Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2021


Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει τρία διηγήματα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη (το τελευταίο εδώ, με λινκ προς τα προηγούμενα) σήμερα όμως έχω τη χαρά να παρουσιάσω το καινούργιο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ανάτυπο, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Αναρούσες.

Γράφω στις Λέξεις που χάνονται: Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες· αφενός, η επιστροφή του  κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του –ε υπό την επίδραση άλλων μετοχών όπως γλυκοφιλούσα. … στην Έρμη στα ξένα οι σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί της την όμορφη και ψηλή υπηρέτριά της «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ’».

Όχι μόνο στον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και σε όλο το κειμενο ο Ανετάκης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιωματικές, από ντοπιολαλιές, που τις επεξηγεί συνήθως σε υποσημείωση, αλλά και βλάχικες στους διαλόγους, αφού το μυθιστόρημά του εκτυλίσσεται στην Πικρολίμνη, ένα (φανταστικό) κεφαλοχώρι ανάμεσα Μέτσοβο και Τρίκαλα, που κατοικείται από Βλάχους (στις «Ευχαριστίες» ο συγγραφέας ευχαριστεί τον φίλο μας τον Voulagx για τη βοήθειά του σε θέματα βλάχικης γλώσσας).

Ο αφηγητής, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας Δάμος Σαρμάκος, έπειτα από ένα δύσκολο διαζύγιο και καθώς η έμπνευση τον έχει εγκαταλείψει, δέχεται την πρόσκληση ενός γκαρδιακού φίλου από τον στρατό, που του παραχωρεί δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του, στη μικρή λουτρόπολη Πικρολίμνη, πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Η ιστορία του χωριού είναι μακραίωνη, γεμάτη θρύλους, αρχαία έθιμα και καλοκρυμμένα μυστικά, αλλά σταδιακά ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν είναι όλα ξεχασμένα και περασμένα. Αυτός, ο ξενομερίτης, θα βρεθεί άθελά του στο κέντρο της δίνης -με πολλές σημασίες της λέξης.

Δεν θέλω να σποϊλάρω οπότε δεν θα περιγράψω την υπόθεση. Πάντως, η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική, χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού. Το μυθιστόρημα, είδος βαλκανικού θρίλερ, το διάβασα μονοκοπανιά και το χάρηκα και δεν είναι υπερβολή να πω ότι δίνει υλικό για καλή ταινία -μέχρι και κυνηγητά με Μάζντα σε χωματόδρομους έχει.

Θα παρουσιάσω φυσικά ένα κομμάτι από το βιβλίο. Αν είχαμε συλλογή διηγημάτων, θα αναδημοσίευα ένα από τα διηγήματα. Με το μυθιστόρημα η λύση δεν είναι τόσο απλή. Διάλεξα λοιπόν ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, το δεύτερο, όπου ο αφηγητής μαθαίνει από έναν γέροντα την ιστορία του χωριού. Μια και εδώ λεξιλογούμε, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προσφέρεται αφού βρίθει από ιδιωματικούς όρους.

Ο αφηγητής, μόλις έχει φτάσει στην Πικρολίμνη. Από μια παρέα στο καφενείο άκουσε κάτι για τους θρύλους του χωριού, που του κίνησε την περιέργεια, και σκέφτεται να μάθει περισσότερα, μήπως μπορέσει να τα εντάξει στο μυθιστόρημα που προσπαθεί να γράψει. Ο φίλος του ο Ηλίας, όμως, δεν μπορεί να του χρησιμέψει ως πηγή διότι δεν πιστεύει στα παραμύθια αυτά και τα περιφρονεί.

(…)

Λίγες μέρες αργότερα, μόλις γυρίσαμε από τα χωράφια, που είχαμε πάει να ποτίσουμε, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Είδα το ζεύγος ν’ ανταλλάζουν πλάγιες ματιές κι έπιασα τον φίλο μου να χαϊδεύει το γόνατο της συμβίας του στα κλεφτά, κάτω από το τραπέζι. Ο παππούς του Ηλία, ο συνονόματος, πλατάγιζε αμέριμνος τη μασέλα του, καθώς καταβρόχθιζε το κοκκινιστό με τα μακαρόνια, δίχως να παραλείψει να παινέψει τη νύφη του, τι χρυσοχέρα που ήταν.

Ο φίλος μου τέλειωσε το γεύμα του με βιάση, χασμουρήθηκε κι είπε ότι ήταν πολύ κουρασμένος και ήθελε να πάρει έναν υπνάκο. Η Φωτεινή μάζεψε στα γρήγορα τα πιάτα, είπε πως κι αυτή ξύπνησε χαράματα, για να σκαλίσει τον μπαξέ, και τον ακολούθησε.

Ο γέρος την άφησε να βγει απ’ την τραπεζαρία κι άξαφνα παράτησε το αλλοπαρμένο του ύφος, με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα όλο διαύγεια κι έγνεψε με το φρύδι.

«Κάτι μ’ λέει πως, μετά από τούτο το μερεμέτι, θα ξυπνήσουνε σαν πουλάκια και τα δυο τ’ς» γέλασε πονηρά. «Άιντε, μπας και προκάμω να δω κάνα δισέγγονο».

«Μπαρμπα-Λια, θέλεις να ψήσω καφεδάκι και να πάμε στο λιακωτό να κάνουμε ένα τσιγάρο;» προσφέρθηκα. Ήταν η ευκαιρία μου να τον ξεμοναχιάσω.

«Ε, άμα ξες να τονε κάμεις μερακλίδικο, να ψένεις» έκανε αυτός, λίγο δύσπιστος.

«Έννοια σου κι η δικιά μου ήτανε μοντέρνα, μόνος μου έφτιαχνα τον καφέ» γέλασα εγώ.

«Γυναίκα που δεν ξέρει να ψένει καφέ, μονάχα τόπο πιάνει· καλά έκανες και τ’ς έδωκες πόδι, παλικάρι μου». Η πολιτική ορθότητα δεν ήτανε γνωστή στον αιώνα του.

Ο γέρος πρέπει να ήταν πάνω απ’ τα ογδόντα. Σταφιδιασμένος, κουκί φαλακρός, αλλά κοτσονάτος κι ευθυτενής, παρά τ’ αρθριτικά που τον ταλαιπωρούσαν, με μια κορμοστασιά που στον καιρό του θα πρέπει να έμοιαζε μ’ αυτήν του εγγονού του.

«Άιντε, να σε ιδώ αν είσαι μάστορης». Σηκώθηκε και κίνησε, αργοβάδιστος, για το λιακωτό. Έκατσε δίπλα στο γυάλινο τραπέζι κι άρχισε να γεμίζει το τσιμπούκι του, όσο εγώ έβαζα όλη μου την τέχνη στο ανατολίτικο ρόφημα. Μόλις το πέτυχα με μπόλικο καϊμάκι, έβαλα τα φλιτζάνια σ’ ένα δίσκο και βγήκα να του κάνω παρέα. Κάθισα στην αντικρινή καρέκλα κι έβγαλα να στρίψω τσιγάρο.

Ρούφηξε μια γουλιά με θόρυβο κι έπειτα άλλη μία. «Μωρέ ’συ ’σαι ταμπής[1] φτασμένος, τα συχαρίκια μ’» είπε με φανερή επιδοκιμασία. Ήπια κι εγώ λίγο κι άναψα το τσιγάρο.

«Και δε μου λες, μπαρμπα-Λια, ξέρεις τίποτα για τις Αναρούσες;» μπήκα ίσια στο θέμα. Με κοίταξε, καχύποπτος.

«Μπα, θαρρούσα θα τ’ς είχες συναπαντήσ’ ως τα τώρα» είπε με το πανούργο του χαμόγελο κι έβγαλε προς τα έξω τη μασέλα, για να την τραβήξει στα γρήγορα μέσα, σε μια κίνηση που θύμιζε σαύρα. «Κάτι σαν και του λόγου σ’ κυνηγάνε δαύτες. Τσι χωρισμένοι, τσι μοναχικοί, τσι φεγγαροπαρμένοι, μου κάμνει εντύπωση πώς δε σ’ έχουνε βάλει τόσες μέρες στο μάτι».

«Τι είναι, νεράιδες ή κάτι τέτοιο;»

«Κάτι τέτοιο. Μα όχι σαν κείνες τσι σουρλουλούδες που δείχνουνε τα παιδικά στο χαζοκούτι. Είν’ οι Κόρες του Εφιάλτη, πεντάμορφες και τρομερές, μπορούνε να κάμουν έναν άντρα να χάσει τη μιλιά τ’, απ’ το γιαγκίνι[2] ή απ’ το σκιάξιμο» έκανε, με τόνο που υπαινισσόταν πιο πολλά απ’ όσα φανέρωνε.

«Από τ’ όνομα, θα πρέπει να έχουν σχέση με τη λίμνη, αν κατάλαβα καλά» συνέχισα εγώ το ψάρεμα. Με κοίταξε με τα σαν χνωτισμένες λάμπες μυωπικά του μάτια. Έβγαλε τα ματογυάλια από την τσέπη του σακακιού και τα φόρεσε για να με βλέπει καλύτερα (γιατί, παππού, έχεις τόσο μεγάλα μάτια;).

«Σωστά το ’πιασες. Εμ βέβαια, δουλειά σ’ είναι να καταλαβαίνεις τσι λέξεις και τα ονόματα, καθένας στο είδος τ’».

Ύστερα, το ύφος του σκοτείνιασε πιότερο κι η φωνή του χαμήλωσε, συνωμοτική. «Έχουνε γάρμπος κι εμορφιά, μα η ψυχή τ’ς είν’ από σκοτάδι κι από βούρκο, σαν του κύρη τ’ς. Κάποιους τσι χαβώνουνε[3] και τσι παρασέρνουν μες στη λίμνη, μετά γένονται ρουφήχτρες και τσι καταπίνουν.

»Μερικούς τσι τραβάν στα βαρικά[4], απ’ την άλλη μεριά τσι λίμνης, και τσι βουλιάζουνε στο βούρκο. Άλλους πάλε τσι ρουφάνε την ψυχή στον ύπνο, τσι βρίσκουν το πουρνό με το κορμί γιομάτο γιαράδες[5] κι αίματα. Και να ’σαντε μονάχα αυτά…»

«Δηλαδή, ρε μπάρμπα, σαν πόσοι πήγαν έτσι, ξέρεις εσύ πολλούς;»

Γύρισε και κοίταξε πίσω του, μέσα στο σπίτι. Όλα ήταν ακόμα ήρεμα κι η πόρτα του ζεύγους σφαλιστή. Ξεθάρρεψε, έσκυψε όσο μπορούσε κατά μένα και ψιθύρισε, με φωνή που μόλις ακουγόταν: «Ξεύρω τον γιο μ’, τον Κώτσο. Έτσι τονε χάσαμε στα ξαφνικά. Άφηκε τον Λιάκο αρφανό από δέκα χρονώ παιδί». Με κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως είχε κερδίσει την προσοχή μου, και συνέχισε.

«Ένα βράδυ, προτού είκοσι χρόνια, ο Κώτσος σκώθηκε μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, δίχως κανείς να τονε πάρει χαμπάρι, τράβηξε ίσαμε τα βαλτοτόπια και φουντάρισε στα μπατάκια[6]. Βρήκανε κείθε το σακάκι τ’, μα τ’ αμάξι τ’ βρέθηκε παρατημένο στην Αλεξανδρούπολη. Ποιος να ξεύρει τι λογής καταχανάς[7] τον συνεπήρε νυχτιάτικο, μα όλοι λεν πως ήσαντε οι Αναρούσες.

»Ο Λιάκος δε σκώνει κουβέντα, Τούρκος γένεται άμα τ’ πεις γι’ αυτά. Για κείνονε, ο κύρης του το ’σκασε με την Τατιάνα, μια Ουκρανέζα μπαργουμάνα που ’γινε μπουχός κι αυτή περίπου τότες».

«Τώρα μεταξύ μας, μπάρμπα, το αυτοκίνητο δεν πήγε μονάχο του στην Αλεξανδρούπολη». Με κοίταξε λοξά και το σκέφτηκε για λίγο, προτού απαντήσει.

«Τέλος πάντων, καθένας πιστεύει ό,τι βαστάει η ψυχή τ’».

«Τουλάχιστον τον ψάξατε στο βάλτο;»

«Πώς δεν ψάξαμε. Πέσαν στον λάκου[8] βουτηχτάδες με στολές και φακούς, μα τα νερά ήσαντε τόσο θολά, που δε θωρούσαν ντιπ. Κοιτάξανε και στη λίμνη. Όλα τα ψαράδικα ανοίχτηκαν και πέσαν πάλι οι βουτηχτάδες. Αλλά η λίμνη είν’ πολύ βαθιά και πάλε τίποτις δε βρήκαν». Μετά, η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.

«Έχουνε χαθεί κι άλλοι, κάποιοι χωριανοί, μερικοί ξενομερίτες σαν την αφεντιά σ’, χώρια οι καλογέροι. Εγώ πέντε θυμάμαι στα χρόνια μ’ να ’χουνε σαλτάρει απ’ τις ντάπιες τσι μονής».

«Καλά τώρα, παντού στον κόσμο κάποιοι αυτοκτονούν ή γίνονται άφαντοι» τον τσίγκλησα.

«Ναι, μα οι παλιοί ξιστορούσανε πως τούτο γένεται απ’ τα χρόνια τ’ αρχαία, απ’ όσο υπάρχουνε αθρώποι να θυμούνται».

Ο Ηλίας δε μου ’χε μιλήσει ποτέ για τον πατέρα του. Δε θέλησα να σχολιάσω το οικογενειακό δράμα που άξαφνα μου φανερώθηκε, γι’ αυτό πήγα αλλού την κουβέντα, δίχως να ξεφύγω απ’ το θέμα. «Κάτι είπες για τον κύρη τους, ποιος είναι πάλι αυτός;»

Ο μπάρμπας πήρε ύφος πολυκάτεχο, σαν προφέσορας της Οξφόρδης. «Τούτη η λίμνη δε φτιάχτηκε στην τύχη, γιε μ’. Την έπλασε ο Ντουμνιτζέου[9] για να παραχώσει ένα τρομερό κακό, που σουρνότανε στη γης προτού κάμουνε την κουτσουκέλα τ’ς ο Αδάμ με την Εύα. Στον λασπερό τ’ς πάτο μπουντρούμιασε τον Ντράκου[10] μαζί με τ’ς αναθεματισμένες κόρες τ’, για να λυτρώσει τσι ψυχές μας, κι έβαλε τον Άγγιλου Βιγκλιτόρου[11] να τονε προσέχει». Έκανε μια θεατρική παύση κι έπειτα μίλησε ξαφνικά.

«Μα η Μαγίστρα δουλεύει τσι νύχτες για να τονε λευτερώσει». Δεν εννοούσε ν’ αφήσει τον ακροατή του να πάρει ανάσα.

«Η Μαγίστρα;» έκανα με όσο περισσότερο ενδιαφέρον μπορούσα να δείξω. Η ιστορία γινόταν όλο και πιο γαργαλιστική.

«Αυτή που ’χει τα παλάτια τ’ς πίσω απ’ το φεγγαρόφωτο, στην άφωτη μεριά. Κατεβαίνει και χορεύει και τσιτσιδώνεται μπροστά στον Άγγιλου για να τον ξελογιάσει, ν’ αφήσει μια στιγμή το πόστο τ’ και νά βρει ευκαιρία ο Ντράκου να το σκάσει».

«Και νογάει ο άγγελος από γυμνές χορεύτριες, μωρέ μπάρμπα; Αγρότης που συχνάζει στα καμπαρέ είναι;» περγέλασα εγώ. Ο μπαρμπα-Λιας έδειξε να θίγεται λιγάκι απ’ τη σύγκριση, αλλά δεν έχασε την ολύμπια ψυχραιμία του.

«Ο Άγγιλου είναι πνέμα και καμιά γυμνή μ’ αίμα και σάρκα δεν τονε ξελογιάζει. Μα κι η Μαγίστρα δεν έχει αίμα και σάρκα, πνέμα πονηρό και κολασμένο είναι. Έτσι, μαθές, μπορεί να τον μολέψει ακόμα κι αυτόνε.

»Μια τουλάχιστο φορά τα κατάφερε και τονε πλάνεψε, έλεγε ο προπάππους μ’, που πέθανε εκατόν πέντε χρονώ. Και τότες ξύπνησε ο μυριαναθεματισμένος, σκώθηκε απάνω απ’ τη λίμνη και ξαμόλησε τσι σκύλες τ’, να ορμήξουν στο χωριό. Κατασπαράξαν άντρες και γυναίκες, αρπάξαν τα μωρά μες απ’ τη σαρμανίτσα[12] και τα φάγαν ζωντανά, μετά γκρεμίσαν το χωριό σύσπιτο». Μηχανικά παλινδρόμησε δυο τρεις φορές τη μασέλα, με τον γνωστό σαυροειδή του τρόπο. Είχε λαχανιάσει. Πήρε μι’ ανάσα και συνέχισε.

«Ύστερις, ο Άγγιλου ήρθε στα συλλοϊκά τ’ κι άρχισε να πιλαλάει καταϊδρωμένος να μαζέψει τ’ ασυμμάζευτα. Τελικά, νίκησε τον Ντράκου, κατάφερε να ζωγρίσει[13] τσι πιο πολλές Αναρούσες και τσι φυλάκωσε, παρέα με τον τρισκατάρατο, ξανά μες στη λίμνη. Μα για τ’ς αθρώποι του χωριού ήτανε πια πολύ αργά. Τσι βρήκαν, όσους βρήκαν, άψυχους και σαρανταπληγιασμένους, άλλους μες στα νερά να πλέχουν, άλλους στις πλαγιάδες, και τα σπίτια γινήκανε βεράνι[14]».

Με κοίταξε σοβαρός, συνεπαρμένος κι αυτός απ’ την ίδια του την αφήγηση. Σηκωνότανε η τρίχα του καθώς μιλούσε κι είχε ασυναίσθητα καμπουριάσει κάμποσο, σάμπως να τον βάραινε αρχαίο δέος. Τα πιο ωραία παραμύθια, τα πιο μαυλιστικά, είναι κείνα που ο παραμυθάς τα πιστεύει με τα σωστά του.

«Λεν πως ο Άγγιλου δεν μπόρεσε να τ’ς έβρει ούλες τσι στρίγγλες, απά στη βιάση τ’, και κείνες που γλυτώσαν τρούπωσαν στις σπηλιές και στα ζεστά νερά και κριματίζουνε τ’ς αθρώποι».

Ξάφνου, άνοιξε η πόρτα της κρεβατοκάμαρας κι ακούστηκαν τα βαριά βήματα του Ηλία. Ο μπάρμπας άφησε την κουβέντα του στη μέση και μίλησε σιγαλόφωνα.

«Το νου σ’, μιλιά στον εγγονό μ’, ’γω δεν ξεύρω τίποτις» έκανε, ταραγμένος, κι έπειτα πήρε απότομα το ξεκούτικο ύφος, ξανάναψε το τσιμπούκι του και ρούφηξε με θόρυβο τον μερακλίδικο καφέ που του ’χα ψήσει. Καθώς ο Ηλίας βάδιζε προς το μέρος μας, ο γέρος γύρισε προς τα μένα, σα να μην έτρεχε τίποτα, κι έπιασε πάλι το κουβεντολόι.

«Σ’ είπε κανείς για τον Μαύρο Γάμο; Ε, στρίψε τσιγάρο και κάτσε ν’ ακούσεις…»

[1] Ταμπής: Ο παρασκευαστής των καφέδων στα παραδοσιακά καφενεία (τουρκ). Οι καλοί ταμπήδες είχαν πιστούς πελάτες, που τους ακολουθούσαν όπου δούλευαν.

[2] Γιαγκίνι: Φωτιά, πυρκαγιά (τουρκ), μτφ το ερωτικό πάθος.

[3] Χαβώνω: Περνάω χαλινάρι, μαγνητίζω, κάνω κάποιον άβουλο όργανό μου.

[4] Βαρικό: Έλος.

[5] Γιαρά: Πληγή (τουρκ).

[6] Μπατάκι: Βούρκος, τέλμα (τουρκ).

[7] Καταχανάς: Βρικόλακας, βραχνάς, εφιάλτης.

[8] Λάκου: Έλος, βούρκος (βλχ).

[9] Ντουμνιτζέου: Ο Θεός (βλχ).

[10] Ντράκου: Ο Δράκος ή ο Διάβολος (βλχ).

[11] Άγγιλου Βιγκλιτόρου: Φύλακας άγγελος (βλχ).

[12] Σαρμανίτσα: Ξύλινη κούνια (βλχ).

[13] Ζωγρίζω: Συλλαμβάνω κάποιον ζωντανό, αιχμαλωτίζω.

[14] Βεράνι: Ερείπιο (τουρκ). Γίνηκε βεράνι: ολοσχερής καταστροφή.

Και κλείνω με ένα βίντεο με συνέντευξη του Κωστή Ανετάκη για το μυθιστόρημά του.

72 Σχόλια προς “Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη”

  1. Πολύ ενδιαφέρον, από κάθε πλευρά.

  2. Θυμίζει Πρέβεζα μετά τη μεταπολεμική εγκατάσταση των Συρρακιωτών («Βλάχων») και την ανάμιξη βορείων ιδιωμάτων και βλάχικών, στα ακούσματά μας.

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα πρέπει να είναι αυτό το μυθιστόρημα, αν κρίνω από αυτό το απόσπασμα. Μπαργουμάνα…Μπαρμανέοι και μπαργουμάνες..Να πώς το υγιές λαϊκό γλωσσικό αίσθημα βρίσκει λύσεις σε όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τους γλωσσολόγους αλλά και το παρόν ιστολόγιο.☺ «Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.», που είπε και ο Σολωμός μας.

  4. Ωραίο απόσπασμα, η μαστοριά του συγγραφέα φαίνεται στους διαλόγους όπου τηρεί ο κάθε φάσης μέτρο με ευλάβεια.

    Σχετικά στα μέρη που συχνάζω δεν έχουμε νεράίδες και τέτοια να τρομάζουν, ναυτικοί γαρ, αλλά τελώνια που εμφανίζονται στά ξάρτια και όχι μόνο με τις καταιγίδες, όπως τα περιέγραψε η Ευα Βλάμη στον Σκελετόβραχο, και αρσενικό ξωτικό της στεριάς, τον Νταβέτσικα που παραμονεύει σε απόμερους κολπίσκους ν’ αρπάξει φωνή ή ψυχή !

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ τον Κωστή Ανετάκη για το βιβλίο και εσάς για τα πρώτα σχόλια!

  6. Νεσταναιος said

    Και οι δύο λέξεις «αναρούσα» και ανερούσα» για να προσεγγίσουν την σημασία του αλμυρού υγρού στοιχείου χρειάζονται το στοιχείο «λ». Μπορούσαμε να έχουμε. Αναλρούσα, αλαρουσα και αλερουσα και ανελαρούσα και πολλά άλλα αλλά με το στοιχείο «λ» και την συλλαβή «λα» ή «αλ».

  7. BLOG_OTI_NANAI said

  8. Καλημέρα! Ενδιαφέρον φαίνεται το βιβλίο και απ’ αυτά που μου αρέσουν. Αν και κάτι στους διαλόγους μου φάνηκε τεχνητό, λίγο υπερβολική δόση ντοπιολαλιάς ανάμικτα με κάτι «κόρες του Εφιάλτη».
    Ο καταχανάς δεν είναι αποκλειστικά Κρητικός βουρκόλακας;

  9. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Ταξιδευτικό και με ρέουσα αφήγηση! Χρειάζονται και τέτοιου είδους αναγνώσματα!
    Μας γυρίζουν στον χρόνο πίσω, τότε που ακούγαμε στις βεγγέρες, από τους μεγαλύτερους, τις διάφορες ιστορίες για φαντάσματα (‘φανταξά’) και νεράιδες (‘ανεράγδες’ και ‘ανέραγδους’) και τρίστρατα κλπ.
    Αλλά και παιδικά αναγνώσματα/κόμικς μου ήρθαν στο μυαλό, κάτι «Διαπλανητικά, Παράξενα, Δυναμικά, Εκπληκτικά» και άλλα τέτοια μυστηριώδη…

    – Αξιοσημείωτη η χρήση του «ζωγρίζω», αιχμαλωτίζω από το αρχαίο «ζωγρέω-ώ» με ίδια σημασία, πιάνω ζωντανό!

  10. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Ἀπὸ τὸ παρατεθὲν ἀπόσπασμα φαίνεται ἐνδιαφέρον καὶ ὡς γραφὴ καὶ ὡς περιεχόμενο.

    Μόνο τὸ ἐπώνυμο τοῦ μπεστσελερᾶ δὲν ταιριάζει μὲ τὴν ἰδιότητά του.

    Πῶς θὰ σᾶς φαινόταν ἂν εἶχα τὸ ἐπώνυμο Κοντός; 🙂

  11. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ενδιαφέρον και καλογραμμένο. Λαϊκές δοξασίες, ευρύτατα διαδεδομένες και στον θεσσαλικό χώρο. Το Αναρούσες δεν το γνώριζα. Νεράϊδες, καλότυχες, ξωτικά, αερικά, φαντάσματα, κάπως συνώνυμες λέξεις για να προσδιορίσουν αυτά τα πλάσματα της φαντασίας.
    Χαβώνω και σαρμανίτσα, πολύ γνωστά σε μένα.

    Ευχαριστούμε και πάλι τον Κωστή Ανετάκη και τον Νικοκύρη.

  12. ΓΤ said

    Αγαπάμε Ανετάκη
    και δε θέμε τον κυρ Τάκη

  13. Κωστής Ανετάκης said

    Καλημέρα κι από μένα, ευχαριστώ θερμά τον Νικοκύρη για την ευγένειά του να μιλήσει τόσο κολακευτικά για το βιβλίο μου, όσο και τους αναγνώστες του ιστολογίου, για τα πρώτα τους σχόλια.

    8. Αν διαβάσεις όλο το βιβλίο, θα δεις ότι «Οι κόρες του Εφιάλτη» αποτελεί αρχαιότατη κοινοτοπία για την ιστορία της περιοχής, επομένως είναι συμβατό για έναν ντόπιο, μάλιστα ιδιαίτερα καταρτισμένο σε τούτη την ιστορία, να χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο. Όσο για τον καταχανά, το είχα ψάξει όταν το έγραφα και βρήκα ότι ναι μεν είναι κρητικής καταγωγής, αλλά ότι έχει πανελλαδική εξάπλωση. Ελπίζω να μην έκανα λάθος, αλλά θα μας το πει ο Νικοκύρης καλύτερα αυτό.

    10. Το όνομα δεν μπήκε τυχαία, έχει μια ειρωνική χροιά, αφού προφανώς κατά τη δική μου γνώμη ένας μπεστσελερίστας αυτού του είδους θα ήταν προτιμότερο να έκανε σαρμάκο. Εντούτοις, μέχρι το τέλος η ειρωνεία αυτή παίρνει σάρκα και οστά, όπως θα δει όποιος διαβάσει το βιβλίο.

  14. Κιγκέρι said

    Μόνο την εισαγωγή διάβασα, το διήγημα αργότερα και στέκομαι λίγο στο μικρό όνομα του αφηγητή, Δάμος: σε ένα χωριό άκουσα κάποιον Κίμωνα να τον λένε όλοι «ο μπάρμπα-Κίμος». Να υποθέσω ότι και ο Δάμος είναι Δάμων;

  15. 13 Ευχαριστώ πολύ για την απάντηση! Ελπίζω πράγματι να διαβάσω όλο το βιβλίο σύντομα 🙂

  16. Aghapi D said

    Το θέλω όλο 🙂

  17. ΓΤ said

    16@

    H βουλιμία της Αγάπης 😉

  18. Costas X said

    Καλημέρα !

    Πολύ ωραίο το απόσπασμα, κρατάει άξια το ενδιαφέρον, και τη σκυτάλη της ελληνικής μεταφυσικής-λαογραφικής λογοτεχνίας.

    «Έχουνε γάρμπος κι εμορφιά» : το « γάρμπος» που δεν ερμηνεύεται στις σημειώσεις, σημαίνει χάρη, φινέτσα. Στην Κέρκυρα σημαίνει έρωτας, «γαρμπόζα» η ερωμένη, η αγαπημένη.

  19. # 18

    Εμείς ξέρουμε το άγαρμπος και την γνωστή Γκρέτα ‘Αγαρμπο !!

  20. Κωστής Ανετάκης said

    14. Δαμιανός είναι ο δικός μου Δάμος.

  21. Καλημέρα σας!
    Πολύ ενδιαφέρον το απόσπασμα. Κεντρίζει την προσοχή και περιμένεις για τη συνέχεια. Μπράβο κύριε Ανετάκη, ευχαριστούμε Νικοκύρη.

    Για το γιαγκίνι, μνήμες πολλές. Ο πατέρας μου πρόσφυγας από την (Παλιά) Αρτάκη της Μικράς Ασίας, ονομάτιζε έτσι τη μεγάλη φωτιά που το 1917 έκαψε πολλά από τα ξύλινα σπίτια της μικρής πόλης. Στ’ αυτιά μας έμοιαζε σαν μόνο αυτή η φωτιά να ονομαζόταν έτσι. Έτσι φτάσαμε μεγαλώνοντας να τη χρησιμοποιούμε σαν συνώνυμο της καταστροφής στο οικογενειακό μας ιδιόλεκτο.

  22. BLOG_OTI_NANAI said

    εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα», τόμ. 32

  23. BLOG_OTI_NANAI said

    Κοραής:

  24. BLOG_OTI_NANAI said

  25. BLOG_OTI_NANAI said

    Ησύχιος:

  26. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Εξαιρετικό! Πολύ αγαπημένο μου αυτό το στιλ. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα και τον Νίκο.

    Όπως ήδη βρήκε ο Μπλογκ, καταχανά λένε και στην Κάρπαθο τον βρικόλακα. Έχουν επίσης τη λέξη αναρά (πληθ. οι αναράες, δλδ αναρά(δ)ες). Βασικά σημαίνει τις νεράιδες, αλλά βέβαια οι νεράιδες της νεοελληνικής μυθολογίας δεν έχουν καμία σχέση, όπως λέει κι ο παππούς, με τις γλυκανάλατες της τηλεόρασης. Μου κάνει εντύπωση η ετυμολογία από το αναρρέω, γιατί θα μου φαινόταν πολύ πειστικό να είναι αυτή αύτη η λέξη «νεράιδα» σε παραλλαγή. Αν δεν απατώμαι, και αν δεν έχω πέσει θύμα ελληνοκεντρικής πλάνης, η νεράιδα ετυμολογείται από τη Νηρηίδα.

    Τρελό εύρημα η μπαργουμάνα. Αν την ήξερε εγκαίρως ο μπάρμπα Νικολής του Σπρεσόμπρικου, σίγουρα κάτι θα ‘χε να κάνει μαζί της.

    Η εμπειρία να συναντάς γερόντους που ξέρουν τέτοιες ιστορίες και τις πιστεύουν είναι πολύ ιδιαίτερη. Μια φορά συνάντησα έναν. Από κάποιο χωριό της Κρήτης, παλιός οργανοπαίχτης. Τον ρωτούσα για τη μουσική παλιά στο χωριό του, και είπε για κάποιον παλιό λυράρη, με κάθε φυσικότητα, ότι έπαιζε τόσο γλυκά ώστε θα πρέπει να ‘χε μάθει στο σταυροδρόμι. Πρόκειται για μια δοξασία, για το πώς μαθαίνεις λύρα από τους δαιμόνους πηγαίνοντας ορισμένη ώρα σε ορισμένο σταυροδρόμι και κάνοντας ορισμένες πράξεις και αποφεύγοντας άλλες…

  27. Πέπε said

    Σκοπός «Καταχανίστικος»: καρπάθικος, ροδίτικος αλλά κυρίως κασιώτικος. Μάλλον από κανέναν παλιό μερακλή που να είχε παρατσούκλι Καταχανάς. Πάντως δεν έχει τίποτε το βρικολακίστικο.

  28. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Και να ’σαντε μονάχα αυτά
    Αυτό το «να ’σαντε» νόμιζα πως λέγεται μόνο στην Πελοπόννησο.

  29. aerosol said

    #8 & 13
    Ανάλογα μου χτύπησε κι εμένα η φράση αλλά βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την εξήγηση.
    Χάρηκα το απόσπασμα, μου κίνησε την περιέργεια για το βιβλίο!

    [‘Εχω γνωρίσει έναν συμπαθέστατο άνθρωπο με επώνυμο Καταχανάς -ή ίσως Καταχάνας, δεν θυμάμαι.]

  30. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    8, 13 κε
    Μάλλον ευρύτερα γνωστή λέξη είναι ο ‘καταχανάς’. Την έχουν ο Κριαράς, ο Δημητράκος κ.ά.
    Στον Δημητράκο έχουμε (σ.3780) συσχέτιση με το ‘χαίνω’, ενώ και ο Αντ. Ξανθινάκης στο «ΛΕΞΙΚΟ του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος» (2009), υιοθετεί την ετυμολογία ’’από το θέμα καταχαν- του αρχ. ρ. καταχαίνω = χάσκω πολύ (πβ. μελλ. καταχαν-ούμαι και αορ. κατ-εχαν-ον)’’

  31. dryhammer said

    22. Από όπου προκύπτει πως ο ελλιπώς καταχωνιασμένος γίνεται καταχανιασμένος.

  32. Πέπε said

    Λοιπόν, ο μεν Κ. Μηνάς γράφει για την καρπάθικη αναρά ότι προέρχεται «από αναράδα. Βλ. Κριαράς», με μια λακωνικότητα που δεν ταιριάζει με τις πολύ πληρέστερες ετυμολογίες στις οποίες μάς έχει συνηθίσει. Δίνει επίσης κι άλλη μια λέξη που δεν την ήξερα, «ο αναράς» = το νυχτερινό φάντασμα, που προέρχεται από την αναρά.

    Για δε τη νεράιδα το ΛΚΝ λέει, όντως, ότι είναι από τη Νηρηίδα.

    Τη σύνδεση όμως ανάμεσα στα δύο, αν και εγώ τη βρίσκω προφανή, δεν την τεκμηριώνει κανείς μέχρι στιγμής.

  33. voulagx said

    Καλοτάξιδο και ευπώλητο, Κωστή! Συμφωνώ με το Νικοκύρη ότι το μυθιστόρημα δίνει υλικό για καλή ταινία και διαβάζεται μονοκοπανιάς.

  34. Κωστής Ανετάκης said

    28. Έτσι ήξερα κι εγώ, όμως γνώρισα από κοντά χωρικούς από την Ήπειρο, που το χρησιμοποιούσαν πολύ στην καθομιλουμένη τους. Έτσι, τόλμησα να το βάλω, για να δώσω ένα γενικότερο βαλκανικό χρώμα στην αφήγηση του γέρου.

    33. Γιάννη μου, ευχαριστώ θερμά για την επιμέλεια στα βλάχικα, ήταν η τελική πινελιά στο έργο και σ’ έχω αναφέρει στις ευχαριστίες. Σου πρέπει κι ένα δωρεάν αντίτυπο. Γράψε μου διεύθυνση και τηλέφωνο, για να σου στείλει ο εκδοτικός ένα.

  35. SteliosZ said

    -> 26 τέλος. Με εντυπωσίασε η αναφορά σας για την ιστορία του λυράρη. Υπάρχει και ο θρύλος του RoberJohnson , τραγουδιστή και συνθέτη των μπλουζ που πούλησε την ψυχή του στον διάβολο σε ένα σταυροδρόμι για να μπορεί να παίζει τόσο όμορφα κιθάρα (και σχετική ταινία, Crossroads…)

  36. Πέπε said

    @35

    Α μπα; Εντυπωσιακό! (Ή μήπως αναμενόμενο; Τέτοιοι θρύλοι δε θα γεννήθηκαν χτες…)

    Περισσότερα για την κρητική παράδοση εδώ https://rethemnos.gr/o-kiklos-sto-stavrodromi/

    Είναι από τα πρώτα που βγάζει ο Γούγλης, πιθανόν να υπάρχουν και καλύτερα, πάντως προσέξτε τη λεπτομέρεια για τον Ροδινό (που δεν την ήξερα).

  37. BLOG_OTI_NANAI said

    26: Εκμάθηση λύρας σε σταυροδρόμι. Γενικά στη λαογραφία είναι γεμάτο με αναφορές από μαγικές ή παραθρησκευτικές τελετές που γίνονται σε σταυροδρόμια: για να γίνει κάτι καλό, για να ξορκίσουν κάποιο κακό, για να βρουν γαμπρό, για να πάει καλά η σοδειά, για να φύγει μια αρρώστια, για να πάθει κάποιος κακό και πλήθος άλλων. Τα παραμύθια είναι γεμάτα με αναφορές σε σταυροδρόμια στα οποία τα βράδια φοβούνται οι άνθρωποι νε περάσουν διότι εμφανίζονται δαιμονικά όντα και τους κάνουν κακό:

  38. Σταυροδρόμια-τρίστρατα, από την εποχή της Εκάτης.

  39. nikiplos1 said

    Πολύ όμορφο το ρούφηξα μονοκοπανιάς. Μπράβο και στον Κωστή Ανετάκη που τόλμησε και το έγραψε και το εξέδωσε.

  40. Spiridione said

    https://en.wikipedia.org/wiki/Crossroads_(folklore)

    Και το Cross Road Blues του Robert Johnson (που δεν έχει σχέση με διαβόλους)

  41. aerosol said

    #40
    Το οποίο το πήρε ο Clapton με τους Cream και σκάρωσαν το καθοριστικό Crossroads, μετατρέποντας την αρχική σύνθεση σε αρχετυπικό κομμάτι μπλουζ-ροκ.
    Ο Robert Johnson άλλαξε την ιστορία της μουσικής ηχογραφώντας συνολικά 29 τραγούδια. Δυο απ’ αυτά έχουν αναφορές σε διαβόλους: το Me and the Devil Blues και το Hellhound on My Trail. Παραδόξως, ήταν κάποιος άλλος μπλουζ καλλιτέχνης που προωθούσε την φήμη του διαδίδοντας πως είχε κάνει συμφωνία με τον διάβολο σε σταυροδρόμι και τον έλεγαν και αυτόν Johnson! Όμως πρόκειται για τον παλιότερο Tommy Johnson (καμία συγγένεια με τον, γνωστότερο, Robert). Ένα από τα τραγούδια του ήταν το Canned Heat Blues, από το οποίο πήραν το όνομά τους οι Canned Heat, κάμποσες δεκαετίες αργότερα.

  42. @ Nikiplos1

    >>Μπράβο και στον Κωστή Ανετάκη που τόλμησε και το έγραψε και το εξέδωσε.

    Καλή παρατήρηση.

  43. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα!
    Ωραία παρουσίαση ενός ωραίου βιβλίου (κρίνοντας, βεβαίως, εξ όνυχος τον λέοντα -προς το παρόν).
    Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν πάντα οι λεξιλογικές, λαογραφικές αναφορές σε στοιχειά και φαντάσματα, που συνιστούν συχνά και έναν προγονικό, συνδετικό ιστό για εμάς τους αλαφροΐσκιωτους Βαλκάνιους.
    Ιδίως αφού η παραμυθολογική και γλωσσοπλαστική ικανότητα του λαού αναδεικνύεται σε όλο της το μεγαλείο σε τέτοιες ιστορίες για παγανούς, βραχνάδες, ζουδιάρηδες βουρβουλάκους, γούστρελους, καλορίζικες, ξωθ(κ)ιές, πεγαδίστρες, λάμιες και Μόρες [βλ.«Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα)», Πρακτικά του Δ΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών / Γρανάδα (9-12 Σεπτεμβρίου 2010), σσ 327-332. Ξένια Κλίμοβα “Σλαβικά ίχνη στην γλώσσα της νεοελληνικής μυθολογίας”
    https://www.openbook.gr/taytotites-ston-elliniko-kosmo/ ] ή για τελώνια, αερικά, περγαλιά και χαμοδράκια, σμερδάκια ή σμιθράκια (βλ. Δημήτρης Παπαναστασόπουλος “Η Ντοπιολαλιά στην Αρκαδία- Λέξεις και εκφράσεις της Γορτυνίας”, 14 Σεπ 2020, ή Η Ντοπιολαλιά στην Αρκαδία by spiros salamouras – issuu και «Στοιχειά, Χαμοδράκια και άλλα σκοτεινά πλάσματα της ελληνικής λαογραφίας», Ραλλού Σκουλούδη https://www.willowisps.gr/main/-/25/10/2019 )

  44. Καλησπέρα,
    Ωραίο φαίνεται. Στα υπόψην!

    Το γιαγκίνι το ήξερα. Και σαν παρατσούκλι στο διπλανό χωριό και όταν κάπου έπιανε φωτιά. Αλλά όταν λέγανε «στο γιαγκίνι» εννοούσαν τη μεγάλη φωτιά που έκαψε σχεδόν όλο το χωριό το 1886, Βέβαια, όσο απομακρυνόμαστε από τη χρονιά αυτή, τόσο λιγοστεύουν οι μνήμες κι έτσι σήμερα πολύ σπάνια να αναφερθεί, μόνο στην ιστορία του χωριού.
    Γνωστός κι ο ταμπής, αλλ’ απ’ τον Πετρόπουλο!
    Κι η σαρμανίτσα από μη βλαχόφωνο. Αρτνό. Κι από μουσεία της Ηπείρου. Εμείς τη λέγαμε απλά κούνια. Αλλά οι σαρμανίτσες πούχω δει ήταν και πλουμιστές (στολισμένες με σκαλίσματα).

    28 Επιβεβαιώνω το 34. Κι εγώ τόχω ακούσει στα Γιάννενα. Νάσαντε, πούσαντε και τέτοια.

    37 Να προσθέσω και τις φωτιές τ’ αη Γιαννιού; Που ανάβονταν στα σταυροδρόμια κατά κύριο λόγο.

  45. BLOG_OTI_NANAI said

  46. Γεράσιμος said

    Πολύ καλός ο Ανετάκης, αλλά όχι άλλη λογοτεχνία της Γενιάς του Τριάντα. Γκώσαμε

  47. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και να με συμπαθάτε για την ολοήμερη σχεδόν απουσία μου, που είχε αποτέλεσμα κάποια σχόλια να διημερεύσουν στο κρατητήριο.

    Ως προς τον «καταχανά», στις Λέξεις που χάνονται γράφω:

    Καταχανάς είναι ο βρικόλακας· η λέξη είναι μεσαιωνική και για την ετυμολογία της δεν έχει διατυπωθεί πειστική εξήγηση· ίσως από το καταχώνω > *καταχωνάς, ίσως από το κατά + χαν- του χαίνω. Η λέξη ακούγεται τουλάχιστον στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα, όπου διηγούνται και διάφορες τρομακτικές ιστορίες για καταχανάδες. Ο αδικοσκοτωμένος, ο νεκρός που θάφτηκε αδιάβαστος ή κακοδιαβασμένος, ο καταραμένος από την εκκλησία ή τους γονιούς του, αυτός μπορεί να γίνει καταχανάς. Για να μην βγαίνει έξω, πρέπει ο τάφος του να σφραγιστεί με ασβέστη.

    Η λέξη χρησιμοποιείται υβριστικά, ήδη από πολύ παλιά· σε ποίημα για την άλωση της Πόλης, ο ποιητής καταριέται τον Τούρκον τον καταχανάν της ανομίας τον φίλον. Μεταφορικά, καταχανάς είναι ο άπληστος άνθρωπος, ο αχόρταγος. Στην κλασική του μετάφραση του Δον Κιχώτη, ο Κ. Καρθαίος βάζει κάπου να αποκαλούν «καταχανά λιμασμένο» τον αιώνια πεινασμένο Σάντσο Πάνθα.

    Καταχανάς είναι κι ο εφιάλτης, ο βραχνάς που ρίχνει τη βαριά σκιά του. Ο δημοτικιστής Πέτρος Βλαστός, που χρησιμοποιούσε τη λέξη, είχε αποκαλέσει «καταχανά» την αντωνυμία «ο οποίος»! Κάπου διάβασα όμως ότι σήμερα στη Ρόδο καταχανάς σημαίνει τον εντελώς άχρηστο και ανίκανο, και ότι χρησιμοποιείται και σαν περίπου συνώνυμο της συχνότερης ελληνικής βρισιάς –περασμένα μεγαλεία…

  48. aerosol said

    Ξέχασα να σχολιάσω το ωραίο εξώφυλλο. Πολύ δυνατή η φωτογραφία αλλά και ταιριαστό στήσιμο.

    #46
    Για Γενιά του ’30 μια χαρά τον είδα στο βίντεο, μικροδείχνει!

  49. BLOG_OTI_NANAI said

    46: Ευγενέστατος.

  50. sarant said

    48 Με προβλημάτισε αν εννοεί ότι το σημερινό είναι σαν τη λογοτεχνία της γενιάς του 30 ή όχι.

  51. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένα λογοτεχνικό κείμενο ή είναι αξιανάγνωστο ή δεν είναι. Το σε ποια σχολή ανήκει ή δεν ανήκει, αφορά τους ιστορικούς και τους μελετητές της λογοτεχνίας, όχι τους αναγνώστες που διαβάζουν για την απόλαυση της ανάγνωσης. Πολύ καλό κείμενο αλλά γκώσαμε σαν αντιφατικό μού φαίνεται.

  52. aerosol said

    #50
    Ρίχνει ο κουζουλός μια πέτρα στο πηγάδι… 😀

  53. Τι μέρα !

    Από το όμορφο ξεκίνημα με την ανάγνωση, στο μεσημεριάτικο ξεφάντωμα (έχουσι γνώσιν οι φύλακες), στο ρεκόρ με 24 τελικές σε αγώνα νοκάουτ της Πορτογαλίας που όμως ηττήθηκε από το Βέλγιο με 0-1 με σκόρερ τον Αζάρ – στην κυριολεξία σκόραρε par hasard- μετά μεγάλη περίοδο ανομβρίας. Καλός ο Ρονάλντο αλλά και χωρίς καθόλου τύχη δεν πας πουθενά !

    Ακολουθεί η νύχτα, αποτέλεσμα της περιστροφικής κίνησης της γης, ένα τοπικό φαινόμενο σε μια γειτονιά του πάντοτε φωτεινού σύμπαντος…

    ( το τραγούδι αγαπημένο )

  54. ΣΠ said

    53
    Και το νταμπλ του ΠΑΟΚ (3ο συνεχόμενο) στο χάντμπολ γυναικών.

  55. Πέπε said

    @48

    Χα!

    Έκανα μια αναζήτηση για το βιβλίο, και σε άποιο σάιτ βρήκα μια παρουσίαση. Αφού λοιπόν διάβασα διάφορα σκοτεινά για τους ντόπιους που ξέρουν πιο πολλά απ’ όσα λένε, για τους θρύλους κλπ., πήγα να κλείσω την καρτέλα (σε υπολογιστή). Ο κέρσορας, διασχίζοντας την οθόνη, πέρασε τυχαία κάποια στιγμή πάνω από την εικόνα του εξωφύλλου, η οποία μεγεθύνθηκε και άρχισε να κινείται. Το είδα με την άκρη του ματιού μου, εστιάζοντας κάπου αλλού. Εκεί να δεις αν ήταν πετυχημένο!!

  56. Γιάννης Ιατρού said

    Χαιρετώ,

    με τούτα και μ΄ εκείνα 🙂 🙂 χθες, δεν πρόλαβα να διαβάσω κανονικά το άρθρο για το βιβλίο του κου Ανετάκη.
    Θα το κάνω σήμερα.

    Εκείνο που προξένησε την περιέργειά μου ήταν η εικόνα στο εξώφυλλο, γιατί νόμισα πως πρόκειται για απεικόνιση της Ινάννα (θεότητας στην αρχαία Βαβυλωνία), που αναφέρει κι ο Πέπε (#55).

    Όπως αναφέρεται στην παρουσίαση του βιβλίου, την εικόνα (εξώφυλλο) σχεδίασε η εικαστικός και φωτογράφος Δήμητρα Isiliel Παπαγεωργίου.

    Αναρωτιέμαι αν ο σχεδιασμός έγκειται μόνο την πρόσθεση του ονόματος του συγγραφέα, του τίτλου του βιβλίου και του ονόματος του εκδοτικού οίκου, γιατί διαπιστώνω πως αυτή η εικόνα/φωτό (που όπως προανέφερα θυμίζει πολύ Σουμεριακή Θεά π.χ. πιθανόν της Ishtar ή της μεγαλύτερης αδελφής της, της Ereshkigal, όπως εδώ στην γνωστή απεικόνιση «Burney Relief«) είναι public domain, π.χ. εδώ: https://www.publicdomainpictures.net/pictures/200000/velka/statue-of-a-naked-woman.jpg 🤔

  57. aerosol said

    #56
    Η φωτογραφία δεν φύτρωσε μόνη της πάνω στο εξώφυλλο! 😀
    Σ’ αυτή την περίπτωση σχεδιασμός είναι η εύρεση/επιλογή της φωτογραφίας και η συνολική σύνθεση με τίτλους και εκδοτικό. Το καθεστώς πνευματικών δικαιωμάτων της φωτογραφίας δεν αλλάζει κάτι στη γραφιστική εργασία που εκτελέστηκε.

  58. Γιάννης Ιατρού said

    57: Αυτό γράφω, πως προφανώς ο «σχεδιασμός» έγκειται μόνο στην πρόσθεση των ονομάτων κλπ.

  59. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    57 Κι εγώ έτσι το καταλαβαίνω

  60. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Καλημέρα Κόρτο!

  61. aerosol said

    #58
    Ίσως κάτι δεν καταλαβαίνω εγώ, γιατί μοιάζει να γράφεις ακριβώς το αντίθετο.
    Σχεδιασμός εξωφύλλου είναι, εκτός από το όποιο κείμενο, και η δημιουργία ή (συνηθέστερα) η επιλογή του κατάλληλου εικαστικού ή φωτογραφικού υλικού, όταν αυτό χρειάζεται για να εξυπηρετήσει την ιδέα του γραφίστα -ή όποιου αναλαμβάνει την γραφιστική δουλειά. Οπότε το «μόνο στην πρόσθεση των ονομάτων κλπ.», είναι σαν να λέμε ο σχεδιασμός εξωφύλλου είναι μόνο σχεδιασμός εξωφύλλου; Το «μόνο» τι σημαίνει; Το «κλπ» τι περιλάμβάνει κατ’ εσέ;

    Πάντως στην παρουσίαση του βιβλίου δεν αναφέρεται η δουλειά ως «εικόνα (εξώφυλλο)» -εξάλλου το εικόνα παραπέμπει στη φωτογραφία, καθώς είναι λάθος λέξη αν θέλουμε να δηλώσουμε το εξώφυλλο. Αναφέρεται ορθά πως «Το εξώφυλλο σχεδίασε η εικαστικός και φωτογράφος Δήμητρα Isiliel Παπαγεωργίου». Τελικά… η ερώτηση είναι αν μας δουλεύει πως τράβηξε και την φωτό; Ούτε βλέπω να υποστηρίζεται κάτι τέτοιο, ούτε ο ορθός όρος σχεδιασμός εξωφύλλου το υπονοεί. Συνήθως στα βιβλία αναγράφεται και ο δημιουργός των εικαστικών/φωτογραφίιών που έχουν τυχόν χρησιμοποιηθεί, αν είναι γνωστός καλλιτέχνης ή αν το επιθυμεί (πολλοί δεν το ζητούν). Όμως αυτά δεν αναφέρονται συχνά, είναι υλικά της δουλειάς του γραφίστα. Αναλόγως δεν θα αναφερθεί και… ο σχεδιαστής των γραμματοσειρών, κι ας χρησιμοποιείται και η δικιά του εργασία ως βασικό στοιχείο του σχεδιασμού.

  62. loukretia50 said

    Πολύ ενδιαφέρον το απόσπασμα και μ’ αρέσει πολύ ο τρόπος γραφής του Κ.Ανετάκη.
    Βρίσκω πολύ φυσικό το διάλογο στη ντοπιολαλιά, το κομμάτι στην κοινή γλώσσα είναι πιο επεξεργασμένο κατά τη γνώμη μου, χωρίς αυτό να είναι μειονέκτημα εφόσον οι αναγνώστες είναι κυρίως πρωτευουσιάνοι !
    Η ντοπιολαλιά συνήθως είναι πολύ πιο έντονη όταν αφηγούνται λεβεντοπαππούδες – αναρωτιέμαι πόσοι επιζούν !
    Ευχαριστούμε και τον Νικοκύρη για την παρουσίαση .
    Εκτιμώ πολύ την αυτοσυγκράτησή του να μην παρασυρθεί σε σπόιλερ!
    ——————–

    56. Τα λυκόπουλα που ξεσαλώνουν πώς και λησμόνησαν τις Νεράιδες του Παλαμά?
    «…Πρασινομαλλούσα και φεγγοβολούσα,
    μες στις ανεράιδες ρήγισσα ανερούσα,
    το ουρανοδοξάρι το ’δενες φακιόλι,
    για καθρέφτη σου είχες το γλαυκό ουρανό,
    και διπλό στα χέρια πέρναγες βραχιόλι
    τον αποσπερίτη, τον αυγερινό.
    Στο χορό όταν κράταες τ’ αραχνομαντίλι,
    κρέμοταν η πλάση κι απ’ τα δυο σου χείλη…»

    και αλλού :

    «Νύχτα και μέρα σ’ αποζητούσα,
    το πέρασμά σου δράμα και θάμα·
    ρούσα, των άκαρδων ανερούσα,
    μ’ έκανες βρύση, κι έρεε το κλάμα.»
    Κ.Παλαμάς – Καημοί της λιμνοθάλασσας

  63. Δήμητρα Isiliel Παπαγεωργίου said

    56. Η φωτογραφία αγοράστηκε από τον δημιουργό της, George Hodan από site εύρεσης Public Domain φωτογραφιών.
    Η εύρεση και η σύνθεση του εξωφύλλου ονομάστηκε σχεδιασμός, όχι από έμένα αλλά από τον εκδοτικό και τον σύζυγό μου, καλοσύνη τους και τους ευχαριστώ. Ωστόσο η διαλογή και επιλογή της σωστής φωτογραφίας σε συνδυασμό με τη σωστή γραμματοσειρά, κτλ, έχει κάποια διαδικασία, και απαιτεί γνώση του περιεχομενου του βιβλίου. Δημιουργήθηκαν άλλωστε περισσότερα εξώφυλλα, και με άλλες εικόνες και γραμματοσειρές, ώσπου να καταλήξουμε σε αυτό το εξώφυλλο που βλέπετε. Όλο αυτό λέγεται «σχεδιασμός».
    Αφού πάντως σας έβαλε να ψάχνετε, φαίνεται να πέτυχε το σκοπό της.

  64. sarant said

    63 Ευχαριστούμε!

  65. aerosol said

    #63
    Καλά έκαναν εκδοτικός και σύζυγος, και ωραίο το εξώφυλλο.

  66. Γιάννης Ιατρού said

    63: Ευχαριστώ κι εγώ για την πληροφόρηση. Ναι, όπως προανέφερα, μου κίνησε το ενδιαφέρον. Αν αυτό συμπεριλαμβανόταν στον σκοπό της, τότε το πέτυχε κι αυτό 🙂
    Νομίζω όμως πως την επιλέξατε με γνώμονα το περιεχόμενο του βιβλίου, όχι για να προκαλέσει αυτή καθ΄ εαυτή την περιέργεια.
    Όπως και νά ‘χει, μου άρεσε👍

  67. Evi G. said

    Υπάρχει και η πραγματική Πικρολίμνη Κιλκις
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7

  68. sarant said

    67 Ευχαριστούμε!

  69. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Είπανε πως την είδανε
    στ΄ολόγιομο φεγγάρι
    σε λίμνες και σε ποταμούς
    κ είχε την ίδια χάρη

    Όποιος την είδε εξέχασε
    ό,τι ‘χε κι αγαπούσε
    και στην καρδιά του μοναχά
    εκείνη κατοικούσε

    ο θεός να σε φυλάει
    απ την κόρη των λιμνών
    πάμε να προσευχηθούμε
    στην κυρά των ποταμών

  70. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    69β ωχ, το ποντίκι έκανε του κεφαλιού του κ κράτησε το πρώτο λινκ.
    Διορθώνω
    Νεράιδα
    Δ.Μαραμής/Θ.Βουτσικάκης/Σ.Τριβιζάς

    tο θεός να σε φυλάει
    απ την κόρη των λιμνών
    πάμε να προσευχηθούμε
    στην κυρά των ποταμών

  71. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Όταν είδα το θέμα (μόνο τίτλο), φύλαγα τις Αναρούσες να τις διαβάσω/απολαύσω σε ήσυχην ώρα καθώς μ΄αρέσει ο κόσμος των παραμυθιών και των θρύλων και θυμάμαι τη δυνατή γραφή του κ. Ανετάκη από τα προηγούμενά του. Τις νόμισα διήγημα.
    «η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού»
    επισημαίνει ο Νικοκύρης κι αυτό έκανε πιο έντονη την ανυπομονησία μου να διαβάσω την εξέλιξη της ιστορίας/του βιβλίου δηλαδή.
    Δεν είμαι του «πλέριου» υπερφυσικού. Στο καφενείο μας είχα ακουστά πολλές ιστορίες για μυστήριες παρουσίες, φωνές, κλάματα, μουσικές κλπ, σε σκοτεινές οδηπορίες σε ερημιές και φαράγγια. Δυο τρεις είναι έξοχες. Καμιά φορά θα τις πω. Όμως απ΄αυτές αυτές που θυμάμαι καμιά δεν ήταν/έμενε ανεξήγητη, στο χώρο του επέκεινα, των ψυχών και των αόρατων πνευμάτων. Αντίθετα η γοητεία τους ήταν ακριβώς ότι εκεί που κορυφωνόταν το μυστήριο, ερχόταν η εξήγηση. Μόνο η γιαγιά μου έλεγε -και πίστευε- ιστορίες με «δεσές», μάγια που έκανε κατά παραγγελίαν κάποιος, συγκεκριμένος, απ τα ορεινά και ξέκανε παλιά ανθρώπους με σολομονικές και τέτοια
    Έχω η ίδια συνοδέψει τους γονείς μου (και η μητέρα μου νυχτοπερπατούσε άφοβα) σε νυχτερινούς ποτισμούς (ποτούς), τα καλοκαίρια και δεν συναντήσαμε ούτ΄ ένα τόσο δα φαντασματάκι , μιαν ανεραϊδούλα τελοσπάντων εκεί στις φυλλωσιές και στα ρέματα.
    Ανεράιδες τις λέγαμε. Λέμε και στο αρσενικό, ανέραϊδους, αλλά μόνο για να χαρακτηρίσουμε κάποιον ρηχό, φαφλατά, αναξιόπιστο.

    Εδώ βρήκα μια ποικιλία από τις κρητικές φανταξές.Εμείς λέμε ΟΙ φανταξές(η), εδώ λέει ΤΑ φανταξά.
    Δροσουλίτες, τελώνια, ανασκελάδες, γελλούδες, τριαμάτηδες, σκοτωμένοι , φραγκάκια, ανεράιδες
    https://www.e-storieskritis.gr/2018/02/blog-post_27.html

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36 >> για τον Ροδινό

    O Ροδινός εκάθισε στην άκρη στο ποτάμι
    μα το ποτάμι ήταν θολό θολό και δακρυσμένο
    κι εγροίκησε τον ποταμό ν΄αχολογά να λέει
    να με διαβείς το σούρουπο να με περάσεις νύχτα
    και τα βαθιά μεσάνυχτα το σώμα σου να πλύνεις
    νεράιδες θα σε ντύσουνε με του βυθού τα φύκια
    χλωμές ανεμογέννητες του ποταμού γυναίκες
    και θα χορέψουν σιωπηλές τον πένθιμο χορό τους
    κι όταν τελειώσει ο χορός θα μαζευτούν κοντά σου
    και στα λιγνά σου δάχτυλα τη λύρα θ΄ακουμπήσουν
    τη λύρα που σου έταξε η μοίρα όντε γεννήθης

    Ψηλά στον τάφο τ΄αηδονιού που ήλιος δεν το βλέπει
    εκεί τη λύρα εκρέμασε μα όχι ανθρώπου χέρι
    κι απ όσους πέρασαν σιμά κανένας δεν την είδε
    γιατ΄ η ψυχή του αηδονιού που μέσα της κοιμάται
    δε φανερώνεται παρά
    μόνο σ΄όποιον το θέλει.
    Ανέβα πάνω στο βουνό στου αηδονιού τον τάφο
    Ειν΄το δοξάρι που οι χορδές διάφανες ρίζες φέγγουν
    να το κρατήσεις στο δεξί, στ΄αριστερό τη λύρα
    κι απίθωσε τη στης καρδιάς την ανοιγμένη θύρα
    Ένα τραγουδι σκοτεινό απ΄ της καρδιάς το αίμα
    θα σκορπιστεί στα πέρατα θα ξεχυθεί στα χάη
    Ετρίξανε τα μάνταλα του μαντεμένιου τάφου
    Κι απ του λυράρη το σκοπό εξύπνησε τ΄αηδόνι
    μα ο Ροδινός βασίλεψε, βασίλεψε τ΄αηδόνι
    ο Ροδινός βασίλεψε αηδόνι στο χαράκι
    κι απόμεινε η λύρα του στα χέρια μαγεμένη

    Η λύρα μαγεμένη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: