτε …χρυσοποίκιλτος.

    24 Κιγκέρι said: «23: Θα σου μείνει»!
    # Τέτοιο γκιζιλίμ’κο προσωνύμιο, γιατί να μην μείνει;;

  56. Χαρούλα said

    #53 σαν τον Χριστιανομπολσεβίκο κανείς! Χιούμορ και ταλέντο!
    Μπράβο! Άξιος !👏🏻👏🏻👏🏻

  57. # 41

    Γιάννη εγώ κάποιες από αυτές τις λήψεις δεν τις είχα ξαναδεί, δεν είμαι φαν της τιβι και των ενημερωτικών μέσων εν γένει. Ολα όσα είχα δει σταματάγανε την λήψη την στιγμή της σύγκρουσηςούτε συνοδηγό δείχνανε ούτε διαβάτες στο απέναντι πεζοδρόμιο. Επίσης σαν άσχετος στα κομπιουτερικά δεν κατάφερα να το αντιγράψω ώστε να μην το δόσω σε λινκ όχι πως μ’ ενδιέφερε να το κατεβάσω. Χαβάνι έχω, το άλλο με το γιώτα , το αποφεύγω.

  58. # 39

    Μια παρατήρηση έχω να κάνω, αν οι λέξεις είχαν χυμούς θάπρεπε να τις βάζουμε στο ψυγείο να μην κόψουν αντί να τις γράφουμε σε βιβλία. Ούτε ρωγμές έχουν πούγραφε κάποιος άλλος, μια μουσικότητα έχουν, μέτρο και συνειρμούς κουβαλάνε και από μια άποψη, η σωστή λέξη στη θέση της ισούται με χίλιες εικόνες όπως τόσες μαζεύει ένα μωρο για να πεί την πρώτη του λέξη, συνήθως μαμά.

  59. Αγγελος said

    Πες τα, Χαρούλα (52)!

  60. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    48. «Θέμα ύφους.», όντως.

    Αν μου επιτρεπεις, αυτο το μικρο αποσπασμα ήταν λιγο «κουρασμενο» και το μεταποιησα κατα το δοκούν.

  61. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πρέπει να είναι σοβαρότατη η δουλειά του κ. Φίλιππα. Συγχαρητήρια! Ευχαριστούμε, Νικοκύρη!

    Μερικές κοινές λέξεις και στο κρητικό ιδίωμα, με βενετο-ιταλική προέλευση. Για τις τούρκικης προέλευσης αρμοδιότερος ο κ. Βασ. Ορφανός.
    αρ(ρ)έστο, κράτηση προσωπική (Αριστείδης Κριάρης, ‘Πλήρης συλλογή κρητικών δημωδών ασμάτων’ (Μικρόν Λεξιλόγιον), Εν Αθήναις 1920).

    ιντζίρκα ή ιντσίρκα, περίπου (κυρίως σε συμβόλαια)

    μάσκουλο, μόνο με τη σημασία του μεντεσέ. Ίσως παλιότερα να ήταν σε χρήση ως ‘μικρό πυροβόλο’. (Πάντως, κάποτε είχα βρει μια συσχέτιση του πυροβόλου με τον μεντεσέ, αλλά δεν μπορώ τώρα να την ψάξω…)

    ορδ(ου)ινία, εντολή, διαταγή
    με πολλά παράγωγα (κυρίως σε συμβόλαια)
    όρδινε/όρδενε, διάταγμα, κανονισμός
    ορδι(ου)νιάζω, διατάσσω, διευθετώ, τακτοποιώ||ορίζω, διορίζω
    ορδινιασμένος, κανονισμένος
    ορδι(ου)νιαστής, επίτροπος, διαχειριστής
    ορδινιαστικός, τακτοποιημένος
    αλλά και
    ορδενάριο, συνήθεια
    ορδενάριος, κανονικός, συνήθης

  62. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    17, Κιγκέρι
    Εμείς εδώ κάτω: χαβάνι + μάτσα (γουδοχέρι) < ιταλ. mazza.

    51, Χαρούλα
    +52, 53
    👌😉😆
    Είπαμε (όχι ο Αϊνστάιν… 🙂 ): Η ανθρώπινη μ@l#k$@ αλλά και κακότητα είναι άπειρες!

  63. Πέπε said

    @57

    Αυτό στη φωτογραφία δεν είναι το κοινό γουδί; Υπάρχει άλλο κοινότερο;

    Το ονομάζετε χαβάνι, όσοι χρησιμοποιείτε τη λέξη, επειδή έτσι λέτε το γουδί ή για να ξεχωρίζει από κάποιο άλλο;

  64. Μαρία said

    63
    Το λέμε χαβάνι, για να το ξεχωρίζουμε απ’ το γουδί που είναι ξύλινο.

  65. #52, 54, 56

    Ημείς οι γνήσιοι ναζισταί απεχθανόμεθα τόσον τους θλιβερούς χριστιανούς όσον και τους αιμοσταγείς μπολσεβίκους.
    Υπεραγαπώμεν εν τούτοις τους τακτοποιημένους φακέλους ενδοϋπηρεσιακής αλληλογραφίας.

  66. sarant said

    51 Να αποχαιρετήσουμε σήμερα τον Αράουτ που βγήκε οφσάιντ για πολλοστή φορά, όπως και όλες τις άλλες ενσαρκώσεις του, θηλυκές ή όχι, που θα εκδιώκονται άμα τη εμφανίσει.

  67. Nestanaios said

    51. Αράουτ.
    Θέλω να σε ενημερώσω ότι κάποτε κυκλοφορούσαν δύο «Ριζοσπάστες». Ο παλαιός γνωστός και ο ριζοσπάστης του Μανιαδάκη. Το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος από τους δύο επικράτησε αφού μόνον ένας από τους δύο συνέχισε να κυκλοφορεί.
    Εγώ ξέρω, εσύ ξέρεις;
    Και κάτι άλλο. Οι διακόσιοι στην Καισαριανή δεν ήταν κουμουνιστές. Σχεδόν κανένας εξ αυτών δεν γνώριζε τον Μαρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν. Γνώριζαν όμως αυτό που είχαν πει οι πρόγονοί μας πριν τη μάχη των Πλαταιών: «ΟΥ ΠΟΙΗΣΟΜΑΙ ΠΕΡΙ ΠΛΕΙΟΝΟΣ ΤΟ ΖΗΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.»

  68. # 63

    Ιδού ένα μικρό γουδί ( να σπάει το κάρδαμο για το εσπρέσσο) η κοιλότητα του είναι κυλινδρική ενώ του χαβανιού όχι (για να βγάζει ωραιότατο ήχο !)

  69. 66>> που θα εκδιώκονται άμα τη εμφανίσει

    Απ’ το στόμα σου και στου Νικοκύρη τ’ αυτί 🙂

  70. 43 τέλος

    Σωστός ο κάπτεν Φλιτ. Το πράμα πρέπει να είναι συντριμμένο, όχι λιωμένο. Να έχει λίγο δόντι.
    Αλλά μπορεί αυτά να τα λέω επειδή είμαι χοντροκομμένος.

  71. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλησπέρα κι ἀπὸ ᾿μένα.

    Θερμὰ συγχαρητήρια στὸν κ. Φίλιππα γιὰ τὴν τρέχουσα δημοσίευση, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν πολύχρονο μόχθο του. Ἀπὸ τὸ σημερινὸ δεῖγμα γραφῆς του μποροῦμε νὰ καταλάβουμε μὲ πόση σοβαρότητα καὶ προσοχὴ ἔχει ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ Λευκαδίτικη ντοπιολαλιά.

    Τοῦ εὔχομαι δύναμη καὶ ὑπομονὴ γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ ἔργου του.

    Τὸ ἴδιο εὔχομαι καὶ στὸν Νικοκύρη, ποὺ τὰ καταφέρνει, παράλληλα μὲ τὴν ἐπαγγελματική του δραστηριότητα, νὰ ἀσχολεῖται καθημερινὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο, νὰ μᾶς δίνει ἔργα, ὅπως τὸ «Ζορμπαλίκι τῶν ραγιάδων» καὶ νὰ συμμετέχει σὲ πλῆθος πολιτιστικῶν καὶ μορφωτικῶν ἐκδηλώσεων. Μαζί, βέβαια, μὲ τὶς εὐχαριστίες γιὰ τὴ φιλοξενία καὶ τὴ στήριξη ποὺ δίνει τὸ ἱστολόγιό του σὲ κάθε πνευματικὴ προσπάθεια ὅσων συμμετέχουν σὲ αὐτό.

  72. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

  73. loukretia50 said

    Καβουρέλια τραγουδάν’ ακόμα!

  74. Pedis said

    # 65 – Κοροϊδεύεις; Aν είχε ρε δηλώσει ναζί δεν θα τού έκαναν τη χάρη να φάει με την πρώτη μόνο 19 χρόνια, χωρίς αναστολή για τέτοια αδικήματα για να μην στρεσάρεται μέχρι την επόμενη δίκη, χώρια τα επιπλέον έξοδα, δικηγόροι, παράβολα ξέρωγω που θα φορτωνόταν. Πίκρα.

    https://www.news247.gr/koinonia/sta-dichtya-toy-187a-h-periptosi-toy-anarchikoy-vaggeli-stathopoyloy.9195895.html

  75. sarant said

    71 Νάσαι καλά Μήτσο!

    72 🙂

  76. 74#
    >> Στην Ελλάδα, με τον αντιτρομοκρατικό νόμο διώκονται μόνο άτομα ή οργανώσεις που ανήκουν στον χώρο της αναρχίας ή της άκρας αριστεράς.

    Γι αυτό μ’ αρέσει το σαραντακέικο. Κάθε μέρα κάτι μαθαίνω.

    (Ξαναρωτάω: Μήπως έχω καεί απ’ τον κυνισμό? Ή μήπως η πραγματικότητα με ξεπερνάει?).

  77. Pedis said

    # 76 – Τον Ινδιάνο τον κόβω για μια εικοσάρα, όπως πάει το πράμα. Τον συμφέρει, ώστε, με άνεση, στα δέκα χρόνια να γίνει έλεγχος στοιχείων και καταθέσεων. Και να γλυτώσει έτσι το μισό της ποινής.

  78. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Μπορεί κάποιος να βρει τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού «Του Μεσολογγιού». Δεν μπόρεσα να το βρω στο διαδίκτυο.

  79. loukretia50 said

    79. Δώσε κανένα χιντ, υπάρχουν διάφορα και οι πηγές μου κοιμούνται τέτοια ώρα.
    Δε φαντάζομαι να εννοείς ένα παλιό κλέφτικο
    «Μπραήμ πασάς συνάζεται με δώδεκα χιλιάδες…»

  80. Μαρία said

    78, 79
    Ή
    Τ’ έχεις καημένε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις

  81. Πέπε said

    78
    Υπάρχουν πολλά τραγούδια για την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγιού, και σίγουρα και διάφορα άλλα που το αναφέρουν με άλλες αφορμές. Μόνο τα τραγούδια της πολιορκίας/εξόδου που ακούει κανείς να λένε στο πανηγύρι του Άη Συμιού (που βασικά τιμά την επέτειο της Εξόδου) είναι αναλόγως εντυπωσιακό πλήθος.

    Αλλά πάντως το πρώτο που μου ‘ρχεται στον νου είναι της Μαρίας.

  82. Πέπε said

    Α, επίσης:

    Σχολικά βιβλία σκέφτηκες να τσεκάρεις; Κάποια από τα γνωστότερα θα υπάρχουν εδώ:

    http://ebooks.edu.gr/ebooks/v2/allcourses.jsp

  83. Γιάννης Ιατρού said

    «Δώσε θάρρος στον χωριάτη, να σ΄ ανέβει στο κρεβάτι» λέει η παροιμία, εμ, άνοιξε πάλι το σεντούκι με τα αρχεία του πνευματικού πατέρα του ο γνωστός καταγραφέας της Αλέξαινας κι έβγαλε ότι βρώμικο είχε πάλι στοιβάξει εκεί μέσα. Γκώσαμε πλέον, οπότε καλό ήταν το μπανάρισμα της λερναίας ύδρας στο #66. Να «σφίξουν οι κώλοι» γιατί λόγω της φύσεώς του, ο καθ’ ου «εκ της τέφρας του αναγεννάται»

  84. Γιάννης Ιατρού said

    Και κάτι άλλο Νίκο: Προτείνω και καθιέρωση του <damnatio memoriae, γιατί ενδέχεται το χτικιό να τρέφεται καμαρώνοντας τα λύματα που έχει εκσφεδονίσει.
    et imagines eius coram detrahi et ibidem solo affligi iuberet, novissime eradendos ubique titulos abolendamque omnem memoriam decerneret a href=»https://penelope.uchicago.edu/Thayer/L/Roman/Texts/Suetonius/12Caesars/Domitian*.html#23″ >Suetonius, Domitian [23]

  85. Γιάννης Ιατρού said

    Ξέφυγαν οι αγκύλες .. 🙄
    …et imagines eius coram detrahi et ibidem solo affligi iuberet, novissime eradendos ubique titulos abolendamque omnem memoriam decerneret Suetonius, Domitian [23]

  86. Παναγιώτης K. said

    Εν αναμονή της επόμενης μεταμόρφωσης… 🙂

  87. sarant said

    83 Aκριβώς Γιάννη. Δεν σέβεται ούτε τους φιλοξενούμενους στο ιστολόγιο ούτε τίποτα.

    86 Να δούμε.

  88. loukretia50 said

    ε, Νικοκύρη, ο ανήσυχος και ταλαντούχος νέος του 78 περιμένει απαντήσεις κι είναι μαρμαγκωμένες!

  89. # 83

    Η εν λόγω παροιμία έχει αντικατασταθεί με τμήμα του χωριάτη (ουχί απαραιτήτως) το οποίον όσον χαϊδεύεις τόσον…ανυψούται !!

  90. loukretia50 said

    Καλημέρα!

    Πέπε,
    μπορεί να σ΄ενδιαφέρει – αν και νομίζω θα το ξέρεις : https://apothetirio.lib.uoi.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/5353/342.pdf?sequence=1
    Ζητήματα μουσικής ταυτότητας στο πανηγύρι του Αη-Συμιού στο Μεσολόγγι

    78. Χ-Μπο (ανοικονόμητο παρανόμι!)

    Στη σελ. 75 αναφέρει ιστορικά δημοτικά τραγούδια, μεταξύ αυτών το πιο γνωστό και μάλλον το πιο αντιπροσωπευτικό είναι το τραγούδι για την έξοδο https://youtu.be/IcLCW1ZQQ2U δεν ξέρω αν αυτό ψάχνεις.
    Κυκλοφορεί σε παραλλαγές, βρήκα τις επικρατέστερες αλλά δεν ξέρω ποια είναι η επίσημη βερσιόν στις γιορτές εξόδου:

    – «Έξοδος του Μεσολογγίου»
    Σάββατο μέρα πέρασα κοντά στο Μεσολόγγι,
    ήταν Σαββάτο των Βαγιών, Σαββάτο του Λαζάρου,
    κι άκουσα μαύρα κλάματα, αντρίκεια μοιρολόγια
    Δεν κλαίνε για το σκοτωμό, δεν κλαιν’ που θα πεθάνουν*,
    Μόν’ κλαιν που σώσαν το ψωμί, τους έφαγεν η πείνα**.
    **(κι η πείνα δε βαστιέται)
    Στην εκκλησιά συνάχτηκαν, μέσα στο Άγιο Βήμα,
    κι ένας τον άλλον έλεγαν, κι ένας τον άλλον λέγουν:
    – Παιδιά να μεταλάβουμε να ξημολοηθούμε,
    βράδυ γιουρούσ’ θα κάμομε στα έξω για να βγούμε.»

    */ ή «…Δεν κλαίνε για το σκοτωμό, που θε να σκοτωθούνε,
    μόν΄ κλαίνε για το σκλαβωμό, που θε να σκλαβωθούνε»

    Μια εξίσου γνωστή παραλλαγή :

    – «Το τραγούδι των Μεσολογγιτών»
    Ένα Σαββάτο αποβραδίς ανήμερα Λαζάρου
    επέρασα απ’ τ’Αντελικό κι από το Μεσολόγγι
    κι άκουσα αντρίκια κλάηματα γυναίκεια μοιρολόγια
    κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες
    κλαιν’ αδερφές για τ’ς αδερφούς, παλ’ αδερφούς δεν κάνουν.

    Ή συνδυασμός των δύο ! Δε βοηθάει, ξέρω, αλλά έτσι γίνεται!

    Άλλο πολύ γνωστό μοιρολόγι :

    -«Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα» ή «Θέλ’τε ν’ ακούσ’τε κλάηματα»

    Και εδώ είναι αρκετά τραγούδια συγκεντρωμένα, έχει και τον κόρακα της Μαρίας
    https://www.evinochori-kalidona.gr/index.php/2011-04-16-08-52-57/83-2011-01-03-22-45-20

    Αν μπορέσω θα επανέλθω

  91. loukretia50 said

    Παρά την ηρωική έξοδο των λινκ απ΄τη μαρμάγκα – μέρα που είναι!- συμπληρώνω για να βρίσκονται :

    Δε νομίζω πως έχει καθιερωθεί επίσημα κάποιο «του Μεσολογγιού». Το πιο γνωστό, κυκλοφορεί σε παραλλαγές περισσότερες από τις ηχογραφήσεις.
    Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για θρήνο, ιστορικό κλέφτικο τραγούδι που αναφέρει το Σάββατο του Λαζάρου – κατ’ άλλους αποβραδίς,
    πιο συνηθισμένο όμως αυτό :

    Σαββάτο Μέρα Πέρασα https://youtu.be/wWa3M3S_V5U από τη συλλογή της Δόμνας Σαμίου
    Και «Το Μεσολόγγι», https://youtu.be/ZbVpVQrTQUo ιστορικό κλέφτικο
    ————————–
    «Του Μεσολογγίου…», https://youtu.be/2Iz4mAMY-Dk ιστορικό
    Αλλά πραγματικός θρήνος είναι αυτό «θέλ’τε ν’ ακούσ’τε κλάματα»
    Μνήμες εξόδου https://youtu.be/1MKuHTp1Zr8 Μεσολογγίου

    Να πω καλή ακρόαση? Παραείναι πρωί για μοιρολόγια!

    (τεστ -για να δούμε!)

  92. Pedis said

    # 87 β – Ε, αν δεις καπακωμένο σχόλιο, ως το πρώτο του, με υπογραφή λ.χ. «Ορφανή Δακτυλογράφος», «Ζωντοχείρα Φιλόλογος», «Τάκλιν στο καλάμι», «Παρθένα Τσιρλίντερ» κλπ δεν υπάρχει κανείς λόγος για τους φαν του Βάτμαν να διαβάζουν με προσοχή τα υπόλοιπα σχόλια του για ένα μήνα, να τα σχολιάζουν και στο τέλος να είναι ικανοποιημένοι που τον μπάναρες.

    😆

  93. Pedis said

    Άκου Ζωντοχεί-> ή ρα ! 😄

  94. Χαίρετε,
    Την επομένη το σχόλιο, όποιος το δει (ο Νικοκύρης σίγουρα). Ωραία δουλειά, που κρύβει εκτός από κόπο και πολύ μεράκι.

    Σχετικά με το όρντινο. Στα μέρη μου δεν το λέμε αλλά λέμε την ουρδνιά. Δεν ξέρω αν έχουν σχέση. Μάλλον. Είναι το φαγητό (κυρίως) ή το ρούχο κλπ που ετοιμάζουμε για να πάρουμε μαζί μας την επομένη. Τοίμασα τς ουρδνιές ιμ Πάει να πει πως είμαι έτοιμος. Κι ουρνδιάζου, ουρνδιασμένους.

    Για το μπεζαρίζω, τόχω νομίζω ξαναγράψει πως σε μας έχει την έννοια πως επιτέλους κατάφερα κάτι, μετά από πολύ χρόνο. Μπιζέρσα α του τιλιώσου.

    26 Δεν ξέρω τι λένε γαβάνι οι Χαλκιδιώτες, στα μέρη μου έτσι έλεγαν παλιά τη μαλακία!

    66 Και τι θα γίνει τώρα με την Αλέξα; Πώς θ’ ανέβεις θέσεις;

  95. 93 Γιατί; Άμα είναι ζωντοχήρα, δεν μπορεί να είναι και ζωντοχείρα; Μόνο για τη χήρα θα σκέφτεσαι τη χείρα;

  96. Μαρία said

    94
    Και φίλοι μου Χαλκιδικιώτες Βαλτινοί τη μαλακία έλεγαν γαβάνι.

  97. Κ, Καραποτόσογλου said

    Η τουρκική αγνοεί τη λ. tendarik· η λ. τενταρούκι, τανταρούκι, ντανταρούκι, νταραρούκι προέρχεται από το τουρκικό تدارک tedarik, tedaruk 1. απόκτηση, το προμηθεύεσθαι, προμήθεια, προσπορισμός 2. προετοιμασία· a preparing, procuring, or getting together any needful thing; preparation; provision. Χλωρού 481α.

    Συγχαρητήρια στον Βασ. Φίλιππα για την εξαιρετική εργασία.

  98. sarant said

    97 Eυχαριστώ πολύ για τη διόρθωση!

  99. Αιμ said

    Αν και καθυστερημένα : στο λήμμα 18 λείπει η ερμηνεία 2

    Το χαλεύω παλιά νόμιζα πως ήταν κρητικό μέχρι που το άκουσα από έναν Σαρακατσάνο στο δρόμο για τις Δρακόλιμνες. Αν υπάρχει και στα ΒΙ πανελλήνιο θα ναι μάλλον

  100. Αιμ said

    Φοβερή δουλειά ξέχασα να πω !

  101. Κιγκέρι said

    Καραγάτσης, Το μπουρίνι:

    Ο Γκουντής πήρε το δρόμο του κονακιού, με την αργή και μετρημένη περπατησιά των καμπίσιων της Θεσσαλίας. Μες στο μυαλό του γύριζε τα λόγια που θα ‘λεγε του τσιφλικά. Η αταβική διπλωματία της τεσσεροχιλιόχρονης σκλάβας γενιάς του, πάλευε μέσα του με την απελπισία της στιγμής. Σαν έφτασε μπρος στη βαριά πόρτα με τα μαντεμένια καρφιά, δεν είχε πάρει ακόμα απόφαση. Αναστέναξε βαθιά. Κι έκρουσε το μάνταλο. Τα λυκόσκυλα ούρλιαξαν στην αυλή. Πάνω στις πέτρες ακούστηκαν περπατησιές. Η πόρτα μισάνοιξε.
    — Ποιος είναι; ρώτησε μια φωνή.
    — Ιγώ. Η Γκ’ντής, η Πουτούλ’ς.
    —Τι χαλεύ’ς γιέρου;
    — Θέλου να ιδώ τ’ αφεντ’κό.
    — Κάτσι να ρουτήξω.

  102. Κ. Καραποτόσογλου said

    Ο κ. Σαραντάκος ετυμολογεί σωστά τη λ. τενταρούκι από το τουρκικό tedarik ενώ στην τουρκική συνυπάρχει ο τύπος تدارک tedaruk = 1. απόκτηση, το προμηθεύεσθαι, προμήθεια, προσπορισμός 2. προετοιμασία· a preparing, procuring, or getting together any needful thing; preparation; Provision, απ᾽όπου και τύποι λήγοντες σε –ρούκι. Χλωρού 481α. Ν. Σαραντάκου, Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, σ. 219.
    Συγχαρητήρια στον Βασ. Φίλιππα για την εξαιρετική εργασία.

    Κ. Καραποτόσογλου

  103. sarant said

    102 Ευχαριστώ και πάλι!

  104. leonicos said

    test

  105. Βασίλης Φίλιππας said

    Καλησπέρα.
    Λόγοι που ανέκυψαν την τελευταία στιγμή με ανάγκασαν να μην παρακολουθήσω τη ροή των σχολίων και να μην απαντήσω ή να ευχαριστήσω έγκαιρα τους γράφοντες και ζητώ γι’ αυτό συγγνώμη.
    4. Κοίταξα προσεκτικά για το απόσπασμα του δημοτικού τραγουδιού και δεν το βρήκα στις σημειώσεις μου και στα βιβλία δημοτικών οπότε πρόκειται για δημοτικό που είχε καταγράψει ο Iωάννης Ν. Σταµατέλος (1822-1881) στα ανέκδοτα έργα του «Συλλογή δηµοτικών ασµάτων της Λευκάδος» ή στο «Συλλογή ανεκδότων ασµάτων του λευκαδίου λαού» που περιλαμβάνονται στο Χειρόγραφο βιβλιοθήκης της Βουλής αρ. 198.
    Ευχαριστίες πολλές στους 50, 61, 71, 94, 97 και 100.
    61. Ευχαριστώ πολύ. Να σημειώσω ότι η κρητική διάλεκτος και τα επτανησιακά ιδιώματα έχουν πάμπολλες κοινότητες στις λέξεις όχι μόνο βενετικής ρίζας που είναι φυσικό αλλά και στο ελληνικό λεξιλόγιο αλλά και σε γραμματικά χαρακτηριστικά.
    97. Κύριε Καραπότσογλου σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια και διορθώνω άμεσα το ορθογραφικό λάθος στην ετυμολογία της λέξης στο σώμα του βιβλίου.

  106. Πέπε said

    @105

    Ευχαριστώ πολύ (για το δημοτικό τραγούδι).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: