Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2022


Θα αρχίσω από σήμερα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου, που το είχε ολοκληρώσει όταν πέθανε πριν από δέκα χρόνια. Την ίδια εποχή είχε άλλα δυο έτοιμα βιβλία, που προηγούνταν και που τελικά τα εκδώσαμε: τον Βενετσιάνικο καθρέφτη και τα Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια.

Δεν μπορώ να ξέρω αν αυτό το μυθιστόρημα είχε σκοπό να το ξαναδουλέψει, πάντως το κείμενο που θα δημοσιεύσω είναι η τελευταία εκδοχή που υπάρχει στον φάκελό του «Έτοιμα προς έκδοση» -με ημερομηνία αρχείου μια βδομάδα πριν από τον ξαφνικό θάνατό του. Από την άλλη, δεν υπάρχει Πρόλογος ή επίλογος όπως στα άλλα δύο «έτοιμα προς έκδοση», κάτι που είναι ίσως λογικό αφού προηγούνταν όπως είπα τα άλλα δύο βιβλία.

Όπως συνήθως, οι δημοσιεύσεις θα γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, εκτός απροόπτου. Σήμερα θα βάλω το μισό πρώτο κεφάλαιο. Όπως θα δείτε η δράση ξεκινάει στο τέλος της δεκαετίας του 1960.

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΟΙ ΚΟΠΕΛΕΣ ΦΟΡΟΥΣΑΝΕ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ

ΕΝΑ

Η κρυφή ζωή του Δήμου Παπανίκα

Τον ξύπνησε ο επαναλαμβανόμενος κρότος από ένα παντζούρι, που ο άνεμος το χτυπούσε, με εκνευριστική συνέχεια και συνέπεια, στον τοίχο του γειτονικού σπιτιού. Σηκώθηκε κακόκεφος και, τουρτουρίζοντας, πήγε στο μπάνιο. Η φάτσα που είδε στον καθρέφτη δεν του άρεσε καθόλου: αναστατωμένα μαλλιά, που είχαν γκριζάρει σε μεγάλο ποσοστό, κομμένα μάτια, ρυτίδες παντού. Έπλυνε τα δόντια του, πλύθηκε, ξυρίστηκε, χτενίστηκε, η φάτσα του σουλουπώθηκε κάπως, αλλά η κακοκεφιά δεν έλεγε να του περάσει.

Ένδειξη της κακής του διάθεσης ήταν και το τραγούδι που, κατά την πάγια συνήθεια του,  σιγομουρμούριζε καθώς ετοίμαζε το πρωινό του. Το σημερινό ήταν θλιβερό, κάτι σα μανιάτικο μοιρολόι, που του είχε κολλήσει από τότε που σηκώθηκε από το κρεβάτι. Με τη σχολαστική μεθοδικότητα, που του είχε γίνει δεύτερη φύση, έβαλε νερό στο μπρίκι, άναψε τη γκαζιέρα και περίμενε να ζεστάνει το νερό, έριξε μέσα το τσάι, το σούρωσε στο φλιτζάνι, πρόσθεσε μια κουταλιά ζάχαρη, έβαλε το φλιτζάνι στο δίσκο, μαζί με παξιμάδια, τυρί και ελιές και τα πήγε με προσοχή στο τραπέζι του. Πίνοντας το τσάι του, βουτώντας μέσα παξιμάδια και τρώγοντας τυρί, συνειδητοποίησε της αιτία της κακοκεφιάς του. Ήταν το όνειρο που είχε δει στον ύπνο του. Όχι πως αυτό καθεαυτό το όνειρο ήταν άσκημο. Κάθε άλλο. Είδε στον ύπνο του την Έζμπα! Πάντα μ΄αυτό το όνομα – το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο – την έφερνε στο νου του. Σπανίως με το πραγματικό της, που ήταν άλλωστε πολύ κοινό: Βασιλική.

Πάντοτε σαν την έβλεπε στον ύπνο του, την άλλη μέρα ένοιωθε αναστατωμένος. Αυτή τη φορά όμως η αναστάτωση που του προκάλεσε το όνειρο ήταν πολύ πιο έντονη και οφειλόταν στο περιεχόμενό του. Είδε πως την είχε, επιτέλους, πείσει να παντρευτούν και όχι μόνον αυτό, αλλά πως είχαν και παιδιά. Στο όνειρο τα παιδιά δεν έπαιρναν ενεργό μέρος, αλλά η ύπαρξή τους υποδηλωνόταν, υπαινικτικά μεν, αλλά με σαφήνεια. Τα παιδιά άλλωστε αποτελούσαν πάντοτε την αγάπη του και, όπως φαίνεται, η παρουσία τους στο όνειρό του αποτελούσε προβολή της μύχιας επιθυμίας του, να κάνανε με την Έζμπα παιδιά. Πιο πολύ θυμόταν την ατμόσφαιρα που επικρατούσε (στο όνειρο πάντα): την τρυφερότητα και τη γαλήνη. Από τότε που τη γνώρισε, αυτό ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα που ένοιωθε κοντά της: Τρυφερότητα και γαλήνη. Τώρα πώς τα κατάφεραν και ύστερα από πέντε χρόνια συμβίωσης στράβωσαν τα πράματα και ο δεσμός τους κόπηκε, ποτέ του δε μπόρεσε να το εξηγήσει, αλλά μέσα του έριχνε το σφάλμα στον εαυτό του, χωρίς να το αναλύει περισσότερο.

Το περπάτημα από το σπίτι του ως το Γυμνάσιο, δεν έστρωσε το κέφι του. Εκτός που είχε ανεμόβροχο και η ομπρέλα δεν τον προστάτευε αρκετά, η κακοκαιρία μεγάλωνε την κακοκεφιά του. Συνέχισε να σιγομουρμουρίζει το πένθιμο τραγούδι με το οποίο ξύπνησε, ώσπου έφτασε στο σχολείο. Αλλά την κακή του διάθεση δεν την απομάκρυνε ούτε η ρουτίνα της καθημερινότητας. Όσην ώρα δίδασκε, ο νους του δεν ήταν στο μάθημα, αλλά σ΄ εκείνη. Καταλάβαινε κι ο ίδιος πως το μάθημα που έκανε ήταν ανιαρό και άψυχο. Το επιβεβαίωσαν τα απορημένα βλέμματα του Γεωργόπουλου, του Δημητριάδη και του Αποστολέλλη, των τριών καλύτερων μαθητών του, που χωρίς να το δείχνει φανερά, υπολόγιζε τη γνώμη τους. Ακόμα, πράγμα πρωτοφανές, ανέχθηκε χωρίς να αντιδράσει τη φασαρία που κάνανε στα πίσω θρανία ο Πίκουλας και ο Χατζηγεωργίου. Έκανε πως δεν τους έβλεπε να καρπαζώνονται,  κάτι που σε κανονικές συνθήκες δεν θα το επέτρεπε με κανένα τρόπο.

Χωρίς να είναι τυραννικός ή έστω αυστηρός (απεχθανόταν τις φωνές και το ξύλο και δεν είχε κρατήσει ποτέ του βέργα ή χάρακα, ούτε είχε σκαμπιλίσει μαθητή), είχε καταφέρει να  επιβάλλεται με τη στάση και τη συμπεριφορά του. Η μόνη τιμωρία που συνήθιζε να επιβάλει ήταν να πετάει τους ατακτούντες έξω από την τάξη και με τον καιρό η απειλή

«Πρόσεξε, γιατί θα σε πετάξω έξω»

αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική, γιατί και καλό μάθημα έκανε και τη συμπάθεια των παιδιών είχε κερδίσει.

Ανάμεσα σ΄ αυτόν και τους μαθητές του είχε αναπτυχθεί κάποια αδιόρατη φιλική σχέση, ιδίως όταν τους δίδαξε τον Επιτάφιο του Περικλή, από τον Θουκυδίδη. Η παράδοσή του δεν περιορίστηκε στη γλωσσική και φιλολογική ανάλυση, όπως γινόταν κατά κανόνα, αλλά μπήκε στα νοήματα του κειμένου, στις αξίες του ελληνικού πνεύματος, στην ανεκτικότητα, στη φιλοκαλία και κυρίως στην αγάπη της ελευθερίας. Θυμόταν ακόμα με πόση ένταση τον κοίταζαν στα μάτια, όταν τους διάβασε τον ορισμό της Δημοκρατίας: το μη ες ολίγους αλλ΄ ες πλείονας οικείν, Δημοκρατία κέκληται και τους το μετέφρασε: το να μη διοικούν οι λίγοι αλλά οι πολλοί, αυτό λέγεται Δημοκρατία και τόνισε πως η λέξη αυτούσια υπάρχει στη γλώσσα μας δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Και, καθώς είχε πάρει φόρα, τους ανέφερε και το απόσπασμα του Δημόκριτου: «Η φτώχεια με δημοκρατία είναι τόσο προτιμότερη από αυτό που οι δυνάστες ονομάζουν ευημερία, όσο είναι η ελευθερία από τη δουλεία». Κι αυτά, τον τρίτο χρόνο της Δικτατορίας.

Την επόμενη χρονιά τους είχε διδάξει, με συναρπαστικό τρόπο, την Αντιγόνη και, χωρίς να τους πει ξεκάθαρα τίποτα, κατάλαβε, από την έκφραση που είχαν πάρει τα πρόσωπά τους, πως είχανε πιάσει το πνεύμα της αντίστασης στην καταπίεση, που αντιπροσώπευε η ηρωίδα του Σοφοκλή.

Πέρσι πάλι, όταν συνταξιοδοτήθηκε ο θεολόγος που είχαν και άργησε κάπου ένα τρίμηνο να έρθει καινούργιος, ο Γυμνασιάρχης του ανέθεσε να κάνει αυτός τα θρησκευτικά. Ξεκίνησε τη Γένεση, απαγγέλλοντας, σαν πρόλογο, το ποίημα του Λασκαράτου

Όντις έπλασε ο Θiός την Οικουμένη,
το Ληξούρι και τόσους άλλους τόπους,
είπε στο νου του, «τώρα δε μου μένει
παρά να πλάσω, γιε μου, και τς ανθρώπους».
Κι όπως εκράτγε τον Αδάμ στερνόνε
τού  ΄πε: «συ να΄σαι Αδάμ το ζω των ζώνε».

…………………………………………..

και ούτω καθεξής

Οι μαθητές του στην αρχή τα χάσανε. Δεν περίμεναν τέτοια εισαγωγή στο μάθημα των θρησκευτικών. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα όμως, γέλασαν με την καρδιά τους και ζήτησαν να τους πει και άλλα ποιήματα του Λασκαράτου, για τον οποίο οι περισσότεροι δεν είχαν ακούσει καν το όνομα και αυτός τους το υποσχέθηκε για μιαν άλλη φορά. Φαίνεται όμως πως, κάποιοι το συζήτησαν στο σπίτι με τους γονείς τους και τελικά το έμαθε ο Γυμνασιάρχης, που τον κάλεσε στο γραφείο του και τον επέπληξε.

Ήταν η δεύτερη φορά που του έκανε παρατηρήσεις. Η πρώτη ήταν όταν οργάνωσε έκθεση ζωγραφικής με έργα όσων μαθητών του Γυμνασίου είχαν παρόμοια έφεση και την οποία έκθεση ονόμασε «η Κουλτούρα στο σχολείο». Ο Γυμνασιάρχης, στενοκέφαλος και τυπολάτρης, ήταν κατά κανόνα αντίθετος σε τέτοιες  πρωτοβουλίες και επιπλέον τον είχε εξαγριώσει ο όρος «κουλτούρα» που τον θεωρούσε περίπου κομμουνιστικό σύνθημα!

Σχολώντας από το γυμνάσιο, πέρασε από τη «Φωλιά», κάθισε στην κατοχυρωμένη θέση του, άνοιξε τα «Νέα», που τα διάβασε τρώγοντας μοσχάρι κοκκινιστό με πατάτες και πίνοντας ένα καρτούτσο ρετσίνα. Μια δυο απόπειρες του κυρ Αναστάση, του εστιάτορα, να ανοίξει κουβέντα μαζί του, αποκρούστηκαν με την επίμονη σιωπή του.

Γύρισε στο σπίτι του κατά τις τρεις, γδύθηκε, φόρεσε τις πυτζάμες του και πήρε τον μεταμεσημεριανό του υπνάκο. Ο κόσμος να χαλούσε δε θα παράλειπε να τον πάρει, χειμώνα καλοκαίρι. Όπως έλεγε, μ΄ αυτήν τη σιέστα, ξανακούρδιζε το βιολογικό του ρολόι. Κατάφερνε μάλιστα να βλέπει και όνειρα, τα οποία θυμόταν όταν ξυπνούσε. Τα ενύπνια όνειρα, γενικώς, παίζανε σοβαρό ρόλο στη ζωή του, μολονότι δεν τους έδωσε ποτέ προφητικό χαρακτήρα. Ήταν σα να ζούσε σ΄ αυτά μια δεύτερη, παράλληλη, ζωή. Όταν κατά τις πέντε τον ξύπνησε το  γνωστό, σιγανό, χτύπημα στην πόρτα του, διαπίστωσε ευχαριστημένος πως η κακοκεφιά του είχε φύγει. Όπως γινόταν καθημερινά, κάθισαν με την Ντίνα να πιουν τον καφέ τους κουβεντιάζοντας.

Όταν πριν εφτά χρόνια τοποθετήθηκε καθηγητής στο γυμνάσιο της μικρής αυτής πόλης, είχε νοικιάσει αυτό το διαμέρισμα, που το βρήκε του γούστου του. Ήταν σε κέντρο απόκεντρο. Πολύ κοντά στην αγορά, το Γυμνάσιο και το Δημαρχείο και ταυτόχρονα σε έναν δρομάκο καθόλου πολυσύχναστο, από όπου σπανίως περνούσαν οχήματα. Είχε έτσι την ησυχία του σα να έμενε στην άκρη του οικισμού και ταυτόχρονα απείχε από τη δουλειά του δυο βήματα.

Με τη σπιτονοικοκυρά του, που κρατούσε για κατοικία της το ισόγειο, ταίριασε με την πρώτη. Πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, ήταν όμως αρκετά καλοκαμωμένη και έδειχνε πολύ νεότερη. Ήταν χωρισμένη και τα παιδιά της, είχε δυο γιους, την είχαν απορρίψει και ζούσαν με τον πατέρα τους. Ήταν άνθρωπος ανεξάρτητος και ντόμπρος. Δούλευε πρακτική νοσηλεύτρια στο τοπικό Κέντρο Υγείας, νοίκιαζε δωμάτια του σπιτιού της και δεν είχε οικονομικά προβλήματα. Το κυριότερο της πρόβλημα ήταν η μοναξιά και η πλήξη.

Από την αρχή καθιέρωσαν να πίνουν μαζί τον απογευματινό καφέ τους, που τον έφτιαχνε φυσικά εκείνη, συζητώντας. Το ότι ένας καθηγητής Γυμνασίου, πρωτευουσιάνος, μορφωμένος και πολιτισμένος άνθρωπος, της έκανε παρέα και της φερνόταν ισότιμα, την κολάκευε. Στο Κέντρο Υγείας οι γιατροί, οι νοσοκόμοι, αλλά και οι διοικητικοί υπάλληλοι, την αντιμετώπιζαν με κάποια έπαρση, σαν υποδεέστερη και μερικοί της είχαν ριχτεί, χωρίς αποτέλεσμα, γιατί, μολονότι κατά βάθος ερωτιάρα, είχε σαν κανόνα να μην ανακατεύει τις ερωτικές δοσοληψίες με τα υπηρεσιακά της.

Θέλοντας να του ανταποδώσει την προσήνειά του, προσφέρθηκε να του πλένει και να του σιδερώνει τα ρούχα, να του ράβει κανένα κουμπί και γενικά να τον φροντίζει, χωρίς να δεχτεί κουβέντα για πρόσθετη χρηματική αμοιβή αυτής της μέριμνάς της, μολονότι αυτός της το πρότεινε. Εφτά μήνες από τη γνωριμία τους και συγκεκριμένα στη γιορτή της, Κωνσταντίνου και Ελένης, ο Δήμος της έκανε ένα ωραίο δώρο, μιαν ασημένια καρφίτσα και της πρότεινε να φάνε μαζί σε ένα καλό εξοχικό κέντρο, κάπου δυο χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Δέχτηκε με φανερή ευχαρίστηση και πήγαν με το αυτοκίνητό, που μόλις είχε αγοράσει και ήταν περήφανος γι΄ αυτό.

Αρκετά στο κέφι, σιγοτραγουδώντας μάλιστα στο δρόμο, γύρισαν στο σπίτι.. Μπαίνοντας, ο Δήμος ένοιωσε διαφορετικά. Το κρασί που ήπιαν, η εγκάρδια κουβέντα που είχαν, το τραγούδι στον γυρισμό, τον έκαναν να αισθάνεται σαν νεαρός. Απροειδοποίητα, χωρίς καμιά σχετική εισαγωγή, την αγκάλιασε και τη φίλησε στο στόμα. Ως τότε τηρούσε προσεχτικά τις αποστάσεις και ποτέ δεν είχε αποτολμήσει να κάνει την παραμικρή χειρονομία ή κίνηση, που να ξέφευγε από τα καθιερωμένα, γι΄ αυτό και χάρηκε πολύ, όταν εκείνη ανταποκρίθηκε πολύ πρόθυμα. Παίρνοντας μεγαλύτερο θάρρος, προχώρησε σε πιο τολμηρά χάδια και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα της. Αυτή χωρίς να πάψει να τον φιλά, τον μιμήθηκε και στο τέλος πέσανε μισόγυμνοι στο κρεβάτι.

Ήταν πολύ ωραίο το σμίξιμό τους. Αποδείχτηκε πως η Ντίνα ήταν θερμή γυναίκα, που χαιρόταν τις σαρκικές επαφές και αρκετά πεπειραμένη σ΄ αυτές. Κατάλαβε πάντως πως πρέπει να ήταν πολύς καιρός που δεν είχε κάνει έρωτα, γιατί η συμπεριφορά της του θύμισε το λεγόμενο «σαν τη χήρα στο κρεβάτι». Κι εκείνος άλλωστε δεν πήγαινε παρακάτω. Δεν είχαν περάσει ούτε οχτώ μήνες που μετατέθηκε σ΄ αυτή τη μικρή πόλη και φυσικά ούτε συζήτηση να επισκεπτόταν, καθηγητής άνθρωπος, τα πορνεία της, αν υπήρχαν φυσικά, γιατί ούτε να ρωτήσει κανέναν επ΄ αυτού, δεν τόλμησε, ούτε ζήτησε πληροφορίες αν υπήρχαν στην πόλη τους κάποιες μεμονωμένες πόρνες, που εκείνος αγνοούσε την ύπαρξή τους.

Σημείωσε πάντως πως δεν του ζήτησε να χρησιμοποιήσει προφυλακτικό και αυτό από τη μια τον ευχαρίστησε κι από την άλλη τον παραξένεψε. Δεν κρατήθηκε και όπως μένανε ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα, ενώ οι αναπνοές τους εύρισκαν τον κανονικό τους ρυθμό, τη ρώτησε

«Μήπως έπρεπε να πάρω κάποιες προφυλάξεις;»

Αυτή κατάλαβε τι εννοούσε, γέλασε ξένοιαστα και του λέει

«Δε χρειάζεται καλέ μου, εδώ και ένα χρόνο δε βλέπω περίοδο»

Ένοιωσε ανακούφιση και ταυτόχρονα σκέφτηκε πόσο ειλικρινής και απαλλαγμένη από σεμνοτυφίες γυναίκα ήταν.

Από τότε γίνανε κανονικοί εραστές, χωρίς όμως να προχωρήσουν σε φανερή συμβίωση. Δεν το ήθελαν και οι δύο. Δεν έπρεπε να δώσουν αφορμές σε σχόλια. Εκτός του ότι στα πίσω δωμάτια και του ισογείου και του ορόφου, μένανε άλλοι νοικάρηδες, ο ένας μάλιστα αξιωματικός της χωροφυλακής, στο σπίτι μπαινοβγαίνανε, συνεχώς και απροειδοποίητα, συνάδελφοι και συγγενείς της Ντίνας. Έτσι, τηρούσαν τα προσχήματα. Πήγαιναν καμιά φορά μαζί στο σινεμά, στην απογευματινή προβολή και σπανιότερα βγαίνανε μαζί το βράδυ έξω για φαΐ. Είχαν κανονίσει να πηγαίνουνε με το αυτοκίνητό του σε μια κοντινή πόλη.  Συνήθως κάνανε έρωτα δυο φορές τη βδομάδα, πάντα στο διαμέρισμα του Δήμου, πριν ή μετά τον απογευματινό καφέ. Σ΄ αυτό τους διευκόλυνε το ότι το χωλ του διαμερίσματος του Δήμου στον όροφο και το χωλ της Ντίνας στο ισόγειο, επικοινωνούσαν με ιδιαίτερη σκάλα. Αργότερα βέβαια, όταν πέρασε η πρώτη έξαρση, αραίωσαν τα σμιξίματά τους. Τώρα το κάνανε μια φορά τη βδομάδα ή και πιο αραιά.

Του Δήμου του άρεσε αυτή η εξέλιξη, πολύ περισσότερο που η Ντίνα δεν του έκανε ποτέ καμιά νύξη για γάμο. Αυτό τον παραξένεψε στην αρχή, αλλά κατάλαβε πως οφειλόταν στην απόφασή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη και αδέσμευτη. Ο ντόμπρος χαρακτήρας της την έφερε πιο κοντά του. Μαθαίνοντας πως στη γειτονική τους Κατερίνη λειτουργούσε νυκτερινή σχολή παραϊατρικών επαγγελμάτων, ΣΒΙΕ τη λέγανε που, μολονότι ιδιωτική, έδινε διπλώματα που αναγνώριζε η Πολιτεία, την έπεισε να γραφτεί, ώστε να αποχτήσει πτυχίο νοσηλεύτριας,  προσφέρθηκε μάλιστα δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα, όχι μόνο να την πηγαίνει με το αμάξι του, αλλά και να τη φέρνει πίσω, στις εννιά τη νύχτα.

Εκείνο το απόγεμα δεν έκαναν έρωτα, αλλά περιορίστηκαν να κουβεντιάσουν, πίνοντας τον καφέ τους. Του μετέφερε φυσικά όλα τα νέα της γειτονιάς, της είπε κι αυτός τα δικά του κι έτσι πέρασε η ώρα τους.

«Τι θα κάνεις το βράδυ; Δεν πιστεύω να πας βόλτα με τέτοιον καιρό;» τον ρώτησε, όταν η κουβέντα τους ξεψύχησε.

Από τότε που τον ήξερε, τον έβλεπε να φεύγει καθημερινά από το σπίτι όταν σουρούπωνε και να κάνει, όπως γρήγορα εξακρίβωσε, μακρινούς μοναχικούς περιπάτους, είτε στην ακρογιαλιά, είτε στο κοντινό δασάκι, είχε δε επισημάνει πως ο Δήμος σ΄ αυτούς τους περιπάτους, αλλά και σε όλες σχεδόν τις μετακινήσεις του μέσα στην πόλη δε χρησιμοποιoύσε το αυτοκίνητο του, αλλά πήγαινε πάντα με τα πόδια.

«Τι έχει ο καιρός; Φυσάει μόνο, δε βρέχει πια».

«Να ντυθείς όμως καλά»

«Μη νοιάζεσαι. Κατόπιν λέω να πάω σινεμά. Φέρανε ένα καλό ιταλικό έργο και δε θέλω να το χάσω. Μια που δεν έχεις μάθημα απόψε, έρχεσαι;»

«Θα το ήθελα πολύ, αλλά πρέπει να πάω να δω την Ελένη. Είναι άρρωστη η καημένη και με χρειάζεται»

Έβαλε το χοντρό παλτό του και βγήκε. Απόψε τράβηξε προς τον πευκόφυτο λόφο, που προστάτευε την πόλη από τους βοριάδες. Το δάσος (η ονομασία ήταν μάλλον καταχρηστική) ήταν φυσικά έρημο.

Περπατώντας στις νοτισμένες πευκοβελόνες επιδόθηκε στην ταχτική,  καθημερινή του ονειροπόληση.

Όταν χώρισαν με την Έζμπα, ένοιωσε πως άδειασε ο κόσμος γύρω του. Ήταν σα να πέθανε ένα κομμάτι του εαυτού του. Από ιδιοσυγκρασία, όταν κάτι του άρεσε αφοσιωνόταν ολόψυχα σ΄αυτό. Είτε αυτό το κάτι ήταν μια απασχόληση, ένα βιβλίο, μια ιδέα. Πόσο μάλλον μια τόσο τρυφερή και όμορφη γυναίκα.

Τρυφερότητα και γαλήνη ήταν τα συναισθήματα που κυριαρχούσαν στη σχέση τους κι αν κάπου κάπου διαφωνίες και μαλώματα αντικαθιστούσαν προσωρινά αυτή τη γαλήνη, η συμφιλίωση που την ξανάφερνε ήταν  τόσο γλυκιά, που σκεφτόταν πως και τα διαλείμματα αυτά άξιζαν τον κόπο.

Παρά τις λογομαχίες και τις συγκρούσεις τους, που τελευταία ήταν πολύ συχνές, του ήταν αδιανόητο να ζήσει μακριά της. Και όταν αυτό το αδιανόητο έγινε πραγματικότητα, του φάνηκε πως ήταν αδύνατο να το αντέξει, όσο κι αν προσπάθησε.

Στην αρχή δοκίμασε να αντιμετωπίσει το ανυπόφορο κενό που είχε νοιώσει, με τη λογική: «Εντάξει – και τι θα γινόταν δηλαδή, αν δεν είχες πάει σ΄ αυτό το πάρτι της Κατερίνας;» συλλογίστηκε και με αυτή τη βάση – τι θα γινόταν αν δεν…. προσπάθησε να συνεχίσει τη ζωή του. Αποδείχτηκε όμως πως αυτό ήταν αδύνατο. Η ανάμνηση της ίδιας και των στιγμών που ζήσανε μαζί, ήταν αβάσταχτα οδυνηρή.

Αμέσως μόλις επέστρεψε από την Αίγινα στην Αθήνα, οι μνήμες τον κύκλωσαν ασφυκτικά. Είχε το καταραμένο προσόν να θυμάται τα πάντα και με κάθε λεπτομέρεια. Περνώντας από τα σημεία της πόλης – και  του κέντρου και της Κυψέλης και της Ηλιούπολης – όπου είχαν περπατήσει μαζί, από τα εστιατόρια ή τα ταβερνάκια όπου είχαν φάει, από τα θέατρα ή τους κινηματογράφους όπου είχαν παρακολουθήσει σπουδαίες παραστάσεις και είχαν δει αλησμόνητες ταινίες, οι μνήμες τον κυνηγούσαν αδιάκοπα. Ακόμα και η σιλουέτα του νησιού της, που διαγραφόταν βιολετιά στον ορίζοντα όταν καμιά φορά περπατούσε ή διέτρεχε την παραλιακή λεωφόρο, τον έκανε να πονά. Σταμάτησε λοιπόν να κατεβαίνει στο Φάληρο και τη Γλυφάδα. Έκοψε τις ταχτικές επαφές του με τον Αλέκο και την Κατερίνα καθώς και με τον Κώστα και τη Λούλα. Δε μπορούσε όμως να αποφύγει τις τυχαίες συναντήσεις με άλλους γνωστούς και φίλους, που γίνονταν πρόσθετες πηγές πόνου.

Σχέσεις με άλλες γυναίκες δεν επιδίωξε να συνάψει. Εκτός που δεν υπήρξε ποτέ του γυναικάς, το αντίθετο μάλιστα, με το άλλο φύλο ήταν πάντα συνεσταλμένος, ήξερε πως δεν υπήρχε στον κόσμο άλλη γυναίκα που θα μπορούσε να μπει στη θέση της και φοβόταν την απογοήτευση από τη σύγκριση που αναπόφευκτα θα έκανε.

Αποτραβήχτηκε στον εαυτό του. Σπίτι – δουλειά – σπίτι. Διάβαζε πολύ, μιλούσε ελάχιστα, σχεδόν αποκλειστικά με τους γονιούς του, που τη χαρά τους γιατί ξαναγύρισε κοντά τους το μοναχοπαίδι τους, τη σκίαζε η λύπη τους, βλέποντάς πόσο βαριά πήρε τον χωρισμό. Άντεξε αυτό το μαρτύριο έναν ολόκληρο χρόνο και τελικά κατάλαβε πως η μόνη λύση που του έμενε, ήταν να φύγει από την Αθήνα. Όταν τους είπε την απόφασή του, οι γέροι του, απροσδόκητα, συμφώνησαν μαζί του, γιατί καταλαβαίνανε τον πόνο του.

Η φυγή του αποδείχτηκε σχετικά εύκολη υπόθεση. Έμαθε πως κάποιος συνάδελφος και γνωστός του, προσπαθούσε, δυο χρόνια τώρα, να μετατεθεί από τους Σοφάδες, όπου είχε διοριστεί, στην Αθήνα, κοντά στην οικογένειά του και το σπίτι του. Συνεννοήθηκε μαζί του και με τις συνδυασμένες ενέργειες τους, εκμεταλλευόμενοι κάποιες γραφειοκρατικές διατάξεις, το κατάφεραν. Πέτυχε το σκοπό του και κέρδισε την ευγνωμοσύνη του συναδέλφου.

Η προσαρμογή του στη νέα του θέση, από υπηρεσιακής πλευράς ήταν ομαλή και εύκολη, από ψυχολογικής όμως πολύ δυσκολότερη. Πρώτα πρώτα το μέρος δεν του άρεσε. Αποστρεφόταν τα καμποχώρια και την έλλειψη αγνάντιου. Του έλειπε πολύ η γειτνίαση της θάλασσας. Ύστερα τον τσάκιζε η μοναξιά. Οι συνάδελφοι του στο Γυμνάσιο ήταν μεγαλύτεροι του στην ηλικία και παντρεμένοι. Η επαφή μαζί τους δεν ξεπέρασε ποτέ το υπηρεσιακό επίπεδο. Διάφορα μικρά προβλήματα της καθημερινότητας, του κάναν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή. Δεν ήταν δυνατό να πλένει και να σιδερώνει τα ασπρόρουχά του, ή να ράβει τα κουμπιά που πέφτανε. Η σπιτονοικοκυρά του, ύστερα από πολλά ζόρια, του βρήκε μια γυναίκα που τον εξυπηρετούσε, έναντι αμοιβής, η οποία του φάνηκε μάλλον μεγάλη.

Καθώς δεν υπήρξε ποτέ του καφενόβιος, συνήθιζε, πριν καταλήξει στο σπίτι για ύπνο, να περιπλανιέται για κάμποσην ώρα άσκοπα στους δρόμους, αλλά τώρα αυτό του έγινε αβάσταχτο. Το να γυρίζει στους έρημους, λασπωμένους συνήθως, δρόμους και να βλέπει τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών, αποδείχτηκε αληθινό μαρτύριο. Σκεφτόταν πως εκεί ζούσαν άνθρωποι σαν κι αυτόν, που είχαν όμως γυναίκα και παιδιά και απολάμβαναν την οικογενειακή ζεστασιά. Έφτασε στο σημείο να περιμένει τις διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του καλοκαιριού, για να πάει στην Αθήνα, να νοιώσει κάποια οικογενειακή θαλπωρή στο πατρικό του σπίτι.

Τελικά σε δυο χρόνια, χωρίς μάλιστα να το επιδιώξει ο ίδιος, τον μετάθεσαν από τους Σοφάδες στην τωρινή του θέση. Αυτή η μικρή πόλη της Πιερίας μπορεί να μην ήταν παραθαλάσσια, αλλά η θάλασσα απείχε λιγότερο από δυο χιλιόμετρα, αστεία απόσταση γι΄ αυτόν. Επί πλέον είχε πιο ανεπτυγμένο κόσμο και περισσότερη κίνηση. Έτσι, προσαρμόστηκε ευκολότερα στο καινούργιο περιβάλλον. Απέκτησε μερικούς ενδιαφέροντες γνωστούς, τα έφτιαξε με την Ντίνα, χωρίς όμως να δεθεί μαζί της και γενικά άρχισε να νοιώθει κάτι σαν γαλήνη.

Εκτός από τη θάλασσα, άλλο θέλγητρο της πόλης ήταν το μικρό πευκόδασος, στο λόφο του μοναστηριού, που την έκλεινε από τα βορειοδυτικά και από την αρχή συνήθισε να κάνει, είτε σ΄αυτό είτε στην απέραντη ακρογιαλιά, μακρινούς μοναχικούς περιπάτους, σχεδόν ανελλιπώς κάθε βράδυ και ανεξαρτήτως καιρού. Συνήθως δε συναντούσε ψυχή κι έτσι μπορούσε απερίσπαστα να ονειροπολεί και αυτό τον γαλήνευε. Η συνήθειά του αυτή, όπως ήταν επόμενο έγινε αμέσως αντιληπτή από τη πλήττουσα και κουτσομπόλα τοπική κοινωνία, αλλά γρήγορα σταμάτησαν να ενδιαφέρονται, όταν εξακρίβωσαν (σ΄ έναν μικρόν τόπο όλα μαθαίνονται), πως δεν επρόκειτο ούτε για γυναικοδουλειές ούτε για καμιά παράνομη πολιτική δραστηριότητα (στο μεταξύ είχε κηρυχθεί η απριλιανή δικτατορία), ούτε για τίποτα παραβάσεις του ποινικού κώδικα.

Το ίδιο έπαψαν να ενδιαφέρονται και στην Ασφάλεια, όπου, τους πρώτους μήνες της εγκατάστασής του, είχαν επάνω του το μάτι τους, όπως έκαναν για κάθε καινούργιο δημόσιο υπάλληλο. Τελικά, όλοι τον θεώρησαν απλώς ιδιόρρυθμο τύπο, ένα ψώνιο, και έπαψαν να ασχολούνται μαζί του. Την άποψη αυτή την ενίσχυε το γεγονός ότι σπανιότατα χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητό του, σε μιαν εποχή που η μόδα να έχουν αμάξι είχε κυριεύσει τους πάντες, που πήγαιναν εποχούμενοι να αγοράσουν εφημερίδα ή τσιγάρα, με αποτέλεσμα οι ήδη στενοί δρόμοι του κέντρου της κωμόπολης να καταντήσουν σχεδόν αδιάβατοι.

Ο ίδιος το αμάξι του το χρησιμοποιούσε σε διαδρομές έξω από τα όρια του οικισμού, ουδέποτε δε στους μοναχικούς του περιπάτους, που τους έκανε καθημερινά σχεδόν και οι οποίοι αποτελούσαν κάποιο είδος φυγής και μέσο απολύτρωσης από τις τυραννικές μνήμες του. Γιατί δεν ήταν μόνο οι μοναχικοί περίπατοι αλλά κυρίως οι ονειροπολήσεις που τους συνόδευαν και οι οποίες, όσο προσαρμοζόταν στο νέο περιβάλλον, τόσο πιο συστηματικές γίνονταν και τόσο πιο καθοριστικής σημασίας έγιναν για τη ζωή του.

Σιγά σιγά και μεθοδικά, δημιούργησε δυο προσωπικότητες. Η μία ήταν αυτή που ξέρανε όλοι: ο ευσυνείδητος, ανεπίληπτος και μετρημένος καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, με λίγους φίλους, χωρίς πάρε δώσε με γυναίκες, χωρίς πάθη, αριστερός μεν αλλά νομοταγής, που η μόνη αντιστασιακή, να την πούμε έτσι, δράση του, περιοριζόταν στη διάδοση αντιχουντικών ανεκδότων.

Την  άλλη προσωπικότητά του, την ονειρική, την ήξερε μόνον αυτός. Στις ονειροπολήσεις που έκανε περπατώντας στην ακτή ή στο δασάκι, γινόταν τολμηρός, πολιτικοποιημένος, αριστερός δημοκράτης, που συνέχιζε την παράδοση των επονιτών και των λαμπράκηδων, που ήταν ενταγμένος σε παράνομες αντιδικτατορικές οργανώσεις, και είχε όνειρό του να ανατινάξει μια μέρα το άγαλμα του Τρούμαν. Στις ονειροπολήσεις αυτές βίωνε κατά κάποιον τρόπο παλιές ανεκπλήρωτες χίμαιρες, που δεν πρόφτασαν να γίνουν, έστω, ωραία λάθη.

Με τον καιρό, επιστρατεύοντας τη φαντασία του, την οποία διέθετε σε υπερεπάρκεια, άρχισε να προσθέτει λεπτομέρειες στις ονειροπολήσεις αυτές. Εμπλούτισε τον χαρακτήρα και τη δράση αυτού του δεύτερου εαυτού του με πιο ακραία γνωρίσματα. Έγινε ριψοκίνδυνος μέχρι τυχοδιωκτισμού και η δράση του βγήκε από τα όρια της πόλης και της χώρας. Δεν τον ικανοποιούσε πια η ανατίναξη αγαλμάτων. Τώρα επιχειρούσε ταξίδια πολυτάραχα, σε μακρινές εξωτικές χώρες, όπου έπαιρνε ενεργό μέρος σε επαναστάσεις, συνομωσίες και εξεγέρσεις, και στο ενδιάμεσο του, έμενε καιρός για θυελλώδεις σχέσεις με πεντάμορφες και πρόθυμες γυναίκες.

Αυτόν τον διαφορετικό Δήμο συναντούσε στις ονειροπολήσεις του και πραγματικά ένοιωθε μαζί του τόση ευχαρίστηση και ανακούφιση, ώστε τυχόν ματαίωση, λόγω καιρού ή έκτακτων απασχολήσεων, των μοναχικών περιπάτων του, τον έβγαζε κυριολεκτικά από τα νερά του.

Η ανάμνηση της Έζμπας είχε εξοβελιστεί, τόσο από τη φανερή ζωή του, όσο και από την ονειρική. Τώρα πια μόνο στα ανεξέλεγκτα, ενύπνια, όνειρά του ερχόταν, προκαλώντας την πρόσκαιρη αναστάτωσή του. Στις ονειροπολήσεις, που έκανε στον ξύπνιο του, η Έζμπα απουσίαζε. Δεν τον συνόδεψε ποτέ ούτε στη Λέρο ή στα Γιούρα, ούτε στην Κύπρο ή τον Λίβανο, στη Σιέρα Μαέστρα, τη Χιλή ή τη Βολιβία ή την Αγκόλα.

Είχε ακόμα καθιερώσει, γυρίζοντας από τους περιπάτους του στο σπίτι, αφού έφερνε και την Ντίνα από τη σχολή της (πράγμα που δε γινόταν βέβαια κάθε βράδυ), να ανακεφαλαιώνει, με τη συστηματικότητα, που του είχε γίνει δεύτερη φύση,  τις ονειροπολήσεις του. Η τεράστια μνήμη του, στην αρχή του επαρκούσε για να αναπλάθει και να ξαναθυμάται με κάθε λεπτομέρεια, τις φανταστικές αυτές δραστηριότητες. Ύστερα όμως από ένα χρόνο δεν επαρκούσε πια. Τα φανταστικά γεγονότα και πρόσωπα συνωστίζονταν μέσα στο μυαλό του ασφυκτικά και άρχισε να χάνει το λογαριασμό. Τότε εφάρμοσε τρίτο μέσο φυγής. Αγόρασε μια γραφομηχανή και όταν, κουρασμένος από την πεζοπορία, καταστάλαζε σπίτι του, κατέγραφε τις ονειροπολήσεις του μεθοδικά, επί ένα σχεδόν δίωρο κάθε νύχτα.

Με την καταγραφή των ονειροπολήσεών του στο χαρτί, άρχισε να πλαισιώνει τον δεύτερον, ονειρικό Δήμο, με πολλά, φανταστικά επίσης, πρόσωπα, που τώρα όμως είχαν όνομα και επώνυμο, πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο, πρακτικώς αδύνατο, να κάνει όταν τις κατέγραφε μόνο στο μυαλό του. Από μαθητής, στο Γυμνάσιο ακόμα, είχε έφεση στο γράψιμο και ο ελληνιστής τους συχνά διάβαζε στην τάξη τις εκθέσεις του, επαινώντας το γράψιμό του και μάλιστα κάποτε προφήτεψε πως θα γινόταν καλός συγγραφέας. Προφητεία που μετά από είκοσι χρόνια δεν έδειχνε να επαληθεύεται.

Ανεξαρτήτως αυτού, πάντως, αυτά τα πρόσωπα που δημιούργησε η  φαντασία του, με την καταγραφή τους στο χαρτί, αποχτούσαν δικιά τους υπόσταση και χαρακτηριστικά. Δημιούργησε έναν ταβερνιάρη, Φίλιππα ονόματι, γύρω από τον οποίο και την ταβέρνα του, είχε σχηματιστεί φιλικός κύκλος από ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ήταν το ζευγάρι του Κώστα και της Μαρίας και οι κουμπάροι τους ο Γιάννης και η Άννα, που απαραιτήτως τρώγανε τα βράδια κάθε Σαββατοκύριακο στην ταβέρνα του. Ο Φίλιππας ήταν πολύ εντάξει τύπος και πολλές φορές, αν έπαιρνε από καλό μάτι τους πελάτες του, δε δεχόταν να πληρώσουν όλο το κρασί που πίνανε στην ταβέρνα του

«Το κερνάει το κατάστημα» έλεγε συνήθως.

Του άρεσε επίσης να πιάνει κουβέντα με τους πελάτες του, όσους βέβαια συμπαθούσε κι όσους δέχονταν να τα λένε μαζί του.

Όλοι αυτοί ήταν δημοκράτες, ενταγμένοι πριν από τη δικτατορία στην ΕΔΑ. Ο Φίλιππας μάλιστα είχε πάρει μέρος στην Αντίσταση.

Σ΄ αυτό το δίωρο, δεν επέτρεπε σε κανέναν και πρώτα πρώτα στην Ντίνα, να τον ενοχλήσει. Οι ελάχιστοι γνωστοί του είχαν ειδοποιηθεί πως δε μπορούσαν να τον επισκεφθούν ή να του τηλεφωνήσουν, μολονότι καλού κακού κατέβαζε το ακουστικό από τη συσκευή του τηλεφώνου. Σιγά σιγά, με πρώτη πηγή πληροφοριών την Ντίνα, άρχισε να διαδίδεται στην πόλη, πως ετοίμαζε κάποιο σημαντικό, επιστημονικό βεβαίως, σύγγραμμα. Η αλήθεια είναι πως τα δακτυλόγραφά του, με τον καιρό, γέμιζαν ολόκληρα συρτάρια.

Στην αποψινή ονειροπόληση του, συνόδεψε τον Μίκη Θεοδωράκη και την ορχήστρα του στη Χιλή. Απόλαυσε τη Δανάη, να τραγουδά «Επιτάφιο» και «Επιφάνεια», το πλήθος να ψάλλει εν χορώ το «Κάντο Χενεράλ», ζητωκραύγασε τον Αλλιέντε…  Κατόπιν περιπλανήθηκε στους δρόμους του Σαντιάγκο με μια θορυβώδη πολυεθνική παρέα και τελικά είχε ένα πολύ θερμό τετ-α-τετ με μια ωραία κρεολή.

Κάποτε κουράστηκε να περπατά και να ονειροπολεί και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Δεν ήταν ακόμα ούτε εφτάμισι και καθώς άρχισε πάλι να ψιλοβρέχει κατέφυγε στο «Πανελλήνιον», που ήταν άλλωστε στο δρόμο του. Σχεδόν κάθε βράδυ θα περνούσε από το συγκεκριμένο, ιστορικό κατά κάποιον τρόπο, καφενείο, όπου όλο και θα συναντούσε κάποιον γνωστό του να πούνε δυο κουβέντες.

113 Σχόλια προς “Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)”

  1. Παρόντες !

  2. Αρχές δεκαετίας του ’70 μάλλον, όχι τέλος δεκ. ’60. Ο «τρίτος χρόνος της δικτατορίας» αναφέρεται σαν κάτι περασμένο (μετά λέει «πέρσυ παλι…») και η αναφορά στον Αλιέντε μας δίνει τα termini post/ante quem (1970 και 1973). Η ματιά του ιστορικού!

    Ωραία και ενδιαφέρουσα η αρχή – και αρκετά διαφορετική από τα άλλα μυθιστορήματα μου φαίνεται.

  3. atheofobos said

    Νομίζω πως είναι από τις πιο ώριμες γραφές του πατέρα σου και μου θύμισε στην περιγραφή της μοναχικότητας του ήρωα τις Ρετσίνες του βασιλιά του Ζούργου.

  4. Χρόνια πολλά σους Θανάσηδες και τις Αθανασίες…

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολυ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Καλά λες. Αρχές δεκ 70

    3 Ωχ, άλλο ένα από τα αδιάβαστα της στοίβας…..

  6. Παναγιώτης Κ. said

    Έχω την εντύπωση πως ο σύγχρονος τύπος λογοτεχνίας σε πολλές περιπτώσεις είναι μια μπερδεμένη αφήγηση όπου χρειάζεται να καταβάλεις προσπάθεια για να ολοκληρώσεις την ανάγνωση. Δεν αποκλείεται και κάποιος ψυχαναγκασμός.
    Αυτή τη σύγκριση έκανα διαβάζοντας το διήγημα του ΔΣ αλλά και όλα όσα έχουμε διαβάσει σε προηγούμενες αναρτήσεις. Ένα διήγημα λοιπόν με άνετη ροή και σε σχήματα οικεία. Οικείες είναι οι σκέψεις και οι αντιδράσεις των ηρώων και κατά κάποιο τρόπο μπαίνει και ο αναγνώστης στο παιχνίδι.
    Θέτω λοιπόν το ερώτημα: Ο γριφώδης τύπος γραφής είναι επιλογή ή αδυναμία; Μάλλον οι συγγραφείς αυτής της κατηγορίας θέλουν να αποφύγουν την κριτική περί απλοϊκής γραφής οπότε επιλέγουν τον περίπλοκο τρόπο.
    Όχι πως δεν υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι μας προσφέρουν ενδιαφέροντα λογοτεχνικά έργα με γραφή απλή. Για παράδειγμα, δεν ξεχνώ το Γκιαπ.
    Οι διάφορες όμως κριτικές παρουσιάσεις βιβλίων μάλλον ρέπουν προς την γριφώδη, όπως την αποκαλώ, λογοτεχνία.
    Και μια προσωπική εξομολόγηση. Πολυδιαφημισμένα βιβλία ξένων συγγραφέων πολλές φορές τα εγκατέλειψα μετά από ανάγνωση πενήντα σελίδων.

  7. Georgios Bartzoudis said

    Διάβασα «άπαξ και ταχέως» τα λεγόμενα του πατρός Σαραντάκου. Κάπου χάθηκα. Ίσως γιατί, θεμελιώνοντας την αφήγησή του, βάζει πολλά υλικά. Έπιασα και έναν αναχρονισμό: Κέντρα Υγείας δεν υπήρχαν επί Χούντας. Οψόμεθα εις Φιλίππους.
    Και, μια και το λέει η μέρα: Χρόνια Πολλά σε εορτάζοντες (Μακεδόνες και …πάσης Χαμουτζίας): Αθανάσιος, Νάσιος, Νασιός, Θανάσης, Θανασός, Θανασούδας, Σισιός, Θάνος, Θανασάκης, Σάκης, Νάσκος (έστι και επώνυμο Νασκούδης). Νάσια, φώναζε μια βουλγαρόφωνη κουμπάρα μας τον γιο της Θανάση (και Βάνια τον Γιάννη). Και, Τανάς φασίν τον Αθανάσιον εις τας παρ’ ημίν παροικίας Γύφτων.
    Ωσαύτως, Χρόνια Πολλά σε κάθε Αθανασία, Θανάσω-Θανάσου, Θανασία, Σία, Νάσω-Νάσου, Θανασούλα, Σούλα, Νάνσυ (εσχάτως).

  8. ΚΩΣΤΑΣ said

    Πολύ ελκυστικό ως ανάγνωσμα, η γνωστή εξαιρετική και ρέουσα γραφή του Δημήτρη Σ., αλλά και έκπληξη, η θεματολογία, η υπόθεση. Ίσως μας προκύψει ως το ωραιότερο απ’ όλα. Αδημονώ!…

    Σοφάδες, καρακαμπίλα, λασποχώρι, περίπου το κέντρο των Καραγκούνηδων. Και μετά, μάλλον σε κάνα Λιτόχωρο, Λεπτοκαρυά…. ξέρω ‘γω, είδομεν.

  9. Διαφορετικό στυλ γραφής, πιο επαγγελματικό θα έλεγα, θα ενθουσιάσει μάλλον τους βιβλιοφάγους αλλά εγώ θα προτιμούσα τα άλλα έργα, χωρίς ανούσιες λεπτομέρειες που δεν παίζουν κανένα ρόλο (ως τώρα) στην ροή, όπως τι έφαγε με το τσάι του ή στην ταβέρνα, θα προτιμούσα περισσότερο περιγραφή του χώρου που έφαγε ή την επίδραση του φαγητού.
    Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αποφεύγω το διάβασμα βιβλίων όσο και μαστρικά να «κτίζεται» η ιστορία, προτιμώ την ελεύθερη ροή όπως όταν μιλάμε.
    Βέβαια αυτός ο τρόπος γραφής μπορεί να οδηγήσει σε σενάριο ταινίας που ίσως να ήταν και ο απώτερος στόχος.

  10. sarant said

    6 Κάποτε θα άξιζε να συζητήσουμε αυτό το θέμα, βιβλία που έχουμε αφήσει στη μέση -αλλά δεν ξέρω αν θα είμαστε ειλικρινείς, αν θα παραδεχτούμε ότι το τάδε κλασικό αριστούργημα δεν μπορέσαμε να το προχωρήσουμε πέρα από τη σελίδα 18.

  11. Γιάννης Κουβάτσος said

    10: «Οδυσσέας» του Τζόις και «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ. Πολυαρχινισμένα και πολυπαρατημένα· το ομολογώ με συντριβή. 😊 Ξεπερνούν και τα δύο και την αναγνωστική μου επάρκεια και την υπομονή μου.

  12. Τον «Οδυσσέα» τον είχα διαβάσει στο στρατό (τι να κάνεις άμα έχεις δύο εξάωρες βάρδιες στον κλωβό του ραντάρ), και τον Μούζιλ λίγο νωρίτερα. Το πρώτο το ξαναδιάβαζα, το βρίσκω και διασκεδαστικό, το δεύτερο δεν νομίζω. Ένα πολυδιαφημισμένο ως κλασικό που άφησα στη μέση (ίσως το μόνο, είμαι ψυχαναγκαστικός με τα βιβλία) είναι η «Πετρούπολη» του Αντρέι Μπέλι.

  13. Πουλ-πουλ said

    6,10,11
    Αφού άρχισαν οι εξομολογήσεις, εγώ παράτησα στη μέση με ομολογημένη ανακούφιση και μια κάποια αγανάκτηση τον «Μάγο» του Φώουλς, γιατί οι γρίφοι του μου φάνηκαν παιδαριώδεις.

  14. phrasaortes said

    8. Η Λεπτοκαρυά είναι δίπλα στην θάλασσα, αλλά και πολύ μικρή για να οριστεί ως πόλη και να έχει δημαρχείο. Εξάλλου, σε όλη την νότια Πιερία, μάλλον μονάχα το Λιτόχωρο είχε Γυμνάσιο επί δικτατορίας. Το κεφαλοχώρι της βόρειας Πιερίας είναι το Αιγίνιο, αλλά είναι επίπεδο, καθώς βρίσκεται στις προσχώσεις του Αλιάκμονα, οπότε μάλλον δεν ταιριάζει στην περιγραφή.

  15. Πουλ-πουλ said

    12.
    Για τον «Οδυσσέα» συμφωνώ ότι εν τέλει είναι διασκεδαστικός, αν εξαιρέσουμε τον συγκλονιστικό μονόλογο της Μόλι στο τέλος.

  16. Γιάννης Κουβάτσος said

    12:Ναι, και την «Πετρούπολη» την έχω παρατήσει δυο-τρεις φορές. Δεν μου πολυπάει η νεωτερική πεζογραφία, είμαι φανατικός της κλασικής.

  17. Παναγιώτης K. said

    @10. Αν ανοίξει η συζήτηση μπορεί να δράσει ψυχαναλυτικά και να λυθεί…το πληκτρολόγιο. 🙂

  18. sarant said

    12 Σε ποια εκδοση; Κίχλη ή Αντίποδες;

    Θα με αντιπαθήσεις, αλλά έχω παρατήσει τον Λε Καρέ, και δεν θυμάμαι και ποιο ήταν, μάλλον αυτό το Soldier,….

    14 Μπορεί να συνδυάζει στοιχεία από 2-3 πόλεις

  19. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Εγώ παράτησα τις Ευμενίδες, του Λίττελ. Κουραστικές κοιλιές κτγμ.

  20. Λεύκιππος said

    8, 14 Πιο πιθανό μου φαίνεται ο Κορινός που όντως απέχει δυο τρία χιλιόμετρα από την θάλασσα, ενώ το Λιτόχωρο και το Αιγίνιο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν παραθαλάσσια. Λέω τώρα.

  21. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα.

    Μὲ θέλγει, ὅπως καὶ ἀρκετοὺς ἀπ᾿ τοὺς σχολιαστὲς τοῦ ἱστολογίου, τὸ γράψιμο τοῦ Δημήτρη Σαραντάκου.

    Γι᾿ αὐτὸ θὰ περιμένω μὲ ἀνυπομονησία κάθε δεύτερη Τρίτη νὰ διαβάσω τὴ συνέχεια.

    Καὶ μιὰ πραγματολογικὴ παρατήρηση.

    Μολονότι ὁ ἀντιαποικιακὸς ἀγώνας τῆς Ἀγκόλας ξεκίνησε τὴ δεκαετία τοῦ 60, δὲν νομίζω νὰ ἔγραφαν σχετικὰ οἱ ἑλληνικὲς ἐφημερίδες μέσα στὴ δικτατορία. Νομίζω πὼς ἀσχολήθηκαν μετὰ τὴν δική μας Μεταπολίτευση. Τότε πού, μετὰ τὴν Πορτογαλικὴ Ἐπανάσταση τῶν Γαρυφάλλων καὶ τὴν επακολουθήσασα ἀνεξαρτησία, φούντωσε ὁ ἐμφύλιος ἀνάμεσα στὶς ἀνταρτικὲς ὀργανώσεις MPLA, FNLA καὶ UNITA.

  22. Πάντα ο πατήρ Σαραντάκος διαβάζεται πολύ ευχάριστα.

    Ένα βιβλίο θυμάμαι τώρα που δεν μπόρεσα να το διαβάσω(νομίζω στις 30 σελίδες σταμάτησα) ήταν «Τα ανίσχυρα ψέυδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» του Ανδρέα Μήτσου του οποίου τα διηγήματα τα λατρεύω.

  23. Αντε τωρα να περιμένεις δυο εβδομάδες για την συνέχεια…

  24. 18 Της Κίχλης, αλλά δε νομίζω ότι φταίει η μετάφραση. Για τον Λε Καρέ ναι, θα σε αντιπαθούσα αν δεν σε συμπαθούσα 🙂

  25. Παλιά, δίσταζα να παρατήσω ένα δύσκολο βιβλίο και παιδευόμουν μέχρι να το τελειώσω. Τώρα πλέον όχι! Το παρατώ χωρίς ενδοιασμό κι ας είναι διάσημο βιβλίο διάσημου συγγραφέα, σκεπτόμενος το «κόστος ευκαιρίας»· σπαταλώντας τον χρόνο μου σ’ αυτό, χάνω την ευκαιρία να διαβάσω ένα άλλο, δεδομένου ότι, εκ των πραγμάτων, αδυνατώ να διαβάσω άπειρα βιβλία.

  26. ΚΩΣΤΑΣ said

    14 – 18γ – 20

    Μάλλον ισχύει αυτό που λέει ο Νικοκύρης, συνδυασμός τοποθεσιών για τις ανάγκες του διηγήματος. Ως τοποθεσία, όντως ταιριάζει περισσότερο ο Κορινός, αλλά δεν είχε τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, χωριουδάκι σχεδόν, προάστιο της Κατερίνης.

    *Λέτε οι Σοφάδες Καρδίτσας να εξωραΐστηκαν και να εκπολιτίστηκαν, εν έτει 1970, σε σχέση με την αναφορά του Αστυνόμου το χίλια εννιακόσια.. κάτι; 😉

  27. Michael Tziotis said

    Ωραία στρωτή αφήγηση…
    Μια «πραγματολογική» παρατήρηση σχετικά με το ημερολόγιο πρόγραμμα του φιλόλογου Δήμου…
    Το πρωί σχολείο,το μεσημέρι γεύμα στην ταβερνούλα, κατά τις 3 ύπνος, το απόγευμα καφές με την Ντίνα, μετά σχετικά μεγάληςδιάρκειας πεζοπορία, μετά μεταφορά της Ντίνας από το ΣΒΙΕ, το βράδυ απομόνωση για την δακτυλογράφηση των ονειροπολήσεων στη διάρκεια του περιπάτου, μετά, υποθέτω, ύπνος.
    Πότε προετοίμαζε τα μαθήματα της επομένης, ο ευλογημένος; Πότε διόρθωνε τις αφόρητες κουταμάρες των όποιων τεστ; Και τις Εκθέσεις Ιδεών, που τότε ήταν το άγος και άχθος (50-70 εκατόφυλλα τετράδια να πρέπει να μεταφερθούν στο σπίτι!) των φιλολόγων, πότε τις διόρθωνε; 🙂

  28. sarant said

    25 Nαι, είναι και το κόστος ευκαιρίας…

    27 Καλά λες!

  29. Κιγκέρι said

    Ο τίτλος και μόνο, μου θύμισε τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στην Αλίκη στο Ναυτικό:

    «Πολλά φουστάνια βρε παιδιά… Πολλά φουστάνια. Εδώ είναι αντιτορπιλικό, δεν είναι το Λύκειο των Ελληνίδων»

  30. Mitsi Vrasi said

    Πολύ γλαφυρό, μ’αρέσει. Το ποια πόλη θα μπορούσε να είναι, δε με απασχόλησε (ούτε και σ’ άλλα βιβλία μ’ απασχολεί). Τώρα δλδ, θα περιμένουμε τις συνέχειες, όπως παλιά στις εφημερίδες, ε;
    Παράτησα το «Αδριανού απομνημονεύματα» της Γιουρσενάρ, μετά από μπόλικες προσπάθειες, το «Θεώρημα του παπαγάλου» του Γκετζ -αλλά με τις θετικές επιστήμες, είμαι αυτό που λένε στουρνάρι. Άλλη μια απ’ τους πολλούς με τον Οδυσσέα. Δεν πειράζει, στην άλλη ζωή. Υπάρχουν κι άλλα πολλά γι’ αυτήν.

  31. sarant said

    30 Τον Οδυσσεα εγώ δεν τον παράτησα για τον απλό λόγο ότι ποτέ δεν τον ξεκίνησα!

  32. Mitsi Vrasi said

    30 συνέχεια. …ούτε σε άλλα μυθιστορήματα/διηγήματα εννοώ, όταν ο συγγραφέας αφήνει μιαν αοριστία.

  33. Mitsi Vrasi said

    31 Ακόμα καλύτερα!! Ίσως στην άλλη ζωή 🙂

  34. ΣΠ said

    31
    Ούτε εγώ ξεκίνησα ποτέ τον «Οδυσσέα». Είδα όμως την ταινία Bloom (2003), που βασίζεται στο βιβλίο, και κατανοώ απόλυτα όσους άφησαν στη μέση την ανάγνωση. Εγώ κόντεψα να αφήσω στην μέση την ταινία, που δεν το έχω κάνει για καμία ταινία.

  35. Χρόνια πολλά στους Θανάσηδες και τις Αθανασίες δεν είπαμε. Πολύχρονοι να ‘ναι.

  36. leonicos said

    Γοητευτικό γράψιμο

    Αρχιζει ο διχασμός να μου θυμίζει καποιον πολύ γνωστό μου

    Οταν λέω πολύ… εννοώ πάρα πολύ

  37. Michael Tziotis said

    @30

    Παράτησες τα Απομνημονεύματα του Αδριανού;;;
    Έχασες!

  38. ΓΤ said

    Αφού χτες Αντώνης Φωστιέρης, τότε σήμερα Θανάσης Νιάρχος

  39. William T. Riker said

    Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες. Διάβασα το σημερινό απόσπασμα μονομιάς, μου άρεσε ιδιαιτέρως. Ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου και οι ονειροπολήσεις του Δήμου μου θύμισαν και μία αμερικανική ταινία, The Secret Life of Walter Mitty (που όπως βλέπω βασίζεται σε σύντομο διήγημα).

    Είναι πολλά βιβλία δεν ξεκίνησα ποτέ, αλλά μόνο δύο έχω αφήσει στη μέση, κλασικά και τα δύο, το Mόμπυ Ντικ και το Φάντασμα της Όπερας

  40. Mitsi Vrasi said

    37 Κοίτα, κάθε δυο χρόνια περίπου, προς το τέλος της άνοιξης, το ξαναπιάνω, ε, και το ξαναφήνω. Κάθε φορά λέω, «το ξεκίνησα όταν ήμουν νέα», κολοκύθια! Μπαίνει και το υποκειμενικό πάντα, γιατί…
    39β Το Μόμπυ Ντικ το διάβασα σε μια μέρα! Και το’χω ξαναδιαβάσει.
    39α Ναι, θυμίζει τη «Μυστική ζωή…». Άσε να δούμε τι θα γίνει, πρώτο κεφάλαιο είναι.

  41. Pedis said

    Ωραίο φαίνεται!

    … ο ελληνιστής τους … ??

  42. Πουλ-πουλ said

    40β. 1000 σελίδες σε μια μέρα?!

  43. SearchPeloponnese said

    Δηλαδή… τους Αδελφούς Καραμαζόφ τους καταφέρατε όλοι με την πρώτη;;;!!!

  44. sarant said

    38 Καλό!

    41 Δηλαδή ο φιλόλογός τους. Παλιά το λέγανε αυτό.

  45. sarant said

    Παρεμπιπτοντως, πριν απο λίγο τελείωσα ένα κλασικό μυθιστόρημα που έφτανε στη σελ. 1148 αν θυμάμαι καλά.

  46. Pedis said

    # 44 β – ΟΚ (όχι τίποτα grecista, λοιπόν …😃). Δεν τόξερα.

    # 42 – Μπορεί να βρει κάποιος εκδόσεις του ίδιου έργου σε μεγαλύτερο φορματ και μικρότερα γράμματα. 😀

  47. Mitsi Vrasi said

    42 Υπερβολή. Μιάμιση, κοιμήθηκα και λίγο το ξημέρωμα. Και το ξανάπιασα το πρωί. Και ήμουν και νέα.
    43 Τους Καραμαζόφ σε τρεις και κάτι στα δεκαπέντε μου (διακοπες).
    Διαβάζω γρήγορα (όχι ότι είναι καλό πάντα). Τα εκατό χρόνια μοναξιάς π.χ., που κύλαγε, αν εξαιρέσω την αρχή με τα ονόματα, το έπιασα κατά τις δύο το μεσημέρι και το τέλειωσα κατά τις δώδεκα το βράδυ. Εξαρτάται και πόσο με συνεπαίρνει ένα βιβλίο.

  48. leonicos said

    Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι η υποθεση ξετυλίγετι σταδιακά μπορστά στα μάτια μας
    με τη δυνατότητα να την σχολιάζουε ενδιαμέσως, αποκαλύτοντας τις προσδοκίες μας
    κι έμμεσα στοιχεία από τον εαυτό μας.

    Ώς τώρα έχουμε έναν άντρα που διχάζεται στον
    τολμηρό καθηγητή / πειθήνιο υπάλληλο,
    αγαπητο στους μαθητές / που έγιναν αιτία να υποστεί κάποιον έλεγχο,
    δέσμιο μιας χαμένης αγάπης στα ονειρά του / ελεύθερο σκοπευτή (άπαξ εστω) στο ξύπνιο του
    που οενιροπολεί για καιρό / που γράφει τα όνειρά του
    δεν ήταν καφενόβιος / πήγαινε τακτικά στο Πανελλήνιον
    δεν είχε φίλους / συναντούσε γνωστούς του στο καφενείο
    δεν πήδαγε / πήδαγε

    Η γυναίκα είναι λιγότερο διχασμένη
    σιγανοπαπαδιά στη δουλειά / σεξουάλα στο σπίτι
    και πολλά άλλα

    Αν όλλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία έχουν το καθένα μια αντίστοιχη εξέλιξη, θα πρέπει να βγει μια θυελλώδης ιστορία

    Είδομεν

  49. SearchPeloponnese said

    Τα Εκατό χρόνια μοναξιάς μου πήραν τρεις μέρες και δυο νύχτες (με ελάχιστο ύπνο). Εκ των υστέρων υπολογίζω τουλάχιστον 40 ώρες…

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τα κλασικά βιβλία, με αρχή, μέση και τέλος, όσο πολυσέλιδα κι αν είναι, διαβάζονται «εύκολα». Μπορεί ένας επαρκής αναγνώστης να καταδυθεί σε όλο τους το βάθος, αλλά κι ο απλός αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει άνετα την ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας, έστω κι αν μείνει στην επιφάνεια. Κι όπου υπάρχουν πολλές και λεπτομερείς περιγραφές, όπως σε πολλά μυθιστορήματα τιυ 19ου αιώνα, μπορεί να τις παρακάμψει. Στα νεωτερικά μυθιστορήματα, όμως, εύκολα μπορεί να χάσει τον μπούσουλα ο μέσος αναγνώστης, να χαθεί στον λαβύρινθο και κάποια στιγμή δεν θα καταλαβαίνει πια τι διαβάζει. Το έχω πάθει αρκετές φορές, γι’ αυτό και επιμένω κλασικά πλέον.

  51. Πέπε said

    50

    > όπου υπάρχουν πολλές και λεπτομερείς περιγραφές, όπως σε πολλά μυθιστορήματα τιυ 19ου αιώνα, μπορεί να τις παρακάμψει

    Το πρόβλημα δεν είναι στις περιγραφές (που πάντως δεν τις παρακάμπτεις εύκολα: πώς ξέρεις πού τελειώνει η περιγραφή και πού αρχίζουν τα στοιχεία που δεν πρέπει να χάσεις;)

    Περιγραφές από συγγραφέα που σ’ αρέσει, τι διάβολο, δε θα ΄ναι και για πέταμα!

    Όχι, το πρόβλημα είναι ποιος είναι ποιος όταν έχει πολλά πρόσωπα. Ποιος είναι γιος/αδελφός/σύζυγος τίνος, τι είχε πει/κάνει μερικά κεφάλαια πριν, ή ακόμα και ποιος είναι ο ίδιος με τον άλλον, κυρίως όταν μιλάμε για ρώσικη λογοτεχνία όπου ο καθένας προσφωνείται με 3-4 διαφορετικούς τρόπους.

    Τελευταία φαίνεται να είναι μόδα να δίνουν οικογενειακά δέντρα στην αρχή κάποιων μυθιστορημάτων, και το εκτιμώ πολύ.

  52. Γιάννης Κουβάτσος said

    50:Στη «Νανά» του Ζολά ούτε θυμάμαι πόσες σελίδες πιάνει η περιγραφή του θεάτρου. Πολλή βαρεμάρα. Όταν οι περιγραφές είναι γλαφυρές, όπως π.χ. στον Μυριβήλη, προφανώς τις διαβάζεις με ευχαρίστηση, αν κα κάποιες φορές δεν αντέχεται ο υπερβολικός λυρισμός.
    Στα ρωσικά μυθιστορήματα, πολυσέλιδα και πολυπρόσωπα, ο Ιβάν που γίνεται Βάνιας και Βάνιουσκα και ό,τι άλλο φανταστείς, υπάρχει όντως πρόβλημα, αλλά υπάρχει σταθερή ροή της ιστορίας και δεν χάνεται ο αναγνώστης, όπως κινδυνεύει να πάθει στα νεωτερικά μυθιστορήματα.

  53. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το 52 στο 51.

  54. sarant said

    51 Iσχύει, αυτό με τα πολλά πρόσωπα, ιδίως όταν δεν έχουν (ακόμα) διαφοροποιηθεί αρκετά.

  55. Διονύσης said

    Α! Δεν είμαι ο μόνος λοιπόν!
    Τον Οδυσσέα, τον έχω αρχίσει (και αφήσει δύο φορές).
    Δεν ξέρω αν θα υπάρξει τρίτη…

  56. Διονύσης said

    Α! Δεν είμαι ο μόνος λοιπόν!
    Τον Οδυσσέα, τον έχω αρχίσει (και αφήσει) δύο φορές.
    Δεν ξέρω αν θα υπάρξει τρίτη…

  57. Κιγκέρι said

  58. Διονύσης said

    Το διπλό post οφείλεται (εμφανώς) στην λάθος τοποθέτηση της παρένθεσης.

    Δυστυχώς, αφού πατήσουμε το κουμπί της εκτόξευσης, δεν υπάρχει επιστροφή…:)

  59. Μαρία said

    110 νεκροί (106+4)

  60. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όποιος θέλει να διαβάσει τον «Οδυσσέα», θα πρέπει να έχει τεράστια υπομονή και θέληση και για απαραίτητο βοήθημα τον «Οδηγό ανάγνωσης» του Άρη Μαραγκόπουλου.
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.politeianet.gr/books/9789606863493-maragkopoulos-aris-topos-motibo-ekdotiki-ulysses-204882&ved=2ahUKEwil-tDH37v1AhXL-KQKHTW9CzwQFnoECAMQAQ&usg=AOvVaw0mgXd_mLR4GA-oIWNwUiQ7

  61. Βάλτε με και μένα στους ταχύτατους αναγνώστες – δεν έχω κανένα πρόβλημα να πιστέψω τη Mitsi Vrasi. Αυτά βέβαια παλιότερα, προ ίντερνετ. Βοηθούσε και ότι είχα τότε χρόνο να διαβάζω ώρες και ώρες σερί, ή αργότερα ότι διάβαζα στον ηλεκτρικό και τα λεωφορεία.

    (Τον «Οδυσσέα» τον διάβασα και στ’ αγγλικά, ο αθεόφοβος)

  62. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και, εννοείται, πως ο «Οδυσσέας» είναι παιχνιδάκι μπρος στην «Αγρύπνια των Φίνεγκαν», του Τζόις επίσης. Αυτό κυριολεκτικά, δεν διαβάζεται με τίποτα.

  63. atheofobos said

    Ένα τεράστιο βιβλίο που στεναχωρήθηκα που άφησα αδιάβαστες καμία 100 σελίδες στο τέλος του, ήταν η Μαγεμένη ψυχή του Ρομέν Ρολάν.
    Και αυτό γιατί η επικαιρότητα τότε ήταν πιο σημαντική από οποιοδήποτε βιβλίο. Είχε γίνει η εισβολή στην Κύπρο. Όταν προσπάθησα να το τελειώσω αργότερα, είχα πλέον ξεχάσει πολλά από τα προηγούμενα και έτσι εγκατέλειψα την προσπάθεια.
    Μαγεμένος από το Πλατύ ποτάμι του Μπεράτη ξεκίνησα να διαβάζω τον Στρόβιλο του και απογοητευμένος το εγκατέλειψα πριν το τέλος.
    Συνήθως λόγω ιδεοψυχαναγκασμού δύσκολα αφήνω ένα βιβλίο χωρίς να φτάσω στο τέλος.
    Το τελευταίο πάντως βιβλίο που χωρίς τύψεις άφησα στην μέση ήταν τα 100 χρόνια μοναξιάς όταν αγανάκτησα να γυρνάω συνεχώς πίσω να δω ποιος είναι αυτός για τον οποίο γράφει τώρα.

  64. Mitsi Vrasi said

    50 & 51
    Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν πιο γρήγορα απ’ το μέσο όρο και έχουν καλή μνήμη. Δεν είναι ιδιοφυίες, είναι μια ικανότητα. Τώρα που είμαι γιαγιά δεν την έχω χάσει μεν, αλλά έχει μειωθεί και δε με πειράζει. Δεν είναι αγώνας δρόμου. Απόλαυση μόνο.
    Δεν αφήνεις τις περιγραφές. Ο Κόου, ας πούμε, αγαπημένος μου συγγραφέας, είναι περιγραφικός και ψυχογραφικός. Αλίμονο αν αφήνεις τις περιγραφές, χάνεις το βιβλίο.

    Στα άλλα νέα, ξεπεράσαμε τους 100 νεκρούς. Έξοχα!

  65. Πουλ-πουλ said

    60.
    Τώρα πια που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, ανοίγεις το Google map και γίνεσαι συνοδοιπόρος. Στο Δουβλίνο άλλωστε, οργανώνονται φιλολογικοί περίπατοι που ξεκινούν από μια πάμπ με το απροσδόκητο όνομα Chapter One.

  66. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Χορταστικό και ωραίο! Παρά το ‘απαλό’ ξεκίνημα, προβλέπω περιπετειώδη συνέχεια…
    (Μπράβο, Νικοκύρη, που ενέδωσες στις πιέσεις μας 🙂 )

    6.
    Συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Βέβαια, χωρίς γενίκευση, γιατί υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις και για την ‘απλή’ και για την ‘γριφώδη’ –μοντέρνα; – λογοτεχνία. Το ίδιο κτγμ ισχύει και σε άλλες μορφές τέχνης, π.χ. στον κινηματογράφο.

    7.
    Κέντρα Υγείας υπήρχαν και επί χούντας. Η καθιερωμένη ονομασία τους ήταν ‘Πολυϊατρεία ΙΚΑ’. Δες π.χ. εδώ:
    https://books.google.gr/books?id=lLhDAQAAIAAJ&q=%CE%9A%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1+%CE%A5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82&dq=%CE%9A%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1+%CE%A5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiq8syE3rv1AhX1Q_EDHYoHCo4Q6AF6BAgDEAI

    – Ευχές πολλές στους Θανάσηδες και Αθανασίες του ιστολογίου!

  67. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Αλίμονο αν αφήνεις τις περιγραφές, χάνεις το βιβλίο.»
    Εξαρτάται από τις περιγραφές. Μπορεί να είναι πολύ γοητευτικές, μπορεί να είναι και πολύ κουραστικές. Οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, οι νατουραλιστές Γάλλοι κυρίως με προεξάρχοντα τον Ζολά, περιέγραφαν λεπτομερώς μέχρι και το πόμολο της πόρτας. 😊

  68. Πουλ-πουλ said

    64.
    Ναι, αλλά είναι και αυτό το άτιμο, το film imaginative, που θέλει το χρόνο του. Τώρα για το Μόμπι Ντικ, οι πρώτες 200 σελ. διαβάζονται απνευστί, οι επόμενες 600 μόνο με σπαρματσέτο, και οι τελευταίες 200 είναι σκέτη απόλαυση.

  69. Mitsi Vrasi said

    67 Περίπου συμφωνώ. Η Νανά είναι ξεπερασμένη, κρατάς μόνο το «στόρι». Το «Κατηγορώ» δεν το πετάς. Αθλιοι: περιγραφές μέχρι εξάντλησης, αλλά αφήνεις το Βατερλώ; Ακόμα και την περιγραφή των υπονόμων;
    61 Τρεις υποκλίσεις για την παρένθεση!! Σεβασμός! Και ναι, βιβλία παντού τότε που υπήρχε χρόνος.

  70. sarant said

    69 Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει εδώ το 93 του Ουγκό, ένα απόσπασμα όπου σε σελίδες επί σελίδων περιγράφεται πώς ένα κανόνι έφυγε απο τη θέση του σε ένα πλοίο, εν πλω

    Το 93 του Ουγκό

  71. Θεωρώ το διάβασμα -όπως και την μουσική- περισσότερο τροφή παρά διασκέδαση. Η διαφορά τους είναι πως μπορείς να ακούς μια (αδιάφορη) μουσική όταν οδηγείς ή πλένεις πιάτα αλλά όχι να διαβάζεις, έτσι για να πιάσω ένα βιβλίο πρέπει να μου έχει κινηθεί με κάποιον τρόπο το ενδιαφέρον, τώρα πια που δεν υπάρχουν παιδικοί φίλοι που ξέρανε τα χούγια μου και εμπιστευόμουνα τις προτάσεις τους.
    Μια που αναφέρθηκε το 100 χρόνια μοναξιάς, το διάβασα μονορούφι, ήτανε χριστουγεννιάτικο δώρο 1-2 χρόνια πριν πάρει το βραβείο ο Μαρκές. Δεν νομίζω να έχω παρατήσει κάποιο βιβλίο στη μέση αλλά είναι πολλά και διάσημα αυτά που δεν έχω ξεκινήσει.
    Αντίθετα στο σινεμά πρέπει να είμαι από τους ελάχιστους που έφυγαν πριν το τέλος στα Βιολιστής στην στέγη και Φωλιά του κούκου. Και τελευταία που αγαπητός συσχολιαστής μου έστειλε το Don’t look (get) up να το δω, με το ζόρι έφτασα μέχρι τη μέση. Το The Sting ¨ομως και το Pat Garrett and Billy the Kid τα έχω δει kαμιά τριανταριά φορές το καθένa.

    Μουσικούλα ;

  72. dryhammer said

    70. Το ενθυμούμαι…

  73. Mitsi Vrasi said

    70 Ευχαριστώ.

  74. Γεια σας κι από δω
    Πρώτιστα ευχές σε Θανάσηδες (Σάκηδες κλπ) και Θανάσες (όσο κι αν αυτή η εκδοχή δεν συνηθίζεται σήμερα).
    Χαίρομαι πολύ όταν ένα βιβλίο διαδραματίζεται σε συγκεκριμένη πόλη και συνήθως ψάχνω στο χάρτη να δω πώς είναι τα πράγματα, ποιο μέρος βλέπει τι κλπ. Ας πούμε τότε που ήμουνα στη Γερμανία και δούλευα στο Μανχάιμ μούπεσε ένα βιβλίο που διαδραματιζόταν στην περιοχή. Ίσως τότε ήταν που άρχισα να ψάχνω ποιο μέρος είναι πού. Κι όταν έβλεπα τη σειρά Αρχιπέλαγος στην τηλεόραση γέλαγα που ο πρωταγωνιστής θα πεταγόταν απ’ την Αγιάσο στο Πέραμα, να πάρει το καΐκι του να πεταχτεί μέχρις απέναντι τ’ Αϊβαλί. Για κάποιον που ξέρει το νησί όλ’ αυτά είναι ασύνδετα.
    Τελευταία ανακάλυψα την σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία. Δυο συγγραφείς δηλαδή. Τον Γιο Νεσμπο και την Καμίλα Λάγκμπεργκ. Είναι σημερινοί συγγραφείς κι έτσι καταλαβαίνω αυτό που λέτε για τα μπερδέματα που προκαλούνται στο διάβασμα. Με τον πρώτο δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα στα δυο βιβλία του που διάβασα. Άνοιξα και τον χάρτη αλλά πολύ λίγο.
    Με τη δεύτερη αρχίζω και ζορίζομαι. Σε κάθε καινούριο βιβλίο το μπλέξιμο τραβάει όλο και παραπάνω. Ας πούμε σ’ αυτό που διαβάζω τώρα είναι πέντε παλιοί τρόφιμοι ενός οικοτροφείου που κάποτε έγινε εκεί ένα έγκλημα κι ένα μωρό που βρέθηκε εκεί. Διαβάζω λοιπόν παράλληλα για 6 διαφορετικές δράσεις. Αλλά κι οι (στάνταρ) πρωταγωνιστές δεν είναι λίγοι. Άλλες τόσες (τουλάχιστον) ιστορίες. Έχω φτάσει στη μέση για να καταλαβαίνω σε ποια ομάδα ανήκει ο καθένας και ποια είναι η κατάστασή του. Παράλληλα τρέχει και μια ιστορία από το παρελθόν που δεν έχω καταλάβει ακόμα πώς σχετίζεται με τα υπόλοιπα εκτός απ’ τον τόπο. Και δεν είμαι σίγουρος αν στο τέλος θα τα ξεκαθαρίσει όλα.
    Τον τόπο είπα; Ναι, η συγγραφέας είναι απ’ την Φιελμπάκα, ένα χωριό στη βοριοδυτική Σουηδία κι έχω μάθε όλη την περιοχή από χάρτου. Μέχρι που σε κάποιο σημείο έλεγε ο ντόπιος αστυνομικός (στο κεφαλοχώρι) σ’ έναν απ’ τη Στοκχόλμη πως καλό φαγητό θα βρει στην ταβέρνα Γκεστγκιφβέρι. Λέω λες να υπάρχει. Και ναι, υπάρχει!

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πολύ πολύ μου άρεσε. Ευχαριστώ πατέρα και υιό 🙂
    Ήρεμη γραφή, γλυκειά θάλασσα που δε σε ζορίζει να θυμάσαι ανυπερθέτως κείνο ή τ΄άλλο(το θυμάσαι αβίαστα) όμως απάνω έχει ν΄αρμενίζουν τα πλεούμενά της με τα κρυφά και φανερά φορτία τους. Μερικά μισοφανερώνει και κυρίως πολλά υπόσχεται να εκφορτώσει. Αγαπητερό ύφος.
    Αυτοί οι μπάκουροι καθηγητές της επαρχίας (παλιότερα) μου φαίνονται καλοί λογοτεχνικοί πρωταγωνιστές

    >>…έβαλε το φλιτζάνι στο δίσκο, μαζί με παξιμάδια, τυρί και ελιές και τα πήγε με προσοχή στο τραπέζι του
    Η όλη περιγραφή με ενθουσίασε (το κράτησα μόλις το διάβασα αν και παρακάτω βλέπω ο Τζη να το σχολιάζει εκ του αντιθέτου 😦 μα, άλλο αίσθημα καθείς κι έτσι δεν πτοούμαι να πω ότι μου ήρθε στα μάτια όλο το σκηνικό και στα ρουθούνια η μυρωδια μα και η γεύση του τσαγιού μιας εποχής!
    Μαύρο τσάι Κεϋλάνης με μια κουταλιά ζάχαρη, παξιμάδι φτάζυμο κι ελιές! Αυτό θυμάμαι. Με το τυρί, το έπινα και τότε και χρόνια μετά, ως τη χολιστερίνη :), τόσο που να μην είναι αξιοθύμητο 🙂
    Τώρα στο περίμενε για τη συνέχεια. Πιστεύω ότι ο καθηγητής θα ταξιδεύει στο γραπτό του που θα τον «πάρει» σιγα σιγά μέσ του, πέρα από τη μισοστάσιμη ζωή του.Έτσι όπως τον σκέφτηκα τώρα, μου θύμισε μια ιστορία από Τα Διηγήματα της Ανατολής της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ για τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου Βανγκ Φο.

    Σσ.Παιδιά, δεν κάνω σπόιλερ, δεν το έχω διαβάσει το βιβλίο του κυρίου Δημήτρη. Φτιάχνω δικό μου παραμύθι ως συνέχεια για ν΄αντέξω την αναμονή 🙂

  76. sarant said

    75 Kανείς δεν το έχει διαβάσει 🙂

  77. Λεύκιππος said

    Και μια και αναφέρθηκε ο Τζέιμς Τζόις, εκείνο το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε παιδική ηλικία, πρέπει να τα έχω αρχίσει τρεις τέσσερις φορές αλλά μέχρι εκεί. Όσο για τον Οδυσσέα ούτε καν ξεκίνησα.

  78. Γιάννης Κουβάτσος said

    74:Τα ‘χω διαβάσει κι εγώ τα βιβλία του Νέσμπο με τον Χάρι Χόλε και της Λέγκμπεργ με τον Χένστρεμ και τη Φαλκ. Το κακό με αυτά τα σύγχρονα αστυνομικά είναι ότι, παρόλο που ειναι αυτοτελή, αν πιάσεις να διαβάσεις ένα, πρέπει να ξέρεις τι συνέβη και στα προηγούμενα, αλλιώς θα έχεις απορίες και κενά.

  79. freierdenker said

    Πολύ καλή αρχή, ας ελπίσουμε να συνεχίσει έτσι. Αυτό δεν είναι και πολύ εύκολο όταν ένα βιβλίο βασίζεται περισσότερο στο τι λέει παρά στο πως το λέει. Και ήδη από το πρώτο μισό του πρώτου κεφαλαίου έχουν ανεβεί αρκετά οι στροφές.

    Μια μικρή παρατήρηση για την πρώτη πρόταση. Την βρήκα αρκετά απότομη. Υποκειμενικό αυτό, αλλά για μένα το ιδανικό ξεκίνημα είναι κάτι ας πούμε όπως στην Άννα Καρένινα «Οι ευτυχισμένες οικογένειες όλες μοιάζουνε μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια ωστόσο είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.»

    Ο Οσυσσέας είναι νομίζω λογοτεχνικό αριστούργημα, ίσως η ελληνική μετάφραση να το αδικεί. Ο Μούζιλ, που τον διάβασα σε αγγλική μετάφραση και ίσως να τον αδικώ, δεν έχει ιδιαίτερες λογοτεχνικές αρετές, αλλά είναι εξαιρετικά επίκαιρος. Δείχνει πως προ της επερχόμενης καταστροφής μια ελίτ χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Το αντίστοιχο ελληνικό μυθιστόρημα θα είχε για θέμα του την Επιτροπή Ελλάδα 2021.

    Ένα βιβλίο που άρχισα και δεν τέλειωσα είναι το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ. Το είχα αρχίσει σε χαρτί, κάποια στιγμή σταμάτησα, και μετά πήγα να το αγοράσω στο Kindle. Αλλά διάβασα τις κριτικές των άλλων αναγνωστών και ξενέρωσα.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Παναγία των Παρισίων, μου …άλλαξε την παναγία στις περιγραφές. Ήμουν στο δημοτικό, είχα ήδη διαβάσει τους Άθλιους κανονικότατα (στα πρώτα πρώτα βιβλία που διάβασα, μου το έφερε ο δάσκαλος από ένα ταξίδι του στην Αθήνα και μαζί έφερε για τη σχολική βιβλιοθήκη τα Παραμύθια του Άντερσεν και την Π.τ.Παρισίων). Πήδαγα σελίδες.
    Αργότερα το Φαντάζιο είχε περίληψη (σε 5-6 συνέχειες) τέτοιων κλασικών έργων.Θυμάμαι: Αννα Καρένινα, Έγκλημα και Τιμωρία, κι αφού έμαθα μέσες άκρες την υπόθεση μα και το τέλος δεν τα διάβασα ποτέ ολόκληρα 🙂 .

  81. # 75

    Εφη, απλά έγραψα πως μου θυμίζει «επαγγελματικό» γράψιμο ενώ προτιμώ τον αφηγηματικό τρόπο που είχαν τα προηγούμενα πονήματά του.

    Οσον αφορά το τσάι … κι εγώ μαύρο Κεϋλάνης με μια μικρή κουταλιά μέλι και λίγη πορτοκαλόφλουδα να επιπλέει για γεύση. Δοκίμασέ το έτσι !

  82. ΣΠ said

    Μου θυμίσατε μια αστεία φάση με ένα ζευγάρι φίλων. Η γυναίκα συνέστησε στον άντρα ένα βιβλίο (δεν θυμάμαι ποιο) και εκείνος της παραπονέθηκε ότι έχει πολλά πρόσωπα. Εκείνη τότε του απάντησε «ε, διάβασε τότε την Κοκκινοσκουφίτσα που έχει μόνο δύο πρόσωπα».

  83. sarant said

    82 Τη γιαγιά δεν τη μετράει;

  84. Λεύκιππος said

    82. Πολλά, μα πάρα πολλά πρόσωπα έχει η Οδύσσεια, η κανονική όχι η ιρλανδέζικη του Τζους……

  85. Georgios Bartzoudis said

    66, ΜΙΚ_ΙΟΣ said: «7, Κέντρα Υγείας υπήρχαν και επί χούντας. Η καθιερωμένη ονομασία τους ήταν ‘Πολυϊατρεία ΙΚΑ’. Δες π.χ. εδώ».

    # Αστοχία σου ΜΙΚ_ΙΟΣ! Φυσικά και υπήρχαν από …αιώνων δομές υγείας με ποικίλα ονόματα. «Κέντρα Υγείας» δεν υπήρχαν!

  86. loukretia50 said

    Χαίρομαι που αποφάσισες να το δημοσιεύσεις Νικοκύρη!
    Πολλά υποσχόμενο, η γραφή του πατρός εγγύηση.

    Θα συμφωνήσω αναπάντεχα για τις λεπτομερείς περιγραφές, δε νομίζω ότι προσθέτουν κάτι ιδιαίτερο, έχει πάντα τρόπο ο συγκεκριμένος συγγραφέας να μας βάζει στην ψυχολογία του ήρωά του.

    Γενικά τώρα, κατά περίπτωση. Περιγραφές που απολαμβάνει κανείς, άλλες που χασμουριέται.

    Το πορτραίτο του καλλιτέχνη και την Οδύσσεια του Τζόυς δεν τα τέλειωσα ποτέ, σε εποχή που δεν καταδεχόμουν να παρατήσω βιβλίο.
    Τον άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, ομοίως! Αν και ο Νεαρός Τέρλες του Μούζιλ είχε ενδιαφέρον, το τέλειωσα πριν φθάσω Σκόπελο με αργό παπόρι – διαβάζω κι εγώ γρήγορα!

    Τη Μαγεμένη ψυχή ναι, αν και έφηβη τη χάρηκα, ο Ζαν Κριστόφ με κούρασε! Ας όψεται η βιβλιοθήκη του θείου!

    Το Αλεξανδρινό κουαρτέτο σε μετάφραση Χουρμούζιου το αγαπώ πολύ – όχι ότι πιστεύω πως μετράει η γνώμη μου!

    Κόσμος ολόκληρος μέσα απ΄τα βιβλία!
    Τον μαθαίνουμε πριν ζήσουμε και τον αναζητάμε στο λιόγερμα της ζωής μας, να μας θυμίζει ποιοί ήμασταν.

  87. Χαρούλα said

    #80 ΕΦΗ μαζί σου για την Παν.Παρ.! Στην πρώτη ανάγνωση έτρεξα τόσο την ανάγνωση, που το ένα όνομα το έβλεπα Kκάτι. Πολυυύ αργότερα,έμαθα ότι ήταν Κουασιμόδος!🤭🤫🙂

    Συνήθως πιέζομαι να τελειώσω τα βιβλία που ξεκινώ. Μια εκκρεμότητα έχω. Το Κόκκινο και το Μαύρο. Έχασα το μέτρημα των εκκινήσεων. Τώρα πιά το άφησα ήσυχο να ξεκουράζεται στην βιβλιοθήκη.

    Χρόνια πολλά σε Θανάσηδες, Αθανασίες που διαβάζουν ή που αγαπάτε. Ελπίζω να είμαι μέσα στο 24ωρο. Να πρόλαβα!😊

  88. odinmac said

    Ίσως, για όσους δεν κατάφεραν να διαβάσουν τον «Οδυσσέα», τους φανεί χρήσιμη αυτή εδώ η κριτική:

    http://diavazontas.blogspot.com/2016/09/translating-ulysses-in-Greek.html

    Εδώ έχει συγκεντρωμένα κείμενα για το έργο:

    http://diavazontas.blogspot.com/search/label/Οδυσσέας

  89. loukretia50 said

    88. τι νέα κάτω απ΄το ηφαίστειο?

  90. Νέο Kid said

    Το λετευταίο βλιβίο που βιάδσαα ανευπστί (μσέα σε γίλεσ ώσρε) ηντα «το Άρμωα» του Ζικσίντ, πριν λοππά ρχόνια!
    Επληκτικό . Το μστικυό του ργήργουρο βιαδάμαστος εινια να μνη ροπσέχεις τα ργαταμμα στις λξέεις! Δεν χουεν μησασία γαι την κναταόσηη!

  91. loukretia50 said

    90. Πώς το κατάφερες? Ξεπέρασες το Λεώ!

  92. sarant said

    Eυχαριστω για τα νεότερα και λεκανόστ, όπως λέγαμε παλιά!

  93. odinmac said

    89
    Τσα! που το θυμήθηκες;
    Πολύ καλό!
    Στο καπάκι είδα και την ταινία από την οποία όμως έλειπαν κάποια κομμάτια του βιβλίου. Στην αρχή όπως την έβλεπα με ψιλοαπογοήτευε αλλά σταδιακά με κέρδιζε ώσπου με απογείωσε με το καταπληκτικό της φινάλε ( εκεί με τους χαρακτήρες στον μπορδελοκαφενέ! )

  94. loukretia50 said

    93. Kι εγώ χάρη στο Δύτη την ξαναείδα και μου άρεσε πολύ!
    Θυμάμαι συζητήσεις! να εύρισκα και τα νήματα,,,

  95. Alexis said

    Καλημέρα.
    Τώρα το διάβασα και μου άρεσε, όπως τα περισσότερα του Δ.Σ. που έχουν δημοσιευτεί εδώ.
    Εκτιμώ πάντα την απλή γραφή που δεν σε κουράζει με πομπώδεις φράσεις και με σχοινοτενείς αναλύσεις.
    Να δούμε και τη συνέχεια…

    Δεν θυμάμαι να έχω παρατήσει βιβλίο.
    Αυτό που έχω να συνεισφέρω στην κουβέντα είναι η εμπειρία μου από την «Αρχαία Σκουριά» της Μάρως Δούκα. Από ένα σημείο και μετά το διάβασα με το ζόρι γιατί δεν μου προκαλούσε κανένα ενδιαφέρον. Δεν μου άρεσε ούτε ο τρόπος γραφής ούτε η πλοκή.
    Αν και πολυδιαφημισμένο, για μένα ήταν μια απογοήτευση.

  96. 87 Μα, το Κόκκινο και το Μαύρο; Εγώ το έχω διαβάσει τέσσερις-πέντε φορές!

  97. Alexis said

    Το Λιτόχωρο ταιριάζει περισσότερο στην περιγραφή της πόλης που δίνει ο Δημήτρης Σαραντάκος.
    Μυθιστόρημα είναι βέβαια, δεν είναι υποχρεωτικό να περιγράψει επακριβώς κάποια υπαρκτή πόλη. Μπορεί να έβαλε και φανταστικά στοιχεία ή να συνδύασε στοιχεία και από άλλες ελληνικές κωμοπόλεις.

  98. Γιάννης Κουβάτσος said

    96:Εσύ δεν πιάνεσαι, είσαι μια κατηγορία αναγνώστη μόνος σου. 😊 Μια ερώτηση, επειδή έχεις διαβάσει και στα αγγλικά και στα ελληνικά τον «Οδυσσέα» :πώς σου φάνηκε η μετάφραση του Καψάσκη;

  99. Δεν τον έχω διαβάσει στα ελληνικά! Προφανώς έχασα μεγάλο μέρος των λογοπαιγνίων κλπ. 😦

  100. ΣΠ said

    94
    https://sarantakos.wordpress.com/2020/11/27/wikipedia/#comment-698046
    https://sarantakos.wordpress.com/2021/02/12/shining/#comment-718323

  101. Pedis said

    # 96 – Καλά, αλλά μην μου πεις το ίδιο και για το «Μοναστήρι ..»;

  102. Μμμ, το Μοναστήρι διαβάζεται πολύ ευχάριστα, απλά κάπου δεν καταλαβαίνεις πώς το πρώτο μισό οδηγεί στο δεύτερο…

  103. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ!

  104. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    85.
    κ. Μπαρτζούδη, αν έκανες τον κόπο να πατήσεις το λινκ, θα διάβαζες:’’Οδηγός δημοσίων υπηρεσιών και οργανισμών δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου’’ (1969):
    ΠΟΛΥΪΤΡΕΙΑ (Κέντρα Υγείας) τηλ……(εξαψήφια, βέβαια!).

  105. Pedis said

    # 102 – Και να φχαριστάς τον εκδότη του που δεν έχει και τρίτο … μισό. 😆

    Χωρίς πλάκα, όπου έχει τη θεία με τις μηχανορραφίες για χάρη του ανεψού και σε κάποια σημεία αυτες του θείου-Μέττερνιχ είναι τοπ. Η ιστορία με τον έρωτα του απατεώνα με την αδερφή του ελέους κλπ είναι χάλια.

  106. Για τον «Οδυσσέα» του Τζ. Τζόις έχει θάψει γράψει και η Βιρτζίνια Γουλφ (αυτή για την οποία ρώταγε «ποιος την φοβάται» ο — συνάδελφος μέχρι προ τινος στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον — Έντουαρντ Άλμπη):

    … “I have read 200 pages [of Ulysses] so far—not a third; and have been amused, stimulated, charmed, interested, by the first 2 or 3 chapters—to the end of the cemetery scene; and then puzzled, bored, irritated and disillusioned by a queasy undergraduate scratching his pimples. And Tom, great Tom, thinks this is on par with War and Peace! An illiterate, underbred book it seems to me; the book of a self taught working man, and we all know how distressing they are, how egotistic, insistent, raw, striking, and ultimately nauseating. When one can have the cooked flesh, why have the raw? But I think if you are anaemic, as Tom is, there is a glory in blood. Being fairly normal myself I am soon ready for the classics again.” From a diary entry, August 16th, 1922 …

  107. 96,
    Το Κόκκινο και το Μαύρο το είχα δει σε άσπρο και μαύρο στην ΕΡΤ (με τον αλησμόνητο Ζεράρ Φιλίπ) το 1978, και μού είχε αρέσει πολύ!

  108. 107 Ωραία ταινία, του μισητού από τη νουβέλ βαγκ Κλοντ Οτάν-Λαρά – είναι όμως έγχρωμη, αν θυμάμαι καλά.

  109. 108,
    Μάλλον έγχρωμη, αλλά δεν είχαμε χρώμα στην τηλεόραση ακόμα. Κάπου θα υπάρχει σε βίντεο.

  110. Κάποτε υπήρχε στο YouTube, εκεί το είχα δει! Τώρα το δεύτερο μέρος μόνο, σε όχι καλή ποιότητα:

  111. ΓιώργοςΜ said

    104 Αυτά τα κέντρα υγείας δεν υπήρχαν στην επαρχία. Υπήρχαν αγροτικά ιατρεία, μέχρι τη δεκαετία του 80, τα πρόλαβα. Τα κέντρα υγείας όπως τα ξέρουμε ξεκίνησαν να υπάρχουν με το ΕΣΥ, αρχές δεκαετίας 80. Στις περισσότερες, αν όχι όλες τις περιπτώσεις, χτίστηκαν απ’ την αρχή.

  112. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  113. antonislaw said

    Καλημέρα σας! Διαβάζοντας το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος του Δημήτρη Σαραντάκου-διάβασα πρώτα το δεύτερο μέρος- και το βρίσκω χυμώδες και λαχταριστό, ανυπομονώ για το τρίτο μέρος!

    Για να εισφέρω κι εγώ την άποψή μου έχω τη μετάφραση του Καψάσκη του Οδυσσέα και δεν προχώρησα πάνω από καμιά τριανταριά-σαράντα σελίδες. Δεδομένου ότι διάβασα τελευταία την Οδύσσεια όλη σε μετάφραση και Καζαντζάκη Κακριδή και Μαρωνίτη (η δεύτερη είναι σαφώς πιο λεπτοδουλεμένη αλλά η πρώτη έχει τις αρετές και το ρυθμό του Καζαντζάκη-και τις αδυναμίες), θα ήθελα να ξαναπροσπαθήσω τον Οδυσσέα του Τζόις.
    Μήπως έχει διαβάσει κάποιος της μετάφραση του Ανευλαβή; Ή να αποτολμούσα στο πρωτότυπο;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: