Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κείμενα του Εικοσιένα – 14: Το Μάγουλο της Παναγίας, του Παντελή Μπουκάλα (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2021


Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο διαφέρει από τα προηγούμενα της σειράς αυτής: δεν είναι κείμενο του Εικοσιένα αλλά για το Εικοσιένα, γραμμένο όμως στην εποχή μας. Τις προάλλες, που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο, αναφέρθηκα στο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Το μάγουλο της Παναγίας», μια «αυτοβιογραφική εικασία» σε θεατρική μορφή για τον Καραϊσκάκη.

Συμμετέχουν τέσσερα πρόσωπα, ο Καραϊσκάκης ή μάλλον το πνεύμα του από τον κάτω κόσμο, ο βιογράφος του Δ. Αινιάν, ένας Τυφλός Λυράρης και η Μαριώ (ή Ζαφείρης), η βαφτισμένη τουρκοπούλα που τον υπηρετούσε ντυμένη αντρικά. Συμμετέχει έμμεσα η Μαυρομάτα, μια εικόνα της Παναγίας που έχει για φυλαχτό ο Καραϊσκάκης.

Στο βιβλίο εξιστορείται, είτε από τον Καραϊσκάκη είτε από τους άλλους, όλη η ζωή του ήρωα, από τα παιδικά του χρόνια, όχι βέβαια με χρονολογική σειρά. Ο Μπουκάλας έχει διαβάσει όλα όσα γράφτηκαν για τον Καραϊσκάκη και χρησιμοποιεί το υλικό αυτό για να χτίσει τον λόγο των ηρώων του, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας πινελιές.

Θα παρουσιάσω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο, προς το τέλος. Στο απόσπασμα που παραθέτω γίνεται λόγος αρχικά για το ντροπιαστικό επεισόδιο κατά την παράδοση των Τουρκαλβανών που ήταν οχυρωμένοι στο μοναστήρι του Αγ. Σπυρίδωνα, όταν ένας καβγάς είχε αποτέλεσμα να σφαγούν οι περισσότεροι από τους συνθηκολογημένους, παρά τη συνθήκη, και στη συνέχεια για την αψιμαχία που οδήγησε στον θάνατο του Καραϊσκάκη, το ψυχορράγημά του και τη διαθήκη του.

Να σημειώσω ότι σε επίμετρο στο βιβλίο ο Μπουκάλας εξετάζει την πρόσληψη του θανάτου του Καραϊσκάκη από τη δημοτική ποίηση και την απομνημονευματογραφία, καθώς και τις υποψίες μήπως χέρι ελληνικό πυροβόλησε τον καπετάνιο, αλλά και γενικότερα την υστεροφημία του Καραϊσκάκη.

Δυο-τρεις λέξεις σημειωμένες με αστερίσκο (από τον συγγραφέα) εξηγούνται στο τέλος.

Γ.Καραϊσκάκης. – Δίνεις ό,τι πιο βαρύ, που δεν χωράει σέ κανένα κεμέρι, δίνεις το λόγο σου, μπέσα για μπέσα, βάζεις στον όρκο πρώτος την υπογραφή σου, κι όλοι οι καπεταναίοι αποκάτω, να φύγουν οι κλεισμένοι του μονα­στηριού με τ’ άρματα και με το έχει τους. Με το ίρτζι* τους να πω, την τιμή τους. Ορκίστηκαν κι οι Τούρκοι, αυτό ήταν το συνήθειο τους: «Κακό βόλι να μάς πάρει το κεφάλι, αν ξαναρίξουμε ντουφέκι πάνω σε Έλληνες». Βγαίνουν. Μπροστά εγώ, ασπίδα τους. Κι ανάμεσα στους Τούρκους, αμανάτι τους, Τζαβέλας, Βάσος κι ό Γιαννάκης Λογοθέτης. Δίπλα απ’ την τούρκικη κολόνα, ζερβά και δεξιά, οι δικές μας. Πέ­φτει μια ντουφεκιά, κι όπως μετά την αστραπή ακούς μπουμπουνητό που σου τρυπάει τ’ αυτιά, αμέτρητες οι ντουφεκιές, μα κι οι φωνές, πιο δυνατές κι από βρον­τές, «κερατάδες Έλληνες, δεν έχετε μπέσα, άπιστοι, προδότες, θρασίμια». Κλαίγαμε, τ’ ακούς. Κλαίγαμε από τη λύσσα μας πού ντροπιαστήκαμε. Πατήσαμε τον όρκο μας σε θεούς κι ανθρώπους.

Δ.Αινιάν – Ήταν υπόσπονδη φρουρά οι Τούρκοι. Έπρεπε να περάσουν δίχως να πειραχτεί ούτε μια τρίχα τους. Όλοι το μολόγησαν.

Γ.Κ. – «Υπόσπονδη φρουρά»… δεν ξέρω τί πάει να πει «υπόσπονδη φρουρά». Πού να τα μάθω αυτά; Στ’ Αληπασα; Εγώ πήγα σχολείο στη φυλακή του και στους πολέμους του. Αλλά ξέρω τί πάει να πει μπέσα. και κούτελο. Άμα λερωθεί, πάει, λερώθηκε.

Δεν το ξεπλένεις όσο και να κλάψεις. Τα δάκρυα τρέ­χουν, φεύγουν προς τα κάτω. Δεν πάνε στα ψηλά, να σου ξεμαγαρίσουν το κούτελο. Και λέω, αν είναι, να το φκιάξουμ’ έτσι το Ρωμαίικο, μη σώσει και το φκιάξουμε. Τέτοια με δαιμόνιζαν, βλαστήμαγα κι έκλαιγα, γκρέμισα τη σκηνή μου, την κομμάτιασα σαν να κομμάτιαζα προδότες, τέλος, στέλνω τον τεσκερέ* μου, να μάθουν όλοι, φεύγω, τούς λέω, με στρατιώτες άπιστους κι επίορκους χωριό δεν κάνω και πατρίδα. Πέσαν απάνω μου όλοι, τον πιάσαμε τον φταίχτη, καπετάνιο, θα τιμωρηθεί βαριά. Ζήτησε την πιστόλα ενός Τούρκου, έτσι μου ιστορήσανε, αγρίεψαν, πιάστηκαν στα χέρια, τον πιστολίζει ο Τούρκος, άλλο δεν ήθελαν φαίνεται οι δικοί μας, τους μακέλεψαν. Απ’ τους τρακόσους, μόνο πενήντα δεν έκοψαν οι κερατάδες μας. Αλλά το κέρατο όλο δικό μου. Κείνη τη μέρα είπα πως πέθανα. Δεν πέρασε βδομάδα κι ο λόγος μου αλήθεψε.

Δ.Αι. – Για μια μάντρα. Χάθηκες για μια μάντρα τι­ποτένια, καπετάνιε μου, ούτε μια όργιά ψηλή. Όλα αποφασισμένα, άγγελος πια εσύ καθώς τ’ ορκίστηκες, πάσχισες να γυρίσεις τα μυαλά του Κόχραν και του Τσόρτς, που σχεδίαζαν να επιτεθούμε κατά μέτωπο, απείλησαν να σηκωθούν να φύγουν, κατάπιες τον εκβιασμό, τον εγωισμό σου λέω, σώπασες. Κλέφτες μα­θημένοι στον πόλεμο των ταμπουριών και να συρθούν σε μάχη στ’ ανοιχτά, στο φως τής μέρας, τροφή των κανονιών και των καβαλαραίων; Ένα κατάφερες μονάχα. Να κινήσουν στη σιωπή τής νύχτας οι δύο φάλαγγές μας. Εσύ με τους δικούς σου να πορευτείς προς την Ακρόπολη μέσα από τον πυκνόν ελιώνα κι οι άλλοι, Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι, Βάσος, Καλλέργης, Δράκος, Βέικος, απ’ το Φάληρο στον Ανάλατο, να κλείσουνε τους Τούρκους γύρω από τον μέγα βράχο.

Μαριώ – Συχάζαμε μες στη σκηνή, κι έσκαβε το χώμα η αγωνία σου, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Έκαιγες. Ζή­τησες να καπνίσεις, αν είναι ό καπνός καλός, λένε κα­λοσυνεύει και τον πυρετό, δοκίμασες ν’ αστειευτείς. Δεν βγαίναν καθαρές οι λέξεις έτσι όπως έτρεμες, κι ακουγόταν το τρίξιμο των δοντιών σου κακιά μουσι­κή. ‘Η θέρμη ήταν; Ο βραχνάς πού τάραζε τον ύπνο σου νύχτες και νύχτες; Οι φόβοι σου για το κίνημα που είχε οριστεί για το βράδυ; Και ξάφνου σκίστηκε τ’ απομεσήμερο από το ντουφεκίδι. Ποιοι κερατάδες, ούρλιαξες, γαμώ την Πα-. Δεν το τελείωσες. Μα ήταν σαν να το ’χες τελειώσει. Το ’δα στα μάτια σου. Ένιωσες πως την πρόδωσες. Τη Μαυρομάτα σου. Το ’δα κι εγώ στο μάγουλό σου, πρώτη φορά και τελευ­ταία. Ένα σημάδι κατακόκκινο που απλωνόταν, όλο απλωνόταν, να σε καταπιεί. Φτάνουν τρέχοντας, κα­πετάνιε, φωνάζουν, πάει το σκέδιο, το κατάστρεψαν οι μεθυσμένοι. Του Καλλέργη οι Κρητικοί κι άλλοι νησιώτες με τις βράκες τους. Είδαν τον πάτο των ασκιών τους πίνοντας και τραγουδώντας, πήραν να βρίζουν Τούρκους κι ’Αρβανίτες, είπαν κι εκείνοι τα δικά τους για τις μανάδες και την πίστη μας, γίνανε βόλια οι βρισιές, μπήκαν στην μάχη κι οι ξεμέθυστοι. Τ’ άλλα…

Γ.Κ. – Τ’ άλλα έγιναν όπως τα λέει το τραγούδι.

ΤΥΦΛΟΣ ΛΥΡΑΡΗΣ

Τρεις περδικούλες κάθονταν στο κάστρο της Αθήνας,
είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα,
είχαν και τα κεφάλια στους στο αίμα βουτημένα.
Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε:
Τρίτη, Τετάρτη χλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωσε, μην είχε ξημερώσει,
που πιάστηκε ο πόλεμος, το κρητικό ντουφέκι.
Καραϊσκάκης τ’ άκουσε, ήταν και θερμασμένος,
και τον σεΐζη του έκραξε και του σεΐζη λέγει:
«Σεΐζη, φκιάσε τ’ άλογο, βάλ’ του και το τακίμι*,
κρίν’τε και των συντρόφων μας των καπεταναραίων
να βγούμ’ να πολεμήσουμε στον κάμπο της Αθήνας».

Γ.Κ. – Τ’ άλογό μου, φωνάζω, δεν μπορούσα πια δί­χως τ’ άλογο, αρπάω το γιαταγάνι του Γιαννάκη Λο­γοθέτη και βγαίνω. Και βγήκαν κι άλλοι στρατηγοί. Ο άδερφός μου ό Νικηταράς, τον βάρεσαν στο σαγόνι σε λίγο, Τζαβέλας, Μακρυγιάννης, λαός. Πλάκωσαν Τούρκοι ως τρεις χιλιάδες-τέσσερις, τους έστειλε ο Κιουτάγιας από τα Πατήσια. Πεζούρα και καβαλαρία. Άναψε ο πόλεμος πολύ. Βλέπω τον Κακλαμάνο τον υπασπιστή μου, μια κανονιά του γκρέμισε τ’ άλο­γο και του σμπαράλιασε το καλό του χέρι, μια πέτσα το κρατούσε όλη κι όλη, παίρνει τη σπάθα με τ’ αρι­στερό, κόβει την πέτσα, πετάει πέρα το χαλασμένο χέρι του, δε φεύγει. Μένει και πολεμάει. Δέντρος σε πέτρα ριζωμένος. Διώχνουμε την Τουρκιά, τους κυ­νηγάμε. Σύρε πίσω, μου λέει βιαστικός ό Μακρυγιάννης, να πάψει ό πόλεμος, ότι το βράδυ θα κινηθούμε για την Ακρόπολη. Στάσου εσύ με τους ανθρώπους μας κι εγώ γυρνάω στη σκηνή μου, του απαντάω. Απόγιομα, δεν είχε γείρει ακόμα ό ήλιος, κινούσα κα­βαλάρης για το στρατόπεδό μας. Νιώθω έναν πόνο πιο ζεστό κι από τη θέρμη μου. Στη βαλανίδα. Κάτω απ’ το προκοίλι μου. Κατεβαίνω απ’ τ’ άλογο, βλέπω το αίμα, θάμαξα, μωρέ μπράβο μου, λέω, τόσα χρό­νια, τόσες πληγές, κι ακόμα έχω αίμα; Ξανανεβαίνω στ’ άλογο. Ξεμάκρυνα όσο να μη με βλέπουνε τα πα­λικάρια και κιοτέψουν. Πέφτω. Με σήκωσαν Κίτσο Τζαβέλας και Γιωργάκης Βάγιας. Με πήγαν στη γο­λέτα του Τζώρτζη. Σ’ όλο το δρόμο ένα ελεγα, Κίτσιο μπιρ, Κίτσιο μπιρ, γιε μου Κίτσο, γιε μου Κίτσο. Να τον πείραζα τον Σουλιώτη μου; Να γύρευα συχώρεση από τους Τζαβελαίους όλους, τους Μποτσαραίους και τον πασα έναν Έλληνα για όσα έκανα κι όσα δεν έκα­να; Να ’βλεπα τάχα όχι τον Κίτσο μα τον γιο μου μ’ άλλο όνομα, αρματωμένο, να με σηκώνει δυνατός, να σηκώνει ένα κορμί πού μόλις άρχιζε να γίνεται φάντασμα; Τέτοια με τρώνε και στον Κάτω Κόσμο. Κι ανεβαίνω στον ήλιο κλεφτά, ότι κλέφτης γεννήθηκα κι έζησα. Και χωρίς φωνή φωνάζω το ένα πού έμαθα. δεν έχει δαίμονες εκεί κάτω. Κανέναν. Εμείς τους κουβαλάμε. Το καβούκι τους είμαστε. Το σπας και τους καίει το φως. Μα κανένας μονάχος. Κανένας.

(Το φως φεύγει απ’ το πρόσωπο του Καραϊσκάκη, που δεν φαίνεται πιά. Το σκοτάδι καταπίνει και τη Μαριώ. στη σκηνή απομένουν ο Αίνιάν και ο Τυφλός Λυράρης. Ο Αινιάν διαβάζει από το βιβλίο του Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη.)

Δ.Αι. – Αφού είδεν ό Καραϊσκάκης ότι ήσαν πλέον εκτός κινδύνου οι Έλληνες, τότε εσκέφθη περί του εαυτού του. Η φήμη είχεν ήδη διαδώσει εις το στρατόπεδον το ολέθριον συμβάν και πλήθος αξιωματικών συνέδραμον περί αυτόν, τον παρέλαβον και τον εσυντρόφευσαν έως την θάλασσαν και εκείθεν τον μετέφερον εις μίαν γολέτταν, επί σκοπώ του να τω χορηγήσωσι περισσότερα βοηθήματα διά την πληγήν του. Καθ’ όλον το διάστημα της οδοιπορίας του δεν μετέ­βαλε διόλου το ήθος του, αλλ’ είχε πάντοτε την αυτήν γενναιότητα και ωμίλει ελευθέρως περί παντός είδους αντικειμένων, περί των οποίων εγίνετο λόγος. Αφού κατεστήθη εις την γολέτταν και του εγίνοντο παρά των ιατρών επισκέψεις εις την πληγήν του, διώρισε να γράψωσιν εις τους αξιωματικούς Παλαμηδιώτας (τους οποίους ωνόμασε μάλιστα παλαιούς και σταθε­ρούς συναγωνιστάς του) να έλθωσι να τους ιδεί. Αυτοί όμως μη νομίζοντες καλόν ν’ αφήσωσι τας θέσεις των εις μόνους τους στρατιώτας και να υπάγωσιν όλοι, έκλεξαν και έστειλαν τον Χριστόδουλον Χατζή Πέ­τρου και τον Γαρδικιώτην Γρίβαν. Άμα επαρουσιάσθησαν εις αυτόν ούτοι, «Ελάτε», τους είπε, «να σας ασπασθώ». Επειδή δε ούτοι εδάκρυον, επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να τους εγκαρδιώσει· έπειτα τούς είπεν την τελευταίαν παραγγελίαν:

(Ακούγεται η φωνή του Γεωργίου Καραϊσκάκη.
Ο καπετάνιος δεν φαίνεται.
Ο Αινιάν παραμένει στη θέση του.)

Γ.Κ. – Να καταβάλετε όλην σας την φροντίδα διά να φυλάξετε καλά τας θέσεις σας και να λύσετε επομέ­νως την πολιορκίαν των Αθηνών. Προ πάντων σεις οι παλαιοί συναγωνισταί μου να μην εντροπιασθείτε. Εγώ μεταβαίνω εις Αίγιναν και άμα αναλάβω επιστρέφω· διά κάθε ενδεχόμενον όμως ιδού ή διαθήκη μου· εις τον υιόν μου αφήνω το τουφέκι μου, την μόνην μου περιουσίαν, την οποία έχω τώρα· τας δε θυγατέ­ρας μου τας άφιερώνω εις εσάς τους συναγωνιστάς μου.

Ηκούσατε όσα σας είπα διά τα παιδιά μου· διά σάς όμως τους συναγωνιστάς μου τί να είπω; Επεθύμουν να έχω το έθνος έμπροσθέν μου διά να του είπω τι αξίζετε. Ασπασθείτε από μέρους μου όλους τους α­ξιωματικούς συναδελφούς σας και αύριον το πρωί να ελθήτε όλοι να σας ιδώ.

(Λέει το τραγουδομοιρολόι του.)

«Παιδιά μ’ να νταγιαντίσετε, να γίνετ’ ένα σώμα,
να μη χαθεί η πατρίδα μας, την πάρτε στο λαιμό σας.

Μένα με παν στην Κούλουρη, πέρα στον Αϊ-Δημήτρη,
που είναι παντοτινός γιατρός, αυτός θα με γιατρέψει».

(Συνεχίζει ο Τυφλός Λυράρης.)

ΤΥΦΛΟΣ ΛΥΡΑΡΗΣ

Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Αϊ-Δημητριού το δέντρο,
δεν ελαλούσε σαν πουλί, ουδέ σα χελιδόνι,
μόν’ το δεντρί μαράθηκε απ’ τον κελαηδισμό του.

Τον κλαίνε χώρες και χωριά κι όλ’ οι καπεταναίοι,
τον κλαιν τα παλικάρια του κι όλος ό νταϊφάς του.

(Τελειώνει το μοιρολόι και ο Καραϊσκάκης,
πάντα αθέατος, διαβάζει τη διαθήκη του
.)

Γ.Κ. – Σαραντατέσσαρες χιλιάδες γρόσια εις το κε­μέρι του Μήτρου Αγραφιώτη. Από αυτά αι τριάκοντα χιλιάδες να δοθούν εις τες τσούπες μου· να τας παραλάβουν οι δύο Μήτρηδες, του Σκυλοδήμου και Αγρα­φιώτη. Δύο χιλιάδες να πάρει ο ένας Μήτρος και δύο ο άλλος, όπου με εδούλευαν. Χίλια να πάρουν εκείνοι που θα με θάψουν. Δύο χιλιάδες έχει ο γραμματικός, τέσσαρες χιλιάδες γρόσια τής Μαριώς. Τα άλλα να μοιρασθούν διά την ψυχήν μου. Αυτά όπου έχω εις την σακούλαν μου να τα λάβουν οι γραμματικοί και τζαουσάδες* μου.

Το τουφέκι και τα άτια μου να πάνε των παιδιών μου, και το ωρολόγιόν μου.

Δ.Αι. – Και τέσσαρες χιλιάδες γρόσια της Μαριώς… Μα εκεί που πάει η Μαριώ τα γρόσια δεν μετράνε. Τον ένιωσε το θάνατό σου, καπετάνιο μου, και τ’ απο­φάσισε να τον ζήσει πριν από σένα, μήπως και σω­θείς. Και βιάστηκε να κατεβεί, ν’ ανοίξει τόπο καθαρό μέσα στη μούχλα, να σου στρώσει, να γείρεις πια να κοιμηθείς να ονειρευτείς δίχως τον πόνο που σου πε­λέκαγε σώμα και ψυχή χρόνια και χρόνια. Πήδησε στ’ άλογό σου, την καλοδέχτηκε, σαν να ’νιώσε κι αυτό το κίνημα τής ψυχής της, τραβάει καταπάνω στην Τουρκιά ουρλιάζοντας Τιέ σιότζι νιερ ντουφέκ Καραϊσκάκιτ, όλοι τον ήξεραν το λόγο αυτόν. Βαρύ­θυμα στείλαν τα βόλια τους οι Τούρκοι πάνω της, σαν μαγεμένοι κι απ’ τη θωριά κι από τη λεβεντιά της. Κι έδωσε η Μαυρομάτα σου και δεν σκοτώθηκε. Λαβώ­θηκε βαριά η Μαριώ, είναι σε διπλανή γολέτα, πολε­μάει να φύγει γρήγορα, και δέεται τώρα και στους δυο της τους θεούς, στους άγιους Πάντες, να κρατηθείς εσύ, ν’ αντέξεις. Μα η Μαυρομάτα σου το φύλαγε στερνό της δώρο. Να ταξιδέψετε μαζί.

Λεξιλόγιο

ίρτζι: η τιμή
τακίμι: σύνολο πραγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.
τεσκερές: γραπτή διαταγή
τζαουσάδες: τσαούσηδες, λοχίες

Η φράση Τιέ σιότζι νιερ ντουφέκ Καραϊσκάκιτ, στα αλβανικά, εξηγείται νωρίτερα ότι σημαίνει «Να ιδείς μια φορά ντουφέκι του Καραϊσκάκη».

72 Σχόλια προς “Κείμενα του Εικοσιένα – 14: Το Μάγουλο της Παναγίας, του Παντελή Μπουκάλα (απόσπασμα)”

  1. ΓΤ said

    Στα λόγια του Καραϊσκάκη «γολέΤα», στα λόγια του Αινιάν «γολέΤΤα», εκτός από τα τελευταία λόγια του, όπου εκεί «γολέΤα».

  2. ΓΤ said

    @1

    ΟΚ, επειδή είναι από το βιβλίο του Αινιάν 🙂

  3. atheofobos said

    Για να είμαι ειλικρινής το κείμενο αυτό δεν με άγγιξε. Μπορεί να έχει στοιχεία της τότε ομιλίας των ηρώων βάσει κειμένων της εποχής αλλά προσωπικά μου έδινε συνεχώς την αίσθηση του δήθεν.

  4. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Στον τρίτο στίχο του τραγουδιού «είχαν και τα κεφάλια στους στο αίμα βουτημένα» το «στους» μάλλον είναι «τους».
    Και μέσα στην παρένθεση λίγο πιο κάτω «Το φως φεύγει απ’ το πρόσωπο τον Καραϊσκάκη» το «τον» μάλλον είναι «του».

  5. ΓΤ said

  6. ΓΤ said

  7. dryhammer said

    Δεν μπορώ (από το απόσπασμα) να το χαρακτηρίσω, αλλά κάτι η γλώσσα που είναι ιμιτασιόν Καραϊσκάκικη, κάτι το διδακτικό του, μου θύμισε λίγο τα σκετς που κάναμε στο σχολείο (…τότε…) ντυμένοι, εμείς οι νησιώτες, με φουστανέλες. [παπούτσια τα δικά μας γιατί με τσαρούχια θα σκοτωνόμαστε]

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και τις προσθήκες.

    4 Το δεύτερο που επισημαίνεις είναι λάθος του OCR, αλλά το πρώτο («στους») είναι έτσι στο βιβλίο -προφανώς τυπογραφικό λάθος.

  9. Amour said

    Ο κ. Μπουκάλας είναι το ακλόνητο φαβορί για το φετεινό Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για την ποιητική του συλλογή «Μηλιά μου αμίλητη. Ένας λόγος σε έξι φωνές», εκδόσεις Άγρα

  10. voulagx said

    #7: « με τσαρούχια θα σκοτωνόμαστε»
    Δεν λέτε «θα σκοτωνόμασταν» οι νησιώτες;

  11. ΓΤ said

    9@

    Αν ξανασηκώσει* την κούπα (αγαπάει πολύ το ποδόσφαιρο), ισοφαρίζει τον Γιώργο Μαρκόπουλο (1999, 2011). Παίζει γερά και η Φοίβη Γιαννίση.

    *(«Ρήματα», 2010)

  12. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    10# Βρε Βλάχο, εδώ θα σκοτωνόντουστάντενε οι άνθρωποι κι εσένα σε νοιάζει τι λένε? 😜

  13. Μου αρέσει που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη «ωρολόγιον» (που θα έχει κάπως τεκμηριωμένη) επειδή στα δικά μου βόρεια ιδιώματα (που τα γνωρίζει πολύ καλά και ο συγγραφέας) φοβούμαστε να πούμε λέξη με πάνω από ένα -ο-. Βέβαια και η γλώσσα έχει διώξει έχει γενικά δείξει απέχθεια για τέτοιες λέξεις (ρολόι όχι ωρολόγιο, ρολογάς όχι ωρολογοποιός) ενώ, βέβαια, οι πιο πολλές ή, ίσως, όλες οι πολυ-ο-ικές λέξεις είναι σύνθετες.
    Υπάρχει και σχετικό
    νικοκυρεμένο άρθρο.

  14. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και τα θεατρικά του Καζαντζάκη μού θυμίζει (Καποδίστριας, Παλαιολόγος κ.α.).

  15. voulagx said

    #12: Πως το είπες αυτό; Θα σκοτωνόντουστάντενε; Με σκότωσες ρε χτηνώδες υποκείμενο (άνευ παρεξήγησις, υποκειμενικά μιλάω.)

  16. sarant said

    13 Πρέπει να παραθέτει αυτολεξεί τη διαθήκη του Καραϊσκάκη.

  17. 16

    Σωστό.

  18. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    15# Μη μου σεκλετίζεσαι. Δεν υπάρχει μόνο ο Θάνατος, υπάρχει και ο Έρως.
    https://www.slang.gr/definition/5905-gamiontoustantene

  19. ΚΩΣΤΑΣ said

    Οι τελευταίες αναρτήσεις σου, Νικοκύρη, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για μένα, έχουν ιστορικό ενδιαφέρον για τον τόπο καταγωγής μου. Οι απώτερες ρίζες των γονέων μου εντοπίζονται πέριξ της περιοχής που γεννήθηκε ο Καραϊσκάκης.
    Αμφισβητείται από κάποιους αν η σπηλιά που γεννήθηκε είναι αυτή στο Μαυρομάτι. Λένε ότι ήταν μια άλλη κοντινή σπηλιά που ανήκε στην κτηματική περιοχή του γειτονικού χωριού Βούνιστα, σημερινό Ελληνόκατρο, όπου έχει προικώα κτήματα και ο Βαγγέλης Β. (γαμπρός Μπακατσέλου). Ξέρω περί Καραϊσκάκη και τέτοιες ιστορίες.

    Για την συνέχεια της ζωής των παιδιών του Καραϊσκάκη και την προίκα των κοριτσιών του, υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα και επίσημα ντοκουμέντα στο περιοδικό «Θεσσαλικό Ημερολόγιο» που εκδίδει ο φίλος μου Κώστας Σπανός.

    Το απόσπασμα του Π. Μπουκάλα, μου άρεσε. Νομίζω ότι σκιαγραφεί αρκετά επιτυχημένα τον χαρακτήρα του Καραϊσκάκη. Ειδικά το σημείο αθέτησης της συμφωνίας με τους Τουρκαλβανούς. Αυτός νομίζω ήταν ο Καραϊσκάκης. Η ηθική του αγώνα ανεξαρτησίας, η ηθική του πολέμου. Η αθυροστομία του, που δίνουν πολλή σημασία μερικοί, ήταν απλά ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του χαρακτήρα του, που έχει και την ψυχολογική του ερμηνεία, αν κάποιος εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησε ώσπου να ενηλικιωθεί και να αυτονομηθεί.

    Αυτά προς το παρόν.

  20. ΣΠ said

    Παρεμπιπτόντως. Χρόνια πολλά, Κιντ της Αφρικής.

  21. sarant said

    20 Ναι μπράβο, χρόνια πολλά Κιντ!

  22. Νέο Kid said

    Ευχαριστώ για τις ευχές!

  23. voulagx said

    #18: Ωραίο! Βρηκα στα σχολια κι ενα «αραδιαζόσαντε» του Καραγάτση: https://www.depian.com/blog/menu/nitsa/

    #22: Χρόνια πολλά ΝιουΚιντ!

  24. Λυκούργος said

    Πολύ ωραίο άρθρο, μπράβο στον κ. Μπουκάλα, αν και μεταφέρει με αρκετά λάθη την χειρόγραφη διαθήκη του Καραησκάκη (με ήτα υπέγραφε ο μακαρίτης). Για παράδειγμα, ο Καραησκάκης δεν ήξερε τη λέξη «ωρολόγιον». Στη χειρόγραφη Διαθήκη του γράφει «ώρα μου»

  25. Το κείμενο μου άρεσε. Την στιγμή που χρησιμοποιεί διαλόγους (δύσκολο είδος γραφής) είναι λογικό να χρησιμοποιήσετην γλώσσα των προσώπων που μιλάνε,δεν μπορεί να θεωρηθεί «δήθεν» η γλώσσα που χρησιμοποιεί

  26. ΓΤ said

    υπογραφή Καραϊσκάκη: Καραησκάκις
    https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:G-karaiskakis-signature-1827.svg

    (ακόμη περιμένουμε την… Εγκύκλιο Σαλτιέλ)

  27. Χρόνια πολλά Κιντ που είσαι και ρουμελιώτης σαν τον Καραΐσκο 🙂

  28. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Χρόνια πολλά Κίντο και γρήγορα ζμπατρίδα 🙂

  29. leonicos said

    τακίμι: σύνολο πραγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.

    μόνο εδώ

    κυριολεκτικά: συνάντηση

  30. leonicos said

    25 Ωραίο το σχόλιο του Τζι! Ποιος να το περίμενε από έναν τέτοιο τύπο

  31. leonicos said

    18 Σχόλιο αθάνατο

    Δεν υπάρχει μόνο ο Θάνατος, υπάρχει και ο Έρως.

    Απογειωνόμαστε ως σχολιαστές

  32. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Πάντως αυτό με την ώρα/ωρολόγιο είναι σωστό. Προφανώς τρκ επίδραση. Saat η ώρα και το ρολόι. Kol saati το ρολόι χειρός.

  33. Λυκούργος said

    Τώρα που βρήκα λίγο χρόνο και ασχολήθηκα πιό επισταμένα με το θέμα, θα συμπληρώσω τα εξής σημαντικά στο σχόλιο 24, που επιβεβαίωσε και ο σχολιαστής του 32.

    Δυστυχώς, ο πασίγνωστος για την ανυποληψία του, Παντελής Μπουκάλας, φτάνει στο αισχρό σημείο να διαστρέφει και να παραλλάσσει στο υπό κρίσιν βιβλίο του ακόμη και την χειρόγραφη Διαθήκη του Καραϊσκάκη, που αποτελεί έναν από τους θησαυρούς του Μουσείου Μπενάκη κι έχει πλήρως μεταγραφεί .

    Σημειώνω μερικές μόνο από τις αλητείες που διέπραξε ο ξυλοσχίστης Μπουκάλας:

    1) «ώρα μου» γράφει στην χειρόγραφη Διαθήκη του ο Καραϊσκάκης, «ωρολόγιόν μου» μεταφέρει ο διαστρεβλωτής Μπουκάλας.

    2) «γρόσα της Μαργιός» γράφει ο Καραϊσκάκης, «γρόσια της Μαριώς», μεταφέρει ο Μπουκάλας.

    3) «από αυτά αι ΤΡΙΑΝΤΑ χιλιάδες να δοθούν εις ταις τΖούπΡες μου να ταις πΕρΙλάβουν» γράφει ο Καραϊσκάκης, «Από αυτά αι ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ χιλιάδες να δοθούν εις τες τσούπες μου· να τας πΑρΑλάβουν » μεταφέρει ο επιπόλαιος Μπουκάλας, κάνοντας 4 βαρβάτα λάθη μέσα σε μία πρόταση και εμφανίζοντας τον «γιό της καλογρηάς» να ξέρει την άνω τελεία και τον αρχαΐζοντα τύπο «τριάκοντα»!

    4) Τρείς φορές γράφει το «πάρη» με ήτα ο Καραϊσκάκης, διότι γνωρίζει την υποτακτική, αλλά ο κύρ ¨Παντελής τον εμφανίζει ως δημοτικιστή και μεταφέρει «πάρει».

    5) Δύο φορές γράφει ορθά το «δύω» με ωμέγα ο Καραϊσκάκης, «δύο» με όμικρον το μεταφέρει ο διαστρεβλωτής Μπουκάλας.

    ΗΘΙΚΟΝ ΔΙΔΑΓΜΑ: Είναι ντροπή για ένα Ιστολόγιο που ειδικεύεται στο να βρίσκει τα λάθη των Άλλων, να τηρεί σιγήν παλαιάς Αρσακειάδος όταν πρόκειται για τα τραγικά και εξώφθαλμα λάθη των φίλων του και των προστατευομένων του, που μπορεί να ανακαλύψει εν ριπή οφθαλμού και ο τελευταίος απόφοιτος Παλαιού Σχολαρχείου.

    Θα τολμήσει, άραγε, ο κ. Σαραντάκος να λογοκρίνει το παρόν αποκαλυπτικότατο σχόλιο; Εδώ σε θέλω κάβουρα που περπατάς στα κάρβουνα…

  34. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    30, 31. Και το 24 είναι καλό.

  35. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    33. Ξέρεις πολλά αλλά ορισμένα πράγματα τα έχεις παρεξηγήσει.

  36. sarant said

    33 Το θέμα είναι πώς μεταφέρει ο Αινιάν τη διαθήκη. Διότι στο έργο του Μπουκάλα μιλάει ο Αινιάν. Όχι ο Καραϊσκάκης.

  37. Πέπε said

    36

    Α, αυτό είναι το θέμα; Και όχι ότι όταν φιλοξενούμε Μπουκάλα ξέρουμε ποιους περιμένουμε να σκάσουν μύτη απρόσκλητοι;

  38. ΣΠ said

    33
    Λυκουργάκο, η ουσία είναι μία και ο μπακλαβάς γωνία. Ετοιμάσου για μπάνιο.

  39. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Νικοκύρη έχουμε πυροβάτη κάβουρα. Θα καούν τα ποδαρίνια του. Ένα μπάνιο θα τα γλυτώσει.

  40. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    38, 39. Αυτά τα έχετε ξαναπεί. Κάτι άλλο…για τον Καραϊσκάκη;

  41. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    40# Όχι, δεν έχουμε τίποτα άλλο. Βαριόμαστε κιόλας, οι πούστηδοι.

  42. sarant said

    33 κ.ε. Αλλη μια περσόνα πήγε να συναντήσει τις άλλες.

  43. Πέπε said

    ΓΤ, ο Αινιάν πρέπει να ήταν Έλληνας, ελληνώνυμος, συνεπώνυμος λ.χ. του Κωνστ/νου Μαζαράκη-Αινιάνος, και όχι λ.χ. του συμμαθητή τού Μικρού Νικόλα.

  44. @ 24 Λυκούργος

    Καλό.

  45. @ 32 ΣτοΔγιαλοΧτηνος

    Καλό.

  46. Κάπως βαριά, μερικά λεγόμενα.

  47. Ύστερη αρχαιότητα said

    Αγαπητέ κύριε Σαραντάκο μία ερώτηση αν επιτρέπετε: Στο 1.17.05 του βίντεο του σχολίου 5 ο κύριος Μπουκάλας λέει πως ο Καραϊσκάκης ήξερε μόνο την υπογραφή του να βάζει. Αλλά εγώ βλέπω ότι υπάρχει η χειρόγραφη διαθήκη του στο Μουσείο Μπενάκη. Τι ακριβώς συμβαίνει; Είναι πλαστή η διαθήκη του Καραϊσκάκη ή ο κ. Μπουκάλας τον βγάζει αγράμματο ενώ δεν ήταν;

  48. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ὠδή στόν Στρατηγὀ τοῦ Γένους ἀπό ἕναν Ραψωδό τοῦ Γένους.

  49. Aghapi D said

    Ενώ ξαναδιαβάζω το ενδιαφέρον κείμενο, περνά από την οθόνη μου η είδηση: Βρέθηκε απαγχονισμένος ο καθηγητής του ΑΠΘ και πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας Ιωάννης Καζάζης
    Βρίσκεται εδώ: https://www.dikastiko.gr/eidhsh/sok-sti-thessaloniki-vrethike-apagchonismenos-o-kathigitis-toy-apth-kai-proedros-toy-kentroy-ellinikis-glossas-ioannis-kazazis/

  50. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Εἶμαι ΑΠΟΛΥΤΩΣ βέβαιος ὅτι ὁ Μπουκάλας (τοῦ ὁποίου τό δημοσιογραφικό στύλ δέν πολυσυμπαθῶ, ἔστω καί ἄν ἀναγνωρίζω πώς εἶναι χαλκέντερος ἐργάτης..) κατέχει ἄριστα τά μικροστοιχεῖα τοῦ βιογραφικοῦ τοῦ Στρατηγοῦ Μας, ἀλλά ὀρθά κάνει ἀναγκαῖες καί δημιουργικές προσαρμογές στήν ἀπόδοσή τους. Μπράβο του καί καλά θά ἦταν νά ἔλειπαν οἱ ἀνέξοδες παπαρολογίες βαρεμένων γαϊδουραγκαθοσχολιαστῶν..

  51. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @49. Συγκλονιστικό! Ἦταν σπουδαῖος φιλὀλογος..

  52. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    50.
    Τα θεμέλια ενός οικοσυστήματος οφείλουν να είναι γερά. Σε εμάς δεν επέτρεψαν να έχουμε θεμέλια τύπου Jefferson, Washington, Monroe, Adams, Maddison. Δεν θέλαμε Καποδίστρια, ούτε Κοραή, ούτε Υψηλάντη. Μείναμε με Καραϊσκάκη και Κολοκοτρώνη.
    Να τους χαιρόμαστε.

  53. sarant said

    49-51 Κι εγώ συγκλονίστηκα μαθαίνοντας την απώλεια… Είχαμε σχετικά πρόσφατα πάρει μέρος μαζί σε μια διαδικτυακή εκδήλωση και είχα θαυμάσει την άνεση με την οποία ανέλυε δύσκολα θέματα.

  54. Νίκος Κ. said

    48: Η ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη που στην πραγματικότητα ήταν ωδή στον Τσε Γκεβάρα. Αλλά τελικά δεν έχει και διαφορά.

    https://www.efsyn.gr/efsyn-city/tragoydi-tis-imeras/144776_odi-ston-georgio-karaiskaki

    «Το τραγούδι αυτό γράφτηκε το ’68, στο Παρίσι, που κάναμε βόλτες στα οδοφράγματα. Ήταν ο Μάης του ’68, έτσι; Το τραγούδι ήταν εμπνευσμένο από τον Τσε Γκεβάρα, από την υπέροχη εκείνη αφίσα, όπου βλέπεις έναν όμορφο νέο, με την επανάσταση στα μάτια του, που είναι χαμογελαστός και έχει και ένα πούρο. Για αυτόν το έγραψα, χωρίς να αναφέρεται βέβαια πουθενά το όνομά του, ούτε και κανένα άλλο όνομα μες στο κείμενο του τραγουδιού -στον τίτλο μόνο αναφέρεται ο στρατηγός της Ρούμελης. Λοιπόν, όταν ήρθε η ώρα να το ηχογραφήσω -μιλάμε τώρα το ’69- μου λέει ο Πατσιφάς, αυτό δεν πρόκειται να περάσει από τη λογοκρισία, δεν γίνεται. Οπότε έκανα αυτό που καταλάβατε, έβαλα ότι είναι ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, με την πεποίθηση ότι τον στρατηγό της Ρούμελης και γιο της καλόγριας, όπως τον λέγανε τον Καραϊσκάκη, δεν θα τον ενοχλούσε να χρησιμοποιηθεί ως κάλυψη για τον Τσε Γκεβάρα. Αλλά και ο κομαντάντε Τσε, εάν εγνώριζε τον Καραϊσκάκη, πολύ ευχαρίστως θα δεχόταν να καλυφθεί από αυτόν. Χαίρομαι πάντως που το παίζουνε στα σχολεία την 25η Μαρτίου, είναι ό,τι πρέπει. Αρμόζει, λοιπόν; Αρμόζει απολύτως!» έχει πει σε συνέντευξή του για αυτό το τραγούδι, που περιλαμβάνεται στον δίσκο «Το περιβόλι του τρελλού» (1969), ο δημιουργός του Διονύσης Σαββόπουλος.

  55. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @52. Τούς χαιρόμαστε! Καί τούς τιμοῦμε, καί τούς ἔχουμε σέ Εἰκονοστάσι, κι ἔχουμε καί τούς ἄλλους (Καποδίστρια, Ὑψηλάντη κλπ, κλπ, κλπ) στό ἴδιο Είκονοστάσι, διαγράφοντας ἀπό τόν λογαριασμό τῆς Ἱστορίας ὅ,τι τούς διαίρεσε καί ὅ,τι τούς ἄναψε ἐμφύλιες φωτιές.

  56. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @54. Γνωστό μέν, ἀλλά «Ἁρμόζει ἀπολύτως!» 🙂

  57. leonicos said

    Τελειώνει με απίστευτη τρυφερότητα

  58. sarant said

    54 Ναι, γνωστό, έχει ενδιαφέρον όμως ο παραλληλισμός. Βέβαια ο Καραϊσκάκης ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερος όταν πέθανε (και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος), αλλά ταίριαξε.

  59. leonicos said

    απαγχονισμένος στο γραφείο του!

    τέτοιο αδιέξοδο!

    Ήταν χαρούμενος άνθρωπος

  60. leonicos said

    Η Ύστερη Αρχαιότητα εντόπισε το σφάλμα

    Ευγε Ύστερη Αρχαιότητα που μας βάζεις τα γυαλιά

    Σου διαφεύγει όμως ότι σ’ ένα περιβάλλον εγγράμματο, ακόμα και οι παντελώς αγράμματοι μπορούν κάτι να γράψουν, ακόμα και με υποβοήθηση. Μου έχει τύχει σε υπεύθυνες δηλώσεις και αλλα έγγραφα στα νοσοκομεία, όπου με καλούσαν να συνυπογράω ότι είναι ιδιόχειρο. Και ήταν. Προβληματικά αναγνώσιμο αλλά ιδιόχειρο

  61. Dimitris said

    » η βαφτισμένη τουρκοπούλα που τον υπηρετούσε ντυμένη αντρικά»

    Γιατί ντυμένη αντρικά?

  62. 61# Γιατί πού να τρέχει στα κατσάβραχα με τις γόβες…

  63. Dimitris said

    #62 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂
    xaxaxaxaxaxaxaxaxaxaxa

  64. sarant said

    62 🙂

    61 Υποδυόταν το παλικάρι. Ζαφείρης τ’ όνομα.

  65. Alexis said

    #52: Αυτή η «μόδα» των τελευταίων χρόνων όπου διάφοροι ημιάσχετοι ξερόλες φοράνε την τήβεννο του ιστορικού και αποφαίνονται ποιος ήταν πατριώτης και ποιος όχι, ποιος ήταν έντιμος και ποιος ανέντιμος, ποιος πρόσφερε και ποιος δίχασε, πραγματικά με ξεπερνάει… 😡

  66. Alexis said

    Λυκουργάκο μην χολοσκάς για το μπάνιο, θα σου στείλω εγώ την χειρόγραφη «διαθήκη του Οδυσσέα» να την μελετήσεις ως ειδικός και να μας πεις αν είναι γνήσια…

  67. Dimitris said

    #64 ευχαριστώ πολύ

  68. NESTANAIOS said

    55.
    Πρέπει να μάθουμε να κάνουμε διακρίσεις.
    Διακρίσεις εξουσιών, αρμοδιοτήτων, εικονοστασίων….
    Με λίγα λόγια «Η ισοπέδωση επιφέρει πολλές φωτιές ενισχύοντας τον άνεμο».

  69. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    60. Η δεξιοτεχνία απέχει πολύ από την επιστήμη.

  70. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Νικοκύρη, παρ’ ὅλο πού μέ τίς ἐπιλογές σου μέ ἔσπρωξες στόν (ἱστοριοδιφικό) βοῦρκο καί τήν ἁμαρτία (ἐννοῶ διάβασμα γιά τήν Ἐπανάσταση μέχρι τά ξημερώματα -καί μάλιστα, μετά ἀπό ἐφημερία 🙂 ) χάρηκα πού ξαναεῖδα πολλές ἀπό τίς -κατά βάσιν ἀριστερόστροφες- νεωτερικές ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις. Μπορῶ δέ νά διαβεβαιώσω τούς πιό γειωμένους φίλους τοῦ ἱστολογίου ὅτι ὅταν τά σχόλια ἡμῶν τῶν συντηρητικῶν ἀκούγονται ρομαντικά, τά πράγματα δέν εἶναι ἔτσι ἀκριβῶς. Γνωρίζουμε πολύ καλά καί τό τί κουμάσια ἦταν πολλοί -ἕως ὅλοι 🙂 – ἀπό τούς καθυμνούμενους Ἥρωές μας, καί τί παλάντζες καί καπάκια ἔκαναν, καί τί ἰδιοτέλειες καί γαμισιάτικα τουμπελέκια ἔδιναν τόν ρυθμό στήν ζωή τους. Ὅλα αὐτά, ὅμως (κάτι πού νομίζω ὅτι μπορεῖ νά δεῖ κανείς καί στήν προσέγγιση τοῦ Μπουκάλα..) δέν μᾶς στεροῦν τό δικαίωμα νά τούς λατρεύουμε! (..καί βέβαια, ἔχουμε μπόλικα ράμματα ΚΑΙ γιά τήν γούνα τοῦ Γιώργη Καραϊσκάκη, ἀλλά κανένα ἀπό αὐτά δέν μᾶς ἐμποδίζει νά τόν κρατᾶμε στήν καρδιά μας ὥς Ἀρχιστράτηγο τοῦ Γένους!).

    ΥΓ. Οἰ προαναφερθέντες ἀριστερόστροφοι ἱστορικοί τῆς δίνουν καί καταλαβαίνει τῆς «ἑτερογονίας τῶν σκοπῶν» καί θυμήθηκα τό πολύ καλό (ἕως ἀντιβενιζελικό 🙂 ) σχετικό ἄρθρο σου.

    https://sarantakos.wordpress.com/2013/01/23/heterogony/

    Καλή σας μέρα!

  71. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Καλημέρα!

    >>Σεΐζη, φκιάσε τ’ άλογο, βάλ’ του και το τακίμι*
    Εδώ, προφανώς, αναφέρεται στο ενιαίο σύνολο χαλινάρι-στηθούρι-λουριά κ.λπ, που συνήθως είναι δερμάτινα, αλλά οι μερακλήδες τα έχουν στολισμένα με διάφορα (χάντρες, κεντήματα κ.ά.), ώστε να ξεχωρίζει το γούστο του ιδιοκτήτη.

    Για λεπτομέρειες και σχετικές εικόνες: http://kiourellis.blogspot.com/2020/01/blog-post.html

    Άσχετο:
    Ετοιμαστείτε, οι εμβολιασμένοι να κολλάμε ένα πρασινομπλέ (λέω τώρα…) αστέρι στα ρούχα μας, όταν θέλουμε να μπούμε σε κλειστούς χώρους εστίασης και διασκέδασης, αλλά να το ξεκολλάμε κατά την είσοδό μας σε Εκκλησίες, Δημ. Υπηρεσίες, Δικαστήρια κ.ο.κ. :).

  72. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    ☺️ : Η φατσούλα που λείπει στο τέλος… 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: