Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Έρμη στα ξένα (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη) και ένα επίμετρο

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2022


Πολλές φορές έχουμε βάλει στο ιστολόγιο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, συνήθως όμως αυτό γίνεται σε χρονιάρες μέρες, Χριστούγεννα ή Πάσχα. Το σημερινό διήγημα δεν αναφέρεται σε κάποια γιορτή. Διάλεξα να το παρουσιάσω όχι μόνο για τη λογοτεχνική του αξία αλλά επειδή θέλω, στο επίμετρο, να παρουσιάσω κάποια πραγματολογικά στοιχεία για το διήγημα. Όμως πρώτα να το διαβάσετε και μετά να προχωρήσετε στο επίμετρο, εκτός βέβαια αν ξέρετε και θυμάστε καλά το διήγημα.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο «Ημερολόγιον των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων εν Κωνσταντινουπόλει» το 1906 και χωρίζεται σε τρία μέρη, αν και δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο.

Παίρνω το κείμενο από τον ιστότοπο papadiamantis.net (δηλαδή από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου).

Ἔρμη στὰ ξένα (1906)

«Ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς.» (Δαυίδ)

Α’

Διατί ἐπῆγες, ψυχή, εἰς τὸν Μέγα-Γιαλόν, ἀντικρὺ εἰς τὴν ἁπλωτήν, ἀτελείωτην ἄμμον, ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει τὸ μέγα βορεινὸν πέλαγος ―ὅπου τὸ κῦμα ἀγριωπόν, ἔξαλλον, ἀδιαλλάκτως πληγώνει τὴν ἀκτήν― πῶς ἐπαραμόνευσες νὰ εὕρῃς γαληνιῶσαν τὴν θάλασσαν, ὅπου ἡ Σειρήν, βαθιὰ εἰς τὰ ἄντρα ἀδελφωμένη μὲ τὴν Ἠχώ, θρηνῳδεῖ τ᾿ ᾄσματά της, καὶ οἱ Τρίτωνες, κρυμμένοι εἰς τὰς πρασινωπὰς πτυχὰς τῶν ἀπατήτων θαλάμων, σπανίως τολμῶσι ν᾿ ἀνακύψωσιν ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα; Ἐχρειάζετο κλίνη μαλακή, λεία θάλασσα, διὰ νὰ πέσῃς νὰ κοιμηθῇς τὸν ὕπνον τῶν αἰωνίων ὀνείρων!…

*
* *

Βεβαίως, ἂν ἦτον ἄλλη καμμιὰ «μερακλίδισσα» ἢ «ἀσίκισσα», ἀνάμεσα εἰς τὰς νέας τοῦ θαλασσινοῦ χωρίου, ἦτον κ᾿ ἡ Ἀρχοντούλα, τὴν ὁποίαν ὁ Γιαννάκης, χλωμήν, λεπτήν, μελαχροινήν, ἀγάπησεν ὄχι διὰ κάλλος προκλητικόν, ἀλλ᾿ ἀπὸ μυστηριώδη ἕλξιν καὶ ἀόριστον ψυχικὴν συνάφειαν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὅταν ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ ἦτον ἐρωτευμένος λίαν σοβαρῶς μὲ τὴν Ἀρχοντούλαν, καὶ ἠναγκάζετο, περὶ τὰ τέλη τοῦ θέρους, πρὶν ἔβγῃ ἀκόμη ὁ Αὔγουστος, ἐπειδὴ ἔληγεν ἡ ἄδειά του, νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Αἴγυπτον, τὸ τραγούδι, τὸ ὁποῖον τῆς ἔστελνε, πίσω ἀπ᾿ τὸ κάσαρο* τοῦ βαποριοῦ (ὁπόθεν κάποτε ἐν διαχύσει στενοχωρίας ἔρριπτεν ὁλοκλήρους δαμιτζάνας μὲ οἶνον, σπονδὴν εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ πιθαράκια μὲ λάδι, διὰ νὰ γαληνιάσῃ τὸ κῦμα) ἦτον τὸ ἑξῆς:

«Ἡ (τ᾿ ὄνομα τοῦ χωρίου) κ᾿ ἡ Αἴγυπτος, Θέ μου, καὶ νά ᾽ταν ἕνα!»

Κατὰ τὸ βραχὺ ἐντούτοις διάστημα τῶν δύο μηνῶν, ὁποὺ ἔμενεν ὁ Γιαννάκης εἰς τὴν πατρίδα, κατὰ τριετίαν ὅταν ἤρχετο ἡ περίοδος τῆς ἀδείας του, ὅλ᾿ αἱ ἡμέραι κ᾿ αἱ νύκτες, εἰς τὸ μικρὸν χωρίον, ἐγίνοντο ἕνα. Ὅλος ὁ κόσμος ἠναγκάζετο νὰ συνεορτάζῃ καὶ νὰ συγχορεύῃ μαζὶ μὲ τὸν νέον συμπαθῆ μερακλήν. Τῶν καπηλείων καὶ λοιπῶν μαγαζείων ἡ κατανάλωσις ηὔξανεν εἰς τὸ διπλάσιον· βιολιτζῆδες, λαουτιέρηδες, δὲν εὐκαιροῦσαν, δὲν ἀνέπνεαν ἐπὶ δύο μῆνας. Συνήθως «τὸ ἔκανε βδομαδιάτικο». Ἐμίσθωνε δυὸ ζυγιὲς βιολιά, λαγοῦτα, μπουζούκια, κλαρινέτα, φλάουτα, κ᾿ ἐξενυχτοῦσεν. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν Πέμπτην τὸ βράδυ, ἐξακολουθοῦσε τὴν Παρασκευὴν καὶ τὸ Σάββατον, προελάμβανε τὸν Τριαδικόν, τὸν ὄρθρον τῆς Κυριακῆς, πρὶν ἐξυπνήσουν τὰ γραΐδια νὰ τρέξουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν· ἐποίκιλλε τὴν μονοτονίαν τῶν καθημερινῶν, ηὔξανε τῆς Κυριακῆς τὴν φαιδρότητα κ᾿ ἐξύπνα ὅλους τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς ἐργατικοὺς τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας.

*
* *

Τέλος, τὴν ἄλλην φοράν, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς ἀδείας του, ἐτελέσθη ὁ γάμος. Ὅλον τὸ χωρίον ἐπανηγύριζεν ἐπὶ δεκαπενθήμερον. Οἱ γαμήλιοι κῶμοι, τὰ πιστρόφια*, οἱ ἐπιθαλάμιοι, μόλις ἐκόπασαν τὴν τρίτην ἑβδομάδα. Ὁ Γιαννάκης ἐπῆρε τώρα τὴν ἀγάπην του μαζί του εἰς τὴν Αἴγυπτον, καί, τέλος, τὸ μικρὸν θαλασσινὸν χωρίον καὶ ἡ χώρα τῶν Φαραὼ «ἔγιναν ἕνα», κατὰ τὴν διάπυρον εὐχὴν τοῦ νέου.

Ὁ υἱὸς τ᾿ Ἀργυροῦ εἶχεν, ἀληθινά, πλοῦτον καὶ θησαυρὸν ἐκεῖ κάτω. Περὶ τὰς δύο λίρας εἰσόδημα τὴν ἡμέραν. Μὲ ὅλην τὴν φοβερὰν σπατάλην, τὰ περισσεύματα δὲν τοῦ ἔλειπαν, καὶ ὅταν ἀνὰ τριετίαν ἐπανήρχετο πάλιν εἰς τὸ χωρίον, μὲ τὴν γυναῖκά του, καὶ τὴν μικρὰν Δεσπούλαν, τὴν μοναχοκόρην του, ἡ Ἀρχοντούλα ἐξέπληττε μὲ τὴν πολυτέλειάν της, κ᾿ ἐπροκάλει ὅλων τῶν γυναικῶν τὴν ζήλειαν.

Ἀφοῦ ἐπάλιωσεν ὁπωσοῦν τὸ ἀνδρόγυνον, τελευταῖον, κατὰ Ἰούνιον τοῦ 19…, ἦλθον εἰς τὸ χωρίον συνοδευόμενοι καὶ ἀπὸ ἓν τέταρτον πρόσωπον. Κατὰ τὰ προλαβόντα ταξίδια, ἡ Ἀρχοντούλα εἶχε προσπαθήσει νὰ εὕρῃ κανὲν πτωχοκόριτσον, καὶ νὰ τὸ πάρῃ μαζί της, ὡς ψυχοκόρην ἢ ὑπηρέτριαν. Πλὴν τὸ πρᾶγμα ἦτο τόσον δύσκολον! Τὰ κορίτσια τοῦ θαλασσινοῦ χωρίου εἶχον εὐχὴν καὶ κατάραν, νὰ μὴ πηγαίνουν ποτὲ δοῦλες ἢ «παραπαῖδες».

Κάτω, εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἡ οἰκογένεια εἶχε προσλάβει κατὰ καιροὺς διαφόρους ὑπηρετρίας ἀπὸ τὸν τόπον. Ἀλλὰ καμμίαν δὲν εἶχον φέρει μαζὶ εἰς τὴν πατρίδα των. Τὴν τελευταία φοράν, ἡ Ἀρχοντούλα ἔφερε μαζί της μίαν μεγαλόσωμον ὡραίαν κόρην, ὣς δεκαοκτὼ ἐτῶν, ὑπερήφανα ἐνδυμένην, καὶ κάτι παραπάνω ἀπὸ καμαριέραν ἢ γκουβερνάνταν φαινομένην.

Τὸ πρῶτον πονηρὸν σχόλιον εἰς τὴν γειτονιάν, ὅπου κατέλυεν ὁ Γιαννάκης εἰς τὴν ὡραίαν μικρὰν οἰκίαν του ―ὑψηλά, στὸν Ἐπάνω Μαχαλάν― τὸ ἐξέφερεν ἡ θεια-Σειραΐνα ἡ Παπαδούλαινα, ἅμα εἶδε τὴν ξένην συνοδὸν τῆς Ἀρχοντούλας, διατυπώσασα ὡς ἑξῆς τὴν πρακτικὴν γνώμην της:

― Δὲ συφέρνει, πλιό, παιδάκι μ᾿, ἡ δούλα νὰ εἶναι ὀμορφότερη ἀπ᾿ τὴν κυρά.

Τὸ γνωμικὸν ἤχησεν ὡς προφητεία εἰς τὰ ὦτα τῆς Ἀχτῶς, τῆς κυριωτέρας ἀπ᾿ ὅλες τὶς θειάδες τῆς Ἀρχοντούλας, ἥτις πάραυτα ἤρχισε νὰ «ὁρμηνεύῃ» τὴν ἀνεψιάν της.

― Τά*, τ᾿ ἤτανε;… Τί τὴν ἤθελες νὰ τὴν πάρῃς μαζί σου; Κοτζὰμ ἀναρρούσα*, κορίτζι μ᾿!… Τ᾿ εἶν᾿ αὐτήνη;… Πῶς μαθές; Σοῦ χρειαζότανε μιὰ φοβερή, ἀνεράιδα, νὰ τὴν κουβαλήσῃς ἐδῶ, ἀπ᾿ τὸ Πόρτο, θὰ πῶ*; ἔχετε τόσες δουλειές, μαθές, καὶ δὲ συφτάνεστε*; Ἢ ἔχεις τὰ πολλὰ παιδιά, γλέπεις; Χαθήκανε τὰ φτωχοκόριτσα ἐδῶ νὰ σὲ παραπιάσουνε καὶ νὰ σὲ δουλέψουνε, σὲ οὗλα τὰ πάντα;… Τί τὴν ἤθελες, τὴ Βδοκιά, θὰ πῶ; (ἡ Ἀχτὼ δὲν εἶχεν ἀκούσει ἀκόμη τὸ ὄνομα τῆς ξένης, ἀλλ᾿ ἔσπευσεν αὐθαιρέτως νὰ τὴν ὀνοματίσῃ οὕτω). Τί σοῦ χρειαζόταν ἡ Μαρουσώ; (ἄλλο πάλιν ὄνομα τῆς ἔδιδε). Μὲ ὅσα κομμάτια θὰ σοῦ χαλνᾷ μποροῦσες νὰ χορτάσῃς μισὸ κοπάδι ἀπ᾿ τὰ φτωχοκόριτσα τοῦ μαχαλᾶ σας!… Θέλεις πέντε τόπια τσίτι γιὰ νὰ τὴν ντύσῃς κοτζὰμ ἀφοράδα ὣς κεῖ ἀπάνω, θὰ πῶ… καὶ νὰ μὴ βαστᾷ ἀπ᾿ τὴν Τρίτ᾿ ὣς τὴν Τετράδη… Μὲ πέντε πηχόπουλα ἀρμενόπανο μποροῦσες νὰ ντύσῃς ἕνα τσομπανόπουλο, φτωχὸ κορίτσι… καὶ νά ᾽ναι σκλάβος… νὰ σοῦ λέῃ κ᾿ εὐχαριστῶ!… Τί τὴν ἤθελες τὴ Συνοδιά, ἐγὼ θαμάζουμαι*· τί τὴν ἤθελες;

Β’

Τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Κορυφαίων Ἀποστόλων, τὸ δειλινόν, εἷς στενὸς φίλος τοῦ Γιαννάκη, ἀχώριστος, ἐνῷ εὑρίσκοντο ὁμοῦ εἰς ἓν σχεδὸν ἐξοχικὸν καπηλεῖον, εἰς τὴν ἄκρην τῆς πολίχνης, ἀντικρὺ στὸ βουνόν, ἔβλεπε κάπως ἀνήσυχον τὸν φίλον του. Ἐφαίνετο οὗτος ν᾿ ἀλλοφρονῇ, καὶ κάπως σύννους, ἐκοίταζε διὰ τοῦ δυτικοῦ παραθύρου ἔξω. Τὸ παράθυρον ἀντίκρυζε μὲ τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον τοῦ τόπου. Αἴφνης δύο νεαροὶ «ταχτικοί», ἀστυφύλακες οἱ αὐτοί, ἐπλησίασαν, καὶ ὁ εἷς ἔκαμε νεῦμα εἰς τὸν Γιαννάκην. Ὁ νέος ἐξῆλθε, καὶ ὁ φίλος του τὸν εἶδε νὰ ὁμιλῇ ταπεινῇ τῇ φωνῇ μὲ τοὺς δύο χωροφύλακας. Μετὰ μίαν στιγμὴν καὶ οἱ τρεῖς διευθύνθησαν διὰ τοῦ στενοῦ δρομίσκου πρὸς τὸ βόρειον μέρος.

Ὁ φίλος, ἀπὸ ἀνήσυχον ἐνδιαφέρον, προέκυψε διὰ τοῦ παραθύρου καὶ εἶδε τοὺς τρεῖς νὰ σταθοῦν εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρομίσκου, παρὰ τὴν καμπήν, ἔξωθεν παλαιοῦ κτιρίου ἐλαιοτριβείου, καὶ νὰ συνομιλοῦν μὲ ἕνα τέταρτον, ὅστις ἦτο ἀδραγάτης, ἤτοι ἀγροφύλαξ τοῦ Δήμου, μὲ χωρικὸν ἔνδυμα, μὲ πέδιλα ἀπὸ φασκιές, καὶ ζωσμένος σελάχι μὲ πιστόλια καὶ μαχαίρας. Ὁ Γιαννάκης, ἴσως διότι ὑπώπτευε τὴν ἀνήσυχον περιέργειαν τοῦ ἐν τῷ καπηλείῳ, ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἰδὼν τὸν φίλον του νὰ τὸν κοιτάζῃ διὰ τοῦ παραθύρου, ἔκαμε νεῦμα ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὀλίγον παραέξω, καὶ μὲ τὴν φωνὴν ἔκραξε μόνον:

― Μὲ συγχωρεῖς!…

Πάραυτα καὶ οἱ τέσσαρες ἔγιναν ἄφαντοι ὄπισθεν τῆς καμπῆς τοῦ δρόμου.

*
* *

Τὸ πῶς καὶ διατί ἡ Ἀρχοντούλα εἶχε πεισθῆ νὰ φέρῃ μαζί της ἀπὸ τὸ «Πόρτο» ἐκείνην τὴν εὐμορφοκαμωμένην μεγαλόσωμον «ἀναρρούσα», εἶναι ἄδηλον. Φαίνεται ὅτι, ὅπως ὁ σύζυγός της, ἠγάπα κι αὐτὴ τὴν ἐπίδειξιν, καὶ ἤθελε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς της.

Διότι, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἀρχοντούλα ἐχάνετο ἐμπρὸς εἰς τὴν ξένην. Ἡ τελευταία ἦτο πράγματι θαλαμηπόλος κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν τρόπον, κ᾿ ἐκτὸς ὅτι ἦτο εὐμορφοπλασμένη, ἦτο φύσις φιλόκαλος, καὶ προσέτι ὁ ἀφέντης της ἐφιλοτιμεῖτο νὰ τὴν ἔχῃ πολὺ καλὰ στολισμένην, ὡς ἐπίτιμον συντρόφισσαν ἀνωτέρας περιωπῆς.

Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὡς ἀπόφθεγμα ἡ πεπειραμένη γειτόνισσα, ἡ Παπαδούλαινα, ἡ φιλαυτία θὰ εἶχεν ἐμποδίσει τὴν Ἀρχοντούλαν νὰ τὸ σκεφθῇ ἢ νὰ τὸ παραδεχθῇ. Οἱ λόγοι ὅμως, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε μὲ τόσην εὐγλωττίαν ἡ θεία της, ἡ Ἀχτίτσα, τῆς ἔκαμαν, ἀληθινά, βαθεῖαν ἐντύπωσιν. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ κυρὰ ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἰδίαν στιγμὴν νὰ ζηλεύῃ τὴν θαλαμηπόλον της. Ὅπως ἐγνώσθη ἀργότερα, δυσάρεστοι σκηναὶ συνέβησαν μεταξὺ τῶν δύο συζύγων.

Αἱ γειτόνισσαι, αἱ ἐξαδέλφαι, αἱ συγγενεῖς γύρω-γύρω, κάτι ἄκουσαν, ἄκρες-μέσες, ἀπὸ τὰς σκηνὰς ταύτας. Ἡ κακὴ περιέργεια, ἡ ἀργολογία, ἡ πολυπραγμοσύνη, μεγάλως συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ φαρμακευθῇ ἡ διχόνοια τοῦ ἀνδρογύνου. Ὑποβολαί, μωροπιστία, ξυπνητὰ ὄνειρα, ὅλα ἔπαιξαν μέρος πλησίον τῆς ἰσχνῆς καὶ νευροπαθοῦς γυναικός! Ἐφαντάζετο ὅτι ἔβλεπε τὸν σύζυγόν της εἰς ἐρωτικὰς διαχύσεις μὲ τὴν κόρην, ὅ,τι τῆς ἔλεγαν τὸ ἐπίστευε, καὶ μάλιστα ὑπερεθεμάτιζεν αὐτή, βεβαιοῦσα ὅτι ἐγίνοντο χειρότερα παρ᾿ ὅσα ἔλεγεν ἡ γειτονιά. Διηγεῖτο, καὶ τὸ ἐπίστευεν, ὅτι εἶδε μὲ τὰ μάτια της ἐρωτικὰς περιπτύξεις, κ᾿ ἔκαμνεν ὅρκους. Καὶ αὐτὴ μὲν τὸ ἐπίστευεν ἄκουσα, ὅσοι δὲ τὴν ἤκουον ἐπροθυμοῦντο νὰ τὴν πιστεύσουν.

Τέλος, τὸ δειλινὸν ἐκεῖνο τῆς 29 Ἰουνίου, ἡ ἀτυχὴς Βανθούλα ―ἡ κόρη, ἐντοσούτῳ, ἦτον, ὅσον ἠδύνατο, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, νὰ κρίνῃ τις, σεμνοπρεπής, ἁπλοϊκή, ἀξιόλογος, λίαν ἐργατική, περίφημος ράπτρια, κ᾿ ἔξοχος μαγείρισσα― τὸ ἀπόγευμα, λέγω, τῆς ἑορτασίμου ἐκείνης ἡμέρας, ἡ κόρη εἶχε γίνει ἄφαντη. Καὶ ὅταν ὁ τέως σύντροφός του ἀπὸ τὸ καπηλεῖον ἔβλεπε τὸν Γιαννάκην μαζὶ μὲ τοὺς δύο ταχτικοὺς καὶ μὲ τὸν ἀδραγάτην νὰ διευθύνωνται δρομαῖοι πρὸς τὰ Λιβάδια, ἡ νέα εἶχε φύγει εἰς τὰ βουνά. Οἱ τρεῖς νομᾶτοι, οἵτινες ἀπὸ δύο ὡρῶν ἐζήτουν τὰ ἴχνη της, εἶχον φέρει νύξεις τινὰς σχετικὰς εἰς τὸν ἀφέντην της, καὶ οὗτος τοὺς ἠκολούθησε τρέχων πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς φυγάδος. Αὐτὸς ἦτον ὁ λόγος δι᾿ ὃν τόσον ἀνήσυχος καὶ σύννους ἐφαίνετο πρὸ μικροῦ ὁ σπλαγχνικὸς νέος.

*
* *

Τέλος, ἡ κόρη ἀνευρέθη, ἀλλὰ δὲν ἔμελλε ν᾿ ἀνευρίσκεται ἐπ᾿ ἄπειρον. Εἶχε καταφύγει εἰς τὴν καλύβην πτωχῶν ἀγροτῶν, εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ὅπου δύο βοσκοποῦλες τὴν ἐκοίταζαν ἀπλήστως, καὶ τῆς ἔδωκαν γάλα νὰ πίῃ. Μετὰ πολλὰς παρακλήσεις, ἡ κυρία της ἐπείσθη νὰ δεχθῇ προσωρινῶς τὴν ξένην εἰς τὴν οἰκίαν της, πλὴν ἀπῄτει νὰ τὴν στείλουν παρευθὺς εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα της. Ἐφαίνετο τόσον παράλογος ἡ ἀπαίτησίς της, ἥτις ἀπεδείκνυε μόνον τὴν τρελὴν ἀνυπομονησίαν της. Διότι ἐντὸς μηνὸς ἢ ὀλίγον περισσότερον τὸ ἀνδρόγυνον ἔμελλε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, κ᾿ ἐκεῖ, ἂν δὲν τῆς ἤρεσκε τῆς κυρίας ἡ καμαριέρα, καλῶς κ᾿ εὐσχήμως θ᾿ ἀπηλλάσσετο αὐτῆς. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀρχοντούλα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ ὀρθὸν λόγον. Ἔβλεπε ζωντανὰς ὀπτασίας, καὶ ἡ εἰκὼν τῶν ἐρωτικῶν περιπτύξεων εἶχε κολλήσει ἐμπρός της, ζωγραφιστὴ καὶ παγία εἰς τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν της.

Ἡ κόρη, εἶχε κι αὐτὴ τοὺς λόγους της· δὲν ἤθελε νὰ ὑπάγῃ συνοδευομένη ἀπὸ ἄλλο πρόσωπον, ὁσονδήποτε εὐυπόληπτον, ἄγνωστον τέως αὐτῇ. Ἔλεγεν: «Ὁ ἀφέντης μ᾿ ἔφερεν, ὁ ἀφέντης θὰ μὲ πάῃ». Ἡ κυρά της ἐσκύλιαζεν, ὅταν ἤκουε τοῦτο. Τὸ ἐξήγει ὡς ἀπαίτησιν τάχα τῆς κόρης ὅπως τὴν συνοδεύσῃ κατ᾿ ἰδίαν ὁ κύριός της. Καὶ ὅμως, ἡ ταλαίπωρος νέα, δὲν ἔλεγε τοῦτο. Ἐνόει ὅτι ὁ ἀφέντης, τουτέστι, καὶ μὲ ὅλην ἴσως τὴν οἰκογένειαν, ὅταν θὰ ἐπανέκαμπεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, τότε μόνον θὰ τὴν προέπεμπε μέχρι τοῦ τόπου της, τῆς ἀφετηρίας ὁπόθεν τὴν εἶχε παραλάβει.

Ἐπ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Βανθούλα εἶχε μείνει εἰς τὴν οἰκίαν μιᾶς πτωχῆς χήρας, συγγενοῦς τοῦ Γιαννάκη. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀρχόντω δὲν ἦτο ἀναπαυμένη. Ἐφαντάζετο συνεντεύξεις, ἐν ἀσφαλείᾳ, τοῦ συζύγου της, ὑπὸ τὴν ξένην στέγην κ᾿ ἐπροτίμα νὰ ἔχῃ τὴν ξένην ὑπὸ τὰ ὄμματά της. Ὅθεν, ἐνῷ πρότερον τὴν ἐδίωκε, τώρα τὴν ἐβίαζε νὰ μένῃ πλησίον της.

Γ’

Εἰς τὴν βορείαν παραθαλασσίαν τοῦ Μεγάλου Γιαλοῦ, ἡ οἰκογένεια εἶχε κάμει ἐκδρομὴν ἀναψυχῆς μιᾷ τῶν ἡμερῶν, περὶ τὰ μέσα τοῦ Ἰουλίου. Ἡ Βανθούλα ἔμαθε καλὰ τὸν δρόμον καὶ ὅλη ἡ ὡραία τοποθεσία τῆς ἐνετυπώθη εἰς τὴν μνήμην της.

Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς σκηνὰς ἀκόμη ―καὶ κατόπιν ἀπὸ τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου ὅλον τὸ χωρίον ἐπήγαινε διὰ θαλάσσης, μὲ τὰς βρατσέρας τὰς σημαιοστολισμένας καὶ τὰ κότερα― ἡ Βανθούλα εἶχε κάμει μεγάλην ἐπίδειξιν ἐκεῖ, καὶ ὅλ᾿ οἱ νέοι τοῦ χωρίου παρ᾿ ὀλίγον τὴν ἐρωτεύοντο (ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἐσκέφθη ἐν τῷ μεταξύ:

― «Δὲ βρίσκεται κανένας νὰ τὴν κλέψῃ, θὰ πῶ, νὰ τὴν ξεφορτωθῇ ἡ Ἀρχοντούλα!»

Πλήν, ἡ εὐχή της δὲν εἰσηκούσθη)· ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, τὴν παραμονὴν τῆς Πρωταυγουστιᾶς, οἱ φίλοι του εἶδαν τὸν Γιαννάκην, ὄχι ἀνήσυχον ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἐξημμένον, πρησκοματιασμένον, κλαμένον…

Τὸν εἶδαν καὶ πάραυτα τὸν ἔχασαν. Δύο ἐξ αὐτῶν, οἱ ἐνθερμότεροι, ἔτρεξαν κατόπιν του.

Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ἀδραγάτην, καὶ ἀπὸ δύο νομάτους τῆς χωροφυλακῆς, ἔτρεχεν, ἔτρεχε… Μόλις πρὸ μιᾶς ὥρας εἶχε μάθει τὴν ἐξαφάνισίν της. Καὶ κατὰ ποῦ νὰ τρέξῃ; Δύο γυναῖκες, εὑρισκόμεναι εἰς τ᾿ ἀμπέλια τους, ὅπου εἶχαν ἀρχίσει τότε νὰ ρίπτουν εἰς τὶς λιάστρες τὰ σῦκα, εἶπαν ὅτι τὴν εἶδαν, καταμεσήμερο, κ᾿ ἐσκιάχτηκαν, νὰ τρέχῃ τὸν ἀνήφορο, σὰν ἀνεράιδα…

Ὁ Γιαννάκης ἐσκέφθη: «Ἴσως νὰ ἐπῆγε κατὰ τὸν Μέγα-Γιαλό… Ἐκεῖ θὰ θυμᾶται τὸν δρόμο…»

*
* *

Ἡ Αἰγυπτία ἔφυγε τὸ πάλαι εἰς τὴν ἔρημον. Πολὺ πλέον δυστυχὴς ἀπὸ ἐκείνην, ἡ πτωχὴ ξένη παιδίσκη, ἡ Βανθούλα, δὲν εἶχε καρπὸν οὔτε εἰς τοὺς κόλπους οὔτε εἰς τὰ σπλάγχνα της. Καὶ δὲν ἐπαρουσιάσθη ὁ Ἄγγελος Κυρίου νὰ τῆς δώσῃ ἀσκὸν ὕδατος, διὰ νὰ δροσισθῇ… Αὐτὴ μόνη ἔπεσε νὰ εὕρῃ δρόσον εἰς τὴν ἅλμην τοῦ πελάγους, εἰς τὰ πικρὰ κύματα, ὅπου ὁ Γιάννης ὁ Πατσοστάθης, βοσκὸς ἀπὸ τὸ βουνόν, εἶδεν ἐπί τινας στιγμὰς τὴν λευκὴν ἐσθῆτα νὰ κυματίζῃ εἰς τὴν αὔραν, εἶτα νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα καὶ πάλιν νὰ ἐπιπλέῃ εἰς τὸν ἀφρόν.

Τὴν πρωίαν τῆς Πρωταυγουστιᾶς μία βάρκα ἔφερε τὸ νεκρὸν σῶμα καὶ τὸ ἀπεβίβασεν εἰς τὴν προκυμαίαν… Ὤ! τί σπαραγμός! Ξένη, ἔρμη στὰ ξένα, εὗρε τὸν πικρὸν θάνατον ἑκουσίως εἰς τὴν ἅλμην τοῦ κύματος… Οἱ ἰατροὶ τοῦ τόπου εὗρον ἕρμαιον, καὶ τὸ διεξεδίκησαν. Οἱ ἱερεῖς ὄχι. Δὲν ἦτο κανεὶς ἰσχυρὸς ἐνδιαφερόμενος, διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν «ἐλαστικότητα» τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων, διὰ νὰ βάλῃ εἰς κίνησιν τὰ νεῦρα καὶ τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρωπαρέσκων, τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ διασκορπίσῃ ὁ Θεός.

Μόνον πέντε ἢ ἓξ γερόντισσαι, πτωχαὶ χῆραι, δύο ἢ τρεῖς κόραι τοῦ λαοῦ, τρεῖς δωδεκάδες ἀγυιοπαίδων, κ᾿ οἱ δύο νεαροὶ χωροφύλακες, συνώδευσαν τὸν Γιαννάκην εἰς τὸ κοιμητήριον, ὄπισθεν τοῦ σκεπασμένου νεκροκραβάτου.

Ὁ φίλος, τοῦ ἐξοχικοῦ καπηλείου, εἶπε τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός», τὸ «Μετὰ πνευμάτων», Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν δούλην σου, τρίς, κ᾿ ἐτελείωσε.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ πραγματολογικό

Διαβάσαμε λοιπόν την ιστορία της «έρμης στα ξένα», της υπηρέτριας που έκανε το λάθος να είναι πιο όμορφη από την κυρά της, με αποτέλεσμα τα κουτσομπολιά του χωριού να ξυπνήσουν αισθήματα ζήλιας στην τελευταία -και τελικά να οδηγήσουν στον χαμό της κοπέλας.

Φαίνεται πως ο Παπαδιαμάντης βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα. Στο 5ο τεύχος του περιοδικού Άνθρωπος (Οκτ. 2021-Ιαν.2022) η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου δημοσιεύει το ενδιαφέρον άρθρο «Παπαδιαμαντικοί ήρωες στα ψιλά των εφημερίδων», στο οποίο, αναμεσα σε άλλα, ταυτοποιεί τους ήρωες του διηγήματος. Από αυτή την έξοχη μελέτη θα αντλήσω το υλικό για όσα ακολουθούν.

Υπαρκτό λοιπόν πρόσωπο είναι ο Γιαννάκης τ’ Αργυρού, που ήταν επιστήθιος φίλος του Παπαδιαμάντη και εμφανίζεται και σε άλλα παπαδιαμαντικά διηγήματα (Άσπρη σαν το χιόνι, Αγάπη στον κρεμνό). Πρόκειται για τον Γιαννάκη Καβούρη (1855-1919), γιο του καπετάν Αργύρη Καβούρη, ο οποίος, όπως μας λέει και το διήγημα, ήταν πλοηγός στο Σουέζ, με αποδοχές απίστευτες για τα ελληνικά δεδομένα. Όπως τον περιγράφει στο διήγημα «Αγάπη στον κρεμνό» ο Παπαδιαμάντης:

Ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ, ὁ φίλος μου, διέτριβε καὶ αὐτὸς ἀπὸ χρόνων περὶ τὸ Σουέζ, εἰς Ἰσμαηλίαν, καὶ ἦτο ὀνομαστὸς πιλότος τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας, ἔχων ἀποδοχὰς ἴσας περίπου μὲ τὰς τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶχε δὲ ἔλθει τότε ἐπ᾿ ἀδείᾳ εἰς τὴν πατρίδα. … Διότι εἴχομεν κάμει ὁμοῦ παμπόλλους ἐξοχικὰς ἐκδρομὰς κατὰ τὰ θέρη, ἀνὰ τρία ἔτη, ὅταν εἶχεν αὐτὸς τρίμηνον ἄδειαν ἀπουσίας ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σουέζ, καὶ συνέπιπτε νὰ ἔλθω κ᾿ ἐγὼ τὸ θέρος εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μας

Ο γάμος του Γιαννάκη, που τα γλέντια του τα περιγράφει σε αυτό το διήγημα ο Παπαδιαμάντης, έγινε το 1890, μας λέει η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου. Το πραγματικό όνομα της συζύγου του ήταν Ματώ, και όχι Αρχοντούλα, όπως στο διήγημα. Αρχόντω ονομαζόταν η αδελφή του Γιαννάκη Καβούρη, που είχε παντρευτεί τον πρωτοξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Γεώργιο Αλέξ. Οικονόμου, που ήταν επίσης πλοηγός στο Σουέζ.

Ο καπτα-Γιαννάκης Καβούρης λοιπόν ήταν επιστήθιος φίλος του Παπαδιαμάντη, και σύμφωνα με μαρτυρίες Σκιαθιτών που τους γνώρισαν, ο Καβούρης ήταν από τους κυριότερους συντρόφους του Παπαδιαμάντη στα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά τον γυρισμό του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, όταν και ο Καβούρης είχε γυρίσει συνταξιούχος πια στο νησί -σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θανάση Φροντιστή «έπαιρνε απίστευτα για τα ελληνικά κριτήρια μεγάλη σύνταξη, σχετικά καλλιεργημένος κι αυτός, γλωσσομαθής, όχι όμως με ιδιαίτερη εκκλησιαστική κλίση, από πολύ πλούσια οικογένεια, αργόσχολος και πότης … εξαιρετικά καλοζωισμένος … ήτανε φίλος των εξοχικών εκδρομών, υπό τον όρον όπως παράλληλα με την καλή παρέα και το καλό κρασί, να έχει και πλούσια προετοιμασία»

Ο καπτα-Γιαννάκης επέστρεφε στη Σκιάθο, με άδεια, τρεις μήνες κάθε τρία χρόνια όπως λέει ο Παπαδιαμάντης (αν και με άλλη μαρτυρία «ήρχετο με κονζέ κάθε χρόνο και παρεθέριζε»). Το 1903 ήταν ένα από αυτά τα καλοκαίρια, αλλά αυτή τη φορά ο πλοίαρχος δεν επέστρεψε μόνο με τη γυναίκα και την κόρη του, αλλά και με μία «μεγαλόσωμον ωραίαν κόρην».

Κατά σύμπτωση, τον Ιούνιο του 1903 είχε επιστρέψει στο γενέθλιο νησί και ο Παπαδιαμάντης, ύστερα από απουσία τεσσεράμισι χρόνων. Είχε μαζί του τους δυο τόμους του έργου The History of the Greek Revolution του Thomas Gordon για να το μεταφράσει, αλλά δεν μπόρεσε να συγκεντρωθεί, ίσως εξαιτίας της παρουσίας του φίλου του. «Ένεκα των περιστάσεων, το θέρος ολίγον επροχώρησα εις τον Γόρδωνα», έγραψε τον Σεπτέμβριο στον Γιάννη Βλαχογιάννη (που του είχε αναθέσει τη μετάφραση).

Δεν ξέρουμε φυσικά τα πραγματικά περιστατικά του θανάτου της κοπέλας, όμως η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου βρήκε σε αθηναϊκές εφημερίδες ειδήσεις του πνιγμού της (προσθέτω από το αρχείο μου τη μία είδηση, η άλλη βρίσκεται ονλάιν)

Ευρέθη πνιγμένη

ΒΟΛΟΣ, 7 Αυγούστου. Καθά αναφέρει ο αστυνόμος Σκιάθου η υπηρέτρια του Ι. Καβούρη Ευδοκία Θεοδοσίου εκ Πάτμου ετών 20, εξαφανισθείσα εκ της οικίας ευρέθη σήμερον το απόγευμα πνιγμένη εις θέσιν Μέγα Γιαλό της Σκιάθου (Σκριπ, 8.8.1903, σ. 3).

Τρεις πνιγμένοι

[…] Εις την θέσιν Μέγας Γιαλός της Σκιάθου ευρέθη πνιγμένη η εικοσαέτις υπηρέτρια του κ. Ι. Καβούρη Ευδοκία Αθανασίου εκ Πατρών (Ακρόπολις, 8.8.1903, σ. 1).

Βλέπουμε ότι το επώνυμο της άτυχης κοπέλας διαφέρει, όπως και ο τόπος καταγωγής της. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, κατά 99,5% το «Πατρών» είναι τυπογραφικό λάθος ή λάθος ανάγνωσης αντί για «Πάτμου», διότι ξέρουμε ότι κατεξοχήν στην Αίγυπτο πήγαιναν παραδουλεύτρες από τα (τότε τουρκικά) Δωδεκάνησα, όπως άλλωστε και χιλιάδες μετανάστες.

Ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα ονομάζει όχι Ευδοκία αλλά Ευανθία (Βανθούλα) την κοπέλα, παραλλάζοντας δηλαδή ελαφρά το πραγματικό της όνομα. Όμως και το πραγματικό όνομα εμφανίζεται στο διήγημα («Βδοκιά»), ανάμεσα στα πολλά ονόματα που αναφέρει στον απολαυστικά γραμμένο μονόλογό της η φιτιλιάρα θεία Αχτώ.

Να σημειωθεί ότι ο Παπαδιαμάντης ονομάζει «Αιγυπτία» στο διήγημα την άτυχη κοπέλα, αλλά βέβαια η κοπέλα Ελληνίδα ήταν -είναι όμως συνηθισμένο να αποκαλείται κάποιος ξενιτεμένος με το όνομα του τόπου στον οποίο έχει ξενιτευτεί. Τους μετανάστες στην Αμερική, όταν επέστρεφαν πίσω είτε παροδικά είτε μόνιμα, τους έλεγαν Αμερικάνους (και υπάρχει και διήγημα του Παπαδιαμάντη «Ο Αμερικάνος»).

Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Λ. Τριανταφυλλοπούλου και το «σχεδὸν ἐξοχικὸν καπηλεῖον, εἰς τὴν ἄκρην τῆς πολίχνης» είναι πραγματικό, είναι το οινοπωλείο-παντοπωλείο «Η μουριά» του Σαραφιανού, το οποίο εμφανίζεται και σε άλλα παπαδιαμαντικά διηγήματα, μεταξύ των οποίων και στη «Νοσταλγία του Γιάννη», που είχα την τιμή και τη χαρά να ανακαλύψω πριν απο μερικά χρόνια.

Κάτι τελευταίο, που δεν το θίγει η Λ. Τρ. στη μελέτη της -είχε άραγε διαβάσει ο καπτα-Γιαννάκης Καβούρης το διήγημα του Παπαδιαμάντη; Αυτό δεν θα το μάθουμε βέβαια ποτέ, αν και δεν το θεωρώ πολύ πιθανό, αφού το διήγημα δημοσιεύτηκε σε έντυπο της Κωνσταντινούπολης, και βέβαια δεν κυκλοφόρησε σε βιβλίο -όπως και κανένα άλλο διήγημα του μεγάλου μας συγγραφέα όσο αυτός ζούσε.

 

181 Σχόλια προς “Έρμη στα ξένα (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη) και ένα επίμετρο”

  1. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Μᾶς χαλᾶς κάπως τήν μαγεία, ἀλλά χαλάλι σου. 🙂 Ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες!
    (..και βέβαια, χωρίς θεία Ἀχτίτσα, Παπαδιαμάντης δέν γίνετα! 🙂 )
    Καλημέρα σας!

  2. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    ..στό μεταξύ, εἶμαι βέβαιος πώς ψάχνεις τρόπο γιά νά διώξης τό παραπανίσιο «ς» τοῦ τίτλου. Κουράγιο! 🙂

  3. Καλημερίζουμε !

  4. leonicos said

    Καλημέρα

  5. leonicos said

    όταν είδα τον αρσενικο επίμετρο
    είπα:
    κάπου λάκκο έχει η φάβα
    αλλά δεν είχε

  6. dryhammer said

    1. Πάντα και παντού θα υπάρχει μια θειά Αχτίτσα που τό ‘χει άχτι να μη δει άνθρωπο να χαρεί…

  7. leonicos said

    Ομολογώ ότι πέραν του ηθογραφικού στοιχείου (έρωτες, γάμοι, κουτσομπολιά, ζήλειες, παρεξηγήσεις)
    και του σπαραξικάρδιου τέλους, δεν βρίσκω κάτι συνταρακτικό στο διήγημα

    Πιο ενδιφέρον πραγματολογικά είναι το επίμετρο

  8. leonicos said

    Είναι από τα πολύ ήσσονα εργα του

  9. leonicos said

    είχε άραγε διαβάσει ο καπτα-Γιαννάκης Καβούρης το διήγημα του Παπαδιαμάντη; Αυτό δεν θα το μάθουμε βέβαια ποτέ,

    το ενδιαφέρον είναι να υποθέσουμε
    τί θα έκανε αν το διαβαζε πριν τη δημοσίευση
    τί θα έκανε αν το διαβαζε μετά τη δημοσίευση

    εδώ σε θέλω κνπσκάρβουνα

  10. leonicos said

    το ενδιαφέρον είναι να υποθέσουμε
    τί θα έκανε αν το διαβαζε πριν τη δημοσίευση παρόντος του Παπαδιαμάντη
    τί θα έκανε αν το διαβαζε μετά τη δημοσίευση παρόντος του Παπαδιαμάντη
    ί θα έκανε αν το διαβαζε πριν τη δημοσίευση απόντος του Παπαδιαμάντη
    τί θα έκανε αν το διαβαζε μετά τη δημοσίευση απόντος του Παπαδιαμάντη

    εδώ σε θέλω κνπσκάρβουνα

  11. Ε, το καημένο το κορίτσι!
    Βρίσκω πολυ ενδιαφέρον το πώς είναι δομημένος ο χρόνος του διηγήματος, με απανωτά μπρος-πίσω.

  12. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχόλια.

    2 Στραβομάρα. Είχα σκεφτεί στην αρχή να προτάξω τα πραγματολογικά, και έγραψα «ένας πρόλογος». Μετά άλλαξα γνώμη και τα έβαλα στο επίμετρο, άλλαξα τον τίτλο, άφησα το άρθρο….

    7-11 Βέβαια, δεν ξέρουμε αν έτσι συνέβησαν τα πράγματα, αν υπήρχαν τα κουτσομπολιά και η ζήλεια. Κάτι μου λέει όμως ότι θα υπήρξαν.

  13. Πουλ-πουλ said

    Καλημέρα
    Πάντως εγώ προτιμώ να σερβιρίζομαι στην τραπεζαρία, και να μην ανακατεύομαι με τη κουζίνα της νοικοκυράς.

  14. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @7. Λεώνικε, νομίζω πώς ὑπονοοῦνται τραγικά στοιχεῖα πέραν τῶν ἠθογραφικῶν. Ἡ Ἀρχοντούλα ΔΕΝ «ἔβλεπε» μόνο «ζωντανάς ὀπτασίας»..

  15. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @14. (..συνέχεια.) Ὁ Παπαδιαμάντης δέν ἀντιπαραβάλλει (ἐπανειλημμένα) ἄσκοπα τίς χάρες τῆς μιᾶς καί τίς ὑστερήσεις τῆς ἄλλης καί δέν εἶναι ξεκάρφωτη ἡ ἐπιμονή τῆς Βανθούλας νά ἐπιστρέψη στήν Αἴγυπτο ΜΟΝΟ μέ τήν συνοδεία τοῦ Γιαννάκη..

  16. sarant said

    15 Μάλλον στην Πάτμο θα επέστρεφε, αν κατάλαβα καλά τι λέει ο Ππδ.

  17. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @12. Μόλις τώρα εἶδα Νῖκο τό σχόλιό σου «Κάτι μου λέει όμως ότι θα υπήρξαν».
    Μᾶλλον συμφωνοῦμε! 🙂

  18. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @16. «..ἐντὸς μηνὸς ἢ ὀλίγον περισσότερον τὸ ἀνδρόγυνον ἔμελλε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, κ᾿ ἐκεῖ, ἂν δὲν τῆς ἤρεσκε τῆς κυρίας ἡ καμαριέρα, καλῶς κ᾿ εὐσχήμως θ᾿ ἀπηλλάσσετο αὐτῆς..»

  19. sarant said

    18 Ναι, αλλά αμέσως πιο μετά:

    Ἡ κόρη, εἶχε κι αὐτὴ τοὺς λόγους της· δὲν ἤθελε νὰ ὑπάγῃ συνοδευομένη ἀπὸ ἄλλο πρόσωπον, ὁσονδήποτε εὐυπόληπτον, ἄγνωστον τέως αὐτῇ. Ἔλεγεν: «Ὁ ἀφέντης μ᾿ ἔφερεν, ὁ ἀφέντης θὰ μὲ πάῃ». Ἡ κυρά της ἐσκύλιαζεν, ὅταν ἤκουε τοῦτο. Τὸ ἐξήγει ὡς ἀπαίτησιν τάχα τῆς κόρης ὅπως τὴν συνοδεύσῃ κατ᾿ ἰδίαν ὁ κύριός της. Καὶ ὅμως, ἡ ταλαίπωρος νέα, δὲν ἔλεγε τοῦτο. Ἐνόει ὅτι ὁ ἀφέντης, τουτέστι, καὶ μὲ ὅλην ἴσως τὴν οἰκογένειαν, ὅταν θὰ ἐπανέκαμπεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, τότε μόνον θὰ τὴν προέπεμπε μέχρι τοῦ τόπου της, τῆς ἀφετηρίας ὁπόθεν τὴν εἶχε παραλάβει.

    …μέχρι του τόπου της

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    Η ομορφιά ως κατάρα στα χωριά της «παλιάς, αγνής υπαίθρου»… Το διήγημα θυμίζει και την «Αγάπη παράνομη» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη («Κορφιάτικα διηγήματα»), όπου η ομορφιά της Χρυσαυγής στάθηκε αιτία να την ερωτευθεί ο πεθερός της, να μπει στο ματι της πεθεράς της και να έχει τραγικό τέλος.
    Ο οικογενειακός τάφος του Ιωάννη Καβούρη είναι ο εντυπωσιακότερος στα «μνημούρια» της Σκιάθου και είναι κοσμημένος με αιγυπτιακό οβελίσκο.

  21. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @19. Ρελάνς 🙂 «Κάτω, εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἡ οἰκογένεια εἶχε προσλάβει κατὰ καιροὺς διαφόρους ὑπηρετρίας AΠO TON TOΠON. Ἀλλὰ καμμίαν δὲν εἶχον φέρει μαζὶ εἰς τὴν πατρίδα των. Τὴν τελευταία φοράν, ἡ Ἀρχοντούλα ἔφερε μαζί της…»

  22. Καλημέρα κι από δω

    Εξαιρετικό το διήγημα, και πολύ ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες.

    Θα σταθώ λίγο στην «ομορφιά» της «Αιγυπτίας» και σε -πιθανόν- άλλο ένα λόγο που την βάφτισε έτσι ο Π»διαμάντης. Σαν μετακατοχικό παιδί θυμάμαι ακόμα την βρεγμένη φέτα ψωμιού με ζάχαρη και το κτυπητό αυγό σαν συμπληρώματα διατροφής όπως επίσης στα διεθνή παιχνίδια ποδοσφαίρου πόσο υπερτερύσαν οι ευρωπαίοι αντίπαλοι σε σωματικά προσόντα μέχρι περίπου το 70. Αυτά ήταν αποτελέσματα όχι μόνο της ποιοτικής διατροφής αλλά και της ποσοτικής, κάτι που πλέον είχαμε ξεχάσει και θα αρχίσουμε να το ξαναθυμόμαστε σιγά-σιγά με τις κυβερνήσεις που έχουμε.
    Λογικά λοιπόν η Αιγυπτία εθεωρείτο «αλλοδαπή» αλλά και όμορφη μια που ήταν μεγαλόσωμη σύμφωνα με την περιγραφή της ενώ οι ντόπιες ήταν μικρόσωμες.
    Υπάρχει το τετράστιχο :
    Το Γαλαξίδι το μικρό
    έχει πολλά καράβια
    έχει κορίτσια όμορφα
    και ναύτες παληκάρια
    Πραγματικά απ’ ό,τι θυμάμαι μικρός, οι γυναίκες του τόπου ήταν ψηλές για την εποχή τους, νταρντάνες κατά την κοινή έκφραση, και οι άντρες πλαταράδες γεροδεμένοι (σε ομορφιά οι Ιτιώτισσες και οι Αμφισσιώτισσες ήταν η προτίμησή μου, πράγμα που επιβεβαιώνει το μεγαλόσωμη–>ομορφιά + πιθανότατα καλή υγεία )

    Με την παστερίωση του γάλακτος και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου ξεπεράσαμε με τον Τρόντζο του 2.12 το «φράγμα» του 2.02 που είχε ο Πέππας του ΠΑΟ στο μπάσκετ, σήμερα το 2.12 σε μπασκετμπολίστα δεν λέει τίποτε. όπως και το 1.70 στις γυναίκες (άραγε υπάρχει ακόμα ο σωματότυπος της «γυναίκας της Πίνδου ; )

  23. leonicos said

    14 Γιώργος Κατσέας

    Ό,τι κι αν ήταν…. κάτι έγινε.

    Βρίσκω πολύ πιο τρυφερο κι ενδιαφέρον τη ‘Νοασταλγία του Γιάννη’ όπου βλέπεις τον αλλόκοτο στοχασμό και την αλλόκοτη προσκόλληση του ήρωα

  24. sarant said

    20 Α, πολύ ενδιαφέρον!

    21 🙂

    Θα λείψω για μερικές ώρες

  25. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Οι λέξεις που σημειώνονται με αστερίσκο υπάρχουν στο γλωσσάρι στην σ. 699 του Τόμου 4 των Απάντων. Μπορούμε να βρούμε τους πέντε τόμους σε μορφή pdf εδώ:
    https://papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/ekdoseis

  26. ΚΑΒ said

    τότε μόνον θὰ τὴν προέπεμπε μέχρι τοῦ τόπου της, τῆς ἀφετηρίας ὁπόθεν τὴν εἶχε παραλάβει.

    Δηλ. την είχε παραλάβει από την Πάτμο; Δεν την είχε βρει στην Αίγυπτο; Από την Αίγυπτο θα την πήγαινε στο νησί της;

    Παρατηρώ ότι πάντα τα κείμενα των φίλων όλα είναι εξαιρετικά. Λόγοι ευγένειας το επιτρέπουν. Ο Παπαδιαμάντης δε μας αρέσει!

  27. Stelios Kornes said

    Καλημερα. Ουτε κουβεντα για τις αντιδρασεις της συζυγου και των καλοθελητριών (γενικη πληθυντικου συνθετης λεξης, θηλυκου γενους, η οποια δε μου ακουγεται ασχημα), μετα το τραγικο τελος του κοριτσιου. Ολες αυτες, οι οποίες θα το θεωρουσαν ντροπη τους να χασουν καποιον εκκλησιασμο ή κατα λαθος να αρτηθούν σε περιοδο νηστειας…
    Αναρωτιεμαι αν, στη σημερινη εποχη, θα μπορουσαν να αναζητηθουν απο την αστυνομια ευθυνες ηθικης αυτουργιας σε μια παρομοια περιπτωση.

  28. Με την αφορμή της Αιγύπτιας ηρωίδας που μπορεί να ήταν και (ελληνοιγενής) Αιγυπτιώτισσα θα έθετα το ερώτημα εάν π.χ. η Μισιρλού (Mısırlı, από τουρκ. Mısır [Αίγυπτος]) μπορεί να είναι Ελληνιδα. Μισίρι είναι (σε οθωμανικό και βρετανικό περιβάλλον, σε αντιδιαστολή με την εξελληνισμένη Αλεξάνδρεια) αποκλειστικά η Αίγυπτος ή και το Κάιρο; Κάτι τέτοιο δεν υπονοεί ο τίτλος Στην Αλεξάνδρεια ζάχαρη και στο Μισίρι ρύζι (της Έλεν-Έλλης Γκιάλη);

  29. Ανδρέας Τ said

    Καλημέρα. Όπως πάντα εξαιρετικός ο Παπαδιαμάντης. Και εξαιρετικά τα σχόλια που φωτίζουν τον τρόπο εργασίας του Σκιαθίτη.

  30. ΓΤ said

    22@

    Ίσως να ‘χει κάτι χάσει ο Τρόντζος τώρα που ογδονταρίζει, αλλά στην ακμή του ήταν 2,17.

  31. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Νομίζω πώς ὁ Λιοντάκης, στήν ἀνθολόγησι τοῦ «ἐρωτικοῦ» Παπαδιαμάντη πού ἔκανε κάποτε, περιέλαβε (καί σχολίασε) καί τό σημερινό διήγημα. Εἷχε ἐνδιαφέρον..

  32. # 30

    Με δίσολο παπούτσι !!
    Τεσπα έπαιζε το ύψος του από 2.12 μέχρι 2.17, ανάλογα την μέτρηση, η ουσία είναι πως φάνταζε εξωπραγματικός στην εποχή του κι έμεινε το όνομα του, αν και λίγο αργότερα ο Κοκολάκης του ΠΑΟ ήταν πιο ψηλός ! Τον θυμάμαι, πρώτη παρουσία στον Τάφο του Ινδούαπό την Κρήτη, ήταν…διπλωμένος, δεν είχε την δύναμη να βαστήξει το κορμί του όρθιο. Επαιξε τουλάχιστον ένα χρόνο μετά, αφού τον καλοταΐσανε !

    Από προσωπική επαφή με τον Τρόντζο, στο διάλειμα στο σινεμά Αθηνά, πέρασε δίπλα μου γύρισα, κοίταξα και είδα την τσέπη του σακακιού του !

    Στον ιππόδομο όπου σύχναζε μαζί με τον Κολοκυθά και άλλους μπασκετμπολίστες, στους συνωστισμούς στα ταμεία καθότανε πίσω από όλους έσκυβε άπλωνε το χέρι του και εξυπηρετιότανε πρώτος !!

  33. Costas X said

    Καλημέρα !

    Αγαπημένος ο Παπαδιαμάντης, ωραίο και το πραγματολογικό επίμετρο.

  34. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας.

    Μοῦ ἄρεσε κι ἐμένα τὸ σημερινὸ κι ἂς λέει ὁ Λεώνικος.

    Παπαδιαμάντης καὶ ξερὸ ψωμί· ἔστω καὶ κρουτόν.

    🙂

  35. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @25. Εὐλογημένος ἱστότοπος, τό papadiamantis.net Σταῦρε, ἀλλά καλοῦ – κακοῦ, τά ἀγόρασα ὅλα (σύν παλαιότερες ἐκδόσεις) καί ἔχω τό κεφάλι μου ἥσυχο! 🙂

  36. BLOG_OTI_NANAI said

    «μεταξύ των οποίων και στη «Νοσταλγία του Γιάννη», που είχα την τιμή και τη χαρά να ανακαλύψω πριν απο μερικά χρόνια.»

  37. Γιάννης Κουβάτσος said

    31:Σωστά νομίζεις, γιατρέ.

  38. Πουλ-πουλ said

    Χαίρετε και αγαλλιάσθε!
    Σήμερα ο Α. Χανιώτης στην Καθημερινή έχει άρθρο «Ο Γκας Πορτοκάλος στην Ακαδημία Αθηνών» . Εζήλωσε δόξαν Σαραντάκου μου φαίνεται, λες και διάβαζα ανάρτησή του.

  39. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    «Τί σοῦ χρειαζόταν ἡ Μαρουσώ;»: “Μαρούσες”( όπως λέμε και “αναρρούσες” τις νεράιδες), έλεγε ο παππούς τα πνεύματα που έρχονται την ώρα που κοιμάσαι και σου κλέβουν την ανάσα: “Κάποια μαρούσα θα σου τό’ στειλε”, αποφαινόταν σαν του διηγόσουν κάποιο κακό όνειρο που σε ξύπνησε νυχτιάτικα.
    Κατά πώς φαίνεται λοιπόν, ο μύθος πρέπει να προέκυψε ως εξήγηση για σχετικές υπνικές διαταραχές (π.χ. υπνική άπνοια ή παράλυση, βλ. και “Πνιγαλίων,” κοινώς “βραχνάς”).
    Μάρα και Μόρα, κατά τη σλαβική μυθολογία , το σκοτεινό πνεύμα με μορφή ωραίας γυναίκας (σαφής ο ζηλόφθονος, σκιαθίτικος χαρακτηρισμός “κοτζὰμ ἀφοράδα ὣς κεῖ ἀπάνω” ή “εὐμορφοκαμωμένη. μεγαλόσωμος «ἀναρρούσα» παπαδιαμαντιστί, συνώνυμος με τα “ Άι- Γιώργης ”, “δίμετρη γκόμενα”, φρεγάδα, τσαούσα και αμαζόνα”), η οποία επισκέπτεται τους άντρες στον ύπνο τους, τους τυραννάει γεμίζοντάς τους πόθο και ύστερα τους στραγγίζει τη ζωή. Οι Σέρβοι, πέραν του Μόρα, έχουν και την εναλλακτική διγενή ονομασία “noćnik/ noćnica”( =νυχτερίτης/ νυχτερίτισσα. βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Mare_(folklore) , https://en.wikipedia.org/wiki/Nightmare και ,https://en.wikipedia.org/wiki/Kikimora ).
    Από ετυμολογικής απόψεως η λέξη Μora/Mara, παρασυσχετιζόμενη στη δική μας παράδοση με το κυριώνυμο Μαρία, ανάγεται τελικά στην ΠΙΕ *mer- (ξεβγάζω, βλάπτω, πεθαίνω), από την οποία και τα αγγλ. nightmare, mort κλπ . Ελλ. μόρος και Μόρος(ως υιός Νυκτός), εἱμαρμένη κ.ά. (βλ. https://www.etymonline.com/word/mare?ref=etymonline_crossreference#etymonline_v_43707 και https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82 ).
    Θύμα ζηλοφθονίας και προκαταλήψεων λοιπόν κατά τα ανωτέρω, η ευανθής, έρμη και ξένη Ευδοκία, μοιραία πρωταγωνίστρια σε ένα χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου- που είδε κι απόειδε από ιερείς και ανίερους και βρήκε εν τέλει άσυλο, ως λευκή, αθώα κυμοθόη, στην αγκαλιά της θάλασσας, δραπέτις τελεσίδικα από τον πνιγαλίωνα και τις μαρούσες της καταλαλιάς.

  40. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @37. Εὐχαριστῶ, Γιάννη. Δέν τό ἔχω, ἀλλά τό θυμᾶμαι ἀπό ξεφύλλισμα..

  41. dryhammer said

    39. Πνιγαλίων Μαρουσιώτης, λοιπόν…

  42. Stelios Kornes said

    Μια ανατριχιαστικη ιστορια για κοριτσια ξενιτεμενα, στο τραγουδι των Nick Cave and the Bad Seeds: The Kindness of Strangers, απο το δισκο Murder Ballads, περιπου 90 χρονια αργοτερα απο το διηγημα του Α.Π.

  43. Spiridione said

    25.
    Αναρρούσα (αναρούσα): νεράιδα (περιπαικτικά).
    Θαμάζουμαι: απορώ, εκπλήσσομαι.
    Κασάρο: επίστεγον, διαμέρισμα των πλοίων στην πρύμνη που επιστεγάζεται με ελαφρό κατάστρωμα
    Πιστρόφια: τα τραγούδια που λένε κάτω από το σπίτι της νύφης, τα χαράματα της επόμενης του γάμου, οι καλεσμένοι και οι συγγενείς του ζευγαριού.
    Συφτάνομαι: προλαβαίνω, προφταίνω.
    Τα. Τα, τ’ ήτανε;: Κατά τον Ρηγ. πρόκειται για επιφώνημα απορίας και θαυμασμού (Τα τ’ είνι πλειό! Τα τ’ ήτανι πλειό! Τα τ’ είνι, θα πω!) και το ‘τα’ είναι συγκεκομμένος τύπος του αυτά. Πβ. την παρόμοια έκφραση ‘τα τι λογάτε’. Συνεπώς η σημασία της φράσης είναι περίπου «τι ήταν αυτά που έκαμες;».
    Θα πω (λέγω): παρενθετική έκφραση χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

  44. ΓΤ said

    50.000 φορτηγά κυνηγάνε τον Τριντό, που φυγαδεύτηκε

    https://www.protothema.gr/world/article/1206534/kanadas-haos-meta-tin-apofasi-gia-upohreotiko-emvoliasmo-fugadeutike-se-mustiki-topothesia-o-trido/

  45. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @43. Κάσαρο.

    Ἀγνάντευε ἀπ᾿ τὸ κάσσαρο τὴ θάλασσα ὁ Πυθέας
    γράφει στὴ «Σπουδὴ θαλάσσης» ὁ Καββαδίας.

    Στὸ Γλωσσάρι τοῦ Νίκου Καββαδία ὁ Τράπαλης τὸ ἐτυμολογεῖ ἀπὸ τὸ ἰταλ. cassero, γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ δύο σίγμα.

  46. Y. G. said

    Τι γυρευε εκει; Τι γυρευε εκει τετοια κουκλαρα;
    😉

    ΥΓ – Κατα τα αλλα… Ππδ και ξερο ψωμι.

  47. Γιάννης Ιατρού said

    44: Διαβάζοντας το δημοσίευμα του Reuters (Thousands stage peaceful protest in Ottawa against Canada’s vaccine mandates)εγώ σχηματίζω μια αρκετά διαφορετική εικόνα για τα τεκταινόμενα, τους συμμετέχοντες και την κατάσταση γενικά. Η έμφαση δεν είναι στην μεταφορά σε (πιό) ασφαλές μέρος του ΠΘ Τριντό, αλλά στην δυναμική αλλά και απολύτως ειρηνική διαδήλωση, στην πληροφορία πως το 90% των φορτηγατζήδων εκεί είναι ήδη εμβολιασμένοι και δεν έχουν πρόβλημα στο επάγγελμα και πως η συνομοσπονδία τους (των φορτηγατζήδων) δεν υποστηρίζει αυτήν την εκδήλωση-διαμαρτυρία. Το ανυπόληπτο (κατ΄εμέ) Πρώτο Ψέμα βάζει clickbait τίτλο τονίζοντας τα του Τριντό (που δεν είναι και ο πιό ένθερμος υποστηρικτής του Μητσοτάκη…). Την ίδια τακτική ακολουθεί και όλος ο δεξιός τύπος στα σχετικά σημερινά του δημοσιεύματα.

  48. BLOG_OTI_NANAI said

    Στην εικόνα του άρθρου με τίτλο «Τρεις πνιγμένοι», στη δεύτερη είδηση κάποιος πνίγηκε «αλιεύων», αλλά στην πρώτη είδηση κάποιος πέθανε «καθ’ ην στιγμήν εφόνευεν ιχθύς». Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ψάρευε με δυναμίτη;

  49. Λεύκιππος said

    Τελικά τα πραγματικά γεγονότα, στην εξέλιξη της ζωής, ξεπερνούν και την πιο ακραία φαντασία, τα πιο απίθανα και αδικαιολόγητα σενάρια.

  50. Γιάννης Ιατρού said

    Γιά το σημερινό άρθρο:
    Πολύ ενδιαφέρον το επίμετρο καθώς και οι άλλες σχετικές πληροφορίες στα σχόλια. Ο ΠπΔ είναι σ’ εμένα ένας από τους πολύ αγαπημένους συγγραφείς, από πολλές απόψεις: -και για τις πολλές λαογραφικές κλπ. πληροφορίες που παίρνουμε για την κοινωνία στα χρόνια του και στα μέρη που διαδραματίζονται τα διηγήματά του, -και για την γλώσσα που χρησιμοποιεί (εμένα μου είναι πολύ οικεία, μιάς και μεγάλωσα στο σχολείο κυρίως με την καθαρεύουσα) και χειρίζεται τόσο καλά, -και για το στυλ του γραψήματός του που εμπλουτίζει με ιδιωματισμούς κλπ.

    Αλλά αυτά λίγο-πολύ τα έχω ξαναγράψει στα άρθρα εδώ στο μπλογκ με αντικείμενο τον ΠπΔ.

    Με την ανακάλυψη του Νίκου που μαθαίνουμε και από το σημερινό άρθρο, επιβεβαιώνεται η φήμη του, τόσο σαν άριστου όσο και επίμονου «λαγωνικού». Το βλέπουμε άλλωστε και στην τιμητική αναφορά που του έχει γίνει στα «Παπαδιαμαντικά Τετράδια» (βλ. σχ. 36 του Μπλογκ_Ο_Ν).
    Νίκο, μπράβο, πάντα τέτοια! Ευχαριστούμε 👏

    (#46: 😂 Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε 👍)

  51. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    25 Καλά που το είπες διότι ξέχασα εντελώς να βάλω ερμηνεύματα

    34 Καλώς τον!

    36 Α γεια σου, ευχαριστώ!

    38 Α, δεν το είχα δει

    43 Μπράβο Σπύρο που έκανες τον κόπο μετά την πάσα. Να σημειώσουμε ότι Ανερούσες είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματος του Κωστή Ανετάκη, που παρουσιάσαμε εδώ.

    48 Αυτό σκέφτηκα εγώ.

  52. Γιάννης Ιατρού said

    48: Μπορεί να ψάρευε με καμάκι κλπ.

  53. @ 48 BLOG_OTI_NANAI

    Πάντως, και το κάθε είδος ψαρέματος, στυγερή δολοφονία ιχθύων δεν είναι;

  54. 21, … εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἡ οἰκογένεια εἶχε προσλάβει κατὰ καιροὺς διαφόρους ὑπηρετρίας AΠO TON TOΠON.
    Ἀλλὰ καμμίαν δὲν εἶχον φέρει μαζὶ εἰς τὴν πατρίδα των. …

    Τις άφησαν στον τόπο

  55. Όπως τους ιχθύς… 🙂

  56. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς και ό,τι δικό του μου πέσει στα χέρια μου, το διαβάζω πάντα ευχάριστα. Επομένως και το σημερινό μου άρεσε. Χώρια που το σημερινό έχει και το επίμετρο του Νικοκύρη, ωραία πραγματολογική μελέτη.

    Ψάχνοντας στην εφημερίδα Μακεδονία μήπως βρω τίποτα του Πδμντ, έπεσα σε έναν έρανο που έκανε η εφημερίδα στις αρχές του 1920 για τις λιμοκτονούσες αδελφές του. Αποδελτίωσα τα φύλλα, μην τυχόν σε ενδιαφέρουν, Νικοκύρη, αλλά τώρα βλέπω ότι το θέμα αυτό έχει ήδη καλυφθεί ιστορικά και είναι γνωστό.Εγώ πάντως ως τώρα δεν το ήξερα.

    https://sitalkisking.blogspot.com/2018/03/blog-post_56.html

  57. ΓΤ said

    47@
    Καλά λες, Γιάννη. Έπρεπε να πάω στην αξιόπιστη «Καθημερινή».
    https://www.kathimerini.gr/world/561694750/kanadas-se-kloio-diadiloton-i-ottava-fygadeysan-ton-trinto/

  58. sarant said

    56 Ναι, είναι σχετικά γνωστό το θέμα με τις αδελφές του.

  59. Γιάννης Ιατρού said

    57: χαχα, ναι ρε γμτ! Κι άσχετα από πολιτικά και κόμματα. Αν δεν βάλουν κανένα «φανταχτερό» (πιασάρικο δεν θα τό ΄λεγα) τίτλο, κανένας δεν τους διαβάζει. Είν’ εκεί στην ‘Κ’ και ένας-δύο καλοί που γράφουν χωρίς τέτοια τεχνάσματα, αλλά τι να το κάνεις… Για να στηρίζονται στην υπερβολή/παραποίηση για μαζέψουν τα κλικ σκέψου *τι είδους αναγνωστικό κοινό* (θέλουν να⁉) προσελκύουν…
    Κοίτα, εσύ να πηγαίνεις σε πιό ήπιες σε εκφράσεις φυλλάδες/sites, π.χ. σαν το αυτό εδώ😂😇😂 κλπ.

  60. ΓΤ said

    59@

    Δες, αν θες, και την «ΕφΣυν»…

  61. geobartz said

    (α) Το έχω ξαναπεί ότι ο Παπαδιαμάντεις κλώθει τα διηγήματά του με πυρήνα πραγματικά γεγονότα. Γλυκύτατα «καθαρευουσιανίζων», δεν διστάζει να προβάλει τη λαϊκή λαλιά, βάζοντάς την στο (ή παίρνοντάς την από το) στόμα λαϊκών τύπων.

    (β) «Τους μετανάστες στην Αμερική, όταν επέστρεφαν πίσω είτε παροδικά είτε μόνιμα, τους έλεγαν Αμερικάνους».
    # Έτσι ακριβώς. Αμερικάνα λένε σε ένα Μακεδονικό χωριό (ονόματα …δεν λέμε!) μια παλιά χωριανιά που γύρισε από την Αμερική μετά από …κάποιους γάμους.

    (γ) 28, dimosioshoros said: «…Μισίρι είναι … αποκλειστικά η Αίγυπτος ή και το Κάιρο;…».
    # Δεν ξέρω πολλά περί αυτών. Πάντως, Μακεδονιστί, μισίρ(ι) είναι το καλαμπόκι (όπερ χαμουτζιστί και αραβόσιτος καλείται).

  62. ΓΤ said

    Περπατάς, τα φοράς, καταγράφεις τα πάντα, αρτάρεις επιτόπου… Ξεκούραστη ζωή…

    https://www.ray-ban.com/usa/electronics/RW4003%20UNISEX%20ray-ban%20stories%20%7C%20round-blue/8056597557146

  63. Γιάννης Ιατρού said

    60: Είδα. Ειλικρινά θεωρώ πως είναι εξισορροπημένη ενημέρωση που εστιάζει κυρίως στο τι και γιατί έγινε, χωρίς κλικθηρικούς😇 τίτλους. Γνώμη μου.

  64. sarant said

    62 Δεν έχω μπορέσει να συνηθίσω τα μαύρα γυαλιά.

  65. ΓΤ said

    28@ ΔΧ

    Δεν το υπονοεί. Η ίδια εξηγεί, φτάνει στο «εν Μισιρίω Αλεξανδρείας» (Προλογίσματα, σελ. 11), και είναι σαφέστατη στην κατακλείδα της σελ. 13.

  66. ΓΤ said

    64@

    Δε λες που δεν τα είχε πάρει χαμπάρι ο παπα-Στέφανος του Αγίου Δημητρίου Όπλων…

  67. ΚΩΣΤΑΣ said

    61
    Μισίρ(ι), μισίρια, θεσσαλιστί είναι οι γαλοπούλες.

  68. BLOG_OTI_NANAI said

    53: Από άποψη ανθρώπινης ευαισθησίας και με τον άνθρωπο ως παρατηρητή είναι και έτσι, απλά μου έκανε εντύπωση η διαφορά σε δύο διπλανές ειδήσεις, «αλίευε» και «φόνευε».

    ΥΓ
    Προσωπικά δέχομαι ότι η ερμηνεία του κόσμου ως μεγάλη σκέψη ανήκει μόνο στον άνθρωπο, άρα είναι ανθρωποκεντρική. Αν υποθέταμε ότι δεν υπήρχαμε για να φορτίσουμε έννοιες όπως η «βία» στην πραγματικότητα το ζώο ως φαγητό περιγράφει μόνο τη λειτουργία ενός φυσικού συστήματος. Ο άνθρωπος βεβαίως κατέκτησε το αγαθό της επιλογής, όμως δεν μπορεί να βγει και εκτός συστήματος, αφού όσο κι αν εξελίχθηκε γενετικά, από το σύστημα αυτό κατάγεται και οφείλει να αποδέχεται τη ζωοφαγία ή τη φυτοφαγία ως μια αποδεκτή λειτουργία του φυσικού συστήματος όπως αποδέχεται τα λευκά ή τα γκρίζα σύννεφα χωρίς να επιδιώκει να τα αλλάξει.

  69. sarant said

    67 Και στη Θεσσαλία; Μισίρκα ήταν κάποτε στα Σέρρας.

  70. Κιγκέρι said

    Είχαμε έναν γυμναστή στο σχολείο που μας έβαζε να τρέχουμε γύρω-γύρω στο προαύλιο, κρατούσε μια βέργα κάτω από τη μασχάλη (για πλάκα – δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ) και φώναζε: «Μισίρια!»

  71. ΚΩΣΤΑΣ said

    69
    Δεν ξέρω αν τώρα η λέξη έχει ευρεία χρήση, τότε που εγώ ζούσα εκεί, στα χωριά, η επικρατέστερη ονομασία ήταν μισίρια. Σε δεύτερη συχνότητα ακούγονταν και οι λέξεις γαλιά ή γαλοπούλες.

  72. Γιάννης Ιατρού said

    67: Με την Αίγυπτο όμως δεν έχουν σχέση, ε;

  73. ΚΩΣΤΑΣ said

    72
    Όχι, αυτές είναι αυτόχθονες, Θεσσαλές, της συνομοταξίας Καραγκούνικες!!! 😉

  74. Γιάννης Ιατρού said

    73: Γιατί έιχαμεν κι άλλες σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία

  75. 48, … κάποιος πέθανε «καθ’ ην στιγμήν
    εφόνευεν ιχθύς».
    Τι θέλει να πει ο ποιητής; …

    Άφησε του ιχθύς πάραυτα
    άφονους

  76. *τους ιχθύς

  77. Κιγκέρι said

    71: Κώστα, γαλοπούλια όχι;

  78. ΚΩΣΤΑΣ said

    77
    Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ακούσει αυτή τη λέξη, γαλιά ήταν μία από τις άλλες ονομασίες, για πλήθος. Πήγε να βοσκήσει τα μισίρια ή τα γαλιά ή τις γαλοπούλες. Τώρα αν συνηθιζόταν κάπου αλλού, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.

  79. BLOG_OTI_NANAI said

    Άραγε πόσα «ανεύρετα» του Ππδ να υπάρχουν ακόμα;
    Είδα πάντως το «Γείτονας με το Λαγούτο» που αναφέρει ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, και όντως, έτσι φαίνεται από το ΣΚΡΙΠ, του οποίου το Χριστουγεννιάτικο φύλλο του 1900 δεν φαίνεται να υπάρχει:

  80. BLOG_OTI_NANAI said

    Ερμηνείες για το «μισίρι»:

  81. Γιάννης Ιατρού said

    80: μιάς κι η γαλοπούλα έχει έλθει σχετικά πρόσφατα απ΄αλλού, η ανεύρεση/χρήση της λέξης παλαιότερα δίνει την εξήγηση, προφανώς αυτήν της Αιγύπτου/Καϊρου κλπ. και της αραβικής της προέλευσης. Τα άλλα είναι συμπτωματικά.

  82. spyridos said

    Πολύ μου άρεσε το σημερινό.
    Μόνο οι πολύ μεγάλοι μας αφήνουν ελεύθερους να σκεφτούμε όπως ο Παπαδιαμάντης.

    **********************************************
    Η γαλοπούλα που ήρθε απ’ αλλού
    https://sarantakos.wordpress.com/2019/12/23/turkey-2/

  83. Γιάννης Ιατρού said

    82β: Ετσι, ναι: …Για τους Βούλγαρους και τους Σερραίους, η γαλοπούλα ήρθε απ’ την Αίγυπτο.., γι αυτό το έγραψα στο 81 🙂

  84. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Μισιρλού

  85. ΚΩΣΤΑΣ said

    Λίγο σχετικο/άσχετο με το σημερινό.

    0 –> ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ… νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Αἴγυπτον.

    Τότε, την εποχή του διηγήματος, πολλοί κάτοικοι του Βόλου και των παραθαλάσσιων περιοχών καθώς και των νησιών της Μαγνησίας μετανάστευαν για δουλειά σε Αίγυπτο και Αιθιοπία, όπου και πρόκοψαν. Ένας απ’ αυτούς και ο Γιαννάκης τ’ Αργυρού.
    Επειδή μεταξύ Λάρισας και Βόλου υπάρχει ανταγωνισμός, ένας από τους αέναους καβγάδες,τότε, στο παρακάτω λινκ, για όποιον δεν βαριέται.

    https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/item/307396-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%85.html

  86. @ 61 Geobartz

    Ευχαριστώ. Εν αναμονή.

  87. sarant said

    79 «Ο γείτονας με το λαγούτο» δεν είναι ανεύρετο, αν αυτό εννοείς. Είναι γνωστό (και πολύ καλό) διήγημα.

    Για τη Νοσταλγια του Γιάννη και μερικά ακόμα ξέρουμε τίτλους. Επίσης πριν από τη Νοσταλγία είχε βρεθεί από έναν ερευνητή το Γιαλόξυλο, που δεν ήταν γνωστό ούτε καν ως τίτλος.

  88. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ωραίο γλυκό της Κυριακής ο Ππδ . Πάντα καλοδεχούμενος, ανανεώνεται η ευχαρίστηση της ανάγνωσής του και πάντα σ΄αυτά τα ηθογραφικά να βρίσκω μορφές και καταστάσεις οικείες.
    Η Ευτέρπη (τί περίεργο να είναι κι αυτηνής το όνομα ιδιαίτερο και κοντινό στη …συνομοταξία), εξ αντιθέτου αλλά και το σύνηθες, ήταν μια ασκημούλα (δύσμορφη η καημένη) και ψιλοχαζούλα υπηρετριούλα μιας οικογένειας που μάς έρχονταν από το Μεγάλο Κάστρο στις διακοπές του Πάσχα κυρίως.Τέλη του ΄60, αρχές του ’70 που ήταν στα τελευταία της, όπως φάνηκε, αυτή η συνήθεια της ψυχοκόρης-υπηρέτριας. Κι άλλη μια τέτοια «ανηψιά» που γνώρισα σε άλλο σπίτι, πάλι έντονα άσχημη ήταν. Η Αχτίτσα κάτι ήξερε 🙂

    Μισιριοτάλια στην Κρήτη είναι κάτι στρογγυλά-φουσκωτά κουκάκια, φούλια ή αραβικά κουκιά αλλιώς. Προφανέστατα λόγω της περιοχής προέλευσής τους

    Τα μισίρια (να έτσι τα έλεγε η Καρδιτσώτισσα φίλη) εμείς τα λέμε κούβους
    «Το ταϊζει στο στόμα σαν το κουβάκι» (Έτσι ταϊζονται οι νεοσσοι/γαλόπουλα)

  89. @ 65 ΓΤ

    Πράγματι δεν το υπονοεί. Ευχαριστώ. Είχα την εντύπωση (από αναγνώσματα) πως είναι ισοδύναμο με «Κάιρο», κατά συνεκδοχή.

  90. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πολύ ενδιαφέρον το σημερινό! Και το διήγημα του Ππδ (δεν θυμάμαι να το είχα διαβάσει…) αλλά και το πραγματολογικό επίμετρο.

    43.
    – Τα ‘πιστρόφια’ στην Κρήτη, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, είναι: «το πρώτο επίσημο-κατ’έθιμον- τραπέζι στους νεόνυμφους (και σε κουμπάρους, στενούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού) στο σπίτι της νύφης». Αλλιώς, αντίγαμος.
    π.χ. εδώ https://lexikolefkadas.gr/pistrofia-ta/
    ή:εδώ (Καρκαβίτσας)
    ή : εδώ (Ν.Γ.Πολίτης)

    Και νομίζω τέτοια πιστρόφια εννοεί ο Ππδ, αφού μας λέει: Οἱ γαμήλιοι κῶμοι, τὰ πιστρόφια*, οἱ ἐπιθαλάμιοι, μόλις ἐκόπασαν τὴν τρίτην ἑβδομάδα.
    (Το έθιμο πρέπει να έχει εκλείψει εντελώς…)

    –  Τά*, τ᾿ ἤτανε;… Τί τὴν ἤθελες νὰ τὴν πάρῃς μαζί σου;
    Αντίστοιχο κρητικό –ζωντανό και σήμερα- είναι το ‘ντα’, με τη σημασία του ‘μα, αλλά, σάμπως’ κ.τ.ό., στην αρχή ερωτηματικών προτάσεων ή ως επιτατικό.
    «Ντα, ποιος σου το ‘πε ‘σένα;»
    «Ντα και στην Αμερική να πάει θα τονε βρω!»

  91. @ 79 BLOG_OTI_NANAI

    Ευχαριστώ. Μένουμε δηλαδή στην ταυτότητα Μισίρι = Αίγυπτος. Ίσως εκτός της παραθαλάσσιας Αλεξάνδρειας.

  92. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    90.
    Το 3ο δεν ‘δούλεψε’, οπότε το βάζω όπως το αντέγραψα:
    https://books.google.gr/books?id=1JKBAAAAMAAJ&q=%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%B1&dq=%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%B1&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiC8oCbltr1AhX2QvEDHYYXDWMQ6AF6BAgCEAI

  93. BLOG_OTI_NANAI said

    87: Ναι, έχεις δίκιο. Τελικά ανεύρετη έλεγε την πρώτη δημοσίευση, όχι το διήγημα:

    91: Απ’ ότι φαίνεται. Το Μισιρλού ποτέ δεν είχα σκεφτεί να το ψάξω.

  94. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    88.
    ΕΦΗ, ναι! Μισιριωτάκια, τα λέμε στα μέρη μας τα κουκάκια που περιγράφεις. Πολύ νόστιμα και δεν τα βρίσκεις εύκολα…
    Δεν έχω κάποια φωτογραφία -και αυτές που κυκλοφορούν στο ιντερνέτι ΔΕΝ είναι μισιριωτάκια!

  95. Α. Σέρτης said

    Βάσει και αυτής της τρίτης πηγής, προκύπτει πως η υπηρέτρια ονομαζόταν Θεοδοσίου και ήταν από την Πάτμο:

    «Εκ Βόλου τηλεγραφούν ότι η υπηρέτρια του Ιω. Καβούρη Ευδοκία Θεοδοσίου εκ Πάτμου ετών 20 απουσιάσασα της οικίας της ευρέθη χθες 1 μ.μ. πνιγμένη εις την θέσιν «Μώλου Τουλό»

    (ΚΑΙΡΟΙ 8/8/1903)

  96. geobartz said

    67, 71, 78 ΚΩΣΤΑΣ, και 69 sarant.
    # Μη σκοτίζεστε: Μακεδονιστί, μισίρ(ι) το καλαμπόκι. Μισίρκα ή κούρκος, η γαλοπούλα (και μόνο στον πληθυντικό, τα γαλιά).
    ΑΛΛΑ (προς γνώσιν του «ΚΩΣΤΑΣ» και ένιουάν): Είπε κάποιος προσφάτως: «Στα νεότερα χρόνια, περίπου από το 1800 έως το 1875, υπερδιπλασιάστηκε ο πληθυσμός της Νιγρίτας και των γύρω χωριών με την έλευση χιλιάδων προσφύγων από περιοχές που κάποτε εξουσίαζε ο Αλή πασάς. Σήμερα, με την παρέλευση εκατοντάδων χρόνων έχουν συγχωνευτεί πλήρως με τον ανέκαθεν γηγενή πληθυσμό. Το 1900 όμως, θυμούνταν όλοι οι Νιγριτινοί την απώτερη καταγωγή τους: Οι μεν από την Παλιοχωρούδα και το Γκουβεντάρι, οι δε από την Θεσσαλία και τον Όλυμπο, όπως μας παραδίνει ο Άγγλος περιηγητής Άμποτ».

  97. sarant said

    95 Μπράβο. Κοίταξα κι εγώ μερικές εφημερίδες του 1903 αλλά δεν βρήκα τίποτα.

    Οπότε, επιβεβαιώνεται η Πάτμος που είχα υποθέσει και το επώνυμό της.

    Το «Μώλου Τουλό» όμως πρέπει να είναι παραφθορά από το «Μέγα γιαλό»!

  98. ΚΩΣΤΑΣ said

    96 ΑΛΛΑ (προς γνώσιν του «ΚΩΣΤΑΣ»

    Γώργο, επειδή παρακολουθώ, έστω εκ του μακρόθεν, και θέματα τοπικής ιστορίας Λάρισας και περιχώρων, κάπου έχω διαβάσει ότι μεγάλη μερίδα των κατοίκων της Κρανιάς Ολύμπου, ύστερα από επίθεση των Τούρκων, κατέφυγαν στην Νιγρίτα Σερρών. Ίσως με την επανάσταση του 1821 ή λίγο νωρίτερα με αποτυχόντα επαναστατικά κινήματα, Ορλωφικά,… κλπ.

  99. ΚΩΣΤΑΣ said

    98 συνέχεια

    «Με την Επανάσταση του 1821 η Κρανιά πρωτοστατεί σ’ αυτήν. Γι’ αυτό το λόγο, το έτος 1822, ο σκληρός και αιμοχαρής Μεχμέτ Εμίν Πασάς της Θεσσαλονίκης, Αβδουλαβούτ (ροπαλοφόρος), με το στρατό του επιτίθεται στο χωριό, το καταλαμβάνει από τους Επαναστάτες και το καταστρέφει ολοσχερώς. Οι κάτοικοι διασκορπίζονται εκ νέου και μεταναστεύουν, προς τη γνωστή κατεύθυνση, τη Νιγρίτα. Κανένα άλλο χωριό δεν πειράχτηκε από τους Τούρκους, στη συνέχεια, αλλά η Επανάσταση δεν ευοδώθηκε στην περιοχή.»

    http://www.nikouleio.gr/kraniahistory/

  100. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Παπαδιαμαντική (ὄχι ἀμείλικτη) καθαρεύουσα, μέ βιωματική αἴσθησι τῶν ἐννοιολογικῶν ἀποχρώσεων τοῦ λαϊκοῦ λόγου. Ἔρμη- ὄχι ἔρημη (στόν τίτλο).

  101. Missing Ink said

    Το «θα πω» που λέει η θεια-Αχτώ, κάτι ανάλογο με το σύγχρονο «ας πούμε» ε;
    Στον ίδιο μονόλογο, «και να σε δουλέψουνε, σε ούλα τα πάντα» –και να που η έκφραση ανευρεύθη και προ Αλεφάντου!
    https://www.politeianet.gr/books/9789604844357-alefantos-k-nikolaos-papadopoulos-ta-panta-ola-223474

  102. @ 93 BLOG

    🙂

  103. sarant said

    101 Το «θα πω» ανήκε στη «γυναικεία γλώσσα». Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης το έχουν συχνά, αλλά μόνο να το λένε γυναίκες.

  104. Μαρία said

    87
    Τόσο γνωστό που το δίδαξα κιόλας με συνοδεία λαγούτου.

  105. freierdenker said

    44, 57, 60 Πρώτο Θέμα και Καθημερινή γράφουν «κονβόι», η Εφημερίδα των Συντακτών «κομβόι».

    Εγώ θα το έλεγα κονβόι, αλλά γενικά είναι μοιρασμένο.

  106. Μαρία said

    83
    Κατευθείαν απ’ το σλαβομακεδόνικο Μισίρι.

  107. Μαρία said

    105
    κομφετί, κομφορμισμός, κομφούζιο κλπ , επειδή στα ελληνικά το ν πριν απο χειλικό γίνεται μ π.χ. συμβάλλω, έμψυχος …

  108. Γιάννης Ιατρού said

    Βλέπω πως έχει κι ένα κ => μίσιρΚι[α] From the Arabic name of Egypt, Ottoman Turkish مصر‎ (mısır), Arabic مِصْر‎ (miṣr); following the false belief that turkeys originate from Egypt.

  109. Μαρία said

    108
    Τώρα το είδες το κ; Δεν διάβασες τον καθιαυτού; Μισίρκι στα μακεδόνικα είναι ο πληθυντικός της μισίρκα.

  110. Πέπε said

    Μισίρι είναι η Αίγυπτος, ξεκαθαρισμένα πράγματα. Το ότι κάποιοι κάποτε μπορεί να ανέφεραν έτσι μια πόλη της Αιγύπτου ή ένα τμήμα της χώρας κλπ. είναι απλώς συνεκδοχική χρήση.

    Όσο για το καλαμπόκι και τη γαλοπούλα, το ότι ονομάζονται από διάφορες χώρες απ’ όπου ο καθένας πίστευε ότι προέρχονται, νομίζω ότι από εδώ στου Σαραντάκου το έμαθα. Παρεμπιπτού, να καταθέσω ότι τις προάλλες άκουσα εδώ στο Ηράκλειο (μέσα στο Ηράκλειο, έτσι; όχι γενικά στην Κρήτη) να το λένε «ξενικό», «θέλετε ξενικά να ψήσω;».

  111. Μαρία said

    110
    Ποιος αμφισβήτησε οτι Μισίρι είναι η Αίγυπτος;

  112. Γιάννης Ιατρού said

    109: Εμ, δεν διάβασα… 🙂 Thanks😉
    111: Ίσως το έγραψε για μένα, επειδή στο #81 προηγουμένως ανέφερα και το Κάϊρο

  113. dryhammer said

    Θυμάμαι στα μικράτα μου, αρκετά σπίτια στη Χίο με κοτέτσι να εκτρέφουν μαζί με τις κανονικές, και κάποιες μικρόσωμες. Τα κοτόπουλα αυτά ήταν λίγο μεγαλύτερα από πέρδικα, σε χρώμα καφεδόγκριζο με ελάχιστο λοφίο, αεικίνητα και (τα κοκόρια τους ιδίως) πιο επιθετικά από τα συνήθη και τα λέγανε μισιριώτικα*. Τότε νόμιζα πως βγαίνει από το μισό, λόγω μεγέθους. [Πειράζαμε και κανέναν πιο μικρόσωμο «Να, μιλάει και το μισιριώτικο»] Έχω να τα δω χρόνια, αλλά τώρα τα κοτέτσια στα σπίτια έχουν μειωθεί σημαντικά.

    *Τα άκουσα μια φορά και σιμιριώτικα. (Αίγυπτος ή Σύμη;)

  114. Alexis said

    #113: Νομίζω ότι και τώρα κάτι πλανόδιοι «πουλάδες» (αρσενικό: ο πουλάς-οι πουλάδες, υπαρκτό, δεν είναι δική μου επινόηση) πουλάνε κάτι τέτοια μικρόσωμα κοτόπουλα, που κάπως τα λένε, αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή…

  115. Alexis said

    #101: Λες ο Αλέφαντος να διάβαζε Παπαδιαμάντη; 😆

  116. sarant said

    113 Φραγκόκοτες μήπως ήταν;

  117. dryhammer said

    116. Όχι, τις ξέρω τις φραγκόκοτες, συνήθως μαύρες με πιτσιλιές λευκές και μάλλον στρουμπουλές. Αυτές ήταν καφεκόκκινες με γκρι κι αδύνατες σχετικά. [γμτ δε βρίσκω εικόνα]

  118. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα ολόλαμπρη (Με πολλές ακόμη στοίβες μαύρο-βρώμικο χιόνι στις άκρες)

    Με την Ελλάδα καραβοκύρη
    πάει μια φρεγάτα για το Μισίρι
    (Βάνω αυτό το Υ.Τ για τις φωτό/ με τον Χατζιδάκι νιούδι και την εκτέλεση εννοείται)

  119. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @117, 116. Τί περιμένεις ἀπό Λουξεμβουργιανό; Νά ξέρη τά νανάκια καί νά τά ξεχωρίζη ἀπό τίς φραγκόκοτες;; 🙂 🙂 🙂

    (Εἶχα ἕναν τέτοιο κόκκορα νανάκι, μέ φοβερό ἅλμα, πού ἀδίκως τόν μαγείρεψα ἐπειδή νόμιζα ὅτι αὐτός πηδάει τά σύρματα καί μοῦ τρώει τά φρεσκοφυτεμένα μαρουλάκια. Τελικά, δράστης ἦταν ἕνας τυφλοπόντικας πού ὁ γείτονας τοῦ ἔστησε ἐνέδρα καί τόν κρέμασε ἀνάποδα! 🙂 )

    Ἡ συνταγή. 🙂

    https://www.olivemagazine.gr/recipe/%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1-%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AC-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%87%CE%B1%CF%81/

  120. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    110 >>να το λένε «ξενικό»,
    Ναι! Ξενικό λέγανε μου φαίνεται (και) για καλαμπόκι. Έχω την αίσθηση ότι «ξενικό» έλεγαν και γι΄άλλα είδη/ράτσες/ποικιλίες μη ντόπιες (ή έναντι των θεωρούμενων ντόπιων)

    113 Νανάκια (ή νάνες ) θυμάμαι να λένε κάτι μικρόσωμα κοτόπουλα όταν πρωτοεμφανίστηκαν και σ΄εμάς. Αλλά ήταν χρυσωπά (όχι γκρίζα). Τα κοκόρια τους ,ναι,ήταν πολύ τσαμπουκάδες κι εγώ έλεγα ότι θα ήταν καμιά διασταύρωση από «πολεμική» ράτσα.

  121. Ισως η σύγχυση Αιγύπτου-Καΐρου για το Μισίρι να οφείλεται στους αποσπασμένους έλληνες εκπαιδευτικούς στο Κάΐρο, όσους γνώρισα όλοι για Μισίρι μίλαγαν, οπότε είχα σχηματίσει την εντύπωση πως θαναι καν΄να προάστειο του Καΐρου όπου ήταν τα σχολεία !!

  122. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    117 βάλε «νανάκια» στην αναζήτηση 🙂

  123. Έχω τρεξίματα αυτές τις μέρες και δεν πρόλαβα να πω τη σοφία μου για το Μισίρι. Λοιπόν η ίδια λέξη (Μισρ, Μασρ) χρησιμοποιείται στα αραβικά όπως και στα οθωμανικά/τούρκικα για την πόλη και τη χώρα. Δείτε π.χ. εδώ https://en.wikipedia.org/wiki/Cairo#Etymology

  124. sarant said

    119 Να μας διαβάσει καμιά φιλοζωική, να μας κυνηγάει 🙂

  125. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @124. 🙂 🙂 🙂 🙂

  126. dryhammer said

    Κάτι τέτοιο [μέσω ΕΦΗς Χ 2]

  127. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    113 >>Τα άκουσα μια φορά και σιμιριώτικα.
    Ναι, και τα κουκάκια μας (σχ. 88, 94) συχνά λέγονται σιμιριωτάλια, αντί μισιριωτάλια

    Μισίρι < αραβική مصر (miṣr)
    Και το βαμβάκι, λέει μισίρι (άλλη γραφή μυσίρι)
    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%AF%CF%81%CE%B9

    Έχουμε Μισίρια οικισμό κ παραλία στο Ρέθυμνο

  128. dryhammer said

    126. Επαναλαβή [που λέγαμε μικροί στη μπάλα]
    https://scontent.fath2-1.fna.fbcdn.net/v/t31.18172-8/p180x540/11427328_1627367694199159_8375677085352319624_o.jpg?_nc_cat=107&ccb=1-5&_nc_sid=e3f864&_nc_ohc=WhGzgZYleosAX-jU_IE&_nc_ht=scontent.fath2-1.fna&oh=00_AT93Tbvn5k1pY5l3LI5mA8SBtL07kLhPAP9HKDfUOD56jQ&oe=621C80DD

  129. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    128 Ναι, αυτά! Όμορφα και ζωηρούλια. Εντωμεταξύ το μέγεθος τους είναι …ευτράπεζο. Ειδικές συνταγές για νανάκια. Σερβίρονται σχεδόν ολόκληρα ως μερίδα τα έρμα κι αυτός υποψιάζομαι είναι ο λόγος εκτροφής τους. Αλλιώς, κάνουν μικρότερα αυγά-μη «συφερτικά». 😦

  130. Κιγκέρι said

    Ε, μα πια, από χτες γυροφέρνει στο μυαλό μου ο στίχος με το Μισίρι και το φτιασίδι, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ σε ποιο θρακιώτικο τραγούδι τον είχα ακούσει, σήμερα επιτέλους το θυμήθηκα:

    Στ’ς παπαδιάς, στ’ς παπαδιάς τα παραθύρια
    στ’ς παπαδιάς τα παραθύρια, κάθουντι δυo μαύρα φρύδια

    κι αγναντεύουν τα καράβια που ’ρχουντι ’πού του Μισίρι,
    φουρτουμένα μι φκιασίδι, μι φκιασίδ’, μι κουκκινάδι,
    για να βάζουν τα κουρίτσια.
    – Γκιμιτζή1 μ’ καραβουκύρη, πόσα δίνεις του φκιασίδι;
    – Πέντι γρόσα έχ’ του δράμι, του καλό του κουκκινάδι
    κι του πιο καλό ξασπράδι 2
    που του βάνουν παντριμένις, λεύτιρις κι σιβασμένις 3.

    1 γκιμιτζής: ναυτικός
    2 ξασπράδι: πούδρα
    3 σιβασμένις: αρραβωνιασμένες

  131. dryhammer said

    130. > που του βάνουν παντριμένις, λεύτιρις κι σιβασμένις
    όμουρφα σουβαντισμένες

  132. geobartz said

    98, 99 ΚΩΣΤΑΣ said….
    (α) Η φυγή άρχισε περί το 1800, με την ολονέν επεκτεινόμενη επιρροή του Αλή Πασα προς τα ανατολικά του. Η μεγάλη του επέκταση έγινε όταν η Πύλη τον ανέθεσε να καταπολεμήσει τη «ληστεία» στη Μακεδονία. Επεκτάθηκε τότε ανατολικά και βόρεια. Στα βόρεια τον σταμάτησε ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, και στα ανατολικά ο Ισμαήλ μπέης των Σερρών: Τουρκαλβανός κι αυτός, τον άφησε επίτηδες η Πύλη να επεκταθεί, ακριβώς για να εμποδίσει την περαιτέρω επέκταση του Αλή. Ο Ισμαήλ των Σερρών εξουσίαζε σε 36 καζάδες, μέχρι τη Σόφια προς βορρά, μέχρι την Κομοτινή στα ανατολικά, μέχρι (και) τη Θεσσαλονίκη στα δυτικά του. Τότε πολλές χιλιάδες «ραγιάδες» έβρισκαν ασφάλεια στο τεράστιο μπεηλίκι του Ισμαήλ. Η διαρροή συνεχίστηκε και κατά τις επόμενες δεκαετίες, ίσως και από «συνήθεια», μέχρι το 1875, οπότε σταμάτησε λόγω της κατάστασης που προέκυψε από τον ελληνο-βουλγαρικό ανταγωνισμό στη Μακεδονία.
    (β) Εκτός από την Κρανιά του Ολύμπου, ήρθαν στην περιοχή Νιγρίτας και από άλλες δυο «Κρανιές». Μία κάπου κοντά στα Γρεβενά και άλλη μία είναι η Κρανιά Καρδίτσας (οπόθεν και μια δικιά μου ρίζα). Υπάρχουν επίσης μέχρι και σήμερα τα επώνυμα Καρδιτσάς που παραπέμπουν προς τα εκεί.
    (γ) Ο Αμπούλ Αβούδ κλπ (έχει …καμιά δεκαριά προσωνύμια) κατέστειλε την επανάσταση στην Κασσάνδρα και στο Άγιο Όρος, το 1821, στον Όλυμπο (και στην Κρανιά Ολύμπου, φυσικά) και στη Δυτική Μακεδονία το 1822.

  133. Πέπε said

    113, 117…

    Τη φραγκόκοτα δεν την μπερδεύεις. Έχει ωραιότατο φτέρωμα μαύρο με άσπρες βούλες, αλλά συνολικά είναι άθλια στην εμφάνιση λόγω του εντελώς γυμνού λαιμού και κεφαλιού. Ο φραγκοκόκορας δεν ξέρω πώς είναι, μήπως ίδιος κι αυτός; Μια φορά, μπορεί να ‘ναι και είκοσι χρόνια, βρήκα και πήρα από τα ΑΒ φραγκόκοτα και ήταν πολύ νοστιμότερη από την κότα (η οποία ούτως ή άλλως είναι υπερεκτιμημένο κρέας).

  134. ΚΩΣΤΑΣ said

    132
    Αυτό με τις τρεις Κρανιές λίγο περίεργο μου φαίνεται. Κρανιά Ολύμπου και Κρανιά Καρδίτσας έχω περάσει, των Γρεβενών μόνο ακουστά την έχω.

    Και κουμπάρο Νιγριτινό έχω, ο αδερφός του ασχολείται με τον σύλλογο Νιγριτινών Θεσσαλονίκης, έχω πάει και σε συνεστιάσεις.

  135. sarant said

    130 Αυτό το σιβασμένις δεν το ήξερα. Από τον σεβασμό ή τη σύμβαση;

  136. sarant said

    135 Και συνεχίζω, μάλλον είναι «συβασμένες»

  137. Γιάννης Ιατρού said

    134: Κώστας …έχω πάει και σε συνεστιάσεις…

    Διάβασα αρχικά συνιστώσες κι ανατρίχιασα ολόκληρος 🙂 🙂 🙂

  138. Πέπε said

    135, 136

    Στην Κρήτη συβάζω σημαίνει περίπου φέρνω κάποιν στη γνώμη μου, τον πείθω (κυρίως «να» κάνει κάτι). Το έχω ακούσει κυρίως στους στιγμιαίους χρόνους, δεν μπορώ να τον συβάσω, τελικά συβάστηκε να έρθει, δεν ξέρω αν λέγεται και ο ενεστώτας. Τώρα εδώ δεν έχουμε Κρήτη, έχουμε την άλλη άκρη, Θράκη, αλλά μοιάζει να είναι κατι παρεμφερές. Ίσως λογοδοσμένες, ή ακόμη και κανονικά αρραβωνιασμένες αφού κι αυτό μια σύμβαση είναι, μια συμφωνία.

    Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι στα βούικα γίνεται σβασμένις, και ότι άρα ίσως είναι σεβασμένες, αλλά αυτές οι… συμβάσεις δεν τηρούνται πολύ σχολαστικά στον έμμετρο λόγο. Ήδη λ.χ. στους καταγραμμένους στίχους βλέπουμε «φουρτουμένα μι φκιασίδι, μι φκιασίδ μι κουκκινάδι», επειδή έτσι εξυπηρετεί το μέτρο. (Το οποίο, παρεμπιπτόντως, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι το φωνήεν φωνολογικά μεν παραμένει πάντα στη θέση του, αλλά φωνητικά πραγματώνεται ως σιωπή: ο ομιλητής δηλαδή ξέρει ότι εκεί έχει ένα «ι», αλλιώς θα πρέπει να δεχτύμε ότι για να πει «φκιασίδι» αμέσως μετά από το «φκιασίδ» αλάζει γλωσσικό κώδικα, από τον δικό του στον ξένο, πράγμα λιγότερο πιθανό. Ή ότι διαστρεβλώνει τη γλώσσα όπως να ‘ναι χάριν του μέτρου, επίσης όχι πιθανό.)

  139. ΚΩΣΤΑΣ said

    137
    Όλο κακά σκέφτεσαι για μένα, καλόψυχος είσαι, καλά να σκέφτεσαι, Γιάννη μου! 😉

  140. @ 123 Δύτης Των Νιπτήρων

    Κανόνι! Μπράβο, καλέ.

  141. Γιάννης Ιατρού said

    139: Σ΄ έχω στην έννοια μου, κρίμα τέτοιο καλό παιδί να πάρει τον λάθος δρόμο, ενίοτε 🙂 🙂

  142. Καλέ το «Βασίλειο της Κρανιάς» δεν το ξέρετε

  143. Στην Πρέβεζα.

  144. Κιγκέρι said

    138: Έτσι πρόχειρα, Πέπε, να ακόμη ένα παράδειγμα, πάλι από θρακιώτικο τραγούδι, όπου το φωνήεν επανεμφανίζεται αν έτσι εξυπηρετεί το μέτρο:
    ξεντύθ’κι, ξαρματώθ’κι, στον ένα στίχο κι αμέσως μετά
    ξεντύθ’κι, ξαρματώθηκι

    (Τ’ Αρμένου γιος πινέθηκε, γαλανά ματάκια μ’ κι έμορφα
    σ’ ένα, σ’ ένα πασά κι αφέντη, λάλει, λάλει καλό μ’ αηδόνι.

    – Αφέντη μου τη θάλασσα, πεζός θα την αδιάβω.
    – Κι αν την αδιάβ’ς τη θάλασσα, γαμπρό θε να σε κάνω
    θέλεις την αξαδέρφη μου, θέλεις την αδερφή μου,
    θέλεις τη θυγατέρα μου, που λάμπει σαν τον ήλιο,
    όπου γεννήθ’κι σκοτεινά και φέξαν τα σοκάκια.
    Τ’ Αρμένου γιος σαν τ’ άκουσε, ξεντύθ’κι, ξαρματώθ’κι
    ξεντύθ’κι, ξαρματώθηκι, μες στη θάλασσα ρίχτ’κι,
    σαράντα μέρις έπλεγε, γελώντας τραγουδιώντας,
    κι απ’ τις σαράντα κι ύστερα, κλαίει μοιρολογάει.)

  145. Κιγκέρι said

    Το βάζω κιόλας, επειδή μ’ αρέσει:

  146. […] Πολλές φορές έχουμε βάλει στο ιστολόγιο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, συνήθως όμως αυτό γίνεται σε χρονιάρες μέρες, Χριστούγεννα ή Πάσχα. Το σημερινό διήγημα δεν αναφέρεται σε κάποια γιορτή. Διάλεξα να το παρουσιάσω όχι μόνο για τη λογοτεχνική του αξία αλλά επειδή θέλω, στο επίμετρο, να παρουσιάσω κάποια πραγματολογικά στοιχεία για το διήγημα. Όμως πρώτα να… — Weiterlesen sarantakos.wordpress.com/2022/01/30/ppd-13/ […]

  147. sarant said

    138 Το βρήκα και σε…. βούικο γλωσσάρι, συβασμένες είναι.

  148. Α. Σέρτης said

    συβασμένη: η μέλλουσα νύφη/η μελλονύμφη/αρραβωνιασμένη/συμβιβασμένη (συβασμένη)
    (Α. Γαζή, Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, 1836)

  149. Spiridione said

    σύβαση, συβασμός, σύβασμα, συνιβασμός, σιασμός. Είναι και της μόδας τώρα με τη σειρά.

  150. Κοτόπουλο νανάκια:
    Για ένα ονειρεμένο
    δύπνο

  151. Frank Kokotas, διάσημος Ελληνοαμερικάνος crooner, δεύτερης γενιάς, γιος του Greg Kokotas.
    Η τελευταία του συναυλία: «Old Favorites»

  152. sarant said

    150-151 Εχει ρέντα ο Μιχάλης 🙂

  153. @ 147 Sarant

    Ναι, ναι «βούικα» τα θκά μας… 🙂

  154. 138/147

    Επειδή δεν έχει δοθεί δέουσα προσοχή στη φωνολογία και τη φωνητική των ΒΙ σε επίπεδο έρευνας και πανεπιστημιακής διδασκαλίας (όπου οι ερευνητές, στο πλαίσιο της κειμενοδιφικής μας παράδοσης, παρασύρονταν από τη γραφή και οπισθοχωρούσαν όταν τα αναδυόμενα σχήματα θα οδηγούσαν σε αλλαγή του παραδοσιακού ινδάλματος της λέξης και μάλιστα της συλλαβής) στο παραπάνω ζήτημα θα πρότεινα τη γραπτή απόδοση συββασμένες (ή και συββασμένις) με προφορά διπλού συνεχούς -ββ-.

    Ζωντανό παράδειγμα φαίνεται πως είναι η λέξη «δάσκαλος» που θα προέκυψε από το «*δδάσκαλος» με διπλό προφερόμενο συνεχές -δδ- που το ακούμε στα σύγχρονα ΒΙ σε λέξεις τέτοιες όπως «δδασκαλία» (όταν λέμε «η δδασκαλία»). Εκεί δεν υπάρχει σχηματισμός -ι- στο -διδ-.

    Όταν ο μη ΒΙκός ομιλητής προσπαθήσει να πει συββασμένες θα αισθανθεί κάτι σαν απόηχο από κανονικό συμβιβασμένες.

  155. # 154

    Το…Παθαναϊκός που λένε πολλοί είναι κι αυτό …ΒΙ ;

  156. Κιγκέρι said

    Δημόσιε Χώρε,

    ίσως να σε ενδιαφέρει – αν δεν την γνωρίζεις ήδη – η εξαιρετική διδακτορική διατριβή του Παύλου Αλμπανούδη με τίτλο:
    Το ιδίωμα της βόρειας Θράκης: Το Μικρό και το Μεγάλο Μοναστήρι Α. Ρωμυλίας.

    (Δεν βάζω το λινκ, γιατί είναι πάνω από 300 σελίδες, αν όμως το χρειάζεσαι, πες μου)

  157. @ 156 Κιγκέρι

    Σε ευχαριστώ πολύ για τη πληροφορία.
    Δεν έτυχε να το δω. Μπορείς να μου το αποθέσεις στο https://dimosioshoros.wordpress.com/about/
    π.χ. κάτω στα σχόλια;

  158. @ 155 Gpointofview

    Νομίζω πως πρέπει να το δεχτούμε ως φαινόμενο της ΚοιΝΕ.

  159. Κιγκέρι said

    157: Δ.Χ,

    το έβαλα εκεί που ζήτησες, στα σχόλια, δύο φορές, αλλά δεν το βλέπω.

    Θα το έβαζα εδώ, γιατί μπορεί να ενδιαφέρει κι άλλους, όμως φοβάμαι μήπως, αντί για το λινκ, βγει κανένα κατεβατό κι είναι και 346 σελίδες!

  160. @ 159 Κιγκέρι

    Εγώ ανέβασα κάτι εκεί μόλις τώρα: C:/Users/Admin/Downloads/2014_The_development_of_negation_in_the.pdf
    Αλλιώς δώσε μου το λινκ να το αναζητήσω (αν θα έχω πρόσβαση στο εκεί αποθετήριο). 🙂

  161. Πέπε said

    154

    > θα πρότεινα τη γραπτή απόδοση συββασμένες (ή και συββασμένις) με προφορά διπλού συνεχούς -ββ-.

    Ναι, αλλά εφόσον όντως προφέρεται έτσι.

    Βέβαια και με μονό β να προφέρεται, πάλι υπάρχει πιθανότητα να προέρχεται από το συμβιβάζω. Είναι όμως και βέβαιο; Γιατί στο κρητικό συβάζω σίγουρα δεν έχει μεσολαβήσει φαινόμενο αντίστοιχο με τη ΒΙ κόφωση. Μπορεί βέβαια να έχει γίνει μια -με το συμπάθειο- απλή απλοποίηση, όπως στον διδάσκαλο, αλλά μόνο εφόσον αποκλείσουμε κάθε άλλη πιθανή ετυμολογία. Είμαστε όμως έτοιμοι να αποκλείσουμε τη σύνθεση από συν + το κοινό νεοελληνικό βάζω; Βάζω μαζί. Γιατί όχι;

    Άσε και κάτι άλλο που σκέφτομαι: στα νέα ελληνικά, στη γνήσια λαϊκή δημοτική, το «συν» πριν από οποιοδήποτε τριβόμενο (διαρκές) σύμφωνο απλά χάνει το ν: σύθαμπο, σύδεντρο, σύγαμπρος. Αν όμως υπάρχει -μβ- κληρονομημένο από τα αρχαία, ανεξάρτητα αν είναι από «συν+β-» ή όχι, θα πρέπει να γίνει -μπ-, άρα *συμπιβάζω, και μετά μου φαίνεται δύσκολο να γίνει απλοποίηση. Αναφέραμε μιαν άλλη φορά πρόσφατα το κρητικό συντρέμω, μου ‘ρχεται επίσης στον νου το καρπάθικο συμπάλλω (συμβάλλω) που σημαίνει ρίχνω κι άλλα ξύλα στη φωτιά, και βέβαια δεν πρόκειται για νότιους ιδιωματισμούς – έχουμε και το πανελλήνιο μπόλι (εμβόλιο) κλπ.

    (Δεν αμφιβάλλω ότι το ζήτημα της ετυμολογίας για το κρητικό ρήμα θα είναι λυμένο, αλλά αυτή τη στιγμή δε μου είναι εύκολο να το κοιτάξω. Και για το θρακιώτικο θα είναι πιθανότατα εξίσου λυμένο, αλλά εκεί δεν έχω πρόσβαση σε πηγές έτσι κι αλλιώς.)

  162. Χαίρετε,
    119 Γιατρέ λανθάνεις. Μια χαρά τα ξέρουν τις μίνι κότες (τα νανάκια) στα Λουξεμβούργα. Κι αν όχι εκεί, δίπλα στη Γερμανία που κάνουν τις τσάρκες τους. Όπου όταν παραγγέλνεις κοτόπουλο είναι αποκλειστικά τέτοιο (και μπορείς να πάρεις ολόκληρο ή μισό).

  163. Κιγκέρι said

    160: Αχ, αισθάνομαι ότι πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό τώρα, αλλά πώς θα το κάνω αυτό, να βάλω το λινκ εδώ χωρίς όμως τον κίνδυνο να βγει ολόκληρο το pdf;
    Πάντως την εργασία που ανέφερα, τη βρήκα γκουγκλίζοντας απλώς το όνομα του συγγραφέα και τον τίτλο.

  164. Πολύ μινιατούρα η μινιατούρα. Ιδού στο ολόκληρο. Από το πρώτο μου Οκτόμπερφεστ.

    160 Ο σύνδεσμος που έγραψες είναι τοπικός, στο δίσκο σου. Αν θέλετε μέσω νέφους (google, dropbox, onedrive κλπ)

  165. 163 Δεν βγαίνει pdf εδώ. Μη στεναχωριέσαι. Μόνο εικόνες (με κατάληξη δηλ. jpg, gif, png) εμφανίζονται ή γιουτιουμπάκια.

  166. freierdenker said

    107, ναι, γράφω κομφετί και κομφούζιο, αλλά από την άλλη όμως προτιμώ το πιο σπάνιο κονφορμισμός.

    Ο βασικός λόγος είναι οτι πολλοί νομίζουν οτι κομφορμιστής σημαίνει καλοπερασάκιας, αυτός που θέλει να έχει όλα του τα κομφόρ.

  167. Πέπε said

    166

    Μα το προφέρεις έτσι; Για λέξη καθιερωμένη στο ελληνικόλεξιλόγιο, το -νφ- με ξενίζει. Για πρόσφατο ή αναφομοίωτο δάνειο (έστω π.χ. ότι θες μέσα σε μια ελληνική πρόταση να πετάξεις ένα «κόνφερενς», μιας και δε σκέφτομαι κάτι πιο πετυχημένο…), θα μου φαινόταν νορμάλ, αλλά για τον κομφορμισμό όχι.

  168. Κιγκέρι said

    165: Α, ωραία. Να το λοιπόν:

    Click to access .Δ.-%20ΑΛΜΠΑΝΟΥΔΗΣ%20ΠΑΥΛΟΣ.pdf

  169. @ 163 Κιγκέρι

    Εντάξει! Το αναζήτησα με επιτυχία. Ευχαριστώ. 🙂

  170. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @162. Ὀμολογῶ ὅτι ἀδίκως ὑποτίμησα τίς ὀρνιθολογικές γνώσεις τῶν Λουξεμβουργιανῶν. Μέ παρέσυρε ἐκεῖνο τό οὐρανοκατέβατο «φραγκόκοτες» τοῦ Νικοκύρη.. 🙂

  171. @ 161 Πέπε

    Προφανώς όλες οι υποθέσεις είναι εύλογες και μπορεί περισσότερες από μία να οδηγήσουν κάπου.

    Όσο για τα διπλά συνεχή (που θα χαιρόμουνα να άκουγα να τα λένε δίβητα, δίδελτα, δίζητα κ.λπ.) δεν ξέρω αν έχει μελετηθεί το ζήτημα από αρθρωτική πλευρά. Με τα αντίστοιχα σχετικά φασματογραφήματα θα φαινόταν / επαληθευόταν η διαφορά της απόδοσης. Για παράδειγμα ξέρω πως ακούω και λέω διαφορετικά ζάνιο και ζζάνιο (όταν με τη δεύτερη αυτή λέξη προφέρω τη ΒΙική λέξη «ζιζάνιο»). Η άρθρωση είναι ακριβώς η ίδια αλλά η πίεση της γλώσσας είναι μεγαλύτερη όταν αποδίδεται το ΒΙικό «ζιζάνιο».

    Καληνυχτίζω.

  172. @ 168 Κιγκέρι

    Χαχα… 31 Ιανουαρίου, 2022 στις 22:53 και οι δυο, Καληνυχτίζω. 🙂

  173. freierdenker said

    167, εμένα μου βγαίνει άνετα το νφ, όπως στο κονφερανσιέ.

    Το παράδειγμα είναι από μια παλιά συζήτηση στην λεξιλογία που ξεκίνησε ο κύριος Σαραντάκος.

    «Κονφερανσιέ και τα άλλα δάνεια από conf-«

  174. sarant said

    173 Και άρθρο εδώ, σχετικό με το νήμα της Λεξιλογίας

    Κονφερανσιέ σε μια κακή παράσταση

  175. @ 161 Πέπε

    Στην πραγματικότητα μιλάμε για δυο ασυνεχείς συλλαβές, όταν υπάρχει και το άρθρο:
    ηδ-δα-[σκα-λί-α]
    τουζ-ζά-νι-ου
    και καθαρά:
    συβ-βα-ζμέν’.

    Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά και στην ιταλική προφορά:
    π.χ.
    anno προφέρεται ˈan-no
    avviamento προφέρεται av-vi-aˈmen-to
    κ.λπ.
    🙂

  176. Πέπε said

    175

    Σύμφωνοι (εννοώ: κατάλαβα), αλλά η συγκεκριμέη λέξη συβ(β)ασμένη προφέρεται όντως έτσι; Ανήκει σε ιδίωμα που σου είναι γνωστό και την έχεις ακούσει; Ή απλώς θεωρείς ότι ΑΝ έχει αυτή την ετυμολογία, τότε θα προφέρεται έτσι;

  177. Μαρία said

    Λάμψιας
    Τα Νέα (+αργομισθία ΟΑΕΔ), Φιλελεύθερος, Καθημερινή

  178. 176 Πέπε

    Απλά κάνω υπόθεση (αλλά σε ρεαλιστικούς αρθρωτικούς όρους). Είχα τόσα χρόνια καθηγητή τον Martinet.

  179. Κιγκέρι said

    Μερικές πρωινές σκέψεις, που είναι και το μυαλό καθαρό, για τη λέξη «σιβασμένες», η οποία μας απασχόλησε από το (δικό μου) σχ. 130 και μετά:

    Έτυχε ν’ ακούσω χτες-προχτές το θρακιώτικο τραγούδι «Απόψε είναι σειήσματα» και στάθηκα λίγο στη λέξη «σειήσματα» – τη γράφω έτσι όπως την είδα γραμμένη στους στίχους του τραγουδιού:

    Κι απόψι είνι κι αμάν γκελ αμάν
    Κι απόψι είνι σειήσματα
    Κι απόψι είνι σειήσματα
    Σειήσματα, λουγιάσματα

    Τ’ Βαγγέλ’ τ’ αρρά- κι αμάν γκελ αμάν
    Τ’ Βαγγέλ’ τ’ αρραβουνιάσματα
    Τ’ Βαγγέλ’ τ’ αρραβουνιάσματα
    Τς’ Ζουίτσας τα σειήσματα

    Ζουίτσα ντύν΄ κι αμάν γκελ αμάν
    Ζουίτσα ντύνει τ΄αντιρί
    Ζουίτσα ντύνει τ΄αντιρί
    κι του Βαγγέλη καρτειρί

    Βαγγέλ΄ς μας πάει αμάν γκελ αμάν
    Βαγγέλ΄ς μας πάει στ´ Ουζούν-Κιουπρί ( = Μακρά Γέφυρα)
    για να μας φέρει μπουχασί ( !!! έκπληξη: https://sarantakos.wordpress.com/2009/04/26/mpoukasi/)

    Σειήσματα, λοιπόν, εγώ συμπεραίνω από τους στίχους ότι είναι συνώνυμο των αρραβώνων. Στα σχόλια του γιουτουμπακίου όμως, ανάμεσα σε απιθανότητες του τύπου «είναι τα κουνήματα της νύφης», ή «είναι μεταφορικό από το σεισμός», λέει και κάποιος ότι «σειήσματα πρεπει να ειναι τα προικιάσματα. τσιιζ στην τουρκικη ειναι η προίκα».
    Μπαίνω στο γκουγκλ τρανσλέιτ και βλέπω ότι, πράγματι, στα τουρκικά η προίκα λέγεται çeyiz.
    Και τώρα, αν και δεν έχω γνώσεις γλωσσολογίας, με μόνα εφόδια το συνδυαστικό πνεύμα και την κοινή λογική, αναρωτιέμαι μήπως αυτό το «σιβασμένες» που λέγαμε, δεν προέρχεται από τον σεβασμό, ή τη σύμβαση, παρά από το çeyiz > σιίσματα > σιγιασμένες > σιβασμένες. Γίνεται λέτε;

  180. sarant said

    180 Ωραία σκέψη, αλλά νομίζω ότι το «συβασμένες» έχει ευκολότερη και απλούστερη προέλευση χωρίς ανάγκη για τέτοια δολιχοδρομία.

  181. Κιγκέρι said

    Δεν ξέρω, ακριβώς αυτή η ευκολία είναι που με κάνει λίγο καχύποπτη. Μου μπήκε η ιδέα ότι ίσως να πρόκειται για παρετυμολόγηση, αλλά δεν έχω τις γνώσεις για να επιμείνω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: