Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Άι Γιώργης, διήγημα του Δημήτρη Χατζή

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2021


Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα που πολλοί θα το έχετε διαβάσει, μια και ανήκει στα κλασικά της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για το «Άι Γιώργης», του Δημήτρη Χατζή (1913-1981), από τη συλλογή του «Ανυπεράσπιστοι» (1966).

Το βιβλίο αυτό, μαζί με την προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Χατζή, «Το τέλος της μικρής μας πόλης» (1953, τελική μορφή 1963) ασφαλώς αξίζει μια περίοπτη θέση στον κανόνα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Οι Ανυπεράσπιστοι κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο Το Ροδακιό.

Για τον Χατζή δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη να πούμε πολλά -πάντως υπάρχει το άρθρο της Βικιπαίδειας για τα εργοβιογραφικά στοιχεία.

To διήγημα αυτό του Χατζή παρουσιάστηκε σε σκηνική ανάγνωση το 2019 στο ΚΠΙΣΝ. Μπορείτε να ακούσετε τον Μανώλη Μαυροματάκη και την Ηρώ Μπέζου να το ερμηνεύουν, εδώ.

Το κείμενο το πήρα από τον παλιό ιστότοπο της mathisis.com και ομολογώ ότι δεν έχω ελέγξει την ακρίβεια της πληκτρολόγησης, οπότε μπορεί να υπάρχουν λαθάκια.

Περισσότερα εισαγωγικά δεν χρειάζονται, ούτε υπάρχει ανάγκη για εξήγηση κάποιων λέξεων. Ωστόσο, θα με ενδιέφερε να μου λέγατε στα σχόλια αν έχετε διαβάσει παλιότερα το διήγημα ή αν το διαβάσατε πρώτη φορά σήμερα.

Άι Γιώργης

Εργοδηγός είπε πως ήτανε ο νέος νοικάρης στο δωμάτιο τ’ αντικρυνό από τα δυο τα δικά τους. Ένας παίδαρος.

«Και τι ‘ναι αυτό, εργοδηγός;» ρώτησε η Κατερίνα.

Ο Σταμάτης βάλθηκε να το εξηγήσει με λόγια τόσο πολλά που φάνηκε πως κι αυτός δεν τόξερε. Κόψανε την κουβέντα και σκέφτηκε να ρωτήσει με τρόπο την άλλη μέρα στο μαγαζί του. Ρώτησε, τόμαθε και το βράδυ μπορούσε πια να της το πει με λιγότερα λόγια.

«Ξέρεις όμως», είπε η Κατερίνα. «‘Ηρθε σήμερα η Κυρά-Μαρία και μου λέει να τον αφήνουμε να περνάει από μας και να πάει, λέει, στην κουζίνα μας.»

«Στην κουζίνα τη δική μας;»

«Μόνο το βράδυ. Θέλει, λέει, να ζεσταίνει λίγο νερό.»

«Και τι το θέλει το νερό και να το ζεσταίνει;»

«Για τα πόδια του λέει. Ξέρεις, δεν έχει γκάζι σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε και νερό δεν έχει, απ’ το μπάνιο παίρνουνε.»

«Και να το ζεσταίνει εδώ;»

«Για τα πόδια του.»

«Και κάθε βράδυ να περνάει από δω; Δεν είναι μπελάς;»

«Να μη τα χαλάσουμε, λέω, μ’ αυτήν, την κυρά-Μαρία, την ξέρεις…»

«Να μην τα χαλάσουμε, ναι. Μα δε σε πειράζει εσένα που θα περνάει;»

Η Κατερίνα σήκωσε τις πλάτες -πού να το ξέρει από τώρα που αν πειράζει;

Ο νέος νοικάρης άρχισε από τ’ άλλο βράδυ και χτυπούσε την πόρτα τους, έλεγε να τον συμπαθούνε για την ενόχληση και περνούσε και πήγαινε στην κουζίνα τους. ‘Ηταν η ώρα πούχαν αποφάει κι ο Σταμάτης κατέβαζε καμιά φορά την εφημερίδα του και τον κοιτούσε κλεφτά, καθώς στεκόταν ορθός στην κουζίνα μπροστά στη φουφού, περιμένοντας το νερό του να ζεσταθεί.

«Κάτσε βρε παιδί μου, να μας πεις και καμιά κουβέντα όσο που να ζεσταθεί το νερό», τούπε ένα βράδυ. «Τι να στέκεσαι ορθός τόσην ώρα;»

Μετά χαράς. Βγήκε απ’ την κουζίνα, πήρε μια καρέκλα κι έκατσε κοντά τους. Αργύρης ήταν τόνομά του. Μεγάλος ήτανε, γερός, καλοφτιαγμένος, ψημένος στον ήλιο και τον αέρα. Εδουλεύανε, λέει, στη Ραφήνα, στα έργα και φεύγει το πρωί με το φορτηγό της εταιρείας και γι’ αυτό δεν τον βλέπουνε το πρωί, πολύ γρήγορα φεύγουνε. Και το βράδυ γυρίζει πάλι με το φορτηγό της εταιρείας. Κι αυτό το νεράκι χρειάζεται μόνο, λίγο ζεστό νερό για τα πόδια του γιατί δεν έχει τίποτα στο δωμάτιο το δικό του να το ζεστάνει. Και να τον συμπαθούνε για την ενόχληση, που του χρειάζεται το νερό για τα πόδια το βράδυ, γιατί ‘ναι δύσκολη δουλειά με αυτό το επάγγελμα, νάσαι εργοδηγός κι όλη μέρα στο πόδι.

«Επιστάτης σα να λέμε», είπε ο Σταμάτης για να δείξει και στην Κατερίνα τι καλά που τόξερε πια.

«Όχι. Αυτό δεν είναι επιστάτης, δεν έχει να κάνει με επιστάτης. Πρέπει να μετρήσεις τη δουλειά, πόσο βγήκε σήμερα, να κανονίσεις για την άλλη μέρα. Στο πόδι του μηχανικού, σα να λέμε. Εκχωματώσεις, επιχωματώσεις…»

Ας είναι κι έτσι -σήκωσε τις πλάτες του ο Σταμάτης, εκχωματώσεις, επιχωματώσεις… Κάποια δουλειά πρέπει να κάνει ο καθένας και υγεία να έχουμε μόνο για να τα βγάλουμε πέρα. Η Κατερίνα τον κοίταξε με κρυφό καμάρι, τι σοφά που τάχε ξηγήσει. Ο Αργύρης γέλασε και συμφώνησε.

Τ’ άλλο βράδυ που πέρασε, τούπανε πάλι και κάθισε λίγο μαζί τους, όσο που να ζεσταθεί το νερό του και να το πάρει. Ο Σταμάτης το σκέφτηκε πονηρούτσικα και το πήγε σιγά σιγά νάχει κρατημένο το μισό κρασί της γαράφας του να τ’ αποπιούνε μαζί. Τόπιανε μαζί κι ήτανε μια χαρά μ’ αυτό το παιδί που καθόταν μαζί τους και μιλήσανε λίγο. Και τ’ άλλο βράδυ που μπήκε, κρατούσε ο Αργύρης μια μπουκάλα ρετσίνα και γέλασε και τους είπε -δε γίνεται και να μην τον προσβάλουν, θα το πιούνε μαζί. Και πήγε τότες η Κατερίνα στην κουζίνα και χαμήλωσε το γκάζι κάτω από την κατσαρόλα με το νερό και την ήπιανε μια χαρά τη μπουκάλα κι είπανε πολλά και διάφορα, εκχωματώσεις, επιχωματώσεις και τα λοιπά.

Ήταν η πρώτη φορά που ξένος άνθρωπος, τρίτος, έμπαινε στη ζωή τη δική τους και τόσο κοντά. Ο Σταμάτης είδε την Κατερίνα που τρόμαξε μ’ αυτό το καινούριο και τ’ ασυνήθιστο πράμα -ανησύχησε λίγο κι αυτός, μα δεν είπε τίποτα.

Ως τα τότες ο Σταμάτης ο Σιδεράκης τέτοιας λογής νταραβέρια, συνάφειες, πάρε δώσε με τους άλλους ανθρώπους δεν είχε ποτές του. ‘Οχι που φοβόταν απ’ αυτούς ή ντρεπόταν για την καμπούρα του, τ’ ατροφικά ποδαράκια του και τα μεγάλα, κίτρινα κι άχαρα χέρια του -να φεύγει, να κρύβεται. Δε φοβότανε, δεν έφευγε, δεν κρυβόταν από κανέναν. Μα τη ζωή του έτσι την είχε φκιασμένη μέσα στα δικά της τα μέτρα, που δεν ήθελε καθόλου να την αλλάξει, δεν ήθελε να του τη χαλάσει κανένας ξένος. Πολύ καλά τα περνούσαν οι δυο τους με τη σύζυγό του την Κατερίνα – δεν τους χρειαζόταν κανένας άλλος. Πολύ καλά τάφερνε βόλτα με το μικρό μαγαζάκι, το ραφτάδικο του στου Γκύζη, πέρα στην άκρη, στα Τουρκοβούνια, δεν ήθελε περισσότερο. Πολύ καλά τα πήγαινε και με τους ανθρώπους, έτσι όπως πήγαινε -και τούφτανε τόσο.

Οι φουκαράδες στην απόμερη γειτονιά του τον ξέρανε πως ήταν τεχνίτης καλός για τις μικρές τις δουλειές, περιορισμένος πολύ και στις απαιτήσεις του, ταχτικός και στις προθεσμίες. Και τα φέρνανε, λοιπόν, πάντα σ’ αυτόν, τα τριμμένα τους πανταλόνια να τους αλλάξει καβάλο, οι μικροϋπάλληλοι, να τους γυρίσει τις φορεσιές τους, οι φαμελίτες τα παλιά τους τα ρούχα να τα μεταποιήσει για τα παιδιά τους. Καινούρια κοστούμια να φκιάξουν, δεν τα πήγαιναν σ’ αυτόν κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης δεν πικραινότανε και δεν επείσμωνε με κανέναν γι’ αυτό. Ποτές του δεν σκέφτηκε ναπλώσει τα μικρά του τα ποδαράκια έξω απ’ το πάπλωμα, που θάπρεπε βέβαια νάναι και κείνο κοντούτσικο. Στο τέλος τέλος, σκεφτόταν, ένα μαγαζάκι έχει ο καθένας σε τούτον τον κόσμο και ποτέ περισσότερο, γιατί όσο μεγάλο και νάχει, βρίσκεται πάντα και μεγαλύτερο -και λοιπόν, ορίστε, μαγαζάκι και το μικρό, μαγαζάκι μονάχα και το μεγάλο. Έτσι σκεφτόταν, χαιρόταν μ’ αυτά που του φέρνανε και τα δούλευε μαστορικά, μερακλίδικα, μ’ υπομονή και με τέμπο.

Ανέβαινε, σκαρφάλωνε, και καθότανε πάνω στο μεγάλο ραφτάδικο πάγκο του, διπλώνοντας τόνα του πόδι κι αφήνοντας τ’ άλλο να κρέμεται στον αέρα. Σταματούσε καμιά φορά τη δουλειά του και στεκότανε μια στιγμή και κοιτούσε τα δάχτυλά του, τα κοιτούσε σα να τάβλεπε πρώτη φορά και δε λυπόταν καθόλου πως γίνηκε έτσι και του τάδωσε ο Θεός αυτουνού τέτοια κίτρινα κι άχαρα -τα χαιρότανε να τα βλέπει πώς δουλεύανε, τόσο μεγάλα, μια τόσο μικρή βελονίτσα. Γιόμιζε η ψυχή του θαμασμό για το μέγα μυστήριο. Ξανάρχιζε τη δουλειά του και κάποτε κατέβαζε τόνα του χέρι, το γύριζε σαν κουτάλα και μάζευε το μικρό, τρυφερούτσικο ποδαράκι του, που κρεμότανε στον αέρα. Το κοιτούσε κι αυτό μια στιγμή και τόβαζε κάτω από το άλλο, σταυροπόδι πάνω στον πάγκο, όσο να το ξαναφήσει και κρεμότανε πάλι. Και σκεφτότανε τότε και γι’ αυτά του τα πόδια που μείνανε ανέσωτα, πως πάλι καλά, δεν πειράζει -αφού τα πόδια σε τούτο χρειάζονται μόνο, να μπορεί κανένας να περπατήσει, κι αυτός μπορούσε και περπατούσε και με βήμα κιόλας ανάλαφρο και γοργό. Και σκεφτότανε τότες εκεί, σκαρφαλωμένος απάνω στον πάγκο του και γι’ αυτή την καμπούρα του, πως στο τέλος τέλος όλοι την έχουνε μια καμπούρα σε τούτον τον κόσμο, πότε φαίνεται, πότε δε φαίνεται, κι αν η δική του ξεχώριζε κάπως κακό κανένα δεν έγινε. Το μεσημέρι τόκλεινε το μαγαζάκι και πήγαινε σπίτι, δυο τρεις δρόμους πιο κάτω, να φάει. Η Κατερίνα τούχε μαγειρέψει τις σουπιές του με το σπανάκι, τις αγκινάρες με το λεμόνι, τις σωλήνες με το ριζάκι κι είχε πάντα το τραπέζι στρωμένο. Και το βράδυ που σκολούσε, τούχε πάλι το τραπέζι του ετοιμασμένο, με μια μικρή γαράφα ρετσινίτσα στη μέση -φορούσε τη ρόμπα της τη λουλουδάτη και τον περίμενε η Κατερίνα.

Το κορμί της αυτηνής δεν ήτανε παραμορφωμένο σαν το δικό του. ‘Ητανε μόνο μικρό κι ήταν ανέσωτο και πάνω σ’ αυτό το κορμάκι ένα μεγάλο κεφάλι, με τη μύτη μπροστά πατημένη και τούφες τούφες φυτρώνανε πάνω κάτι κόκκινα μαλλάκια. Την έβλεπε κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης και σκεφτότανε και γι’ αυτό -σκεφτότανε δηλαδή πως στο τέλος τέλος ο καθένας την έχει μια Κατερίνα σε τούτον τον κόσμο και τίποτα παραπάνω δεν έχει, αφού καμία γυναίκα δεν βρίσκεται, άνθρωπος κανένας δεν είναι χωρίς το κουσούρι του και πότε δεν φαίνεται τόσο πολύ, πότε φαίνεται κάπως, όπως, ας πούμε, της δικής του της Κατερίνας…

Την Κυριακή τ’ απογεματάκι την έπαιρνε και πηγαίνανε, το χειμώνα στον κινηματογράφο και βλέπαν τα φιλμ, με το καλό τον καιρό να βγούνε λίγο να περπατήσουν στο Πάρκο, και να καθίσουν να κάνουν σεργιάνι με τους ανθρώπους.Και πέρνανε καμιά φορά το λεωφορείο και κατεβαίνανε να δουν και τη θάλασσα και καθότανε και στο καφενείο -κάπως απόμακρα πάντα- μα το πίνανε μια χαρά το κανονικό γαραφάκι της Κυριακής τους με το διπλό το μεζέ. Οι δυο τους. Και τόσο ταιριάζαν ο ένας δίπλα στον άλλον που κανένας δε γυρνούσε να τους κοιτάξει παράξενα. ‘Ολα τους, σαν από μόνα τους, και του Σταμάτη τα ρούχα και το ντύσιμο το δικό της, το φέρσιμό τους, η σιγανή τους κουβέντα, χειρονομίες, το γέλιο τους, είχαν όλα ταιριάξει και στρώσανε, προσαρμόστηκαν κι ενωθήκανε σε μια θαυμαστή ισορροπία ταπεινοσύνης κι υποταγής, από όπου τίποτα δεν ξέφευγε και δεν έλειπε τίποτα. Και το βράδυ που γυρνούσανε πίσω, να τυχαίνανε σ’ έρημο δρόμο, να μην είναι κανένας, άπλωνε τότες η Κατερίνα το χέρι της και το περνούσε στο μπράτσο του και περπάταγαν έτσι -και μήτε αυτό, λοιπόν, δεν τους έλειπε. Κι ευχαριστούσε τότε κι η Κατερίνα τη δική της μοίρα, που της έδωσε αυτόν τον Σταμάτη, το Σταμάτη και την αγάπη, αυτή την ταπεινή ευτυχία που ξέραν οι δυο τους και μυστικά χαιρόνταν οι δυο τους…

Άδικα ωστόσο φοβήθηκαν με τον Αργύρη. Ο Αργύρης δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτούς και -το πιο σπουδαίο- τίποτα δεν είχε να κάνει μαζί τους, να τους ενοχλήσει, να τους βαρύνει, να βγάλει τη ζωή τους από το δρόμο της. Ερχότανε, ζέσταινε το νερό του, έλεγε τις δυο καλές του κουβέντες, τόπαιρνε κι έφευγε. Μια μικρή ποικιλία, ένα τέταρτο της ώρας κάθε βράδυ -και τέλος.

Εντελώς ακίνδυνη ποικιλία. Η Κατερίνα τούβαζε πια από τ’ απόγεμα τη μεγάλη κατσαρόλα με το νερό στη φωτιά, να το βρίσκει ζεσταμένο όταν έρχεται. Κι ο Αργύρης για να την ευχαριστήσει, της έφερε καναδυό φορές, κατ’ ευθείαν από το δίχτυ, ψάρια και θαλασσινά που σπαρταρούσαν ακόμα και τα μαγείρεψε η Κατερίνα και καθίσαν μαζί και τα φάγανε.

Ο Σταμάτης δεν ανησυχούσε πια. Λίγο παραξενευότανε μόνο μ’ αυτό το παλικάρι που καθότανε κάθε βράδυ στο σπίτι και μόνο μ’ αυτούς μιλούσε λιγάκι και δεν πήγαινε ποτέ πουθενά. Κι όταν ξεθάρρεψαν πια για τα καλά του τόπε κι αυτό, να μη τόχει στην καρδιά του και τον βαραίνει.

«Καλά, μωρέ Αργύρη παιδί μου», του λέει. «Πώς τα καταφέρνεις έτσι, μωρέ παιδί μου; Από τη δουλειά στο σπίτι, κάθε βράδυ, κάθε βράδυ. Ας πούμε, φίλους δεν έχεις… Μα μήτε γκόμενα δηλαδή; Μεδέν ο Αργύρης;»

Η Κατερίνα κατακοκκίνησε να τον ακούει να λέει τέτοιες κουβέντες, για γκόμενες ο Σταμάτης. Ο Αργύρης γέλασε.

«Έχω», είπε. «Και θα τη δείτε και σεις… Σε λίγο.»

Και τους είπε την ιστορία. Για το κορίτσι πού ‘τανε στη Λαμία και το λέγαν Ιφιγένεια. Και σ’ ένα μήνα, σε δυο μήνες το μάξιμον, θα πάει να κάνουν το γάμο. Και παράξενο, πώς δεν τους τόπε η κυρά-Μαρία πως τα συμφώνησαν από την αρχή να τη φέρει μετά το γάμο να μείνουν σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε. Δυο τρεις μήνες θα μείνουνε μόνο, όσο να τελειώσει το σπιτάκι πούχαν πάρει κι αυτοί, με τα χίλια βάσαν σ’ ένα συνεταιρισμό στην Ηλιούπολη και βοηθούσανε κι οι δικοί της του κοριτσιού. Ως τα τέλη του Σεπτέμβρη θάχει τελειώσει. Και γκόμενα άλλη καμία δεν του χρειάζεται του Αργύρη. Και για να βγαίνει το βράδυ, άσε που κουράζεται όλη μέρα και θέλει τον ύπνο του, λογάριασε τα λεφτά… Όλα τα τρώει το σπίτι. Και λογάριασε -και γάμο πρέπει να κάνουν κι εισιτήρια να πάει κι εισιτήρια να γυρίσουν οιδυο τους και βάλε και βάλε. Και το κορίτσι δεν είναι πλούσιο -μόνο η αγάπη…

Του Σταμάτη πολύ πολύ του άρεσε, καθώς τάλεγε έτσι το παλικάρι, τα φτωχά και τα νοικοκυρεμένα και τα βάσανα και τα σχέδια και το σπίτι και το κορίτσι με την αγάπη -όπως τα διάβαζε στα ρομάντζα του περιοδικού π’ αγόραζε κάθε Σάββατο.

«Και θάρθει να μείνει εδώ; Μαζί μας;» ρώτησε η Κατερίνα κι η φωνή της έτρεμε λίγο.

«Εδώ», είπε ο Αργύρης. «Σ’ αυτό το δωμάτιο. Τι να κάνουμε; Σ’ ένα μήνα. Βία ως τα τέλη του Ιούνη. Περισσότερο δεν το βαστούμε -μήτε εγώ μήτε αυτή» και γέλασε πάλι κι η Κατερίνα κατακοκκίνισε πάλι με το κορίτσι που θαρχόταν να μείνει μ’ αυτόν τον παίδαρο στ’ αντικρινό δωμάτιο και δε βαστούσανε λέει, χωρίς να ντρέπεται.

«Θα της κεντήσω ένα τραπεζομάντιλο», είπε στο Σταμάτη την άλλη μέρα που τρώγανε.

«Και βεβαίως» αποκρίθηκε αυτός. «Καλό παιδί ο Αργύρης. Θα το κάνουμε δώρο. Και να είναι γύρω γύρω λουλούδια και δυο πουλιά να είναι στη μέση. Ξέρει ο Σταμάτης τι λέει. Έτσι να το κάνεις.»

«Έτσι θα το κάνω.»

Καλοκαίριασε.

Ο Αργύρης έφυγε στη Λαμία τέλη του Ιούνη -γύρισε σε λίγο με το κορίτσι, με τη γυναίκα. Και το πρώτο βράδυ που φτάσανε, τους την έφερε να τους τη δείξει. Ο Σταμάτης -πιάστηκε μια στιγμούλα η φωνή του μπροστά σε κείνο το τέλειο νεανικό σώμα, όλο υγεία και δύναμη. Ένας τρόμος έπαιξε μέσα στα μάτια του. Η Κατερίνα -της έδωσε το τραπεζομάντιλο κι απόμεινε κι αυτή και δεν ήξερε τι να πει- κοιτούσε εκείνο το σώμα, την ομορφιά του προσώπου της, τα μεγάλα μάτια που λάμπανε, τα μαύρα μαλλιά, λυμένα και πέφτανε βαριά πάνω στους ώμους της. Ύστερα, κατάφερε να της πει πως μπορούσε νάρχεται στην κουζίνα της να μην παιδεύεται με τη γκαζιέρα που της είχε αγοράσει ο Αργύρης. Τότε κι ο Σταμάτης, ξεροκατάπιε καναδυο φορές, χώθηκε βαθύτερα σε κείνη την πολύθρόνα του και παρατήρησε πωςψεύτισαν πολύ τον τελευταίο καιρό τις γκαζιέρες, δεν είναι για προκοπή. Και επικίνδυνες, είπε. Η Ιφιγένεια κάθισε στην άκρη της καρέκλας που της δώσανε, κρατώντας με τα δυο της τα χέρια πάνω στα γόνατα το τραπεζομάντιλο. Τους κοίταξε και τους δυο, χαμογέλασε, είπε ευχαριστώ για το δώρο, το ξεδίπλωσε, τάνοιξε, παίνεσε πολύ την ψιλή δουλειά -αυτή δεν ήξερε να κεντάει τόσο καλά- είπε πάλι ευχαριστώ και για την κουζίνα και πως βάρος δεν θα τους έδινε όσο θα μέναν εκεί -και φύγανε με τον Αργύρη της.

Αυτοί μείνανε μόνοι, ανάσαναν κι οι δυο τους. Κοιταχτήκανε, δεν είπανε τίποτα. Μήτε σχόλια γι’ αυτήν, μήτε προβλέψεις, μήτε ενθαρρύνσεις ο ένας στον άλλον. Μπορούσαν νάναι ευχαριστημένοι, καλά τα κατάφεραν. Σε λίγο πήγανε στο κρεβάτι ευχαριστημένοι, ικανοποιημένοι ο ένας από τον άλλον, αμίλητοι ωστόσο -δεν είχανε τι να πούνε, δεν ξέρανε.

Και δε χρειάστηκε και να πούνε. Όλα πήγανε καλά -πολύ καλά πάλι. Απ’ την άλλη μέρα κιόλας, η Ιφιγένεια τόδειξε πως δεν είχε σκοπό να τους είναι βάρος. Δεν θέλησε να δεχτεί καμιά βοήθεια χωρίς ανταπόδοση. Βλέποντάς της τέτοια η Κατερίνα δεν την άφησε πια να κάνει τίποτα στην γκαζιέρα. Την πήρε στην κουζίνα της, σαν να την είχαν μαζί, εκεί να μαγειρεύει κι η Ιφιγένεια, να τάχει εκεί τα λιγοστά πιατικά τους, της έδωσε ράφια και στο ντουλάπι της να βάζει τα τρόφιμα να μη μυρίζουνε το δωμάτιο -και, τι κρίμα, τον Οκτώβριο που λογαριάζανε νάχουνε το ψυγείο τους, αυτοί θάχουνε φύγει στο δικό τους σπίτι. Η Ιφιγένεια άρχισε τότε κι αυτή και μοιραζόταν μαζί της τις δουλειές του σπιτιού, αυτές τις λίγες δουλειές που χρειαζόταν να γίνουν. Πρόθυμη, ακούραστη, πρόσχαρη, πηδώντας κάποτε, με μικρές κραυγές, τινάζοντας πίσω σαν άλογο τα μεγάλα μαλλιά της. Έτρεχε το πρωί να προφτάσει, νάχει καθαρίσει αυτή, να πλύνει, νάχει ετοιμάσει την κουζίνα για το μαγείρεμα, να σκουπίσει το διάδρομο και τη σκάλα. Τέλειωνε μ’ αυτά, έπιανε μονάχη της, έκανε δουλειές της Κατερίνας. Ήσυχα, απλά, πραχτικά, μ’ ανοιχτή καρδιά, χωρίς επίδειξη, χωρίς επιτήδευση, φυσικότατα. Υγιής, χορτασμένη, κατακάθαρη μέσα.

Καλός άνθρωπος η Ιφιγένεια, σκεφτότανε η Κατερίνα. Της φερότανε πολύ μετρημένα, πολύ λογικά, με κάποια επιφύλαξη πάντα, με στοργή, που δεν την φανέρωνε και με κάποιον θαυμασμό, που κι αυτόν τον έκρυβε. Τα δέκα χρόνια που τις χώριζαν, η ομορφιά κι η υγεία της Ιφιγένειας, η δική της προπαίδευση τόσα χρόνια κοντά στο Σταμάτη -πολύ καλά της το δείχνανε ως πού πρέπει να πάει. Χαιρότανε να την έχει μαζί της όλη τη μέρα, χρυσή συντροφιά της και χαιρόταν που τα κανόνισαν όλα τόσο καλά, τόσο σωστά. Το βράδυ του τάλεγε του Σταμάτη καιμέσα της δόξαζε το Θεό που κι ο δεύτερος άνθρωπος πούρθε κοντά τους βγήκε έτσι φρόνιμος κι έτσι καλός. Το περισσότερο αυτή μήτε τόθελε, μήτε θάφηνε τον εαυτό της να το θελήσει. Τετρακόσια τάχει η Κατερίνα μου, έλεγε πάντα ο Σταμάτης και την καμάρωνε. Δε θάλλαζε τώρα.

Η Ιφιγένεια -αυτή ‘ταν εκείνη που πήγε κοντύτερά της. Μ’ ένα τρόπο που δεν είχε στάλα συμπόνοια ή συγκατάβαση μέσα. Σαν ίσος προς ίσον. Σαν να μην έβλεπε αυτή την ασκήμια της Κατερίνας, καμιά μειονεκτικότητα να μην ήθελε να της βλέπει. ‘Aρχισε σε λίγο και της μιλούσε για τους γονείς της, τ’ αδέρφια της, για τα λεφτά τους με τον Αργύρη -και τόσα λίγα- το σπίτι, τα σχέδια, τις φροντίδες τους. Έκανε τότε κι η Κατερίνα το βήμα -την άφησε τη στοργή της και φανερώθηκε. Ένα κύμα ζεστής τρυφερότητας ήρθε και την κατάκλυσε. ‘Aπλωνε κάποτε το χέρι της και τη χάϊδευε -εκείνο τ’ ωραίο κεφάλι της. Η Ιφιγένεια δεν της τάφηνε χωρίς ανταπόδοση. Μπορούσε να κάθεται δίπλα της μ’ άνεση, με σιγουριά, μ’ ευχαρίστηση -για τη δική της ευχαρίστηση. Και μπορούσε να της μιλάει και για φορέματα -που δεν είχε- για τα μαλλιά της -πώς να τα φκιάσει επιτέλους, να μην κρέμονται έτσι. Η Κατερίνα – ο ρυθμός του κόσμου πήρε κι άλλαζε εντός της. Της μιλούσε και για τον Αργύρη -για την αγάπη- και για το παιδί της μιλούσε -που δεν το θέλαν ακόμα, σάμπως νάτανε κι η Κατερίνα γερή και σωστή, σάμπως νάτανε σαν όλους τους άλλους. Η Κατερίνα φυλαγόταν ακόμα, δυσκολευότανε να το πιστέψει, να το δεχτεί, πως τίποτα δεν τη χώριζε, δεν τη ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους. Μα η Ιφιγένεια ήταν εκεί, κάθε μέρα, όλη μέρα, να το βεβαιώνει με τον τρόπο της, με τη φιλία, με την αγάπη της. Η σοφή της αντίσταση έσπασε. Την έσπασε αυτή η χαρά. Και πήρε τότε και γέλασε της Κατερίνας το πρόσωπο. Τα μάτια της γλυκαθήκανε από τα δάκρυα -κάθε στιγμή κρατημένα. Πάθος ζωής ανάστησε το λειψό της κορμί.

«‘Aι-Γιώργη μου εσύ», της ξέφυγε κάποτε και της φώναζε.

«Πάλι με τον ‘Aι-Γιώργη;» γελούσε η Ιφιγένεια.

«Και μη δεν είσαι; Σαν τον ‘Aι-Γιώργη στο τέμπλο. Που θα σε χάσω μονάχα…»

Η Ιφιγένεια βεβαίωνε τότε πως αυτό δεν γινότανε, ποτέ δεν θα γίνει, θα βλεπόντανε κάθε μέρα, θα πηγαίνανε, θαρχόνταν η μία στην άλλη -τελείωσε. Κι η Κατερίνα χαιρόταν.

Έτσι πέρασε, και τόσο καλά, ο πρώτος καιρός, όλος ο Ιούλης. Και ξαφνικά γύρισαν όλα κι αλλάξανε. Η Κατερίνα φαινότανε τσακισμένη. Χάθηκε εκείνη η χαρά, το φως εσβήστηκε μέσα στα μάτια της. Σα να κουράστηκε. Και σα να γέρασε, νασκήμισε περισσότερο -έτσι την έβλεπε ο Σταμάτης. Το βράδυ που γύριζε αυτός, το φαΐ του βρισκότανε πάντοτε στο τραπέζι, αχνιστό, να μοσκοβολάει η κάμαρη, η γαραφίτσα με τη ρετσίνα στη μέση -όλα όπως πρώτα. Μα η Κατερίνα δε ρωτούσε πια το καθετί για το μαγαζί, δεν τούλεγε τα νέα της γειτονιάς τους, δε μιλούσε πια για την Ιφιγένεια πώς τα περνούσαν οι δυο τους, τίποτα δεν έλεγε η Κατερίνα, όσο που τρώγανε καισήκωνε γρήγορα γρήγορα το τραπέζι. Ύστερα ξαπλωνότανε στο σοφά, διπλωνόταν στα δυο και καθόταν εκεί με το μεγάλο κεφάλι της ακουμπισμένο στη μικρή της παλάμη και με τα μάτια κλεισμένα -καθόταν εκεί και δεν έκανε, δεν έλεγε τίποτα, όσο ναποδιαβάσει κι αυτός την εφημερίδα του και να πάνε στ’ άλλο δωμάτιο να πλαγιάσουν. Και το πιο σπουδαίο -δεν τη φορούσε πια τη ρόμπα με τα λουλούδια. Δέκα χρόνια παντρεμένοι, τέτοια αταξία δεν έγινε.

«Γιατί δε φοράς, Κατερίνα, τη ρόμπα;» τη ρώτησε.

«Χάλασε.»

«Να πάρουμε άλλη, αδερφέ. Χωρίς τη ρόμπα πώς γίνεται;»

Σήκωσε τις πλάτες της και δεν είπε τίποτα. Σώπασε κι αυτός, δεν ήξερε τι να πει παραπάνω μ’ αυτή τη ρόμπα. Τ’ άλλο βράδυ η Κατερίνα, πάλι δεν τη φορούσε.

«Έχεις τίποτα, Κατερίνα;» τη ρώτησε.

Σήκωσε πάλι τις πλάτες – πάλι τις πλάτες, καινούριο κι αυτό με τις πλάτες.

«Έχεις τίποτα;» ξαναρώτησε.

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε.

«Τι θέλεις νάχω;»

Και σώπασε πάλι. Και σώπαινε πια κάθε βράδυ και καθόταν εκεί διπλωμένη με τα μάτια κλειστά. Ήθελε πια να του το πει κι αυτουνού μια φορά, να μη τη ρωτάει, να μην κάνει πως τάχα δεν ξέρει. Μα δεν έβρισκε πώς να τα πει τέτοια πράματα, πώς τα λένε, αν λέγονται αυτά τα πράματα -ποια;

«Κατερίνα…»

«Τι ‘ναι μανούλα μου;»

«Πάρε με, Κατερίνα, στα εμπορικά να ψωνίσω μια μπατίστα.»

«Τώρα;»

«Τώρα…»

«Να σε πάρω…»

Έτσι είχε αρχίσει. Η Ιφιγένεια έδωσε ένα σάλτο, την αγκάλιασε, άλλο σάλτο, βρέθηκε στο δωμάτιό της, έριξε πάνω της ένα τσίτι και ξαναγύρισε στη στιγμή. Ήταν χαρούμενη που θα πήγαιναν να ψωνίσουν αυτή τη μπατίστα, πολύ χαρούμενη. Η Κατερίνα χαιρότανε τη χαρά της -πώς δεν της έκοψε το μυαλό, τόσον καιρό να της τόλεγε αυτή, να την πάρει να βγούνε μαζί; Στάθηκε μια στιγμή και την κοίταξε. Ήταν κατακόκκινη, το πρόσωπό της όλο λαμποκοπούσε -ο ‘Aι-Γιώργης. Κάτω από κείνο το τσίτι, φαινόταν, ήταν ολόγυμνη. Παρθενικά, θηλυκά, σεμνότατα, θαυμάσια γυμνή. Και μοσκοβολούσε -μια δροσιά- το κορμί της.

«Να φάμε και καμιά πάστα, Κατερίνα; Ναι; Κερνάω…»

«Να ντυθώ κι εγώ μια στιγμή», είπε η Κατερίνα.

Μπήκε στο μέσα το δωμάτιο, το δικό της. Η πρώτη χαρά της είχε χαθεί -γιατί χάθηκε; Έκλεισε πίσω της την πόρτα -γιατί την έκλεισε; Έβγαλε την ποδιά της κουζίνας, έβγαλε το φόρεμά της, έμεινε με την κομπιναιζόν της τη θαλασσιά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κανένα κύρτωμα, κανένα καμπύλωμα δεν γινότανε στο στήθος της. Πήρε απ’ τον κομμό την κίτρινη μπλούζα με τα κοντά τα μανίκια, τη φόρεσε γρήγορα γρήγορα -ο Σταμάτης την είχε παινέσει πολύ, τι καλά που της πήγαινε. Στάθηκε μπρος στον καθρέφτη και κουμπωνόταν. Κοιτάχτηκε πάλι. Η μπλούζα της άφηνε έξω τα μπράτσα -είδε τα μπράτσα της στον καθρέφτη, βλογιοκομμένα, ασπρουλιάρικα, κίτρινα, μαραμένα. Δε θα τη φορούσε αυτή τη μπλούζα να βγει με την Ιφιγένεια. Την έβγαλε γρήγορα γρήγορα, την πέταξε στο κρεβάτι. Πήρε απ’ τη ντουλάπα το κόκκινο φόρεμα με τις άσπρες βουλίτσες, τις Κυριακές το φορούσε, με το μανίκι ως τον άγκωνα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη -χειμωνιάτικο. Γρήγορα γρήγορα το ξανάβγαλε, το πέταξε κι αυτό στο κρεβάτι -τι να βάλει τώρα; Πηγαινοήρθε ανάμεσα στον καθρέφτη και στη ντουλάπα -ένιωσε πως ίδρωνε. Ήρθε απ’ έξω κι η φωνή της Ιφιγένειας -έλα πια, τότε τάχασε ολότελα. Ξαναφόρεσε εκείνη την μπλούζα. Και τα μαλλιά; Τι προφταίνει να κάνει τώρα με τα μαλλιά της; Φόρεσε στο κεφάλι της το μαντήλι, Αύγουστος μήνας, το πέταξε, το ξανάβαλε, πάλι το πέταξε. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα όταν βγήκε -με την μπλούζα την κίτρινη, την κοντομάνικη και με τα μαλλιά της τούφες τούφες, τα κόκκινα -ασκέπαστα. Την τελευταία στιγμή της πέρασε η ιδέα πως στις μασχάλες της βρωμούσε ο ιδρώτας.

Βγήκανε στο δρόμο. Συνηθισμένη να στέκεται δίπλα στο δικό της το Σταμάτη, τόσα χρόνια, ασφαλισμένη, ένιωθε τώρα πηγαίνοντας με την Ιφιγένεια, ένας άλλος κόσμος νανοίγεται γύρω της -εχθρικός. Τ’ ανελέητο φως τ’ αυγουστιάτικου πρωινού τη γύμνωνε ολόκληρη -το στήθος, τα πόδια της. Η ταραχή πούχε νιώσει στο σπίτι μεγάλωνε -τάχε χάσει. Όταν φτάσανε στην Ερμού -κόσμος πολύς, κάτι ζάλη την έπιασε. Δεν ήθελε νάμπει μαζί με την άλλη στο μαγαζί- και μπήκε. Τις κοιτούσαν όλοι. Βγήκανε – σάμπως νανάσανε λίγο που τέλειωσαν. Και τάχασε πάλι στον δρόμο μέσα στον κόσμο. Βιαζότανε πια να γυρίσουνε σπίτι, να φτάσουνε σπίτι, να κρυφτεί, να ξαναβρεί την ασφάλεια, τη δική της ασφάλεια.

«Και την πάστα;» ρώτησε η Ιφιγένεια.

«‘Aλλη φορά.»

«Κουράστηκες;»

«Τόση ζέστη…»

«Ναι ζέστη…»

Φτάσανε σπίτι. Μπήκανε μέσα, ανεβήκανε, πνιγόταν, την έλουζε ο ιδρώτας, η μυρουδιά του την τρέλαινε. Πέταξε την μπλούζα, αυτή την μπλούζα -να λευτερωθεί. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της – ήθελε να κλάψει. σε λίγο μπήκε στο μπάνιο και σαπουνιζόταν ώρα πολλή να φύγει εκείνη η κακιά μυρωδιά της σαπίλας.

Έτσι είχε αρχίσει.

Έτσι πήγε κι ύστερα – από κείνη τη μέρα κι ύστερα. Η Ιφιγένεια δεν είδε, δεν ένιωσε τίποτα, τι γίνηκε μ’ αυτήν την πρώτη τους έξοδο. Ήταν ολομόναχη στην Αθήνα. Δεν είχανε συγγενείς, φίλους δεν είχαν -μήτε αυτή, μήτε ο Αργύρης. Απλοϊκή κι απονήρευτη, τη συνείδηση ωστόσο της θηλυκής ομορφιάς της πρέπει κάπως να την είχε. Το ένστιχτό της κι η επαρχιώτικη της αγωγή την οδηγούσανε να φυλάγεται. Δεν ήθελε να ξεπορτίζει μονάχη της, αφού ο Αργύρης έλειπε όλη τη μέρα και τόσο μακριά. Με την Κατερίνα να βγαίνει ήταν όλα καλά και χαιρότανε σα μικρό παιδί κάθε τους έξοδο:

«Κατερίνα… Πού πας Κατερίνα;»

Χόρευε γύρω της.

«Ως εδώ μονάχα… Στην αγορά, καλό μου…»

«Πάρε με και μένα, Κατερίνα» – το τραγουδούσε.

«Έλα…»

Τα ίδια -η μπλούζα, τα μπράτσα, ο καθρέπτης, οι τούφες, ο ιδρώτας, στο δρόμο τα μάτια του κόσμου. Γύριζε πίσω, κάθε φορά κυνηγημένη, σακατεμένη -κάθε φορά περισσότερο χτυπημένη. Η Ιφιγένεια ανυποψίαστη – τα ίδια:

«Τι κάνεις εκεί, Κατερίνα;»

«Πλέκω λίγο.»

«Τα τελείωσες όλα;»

«Όλα.»

«Και το φαΐ;»

«Και το φαΐ.»

«Γρήγορα είναι ακόμα όσο ναρθούνε. Πάμε σινεμά;»

Τον πρώτο καιρό το περίμενε τρέμοντας. Λίγο πιο ύστερα δεν τη φοβότανε πια την έξοδο. Να βγαίνει στο δρόμο μαζί με την Ιφιγένεια, να κρύβεται σπίτι -δεν άλλαζε τίποτα. Μέσα στον καθρέφτη της Ιφιγένειας την είχε δει πια τη μοίρα της, την είδε, τη γνώρισε, την ήξερε τώρα. Το βάρος μιας μέρας, χωρίς το Σταμάτη, τραβιέται όπως όπως. Το βράδυ που γυρίζει αυτός, γίνονται δυο -η παρουσία του γεμίζει την κάμαρη μ’ όλο το νόημα μιας επισφράγισης. Κουλουριάζεται τότε στο σοφά της, κλείνει τα μάτια και σωπαίνει.

«Παρακουράζεσαι, φοβάμαι, μ’ αυτήν», της είπε τέλος ένα βράδυ.

«Δεν κουράζομαι καθόλου μ’ αυτήν, μη φοβάσαι εσύ», είπε η Κατερίνα χωρίς νανοίξει τα μάτια της.

Η φωνή της ήταν εχθρική -πρώτη φορά στη ζωή τους. Είχε αρχίσει κι αυτός και φοβόταν -δεν ήξερε τι. ‘Aκουσε τώρα κι αυτή τη φωνή της -πήγε μέσα, βαθιά του, ζάρωσε στην πολυθρόνα του. Δεν ξαναμίλησε, δεν ξαναρώτησε – μήτε τότε μήτε τ’ άλλα βράδια. Στο μαγαζί του δεν το χαϊδεύει πια τ’ ατροφικό ποδαράκι του, δεν σταματάει να τα κοιτάξει τα μεγάλα του δάχτυλα. Γυρίζει το βράδυ, μένουν αμίλητοι. Ο Σταμάτης ο Σιδεράκης πού ‘τανε τόσο σοφός δεν ξέρει τώρα τι πρέπει να κάνει. Σκέφτεται κάποτε να σηκωθεί μια φορά, να πάει εκεί στο σοφά της, να καθίσει κοντά στα πόδια της -Κατερίνα, να της πει… Μα δεν ξέρει τι θα της πει παρακάτω -δεν πάει. Σκέφτεται πάλι, να σηκωθεί μια φορά να πάει στ’ άλλο δωμάτιο, να βρει τον Αργύρη, το καλό παιδί, νάναι και κείνη μπροστά – η Κατερίνα, βρε παιδιά, να τους πει… Μα δεν ξέρει πάλι τι θα πει παρακάτω -και πάλι δεν πάει…

Κόπηκε πια και της Κυριακής τους ο ωραίος περίπατος. Την πρώτη φορά που τους πρότεινε η Ιφιγένεια να πάνε κι οι τέσσερις να δούνε το σπίτι στην Ηλιούπολη -πονάει σήμερα η πλάτη μου, είπε η Κατερίνα. Έφυγαν οι δυο τους. Ο Σταμάτης δεν τόλμησε να πει να βγούνε λίγο κι αυτοί. Και για την πλάτη της ακόμα, δεν τόλμησε να ρωτήσει τι ‘ταν ο πόνος. Τράβηξε την πολυθρόνα του κοντά στο παράθυρο κι έμειναν έτσι όλο τ’ απόγευμα, όλο το βράδυ, αυτή στο σοφά της, αυτός κοιτώντας το δρόμο.

«Μα στ’ αλήθεια, την ήθελες εσύ νάρθει μαζί μας;» ρώτησε ο Αργύρης την Ιφιγένεια.

Ήτανε μέρες πούθελε πια να της μιλήσει γι’ αυτό.

«Και γιατί να μην έρθει; Τόσο πολύ θα χαιρόταν.»

«Μα κουκούτσι μυαλό δεν έχεις, μωρή; Δε βλέπεις πώς έγινε;»

Δεν είπε τίποτα. Όλο τ’ απόγευμα απόμεινε πικραμένη, συλλογισμένη -ούτε το σπίτι που τελείωνε δε χάρηκε λίγο. Το βράδυ που γυρνούσανε πίσω, στάθηκε ξαφνικά, τούπιασε τα χέρια. Στα μάτια της ήταν τα δάκρυα.

«Αργύρη… Σου ορκίζομαι εσένα… Αργύρη, δεν έφταιξα τίποτα… Που την αγάπησα μόνο…»

«Τη σκότωσες, μωρέ Ιφιγένεια… Μ’ αυτή την αγάπη σου…»

Στο δωμάτιο τους άρχισε κι έκλαιγε. Ήθελε να πάει μέσα να την αγκαλιάσει.

«Σταμάτα», είπε ο Αργύρης, «μ’ αυτά τα χαζά σου. Πουθενά δεν θα πας.»

Μείνανε κι οι δυο στο δωμάτιο -ούτε νερό δεν πήγαν να πάρουν.

‘Aλλαξαν όλα μέσα στο σπίτι από κείνο το βράδυ. Ο Αργύρης δεν ξαναπέρασε να πάρει το νερό του το βράδυ -ο Σταμάτης δε ρώτησε γιατί δεν έρχεται. Η Κατερίνα δεν άπλωσε πια το χέρι της να χαϊδέψει το κεφάλι της Ιφιγένειας -η Ιφιγένεια δεν είπε να βγούνε μαζί. Δεν ήξερε πια τι να κάνει. Νάναι καλή -φοβόταν μη την πληγώσει. Να συμμαζευτεί, ναλλάξει τον τρόπο της -πάλι το φοβόταν. Φοβότανε κάθε της κίνημα, κάθε της πράξη -και στενοχωριότανε που φοβάται. Το φέρσιμό της έγινε αφύσικο, ψεύτικο -και στενοχωριότανε και γι’ αυτό. Δεν είχε μπρος και δεν είχε πίσω -και στενοχωριότανε και γι’ αυτό. Μια βδομάδα πέρασε έτσι και την Κυριακή δεν της είπε πάλι να δούνε το σπίτι. Μετρούσε μόνο τις μέρες – πότε να φύγουνε πια- και στενοχωριότανε και γι’ αυτό.

Τις μέρες μετρούσε τώρα κι ο Αργύρης -να τελειώνουνε μ’ αυτές τις ανόητες ιστορίες, που γίνονται πάντα με τις γυναίκες. Η κυρία Ιφιγένεια μπορούσε να τάχει σίγουρα τα δυο χαστούκια -αν δεν ήταν δικό του το λάθος πούχε πρώτος αρχίσει τις μεγάλες φιλίες μ’ αυτούς τους σακάτηδες.

Τις μέρες μετρούσε κι ο Σταμάτης. Μία μία τις μέρες τους Σεπτέμβρη -πότε να φύγουν. Να φύγουν, αυτή να φύγει -αυτή ‘ταν η αιτία. Να φύγει αυτή -πληγώνεται η Κατερίνα του που τη βλέπει. Να ξαναβρεθούν οι δυο τους, με το μαγαζάκι τους, τον περίπατό τους της Κυριακής, να τη φορέσει κι η Κατερίνα την καινούρια ρόμπα που της αγόρασε… Και θα ξαναγίνουν όλα… Όλα, Κατερίνα, θα γίνουν. Όπως ήταν πρώτα. Και καλύτερα. Θα το δεις… Θα το δεις κι εσύ… Μετράει τις μέρες κι είναι σίγουρος ο Σταμάτης -θα ξαναγίνουν όλα όπως πρώτα.

Το ευλογημένο βράδυ της απολύτρωσης ήρθε πριν από το τέλος του Σεπτέμβρη -δέκα μέρες κερδισμένες.

Όλη μέρα στο μαγαζί του βελονιά δεν είχε ρίξει ο Σταμάτης. Τ’ απόγεμα τόκλεισε γρηγορότερα και κίνησε για το σπίτι. Το φορτηγό στεκόταν στην πόρτα τους. Στάθηκε μια στιγμή στη γωνιά του δρόμου, να γαληνέψει η καρδιά του -πήγε κοντά. Ο Αργύρης ανεβοκατέβαινε με τους μπόγους και τις βαλίτσες. Η Ιφιγένεια κουβαλούσε κι αυτή. Η Κατερίνα στεκόταν ορθή κοντά στην πόρτα. Ο Σταμάτης τους χαιρέτησε, τους αποχαιρέτησε, είπε να τους ξαναδούνε, να τους ξαναβλέπουν, θα πάνε κι αυτοί φυσικά, είπε λόγια καλά κι ευχές και συγγνώμες αν κάτι δεν έγινε εν τάξει. Τους άφησε κει κι ανέβηκε πάνω.

Όπως τόχε σχεδιάσει, έκατσε στη βαθιά πολυθρόνα του, άπλωσε τα ποδαράκια του όσο μπορούσε μακρύτερα, άνοιξε την εφημερίδα του. Δεν μπορούσε να διαβάσει. Την πέταξε, σηκώθηκε, πήγε και στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Κάτω στο δρόμο είχαν τελειώσει το φόρτωμα. Η Ιφιγένεια γύρισε, πήγε κοντά στην πόρτα, αγκάλιασε τώρα την Κατερίνα. Κάτι της λέει, σκουπίζει τα μάτια της -μα σταλήθεια λοιπόν την αγαπούσε αυτή; Είδε ύστερα τα χέρια της Κατερίνας που κρεμάστηκαν στο λαιμό της αλληνής, κάτι της λέει κι αυτή, τα χέρια της ύστερα σπασμωδικά, σαν ξυλένια, χαϊδεύουνε τα μαλλιά της, τους ώμους, τα μπράτσα, όσο να πέσουν ξερά, νικημένα -και κλαίει κι αυτή…

Τ’ αυτοκίνητο έβαλε μπρος -δόξα σοι ο Θεός, να τελειώσουν. Η Ιφιγένεια ανέβηκε και καθόταν πάνω στα δέματα. Ως τη στροφή του δρόμου έβλεπε το χέρι της πούγνεφε. Πήρε τότε κι αυτός μια βαθιάν ανάσα, κάθισε πάλι στην πολυθρόνα του και περίμενε την Κατερίνα νανέβει.

Μπήκε σε λίγο, σηκώθηκε κι αυτός. Μείναν έτσι, όρθιοι κι οι δυο τους, ασάλευτοι και δεν ξέρανε τι να κάνουν. Το τραπέζι ήταν στρωμένο στη μέση, όπως πάντα. Η Κατερίνα πρώτη έσκυψε το κεφάλι, πήγε να καθίσει.

«Στάσου», είπε αυτός. «Μην κάθεσαι ακόμα…»

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε -δεν κάθισε. Αυτός πήγε στ’ άλλο δωμάτιο, πεταχτούτσικος, πηδηχτούτσικος, ξαναγύρισε μ’ ένα δέμα στα χέρια. Ήτανε το κόλπο του γι’ αυτή την ώρα, το μεγάλο κόλπο για τη μέρα που θα ξανάτανε μόνοι τους -η καινούρια ρόμπα. Έβαλε το δέμα πάνω στο σοφά, το ξεδίπλωνε σιγά σιγά. Έβγαλε τέλος τη ρόμπα, τη σήκωσε πάνω.

«Έλα», της είπε. «Κοίτα… κοίτα τι πράμα…»

Η Κατερίνα τη φόρεσε αμίλητη, την ίσιασε μια φορά πάνω της και κάθισε στο τραπέζι. Κάθισε κι αυτός -αρχίσαν να τρώνε. Ούτε ευχαριστώ δεν τούπε -δεν τόλμησε κι αυτός να της πει τι καλά που της πήγαινε. Το μεγάλο του κόλπο της ρόμπας δεν είχε συνέχεια. Έτρωγε με τα μάτια στο πιάτο, πάσκιζε κάτι να βρει, να μιλήσουν -δεν έβρισκε. Σήκωσε τα μάτια του -την κοίταξε κλεφτά. Και τότες είδε -είδε κι αυτός. Καμία Κατερίνα δεν ήταν εκεί. Ήταν ένα τέρας της ασχήμιας, ένα έκτρωμα της δυστυχίας. Χτυπημένο, ρημαγμένο, ξοφλημένο. Και τότε τόξερε πια κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης. Η Ιφιγένεια έφυγε -η απολύτρωση δεν ήρθε. Ποτέ δεν θαρχότανε. Πέρασε ο ‘Aι-Γιώργης εκεί -θα περνούσε κάποτε- έγινε φως, πολύ φως. Και τίποτα -τίποτα δεν είχανε φταίξει- τους αστραπόκαψε.

128 Σχόλια προς “Άι Γιώργης, διήγημα του Δημήτρη Χατζή”

  1. Νέο Kid said

    My statistical contribution: 1η φορά σήμερα.
    Στην Κύπρο ο εργοδηγός λέγεται επιστάτης! Ενδιαφέρον , isn’t it?

  2. Γιάννης Κουβάτσος said

    Εξίσου σημαντικό είναι και το «Διπλό βιβλίο». Ίσως το σημαντικότερο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή.

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    Να απαντήσω στο ερώτημά σου :το έχω διαβάσει το διήγημα αρκετές φορές, όπως και όλο το λογοτεχνικό έργο του Δημήτρη Χατζή, που τον θεωρώ έναν από τους 5-6 σημαντικότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους, στην εκλεκτή παρέα του Τσίρκα, του Χάκκα, του Ιωάννου, του Αλεξάνδρου (για το «Κιβώτιο»), του Κουμανταρέα…

  4. leonicos said

    υπέροχη επιλογη. Ο Χατζής γνωστος

  5. BLOG_OTI_NANAI said

    Καλημέρα!

  6. Πρώτη…
    (και ακόμα δεν το τελείωσα. Μεγάλος συμπατριώτης,)

  7. BLOG_OTI_NANAI said

  8. atheofobos said

    Προσωπικά συγκινήθηκα που διάβασα αυτό το διήγημα του Χατζή.
    Η μνήμη δεν βοηθά για να θυμηθώ αν το είχα διαβάσει, όπως είναι πολύ πιθανό, όταν εκδόθηκε, γιατί στα νιάτα μου τα βιβλία του Χατζή ήσαν από τα αγαπημένα μου.

  9. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    5-7 Α μπράβο!

    6 Με την έννοια ότι είναι Ηπειρώτης;

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    6:Έχω την εντύπωση πως, σε σχέση με τον πληθυσμό, η Ήπειρος μάς έχει δώσει τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς λογοτέχνες από κάθε άλλο γεωγραφικό διαμέρισμα, από τον Δάλλα και τον Χατζή μέχρι τον Χουλιαρά, τον Γκανά, τον Μηλιώνη και τον Δημητρίου.

  11. Costas X said

    Καλημέρα !

    Όχι, δεν το έχω ξαναδιαβάσει το διήγημα, θα το θυμόμουν.
    Υπέροχη περιγραφή χαρακτήρων, καταστάσεων και ψυχολογίας.

  12. Κιγκέρι said

    Α, το εχω διαβάσει, εμείς έχουμε αυτό:

  13. π2 said

    Πρώτη φορά και για μένα. Εξαιρετικό.

  14. spyridos said

    Καλημέρα. Πρώτη φορά.
    Βαρύ λιγάκι για πρωινό Κυριακής.
    Μου αρέσουν και οι φράσεις που δεν θα χρησιμοποιούσαμε πια, όπως:
    «περιορισμένος πολύ και στις απαιτήσεις του».

  15. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    12 Εγώ έχω μια ακόμα παλιότερη έκδοση 🙂

  16. ΓΤ said

    Νικητής του Μαραθωνίου ο Κώστας Γκελαούζος (ΠΑΟ).
    Πού είναι η Αφρική; Πώς γκένεν ατό;

  17. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  18. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    Η αστραφτερή Ιφιγένεια, θανάσιμος Άι-Γιώργης, φως αθέλητα σκληρό που σκοτώνει ελκύοντας τα ζούδια της στοργικής Εκάτης, η ομορφιά που καίει -αντί να σώσει- τον “ανέσωτο” κόσμο της Κα(ρ)τερίνας, θυμίζει άνιση μάχη ασύνειδη αρχοντόγεννης και παρακατιανής της εποχής των Ατρειδών, όπως εκείνη της Ηλέκτρας και της νένας της ​“Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού” του Ρίτσου, εκάτερες όμοια δεμένες στη μοίρα της γυναίκας που ασπάζεται το στερεότυπο του θήλεος κορμιού και αισθάνεται -εσφαλμένα- ανυπόστατη, κενή, αν συν τω χρόνω της φανεί ότι πια δεν το πληροί:
    «(…)Νένα, πώς απομείναμε έτσι οι δυο μας; — εσύ η πιο γριούλα
    κι εγώ η πιο κουρασμένη, — εσύ μονάχα να θυμάσαι
    κι εγώ να σκέφτομαι και να ξεχνάω — οι δυο μας
    σ’ ένα σημείο απόλυτο καθένας μιας δικής του ματαιότητας —
    εσύ ίσως όχι· βλέπω πάντα τα χέρια σου να τρέμουν
    όταν ανάβουν κάθε βράδυ το σπίρτο — μήπως τάχα
    απ’ τη συγκίνηση που εργάζονται ακόμη
    ή μήπως απ’ το φόβο γι’ αυτά που εξαφανίζονται απ’ το φως
    ή για κείνα που δείχνονται στο φως; (…)
    (…)η μητέρα
    μετά τον τελευταίο της τοκετό είχε ασκημίσει·
    το μέτωπό της γεμάτο φακίδες· τα στήθη της
    είχαν χάσει το σχήμα τους — το ’ξερε και το ’κρυβε
    κι ήταν ενοχλημένη, δύστροπη,
    σχεδόν αντιπαθητική· — αυτό που κρύβουμε είναι
    αυτό που πιότερο μας φανερώνει, —έτσι δεν είναι, νένα;—
    κι ίσως αυτό μας κάνει ενόχους κι άσκημους — μια απόσπαση,
    μια μεταποίηση και παραμόρφωση της ζωής
    απ’ τη δική μας μάταιη ανυπακοή και σκληρότητα,
    απ’ τη δική μας περηφάνια —καλύπτρα της δειλίας μας—
    ανάρμοστη στο φως· (…)»”
    [ΜΥΚΗΝΕΣ, Μάης 1960 -Γιάννης Ρίτσος , Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972)].
    …Όσα μας φανερώνουνε κι όσα έχουμε κρυμμένα, της μοίρας μας γραμμένα που εντέλει ίδια πληγώνουνε.
    [ΥΓ:Τα καλά γραφτά ξαναδιαβάζονται ευχαρίστως και πάντα κάτι παραπάνω έχεις να δεις κάθε φορά]

  19. Γιάννης Κουβάτσος said

    16:Κορονοϊός, φίλε μου. Μα γίνεται μαραθώνιος χωρίς Κενυάτες; Να αναφέρω, ως υπερήφανος πατήρ, τη συμμετοχή, που ανταμείφθηκε με μετάλλιο λόγω τερματισμού, της κόρης μου, παναθηναϊκών επίσης φρονημάτων. Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κ… α Αλαφούζο! ☘️🏆✌️

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    19:Στα 10 χιλιόμετρα , ή 10.000 χλμ. σύμφωνα με τη μόδα. 😜

  21. ΓΤ said

    20@

    Να βάλω φωτό της κόρης σου;

  22. ΓΤ said

    Συγχαίρουμε 🙂

    A/A
    Rank
    BIB
    Name
    Sex – Birth (Age cat.) – Nation
    Club
    Start
    1.05 Km
    5 Km
    5.75 Km
    Finish
    1 1961 43467
    KOUVATSOU DIMITRA
    Female – 1996 (F) – GRC
    Πλαίσιο Computers ΑΕΒΕ
    00:00:00
    00:08:44
    00:41:08
    00:47:37
    01:19:14

  23. Γιάννης Κουβάτσος said

    21:Ασε, μη μου τη ματιάσουνε, γιατί είμαστε και ομορφόσογο. 😎

  24. BLOG_OTI_NANAI said

    Πολύ καλό. Εκεί μέσα διατυπώνεται η ξεκάθαρη εδώ και πολλά χρόνια σκέψη μου για το πόσο μεγάλη φενάκη εκφράζουν οι ιδέες του τραγουδιού Imagine και όλες οι αντίστοιχες ανοησίες περί απουσίας ανισοτήτων, διακρίσεων, συνόρων, στρατοπέδων κάθε λογής σε τούτο εδώ τον κόσμο, με τους μεγάλους πρωταγωνιστές αυτής της ηλίθιας αμπελοφιλοσοφίας να κατηγορούν τις θρησκείες, τις εξουσίες ή ό,τι άλλο… Και ξεχνούν βεβαίως πως ομορφιά, πλούτος, δεξιότητες, ταλέντα, σωματότυπος, αναπηρία και τόσα άλλα είναι καταστάσεις που γεμίζουν σύνορα τα μυαλά των ανθρώπων και κατά συνέπεια, τον κόσμο. Όποιος έχει υπάρξει στη θέση της Κατερίνας, κατανοεί ότι το Imagine, εκφράζει την -σε βαθμό ανοησίας- ουτοπία ενήλικων νηπίων.
    Παραδόξως για Χόλιγουντ, έξυπνες σκέψεις προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί κανείς να δει στην ταινία «The Beach» με τον Ντι Κάπριο, για τους χίλιους τρόπους με τους οποίους μπορεί να διαλυθεί μια ουτοπία ανεγκέφαλων.

  25. sarant said

    22-23 Mα καλά, όλα βρίσκονται;

  26. Πουλ-πουλ said

    Εξαίρετη επιλογή Νικοκύρη. Το διήγημα δεν θυμάμαι να το έχω διαβάσει, αν και είμαι διαπρύσιος θαυμαστής του. Τον είχα συναντήσει στις διαλέξεις του στον Υμηττό επί Λεντάκη. Μπήκε αθόρυβα σε μια κατάμεστη αίθουσα ένας λίγο σκυφτός ανθρωπάκος με μια σχολική σάκκα, έβγαλε τα χαρτιά του και άρχιζε να διαβάζει. Ακόμη θυμάμαι την ηρεμία της φωνής του.

  27. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τα δημοσιεύουν οι διοργανωτές.
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.athensauthenticmarathon.gr/site/index.php/el/results-gr/687-results-2021-10km-2-gr&ved=2ahUKEwiXqKSl0Zf0AhXgi_0HHa-sCUgQFnoECHEQAQ&usg=AOvVaw18Q6dq2Vya5pGaO4ShAe_p

  28. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το 27 στο 25.

  29. ΓΤ said

    25@

    ευκολάκι

  30. @ 19 Γιάννης Κουβάτσος

    Καλή παρατήρηση.

  31. Σορρυ , επαθα μάλλον αλλεργία ή κουράστηκαν τα μάτια μου . Το πρωί δεν μπορούσα να τα ανοιξω . Πήρα xozal και έβαλα φέτες αγγούρι..ο πόνος σαν από ηλεκτροκολληση, κάνουμε και 4 ώρες μάθημα με συνεχή χρήση προτζέκτορα, 3 φορές την εβδομάδα. Στην σχολή το επαθα αρχικά προχθες, πρήστηκαν τα μάτια μου ελαφρυα και υπεθεσα ότι φταίει ο προτζεκτορας ..αλλά έχω μία υπόνοια για αλλεργία νόμιζω άλλαξε απορρυπαντικό η καθαρίστρια ή τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να φταίει που άλλαξα σαπούνι πρόσωπου . Θα ξεκουραστω

  32. Ανέσυρα το κόκκινο αντίτυπο (Εκδ. Καστανιώτη) και θα διαβάσω και τα υπόλοιπα. Ενθαρρύνομαι και από τα «Τετριμμένα σύμβολα», πρώτο της συλλογής, που είναι πολύ σύντομο.

  33. @ 31 Kiriakimateri

    Αχ, το δυσνόητο «κάνουμε [και 4 ώρες] μάθημα».
    Κι εμείς. Αλλά ευτυχώς τα ανοίγω.

  34. Πουλ-πουλ said

    19. «παναθηναϊκών επίσης φρονημάτων»
    Τα παιδιά δύο πράγματα δεν επιλέγουν: το όνομα και την ομάδα τους. Όλα τα άλλα είναι ελεύθερα να τα ανατρέψουν.

  35. Κιγκέρι said

    «Το βάφτισμα» από την ίδια συλλογή, το είχαμε κάνει στην α’ γυμνασίου – ενότητα Βιοπάλη, σελ. 111. Πολύ μου άρεσαν αυτά τα βιβλία!

    http://e-library.iep.edu.gr/iep/collection/browse/item.html?code=01-19861&tab=01

  36. sarant said

    26 Zηλεύω

    27 Οκ, μερσί!

  37. Νέο Kid said

    34. Μπα! Παλιά ίσως. Τώρα τα παιδιά είναι ανεξάρτητα. Εμένα η κόρη μου έγινε Αεκτζού κι ούτε κατάλαβα πώς. Τώρα με φωνάζει βαζελομπούμερ κι εγώ τη φωνάζω χανουμοέγκερ* και η ποδοσφαιρική μας διαφωνία κορυφώνεται μόνο όταν τής θίγω τον «παλτομέσσι» ή τον ρονάλντο.

    Το έγκερ είναι όρος που έφτιαξα σε αντίπραξη για το boomer. Από το egg-er .Αυτή/ός που δεν έχει βγει ακόμα απ τ αβγό και τα ξέρει όλα. 😊

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    37:Δεν έκανες κάτι λάθος, μην έχεις τύψεις. 😊 Πως διάολο να πείσεις ένα παιδί να υποστηρίξει τον καφενέ του Αλαφούζου;

  39. Πουλ-πουλ said

    37.
    Θα σου αποκαλύψω λοιπόν το μυστικό. Δεν προπαγανδίζεις την ομάδα σου, αλλά σε πολύ μικρή ηλικία, πέντε ετών ας πούμε, τον (την) πας στο γήπεδο. Από μπάλα ο μικρός (η μικρή) δεν καταλαβαίνει και πολλά, ενσωματώνεται όμως στην εξέδρα. Ακούει τραγουδάκια, βλέπει χρώματα, σύμβολα, και γυρίζει σπίτι βαφτισμένος (η).

  40. freierdenker said

    Η πρώτη μου σκέψη ήταν οτι δεν το είχα διαβάσει, αλλά μου έκανε κλικ και θυμήθηκα την ιστορία από τις πρώτες γραμμές. Μετά δεν συνέχισα το διάβασμα, οπότε μπορώ να πω τις παλιές ίσως λανθασμένες εντυπώσεις μου.

    Νομίζω οτι το διήγημα είναι πολύ θεατρικό και ψυχολογικό. Θα μπορούσε να έχει επιρροές από Ίμπσεν, Στρίνμπεργκ, ή και να είναι το retelling κάποιου έργου τους (με την έννοια που η Στέλλα του Καμπανέλλη είναι retelling της ιστορίας της Κάρμεν).

    Δεν ξέρω ποια θα ήταν η σωστή απόδοση στα ελληνικά του retelling, π.χ. διασκευή/adaptation συνήθως υπονοεί μικρότερο βαθμό δημιουργικότητας.

  41. ΚΩΣΤΑΣ said

    Πρώτη φορά διαβάζω το σημερινό, δεν μου θύμισε κάτι από παλιά. Καλό, αλλά δεν ενθουσιάστηκα κιόλας, ίσως λόγω αυξημένων προσδοκιών από άλλα διηγήματα του ίδιου συγγραφέα.

  42. Νέο Kid said

    49. «Αναδιήγηση» μήπως; Όχι τέλειο , αλλά μονολεκτικό τουλάχιστον.

  43. Νέο Kid said

    42–>40

  44. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Καλο, ευαισθητο διηγημα την εποχη της γκαζιερας και του ψυγειου παγου.

    Το σημαντικοτερο ειναι οτι με χαμηλους τονους αναδεικνυει τις ανισοτητες μεταξυ φτωχων ανθρωπων…

  45. Πουλ-πουλ said

    41.
    Το διήγημα είναι χαμηλόφωνο, όπως ήταν η φωνή του. Ένας μέτριος συγγραφέας θα έβαζε την Κατερίνα να ερωτευθεί τον Αργύρη και η όποια εξέλιξη θα ήταν βαρετή. Αντίθετα εδώ, η Κατερίνα ερωτεύεται την υγεία της Ιφιγένειας, και το ζευγάρι αποκτά συνείδηση της κατάστασης του, όπως λέει και ο Χατζής «τους αστραπόκαψε».

  46. Πολύ, πολύ ωραίο. Και όχι, δεν το είχα διαβάσει.

    Πρόσεξα από λεξιλογικά:
    ανέσωτο
    σε δυο μήνες το μάξιμον

  47. Λογω αγροτικών εργασιών θα διαβάσω μετά το κείμενο, τώρα ένα δείγμα λειτουργικότητας δημοσιογραφίας και ιατρικών συμβουλών :

    «Θεωρούν ότι κάνουμε κακή ιατρική και ότι δεν κάνουμε το σωστό» είπε χαρακτηριστικά ο γιατρός…
    …Παράλληλα, ο κ Καπραβέλος χτύπησε ηχηρό καμπανάκι για την τρίτη δόση και ειδικά για όσους είναι εμβολιασμένοι με μια δόση του σκευάσματος της Johnson&Johnson: «Όσοι είχαν εμβολιαστεί από τον Μάρτιο-Απρίλιο με το J&J είναι πλέον ακάλυτποι απέναντι στον ιό. Είμαι ξεκάθαρος. Πρέπει να γίνει η επαναληπτική δόση αμέσως, το ανακοίνωσε και η ίδια η εταιρεία»ς μιλώντας στον ΣΚΑΪ…

    Αδικό έχουν γιατρέ μου όταν εσύ αγνοείς πως η πρώτη μέρα εμβολιασμού με Johnson&Johnson στην Ελλάδα ήταν η 5η ΜΑ»ιου ;;;;

    Ασε που μένουν…ακάλυτποι

    πηγή : https://www.news247.gr/koinonia/kapravelos-gia-johnson-johnson-osoi-emvoliastikan-martio-aprilio-einai-akalytpoi.9424160.html

  48. Μαρία said

    Έχω την έκδοση του Θεμέλιου του 1966. Τότε το διάβασα. Χρειάζεται να το ξαναδιαβάσω, για να δώ πώς θα μου φανεί τώρα στα γεράματα.

  49. μπω στη σελίδα και μου σκάει μία ίδια διεύθυνση sarantakos.wordpress.com.votted.net και μετά σκάει αυτόματη φόρμα που μου ζητά στοιχεία μου , τηλέφωνο κ.α.
    Είναι νορμάλ ή κανα αερικό μου κάνει νοικοκυροσυνές πάλι

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ανεδιάβαστο (κατά το ανέσωτο).
    …………….

    ………………..

  51. ΚΩΣΤΑΣ said

    45 Σεβαστή η άποψή σου, αλλά το έχω ξαναπεί ότι στη λογοτεχνία το καλό η μη έχει σχέση και με το τι εισπράττει προσωπικά ο κάθε αναγνώστης. Εμένα έτσι μου βγήκε.

    Μπορώ να διερμηνεύσω και να κοινοποιήσω τα συναισθήματα που μου βγήκαν. Ο καθένας όταν γεννιέται φέρνει μαζί του και κάποια χαρακτηριστικά που δεν τα επιλέγει ο ίδιος αλλά του τα δίνει η φύση, ο θεός… Δυο άνθρωποι με με μειωμένα φυσικά προσόντα είχαν κατορθώσει να φτιάξουν μια χαρά τη ζωή τους και να ζουν ευτυχισμένοι. Αυτό θαυμάζω στο πρώτο ζευγάρι τον Σταμάτη και την Κατερίνα. Το συναπάντημα με το άλλο ζευγάρι, τον Αργύρη και την Ιφιγένεια, ήταν η αιτία να συνειδητοποιήσουν τα μειονέκτημά τους (οι πρώτοι) και να οδηγηθούν στη δυστυχία. Ούτε έφταιξαν οι ίδιοι ούτε η σωματική ομορφιά, αν και επιθυμητή από όλους, είναι εχέγγυο ευτυχίας. Κάπου χάλασε κάτι ο συγγραφέας χωρίς να καταλαβαίνω τους λόγους και χωρίς αυτό να μου δίνει και ευχαρίστηση.

    Επεξηγώ απλά τη θέση μου, χωρίς να περιμένω και να συμφωνήσετε μαζί μου.

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    « Περιθωριακές ταυτότητες στο ελληνικό μεταπολεμικό διήγημα».
    Διπλωματική εργασία

    σελ.34 Δημ.Χατζής
    (σελ 37.
    3.2.Α. «Η ώρα της Φυρονεριάς» )

    σελ.45-52
    3.3.Α. «Αϊ – Γιώργης» – Ιστορικογραμματολογική ένταξη
    Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο τεύχος 97-98, τόμος ΙΖ΄, 1963 του
    περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης
    https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/2886195/theFile

  53. ΓΤ said

    (Δεν είναι άσχημος ο 1 στο Αρμενία-Γερμανία, που πληρώνει 14,00 🙂 )

  54. Γιάννης Ιατρού said

    20: Σύμφωνα με τη μόδα μεν, αλλά 10.000 μέτρα ρε συ, τι χλμ. Έστω δεκαδικά ,ε και με τη νέα μόδα (πιά νέα…, αυρω-αμερικάνικα εννοείς με την τελεία), τι μετράς, χιλιοστά με 3 δεκαδικά;

  55. Theo said

    Καλημέρα,

    Από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ο Χατζής, συμφωνώ (ίσως και λόγω απώτερης ηπειρώτικης καταγωγής*) με τον Γιάννη (σχ. 10) πως η Ήπειρος μάς έχει δώσει τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς λογοτέχνες από κάθε άλλο γεωγραφικό διαμέρισμα και μού άρεσε το διήγημα, όπως το περίμενα, όταν είδα το όνομα του συγγραφέα, αν και δε νομίζω πως είναι από τα καλύτερά του (λίγο βαρύ μού έπεσε). Πάντως, την αφηγηματική μαστοριά του την έχει.

    *Τη λατρεύω την ορεινή Ήπειρο, για τη λιτότητα, αδρότητα, σοβαρότητα, ευθύτητα και το φιλόξενο των ανθρώπων της, και νομίζω πως τα παραπάνω χαρακτηρίζουν και τον λόγο των συγγραφέων που μνημόνευσε ο Γιάννης στο #10.

  56. … θα με ενδιέφερε να μου λέγατε στα σχόλια αν έχετε διαβάσει παλιότερα το διήγημα …

    Όχι, μόνο «Το τέλος της μικρής μας πόλης»

  57. Δεν το είχα διαβάσει και το βρήκα πάρα πολύ καλό. Εξαίρετη πλοκή, αν είχε επιλέξει μια καλύτερη γλώσσα διήγησης θα μπορούσε να γίνει αριστούργημα- δεν ξέρω βέβαια αν χρησιμοποιούσε μόνο αυτή την γλώσσα σε όλα του τα διηγήματα, μιας και δεν είμαι διαβαστερός…

  58. Νέο Kid said

    54. Αυτό κοροϊδεύει βρε Γιάgn ο Κουβάτσος! Καλά , χθες είχες πάρει απουσία εσυ; Δε θυμάμαι…🤪

  59. Theo said

    Α, ναι, δεν το είχα ξαναδιαβάσει (αν και δεν είμαι σίγουρος, λόγω Έμενταλ).

  60. 22,
    Στην 5η σειρά των δεδομένων:
    περίληψη της συνταγής για την δημιουργία ενός έθνους!
    ( 🙂 εννοείται,
    μαζί με συγχαρητήρια στην 13η σειρά)

  61. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    46.>>Πρόσεξα από λεξιλογικά:
    ανέσωτο
    σε δυο μήνες το μάξιμον
    Κι εγώ τα πρόσεξα όπως και το μεδέν :
    «Μα μήτε γκόμενα δηλαδή; Μεδέν ο Αργύρης»

    Φράσεις σημαδιακές, όπως μου φάνηκαν,στο διήγημα:
    -…ο ρυθμός του κόσμου πήρε κι άλλαζε εντός της. (Από γνωστό στίχο του Βιζυηνού)

    -Χωρίς τη ρόμπα πώς γίνεται;

    -Η κυρία Ιφιγένεια μπορούσε να τάχει σίγουρα τα δυο χαστούκια -αν δεν ήταν δικό του το λάθος πούχε πρώτος αρχίσει τις μεγάλες φιλίες μ’ αυτούς τους σακάτηδες.

    >>Εδουλεύανε, λέει, στη Ραφήνα, στα έργα
    Τη δεκαετία του 1960 ξεκινούν σημαντικές εργασίες βελτίωσης των λιμενικών εγκαταστάσεων με την κατασκευή νέων κρηπιδωμάτων.
    http://www.ktelattikis.gr/rafina

  62. # 34

    Διαφωνώ…διαγωνίως. Και όνομα αλλάζουν τα παιδιά και το βαφτιστικό μένει μόνο για τους τύπους και ομάδα επιλέγουν με τα δικά τους κριτήρια.
    Εγώ ξεκίνησα σαν παναθηναϊκός, πιτσιρικάς για χρόνια δεν έχανα ματς σε Αθήνα-Πειραιά όταν ενηλικιώθηκα άρχισα να πηγαίνω επαρχία και Θεσ/νίκη. Εκεί μου δημιουργήθηκε το πρόβλημα -με τις τότε επικρατούσες ΠΟΚικές συνήθειες- αν αγαπώ περισσότερο το ποδόσφαιρο από τον ΠΑΟ γιατί ήταν δύσκολο να αγαπάς μια ομάδα που σκότωνε το ποδόσφαιρο, όπως κάνει σήμερα απροκάλυπτα ο ΟΣΦΠ. Εγινα ΠΑΟΚg;s
    Ο κολητός μου στο γήπεδο παιδικ΄ς μου φίλος έγινε από βάζελος ΠΑΟΚτσής στα 60φεύγα του, είχε περισσότερες αντοχές από μένα

    Υ.Γ. 1 Οπως σήμερα βάζει γκολ ο Μπουχαλάκης στον ΟΑΡΗΣ «κρυμένος» στο δοκάρι, έτσι και τότε έπιανε την μπάλλα ο Καμπάς μέσα στην περιοχή χωρίς λόγο για να δώσει πέναλτυ και να πάρει μεταγραφή, τα ίδια ο Πανταζής με την ΑΕΚ κ.λ.π.

    Υ.Γ. 2 Του κ. Κουβάτσου του φταίει ο Αλαφού αν και από οποιαδήποτε γωνία και να το δεις ο επόμενος θα είναι σίγουρα χειρότερος από τον Αλαφού είναι τα στάνταρ του συλλόγου τέτοια. Ποτέ δεν κατάλαβε πως η οικογένεια Β. ήθελε τον ΠΑΟ σαν βιτρίνα της Παιανίας εκεί ήταν η ιδιοκτησία της και η επιχείρησή της και φυσικά δεν θα την μοιραζότανε με την Θ13 !!.
    Απλά κι αθώα πίστευε στην δύναμη της φανέλλας και το ευρωπαϊκό κουστούμι.
    Η οικογένεια Γιαννακόπουλου είδε κοντόφθαλμα μια κατάσταση και προτίμησε το «πρωτάθλημα για δυο» σκοτώνοντας το ελληνικό μπάσκετ -μαζί με τον ΟΣΦΠ- που αναπόφευκτα θα οδηγούσε τον ΠΑΟ στο σημερινό διέξοδο, ο ΟΣΦΠ είναι σε λίγο καλύτερη κατάσταση από τις ενέσεις Μαρινάκη από τα λεφτά του τσουλου.
    Ποτέ δεν πρόσεξε την ξινίλα του Παύλου-θεού όταν η εθνική έπαιρνε το 2004 το ευρωπαϊκό κι επεσκίαζε τις επιτυχίες του μπασκετικού ΠΑΟ.

  63. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Δεν έχω τους «Ανυπεράσπιστους», ούτε το έχω διαβάσει το βιβλίο. Αλλά το ομότιτλο διήγημα, όπως και το σημερινό, το είχα διαβάσει κάποτε – επί χούντας – από την «Επιθεώρηση Τέχνης». Που τα τεύχη της -επιμελώς κρυμμένα, εννοείται…- τα ξεκοκαλίζαμε πότε-πότε.

    Ομολογώ ότι τον «Αγιώργη» πολύ αχνά τον θυμόμουνα – ίσως τον επισκίασαν οι «Ανυπεράσπιστοι». Και σήμερα… συμφωνώ με τον Κώστα (#41).

  64. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    37 Έγκερ, καλό!

    46 Το μάξιμον σαν να τσιφορίζει λίγο -αλλά ταιριάζει και με το «μεδέν» που σχολίασε η Έφη στο 61.

  65. Μαρία said

    63
    Ένα απ’ τα διηγήματα της ίδιας συλλογής, «Το βάφτισμα», ανθολογούνταν στα κείμενα νεοελλ. λογοτεχνίας της Α’ γυμνασίου.

  66. voulagx said

    Το ακαδημαϊκό έτος 1975–1976 προσκλήθηκε να διδάξει νεοελληνικό πολιτισμό και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Η μη επικύρωση του διορισμού του λόγω των μη εκπληρωμένων στρατιωτικών του υποχρεώσεων είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή των μαθημάτων αλλά και διαδηλώσεις των φοιτητών.
    Αν θυμαμαι καλα η βραδυνη ειχε σκυλιασει τοτε για να μην διορισθει ο δις καταδικασμενος εις θανατον Δ. Χατζης στο Παν. Πατρων.
    Οχι, δεν το ειχα διαβασει πριν το διηγημα.

  67. ΓΤ said

    Αρνητές απογραφής…
    (Πάντως, στη φωτό, αυτός στην πόρτα είναι φτυστός ο… Τόμσεν 🙂 )
    https://www.reader.gr/koinonia/392296/apografi-2021-kinima-arniton-den-symplironei-ta-apaitoymena-stoiheia-hamos-sto

  68. aerosol said

    Δεν το είχα διαβάσει. Εξαιρετικό! Δουλειά μεγάλου ταλέντου.

  69. Κιγκέρι said

    65: Αυτό ακριβώς είπα στο 35 κι έβαλα και λινκ για το βιβλίο! 🙂

  70. sarant said

    66 Τώρα που το είδα σαν να θυμήθηκα κάτι

  71. Γιάννης Ιατρού said

    54: Παρακολουθώ με διακοπές Κίντο. Έχουμε εξεταστική περίοδο 🙂

  72. # 61, 64

    Αυτό το μεδέν μου μοιάζει περισσότερο σαν λάθος τονισμένο μέδεν , εκφραση ιπποδρομιακή (εκ του αγγλικού maiden ) για ίππους που δεν έχουν πετύχει ακόμα την παρθενική τους νίκη αλλά που έχει περάσει σε πολλές αθλητικές και μη, καθημερινές εκφράσεις.

  73. ΚΩΣΤΑΣ said

    Λόγω έμενταλ, από τα αναγνώσματα του Χατζή συγκράτησα ως τίτλο μόνο το: «η αρκούδα του Πίνδου», επειδή μου έκανε εντύπωση ως αρσενικού γένους η λέξη Πίνδος.

    Και φυσικά όταν είπα στο @41 ότι δεν με ενθουσίασε το διήγημα, εννοούσα μόνο ως προς το συναίσθημα που άφησε μέσα μου, στην ψυχή μου και σε κάνει μετά να αναλογίζεσαι, να σκέφτεσαι, να το βιώνεις συναισθηματικά, να χαίρεσαι, να θυμώνεις, να κλαις, να γελάς….

    Ως προς τα υπόλοιπα, οι συγγραφικές ικανότητες του Δ.Χ. είναι εμφανέστατες και σε αυτό το διήγημα.

  74. Μαρία said

    69
    Συγγνώμη, μικρή Κιγκέρι, αλλά δεν είδα τα σχόλια που προηγήθηκαν 🙂

  75. 62, … Εγώ ξεκίνησα σαν παναθηναϊκός, … -με τις τότε επικρατούσες ΠΟΚικές συνήθειες- …

    «Άμμες ΠΟΚ ήμες, άλκιμοι νεανίαι»

  76. leonicos said

    φφ

  77. Πέπε said

    Τρία πράματα:

    1. Ωραίο πικρό διήγημα. Δεν το είχα διαβάσει πιο πριν.
    2. Δεν υπάρχει πιο κιτς πράμα από το να μαθαίνεις στο παιδί σου να είναι οπαδός της δικιάς σου ομάδας, ιδίως με τους έμμεσους, ας πούμε, τρόπους που περιγράφει κάποιο μήνυμα παραπάνω. Όσο για το όνομα, μια χαρά αλλάζει, τα ‘χουμε ξαναπεί και με λάιβ παραδείγματα.
    3. (α)Τώρα που η χριστουγεννιάτικη περίοδος κρατάει από τέλη Οκτωβρίου, ξαναθυμήθηκα ότι η φάση με τη Βηθλεέμ και τη φάτνη έγινε λόγω απογραφής (ειδεμή ο Ιωσήφ μια χαρά σπίτι είχε εκεί που ζούσαν). Και μετά την απογραφή έγινε η σφαγή των νηπίων. Τυχαίο;
    (β) Μου άρεσε πολύ η ακολουθία των μηνυμάτων 67 και 68.

  78. Νικόλας said

    Ο αμείλικτος Χρόνος έχει αποδείξει ότι ο Δημήτρης Χατζής υπήρξε ο κορυφαίος λογοτέχνης της Αριστεράς. Ήταν μεγάλος γραφιάς, με αστείρευτο ταλέντο, αλλά το ταλέντο αυτό δεν μπόρεσε να το χρησιμοποιήσει ούτε κατά το 10%, διότι το ΚΚΕ τον είχε συνεχώς στο περιθώριο. Ο Δημήτρης Χατζής ήταν τραγική μορφή: Πολύ καταρτισμένος φιλολογικά, και πολύ μεγάλος γνώστης του Βυζαντίου, έπασχε από ένα πλέγμα ενοχής έναντι του ΚΚΕ και ιδού γιατί:

    Το 1949 τον είχανε στείλει ως ανταποκριτή του ραδιοσταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα» στο Βίτσι. Εκεί, κατά την κρίση του Κόμματος, είχε επιδείξει δειλία, αλλά οι λεπτομέρειες δεν βγήκαν ποτέ στο φώς, φυλάσσονται στα υπόγεια του Περισσού. Για τον λόγο αυτό, το ΚΚΕ τον διέγραψε και του αφήρεσε και την ιδιότητα του ανταποκριτή. Αυτό καθόρισε την ζωή του μέχρι τον θάνατό του το 1981 σε ηλικία 68 ετών: Ήθελε συνεχώς να εξευμενίζει το Κόμμα, να δείχνει πως είναι πιστός. Για παράδειγμα, όταν ζούσε στην Ουγγαρία την δεκαετία του 1950, όλοι οι Έλληνες εξοριστοι δίνανε το 20% του μισθού τους για το Ταμείο του ΚΚΕ, αλλά ο Δ. Χατζής έδινε το 50%. Το αποτέλεσμα ήταν να μή μπορεί να τραφει υποφερτά ο ίδιος και η Ουγγαρέζα γυναίκα του η Έρση και να τρώνε εναλλάξ στα σπίτια των άλλων πολιτικών εξορίστων για να βγάλουν τον μήνα.

    Δεν είναι κακό να το πούμε, πρέπει να δείχνουμε σεβασμό στις ανθρώπινες αδυναμίες: Ο Δημήτρης Χατζής ήταν δειλός, δεν είχε θάρρος. Διέθετε πολύ μεγάλο ταλέντο, αλλά δεν μπόρεσε να το αξιοποιήσει ούτε κατά το 10%, γιατί ήταν δειλός. Το παραδεχόταν – άλλωστε – και ο ιδιος

  79. sarant said

    77 Tρία πράματα, τα εξής τέσσερα 🙂

  80. Theo said

    @78:
    Πριν κανά δυο χρόνια ο Χρήστος Γιανναράς μάς διηγούταν για τη γνωριμία του με τον Δ. Χατζή. Ο τελευταίος είχε διαβάσει το βιβλίο του Χ.Γ. «Η ελευθερία του ήθους» και επιδίωξε να τον γνωρίσει όταν ήρθε στην Ελλάδα. Του έκανε μεγάλη εντύπωση του Γιανναρά πόσο ανθρώπινος και εξομολογητικός ήταν ο Χατζής σε στενό κύκλο και πόσο «ξύλινος» σε κομματικές συναθροίσεις. Ίσως αυτό να οφειλόταν και σ’ αυτά που αναφέρεις (ελπίζω να μην είσαι ο πολυώνυμος).

  81. ΣΠ said

    79
    Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων: αυτοί που ξέρουν να μετρούν και αυτοί που δεν ξέρουν να μετρούν. 🙂

  82. Πέπε said

    79

    Περίπου τρία. Τα περίπου δύο τελευταία ήταν για τους αντιαπογραφικούς.

  83. Γιάννης Κουβάτσος said

    77:Τα πάντα κάνεις για να μη σου βγει το παιδί γαύρος, ακόμα και το να πέσεις πολύ χαμηλά… 😊

  84. Theo said

    Μια και αναφέρθηκε ο ΠΑΟΚ, να και κάτι για τον «Ο Άρης»:

    Ο Αρης είναι η ευρωπαϊκή ομάδα με τους περισσότερους αλλοδαπούς στο ρόστερ της, σύμφωνα με το Ποδοσφαιρικό Παρατηρητήριο CIES στην Ελβετία, ενώ έχει κι ένα από τα πιο… ηλικιωμένα ρόστερ της ηπείρου.

    Σύμφωνα με τα στατιστικά που είδαν αυτή την εβδομάδα το φως της δημοσιότητας, ο Αρης είναι η ευρωπαϊκή ομάδα με το υψηλότερο ποσοστό παικτών που προέρχονται από ξένη ποδοσφαιρική ομοσπονδία, ανερχόμενο στο 88,5%, άρα για κάθε έναν Ελληνα στο ρόστερ των «κίτρινων» αντιστοιχούν οκτώ ξένοι. Οχι πολύ μακριά, στο ποσοστό 82,6% βρίσκεται ακόμη μία ελληνική ομάδα, ο ΝΠΣ Βόλος, που έχει την ίδια αναλογία εγχώριων και ξένων ποδοσφαιριστών με τις Ατλέτικο Μαδρίτης και Γουλβς.
    […]
    Το Παρατηρητήριο επίσης κατέγραψε ότι το ελληνικό πρωτάθλημα είναι μαζί με αυτό της Τουρκίας το… γηραιότερο της Ευρώπης, καθώς ο μέσος όρος ηλικίας των ποδοσφαιριστών ανέρχεται στα 27,59 χρόνια. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο πιο γερασμένη ομάδα είναι η αγγλική Μπέρνλι (29,97 έτη), με δεύτερη όμως την Ανόρθωση Αμμοχώστου (29,67 έτη) που έχει πολλούς παίκτες από την Ελλάδα. Από κοντά και ο Αρης, στην πέμπτη θέση, με μέση ηλικία παικτών τα 29,62 έτη.

  85. Γιάννης Κουβάτσος said

    Από επιστολή του Δημήτρη Χατζή :
    «Όλη η παλιά Αριστερά (δηλαδή, για μένα το ΚΚΕ και το λεγόμενο Γραφείο, η νεκραναστημένη ΕΔΑ των πολιτικάντηδων, ο Θοδωράκης μαζί —ο Γλέζος— να δούμε) εγώ νομίζω, Βασίλη μου, πως υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί συνειδητά θέλουν να εμποδίσουν τη δημιουργία αυτού του Κόμματος που θα είναι το κόμμα της δημοκρατικής αλλαγής — το κόμμα της εθνικής σωτηρίας, όπως εγώ πιστεύω.»https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://m.popaganda.gr/afieromata/100-chronia-apo-ti-gennisi-tou-dimitri-chatzi-ena-gramma-apo-tin-exoria/&ved=2ahUKEwj22ND4ypj0AhURGewKHfCSBfsQFnoECBQQAQ&usg=AOvVaw3R6DeE1M3kSPS_vENlo6or

  86. # 84

    Θα σε μαλλώσουν οι οπαδοί του,,γράφουν ΟΑΡΗΣ με κεφαλαία πάντα γι να μη φαίνονται μικρά δίπλα στο αρτικόλεκτο ΠΑΟΚ

  87. Πέπε said

    84

    > …ανέρχεται στα 27,59 χρόνια… …μέση ηλικία παικτών τα 29,62 έτη…

    Ναι και το δεκαδικό έτος, τι λέγαμε χτες-προχτές;
    Μα εντελώς παράξενο μου φαίνεται. Εικοσιεφτά κόμμα πενηνταεννιά χρόνια…!

  88. Νέο Kid said

    81. Σταύρο, καλό! Δεν τόξερα. 🙂
    Πάρε κι ένα για προχωρημένους: μπορώ να μετρήσω μέχρι το 1023 με τα δέκα μου δάχτυλα. Το 132 είναι ο πιο αγενής αριθμός. 🤗
    Κι ένα μαθηματικό αίνιγμα: τι είναι η πολική αρκούδα;

  89. sarant said

    87 Παράξενο αλλά απαραίτητο για μέσους όρους (θα μπορούσε βέβαια να επαναμετατρέψεις το 0.59 σε μέρες και να πεις, ξερωγώ, 27 χρόνια και 215 ημέρες, αλλά και πάλι αφύσικο είναι).

  90. Νέο Kid said

    88. Για Αμερικανούς βέβαια το 132 είναι το χειρότερο. Για Έλληνες μάλλον το 1023. 😀

  91. Γιάννης Κουβάτσος said

    85:Ας ξαναδοκιμάσω:
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://m.popaganda.gr/afieromata/100-chronia-apo-ti-gennisi-tou-dimitri-chatzi-ena-gramma-apo-tin-exoria/&ved=2ahUKEwijgM6r2pj0AhWH7rsIHfwtCtgQFnoECBsQAQ&usg=AOvVaw3R6DeE1M3kSPS_vENlo6or

  92. ΣΠ said

    88
    Δεν ξέρω τι εννοείς αγενής αριθμός, αλλά όπως ορίζονται στην θεωρία αριθμών οι αγενείς αριθμοί είναι οι δυνάμεις του 2.
    https://en.wikipedia.org/wiki/Polite_number

  93. Νέο Kid said

    92. Μπορούμε να μετρήσουμε με τα δάχτυλα των δύο χεριών μας στο δυαδικό μέχρι το 1023 . Κάθε δάχτυλο ένα bit (0 ή 1)
    Το 132 (10000100) είναι αυτό: 🖕🖕
    Και το 1023 (1111111111) είναι αυτό: 🖐🖐
    😊

  94. ΣΠ said

    93
    Ωραίο! Εγώ σκέφτηκα να ορίσεις σε κάθε δάχτυλο έναν αριθμό Mersenne, 2^n-1. Το 1023 είναι ο δέκατος αριθμός Mersenne.

  95. Γιάννης Ιατρού said

    Τον Μικρό Νικόλα, τον θυμάστε; 😎🤨

  96. Missing Ink said

    Πολύ δράμα το τέλος, υπερβολικό, δε μ’ άρεσε. Θα μπορούσαν να το γιορτάσουν με κάνα-δυο τσίζμπεργκερ, που λέει κι ο Γκόρντι Λατσάνς στο Stand by Me :-Ρ
    Κατά τ’ άλλα αριστουργηματική γραφή, χωρίς πλάκα, ψήθηκα ν’ αναζητήσω και τίποτ’ άλλο δικό του (είχα διαβάσει πιτσιρίκι Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης αλλά δε θυμάμαι παρά μόνο τον τίτλο). Καμιά πρόταση κανείς;

  97. Αγγελος said

    Ότι υπάρχουν ευγενείς και αγενείς φυσικοί αριθμοί, τώρα το μαθαίνω. Μόνον ευγενή μέταλλα και αέρια ήξερα ως τώρα, από άψυχα 🙂 Ποιος λανσάρισε αυτούς τους όρους; Και είναι όντως εκπληκτικό το ποιοι είναι τελικά αυτοί!

  98. Αγγελος said

    Τον θυμόμαστε τον Μικρο Νικόλα, ακόμη και ως Πιπίνο στη Διάπλαση των Παίδων, αλλά γιατί να τον θυμηθούμε τώρα; Επειδή κάποιος Νικόλας, που δεν είναι βέβαια ο Nicolas των πρώτων χρόνων του ιστολογίου, έγραψε σήμερα εδώ;

  99. ΣΠ said

    97
    Τα μέταλλα και τα αέρια είναι ευγενή (noble), οι αριθμοί είναι ευγενικοί (polite).

  100. Μαρία said

    95
    Και με ακριβή ποσοστά ο μπαγάσας. Παραλείπει όμως μια σημαντική πληροφορία απ’ τη διαμονή του Τάκη Χατζή στη Βουδαπέστη, που εγώ ξέρω απο πρώτο χέρι, μια και συγκατοικούσε μ’ ένα θείο μου 🙂

    97
    Μεγάλη παρηγοριά για μένα, αφού δεν τους ξέρεις ούτ’ εσύ.

  101. Missing Ink said

    «Και με ακριβή ποσοστά ο μπαγάσας», χα-χα, nice

  102. ΣΠ said

    Εκτός από τους ευγενικούς υπάρχουν και φιλικοί και κοινωνικοί αριθμοί. Στους φιλικούς αριθμούς βασίζεται το σενάριο της ταινίας Έτερος Εγώ (2016)

  103. ΓΤ said

    Κάτι μου θυμίζει το στιλ του #78…

  104. ΚΩΣΤΑΣ said

    Δημήτρης Χατζής.
    Κι ο Κοτζιούλας ήταν στο βουνό, με τον Άρη. Στην αξιολόγησή τους όμως ως πνευματικών ανθρώπων δεν παίρνω υπόψη μου τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό.
    ………………………………………………………..

    Μια το μικρό της αδερφό νανούριζε στο λίγο
    το φως, την άκουγα, η καρδιά δεν μού ‘κανε να φύγω.

    – Νάνι, μικρό μου κι ορφανό, νάνι, μωρό μου, κάμε
    κι άμα ξυπνήσεις το πρωί στην αγορά θα πάμε.

    Η μάνα τους εβιάστηκε να ξαπλωθεί στο χώμα
    κι αυτή τα δεκατέσσερα δεν τά ‘χε κλείσει ακόμα.

    Κάθε φορά, όμως, που διαβάζω τους παραπάνω στίχους του Κοτζιούλα, κλαίω.

  105. ΓΤ said

    κλασικό στιλ: πάντα στα μαυρόψυχα γραπτά του παίζει ακορντεόν.
    Εξηγούμαστε γλωσσικά> προσπαθεί να συνδυάσει, σαν ξεδοντιασμένη λατέρνα, την ανοιχτή αγκάλη με την αυστηρότητα.

    Ας το δούμε: «τον είχανΕ στείλει». Με αυτή την παραπάνω συλλαβή «σκύβει» και, με τη δηθενάτζα γλωσσική ευρυχωρία, κατεβαίνει απ’ το χουντοθρονί, ανοίγει αγκαλιά, με δόντι στράφταλο και οδοντογλυφίδα που διώχνει το κρέας απ’ τα γλέντια με τα «σταγονίδια», ανοίγει το στόμα στο Ε και στέκεται, ψευδοπροσορμιζόμενος στο λαϊκοτράφι…
    Αλλάζει αράδα και, πηγαίνοντας να προσκυνήσει τη σκωραμίδα του Παττακού, κλείνει απότομα το ακορντεόν, και επανέρχεται με το «αφΗρεσε και την ιδιότητα». Προκάτ οξύμωρες δυαδικότητες που βαθαίνουν μέσα σε άπειρους καθρέφτες.

    Θέλω να σας εκμυστηρευτώ ότι μόνο ένα ζεστοκάρβελο χέρι γιαγιάς με την αναλφάβητη ευχή που αρθρώνει είναι ικανό να στείλει στη φωτιά αμετάκλητα ούλα τα διδακτορικά μας. Φίλες και φίλοι, όσο πιο πολλά γράμματα μαθαίνουμε τόσο πιο πολύ τα λίγα γράμματα αγαπάμε.

    Δυστυχώς, αυτή η μούρη εδώ μέσα βγαίνει με γαϊδουράκι κι επιστρέφει με ερπύστρια…

  106. spyridos said

    55
    » λιτότητα, αδρότητα, σοβαρότητα, ευθύτητα»
    Έτσι ακριβώς κι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες φωτογράφους.
    Κοτζιούλας και Χατζής της φωτογραφίας μαζί.
    https://tinyurl.com/3m2mb5h8

  107. spyridos said

    105
    Ωραίο πάω για ύπνο με ένα χαμόγελο. Έμαθα και την σκωραμίδα.

  108. # 88

    Eνα ζώο που ξέρει από τρισορθογώνια ισόπλευρα τρίγωνα …

  109. 107 Τυχερός να μην ξέρεις τη σκωραμίδα, σημαίνει δεν έχεις εμπειρία από ελληνικό νοσοκομείο 🙂

  110. Νέο Kid said

    108. Γουάου! Απρόσμενα ωραία απάντηση! Πολύ καλύτερη απ την τετριμμένη που είχα υπόψι (μια ορθογωνικη αρκούδα μετά από μετασχηματισμό συντεταγμένων.)
    Ξεπερνώ με πόνο λοιπόν τον τροβαδούρο…, και λαβέ! Αξίζεις ένα δωράκι :
    https://blog.richmond.edu/physicsbunn/2014/02/01/spherical-triangles/

  111. ΣΠ said

    108, 110
    Γιατί ειδικά η πολική αρκούδα; Σφαιρικά τρίγωνα μπορούν να κατασκευαστούν οπουδήποτε στην επιφάνεια μιας σφαίρας και όχι μόνο στους πόλους. Δεν μας περιορίζουν οι μεσημβρινοί και οι παράλληλοι κύκλοι.

  112. Γιάννης Ιατρού said

    98, 100, 101, 103, 105: Να που θυμήθηκες το 2009 ‘Άγγελε😎

  113. Νέο Kid said

    111. Ε καλά εννοείται ρε συ Σταύρο, αλλά όπως και να το κάνουμε η απάντηση του Τζη ήταν εμπνευσμένη! Μπαη δε γουεη, η μόνη (σχεδόν…)ευρωπαϊκή χώρα στην επιφάνεια της οποίας μπορεί να σχεδιαστεί/ορισθεί τρίγωνο με άθροισμα γωνιών που να ξεπερνά τις 180 μοίρες (κατά 1 μοίρα ΚΑΤ ελαχιστον) , είναι η Ρωσία. Δεν έχει πολικές αρκούδες η Ρωσία; 😊

  114. Νέο Kid said

    112. Το «σχεδόν» πάει στο «ευρωπαϊκή», όχι στο «μόνη» 😊

  115. # 110

    την ώρα που έγραφα ξεκίνησε η βροχούλα, ο Βαγγ. Γερμανός το είπε «ανοιξιάτική βροχούλα» αλλά έχουμε Νοέμβρη …

    # 111

    η πολική ακούδα, ως γνωστόν, διανύει τεράστιες αποστάσεις, κάτι απαραίτητο για να χαράξει η πορεία της σφαιρικό τρίγωνο μια που η γήινη επιφάνεια είναι τοπικά επίπεδη ( άσε που για μερικούς είναι,,,ολικά ! )

  116. Νέο Kid said

    115. Βασικά , δεν υπάρχει χερσαίο ζώο (πτηνά, ίσως) που να μπορεί να χαράξει (να ακολουθήσει τις πλευρές δηλαδή) μεγάλου σφαιρικού τριγώνου , κι ούτε και τόσο μεγάλου. Για να είναι κάποιο σφαιρικό γήινο τρίγωνο οριακά «μη ευκλείδιο» να εχει δηλαδή άθροισμα γωνιών 181 μοίρες, πρέπει να εχει εμβαδόν ( κάτσε να το υπολογίσω ακριβώς…) 703739 και κάτι ψιλά τετραγωνικά χιλιόμετρα. Μόνο στη Ρωσία (και σε καμιά εικοςαριά άλλες χώρες εκτός Ευρώπης)

  117. ΣΠ said

    116
    Πόσο μάλλον τρισορθογώνιο τρίγωνο (270 μοίρες).

  118. Αγγελος said

    703739 km² δεν είναι ΤΟΟΟΣΑ πολλά — είναι κάτι λιγότερο από την έκταση της Τουρκίας. Αλλά πράγματι, ευρωπαϊκή χώρα πλην (αν τη μετρήσουμε) της Ρωσίας δεν υπάρχει που να τα φτάνει. Η μεγαλύτερη σε έκταση ευρωπαϊκή χώρα είναι η Γαλλία, κι αυτηνής η έκταση είναι γύρω στα 550.000 km²:)

  119. Νέο Kid said

    118. Άγγελε ναι, αλλά παίζει ρόλο και το σχήμα της χώρας. Η Τουρκία ας πούμε είναι σχεδόν ορθογώνια. Οπότε το μέγιστο εντός των χωρικών ορίων της δυνατό εγγεγραμμένο τρίγωνο είναι το μισό της έκτασής της. Αν είναι περίπου 750 χιλιάρικα τετρ. χιλιόμετρα η έκταση, το μισό είναι 375 μόνο. Βασικά ούτε για τη Ρωσία το έχω τσεκάρει , αλλά θα χωράει τι διάολο! 😊

  120. Alexis said

    Πρώτη φορά το διαβάζω.
    Έξοχο ως γραφή μεν, καταθλιπτικό ως ιστορία δε.
    Πολλή μαυρίλα και δυστυχία στο τέλος…

  121. Γιάννης Ιατρού said

    120: Πώς πάς Αλέξη, ανάρρωσες;

  122. Alexis said

    Καλύτερα είμαι αλλά θέλει το χρόνο του.

  123. Νέο Kid said

    Τι έπαθες ρε γεωπόνε; 🤭 περαστικά!
    Ελπίζω να μην είναι κάτι πολύ σοβαρό! (Έχω χάσει επεισόδια μάλλον…)

  124. Alexis said

    #123: Έσπασα το δεξί μου χέρι.
    Έπεσα από το ποδήλατο.
    Λες να γίνω πρωθυπουργός ή έστω αρχηγός κόμματος του ευρύτερου προοδευτικού χώρου; 😆

  125. Γιάννης Ιατρού said

    122: χαίρομαι που πας καλύτερα. Τα σπασίματα φτιάχνουν ρε συ, υπομονή.
    124: Εδώ έφτασες γραμματέας, τι, θα κωλώσεις; 🙂 🙂

  126. nikiplos said

    Αγαπητέ Blog στο 24@, τι ωραίο σχόλιο… Αναρωτιέται κανείς εάν αυτό το «όλοι ίσοι!» το πιστεύουν πράγματι εκείνοι που το διατυπώνουν διαπρύσιοι στις ομαδεόν δηλώσεις τους. Δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με την πολιτική, εκεί κλέβουμε εκκλησία.

    Εγώ όμως βλέπω κάτι πιο σπουδαίο εδώ στο διήγημα. Θα περίμενε κανείς να θαμπωθεί από το φως του Αη Γιώργη ο Σταμάτης. Όμως φεύ. Θαμπώνεται η Κατερίνα. Η Κατερίνα, ανήκει στους «αόρατους ανθρώπους». Που κινούνται στις ζωές μας αόρατοι. Κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε, τι θα ήταν ή τι θα ήθελαν. Εκείνοι που κρύβονται, γιατί αποστρέφουν το βλέμμα οι παρατηρητές που κατά τύχη θα εστιάσουν το βλέμμα τους πάνω τους. Κι αυτά τα ταπεινά κι λίγα που ζουν, είναι ό,τι καλύτερο κατάφεραν με κόπο και αίμα συχνά, να αποκτήσουν στη ζωή τους. Δεν ασχολήθηκε κανείς μαζί τους είναι η αλήθεια.

    Στο σχολείο, είχαν τη χλεύη των συμμαθητών αλλά και αρκετών εκ των δασκάλων, καθηγητών, εκπαιδευτικών. Και μετά στην ανηφόρα της ζωής, εκείνης που μία την έχουμε, στην άκρη του δρόμου, για να προσπεράσουν όλοι οι καλύτεροι, ασυγκράτητοι στα νιάτα τους, λαμπεροί στη λάμψη τους. Όλοι εκείνοι που ψάχνουν την κατάλληλη γωνία στον καθρέφτη τους, για να ταυτιστούν με τον πρωταγωνιστή και την πρωταγωνίστρια του σινεάκ.

    Αυτός άλλωστε ήταν και ο κυρίως λόγος της αποτυχίας των κομμουνιστών. Έκαναν πως δεν είδαν τον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον individualism, την εκρηκτικότητα του ατόμου. Δεν είναι παράξενο άλλωστε που επιβιώνουν ακόμη σε περιοχές που το άτομο ακόμη δεν έχει ανακαλυφθεί, στον κίτρινο κόσμο των Κιμ, Κινέζων κλπ.
    Δύο έκκεντρες εστίες, ο άνθρωπος μέσω του ΕΓΩ του ατόμου και του ΕΜΕΙΣ. Το ΕΓΩ είναι η αριστοτέλεια πρόσληψη του κόσμου. Το ΕΜΕΙΣ, είναι το μασκάρεμα των λεβιάθαν κατά Χομπς.

    Εδώ άλλωστε χρειάζεται το μέτρο, η σύνεση, η ασκητική.

  127. nikiplos said

    37@, 38@, 39@
    Να ξέρατε τι θίξατε τώρα… Χανούμι ο αδερφός από τους πορρωμένους. Ο ανηψιός στο ρεύμα της εποχής. Ολυμπιακός. Ο αδερφός μου αναγκάστηκε να ποιήσει την ανάγκη φιλοτιμία. Έτσι βρήκε τη λύση, να παριστάνω εγώ … τον γάβρο στην οικογένεια. Ευτυχώς εκείνη την περίοδο παιζόταν το «Ευτυχισμένοι μαζί» και μάθαινα κάναν παίχτη, τίποτε επίκαιρο, διάβαζα και καμία φυλλάδα. Γιατί βλέπεις, όλοι οι γαβρόφρονες φίλοι μου, έχουν σιχαθεί την μαρινάκεια ομάδα τους. Ευτυχώς μόλις έκλεισε τα 12, κόψαμε και το θέατρο. Του βρήκα εγώ τι ομάδα να υποστηρίζει: Θρασύβουλος Θρακομακεδόνων. 🙂

  128. nikiplos said

    126@ Να προσθέσω εδώ πως όπως διατυπώνεται κι από το 24@ αλλά και από το @96 αναδεικνύεται μιαν απόλυτη απόγνωση στο τέλος του κειμένου. Οι «άσχημοι» οι γερασμένοι οι μη φρέσκιοι είναι προς απόσυρση λοιπόν? Ανυπεράσπιστοι?

    Ίσως αυτό να ήταν κεντρικό ΚΑΙ στην εποχή και στη χώρα που έζησε ο Τάκης Χατζής τότε. Στο ανατολικό μπλοκ υπήρχαν τότε οι ύμνοι των σταχανοβιτών. Η αυτάρεσκη λατρεία του κάλλους και της δύναμης, ασχέτως αν αυτή είχε σκοπό: την προσήλωση και αφιέρωση στον Σοσιαλισμό και στο σοσιαλιστικό όραμα. και πάλι με πολλές ενστάσεις στην θέαση, αρκεί κανείς να θυμηθεί τον Μπιρκούτ, «Άνθρωπο από Μάρμαρο» στην ταινία του Αντρέϊ Βάϊντα.

    78@ Βάταλε, ο κάθε άνθρωπος είναι ήρως και δειλός σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Συχνά η απερισκεψία συγχέεται με τον ηρωισμό. Και συχνά ο σκεπτικισμός και η αυτοσυγκράτηση με τη δειλία. Πάντως η δειλία μπορεί να έγκειται στην αδυναμία του ανθρώπου να εκφράσει τις αντιρρήσεις του, μια αδυναμία που δεν πηγάζει από τον χαρακτήρα του, αλλά από τη στάθμιση των περιστάσεων. Κοτζάμ Άρης αντιμετώπισε το γνωστό δίλημμα που είχε στις πλάτες του και στο «λαιμό» του πλήθως συνοδοιπόρων που βασίζονταν μόνο στην δική του παρουσία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: