Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αργύρης Ζήλος, αποσπάσματα από μια συνέντευξη

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2021


Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, όσοι ήμασταν έφηβοι ή νέοι στις δεκαετίες του 70 και του 80, ο Αργύρης Ζήλος ήταν η πιο έγκυρη φωνή στον χώρο της μουσικοκριτικής. Κάποιοι τον ακολουθούσαν πιστά σε ό,τι κι αν έλεγε, άλλοι τον αντιπαθούσαν, όλοι όμως τον έπαιρναν υπόψη τους.

Ακόμα, ο Ζήλος, μέσα από τα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε, και κυρίως μέσα από τον Ήχο, όχι μόνο συνέβαλε στο να διαμορφωθεί το μουσικό γούστο μιας γενιάς, αλλά και επηρέασε μια σειρά από νεότερους, μαθητές του να πούμε, που επίσης ασχολήθηκαν με τη μουσικοκριτική και με τα μουσικά μας πράγματα.

Είχα τη μεγάλη χαρά να γνωρίσω τον Αργύρη Ζήλο το 1983 ή 1984. Μας σύστησε ο Αντώνης ο Φράγκος που ήταν τότε στη ροκ φράξια του ΚΚΕ. Μου είπε να του γράψω κάτι για να δει αν ξέρω να γράφω, εγώ του έγραψα κάτι άλλο -μια κριτική, θυμάμαι, για το Ενέχυρο του Δήμου Μούτση και για κάποιον δισκο του Μπάμπη Γκολέ. Του άρεσε του Ζήλου ο τρόπος που έγραφα κι έτσι με πήρε στον Ήχο, όπου έγραφα για το ελληνικό τραγούδι. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία, συν τοις άλλοις επειδή είχα την ευκαιρία να συζητάω με τον Αργύρη, ενώ επίσης πλούτισα τη δισκοθήκη μου με δεκάδες δίσκους βινυλίου -καθιέρωσα μάλιστα τη στήλη «Με δυο λόγια» όπου σχολίαζα πιο σύντομα τους όχι πολύ αξιόλογους δίσκους.

Δυστυχώς αυτό δεν κράτησε όσο θα ήθελα, διότι πήγα φαντάρος (Αργότερα συνέχισα για λίγο την κριτική δίσκων αλλά πλέον στον Ριζοσπάστη και με ψευδώνυμο). Ομως τα τελευταία χρόνια απέκτησα και πάλι επαφή με τον Αργύρη, ενώ γνώρισα επίσης τον εξαιρετικό Αντωνη Ξαγά, που του παίρνει αυτή τη συνέντευξη.

Η συνέντευξη του Αργ. Ζήλου είναι ποταμός. Δεν θα τη βάλω ολόκληρη. Παραλείπω και την αξιοδιάβαστη εισαγωγή του Αντ. Ξαγά, αλλά και αρκετές ερωταπαντήσεις -μεταξύ άλλων για να σας προτρέψω να τα διαβάσετε από την πηγή. Αξίζει. Και αξίζει και δεύτερη και τρίτη επίσκεψη.

Χωρίς άλλα εισαγωγικά, κυρίες και κύριοι, ο Αργύρης Ζήλος!

Ας ξεκινήσουμε λίγο… ανάποδα, από το σήμερα. Έχουν περάσει σχεδόν 10 χρόνια που έχει να εμφανιστεί κάπου ένα κείμενο που να το υπογράφει ένας Αργύρης Ζήλος. Γιατί;
Αφού την ξέρεις την απάντηση…
(πέφτει μια ησυχία για αρκετά δευτερόλεπτα, στην ταινία ακούγεται μόνο το κελάϊδισμα των πουλιών και ο άνεμος. Κι ένα βαθύ ρούφηγμα τσιγάρου)
Δύσκολη ερώτηση, πάρα πολύ δύσκολη και η απάντηση. Γιατί κάποιοι άνθρωποι μπορεί να αισθανθούν ακόμη και προσβεβλημένοι. Ξέρεις, η διάθεση να γράφεις, η καύλα ας το πω κι έτσι, με τα χρόνια κάπου ατονεί, όπως και οι περισσότερες διαθέσεις (χαμογελάει). Πόσο μάλλον σε μια πραγματικότητα η οποία πλέον έχει ξεφύγει, με το πλήθος των δίσκων που βγαίνουν πια, κάπου αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να έχω πια μια καλή εποπτεία τόσο επαρκή ώστε να εκφέρω μια άποψη η οποία να έχει μια αξιοπιστία. Παράλληλα με αυτό είναι και κάτι άλλο, το γνωρίζεις κι εσύ από πρώτο χέρι. Η κριτική είναι ένα επάγγελμα που το έκανα σχεδόν 40 χρόνια, από αυτό έζησα εμένα και την οικογένειά μου, σχεδόν όλα μου τα ένσημα προέρχονται από την δουλειά αυτή. Και όταν έρχεται κάποιος, όση συμπάθεια ή εκτίμηση κι αν του έχεις και σου ζητάει να συνεργαστείτε, με την διαφορά ότι ‘βρε συ Αργύρη μου, δεν έχουμε λεφτά’, κάπου αισθάνομαι ενδόμυχα ότι εγώ δεν μπορώ να συναινέσω σε αυτό. Μην με παρεξηγείς, δεν το προσπερνώ ούτε το υποτιμώ, χαίρομαι να με εκτιμούν μετά από τόσα χρόνια στην δουλειά, ήταν όμως αυτό, δουλειά, όχι χόμπυ για συνεχίσω να το κάνω τσάμπα. Ξέρεις και κάτι ακόμη; Εντάξει, δεν έχεις λεφτά να πληρώσεις. Φρόντισε τότε να δημιουργήσεις ένα ομαδικό πνεύμα, την αίσθηση μιας συλλογικότητας, μιας κοινότητας. Δεν υπήρξε κάτι τέτοιο, ειδικά στις τελευταίες συνεργασίες…

Το τέλος της μακράς αυτής επαγγελματικής πορείας ήταν δική σου απόφαση, δική σου επιλογή;
Δύσκολο να το πω αυτό. Με το «Αθηνόραμα» ξέρεις πώς έγινε. Εντελώς βλακωδώς, μην πω ηλιθιωδώς. Πρέπει να ήταν στα τέλη του 2011, εποχή που είχε σκάσει η Κρίση για τα καλά, μνημόνια, όλο αυτό το ‘ωραίο’ κλίμα. Έτσι και στο περιοδικό άρχισαν κι εκεί οι μειώσεις και οι περικοπές στους μισθούς. Ένα ωραίο απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν η διευθύντρια έκδοσης και μου ανακοινώνει εν ψυχρώ την απόλυσή μου. Την πρώτη αντίδραση μου μην ρωτάς, δεν την θυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι της έκανα την παρατήρηση ότι θα μπορούσε να μου προτείνει να μείνω με λιγότερα, ή να δεχόμουν να συνεχίσω ακόμη και χωρίς λεφτά, και μου απάντησε ότι ντρεπόταν να μου μιλήσει για μείωση γιατί ο μισθός μου ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ μικρός. Φάνηκε να εκπλήσσεται, μου λέει «αλήθεια θα γινόταν αυτό; Τότε πες ότι αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ, πάμε απ’ την αρχή». Της απάντησα όμως ότι δυστυχώς η συζήτηση αυτή έγινε. Και καληνύχτα σας.

Κι εσύ πάντως μύγα στο σπαθί σου δεν σήκωνες. Αν και σε καταλαβαίνω νομίζω… Πάντως το ‘χει η μοίρα σου να σε απολύουν γυναίκες, αν θυμηθώ και την περίπτωση του ‘Ήχου’.
Με πας αρκετά πιο πίσω τώρα. Ναι και από τον «Ήχο & Hi-Fi,» όπως ήταν το πλήρες όνομα, έφυγα όταν η σύζυγος του εκδότη, του Κώστα του Καβαθά, αποφάσισε να ανακατευτεί και αυτή στην διεύθυνση του περιοδικού και μια μέρα με φώναξε για να μου ανακοινώσει με πάσα επισημότητα ότι θέλει το περιοδικό να γίνει πιο mainstream. ‘Δηλαδή;’ ρώτησα με πάσα ειλικρίνεια. ‘Να απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο’ αποκρίθηκε. ‘Δηλαδή;’ επέμεινα. Δεν είχε απάντηση. Μεσολάβησε λίγος καιρός, δεν θυμάμαι, μπορεί να ήταν και λίγοι μήνες, μιας δύσκολης έως και αδύνατης στην πράξη συνεργασίας. Είχα καταλάβει ότι ο Καβαθάς ο ίδιος δεν ήθελε να με απολύσει, δεν ήθελα όμως να το εκμεταλλευτώ αυτό, ούτε και να ταλαιπωρώ και αυτόν κι εμένα. Οπότε πήγα μια ωραία πρωία στο γραφείο του και του λέω ‘Κώστα, δώσε μου την αποζημίωσή μου να σε αφήσω στην ησυχία σου’. Μου απάντησε με έναν τρόπο τόσο εκδηλωτικά ανακουφιστικό, λες και του έπαιρνα ένα τεράστιο βάρος από τους ώμους. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ Αργύρη μου». Του είπα ‘παρακαλώ’, και αυτό ήταν. Τέλος και ο ‘Ήχος’.

Επανερχόμενος σε αυτά που λέγαμε πιο πριν, ένας αντίλογος θα ήταν ότι μετά από 40 χρόνια επαγγελματικής γραφής, όπου σίγουρα χρειάστηκε πάρα πολλές φορές λόγω καθήκοντος να γράψεις κείμενα για δίσκους και καλλιτέχνες οι οποίοι δεν σε αφορούσαν για να το πω ευσχήμως, να έλεγες από κάποια στιγμή και πέρα, ειδικά μετά την επίσημη συνταξιοδότηση, ‘ας γράφω πλέον μόνο για κάτι που πραγματικά θέλω, που να με γεμίζει, που να μην υπαγορεύεται από την δισκογραφική επικαιρότητα’.
Να σου πω… Αυτό προσέκρουσε σε μια άλλη συνθήκη: ότι τώρα όλοι γράφουν. Όλοι. Και παντού. Δηλαδή στα 200 κείμενα θα υπάρξει και το 201ο. Τώρα αν όλο αυτό είναι καλύτερο ή χειρότερο είναι άλλη και μάλλον άσχετη συζήτηση. Ένα ακόμη κείμενο λοιπόν. Οπότε κάπου είπα μέσα μου τι παριστάνω εγώ τώρα εδώ; Να σου πω όμως κάτι άλλο; Το βασικό ζήτημα για μένα ήταν και είναι το γιατί στην Ελλάδα η μουσικοκριτική, για να μην πω και η δισκογραφία εν γένει, αντιμετωπιζόταν ως απλά ένα πάρεργο, προϊόν κάποιων ψώνιων που κάνουν το κέφι τους, ποτέ δεν θεωρήθηκε μια σοβαρή ενασχόληση για επαγγελματίες όσο το… κρεοπωλείο ή το φαγάδικο.

Ή το νυχάδικο καλή ώρα που άνοιξε και σε προτεραιότητα μετά την καραντίνα.
Μην τα κακολογείς, γιατί μην ξεχνάς από νυχάδικο ζω και παίρνω ενοίκιο (γελάει). Και για να το συμπληρώσω, ξέρεις πόσες φορές χρειαζόταν να κάνω περαιτέρω διευκρινίσεις όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνεις κι απαντούσα ‘μουσικοκριτικός’; ‘Δηλαδή;’ με ρωτούσαν. ‘Γράφω για μουσική’. ‘Δηλαδή;’, επέμεναν; Γράφεις μουσική; Όχι, γράφω για μουσική. Κάποια στιγμή βαρέθηκα κι απαντούσα απλά δημοσιογράφος. Πάντως στο ζήτημα αυτό δεν έχω απάντηση. Γιατί άραγε; Νομίζω παίζει βαρύνοντα ρόλο το γεγονός ότι στην Ελλάδα η μουσική υπήρξε ανέκαθεν και κατά βάση διασκέδαση, αφορμή για να ανέβουμε στο τραπέζι, να γλεντήσουμε, να χορέψουμε στους γάμους και στα κλαμπ, όχι μια σοβαρή συνθήκη, μια αυταξία που μπορεί να αποτελέσει και τροφή για σκέψη ή και μελέτη.

Για να γυρίσουμε όμως τώρα στην αρχή, η δική σου επαφή την μουσική πως ξεκίνησε; Υπήρξε κάποια καθοριστική στιγμή; Μια γονική επιρροή ίσως;
Όχι. Οι δικοί μου δεν υπήρξαν ποτέ φιλόμουσοι. Ούτε η μητέρα ούτε ο πατέρας. Ο οποίος ωστόσο ήταν σε έναν κύκλο ο οποίος άπτετο τότε της Τέχνης με τρόπο μάλλον λοξό να τον πω. Ήταν δικηγόρος και κομμουνιστής και οι παρέες του οι παράνομες επικοινωνούσαν κάποιες φορές μέσα από βινύλια τα οποία τα περισσότερα από αυτά ήταν κλασικής μουσικής, Μπετόβεν, Μότσαρτ, Τσαϊκόφσκι και άλλων Ρώσων συνθέτες, νομίζω του τα είχε φέρει επιστρέφοντας από την Σοβιετική Ένωση και ένας θείος ο οποίος είχε καταφύγει εκεί πολιτικός πρόσφυγας μετά το αντάρτικο. Δεν θυμάμαι όμως πως ξεκίνησα ν’ ακούω. Υποθέτω ότι είδα ένα πικάπ και κάποιους δίσκους. Κάποια στιγμή έβαλα να ακούσω, ότι βρήκα μπροστά μου, πρέπει να υπήρχε και το 45άρι της «Συννεφιασμένης Κυριακής», ένας Καζαντζίδης, μια Caterina Valente, μια Βουγιουκλάκη, πού να θυμάμαι, με πας εξήντα χρόνια πίσω τώρα ρε μπαγάσα. Φεύγανε οι δικοί μου για να βγουν με τις παρέες τους κι εγώ καθόμουνα κι άκουγα. Του είχε κάνει εντύπωση αυτό του πατέρα μου, τον είχα κρυφακούσει να λέει μια μέρα στο τηλέφωνο σε κάποιον φίλο του ‘φεύγουμε από το σπίτι, τον αφήνουμε στο πικάπ, επιστρέφουμε και τον βρίσκουμε πάλι στο πικάπ’.

Το ιδανικό φρόνιμο παιδί ήσουνα! Για ποια ηλικία μιλάμε;
7, 8, 9 κάπου εκεί. Τέλη 50s αρχές 60s. Μπορώ λοιπόν να πω ότι η αρχή της σχέσης μου με την μουσική ήταν καθαρά συναισθηματική. Δεν βρίσκω καλύτερη λέξη. Μια καθαρά συναισθηματική σχέση. Μου άρεσε να ακούω μουσική. Αυτό.

Και το ροκ; Πως μπήκε στην ζωή σου;
Στιγμή συγκεκριμένη όμως δεν υπήρξε, κι αν υπήρξε δεν τη θυμάμαι. Σπίτι ήμουνα, ανήλικος ήμουνα, πού να πάω, δεν υπήρχανε στέκια για τις ηλικίες αυτές, ραδιόφωνο άκουγα πολύ επίσης, κι αίφνης άκουσα ροκ. Να ήταν στον σταθμό της Αμερικάνικης Βάσης, στο κρατικό Δεύτερο Πρόγραμμα, δεν θυμάμαι. Και εκεί πρωτάκουσα Beatles βασικά. Και Animals, Who, Stones, και άλλους πολλούς. Κι αυτό ήταν, κόλλησα.

Ο πατέρας σου είπες είχε στη δισκοθήκη του και λαϊκά. Αυτά σε τράβηξαν ποτέ;
Όχι, καθόλου, θα έλεγα ότι και τα σιχάθηκα για αρκετούς λόγους. Ένας ήταν ότι είχα τότε την ανάγκη να αποκτήσω την δικιά μου ταυτότητα, όπως ίσως και κάθε νέος, να ξεχωρίσω από τον περίγυρο, και αυτά που έφταναν στα αυτιά μου από Beatles κλπ, δεν ξέρω αν το είδα λάθος, δεν είχαν καμία σχέση με αυτά που έφταναν στα αυτιά μου από τους ντόπιους τραγουδοποιούς, τα οποία δεν μου λέγανε απολύτως τίποτα. Και όχι μόνο δεν μου λέγανε τίποτα, συνιστούσαν για μένα επιπλέον την πεμπτουσία της συντήρησης, μια επιβεβαίωση αρχέγονων «αληθειών», κόκκινο πανί για μένα. Ήθελα να αυτοπροσδιοριστώ απέναντι σε αυτές.

Αναθεώρησες ποτέ πάνω σε αυτή σου την στάση μεγαλώνοντας, ακούγοντας ίσως περισσότερο και επανεκτιμώντας αισθητικά; Έστω εν μέρει;
Όχι, ποτέ. Με τίποτα. Και δεν συνέβη ποτέ αυτό, γιατί ξέρεις για μένα πιο καθοριστική δεν ήταν τόσο η ποιότητα του ακούσματος, λέξη πολύ σχετική έτσι κι αλλιώς όπως αντιλαμβάνεσαι, αλλά ο χώρος στον οποίο απευθύνονταν τα ακούσματα αυτά ο οποίος ήταν και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να είναι ακριβώς ο χώρος από τον οποίο εγώ ήθελα να κρατηθώ σε απόσπαση, μια κουλτούρα που εμένα δεν με κάλυπτε. Και για να κάνουμε κι ένα τεράστιο άλμα χρονικό, πιστεύω ότι δεν λάθεψα, αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας ως άνθρωποι το 2021 και αναρωτηθούμε πόσο διάολο έχουμε προχωρήσει βλέποντας και βιώνοντας αυτό που λέγεται ελληνική κουλτούρα και σε τι αυτή μεταφράζεται όσον αφορά την καθημερινότητα, την αντίληψη περί πολιτισμού δηλαδή. Γιατί ο πολιτισμός είναι ουσιαστικά ο τρόπος που ζούμε κι εμπεριέχει τα πάντα και δεν αφορά το τι βάζεις στο σπίτι σου αλλά και την εικόνα που εισπράττεις, τον ήχο και την συμπεριφορά στην δημόσια σφαίρα. Κι εκεί εξακολουθώ να γίνομαι μέτοχος μιας στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορίας η οποία δείχνει μια ανύπαρκτη κοινωνική συνείδηση. Κάτι που το βλέπω και το βιώνω, να μην πω υφίσταμαι καθημερινά.

Θα έβαζα εδώ μια επιφύλαξη σε αυτή την απόλυτη σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα, ξέρεις και στην άλλη μου πατρίδα τη Γερμανία η δημοφιλέστερη λαϊκή μουσική υπήρξε για δεκαετίες το φτηνό schlager, ότι πιο κιτς και πατριδόπληκτο μπορεί να φανταστεί κανείς, εκεί όμως δεν μπορείς να το συσχετίσεις εύκολα και άμεσα με αντίστοιχες κοινωνικές συμπεριφορές.
Δεν μπορώ να σου απαντήσω σε αυτό, δεν έχω και την δική σου γνώση της γερμανικής κοινωνίας, εγώ εδώ έζησα όλα τα χρόνια μου και προφανώς κάθε κοινωνία είναι διαφορετική. Εγώ από την δική μου σκοπιά, θες σωστά θες λάθος, είχα συνδέσει την ελληνική κοινωνία, κι αυτό το λέω σαν διαπίστωση, με την συντήρηση. Ότι δηλαδή αυτό που έβλεπα κι άκουγα γύρω μου με άξονα την ελληνική πραγματικότητα ήταν ένα συνονθύλευμα από συντήρηση, από παραδοσιολατρεία χωρίς να υπάρχει όμως αντίστοιχα και παραδοσιογνωσία, και κάποια στιγμή αυτό το σιχάθηκα από πολύ μικρός. Μια κουλτούρα που δεν περιλάμβανε κάποιες λεπτές κοινωνικές ισορροπίες, μια κουλτούρα παραδοσιακής μνήμης που δεν σημαίνει και τίποτα τελικά, να εξηγούμαστε. Η παράδοση υπάρχει ως παράδοση, δεν υπάρχει ως θέσφατο, απλά δημιουργεί κάποιες βάσεις. Κάι προχωράμε παρακάτω…

Ο σύντροφος Μάο νομίζω είχε πει κάποτε ότι η παράδοση είναι σαν ένας βράχος, ο οποίος μπορεί να σε πλακώσει αλλά και στον οποίο μπορεί να πατήσεις πάνω και να δεις μακριά.
Μπράβο, είδες ο σύντροφος Μάο; Δεν ψήφισα ποτέ μαοϊκούς αλλά δίκιο είχε ο άνθρωπος.

Πάντως προς το παρόν πιο απειλητικό να σε… πλακώσει είναι ένα box-set του Καζαντζίδη που είναι πάνω από το κρεβάτι σου ακριβώς στο προσκεφάλι σου.
(γελάει) Και θα ήταν και δίκαιο εδώ που τα λέμε.

Θα παρατηρήσω λοιπόν ότι τελικά δεν ακολούθησες τα χνάρια του πατέρα, ούτε στον επαγγελματικό τομέα ούτε στον ιδεολογικό.
Ναι αν και κάποια στιγμή ξεκίνησα να τον ακολουθώ, στα 18 μπήκα στην Νομική. Όχι επειδή ήθελα. Αλλά δεν ήθελα και κάτι άλλο. Ήταν σαν μια προδιαγεγραμμένη πορεία.

Είναι και η πατροπαράδοτη ελληνική νοοτροπία, το παιδί να αναλάβει την στρωμένη δουλειά, το μαγαζί του μπαμπά, από το χασάπικο μέχρι και το πρωθυπουργικό. Και ένα δικηγορικό, εξασφαλίζει κι ένα υψηλό κοινωνικό στάτους, έστω και φαντασιακά. Νομίζω ίσως και γι’ αυτό η Νομική είναι η σχολή με τις περισσότερες εγκαταλείψεις.
Νομίζω ισχύει αυτό που λες, κι εγώ δεν πρέπει να πάτησα το πόδι στην σχολή παρά ελάχιστες φορές, συχνότερα πήγαινα στην χορωδία του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου συμμετείχα ως μπάσος. Κάπου εκεί είχα αρχίσει και να δουλεύω στο δισκάδικο το «Pop Eleven» στην Σκουφά, με αφεντικό τον Φαληρέα τον Γρηγόρη στην αρχή, κάποια στιγμή μετά ανέλαβε ο αδερφός του. Ναι, ο πατέρας μου τότε, παρότι ήταν σε φάση συνταξιοδότησης, κρατούσε το γραφείο μόνο και μόνο για να το αναλάβω εγώ. Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα να πάω στρατό, στο Πολεμικό Ναυτικό, που τότε έκανες και αρκετούς μήνες παραπάνω θητεία απ’ ότι στο πεζικό, ο πατέρας είχε πελάτη έναν ναύαρχο, Αμιράλης με τ’ όνομα, ο οποίος του είπε «μη σε νοιάζει κύριε Γιάννη ο γιος σου θα έρθει Αθήνα». Και με έφερε εδώ στο Πεντάγωνο στο Γραφείο Τύπου.

Φυλούσες τα σύνορα του Δήμου Αθηναίων λοιπόν…
Κάπως έτσι. Οι 32 μήνες όμως παρέμεναν 32. Είχα ήδη ξεκινήσει τότε να γράφω, μου άρεσε κιόλας ιδιαίτερα, και κάποια στιγμή αποφάσισα να μιλήσω στον πατέρα μου, να του πω ότι δεν είχα σκοπό να συνεχίσω, να μην με περιμένει. Πρέπει να ήταν μία από τις χειρότερες μέρες της ζωής του. Την θυμάμαι πολύ έντονα. Τα ‘βαψε μαύρα, αλλά δεν είχε άλλο περιθώριο. Κι έτσι το έκλεισε το γραφείο. Κι έτσι εγώ απελευθερώθηκα από αυτή την εκκρεμότητα και αυτό ήταν, εκεί τελείωσε η σχέση μου με την νομική επιστήμη. Δεν με απωθούσε αλλά δεν με τραβούσε κιόλας. Δεν φανταζόμουν όμως τον εαυτό μου δικηγόρο. Και είχα ήδη κάτι που με κάλυπτε.

Θυμάσαι άραγε το πρώτο σου κείμενο; Και το πως έκανες το άλμα να περάσεις από ακροατής που ακούει και αγοράζει σε κάποιον που διατυπώνει και καταγράφει άποψη δημόσια;
Θα ‘πρεπε να θυμάμαι αλλά δεν το θυμάμαι το πρώτο μου κείμενο… Τότε εν τω μεταξύ δεν υπήρχε καν η έννοια της προϋπηρεσίας στον χώρο αυτό, γιατί στην πράξη δεν υπήρχε και η μουσικοκριτική. Πάντως είχα μια έφεση από μικρός στην γραφή, μην γελάσεις αν σου πω ότι ήμουν καλός στην έκθεση στο σχολείο, θυμάμαι τις εκθέσεις μου τις έπαιρνε ο δάσκαλος και τις διάβαζε στην τάξη. Αυτή ήταν η πρώτη ανταπόκριση. Αισθάνθηκα ότι η γραφή μού πάει. Την πάω και με πάει. Από κει και πέρα το να μπορείς και να σου αρέσει να γράφεις μέχρι να σου δοθεί η δυνατότητα να γράψεις και γι’ αυτό που σου αρέσει, η απόσταση δεν είναι πολύ μεγάλη. Αρκεί να τύχει η ευκαιρία. Σε εμένα μου έτυχε ο ‘Ήχος’ του Καβαθά. Πρέπει να ήταν το φθινόπωρο του 1974.

Και που σε βρήκε ο Καβαθάς; Στο δισκάδικο;
Θα ήταν μάλλον απίθανο να με έβρισκε εκεί, δεν ήταν φιλόμουσος ο Καβαθάς, κι ο ίδιος δεν ψώνιζε δίσκους. Στο μαγαζί ερχότανε κόσμος, με ρωτάγανε τι να πάρουμε, κι εγώ τους πρότεινα, σιγά σιγά άρχισαν να με εμπιστεύονται. Ένας από αυτούς ήταν ο Πητ Κωνσταντέας, δημοσιογράφος που δούλευε τότε αν θυμάμαι καλά στην ‘Καθημερινή’. Γνωριζόταν με τον Καβαθά και όταν αυτός του είπε για τα σχέδια του μετά τους ‘4 Τροχούς’ να βγάλει κι ένα περιοδικό για το hi-fi, σκέφτηκε εμένα για να βάλει μια στήλη με κριτικές παρουσιάσεις δίσκων. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η ιστορία, μέσα από μια τυχαία προσωπική γνωριμία.

Τελικά νομίζω, κρίνοντας και από την δική μου εμπειρία, ότι η τύχη, η συγκυρία παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στην ζωή μας απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε ότι παίζουν οι συνειδητές μας επιλογές. Δεν μου λες, ο πατέρας μετά, παρά την πικρία του, διάβαζε τα κείμενά σου;
Αν με διάβαζε λέει. Πρώτος πρώτος. Το θυμάμαι και συγκινούμαι… Δεν πρέπει να υπήρξε κάποιο που να μην το διάβασε, κι ας μην ήξερε καθόλου το αντικείμενο. Ήθελε προφανώς να δει πως έγραφα, αν την απόφαση που είχα πάρει μπορούσα να την στηρίξω στην πράξη. Δεν ξέρω. Ήταν κλειστός άνθρωπος σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Σκέψου ότι μου είχε επιβάλλει από παιδί να του μιλάω στον πληθυντικό, σαν να ήθελε να βάλει μια απόσταση μεταξύ μας. Τους λόγους δεν μου τους εξήγησε ποτέ. Κάποια στιγμή μετά από πολλά χρόνια, προσπάθησε να το ακυρώσει, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Και για το ιδεολογικό που ανέφερες πιο πριν, ποτέ δεν έκανε κουβέντα. Ούτε κατήχηση ούτε προτροπές ούτε τίποτα. Ίσως να ήθελε να με προστατέψει, ξέρεις η ζωή για έναν συνειδητό κομμουνιστή και αριστερό εκείνα τα χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολη, για να μην πω ότι ήταν κι επικίνδυνη. Ίσως… Και αυτό το ‘ίσως’ δεν σου κρύβω με βασανίζει ακόμη και θα με βασανίζει, τελευταία τον σκέφτομαι όλο και συχνότερα και εντονότερα. Τον πατέρα μου τον εκτιμούσα, αν και το συνειδητοποίησα κατόπιν εορτής. Ή θανάτου εν προκειμένω…

(…)

Για να το ελαφρύνουμε λίγο το κλίμα… Είχες ποτέ άλλη σχέση με την μουσική πέρα από ακροατής και κριτικός; Έπαιζες κάποιο όργανο;
Έπαιζα ναι.

Αυτό το λες και είδηση, δεν μου το έχεις ξαναπεί!
Δεν είναι και κάτι σημαντικό μάλλον, γι’ αυτό. Ξεκίνησα από πλήκτρα αλλά κατέληξα στην κιθάρα. Αυτοδίδακτος, έψαξα κι έμαθα τις νότες μόνος μου. Τι έπαιζα; Ή τι προσπαθούσα να παίξω; Δεν υπήρχε νομίζω επίδοξος κιθαρίστας στην εποχή μου ανεξαρτήτως φιλοδοξιών ο οποίος να μην ξεκινούσε από το ‘The house of the rising sun’. Εν τω μεταξύ είδα πρόσφατα την είδηση ότι πέθανε ο άνθρωπος που έπαιζε την κιθάρα στο κομμάτι αυτό, που λίγοι τον θυμούνται με τ’ όνομα του, ο Hilton Valentine. Η γενιά μας φεύγει σιγά-σιγά…

Έγραφες και δικά σου κομμάτια;
Αμέ. Σε ντυλανικό ύφος αν με ρωτάς. Δεν τον προσπερνούσες τον Ντύλαν αν έπιανες κιθάρα στο χέρι. Ναι, και σε συγκρότημα είχα παίξει.

[…]

Σε ένα δεύτερο επίπεδο θα αναρωτηθώ: οφείλει ένας κριτικός να γνωρίζει από μουσική και νότες; Μειώνεται ειδάλλως η εγκυρότητα και η αξιοπιστία του;
Όχι απαραιτήτως. Όπως μόλις σου είπα, το αποτέλεσμα μετράει. Από πού ξεκίνησες είναι αδιάφορο, καμία σημασία. Το αν εσύ ξέρεις να διαβάζεις νότες ή αν δεν έχεις πατήσεις ποτέ σε ωδείο είναι άνευ σημασίας. Μπορείς να εκφραστείς μέσα από τον λόγο; Και δεύτερον, μπορείς να υποδείξεις δημοσίως κάτι αξιόλογο; Αυτό αρκεί.

Για να πω και την δική μου άποψη, πιστεύω ότι κάποιες φορές η βαθιά τεχνική γνώση μπορεί να λειτουργήσει έως και παρεμποδιστικά μερικές φορές, καθώς μέσα από την εστίαση στις τεχνικές λεπτομέρειες μπορεί να χαθεί ή να θολώσει η ευρύτερη αισθητική αποτίμηση ενός έργου.
Ναι, έχει μια βάση αυτό που λες. Πάντως για το ολοκληρώσω, θα έλεγα ότι η γνώση του τεχνικού κομματιού ως προϋπόθεση για την αξιολόγηση ίσως να ίσχυε περισσότερο την εποχή που η μετάδοση και διάδοση της μουσικής γινόταν αποκλειστικά μέσα από την παρτιτούρα. Ο δίσκος από την μεριά του είναι δίσκος. Ένα προϊόν. Η καθαρά ακουστική πληροφορία έχει καταστήσει άχρηστο το πεντάγραμμο για την διάδοση της μουσικής. Για ποιο λόγο να ξέρεις νότες; Για να εξηγήσεις γιατί αυτό που άκουσες σου άρεσε ή όχι; Επειδή έχει π.χ. ένα αρμονικό συνεχές; Αυτό είναι χαζομάρα. Σκέψου πόσοι συνθέτες έχουν χρησιμοποιήσει την δυσαρμονία στις δημιουργίες τους, όχι λόγω άγνοιας ή ανικανότητας αλλά για λόγους αισθητικής, θέλοντας να αναιρέσουν τον κανόνα της αρμονίας. Πάντως από τότε που κυριάρχησε η δυνατότητα διάδοσης της λαϊκής μουσικής από μέσα όπως το ραδιόφωνο και η δισκογραφία, η παρτιτούρα παρακάμφθηκε, τέλειωσε αυτή η ιστορία, γεια σας. Φαντάσου τώρα το ‘Anarchy in the UK’ σε παρτιτούρα. Θα ήταν γελοίο.

Για να έρθουμε σιγά-σιγά και στα δισκογραφικά πράγματα. Πως σου φαίνεται όλο αυτό το χρηματιστηριακό πανηγύρι με την επιστροφή του βινυλίου, και της κασέτας ακόμη-ακόμη; Εσένα σε απασχόλησε ποτέ το φορμάτ μιας μουσικής έκδοσης;
Για να ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος θα απαντήσω ένα κατηγορηματικό όχι. Μην ξεχνάς ότι στη ζωή μου έχω περάσει μία μεγάλη μετάβαση από ένα φορμάτ σε ένα άλλο, όταν έσκασε μύτη το CD κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Θυμάμαι ότι πολλοί δεν το πήραν με καλό μάτι τότε. Εγώ το αποδέχτηκα από την πρώτη στιγμή, με ποια έννοια το λέω, πήρα 1-2 CDιά που τα είχα ήδη και σε βινύλιο. Και η διαφορά ήταν εμφανής. Μου άρεσε περισσότερο αυτό που άκουγα. Άκουγα καλύτερη μουσική.

Και εδώ νομίζω θα συμφωνούσε κι ο Zappa μαζί σου.
Μίλησες για ένα πολύ σοβαρό όνομα τώρα, γιατί τον Zappa τον θεωρώ ένα από τα πέντε σημαντικότερα ονόματα στην ιστορία της μουσικής.

Τώρα ξεστρατίζουμε λίγο αλλά με βάζεις στον πειρασμό να σου ζητήσω να μου το τεκμηριώσεις.
Από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα, μιλάμε για το «Freak out» βασικά, αισθάνθηκα κάτι διαφορετικό, αναρωτήθηκα «τι έχουμε εδώ;» όχι μόνο με την έννοια της πρόκλησης αλλά και με αυτή του προβληματισμού πάνω στον ήχο. Αυτός ο άνθρωπος είχε μια πολύ σφαιρική αντίληψη γύρω από το τι σημαίνει αυτό που λέμε μουσική. Δεν ήταν τυχαίο ότι αποκαλούνταν συνθέτης. Ήταν πολυσχιδής, είχε ένα απίστευτο εύρος όχι μόνο σε είδος αλλά και σε φόρμα αλλά και τεχνική άποψη. Και είχε και χιούμορ. Το εντυπωσιακό δε είναι ο Zappa ξεκίνησε φτιάχνοντας ποπ τραγούδια, θαυμάσια ποπ τραγούδια, αλλά όχι με γνώμονα τη μόδα της εποχής, αλλά με κάποιους βασικούς κανόνες της τραγουδοποιίας, τους οποίους ναι μεν τους τηρούσε, που σημαίνει ότι τους γνώριζε κιόλας, αλλά από την άλλη τους παραβίαζε με κάποιες ενορχηστρώσεις που ήταν απόλυτα δικές του, δεν ήταν μια απλή φωνή και κιθάρα, μπορεί να έφτανε μέχρι και μια μικρή ορχήστρα. Διαπίστωσα στη συνέχεια ότι ενώ μπορούσε να γράψει και συμφωνίες ακόμη, και το έκανε κάποια στιγμή αν και δεν στάθηκε εκεί, εν τούτοις την αξία του τραγουδιού ως φόρμα την κράτησε με νύχια και με δόντια, δεν αποποιήθηκε ποτέ την τραγουδοποιία. Ποτέ. Αυτό μου λέει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ένας τυχάρπαστος τυχοδιώκτης. Δεν πήγαινε με το ρεύμα της εποχής αλλά δεν το σνόμπαρε κιόλας. Από εκεί και πέρα έφτιαξε πράγματα που εξακολουθούν να είναι έργα αναφοράς. Δεν είναι όλα εξίσου ενδιαφέροντα, δεν θα μπορούσε να είναι. Αλλά εγώ προσωπικά δεν τον άφησα ποτέ, τον παρακολούθησα μέχρι τέλους.

Να σου ομολογήσω ότι δεν συμμερίζομαι την αγάπη σου για το Zappa, δεν ξέρω γιατί, ίσως να μου λείπει το κατάλληλο… ένζυμο. Σκέφτομαι τώρα με αφορμή αυτό το αιώνιο φιλοσοφικό δίπολο υποκειμενικότητας-αντικειμενικότητας: υπάρχουν τελικά «επιχειρήματα» σε μια μουσικοκριτική ή εν τέλει είμαστε έρμαιο του ‘de gustibus’ ή… ελληνιστί της «κολοκυθόπιτας» και της περί αυτής ορέξεως;
Για να σου παραστήσω τον γέρο σοφό έχω καταλάβει πια ότι αν σε κάποιον δεν του αρέσει κάτι, δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να τον μεταπείσεις, ότι επιχείρημα κι αν κατεβάσει η κούτρα σου. Και αυτό ισχύει στα πάντα, όχι μόνο στη μουσική. Μιας που έπιασες τον παραλληλισμό με την διατροφή, τριάντα γευσιγνώστες να παλέψουν να σε πείσουν για το αντίθετο, ψήνεσαι εσύ ν’ απολαύσεις ένα άκρως περίτεχνο και σοφιστικέ πιάτο όταν σου κάθεται στον λαιμό; Και το άλλο; Τι βλέμμα θα εισέπραττε από μεριάς σου ο σεφ ο οποίος θα σου διαβεβαίωνε με πάσα ειλικρίνεια ότι, όντως, η σπεσιαλιτέ του δεν τρώγεται, η σύνθεση όμως γεύσεων που ετόλμησε είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον ως πειραματισμός; Η αντικειμενικότητα είναι μια έννοια που πρέπει να την ξεχάσουμε, είναι περισσότερο μια υπαρξιακή ανάγκη των ανθρώπων.

Δεν θα διαφωνήσω καθόλου. Τότε όμως εμείς που γράφουμε και ‘επιχειρηματολογούμε’ μήπως ματαιοπονούμε; Γιατί το κάνουμε, τι αναζητούμε;
Επικοινωνία και έκφραση. Και το συνακόλουθο χτίσιμο μιας εμπιστοσύνης με την διάρκεια, την συνέπεια και την συνέχεια ως δημόσιος γραφιάς. Φαντάζομαι και σήμερα που γράφουν τόσοι πολλοί θα είναι πιο δύσκολο, αλλά αυτός είναι ο στόχος. Έχεις καταλάβει πιο είναι το κοινό σου; Αυτό δεν σημαίνει ότι θα γράφεις για το κολακέψεις αλλά θα γράφεις κατ’ αρχάς για να το προσεγγίσεις. Ίσως αυτό να ακούγεται χαζορομαντικό, αλλά είναι νομίζω η πιο σοβαρή βάση επικοινωνίας για τα άτομα που γράφουν. Ένα είτε μεγάλο είτε μικρό κοινό, ένα κάποιο συγκεκριμένο κοινό ή ακροατήριο που επιθυμεί να διαβάσει το καινούργιο κείμενο π.χ. του Αντώνη Ξαγά. Γιατί; Γιατί κάτι αισθάνεται ότι τον συνδέει με αυτό. Όχι μόνο θετικά. Μπορεί και να θέλει να τον βρίσει. Εμάς η δουλειά μας είναι να προτείνουμε χωρίς να ξέρουμε ποιος μας διαβάζει, γιατί μας διαβάζει, αν πιάνουν τόπο αυτά που λέμε, όλα αυτά δεν τα ελέγχουμε. Το μόνο που περνάει από το χέρι μας είναι να έχουμε μια στοιχειώδη συνέπεια και συνέχεια σε αυτό που προτείνουμε.

[…]

Να επιστρέψουμε όμως στην κουβέντα για το μέσο. Ποια είναι η σχέση σου με το βινύλιο;
Δεν είχα ποτέ κόλλημα με το βινύλιο. Κι ας σου φαίνεται παράδοξο να το λέω αυτό εδώ σε έναν χώρο όπου περιστοιχιζόμαστε από τόσα βινύλια. Αυτό ήταν όμως το κύριο μέσο την δεκαετία του ’60 και του ’70 αν ήθελες να ακούσεις μουσική, τι να κάνεις. Όπως σου είπα το CD το αποδέχτηκα με χαρά όταν εμφανίστηκε. Ήταν ένα μέσο αξιόπιστο, ανθεκτικό, φτηνό, όσο κι αν στήθηκε πάνω του πολύ αισχροκέρδεια, ειδικά τους πρώτους καιρούς. Επίσης έδωσε και νέα ώθηση στην δημιουργία. Το βινύλιο δεν μπορεί να υπερβεί τα 23 λεπτά τη κάθε πλευρά. Το CD μπορεί να έφτανε και θεωρητικά τα 80 λεπτά, γεγονός το οποίο ενθάρρυνε και συνθέσεις μεγάλης διάρκειας οι οποίες αναγκαστικά στο βινύλιο θα έβγαιναν σε part one και part two και πάρ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το. Όσο κι αν τούτο είχε ασφαλώς ως παράπλευρη συνέπεια να κυκλοφορήσουν και πολλές μετριότητες, δευτεράντζες και τριτάντζες, και με λιγότερη εκλεκτικότητα και επιλεκτικότητα ακόμη κι από τους καλούς δημιουργούς. Νομίζω αναπόφευκτη συνέπεια κάθε τεχνολογικής εξέλιξης είναι να έχει μια θετική και μια αρνητική πλευρά.

[…]

Σήμερα έχει πάρει και μια διάσταση φετιχιστικής επίδειξης και συλλεκτικού χιψτερισμού για να το πω στην σύγχρονη αργκό. Εσύ είχες ποτέ το μικρόβιο του συλλέκτη; Σε τσιγκλούσε π.χ. η απόκτηση ενός δίσκου «σπάνιου»;
Όχι ποτέ. Έπρεπε να το ακούσω πρώτα να δω αν μου αρέσει. Ξέρεις, ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου συλλέκτη, ούτε βέβαια φετιχιστή. Θεωρώ από την άλλη τον εαυτό μου συλλέκτη μόνο σε σχέση με καλλιτέχνες τους οποίους θεωρώ σημαντικούς, καλή ώρα ο Zappa. Ή ο Eno. Από αυτούς ήθελα ει δυνατόν να ακούσω τα πάντα. Όχι για να τα έχω απλά και μόνο. Ήθελα να μπορώ παρακολουθήσω την πορεία και την εξέλιξη του καλλιτέχνη. Οπότε όλο αυτό το χρηματιστηριακό πανηγύρι όπως το αποκάλεσες με αφήνει αδιάφορο. Δεν ξέρω και πόσο μπορούμε να αποκαλέσουμε τους ανθρώπους αυτούς μουσικόφιλους με την πλήρη έννοια της λέξης, για μένα είναι συλλέκτες σκέτο. Ή και έμποροι ενός προϊόντος του οποίου μάλιστα η αξία διαμορφώνεται όχι από την ποιότητά του αυτή καθαυτή, αλλά από την «σπανιότητα» του ως αντικειμένου. Από την άλλη, οι δίσκοι των Beatles, του σπουδαιότερου συγκροτήματος στην ιστορία της ποπ μουσικής, είναι προσβάσιμοι στον καθένα και σε πολύ καλή τιμή.

[…]

Αγοράζεις ακόμη;
Ναι αγοράζω. Τακτικά όσο γίνεται. Γιατί αγοράζω; Θα μπορούσαν να μην αγοράζω τίποτε πια. Είναι η κοινωνική επαφή. Πηγαίνεις π.χ. στο Υπόγειο ή στον Τάκη στο «Le Disque Noire», θα ψωνίσεις αλλά και θα ανταλλάξεις και μια άποψη, κρατάς μια κάποια σχέση, μια επικοινωνία. Λοιπόν (γελάει) σκέφτομαι ένας ακόμη λόγος που δεν παίρνω πια βινύλια είναι ότι πια μεγάλωσα, έχω την μέση μου και δεν μπορώ να κουβαλήσω τόσο βάρος.

Θα μπορούσες να… κατεβάζεις τότε όπου εκεί το βάρος είναι σχεδόν ανύπαρκτο, ξέρω όμως ότι δεν έχεις κατεβάσει στη ζωή σου ούτε 1 ΜΒ. Πως σου φαίνεται όλη αυτή η νέα (που δεν είναι και τόσο νέα πια) κατάσταση όπου η μουσική χάνεται ως υλικό προϊόν και γίνεται όλο και πιο άυλη;
Πράγματι δεν έχω ‘κατεβάσει’ ποτέ τίποτε ούτε ένα mp3. Δεν έχω ιδέα από αυτό τον κόσμο για να είμαι απολύτως ειλικρινής, Όχι επειδή δεν θα ήθελα να ασχοληθώ, κάπου όμως αισθάνομαι την τεχνολογία να με ξεπερνάει. Μπορεί να ακουστεί ίσως χαζορομαντικό, αλλά αισθάνομαι λίγο ξένος σε αυτό τον κόσμο, ότι δεν θα μπορούσα να τον προσεταιριστώ έτσι με αυτό τον άυλο τρόπο, να τον αγαπήσω. Κάτι χάνω σίγουρα, το διαισθάνομαι, αλλά τι να κάνω… Και όλος αυτός ο πληθωρισμός; Κάνει καλό στην παραγωγή ή έχει επεκταθεί το πνεύμα «ηχογράφησε και βγάλτο, ό,τι να ‘ναι»; Και οι μουσικοί ζουν από αυτό; Και η προσφορά αυτή έχει άραγε αντίστοιχη ζήτηση; Δεν ξέρω… Εσύ που είσαι και νέο παιδί θα μπορούσες να απαντήσεις καλύτερα.

Καλά όχι και πολύ νέο, μην υπερβάλλεις. Αυτή την αποξένωση πάντως που λες την αισθάνομαι κι εγώ, κι ας έχω σκληρούς δίσκους με ατελείωτα mp3, mp4, flac και κάθε άλλη κατάληξη του διαβόλου. Ωστόσο νομίζω όσο περνάει ο καιρός αποστασιοποιούμαι όλο και πιο πολύ. Και συμβιβάζομαι με την ιδέα πάντα θα υπάρχει κάτι που θα ‘χάνεις’. Δεν πειράζει κιόλας… Αλλά ας επιστρέψουμε στα της γραφής. Ο τρόπος σου, το στυλ σου υπήρξε πολύ ιδιαίτερο, σχεδόν λόγιο, κάποιοι το έλεγαν και δυσνόητο. Ήταν συνειδητή αυτή η επιλογή;
Από την αρχή έτσι μου βγήκε. Δεν ξέρω πως. Στην πορεία όμως γινόταν όλο και πιο συνειδητή. Δεν μου άρεσε η κοινοτοπία. Μου άρεσε όμως να εστιάζω όχι τόσο στον τρόπο αλλά στο θέμα, στην άποψη. Και αυτό να το δώσω με ένα ύφος δικό μου. Αν το πετύχεις αυτό και δεν σου βγει μια μαλακία και μισή καταλήγεις σε αυτό που λέμε προσωπική γραφή. Αυτό μ’ ενδιέφερε. Σε τελική ανάλυση ο τρόπος που γράφεις είναι αυτό που είσαι. Ελπίζω να μην μου έβγαινε επιτηδευμένα. Κι εσύ που με ξέρεις και τόσα χρόνια ξέρεις ότι έτσι μιλάω, έτσι είμαι… Όσο για τον χαρακτηρισμό ‘δυσνόητος’, τι να κάνουμε. Είναι και θέμα αντιλήψεως του αναγνώστη. Εγώ δεν αισθανόμουν ότι έγραφα στρυφνά, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα υπήρχε ένα διαυγές επιχείρημα. Επιπλέον με τον λόγιο όπως τον αποκάλεσες τρόπο ήθελα, αν δεν ακούγεται η λέξη βαριά, να τιμήσω το αντικείμενο. Να δώσω στους αναγνώστες να αισθανθούν ότι η ποπ μουσική δεν είναι κάτι το ευτελές, κάτι με το οποίο απλά περνάς ευχάριστα την ώρα σου, ένα καταναλωτικό προϊόν συνοδευόμενο από διαφημιστικά δελτία τύπου, αλλά ότι μπορείς και να σκεφτείς πάνω σε αυτή πέντε πράγματα. Και μια σοβαρή σκέψη θέλει εν τέλει και μια σοβαρή φόρμα.

[…]

Για σένα ποια είναι η ισχύουσα συνθήκη σε μια κριτική. Είναι «καλό επειδή μ’ αρέσει» ή «μ’ αρέσει επειδή είναι καλό»;
Μου θυμίζει λίγο την κότα με το αυγό το δίλημμα αυτό. Τι προηγείται είναι δύσκολο να το πω. Κάθε κριτικός και ακροατής έχει τις προκαταλήψεις του, ακόμη κι όταν ο ίδιος θεωρεί ότι δεν έχει. Δεν θα μου ήταν εύκολο να πω ότι αυτό είναι καλό αλλά δεν μ’ αρέσει. Η σκέψη μου καταλήγει πάντα στο αν θα το πρότεινα, δεν μπορώ να σκεφτώ αλλιώς. Οπότε μπορεί να έλεγα ότι ο δίσκος για το είδος του είναι καλός, όσο στερεότυπο κι αν ακούγεται. Αλλά θα άφηνα να φανεί ότι αυτό το είδος δεν το προτιμώ.

[…]

Οπότε ίσως να είναι περιττή η επόμενη ερώτηση αλλά θα στην κάνω. Νοσταλγείς; Η ερώτηση πάει και σε προσωπικό επίπεδο και σε μουσικό επίπεδο. Υπήρξε για σένα μια «χρυσή εποχή» της μουσικής;
Αυτά τα τύπου ‘η μουσική τελείωσε το 1977’, ή ότι τότε σώθηκε; Όχι. Ούτε κατά διάνοια. Ανοησίες. Δεν έχουν νόημα αυτά, μόνο σε προσωπικό επίπεδο μπορώ να τα δεχτώ, σε βιωματικό επίπεδο. Εγώ όχι, δεν νοσταλγώ. Η νοσταλγία… δεν θέλω να σου πουλάω τώρα λαϊκή φιλοσοφία… είναι ένα σύμφυρμα από μνήμες εξωραϊσμένες και συνυφασμένες με ηλικίες νεανικές, με ότι συνεπάγεται αυτό, τον καιρό που δεν σε πόναγε η μέση και ακόμη σου σηκωνότανε. Επίσης δεν νοσταλγώ γιατί σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να αισθανόμουν ότι η μουσική έχει ξεπέσει. Εγώ αισθάνομαι το αντίθετο. Ας όψεται το ευλογημένο ίντερνετ. Το τι μπορείς να ακούσεις είναι απεριόριστο, κι ας έχει κι αυτό τα στραβά του όπως είπαμε νωρίτερα. Εγώ αισθάνομαι ότι η μουσική είναι πλουσιότερη σήμερα από πλευράς προτάσεων και δυνατοτήτων παρά ποτέ στην ιστορία. Από αυτή τη σκοπιά είμαι πολύ ευχαριστημένος.

[Παραλείπω πολλά εδώ, να πάτε να τα διαβάσετε στην πηγή]

Θα ήταν ίσως ανόητη ερώτηση να σου ζητήσω έναν αγαπημένο δίσκο. Υπάρχει ωστόσο κάποιος δίσκος στον οποίο να επιστρέφεις; Με τον οποίο να μην έχεις κλείσεις λογαριασμούς μαζί του;
Η ερώτηση σου σκοντάφτει σε αυτό που υπονοήσαμε πριν στις συναυλίες: ότι δεν ξεχνάς τις πρώτες σου φορές. Τα πρώτα ακροάματα είναι πάντοτε πιο έντονα. Οπότε η απάντηση μου δεν θα είναι σωστή αλλά συναισθηματική. Θα μπορούσα να σου πω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ το «Dark side of the moon». Όμως μετά από τρία-τέσσερα χρόνια συνειδητοποίησα ότι δεν είναι καν το καλύτερο των Pink Floyd, κάθε άλλο. Είναι το πρώτο τους άλμπουμ, αυτό με τον Syd, αυτό που είναι κατ’ εμέ αξεπέραστο, καμία σχέση δεν έχει με ότι έκαναν μετά. Όχι μόνο από πλευράς φρεσκάδας και νεωτερισμού. Από πλευράς μουσικότητας. Είναι ΑΥΤΟ. Σε αυτό θα επέστρεφα λοιπόν, παρόλο που κάποια από τα μεταγενέστερά τους μπορεί να ήταν αρτιότερα από πολλές πλευρές, ίσως και πιο ενδιαφέροντα σαν μουσική. Αλλά όλα αυτά όπως σου είπα είναι συνθήκες εποχιακές και ηλικιακές. Αλλά μαζί δεν πάνε αυτά;

Αν σου ζητούσα ένα τραγούδι;
Το «Strawberry fields forever». Ανεπιφύλακτα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Το σημαντικότερο κομμάτι που έχει γραφτεί ποτέ. Από κάθε άποψη. Δεν είχα ξανακούσει ούτε ξανάκουσα ποτέ τόσα πολλά πράγματα σε ένα τραγούδι, που όμως δεν σου έδιναν την εντύπωση συσσώρευσης ήχων και οργάνων. Το ένα ερχόταν σαν μια φυσική συνέπεια του αμέσως προηγούμενου. Μια τελειότητα. Μέσα σε τεσσερισήμισι λεπτά ‘μόνο’.

Και είναι εν τω μεταξύ κομμάτι που είναι δύσκολο να το μιμηθεί κάποιος, ακόμη και σαν επιρροή.
Τι δύσκολο, αδύνατο είναι. Ούτε από κάποιον μεταγενέστερο αλλά ούτε και οι ίδιοι θα μπορούσαν. Αυτό ήταν, τελείωσε. Αμφιβάλλω μάλιστα αν και οι ίδιοι, όσοι ακόμη ζούνε, θα ήταν σε θέση να εξηγήσουν λογικά τι στο διάολο κάνανε, πως το κάνανε, τι τους ώθησε. Είναι έξω από κάθε μέτρο της εποχής, κάθε σύγκριση. Εξακολουθεί να είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορείς ν’ ακούσεις σήμερα. Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για ποπ μουσική αν δεν έχει ακούσει το κομμάτι αυτό. Είναι, πως να στο πω, σαν να μιλάς για οικονομία και να μην έχεις υπόψη σου τον Μαρξ.

Από ελληνικά; Τραγούδι ή δίσκος με αντίστοιχη βαρύτητα; Τηρουμένων των αναλογιών πάντα.
Με αντίστοιχη επίδραση, όχι. Υπάρχουν ασφαλώς δίσκοι που κανείς φιλόμουσος δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να απορρίψει όπως π.χ. το «Βρώμικο ψωμί» του Σαββόπουλου. Ήταν μια δουλειά που είχε και ταυτότητα και περιεχόμενο, ήταν μια έκρηξη, ένα ‘παφ’. Και στο οποίο να σημειωθεί, θα πρέπει να αποδοθούν και τα πολλά εύσημα στους μουσικούς που παίζουν τον δίσκο, στους οποίους, ναι, ο Σαββόπουλος τους έδωσε την ελευθερία, και αυτό σίγουρα του πιστώνεται, αλλά ήταν αυτοί που κατά κύριο λόγο μορφοποίησαν τον δίσκο και έφεραν τις συνθέσεις στα όρια τους. Το ζήτημα ξέρεις ποιο είναι; Και ο Σαββόπουλος και πολλοί άλλοι μουσικοί και συνθέτες, προκειμένου να υπάρξουν στην ελληνική μουσική πραγματικότητα η οποία απαιτούσε την συναυλιακή συνθήκη, χρειάστηκε να κάνουν πολλές σοβαρές έως και μοιραίες εκπτώσεις, υποκύπτοντας πολλές φορές στο εύκολο, στο εύληπτο, στο λαϊκώς αποδεκτό.

[…]

Αισθάνεσαι ότι έχεις αφήσει κάποια κληρονομιά;
Εγώ; (με χροιά εμφατικής έκπληξης). Όχι, δεν αισθάνομαι κάτι τέτοιο. Παρακαταθήκη που λένε και τέτοια; Όχι. Μόνο ίσως ότι μπορεί κανείς να ασχοληθεί ως γραφιάς και ως ακροατής με την ποπ μουσική πιο σοβαρά από ΤΟΠ 10 ή ότι παίζει το εδώ και το τώρα. Αυτό ίσως μόνο. Ότι η ποπ μουσική αξίζει μια σοβαρή προσέγγιση που να ξεπερνά ακόμη και την ίδια ως εποχικό φαινόμενο, που ξεκίνησε πριν από 70 χρόνια και εξακολουθεί να εξελίσσεται και σήμερα σαν πρόταση, και κατά καιρούς να σε εκπλήσσει κιόλας. Πιστεύω ότι βρίσκεται ακόμη σε μια κατάσταση διαμόρφωσης και αναμόρφωσης. Και θα αργήσει να σταματήσει. Κάτι που νομίζω έχει να κάνει και με τον εμπλουτισμό της με έθνικ ή έντεχνα ακούσματα, είναι πολλοί οι λόγοι. Και πάντα θα υπάρχουν 4-5-10 μυαλά σε κάθε εποχή που ακούγοντας πράγματα από το παρελθόν να αναμορφώνουν σε κάτι σημερινό, σε κάτι προσωπικό μεν αλλά με ευρύτερο ενδιαφέρον. Και η ζωή συνεχίζεται. Αλίμονο σε μας… Αυτό ήταν; Τελειώσαμε;

Ναι, τελειώσαμε.

Φωτογραφίες από το παρελθόν:  Άννα Ζήλου (προσωπικό αρχείο)

Φωτογραφίες λοιπές και σημερινές: Αντώνης Ξαγάς

96 Σχόλια προς “Αργύρης Ζήλος, αποσπάσματα από μια συνέντευξη”

  1. Καλημέρα

    Πάει κι ο Τσιτσιπάς…νέο εθνικό πένθος !!

    (και δεν έχει σχέση με μητσοτακέικο, φανερά τουλάχιστον)

    (μήπως να (ξανα)αλλάξουμε θνικό σπορ ;;

  2. ΓΤ said

    (Νέφτσι Μπακού-ΟΣΦΠ @ 20:00)

  3. basmag said

    εξαιρετικό το σημερινό θέμα ! Ζηλεύω!….

  4. J. Iatrou said

    Καλημέρα,
    Εμένα μου φάνηκε τόσο πολύ μακρύ το σημερινό ή φταίει που το διάβασα στο κινητό γιατί είμαι εκτός;

    Θα επανέλθω γιατί από το κινητό δεν γίνεται δουλειά στο μπλογκ…, το πολύ κανένα σύντομο τουι 😁

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4 Ομολογώ πως για κινητό πρέπει να φαίνεται υπερσιβηρικός, τόσο μακρύ.

  6. Δεν τον ήξερα ούτε μπορώ να πω πως το χάρηκα που τον γνώρισα μέσω συνέντευξης… υφάκι και κοινοτυπίες μου έβγαλε και πλήρης μουσική διαφωνία χαρακτήρων. Δεν είναι τυχαίο πως ποτέ μου δεν διάβασα γραπτό του Καβαθά…
    Αυτά με το Strawberry fields forever μου θύυμισε πως παραμυθιάζαμε γκόμενες δια τα περαιτέρω όταν είμαστε φοιτητές.
    Είμαι της γενιάς (και της γειτονιάς) Γιάννη Πετρίδη

  7. Πέπε said

    -Το Στρόμπερι φιλντς το έχετε προσέξει;
    -Δε χρειάζεται!

  8. β. said

    Στα γκουγκλαρίσματα της καραντίνας είχα βρει αυτό.
    Και θυμήθηκα τα νιάτα μου

  9. sarant said

    8 Eνδιαφέρον, άλλος ποταμός.

  10. Theban said

    Γυμνάσιο και Λύκειο στην επαρχία, δεκαετία του 80. Όλα τα περιοδικά του Καββαθά. 4Τροχοί, Πτήση και Ήχος. Ξεκοκαλίζαμε τις κριτικές του Ζήλου για να επιλέξουμε τον ένα που θα ζητήσουμε στο δισκάδικο όποτε μας έπαιρνε. Και γράψιμο σε κασέτα την εκπομπή του Ζήλου, αν καταφέρναμε κι ακουγόταν, για μελέτη.

    (Ένα από τα παράθυρα που μας άνοιξε ο Καββαθάς. Και μετά Πολυτεχνείο με όνειρο να γίνουμε Μηχανικοί έτσι όπως το εννοούσαν το Μηχανικός στα περιοδικά αυτά.)

  11. atheofobos said

    Σήμερα με αυτή την συνέντευξη μας γύρισες αρκετά χρόνια πίσω, τότε που η μουσική, ιδίως η ξένη δεν ήταν τόσο εύκολα προσιτή στα αυτιά μας και τα άρθρα του Ζήλου ,που διάβασα πως δούλευε στο Pop Eleven στο υπόγειο της Σκουφά, ήσαν πολύτιμος οδηγός για τις αγορές μας.
    Ακόμα θυμάμαι όταν πρωτοκατέβηκα σε αυτό, να ακούγεται από τα μεγάφωνα ένα καταπληκτικό τραγούδι που δεν το είχα ξανακούσει. Ήταν το «Tobacco Road» από το Eric Burdon Declares «War», δίσκο που τον αγόρασα αμέσως και η ευτυχία μου ολοκληρώθηκε όταν μου είπαν πως έχουν και ένα δίσκο που δεν ήξερα πως υπάρχει και που δεν φανταζόμουν τότε πως θα έφτανε ποτέ στην Ελλάδα.
    Ήταν το The Rill Thing(1970 )του Little Richard που προστέθηκε πάραυτα στην αγορά!
    Έχω γράψει μερικά άρθρα για όλα αυτά τα χρόνια και για την μουσική:
    ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ
    http://atheofobos2.blogspot.com/2008/01/blog-post_26.html

    ΤΟ TUTTI FRUTTI, Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΡΟΚ.
    http://atheofobos2.blogspot.com/2010/09/tutti-frutti.html

    ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΠΩΣ ΑΚΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ
    http://atheofobos2.blogspot.com/2017/07/blog-post_10.html

  12. nikiplos said

    Καλημέρα σε όλους εδώ. Ενδιαφέρουσα η συνέντευξη. Τον ΑΖ τον είχα δει και γνωρίσει εξ αποστάσεως και μόνο στο Maze, ένα μπαρ στην Άρτης (και Μικρομάνης?) αν δεν με γελάει η μνήμη μου, στους Αμπελοκήπους στο ύψος της Πανόρμου. Στην εποχή μου, ο ΑΖ υπήρξε εκ των μαιτρ της Ανεξάρτητης σκηνής. Τον διαβάζε και τον άκουγε η τοτινή «ανεξάρτητη» νεολαία. Προσωπικώς δεν ήμουν ποτέ καμίας μοδός οπαδός, έτσι μόνο ως εξ αποστάσεως θιασώτης είδα τότε τα δρώμενα, και μερικές καλές συναυλίες στο Ρόδον, ενόσω ήταν προσβάσιμες κι αυτές στο φοιτητικό μου βαλάντιο. Βινύλια δεν αγόραζα καθώς δεν είχα HiFi, μόνο ένα άθλιο κασετόφωνο που κατά καιρούς μασούσε τις κασέτες, που αναλάμβαναν άλλοι να ηχογραφήσουν για μένα. Θυμάμαι άλλους ομηλίκους αλλά και γύρω εκεί στην ηλικία μου, που ξόδευαν αρκετές χιλιάδες δρχ για δίσκους, κάτι που δεν μου έλεγε προσωπικά τπτ, πέρα από το γεγονός, ότι χτυπούσαν κάνα γκομενάκι, αν έβαζαν μουσική σε φοιτητικά πάρτι. Θα περίμενα ως εκπρόσωπος ενός μουσικού ρεύματος που μας έμαθε τους τρισμέγιστους Kinks, να έβαζε το till the end of the day, που για μένα είναι ένα από τα εμβληματικότερα κομμάτια της Ροκ. Το Strawberry fields forever εντούτοις είναι πραγματικά μοναδικό sui generis κομμάτι επίσης αλλά εκτός ρεύματος της ανεξάρτητης σκηνής που πρέσβευε τότε ο ΑΖ. Ήταν περισσότερο ψυχεδέλεια ας πούμε.
    Τον Frank Zappa δεν θα τον επέλεγα πρώτον για να τον ακούσω και σίγουρα καθόλου το γλυκανάλατο freak out που πιστεύω πως ο ΑΖ το έβαλε με ένα ύφος ειρωνίας ας πούμε. Αν επέλεγα τον FZ οπωσδήποτε θα επέλεγα το Muffin Man . Κάπως διαφορετικό αλλά εξαίσιο το Father O’blivion που μάλλον επηρέασε τον Σαββόπουλο [*], ενώ το Zoot Alures θυμίζει σε ύφος το SF των Beatles. Αν το σκεφτεί κανείς όμως το Let’s make the water turn black θυμίζει και ανεξάρτητα των 60ς. Αναμφισβήτητα ο Frank Zappa δεν είναι ένας καλλιτέχνης που τον ξεπερνάς εύκολα ή μαθαίνεις την πολυσχιδή μανιέρα του με μία δουλειά του μόνο. (νάτο πάλι τα κατάφερε ο ΑΖ να μας βάλει να ψαχνόμαστε! )

    [*] Ακούστε το Don t You Ever Wash That Thing για να καταλάβετε…

  13. sarant said

    10 Κάπως έτσι

    11 Ωραία λινκ

    12 Ωραίο σχόλιο

  14. Εκτίμησα τον εντοπισμό της επιστολής του Σιγανίδη!

  15. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μας γύρισες πολλά χρόνια πίσω, Νικοκύρη.☺ Στην εποχή του Ήχου, του Μουσικού Εξπρές, του Ποπ και Ροκ, του Ζήλου, του Μηλάτου, του Πετρίδη, του μακαρίτη Θανάση Μάνθου, που έγρσφε μόνος του ένα ολόκληρο περιοδικό, το θρυλικό Αγκάθι. Εποχή της κασέτας και προσεκτική επιλογή των δίσκων βινυλίου, αφού ήταν ακριβοί για την εφηβική τσέπη μας. Μου ‘χει μείνει μια φράση του Ζήλου που έλεγε ότι οι Στόουνς πούλαγαν επανάσταση ενώ οι Μπιτλς όχι. Νοσταλγία.☺

  16. sarant said

    14 Σε εφηβική προφανώς ηλικία

    15 Λοιπόν, αυτό το Μουσικό Εξπρές δεν το θυμάμαι.

  17. Αφώτιστος Φιλέλλην said

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    16: Το ‘βγαζε ο Τάσος Ψαλτάκης. Πρώτο τεύχος με εξώφυλλο τον Ντύλαν, το 1979.
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.kougeasbooks.gr/site/bkdetails/13038&ved=2ahUKEwjjq_fZvoXyAhUM-aQKHaOvAi4QFjAXegQILBAC&usg=AOvVaw0PER0tbMxRyd71NjSW_y6h&cshid=1627465897841

  19. Γιάννης Κουβάτσος said

    18: Δεν ανοίγει το λινκ. Ας βάλουμε άλλο:
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.thaddeus-tripp.gr/periodika/moisika/moisika-diafora/moisiko-ekspres-no-19-20&ved=2ahUKEwjjq_fZvoXyAhUM-aQKHaOvAi4QFjAVegQINhAC&usg=AOvVaw2Q6BJcrHiKNf9baj9orCwJ&cshid=1627466198384

  20. […] Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, όσοι ήμασταν έφηβοι ή νέοι στις δεκαετίες του 70 και του 80, ο Αργύρης Ζήλος ήταν η πιο έγκυρη φωνή στον χώρο της μουσικοκριτικής. Κάποιοι τον ακολουθούσαν πιστά σε ό,τι κι αν έλεγε, άλλοι τον αντιπαθούσαν, όλοι όμως τον έπαιρναν υπόψη τους. Ακόμα, ο Ζήλος, μέσα από τα έντυπα… — Weiterlesen sarantakos.wordpress.com/2021/07/28/zilos/ […]

  21. Φάν said

    Ήμουν και εγώ από τους φανατικούς του Αργύρη Ζηλου. Τον διάβαζα με μανία στο Αθηνόραμα και στον Ηχο. Στην αρχή το ύφος του σε ξένιζε ήταν αρκετά δυσνόητο αλλά άμα συνέχιζες κολλούσες για πάντα. Διάβασα απνευστί τη συνέντευξη και αυτό που με σόκαρε ήταν ότι ο Ζήλος δεν έχει κατεβάσει ποτέ αρχείο MP3. Κατά τη γνώμη μου το κάνει από αντίδραση: Κωλόπαιδα, τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, δεν μου κάνει κέφι να γράφω για μουσική

  22. sarant said

    19 Ε, μου είχε ξεφύγει ή το έχω τελείως ξεχάσει -ενώ πχ θυμάμαι τη Μουσική, αρχές δεκ 1980.

  23. rogerios said

    Πράγματι σημαντικός ο Ζήλος και ιδιαιτέρως καθοριστικός για όσους διαμόρφωσαν ταυτότητα μουσικών προτιμήσεων τη δεκαετία του 1980. Κι εγώ τον διάβαζα τακτικά και προσεκτικά, μολονότι τον θεωρούσα πολύ αυστηρό κριτή (δυσκολευόμουν πάντοτε να αποδεχτώ ότι η μουσική ζωή κάποιου θα έπρεπε να ξεκινά με τους Θρόμπιν Γκρισλ και να τελειώνει με τους Βέρτζιν Προυνς). Ωστόσο, όπως συμβαίνει πάντοτε, μετά από μια περίοδο δοκιμών, ο αναγνώστης αναπτύσσει το δικό του σύστημα ερμηνευτικών μεθόδων (grilles de lecture θα έλεγαν στα μέρη μας) το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ένα συγκεκριμένο μουσικό έργο άρεσε στον κριτικό και να συμπεράνει με σχετική βεβαιότητα αν θα ανταποκρίνεται ή όχι στα δικά του (του απλού αναγνώστη-μουσικόφιλου, εννοώ) γούστα.

    Εάν είχα τη δυνατότητα θα τον ρωτούσα αν μπορούσε να μου εξηγήσει κάτι που έχω παρατηρήσει (όχι μόνο στη δική του περίπτωση αλλά και όσον αφορά άλλους επιφανείς μουσικοκριτικούς): αναφέρομαι στον υπόρρητο διαχωρισμό μεταξύ: 1. ενός παρελθόντος το οποίο έχει ρόλο «Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης» για τη ροκ, όπου δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να εξάρουμε τη συμβολή ονομάτων με εμπορική απήχηση (διότι ούτε οι Μπητλς ούτε οι Στόουνς, ούτε καν οι πρώτοι Φλόυντ, απευθύνοντας σε κάποιο περιορισμένο κοινό πιστών μιας περιθωριακής εναλλακτικής σκηνής), και 2. ενός παρόντος, όπου η παραμικρή υποψία εμπορικότητας καταδικάζει αμετάκλητα ένα μουσικό δημιούργημα. Η στάση αυτή μου φαίνεται αντικειμενικά παράδοξη, κατανοώ όμως ότι είναι ευχερώς εξηγήσιμη υποκειμενικά. Όλοι προσδίδουμε ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο μουσικής δημιουργίας η οποία είτε ταυτίζεται με τη νιότη μας είτε ανάγεται σε ένα πιο μακρινό παρελθόν που θεωρείται υπεράνω κριτικής.

  24. Γιάννης Κουβάτσος said

    22: Και η Μουσική, βέβαια. Πολύ επιμελημένο περιοδικό. Θυμάμαι ότι άρχισα να το αγοράζω από ένα τεύχος με εξώφυλλο τον Ζάπα.

  25. # 11

    Το τραγούδι το ξέρω από το 68 νομίζω όταν είχα πάρει από το πι-εξ το The Delta Sweete, ξεχώριζε από όλο το ελπι

  26. Παναγιώτης Κ. said

    Διάβασα τη συνέντευξη…διαγωνίως (πολύ σοβαρό και ζόρικο το baby sitting…) και θα επανέλθω για να βρεθώ νοερά στη δεκαετία του ΄70 όπου διάβαζα τα περιοδικά του Κ.Καββαθά. ( Συγκαταλέγεται στους…δασκάλους μου).

  27. voulagx said

    «…,δεν αποποιήθηκε ποτέ την τραγουδοποιία.»
    Να κι ενας μη γενικομανης.

  28. Κιγκέρι said

    >>…έναν ναύαρχο, Αμιράλης με τ’ όνομα..

    Όνομα και πράμα! 🙂

  29. sarant said

    23β Χμ, εύστοχη παρατήρηση

    27 Θα καταγράφουμε και τα σωστά τώρα; 🙂

    28 Ισχύει!

  30. aerosol said

    Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και η σημερινή ανάρτηση και τα σχόλια. Αργότερα, με περισσότερο χρόνο, ίσως γράψω μερικές σκέψεις. Προς το παρόν:
    Γνώρισα τον Ζήλο κυρίως από τις σύντομες, σμιλευμένες, δισκοκριτικές του Αθηνοράματος -τον ήξερα στον Ήχο αλλά έπαιρνα σπάνια το περιοδικό. Αν και πρόλαβαν άλλοι να αποτελέσουν σημείο μουσικοκριτικής αναφοράς για μένα, ήταν εμφανής η αγάπη του και η γνώση του για το ποπ/ροκ φαινόμενο και σίγουρα του αξίζει σεβασμός για την πορεία του.

  31. Πολύ ωραίο. Είμαι κι εγώ σε μουσικολογικό μουντ σήμερα. Επεξεργάζομαι του συμπαθούς μας Μποστ το μεγάλο κομμάτι για την κατάσταση της ελληνικής μουσικής με ήρωες Μάνο και Μίκη από τις ΕΠΟΧΕΣ (Σεπτέμβρης 1960).

  32. Λάθος. Τις ΕΙΚΟΝΕΣ.

  33. 31 Αυτό με τον Επιμήκη ε;

  34. atheofobos said

    25
    Για την Bobby Gentry έχω γράψει ένα ποστ για την επιτυχία της Ode to Billie Joe.
    ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΑΥΤΟ.
    http://atheofobos2.blogspot.com/2016/04/blog-post_22.html
    Δυστυχώς στο ποστ δεν υπάρχει πλέον μια εξαιρετική live εκτέλεση του τραγουδιού και βάζω εδώ την αρχική.

    To Tobacco road είναι τραγούδι που το έχουν τραγουδήσει πολλοί. Πιστεύω πάντως πως η εκτέλεση του, εγκατεστημένου στην Αθήνα, Eric Burdon με τους War, είναι από τις καλύτερες, με διάρκεια 13΄

    Εξ ίσου μεγάλο σε διάρκεια είναι και το 10΄ R& B instrumental Freedom Blues από το The Rill Thing που γράφω στο 11.

  35. Πέπε said

    23

    Λάβε υπόψη σου ότι και οι Μπιτλς από κάποια στιγμή και πέρα, και οι Φλόιντ αντιστοίχως (πιθανώς και οι Στόουνς, δεν τους ξέρω παρά στοιχειωδώς), έβγαλαν περίεργα πράγματα που δεν τα λες ότι απευθύνονται στις πλατιές μάζες. Αν τα άκουσαν οι πλατιές μάζες, ήταν επειδή είχαν ήδη ξεκινήσει να τους ακούνε από τα πρώτα που ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα εμπορικά.

  36. GeoKar said

    Ωωω, πού μας γύρισες σήμερα Ν(ο)ικοκυρη, σήμερα που χάθηκε ένας ακομη φίλος της νιοτης, ο Λευτέρης ο φωτογράφος…

  37. # 34

    Υπάρχει και στο ελπί που έχω ακόμα αλλά όπως είπα το Τομπάκορόουντ ξεχώρισα.Η αμερικάνική αγορά ήταν χαώδης κι εγώ ενδιαφερόμουνα για Ντύλαν, Στόουνς, Ανιμαλς και Ντόνοβαν στα πρώτα του, τα άλλα ελπί που είχα ήταν θέμα συμπτώσεων. Αργότερα συγκίνησαν την μονολιθικότητά μου οι Τζέφερσον και οι Τζόι Ντιβίζιον και τελευταία οι Γουότερμπόυς, δεν ψάχνομαι πολύ σε πλάτος γιατί θα ακούσω πολλές φόλες για να βρω λίγα άξια και θεωρώ πολύτιμο τον (μουσικό) χρόνο μου σαν λάτρης του Βέρντι όπου είναι θέμα ¨τροφής» η ακρόαση.
    Για τον ίδιο λόγο δεν είμαι σινεφίλ, δουλειές και χόμπυ δεν αφήνουν πολλά περιθώρια χρόνου για ψάξιμο, έβλεπα μια-δυο ταινίες που μου έλεγαν άνθρωποι που συμπίπτουν τα γούστα μας

  38. Διονύσης said

    Σπουδαία μορφή ο Ζήλος.

    Ήχος, Μουσική, Μουσικό Εξπρές, Ποπ και Ροκ (κυρίως αυτό διάβαζα), Αγκάθι, τι αναμνήσεις…
    Θυμάμαι πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει το Αγκάθι του Θανάση Μάνθου. Γροθιά στο στομάχι για έναν επαρχιώτη έφηβο του ’80.
    Έφυγε νωρίς κι αυτός…
    https://worldcity.wordpress.com/2009/03/16/%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF/

    Επίσης, υπήρξα συστηματικός αναγνώστης των 4Τροχών επί πολλά χρόνια. Ο Καββαθάς είχε άποψη και όραμα (ταλαιπωρημένη έννοια) για την Ελλάδα.

  39. sarant said

    36 Το είδα προ ολίγου για τον Λευτέρη, δεν τον είχα γνωρίσει αλλά τα λέγαμε ενίοτε στο Φέισμπουκ.

  40. @ 33 Δύτης Των Νιπτήρων

    Ναι. 🙂

  41. GeoKar said

    #39: Καλό του ταξίδι 😢 τα υπόλοιπα άλλη φορά, κατά προτίμηση από κοντά.

  42. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    (Κάνετε καί ἕνα δροσερότατο διαλειμματάκι ἀπό τά μουσικά σας 🙂 )

    https://www.sport24.gr/kopilasia/to-minyma-ton-mpoyrmpoy-kyridoy-pros-toys-ellines-sto-sport24-na-xenychtisete-na-mas-deite.9308488.html

    Καί βέβαια θά ξενυχτίσουμε γιά νά σᾶς δοῦμε, πουλάκια μου!
    (Εἰκοσάχρονα κοριτσόπουλα, Ρωμιές καί Θεσσαλονικιές 🙂 )

  43. Γιάννης Κουβάτσος said

    42: Αν τις δείξει η ΥΕΝΕΡΤ,γιατρέ μου…Παίζει και το ενδεχόμενο να προτιμήσει εκείνη την ώρα τίποτα πάπιες με τα μικρά τους στις όχθες της λίμνης.☺

  44. Κιγκέρι said

    42: Η Κυρίδου είναι και Λαρισαία στην καταγωγή, οπότε καμαρώνω κι εγώ λιγάκι!

  45. aerosol said

    #23
    Νομίζω πως η αποστολή των καλών μουσικοκριτικών δεν είναι να σου πουν τι «επιτρέπεται» να σου αρέσει και τι όχι. Καλούνται να αναγνωρίζουν τους πιο σημαντικούς αλλά και τους μπροστάρηδες και να στους συστήνουν. Αυτό μπορεί να σημαίνει πως εκτίθονται σε τόσο πράγματα που πολλά τους φαίνονται πλέον τετριμμένα -συχνά, πράγματα που ο αναγνώστης αγαπά. Αλλά ο καλός μουσικοκριτικός είναι εξερευνητής, πάει εκεί που μπορεί να πάμε κι εμείς χρόνια αργότερα από αυτόν. Είχα δεκαετίες να ασχοληθώ με τα δυο συγκροτήματα που αναφέρεις (μου έπεφταν βαριά και άσχετα τότε). Οι μεν Throbbing Gristle σχεδόν δημιούργησαν το industrial, οι δε Virgin Prunes είχαν ιδιαίτερο σκοτεινό ήχο. Οι ικανοί κριτικοί που τους εκθείαζαν έβλεπαν μπροστά, πέρα από το (για μένα) εύπεπτο.

    Στο ερώτημα θα προσπαθήσω να δώσω μια απάντηση. Υπήρξαν λίγα χρόνια που οι κορυφαίοι δημιουργοί είχαν μεγάλη προβολή και εμπορική απήχηση, γιατί έπιασαν ένα γερασμένο σύστημα εξαπίνης. Ας πούμε στα 1964-1973 (λέω πρόχειρα). Μετά η μουσική βιομηχανία προσαρμόστηκε για να ελέγχει το προϊόν και την απήχησή του. Με λίγες εξαιρέσεις, οι επιτυχίες από τα μέσα του ’70 μέχρι αρχές του ’90 ήταν πολύ ελεγχόμενες και καναλιζαρισμένες. Σε αυτή την περίοδο εδραιώθηκαν και οι μικρές, ανεξάρτητες εταιρίες που άνοιγαν το δρόμο σε εναλλακτικούς καλλιτέχνες. Οι επίσημοι κατάλογοι επιτυχιών αφορούσαν τις «μάζες» ενώ αυτοί τους πιο «ψαγμένους». Στην ανθρώπινη τάση για ελιτισμό ήρθε και κόλλησε αυτή η ιδιομορφία μιας αγοράς διχασμένης.

    Σταδιακά το ίντερνετ ξεδόντιασε την δισκογραφική και ραδιοφωνική «μαφία». Τώρα οι καλλιτέχνες δεν χρειάζονται απαραίτητα μεσάζοντες για να φτάσει η δουλειά τους στον κόσμο. Αλλά αυτό σημαίνει πως υπάρχει υπερπροσφορά και πάλι έχει νόημα και αξία (πραγματική ή φαντασιακή) το ποιός ανακαλύπτει τι μέσα σε ένα τεράστιο μείγμα προσφερόμενων ήχων.

  46. ΚΩΣΤΑΣ said

    43
    Αυτό που είπες για την ΥΕΝΕΡΤ, Γιάννη, να το πάρεις αμέσως πίσω και να ζητήσεις γονατιστός και δημοσίως συγνώμη. Το οφείλεις στους αθάνατους νεκρού της. 😜

    https://luben.tv/politix/opinion/120725

  47. ΚΩΣΤΑΣ said

    42, 44

    Εγώ δικαιούμαι να καμαρώνω διπλά, αλλά μια ζωή κοιμάμαι όρθιος, δεν εγγυώμαι ότι θα τις δω. 😉

  48. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @44. Γιά τό «Θεσσαλονικιά» ἀστει-αδιαφορῶ. Ἑλληνάκι! Ἑλληνική σημαία!
    (Γνωρίζω δέ καλά -πολύ καλά! 🙂 – ὅτι ἡ Λάρισα ἐφοδιάζει συχνά τήν Θεσσαλονίκη μέ ὡραῖες ἤ/καί διακεκριμένες γυναῖκες!)

  49. Γιάννης Κουβάτσος said

    46: Ξαφνιάστηκα με το σχόλιο. Προσπαθούσα να θυμηθώ ποια πολύνεκρη μάχη στο προαύλιο και στους διαδρόμους της ΥΕΝΕΡΤ συνέβη…😂

  50. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @43, 46. Πολύ καλά τά λέει ὁ Γιάννης! Στούς νεκρούς ἡ ΕΡΤ τά πάει καλά. Μέ τούς ζωντανούς ἔχει πρόβλημα.. 🙂

    [Γιάννη, ὅ,τι χουνέρι καί νά μᾶς κάνουν στήν κρατική τηλεόραση, ἐγώ θά βρῶ τρόπο νά δῶ τά κορίτσια μας. Ἔβαλα τόν γιό μου νά προετοιμάση τό ἔδαφος! 🙂 ]

  51. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Καί μέ συγκίνησαν τά κοριτσόπουλά μας. Στά πρόθυρα Ὀλυμπιακοῦ μεταλλίου (Βόηθα, Παναγιά μου!), τί νομίζετε ὅτι ζήτησαν; Διορισμό στό Δημόσιο; Πρίμ; Τιμές; Ὄχι! Μᾶς ζήτησαν ἁπλῶς νά ξενυχτήσουμε καί νά τίς δοῦμε! Καί θά τό κάνουμε!

  52. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  53. Γιάννης Κουβάτσος said

    50: Μην ανησυχείς, Γιώργο, θα πάνε καλά τα κορίτσια. Στο υγρό στοιχείο ανέκαθεν οι Έλληνες θριαμβεύουν. Ίσως γι’ αυτό τα κάνουν θάλασσα ακόμα και στη στεριά.☺

  54. sarant said

    Kαλό αυτό!

  55. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Καί ἐπειδή καμιά φορά μπερδευόμαστε μέ τίς καυτές ἔννοιες (Ἕλληνας, ἔθνος κλπ), σᾶς ἀνεβάζω -ἐν εἴδει καληνύχτας- τήν φωτογραφία μιᾶς ἄλλης Ὥραίας Ἑλληνίδας μέ Ἄλβανικό ὄνομα πού θά μᾶς κάνη ὁσονούπω περήφανους.

  56. Alexis said

    Αν σου ζητούσα ένα τραγούδι;
    Το «Strawberry fields forever». Ανεπιφύλακτα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Το σημαντικότερο κομμάτι που έχει γραφτεί ποτέ.

    Αυτά τα λες ως έφηβος, άντε το πολύ μέχρι τα 20-22. Στα 50, 60 και 70 έχεις τελειώσει με τις βεβαιότητες και τις απόλυτες αλήθειες, Ξέρεις ότι είναι ματαιοπονία να αναζητάς το καλύτερο, το σημαντικότερο, το πιο πρωτοποριακό της χρονιάς, της δεκαετίας, του αιώνα και του σύμπαντος.

    Κατά τ’ άλλα, ναι διάβαζα κι εγώ φανατικά τον «ΗΧΟ» στις αρχές των ’80ς. Με τον «γκουρού» του Hi-Fi Θόδωρο Σπίνουλα, που ακόμα θυμάμαι 2 από τα κομμάτια του περίφημου «συστήματος αναφοράς» με το οποίο έκανε τις συγκριτικές δοκιμές του: προενισχυτής Naim Nak 32 και τελικός ενισχυτής Sanyo Plus P55. Το πικάπ ήτανε Dual αλλά δεν θυμάμαι το μοντέλο.
    Θυμάμαι και τον Λάμπρο Λιάβα στη μουσικοκριτική της ελληνικής δισκογραφίας και στην παρουσίαση αφιερωμάτων στην παραδοσιακή μουσική.
    Και βέβαια διάβαζα και τις κριτικές του Ζήλου για την ξένη δισκογραφία. Ποτέ δεν πήρα όμως ιδιαίτερα στα σοβαρά τα γραφόμενά του σε ό,τι αφορά τα δικά μου μουσικά ακούσματα. Ίσως γιατί τον θεωρούσα μονόπλευρο και μεροληπτικό με συγκεκριμένα είδη μουσικής. Ίσως γιατί από μικρός επαναστατούσα στην ιδέα να μου λέει κάποιος τι «πρέπει» να μου αρέσει.
    Το έχω ξαναγράψει εδώ. Για μένα η μουσική είναι πρωτίστως συναίσθημα. Και το συναίσθημα μπορεί ωραιότατα να μου το κεντρίσει ένα παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι, ένα καλό ζεϊμπέκικο, μια ροκ μπαλάντα ή ένα κομμάτι κλασικής μουσικής.

    Τα υπόλοιπα είναι για τους θεωρητικούς αλλά ελάχιστη σχέση έχουν με αυτό που εγώ αποκαλώ «μουσικό συναίσθημα» και «μουσικό άκουσμα»

  57. Πέμπτα και καταίδρωμένα τα «κορίτσια μας» κάπου 10 δευτερόλεπτα πίσω από το χθεσινό στιγμιαίο παγκόσμιο ρεκόρ τους με επίδοση που μάλον δεν θα τις έβαζε στον τελικό επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες μου πως οι «εκλάμψεις’ δεν επαναλαμβάνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα από «μυαλομένες¨¨
    Μάλλον σοφή η επιλογή τους να τα «δώσουν όλα» στον ημιτελικό, η είσοδος στην εξάδα του τελικού τις κάνει ολυμπιονίκες.

  58. Σχετικά με τις φράουλες- όχι της Ηλείας- σαν τραγούδι που άλλαξε τον ρου της …ελληνικής δημοσιογραφίας γιατί στην πράξη και στον κόσμο αλλά διεκδίκησαν τον τίτλο του καλύτερου τραγουδιού της προηγούμενης χιλιετίας και ήταν το Imagine του Lennon και το Like a Rolling Stone του Dylan με άγνωστα κριτήρια.
    Προσωπικά θεωρώ σαν το πιο σπουδαίο τραγούδι αυτό πυ πυροδότησε χιλιάδες ειρηνευτικά και αντιπολεμικά κινήματα στον κόσμο κι ας
    είναι μια απλή μελωδία το μουσικό μέρος γιατί στο τραγούδι μετράει κι ο στίχος.

  59. aerosol said

    Όλες οι λίστες με τα «καλύτερα» πάσχουν εξ ορισμού. Αλλά δίνουν αφορμή για κουβέντα. Η πιο διάσημη λίστα είναι των «500 Σπουδαιότερων Τραγουδιών Όλων των Εποχών» (εννοείται στον ευρύτερο ροκ χώρο) του περιοδικού Rolling Stone, που προκύπτει ισοσταθμίζοντας τη γνώμη αρκετών έμπειρων ανθρώπων -χωρίς αυτό να την κάνει πιο «σωστή» έναντι άλλων επιλογών. Νομίζω πως η πιο πρόσφατη είναι του 2003 και τα πρώτα 10 έχουν ως εξής:

    1. Bob Dylan, ‘Like a Rolling Stone’
    2.The Rolling Stones, ‘(I Can’t Get No) Satisfaction’
    3. John Lennon, ‘Imagine’
    4. Marvin Gaye, ‘What’s Going On’
    5. Aretha Franklin, ‘Respect’
    6. The Beach Boys, ‘Good Vibrations’
    7. Chuck Berry, ‘Johnny B. Goode’
    8. The Beatles, ‘Hey Jude’
    9. Nirvana, ‘Smells Like Teen Spirit’
    10. Ray Charles, ‘What’d I Say’

  60. aerosol said

    Λάθος, η λίστα ανανεώθηκε το 2010, αλλά αυτή τη στιγμή δεν βρίσκω την πιο πρόσφατη να δω αν άλλαξαν τα πρώτα 10.

  61. BLOG_OTI_NANAI said

    Πολύ γνωστό όνομα από τις εποχές που διαβάζαμε περιοδικά και η μουσική ήταν κομμάτι της κοσμοθεωρίας μας και όχι απλά ένα μέσο διασκέδασης. Οι ροκάδες π.χ. δεν ήταν ποτέ καρεκλάδες και το αντίστροφο. Λέγαμε, «εδώ παίζει καρέκλες, πάμε να φύγουμε», για όποιον θυμάται αυτή την περίεργη έκφραση, που θα άξιζε άρθρο κατά πώς λέει ο Νίκος, πώς στην ευχή η Ντίσκο και η Ποπ των 80’s λεγόταν «καρεκλάδικη» μουσική.

    Οι εκπομπές π.χ. του Γιάννη Πετρίδη για όσους αγαπούσαν την Ροκ και τα παρακλάδια της, σε οδηγούσε να αγοράσεις κάποιον δίσκο, τον έναν που θα αγόραζες ανά αρκετούς μήνες προσπαθώντας να μαζέψεις λεφτά. Και φυσικά, η μουσική δεν είχε υποστεί ακόμα τις παθογένειες του διαδικτυακού καταναλωτισμού, και κάθε άλμπουμ που αγόραζε κάποιος, γινόταν αντικείμενο ακρόασης και συζητήσεων με την παρέα. Και καθώς άκουγες, μπορούσε να διαβάσεις 100 φορές τα εσώφυλλα των δίσκων με τις φωτογραφίες και τα κείμενα.

    Γενικά, η γνώμη των μουσικοκριτικών είχε πάντα σημασία, αλλά βεβαίως, αν τύχαινε να έχεις ακούσει αυτό για το οποίο γινόταν κριτική, κανείς κριτικός δεν μπορούσε να σε επηρεάσει θετικά ή αρνητικά όταν είχες πλέον κριτή τα αυτιά σου. Παρενθετικά να πω ότι η γνώση εκείνη την εποχή γεννούσε και μια ελίτ. Όποιος είχε πάει στη Λέσχη του Δίσκου να αγοράσει κλασική μουσική (προσωπικά την αγαπούσα πάντοτε όπως και την Ροκ), θα είχε δει το ελιτίστικο επικριτικό ύφος αν τυχόν πρόφερες λάθος κάποιον μαέστρο ή συνθέτη. Θυμάμαι πάντως μετά από δική τους σύσταση είχα αγοράσει το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ σε μουσική διεύθυνση Μπεμ, το οποίο όντως, ήταν η καλύτερη εκδοχή που άκουσα ποτέ, αν και να πω την αλήθεια, σήμερα, ο Θοδωρής Κουρετζής έχει δώσει πλέον μια άλλη, μοναδική διάσταση στο έργο αυτό, που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη.

  62. nikiplos said

    59@ 60@ πριν την εποχή που μεσουρανούν τα αστραπιαία επαναγραφόμενα μέσα, ήταν αναγκαίο είτε να προμηθευτείς έναν δίσκο που να έχει τις τρέχουσες επιτυχίες, είτε να γράψεις μια κασέτα με επιλογές. Τα Top10, Top20 κλπ, αναμφισβήτητα επιτελούσαν μια τέτοιου τύπου εξυπηρέτηση, δηλαδή να σου προτείνουν τι να γράψεις/προμηθευτείς.

    Κατά τα άλλα όπως λέει και το 45@ η μόχλευση της αγοράς, μπορεί να συμβεί, συμβαίνει, όχι όμως πάντα. Σίγουρα παλαιότερα ελέγχοντας την παραγωγή δίσκων, σήμερα ελέγχοντας τα ΜΜΕ, και τις μουσικές πλατφόρμες του διαδικτύου σαφώς και οι μουσικές βιομηχανίες μπορούν να επιβάλουν έργα/καλλιτέχνες.

    Ας πούμε αν επιλέξω στον συσσωλήνα τη μουσική ακρόαση, μου φέρνει ως προτεινόμενους τύπους παντελώς άγνωστους σε μένα, τους οποίους ποτέ δεν θα επέλεγα να ακούσω ούτε από περιέργεια. Κάποιος λοιπόν προτείνει και μέσω αυτών των πλατφορμών.

    Ο σύγχρονος ΑΖ, θα δημιουργήσει λοιπόν ένα κανάλι σε κάποια δωρεάν πλατφόρμα, όπου θα προτείνει έργα και καλλιτέχνες. Και αυτό συνιστώ να κάνει ανεπιφύλακτα.

  63. sarant said

    59 Και με εξαίρεση το Νο9 όλα είναι παλιά

  64. # 57

    Να μην παρεξηγηθώ για αρνητικά συναισθήματα για τα «κορίτσια μας» δηλώνω πως έχω ιπποδρομιακή παιδεία στα αθλητικά κάτι που στην Ελλάδα είναι από σπάνιο έως ανύπαρκτο, ενώ διεθνώς ό,τι πιο φρέσκο πρώτα σε άλογα εφαρμόζεται και μετά σε αθλητές, όχι τυχαία αλλά γιατί οι ιπποδρομίες διεθνώς ίναι το δημοφιλέστερο σπορ.
    Π.χ όταν ο τότε παγκόσμιος ρέκορντμαν του επί κοντώ Χρ. Παπανικολάου δήλωνε αθώα πως έπαιρνε κάτι βιταμίνες που τον δυναμώνανε χωρίς να παίρνει βάρος, ο «γιατρός» τις είχε ήδη δώσει στο άλογό του και ήταν αμφεταμίνες για όποιον βαριέται να διαβάσει την παραπομπή. Δεν είναι τυχαίο πως οι περισσότεροι προπονητές αλόγων είχαν έρθει από την Αίγυπτο με τον διωγμό επί Νάσερ, ούτε πως σήμερα οι περισσότεροι είναι Κύπριοι με εξαίρεση τον κορυφαίο που είναι ¨»παιδί» του διαβόητου Τζέκου που κι αυτός την καριέρα του από το Φάλληρο την ξεκίνησε.
    Στην Κυψέλη υπάρχει μικροβιολογικό εργαστήρι που περισσότερες αναλύσεις αίματος σε άλογα κάνει παρά σε ανθρώπους παλεύοντας τον αιματοκρρίτη κι άλλους δείκτες και προσπαθώντας να πετύχει το πηκ της απόδοοσης, συνεργάζεται δε «αδελφικά» με φαρμακείο για την προμήθεια των καταλλήλων υλών.
    Οταν λοιπόν κάποιος αθλητής ξεπερνάει απότομα τα όριά του, η επανάληψη της επίδοσης απαιτεί διάλειμα τουλάχιστον 3 μηνών, πολλοί που δεν το έκαναν το πλήρωσαν ακριβά.
    Ξαναδέστε τώρα προσεκτικά τις δηλώσεις των «κοριτσιών μας» και θα δείτε πως πλαγίως είπανε πως στον τελικό θα κατέβουνε για πλάκα, δείτε με άλλο μάτι την «πτώση» του Τσιτσιπά και της Σάκκαρη μετά τους τελικούς που πήγανε και όχι μόνο, άλλο πράγμα το επίπεδο που έχεις κατακτήσει με δουλειά και άλλο τα ξεπετάγματα

  65. Γιάννης Ιατρού said

    64: Εσύ ρε είναι αυθεντικός Έλληνας, αφού μετέχεις (μετείχες) της Ελληνικής (άντε Ιπποδρομιακής) παιδείας 🙂 🙂
    Τι κακολογείς τους Τ & Σ, αφού χθες στο διπλό κέρδισαν τους Καναδούς, τι θες τώρα. Και ο τραυματισμός του Τ του είχε περάσει, είδες τι είναι η μητέρα φύση;

    ΥΓ: Χαιρετισμούς στον επισκέπτη σου 🙂

  66. Γιάννης Κουβάτσος said

    59:Αδυνατώ να αντιληφθώ με ποια κριτήρια αυτά τα τραγούδια είναι τα σημαντικότερα όων των εποχών. Είναι μια εντελώς αυθαίρετη επιλογή.

  67. BLOG_OTI_NANAI said

    55: Εξαιρετική εικόνα και θετικό μήνυμα για το μέλλον τα παιδιά μεταναστών που έχουν ενσωματωθεί και θεωρούν πατρίδα τους την Ελλάδα.

  68. # 65

    Κάθε αθλητής (και ομάδα) έχει δυο επίπεδα απόδοσης, το αβοήθητο και το βοηθημένο που είναι κάποιες (λίγες) σκάλες πιο πάνω. Θαύματα δεν γίνονται, εμείς όση βοήθεια και να πάρουμε δεν θα νικήσουμε τον Λάμπρο στις καταδύσεις !!
    Το μεγαλύτερο παράδειγμα ήταν ο φετεινός τελικός κυπέλλου όπου ο αβοήθητος πλέον λόγω τέλους εποχής ΟΣΦΠ ήταν βέβαιο πως δεν θα κέρδιζε τον βοηθημένο σ’ αυτό το ματς ΠΑΟΚ παρότι ήταν καλύτερος όλη την χρονιά.

  69. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τζι, δεν είναι ευγενικό τουλάχιστον, να υπάρχουν συγκαλυμμένα υπαινιγμοί, για δυο νέα κορίτσια στο ξεκίνημά τους και με μια καλή θέση σε ολυμπιακούς αγώνες.
    Εντάξει, η πείρα μας έχει διδάξει πολλά, αλλά και συνωμοσιολογία δεν μ’ αρέσει.

    Ένα μπράβο στα κορίτσια.

  70. kavvathas said

    Για 36 χρόνια στις «Τεχνικές Εκδόσεις Α.Ε» έγινε «επανάσταση» στον περιοδικό Τύπο. Επειδή σας παρακολουθώ δεν είδα να γράφετε κάτι για τα 20 περιοδικά μας, (4ΤΡΟΧΟΙ, ΗΧΟΣ & Wi-Fi, ΠΤΗΣΗ & Διάστημα, Αναλόγιο, Ταξιδεύοντας, RAM κ. α, τις «πρωτιές» στις νέες τεχνολογίες, τον 87,7fm και άλλα μοναδικά ή κάνω λάθος;

  71. nikiplos said

    Καλημέρα… Για τον αθλητισμό και τον πρωταθλητισμό, έχουν ειπωθεί πολλά και σε αυτό το ιστολόγιο και από διακεκριμένους σχολιαστές που υπήρξαν ή είναι ακόμη αθλητές. Εγώ θα ήθελα να θίξω μια πλευρά που συνήθως περνάει απαρατήρητη.
    Ο Αθλητής είναι μόνος του απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους. Ποιός νοιάζεται για το τι θα φάει; πως θα το αγοράσει; οκ τα συμπληρώματα διατροφής σου δίνουν τα νεφρά στα χέρια, αλλά ένας αθλητής της άρσης βαρών, πριν τους αγώνες πρέπει σχεδόν να τρώει μια γαλοπούλα ημερησίως! Και να ήταν μόνο το φαΐ, καλά θα ήταν. Οι προπονήσεις και τα προπονητήρια, τι ακριβώς προσωπικό χρόνο δίνουν σε έναν συνεπή αθλητή; Αφήνω ασχολίαστες τις συνθήκες, τα συνήθη βρώμικα μπάνια, τις βερούκες που δίνουν και παίρνουν στα αποδυτήρια, τις ιώσεις που σέρνονται σε αυτούς τους χώρους, το κάθε πότε καθαρίζονται κλπ.
    Πάμε στα τεχνικά. Οι αθλητές στην ημεδαπή έχουν συνήθως μέτριους έως κακούς προπονητές. Ενίοτε και κακόβουλους (που θέλουν να συλλέξουν στατιστικά επιτυχίες, αδιαφορώντας για το αν κάψουν πρόωρα τον αθλητή, συνήθως έφηβο). Οι αθλητές υποφέρουν συχνά από τραυματισμούς. Έχετε κάνει συστηματικό αθλητισμό; να προετοιμάζεστε 6-8 μήνες για συμμετοχή σε έναν αγώνα και να τραυματίζεστε έναν μήνα πριν; Και όλοι γιατροί και λοιποί «ειδικοί» να σας λένε να τα παρατήσετε; να μην πάτε; Ο αθλητής που τραυματίζεται, θέλει την τάχιστη ανάνηψη, να ξαναγυρίσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην προπόνηση και στο φυσικό του στοιχείο, τους αθλητικούς χώρους. Βρίθουν οι σκιτζήδες. Ο Λεώνικος θα έλεγε περισσότερα, αλλά έχω δει αθλητές να καταστρέφονται από τους «ειδικούς» πριν την ώρα τους.
    Τέλος: έχετε κάνει προπόνηση 2 ωρών με αποθεραπεία κλπ άλλη μια ώρα; Μπορείτε να διαβάσετε μετά; μπορείτε ας πούμε να κάτσετε να λύσετε 20 ασκήσεις από εξωσχολικό βιβλίο; Εγώ οποτεδήποτε το έκανα, μετά θέλω να κοιμηθώ 1 μέρα.

    Κάθε Σάββατο και Κυριακή, ακούμε για ποδόσφαιρο, άντε και λίγο μπάσκετ. Για τον Πετρούνια και τον Τσιτσιπά και την Σάκαρη ποιός νοιάζεται τον υπόλοιπο καιρό; Ποιός νοιάστηκε για τον πρωταθλητή μας στο ακόντιο, που δεν κατάφερε να φθάσει στο Τόκιο, όχι βέβαια με δική του ευθύνη; Και όλα τα προηγούμενα έχουν γίνει χωρίς να λάβουμε υπόψη το ντόπινγκ, συμπληρώματα διατροφής, ορμόνες, πρωτεΐνες, αμινοξέα κλπ που κατά κόρον σερβίρονται στο χώρο, χωρίς κανείς να νοιάζεται για την υγεία (βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ) του αθλητή, του ανήλικου παιδιού του. Δεν αποκλείω πλείστοι εκ των αρνητών του εμβολίου, να είναι γονείς ανήλικων αθλητών και να σπεύδουν να χαπακώνουν τα παιδιά τους με τα θαυματουργά χάπια, που δίνει ένας γνωστός, που έδωσε και στο γιό του γείτονα (που να του ψοφήσει η γίδα Παναγία μου) κι έτσι πέρασε τον δικόν μας.

  72. aerosol said

    #70
    Μεγάλωσα με την Πτήση, αργότερα κόλλησα με 4Τροχούς, μουσικά έτυχε να στραφώ σε άλλα έντυπα.
    Η ανάρτηση είχε θέμα τον Αργύρη Ζήλο, όχι κάποια αναδρομή στην σημαντική ιστορία των «Τεχνικών Εκδοσεων»…
    Πάντως, εφόσον παρακολουθείτε, θα τονίσω προσωπικά την εκτίμησή μου στον παλιό Εν Λευκώ 87,7 (τον ακούω και τώρα αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση το ίδιο…).
    Πριν αλλάξει ιδιοκτησία ο σταθμός (και, νομίζω, με ιδιαίτερα ενεργό τον Κώστα Γεωργίου) υπήρξε ένα σπάνιο διαμάντι στο ελληνικό ραδιοφωνικό τοπίο.

  73. nikiplos said

    Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα (@72) για τον Εν λευκώ. Οι 4Τροχοί μας έμαθαν τεχνικά πράγματα για το αυτοκίνητο, ιδίως όσους ενδιαφερόμασταν για κάτι τέτοιο. Να συμπληρώσω ένα βιβλίο ως επετειακή έκδοση που είχαν κυκλοφορήσει τέλη 70ς αρχές 80ς, που είχε εξώφυλο μια ρόδα. Αυτό πρέπει όλοι να το αγοράσουν ώστε να μάθουν πως λειτουργεί το αυτοκίνητο. Μπορεί η τεχνολογία να έχει προχωρήσει, εντούτοις τα βασικά δεν έχουν αλλάξει.

    Πάντως το αφιέρωμα ήταν για τον ΑΖ.

  74. aerosol said

    #66
    Από μια άποψη, κάθε τέτοια επιλογή είναι αυθαίρετη. Αλλά νομίζω πως υπάρχουν κάποια επιχειρήματα για το καθένα απ’ αυτά.
    Εδώ βρίσκονται και τα 500:
    500 Greatest Songs of All Time

  75. Alexis said

    #66: Εγώ και μόνο που ακούω την έκφραση «τα σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών» βγάζω σπυριά…

  76. Πέπε said

    74

    Τα 10 / 100 / 500 πιο εμπορικά είναι κάτι το αντικειμενικά ελέξγιμο. Τα καλύτερα ή σημαντικότερα ή «επιδραστικότερα» κλπ., όχι βέβαια.

    Βέβαια και τα πιο εμπορικά, δε νομίζω ότι πλέον μπορούν να μετρηθούν αντικειμενικά. Το ίδιο τραγούδι μπορεί να υπάρχει σε 5-10 διαφορετικά ανεβάσματα στο ΥΤ. Ποιοι θα ψάξουν να το αποκτήσουν πληρώνοντας, και τι συμπέρασμα θα βγάλουμε από αυτούς; Επί δίσκων όμως μπορούσε να ισχύσει μια τέτοια κλίμακα. Το ότι από την ίδια κόπια δίσκου μπορούσαν να γραφτούν πολλές κασέτες ή να παιχτεί πολλές φορές στο ράδιο ή σε μαγαζιά, δε νομίζω πως είναι κάτι που αλλοίωνε σημαντικά την εικόνα που δίνουν οι πωλήσεις. Εφόσον όμως η κύρια διακίνηση γίνεται πάντα μέσω πωλήσεων.

  77. Alexis said

    #74: Μάλιστα…
    Μέσα στα 50 πρώτα καμιά δεκαριά Beatles
    Ας μην μιλήσω καλύτερα… 😆

  78. aerosol said

    #76
    Αρκετοί πληρώνουν για να έχουν τραγούδι ή άλμπουμ κατεβασμένο σε καλή ποιότητα. Δεν ξέρω αν προσμετριούνται κάπως και υπηρεσίες τύπου Spotify, που για πολλούς είναι ο βασικός τρόπος που ακούν μουσική. Βέβαια είναι όπως λες, καμία σχέση με παλιότερα.

    #77
    Δεν νομίζω πως αυτό είναι και έκπληξη, άσχετα από προσωπικά γούστα. Ακόμα και να τους μισεί κάποιος, η επιδραστικότητά τους υπήρξε καταιγιστική.
    Το ποιά και σε ποιά θέση με παραξένεψε λίγο.

  79. Γιάννης Κουβάτσος said

    Στα βιβλία μπορείς να μιλήσεις για τα 10 σημαντικότερα βιβλία π.χ. Ιλιάδα, Οδύσσεια, Θεία Κωμωδία, Δον Κιχώτης κλπ. Αλλά στη μουσική και μάλιστα τη μεταπολεμική; Δύσκολο.

  80. sarant said

    70-72 Κύριε Καββαθά, ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο. Ομολογώ ότι από τα περιοδικά των Τεχνικών Εκδόσεων μόνο για τον Ήχο μπορώ να εκφράσω άποψη, αφού τον παρακολουθούσα για πολλά χρόνια, και βέβαια είχα την τιμή να συνεργαστώ για ένα διάστημα. Τα υπόλοιπα ελάχιστα τα ξέρω, με εξαίρεση το RAM, που όμως το παρακολούθησα κυρίως στην περίοδο που ανήκε πλέον μόνο στον ΔΟΛ. Είχε μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο θέμα της ορολογίας.

    Πράγματι δεν έχω γράψει άρθρο αφιερωμένο στον Ήχο, όπως δεν έχω γράψει άρθρο αφιερωμένο π.χ. στο Αντί ή στη Λέξη, για να αναφέρω πολύ αξιόλογα περιοδικά σε άλλους τομείς. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι σημαντικότατη η συμβολή του περιοδικού ή των Τεχν. Εκδόσεων.

  81. Triant said

    Εγώ πάντως μεγάλωσα με τους 4 τροχούς τους οποίους ξεκοκκάλιζα. Ίσως να τους έπαιρνα μάλιστα από το πρώτο τεύχος, δεν θυμάμαι. Σίγουρα με βοήθησαν να γίνω καλύτερος οδηγός και μάλλον και καλύτερος πολίτης. Οι συμπάσχοντες (φάτε μάτια ψάρια, που λεφτά για αυτοκίνητο) θα θυμούνται οτι δεν ήταν ένα καθαρά τεχνικό περιοδικό και οι κοινωνικές και περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες ήταν εκεί από τότε. Δεν είναι γλείψιμο, είναι αλήθεια.

  82. # 65

    Και πριν αλέκτωρ λαλήσαι τρις (κοινώς μόλις φτάσανε τον σοβαρό γύρο) αποκλείσθηκε το ζεύγος Σάκκαρη-Τσιτσιπά, ως ήταν λογικό από την φόρμα που είχαν, διαψεύδοντας φρούδες ελπίδες γαλανόλευκων αθώων οπαδών !

    Ο επισκέπτης δεν παρέμεινε να του δώσω τα χαιρετίσματα, ώχετο απιών που λέμε στην Φωκίδα

  83. #81

    … Σίγουρα με βοήθησαν να γίνω καλύτερος οδηγός και μάλλον και καλύτερος πολίτης…

    κάποιος παιδικός φίλος, βαρεμένος με την «σωστή» οδήγηση έπαιρνε τακτικά το 4Τ και το έπιασα κάποια στιγμή. Παρέδιδε μαθήματα οδήγησης μέσω φυσικής μπερδεύοντας ισχύ με ενέργεια και άλλα. Δεν το ξανάπιασα κι έγινα «κακός» οδηγός που ποτέ δεν νοιάστηκε πως θα οδηγήσει πιο οικονομικά ή χωρις να φθείρει τα αναλώσιμα και χωρίς να βάλω πρόσθετα στο εκάστοτε αμάξι μου.

    Υπάρχει ο καλός πολίτης του γραφείου και ο καλός πολίτης του δρόμου, ο καλός τουρίστας του ξενοδοχείου και ο καλός τουρίστας σκηνόβιος, σημασία έχει να είσαι καλός στην επιλογή σου αλλά μεγαλώνοντας αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντική ήταν η επιλογή σου

  84. 70,
    Αυτή είναι από τις σπάνιες συναντήσεις, έστω και διαδικτυακά, που θα θυμάμαι για καιρό.

    Κοιτώντας προς τα πίσω, ο ΚΚ και οι 4Τ, που τους ρούφαγα στην εφηβία μου κάθε μήνα, από το τεστ του ΕΜΠ με τα λιπαντικά και μετά, είχαν γίνει καλτ: Τα μυστήρια της υποστροφής και της υπερστροφής, περιηγήσεις σε όλον το κόσμο, τεστ και συγκριτικά τεστ, αναλύσεις για μηχανικά συστήματα, από άκαμπτους πίσω άξονες, ράβδους Πανάρ, αντιστρεπτικές δοκούς, μπλοκέ διαφορικά, γόνατα ΜακΦέρσον, κιβώτια βαν Ντούρνε, διπλά Βέμπερ, και τα συναφή, με αποκορύφωμα το Εν Λευκώ, όπου «αυτός ο δημοσιογράφος» ακαταπόνητα στηλίτευε κακώς κείμενα. Ήταν το μόνο περιοδικό που είχα κρατήσει συνδρομή για χρόνια όταν έφυγα για μεταπτυχιακά. Θυμάμαι, μάλιστα, την φάση με τεστ για κάποιο «υπερόπλο» (Άουντι Κουάτρο?) μέσα 80ζ είχε τίτλο «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ» που αμέσως καταλάβαινα ότι σε κάτι πασίγνωστο αναφερόταν, αλλά δεν ήξερα τι…

    Από τον Ήχο & HiFi θυμάμαι τις τεχνικές αναλύσεις συστημάτων υψηλής πιστότητας, προσπαθώντας να ξεφύγω από το αδυσώπητο δίλημμα bass reflex ή acoustic suspension την χρυσή εποχή των στερεοφωνικών, τότε που δεν άκουγες απλώς μουσική αλλά μετείχες, ως πομποδέκτης, σε έναν καταιγισμό ερεθισμάτων για όλες τις αισθήσεις, από τα αμέτρητα κουμπάκια στους ραδιοενισχυτές — με το λατρεμένο «κάθε λειτουργία και ένα κουμπί», — στο ρυθμικό λίκνισμα που έκαναν οι βελονίτσες στο VU meter, στα φωτάκια που αναβόσβηναν δίνοντας το στίγμα της μουσικής, στην μυρωδιά του όζοντος όταν αποφορτιζόταν(?) το βινύλιο με τις εκκενώσεις από το ειδικό μαρκούτσι λίγο πριν το παίξιμο του δίσκου, αυτουνού που με μεγάλη φροντίδα και αυτοσχέδια απτική δεξιοτεχνία τοποθετούσε κανείς στο πικάπ, κατέβαζε την βελόνα του επιστημονικά παλαντζαρισμένου βραχίονα δίκην διανομής αντίδωρου, και βυθιζόταν στην ακρόαση υπό σωστή γωνία (για να μην ξεφύγουν τα πρίμα) έτοιμος να διαγράψει νοερά όλα τα κλικ-κλακ-κλοκ που αναπόδραστα θα ξεπεταγόντουσαν από το βινύλιο, παρά την ειδική βουρτσίτσα που είχε ενσωματωθεί στην κεφαλή μπροστά από την βελόνα για να απομακρύνει σκόνες και άλλες ψυχοσωματικές διαταραχές.

    Έχει τελειοποιηθεί ο ήχος τώρα με τα σύγχρονα μέσα — όπως και τα αυτοκίνητα — αλλά, τι τα θες, κάτι η εφηβία και τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης κάτι ο πλούτος των ερεθισμάτων, τα νοσταλγώ αυτά τα παλιά στερεοφωνικά — και τα αυτοκίνητα — τα παλιομοδίτικα αλλά πραγματικά «μουλτιμίδια».

  85. Triant said

    83:
    Παρέδιδε μαθήματα οδήγησης μέσω φυσικής μπερδεύοντας ισχύ με ενέργεια και άλλα Πρέπει να είχες μεγάλη γκίνια για να πέσεις σε τέτοιο άρθρο.
    που ποτέ δεν νοιάστηκε πως θα οδηγήσει πιο οικονομικά ή χωρις να φθείρει τα αναλώσιμα Ο καθένας μπορεί να είναι περήφανος για ότι θέλει.
    Γιώργο, προσεχε, έχεις γίνει γκρινιάρης 🙂

  86. Triant said

    84:
    Θυμάμαι, μάλιστα, την φάση με τεστ για κάποιο «υπερόπλο» (Άουντι Κουάτρο?) μέσα 80ζ είχε τίτλο «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ» Εγώ πάλι, θυμάμαι συχνά και γελάω (ίσως γιατί εξακολουθούν να μου αρέσουν τα αυτοκίνητα τριών όγκων) ένα άρθρο – περουσίαση του VW Jetta (από τον ίδιο τον ΚΚ νομίζω) που είχε τίτλο «ένα Polo με κώλο». Το οποίο δεν ήταν ακριβές γιατί το Jetta ήταν ένα Golf με κώλο αλλά θα χάλαγε το λογοπαίγνιο.

  87. 86,
    Λοιπόν, το θυμάμαι αυτό! Νομίζω ότι στην παρουσίαση το κείμενο είχε καταχωρήσει το λογοπαίγνιο για το Polo στον Κληρονόμο, που έγραφε ακόμα στους 4Τ.

  88. raf said

    Ένας φίλος μου είχε βγάλει έναν δίσκο, από τους τελευταίους της Lyra. Τον είχε κριτικάρει ο Ζήλος στο Αθηνόραμα, βάζοντάς του 2,5/5 αστέρια και λέγοντας τα εξής:
    «Έρωτας: οδηγίες χρήσεως, κυρίως για όσους θεωρούν την μπαλαντοροκέ εκδοχή της ηλεκτρομοντερνιάς ως αποτελεσματική αντίσταση στην τηλεοπτική κατινιά». Αυτό δεν το αντιγράφω, το θυμάμαι (σχεδόν) λέξη προς λέξη από τότε που το διάβασα πριν 10 χρόνια. Τον φίλο μου ακόμα τον πειράζω απαγγέλοντας ολόκληρη την κριτική του Ζήλου. Παρ’ όλα αυτά η απάντησή του είναι πως «πήρα καλύτερη βαθμολογία από τον δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου εκείνη τη χρονιά!».

  89. # 85

    Μην ανησυχείς, φίλε μου… της ηλικίας σημάδια είναι, θα με καταλάβεις σε λίγα χρόνια όταν ακούσεις να υποστηρίζουνε όσα πλειοψηφούντα έχεις απορρίψει στην ζωή σου λόγω διαφορετικής άποψης.
    Προσωπικά προτιμώ να ακούω κηρύγματα εκκλησιαστικά παρά μαθήματα καλής οδήγησης (δεν λέω και καλού πολίτη για να μη μου πεις πως γκρινιάζω πάλι ) 🙂 🙂

  90. sarant said

    84-88 Ωραία σχόλια!

    88 Να μεταφέρω κι ένα ανάλογο σχόλιο από το Τουίτερ:

    Ζήλος, Αθηνόραμα προ δεκαετιών, δισκοκριτική στο «θωρακισμένη Μερσεντές» του Δάκη:
    Με τέτοιο δίσκο που έβγαλε, σίγουρα θα την χρειαστεί.

  91. Raf said

    90 Αντιγράφω από https://www.lifo.gr/culture/music/best-argyris-zilos-en-tahei

    ~

    ΧΑΡΗΣ ΒΑΡΘΑΚΟΥΡΗΣ – Φώναξε πιο δυνατά

    Μα, κι οι γείτονες;

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΒΕΛΑΣ – Ποιος φοβάται τον Πάσαρη

    Ξέρω γω; Θα σας γελάσω…

    ΠΑΝΟΣ ΚΙΑΜΟΣ – Γύρνα σε μένα

    Δε σφάξανε!

    ΑΝΤΥΠΑΣ – Δώρο την καρδιά μου

    Άντε τώρα να βγάλεις την υποχρέωση

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΝΟΣ – Στη μέση

    Στην άκρη!

    ΚΑΙΤΗ ΓΑΡΜΠΗ – Φίλα με

    Κάτσε, ρε κοπέλα μου, να πιούμε ένα καφέ να το συζητήσουμε πρώτα!

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΚΑΙΟΣ – Χειροπέδες

    Εγώ λέω να στις βάλουνε στο στόμα!

    ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ – Πες μου θάλασσα

    Πραγματικά, απ’ τη μεριά της θάλασσας ίσως ακούσεις κάτι πιο ενδιαφέρον!

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ – Ένοχα βράδια

    Ας πρόσεχες!

    ΣΤΕΛΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ – Μ’αγαπάς ή ν’αρχίσω να πίνω;

    Φίλε, μεγάλο παιδί είσαι, δε θα σου πω εγώ τι να κάνεις!

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΗΛΙΑΔΗ – Ποτέ δεν έφυγες

    Ποτέ δεν ήρθα!

    ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ – Όταν φεύγω δεν ξαναγυρνάω

    Κάτι είν’ κι αυτό!

    ΝΟΤΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ – Κοινωνία ώρα…7

    Στο εξώφυλλο απουσιάζει η μορφή του τραγουδιστή. Να γινόταν το ίδιο ως δια μαγείας και με τη μουσική του!

    και το κορυφαίο:

    ΔΑΚΗΣ – Θωρακισμένη Μερσεντές

    Θα τη χρειαστείς, μεγάλε!

    ~

    Ασύλληπτος. Αν διαβάζεις, Αργύρη Ζήλο, σε ευχαριστούμε.

  92. Γιάννης Ιατρού said

    85/89: Theodorus, piscatoris misericordiarum, qui reconciliavit piscandi et coxit polypus enim remissionem de fame, indulgentiam tibi tribuat et pacem…

    ΥΓ: Θα μας ενημερώσει στην αναμενόμενη αναφορά του το εξέχον εξειδικευμένο μέλος του επιτελείου που στάλθηκε πρόσφατα από το προεδρείο να κάνει επιτόπια διάγνωση και ενδεχομένως να συστήσει κατάλληλη αγωγή 😂😂😂🤗😇

  93. ΕΛΣΗ ΣΑΡΑΤΣΗ said

    61 Από τον κόσμο των φαντασμάτων παρατηρώ με ενδιαφέρον το δημόσιο παρελθόν των άλλων και τη θέση της «Λέσχης (του δίσκου)» μέσα σε αυτό. Κυμαίνεται σαν εκκρεμές από τον επιφωνηματικό ενθουσιασμό και τη μέχρι δακρύων νοσταλγία στο σχετλιασμό για μια τάχα ελίτ της ειδικής γνώσης που υδρόλυε τους προσερχόμενους για ένα μικρό αντίδωρο αποκλειστικής πνευματικής δρόσου άγνωρους αφυδατωμένους μόλις διέσχιζαν το κατώφλι της. Αλλά δεν γράφεται έτσι η ιστορία. Σωρεύεται όμως ένα ά-σχημο υλικό ιστορίας που διεκδικεί επίμονα τον γλύπτη του αν είναι να προκύψουν ευκρινείς ανθεκτικές μορφές ανεξάρτητα από αισθήματα προσωπικής δικαίωσης. Μπορεί να μην προκύψει ποτέ η ιστορία (παρεμπιπτόντως, το μουσικοεκδοτικό αρχείο της Λέσχης βρίσκεται ήδη, στο μεγαλύτερο μέρος του και θα ακολουθήσει και το εναπομένον, στο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ). Μπορεί και να προκύψουν μόνο παραληρήματα του τύπου που είναι δυνατόν να ωτακουστήσουν οι αλαφροΐσκιωτοι στις έρημες ξεπεσμένες από τις αλλεπάλληλες οικονομικές και πανδημικές κρίσεις στοές του κέντρου των πόλεων, αργά μια νύχτα καύσωνα ή παγωνιάς, όταν επιμένουν να τις διασχίζουν τιμητικά για να ξανακούσουν τον ήχο των βημάτων τους στις παλιές μαλτεζόπλακες να επιστρέφει με τον αντίλαλο το πρώτο μέρος της Συμφωνίας Ψαλμών του Ίγκορ Στραβίνσκι, μπορεί και το άλικο τριαντάφυλλο στο ανείδωτο φως του τέταρτου μέρους της δεύτερης Συμφωνίας του Μάλερ- πάντα με την Κάθλιν Φέριερ, πάντα με τον Ότο Κλέμπερερ.
    Κάτι τέτοιο εννοώ:
    https://www.thegreekcloud.com/opinions/%ce%bf-%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%83%ce%b9%cf%86%ce%b1%ce%bb-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%bf%ce%b4%cf%8c-%ce%b1%ce%ba%ce%b1%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%af%ce%b1%cf%82/

  94. 89, … Προσωπικά προτιμώ να ακούω κηρύγματα εκκλησιαστικά παρά μαθήματα καλής οδήγησης (δεν λέω και καλού πολίτη για να μη μου πεις πως γκρινιάζω πάλι ) 🙂 🙂 …

    Και για πολίτη υπάρχει Οδηγητής,
    και για εκκλησιαζόμενο Οδηγήτρια!

  95. apatrinos said

    Από τον Ζήλο και τον ήχο έμαθα το Astral Weeks του Van Morrison και τους Flairck. Χρειάζεται να πω τίποτε άλλο; Μόνο ότι ανατρίχιασα μόλις διάβασα τον τίτλο. Ευχαριστώ θερμά!

  96. sarant said

    95 Nα είστε καλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: