Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι άφαντοι Σιαμέζοι (αστυνομικό διήγημα του Ντάσιελ Χάμετ)

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2021


Την περασμένη Κυριακή παρουσίασα εδώ ένα παλιό μου κείμενο, που το είχα γράψει πριν από 30+ χρόνια, όταν είχα μεταφράσει το Γεράκι της Μάλτας, του Ντάσιελ Χάμετ, για τη Σύγχρονη Εποχή. Από τη συζήτηση μού άνοιξε η όρεξη κι έτσι έπιασα ένα διήγημα του Χάμετ, που το έχω σε μια συλλογή του 1950, αλλά που αρχικά γράφτηκε το 1926 και δημοσιεύτηκε στο λαϊκό (pulp) περιοδικό Black Mask.

Το μετέφρασα λοιπόν και το παρουσιάζω σήμερα. Η μετάφραση είναι λιγάκι πρίμα βίστα, οπότε ας θεωρηθεί under construction, αλλά θα αναφερθώ σε καναδυό σημεία. Το διήγημα έχει μια περίεργη ομοιότητα με την υπόθεση που απασχολεί αυτές τις μέρες την κοινή γνώμη -και εδώ έχουμε κάποιους μυστηριώδεις ξένους να διαπράττουν ληστεία- οπότε διάλεξα να το παρουσιάσω σήμερα κι ας μην έχω χτενίσει τη μετάφραση όσο θα ήθελα.

Το διήγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά δεν έχω δει αυτή την παλιά μετάφραση, που πρέπει να έγινε το 1988-9, τότε που μόλις είχα φύγει για έξω. Ο ελληνικός τίτλος ήταν, νομίζω, «Ο έρπων Σιαμαίος», με τον οποίο διαφωνώ σε όλες τις λέξεις. Ο αγγλικός, το βλέπετε, The Creeping Siamese.

Καταρχάς, δεν μου αρέσει ο Σιαμαίος, διότι στα ελληνικά σιαμαίοι είναι οι δίδυμοι που γεννιούνται με τα σώματά τους ενωμένα. Εδώ έχουμε κάποιον ή κάποιους από το Σιάμ, άρα θα πούμε Σιαμέζος/Σιαμέζοι (και όχι Ταϊλανδός που θα λέγαμε σήμερα). Έπειτα, χρειάζεται πληθυντικός -αφού οι Σιαμέζοι είναι πολλοί.

Και τέλος γιατί «έρπων»; Εννοώ, αρχικά, γιατί τόση καθαρεύουσα. Θα προτιμούσα «σερνάμενος». Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι ο Χάμετ χρησιμοποιεί διαφορετικά τη λέξη. Δεν θέλω να σποϊλάρω, αλλά στο διήγημα δεν υπάρχει κανείς που να έρπει ή να σέρνεται ή να σκύβει. Η φράση creeping Siamese εμφανίζεται μόνο μια φορά στο τέλος, τη λέει ο αστυνομικός προς τον Ρίχτερ. Οπότε, σκέφτηκα ότι εδώ χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του elusive γι αυτό και διάλεξα «άφαντος» αν και μπορώ να αλλάξω γνώμη αν με πείσετε. Στα ισπανικά, ο τίτλος έχει μεταφραστεί Los siameses escurridizos, που είναι περίπου ίδιος με τον δικό μου. (Η γαλλική μετάφραση, Rats de Siam, είναι πιο ελεύθερη).

Το διήγημα είναι χαρακτηριστικό της σκληροτράχηλης σχολής που εισηγήθηκε ο Χάμετ και δείχνει με αρκετή πειστικότητα τον τρόπο δουλειάς του ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Κοντινένταλ Οπ, του ανώνυμου ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Πρακτορείου, που πρωταγωνιστεί σε πολλά έργα του Χάμετ. Η δράση διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο και στην έκδοση του 1950 υπάρχει στο οπισθόφυλλο και χάρτης της πόλης που δείχνει πού βρίσκονται τα γραφεία του Ηπειρωτικού και το σπίτι του Ρίχτερ, όπως και άλλα σημεία που σχετίζονται με τα άλλα διηγήματα της συλλογής (ανάμεσά τους και ένα ανύπαρκτο βαλκανικό κράτος, η Στεφανία, που θα το βρούμε στη νουβέλα This King Business, που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά  με τον ελαφρώς παραπλανητικό τίτλο Αχ, αυτές οι βασιλικές μπίζνες).

Παραθέτω λοιπόν την (αχτένιστη, το ξαναλέω) μετάφραση που έκανα στους Σιαμέζους του Χάμετ και στο τέλος αναφέρω ένα ακόμα μεταφραστικό.

Οι άφαντοι Σιαμέζοι

Στεκόμουν στο γκισέ του ταμείου στα κεντρικά γραφεία του Ηπειρωτικού Πρακτορείου Ντετέκτιβ στο Σαν Φρανσίσκο και παρακολουθούσα τον Πόρτερ που έλεγχε τον λογαριασμό των εξόδων μου, όταν μπήκε μέσα εκείνος. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με σκληρή έκφραση στο οστεώδες πρόσωπό του. Το γκρίζο κουστούμι του κρεμόταν σακουλιασμένο από τους πλατιούς ώμους του. Στο φως του σούρουπου που έμπαινε από τα μισοκατεβασμενα στόρια, το δέρμα του είχε το χρώμα που έχουν τα καινούργια καφέ παπούτσια.

Άνοιξε απότομα την πόρτα και μετά έμεινε διστακτικός στην είσοδο, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή, γυρίζοντας το πόμολο μπροστά και πίσω με το κοκαλιάρικο χέρι του. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε αναποφάσιστο. Ήταν άσκημο και βλοσυρό και είχε την έκφραση κάποιου που θυμήθηκε κάτι δυσάρεστο.

Ο Τόμι Χάουντ, ο φακιδιάρης και πλακουτσομύτης νεαρός κλητήρας μας, σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγε ως τη διαχωριστική γρίλια.

«Τι θέλ…» άρχισε να λέει ο Τόμι και τινάχτηκε προς τα πίσω.

Ο άντρας είχε αφήσει το πόμολο. Σταύρωσε τα μακριά χέρια του μπροστά στο στήθος του, πιάνοντας με κάθε παλάμη έναν ώμο. Το στόμα του άνοιξε διάπλατα, σ’ ένα χασμουρητό που κάθε άλλο παρά χαλάρωση έδειχνε. Έκλεισε το στόμα με θόρυβο. Ανασήκωσε τα χείλια φανερώνοντας σφιγμένα κίτρινα δόντια.

«Γαμώτο!» μούγκρισε, όλο αηδία και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Πήδηξα πάνω από το χώρισμα, πέρασα πάνω από το σώμα του και βγήκα στον διάδρομο.

Τέσσερις πόρτες πιο πέρα, η Άγκνες Μπρέιντεν, μια στρουμπουλή τριανταπεντάρα που έχει ένα στενογραφείο για το κοινό, έμπαινε στο γραφείο της.

«Δεσποινίς Μπρέιντεν», της φώναξα· γύρισε και με περίμενε να πλησιάσω. «Μήπως είδατε τον άντρα που μόλις μπήκε στο γραφείο μας;»

«Ναι». Τα πράσινα μάτια της φωτίστηκαν από την περιέργεια. «Ένας ψηλός, που ήταν μαζί μου στο ασανσέρ. Γιατί ρωτάτε;»

«Ήταν μόνος του;»

«Ναι. Δηλαδή, εκείνος κι εγώ ήμασταν οι μόνοι που βγήκαμε στον όροφό μας. Γιατί;»

«Είδατε κανέναν άλλον κοντά του;»

«Όχι, αλλά δεν τον πρόσεξα όσο ήμασταν στο ασανσέρ. Γιατί ρωτάτε;»

«Το φέρσιμό του σας φάνηκε περίεργο;»

«Όχι, δεν αντιλήφθηκα τίποτε. Γιατί;»

«Σας ευχαριστώ. Θα περάσω αργότερα να σας πω».

Έκανα ένα γύρο από τους διαδρόμους του ορόφου μας χωρίς να μάθω τίποτα.

Όταν επέστρεψα στο γραφείο, ο κοκαλιάρης άντρας κειτόταν ακόμα στο πάτωμα, αλλά τον είχαν γυρίσει ανάσκελα. Όπως περίμενα, ήταν νεκρός. Ο Γέρος, που τον εξέταζε, σηκώθηκε όρθιος βλέποντάς με να μπαίνω. Ο Πόρτερ ήταν στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να μιλήσει με την αστυνομία. Τα μάτια του Τόμι Χάουντ ήταν γαλανά μισοδόλαρα σε άσπρο πρόσωπο.

«Τίποτα στους διαδρόμους», είπα στον Γέρο. «Ανέβηκε με το ασανσέρ μαζί με την Άγκνες Μπρέιντεν, η οποία λέει ότι ήταν μόνος του και ότι δεν είδε κανέναν κοντά του».

«Ακριβώς αυτό». Η φωνή και το χαμόγελο του Γέρου ήταν μειλίχια και ευγενικά λες και το πτώμα στα πόδια του ήταν απλώς ένα μοτίβο πάνω στο χαλί. Πενήντα χρόνια ντετεκτιβίστικης δουλειάς τον είχαν κάνει πιο ασυγκίνητο κι από ενεχυροδανειστή. «Φαίνεται πως τον μαχαίρωσαν στο αριστερό στήθος, μια μάλλον μεγάλη πληγή· για να σταματήσει την αιμορραγία, είχε βάλει αυτό το μεταξένιο ύφασμα» -και με το πόδι του ακούμπησε μια τσαλακωμένη μπάλα από κόκκινο ύφασμα στο πάτωμα- «που όπως φαίνεται είναι ένα σαρόνγκ».

Για τον Γέρο, σήμερα δεν είναι Τρίτη. Φαίνεται να είναι Τρίτη.

«Πάνω του», συνέχισε, «βρήκα περίπου εννιακόσια δολάρια σε χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών και μερικά ασημένια· ένα χρυσό ρολόι κι ένα σουγιά τσέπης βρετανικής κατασκευής· ένα γιαπωνέζικο ασημένιο νόμισμα των 50 σεν· καπνό, πίπα και σπίρτα· έναν πίνακα δρομολογίων της Σάουθερν Πασίφικ· δυο μαντίλια, χωρίς σημάδια από καθαριστήριο· στυλό και μερικά φύλλα άγραφο χαρτί· τέσσερα γραμματόσημα των δύο σεντς· κι ένα κλειδί που γράφει πάνω του Ξενοδοχείο Μοντγκόμερι, Δωμάτιο 540».

«Τα ρούχα του», συνέχισε, «φαίνονται καινούργια. Σίγουρα κάτι περισσότερο θα μάθουμε από αυτά όταν τα εξετάσουμε πιο επιστάμενα, κάτι που δεν θέλω να κάνω πριν έρθει η αστυνομία. Στο μεταξύ, δεν πας μέχρι το Μοντγκόμερι να δεις αν μπορείς να μάθεις τίποτε;»

Στο σαλόνι του ξενοδοχείου Μοντγκόμερι, ο πρώτος που συνάντησα ήταν αυτός που αναζητούσα: ο Πέντερσον, ο μπάτσος του ξενοδοχείου, ένας πρώην μπάρμαν με ξανθό μουστάκι, που από παρακολούθηση υπόπτων δεν σκαμπάζει περισσότερα απ’ όσα εγώ από σαξόφωνο, αλλά που ξέρει να κρίνει τους ανθρώπους και πώς να τους κουμαντάρει, πράγμα που είναι και αυτό που χρειάζεται στη δουλειά του.

«Καλώστον», με χαιρέτισε. «Έχεις κανένα σίγουρο;»

«Αύριο θα κερδίσουμε στο Σιάτλ, μπορείς να στοιχηματίσεις άφοβα. Ποιος κάθεται στο 540, Πιτ;»

«Αφού δεν παίζουμε στο Σιάτλ, ρε ψεύτη! Στο Πόρτλαντ παίζουμε. Απαράδεκτη έλλειψη συνείδησης, να μην ξέρεις που παίζει η ομάδ…»

«Κόφ’ το, Πιτ! Δεν έχω καιρό να χαζολογάω με τα παιδιάστικα χόμπι σου. Προ ολίγου κάποιος έπεσε νεκρός στο μαγαζί μας, και είχε στην τσέπη του ένα κλειδί δικού σας δωματίου: το 540».

Ο Πιτ ξαφνικά σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τα αθλητικά.

«Το 540;» Σήκωσε τα μάτια στην οροφή. «Πρέπει να ’ναι αυτός ο Ράουντς. Έπεσε νεκρός, είπες;»

«Εντελώς. Σωριάστηκε καταμεσίς στο γραφείο, με μια μαχαιριά στο κορμί του. Ποιος είναι αυτός ο Ράουντς;»

«Έτσι πρόχειρα δεν μπορώ να σου πω πολλά. Ένας μεγαλόσωμος κοκαλιάρης, με καφετί χρώμα δέρματος. Δεν θα τον πρόσεχα καθόλου αν δεν είχε μονίμως αυτή την ξινή έκφραση».

«Αυτός είναι. Πάμε να τον ψάξουμε».

Στη ρεσεψιόν μάθαμε ότι ο τύπος είχε καταφθάσει την προηγουμένη, και είχε δώσει το όνομα Χ.Ρ.Ράουντς, Νέα Υόρκη· είχε πει στον ρεσεψιονίστα ότι σκόπευε να φύγει σε τρεις μέρες το πολύ. Δεν είχε λάβει γράμματα ούτε τηλεφωνήματα. Κανείς δεν ήξερε πότε είχε βγει, γιατί δεν είχε αφήσει το κλειδί του στη ρεσεψιόν. Ούτε τα παιδιά του ασανσέρ, ούτε οι γκρουμ είχαν να μας πουν κάτι.

Το δωμάτιό του δεν πρόσθεσε πολλά σε όσα ξέραμε. Οι αποσκευές του ήταν μια τσάντα από χοιρόδερμα, ταλαιπωρημένη και γεμάτη αμυχές, σκεπασμένη με σημάδια από ετικέτες που κάποιος τις είχε ξύσει και τις είχε αφαιρέσει. Ήταν κλειδωμένη, αλλά οι κλειδαριές των σακ βουαγιάζ δεν αξίζουν και πολλά πράγματα. Αυτή εκεί μάς αντιστάθηκε κανα πεντάλεπτο.

Τα ρούχα του Ράουντς -μερικά στη βαλίτσα, άλλα στη ντουλάπα- δεν ήταν ούτε πολλά, ούτε ακριβά, όμως ήταν όλα τους καινούργια. Τα ασπρόρουχα δεν είχαν σημάδια από καθαριστήριο. Όλα τους ήταν από γνωστές μάρκες, πολυδιαφημισμένες, που μπορεί κανείς να τις αγοράσει σε οποιαδήποτε πόλη της χώρας. Δεν βρήκαμε ούτε ένα κομμάτι χαρτί με κάτι γραμμένο πάνω του. Ούτε μια ετικέτα που να δηλώνει ταυτότητα. Τίποτα στο δωμάτιο δεν μπορούσε να μας πληροφορήσει από πού είχε έρθει ο Ράουντς ή γιατί.

Ο Πέντερσον είχε θυμώσει.

«Να δεις που αν δεν σκοτωνόταν, θα μας φέσωνε το νοίκι μιας εβδομάδας! Αυτοί οι τύποι που δεν έχουν πάνω τους τίποτα που να δηλώνει ταυτότητα και που δεν αφήνουν τα κλειδιά τους στη ρεσεψιόν όταν βγαίνουν, δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι!».

Μόλις είχαμε τελειώσει την αναζήτησή μας, όταν ένας γκρουμ έφερε στο δωμάτιο τον ντετέκτιβ Ο’ Γκαρ, λοχία του τμήματος ανθρωποκτονιών της αστυνομίας.

«Πέρασες από το Πρακτορείο;» τον ρώτησα.

«Ναι, από εκεί έρχομαι».

«Κανένα νέο;»

Ο Ο’ Γκαρ έσπρωξε πίσω το πλατύγυρο μαύρο αστυνομικό καπέλο του και έξυσε το στρογγυλό κεφάλι του.

«Όχι πολλά. Ο γιατρός λέει ότι τον έσφαξαν με μια λεπίδα τουλάχιστον δεκαπέντε πόντους επί πέντε πόντους πλατιά, και ότι αποκλείεται να έζησε δυο ώρες μετά τον τραυματισμό -μάλλον όχι περισσότερο από μία ώρα. Δεν βρήκαμε κανένα νέο για το άτομό του. Εσείς τι βρήκατε;»

«Λέγεται Ράουντς. Γράφτηκε εδώ χτες, από Νέα Υόρκη. Τα πράγματά του είναι καινούργια και πάνω τους δεν υπάρχει τίποτα που να μας λέει το παραμικρό, εκτός από το ότι δεν ήθελε να αφήσει ίχνη. Ούτε γράμματα, ούτε σημειώματα, τίποτα. Ούτε αίμα, ούτε σημάδια από καβγά στο δωμάτιο».

Ο Ο’ Γκαρ στράφηκε στον Πέντερσον.

«Είχατε τίποτα μελαψούς στο ξενοδοχείο; Ινδούς και τα ρέστα;»

«Δεν είδα κανέναν», είπε ο ντετέκτιβ του ξενοδοχείου. «Θα το κοιτάξω».

«Οπότε το κόκκινο μεταξένιο ύφασμα ήταν σαρόνγκ;» ρώτησα.

«Και ακριβό μάλιστα», είπε ο αστυνομικός. «Τα τέσσερα χρόνια που έκανα στρατιώτης στα νησιά είδα κάμποσα, αλλά ποτέ μου ένα τόσο φίνο».

«Ποιοι τα φοράνε;»

«Άντρες και γυναίκες στις Φιλιππίνες, στο Βόρνεο, στην Ιάβα, στη Σουμάτρα, στη χερσόνησο της Μαλαισίας, σε περιοχές της Ινδίας».

«Δηλαδή λες ότι εκείνος που τον έσφαξε, όποιος και να ’ναι, έκανε φιγούρα κυκλοφορώντας στο δρόμο με κόκκινο μεσοφόρι;»

«Πολύ αστείος είσαι!» μου μούγκρισε. «Τα σαρόνγκ πολύ συχνά τα τυλίγουν ή τα στρίβουν σαν ζώνες ή ταινίες. Και πού ξέρω εγώ ότι τον μαχαίρωσαν στο δρόμο; Κι εδώ που τα λέμε, πού ξέρω ότι δεν τον μαχαίρωσαν στο μαγαζί σου;»

«Εμείς τα θύματά μας πάντοτε τα θάβουμε χωρίς να πούμε λέξη. Πάμε κάτω να βοηθήσουμε τον Πιτ που ψάχνει καφετιούς υπόπτους».

Η αναζήτηση αυτή δεν οδήγησε πουθενά. Αν τίποτα καφετιοί άντρες είχαν στήσει καρτέρι γύρω από το ξενοδοχείο, ήταν τόσο καλοί σ’ αυτό που δεν έγιναν αντιληπτοί.

Τηλεφώνησα στον Γέρο, του είπα τι είχα μάθει -δεν χάλασα και πολύ σάλιο- και μετά περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ με τον Ο’ Γκαρ, κάνοντας διάφορες κρούσεις που καμιά τους δεν βρήκε τον στόχο. Ρωτήσαμε ταξιτζήδες, ρωτήσαμε τους τρεις Ράουντς που βρήκαμε στον τηλεφωνικό κατάλογο, αλλά στο τέλος η άγνοιά μας ήταν το ίδιο ολοκληρωτική όπως όταν είχαμε αρχίσει.

Οι πρωινές εφημερίδες, που κυκλοφόρησαν λίγο μετά τις οχτώ το βράδυ, δημοσίευαν την είδηση όπως την ξέραμε.

Στις 11 η ώρα είπαμε καληνύχτα με τον Ο’ Γκαρ και κατευθυνθήκαμε ο καθένας προς το κρεβάτι του.

Ο χωρισμός μας δεν κράτησε πολύ.

 

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, καθόμουν στο πλάι του κρεβατιού μου, στο θαμπό φως του φεγγαριού που μόλις ανέτελλε, ενώ το τηλέφωνο στο χέρι μου κουδούνιζε.

Η φωνή του Ο’Γκαρ: «1856 Μπροντγουέι! Εμπρός, ξεκίνα!»

«1856 Μπροντγουέι», επανέλαβα. Εκείνος το έκλεισε.

Ολοκλήρωσα το ξύπνημά μου ενώ τηλεφωνούσα για ταξί και μετά ντύθηκα κακήν κακώς. Καθώς κατέβαινα για να βγω έξω, το ρολόι μου με πληροφόρησε ότι ήταν 00.55. Δεν είχα συμπληρώσει τέταρτο της ώρας στο κρεβάτι.

Στη διεύθυνση 1856 Μπροντγουέι υπήρχε ένα τριώροφο σπίτι πίσω από έναν μικροσκοπικό κήπο, σε μια σειρά από παρόμοια σπίτια πίσω από παρόμοιους κήπους. Τα άλλα ήταν σκοτεινά. Το 1856 έριχνε φως από κάθε παράθυρο και από την ανοιχτή μπροστινή πόρτα. Ένας αστυνομικός στεκόταν στην είσοδο.

«Γεια σου Μακ! Ο Ο’ Γκαρ είναι μέσα;»

«Μόλις ήρθε».

Μπήκα σε ένα χολ με χρώματα καφέ και ωχροκίτρινο και είδα τον ντετέκτιβ να ανεβαίνει τις πλατιές σκάλες.

«Τι τρέχει;» τον ρώτησα πλησιάζοντάς τον.

«Δεν ξέρω».

Στον πρώτο όροφο στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε σε μια βιβλιοθήκη ή καθιστικό που έπιανε όλη την πρόσοψη του σπιτιού.

Ένας άντρας με πιτζάμες και μπουρνούζι καθόταν σε έναν καναπέ. Είχε το γυμνό του πόδι τεντωμένο πάνω σε μια καρέκλα μπροστά του. Με χαιρέτησε και τον αναγνώρισα: ήταν ο Όστιν Ρίχτερ, ιδιοκτήτης ενός κινηματογράφου στη Μάρκετ Στριτ. Ήταν ένας στρογγυλοπρόσωπος άντρας, γύρω στα σαρανταπέντε, εν μέρει φαλακρός· είχε ζητήσει τις υπηρεσίες του Πρακτορείου μας πριν από κανα χρόνο, για κάποιον πωλητή εισιτηρίων ο οποίος είχε εξαφανιστεί χωρίς να παραδώσει τις εισπράξεις της ημέρας.

Μπροστά στον Ρίχτερ στεκόταν ένας αδύνατος ασπρομάλλης, που από μακριά φαινόταν ότι ήταν γιατρός· κοίταζε το πόδι του Ρίχτερ, που ήταν δεμένο με επίδεσμο κάτω από το γόνατο. Πλάι στον γιατρό στεκόταν μια ψηλή γυναίκα με ρόμπα γαρνιρισμένη με γούνα· στα χέρια της κρατούσε ένα ρολό γάζα και ψαλίδι. Ένας σωματώδης δεκανέας της αστυνομίας έγραφε κάτι σε ένα σημειωματάριο πάνω σ’ ένα μακρόστενο τραπέζι, ενώ στον αγκώνα του υπήρχε ένα χοντρό μπαστούνι από ξύλο καρυδιάς, ακουμπισμένο πάνω στο φωτεινό μπλε τραπεζομάντιλο.

Καθώς μπήκαμε στο δωμάτιο, όλοι γύρισαν και μας κοίταξαν. Ο δεκανέας σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μας.

«Λοχία, ήξερα ότι χειρίζεστε την υπόθεση Ράουντς, σκέφτηκα λοιπόν να σας ειδοποιήσω αμέσως μόλις άκουσα ότι και εδώ είναι μπλεγμένοι κάτι μελαψοί».

«Καλά έκανες, Φλυν», είπε ο Ο’ Γκαρ. «Τι έχουμε εδώ;»

«Διάρρηξη ή ίσως απόπειρα διάρρηξης. Οι δράστες ήταν τέσσερις -παραβίασαν την πόρτα της κουζίνας».

Ο Ρίχτερ καθόταν με ολόισιο το κορμί του και τα γαλανά του μάτια ξαφνικά έλαμψαν, όπως και τα καστανά μάτια της γυναίκας.

«Συγγνώμη που σας διακόπτω», είπε, «αλλά… είπατε κάτι για μελαψούς για μιαν άλλη υπόθεση… υπάρχει και άλλο;»

Ο Ο’ Γκαρ με κοίταξε.

«Δεν είδατε τις πρωινές εφημερίδες;» ρώτησα τον αιθουσάρχη.

«Όχι».

«Ε, ένας άντρας μπήκε στα γραφεία του Ηπειρωτικού αργά το απόγευμα, με μια μαχαιριά στο στήθος του, και πέθανε εκεί. Σφιχτά πάνω στην πληγή κρατούσε ένα σαρόνγκ, σαν για να σταματήσει την αιμορραγία. Από εκεί μάς ήρθε η ιδέα για μελαψούς».

«Το όνομά του;»

«Ράουντς, Χ.Ρ.Ράουντς».

Το όνομα δεν φάνηκε γνωστό στον Ρίχτερ.

«Ένας ψηλός, αδύνατος, με σκούρο δέρμα;» ρώτησε. «Με γκρίζο κοστούμι;»

«Όλα αυτά».

Ο Ρίχτερ στράφηκε και κοίταξε τη γυναίκα.

«Ο Μολόι», αναφώνησε.

«Ο Μολόι», αναφώνησε εκείνη.

«Τον ξέρετε, λοιπόν;»

Στράφηκαν και οι δυο προς τα μένα.

«Ναι. Ήταν εδώ το απόγευμα.  Έφυγε…»

Ο Ρίχτερ σταμάτησε και στράφηκε ξανά προς τη γυναίκα με ένα ερωτηματικό βλέμμα.

«Ναι, Όστιν», είπε εκείνη και, αφήνοντας τη γάζα και το ψαλίδι πάνω στο τραπέζι, κάθισε πλάι του στον καναπέ. «Πες τους».

Εκείνος χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι της και με κοίταξε ξανά, έχοντας την έκφραση κάποιου που μόλις είδε ένα βολικό μέρος για ν’ απιθώσει το βαρύ φορτίο που κουβαλάει.

«Καθίστε. Δεν είναι μεγάλη ιστορία, αλλά καθίστε».

Βρήκαμε καρέκλες και καθίσαμε.

«Ο Μολόι, ο Σαμ Μολόι, έτσι λέγεται ή τουλάχιστον με αυτό το όνομα τον γνώριζα. Ήρθε εδώ το απόγευμα. Είχε τηλεφωνήσει στο σινεμά, ή είχε περάσει από εκεί, και του είπαν ότι είμαι στο σπίτι. Είχα τρία χρόνια να τον δω. Όταν μπήκε, είδαμε -και η γυναίκα μου κι εγώ- ότι κάτι του συνέβαινε.

Όταν τον ρώτησα, είπε πως τον είχε μαχαιρώσει ένας Σιαμέζος, όπως ερχόταν εδώ. Δεν φαινόταν να θεωρεί σοβαρό το τραύμα του -ή τουλάχιστον έτσι προσποιόταν. Δεν θέλησε να μας αφήσει να το φροντίσουμε, ούτε να το κοιτάξουμε. Είπε πως θα πήγαινε σε γιατρό μόλις έφευγε, αφού πρώτα ξεφορτωνόταν το πράγμα. Γι’ αυτό είχε έρθει να με δει. Ήθελε να το κρύψω, να του το φυλάξω μέχρι που να έρθει να το ξαναπάρει.

Δεν μίλησε πολύ. Βιαζόταν και υπέφερε. Δεν του έκανα ερωτήσεις. Δεν μπορούσα να του αρνηθώ τίποτα. Δεν μπορούσα να τον ρωτήσω, παρόλο που άφησε να εννοηθεί ότι επρόκειτο για κάτι παράνομο αλλά και επικίνδυνο. Είχε σώσει μια φορά τη ζωή μας -περισσότερο τη δική μου παρά της γυναίκας μου- τότε που τον πρωτογνωρίσαμε, στο Μεξικό. Αυτό έγινε το 1916. Είχαμε ξεμείνει εκεί κάτω τότε που έγιναν οι φασαρίες με τον Βίγια. Ο Μολόι έκανε λαθρεμπόριο όπλων και είχε τόση επιρροή στους ληστές, που κατάφερε να μας αφήσουν ελεύθερους τη στιγμή που πιστεύαμε πως είμαστε χαμένοι.

Οπότε, τώρα που ήθελε να κάνω κάτι γι’ αυτόν, δεν μπορούσα να τον αρχίσω στις ερωτήσεις. Του είπα «Ναι» και μου έδωσε το δέμα. Δεν ήταν μεγάλο: περίπου το μέγεθος, να πούμε, μιας φρατζόλας ψωμί, κάτι τέτοιο, αλλά πολύ βαρύ για το μέγεθός του. Ήταν τυλιγμένο σε καφέ χαρτί. Μόλις έφυγε, το ξετυλίξαμε, δηλαδή βγάλαμε το χαρτί. Αλλά το εσωτερικό περιτύλιγμα ήταν από καραβόπανο, δεμένο με μεταξένιο σκοινί, και σφραγισμένο, οπότε δεν το ανοίξαμε. Το βάλαμε επάνω, σε ένα δωμάτιο που έχουμε για αποθήκη, κάτω από μια στοίβα παλιά περιοδικά.

«Και μετά, γύρω στις 12 παρά τέταρτο -είχα πέσει στο κρεβάτι πριν από λίγα λεπτά και δεν είχα ακόμα κοιμηθεί- άκουσα έναν θόρυβο από εδώ πέρα. Δεν έχω πιστόλι και στο σπίτι δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσες να το πεις όπλο, αλλά αυτό εδώ το μπαστούνι» -και έδειξε το καρυδένιο μπαστούνι πάνω στο τραπέζι- «βρισκόταν σε μια ντουλάπα στο υπνοδωμάτιό μας. Οπότε το πήρα και βγήκα να δω τι συμβαίνει.

«Αμέσως έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας είδα κάποιον. Εγώ τον έβλεπα καλύτερα απ’ ό,τι εκείνος εμένα, επειδή η πόρτα ήταν ανοιχτή και εκείνος είχε φόντο το παράθυρο. Βρισκόταν ανάμεσα σε μένα και στο παράθυρο και το φως του φεγγαριού τον φώτιζε καλούτσικα. Τον χτύπησα με το μπαστούνι, αλλά δεν τον έριξα κάτω. Άρχισε να τρέχει προς τα πέρα. Βλακωδώς, χωρίς να σκεφτώ ότι μπορεί να μην ήταν μόνος του, έτρεξα πίσω του. Και καθώς μπήκα σε αυτό το δωμάτιο, ένας άλλος με πυροβόλησε στο πόδι.

«Έπεσα, φυσικά. Και ενώ σηκωνόμουν, ήρθαν δυο απ’ αυτούς, έχοντας τη γυναίκα μου ανάμεσά τους. Ήταν τέσσερις. Μεσαίου αναστήματος, καφέ χρώματος, αλλά όχι πολύ σκούροι. Θεώρησα δεδομένο πως είναι Σιαμέζοι, επειδή ο Μολόι είχε πει για Σιαμέζο. Άναψαν τα φώτα, κι ένας από αυτούς, που φαινόταν να είναι ο αρχηγός, με ρώτησε:

«Πού είναι το;»’

«Η προφορά του ήταν ξενική, αλλά καταλάβαινες τι έλεγε. Φυσικά, κατάλαβα ότι ήθελε το πράγμα που είχε αφήσει ο Μολόι, αλλά προσποιήθηκα πως δεν ξέρω τίποτα. Μου είπαν, δηλαδή ο αρχηγός μού είπε, ότι ήξεραν πως το είχε αφήσει εδώ· αν και έλεγαν τον Μολόι με άλλο όνομα: Ντόσον. Τους είπα ότι δεν ξέρω κανέναν Ντόσον και ότι κανείς δεν είχε αφήσει τίποτα· προσπάθησα μάλιστα να τους κάνω να μου πουν τι ήταν αυτό που περίμεναν να βρουν. Αλλά δεν μου είπαν -απλώς έλεγαν ‘αυτό’.

«Μιλούσαν μεταξύ τους -και βέβαια εγώ δεν έπιανα τίποτα- και μετά οι τρεις βγήκαν έξω απ’ το δωμάτιο αφήνοντας εδώ έναν να μας φυλάει. Είχε ένα πιστόλι Λούγκερ. Ακούγαμε τους άλλους να μετακινούνται μέσα στο σπίτι. Η έρευνά τους πρέπει να κράτησε μια ώρα. Τότε, εκείνος που τον θεωρώ αρχηγό τους ήρθε εδώ και είπε κάτι στον φρουρό μας. Και οι δυο είχαν ύφος θριαμβευτικό.

«Δεν είναι έξυπνο αν εσύ φύγεις από το δωμάτιο πριν πολλή ώρα», μου είπε ο αρχηγός· ύστερα έφυγαν -κι οι δυο τους- κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.

«Ήξερα ότι έφευγαν, αλλά δεν μπορούσα να περπατήσω έτσι που ήταν το πόδι μου. Ο γιατρός λέει πως θα είμαι τυχερός αν μπορέσω να περπατήσω σε δυο μήνες. Δεν ήθελα να βγει η γυναίκα μου και ίσως να συναντήσει κάποιον από αυτούς πριν φύγουν, εκείνη όμως επέμενε να βγει. Είδε ότι έφυγαν, τηλεφώνησε στην αστυνομία, και μετά ανέβηκε στην &αποθήκη και διαπίστωσε ότι το δέμα του Μολόι έλειπε».

«Κι αυτός ο Μολόι δεν έκανε καμιά νύξη για το τι ήταν μέσα στο δέμα;» ρώτησε ο Ο’ Γκαρ.

«Ούτε λέξη, μόνο πως ήταν κάτι που το κυνηγούσαν οι Σιαμέζοι».

«Ήξερε τον Σιαμέζο που τον μαχαίρωσε;» ρώτησα εγώ.

«Έτσι νομίζω», είπε αργά ο Ρίχτερ, «αν και δεν είμαι βέβαιος αν όντως μας το είπε».

«Θυμάστε τα λόγια του;»

«Όχι ακριβώς, φοβάμαι».

«Νομίζω πως τα θυμάμαι εγώ», είπε η κ. Ρίχτερ. «Ο σύζυγός μου, ο κ. Ρίχτερ, τον ρώτησε: ‘Τι συμβαίνει Μολόι; Είσαι τραυματισμένος ή άρρωστος;’

«Ο Μολόι άφησε ένα γελάκι, έφερε το χέρι στο στήθος του, και είπε: ‘Τίποτα το σοβαρό. Καθώς ερχόμουν εδώ έπεσα πάνω σ’ έναν Σιαμέζο, που με έψαχνε, και από απροσεξία μου τον άφησα να με γρατζουνίσει. Αλλά το μπογαλάκι μου το κράτησα!’»

«Είπε τίποτε άλλο για τον Σιαμέζο;»

«Όχι άμεσα», απάντησε εκείνη, «αν και μας είπε να έχουμε το νου μας μήπως δούμε τίποτα Ασιάτες στη γειτονιά. Είπε ότι δεν θα μας άφηνε το δέμα αν πίστευε ότι θα μας έβαζε σε μπελάδες, αλλά υπήρχε πάντα η πιθανότητα να πάει κάτι στραβά οπότε καλύτερα να είμαστε προσεχτικοί. Και είπε στον σύζυγό μου» -και έδειξε με ένα νεύμα τον Ρίχτερ- «ότι οι Σιαμέζοι τον παρακολουθούσαν για μήνες, αλλά τώρα που είχε βρει ένα ασφαλές μέρος για το δέμα του «θα τους πήγαινε έναν μικρό περίπατο και θα ξεχνούσε να τους φέρει πίσω». Αυτά ήταν τα λόγια του».

«Τι ξέρετε για τον Μολόι;»

«Όχι πολλά πράγματα, φοβάμαι», είπε ο Ρίχτερ αναλαμβάνοντας πάλι να δίνει αυτός απαντήσεις. «Του άρεσε να μιλάει για τα μέρη που είχε επισκεφτεί και τα πράγματα που είχε δει, αλλά δεν μπορούσες να του πάρεις λέξη για τις δικές του υποθέσεις. Τον συναντήσαμε πρώτη φορά στο Μεξικό, όπως σας είπα, το 1916. Αφού μας έσωσε τότε και μας βοήθησε να φύγουμε, δεν τον ξαναείδαμε σχεδόν για τέσσερα χρόνια. Μια νύχτα χτύπησε το κουδούνι μας, και έμεινε μαζί μας για καναδυό ώρες. Μας είπε ότι θα πήγαινε στην Κίνα και είχε πολλές εκκρεμότητες να ρυθμίσει μέχρι να φύγει.

«Μερικούς μήνες αργότερα, ήρθε γράμμα του, σταλμένο από το Κουίνς Οτέλ του Κάντι[1]. Μου ζητούσε να του στείλω έναν κατάλογο με τους εισαγωγείς και εξαγωγείς του Σαν Φρανσίσκο. Μετά μου έστειλε ένα γράμμα όπου με ευχαριστούσε για τον κατάλογο και έπαψα να έχω νέα του μέχρι που ήρθε στο Σαν Φρανσίσκο για μια βδομάδα, περίπου ένα χρόνο αργότερα. Πρέπει να ήταν το 1921.

«Ένα χρόνο αργότερα ξαναήρθε εδώ για άλλη μια βδομάδα· μας είπε ότι βρισκόταν στη Βραζιλία αλλά, όπως συνήθως, δεν είπε τι έκανε εκεί. Μερικούς μήνες αργότερα πήρα γράμμα του από το Σικάγο, όπου μου έλεγε πως θα ερχόταν την επόμενη βδομάδα. Δεν ήρθε όμως· αντίθετα, λίγο αργότερα μάς έγραψε από το Βλαδιβοστόκ, λέγοντάς μας ότι δεν μπόρεσε να έρθει. Από τότε, σήμερα ήταν η πρώτη φορά που ακούσαμε νέα του».

«Πού μένει; Η οικογένειά του;»

«Πάντοτε λέει ότι δεν έχει ούτε σπίτι ούτε οικογένεια. Έχω την εντύπωση ότι γεννήθηκε στην Αγγλία, αν και δεν θυμάμαι αν μας το είπε ποτέ, ούτε τι με έκανε να σχηματίσω την εντύπωση».

«Έχεις άλλες ερωτήσεις;» ρώτησα τον Ο’ Γκαρ.

«Όχι. Να ρίξουμε μια ματιά σε όλο το σπίτι, μήπως οι Σιαμέζοι έχουν αφήσει τίποτα ίχνη».

Η ματιά που ρίξαμε ήταν διεξοδική. Δεν χωρίσαμε το μέρος, αλλά το χτενίσαμε μαζί -τα πάντα, από τη στέγη ως το υπόγειο.

Το κελάρι ήταν που μας βοήθησε περισσότερο: εκεί, στον κρύο καυστήρα, βρήκαμε μια χούφτα μαύρα κουμπιά και μαυρισμένες από τη φωτιά αγκράφες από καλτσοδέτες. Αλλά και οι επάνω όροφοι δεν στάθηκαν εντελώς άγονοι: σε ένα δωμάτιο βρήκαμε τσαλακωμένη μια απόδειξη από ένα κατάστημα στο Όκλαντ, με την ένδειξη 1 τραπεζομάντιλο· και σε ένα άλλο δωμάτιο δεν βρήκαμε καλτσοδέτες.

«Δεν είναι βέβαια δικιά μου δουλειά», είπα στον Ρίχτερ όταν με τον Ο’ Γκαρ πήγαμε ξανά εκεί που ήταν μαζεμένοι όλοι τους, «αλλά μου φαίνεται πως αν ισχυριστείς νόμιμη άμυνα έχεις μια ελπίδα να τη γλιτώσεις».

Προσπάθησε να σηκωθεί με ένα πήδημα από τον καναπέ, αλλά το χτυπημένο πόδι του τον πρόδωσε.

Η γυναίκα σηκώθηκε αργά.

«Και ίσως έτσι θα άφηνε και μια διέξοδο για σένα», της είπε ο Ο’ Γκαρ. «Γιατί δεν δοκιμάζεις να τον πείσεις;»

«Ή ίσως καλύτερα να ισχυριστείς εσύ ότι βρισκόσουν σε νόμιμη άμυνα», της πρότεινα. «Θα μπορούσες να πεις ότι όταν ο σύζυγός σου σε άρπαξε, ο Ρίχτερ έτρεξε να σε βοηθήσει, ότι ο σύζυγός σου τον πυροβόλησε και ότι έστρεφε το όπλο του προς το μέρος σου όταν τον μαχαίρωσες».

«Ο σύζυγός μου;»

«Μάλιστα, αξιότιμη κυρία Ράουντς-Μολόι-Ντόσον. Ο αείμνηστος σύζυγός σας».

Ο Ρίχτερ κατάφερε να κλείσει το στόμα του τόσο ώστε να μπορεί να σχηματίσει λέξεις.

«Τι θέλετε να πείτε με αυτές τις απίστευτες ανοησίες;» ρώτησε.

«Βαριές κουβέντες αυτές, από κάποιον σαν κι εσένα», μούγκρισε ο Ο’ Γκαρ. «Αν αυτά είναι ανοησίες, τι να πούμε για το παραμύθι που μας σέρβιρες, για άφαντους Σιαμέζους και μυστηριώδη δέματα και δε συμμαζεύεται;»

«Μην είσαι πολύ αυστηρός μαζί του», είπα στον Ο’ Γκαρ. «Αφού ζει συνέχεια στο σινεμά, το μυαλό του έχει εθιστεί και έχει χάσει την αίσθηση του τι είναι πιστευτό. Αλλιώς, θα καταλάβαινε ότι δεν μπορεί να λέει ότι είδε τον Σιαμέζο στο φεγγαρόφωτο στις 11.45, ενώ το φεγγάρι ανέτειλε γύρω στις 12.45, την ώρα που μου τηλεφώνησες».

Ο Ρίχτερ σηκώθηκε, στηριζόμενος στο καλό του πόδι.

Ο σωματώδης δεκανέας πήγε κοντά του.

«Να τον ψάξω, λοχία;»

Ο Ο’ Γκαρ κούνησε το στρογγυλό του κεφάλι.

«Μπα, χάσιμο χρόνου. Δεν έχει τίποτα πάνω του. Έχουν καθαρίσει τον τόπο από ό,τι όπλα υπήρχαν. Πάω στοίχημα ότι η κυρία τα έριξε στη θάλασσα όταν πήγε με το αμάξι στο Όκλαντ για ν’ αγοράσει ένα τραπεζομάντιλο στη θέση του σαρόνγκ που πήρε μαζί του φεύγοντας ο σύζυγός της».

Αυτό τούς κλόνισε. Ο Ρίχτερ προσπάθησε να κρύψει ότι ξεροκατάπιε ενώ η γυναίκα χρειάστηκε να δώσει μάχη για να μπορέσει να κρατήσει τα μάτια της πάνω στα δικά μου.

Ο Ο’ Γκαρ χτύπησε το σίδερο όσο ήταν ζεστό, βγάζοντας από την τσέπη του οτα κουμπιά και τις αγκράφες που είχαμε διασώσει, και αφήνοντάς τα να πέσουν από το ένα χέρι στο άλλο. Έτσι εξαντλήθηκαν τα στοιχεία που είχαμε στα χέρια μας.

Επιστράτευσα ένα ψέμα.

«Δεν μου αρέσει να κακολογώ τους δημοσιογράφους, αλλά δεν είναι συνετό να δίνετε πολλή εμπιστοσύνη σε όσα γράφουν οι εφημερίδες. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να είπε κάτι σημαντικό πριν πεθάνει, κι οι εφημερίδες να έγραψαν πως δεν είπε τίποτε. Αυτά τα πράγματα σε μπερδεύουν».

Η γυναίκα ανασήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Ο’ Γκαρ.

«Μπορώ να μιλήσω στον Όστιν ιδιαιτέρως;» ρώτησε. «Δεν εννοώ να μη μας βλέπετε».

Ο λοχίας έξυσε το κεφάλι του και με κοίταξε. Το να αφήσεις τα θύματά σου να συσκεφτούν είναι πάντοτε δύσκολη απόφαση: μπορεί να αποφασίσουν να τα ομολογήσουν όλα, μπορεί όμως και να σκεφτούν μια καινούργια διέξοδο. Από την άλλη, αν τους το αρνηθείς, το πιθανότερο είναι ότι θα πεισματώσουν και τότε δεν θα βγάλεις τίποτα από δαύτους. Και η μια επιλογή είχε ρίσκο, όπως και η άλλη. Χαμογέλασα σαρδόνια στον Ο’ Γκαρ και αρνήθηκα να κάνω κάποια πρόταση. Ας αποφάσιζε μόνος του και, αν έκανε λάθος, θα είχα σε ποιον να ρίξω το φταίξιμο. Με κοίταξε βλοσυρά και έγνεψε καταφατικά στη γυναίκα.

«Μπορείτε να πάτε σ’ εκείνη τη γωνία και να τα πείτε ψιθυριστά για λίγο», είπε, «αλλά μην κάνετε καμιά ανοησία».

Εκείνη έδωσε το μπαστούνι στον Ρίχτερ, τον πήρε από το άλλο χέρι, τον βοήθησε να πάει κούτσα-κούτσα ίσαμε την απέναντι γωνία, ενώ του έφερε και μια καρέκλα. Εκείνος κάθισε γυρίζοντάς μας την πλάτη. Εκείνη στάθηκε πλάι του, σκύβοντας πάνω από τον ώμο του, έτσι που και των δύο τα πρόσωπα ήταν αθέατα για μας.

Ο Ο’ Γκαρ ήρθε πιο κοντά μου.

«Τι λες να γίνει;» μουρμούρισε.

«Νομίζω πως θα μιλήσουν».

«Έκανες διάνα με αυτό που είπες, ότι είναι η γυναίκα του Μολόι. Μου ξέφυγε εντελώς. Πώς το κατάλαβες;»

«Όταν μας έλεγε τι είχε πει ο Μολόι για τον Σιαμέζο, και τις δυο φορές που είπε ‘ο σύζυγός μου’ κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια για να δείξει ότι εννοούσε τον Ρίχτερ».

«Έτσι ε; Λοιπόν…»

Οι ψίθυροι από την απέναντι γωνία δυνάμωναν, ακούγαμε οξείς συριγμούς. Και τώρα μια σαφής εμφατική πρόταση βγήκε από το στόμα του Ρίχτερ.

«Ούτε που να το σκέφτεσαι!»

Και οι δυο κοίταξαν φευγαλέα πάνω από τον ώμο τους, κι ύστερα χαμήλωσαν πάλι τις φωνές τους, αλλά όχι για πολύ. Όπως φαινόταν, η γυναίκα προσπαθούσε να τον πείσει να κάνει κάτι. Εκείνος συνεχώς κουνούσε αρνητικά το κεφάλι. Την έπιασε από το μπράτσο. Εκείνη έσπρωξε το χέρι του και συνέχισε να ψιθυρίζει.

Εκείνος είπε επίτηδες δυνατά:

«Αν θες να πιαστείς κορόιδο, προχώρα. Δικός σου είναι ο λαιμός. Δεν τον μαχαίρωσα εγώ».

Εκείνη με ένα σάλτο απομακρύνθηκε από το μέρος του· τα μάτια της ήταν μαύρες αστραπές σε άσπρο πρόσωπο. Ο Ο’ Γκαρ κι εγώ πήγαμε γρήγορα προς το μέρος τους.

«Κάθαρμα!» έφτυσε τον Ρίχτερ και στράφηκε απότομα προς εμάς.

«Τον σκότωσα», φώναξε. «Αυτό εκεί το πράμα στην καρέκλα προσπάθησε και…»

Ο Ρίχτερ ανέμισε το καρυδένιο μπαστούνι.

Πήδηξα να το πιάσω. Αστόχησα, έπεσα πάνω στην καρέκλα του, από πίσω. Μπαστούνι, Ρίχτερ, καρέκλα κι εγώ σωριαστήκαμε στο πάτωμα. Ο δεκανέας με βοήθησε να σηκωθώ. Μαζί ανασηκώσαμε τον Ρίχτερ και τον ξαναβάλαμε στον καναπέ.

Από το θυμωμένο στόμα της γυναίκας ξεχύθηκε η ιστορία της:

«Το όνομά του δεν ήταν Μολόι. Ήταν Λάνγκε, Σαμ Λάνγκε. Τον παντρεύτηκα στην Πρόβιντενς το 1913 και πήγα στην Κίνα μαζί του -στην Καντόνα, δούλευε σε μια ατμοπλοϊκή γραμμή. Δεν μείναμε πολύ εκεί, γιατί αυτός ανακατεύτηκε με την επανάσταση, εκείνο τον χρόνο, και είχε μπλεξίματα. Φύγαμε και περιπλανιόμασταν σε διάφορα μέρη, κυρίως στην Ασία.

«Αυτό το πράμα» -και έδειξε τον Ρίχτερ, που τώρα έμενε αμίλητος και βλοσυρός- «το συναντήσαμε στη Σιγκαπούρη, νομίζω το 1919· μόλις είχε τελειώσει ο Παγκόσμιος Πόλεμος. Τον έλεγαν Χόλεϊ και η Σκότλαντ Γιαρντ έχει να σας πει κάτι για το άτομό του. Μας έκανε μια πρόταση. Ήξερε μια φλέβα διαμαντιών στην άνω Βιρμανία, μια από τις πολλές που οι ντόπιοι τις έκρυψαν από τους Βρετανούς όταν αυτοί κατέκτησαν τη χώρα. Ήξερε τους ντόπιους που τη δούλευαν, ήξερε πού έκρυβαν τα διαμάντια τους.

«Ο σύζυγός μου πήγε μαζί του, μαζί με άλλους δύο που σκοτώθηκαν. Λήστεψαν την κρυψώνα των ντόπιων, πήραν ένα ολόκληρο τσουβάλι με ζαφείρια, τοπάζια, ακόμα και μερικά ρουμπίνια. Οι άλλοι δύο σκοτώθηκαν από τους ντόπιους κι ο σύζυγός μου τραυματίστηκε σοβαρά.

«Δεν πιστεύαμε πως θα ζούσε. Κρυβόμασταν σε μια καλύβα κοντά στα σύνορα με το Γιουννάν. Ο Χόλεϊ με έπεισε να πάρουμε τα διαμάντια και να το σκάσουμε. Φαινόταν ότι ο Σαμ ήταν τελειωμένος κι αν μέναμε πολύ στο μέρος εκείνο θα μας έπιαναν. Δεν μπορώ να πω πως τρελαινόμουν για τον Σαμ, έτσι κι αλλιώς· δεν ήταν άνθρωπος που να σε κάνει να νιώθεις έτσι, αν ζούσες μαζί του για κάμποσο καιρό.

«Οπότε, ο Χόλει κι εγώ πήραμε το τσουβάλι και το σκάσαμε. Ξοδέψαμε πολλά από τα πετράδια, πληρώνοντας διάφορους για να περάσουμε το Γιουννάν και το Κουανγκσί και το Κουανγκτούνγκ, αλλά τα καταφέραμε. Φτάσαμε στο Σαν Φρανσίσκο έχοντας αρκετά για να αγοράσουμε τούτο εδώ το σπίτι και το σινεμά και από τότε βρισκόμαστε εδώ. Από τότε που ήρθαμε εδώ είμαστε τίμιοι, αλλά βέβαια αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Είχαμε αρκετά λεφτά για να ζούμε άνετα.

«Σήμερα έκανε την εμφάνισή του ο Σαμ. Δεν είχαμε ακούσει νέα του από τότε που τον αφήσαμε κατάκοιτο στη Βιρμανία. Είπε ότι τον είχαν πιάσει και ότι είχε μείνει τρία χρόνια στη φυλακή. Μετά το έσκασε και πέρασε τα άλλα τρία χρόνια κυνηγώντας μας. Τέτοιος ήταν. Δεν με ήθελε πίσω, ήθελε όμως λεφτά. Ήθελε όλα όσα είχαμε. Ο Χόλεϊ έχασε την ψυχραιμία του. Αντί να παζαρέψει με τον Σαμ, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και προσπάθησε να τον πυροβολήσει.

«Ο Σαμ τού άρπαξε το όπλο και τον πυροβόλησε εκείνος στο πόδι. Πάνω εκεί που πάλευαν, του Σαμ του έπεσε ένα μαχαίρι που είχε, ένα κρις νομίζω πως το λένε. Το έπιασα, αλλά εκείνος μου άρπαξε το χέρι. Δεν ξέρω πώς έγινε. Το μόνο που θυμάμαι είναι τον Σαμ να πισωπατάει, κρατώντας το στήθος του και με τα δυο του χέρια -και το κρις να αστράφτει κόκκινο στο χέρι μου.

«Ο Σαμ είχε αφήσει το όπλο του να πέσει. Ο Χόλεϊ το πήρε και ήθελε να ρίξει στον Σαμ, αλλά δεν τον άφησα. Αυτά συνέβησαν μέσα σε τούτο εδώ το δωμάτιο. Δεν θυμάμαι αν εγώ έδωσα στον Σαμ το σαρόνγκ που χρησιμοποιούσαμε για τραπεζομάντιλο ή όχι. Πάντως, προσπάθησε να σταματήσει με αυτό την αιμορραγία. Και μετά έφυγε ενώ εγώ εμπόδιζα τον Χόλεϊ να τον πυροβολήσει.

«Ήξερα πως ο Σαμ δεν θα πήγαινε στην αστυνομία, αλλά δεν ήξερα τι θα έκανε. Και ήξερα ότι ήταν άσχημα πληγωμένος. Αν έπεφτε νεκρός κάπου, ήταν πολύ πιθανό να έβρισκαν τα ίχνη του μέχρι εδώ. Από το παράθυρο τον έβλεπα να απομακρύνεται περπατώντας και κανείς δεν φαινόταν να του δίνει σημασία· εμένα όμως μου φαινόταν τόσο ολοφάνερα τραυματισμένος, που πίστευα πως όλοι θα τον θυμούνταν αν διάβαζαν στις εφημερίδες ότι είχε βρεθεί νεκρός κάπου.

«Ο Χόλεϊ ήταν ακόμα πιο τρομαγμένος από μένα. Δεν μπορούσαμε να φύγουμε μακριά, γιατί είχε το πόδι του πληγωμένο. Οπότε επινοήσαμε την ιστορία με τους Σιαμέζους· πήγα στο Όκλαντ και αγόρασα το τραπεζομάντιλο για να το βάλω στη θέση του σαρόνγκ. Είχαμε μερικά πιστόλια στο σπίτι, καθώς και μερικά ανατολίτικα μαχαίρια και σπαθιά. Τα τύλιξα σε χαρτί, έσπασα τα σπαθιά, και τα έριξα στη θάλασσα από το φέρι που με πήγε στο Όκλαντ.

«Όταν βγήκαν οι πρωινές εφημερίδες διαβάσαμε τι είχε συμβεί και μετά προχωρήσαμε στην εφαρμογή του σχεδίου μας. Κάψαμε το κουστούμι που φορούσε ο Χόλεϊ όταν πυροβολήθηκε, και τις καλτσοδέτες του -γιατί το παντελόνι είχε μια τρύπα από σφαίρα και η σφαίρα είχε κόψει μια καλτσοδέτα. Κάναμε μια τρύπα στο μπατζάκι της πιτζάμας του, βγάλαμε τον επίδεσμο από το πόδι του -το είχα επιδέσει όπως όπως- και πλύναμε το πηγμένο αίμα ώστε η πληγή ν’ αρχίσει πάλι να αιμορραγεί. Και μετά χτύπησα συναγερμό».

Σήκωσε ψηλά και τα δυο χέρια σε μια μοιρολατρική χειρονομία κι έκανε έναν ήχο σαν κλικ με τη γλώσσα της.

«Κι έτσι ήρθατε εσείς», είπε.

«Έχεις να πεις τίποτα εσύ;» ρώτησα τον Χόλεϊ που κοιτούσε το μπανταρισμένο πόδι του.

«Στον δικηγόρο μου», είπε αυτός χωρίς να σηκώσει τα μάτια.

Ο Ο’ Γκαρ στράφηκε στον δεκανέα.

«Την κλούβα, Φλυν».

Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόμασταν έξω και βοηθούσαμε τον Χόλεϊ και την κυρία να μπουν σε ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας.

Πέρα από τη γωνία του δρόμου, στο απέναντι πεζοδρόμιο, βάδιζαν τρεις άντρες με καφέ δέρμα, μάλλον Μαλαισιανοί ναυτικοί. Ο μεσαίος έμοιαζε μεθυσμένος και οι άλλοι δυο τον βοηθούσαν να περπατήσει. Ο ένας τους είχε κάτω από τη μασχάλη του ένα πακέτο που θα μπορούσε να έχει μέσα ένα μπουκάλι.

Ο Ο’ Γκαρ τους κοίταξε, ύστερα εμένα, και γέλασε.

«Φαντάσου τι θα κάναμε στα παιδιά από εδώ, αν είχαμε χάψει το παραμύθι», μου είπε ψιθυριστά.

«Σιωπή, χοντρέ!» του μούγκρισα, κι έδειξα με το κεφάλι τον Χόλεϊ, ο οποίος είχε στο μεταξύ μπει στο αυτοκίνητο. «Αν τους δει ο λεγάμενος, θα πει πως είναι οι Σιαμέζοι του, κι ένας θεός ξέρει πώς θα το πάρουν αυτό οι ένορκοι».

Αναγκάσαμε τον κατάπληκτο σοφέρ να κάνει μια παράκαμψη έξι τετραγώνων για να μην πέσουμε πάνω στους μελαψούς άντρες. Άξιζε τον κόπο, διότι έτσι τίποτε δεν εμπόδισε τον Χόλεϊ και την κ. Λάνγκε να εισπράξουν είκοσι χρόνια έκαστος.

[1] Πόλη της σημερινής Σρι Λάνκα.

Βέβαια, το εξώφυλλο που δείχνει τη γυναίκα να κρατάει το ματωμένο κρις ίσως μαρτυράει τη λύση του μυστηρίου, αν και στα διηγήματα του Χάμετ το μυστήριο λειτουργεί διαφορετικά απ’ ό,τι στα κλασικά αστυνομικά.

Ως προς τα μεταφραστικά, σε δυο σημεία στην αρχή γίνεται λόγος για μαντίλια και ασπρόρουχα without laundry marks. Τον καιρό εκείνο στις ΗΠΑ τα μαντίλια και τα ασπρόρουχα τα έδιναν σε πλυντήρια και ο ιδιοκτήτης του πλυντηρίου σημείωνε σε κάποια αθέατη πτυχή του μαντιλιού ένα σημαδάκι που προσδιόριζε τον κάτοχό του. Αυτό το στοιχείο θα ήταν χρήσιμο στην αστυνομία, αν υπήρχε. Για να το μεταφράσω σήμερα, προτίμησα να το πω «σημάδια του καθαριστηρίου» που είναι πιο οικείο στα καθ’ ημάς.

Επίσης, εκεί που ο αφηγητής πηγαίνει στο ξενοδοχείο, ο ντετέκτιβ του ξενοδοχείου τον χαιρετάει λέγοντάς του What’s the score? και από εκεί πιάνεται ο αφηγητής και του λέει ένα αστείο από το μπέιζμπολ ή το φούτμπολ (Six to one, Seattle, end of the fourth). Θα μπορούσα ίσως να μεταφράσω τον χαιρετισμό «Πόσο πάει;» ή «Πόσο είμαστε;» αλλά μου φάνηκε αφύσικο. Θα μπορούσα επίσης να βάλω «Τι τρέχει;» αλλά τότε η απάντηση του αφηγητή θα απομακρυνόταν αρκετά.

Τέλος πάντων, κάθε μεταφραστική διαφωνία ή σύσταση είναι καλόδεχτη. Δεν βάζω το πρωτότυπο αλλά γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε ένα δείγμα.

 

88 Σχόλια προς “Οι άφαντοι Σιαμέζοι (αστυνομικό διήγημα του Ντάσιελ Χάμετ)”

  1. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πω, πω, μακρινάρι. Αργότερα, στην ξαπλώστρα, με κάνα-δυο καφέδες…Καλημέρα.☺

  2. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Ο Χάμετ είναι Χάμετ χωρίς πολλά πολλά.

    Δυο παρατηρήσεις.
    α. Εκεί που λέει ο Ρίχτερ – Χόλεϊ το παραμυθάκι του κάτι γίνεται με τα εισαγωγικά και προς στιγμή δεν ξέρεις ποιος διηγείται – μιας και όλα είναι πρωτοπρόσωπα.
    β. Τα καθαριστήρια (εδώ) κάποτε έβαζαν σε μια γωνίτσα ένα χαρτάκι πιασμένο με συρραπτικό με το όνομα του κατόχου. Αυτό συχνά ξεχνιόταν και μετά το σύρμα του συρραπτικού σκούριαζε, ενίοτε ανεξίτηλα.

  3. Καλημέρα

    στα μεταφραστικά σκόνταψα σε δο σημεία :

    Τα μάτια του Τόμι Χάουντ ήταν γαλανά μισοδόλαρα σε άσπρο πρόσωπο. γαλανά μισοδόλλαρα ; απ΄οτι ξέρω γαλάζιες είναι οικόρες, το υπόλοιπο του ματιού το λέμε ασπράδι… μήπως ήταν θλιμμένα μάτια ;

    Αλλά και οι επάνω όροφοι δεν στάθηκαν εντελώς άγονοι: σε ένα δωμάτιο βρήκαμε τσαλακωμένη μια απόδειξη από ένα κατάστημα στο Όκλαντ, με την ένδειξη 1 τραπεζομάντιλο· και σε ένα άλλο δωμάτιο δεν βρήκαμε καλτσοδέτες.
    Οπως είναι γραμμένη η τελευταία πρόταση είναι ξεκάρφωτη : δεν βρήκαμε τις καλτσοδέτες που ψάχναμε ή δεν βρήκαμε τίποτε (ούτε καλτσοδέτες)

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Και πού να δεις το αυριανό

    2 Στο πρωτότυπο, όταν μια αφήγηση συνεχίζεται για πολλές παραγράφους, έχει εισαγωγικά μόνο που ανοίγουν σε κάθε παράγραφο, χωρίς να κλείνουν. Αυτό μπερδεύει

    3 Δεν είναι ξεκάρφωτη η πρόταση. Έχουν ήδη βρει αγκράφες στον καυστήρα, στο δωμάτιο δεν βρήκαν καλτσοδέτες -που σημαίνει ότι τις καλτσοδέτες, για κάποιο λόγο, τις έκαψε ο ύποπτος

  5. dryhammer said

    4(2) Ναι αλλά από
    «Ο Μολόι, ο Σαμ Μολόι…
    μέχρι
    …κάτω από μια στοίβα παλιά περιοδικά.

    δεν έχει τα ανοιχτά εισαγωγικά (3 παράγραφοι).

    έχω δει σε παλιότερες εκδόσεις και το κόλπο με τα ανάποδα εισαγωγικά (δλδ αυτά που θα έκλειναν) στην αρχή της παραγράφου στις σχοινοτενείς (άατσα!) διηγήσεις.

  6. Pedis said

    Συγχαρητήρια αλλά πρωί-πρωί, με την άγρια ομορφιά (που λέγαμε και χτες) της καθημερινής ζωής στην Αμερική (Μπρρρ); Μπα. Τύπωμα και ανάγνωση πριν τη νάνα.

  7. dryhammer said

    «Φαντάσου τι θα κάναμε στα παιδιά από εδώ, αν είχαμε χάψει το παραμύθι»

    χωρίς σχόλια…

  8. ΣΠ said

    Εδώ υπάρχει το πρωτότυπο σε pdf. Μπορείτε και να το κατεβάσετε.
    https://docplayer.net/158288145-The-creeping-siamese-1926-by-dashiell-hammett.html

  9. Κιγκέρι said

    Μαρμάγκα, Νικοκύρη!

  10. Τέλειο κυριακάτικο δώρο, πάντα τέτοια!
    Πριν το διαβάσω βλέπω τα σχόλια. Υπάρχει και εδώ Μολόι; Είναι και ένας ήρωας στο «Αντίο γλυκειά μου» του Τσάντλερ.

  11. Για το «τι τρέχει» (και το σχόλιο στο τέλος του ποστ) θυμήθηκα πάλι μια μετάφραση (δεν θυμάμαι ποιανού) από, υποθέτω, αντίστοιχη στιχομυθία σε μυθιστόρημα του Τσάντλερ: «Τι γίνεται;» «Βράζει και χύνεται»

  12. Costas X said

    Καλημέρα !

    Ωραία η αστυνομική λογοτεχνία, ωραίο το διήγημα, αλλά ωραία και η μετάφραση, αν και το διάβασα λίγο βιαστικά, θα το ξαναδιαβάσω αργότερα.

    Ως ερασιτέχνης, κατωτάτου επιπέδου μεταφραστής από χόμπι :
    1) Συμφωνώ απόλυτα με το «Σιαμέζοι».
    2) Έχω συναντήσει αρκετές φορές το «creep» και τα παράγωγά του «creeping», «creeper», και προβληματίστηκα κι εγώ. Σίγουρα τις περισσότερες φορές δεν αναφέρεται στο «έρπην» ως κυριολεκτική δραστηριότητα, αν και κάποιες φορές κολλάει το μεταφορικό «υφέρπων», που όμως παραείναι λόγιο. Μια λέξη που νομίζω ότι εκφράζει καλύτερα τα «creeping» και «creeper» είναι το λαϊκό «μουλωχτός».

  13. ΓΤ said

    10@

    Ασφαλώς δεν ξεχνάμε τον μπεκετικό

    https://en.wikipedia.org/wiki/Molloy_(novel)

  14. Costas X said

    …συνέχεια από το 12…

    Το «άφαντος» νομίζω ότι το λέμε συνήθως για κάποιον που βλέπαμε και τώρα εξαφανίστηκε, «έγινε άφαντος».

  15. Αγγελος said

    Εχει δεκανείς και λοχίες η Αστυνομία;

  16. Μάλιστα, πλάκα είχε – σα να πήρε την υπόθεση από τον Κόναν Ντόιλ και να την έγραψε στο δικό του στιλ.

  17. Costas X said

    «καφετιούς υπόπτους» – «καφετιοί άντρες» :

    Δεν το έχω ακούσει ποτέ στα ελληνικά. Καλύτερα «μελαμψούς υπόπτους», «μελαμψοί άντρες».

  18. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα κι απ΄ εδώ

    Παραθέτω λοιπόν την (αχτένιστη, το ξαναλέω) μετάφραση ..
    Έλα ρε συ, ανησυχείς, μην βρει ευκαιρία κανένας ακατανόμαστος;
    Σημασία έχει το διήγημα, η μετάφραση (τώρα πού ΄χουμε και το αυθεντικό… #8 ΣΠ 👍🤗) κι η στίξη/ορθογραφία κλπ. θα βρεθούν…

    Πάω να το διαβάσω, είναι και μεγάλο… Thanks!

    ΥΓ: επί τη ευκαιρία (και σόρυ, αλλά τι να κάνω…, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία😂)
    Χτήνος έχεις μέηλ 😉

  19. Συνέχεια από το 16: Σκέφτομαι τώρα ότι, σε πολύ παράδοξη αντίθεση με τον Τσάντλερ και την βρετανική του παιδεία, είναι ο Χάμετ εκείνος που περισσότερο χρησιμοποιεί μοντέλα πλοκής της βρετανικής παράδοσης. Ιδίως στα μυθιστορήματα, όχι σε όλα βέβαια (τίποτα βρετανικό δεν έχει ο Κόκκινος Θερισμός): η πλοκή η ίδια είναι η χαρακτηριστική του σκληροτράχηλου είδους, αλλά το υπόβαθρο ας πούμε, η ιστορία πίσω από το έγκλημα, σε βιβλία όπως το Γεράκι της Μάλτας ή η Κατάρα των Ντέιν ή τούτο δω το διήγημα έχει αυτή την αποικιακή πολυπλοκότητα (πώς να το πω), κάτι τι το εξωτικό, μια τέτοια δόση φαντασίας που επέλεξαν να ξεχάσουν οι συνεχιστές τους με πρώτο και καλύτερο τον Τσάντλερ.

  20. 19 όπου βρετανικό βάλτε παραδοσιακό ξερωγώ, φαντάζομαι και η αμερικάνικη αστυνομική λογοτεχνία προ Χάμετ κάπως έτσι θα ήτανε.

  21. Κιγκέρι said

    Δεν μπορώ να διαβάσω αστυνομική λογοτεχνία – κρυφοκοιτάω πάντα το τέλος!

    Σιάμ ήταν το επίσημο όνομα της χώρας μέχρι τις 11 Μαΐου 1949, άρα ίσχυε όταν πρωτοδημοσιεύτηκε το διήγημα, αλλά όχι στην εκδοση του 1950!

    Όσο για τον τίτλο, ο γαλλικός μ’ αρέσει πιο πολύ γιατί λογοπαίζει με τις γνωστές γάτες του Σιάμ.

    Τι άλλο από Σιάμ; «Ο βασιλιάς κι εγώ»!

  22. 18# Καλά ντε, τι φωνάιζς? 🙂
    Θα λείψω μέχρι αργά, αν σφαχτείτε να σφουγγαρίσετε μετά.

  23. Γιάννης Ιατρού said

    22: χαχα, δούλεψε 👍🤩

  24. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    8 Α μπράβο!

    9 –> 21

    12 Μουλωχτός, χμμμ… δεν είναι κακό

    15 sergeant και corporal, εμείς βέβαια δεν έχουμε τέτοιους βαθμούς. Μπορεί να είναι υπαστυνόμος – ανθυπαστυνόμος; Δεν ξέρω.

    17 Αν όμως είχαμε πολλούς χαλκόχρωμους, δεν θα το λέγαμε; Αλλιώς λες τους πάντες μελαψούς. Ίσως χαλκόχρωμος να είναι καλύτερο όμως.

    19 Ενδιαφέρουσα σκέψη. Και έχει κι άλλα, πχ με το Κάφιναλ και τους Ρώσους εμιγκρέδες.

  25. spyridos said

    Three women photographed wearing sarongs in 1905.

    https://tinyurl.com/832j6avv

  26. ymalliaros said

    Καλημέρα,
    Αυτό με το «πόμολο μπροστά πίσω» κάπου δεν μου κολλάει. Το χερούλι της πόρτας να το κάνει κάποιος πάνω κάτω, το καταλαβαίνω. Αλλά το πόμολο μπροστά πίσω; Υπάρχει κάτι καλύτερο μήπως;

    Για το διήγημα καθαυτό, δεν έχω λόγια, ειδικά που η αστυνομική λογοτεχνία είναι αγαπημένη.

  27. spyridos said

    17
    το καφετί έχει γίνει σταθερή αξία στην Ευρώπη (και για τους Έλληνες).

  28. spyridos said

    Ξενοδοχείο Μοντγκόμερι στο Σαν Χοσέ
    (Οχι το σύγχρονό μας Πάλας Μοντγκόμερι στον Σαν Φραντσίσκο)

    https://tinyurl.com/p237u5e6

  29. ΣΠ said

    26
    Στις ΗΠΑ πολλές πόρτες έχουν πόμολο αντί για χερούλι και ανοίγουν στρίβοντας το πόμολο. Οπότε το να κάνει κάποιος το πόμολο μπρος-πίσω είναι σαν να κάνει το χερούλι πάνω-κάτω.

  30. ΣΠ said

    25, 28
    Δες την εικονογράφηση του αρχείου στο 8.

  31. Spiridione said

    Ωραίο.
    Δεν είναι έξυπνο αν εσύ φύγεις από το δωμάτιο πριν πολλή ώρα.
    Αυτά υποτίθεται είναι σπαστά αγγλικά;

  32. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας.

    Ὡραῖο τὸ σημερινό.

    Διαβάζοντάς το νομίζω πὼς τὸ «ἄφαντοι» (ὠς μετάφραση τοῦ creeping) ταιριάζει στὴν στὴν ὑπόθεση τοῦ διηγήματος.

    Μιὰ ἄλλη πρόταση (γιὰ πιὸ πιασάρικο τίτλο) θὰ ἦταν «Οἰ Σιαμέζοι φαντάσματα».

    @15. Σχετικὰ μὲ τοὺς βαθμούς τῶν ἀστυνομικῶν. Νομίζω πὼς καλύτερη ἀπόδοση τοῦ «λοχίας» θὰ ἦταν τὸ «ἀρχιφύλακας» καὶ τοῦ «δεκανέας» τὸ «ὐπαρχιφύλακας».

    @17. Συμφωνῶ μὲ τὸ «μελαμψοὶ ἄντρες».

    Τὸ «καφετιοὶ ἄντρες» δὲν θὰ τό ᾿λεγα ποτέ.

  33. dryhammer said

    Καφετιές Βεδουίνες…

  34. Costas X said

    24. @17. «Χαλκόχρωμους» θα έβαζα μόνο σε ποίημα !

  35. spyridos said

    32

    Τὸ «καφετιοὶ ἄντρες» δὲν θὰ τό ᾿λεγα ποτέ.

    Ισως να μην το έλεγε ούτε ο Χάμετ. Η ερώτηση είναι αν θα το έλεγε ο ρατσιστής μπάτσος του Σ.Φ. το 1920.
    Ως το 1940 καφετιοί και κίτρινοι δεν επιτρεπόταν να μπουν σε καφενεία και εστιατόρια. Μόνο σαν προσωπικό.

    Το πρωτότυπο του Χάμετ έχει μια ρατσιστική υφή.

    O’Gar turned to Pederson.
    “Any brown men been around the hotel? Hindus or the like?”
    “Not that I saw,” the house copper said. “I’ll find out for you.”

    Αυτό το πρώτο το μεταφράζει εδώ ο Νικοκύρης μελαψοί.
    Υπάρχει μια ασυνέπεια σε σχέση με το καφετιοί παρακάτω

    «….
    Ο Ο’ Γκαρ στράφηκε στον Πέντερσον.
    «Είχατε τίποτα μελαψούς στο ξενοδοχείο; Ινδούς και τα ρέστα;»
    «

  36. ΣΠ said

    31
    Ναι, το πρωτότυπο είναι: It is not wise if you will leave this room for many minutes.

  37. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ο κινηματογραφος, τα αστυνομικα διηγηματα σε φτηνο χαρτι και τα κομιξ βοηθησαν με πολλους τροπους τα εκατομμυρια μεταναστων στις ΗΠΑ, στις αρχες του 20ου αιωνα. Ο Ντάσιελ Χάμετ περιγραφει -μαλλον πρωτος- στα εργα του την διαφθορά κοινωνίας και πολιτείας εκεινη την εποχη ….
    με αρκετους συνεχιστες πιο προσφατα
    οπως ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ , ένας από τους θεμελιωτές του λατινοαμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος – και υπό αυτή την έννοια συνδέεται άμεσα με τους προαναφερθέντες πατέρες του αμερικανικού νουάρ.

    Παρακατω η πολυ ενδιαφερουσα παρουσιαση…..

    100 χρόνια αμερικανικό νουάρ. Μέρος Α΄. (του Μάρκου Κρητικού)

    «[…] υποδεχτείτε το hard-boiled! Πρόκειται για νέο είδος –το σκληρό αμερικάνικο αστυνομικό μυθιστόρημα–, του οποίου η πατρότητα αποδίδεται στον σπουδαίο Ντάσιελ Χάμετ. «Είναι εκείνος που αξίζει το μεγαλύτερο μέρος του επαίνου, αν όχι ολόκληρο…» θα πει ακόμα και ο Ρέιμοντ Τσάντλερ. Γνωρίζοντας ότι ο Κόκκινος θερισμός είναι το πρωτότοκο τέκνο του συγγραφέα, κατανοούμε γιατί το βιβλίο αυτό χαρακτηρίστηκε ορόσημο στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ το περιοδικό Time το συμπεριέλαβε στα εκατό καλύτερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα του προηγούμενου αιώνα. Ο αρχετυπικός, ανώνυμος ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού γραφείου ερευνών –πρόδρομος του Σαμ Σπέιντ, που θα κάνει την παρθενική του εμφάνιση λίγο αργότερα στο θρυλικό Γεράκι της Μάλτας– φτάνει στην αφιλόξενη βιομηχανική πόλη Πόιζονβιλ για να συναντήσει τον εκδότη της τοπικής εφημερίδας, ο οποίος όμως δολοφονείται λίγο πριν το ραντεβού. O ντετέκτιβ αποφασίζει να παραμείνει για να βρει τους ενόχους ακόμα κι αν χρειαστεί να τα βάλει με τις άγριες συμμορίες που λυμαίνονται την πόλη. Ένα εξαιρετικά σκληρό, πολυ-φονικό μυθιστόρημα, με την αλόγιστη βία και την καθολική διαφθορά κοινωνίας και πολιτείας να είναι στο επίκεντρο της ιστορίας.»

    https://www.oanagnostis.gr/100-chronia-amerikaniko-noyar-meros-a-toy-markoy-kritikoy

  38. ΣΠ said

    35
    Νομίζω ότι ταιριάζει καλύτερα το «σκουρόχρωμοι».

  39. Θα αναμέναμε κάποια σχέση creeping με creepy;

    Το θυμάμαι από την ιαπωνική ταινία με πρωτότυπο τίτλο διανομής την αγγλική λέξη Creepy, που σημαίνει «φρικιαστικό», του σκηνοθέτη Κιγιόσι Κουροσάουα. Προβλήθηκε στην Αθήνα το χειμώνα 2016/2017 αλλά δεν πήρε καλές κριτικές. Ο Κιγιόσι μεταγράφηκε Κουροσάουα και όχι Κουροσάβα.

    (Η ταινία είχε τον αγγλικό τίτλο διανομής μεταγραμμένο στα ιαπωνικά με κατακάνα クリーピー, που διαβάζεται «κουρίπι», Kurîpî ή Kurīpī έως κλίπι.

  40. spyridos said

    38

    χωρίς παρεξήγηση και χωρίς να είμαι σίγουρος ότι το καφετιοί είναι το σωστό.

    To «σκουρόχρωμοι» είναι λίγο νερόβραστο και εδώ θέλουμε hard-boiled.

  41. BLOG_OTI_NANAI said

    Brown σε λεξικό του 1895:

  42. spyridos said

    A man in pajamas and bathrobe sat on a davenport there, with one bared leg stretched out on a chair in front of him.

  43. spyridos said

    41

    προ ημερών έψαξες για το ξεστοκάρω και βρήκες ελάχιστα παραδείγματα.
    Υπάρχουν λέξεις του προφορικού λόγου που δεν σώζονται σε γραπτό.

    Ο Χάμετ εδώ χρησιμοποιεί μια λέξη του προφορικού λόγου που είμαι σίγουρος ότι δεν θα υπήρχε αλλιώς σε γραπτό κείμενο.
    Αποδίδει μα συγκεκριμένη ατμόσφαιρα.

    Ένα παράδειγμα
    Ο οδηγός λεωφορείου στην Ουτρέχτη (αλλά και ο μπάτσος, ο γείτονας και ίσως πολλοί ακόμα) χρησιμοποιεί τον όρο καφετής για εμένα (και όχι μόνο) όταν δεν είμαι μπροστά.
    Είναι όρος που χρησιμοποιείται πάνω από δυο δεκαετίες αλλά δεν υπάρχει σε γραπτά σώματα κειμένου.
    Σε 100 χρόνια ο κάθε ερευνητής θα υποστηρίζει ότι ο όρος δεν υπήρξε ποτέ.
    Αν δεν το αποτυπώσει κάπως και κάπου η τέχνη αυτό θα χαθεί.
    Και αυτό είναι μόνο ένα μικρό παράδειγμα όλων αυτών που αποτυπώνει η τέχνη και ξεφεύγουν συχνότατα της επιστήμης.

  44. spyridos said

    Το έβγαλα σε ένα pdf και μπόρεσα να το διαβάσω χαλαρά στο ρίντερ.

    Ευχαριστούμε πολύ Νικοκύρη.

    Πιστεύω ότι έχει πολύ ζουμί και ελπίζω να έρθουν χορταστικά και απολαυστικά σχόλια.

    Εχθές άνοιξαν οι πρώτες φλαμουριές και έχει αρωματίσει ο αέρας.
    Με ζέστη και υγρασία τα μελισσάκια βάζουν 1-2 κιλά την ημέρα τώρα μέσα.
    Πάω να τους βάλω ορόφους πριν πετάξουν τα καπάκια μόνα τους.

  45. BLOG_OTI_NANAI said

    43: Το ανέβασα γενικά να υπάρχει. Συμφωνώ με αυτό που λες. Πρέπει να γνωρίζει κάποιος καλά τις γλωσσικές και πολιτισμικές ατμόσφαιρες κάθε εποχής και χώρας για να κάνει ιδανική μετάφραση. Υπάρχουν πλήθος ιδιωματισμοί που εννοούνται με γνωστές λέξεις που έχουν άλλη χρήση ανά περίπτωση. Λέμε π.χ. τα μοντέλα (ως εργασία ή ως ομορφιά), οι μοντέλες (υποτιμητικό) και χιλιάδες άλλα που έχει κάθε γλώσσα.

  46. BLOG_OTI_NANAI said

    45: Να συμπληρώσω: αν η λέξη «καφετιοί» ήταν πράγματι ο όρος που θα έλεγε κάποιος με ρατσιστικό ύφος κάποιας διαβάθμισης σε εκείνη τη χώρα, εκείνη την εποχή, στη μετάφραση θα πρέπει να μείνει ως έχει ή να αποδωθεί με την κοντινότερη λέξη αντίστοιχης ρατισιστικής διαβάθμισης;

  47. ΣΠ said

    43
    Το brown ως περιγραφικός όρος ανθρώπων δεν είναι μόνο του προφορικού λόγου και δεν χρησιμοποιείται μόνο ρατσιστικά ή υποτιμητικά. Δες τον ορισμό 2.1:
    https://www.lexico.com/definition/brown

  48. Α. Σέρτης said

    «Οι σιαμέζοι φαντομάδες»

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πράγματι κούμπωσε με την (εγκληματική) επικαιρότητα!
    Ίσως επειδή η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία διάολε, δε με τραβάει πια καθόλου η αστυνομική λογοτεχνία, ενώ όπως οι ειδήμονες διαπιστώνουν, έχουμε στην Ελλάδα πολύ καλού επιπέδου και σύγχρονη τοιαύτη. Αλλά Χάμετ και Νικοκύρης συνέβαλαν στο να απολαύσω το διήγημα σαν παλιά και ευχαριστώ!
    Πολλή επανάληψη του «καφέ» 🙂 .
    Τους σκουρόχρωμους νομίζω τους λέμε και σκέτα σκούρους, λαϊκά .
    Θυμήθηκα έναν παππού στην Κρήτη που τα εγγονάκια του ήταν (λόγω μικτού γάμου) μελαμψά και τα έλεγε «τα σοκολατάκια μου «.

    Αρχικά δεν είχα καταλάβει ότι ο φονεμένος με το καφετί πρόσωπο σήμαινε χρώμα δέρματος λόγω καταγωγής κι όχι ότι ήταν ξερωγώ αρρωστιάρικο.

  50. 49 O φονεμένος δεν είναι Σιαμέζος, απλώς ηλιοκαμένος υποθέτω.

  51. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Αὐτό τό «μπορώ να αλλάξω γνώμη αν με πείσετε» εἶναι ὅλα τά λεφτά! 🙂

    [(..»Η φράση creeping Siamese εμφανίζεται μόνο μια φορά στο τέλος»..)
    Νομίζω, Νῖκο, πώς οὐκ ὀλίγες φορές συναντᾶμε στήν λογοτεχνία περιπτώσεις τιτλοδοσίας πού προκύπτουν ἀπό ἕνα ἀσήματο/ ἐλάχιστα συναρτημένο/ καταληκτικό/ κλπ συμβάν]

  52. Spiridione said

    Ο σκοτεινός εκβιασμός και άλλα διηγήματα (Σκοτεινός εκβιασμός, Ο έρπων Σιαμαίος, Μια μυστηριώδης απαγωγή, Δύο ψηφία από αίμα, Τίλι η «τηλεφωνήτρια»). Εκδ. Έξοδος. Μτφ. Γ. Γερμνάς, επιμ. Θ. Γκόρμπας, 1983.
    https://books.google.gr/books?id=bgLkAAAAMAAJ&q=%22%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82+%CE%B5%CE%BA%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1+%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1%22&dq=%22%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82+%CE%B5%CE%BA%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1+%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1%22&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjm-v3YsqbxAhXFgf0HHUUKA8kQ6AEwAHoECAIQAg

    Εδώ το αφιέρωμα του Διαβάζω στον Χάμετ

  53. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αγκράφες από καλτσοδέτες; Φόραγαν στην Αμερική οι άντρες καλτσοδέτες με τέτοιο περίπλοκο μεταλλικό στήριγμα στις αρχές του αιώνα;
    Βάνει και τα κουμπιά του κουστουμιού που διασώθηκαν φυσικά από τη φωτιά, αφού τότε ήταν μεταλλικά όλα (προ νάιλον βεβαίως).

    Για τον Σαμ που «το δέρμα του είχε το χρώμα που έχουν τα καινούργια καφέ παπούτσια», αυτό στη συνέχεια δεν παίζει κανένα ρόλο. Δε μας λέει καν την καταγωγή του. Γιατί το βάζει; Για ίντριγκα ίσως και (αντι)ρατσιστική πινελιά επειδή οι σκούροι πάντα κάτι κρύβουν; 😦

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    50 Α, ευχαριστώ! συγχρόνως το ξεκαθάριζα κι εγώ 🙂

    -Ανδρικές καλτσοδέτες (το γκούγκλιν σοφόν εστί)
    Χαχα, δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ως σήμερα τέτοια αξεσουάρ. Για τους εύζωνες φανταζόμουν κάτι σχετικό, αλλά ειδικά και μόνο γι΄αυτούς. 🙂

  55. dryhammer said

    Δεν τους τσιμπάνε στις τρίχες αυτά τα αξεσουάρ; [ούτε ρολόι με μεταλλικό μπρασελέ δεν μπορώ να βάλω]

  56. sarant said

    31-36 Απαντήθηκε

    38 Σκουρόχρωμοι είναι αν μη τι άλλο ασφαλέστερο

    43 Κάπου θα έχει καταγραφεί, σε σώματα κειμένων

    48 Στα υπόψη. Καλό είναι.

    49-50 Αλλά υποθέτω ότι όποιος διαβάζει το διήγημα στα αγγλικά (όπου το creeping Siamese δεν δείχνει αριθμό) στην αρχή σκέφτεται τον φονεμένο για «σερνάμενο σιαμέζο»

    52 Τόσο παλιό ήταν και μου είχε ξεφύγει; Παραλίγο να συνεργαστώ με τον Γκόρπα τότε.

    53-4 Α μπράβο!

  57. Avonidas said

    Σχετικά με τους «καφετιούς»:
    στ’ αγγλικά, το «brown» είναι σήμερα σχετικά ουδέτερο. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει από μεσανατολίτες μέχρι νοτιοασιάτες στην καταγωγή – βασικά όποιον δεν είναι (υποσαχάριος) αφρικανός, εκτός κι αν έχει μικτή καταγωγή ή ενδιάμεση απόχρωση. Ως συνήθως, τα όρια εφαρμογής είναι ρευστά· για νοτιοαμερικάνους/Κουβανούς κλπ. συνήθως προτιμάται στις ΗΠΑ το «Λατίνος/α».

    Προσωπικά, δεν μ’ αρέσει καθόλου, αλλά το χρησιμοποιούν κι οι ίδιοι (π.χ. Ινδοί ή ινδικής καταγωγής), οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί προσβλητικό ή ρατσιστικό. Εξάλλου, είναι η πρόθεση, κι όχι το λεξιλόγιο του ομιλητή που κάνει έναν όρο προσβλητικό.

    Όταν έχω επιλογή, αποφεύγω εντελώς τους φυλετικούς προσδιορισμούς. Χρησιμοποιώ, όταν μπορώ, την εθνικότητα – ή τις δύο εθνικότητες, αν πρόκειται π.χ. για Έλληνα ξενικής καταγωγής. Σε λογοτεχνικά συμφραζόμενα, θα μετάφραζα το «brown» ως «σκουρόχρωμος» ή «μελαμψός», εκτός αν έπρεπε να αποδώσω εκπεφρασμένα ρατσιστικό λόγο.

  58. ΓιώργοςΜ said

    Απόλαυση ο Χάμετ, πάντα!
    Για την απόδοση των «καφετιών» που κι εμένα με ξένισε κάπως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κάποια άλλη λέξη, σύγχρονη, ελαφρώς (ή βαρέως, δεν ξέρω) μειωτική, πχ «μαυριδεροί», «σκούροι», που να λειτουργούν σαν αργκό μεταξύ μπάτσων.

    Για τους βαθμούς των αστυνομικών, νομίζω καλά τα λέει ο Δον παραπάνω, δεκανέας και λοχίας δεν ταιριάζουν σε αστυνομικό. Εγώ αρχικά νόμισα πως μιλούσαν με τις παλιές στρατιωτικές ιδιότητές τους δύο παλιοσειρές.

    Εντελώς τυχαία διαβάζω αυτό τον καιρό μια συλλογή διηγημάτων του Σόμερσετ Μωμ που εκτυλίσσεται στο Βόρνεο και τα πέριξ την ίδια εποχή, το κρις και το σαρόνγκ ήταν σαν ευθείες αναφορές 🙂

  59. ΓιώργοςΜ said

    Καναδυό επιπλέον σημεία που μου φάνηκαν κάπως εκτός ύφους,
    «τα παιδιάστικα χόμπι σου» είναι κάπως λόγιο για σκληροτράχηλο ντετέκτιβ, παιδιαρίσματα ίσως;
    «το σίδερο όσο ήταν ζεστό»: Είναι προφανής μεταφορά με τη σφυρηλάτηση σίδερου, αλλά μάλλον και ιδιωματισμός. Η δική μας αντίστοιχη είναι «στη βράση κολλάει το σίδερο», που θα μπορούσε να τροποποιηθεί κάπως σαν «μιας και το σίδερο ήταν στη βράση του» ή κάπως έτσι.

  60. dryhammer said

    Στα βαπόρια πάντως, όπου πας μη Έλλην είναι για τον Καιάδα, υπήρχε και ο όρος «Σουηδοί» για τους σκούρους.

    [Για τις αντιλήψεις περί ξένων στα βαπόρια, τα έλεγα κι εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2017/07/09/dryhammer/ , και με επιβεβαιώνουν
    https://www.alithia.gr/koinonia/naytiko-pasha-me-kazamia-oneirokriti ]

  61. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα!
    Μια χαρά τρέχει η πρωτογενής μετάφραση (ουδέν γκριζάρισμα για να χρειαστεί να φωτιστείς απ’ το πρωτότυπο).
    Ως προς τον τίτλο, βάσει της συγκεκριμένης πλοκής , θα μπορούσε να ταιριάξει και ενικός αριθμός, λόγου χάριν «(ο) Αφανής Σιαμέζος» (: στην πρώτη δημοσίευση Μάρτιος 1926 δεν υπήρχε το άρθρο «The»), διότι ο αναγνώστης πρώτα-πρώτα, παρασυρόμενος και από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ανωνύμου Ηπειρωτικού Πράκτορα (που φαίνεται έτσι και ως περσόνα του Χάμετ), αναρωτιέται καταρχάς ποιο πρόσωπο (ένα και όχι πολλά) θα χρεωθεί την συγκεκριμένη τιτλοδότηση, βρίσκοντας τελικά τρεις υποψηφιους:
    –Έναν εκ των τεσσάρων φανταστικών Σιαμέζων (με τους οποίους προσπαθεί να αποπροσανατολίσει την αστυνομία ο Μπάμπης Ρίχτερ), αυτόν που έχει τάχα ήδη καταφέρει να «γρατζουνίσει» τον Μολόι
    –Την σιαμέζα-γάτα, σύζυγο Μολόι, που ομολογεί ότι τον σκότωσε εν αμύνη, πάνω στη συμπλοκή τους
    –Τον ίδιο τον (Μολόι κλπ)- Λάνγκε ο οποίος εγκαταλείφθηκε στη Βιρμανία ως τελειωμένος,αλλά εμφανίστηκε από το πουθενά για να ζητήσει το μερίδιο από τη ληστεία πολύτιμων λίθων, ύστερα, βαριά τραυματισμένος, μάζεψε όλες του τις δυνάμεις για να «συρθεί» και να πεθάνει στο πρακτορείο (αποσκοπώντας προφανώς στην εκδικητική σύλληψη των δολοφόνων του), επίσης, δεν είχε αφήσει κάποιο ταυτοτικό στοιχείο στο ξενοδοχείο όπου έμεινε και αποδεικνύεται τελικά ότι, κατά τραγική ειρωνεία, έχει σκοτωθεί από το δικό του ανατολίτικο στιλέτο, έχον κυματιστή φλογοειδή λεπίδα, δίκην ρομφαίας πύρινης, σάμπως για να επαληθευτεί το ρηθέν «οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται», άλλως πως ότι «η χρήση βίας είναι αυτοκαταστροφή», οπότε, δεδομένων όλων αυτών, δικαιούμαστε κι εμείς να θεωρήσουμε ότι ο σκοτωμένος ήταν κατ’ ουσίαν και ο αφανέρωτος εκ του Σιαμ ορμώμενος εγκληματίας, (όπως ο Μπάμπης ήταν τελικά ο μουλωχτός αλλοδαπός- Γεωργιανός) και να σημειώσουμε ότι αφού οι μεν έκαναν μόλις μία ημέρα για να λύσουν τέτοιο μυστήριο ενώ οι δε τριάντα επτά, το σκορ Ηπειρωτικό Πρακτορείο- ΕΛΑΣ διαμορφώνεται στο γήπεδο αυτό σε 37-1 (=ένα αλλά καλό).
    ΥΓ1:Η ονομασία του μαχαιριού ‘kris’ προέρχεται από αρχαία λέξη της Ιάβας ‘ngiris,’ που σημαίνει “κόψη” και τα ξιφίδια αυτά είναι τα χαρακτηριστικά όπλα για την Eskrima (πολεμική Φιλιπινέζικη τέχνη, άγνωστη κατά πως φαίνεται στην δολοφονημένη Κοπέλα των Γλυκών Νερών), συνδέονται δε και με διάφορους μύθους και μαγικές τελετιουργίες, θεωρούμενα άλλοτε ως φυλαχτά άλλοτε ως σύμβολα κακοτυχίας, ιδίως αν το κράμα τους περιέχει και Αρσενικό.
    ΥΓ2: Η ερώτηση What’s the score?, θα μπορούσε να αποδοθεί εναλλακτικά και ως «Πώς πάει ο αγώνας;»

  62. ΓιώργοςΜ said

    54 τις έχω δει και σε σύγχρονες ταινίες, οι κουστουμάτοι δε θέλουν να φτιάχνουν τις κάλτσες τους, χαλάει φαίνεται το ίματζ..😛

  63. ΣΠ said

    60
    Ε ναι, διότι, ως γνωστόν, όλοι οι Έλληνες είναι ξανθοί και γαλανομάτηδες.

  64. aerosol said

    Καλό διήγημα, Εξαιρετική η αρχή του, σε λίγα δευτερόλεπτα σε έχει γραπώσει!
    «Για τον Γέρο, σήμερα δεν είναι Τρίτη. Φαίνεται να είναι Τρίτη.» Ωραία ατάκα.

    Πρόσεξα πράγματα που εντόπισαν κι άλλοι νωρίτερα:
    1. «Λοχίας του τμήματος ανθρωποκτονιών της αστυνομίας» – Θα διάλεγα Αρχιφύλακας (ίσως και Ανθυπαστυνόμος;). Το corporal μπορεί να είναι Υπαρχιφύλακας αλλά ίσως και απλός Αστυφύλακας.
    2. Δεν με ενόχλησε το «καφετιοί», καθώς παίζει με το χρώμα ο Χάμετ σε όλο το διήγημα. Αλλά όντως είναι πιο κατανοητό το σκουρόχρωμοι.
    3. Με ξένισε το «πόμολο μπρος πίσω». Ούτε τα στρογγυλά πόμολα πάνε μπρος πίσω. Θα χαρακτήριζα την κίνηση δεξιά αριστερά, αλλά το πόσο είναι δόκιμο εδώ δεν ξέρω.
    4. Creeping
    Μεταφορικά είναι καλό το άφαντοι. Αλλά πάντα με τρώει το να είναι κάτι πιο πιστό, αν γίνεται -κι εδώ δεν νομίζω πως αυτή είναι η έννοια τονίζεται. Ορθότατα τα υφέρπων και μουλωχτός. Εδώ θα έβαζα το δεύτερο -αν ήταν του Λάβκραφτ… θα ταίριαζε το πρώτο!

    #53
    Κάποιοι άνθρωποι έχουν δέρμα σαν αργασμένο πετσί: σκούρο, με έντονες γραμμές. Όχι απλά ηλιοκαμμένοι/μαυρισμένοι αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών ήλιου και έκθεσης στην φύση. Σαν παραδοσιακός Έλληνας ψαράς του Αιγαίου, ας πούμε. Αυτό πάντα κάνει αίσθηση κι εδώ φάνηκε πως δεν παράπεμπε σε ράτσα, το εξέλαβα ως περιγραφή ιδιαίτερου χαρακτηριστικού ενός άντρα που δεν τον φαντάζεσαι πίσω από γραφείο.
    Αγκράφα αντρικής καλτσοδέτας έχω δει σε παλιές ταινίες -σίγουρα σε κάποια φορούσε ο Κάρυ Γκραντ και την έδειχνε. Νομίζω πως, όπως και στις γυναικείες- είχε να κάνει με εποχές που τα «λάστιχα» δεν ήταν δυνατά, καθώς η χρήση του νάυλον δεν είχε επεκταθεί (πρωτοεμφανίστηκε σε γυναικείες κάλτσες μόλις το 1940). Ενδεχομένως και το σημάδι του λάστιχου, όταν αυτό υπήρχε, να θεωρούνταν πιο ακαλαίσθητο.

  65. Avonidas said

    #64. «Για τον Γέρο, σήμερα δεν είναι Τρίτη. Φαίνεται να είναι Τρίτη.» Ωραία ατάκα.

    Ναι, κι εμένα μ’ άρεσε. Μου θυμίζει το «μπορεί και ναι, μπορεί και όχι» των Νορμανδών στο Αστερίξ 🙂

    Τώρα που διάβασα όλο το κείμενο, μου φαίνεται μανίκι να μεταφραστεί σωστά το creeping. Γιατί χρησιμοποιείται μια φορά σ’ όλο το κείμενο, τα συμφραζόμενα είναι μηδαμινά, και όποια επιλογή κι αν κάνει κανείς θα μπει φαρδιά-πλατιά στον τίτλο, που δίνει τον τόνο και την πρώτη εντύπωση στον υποψήφιο αναγνώστη. Πολύ δύσκολο.

    Σ’ εμένα, το creeping έχει κυρίως την αίσθηση αυτού που σε πλησιάζει αθόρυβα, ή που σε περικυκλώνει χωρίς να το πάρεις είδηση· και πάντως υποδηλώνει κάποιον ή κάτι που έρχεται, κι όχι που φεύγει, ή χάνεται. Και γι’ αυτό το «άφαντοι» μου μοιάζει άστοχο. Αν βασιστούμε στα λιγοστά συμφραζόμενα, ίσως μια καλύτερη απόδοση θα ήταν «οι μυστήριοι Σιαμέζοι» – άλλα αυτό χάνει την άβολη/απεχθή αίσθηση που υποδηλώνει το creeping.

  66. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και για τις προτάσεις!

    65 Που θυμίζει τα χρέη μου…
    Υπάρχει και το une réponse de Normand στα σημερινά γαλλικά.

  67. Νέο Kid said

    Μοι προκαλεί εντύπωση ότι κανείς από τους χριστιανούληδες μπολσεβίκους καθιαυτού συνταξιούχους σχολιαστές δεν είπε το σωστό « οι υποβόσκοντες Σιαμέζοι» !
    Elementary, dear Watsons!
    (Το “οι αρκυορούντες , όπως και το «οι λουρκίζοντες Σιαμέζοι, αν και ελκυστικά , είναι ανακριβή )

  68. sarant said

    Τελικά στις γαλλικές περιφερειακές εκλογές, με θηριώδη βέβαια αποχή, η ΛεΠέν την πάτησε.

  69. Georgios Bartzoudis said

    (α) «γιατί «έρπων»; Εννοώ, αρχικά, γιατί τόση καθαρεύουσα. Θα προτιμούσα «σερνάμενος»
    # Προτείνω να λέμε «σερνάμενα» αντί «ερπετά»! [θα μας καταλαβαίνουν καλύτερα τα …φίδια!]

    (β) «ανάμεσά τους και ένα ανύπαρκτο βαλκανικό κράτος, η Στεφανία…»
    # Κράτος όχι, υπήρξε όμως στα βυζαντινά χρόνια η «Αρχοντία των Στεφανινών» [καταλάμβανε τμήμα του σημερινού Δήμου Βισαλτίας, με κέντρο το χωριό Στεφανινά]

  70. sarant said

    69b Bρε τι μαθαίνει κανείς!

  71. Γιάννης Ιατρού said

    68: 68% περίπου κι η αποχή 🙂 🙂

  72. ΣΠ said

    69β
    Τα Στεφανινά ανήκουν στον γειτονικό δήμο Βόλβης.

  73. Μαρία said

    68
    Ο Μακρόν ακόμα χειρότερα.

  74. Pedis said

  75. Pedis said

    Ουπς, λάθος, γι αλλού πήγαινε. Σόρρυ.

  76. Γιάννης Ιατρού said

    68: … η Λε Πέν την πάτησε..
    Παρ΄ όλη την μεγάλη αποχή ή ακριβώς γι αυτό ;; το ακροδεξιό RN ακόμα κι αν δεν πήρε την πρωτιά σε καμία περιφέρεια, συνολικά στον πρώτο γύρο αυτών των (περιφερειακών) εκλογών έγινε πρώτο κόμμα, κι η Γαλλία μετατοπίστηκε ακόμα λίγο προς τα δεξιά.
    Η αριστερά για πρώτη φορά δεν κέρδισε σε καμία περιφέρεια, ούτε καν σ΄ αυτές τις λίγες που διοικούσε μέχρι τώρα. Πιθανώς να φταίει η ανάμνηση του προηγούμενου προέδρου, του François Hollande, ή/και η ανησυχία του κόσμου για τις ταραχές (παρόλο που στη Γαλλία οι περιφέρειες δεν είναι υπεύθυνες για την τάξη και την ασφάλεια 🤔).
    Σημειωτέον όμως πως πρόκειται για τον πρώτο γύρο, ο κόσμος, μετά από την κλεισούρα με την επιδημία, προτίμησε να πάει στην εξοχή/θάλασσα αντί να πάει να ψηφίσει. Να δούμε πως θα πάει ο δεύτερος γύρος.

  77. Γιάννης Ιατρού said

    76: Διόρθωση: συνολικά στον πρώτο γύρο αυτών των (περιφερειακών) εκλογών έγινε δεύτερο κόμμα

  78. Μαρία said

    76
    Δεν ισχύουν αυτά που γράφεις.
    Γιά δες το χάρτη https://www.francetvinfo.fr/elections/regionales/carte-resultats-des-elections-regionales-decouvrez-quel-parti-est-en-tete-dans-votre-region-selon-notre-estimation-ipsos-sopra-steria_4668769.html

  79. spyridos said

    76

    Ο κόσμος ψήφισε επαναστατικά. Η Αριστερά στη Γαλλία (και όχι μόνο) δεν έχει καμία πρόταση ή όραμα
    για μια δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος. Δεν μιλάει καν γιαυτό.
    Στον πεινασμένο προτείνει μόνο να φάει παντεσπάνι.
    Ασχολείται μόνο με την οικολογία, ένα θέμα που έτσι κι αλλιώς έχει κλείσει αφού όλες τις θέσεις της Αριστεράς της υιοθέτησε η φιλελεύθερη Δεξιά, αναπροσαρμόζοντας τις στην άδικη κατανομή του εισοδήματος.
    – Λιγότερα αυτοκίνητα γιατί μολύνουν δηλαδή λιγότερα αυτοκίνητα για τους φτωχούς
    – Λιγότερο κρέας γιατί μολύνει δηλ. λιγότερο κρέας για τους φτωχούς.
    – Λιγότερα τετραγωνικά μέτρα κατοικίας γιατί μολύνουν δηλ ναι καλά μαντέψατε
    η λίστα είναι πολύ μεγάλη.
    Αφήσαν και τον Φορντ στην μπάντα και έπιασαν τον Μασκ.
    Δεν χρειάζεται η κατανάλωση των φτωχών γιατί έτσι κι αλλιώς το χρήμα το τυπώνουμε και χωρίς πληθωρισμό μάλιστα
    αφού οι πληβείοι δεν έχουν να καταναλώνουν.
    Σε ΗΠΑ και ΕΕ τυπώθηκαν και μοιράστηκαν στους πλούσιους μόνο στον 1 χρόνο της πανδημίας 9 τρις δολάρια.
    Περιμένετε το ψίχουλο που θα πέσει από το τραπέζι.
    Η απάντηση της Αριστεράς σε όλη αυτή την έκρηξη βίας είναι ανύπαρκτη.

    Η ακροδεξιά από την άλλη υπόσχεται λαγούς και πετραχήλια. Αλλά αν θα πάρουν κάτι από αυτό οι δουλοπάροικοι.
    Αν όχι σήμερα τότε αύριο, μεθαύριο η Λεπέν θα γίνει πρόεδρος.

  80. Γιάννης Ιατρού said

    78: Ωχ, έχεις δίκιο, είδα τις προβλέψεις της ARD @$@%@^
    Η αριστερά κερδίζει καθαρά 5 περιφέρειες:
    Centre-Val de Loire, Nouvelle-Aquitaine, Bretagne, Bourgogne-Franche-Comté και Occitanie. 🤩👍

  81. aerosol said

    #67
    Άντε βρε, είδες πουθενά στο διήγημα Σιαμέζους να βόσκουν; Και μάλιστα… υπό; 😛

  82. sarant said

    80 Ακριβώς, είναι πρώτη σε όσες περιφέρειες έχει ήδη τη διοίκηση. Και μάλλον θα τις ξαναπάρει.

  83. Georgios Bartzoudis said

    72 ΣΠ said: «Τα Στεφανινά ανήκουν στον γειτονικό δήμο Βόλβης».
    # Σωστόν. Ευχαριστώ για τη διόρθωση!

  84. @ 83 Georgios Bartzoudis

    Ουραία λιέξ: Στφαν΄νά [stfaɲna]μι τα δύου -ν- σμα σμά.

  85. Γιάννης Κουβάτσος said

    Με 68% αποχή, οι Γάλλοι δεν μετατοπίστηκαν προς τα δεξιά, μετατοπίστηκαν προς το φάσκελο προς όλους. Δεν είμαι υπέρ της αποχής, είμαι υπέρ της ψήφου προς τον σχετικά καλύτερο, είμαι από αυτούς που βρίσκουν διαφορά ανάμεσα στον Μπους και τον Μπάιντεν (αν και γουστάρω τον γερο-Μπέρνι) και ανάμεσα στη Λεπέν και τον Μακρόν. Αλλά, δυστυχώς, όσο πάει αυτές οι διαφορές όλο και μικραίνουν και πολύ φοβάμαι ότι θα γίνουν αδιόρατες. Γι’ αυτό και ο κόσμος δεν κάνει καν τον κόπο να πάει να ψηφίσει. Ζητείται σοβαρή Αριστερά, το λοιπόν.

  86. Γιάννης Κουβάτσος said

    85: Ανάμεσα στον Τραμπ και τον Μπάιντεν, διορθώνω.

  87. Lenia said

    Ομολογώ πως δεν πρόλαβα να διαβάσω όλο το κείμενο. Ως προς το αρχικό ερώτημα: μήπως το «creeping» θα μπορούσε να αποδοθεί με το επίθετο «ύπουλοι»; Μου έφερε στον νου και τη φράση «give the creeps».

  88. sarant said

    87 Το σκέφτηκα κι εγώ σαν λύση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: